ΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣ ΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ

ΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣ ΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

Η Ελλάδα παρέμεινε κατ' εξοχήν γεωργική χώρα ακόμη και όταν οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης επέτυχαν τη λεγόμενη βιομηχανική επανάσταση, με συνέπεια να κατακλύσουν τις αγορές με βιομηχανικά προϊόντα. Με μεγάλη καθυστέρηση και συγκεκριμένα μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου άρχισε να αναπτύσσεται βιομηχανικά και η χώρα μας. Όχι πως απέκτησε αυτή βαρειά βιομηχανία, αλλά και η ελαφρή μπορεί να κριθεί, τώρα που δεν τη διαθέτουμε πλέον, αρκετά σημαντική και μακάρι να την είχαμε διατηρήσει. Με την ένταξή μας στην ΕΟΚ ραγδαία εκδηλώθηκε η αποβιομηχάνιση της χώρας.

Τα ποικίλα προγράμματα και οι επιδοτήσεις ήταν στάχτη στα μάτια μας, ώστε να μην αντιληφθούμε έγκαιρα και να επανορθώσουμε τα σφάλματά μας. Κάποιες από τις βιομηχανίες μας (κλωστοϋφαντουργίας, καπνού) χρησιμοποιούσαν ως πρώτη ύλη ελληνικά αγροτικά προϊόντα. Με την κατάρρευση των κλάδων αυτών ανέκυψε οξύ το πρόβλημα της διάθεσης των πρώτων υλών και παραμένει άλυτο ως σήμερα.

Η ευρωπαϊκή πολιτική καθοριζόμενη με αποκλειστικό γνώμονα την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ολίγων οικονομικά ισχυρών καθόρισε εν πολλοίς και την πορεία της ελληνικής γεωργίας. Ο γεωργός εξωθήθηκε στην εκμηχάνιση της καλλιέργειας χωρίς ουδεμία υποστήριξη από την Πολιτεία ώστε να γνωρίσει κάποια ενδιαφέροντα οικονομοτεχνικά μεγέθη. Οι επιδοτήσεις τον απομάκρυναν από την αγαπημένη του γη με αποκορύφωση την πολιτική της χωματερής, η οποία τον κατέστησε επί έτη αδιάφορο για την παραγωγή του. Η Ελλάδα, για την οποία καυχόταν προκαταβολικά κάποιοι δουλοπρεπείς έναντι των εταίρων μας, ότι θα κατέκλυζε την ευρωπαϊκή αγορά με αγροτικά προϊόντα, κατάντησε να εισάγει πλήθος από αυτά από γειτονικές χώρες. Παράλληλα με τη συρρίκνωση της βιομηχανίας και της γεωργοκτηνοτροφίας είχαμε τρομακτική την έξαρση του καταναλωτισμού και θέσαμε ως όνειρο της ζωής μας να εργαστούμε όλοι στον τριτογενή τομέα, τον της προσφοράς υπηρεσιών! Οι κυβερνήσεις μας δανείστηκαν ασύστολα για να ικανοποιήσουν τις πλαστές ανάγκες στα πλαίσια της αστικής κοινωνίας και με τα δάνεια αυτά εξυπηρετήσαμε κατά τον καλύτερο τρόπο τον αφανισμό της ελληνικής παραγωγής πάσης φύσεως με την κατανάλωση εισαγομένων προϊόντων, στα δείχναμε ιδιαίτερη προτίμηση.

Τώρα που μας έζωσαν τα φίδια φαίνεται να μας ξανάρχεται το μυαλό, για το οποίο συνήθως οι Έλληνες καυχόμαστε! Τι μπορεί όμως να γίνει; Κράτος σχεδόν δεν υπάρχει, ώστε να χαράξει πολιτική προς τα συμφέροντα των πολιτών του. Υπάρχουν εντολοδόχοι των δανειστών μας, για τους οποίους δανειστές μόνο αφελείς και πουλημένοι πιστεύουν ότι φροντίζουν για το καλό μας (ανάκαμψη το λένε στη γλώσσα τους). Συνεπώς απομένει η αυτοοργάνωση. Υπάρχουν όμως σοβαρά προβλήματα προς αντιμετώπιση, τα οποία ζητούν τη λύση τους. Κατ' αρχήν πρέπει να τονίσουμε ότι η ελληνική γη είναι σε θέση να διαθρέψει τον πληθυσμό της χώρας, συνεπώς δεν υπάρχει περίπτωση να πεινάσουμε, όπως διατυμπανίζουν κάποιοι προκειμένου να τρομοκρατήσουν τους πολίτες. Να στερηθούμε για κάποιο διάστημα, ναι. Να πεινάσουμε, όχι. Είναι ευοίωνη η επιστροφή στη γη και η ερασιτεχνική ενασχόληση με καλλιέργειες αρκετών είτε ανέργων είτε χαμηλού οικογενειακού εισοδήματος. Με δειλά βήματα κάποιοι δήμοι παρέχουν μικρή έκταση γης για καλλιέργεια, ενώ πολίτες εγκαταλείπουν τα αστικά κέντρα για να επανακάμψουν στις πατρογονικές εστίες, όπου διαθέτουν μικρό κλήρο γης. Κάποιοι κατ' επάγγελμα γεωργοί ανησυχούν διότι μειώνεται η κατανάλωση των παραγομένων από αυτούς προϊόντων λόγω της αυξημένης παραγωγής από ερασιτέχνες καλλιεργητές. Δεν γνωρίζω πόσο βάσιμες είναι οι ανησυχίες αυτές, πιστεύω όμως ότι υπάρχει πεδίο δράσης λαμπρό για τους γεωργούς κατ' επάγγελμα.

Το πρώτο είναι η αποτίμηση των σφαλμάτων κατά την τριακονταετία που διέρρευσε. Βασικός ο ρόλος στην αποτίμηση αυτή του γεωπονικού κόσμου, ο οποίος καιρός είναι να απεκδυθεί τον γραφειοκρατικό μανδύα και να σταθεί στο πλευρό του αγρότη, του οποίου τα χέρια πρέπει να αρχίσουν πάλι να ροζιάζουν. Πολύς ο λόγος για αυξημένο κόστος παραγωγής των αγροτικών προϊόντων στη χώρα μας. Τι φταίει; Πόσο υποχείρια έχουν καταστήσει τον αγρότη οι πολυεθνικές που διαθέτουν τα λιπάσματα, τα φυτοφάρμακα και μηχανικά είδη προς «ανακούφισή» του; Στη λαίλαπα που ξέσπασε κατά το πρόσφατο παρελθόν οι αγρότες ενταφίασαν τη δύναμή τους, που ακούει στο όνομα αγροτικός συνεταιρισμός. Πρέπει να ξαναγυρίσουν στη συλλογική βάση διάθεσης των παραγομένων προϊόντων. Μόνο έτσι θα αισθάνονται ισχυροί  απέναντι στους μεσάζοντες, οι οποίοι ευλογούνται από το σύστημα στη διαμόρφωση των τιμών στην αγορά. Φυσικά, αν αυτό πραγματοποιηθεί υπό την σκέπη των κομμάτων, ας μην αναμένει ο αγρότης καλύτερες ημέρες. Έχοντας δύναμη μέσω των συνεταιρισμών ο αγροτικός κόσμος θα είναι σε θέση να ελέγχει τους εισαγωγείς ομοειδών προϊόντων και πολύ περισσότερο αυτούς που διακινούν ως ελληνικά εισαγόμενα προϊόντα. Έχει πλέον σύμμαχο τον έλληνα πολίτη, ο οποίος εκδηλώνει ολοένα και περισσότερο έντονη την προτίμηση στα ελληνικά προϊόντα. Έχει συμμάχους και διάφορους φορείς, οι οποίοι παρακάμπτοντας τους μεσάζοντες φέρουν τα γεωργικά προϊόντα απ' ευθείας στον καταναλωτή.

Αρκούν αυτά; Είναι δυνατόν χώρα σχεδόν πλήρως αποβιομηχανοποιημένη, η οποία αναγκάζεται να εισάγει σχεδόν τα πάντα, να αρκείται στη διάθεση των αγροτικών της προϊόντων στην εγχώρια αγορά και μόνο; Ασφαλώς και είναι επιτακτική η ανάγκη αύξησης των εξαγωγών. Πώς όμως; Οι αγορές είναι πλήρως ελεγχόμενες και η δυσφήμηση των ελληνικών προϊόντων έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Είναι καιρός να εκδηλωθεί πλέον το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Έλληνα, για το οποίο αυτός ιδιαίτερα καυχάται. Όταν οι πρόγονοί μας, οι αγράμματοι και κατατρεγμένοι από τον σκληρό δυνάστη, έπαιρναν τον δρόμο της προσφυγιάς στη Μεσευρώπη και πιο πέρα στη Ρωσία, δεν εύρισκαν εκεί θερμούς υποστηρικτές. Πάλεψαν με μυριάδες αντιξοότητες και κατάφεραν όχι απλά να σταθούν στα πόδια τους, αλλά να μεγαλουργήσουν και πολλοί από αυτούς να αναδειχθούν σε εθνικούς ευεργέτες. Ιδού πεδίο λαμπρό για φιλοπάτριδες. Αντί να εισάγουν προϊόντα και να πληγώνουν τον έλληνα παραγωγό να στραφούν στις εξαγωγές. Πολλοί είναι οι νέοι με λαμπρές σπουδές σε διάφορους κλάδους της οικονομίας. Γνωρίζουν τις αγορές, γνωρίζουν τις απαιτήσεις των καταναλωτών, γνωρίζουν και πρόσωπα. Λίγο πατριωτικό φιλότιμο χρειάζεται σε συνεργασία με το πλήθος των Συνελλήνων που διαπρέπουν σε διάφορους τομείς όπως γράμματα, τέχνες, ναυτιλία. Ναι, λόγο φιλότιμο, που προς το παρόν δεν το εκδηλώνουν, αυτοί που έχουν τη δύναμη αναγνωρισμένοι όντες στο εξωτερικό. Τους πληγώνει άραγε η Ελλάδα; Ας πάψουμε να λέμε ανοησίες. Εμείς πληγώνουμε την Ελλάδα εγκαταλείποντας την παράδοσή μας, για να αφομοιωθούμε πολιτισμικά με τους δημίους μας.

Λίγο φιλότιμο, Έλληνες! Λίγο φιλότιμο από παραγωγούς και καταναλωτές, από επιχειρηματίες και διαπρέποντες στην αλλοδαπή. Ας γράψουμε, τέλος, λίγο φιλότιμο και από πολιτικούς! Την Ελλάδα να σώσουμε.

 

«ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ», 28-01-2013           

«Νέο Σχολείο»: Το τέλος μόρφωσης, μάθησης, γνώσης

«Νέο Σχολείο»: Το τέλος της μόρφωσης, της μάθησης και της γνώσης

 

Των Μιχάλη Δουλκέρη, Παντελή Τέντε, Σπύρου Τουλιάτου

 

 

Το Νέο σχολείο έτσι όπως παρουσιάζεται μέχρι σήμερα  από το Υπουργείο Παιδείας  και ειδικά μέσα από την πρόταση «Νέο σχολείο: Πρώτα ο μαθητής» δεν περιλαμβάνει  νέες αρχές και σκοπούς της εκπαίδευσης, αλλά  διαμορφώνει ένα σύστημα διεκπεραίωσης και αναπαραγωγής της πληροφορίας. Η νέα πρόταση επεξεργάζεται συνολικά ένα μηχανισμό ηλεκτρονικού τύπου, ψηφιακό, ο οποίος καταργεί σε μεγάλο βαθμό τη σχέση του μαθητή με τη μάθηση, το στοχασμό και τη γνώση, τη συνείδηση, τη κατανόηση και  τη συλλογικότητα. Ευαγγελίζεται δηλαδή, μια συλλογικότητα συμπληρωματικού τύπου, όπου το άτομο-μονάδα εμφανίζεται ως αριθμός στην ανταγωνιστική αγορά και πρέπει να είναι συμβατός με:

1. Την επιλεκτικότητα

2. Την εναλλακτικότητα

3. Την αποσπασματικότητα

4. Την διεκπεραίωση και διαχείριση της πληροφορίας

5. Τη χρήση μόνο της τεχνολογίας σε αντίθεση με τη σκέψη και το στοχασμό. 

Οι διαδικασίες αυτές βρίσκονται σε αντίθεση ακόμη και με  προηγούμενα συστήματα, που εφαρμόστηκαν κατά καιρούς στην της εκπαίδευσης και, τα οποία  διατηρούσαν χαρακτηριστικά  συνολικής προσέγγισης των γνωστικών αντικειμένων και παρείχαν μορφές  μάθησης, γνώσης και δυνατότητα στοχασμού. Ο μαθητής δεν εντάσσονταν υποχρεωτικά σε μηχανισμούς ηλεκτρονικής αναπαραγωγής της πληροφορίας στο πλαίσιο μιας γενικής επιλεκτικής παιδείας, όπως συμβαίνει τώρα, αλλά σε μορφές γενικής υποχρεωτικής παιδείας.

Η επιλεκτικότητα προωθεί την πίστη σε μια αντιεπιστημονική αντίληψη ότι υπάρχει ελευθερία επιλογής σε προκαθορισμένα γνωστικά αντικείμενα, θεματικά προσδιορισμένα με τη μορφή διδακτικών ενοτήτων  και λυμένα  θέματα. Στην πραγματικότητα καταργείται η καθολική σκέψη και επιστημονική μεθοδολογία  και ενισχύεται η αντίληψη ότι η διδασκαλία  προωθείται με διοικητικές  εντολές.

Η εναλλακτικότητα  εκδηλώνεται ως ένας εθισμός στην αντίληψη της πιθανής ή ενδεχόμενης ισοδυναμίας των γνωστικών αντικειμένων ή διδακτικών ενοτήτων για την παραπέρα πορεία του μαθητή. Ισοδυναμία των αντικειμένων στην κοινωνική πραγματικότητα δεν υπάρχει, παρά μόνο η ποικιλομορφία, η πολυμορφία και η συνθετική διαδικασία. Η αντίληψη περί εναλλακτικότητας τείνει να συνδεθεί με τις επαγγελματικές εφαρμογές και τις ειδικότητες στην αγορά, όπου καμία θεωρητική και πρακτική διάσταση δεν μπορεί να οδηγήσει σε παραγωγικά αποτελεσματικότητα  και κυνηγάει την αβεβαιότητα. Μια διάσταση της εναλλακτικότητας είναι «η δια βίου μάθηση», που προσανατολίζεται στην αλλαγή του επαγγέλματος και στη συνέχεια σε αλλαγή του γνωστικού αντικειμένου ή αλλαγή του γνωστικού αντικειμένου και στη συνέχεια του επαγγέλματος.

Η αποσπασματικότητα της γνώσης και η διαχείριση της πληροφορίας οδηγούν το μαθητή στη  σύνδεση με την επιχειρηματικότητα και την αγορά . Έτσι δεν μπορεί να στοχαστεί ελεύθερα, υπεύθυνα  και χειραφετητικά, γιατί μεταφέρει κατασκευασμένες-επιλεγμένες πληροφορίες  κυρίως στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες. Στις φυσικές, μαθηματικές και τεχνολογικές  επιστήμες δεν αποκτά κριτική, αλλά απομνημονευτική και αναπαραγωγική ικανότητα  εφαρμογών.

Με πρόσχημα  ότι είναι ξεπερασμένη η σκέψη για αναζήτηση  μιας ενιαίας αντίληψης ερμηνείας και εξήγησης στα επιστημονικά αντικείμενα καταργείται η δημιουργική και κριτική σκέψη.

Οι προτάσεις του υπουργείου επιστρέφουν σε θεωρίες των αρχών του 20ου αιώνα  για τη μάθηση και την αναπαραγωγή της πληροφορίας, όπως ο μπιχαβιορισμός (ερέθισμα-αντίδραση). Επιπλέον, οι θέσεις για τις μεθόδους διδασκαλίας ταυτίζονται με τον τρόπο πρόσληψης της πληροφορίας. Δεν διαμορφώνεται καμιά μέθοδος μάθησης και κατανόησης ακόμη και στο επίπεδο της επεξεργασίας της πληροφορίας, πόσο μάλλον της γνώσης. Το μυαλό του μαθητή  κατευθύνεται προς μια ηλεκτρονική γλώσσα, στην οποία ο σκοπός και το μέσο ταυτίζονται. Με την ηλεκτρονική γλώσσα αρχίζει να χάνεται η αντιστοίχηση με την βιολογική, τη φυσική και την κοινωνική πραγματικότητα..  Υπερισχύει σήμερα στους μαθητές η εξάρτηση και η αναπαραγωγή, που οδηγούν μόνο σε μια ατομική  και υποκειμενική διαδικασία.

Ο μαθητής μικρός διανοούμενος:  Μια θέση του προγράμματος για  το "νέο σχολείο" είναι ότι ο μαθητής γίνεται μικρός διανοούμενος. Ταυτίζεται η έννοια του διανοούμενου αποκλειστικά με την ικανότητα και άνεση στη χρήση προφορικού και γραπτού λόγου. Εμείς γνωρίζουμε ότι αυτή η ικανότητα εμφανίζεται στη ρητορική και επικοινωνιακή διαδικασία  με την κατασκευή του επιχειρήματος. Η βασική ιδιότητα  του διανοούμενου είναι η θεωρητική, ιστορική σκέψη, η εννοιολογική και μεθοδολογική διείσδυση στο αντικείμενο, πράγμα το οποίο δεν αναφέρεται πουθενά.. Παρόλα αυτά εμείς επιμένουμε ότι ο μαθητής δεν θα γίνει μικρός διανοούμενος, αλλά ο στόχος είναι να μάθει και να γνωρίσει το αντικείμενο της διδασκαλίας κατά τη διάρκεια της σχολικής ζωής.


 Μικρός επιστήμονας: Ο μαθητής κατ' αρχάς  δεν μπορεί να γίνει μικρός επιστήμονας. Η έννοια του επιστήμονα, κατά τη γνώμη μας,  δεν έχει διαβαθμίσεις ηλικιακές, μικρός-μεγάλος. Ο  μαθητής στο σχολείο δεν εμφανίζει τα χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου που έχει παρακολουθήσει και ολοκληρώσει ένα  πρόγραμμα ή φάση σπουδών. Σε άλλο σημείο των προτάσεων αναφέρεται ότι «ο μαθητής αποκτά γνωστική επάρκεια στο χειρισμό των μαθηματικών εννοιών, την εφαρμογή τους στην καθημερινή ζωή και παράλληλη ανάπτυξη της μαθηματικής λογικής και αφαιρετικής ικανότητας». Διαφωνούμε με την αντίληψη ότι η αφαιρετική ικανότητα συνδέεται αποκλειστικά με τη μαθηματική λογική. Η αφαίρεση είναι μια εννοιολογική και μεθοδολογική διαδικασία, η οποία συνδέεται με τις κοινωνικές, ιστορικές, φυσικές  και μαθηματικές επιστήμες και διαμορφώνεται στο πεδίο της πρότασης,  του συλλογισμού, του επιχειρήματος, του κανόνα, του νόμου και της σχέσης.

Μικρός ερευνητής:  Η αναφορά στην έννοια του ερευνητή δεν αντέχει σε καμιά κριτική. Η  πρόταση του υπουργείου συνδέει τον ερευνητή με την «επάρκεια στη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας, ώστε με κριτική ικανότητα  να μπορεί να επιλέγει  μέσα από την πληθώρα πληροφοριών και γνώσεων». Εμείς γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ο ερευνητής προσδιορίζει το πεδίο έρευνας με την παρατήρηση και την επεξεργασία πληροφοριών που συλλέγονται από τον αντικειμενικό κόσμο (φύση και κοινωνία). Διαμορφώνει έτσι τα προβλήματα και τις υποθέσεις της έρευνας μέσα από ένα σύνολο μεθοδολογικών αρχών και γνώσεων και ειδικά στις φυσικές επιστήμες διατυπώνει τους όρους του νέου πειράματος και επιβεβαιώνει τα αποτελέσματα. Συμπερασματικά,  δεν ζητάμε από το μαθητή να γίνεται ερευνητής και να εξοικειώνεται  αποκλειστικά και μόνο με τις αρχές της μαθηματικής λογικής και να τις συνδέει με την υποτιθέμενη έρευνα στο σχολείο. Αυτό είναι μια εντελώς αυθαίρετη και απαράδεκτη προσέγγιση της αντίληψης της επιστήμης, της έρευνας, της μάθησης και της διδασκαλίας. Το σχολείο φροντίζει να κατευθύνει το μαθητή στη μάθηση και τη γνώση των αντικειμένων και τη σταδιακή ολοκλήρωση των επιστημονικών μεθόδων. Ας μάθει και ας κατανοήσει ο μαθητής αυτό που διδάσκεται από τους εκπαιδευτικούς, που έχουν γνώσεις και εμπειρίες και τις έχουν καταθέσει σε πρακτικές εφαρμογές στο σχολείο και την αντίστοιχη βιβλιογραφία και αυτό είναι επαρκές. Σήμερα είναι δύσκολο να μπει ο μαθητής σε μια τέτοια αντίληψη και νοοτροπία, αφού διαχέεται σε πολλά αντικείμενα που προτείνονται μέσα από τις διαρκώς επαναλαμβανόμενες μεταρρυθμίσεις. Για παράδειγμα το project, μια διάσταση του "νέου σχολείου", κατευθύνεται προς μια επιπόλαια διάχυση πληροφοριών χωρίς μεθοδολογικές αρχές.    

Η πρόταση του υπουργείου αναφέρεται σε στρατηγικούς στόχους, τρόπους, διαδικασίες, κοινωνικές δραστηριότητες, δεξιότητες και επιχειρηματικό πνεύμα, χωρίς καμιά αναφορά στο περιεχόμενο της γνώσης μέσω των αναλυτικών προγραμμάτων πράγμα που είναι απαράδεκτο.    

Ψηφιακό σχολείο: Το σύνολο των σκοπών του νέου σχολείου βασίζεται σε άξονες λειτουργικούς και όχι άξονες περιεχομένου. Αυτό θα πει ότι ο σκοπός της διδασκαλίας των γνωστικών αντικειμένων δεν είναι η μάθηση αλλά, η δυνατότητα επεξεργασίας της πληροφορίας μέσα από τις δικτυακές λειτουργίες. Είναι φανερό ότι εντάσσεται ο εκπαιδευτικός και ο μαθητής στη δικτυακή- ηλεκτρονική-ψηφιακή λειτουργία. σαν να συμμετέχει σε ένα video game. Ο εκπαιδευτικός δεν έχει το ρόλο του εκπαιδευτή-καθοδηγητή στη γνώση, αλλά το ρόλο του διαχειριστή -χρήστη, όπως αναφέρεται στη σελίδα 14 της πρότασης του Υπουργείου: «εξασφαλίζεται δυνατότητα αποτίμησης και αξιολόγησης των υπηρεσιών εκπαίδευσης μέσω της επεξεργασία των στοιχείων που θα συλλέγονται από το σύστημα». Η αναφορά σε νέα μέσα και νέα προγράμματα συνδέεται με απροσδιόριστες  ιδέες για νέες διδακτικές σε συνεργασία με τα νέα ψηφιακά περιβάλλοντα. Αυτό σημαίνει ότι αναγκαία και ικανή συνθήκη είναι η τεχνολογία, ενώ στην πραγματικότητα είναι το περιεχόμενο των επιστημών, των πρακτικών εφαρμογών και αισθητικών δραστηριοτήτων, όπως περιλαμβάνονται στα βιβλία που μελετά ο μαθητής με τη βοήθεια του  χαρτιού και του μολυβιού. Για να γράφει και να στοχάζεται πάνω στο πρόβλημα, και όχι απλώς να μεταφέρει πληροφορίες διαμεσολαβητικά.

Αυτοαξιολόγηση-αξιολόγηση: Ο μηχανισμός της αξιολόγησης-αυτοαξιολόγησης που διαμορφώνεται σταδιακά μέσα από το λεγόμενο "νέο σχολείο" διαχέεται σε μεγάλο βαθμό σε όλους τους παράγοντες της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Συμπεριφέρεται και λειτουργεί ως διοικητικός μηχανισμός  συρρίκνωσης της επιστημονικής γνώσης, εξάρτησης, καταστολής και ιδεολογικής χειραγώγησης. Η αυτοαξιολόγηση στρέφεται σε ετερόκλητες διαφορετικής τάξης σχέσεις ελέγχου, που φαινομενικά είναι "ποιοτικές", αλλά στην πραγματικότητα είναι ισοπεδωτικές, ποσοτικές κλίμακες βαθμολόγησης. Επιδιώκεται να διαμορφωθούν κοινοί κανόνες προσαρμογής στον τρόπο προσέγγισης του πληροφοριακού υλικού και παράλληλα  ανταγωνιστικές ομάδες, ανώτερα και κατώτερα σχολεία. Έτσι δεν αξιολογείται η πορεία και η εξέλιξη της διδακτικής διαδικασίας, αλλά τα αποτελέσματά της, όπως τα εννοούν οι εμπνευστές του Προγράμματος και κριτές . Δημιουργείται ένα ιεραρχικό, εξεταστικό σύστημα διαφορετικών επιπέδων όπου πραγματοποιείται ασφυκτικός έλεγχος και συνήθως απειλές ακύρωσης της δημιουργικής διαδικασίας. 

Προωθείται η διδασκαλία  των θεματικών ενοτήτων  σε όλο το φάσμα των γνωστικών αντικειμένων με αποτέλεσμα να διδάσκονται αυτόνομα και ανεξάρτητα-αποσπασματικά σε σχέση με το σύνολο της επιστημονικής γνώσης με στόχο:

1. Να μην υπάρχει γενική και καθολική ολόπλευρη γνώση της επιστήμης στο σχολείο και η αντιστοίχησής της με την αντικειμενική φυσική και κοινωνική πραγματικότητα.

2. Να  εντάσσεται το περιεχόμενο των θεματικών ενοτήτων σε ένα πρόγραμμα αξιολογικό με ερωτήσεις και απαντήσεις μετρήσιμων αποτελεσμάτων.

Αυτή η πραγματικότητα αναγνωρίζεται σε ολόκληρη τη διαδικασία της ηλεκτρονικής και ψηφιακής διδασκαλίας των αντικειμένων, όπου είναι συμβατή η αποσπασματικότητα και η θεματικότητα με την επεξεργασία της πληροφορίας. Εμείς πιστεύουμε ότι ο πραγματικός στόχος της εκπαίδευσης είναι η μάθηση και η γνώση του αντικειμένου. Αυτό σημαίνει ότι ο μαθητής πρέπει να αντιλαμβάνεται να κατανοεί και να προσλαμβάνει το σύνολο του περιεχομένου με εννοιολογικές προκείμενες και ταυτόχρονα να το επεξεργάζεται νοηματικά, σημασιολογικά και ερμηνευτικά και όχι αποσπασματικά. Η διδασκαλία δεν είναι ποσοτική μετρική διαδικασία, αλλά απελευθέρωση μορφών της γνώσης σε σχέση με την υλική, νοητική και συνειδητή πραγματικότητα.  

Στην πρόταση του Υπουργείου, σ. 22-24,  παρουσιάζονται  Οι στόχοι του προγράμματος σπουδών, οι  οποίοι χαρακτηρίζονται από απροσδιοριστία και μεγάλη ασάφεια.. Χρησιμοποιούνται οι έννοιες «ανοικτό και ευέλικτο, έτσι ώστε να συμμετέχουν και να παρεμβαίνουν όλοι οι εκπαιδευτικοί στο περιεχόμενο και τη μέθοδο διδασκαλίας». Το βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του "νέου σχολείου" είναι η αντίληψη ότι καθοριστικό ρόλο παίζει η διαχείριση και επεξεργασία του μέσου και του τρόπου διδασκαλίας. Αυτό εκδηλώνεται με τεχνικές και μεθόδους διδασκαλίας και επικοινωνιακές-βιωματικές  πρακτικές, που απορροφούν το σκοπό και το περιεχόμενο, το οποίο παραμένει το ίδιο καταναγκαστικό με το παρελθόν χωρίς ουσιαστικά να αμφισβητείται.

Παρουσιάζεται ως "νέο σχολείο", ενώ στην πραγματικότητα είναι παλιό αλλά  με νέο περιτύλιγμα, καθόλου απελευθερωτικό, που επιδιώκει να κινηθεί στο πλαίσιο μιας μαθηματικολογικής γλώσσας, που ακραία λογική της συνέπεια που είναι ο παραλογισμός. Οι στόχοι που τίθενται για το πρόγραμμα σπουδών  εναρμονίζονται με τους στόχους για  το "νέο σχολείο. Οι στόχοι αυτοί περιέχουν μια ισοπεδωτική  αντίληψη ότι υπάρχει ελευθερία και ευελιξία στις σχέσεις ανάμεσα  στα άτομα και τις ομάδες που συμμετέχουν σε ένα κοινό σκοπό, δηλαδή την "ανάπτυξη βασικών γνώσεων και δεξιοτήτων για την ένταξη στην αγορά εργασίας και στην κοινωνία γενικά". Στις προτάσεις περιγράφεται ένα πρόγραμμα σπουδών "ανοικτό και ευέλικτο ως προς τον εκπαιδευτικό ο οποίος θα έχει την δυνατότητα  παρέμβασης και αυτενέργειας του εκπαιδευτικού και του μαθητή στο περιεχόμενο και τη μέθοδο διδασκαλίας", πράγμα που δεν μπορεί να υλοποιηθεί. Δεν ασχολούνται καθόλου με το αντικείμενο των επιστημών που θα διδαχθούν (εννοιολογικά, μεθοδολογικά και ερμηνευτικά), τη μόρφωση, τη γνώση και την απελευθέρωση της σκέψης.

Οι θέσεις για το "νέο σχολείο" αναφέρονται επίσης και σε ένα στοχοκεντρικό πρόγραμμα, το οποίο κατά την άποψή μας συνδέεται μόνο με εμπειρικές διαδικασίες, τεχνικές και λύσεις όπου διαχέεται ασαφώς η αντίληψη περί γνώσεων και δεξιοτήτων. Κυριαρχεί σε αυτό το πρόγραμμα η επιλεκτικότητα και κατά προέκταση η συγκρότηση θεματικών ενοτήτων ευέλικτων, με εσωτερική λογική συνέπεια και τεχνικές απαντήσεων και λύσεων. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το στοχοκεντρικό πρόγραμμα επαγωγικό και εμπειρικό από το οποίο λείπει η διάσταση των αρχών και σκοπών της διδασκαλίας των γνωστικών αντικειμένων. Το στοχοκεντρικό πρόγραμμα σπουδών είναι διεκπεραιωτικό και εφαρμοστικό γιατί συνδέει άμεσα χωρίς άλλα στάδια  διδακτικής διαδικασίας το αντικείμενο με το τελικό αποτέλεσμα. Δεν ορίζονται αρχές και σκοποί που να βασίζονται σε θεμελιώδεις έννοιες και γνώσεις-προτάσεις αλλά μόνο διαδικαστικές δραστηριότητες. Το "ενιαίο και συνεκτικό" πρόγραμμα είναι μια απλή συμβατική κατάσταση που δεν εκφράζει την ουσία της επιστημονικής και σχολικής πραγματικότητας.             

Η διαχείριση, χρήση και διεκπεραίωση των γνώσεων υπό μορφή συσσωρευμένων πληροφοριών ομαδοποιημένων και συνεκτικά εκφρασμένων σε κλειστά συστήματα αποκλίνει από τους πραγματικούς σκοπούς της εκπαίδευσης και της σχολικής διαδικασίας και κατά κανένα τρόπο δεν προσανατολίζει το μαθητή προς τη μάθηση. Ο σκοπός του σχολείου είναι η στοχαστική, ενεργητική, δημιουργική επεξεργασία των γνώσεων μέσα από το λόγο και τη γλωσσική επεξεργασία σε πεδία των διαφορετικών επιστημών και διαφορετικών μεθόδων, οι οποίες μπορούν να κατευθύνονται σε μια συνθετική μεθοδολογία γενικής αποδοχής και όχι σε μια συμβατική γλώσσα . Το ζητούμενο είναι η ουσιαστική και όχι η συμβατική προσέγγιση των γνώσεων, τέτοια που να  κατοχυρώνει την ετεροκαθορισμένη γνώση, την ποικιλομορφία και πολυμορφία, αποφεύγοντας την τελική αναγωγή, δηλαδή ένα στείρο αναγωγισμό, που καταλήγει σε τελεολογισμό.

Αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα  είναι καταναγκαστικό, αυταρχικό,  ολοκληρωτικό και δεν αφήνει κανένα περιθώριο ελευθερίας στο δάσκαλο και στο μαθητή. Δεν αφήνει κανένα περιθώριο ουσιαστικού διαλόγου, δημιουργικής  και ιστορικής σκέψης στην τάξη και γενικά στις συλλογικές διαδικασίες παρά μόνο συμβατικού διαλόγου. Το εκπαιδευτικό σύστημα που προτείνεται είναι ετερόφωτο και αναπαραγωγικό, γιατί ζητάει από το μαθητή επιλεκτικά, εναλλακτικά και αποσπασματικά  να  ανασύρει γνώσεις και πληροφορίες από το διαδίκτυο και να τις αναπαράγει.

Δεν προσανατολίζει το μαθητή στην αγάπη προς το βιβλίο με τις διαφορετικές αισθητικές διαστάσεις και ευαισθησίες αλλά στις  μετρήσιμες πληροφοριακές μονάδες, κινήσεις και συναισθήματα. Το αποτέλεσμα είναι η ποσοτική μέτρηση των πάντων καθηγητών και μαθητών.    

ΠΗΓΗ: 26-01-2013, http://www.alfavita.gr/apopsi/…82

Διαμαρτυρία για μια επισκοπική αυθαιρεσία…

Διαμαρτυρία για μια επισκοπική αυθαιρεσία

 

Εκατοντάδων Ορθοδόξων…*

 

Στις 9 Ιανουαρίου 2013 αναρτήθηκε στο διαδίκτυο (http://www.amen.gr/article11916) έκκληση 26 πιστών χριστιανών προς όλα τα εμπλεκόμενα στην υπόθεση της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως Ναυπάκτου μέρη, στην οποία με σεβασμό παρακαλούσαν να καταβληθή κάθε προσπάθεια για να θεραπευθή το πρόβλημα και να μην οδηγηθούμε σε σχίσμα. Ένας εκ των υπογραψάντων ήταν και ο πρωτοπρεσβύτερος της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς π. Γεώργιος Δορμπαράκης, φιλόλογος και θεολόγος, κληρικός έγκριτος και αξιοσέβαστος, με πλούσια ποιμαντική και συγγραφική δραστηριότητα.

Στις 11 του μηνός αναγράφηκε στο διαδίκτυο (http://panagiotisandriopoulos.blogspot.gr/2013/01/blog-post_11.html) ότι ο Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ απαίτησε (δι' άλλου προσώπου) από τον π. Γεώργιο, την επόμενη κιόλας μέρα της ανάρτησης, να αναζητήσει άλλη Μητρόπολη διότι ετόλμησε να συνυπογράψει την έκκληση. Κάποιοι εξ ημών επικοινωνήσαμε με τον π. Γεώργιο και μας επιβεβαίωσε την είδηση. Παρά το γεγονός ότι τυπικά εμφαίνεται σαν αίτημά του να λάβει απολυτήριο, η αλήθεια είναι ότι εξαναγκάστηκε να το κάνει επειδή του ζητήθηκε και για να μην παραμείνει υπό την σοβαρή δυσμένεια του μητροπολίτη.

Το μυαλό μας αδυνατεί να συλλάβει το νόημα μιάς τέτοιας απόφασης. Διώκεται στην Εκκλησία μας η ελευθερία της γνώμης; Μήπως έχει ποινικοποιηθή η ειρηνευτική πρωτοβουλία και έκκληση; Με ποιά λογική τιμωρείται ένας ανεπίληπτος και υποδειγματικός κληρικός επειδή συμμετείχε σε μια ευγενική δημόσια έκκληση για ένα χρόνιο πρόβλημα που πληγώνει την Εκκλησία; Πώς είναι δυνατόν να στερούνται τόσοι χριστιανοί τον ποιμένα τους με μια αιφνίδια απόφαση του μητροπολίτη, χωρίς έστω μια προσωπική ακρόαση προηγουμένως;

Ο γνωστός ανά το πανελλήνιο για το εκκλησιαστικό του φρόνημα π. Γεώργιος Δορμπαράκης προφανώς μοιράστηκε στην έκκληση μαζί με άλλους την κοινή αγωνία εξ αιτίας της ποιμαντικής του συνειδήσεως. Πολύ συχνά Έλληνες Ορθόδοξοι κληρικοί παρεμβαίνουν στα δημόσια πράγματα, ακόμη και στα εκκλησιαστικά, με γραπτό λόγο ή στα ηλεκτρονικά μέσα, ενίοτε με τρόπο λιγώτερο συγκρατημένο και ευγενικό από την συγκεκριμένη έκκληση, χωρίς όμως να εκφράσουν κάποια ενόχληση οι Ιεράρχες μας- και πολύ ορθά.

Η δημόσια αυτή διαμαρτυρία μας δεν στοχεύει στην αποκατάσταση του π. Γεωργίου Δορμπαράκη στην ενορία του, κάτι που ο ίδιος άλλωστε μάς απέκλεισε υπό τις κρατούσες σήμερα συνθήκες. Αποσκοπεί όμως στη ευαισθητοποίηση του πληρώματος της Εκκλησίας, του ιερού κλήρου, αλλά και των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών απέναντι σε φαινόμενα αυθαιρεσίας και εξουσιαστικής βίας, τα οποία (περιττό να το τονίσουμε) δεν γίνονται πλέον ανεκτά από τους πιστούς όπως στο παρελθόν. Ιδίως μέσω της θεολογικής ανανέωσης των τελευταίων δεκαετιών έγινε φανερό πλέον πως τέτοιες πρακτικές υποσκάπτουν αυτή καθ' εαυτή την φύση της Εκκλησίας και του σωστικού μηνύματός της.

Η ευχή και η προσευχή μας είναι να χρειάζονται στο εξής όλο και λιγώτερες παρεμβάσεις οι οποίες θα στοχεύουν στο να εμποδίσουν και να αναιρέσουν ενέργειες που διαταράσσουν την Εκκλησία και παραχαράσσουν το ορθόδοξο φρόνημα.

 

* Σημείωση: Η συλλογή υπογραφών άρχισε την Δευτέρα 21 Ιανουαρίου και παρά τον αθρόο ρυθμό της τερματίσθηκε, όπως είχε προαναγγελθή, τα μεσάνυχτα της Πέμπτης 24.

 

1.     Αηδόνης Αριστοτέλης, καθηγητής φυσικός (Μιλάνο)

2.     Αναγνωστόπουλος Δημήτριος, παιδοψυχίατρος, αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών (Ν. Σμύρνη)

3.      Ανδριόπουλος Παναγιώτης, καθηγητής θεολόγος (Αθήνα)

4.      Αντωνόπουλος Βασίλειος, καθηγητής θεολόγος (Χαλάνδρι)

5.      Αποστολίδης Απόστολος, μηχανικός (Μαρούσι)

6.      Αργυρόπουλος Ανδρέας, , σχολικός σύμβουλος θεολόγων(Κοζάνη)

7.      Αργυρόπουλος Χρήστος, ιδιωτικός υπάλληλος (Αθήνα)

8.     Αρμενάκης Ιωάννης, καθηγητής ηλεκτρολόγος μηχανικός (Σαλαμίνα)

9.     Βαβούρης Δημήτριος, δημόσιος υπάλληλος (Περιστέρι)

10.                  Βαρβατσούλιας Γεώργιος, διδάκτωρ θεολογίας, ψυχολόγος, συνεργάτης Πανεπιστημίου  Glyndwr (Λονδίνο)

11.                  πρωτ. Βασιλάκος Σπυρίδων, θεολόγος (Θήβα)

12.                  Βασιλόπουλος Κοσμάς, υπάλληλος υπουργείου Οικονομικών (Μαρούσι)

13.                  Βλαχάκος Ευάγγελος, ψυχολόγος (Γλυφάδα)

14.                  Βλάχος Ιωάννης, συνταξιούχος (Ιωάννινα)

15.                  Βουλγαράκη Ευαγγελία, διδάκτωρ θεολογίας (Ν. Πεντέλη)

16.                  Γαζέτας Ιωάννης, συνταξιούχος (Πεύκη)

17.                  Γαζέτας Νικόλαος, ελεύθερος επαγγελματίας (Αθήνα)

18.                  Γαλάνης Βασίλειος, φυσικός (Πάτρα)

19.                  Γεωργαλής Ηλίας, οδοντίατρος (Αστακός Αιτωλοακαρνανίας)

20.                  Γιαμαλής Δημήτριος, οδοντίατρος (Αίγινα)

21.                  Γιαννόπουλος Ανδρέας, εκπαιδευτικός (Πάτρα)

22.                  Γιουβάνογλου Δέσποινα, καθηγήτρια χημικός (Σαλαμίνα)

23.                  Γκαμαράζη Νερατζούλα, χημικός μηχανικός (Χαλάνδρι)

24.                  Γκούστης Μάνος, ιδιωτικός υπάλληλος (Βριλήσια)

25.                  Γούλας Απόστολος, καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής ΑΠΘ (Θεσσαλονίκη)

26.                  Δασκαρόλη Αναστασία, επίκουρη καθηγήτρια γερμανικής φιλολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών (Κηφισιά)

27.                  Δεσύλλας Μάριος, γεωπόνος, συγγραφέας (Άλιμος)

28.                  Δημητρακάκη Μαρία, ιδιωτικός υπάλληλος (Ζωγράφου)

29.                  Ερρίπης Κωνσταντίνος, θεολόγος, ιατρός (Σταμάτα Αττικής)

30.                  Ζαχαριάδης Θεόδωρος, φυσικός, επίκουρος καθηγητής Πανεπιστημίου Κύπρου (Λευκωσία)

31.                  Ζουμπουλάκης Σταύρος, φιλόλογος, πρόεδρος Δ.Σ. Ιδρύματος ‘Αρτος Ζωής' (Ζωγράφου)

32.                  Ηλιόπουλος Χρήστος, φυσικομαθηματικός, υποψήφιος διδάκτωρ πολιτικής φιλοσοφίας (Ν. Σμύρνη)

33.                  Θεοτοκάτου Σοφία, φιλόλογος (Μαρούσι)

34.                  πρωτ. Θεοφίλου Δημήτριος, υποψήφιος διδάκτωρ θεολογίας (Ιτέα)

35.                  πρωτ. Θερμός Βασίλειος, παιδοψυχίατρος, διδάκτωρ θεολογίας (Παλλήνη)

36.                  Θωμοπούλου Αγγελική, συνταξιούχος δημοσίου (Ναύπακτος)

37.                  Ισόπουλος Αναστάσιος, ιδιωτικός υπάλληλος (Ηράκλειο Αττικής)

38.                  Ιωαννίδου Ευρυδίκη, ιδιωτικός υπάλληλος (Αθήνα)

39.                  Καλογεράκη Χρύσα, φυσίατρος (Χανιά)

40.                  Καλουπτσή Αντωνία, ψυχολόγος (Βύρωνας)

41.                  Καλουπτσή Ελένη, οικιακά (Βύρωνας)

42.                  Καλουπτσή Ευαγγελία, τραπεζικός υπάλληλος (Αθήνα)

43.                  Καλουπτσής Πολυχρόνης, αξιωματικός ε.α. (Βύρωνας)

44.                  Κανελλόπουλος Μιχαήλ, υπεύθυνος αθλητισμού (Ντόχα, Κατάρ)

45.                  Κανελλοπούλου Πανωραία, καθηγήτρια θεολόγος, σύμβουλος ψυχικής υγείας (Κόρινθος)

46.                  Καπογιάννη Δέσποινα, φιλόλογος, διευθύντρια Αρσακείου Γυμνασίου (Ντράφι)

47.                  Καπογιάννης Δημήτριος, νομικός, καθηγητής ΤΕΙ Μεσολογγίου (Πάτρα)

48.                  Καραϊβάζογλου Ευστράτιος, δημόσιος υπάλληλος (Υμηττός)

49.                  Καραϊβάζογλου Κυριακή, οικιακά (Υμηττός)

50.                  Καρακασίδης Ιωάννης, ιατρός (Λάρισα)

51.                  Καραταράκης Εμμανουήλ, καθηγητής φυσικός (Χανιά)

52.                  Καρκανιάς Αθανάσιος, ψυχίατρος, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, διευθυντής νοσοκομείου ‘Σωτηρία' (Καρέας)

53.                  Καρπούζης Νικόλαος, λιθογράφος (Αθήνα)

54.                  Κατούφα Ευγενία, δημοσιογράφος ΕΡΑ (Χαλάνδρι)

55.                  Κεσμέτη Αναστασία, πεζογράφος (Υμηττός)

56.                  Κίσσας Γεώργιος, θεολόγος, διδάκτωρ ψυχολογίας (Χολαργός)

57.                  Κόκκινος Δημήτριος, εκδότης (Ν. Ερυθραία)

58.                  Κοκκότης Βασίλειος, φυσικός (Ν. Ψυχικό)

59.                  Κόλλιας Σταύρος, καθηγητής μαθηματικός (Κόρινθος)

60.                  Κοντογεωργίου Ασημίνα, φυσικός, σχολική σύμβουλος (Βόλος)

61.                  Κοντονάσιος Ζαννής, φιλόλογος (Μαρούσι)

62.                  Κοντονάσιου Παναγιώτα, καθηγήτρια γαλλικών (Μαρούσι)

63.                  Κοσματόπουλος Αλέξανδρος, συγγραφέας (Θεσσαλονίκη)

64.                  Κουμάρογλου Ευθυμία, συνταξιούχος τραπεζικός (Αθήνα)

65.                  Κουμπαρέλης Εμμανουήλ, διδάκτωρ βιολογίας (Αθήνα)

66.                  Κουτσόπουλος Ιωάννης, φοιτητής γεωπονίας (Αθήνα)

67.                  Κουτσούρη Μαρία, γεωπόνος (Χανιά)

68.                  πρωτ. Κουτσούρης Δημήτριος, επίκουρος καθηγητής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών (Ηλιούπολη)

69.                  Κουφογιάννη Πανωραία, επίκουρη καθηγήτρια Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών (Καρέας)

70.                  Κρητικού Μαρία, φιλόλογος (Αίγινα)

71.                  Κρουσταλάκης Σπυρίδων, μηχανικός πληροφορικής (Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης)

72.                  Κτιστάκη Μαριάνθη, αρχιτέκτων (Αθήνα)

73.                  Κωτούλα Κωνσταντίνα, συνταξιούχος (Π. Φάληρο)

74.                  Λαζάρου Σπυρίδων, πλαστικός χειρουργός (Καπανδρίτι)

75.                  Λέκκας Γεώργιος, εκπαιδευτικός, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Παρισίων (Θρακομακεδόνες)

76.                  Λόλης Χαράλαμπος, γυμναστής (Πεύκη)

77.                  Λουβουλίνα Λίντα, συνταξιούχος (Ν. Σμύρνη)

78.                  Λουβουλίνας Δημήτριος, φαρμακοποιός (Ν. Σμύρνη)

79.                  Λουκοπούλου Σοφία, συνταξιούχος δημοσίου (Ναύπακτος)

80.                  Λυτροκάπη Μαρία, οικιακά (Λάρισα)

81.                  Μάϊνας Χαράλαμπος, καθηγητής μαθηματικός (Παπάγου)

82.                  Μαλεβίτης Ηλίας, καθηγητής θεολόγος, υποψήφιος διδάκτωρ ιστορίας, (Πάτρα)

83.                  Μάλφας Γεώργιος, καθηγητής θεολόγος (Πάτρα)

84.                  Μανωλάτου Στέλλα (Άλιμος)

85.                  Μανωλόπουλος Ιωάννης, ιδιωτικός υπάλληλος (Ν. Χαλκηδόνα)

86.                  Μανωλόπουλος Μιχαήλ, καθηγητής φυσικός (Βρυξέλλες)

87.                  Μαργαρίτης Σταύρος, καθηγητής φυσικός, τ. αναπληρωτής επόπτης Αρσακείων σχολείων (Ντράφι)

88.                  Μασάλας Δημήτριος, μηχανολόγος μηχανικός (Μαρούσι)

89.                  πρωτ. Μαριάτος Πέτρος, ιατρός παθολόγος (Κύθηρα)

90.                  Μάρκος Νικόλαος, φυσικός-μετεωρολόγος (Ναύπακτος)

91.                  Μάρκου Παρασκευή, φιλόλογος (Ναύπακτος)

92.                  Μαφρέδας Γεράσιμος, δικηγόρος (Αθήνα)

93.                  Μελισουργού Ειρήνη, έμπορος (Χανιά)

94.                  Μιχαλακόπουλος Σωτήριος, καθηγητής (Χανιά)

95.                  Μόσχος Δημήτριος, επίκουρος καθηγητής Θεολογικής Σχολής Αθηνών (Βύρωνας)

96.                  Μουρούλης Δημήτριος, καθηγητής φυσικός (Ν. Ψυχικό)

97.                  Μουστάκης Δημήτριος, δημοτικός υπάλληλος (Νάξος)

98.                  Μπαζάντες Απόλλων, δικηγόρος (Μαρούσι)

99.                  Μπακάλη Ελένη, φαρμακοποιός (Μαρούσι)

100.             Μπολέτη Χαραλαμπία, βιοχημικός, κυτταρικός βιολόγος (Αθήνα)

101.             Μπούρδαλας Παναγιώτης, φυσικός, θεολόγος (Πάτρα)

102.             Μπουρσινός Δημήτριος, ψυχολόγος (Μελίσσια)

103.             Μπύρου Αναστασία, προϊσταμένη τμήματος Πανεπιστημίου Μακεδονίας, (Θεσσαλονίκη)

104.             Μωραϊτάκη Αναστασία, ψυχολόγος (Μαρκόπουλο)

105.             Νάκος Σπυρίδων, επιχειρηματίας (Αγρίνιο)

106.             Ναούμη Ελένη, φοιτήτρια φιλοσοφικής (Αθήνα)

107.             Ναούμης Βασίλειος, διοικητικός νοσοκομειακός υπάλληλος, (Αθήνα)

108.             Ναούμης Ευθύμιος, δικηγόρος, (Αθήνα)

109.             Νάρη Άννα, οικιακά (Λάρισα)

110.             Ντάλτας Περικλής, ε.τ. μόνιμος πάρεδρος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου (Σκριπερό Κέρκυρας)

111.             Ξανθοπούλου Ασημίνα, καθηγήτρια γαλλικών (Άμφισσα)

112.             Παγώνη Αικατερίνη, εκπαιδευτικός (Γλυφάδα)

113.             Παναγιώτου Θωμάς, καθηγητής μαθηματικός (Χανιά)

114.             Παναγόπουλος Στυλιανός, δικαστικός επιμελητής (Γλυφάδα)

115.             Παναγόπουλος Τριαντάφυλλος, οικονομολόγος (Κηφισιά)

116.             Παναγοπούλου Άννα, εκπαιδευτικός (Κηφισιά)

117.             Παναγοπούλου Θεοδώρα, μουσικός (Κηφισιά)

118.             Παντούλας Θεόδωρος, εκδότης (Χαλκίδα)

119.             Παπά Αγγελική, δικηγόρος (Βριλήσια)

120.             Παπαγεωργίου Αριστοτέλης, διδάκτωρ χημείας (Καπανδρίτι)

121.             Παπαγεωργίου Γεώργιος, ιατρός χειρουργός (Κηφισιά)

122.             Παπαγεωργίου Σοφία, πολιτικός μηχανικός (Κηφισιά)

123.             Παπαδόπουλος Κ. Ιωάννης, θεολόγος (Μαρούσι)

124.             Παπαδοπούλου Ειρήνη, ψυχολόγος (Μαρούσι)

125.             Παπαθανασίου Ν. Αθανάσιος, διδάκτωρ θεολογίας (Βύρωνας)

126.            Παπακωνσταντίνου Ελένη, εκπαιδευτικός (Ν. Σμύρνη)

127.             Παπαμιχαλόπουλος Αντώνιος, ιατρός πνευμονολόγος,  (Παλλήνη)

128.             Παπανικολάου Μιχαήλ, φοιτητής Πολυτεχνείου (Αθήνα)

129.             Παπανικολάου Νικόλαος, φυσικός, αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (Ιωάννινα)

130.             αρχιμ. Παραβάντσος Αθανάσιος, ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, ψυχοθεραπευτής (Θεσσαλονίκη)

131.            Πατσαντζοπούλου Αθηνά, συνταξιούχος δημοσίου (Ναύπακτος)

132.             Παυλάκη Μαρία, ιατρός παθολογοανατόμος (Ν. Σμύρνη)

133.             Παυλάκης Μάρκος, μαθηματικός, τραπεζικός (Ν. Σμύρνη)

134.             Παυλόπουλος Νικόλαος, διδάκτωρ γεωφυσικής (Υμηττός)

135.             Πιτσιλή Ελένη, συνταξιούχος (Αθήνα)

136.             Πιτσιλή Μαρία, δασκάλα (Αθήνα)

137.             Πιτσιλής Γεώργιος, συνταξιούχος (Αθήνα)

138.             Πολυκρέτη Μαρία, θεολόγος, καθηγήτρια μουσικής (Αθήνα)

139.             Πούλιου Ελένη, ιατρός πνευμονολόγος (Παλλήνη)

140.            Πούλος Γεώργιος, στρατηγός ε.α. (Π. Φάληρο)

141.            Πούλου Ειρήνη, δικηγόρος (Βριλήσια)

142.            Πούλου Κυριακή, δικηγόρος (Αθήνα)

143.            Πραντάλου Ελένη, δικηγόρος (Αθήνα)

144.            Πρινέα Μαρία, καθηγήτρια μουσικής (Ηράκλειο Αττικής)

145.            Προδρόμου Μαρία, έμπορος (Λυκόβρυση)

146.            Πυρουνάκης Κλήμης, καθηγητής θεολόγος (Καπαρέλι Θήβας)

147.            Ράπτης Αθανάσιος, συνταξιούχος θεολόγος (Ιωάννινα)

148.            Ρουμελιώτης Χρήστος, καθηγητής θεολόγος (Κόρινθος)

149.            Σακκάς Μιχαήλ, χημικός μηχανικός (Λυκόβρυση)

150.             Σαμοθράκη Κωνσταντίνα, φιλόλογος (Αθήνα)

151.             Σαχάς Δανιήλ, θεολόγος, ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Waterloo Καναδά (Μαρούσι)

152.             Σεφεριάδης Δημήτριος, υπεύθυνος εκδόσεων ‘Γρηγόρη' (Αγία Παρασκευή)

153.            Σιακωτού Αναστασία-Αγάπη, επίτιμη σχολική σύμβουλος γαλλικών (Μελίσσια)

154.            Σκιαδά Αμαλία, καθηγήτρια γαλλικών (Βρυξέλλες)

155.            Σούκερα Μαριλένα, δικηγόρος (Κέρκυρα)

156.            Σούκερας Ανδρέας, τραπεζικός (Κέρκυρα)

157.            Σούκερας Κωνσταντίνος, συνταξιούχος τραπεζικός (Κέρκυρα)

158.            Σουλιμιωτης Γεώργιος, ελεύθερος επαγγελματίας (Άγιος Δημήτριος)

159.             Σπαθαράκης Μιχαήλ, καθηγητής φυσικός (Ν. Πεντέλη)

160.            οικον. Σπηλιόπουλος Αθανάσιος, γεωπόνος (Γλυφάδα)

161.            Στάθης Γεώργιος, θεολόγος, επίτιμος πάρεδρος παιδαγωγικού Ινστιτούτου (Μελίσσια)

162.            Στεφανίδου Αθανασία, δικηγόρος (Βούλα)

163.            Τζόλα Θεοδώρα, φιλόλογος (Αθήνα)

164.             Τριανταφυλλόπουλος Νικόλαος, φιλόλογος (Χαλκίδα)

165.            Τσέκερη Αφεντούλα, συνταξιούχος φιλόλογος (Ιωάννινα)

166.            Τσέκερης Περικλής, φυσικός, συνταξιούχος αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου (Ιωάννινα)

167.             Τσώχου Αθηνά, καθηγήτρια θεολόγος (Ηλιούπολη)

168.             Φαμέλη Παναγιώτα, δασκάλα (Άνω Λιόσια)

169.             Φαμέλης Γεώργιος, ηλεκτρολόγος μηχανικός (Άνω Λιόσια)

170.             Φαμέλης Παναγιώτης, φοιτητής Πολυτεχνείου (Άνω Λιόσια)

171.            Φαράντου Πανωραία, ιδιωτικός υπάλληλος (Αγία Παρασκευή)

172.            Φύσκιλη Μαγδαληνή, καθηγήτρια αγγλικών (Πάτρα)

173.            Χατζηαναστασίου Σταύρος, συνταξιούχος (Χανιά)

174.            Χιωτέλλη Αικατερίνη, φιλόλογος (Αθήνα)

175.             Ψαράκη Γεωργία, κοινωνική λειτουργός, ψυχοθεραπεύτρια (Ηράκλειο Κρήτης)

176.             Ψύλλης Βασίλειος, θεολόγος, μηχανικός (Ναύπακτος)

 

 

                              Εκ Πειραιώς

177.            Αγγουρά Ευαγγελία, συνταξιούχος εκπαιδευτικός

178.            Αγγουρά Ευθυμία, εκπαιδευτικός

179.            Αγγουρά Ευθυμία, ιδιωτική υπάλληλος

180.            Αγγουρά Κωνσταντίνα, οικιακά

181.            Αγγουράς Ιωάννης, συνταξιούχος ναυτικός

182.            Αγγουράς Νικόλαος, συνταξιούχος πλοίαρχος Ε.Ν.

183.            Αθανασόπουλος Σωτήριος, συνταξιούχος

184.            Αθανασοπούλου Βασιλική, καθηγήτρια φυσικός

185.            Αλεξανδράκη Κωνσταντίνα, νηπιαγωγός

186.            Αντωνάκου Σταυρούλα, δασκάλα

187.            Αποστόλου Γεωργία, ιδιωτικός υπάλληλος

188.             Αποστόλου Ιλιάδα, ιδιωτικός υπάλληλος

189.             Αποστόλου Χρήστος, ιδιωτικός υπάλληλος

190.             Αρβανίτη Σταυρούλα, ιδιωτικός υπάλληλος

191.            Ατζουλάτου Γιασεμή, οικιακά

192.            Βάλβη Ευαγγελία, οικιακά

193.            Βάλβης Ιωάννης, ιδιωτικός υπάλληλος

194.             Βαμβακίδης Στέφανος, ιδιωτικός υπάλληλος

195.            Βαρουδάκη Καλλιόπη, συνταξιούχος οικονομολόγος

196.             Βαρουδάκης Αλέξανδρος, συνταξιούχος οικονομολόγος

197.            Βελισαρίου Καλλιόπη, ιδιωτικός υπάλληλος (Πειραιάς)

198.             Βενετσανάκη Α. Ερμιόνη, συνταξιούχος

199.             Βενετσανάκη Ι. Ερμιόνη, δικηγόρος

200.            Βενετσανάκη Ευαγγελία, νοσηλεύτρια

201.            Βενετσανάκη Μαρία, οικιακά

202.            Βενετσανάκης Αναστάσιος, πτυχιούχος ΤΕΦΑΑ

203.            Βενετσανάκης Αντώνιος, συνταξιούχος

204.             Βενετσανάκης Ιάκωβος, εφέτης διοικητικών δικαστηρίων

205.            Βενιέρη Ευαγγελία, βιβλιοπώλης

206.            Βεντούρη Αθηνά, οικονομολόγος

207.            Βεντούρης Ευάγγελος, εκπαιδευτικός

208.             Βλαβιανού Καλλιόπη, ιδιωτικός υπάλληλος

209.             Βλαχάκης Νικόλαος, εκπαιδευτικός

210.            Βλάχου Ευτυχία, οικιακά

211.            Γαρεφαλάκη Ευαγγελία, συνταξιούχος

212.            Γκαλιμανά Φοίβη, θεολόγος

213.            Γρίβα Ζωγραφιά, εκπαιδευτικός

214.             Γρίβας Αντώνιος, Α΄ μηχανικός Ε.Ν.

215.             Γρίβας Πέτρος, μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος

216.            Δέδε Χαρίκλεια, οικιακά

217.            Δέδες Δημήτριος, μηχανικός αυτοματισμών

218.            Διαμαντή Ιωάννα, ελεύθερος επαγγελματίας

219.             Διαμαντής Κωνσταντίνος, ελεύθερος επαγγελματίας

220.             Εγγλέζος Εμμανουήλ, δικηγόρος

221.            Ευγενίου Ευαγγελία, οικιακά

222.            Ευθυμιόπουλος Νικόλαος, ιδιωτικός υπάλληλος

223.            Ζουβελέκη Τερψιχόρη, γυμνάστρια

224.            Hλιάκης Γεώργιος, ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας

225.            Θεοφίλου Σταύρος, φοιτητής Κοινωνικής Εργασίας

226.             Θεοφίλου Φανή, φοιτήτρια Νομικής

227.            Θεοχάρη Σταυρούλα, φοιτήτρια

228.            Θεοχάρης Γεώργιος, φοιτητής

229.            Θεοχάρης Ιωάννης, εκπαιδευτικός

230.            Ιωαννίδη Αγγελική, διαιτολόγος

231.            Ιωαννίδη Χρυσούλα, καθηγήτρια

232.            Ιωαννίδης Δημήτριος, συνταξιούχος Α' μηχανικός Ε.Ν.

233.            Ιωαννίδης Κωνσταντίνος, υποψήφιος διδάκτωρ μοριακής βιολογίας

234.            Καλκανδή Αριάνθη, συνταξιούχος

235.             Καλκανδή Άννα, δασκάλα

236.            Καναλέ Ελευθερία, ιδιωτικός υπάλληλος

237.            Καναλέ Μαρία, οικιακά

238.            Καναλές Νικόλαος, ιδιωτικός υπάλληλος

239.            Καναλές Παντελής, επιχειρηματίας

240.            Καναλές Φανούριος, ιδιωτικός υπάλληλος

241.            Καπά Μαρίκα, συνταξιούχος

242.            Καπάτσου Ζωή, συνταξιούχος

243.            Καπετανάκη Ζωή, οικιακά

244.            Καπετανάκης Επαμεινώνδας, συνταξιούχος Π.Α.

245.            Καπίρη Αναστασία, συνταξιούχος

246.            Καραμολέγκος Γεώργιος, φοιτητής Πανεπιστημίου Πειραιά

247.            Καραμολέγκος Ευάγγελος, έμπορος

248.            Καραμολέγκος Στυλιανός, ιδιωτικός υπάλληλος

249.            Καραμολέγκου Σοφία, οικιακά

250.            Καραφίλη Μαρουλία, οικιακά

251.            Καραφίλη Σταυρούλα, οικιακά

252.            Κατσαρά Ειρήνη, δασκάλα

253.            Κατσαρά Ελευθερία, δημοτική υπάλληλος

254.            Καφούρου Μαρούσα, καταστηματάρχης

255.            Κιουρκτσόγλου Αριστέα, εκπαιδευτικός, μουσικός

256.            Κλάδος Ζαχαρίας, ηλεκτρονικός μηχανικός

257.            Κλάδου Αδαμαντία, οικονομολόγος, τραπεζικό στέλεχος

258.            Κομνηνού Πολυξένη, οικιακά

259.            Κομνηνού Σουλτάνα, πολιτικός μηχανικός

260.            Κοτσολάκου Παρασκευή, οικιακά

261.            Κουρκουλή Πηνελόπη, οικιακά

262.            Κουτσιρίμπα Αγγελική, συνταξιούχος

263.            Κουτσόπουλος Αθανάσιος, μηχανικός υπολογιστών

264.            Κουτσόπουλος Γεώργιος, συνταξιούχος

265.             Κουτσούρη Αργυρώ, συνταξιούχος λογίστρια

266.             Κουτσούρη Ειρήνη, δασκάλα

267.             Κουτσούρης Γεώργιος, συνταξιούχος βιοτέχνης

268.            Κυπραίου Ευθυμία, οικιακά

269.            Κωνστανταράκη Ευαγγελία, συνταξιούχος τραπεζικός

270.            Λέκκα Βασιλική, οικιακά

271.             Λέκκα Πηνελόπη, φοιτήτρια

272.             Λιβάνης Γεράσιμος, επιχειρηματίας

273.             Λιβάνης Ιωάννης, ιδιωτικός υπάλληλος

274.             Λιβάνης Σπυρίδων, επιχειρηματίας

275.            Λιβανός Αντώνιος, καθηγητής φυσικός

276.            Λιβανού Ανδριάνα, μαθητρια

277.            Λιβανού Ζωή, φιλόλογος

278.            Λιβανού Μαρία, πολιτικός μηχανικός

279.            Λιόλιου Αγγελική, ιδιωτικός υπάλληλος

280.            Λιόλιου Αικατερίνη, εκπαιδευτικός

281.            Λιόλιου Σοφία, συνταξιούχος

282.            Λυκοπάντη Ταξιαρχούλα, οδοντοτεχνίτης

283.            Μαδιάς Κωνσταντίνος, καθηγητής ισπανικής

284.            Μέξη Διαμάντω, βοηθός λογιστή

285.            Μεϊμάρη Ευαγγελία, συνταξιούχος

286.            Μεϊμάρη Ιφιγένεια, αρχιτέκτων

287.            Μεϊμάρης Δημητριος, άνεργος

288.            Μιχαλακάκου Μαρία, οικιακά

289.            Μιχόπουλος Χρήστος, ελεύθερος επαγγελματίας

290.            Μπαϊράμογλου Αθηνά, έμπορος

291.            Μπαϊράμογλου Ελισάβετ, έμπορος

292.            Μπαϊράμογλου Σοφία, επιχειρηματίας

293.            Μπακοδήμα Ευγενία, συνταξιούχος

294.             Μπινίκος Ιωάννης, μηχανολόγος μηχανικός

295.            Μπούη Αικατερίνη, οικιακά

296.            Μπουχλιέρη Χαρίκλεια, ιδιωτικός υπάλληλος

297.            Μυλωνάς Αλέξανδρος, συνταξιούχος

298.            Μυλωνάς Μενέλαος, πτυχιούχος ΤΕΙ

299.             Μωραϊτης Ευάγγελος, συνταξιούχος μηχανικός

300.            Νάννος Ιωάννης, Α΄ μηχανικός Ε.Ν.

301.            Νάννου Ορσία, νομικός

302.            Νάννου Παρασκευή, συνταξιούχος

303.            Νικητοπούλου Ειρήνη, ιατρός

304.            Νικολαϊδου Αγγελική, συνταξιούχος

305.            Νικολαϊδου Σταματίνα, συνταξιούχος

306.            Ντε Σιμόνε Μαρία, φοιτήτρια

307.            Παϊβανάς Σπυρίδων, τραπεζικός υπάλληλος

308.            Πάλλη Μαρία, φοιτήτρια ισπανικής

309.            Παπαδάκη Αρτεμισία, συνταξιούχος

310.            Παπαδημητρίου Γεώργιος, φοιτητής ΤΕΙ Πειραιά

311.            Παπαδημητρίου Νικόλαος, επιχειρηματίας

312.            Παπαδημητρίου Κλημεντίνη, φοιτήτρια ΤΕΙ Λάρισας

313.            Παπαδόπουλος Αλέξανδρος, τραπεζικός υπάλληλος

314.            Παπαδοπούλου Μαρία, τραπεζικός υπάλληλος

315.            Παπαστάθης Χρήστος, συνταξιούχος Π.Ν.

316.            Παπαγιάννη Παναγιώτα, οικιακά

317.            Παπαδόπουλος Αλέξανδρος,

318.            Παππά Κωνσταντίνα, οικιακά

319.            Παππάς Παύλος, συνταξιούχος

320.            Παχούλη Αγνή, καθηγήτρια

321.            Παχούλης Νικόλαος, συνταξιούχος

322.            Πετράκας Θεοφάνης, στρατιωτικός

323.            Πλαφαδέλλης Δημήτριος, οδηγός

324.            Πλαφαδέλλης Σάββας, μαθητής λυκείου

325.            Πριμικύρη Σταματίνα, δασκάλα

326.            Ραδόπουλος Δημήτριος, ιδιωτικός υπάλληλος

327.            Ραδόπουλος Πασχάλης, ιδιωτικός υπάλληλος

328.            Ραδοπούλου Ευαγγελία, νηπιαγωγός

329.            Ραϊση Δήμητρα, συνταξιούχος

330.            Ρηγόπουλος Βασίλειος, εργολάβος

331.            Ρηγόπουλος Μιχαήλ, σπουδαστής

332.            Ρηγοπούλου Ευαγγελία, παρασκευάστρια φαρμακείου

333.            Ριζοπούλου Άννα, συνταξιούχος

334.            Σγούρα Ελένη, οικιακά

335.            Σγούρας Κωνσταντίνος, εκπαιδευτικός

336.            Σκλάβαινα Δήμητρα, ιδιωτικός υπάλληλος

337.             Σκουρτσίδης Γεώργιος, μαθητής Λυκείου

338.             Σκουρτσίδης Νικόλαος, καθηγητής καλλιτεχνικών

339.            Σκουρτσίδης Παναγιώτης, φοιτητής Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών

340.             Σκριβάνου Κυριακή, συνταξιούχος

341.            Σούκερα Αγάθη, οικιακά

342.            Σούσος Γεώργιος, ελεύθερος επαγγελματίας

343.            Σούσος Ιωσήφ, ελεύθερος επαγγελματίας

344.            Σούσου Βασιλική, οικιακά

345.            Σούσου Ρένα, οικιακά

346.            Στάμου Εριθέλγη, οικιακά

347.            Στάμου Ευαγγελία, συνταξιούχος

348.            Σταυρακοπούλου Γεωργία, οικιακά

349.            Στρατάκος Παναγιώτης, Απόφοιτος Ακαδημίας Εμπορικού Ναυτικού

350.             Στυλιάρη Παναγιώτα, συνταξιούχος καθηγήτρια

351.            Τζέκος Δημήτριος, επιχειρηματίας

352.            Τζέκου Μαρία, ιδιωτικός υπάλληλος

353.            Τζιράκη Φωτεινή, εκπαιδευτικός

354.            Τζιράκης Εμμανουήλ, Α΄ μηχανικός Ε.Ν.

355.            Τσάκωνα Ξένη, φοιτήτρια

356.            Τσάκωνα Στυλιανή, δικηγόρος

357.            Τσάμπουρα Ευγενία, οικιακά

358.            Τσιλπιρίδου Δέσποινα, εκπαιδευτικός

359.            Τσιπιρίδου Ευαγγελία, συνταξιούχος

360.            Τσουβαλάς Εμμανουήλ, ιδιωτικός υπάλληλος

361.            Τσώλος Γεώργιος, ασφαλιστής

362.            Φάρου Φωτεινή, συνταξιούχος λογίστρια

363.             Φράγκος Αναστάσιος, λογιστής

364.            Φουστέρη Φωτεινή, οικιακά

365.             Χαρισιάδου Θεοδώρα, συνταξιούχος

366.            Χριστοδουλάκη Βασιλική, ιδιωτικός υπάλληλος

367.            Χριστοδουλάκης Χρήστος, ταξιδιωτικός πράκτορας

 

ΠΗΓΗ: Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013, http://e-theologia.blogspot.gr/2013/01/blog-post_3840.html?spref=fb

Kοινωνιολογία χρήματος & σύγχρονη εξέλιξη καπιταλισμού Ι

Η κοινωνιολογία του χρήματος και η σύγχρονη εξέλιξη του καπιταλισμού – Μέρος Ι

 

Του Νικήτα Αλιπράντη*

 

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Yπάρχουν πράγματα, με τα οποία είμαστε άμεσα εξοικειωμένοι στην καθημερινή μας ζωή και των οποίων ο ρόλος φαίνεται αυτονόητος χωρίς να υποπτευόμαστε την πολυπλοκότητα, τις αμφισημίες και τις δυσχέρειες του ορισμού τους. Tο χρήμα ανήκει, κατ' εξοχήν, σε αυτήν την κατηγορία αντικειμένων. Kατ' αρχήν, φαίνεται ότι η ανάλυσή του είναι υπόθεση της οικονομικής επιστήμης. Kαι θα μπορούσε να διερωτηθεί κάποιος τι νόημα έχει η αναφορά στην κοινωνιολογία του χρήματος. Eν τούτοις, εγγύτερη προσέγγιση αποκαλύπτει ότι η οικονομική θεωρία, μοιραία, μόνο την οικονομική του διάσταση αντιμετωπίζει, θεωρώντας το κατά βάση ως μέσον ανταλλαγής, προσθέτοντας ίσως ότι είναι και μονάδα μέτρησης και αποταμίευσης.

Kαι αυτός ο Mαρξ, παρά τις οξυδερκείς παρατηρήσεις του για την ουσία και την κριτική του χρήματος ως περιεκτικής έννοιας, που περικλείει την αλλοτρίωση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, δεν προχώρησε σε μια δομική θεώρησή του ανεξάρτητη από τις παραγωγικές σχέσεις. Eίναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ με εξαιρετική οξυδέρκεια διέγνωσε την ύπαρξη και σημασία του πλασματικού κεφαλαίου, είδε το χρήμα αποκλειστικά ως μέσον πληρωμής στη σχέση μεταξύ παραγωγών και εμπόρων των εμπορευμάτων, στο πλαίσιο δηλαδή παραγωγικών σχέσεων.

Χρήμα και Νόμισμα

H ευρύτερη διερεύνηση του χρήματος – άσχετα αν και η ίδια η οικονομική επιστήμη δεν διατυπώνει μια ενιαία αντίληψη γι' αυτό – υπερβαίνει κατά πολύ την οικονομική του θεώρηση και απαιτεί την προσφυγή στην κοινωνιολογία. Eμπόδιο σε αυτήν τη διευρυμένη προσέγγιση υπήρξε ο από των αρχών του 20ού αιώνος αυστηρός ακαδημαϊκός διαχωρισμός οικονομικών και κοινωνικών επιστημών. Γι' αυτό και μέχρι πρό τινος, η Kοινωνιολογία της Oικονομίας περιοριζόταν σε διατυπώσεις, που κατ' ουσίαν βασίζονταν στις οικονομικές θεωρήσεις του χρήματος. Mόλις από περίπου 15ετίας, έχει σημειωθεί, στο πλαίσιο της Oικονομικής Kοινωνιολογίας, μια κίνηση, που επιχειρεί να συλλάβει ευρύτερα τη λειτουργία του χρήματος και συγχρόνως να συνθέσει τις οικονομικές και τις κοινωνιολογικές του πλευρές. H κίνηση αυτή έχει ως κοινή αφετηρία την κριτική της νεοκλασικής, δηλαδή της φιλελεύθερης οικονομικής αντίληψης. H ειδική Kοινωνιολογία του χρήματος υπογραμμίζει τη φυσική κοινωνική υπόσταση του χρήματος, η οποία βεβαίως συνυπάρχει με τις ατομικού χαρακτήρα διαστάσεις και μορφές του, χωρίς να έρχεται σε αντίφαση. Δεν υπάρχει ομοφωνία αντιλήψεων για την κοινωνική υπόσταση του χρήματος, αλλά εκείνο που πρέπει να τονισθεί είναι η διάκριση μεταξύ χρήματος (Geld, argent) και νομίσματος (Wahrung, monnaie), διάκριση της οποίας ακριβής αντιστοιχία δεν υπάρχει μεν στην αγγλική γλώσσα -διότι ο όρος currency είναι στενότερος της εννοίας του νομίσματος στην ευρωπαϊκή ηπειρωτική χρήση της-, αλλ' η ανάγκη ταυτόσημης διάκρισης του περιεχομένου τονίζεται και από Aγγλοσάξονες συγγραφείς. Tο μεν χρήμα είναι αφηρημένο μέσο και συγχρόνως έχει μια «ολική» διάσταση (πέραν τόπου), ενώ τα νομίσματα είναι θεσμοποιημένες μορφές χρήματος στο επίπεδο των επί μέρους εθνικών κρατών, ή ακόμη σε τοπικό ή και ιδιωτικό (δημιουργία χρήματος από τράπεζες) όχι όμως σε υπερεθνικό επίπεδο, γι' αυτό και το ευρώ αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση.

Χρήμα: Από μέσο, αυτοσκοπός

A) Eίναι χαρακτηριστικό ότι η σύγχρονη κοινωνιολογική τάση διευρυμένης προσέγγισης του ρόλου του χρήματος οδήγησε τους ερευνητές να ανατρέξουν σε συγγραφείς που προϋπήρξαν της στεγανής διάκρισης των επιστημών και ερευνούσαν καθολικά τα φαινόμενα, δηλαδή αγνοούσαν και αυτήν τη σημερινή διεπιστημονικότητα. Ένα τέτοιο εξαιρετικά διεισδυτικό πνεύμα καθολικών διαστάσεων ήταν ο γερμανός Georg Simmel, ο οποίος συνέγραψε το πρώτο θεμελιώδες έργο για το χρήμα και του οποίου τη σημασία «ανακάλυψαν» πρόσφατα σύγχρονοι κοινωνιολόγοι. Tο έργο εκδόθηκε το 1900, με τίτλο: «Φιλοσοφία του χρήματος». Mε τον τίτλο υποδηλώνεται η καθολικότητα της προσέγγισης του θέματος, με προεξάρχουσα την κοινωνιολογική του θεώρηση, που περικλείει, όμως, εκτενείς κοινωνικοψυχολογικές και φιλοσοφικές παρατηρήσεις, οξυδερκείς και εξαιρετικά λεπτές, αν και συχνά περίπλοκες. Mε τις αναπτύξεις αυτές, ο Simmel αναδεικνύει την πολυπλοκότητα του φαινομένου, την αμφισημία του και τη μεταβλητότητα και αυτής της υπόστασής του. Kεντρική θέση του είναι ότι το χρήμα δεν είναι απλώς μέσο, για να διευκολύνει την επίτευξη σκοπών, αλλά στους νεώτερους χρόνους, έγινε το απόλυτο μέσο, δηλαδή αυτοσκοπός, αφού αποτελεί το κλειδί για την υλοποίηση όλων των επιλογών του ατόμου. Kατά τούτο, ο Simmel όχι μόνο ξεπερνά τη λειτουργική αντίληψη του χρήματος, αλλά και αποδυναμώνει τη συγγενή ποσοτική και ουδέτερη αντίληψή του, αποδεικνύοντας ότι το ιδεατά καθ' εαυτό στερούμενο αξίας χρήμα αποκτά πάλι αξία και μάλιστα συχνότατα τόσο μεγαλύτερη, όσο μικρότερη έχει το ίδιο καθ' εαυτό. Συναφώς, θεωρεί εσφαλμένη την αντιπαράθεση, στην εποχή του, μεταξύ των οπαδών του μεταλλικού και αυτών του χάρτινου χρήματος, διότι, όπως τονίζει, ακριβώς η εξέλιξη του χρήματος χαρακτηρίζεται από την αυξανόμενη αποουσιαστικοποίησή του (Entsubstantialisierung), την απώλεια ουσιαστικής υπόστασης. Eδώ, ο Simmel προαγγελτικά εμφανίζεται να προϊδεάζεται τις σύγχρονες μορφές του ηλεκτρονικού, του άϋλου και αόρατου χρήματος.

Ισοπέδωση αξιών ζωής

Γενικότερα, ο Simmel επισημαίνει ότι το χρήμα επιτρέπει να αποσφραγίζεται η σύνολη κοινωνία, γιατί συνοδεύεται, μεταξύ άλλων, από την εξατομίκευση κοινωνικών σχέσεων, την απομόνωση των ατόμων και συγχρόνως την αποβολή του προσωπικού χαρακτήρα σχέσεων και εξαρτήσεων, που γίνονται ανώνυμες, «εναλλακτικές», λειτουργικές. Kατ' αυτόν τον τρόπο, όλες οι αξίες ισοπεδώνονται και τελικά αυτοαναιρούνται, οι ποιοτικές διαφοροποιήσεις των πραγμάτων γίνονται απλώς ποσοτικές. Όπως λέγει ο ίδιος στον Πρόλογο του έργου του, εξετάζει ακόμη τις επιδράσεις του χρήματος «στον εσωτερικό κόσμο: στην αντίληψη ζωής των ατόμων, στην αλληλεξάρτηση των τυχών τους, στον γενικό πνευματικό πολιτισμό». O πολύς -την εποχή εκείνη- καθηγητής Gustav Schmoller συνόψισε, νομίζω, κατά τον καλύτερο τρόπο το περιεχόμενο και τη σημασία της «Φιλοσοφίας του χρήματος» του Simmel, γράφοντας: «O πραγματικός σκοπός του βιβλίου είναι να διαπιστώσει ποιες επιπτώσεις είχε η οικονομία του χρήματος, ιδιαίτερα η τότε μοντέρνα του 19ου αιώνα, στη διαμόρφωση των ανθρώπων και της κοινωνίας, στις σχέσεις τους και στους θεσμούς. Tο χρήμα εμφανίζεται ως το κέντρο, ως το κλειδί, ως η πεμπτουσία της μοντέρνας οικονομικής ζωής και δραστηριότητος». Aς σημειωθεί εδώ, εν παρόδω, ότι χάρη στη συνδρομή του Gustav Schmoller, ο Simmel, μόλις στα τέλη της ζωής του, εξελέγη πανεπιστημιακός καθηγητής, αφού ο διάχυτος αντισημιτισμός τον είχε εμποδίσει επί δεκαετίες.
Στο καθαρά οικονομικό πεδίο, η χρηματιστηριακή κερδοσκοπία αναγνωρίσθηκε από τον Simmel όχι ως δευτερεύον, συμπτωματικό στοιχείο, αλλά ως το καίριο οικονομικοχρηματιστικό χαρακτηριστικό. O ίδιος διέκρινε με μεγάλη οξύνοια ότι «τα στοιχήματα του κερδοσκόπου για τη μελλοντική χρηματική πορεία ενός χρεωγράφου έχουν σημαντική επιρροή στην ίδια την πορεία του…». Mε άλλα λόγια, ο κερδοσκόπος δεν επωφελείται απλώς από τις διακυμάνσεις των χρηματιστικών τιμών, τις προκαλεί ο ίδιος. Σημαντική είναι επίσης -και για τις σύγχρονες εξελίξεις- η διαπίστωση του Simmel ότι, εν αντιθέσει, π.χ., προς τους κερδοσκόπους των σιτηρών, που υπολογίζουν την προοπτική προς τις δύο κατευθύνσεις (καλή και κακή) στο πλαίσιο κάποιων ορίων, στην καθαρή κερδοσκοπία χρήματος είναι πρόσφορη η κατεύθυνση που θεωρητικά φθάνει στο άπειρο. Aυτή η διαπίστωση δίνει την αφορμή στον Simmel να αναλύσει, στη συνέχεια, κυρίως τα φαινόμενα του κυνισμού και του κορεσμού (Blasiertheit), που φωτίζουν την ουσία του χρήματος μέσω των ψυχολογικών αντανακλαστικών.

Το πρόσωπο γίνεται «πράγμα»!

Tέλος, ο Simmel διέκρινε στο χρήμα μια έκφανση της γενικής αμφισημίας των νεωτέρων χρόνων, οι οποίοι εμφανίζονται αφενός ως κίνηση απελευθέρωσης του ατόμου και αφετέρου ως «εμπραγμάτωση», δηλαδή αντιμετώπιση των κοινωνικών σχέσεων ως πραγμάτων και όχι ως σχέσεων προσώπων (Verdinglichung). Eπί πλέον -και αυτό έχει σημασία για το σήμερα-, ο Simmel επισήμανε ως μια ειδική αμφισημία του χρήματος, που σηματοδοτεί ανάλογες δυνατότητες εναλλακτικής εξέλιξης, αυτό που ονομάζει προς το τέλος της μελέτης του «κεντρομόλο δύναμη της χρηματιστικής οικονομίας» (Zentripetalkraft der Finanz). Aυτό σημαίνει ότι το χρήμα έχει τη δύναμη να συνθέτει αξίες ριζικά διαφορετικές, είναι δηλαδή ικανό και για τα πιο εντυπωσιακά κατορθώματα και για τις πιο στείρες, μη παραγωγικές, διαστροφές. Aκριβώς αυτή η δεύτερη εναλλακτική δυνατότητα, δηλαδή η στείρα μη παραγωγική διαστροφή, από απλή δυνατότητα έχει γίνει μόνιμη πράξη του σημερινού καπιταλισμού, αντικείμενο που θα αποτελέσει το δεύτερο μέρος της ομιλίας μου, σχετικό με τη σημερινή μεταλλαγή του καπιταλισμού.

Η μεταλλαγή του καπιταλισμού

B) H τάση προς κερδοσκοπία εξ αρχής ήταν, ως γνωστόν, συχνό παρακολούθημα του καπιταλιστικού σύστηματος. Aυτό που πάντως χαρακτήριζε τον καπιταλισμό του 19ου αιώνα ήταν βασικά η παραγωγική του διάσταση, το γεγονός ότι ήταν κατά κύριο λόγο ένα σύστημα παραγωγής με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δηλαδή την κοινωνική διανομή και κατανάλωση αγαθών. Bεβαίως, με τη διάσταση αυτή συνδεόταν η χρηματιστηριακή κερδοσκοπική τάση, η οποία από καιρού εις καιρόν, συγκυριακά, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία αυτών που ο Mαρξ ονόμασε οικονομικές κρίσεις, παρατηρώντας τις ανώμαλες εξελίξεις του χρηματιστηρίου στο City του Λονδίνου τα έτη 1857, 1866 και 1873. O χαρακτηρισμός τους ως κρίσεων ήταν στις τότε συνθήκες απόλυτα ορθός, γιατί ο όρος παρέπεμπε στη διατάραξη της ομαλής λειτουργίας ενός συστήματος, η οποία είχε παροδικό αλλά και κυκλικό χαρακτήρα.

Από την κερδοσκοπία στην παραγωγή, στην κερδοσκοπία αξιών

1. H σημερινή παγκόσμια οικονομική κατάσταση δεν σχετίζεται, κατά την πεποίθησή μου, με τις λεγόμενες κρίσεις του καπιταλισμού και επομένως ο χαρακτηρισμός «οικονομική κρίση» δεν αποτελεί ορθή απόδοση της πραγματικότητας. Kαι αυτό, για δύο εξαιρετικά ουσιαστικούς λόγους, που αφορούν το σημερινό χαρακτήρα της κερδοσκοπίας. O πρώτος έγκειται στο ότι η κερδοσκοπία σήμερα είναι ενδημική, έχει καταστεί συστατικό ενδογενές στοιχείο του καπιταλιστικού συστήματος, έχει χάσει δηλαδή τον περιστασιακό χαρακτήρα της, που αποτελεί και την προϋπόθεση του κυκλικού χαρακτήρα των κρίσεων. O δεύτερος λόγος αφορά το αντικείμενο της κερδοσκοπίας. Eνώ στον καπιταλισμό του 19ου αιώνα η κερδοσκοπία αναφερόταν ουσιωδώς στην παραγωγή και τη διανομή αγαθών, σήμερα η θεμελιώδης ενασχόλησή της είναι το εμπόριο χρηματιστικών μέσων (χρήματος, αξιώσεων, κινδύνων και χρεών) και συχνότατα είναι κερδοσκοπία επί της κερδοσκοπίας. Mε αυτήν την έννοια, οι σύγχρονες χρηματοπιστωτικές αγορές είναι κατά βάση, όπως ονομάσθηκαν, «αγορές εμπόρων» (Handlermarkte), σε αντίθεση με τις «αγορές παραγωγών» (Produzentenmarkte).

Tα δύο αναφερθέντα στοιχεία της κερδοσκοπίας συνιστούν καίρια χαρακτηριστικά της σημερινής εξέλιξης, που αποτελεί, κατά κυριολεξία, συστημική μεταλλαγή του καπιταλισμού, αν όχι διαστροφή του, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια. Προς το παρόν, ας σημειωθεί, από την άποψη της ορολογίας, ότι η έκφραση «οικονομική κρίση», παρ' όλους τους ιστορικούς τίτλους που ανάγονται στον Mαρξ, είναι αδόκιμη σε σχέση με τα σημερινά δεδομένα.

Η Σχολή του Σικάγου

2. Δύο παράγοντες συνετέλεσαν στη μεταλλαγή του καπιταλιστικού συστήματος, που άρχισε την δεκαετία του 1980 και συνεχίζεται διαρκώς εντεινόμενη μέχρι σήμερα. O πρώτος ήταν η υιοθέτηση από τις διάφορες κυβερνήσεις της ακραίας οικονομίστικης ιδεολογίας της περιβόητης Σχολής του Σικάγου (M. Friedman, Fr. A. Hayek), η οποία οδήγησε στην αποδυνάμωση των περισσοτέρων ισχυόντων ρυθμιστικών και εποπτικών κανόνων των σχετικών είτε με τον έλεγχο των επιτοκίων και της δανειοδότησης, είτε με οποιουσδήποτε άλλους χρηματοπιστωτικούς περιορισμούς. Aυτό είχε το τριπλό αποτέλεσμα:

– Πρώτον, ότι παραδόθηκαν τα δημόσια χρέη στο έλεος των χρηματοπιστωτικών αγορών με την έκδοση και κυκλοφορία κρατικών ομολόγων, γεγονός που δεν είναι άσχετο με την υπερχρέωση των κρατών.

– Δεύτερον, ότι άλλαξε ριζικά ο τρόπος λειτουργίας και διαχείρισης των επιχειρήσεων, ο οποίος εστιάσθηκε αποκλειστικά στα συμφέροντα των μετόχων, δηλαδή στην προσδοκώμενη αξία των μετοχών (sharehold value), περιθωριοποιώντας και κακοποιώντας τον παράγοντα εργασία (θα επανέλθω σε αυτό).

– Τρίτον, ότι μεταβλήθηκαν σε θεσμικούς (δηλαδή χρηματιστηριακούς) επενδυτές, συνταξιοδοτικά Tαμεία και αποταμιευτικοί οργανισμοί ή τράπεζες, με συνέπεια να διακινδυνεύονται οι εισφορές και οι συντάξεις των εργαζομένων, καθώς και η αποταμίευση των νοικοκυριών (εξαιρουμένων, πάντως, των αμοιβαίων κεφαλαίων [mutual funds] που αφορούν ευκατάστατα στρώματα). Eνσωματωθέντα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, τα επονομασθέντα «συστήματα συνταξιοδότησης με κεφαλαιοποίηση» και τα ταμιευτήρια εξελίχθηκαν, μοιραία, σε σημαντικούς φορείς της παγκόσμιας χρηματιστικής οικονομίας, γεγονός που δικαιολογεί την ονομασία τους ως «παγίδας των συντάξεων», ή κατά την ορολογία του Stiglitz ως συνταξιοδοτικού κινδύνου.

Το αόρατο χρήμα

Ως δεύτερος παράγοντας στη δομική αλλαγή του συστήματος λειτούργησε η διαρθρωτική μεταβολή της οικονομίας από βιομηχανική σε τεχνολογική-πληροφορική. Tο χρήμα έγινε αόρατο, κινείται με τη μορφή ηλεκτρονικών μέσων απείρως ευκινήτων και πανταχού παρόντων, η χρήση των οποίων τείνει να γενικευθεί. H πλαστική κάρτα απλώς αντιπροσωπεύει αυτήν τη νέα νομισματική τάξη. H μεταμόρφωση αυτή της οικονομίας άνοιξε το δρόμο σε μια ολιγάριθμη τάξη πρωταγωνιστών να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες που λαμβάνουν μέσω των νέων τεχνολογιών, να δημιουργούν εικονικές εταιρείες που αντιστρατεύονται και υπονομεύουν τις υπαρκτές εταιρείες, και να κερδοσκοπούν σε πλήρη αδιαφάνεια, συσσωρεύοντας τεράστιο πλούτο εις βάρος του μέγιστου τμήματος των πληθυσμών της γης, ακόμη και των κρατών, χωρίς να περνούν από τη διαδικασία της παραγωγής. Πρόκειται γι' αυτό που ο Chomsky αποκαλεί «κέρδος πάνω από τους ανθρώπους». H κοιλάδα της σιλικόνης (Silicon Valley) είναι ο τύπος και τόπος, όχι μόνο συμβολικός αλλά και πραγματικός, της πηγής του αισχροκερδούς παιχνιδιού, που παίζεται με το χρόνο, από μικρή ομάδα παικτών, που εκμεταλλεύονται την αβεβαιότητα του μέλλοντος ως προς τις εξελίξεις του παιχνιδιού.

Εδώ πρέπει να προστεθεί ότι, χωρίς να είναι γενικά εύκολα αντιληπτό, κυκλοφορεί αυτό που ονομάζεται ιδιωτικό νόμισμα, το οποίο εκδίδεται από τις τράπεζες και δεν έχει πραγματικό αντίκρυσμα είναι απλώς δυνητικό νόμισμα (monnaie virtuelle) και με βάση αυτό, οι τράπεζες επιδίδονται σε κερδοσκοπικό εμπόριο. «H διαδικασία με την οποία αυτές (οι Tράπεζες) είναι τόσο απλή -γράφει ο Galbraith- ώστε το ανθρώπινο μυαλό μένει αμήχανο». Στη συνέχεια, είναι ανάγκη να αναφερθούν μερικές κεντρικές εκδηλώσεις του οικονομικού αυτού μετασχηματισμού.


Σημείωση: Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί περίληψη ομιλίας του Νικήτα Αλιμπράντη, στην Ακαδημία Αθηνών, στις 14.12.2012. Tο δεύτερο και τελευταίο μέρος στο επόμενο φύλλο τη «Χ»


* O Νικήτας Αλιπράντης είναι Oμότιμος Kαθηγητής του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, ανθυπηρετήσας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

 
ΠΗΓΗ: Εφημ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ», φ. 884 (1197), 20-12-2012. Ηλεκτρ. Δημοσίευση:  Τετάρτη, 23 Ιανουάριος 2013, http://www.xristianiki.gr/arkheio-ephemeridas/884/koinoniologia-tou-khrematos-kai-sugkhrone-exelixe-tou-kapitalismou.html

Η Λίστα Λαγκάρντ ή ο κλέψας του κλέψαντος

Η Λίστα Λαγκάρντ ή ο κλέψας του κλέψαντος

 

Του Γιώργου Ρούση

 

Απέναντι σε σκάνδαλα τύπου λίστας Λαγκάρντ εμφανίζονται δυο εξίσου λαθεμένες στάσεις.

Η πρώτη η οποία είναι και κυρίαρχη, υπερτονίζει τη σημασία αυτών των σκανδάλων. Στόχος είναι να αποδειχτεί ότι για την κρίση υπεύθυνη είναι η κακή διαχείριση με αποκορύφωμα τα σκάνδαλα. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται να οδηγηθεί η κοινή γνώμη στο συμπέρασμα ότι η κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί από μια χρηστή διαχείριση, με την εφαρμογή των νόμων, δίχως απάτες και λοβιτούρες, ή με άλλα λόγια ότι για να αντιμετωπιστεί η κρίση και να επανέλθουμε στους κανονικούς μας ρυθμούς, το κύριο αν όχι το άπαν, είναι η αλλαγή του πολιτικού προσωπικού από ένα άλλο πιο ικανό και έντιμο.

Με αυτόν τον τρόπο περισώζεται το κύρος του υπεύθυνου για την κρίση καπιταλιστικού συστήματος. Αποσιωπάται το γεγονός ότι η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίου αποτελεί θεμελιακή αρχή της ΕΕ καθώς επίσης και το ότι στο βασίλειο του χρήματος-Μαμωνά, του κέρδους και της κλοπής ξένης εργασίας, η «νόμιμη» κλοπή αποτελεί θεμελιακή αξία.

Αποσιωπάται ότι όπως επισημαίνει ο Μπρεχτ, όσο κλέφτης είναι ο ληστής των τραπεζών, άλλο τόσο ίσως και περισσότερο είναι ο τραπεζίτης. Αποσιωπάται ακόμη το γεγονός ότι η μίζα ισχύει για περίπου το 80% των διεθνών συναλλαγών, και ότι ο τζίρος από τη διαφθορά είναι μεν τεράστιος σε σχέση με τις απολαβές του πλήθους που λιμοκτονεί, είναι όμως αμελητέος σε σχέση με το νόμιμο τζίρο του κεφαλαίου.

Εξίσου λαθεμένες είναι όμως και οι απόψεις που αντιμετωπίζουν υποθέσεις όπως εκείνη της λίστας Λαγκάρντ μόνον ως «πυροτέχνημα αποπροσανατολισμού» και την αλλοίωση της ως «ανούσια λεπτομέρεια».

Αυτού του τύπου οι τοποθετήσεις εντάσσονται στην ευρύτερη αδιέξοδη πολιτική του «όλα ή τίποτα». Παραγνωρίζουν τη λαϊκή απαίτηση για κάθαρση, και διευκολύνουν με αυτήν τους τη στάση, δυνάμεις όπως η «Χρυσή Αυγή», να εμφανίζονται ως ο μοναδικός εκφραστής αυτού του λαϊκού αιτήματος.

Παραβλέπουν ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ακόμη και η τήρηση της αστικής νομιμότητας έχει τη σημασία της, και ότι η αποκάλυψη της σαπίλας του αστικού πολιτικού κόσμου είναι σημαντική.

Το ζητούμενο δεν είναι να απαξιώνεται παντελώς η αναγκαιότητα αποκάλυψης και τιμωρίας των ενόχων τέτοιων σκανδάλων. Το ζητούμενο είναι να καταδεικνύεται το γεγονός ότι το σύστημα δεν έχει κανένα πρόβλημα να πετάξει σαν στημένες λεμονόκουπες πολιτικούς του υπηρέτες, φτάνει να διασωθεί συνολικά το ίδιο, ότι η αποκάλυψη της λίστας Λαγκάρντ είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στις πάμπολλες άλλες παρόμοιες που υπάρχουν, και τέλος ότι εκτός από τα παράνομα σκάνδαλα κυριαρχεί το «νόμιμο» καπιταλιστικό σκάνδαλο το οποίο και τα εκτρέφει.

Αυτό, όπως απέδειξε και η σχετική αρνητική εμπειρία του «υπαρκτού σοσιαλισμού», σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι αυτά τα σκάνδαλα θα πάψουν να υπάρχουν, με την ανατροπή του καπιταλισμού, αν δεν υπάρξει ουσιαστική λαϊκή συμμετοχή και έλεγχος των διαχειριστών, σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης.

Αν το καλοσκεφτούμε, η υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ο κλέψας του κλέψαντος. Αποτελείται από στοιχεία που κάποιος υπέκλεψε από τα αρχεία μιας κλέφτρας -τράπεζας, και τα οποία αποκαλύπτουν μεταξύ άλλων ορισμένους κλέφτες φόρων και ίσως κατόχους κλεμμένου-μαύρου χρήματος, μια λίστα που μας παρέδωσε η τότε υπουργός οικονομικών της Γαλλίας και μετέπειτα γενική διευθύντρια του ΔΝΤ γνωστού τοκογλυφικού -άρα κατά Αριστοτέλη κλέφτη – οργανισμού, από την οποία κάποιοι πολιτικοί υπερασπιστές του συστήματος νόμιμης κλοπής, απέκρυψαν -«έκλεψαν» κάποια ονόματα….

Ας ανατρέψουμε λοιπόν και ας τιμωρήσουμε όπως τους αξίζει τους παράνομους και «νόμιμους» κλέφτες.

 

Γιώργος Ρούσης

 

ΠΗΓΗ: Άρθρο στην "Εφημερίδα των Συντακτών". Το είδα: 23-01-2013, http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=4298

Το τρίγωνο της αμαρτίας…

Το τρίγωνο της αμαρτίας

 

 Του Δημήτρη Βίτσα    

 

«Στο χωριό μου ο παπάς είναι πηγή ζωής και φροντίδας»

 

Θέλω να σας διαβεβαιώσω πως στέκομαι σ' αυτό το βήμα χωρίς την παραμικρή αμηχανία. Αντίθετα θεωρώ πως συμμετέχω σε ένα συνέδριο με θέμα «εκκλησία και αριστερά», για το οποίο οφείλω να συγχαρώ τους εμπνευστές και οργανωτές και συγχρόνως νιώθω την κρυφή ενοχή ότι παρόμοιες πρωτοβουλίες όφειλε να είχε πάρει η δική μας αριστερά εδώ και πολύ καιρό.

Γιατί, και ας μου επιτρέψει ο κ. Σταμούλης να δανειστώ τα λόγια του, «η συζήτηση στο δημόσιο χώρο, πραγματικοτήτων με διαφορετικό χαρακτήρα… δεν αποτελεί πολυτέλεια, πολύ περισσότερο δεν αποτελεί ύποπτη υπερβολή, απερισκεψία, αλλά βαθιά αναγκαιότητα η οποία κυρίως και πάνω από όλα συνδέεται με την ιστορική στιγμή». Σε κάθε περίπτωση όμως, μια τέτοια συζήτηση ήταν καθ' αυτή αναγκαία και σε προηγούμενο χρόνο.

Η ιστορική συγκυρία καθορίζεται από την κρίση. Κρίση οικονομική, πολιτική, κοινωνική, κρίση αξιών και ιδεών και αυτή η κρίση σκιάζει κάθε μας στιγμή και πράξη. Συγχρόνως, σας καλώ να αξιοποιήσουμε τη λέξη «κρίση» και με την άλλη της σημασία, ως αξιολόγηση μιας περιόδου, μιας κατάστασης, προσώπων ή προσώπου και την εκ της αξιολόγησης απόφαση. 

 

«Βάση της πολιτικής μας είναι η ακύρωση των μνημονιακών πολιτικών και η αντιμετώπιση του χρέους ως ευρωπαϊκό πρόβλημα με απαραίτητο στοιχείο τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του»

 

Και έχουμε πολλά να αξιολογήσουμε και να πάρουμε αποφάσεις. Τρία χρόνια τώρα ο λαός μας, η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας, στενάζει κάτω από την πιο βάρβαρη νεοφιλελεύθερη πολιτική λιτότητας. Την πολιτική των μνημονίων. Τα εισοδήματα έχουν βαθιά περικοπεί, ιδιαίτερα των μισθωτών, συνταξιούχων, αγροτών, μικρομεσαίων. Ένα τσουνάμι ανεργίας σαρώνει τη χώρα, το κοινωνικό κράτος έχει διαλυθεί, τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας δίνονται ως εγγυήσεις στους τοκογλύφους δανειστές, η χώρα έχει μετατραπεί σε «αποικία χρέους», η οικονομική και διοικητική μηχανή έχει αποδιοργανωθεί. Η χώρα εν τέλει βρίσκεται στα πρόθυρα, αν δε βρίσκεται ήδη σε ανθρωπιστική κρίση. Η Ελλάδα λειτουργεί σαν πειραματόζωο επιβολής συγκεκριμένου μοντέλου, μέσα από το οποίο το διεθνές κεφάλαιο προσπαθεί να ξεπεράσει την κρίση του.

Τα πράγματα όμως είναι ακόμα χειρότερα: μαζί με την Ελλάδα που πληρώνει, υπάρχει η Ελλάδα, ναι αυτό το λεπτότατο στρώμα της κοινωνίας, που κερδίζει. Το «τρίγωνο της αμαρτίας» που συγκροτείται από ένα σάπιο πολιτικό σύστημα που θεωρεί τη χώρα και την κοινωνία ιδιοκτησία του και μετέρχεται αντιδημοκρατικές κοινοβουλευτικές πρακτικές και καταστολή για να επιβάλει την πολιτική του, τον κόσμο των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και μέρος του μιντιακού συστήματος, έχει καθίσει στον τράχηλο του λαού μας και εθελόδουλα προσανατολισμένο στη διεθνή κλεπτοκρατία, απομυζά την κοινωνία.

Το ακόμα χειρότερο είναι πως παρά την προφανή κοινωνική καταστροφή, παρά την αναποτελεσματικότητα στην επίτευξη των στόχων που οι ίδιοι βάζουν, η συνταγή παραμένει αναλλοίωτη. Και ακόμα χειρότερα, η όποια προοπτική ανάπτυξης ιδιωτικοποιείται, την ίδια ώρα που αφαιρούνται από την κοινωνία όπλα. Πολιτικά όπλα, αναπτυξιακά όπλα, κοινωνικά όπλα.

Σ' αυτή τη δύσκολη στιγμή η αριστερά, ο «συνασπισμός ριζοσπαστικής αριστεράς-ενιαίο κοινωνικό μέτωπο» (ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ) δεν θα αφήσει την κοινωνία να συντριβεί. Δεν θα αφήσει τους ανθρώπους να συνηθίσουν στην φτώχεια.

Ο δικός μας δρόμος είναι ο δρόμος της αντίστασης, της κοινωνικής αλληλεγγύης και του εναλλακτικού προγράμματος που θα ακυρώσει την μνημονιακή πολιτική λιτότητας, θα σταματήσει την καταστροφή, θα ανασυντάξει τις κοινωνικές δυνάμεις στο δρόμο της ανάπτυξης, με στόχο την εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών και την υπεράσπιση και διεύρυνση των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Είμαστε πεισμένοι πως αν η κρίση της δεκαετίας του '30 ξεπεράστηκε μέσα από το κράτος, της δεκαετίας του '70 μέσα από τις αγορές, αυτή η κρίση θα ξεπεραστεί μέσα από τις κοινωνίες. Το πρόγραμμα ελπίδας που καταθέτουμε είναι και ρεαλιστικό και εφικτό. Έχει ως βάση του την ακύρωση των μνημονιακών πολιτικών, απαιτεί την αντιμετώπιση του χρέους ως ευρωπαϊκό πρόβλημα, κοινό νόμισμα- κοινό πρόβλημα, με απαραίτητο στοιχείo τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του. Αναζητά την αναδιανομή του πλούτου και ιεραρχεί ως πρώτες προτεραιότητες του οικονομικού προϊόντος την ανακούφιση των πλέον θιγόμενων κατηγοριών και την ενίσχυση των υπηρεσιών δημόσιας και δωρεάν υγείας και δημόσιας και δωρεάν παιδείας.

 

«Το θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας είναι ένα θέμα περίπλοκο με ιστορικές καταβολές, κρατικές παρεμβάσεις, πολλαπλούς φορείς, που δεν του αξίζει επικοινωνιακή διαχείριση και που δένεται με την απόλυτη εξασφάλιση του μισθού και της σύνταξης του κλήρου»

 

Το πρόγραμμα ελπίδας του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ θέλει μια κυβέρνηση και μια διοικητική μηχανή που δουλεύει μακριά και ενάντια στη διαπλοκή και τη διαφθορά. Η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας απαιτεί σχεδιασμό και επιλογές σε επίπεδο χωροταξικό και οικονομικό, ώστε να αξιοποιηθούν η θέση και συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας και να ενδυναμωθεί η εσωτερική αγορά. Για μας η σχέση κόστους-οφέλους έχει πάντα κοινωνικό πρόσημο.

Επιτρέψτε μου έναν παραλληλισμό: αν στη θεολογία αναζητούμε το δρόμο της αρετής και της αγάπης και εξ αυτού αντιστρατευόμαστε την αμαρτία, η αριστερά υπηρετεί το δρόμο της ανθρώπινης δημιουργικότητας και αξιοπρέπειας και εξ αυτού μάχεται την ατομική και κοινωνική αδικία.

Για την αριστερά οι έννοιες της συλλογικότητας, της συνεργασίας, της κοινωνικής φροντίδας είναι έμφυτες και στο κοινωνικό και στο οικονομικό της πρόγραμμα και αυτά τα στοιχεία του δίνουν τον ριζοσπαστικό του χαρακτήρα. Εκείνο που μπορούμε όμως σίγουρα να υποσχεθούμε είναι πως όλα αυτά που επαγγελλόμαστε, διεκδικούμε και υποσχόμαστε δεν μπορεί παρά να γίνουν μέσα σε ένα πανηγύρι δημοκρατίας. Δημοκρατία που απαιτεί αλλαγές σε συνταγματικό και νομικό επίπεδο, αλλά κύρια δημοκρατία που ζυγιάζει και δένει καλά όλες τις μορφές της: άμεση, τοπική, αντιπροσωπευτική, δημοκρατία που επιλέγει, ελέγχει, ανατρέπει.

Γιατί τα ανέφερα όλα αυτά και τι σχέση έχουν με το συνέδριο; Γιατί είμαι πεισμένος πως και η εκκλησία έχει σ' όλη αυτή τη διαδικασία τον ουσιαστικό ρόλο της. Μια ελεύθερη και ζωντανή εκκλησία που βιώνει τις καλύτερες παραδόσεις της, μέσα και στο πλάι του κοινωνικού κινήματος, κοντά στις καθημερινές αγωνίες και τον καθημερινό πόνο των πολιτών, μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά σε λύσεις υπέρ της κοινωνίας. Εκκλησία που δεν ανέχεται και εξ ορισμού απορρίπτει οποιαδήποτε συναλλαγή με την κρατική εξουσία, όποια κι αν είναι αυτή, είναι δύναμη για την κοινωνική συνοχή και σταθερότητα.

Δεν κρύβουμε πως υπάρχουν ζητήματα όπου έχουμε διαφορετικές θεωρήσεις, πολλές φορές και ισχυρές διαφωνίες με την διοίκηση της εκκλησίας για ζητήματα που αφορούν την κοσμική της πρακτική. Θα είναι θετικό στις διάφορες εισηγήσεις, αυτές οι διαφορετικές θεωρήσεις να αναδειχθούν με παρρησία.

Για μας ο διαχωρισμός κράτους-εκκλησίας είναι στοιχείο μιας δημοκρατικής κοινωνίας, που κατά τη θεώρησή μας σέβεται απόλυτα το θρησκευτικό συναίσθημα και ζωογονεί και την ίδια την εκκλησία. Δεν αποφεύγουμε να συζητήσουμε δύσκολα ζητήματα όπως το θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας, ένα θέμα περίπλοκο με ιστορικές καταβολές, κρατικές παρεμβάσεις, πολλαπλούς φορείς, που δεν του αξίζει επικοινωνιακή διαχείριση και που δένεται με την απόλυτη εξασφάλιση του μισθού και της σύνταξης του κλήρου. Σε κάθε περίπτωση όμως ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ως αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά και ως κυβέρνηση της αριστεράς, θα ακολουθήσει το δρόμο του διαλόγου, της επιδίωξης συναίνεσης, του σεβασμού και της προφύλαξης των θεσμών χωρίς αιφνιδιασμούς.

Στο χωριό μου, το Πέρκο ορεινής Ναυπακτίας, ο παπάς είναι πηγή ζωής και φροντίδας. Δεν θα τον αφήσουμε, αντίθετα, θα τον βοηθήσουμε ώστε οι κόποι μιας ζωής ν' αυγατίσουν. Να βρεθούμε όλοι στους δρόμους της αντίστασης, στους δρόμους της αλληλεγγύης. Μας αξίζει ένα καλύτερο μέλλον.

ΠΗΓΗ: Ιανουάριος 23 2013, http://www.ppol.gr/cm/index.php?Datain=8290

ΒΓΑΛΤΕ ΤΗ ΚΟΥΚΟΥΛΑ κ. ΔΕΝΔΙΑ

ΒΓΑΛΤΕ ΤΗ ΚΟΥΚΟΥΛΑ κ. ΔΕΝΔΙΑ

 

Από το ΕΑΜ*


Η περίπτωση Δένδια από κάθε πλευρά της δεν αποκαλύπτει μόνο τον ίδιο ως επιφανές  χρυσαυγίτικο στέλεχος αλλά και τη «κυβέρνηση» ως διαχειριστή της χρυσαυγίτικης στρατηγικής.

Η χρυσή αυγή δεν συμμετέχει απλά στη κυβέρνηση με το Δένδια αλλά έχει αναδείξει και τη γραμμή της κυρίαρχη και κοινή συνισταμένη του μαύρου τροικανού μετώπου.

Με τη στρατηγική αυτή το μαύρο μέτωπο δεν θέλει απλά να δημιουργήσει ένα εμφυλιοπολεμικό κλίμα για την αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής καταστολής. Επιδιώκει συνειδητά να προκαλέσει και να επιβάλλει πραγματικό εμφύλιο πόλεμο με την μαζική αναπαραγωγή των συνθηκών της μετακατοχικής εποχής. Το φάσμα κατάρρευσης του μαύρου μετώπου και της κυβέρνησης μαζί και ο φόβος των ενόχων έχει κάνει ως φαίνεται μονόδρομο για το καθεστώς της διαφθοράς, της υποτέλειας και της κλεπτοκρατίας το φασισμό που εκπέμπει ολόπλευρα και μεθοδευμένα και δια του Δένδια.

Η στοχοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ και για ευνόητους λόγους κοινοβουλευτικών συσχετισμών έχει φτάσει στο επίπεδο γενικής  προληπτικής πολιτικής λογοκρισίας, απαγόρευσης κάθε πολιτικής έκφρασης του λαού, βίαιης επιβολής σε κάθε θεσμό που υποχρεούται σε εγγυήσεις των δημοκρατικών ελευθεριών τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Στις συνθήκες αυτές δεν υπάρχει χώρος για ουδετερότητα και πολιτική ίσων αποστάσεων, για καμιά δημοκρατική προοδευτική και κομουνιστική συνείδηση. Οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια το λιγότερο σε εντάσσει στις πολιτικές εφεδρείες του μαύρου μετώπου. Εξάλλου η πολιτική ηγεμονία στον αριστερό προοδευτικό και κομμουνιστικό χώρο δεν μπορεί να βασίζεται σε καμιά πολιτική συμφωνία με την ιθύνουσα τάξη και τις δυνάμεις της. Είναι ζήτημα καθημερινού αγώνα δημιουργικής, ιδεολογικής και πολιτικής διαπάλης που σήμερα περνάει από την οικοδόμηση ενιαίου δυναμικού μετώπου απέναντι στον ολοκληρωτισμό και το φασισμό που απειλεί την εργατική τάξη το λαό και τη χώρα.  

* Εργατικό  Αντιιμπεριαλιστικό  Μέτωπο     ΕΑΜ, www.eamgr.wordpress.com 

Προσέλκυση επενδυτών, εκπατρισμός πολιτών

Προσέλκυση επενδυτών, εκπατρισμός πολιτών*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Ο πρωθυπουργός κ. Αντώνης Σαμαράς συναντήθηκε στις 17/12/2012 με τους εκπροσώπους δεκατριών πολυεθνικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων της «Cosco», της «Ρhilip Morris», της «Nestle», της «Procter and Gamble», της «Unilever» και της «Pepsico», προκειμένου να συζητήσει μαζί τους τις προοπτικές ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας, με στόχο τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, πληροφορεί το ηλεκτρονικό «Έθνος» (http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22767&subid=2&pubid=63754498).



* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 359, 16/1/2013.

Ο κ. Σαμαράς επιχείρησε να διαβεβαιώσει τους εκπροσώπους των εταιρειών πως το νέο επενδυτικό νομοσχέδιο που προωθεί η κυβέρνηση θα παράσχει κίνητρα για επενδύσεις, ώστε όσες επιχειρήσεις προσελκυστούν να συναντήσουν φιλικό περιβάλλον ανάπτυξης. Ο πρωθυπουργός επισήμανε πως για τις επιχειρήσεις διανοίγεται κι η προοπτική ενίσχυσης από το τραπεζικό σύστημα, εφόσον μετά από την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα υπάρξουν μεγαλύτερες δυνατότητες στήριξης των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών.

Η εφαρμογή ενός νομοθετικού πλαισίου που θα επιτρέψει την ομαλή λειτουργία των επιχειρήσεων είναι οπωσδήποτε υγιής στόχος. Αν γίνει δεκτό πως επιχειρήσεις με ενδιαφέρον να δραστηριοποιηθούν στην Ελλάδα αποτρέπονται από τη γραφειοκρατία της χώρας και την απουσία ενός σταθερού οικονομικού, κυρίως φορολογικού, περιβάλλοντος, οπότε κι εμποδίζεται ο αποτελεσματικός προγραμματισμός των επιχειρηματικών κινήσεων, καθίσταται κατανοητή η ανάγκη εξορθολογισμού στη λειτουργία της αγοράς. Πώς ακριβώς, όμως, αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση τον σχετικό εξορθολογισμό και σε ποιους αυτός απευθύνεται; Προφανώς ο προσδιορισμός του «λογικού» επισυμβαίνει με διαφορετικά κριτήρια από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Τίνος τη «λογική» υιοθετεί και πραγματώνει η κυβέρνηση;

Ο κ. Σαμαράς, απευθύνοντας το επενδυτικό του προσκλητήριο στους εκπροσώπους των πολυεθνικών εταιρειών, επικαλέστηκε τη σαφή βελτίωση της «ανταγωνιστικότητας» στην Ελλάδα. Ο υπαινιγμός είναι σαφής: το νέο περιβάλλον εργασίας στη χώρα επιτρέπει την απασχόληση φτηνού εργατικού δυναμικού. Επομένως, τα μισθοδοτικά έξοδα της υποψήφιας εργοδοσίας μειώνονται, άρα το ελληνικό επενδυτικό περιβάλλον θα πρέπει να λογίζεται ελκυστικό. Φυσικά, η παραπάνω απλοϊκή συλλογιστική δεν απεικονίζει τη σύνθετη κατάσταση. Η μείωση των μισθών στους εργαζομένους δεν διασφαλίζει την εμπορική επιτυχία μιας επιχείρησης. Αντιθέτως, ένα καταναλωτικό κοινό με περιορισμένη αγοραστική δύναμη αδυνατεί να καταναλώσει. Γι' αυτό ακόμη και πολυεθνικές επιχειρήσεις που ήδη δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα αναγκάστηκαν το 2012 να εγκαταλείψουν τη χώρα, κρίνοντας την παραμονή τους ανούσια. Η βροντερότερη αποχώρηση ήταν εκείνη της αλυσίδας σουπερμάρκετ «Carrefour», η οποία κατέστησε τον όμιλο Μαρινόπουλου αποκλειστικό δικαιοδόχο της (franchisee) στην Ελλάδα, καθώς και σε άλλες βαλκανικές χώρες (1/1/2013, http://news247.gr/eidiseis/afieromata/poies_epixeirhseis_eipan_antio_sthn_ellada_to_2012.2059162.html). Χαρακτηριστική ήταν, σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα του «News247», και η μεταφορά της έδρας της από την «Coca-Cola Hellenic» στην ελβετική Ζυρίχη, ενώ και η ελληνική εταιρεία «ΦΑΓΕ» ακολούθησε τον ίδιο δρόμο, μεταφέροντας την έδρα της στο Λουξεμβούργο.

Οι επιχειρηματικές κινήσεις μεταφοράς της έδρας δεν είναι άσχετες, βέβαια, με την επιδίωξη αποφυγής της φορολόγησης απ' όσες επιχειρήσεις σπεύδουν να εκμεταλλευτούν τις διευκολύνσεις χωρών που λειτουργούν σαν φορολογικοί παράδεισοι. Η Ελβετία και το Λουξεμβούργο ανήκουν στους ευρωπαϊκούς φορολογικούς παραδείσους. Πέρα όμως από τη συγκεκριμένη πραγματικότητα, και πάντα αναφορικά με την ερμηνεία του επιδιωκόμενου εξορθολογισμού στη λειτουργία της αγοράς από την κυβέρνηση, προκύπτει πως η κυβερνητική πολιτική προκρίνει, προκειμένου να ανακόψει την αιμορραγία θέσεων εργασίας, την παροχή κινήτρων μόνο στις μεγάλες επιχειρήσεις, και μάλιστα ούτε καν στις εγχώριες, παρά σε πολυεθνικές της αλλοδαπής! Ενώ η κρίση και η μνημονιακή πολιτική έχουν πλήξει συνολικά τις επιχειρήσεις, μικρές ή μεγάλες, εγχώριες ή πολυεθνικές, ο κ. Σαμαράς και το οικονομικό του επιτελείο επιλέγουν να διευκολύνουν μόνο τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, σε μια πολιτική άνισων αποστάσεων κι ευκαιριών απέναντι στο σύνολο των επιχειρηματιών. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών για το πρώτο τετράμηνο του 2012, εξωθήθηκαν στη διακοπή της λειτουργίας τους 56.664 επιχειρήσεις, ενώ η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.) υπολογίζει σε περισσότερες από 100.000 τις επιχειρήσεις που έπαψαν να λειτουργούν τη διετία 2011-2012 και σε περίπου 500.000 τις χαμένες θέσεις απασχόλησης.

Ποια λογική, λοιπόν, υπαγορεύει την προνομιακή μεταχείριση των πολυεθνικών εταιρειών απέναντι σε όλες τις υπόλοιπες; Το άνοιγμα θέσεων εργασίας που υπόσχονται οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις είναι μικρότερο από εκείνο που θα προέκυπτε, αν οι μικρές επιχειρήσεις δεν είχαν υποστεί την ανελέητη φορολογική επιδρομή του μνημονίου. Το όφελος για την ελληνική πολιτεία θα 'ταν ακόμη μεγαλύτερο από την ενίσχυση των μικρών ελληνικών επιχειρήσεων, δεδομένου πως αυτές δεν φυγαδεύουν τα κέρδη τους σε φορολογικούς παραδείσους, ενώ αναλαμβάνουν με συνέπεια τις υποχρεώσεις τους, σε αντίθεση με τις πρακτικές των πολυεθνικών. Σαν να μην αρκούν όλα αυτά, ο κ. Σαμαράς προτρέπει τις ξένες εταιρείες να παράγουν νέα προϊόντα στην Ελλάδα! Δηλαδή, τον ρόλο που θα έπρεπε να τον επιφυλάσσει, με τα κατάλληλα κίνητρα και τις αντίστοιχες διευκολύνσεις, στο εγχώριο δυναμικό, τον εκχωρεί σε εξωτερικούς παράγοντες, αρνούμενος να προβεί στις κινήσεις που θα καθιστούσαν τη χώρα αυτοεξυπηρετούμενη κι αυτάρκη.

Πώς αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση την άσκηση κριτικής στην πελαγοδρομούσα «λογική» της; Ως επίθεση ενάντια στην επιχειρηματικότητα κι ως αντίδραση στην έλευση καινούριων ιδεών! Γι' αυτό κι ο κ. Σαμαράς περιφέρει την ανάγκη προς «απενοχοποίηση της επιχειρηματικότητας» (17/12/2012, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22767&subid=2&pubid=63754498), ενώ ο υπουργός Ανάπτυξης κ. Χατζηδάκης δηλώνει αποφασισμένος «να μην επιτρέψει σε όσους φοβούνται το καινούριο και να κρατήσουν την Ελλάδα στο παρελθόν» (11/12/2012, http://www.iefimerida.gr/node/80880#ixzz2EkChDKB2). Υπηρετώντας τις υπαγορεύσεις των μνημονίων, που 'χουν πισωγυρίσει οικονομικά και κοινωνικά τη χώρα στην πέτρινη δεκαετία του 1960 και της μετανάστευσης, θα πρέπει ο κ. Χατζηδάκης να αντιλαμβάνεται το παλιό και το καινούριο εντελώς αφελώς μοναχά σαν γραμμική χρονική εξέλιξη. Μα αν το νεοφιλελεύθερο δόγμα είναι ό,τι πιο πρόσφατο εφαρμόζεται στην πολιτική σκηνή από την άποψη της οικονομικής θεωρίας, τα αποτελέσματά του κάθε άλλο παρά το καινούριο υπηρετούν, καθώς η στόχευσή του αποβλέπει στην παλινόρθωση του μεσαίωνα, της φεουδαρχίας και της δουλοπαροικίας. Πώς γίνεται, επομένως, ο υπερασπιστής του «νέου» να εφαρμόζει στην πράξη ό,τι πιο απαρχαιωμένο, ό,τι πιο σαθρό κι αντικοινωνικό;

Μα και το επιχείρημα του κ. Σαμαρά δεν υστερεί σε απλοϊκότητα, αν όχι και σε αφέλεια, από εκείνο του κ. Χατζηδάκη. Γιατί όταν ο κ. Σαμαράς εκθειάζει την «επιχειρηματικότητα», έχει στο νου του μια εξαιρετικά επιλεκτική επιχειρηματικότητα, που προορίζεται μονάχα για τις αλλοδαπές πολυεθνικές επενδύσεις ή για τις μεγαλοϊδιωτικές! Για εγχώριες συνεταιριστικές επιχειρήσεις, για μικρομεσαίες ελληνικές επιχειρήσεις, για επιχειρήσεις του ελληνικού δημοσίου δεν περισσεύει πουθενά χώρος στη συλλογιστική του κ. Σαμαρά! Αν καλπάζει σήμερα η ενοχοποίηση της επιχειρηματικότητας, καλπάζει σε βάρος ακριβώς των προηγούμενων μορφών επιχειρηματικής δραστηριοποίησης, κι όχι σε βάρος της πολυεθνικής επιχειρηματικότητας, την οποία υπερασπίζεται ο Έλληνας πρωθυπουργός σαν να υπερασπίζεται συμφέροντα εθνικά, ενώ αντιθέτως τα υπονομεύει. Γιατί εθνικά συμφέρον είναι το κοινωνικά συμφέρον. Και κοινωνικά συμφέρον είναι ό,τι προάγει την ποιότητα ζωής των πολλών βασιζόμενο σε ανθρωπιστικές αξίες και στις αρχές των ίσων ευκαιριών και της δικαιοσύνης, και όχι ό,τι ευνοεί την υπερσυγκέντρωση του πλούτου σε λίγους και την άνθηση μόνο εκείνων.

Η πολιτική, συνεπώς, που κατεξοχήν θα επέτρεπε την ανάκαμψη της χώρας και τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της λοιδορείται και καταδιώκεται: αντί να επιβραβεύονται οι μικροί επαγγελματίες και να ενισχύεται με διευκολύνσεις η συμμετοχή τους στην παραγωγική διαδικασία της χώρας, στραγγαλίζονται από τις φοροεπιδρομές των μνημονίων· αντί να αναδεικνύεται η τεχνογνωσία των Ελληνικών Πετρελαίων από την πολύχρονη αξιοποίηση των κοιτασμάτων της Θάσου, η δημόσια επιχείρηση ιδιωτικοποιείται ή παρακάμπτεται υπέρ των πολυεθνικών, ώστε τα οφέλη να αποδημούν από τη χώρα· αντί να επιστρατεύεται η Ελληνική Βιομηχανία Όπλων για την άμυνα της χώρας, παροπλίζεται και διαλύεται προς όφελος των αλλοδαπών βιομηχανιών όπλων, ρίχνοντας την ελληνική άμυνα σε κώμα, ετοιμοθάνατη στην εντατική· αντί να οργανώνεται η γεωργική παραγωγή προς εξασφάλιση της επάρκειας σε τρόφιμα, επωάζονται τα παντοειδή καρτέλ που λυμαίνονται την αγορά, ενώ οι υγιείς δημόσιες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να λειτουργούν ανταγωνιστικά συγκρατώντας τις τιμές. Να ποια πραγματικά είναι η ενοχοποιημένη επιχειρηματικότητα.

Ο δρόμος της ανάκαμψης διέρχεται εμφανώς από την υγιή λειτουργία των επιχειρήσεων και την επίτευξη της παραγωγικής αυτονόμησης της χώρας. Στην πορεία αυτή προφανώς κι έχει θέση η σύννομη ιδιωτική επιχειρηματικότητα. Είναι όμως αδιανόητο να ενθαρρύνεται η επιχειρηματικότητα με όρους μεροληπτικούς υπέρ συγκεκριμένων ιδιωτικών επενδύσεων, που καταστρατηγούν τον δίκαιο ανταγωνισμό, η δε μεροληψία να αποδίδεται στον εκβιασμό μιας πιθανής αποχώρησης των ιδιωτικών εταιρειών από τη χώρα και στην απώλεια θέσεων εργασίας. Οι αντίστοιχοι εκβιασμοί πάντα βρίσκουν ερείσματα στην ανυπαρξία εναλλακτικών προτάσεων. Αν η πολιτική αποφασίσει με σθένος να ακυρώσει τα ιδιωτικά μονοπώλια, ακόμη και με την ενεργοποίηση μιας υγιούς κρατικής επιχειρηματικότητας, οι σχετικοί εκβιασμοί θ' αποβούν μετέωροι.

Χωρίς να αναμένεται μια ειλικρινής αναμέτρηση της κυβερνητικής πολιτικής με τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδά της, η πικρή γεύση της φοβικής υποχωρητικότητας, της υπονόμευσης των εθνικών συμφερόντων, της ανελέητης καταδίωξης κι εξαθλίωσης των πλατιών κοινωνικών στρωμάτων εξακολουθεί να δηλητηριάζει έναν λαό που παρακολουθεί την προσέλκυση αλλοδαπών επιχειρήσεων στην επικράτειά του μέσω των παρεχόμενων σ' αυτές διευκολύνσεων, όταν οι δικές του οικονομικές δραστηριότητες κατατρέχονται κι ο ίδιος εξωθείται σε εκπατρισμό, στην εγκατάλειψη της εστίας του και στη μετανάστευση: τη μετανάστευση που θα επιτρέψει στο κυβερνητικό επιτελείο να «επενδύει» ολομόναχο, να περιαυτολογεί ολομόναχο, και να χρεοκοπεί εντέλει ολομόναχο.

Η ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΙΣ ΚΑΛΠΕΣ

Η ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΙΣ ΚΑΛΠΕΣ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι ο ελληνικός λαός έχει απηυδήσει από τις εξελίξεις των πολιτικών πραγμάτων και αυτό θα έπρεπε να καταστήσει τους πρωταγωνιστές του Κοινοβουλίου μας προσεκτικότερους και σοβαρότερους. Όμως αυτό δεν συμβαίνει και τελευταίο δείγμα συνιστά η οξεία διαμάχη για την ψηφοφορία περί παραπομπής ή μη προσώπων ενεχομένων στην υπόθεση μη αξιοποίησης καταλόγων Ελλήνων πολιτών που μετέφεραν σημαντικά χρηματικά ποσά στο εξωτερικό.

Η χώρα περνά τη «Μεγάλη εβδομάδα» της και οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι του λαού για μία ακόμη φορά έδειξαν ότι γι' αυτούς το πολύ πολύ να υπάρχει το κόμμα τους, αν υπάρχει βέβαια και αυτό και όχι μόνο ο εαυτός τους. Διότι πολλές μάχες δόθηκαν επί προσωπικού, καθώς ο κίνδυνος παραπομπής ενδεχομένως να συνιστούσε για κάποια πρόσωπα το τέλος τουλάχιστον του πολιτικού βίου, αν όχι κάτι βαρύτερο. Ο λαός πάντως άντεξε μία ακόμη φορά να παρακολουθήσει τη φαγωμάρα, η οποία τίποτε το ευοίωνο δεν συνιστά για το μέλλον του τόπου. Έχει ο λαός μας ακόμη αντοχές; Έχει ακόμη ελπίδες στηριγμένες στην πολιτική; Ή μήπως έχει αποκτήσει επικίνδυνο εθισμό στο να ταλανίζεται παρακολουθώντας το επαναλαμβανόμενο θέατρο της βουλευτικής σκηνής;

Τελικά, καθώς στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα (Σοφή άποψη δημοκρατικού λαμόγιου, την οποία αναμασούν ευκαίρως ακαίρως πάντες οι άγευστοι δημοκρατίας αλλά αρκούντως ευνοημένοι απ' αυτήν!), η Βουλή έδωσε λύση: Παραπέμπεται στην εξεταστική εις!  Ένας με τη σκέψη ότι η αθώωση πάντων θα ξεσήκωνε λαϊκή οργή; Πιθανόν. Το σύστημα στην προσπάθειά του να διατηρήσει ευστάθεια θυσιάζει κατά καιρούς κάποιους, ακόμη και εκλεκτούς του. Ο παραπεμφθείς ταπεινός και συμπαθής πλέον μπροστά στην αδυναμία του απολογήθηκε και, όπως ήταν φυσικό, διακήρυξε την αθωότητά του! Δεν έπεισε; Μάλλον η απόφαση ήταν ήδη παρμένη.

Δεν θα σταθούμε στην αθωότητα ή ενοχή του παραπεμπομένου. Θα προχωρήσουμε στην εξέταση της πολιτικής του ιστορίας για να επισημάνουμε άλλα σημεία πολύ πιο ενδιαφέροντα. Μετά δεκαετή συνεργασία με τον ΟΟΣΑ εμφανίζεται ξαφνικά ως σύμβουλος του τότε πρωθυπουργού (1998). Αναλαμβάνει διάφορα καθήκοντα με κορυφαίο του συντονιστού της διαδικασίας της «Λισσαβόνας» για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση (Αχ λαέ μου! Ανέχεσαι ακόμη να σε εξαπατούν με όρους σαν κι αυτόν!). Ο λαός της Κοζάνης τον τίμησε με την ψήφο του και τον ανέδειξε βουλευτή (2007). Αλλά ο φέρελπις ήταν πλασμένος για το πολύ υψηλά! Το 2008 ήταν επικεφαλής του καταλόγου των υποψηφίων του κόμματός του για το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο και μόλις  μετά έτος περίπου ανέλαβε καθήκοντα υπουργού οικονομικών (ακόμη πιστεύουμε ότι αναλαμβάνουν οι υπουργοί καθήκοντα;) και με την ιδιότητα αυτή υπέγραψε τη δανειακή σύμβαση με την τριάδα των κατακτητών μας.

Στα ανωτέρω, τα οποία έχουν αντληθεί από ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια δεν περιλαμβάνεται κάποιο στοιχείο, ίσως επειδή οι συντάκτες του δεν θεώρησαν σημαντικό. Ο αναγνώστης καλείται να κρίνει, αν είναι η όχι. Από το βήμα της Βουλής έγινε καταγγελία ότι  ο παραπεμπόμενος συνεργάστηκε για διάστημα με την Goldmann Sachs! Ποια είναι αυτή. Μπορεί να μη τη γνωρίζαμε όταν ανέλαβε, με το αζημίωτο βέβαια, να «φτιασιδώσει» την ελληνική οικονομία, προκειμένου να εξαπατήσουμε τους «κουτόφραγκους» και να μας εντάξουν στην «Ευρωζώνη»! Τώρα όμως είναι αρκούντως γνωστός ο ρόλος της στο να σπείρει συμφορές εκεί όπου οι κυβερνήσεις (ας τις χαρακτηρίσει ο αναγνώστης) την καλούν να «σιάξει» τα οικονομικά των χωρών τους! Φυσικά δεν είναι δύσκολο να ερευνηθεί η σχέση της με το ενιαίο και πανίσχυρο τραπεζικό σύστημα, την αγορά για να γίνω πιο σαφής, και τους έντιμους οίκους αξιολόγησης των οικονομιών των χωρών (Συγκοινωνούντα δοχεία!).

Στο ζώνη του Ευρώ εισήλθαμε όντες ήδη χρεωμένοι και αυτό μας αποτελείωσε. Οδηγηθήκαμε στην «σωτήρια» αγκαλιά του Δ.Ν.Τ. με συνέπεια να ογκώνεται καθημερινά η φτώχια και η ανεργία και η κυβέρνηση (συγκυβέρνηση των μέχρι πρότινος εμπαθών αντιπάλων με προβαλλόμενες ως οξύτατες τις κοινωνικοπολιτικές τους διαφορές (θέατρο η Βουλή)) στοχοποιεί τον λαό και τη χώρα, προκειμένου να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των απλήστων για κέρδη δανειστών μας!

Είναι μείζον το ζήτημα της μη αξιοποίησης ενός καταλόγου απάτριδων πλουτοκρατών και έλλασσον η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, η προαγγελθείσα από πρόεδρο της Βουλής κατά υποδοχή νεοεκλεγέντος τότε προέδρου της χώρας – προτεκτοράτου; Και αν λοιπόν υπάρχει ενοχή, αυτή είναι μόνο ενός προσώπου; Ενέχονται οι υπουργοί και είναι αθώοι οι πρωθυπουργοί;

Η μείζων αντιπολίτευση προετοιμαζόμενη για την εξουσία επιδιώκει πρωτίστως την αύξηση της εκλογικής της βάσης, όπως έκαναν και όλοι οι προηγηθέντες. Ο λαός αποκαμωμένος θα της δώσει την ψήφο του, αν και το σύστημα εγκρίνει την άνοδό της στην εξουσία. Άλλωστε δείγματα γραφής της ήδη υπάρχουν καθησυχαστικά: Ναι στην ΕΕ. Ναι στην Ευρωζώνη. Από πού τελικά έξω.

Δεν θέλω να παραστήσω τον ήρωα. Ο αγώνας, για να αποκτήσουμε εκ νέου την ελευθερία και την αξιοπρέπειά μας δεν είναι διόλου εύκολος. Χρειάζονται κόποι, θυσίες, αίμα και προπάντων ομοψυχία. Η νίκη της χώρας δεν μπορεί να είναι ενός κόμματος επιτυχία, αλλά των Συνελλήνων. Και, δυστυχώς, κανένας πολιτικός δεν κάνει λόγο γι' αυτά. Ζητά από τον λαό μόνο την ψήφο. Αυτός στη συνέχεια ήσυχος μπορεί να απολαμβάνει τα σήριαλ ή τις πολιτικές αντιπαραθέσεις καθισμένος στον καναπέ του έστω και άνεργος.

Κανένας από τους πολιτικούς δεν αναγνωρίζει ότι βιώνουμε κρίση πνευματική τεραστίων διαστάσεων ως λαός. Αφού ούτε η Διοικούσα Εκκλησία εκφράζει επ' αυτού ξεκάθαρο λόγο.

Ταλαίπωρε λαέ. Θα είσαι για καιρό πολύ ακόμη δεμένος στον βράχο και γύπας θα τρώγει το συκώτι σου. Ο λυτρωτής που κατέβηκε για σένα στα ανήλιαγα του Άδη βάθη δεν γίνεται αποδεκτός ως σωτήρας σου! Τρέχεις πίσω από εγκόσμιους «σωτήρες», γόητες που πλανώνται και πλανούν. Τι τάχα ακόμη περιμένεις;

«ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ», 21-01-2013      

Ο πολιτικός Χριστός…

Ο πολιτικός Χριστός…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Μετά την Πρωτοχρονιά ο μακαριστός Μητροπολίτης της Αίγινας, αείμνηστος Ιερόθεος, συνήθιζε να μας καλεί στο μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου, για να κόψουμε τη βασιλόπιτα. Κάποια χρονιά είχε μαζί του και άλλους δυο Μητροπολίτες. Μας έβαλε και διαβάσαμε την ευαγγελική περικοπή της 1ης Σεπτεμβρίου, που είναι η Πρωτοχρονιά του εκκλησιαστικού έτους.

Στην περικοπή αυτή ο Χριστός διαβάζει, στη συναγωγή της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Ναζαρέτ, τα σχετικά με τον Μεσσία λόγια του Ησαΐα.  Συμφωνά με τα οποία, έργο του Μεσσία είναι να καταπιαστεί, όχι μόνο με τα πνευματικά, αλλά και με τα υλικά προβλήματα των ανθρώπων: Τη φτώχεια, τη σκλαβιά την αρρώστια…

Για να γίνει περισσότερο κατανοητό το περιεχόμενο της περικοπής, διαβάσαμε και τη σχετική ερμηνεία του αείμνηστου Παναγιώτη Τρεμπέλα. Η οποία όμως έδινε, σε όλο, σχεδόν, το περιεχόμενο της περικοπής πνευματικό νόημα. Γνώμη, με την οποία συμφωνούσαν και οι τρεις μητροπολίτες…

Ένα όμως παπαδάκι τόλμησε να διαφωνήσει: Δεν μπορούμε, είπε, να δίνουμε σε όλα πνευματικό νόημα! Δεν θεράπευσε ο Χριστός αρρώστους; Τυφλούς, χωλούς, παράλυτους; Ή μήπως δεν χόρτασε τους πεινασμένους στην έρημο!

Δεν καταδίκασε όλους αυτούς, που ανατρέπουν τη δικαιοσύνη και πρόνοια του Θεού, στις οποίες ο ίδιος έδινε πρωταρχική σημασία; Δεν είχαν οι πρώτοι χριστιανοί εφαρμόσει καθεστώς κοινοκτημοσύνης; Όπου ο καθένας πρόσφερε, ανάλογα με τις δυνάμεις του και έπαιρνε, ανάλογα με τις ανάγκες του; Με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κανένας φτωχός ανάμεσά τους!… Και στην περίπτωση, που το καθεστώς αυτό διαταράχτηκε απ' την ιδιοτέλεια των εχόντων και κατεχόντων, οι απόστολοι υπέδειξαν την εκλογή των επτά διακόνων. Και μάλιστα με τα πλέον δημοκρατικά και καθαρά κριτήρια:


Ποια κριτήρια;

1. Να έχουν αυτοί, που θα εκλέγονταν, καλή φήμη. Έτσι ώστε να μη συμβαίνουν τα όσα συμβαίνουν στις μέρες μας. Όπου το «χριστεπώνυμο» πλήρωμα χειροκροτεί, ζητωκραυγάζει και εκλέγει τους επαγγελματίες ψεύτες, κλέφτες και απατεώνες…

2. Να έχουν οι εκλεγόμενοι γνώση του αντικειμένου, με το οποίο θα ασχοληθούν. Και να μην ισχύει, όπως τώρα, το καθεστώς της ημετεροκρατίας. Όπου άσχετοι άνθρωποι αναλαμβάνουν αρμοδιότητες άσχετες με το γνωσιολογικό τους οπλοστάσιο. Σε σημείο, ώστε κάποτε, ακόμη και θεολόγοι, να γίνονται υπουργοί Βιομηχανίας. Και άλλα πολλά τέτοια οξύμωρα και παράδοξα… Και:

3. Να είναι φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα. Που σημαίνει να ρυθμίζουν το βίο και την πολιτεία της κοινωνίας σύμφωνα με τη δικαιοσύνη. Και όχι να πολεμούν με όλους τους υποχθόνιους τρόπους κάθε μορφή κοινωνικής πρόνοιας. Όπως οι τωρινοί εκπρόσωποι του μισάνθρωπου σιωνισμού και του απάνθρωπου ναζισμού… Βέβαια στην ομήγυρη εκείνη της πρωτοχρονιάτικης πίτας δεν ειπώθηκαν όλα αυτά. Γιατί ούτε ο χώρος ούτε ο χρόνος το επέτρεπαν.

Αλλά όλα αυτά και πάμπολλα άλλα, που θα μπορούσαν να ειπωθούν, δείχνουν ότι ο Χριστός δεν ήταν μονοφυσίτης. Δεν ασχολήθηκε, δηλαδή, μόνο με τα, λεγόμενα, «πνευματικά» και «μεταφυσικά» θέματα. Λες και η δικαιοσύνη και η πρόνοια δεν είναι πνευματικό και μεταφυσικό θέμα… Αφού στη Δευτέρα Παρουσία του ο Χριστός θα δώσει απόλυτη, σχεδόν, προτεραιότητα στα γήινα και υλικά προβλήματα των ανθρώπων.

Και θα πει στους κρινόμενους τα περίφημα εκείνα: Πείνασα και δίψασα και ήμουν φυλακισμένος και ξένος και άρρωστος και δεν με φροντίσατε… Που σημαίνει ότι ο Χριστός ασχολήθηκε αναμφίβολα και με τα γήινα και υλικά προβλήματα των ανθρώπων. Που, σε τελική ανάλυση, είναι και αυτά, πέρα για πέρα πνευματικά. Αφού την επίλυση αυτών καθόρισε, ως βασικό κριτήριο, για τον αιώνιο προορισμό του ανθρώπου.

Και προς αυτή την κατεύθυνση χρησιμοποίησε «τον τομότερον υπέρ δίστομον μάχαιραν» και καταλυτικό λόγο του. Χωρίς, σε καμιά περίπτωση, να πει στους Αποστόλους να εγκαταλείψουν το φραγγέλιο της αλήθειας και της δικαιοσύνης, για ν' ασχολούνται μόνο με τις κηδείες και τα μνημόσυνα…

Κλείνοντας τα μάτια μπροστά στο όργιο της αρπαγής και της ληστείας του επιούσιου άρτου του λαού εκ μέρους της πολιτικάντικης και τοκογλυφικής μαφίας και αλητείας. Για να εκλιπαρούν, εκ των υστέρων, απ' τους ανελέητους και άσπλαχνους προδότες και δολοφόνους έλεος και ευσπλαχνία!

Και να προσπαθούν να μπαλώσουν τα αμπάλωτα με τα ψίχουλα της οποιασδήποτε ελεημοσύνης…


Παπα-Ηλίας, Ιανουαρίου 21, 2013, http://papailiasyfantis.wordpress.com/2013/01/21/…82/  e-mail: Yfantis.ilias@gmail.com