Λειτουργία επ. έρευνας – λειτουργική γνωσιολογία

Η λειτουργία της επιστημονικής έρευνας και η λειτουργική γνωσιολογία

 

Του π. Γεωργίου Αναγνωστόπουλου*

 

Eισαγωγή

 
 
 
Πριν από λίγα χρόνια βρέθηκα επισκέπτης στην Ι. Μ. του Τ. Προδρόμου, στο Essex της Μ. Βρετανίας, που αποτελείται από Oρθόδοξους μοναχούς από όλη την Ευρώπη. Το μοναστήρι αυτό το ίδρυσε ένας εξέχων πνευματικός άνθρωπος της εποχής μας, ο γέροντας  Σωφρόνιος  Σαχάρωφ, Pώσος στην καταγωγή, ζωγράφος και πνευματικός αναζητητής στα νεανικά του χρόνια, ασκητής στο Άγιον Όρος στην συνέχεια και πνευματικός οδηγητής πολλών Eυρωπαίων προς το τέλος της ζωής του. Στην Μονή μού ζήτησαν να μιλήσω σε μια σύναξη προσκυνητών.

Ήταν δύσκολο για μένα να δεχθώ την πρόσκληση αυτή, μέχρι που πήρα στα χέρια μου ένα βιβλίο του Γέροντα Σωφρονίου, με τίτλο «Περί Προσευχής», και διάβασα την πρώτη φράση του βιβλίου. Συνειδητοποίησα το θέμα για το οποίο θα μπορούσα να πω λίγα λόγια. Η πρώτη φράση του βιβλίου ήταν η εξής: «Η προσευχή είναι ατελεύτητος δημιουργία, ανωτέρα πάσης τέχνης ή επιστήμης[1]». Η τοποθέτηση αυτή ήταν το έναυσμα για εκείνη την μικρή ομιλία και για σκέψεις συνεχείς τα επόμενα χρόνια, και κατά κάποιο τρόπο, είναι και η βάση της σημερινής μου ομιλίας.

Η θέση ότι «η προσευχή είναι ανωτέρα πάσης τέχνης ή επιστήμης», προκύπτει ως αποτέλεσμα συγκρίσεως και υποδηλώνει μια συσχέτιση μεταξύ της προσευχής αφενός και της τέχνης ή της επιστήμης αφετέρου. Παρουσιάζεται λοιπόν η Προσευχή ως οδός γνώσεως και εμπειρίας, αφού συγκρίνεται με την Επιστήμη και ως οδός ομορφιάς και δημιουργίας – μάλιστα «ατελεύτητης δημιουργίας»-, αφού συγκρίνεται με την Τέχνη.

Θα συζητήσω λοιπόν στην συνέχεια ορισμένα χαρακτηριστικά της ερευνητικής πρακτικής και μεθοδολογίας, συγκρίνοντάς τα με χαρακτηριστικά της πορείας προς την πνευματική γνώση, όπως αυτή μας παραδίνεται μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, και μάλιστα στην ζωή και το πνεύμα της Θείας Λειτουργίας. Και, κατά κάποιο τρόπο, θα παρουσιάσω τις ταπεινές μου παρατηρήσεις, ως επιβεβαίωση του αποφθεγματικού λόγου του Γέροντα Σωφρονίου. Ότι, δηλαδή, «Η προσευχή είναι ατελεύτητος δημιουργία, ανωτέρα πάσης τέχνης ή επιστήμης».

Τι είναι η Θ. Λειτουργία; Είναι αυτή που δίνει ζωή μέσα στους αιώνες σε εκατομμύρια ανθρώπους. Είναι σαν σταγόνες βροχής που πέφτουν ήρεμα και ποτίζουν τη γη για να βλαστήσει. Είναι σαν φωτιά που θερμαίνει την ύλη για να γίνει φωτιστική. Είναι σαν απειλητικός άνεμος, στον οποίο δεν αντέχουν οι θεωρητικές κατασκευές και οι ιδιοτελείς προθέσεις, και υποχωρούν.

Και τι είναι η Επιστήμη; Είναι εκείνο το φαινόμενο που έχει προσδιορίσει σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη των δυτικών κοινωνιών τους τελευταίους αιώνες, και ολοκλήρου σχεδόν του κόσμου σήμερα.

Μία σύγκριση, λοιπόν, των δύο μεθόδων γνώσεως, της Λειτουργικής και Επιστημονικής, είναι, κατά τη γνώμη μας, εξαιρετικής σημασίας για την ζωή μας σήμερα.


ΜΕΡΟΣ Α

 


Α1. H πίστη ως προϋπόθεση της γνώσης


Προ καιρού βρέθηκα σ' ένα Πανεπιστήμιο στην Μ. Βρετανία για μια επιστημονική συνεργασία. Εκεί με πλησίασε ένας Έλληνας ερευνητής με φιλοσοφικές ανησυχίες και η συζήτηση εξελίχθηκε γρήγορα σε διερεύνηση καίριων επιστημολογικών θεμάτων. Ο συνομιλητής μου επιτέθηκε στη νεώτερη Επιστημολογία. «Είχα επισημάνει, πρώτος νομίζω, μου λέει, ότι οι αρχές του Popper είναι ανορθολογικές. Ό,τι δεν αποδεικνύεται ορθολογικά δεν το συζητάμε», πρόσθεσε με ύφος που μάλλον ήθελε να προκαλέσει την αντίδρασή μου. «Θα θέλατε να μου ορίσετε τι εννοείτε "αληθές";», ερωτώ. «Αληθές, μου απαντά με ευκολία, είναι ό,τι μπορεί να αποδειχθεί επιστημονικά». «Μάλιστα. Η δήλωση που μόλις εκφέρατε μπορεί να αποδειχθεί επιστημονικά;», ερωτώ πάλι. «Όχι», μου απαντά με κάποιο τρόπο σαν να επειγόταν τώρα να εξομολογηθεί. «Ασφαλώς, ο ορισμός της επιστημονικής αλήθειας στηρίζεται σε μια λογική αντίφαση».

Ανέφερα τον προηγούμενο διάλογο, γιατί θεώρησα σημαντικό όχι την αξία των απαντήσεων που έδωσε ο συνομιλητής μου, που δεν ήταν πρωτότυπες, αλλά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος συνομιλητής μου μπορούσε να επιμένει σε μια «ορθολογική» περιγραφή της επιστήμης, έχοντας υπόψη του όλα τα κενά του Λογικού Θετικισμού και την επαναστατική αντίληψη για την επιστημολογία που έχουν επιβάλει στην νεότερη επιστημολογία με τις έρευνες τους οι Popper, Khun, Lakatos, Feyerabend και άλλοι. Διότι βέβαια, η απάντηση στο ερώτημα «τι σχέση έχει επιστήμη με την αλήθεια» ή και ακόμη στο ερώτημα «ποιο είναι το κριτήριο της επιστημονικής γνώσης» δεν δίνεται από τον άνθρωπο ως επιστήμονα, διότι καμία επιστημονική θεωρία δεν αντιμετωπίζει το ανωτέρω ερώτημα, αλλά δίνεται σ' ένα ορίζοντα ευρύτερο της επιστημονικής μεθόδου. Δίνεται δηλαδή από τον επιστήμονα ως άνθρωπο-φιλόσοφο.

Η άποψη του συνομιλητή μου, ότι η επιστημονική περιγραφή του κόσμου είναι η τελική γνώση της αλήθειας, προϋποθέτει την άποψη ότι ο κόσμος είναι πλήρως αναγνώσιμος δια της επιστημονικής μεθόδου. Αλλά από πού προκύπτει ότι ο άνθρωπος με τις δυνάμεις του – την επιστημονική μέθοδο- μπορεί να γνωρίσει τον κόσμο απολύτως; «Η πίστη αυτή στην επιστήμη, έτσι όπως υπάρχει σήμερα, είναι εξίσου ανορθολογική με την οποιαδήποτε θρησκευτική πίστη. Η μεγάλη πλειοψηφία των σημερινών ανθρώπων, μαζί και οι επιστήμονες, δεν έχουν έναντι της επιστήμης ορθολογική στάση: πιστεύουν σ' αυτήν. Πρόκειται πράγματι για ένα είδος πίστης. Και αυτή την πίστη πρέπει να διαλύσουμε, που μεταφράζεται στην ιδέα ότι οι γιατροί, οι μηχανικοί, οι φυσικοί, οι οικονομολόγοι κατέχουν την απάντηση για όλα τα προβλήματα που τίθενται στην ανθρωπότητα», έγραψε ο διακεκριμένος Έλληνας φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης[2].

Είναι προφανές ότι η άποψη του Διαφωτισμού και του Λογικού Θετικισμού, που αποδέχεται την χρήση της επιστημονικής μεθόδου ως του μόνου έγκυρου οργάνου γνώσεως, ανάγει τον δημιουργό και χρήστη της επιστημονικής μεθόδου, τον άνθρωπο, σε απόλυτο κριτή της αλήθειας του Είναι, σε Κύριο και Θεό. Πρόκειται για την πιο ισχυρή έκφραση της ανθρωποκεντρικής αρχής. Αλλά η πίστη, όχι βέβαια στον πεπερασμένο άνθρωπο, αλλά στον Θεάνθρωπο είναι μια στάση που βρίσκεται και στην αρχή της Λειτουργικής Γνωσιολογίας. Η πίστη στην Αλήθεια του Θεανθρώπου είναι η βάση από την οποία ξεκινά ο άνθρωπος την πορεία προς την γνώση του Θεού.


Α2. H γνώση ως λειτουργία


Γνωρίζει κανείς την επιστημονική μέθοδο έρευνας της φύσης κάνοντας ο ίδιος έργο-έρευνα και όχι απλά διαβάζοντας επιστημονικά εγχειρίδια, όπου προσφέρεται μια τυπική γνώση. Ο Khun θα γράψει στο κλασικό του έργο «Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων»: «Η έννοια της επιστήμης που προκύπτει από αυτά (τα κλασικά κείμενα και τα εγχειρίδια) μπορεί να συγκριθεί με την εικόνα ενός εθνικού πολιτισμού που σχηματίζεται από τουριστικά φυλλάδια ή από εγχειρίδια ξένων γλωσσών»[3].

Πράγματι, η πρόοδος στην επιστημονική γνώση λειτουργεί εντός ενός πλαισίου ζωής και δράσεως που περιέχει, αλλά και υπερβαίνει την διαδικασία μάθησης ως ανάγνωσης ενός (επιστημονικού) κειμένου. Το πλαίσιο αυτό περιλαμβάνει την προσωπική ερευνητική δραστηριότητα, τη μαθητεία σε άλλους επιστήμονες – ερευνητές, την εξοικείωση με το πείραμα και την θεωρητική ανάλυση, την διεπιστημονική προσέγγιση, την συμμετοχή σε επιστημονικά Συνέδρια, Συναντήσεις και Ενώσεις, την διαδικασία κρίσεως και δημοσιεύσεως ερευνητικών αποτελεσμάτων σε επιστημονικά Περιοδικά, την συνεργασία με άλλους επιστήμονες, την καθοδήγηση επιστημονικής ομάδας, την αλληλεπίδραση με το πολιτιστικό, πολιτικό, θρησκευτικό και κοινωνικό περιβάλλον, την αλληλεπίδραση με την τεχνολογία και την βιομηχανία κ.λπ.

Αλλά και η πνευματική γνώση μέσα στην εκκλησία είναι μια πορεία που υπερβαίνει την έννοια της γνώσης ως απλής διαδικασίας ανάγνωσης και έχει λειτουργικό χαρακτήρα, όπως η επιστημονική γνώση, που περιγράφηκε ανωτέρω. Η πορεία προς την πνευματική γνώση μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία είναι λειτουργική με την έννοια ότι έχει χαρακτήρα εμπειρικό, κοινωνικό και δυναμικό (βλ. επόμενα κεφάλαια).

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία το κέντρο, η καρδιά και ταυτόχρονα η έκφραση της αληθινής ζωής είναι η Θ. Λειτουργία (Λειτουργία = έργο του λαού), εκεί όπου ποιείται το έργο του λαού μέσα σε ύμνους, λόγο, εικόνα, κίνηση, ευωδία, σωματική άσκηση, Άρτο και Οίνο. Εκεί, στην Θ. Λειτουργία λειτουργούνται όλες οι αισθήσεις και όλος ο νους για να φθάσουν στην υπερ-αίσθηση θέαση του Μυστηρίου της Ζωής.

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία η Γραφή είναι το υπέρτατο γραπτό κείμενο. Η Γραφή όμως δεν νοείται έξω ή εκτός της Εκκλησίας, αλλά εντάσσεται, δηλαδή αναγιγνώσκεται και κατανοείται, εντός της Θ. Λειτουργίας και της Εκκλησίας.

Πριν από μερικά χρόνια σε μια εκδήλωση μέσα στο αμφιθέατρο της Πολυτεχνικής μας Σχολής μίλησε ένας βουλευτής των Αθηνών, αξιόλογος πολιτικός και διανοητής. Ήταν χαρακτηριστικό ότι, παρά την ευχάριστη έκπληξη που είχαμε να προσεγγίζει ευρύτερα θέματα παιδείας και πολιτισμού, ο ομιλητής έκανε με ευπρέπεια, αλλά πάντως μια εκτός τόπου και χρόνου τοποθέτηση, κατά την οποία ο Χριστιανισμός είναι μια θρησκεία των κειμένων, και όχι μια θρησκεία που έχει κίνηση, ύμνους κ.λπ., όπως για παράδειγμα στους Ορφικούς. Και απορεί κανείς πως μπορεί να βλέπει διανοούμενο πολιτικό που ζει στην Ελλάδα και να έχει μια άποψη για τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό σαν αυτή που θα είχε ένας αλλοδαπός που δεν είχε ενημερωθεί σχετικώς ούτε καν από ανάγνωση περί της Ορθοδόξου Εκκλησίας.


Α3. Η εμπειρία ως βάση της γνώσης


Μια άλλη συσχέτιση που ανιχνεύουμε μεταξύ της λειτουργίας της επιστημονικής γνώσης και της φύσεως της γνώσης που μας προσφέρει η Θ. Λειτουργία είναι η υφή της γνώσης ως εμπειρίας.

Η επιστημονική μεθοδολογία καταξιώθηκε και καταξιώνεται συνεχώς χάριν της συνδέσεώς της με τα εμπειρικά δεδομένα, και την πειραματική επαλήθευση θεωρητικών προτάσεων ή ενός θεωρητικού προτύπου (μοντέλου). Αυτή η σύνδεση της γνώσης με την εμπειρία έχει προσδώσει μια αίγλη στην επιστήμη τους τελευταίους αιώνες, σε αντιπαράθεση με οποιαδήποτε άλλη γνώση, ιδιαίτερα μορφών γνώσεων που θεωρούνται ότι είναι αφηρημένες.

Αλλά και η γνώση του Θεού στο χώρο της Εκκλησίας αρχίζει, με την πίστη, με την μελέτη του Λόγου του Θεού, και γίνεται εμπειρία μέσα στο χώρο και στο πνεύμα της Θ. Λειτουργίας. Ο αββάς Ισαάκ περιγράφει ως εξής την σχέση φυσικής γνώσης-πίστης-αληθούς γνώσεως ή εμπειρίας: «Άλλη είναι η γνώσις, ήτις προηγείται της πίστεως, καί άλλη, ήτις γεννάται εκ της πίστεως… (η πίστις οδηγεί εις τό) νά πράττωμεν τά καλά έργα καί ούτω δίδεται εις τόν άνθρωπον η πνευματική γνώσις… Η πνευματική γνώσις είναι αίσθησις των κρυπτών θείων μυστηρίων, καί όταν τις αισθανθεί αυτά τα αόρατα καί κατά πολύ υπερβάλλοντα πράγματα, εκ τούτων λαμβάνει το όνομα της πνευματικής γνώσεως, και γεννάται δια τας αισθήσεως αυτής άλλη πίστις, όχι εναντία της πρώτης, αλλά βεβαιούσα την πίστιν εκείνην»[4].

Ο πιστός, και συχνά και ο «άπιστος», γεύεται την γλυκύτητα και την ειρήνη του Αγ. Πνεύματος μέσα στην Θ. Λειτουργία, ευρισκόμενος ακόμη και μόνος του απλά και μόνον μέσα στο κτίριο εκκλησίας. Η χάρις αυτή που αισθάνεται τότε κανείς είναι γιατί μέσα σ' αυτό τον χώρο, κάποια άλλη στιγμή, έχει τελεσθεί το μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας, η Θ. Λειτουργία. Είναι γιατί εκεί βρίσκεται το κέντρο του Σύμπαντος, η πηγή της Αγάπης, η Χάρη του Θεού.

Ό,τι είναι γραμμένο στο Ευαγγέλιο και στα άλλα κείμενα της Εκκλησίας δεν είναι συνήθως παρά η καταγραφή της εν Θεώ εμπειρίας των αγίων και προσφέρεται από την εκκλησία όχι απλώς προς ακοή ή προς μάθηση, αλλά ως πρόσκληση προς κάθε πρόσωπο επαλήθευσης αυτών των εμπειριών (όχι μόνο υπέρ-αισθητών εμπειριών του πνεύματος, αλλά ακόμη και αισθητών εμπειριών-γεγονότων). Όταν π.χ. ακούμε τον υμνωδό, που έζησε πολλά χρόνια μετά το Χριστό και δεν τον γνώρισε ιστορικά, να μας καλεί να τον προσκυνήσουμε διότι Τον είδαμε αναστημένο («ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν Ιησούν Χριστόν»), δεν εννοεί απλά την ιστορική πληροφορία των αποστόλων για την ανάσταση ούτε εκφράζεται ποιητικά, αλλά απευθύνεται, κατά τον άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο, στην εκκλησιαστική εμπειρία της μετοχής στο μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας.

Η εμπειρία του Σταυρού και της Αναστάσεως, που γεύεται ο πιστός στην Θ.Λειτουργία, είναι η άνοδος από τον φόβο του θανάτου και της φιλαυτίας στην Αγάπη. Γι' αυτό η Ανάσταση και η Αγάπη ήταν το θεμελιώδες κήρυγμα της Εκκλησίας από την εποχή των Αποστόλων.


Α4. Η άγνωστη ουσία του είναι


Βεβαίως η ανθρώπινη εμπειρία και γνώση δεν μπορεί να εισέλθει στην κατανόηση ούτε της ουσίας του κτιστού κόσμου ούτε της ουσίας του Θεού. Η επιστημονική γνώση αναφέρεται στην γνώση των ενεργειών της φύσεως του κτιστού κόσμου και η πνευματική γνώση γεύεται και θεάται τις ενέργειες του Θεού.

Μου είπε κάποια φοιτήτρια του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών στο Πανεπιστήμιό μας: «Πάτερ, είναι ίσως ωραία αυτά που διδάσκει η Εκκλησία, αλλά εδώ στο Πολυτεχνείο έχουμε κάτι χειροπιαστό. Καταλαβαίνεις ό,τι πιάνεις. Στην Εκκλησία πολλά πράγματα δεν τα καταλαβαίνω». Λέω: «Μπορείτε να μου πείτε τι είναι το ηλεκτρόνιο, ή ακόμη, τι είναι αυτό που ονομάζουμε ύλη;» Τότε φάνηκε σαν να έχανε έδαφος που πατούσε. Διότι, βέβαια γνωρίζουμε το ηλεκτρόνιο από τις ενέργειές του, αλλά τι είναι το ηλεκτρόνιο στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε. Και τι είναι «ύλη» δεν γνωρίζουμε. Η απάντηση της υλιστικής φιλοσοφίας ότι «ύλη είναι ό,τι υπάρχει», είναι προφανώς ένας φιλοσοφικός ορισμός, πέραν της εμπειρικής γνώσεως.


Α5. Yπάρχει κριτήριο αντικειμενικής γνώσης;


Αν και τα παρατηρησιακά δεδομένα που προκύπτουν από το πείραμα είναι εκείνο το στοιχείο που έδωσε λάμψη στην επιστημονική μέθοδο και μια έπαρση ως προς το ακαταμάχητο της ισχύος της ως γνωστικής οδού έναντι άλλων οδών γνώσεως, όπως π.χ. η θρησκεία, η σύγχρονη έρευνα κατέδειξε την δυσκολία να απαντηθούν με ορθολογικό τρόπο μερικά βασικά ερωτήματα γύρω από την φύση της ίδιας της επιστήμης, και τελικά το ερώτημα «τι είναι επιστήμη;». Διότι οι βεβαιότητες γύρω από την ακατανίκητη δύναμη της επιστημονικής αλήθειας κλονίζονται μόλις επιχειρήσουμε να απαντήσουμε με ορθολογιστική σαφήνεια στο ερώτημα: «ποιο είναι το κριτήριο της επιστημονικής μεθόδου, που την διαφοροποιεί από την μη επιστήμη;».

Η κοινή πρόληψη ότι «επιστήμη είναι εκείνη η γνώση που μπορεί να αποδειχθεί πειραματικά από όλους», είναι φανερό ότι δεν είναι μια συμβατή με την Ιστορία της Επιστήμης προσέγγιση. Η άποψη αυτή έχει ισχύ περίπου όμοια με την αυτονόητη ισχύ που είχε η αλήθεια της χριστιανικής πίστης μέσα στη μεσαιωνική χριστιανική κοινωνία. Αλλά όπως ο Χριστός είναι η Αλήθεια, αλλά η Αλήθεια αυτή δεν επιβάλλεται με τρόπο που να καταργεί την ελευθερία, ορθολογικά, κατά παρόμοιο τρόπο φαίνεται ότι και οι επιστημονικές θεωρίες δεν μπορούν να επιβάλλουν την αλήθεια τους με τρόπο απολύτως ορθολογικό. Ο προαναφερθείς λοιπόν ορισμός της επιστημονικής μεθόδου, ότι δηλαδή «επιστήμη είναι η γνώση που μπορεί να αποδειχθεί πειραματικά από όλους» είναι ατελής για πολλούς λόγους. Θα αναφερθούμε σε μερικούς εξ αυτών επιγραμματικά.

1. Η συμφωνία μεταξύ θεωρητικού προτύπου (μοντέλου) – παρατηρησιακών δεδομένων, σύμφωνα με τις περισσότερες ενδείξεις, δεν επιτυγχάνεται ποτέ. Επιγραμματικά αναφέρομαι στις εξής σχετικές διατυπώσεις διακεκριμένων ερευνητών της επιστημονικής μεθοδολογίας. Σύμφωνα με τον Popper δεν υπάρχουν παρά μόνο λανθασμένες επιστημονικές θεωρίες, υπάρχει όμως πρόοδος ιστορικά προς θεωρίες λιγότερο λανθασμένες. Ο Khun, στο μνημειώδες έργο του «Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων», βεβαιώνει ότι: «Καμιά θεωρία δεν λύνει ποτέ τους γρίφους (τις αντιθέσεις της παρατήρησης ως προς το μοντέλο) και δεν φθάνει ποτέ σε μια τελική συμφωνία», και συμπεραίνει ότι: «Αν οποιοδήποτε λάθος σ' αυτό το συνταίριασμα (θεωρίας-δεδομένων) οδηγούσε κάθε φορά στην απόρριψη της θεωρίας, τότε θα έπρεπε όλες οι θεωρίες να είχαν απορριφθεί σ' όλες τις εποχές»[5]. Στην ίδια κατεύθυνση ο Feyerabend, στο βιβλίο του «Ενάντια στη Μέθοδο», συμπεραίνει: «Επομένως η επιστήμη, όπως την ξέρουμε, μπορεί να υπάρχει μόνο αν αποσύρουμε την απαίτηση αυτή (συμφωνία θεωρίας – παρατήρησης) και αναθεωρήσουμε τη μεθοδολογία μας…»[6].

Εδώ, πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτό που ονομάζουνε συχνά οι επιστήμονες «συμφωνία» των παρατηρησιακών δεδομένων με το θεωρητικό μοντέλο προϋποθέτει σχεδόν πάντα μια γενίκευση της ισχύος πεπερασμένου αριθμού μετρήσεων ή γεγονότων.

Ο Κhun παρατηρεί: «Δεν υπάρχει θεωρία που να συμφωνεί με όλα τα γεγονότα του πεδίου εφαρμογής της. Γι' αυτό όμως δεν ευθύνεται πάντα η θεωρία. Τα γεγονότα καθορίζονται από παλιότερες ιδεολογίες και μια σύγκρουση ανάμεσα σε γεγονότα και θεωρίες μπορεί να είναι απόδειξη προόδου»[7].

2. Φαίνεται ότι δεν υπάρχει κριτήριο το οποίο να μας καθοδηγεί με ορθολογικό τρόπο στην διακρίβωση μιας λανθασμένης θεωρίας και στην αποδοχή μιας άλλης. Ο Khun σχολιάζει χαρακτηριστικά: «Στο παρελθόν, συνήθως εκλαμβάνονταν ως ενδείξεις ότι οι επιστήμονες, όντας απλοί άνθρωποι, δεν μπορούν πάντοτε να παραδεχθούν τα λάθη τους, ακόμη και όταν αντιμετωπίζουν ξεκάθαρες αποδείξεις. Εγώ αντίθετα θα υποστήριζα ότι σ' αυτά τα πράγματα δεν έχουμε να κάνουμε ούτε με αποδείξεις ούτε με λάθη. Η μετάθεση της εμπιστοσύνης από ένα Παράδειγμα σε άλλο είναι μια εμπειρία μεταστροφής που δεν μπορεί να γίνει με εξαναγκασμό. Η αντίσταση για μια ολόκληρη ζωή, ιδιαίτερα στην περίπτωση εκείνων που το παραγωγικό τους έργο τους έχει δεσμεύσει σε μια παλιότερη παράδοση φυσιολογικής επιστήμης, δεν αποτελεί παραβίαση κάποιων επιστημονικών κριτηρίων αλλά μια ένδειξη για τη φύση της ίδιας της επιστημονικής έρευνας. Η πηγή της αντίστασης είναι η βεβαιότητα ότι το παλιότερο Παράδειγμα θα λύσει τελικά όλα τα προβλήματά του, ότι η φύση μπορεί να προσαρμοστεί στο πλαίσιο που προσφέρει το Παράδειγμα. Αναπόφευκτα βέβαια, αυτή η βεβαιότητα, σε καιρούς επανάστασης, μοιάζει πεισματική και στενοκέφαλη, όπως πολλές φορές, καταλήγει πραγματικά να γίνει. Είναι όμως και κάτι παραπάνω. Η ίδια αυτή βεβαιότητα δίνει στη φυσιολογική επιστήμη (ή στη δραστηριότητα επίλυσης γρίφων) δυνατότητα ύπαρξης»[8]..

Η έλλειψη στην επιστήμη ενός αυστηρώς ορθολογικού κριτηρίου το οποίο θα προσδιόριζε την μετάβαση από μία λανθασμένη σε μια ορθή επιστημονική θεωρία, δραματοποιείται ως εξής από τον διαπρεπή φυσικό του αιώνα μας Planck: «Mια νέα επιστημονική αλήθεια δεν θριαμβεύει επειδή πείθει τους αντίθετους και τους κάνουν να δουν το φως, αλλά μάλλον επειδή κάποτε οι αντίπαλοί τους πεθαίνουν και μια νέα γενιά ανδρώνεται που είναι εξοικειωμένη μ' αυτή την αλήθεια»[9]…

Ο Lakatos θεωρεί ως κριτήριο «ορθολογικής» απόρριψης μιας επιστημονικής θεωρίας την γενική αίσθηση των επιστημόνων σε μια συγκεκριμένη εποχή. Κατανοεί κανείς αμέσως ότι η έννοια του ορθολογικού κριτηρίου έχει τόσο διευρυνθεί, που αναδεικνύει το πρόσωπο του επιστήμονα που δρα μέσα στην ιστορία και κρίνει την σχέση παρατηρησιακών δεδομένων – θεωρητικού προτύπου, ως το κατ' ουσίαν τελικό κριτήριο της αποδοχής ή της απόρριψης μιας επιστημονικής θεωρίας[10].


Α5. Η γνώση ως δημιουργία


Ποια είναι η σχέση της Επιστήμης και της πνευματικής γνώσεως με την Τέχνη, δηλαδή με την ομορφιά και την δημιουργία;

Ο καλλιτέχνης δημιουργεί νέες μορφές στην επιφάνεια (ζωγραφική), στον χώρο (γλυπτική, αρχιτεκτονική), στον ήχο (μουσική) κ.λ.π. Ακριβέστερα, ο καλλιτέχνης – δημιουργός χρησιμοποιεί και αξιοποιεί την προηγούμενη από αυτόν τέχνη και τα δεδομένα της προσωπικής του εμπειρίας στη ζωή για να πραγματοποιήσει μια νέα πάντα καλλιτεχνική μορφή έκφρασης. Η καλλιτεχνική δημιουργία δεν προκύπτει κατά τρόπο ντετερμινιστικό από την προϋπάρχουσα ύλη-εμπειρία, αλλά την προϋποθέτει. Γι' αυτό και κάθε καλλιτεχνικό δημιούργημα αποτυπώνει τόσο την ιστορική ένταξη του καλλιτέχνη σε μια χρονική – κοινωνική περιοχή, όσο και την προσωπική του μοναδική ιδιαιτερότητα και εξέλιξη.

Κατά τρόπο ανάλογο οι μεγάλες νοητικές συλλήψεις των ερευνητών – επιστημόνων προϋποθέτουν τα παρατηρησιακά δεδομένα, αλλά δεν προκύπτουν κατά τρόπο ντετερμινιστικό ούτε πάλι τα δεδομένα οδηγούν σε μια μοναδική θεωρητική ερμηνεία – μοντέλο.

Ο διακεκριμένος μαθηματικός και φυσικός Δ. Χριστοδούλου σε μια συνέντευξη του στον κ. Λάλα, στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», περιέγραψε με εναργή τρόπο πως η σύλληψη ενός θεωρητικού προτύπου παρουσιάζεται σχεδόν σαν μια φώτιση – έλλαμψη.

Έχει επίσης παρατηρηθεί ότι επαναστατικές θεωρίες έχουν συλληφθεί στο όνειρο, κατά τη διάρκεια του ύπνου, εκεί που ο βιασμός των δεδομένων και η ορθολογιστική διαδικασία σταματάει και η άμεση φαντασιακή δημιουργικότητα και αισθητική του επιστήμονα απελευθερώνεται.

Ο A. Einstein τέλος, για να αναφερθώ σε έναν μόνο μεγάλο επιστήμονα ακόμη, βεβαιώνει ότι «δεν υπάρχει λογικό μονοπάτι που να οδηγεί στους πολύ γενικούς νόμους».
Τι σχέση έχουν τα ανωτέρω χαρακτηριστικά της τέχνης και της ερευνητικής διαδικασίας με την Θ. Λειτουργία και την προσευχητική εμπειρία της γνώσης;

Η λειτουργική πράξη μας εμφανίζει την προσευχητική εμπειρία της γνώσης ως ένα ενδεχόμενο της ελευθερίας μας και της απροσδιόριστης προσωπικής αρχής του είναι μας. Η εμπειρία της ζωής και η λειτουργική πράξη είναι για όλους μας κοινή και παρούσα εκεί κάθε φορά. Προϋπάρχουν και προσφέρονται προς όλους ως μία δυνατότητα μετοχής σε μια άγνωστη ακόμη εμπειρία του Θεού. Αλλά το άλμα προς τον Άγνωστο Παρόντα επιτυγχάνεται όχι από όλους, ή όχι από όλους, στον ίδιο βαθμό.

Τέλος, όπως στην Επιστήμη μεγάλες συλλήψεις γίνονται συχνά με τρόπο διαισθητικό και με κριτήριο την κομψότητα ή την ομορφιά της δομής, κατά παρόμοιο τρόπο, όχι μόνο η έλξη προς τον Θεό είναι ένα γεγονός έρωτος, αλλά ακόμη και κριτήριο της αληθούς θεϊκής εμπειρίας είναι η ομορφιά των ειρηνικών ματιών και της ειρηνικής και πνευματικής καταστάσεως της ψυχής.

Η Εκκλησία έχει τους Αγίους της, όπως η Τέχνη τους μεγάλους Δημιουργούς της και η Επιστήμη τους μεγάλους Εφευρέτες-Ερευνητές. Ή μάλλον οι 'γιοι της Εκκλησίας φθάνουν την Τέχνη και την Επιστήμη πέρα από τα όριά τους.

Α6. Ο προσωπικός οδηγός στην γνώση


Η εισαγωγή στην πιο ουσιαστική μορφή της επιστήμης, που είναι η προσωπική μετοχή στην διαδικασία της έρευνας, τελείται συνήθως με την εύρεση ενός έμπειρου ερευνητού και την ανάθεση της εμπιστοσύνης του υποψήφιου ερευνητού στο πρόσωπο του, ώστε να τον οδηγήσει πρακτικά σε νέους χώρους γνώσεως, πέραν των βιβλίων. Ο υποψήφιος ερευνητής έχει ανάγκη να δεχθεί οδηγητικές κατευθύνσεις, να διδαχθεί πρακτικές μεθόδους, να συζητήσει προσωπικά με τον επιστημονικό σύμβουλο σημεία που δεν εξηγούν τα βιβλία και δεν μπορεί να τα εξηγήσει με τις ατομικές του γνώσεις ή με την δική του μόνο ευφυΐα. Κατ' αναλογία η αληθινή γνώση της ζωής και της Θεολογίας της Εκκλησίας, που κορυφώνονται στην μετοχή στη Θ. Λειτουργία, ξεκινάει συνήθως από την στιγμή που κάποιος θελήσει να γίνει μαθητής σ' ένα Πνευματικό οδηγό, που γίνεται και Πνευματικός Πατέρας. Η συσχέτιση αυτή μεταξύ ερευνητικής και πνευματικής μαθητείας κοντά σ' ένα πρόσωπο – δάσκαλο αναδεικνύει την προσωπική σχέση ως κοινό στοιχείο των δύο γνώσεων -επιστημονικής και λειτουργικής- όταν αυτές νοούνται στην ουσιαστική τους μορφή.


Α7. Η κοινωνική διάσταση της γνωστικής διαδικασίας


Επιπλέον, πρέπει να προστεθεί ότι η έρευνα εντέλει δεν μπορεί ν' αναπτυχθεί παρά μόνο όταν ο ερευνητής λάβει υπόψη του την προηγούμενη εμπειρία των άλλων ερευνητών πάνω στο θέμα με το οποίο απασχολείται και όταν ανακοινώσει τα αποτελέσματα του στην επιστημονική κοινότητα και γίνουν αποδεκτά από τους άλλους ειδικούς επιστήμονες. Είναι φανερό δηλαδή ότι η λειτουργία της επιστημονικής γνώσης τελείται εντός μίας κοινότητας ειδικών. H πρόοδος της επιστήμης προϋποθέτει την επιστήμη ως ένα κοινωνικό φαινόμενο. Κατ' αναλογία η πνευματική γνώση του πιστού παρέχει εγγύηση όταν είναι λειτουργική και εκκλησιαστική. Όταν βρίσκεται δηλαδή σε συμφωνία με την πείρα όλων των ζώντων και κεκοιμημένων αγίων και όταν τελείται με την βοήθεια τους. Μια πνευματική γνώση ατομικιστική, ακόμη και όταν θέλει να είναι θρησκευτική και πνευματική, κινδυνεύει να εκτραπεί σ' ένα φανταστικό κόσμο ψυχολογικών και άλλων εμπειριών μακριά από την «κοινωνία των αγίων».

Α8. Γνώση και πράξη


Τέλος αξίζει να σημειωθεί η αναλογία μεταξύ Επιστήμης – Θεολογίας και Τεχνολογίας – Ηθικής. Η Τεχνολογία είναι εφαρμοσμένη Επιστήμη, αλλά και βοηθός της Επιστήμης, μέσω των τεχνικών οργάνων. Αλλά και στην λειτουργική κατανόηση της χριστιανικής γνωσιολογίας, η Ηθική (ή Άσκηση) είναι μια Θεολογία εφαρμοσμένη και η άσκηση πάλι, δηλαδή η πνευματική εμπειρία, γίνεται το φυσιολογικό έδαφος της αληθούς Θεολογίας.

 


ΜΕΡΟΣ Β

 


Προχωρώ τώρα να συζητήσω μερικά σημεία διαφοροποιήσεως της αυτονομημένης επιστημονικής έρευνας από την πνευματική μεθοδολογία της λειτουργικής γνώσεως.

 

Β1. Nόμος ή πρόσωπο;


Η μέγιστη επιτυχία της επιστημονικής μεθόδου, όσον αφορά κυρίως τις φυσικές επιστήμες, είναι η ανίχνευση νόμων λειτουργίας της φύσεως. Η ανίχνευση Φυσικών Νόμων, που περιγράφονται από μαθηματικές σχέσεις, είναι ένα εξαίρετο επίτευγμα του ανθρωπίνου πνεύματος και είναι η βάση του σύγχρονου τεχνικού πολιτισμού και των επιτευγμάτων του (Φυσικής, Ηλεκτρονικής, Τηλεπικοινωνιών, Πληροφορικής, εν μέρει της Ιατρικής και της Βιολογίας κ.λπ.). Είναι η θαυμαστή ανακάλυψη του αριθμών και της σχέσεως των ως δομικών στοιχείων της Αρμονίας, την οποία ανιχνεύει η σύγχρονη επιστήμη στον φυσικό κόσμο, κατά την ρήση του Πυθαγόρα ότι τα πάντα είναι αριθμός. Το καίριο ερώτημα όμως που θέτει η ανάπτυξη της επιστήμης είναι το εξής: Είναι ο Αριθμός ή ο Νόμος, η τελική ουσία του κόσμου; Εξαντλείται η λογικότητα του κόσμου σε μια απρόσωπη λογικότητα φυσικών Νόμων και αριθμητικών σχέσεων; Αν δεχθούμε την αριθμητική αρμονία και την απρόσωπη λογικότητα του Νόμου ως την τελική λογικότητα που ουσιοποιεί την φύση και την κάνει κόσμο (= κόσμημα), τότε αναδύεται η συνείδηση του παράλογου μιας συνειδητής λογικής υπάρξεως, που αναζητεί λόγο (νόημα) ζωής μέσα σ' ένα λογικό κόσμο, που όμως δεν έχει αντικειμενικό λόγο – νόημα. Η θεωρητική αυτή πίστη νομίζουμε ότι εφαρμόζεται πρακτικά ως μηχανοποίηση της ζωής και της Παιδείας, ως διάσπαση των σχέσεων μεταξύ των ανθρωπίνων προσώπων και προσώπου-φύσεως, ως ακραία διαχείριση της κοινωνίας μέσω του ηλεκτρονικού φακελώματος και του αστυνομικού κράτους, ως συνάντηση τέλος με το παράλογο του θανάτου μέσα σ' ένα ορθολογικό και εκσυγχρονισμένο κόσμο.

Η Θ. Λειτουργία ως προσφορά ζωής («υπέρ της κόσμου ζωής») και όχι θανάτου δεν αρχίζει με την φράση «Ευλογημένη η βασιλεία του Νόμου» ή «Ευλογημένη η βασιλεία του Αριθμού», αλλά «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Ευλογούμε, δηλαδή δεχόμαστε, μακαρίζουμε και πορευόμαστε προς την Βασιλεία των Προσώπων και της Αγάπης των Προσώπων. Αυτών που αριθμούνται ως Τρεις υποστάσεις – πρόσωπα και τα οποία ταυτόχρονα υπερβαίνουν την αρίθμηση, ως Ένας Θεός, Μία Βασιλεία. Διότι τολμούμε, μετά την ένταξή μας στην κοινωνία του Υιού του Θεού, να επικαλούμαστε τον «επουράνιον», «απερινόητον», «αόρατον», «ακατάληπτον» Θεόν, όχι ως «Ουσία» ή «Αριθμό» ή «Νόμο», αλλά «Πατέρα ημών».

Η απόλυτη Μονάδα, και η εξ αυτής πολλαπλότητα των μονάδων, εγκαθιστά είτε την εξουσία του Ενός (θρησκευτική ή πολιτική Μοναρχία) είτε την διαμάχη των πολλών μονάδων (πόλεμοι των θεών ή των εθνών, σύγκρουση στην κοινωνία). Η πολλαπλότητα πάλι, ως επανάληψη του ίδιου, εγκαθιστά την ομοιομορφία και την εξ αυτής ανία σ' ένα ίσως παγκοσμιοποιημένο αλλά χειραγωγούμεννο κόσμο υπό μία Ανώτατη Αρχή. Η εν Τριάδι Μονάς φανερώνει το Πρόσωπο και την Αγάπη ως την αιτία και το Πρότυπο της Δημιουργίας και της εν αγάπη ενώσεως των διαφορετικών.

Η πρώτη λοιπόν ουσιώδης διαφορά της αυτονομημένης επιστημονικής και της λειτουργικής γνωστικής μεθοδολογίας έγκειται στο ότι, κατά την δεύτερη, η τελική Αλήθεια και Ομορφιά του κόσμου αναζητούνται στο Πρόσωπο, το οποίο υπερβαίνει τον αριθμό (1=3, 1=2), ενώ κατά την πρώτη, το ζητούμενο είναι ο Νόμος και ο Αριθμός.

Διερωτώμαι μήπως τα αδιέξοδα του δυτικού πολιτισμού ανάγονται σε μεγάλο βαθμό στην απολυτοποίηση της αρίθμησης και της λογικής του Νόμου ως κατεξοχήν εργαλείων ερμηνείας και διαχειρίσεως του κόσμου.


Β2. O κόσμος: Δώρο ή κτήμα;

 

Η δεύτερη υπέρβαση της λειτουργικής γνώσεως ως προς την αυτονομημένη επιστημονική έρευνα σαν τελικού εργαλείου γνώσης προκύπτει από την προηγούμενη. Η λειτουργική εμπειρία είναι Ευχαριστηριακή. Επίσης, η Θ. Λειτουργία είναι η ζωή της Εκκλησίας και η Θ. Ευχαριστία είναι η καρδιά της Θ. Λειτουργίας.


Ο πιστός θεάται τον Θεό ως Δημιουργό και Δωρητή του κόσμου και των όντων εξ αγάπης.


«...Ευχαριστούμεν σοι, Βασιλεύ αόρατε, ο τη αμετρήτω σου δυνάμει τα πάντα δημιουργήσας καί τω πλήθει του ελέους σου, εξ ουκ όντων εις το είναι τα πάντα παραγαγών».


Ο Χριστός πάλι ως τέλειος άνθρωπος παρουσιάζεται να προσφέρει τον εαυτό του στο Σταυρό ευχαριστιακά και να δίνει στο κόσμο ζωή.

«Άγιος ει και πανάγιος, η μεγαλοπρεπής η δόξα σου (ος τον κόσμον σου ούτως αγάπησας, ώστε τόν Υιόν σου τόν μονογενή δούναι, ίνα πάς ο πιστεύων εις αυτόν μή απόληται, αλλ' έχη ζωήν αιώνιον … λαβών άρτον εν ταις αγίαις αυτού και αχράντοις, και αμωμήτοις χερσίν, ευχαριστήσας, καί ευλογήσας, αγιάσας, κλάσας, έδωκε τοις αγίοις αυτού Μαθηταίς καί Αποστόλοις, ειπών Λάβετε, φάγετε, τούτό μού εστι το σώμα, το υπέρ υμών κλώμενον… Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστί το αίμα μου…».

Οι πιστοί τέλος εισάγονται στην Ευχαριστιακή μετοχή και στην ευχαριστιακή αποδοχή του κόσμου, των άλλων και του Θεού.

«Τά σά εκ των σων σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα»

«Άξιον καί δίκαιον σέ υμνείν, σέ ευλογείν, σέ αινείν, σοί ευχαριστείν, σέ προσκυνείν εν παντί τόπω της δεσποτείας σου…. Σύ εκ του μή όντος εις τό είναι ημάς παρήγαγες, καί παραπεσόντας ανέστησας πάλιν,… Υπέρ τούτων απάντων ευχαριστούμέν σοι, καί τω μονογενεί σου Υιώ, καί τω Πνεύματί σου τω Aγίω, υπέρ πάντων, ων ίσμεν, καί ων ουκ ίσμεν, των φανερών, καί αφανών ευεργεσιών, των εις ημάς γεγενημένων. Ευχαριστούμέν σοι καί υπέρ τής Λειτουργίας ταύτης…»

Η απολυτοποίηση της επιστημονικής μεθόδου γνώσεως και η μη ένταξή της σε μια ευχαριστιακή προοπτική επιτρέπει την υπόθεση ότι ο εφευρέτης των νόμων της Φύσεως, το ανθρώπινο υποκείμενο, είναι η ανώτατη μορφή ύπαρξης της φύσεως. Διότι είναι το όν, το μέρος εκείνο της φύσεως, όπου αυτή, η Φύση, αποκτά συνείδηση της νομοτελειακής αλλά μη συνειδητής εξέλιξης του εαυτού της. Με την απολυτοποίηση της πίστης αυτής ο άνθρωπος αυτοανακηρύσσεται Θεός. Απόλυτος κύριος. Το αίσθημα της κτητικότητας είναι η πρωτογενής του εμπειρία. Η εκμετάλλευση από κει και πέρα του αυτοθεωθέντος Εγώ επί των άλλων εγώ και επί της φύσεως είναι θέμα λογικής και πρακτικής συνεπαγωγής. Ο ατομικισμός και η άλογη εκμετάλλευση της φύσεως είναι φαινόμενα φυσιολογικά πλέον μέσα σε μια τέτοια κοινωνία.

Αντίθετα, η αίσθηση του κόσμου ως δώρου του Θεού και ακόμη η αίσθηση του ίδιου του Θεού ως θυσιαστικού Δώρου, ως δείπνου στο οποίο έχουμε προσκληθεί από τον Θεό, θέτει κατά φυσιολογικό τρόπο όρια στη χρήση του κόσμου. Ακόμη περισσότερο, αναπτύσσει και την ευαισθησία μιας λεπτής συμπεριφοράς έναντι του μεγάλου Ξενοδόχου, της Τράπεζας και των Συνδαιτημόνων του Δείπνου. Με άλλα λόγια η λειτουργική γνώση ή εμπειρία δεν είναι απλά η γνώση κάποιων σχέσεων, αλλά είναι η ίδια – η γνώση – μια σχέση. Είναι η Γνώση ως Γνώση της Αγάπης και Αγάπη. Διότι ο άνθρωπος γίνεται ό,τι γνωρίζει. Η γνώση έχει την συνήθεια να καθιστά το υποκείμενο της γνώσης ό,τι είναι το αντικείμενό της. Η γνώση-εμπειρία της Αγάπης του Θεού μεταποιεί τον πιστό με τον καιρό υποκείμενο αγάπης. Η γνώση αυτή «τό ύψος ημίν της ταπεινοφροσύνης υπέδειξεν», όπως λέγει το απολυτίκιο του Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου. Η επιστημονική γνώση, όταν δεν λειτουργείται ευχαριστιακά, αλλά ανθρωποκεντρικά, μεταποιεί το υποκείμενο της γνώσης στη μορφή του αντικειμένου της: σε αυτόματο μηχάνημα ή αριθμό. Και μας εκθέτει στην μοναξιά της υπερηφάνειας.

Τελειώνω. Και τελειώνοντας θα επιχειρήσω να παρουσιάσω τις επιπτώσεις των δύο διαφορετικών αντιλήψεων, της λειτουργικής γνώσης των Προσώπων και της ανθρωποκεντρικής απρόσωπης λογικής μ' ένα παράδειγμα[11]. Αν η λογικότητα του κόσμου είναι μια απρόσωπη λογικότητα, ένας απρόσωπος Φυσικός Νόμος, μοιάζω να είμαι καταδικασμένος να ζω στον κόσμο όπως σ' ένα άσυλο, σωματείο ή οργανισμό, που τυραννικά ελέγχεται από μια απρόσωπη διοίκηση. Αν ο Λόγος είναι Πρόσωπο, τότε μεγαλώνω, γνωρίζω, κινούμαι, ζω και αγαπώ στο σπίτι του Πατέρα μου. Η έκπληξη των δώρων Του δεν έχει τέλος. Η ελπίδα και η έκπληξη με συνοδεύουν ως το τέλος. Δεν υπάρχει τέλος…


[1] Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, «Περί προσευχής». εκδ. Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1993

[2] Κ. Καστοριάδη, «Σκέψεις πάνω στην Ανάπτυξη και Ορθολογικότητα», σ. 105. εκδ. «Ύψιλον», μετ. Μ. Λυκούδης, Αθήνα,1984

[3] T. Khun, «Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων», σ. 62, εκδ. «Σύγχρονα θέματα», μετ. Γ. Γεωργόπουλος, Β. Κάλφας, Β΄ έκδ. Θεσσαλονίκη, 1987.

[4] Αβ. Ισαάκ, «Ασκητικοί Λόγοι», Λόγος ΙΗ΄, Περί του πόσον γίνεται το μέτρον της γνώσεως, και τα μέτρα τα περί πίστεως, σ. 56, εκδ. «ΑΣΤΗΡ», Αθήνα, 1961.

[5] T. Khun, ό. α. σ. 227

[6] P. Feyerabend, «Ενάντια στη Μέθοδο», σ. 100, εκδ. «Σύγχρονα Θέματα», μετ. Γρ. Κααυκαλάς, Γ. Γκουνταρούλης, Θεσσαλονίκη, 1983.

[7] P. Feyerabend, ό. α.

[8] T. Khun, ό. α. σ. 232

[9] Max Plank, Scientific Autobiography andother Papers», σ. 33-34, New York, 1949, από το βιβλίο του T.S. Khun «Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων» σ. 232

[10] π. Γεωρ. Αναγνωστόπουλου, «Περί Όντων, Νόμων και Εκπλήξεως», Επιθεώρηση Φυσικής, Τομ. ΣΤ΄, τευχ. 17, σ. 14, Αθήνα, 1989.

[11] π. Γεωρ. Αναγνωστόπουλου, «Περί Όντων, Νόμων και Εκπλήξεως», Επιθεώρηση Φυσικής, Τομ. ΣΤ΄, τευχ. 17, σ. 14, Αθήνα, 1989.

 

 

* Δημοκρίτειο Παν. Θράκης, (Από τα πρακτικά του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου «Επιστήμες Τεχνολογίες αιχμής και Ορθοδοξία», 4-8 Οκτωβρίου 2002)

Η αριστερά και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης

Η αριστερά και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης

 

Του Κώστα Θεριανού *

 

Θέλω να ξεκινήσω την παρέμβαση μου καταθέτοντας την εμπειρία μου από το σχολείο που διδάσκω. Οι μαθητές μου τις τελευταίες δύο εβδομάδες έχουν αρχίσει να ρωτούν τι είναι οικονομική κρίση, πως προέκυψε, τι θα γίνει στο μέλλον.

Αυτό δείχνει ότι σταδιακά το κλίμα αλλάζει. Φαίνεται να έρχεται μια περίοδος όπου η αριστερά θα έχει τη δυνατότητα να μιλήσει με πλατύτερα στρώματα της κοινωνίας την στιγμή που το υπουργείο με τις περικοπές στους μισθούς, τις δαπάνες και τις συντμήσεις τμημάτων θα είναι μάλλον δύσκολο να πείσει την κοινωνία ότι το σύνθημα «πρώτα ο μαθητής» δεν είναι ένα κακόγουστο ανέκδοτο.

Έχει λοιπόν σημασία ποιος θα είναι ο αντίπαλος λόγος που πρέπει να αρθρώσει η αριστερά, προκειμένου εκτός από αντίπαλος να φιλοδοξεί να γίνει και ηγεμονικός.

Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος – που έχει αναφέρει παλιότερα ο Μπάμπης Νούτσος – της Χάρυβδης του κοινωνιολογισμού και της Σκύλας του παιδαγωγισμού. Δεν αρκεί η κριτική στο αστικό σχολείο και στον καπιταλισμό συνολικά καθότι δεν συνιστά πολιτική πρόταση ικανή να συσπειρώσει τον κόσμο. Ούτε όμως το άγχος της συγκεκριμένης πρότασης πρέπει να μας οδηγεί στον παιδαγωγισμό.

Ο παιδαγωγισμός μπορεί να ενσωματωθεί από τον νεοφιλελευθερισμό – ο οποίος τα τελευταία χρόνια λόγω αλλαγών στην πληροφορική, την οργάνωση της παραγωγής, τη διεύρυνση της εκπαίδευσης, την τριτογενοποίηση του δευτερογενούς τομέα και την διεύρυνση του τριτογενούς – έχει εντάξει στο ρεπερτόριο του, σε πολλές περιπτώσεις, όψεις του λόγου και των πρακτικών των εναλλακτικών μορφών εκπαίδευσης που είχαν αναπτυχθεί, σε πολλές περιπτώσεις και από αριστερά κινήματα, στην Ευρώπη και τις Η.Π.Α. Αποστεωμένες φυσικά από το περιεχόμενο τους και αναπλαισιωμένες με τη δική του ιδεολογία και πρακτική. Π.χ. μέθοδοι του Σχολείου Εργασίας μπορούν να ταιριάξουν γάντι στην «ενίσχυση του επιχειρηματικού πνεύματος» που εξαγγέλλει η υπουργός.

Το σχολείο αλλάζει αλλάζοντας την κοινωνία. Και το αλλάζοντας έχει πολλά επίπεδα και αποχρώσεις. Ξεκινά από το ότι ο κόσμος αρχίζει να ακούει την αριστερά και να σκέφτεται διαφορετικά, σε απλά και καθημερινά πράγματα μέσα και έξω από το σχολείο, φτάνει στην αλλαγή του πολιτικού συσχετισμού, που επιτρέπει τολμηρές αλλαγές στο σχολείο και προχωρά με αλλαγές στις παραγωγικές σχέσεις και σε ταυτόχρονες δομικές και ουσιαστικές αλλαγές στο σχολείο.

Έτσι, στην παρούσα περίοδο αναφορικά με το περιεχόμενο του σχολείου πρέπει να δώσουμε βάρος:

Τι και πως, πότε και γιατί μαθαίνει ο μαθητής στο δημόσιο σχολείο συνιστούν βασικά σημεία προκειμένου να αντιπαλέψουμε τις προτάσεις του Υπουργείου Παιδείας. Θέλουμε οι μαθητές μας να μην διαβάζουν μόνο τη λέξη αλλά και τον κόσμο, έλεγε ο Φρέιρε. Η «γραμματική και το συντακτικό» της ποιοτικής εκπαίδευσης βρίσκεται στη δυνατότητα δημιουργικής ύφανσης της προσωπικότητας του νέου ανθρώπου, στην ικανότητα να μπορεί να τον εξοπλίσει με τα πυρομαχικά της γνώσης που αλλάζει τον κόσμο. Και αυτό φυσικά δεν μπορεί να γίνει με τα βασικά μαθήματα, τον «βασικό» χαρακτήρα των οποίων θα καθορίζει κάθε φορά η αγορά.

Το 12χρονο δημόσιο υποχρεωτικό ενιαίο σχολείο, με μόνιμο προσωπικό σε όλες τις ειδικότητες, είναι ένα αίτημα που σήμερα χτυπά την καρδιά της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης. Όμως, το δημόσιο σχολείο δεν παύει να είναι αστικό και επιλεκτικό. Στην παρούσα φάση, έχει για την αριστερά την έννοια του δημόσιου χώρου και από αυτή την άποψη προκύπτει τόσο η αντίθεση στην αξιολόγηση όσο και στην υπαγωγή του αναλυτικού προγράμματος (αναλυτικό πρόγραμμα των βασικών μαθημάτων = γλώσσα, μαθηματικά, υπολογιστής, ξένες γλώσσες) στις πιέσεις της αγοράς που συρρικνώνουν αυτό το χώρο.

Για το ζήτημα της αξιολόγησης νομίζω ότι η προβολή της αυτοαξιολόγησης από το υπουργείο συνιστά βασικό λόγο άμεσης εγκατάλειψης της από οποιονδήποτε αριστερό θεωρούσε ότι μπορεί να αποτελέσει αντίπαλη πρόταση στην εξωτερική αξιολόγηση. Και στην ίδια λογική της διατήρησης και ενδεχομένως της διεύρυνσης του δημόσιου χώρου αντιπαράθεσης των ιδεών εγγράφονται οι προτάσεις μιας άλλης Διδακτικής που έχει διατυπώσει ο Μπάμπης Νούτσος σε ένα παλιότερο άρθρο του στο περιοδικό Εκπαιδευτική Κοινότητα:

Ο αριστερός εκπαιδευτικός μπαίνει μέσα στο σχολείο και ανοίγει το βιβλίο με τα εξής ερωτήματα που μπορούν να αποτελέσουν οδηγούς της δικής του διδακτικής παρέμβασης, στο βαθμό που του επιτρέπουν οι εξετάσεις, το κλίμα του σχολείου και της τάξης, κ.λπ.:

«Ποια εικόνα της κοινωνίας και της φύσης δίνουν τα βιβλία για τους μαθητές»;

«Τι δεν λένε τα βιβλία για την κοινωνία και τη φύση»;

«Τι αξίζει να μάθουν οι μαθητές από όσα δεν λένε τα σχολικά βιβλία»;

«Ποιο νόημα θα είχε για τους μαθητές η εκμάθηση των γνώσεων που έχουν αποκρυφτεί»;

«Πως θα συνδεθεί αυτή η γνώση με την κοινωνικά διαφοροποιημένη εμπειρία των μαθητών»;

Η κυβέρνηση, αντλώντας διδάγματα και αντιγράφοντας πρότυπα από τις διεθνείς τάσεις και πρακτικές της νεοφιλελεύθερης εκπαιδευτικής πολιτικής, προσπαθεί:

 να δημοκοπήσει υποστηρίζοντας ένα σχολείο όπου το παιδί θα μαθαίνει τα «βασικά» και χρήσιμα για την αγορά εργασίας (αγγλικά, γλώσσα, μαθηματικά, υπολογιστή).

να ελαστικοποιήσει τις εργασιακές σχέσεις όλων των εκπαιδευτικών μέσω ενός αναλυτικού προγράμματος διευρυμένων επιλογών που στην πραγματικότητα δεν θα λειτουργεί και τελικά θα ρευστοποιεί την εργασιακή σχέση όσων εκπαιδευτικών δεν βρίσκονται στον πυρήνα των βασικών μαθημάτων και με την αξιολόγηση [θεσμός του δόκιμου εκπαιδευτικού, αξιολόγηση που προβλέπει μετάταξη (στα ψιλά γράμματα βλέπε απόλυση) και αξιολόγηση με κριτήριο τις επιδόσεις των μαθητών].

Κοινός παρανομαστής όλων των μέτρων είναι ότι το κεφάλαιο για το ξεπέρασμα της κρίσης και την νέα άνοδο της κερδοφορίας του προσπαθεί να συρρικνώσει όχι μόνο το κόστος της εργατικής δύναμης αλλά και το κόστος της αναπαραγωγής της. Στόχος είναι η δημιουργία ενός πολυδύναμου εργαζόμενου για τις παραγωγικές δυνάμεις του 21ου αιώνα αλλά με εργασιακές προδιαγραφές 19ου αιώνα!

Και το στοίχημα της αριστεράς είναι αν θα μας βρουν ενωμένους απέναντι τους για να τους σταματήσουμε.

 

Αθήνα, 30-05-2010

 

* Ο Κώστας Θεριανός είναι εκπαιδευτικός

Κενό μυαλού, κενό λαού…

Κενό μυαλού, κενό λαού…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Με το νεαρό συναντηθήκαμε στο κουφοϊατρείο:

-Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ! του είπα. Εδώ ρχόμαστε εμείς τα γεροντάκια, για επισκευές.
-Εργάζομαι σε κουφάδικο! Μου αποκρίθηκε.

-Τι είναι αυτό;

-Εκεί, που ακούνε εκκωφαντική μουσική!

-Και γιατί δεν λιγοστεύεις τα ντεσιμπέλ;

-Γιατί οι πελάτες έχουν πάντα δίκιο!

-Ε, όχι και πάντα…

-Πάντα! Δεν είδες τι γίνεται με την πολιτική;

-Και τι σχέση έχει η πολιτική με τα κουφάδικα;

-Στα κουφάδικα δίνεις τα ωραία σου λεφτά και αγοράζεις κουφαμάρα. Και στην πολιτική δίνεις την πολύτιμη ψήφο σου και αγοράζεις απ' τους δημαγωγούς κουταμάρα. Με όλες τις θλιβερές και οδυνηρές προεκτάσεις και συνέπειες…

-Δεν σε πολυκαταλαβαίνω. Μάλλον υποσχέσεις αγοράζεις. Και αφού τους ψηφίσεις, μετά σου σερβίρουν απάτες…

-Αυτό μπορεί να ισχύσει, ίσως, για μια φορά. Αλλά όταν σε εξαπατούν δυο και τρεις και πέντε και δεκαπέντε! Δεν θα 'πρεπε κάποτε να αναλογιστείς τι φταίει και ν' αλλάξεις πορεία πλεύσεως;

-Και συ, που το αναλογίστηκες, μπορείς να μου πεις τι κατά τη γνώμη σου φταίει;

-Καμιά άλλη εξήγηση δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου να δοθεί, εκτός απ' την αβυθομέτρητη, σχετικά με την πολιτική, βλακεία!

-Και μπορούμε να πούμε ότι ένα μεγάλο μέρος του λαού κολυμπάει-όπως εσύ ισχυρίζεσαι- σεαβυθομέτρητα βάθη πολιτικής βλακείας;

-Μα δεν πρόκειται περί λαού!

-Αλλά περί τίνος πρόκειται;

-Περί όχλου! Για κοπάδι, που, χωρίς συναίσθηση και συνείδηση ακολουθεί τους πολιτικούς, όπως τα σφαχτάρια τους χασάπηδες.

-Και ποια είναι η διαφορά μεταξύ λαού και όχλου;

-Ο λαός έχει μυαλό! Και ξέρει τι λέει και τι κάνει. Ξέρει τα δικαιώματά του και αγωνίζεται για το δίκιο του. Ξέρει ότι η ψήφος του δεν είναι δυο, χωρίς αξία, διασταυρωμένες γραμμές. Αλλά η ίδια του η ζωή. Το μέλλον των παιδιών του. Και η προκοπή ολάκερης της κοινωνίας. Και δεν εμπιστεύεται την ψήφο του στον πρώτο τυχόντα, ανίκανο ή απατεώνα…

-Ενώ ο όχλος;

-Ο όχλος δεν ξέρει ούτε τι θέλει ούτε τι ζητάει. Ούτε για πού τραβάει. Πάει, όπου τον πάνε. Τρώει ο, τι του σερβίρουν. Κι ας είναι δηλητηριασμένο και θανατηφόρο. Τραβάει, για όπου τον σαλαγάνε. Σε όποιον γκρεμό του σφυρίζουν τα διαπλεκόμενα ΜΜΕ (μέσα μαζικής εξαπατήσεως), ορμάει και γκρεμοτσακίζεται…

-Και πώς θα μπορούσε ο όχλος να γίνει λαός;

-Πολύ δύσκολο! Η πολιτική βλακεία φαίνεται να είναι από τις πλέον δυσίατες και ίσως ανίατες αρρώστιες!

-Και αυτό βέβαια, είπα, που δεν μπορεί να καταλάβει ο όχλος, το ξέρουν πολύ καλά οι δημαγωγοί!

-Ακριβώς! Βλέπει ο όχλος ότι οι δημαγωγοί τον οδηγούν στην καταστροφή. Διαμαρτύρεται για την κοινωνική αθλιότητα. Κι όμως, όταν τους χτυπήσουν υποκριτικά, την πλάτη, τους χειροκροτούν και πάλι και τους ξαναψηφίζουν…
-Και να σκεφθεί κανείς ότι παρά πολλοί απ' αυτούς φιγουράρουν και σαν καλοί χριστιανοί…
-Ποιοι καλοί χριστιανοί; Πρόκειται για πρωταγωνιστές και συνένοχους, στο ξεθεμέλιωμα της πατρίδας και του έθνους, στην εξαθλίωση της οικονομίας και συνακόλουθα της κοινωνίας!

Ήρθε όμως η ώρα να μπει ο νεαρός στο ιατρείο:

-Πάτερ, μου είπε καταληκτικά, δυστυχώς, εφόσον θα υπάρχει κενό μυαλού και λαού, θα μας κυβερνούν οι συνειδητά ασυνείδητοι και οι αθεράπευτα ανίκανοι…

 

Παπα-Ηλίας, 12-06-2010

 

http://papailiasyfantis.blogspot.com

http://papailiasyfantis.wordpress.com

e-mail: papailiasyfantis@gmail.com

 

1. Υ.Γ. Αφορμή, για να γραφτεί το παραπάνω κείμενο, πέρα απ' το πραγματικό περιστατικό, ήταν και το παρακάτω σχόλιο του ηθοποιού Χαρη Κλύν:
"Ούτε κενό εξουσίας, ούτε κενό οικονομίας… ΚΕΝΟ ΛΑΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ"!

2.YΓ. πρόσκληση του Πατριωτικού Μετώπου, για την ανοιχτή συγκέντρωση:
Που θα γίνει στη Θεσσαλονίκη την Κυριακή 13 Ιουνίου, στις 7:30 μ.μ. στο ξενοδοχείο Holiday Inn, στη Μοναστηρίου κοντά στο Βαρδάρη.

Οι ατζέντηδες της αξιολόγησης

Οι ατζέντηδες της αξιολόγησης

 

Του Γιώργου Μάλφα *

 
 
Αυτή την περίοδο στα σχολεία της Πρωτοβάθμιας και ΔευτεροβάθμιαςΕκπαίδευσης προγραμματίζονται συνεδριάσεις των συλλόγων διδασκόντων με θέμα την εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας για την <<Αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου της σχολικής μονάδας>> (5/5/2010).

Καλούνται οι συνάδελφοι σε … διαβούλευση προκειμένου να υλοποιήσουν πρόγραμμα αυτοαξιολόγησης. Αρχικώς προβλέπεται η πιλοτική εφαρμογή του προγράμματος σε περιορισμένο αριθμό σχολικών μονάδων με ευθύνη των σχολικών συμβούλων και των διευθυντών των σχολείων. Με δεδομένη όμως τη μαζική απροθυμία και άρνηση των συλλόγων διδασκόντων να
συμμετάσχουν … οικειοθελώς στο πρόγραμμα, προεξοφλείται ήδη ηυποχρεωτική εφαρμογή του με καθορισμό των σχολείων απευθείας από το υπουργείο (βλ. πιλοτικά ολοήμερα δημοτικά σχολεία).

Ανεξαρτήτως των υποκειμενικών ιδεολογικών, πολιτικών, εκπαιδευτικώνκαι παιδαγωγικών μας απόψεων για το νόημα και το περιεχόμενο της <<αξιολόγησης>> οφείλουμε να εστιάσουμε και στις διόλου ευκαταφρόνητες … οικονομικές παραμέτρους του <<καινοτόμου>> προγράμματος που προωθεί το Υπουργείο Δια Βίου Μάθησης.

Ας γνωρίζουμε λοιπόν ότι η <<Αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου τηςσχολικής μονάδας – Διαδικασία Αυτοαξιολόγησης>> υλοποιείται στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος <<Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση>>  και χρηματοδοτείται από το Δ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης (ΚΠΣ), το γνωστό Ε.Σ.Π.Α. (Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς 2007 – 2013).

Όποιος περιηγηθεί στις ιστοσελίδες των θεσμικών φορέων και διαβάσει ταστοιχεία που δημοσιεύονται εκεί θα αποκτήσει προσωπική αντίληψη των εκπαιδευτικών προτεραιοτήτων του <<Νέου Σχολείου>> και θα … αναφωνήσει ότι <<είναι πολλά τα λεφτά Άννα!>> που θα κατασπαταληθούν με διαδικασίες νομότυπες (!) από τους ατζέντηδες των καινοτομιών…

Στο σχολείο όπου υπηρέτησα φέτος οι συνάδελφοι πληρώναμε οι ίδιοιαναλώσιμο χαρτί για τις φωτοτυπίες, ο διευθυντής μοίραζε τις κιμωλίες με το δελτίο, ενώ επίκειται διακοπή ηλεκτροδότησης λόγω συσσωρευμένωνοφειλών προς τη ΔΕΗ. Γι' αυτό θεωρώ ότι τα … 7.200.000 EURO  – προϋπολογισμός έργου για την <<Αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου τηςσχολικής μονάδας>>- είναι πρόκληση στη νοημοσύνη μας…

Ας εξοφληθούν τουλάχιστον οι υποχρεώσεις του Υπουργείου στουςαπλήρωτους ωρομίσθιους συναδέλφους μας και στις καθαρίστριες των σχολείων και κατόπιν ελάτε να … αξιολογηθούμε!

Αν απορείτε τώρα πως θα <<αξιοποιηθεί>> το ευτελές ποσό των 7.200.000 EURO δεν έχετε παρά να διαβάσετε την ίδια την Πρόσκληση – Προκήρυξηενδιαφέροντος  για την <<Αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου της σχολικής μονάδας – Διαδικασία Αυτοαξιολόγησης>> όπως αυτή δημοσιεύεταιστην ιστοσελίδα του προγράμματος ΕΣΠΑ:

 http://www.espa.gr/el/Pages/ProclamationsFS.aspx?item=985Εκεί διαβάζουμε τα εξής: <<Προϋπολογισμός έργου :  7.200.000 EURO

Στα πλαίσια της παρούσας πρόσκλησης ενδεικτικές επιλέξιμες δαπάνεςθεωρούνται οι ακόλουθες:

Αμοιβές μελών των επιμορφωτών, έξοδα μετακίνησης και οδοιπορικάεπιμορφωτών και επιμορφούμενων, κόστος ξενοδοχείων και εξοπλισμού, κόστος διαμονής διατροφής, αναλώσιμα, εκτυπώσεις και οποιαδήποτεμορφής τεκμηριωμένη δαπάνη απαιτείται για την υλοποίηση της δράσης, αμοιβές ανά ανθρωπομήνα των Σχολικών Συμβούλων και των Διευθυντών τωνσχολικών μονάδων>>.


Υστερόγραφο: σε μια δεινή οικονομική συγκυρία, με το πολιτικό σύστημασε βαθύ εκφυλισμό και την κοινωνία σε ανίατο αυτισμό, κάποιοι αναπαράγουν τον παρασιτισμό τους πουλώντας  μεταπρατικές κενο-τομίεςστο χώρο της εκπαίδευσης με το αζημίωτο. Μαυραγορίτες ολκής σε πατρίδα υπό κατοχή!

 

Πάτρα, 11-06-2010

Μας πάνε ολοταχώς για φουντάρισμα

Μας πάνε ολοταχώς για φουντάρισμα

 

Του Δημήτρη Καζάκη *

 

Στην Ελλάδα έχει επιβληθεί σκόπιμη σιγή ειδήσεων σχετικά με την κατάστασή της. Ο πολίτης δεν χρειάζεται να ξέρει τι γίνεται, ούτε να ενδιαφέρεται για το τι πρόκειται να συμβεί άμεσα. Υποτίθεται ότι όλα πάνε κατά τα αναμενόμενα και άρα η διατεταγμένη ειδησεογραφία μπορεί να ασχοληθεί άνετα με την Siemens, τους Μαντέληδες, το Βατοπέδι και με όλο τον υπόλοιπο θίασο επί σκηνής. Αρκεί ο κόσμος να μην σκέφτεται, να μην αναρωτιέται, να μην ανησυχεί και προπαντός να μην αφυπνίζεται.

 

Μπορεί οι επισφάλειες να έχουν οδηγήσει σε ύψος ρεκόρ τα επιτόκια των 5ετών, 10ετών ομολόγων, ακόμη και του βραχυπρόθεσμου δανεισμού μικρότερου του έτους, αλλά γιατί να ανησυχήσουμε το φιλοθεάμων κοινό; Οι κομπίνες με την χρεωκοπία μιας χώρας στήνονται στο σκοτάδι, χωρίς φώτα και φασαρίες. Τα ντόπια και ξένα κυκλώματα κερδοσκοπίας ετοιμάζονται για νέες ακόμη μεγαλύτερες μπάζες. Όμως ο κόσμος πρέπει να ασχολείται με τις μίζες του Μαντέλη και του Άκη, για να ξεχάσει τα 13 δις ευρώ που πρόσφερε απλόχερα η σημερινή κυβέρνηση στους κερδοσκόπους μέσα από το στημένο παιχνίδι με τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων. 

Μπορεί αυτή τη στιγμή η επιβίωση των ελληνικών τραπεζών να στοιχίζει στη χώρα πολύ περισσότερο από τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των δανείων της, αλλά εμείς πληρωνόμαστε για να διαβεβαιώνουμε τον κόσμο ότι οι καταθέσεις του είναι εξασφαλισμένες. Δεν έχει καμμιά σημασία αν οι μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας βρίσκονται ήδη από τον προηγούμενο μήνα στους 25 πιο επιρρεπείς σε χρεωκοπία οργανισμούς παγκόσμια, όπως φαίνεται κι από τον Πίνακα1. Βλέπετε συγχωνεύσεις, εξαγορές, δεσμεύσεις καταθέσεων και άλλα τραπεζικά κόλπα δεν μπορούν να γίνουν σε συνθήκες δημοσιότητας και εγρήγορσης των καταθετών.

Μπορεί αυτές τις ημέρες οι ηγέτες της ευρωζώνης να αποφασίζουν τη θυσία της Ελληνικής Ιφιγένειας με τη φρούδα ελπίδα να δουν τα πανιά του ευρώ να φουσκώνουν ξανά, αλλά οι Έλληνες δεν πρέπει ούτε καν να υποπτευθούν ότι είναι τα θύματα, η σαβούρα της ευρωζώνης που προορίζεται για φούντο. Πρέπει να προσκυνούν το «ισχυρό ευρώ», ακόμη κι αν είναι να δούμε την έκλειψή του.

– Πώς αλλιώς ένας λογικός άνθρωπος μπορεί να αποδεχθεί την μετατροπή της ΕΕ σε δημοσιονομικό Νταχάου για τις χώρες-μέλη και μάλιστα τις πιο αδύναμες;

– Πώς αλλιώς μπορεί να δεχθεί την μεταφορά του προϋπολογισμού κάθε κράτους-μέλους στην αρμοδιότητα των Βρυξελλών;

– Πώς αλλιώς μπορεί να δεχθεί να συνεχίζει υπό καθεστώς ευρώ, όταν έχει αποδειχθεί ένα από τα πιο ευάλωτα νομίσματα στις πιέσεις της κερδοσκοπίας που έχουν υπάρξει ποτέ στην ευρωπαϊκή οικονομία;

Για να καταλάβουμε πόσο ευπαθές και ευάλωτο είναι το ευρώ στις πιέσεις των αγορών και της κερδοσκοπίας, αρκεί να πούμε το εξής: Όταν την προηγούμενη εβδομάδα το ευρώ έναντι του δολαρίου έπεσε κάτω από το 1,20 για πρώτη φορά μετά το 2006, στήθηκε μια ολόκληρη ιστορία για να αποδειχθεί ότι ακόμη κι έτσι είναι πιο «ισχυρό» από τα εθνικά νομίσματα που αντιπροσωπεύει. Έτσι το Bloomberg (7/6) μας πληροφορούσε ότι «η πτώση του ευρώ κατά 21% από το υψηλότερο σημείο πέρυσι έχει παρόλα αυτά κρατήσει το νόμισμα πάνω από το μέσο επίπεδο από την εποχή της δημιουργίας του το 1999 και ισχυρότερο από τον προκάτοχό του, το γερμανικό μάρκο.»

Για να μας πείσει αναφέρει ότι παραμένει πιο ψηλά από το 1,1837 δολ. της 4ης Ιανουαρίου του 1999, που ήταν η πρώτη Δευτέρα κατά την οποία το ευρώ διατέθηκε στις αγορές νομισμάτων και πιο πάνω από το 1,1842 δολ. το οποίο αποτελεί την μέση μηνιαία αξία του από την εποχή υιοθέτησής του.

Το Bloomberg υπολόγισε ότι αν τα εθνικά νομίσματα που απαρτίζουν το ευρώ υπήρχαν σήμερα θα διαμόρφωναν μια μέση συλλογική ισοτιμία με το δολάριο της τάξης του 1,1945 από το 1988 – όταν στις ευρωπαϊκές αγορές κυριαρχούσε το μάρκο – μέχρι την τελευταία εβδομάδα. Με το ευρώ να βρίσκεται σχεδόν στο 1,20 δολ., τότε το επιθυμητό συμπέρασμα είναι ότι το ευρώ παραμένει πιο ισχυρό ακόμη και από το μάρκο.

Έλα όμως που οι ταχυδακτυλουργίες αυτές δεν κράτησαν ούτε μια ημέρα. Στις 8/6 έγινε μια προσπάθεια, κυρίως από τις ευρωπαϊκές τράπεζες, να στηρίξουν το ευρώ στην αγορά νομισμάτων της Νέας Υόρκης, το οποίο υποχωρούσε στο 1,1923 δολ.. Τα στοιχήματα και το ρευστό που διέθεσαν οι ευρωπαϊκές τράπεζες κατόρθωσαν σχεδόν έως το μέσο της ημέρας να ανεβάσουν το ευρώ στο 1,1959 δολ., αλλά ακολούθησε μια τόσο μαζική εκποίηση που καταβαράθρωσε το ευρώ στο τέλος της ημέρα στο 1,1877 δολ.. Έτσι το ευρώ αποδείχτηκε και τυπικά πιο αδύναμο από τα εθνικά νομίσματα που αντικατέστησε. Και τον πάτο δεν τον έχει πιάσει ακόμη.

Είναι τόσα τα λιμνάζοντα κεφάλαια στις αγορές που κανενός είδους στήριξη σ' ένα νόμισμα που αντλεί την αξία του από τις διαθέσεις και τις προτιμήσεις των διεθνών επενδυτών δεν πρόκειται να ανακάμψει. Όσο κι αν σφίξουν τα λουριά στις χώρες της ευρωζώνης, όσο κι αν ξεζουμίσουν οικονομίες και εργαζόμενους. Βλέπετε το πρόβλημα με το ευρώ δεν είναι δημοσιονομικό, όπως νομίζουν οι κύριοι της ευρωζώνης, αλλά – όπως έχουμε εξηγήσει – ιδιοσυστασίας.

Όμως το κόστος στήριξης του ευρώ, που από την αρχή του χρόνου μέχρι σήμερα έχει υπολογιστεί σε πάνω από 1,7 τρις, προκειμένου να εμφανίζεται ως «ισχυρό» και ποθητό για τους επενδυτές, ποιος άραγε θα το επωμιστεί; Οι τράπεζες; Όχι βέβαια. Οι λαοί και οι χώρες-μέλη που χάρις στα μέτρα ασφυξίας προβλέπεται να ζήσουν την χειρότερη ύφεση στην ιστορία της Ευρώπης από την εποχή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ίσως και του πρώτου, όπως είπε σε συνέντευξή του στο Der Spiegel o … Τρισέ!

 

 Ελληνική νιρβάνα

 

Στην Ελλάδα όμως η διατεταγμένη ειδησεογραφία έχει βαλθεί να φτιάξει μια τεχνητή νιρβάνα για τον Έλληνα. Έχουμε ως χώρα μπει σε αυτόματο πιλότο και ο λαός πρέπει να αποδεχθεί το τετελεσμένο. Έτσι δεν πρέπει να ανησυχεί όταν βλέπει τους επιτρόπους της «τρόικας» να έρχονται νωρίτερα από ότι είχε προγραμματιστεί αρχικά.

Δεν πρέπει να ανησυχεί όταν τα τσακάλια και οι γύπες της αγοράς βιάζονται να επανατοποθετηθούν στην αγορά για να βρεθούν σε θέση πυρός πριν αρχίσει ο νέος γύρος με το χρέος της Ελλάδας.

«Η Ελληνική κρίση θα αναζωπυρωθεί ξανά σε έναν με δύο μήνες, πριν από την επιθεώρηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου τον Αύγουστο που θα καθορίσει το αν θα εγκριθεί η δεύτερη εκταμίευση της βοήθειας προς την κυβέρνηση», όπως είπε στο Bloomberg (1/6) ο Καρλ Γουάινμπεργκ επικεφαλής αναλυτής της Valhalla Financial που ειδικεύεται στη διαχείριση «προβληματικών χρεών», όπως ονομάζονται επίσημα τα κεφάλαια-γύπες.

Δεν πρέπει να ανησυχεί όταν η κυβέρνηση καλεί κρυφά ομάδα Βρετανών οικονομολόγων για να συσκεφτεί μαζί τους για την διαχείριση του χρέους. Γι' αυτό άλλωστε και πέρασε στα ψιλά του τύπου.

Σύμφωνα όμως με τους Times του Λονδίνου (30/5), το Βρετανικό Centre for Economics and Business Research (CEBR), γνωστό για τις διασυνδέσεις του με τα τραπεζικά συμφέροντα σε Βρετανία και ΗΠΑ, συμβούλευσε την ελληνική κυβέρνηση να εγκαταλείψει το ευρώ και να δηλώσει αδυναμία πληρωμής του χρέους, δηλαδή να πτωχεύσει επίσημα. Ο επικεφαλής του CEBR, Νταγκ Μακ Γουίλλιαμς, βρέθηκε στην Αθήνα για να συμβουλέψει υπουργούς και πρωθυπουργό για το πώς πρέπει να χειριστούν την επικείμενη πτώχευση της χώρας:

«Εγκαταλείποντας το ευρώ θα σήμαινε ότι το νέο νόμισμα θα υποτιμηθεί κατά 15%. Καθώς όμως το εθνικό χρέος τιμάται σε ευρώ, αυτό θα το αύξανε από το τρέχον επίπεδο του 120%  στο 140% του ΑΕΠ μέσα σε μια νύχτα. Έτσι μέρος του πακέτου για την έξοδο από το ευρώ πρέπει να είναι και η μετατροπή του χρέους μονομερώς στο νέο νόμισμα.»

Οι Times εκτιμούν ότι μια τέτοια κίνηση θα φέρει την καταστροφή σε Γαλλικές και Γερμανικές τράπεζες, αλλά σύμφωνα με τον Μακ Γουίλιαμς η κίνηση αυτή είναι «ουσιαστικά αναπόφευκτη» και είπε ότι κι άλλα μέλη της ένωσης θα ακολουθήσουν. «Το μόνο ερώτημα είναι το πότε. Το άλλο θέμα είναι η έκταση της μόλυνσης. Η Ισπανία είναι πιθανό ότι θα αναγκαστεί να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο, το ίδιο πιθανά και η Πορτογαλία με την Ιταλία… Μήπως αυτό θα είναι το τελευταίο σαββατοκύριακο για το κοινό νόμισμα; Ναι, είναι πολύ πιθανό.»

 Δεν γνωρίζουμε πώς αντέδρασε η κυβέρνηση στις προτάσεις αυτές, ούτε ο κ. Μακ Γουίλιαμς μας εξήγησε πώς θα γίνει αυτή η μονομερής μετατροπή στο νέο νόμισμα των ομολόγων σε ευρώ. Ούτε μας εξήγησε τι σόι νόμισμα θα είναι αυτό που προτείνει να υιοθετήσουμε. Το σίγουρο είναι ότι πληθαίνουν τα σημάδια που θέλουν μια ταχύτατη πτώχευση της χώρας. Ίσως και μέσα στα «μπάνια του λαού», που τυπικά μόλις ξεκίνησαν.

Ακούγεται ότι το ΔΝΤ έχει ήδη ετοιμάσει σχέδιο πτώχευσης της χώρας που έχει εγκριθεί καταρχήν από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, αλλά αντιδρούν ακόμη οι Βρυξέλλες οι οποίες δεν θέλουν να δουν ακόμη την Ελλάδα να φεύγει από το ευρώ, ούτε να αναδιαρθρώνει το χρέος της. Πράγμα που στις τωρινές συνθήκες θα έβαζε σε άμεσο κίνδυνο το τραπεζικό σύστημα της ευρωζώνης και το κοινό νόμισμα.

Αυτός είναι κι ο λόγος που όλο και πιο συχνά-πυκνά διαβάζουμε στον τύπο για προτάσεις αναδιαπραγμάτευσης του χρέους. Μάλιστα μας έβγαλαν μέχρι και τον αρχιτέκτονα της αναδιαπραγμάτευσης του χρέους στο Ντουμπάι, (Το Βήμα, 6/6) να μας εξηγήσει ότι δεν είναι και τίποτε φοβερό. Βέβαια… «ξέχασαν» να μας πουν ότι το Ντουμπάι υφίσταται ως κράτος, μόνο για έναν και μοναδικό λόγο, για να ξεπλένει το παγκόσμιο μαύρο χρήμα, πολιτικό, επιχειρηματικό, εγκληματικό. Κι επομένως η διαπραγμάτευση του χρέους έγινε όπως συνηθίζουν να τις κάνουν οι συμμορίες στον υπόκοσμο.

Η συμμορία των σείχιδων που διαφεντεύει το Ντουμπάι απείλησε με ξεμπρόστιασμα τις συμμορίες των πολιτικών, επιχειρηματιών και άλλων, που ξεπλένουν το χρήμα τους διαμέσου της χώρας και έτσι έγινε δυνατή μια ακόμη από τις «συμφωνίες κυρίων» που συνηθίζονται τόσο πολύ στις διεθνείς αγορές. Αυτό είναι που επιθυμούν και για την Ελλάδα;

 

 Ζητούνται απαντήσεις

 

Όλοι αυτοί που προτάσσουν σήμερα την αναδιαπραγμάτευση του χρέους και επικαλούνται μυριάδες σεισμούς, λοιμούς και καταποντισμούς όταν ακούσουν έστω και την πιθανότητα ο λαός να αρνηθεί το χρέος, δεν θα έπρεπε να μας απαντήσουν καθαρά σε μερικές βασικές ερωτήσεις;

– Τι ακριβώς σκέφτονται να διαπραγματευτούν;

– Τι πρόκειται να βάλουν στο τραπέζι για να γλυκάνουν τους τοκογλύφους και κερδοσκόπους που κατέχουν πάνω από το 75% των ελληνικών ομολόγων;

– Πώς και με ποιο τρόπο σκέφτονται να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αυτούς τους ομολογιούχους, ώστε να τους αποσπάσουν έναν συμβιβασμό ή μια ρύθμιση του χρέους που υποτίθεται ότι θα είναι ευνοϊκή για τη χώρα; Μήπως με την απειλή της παύσης πληρωμών;

Ξέρουν πολλές περιπτώσεις που εξαναγκάστηκαν οι ομολογιούχοι σε διαπραγματεύσεις μόνο υπό την απειλή της παύσης πληρωμών; Εμείς στις 280 και πλέον περιπτώσεις επίσημων χρεωκοπιών κρατών που έχουμε μελετήσει από το 1824 έως το 2009, δεν γνωρίζουμε να υπάρχει ούτε μία… Μήπως αυτοί ξέρουν καλύτερα;

– Τι πρέπει να υποστεί η χώρα και ο λαός της για να αντιληφθούν ότι διαπραγμάτευση ενός χρέους που δεν μπορεί να αποπληρωθεί δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο σε βάρος του λαού και της χώρας;

– Τι πρέπει να γίνει για να πειστούν; Πόση πείνα, πόση καταστροφή, πόση κατοχή, πρέπει να δεχτεί η χώρα και ο λαός για να βάλουν αυτοί μυαλό; Που θέτουν τις «κόκκινες γραμμές» τους; Έχουν τέτοιες ή πρόκειται για ένα συνηθισμένο αίτημα σκοπιμότητας;

Τέλος, γνωρίζουν έστω και ένα παράδειγμα όπου μια χώρα να μπήκε σε διαδικασίες διαπραγματεύσεων για τη ρύθμιση του χρέους της και να την έβγαλε καθαρή;

– Ποια χώρα γλύτωσε από τη θανάσιμη λαβή των δανειστών της με αναδιαπραγμάτευση του χρέους; Έχουν κανένα παράδειγμα; Η ιστορία έχει αρκετά παραδείγματα χωρών που οι λαοί τους επέβαλαν την άρνηση του χρέους και ορθοπόδησαν, ανεξάρτητα από το αν έλυσαν τελικά όλα τα προβλήματά τους, αλλά δεν υπάρχει ούτε ένα παράδειγμα που μια χώρα να γλύτωσε με διαπραγματεύσεις.

Τα λέμε όλα αυτά γιατί το χρέος της Ελλάδας δεν αντιμετωπίζεται με αναδιαπραγμάτευση. Είναι τέτοιο το χρέος και βρίσκεται σε τέτοια χέρια που δεν ξεμπερδεύει εύκολα κανείς με απειλές και διαπραγματεύσεις, ακόμη κι αν δεχτεί ότι αυτοί που το προτείνουν έχουν τις καλύτερες των προθέσεων.

Προσωπικά δεν θα ήθελα να βρίσκομαι στη θέση κανενός απ' αυτούς που υποστηρίζουν αναδιαπραγμάτευση με ή χωρίς παύση πληρωμών όταν αντιληφθεί ο κόσμος – αφού η κυβέρνηση έχει προχωρήσει υπό καθεστώς ομηρίας και κατοχής του ΔΝΤ σε παύση πληρωμών, "κούρεμα" κατά 30, 50, ή και 70% του χρέους, όπως ακούγεται, και αναδιάρθρωσή του –  την παγίδα που του έστησαν από άγνοια ή σκοπιμότητα. Ούτε ψήλος στον κόρφο τους.

 

Η γκάφα του Πούτιν

 

Αυτό που φοβάμαι ότι διαφεύγει ακόμη κι από όσους υποστηρίζουν την άρνηση της πληρωμής του χρέους, ίσως γιατί δεν έχουν τριβή με το θέμα, είναι ότι το κύριο ζήτημα δεν είναι η παύση πληρωμών, αλλά η αναγνώριση ή μη του χρέους. Από την στιγμή που θα κάνεις το λάθος να το αναγνωρίσεις, είτε προχωρήσεις σε παύση πληρωμών και διαπραγμάτευση, είτε σε μερική ή ολική διαγραφή του χρέους, την έχεις πατήσει.

Γιατί αναγνώριση του χρέους σημαίνει αναγνώριση των έννομων δικαιωμάτων των ομολογιούχων πάνω στη χώρα σου. Σημαίνει ότι τους αναγνωρίζεις το δικαίωμα να σε κυνηγάνε εσαεί για τα ομόλογα που έχουν στα χέρια τους. Σημαίνει ότι απεμπολείς το όπλο του "απεχθούς χρέους" με βάση το διεθνές δίκαιο, καθώς και το θεμελιώδες δικαίωμα του λαού σου στη δική του αυτοδιάθεση και κυριαρχία, η οποία δεν μπορεί να απειλείται από καμμιά ξένη δύναμη, οικονομική, πολιτική, ή στρατιωτική.

Στην ιστορία της πάλης ενάντια στο χρέος και την κρατική χρεωκοπία, υπήρξαν περιπτώσεις όπου οι κάτοχοι μόλις του 10% των ομολόγων του χρέους κατόρθωσαν να φέρουν σε πολύ δύσκολη θέση τη χώρα-οφειλέτη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ρωσία. Ο Πούτιν το 1999 μονομερώς διέγραψε το 90% του χρέους της και έδιωξε την εποπτεία του ΔΝΤ. Όμως ποτέ δεν αμφισβήτησε το χρέος, απλά δήλωσε αδυναμία πληρωμής. Έτσι έδωσε το δικαίωμα στους κατόχους των ομολόγων του Ρωσικού χρέους να συνεχίσουν να κυνηγούν τη Ρωσία μέχρι τις μέρες μας.

Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα η Ρωσία αναγκάζεται να δανείζεται σεβαστά ποσά από τη διεθνή αγορά προκειμένου να πληρώνει αυτό το 10%, το οποίο φαίνεται ότι θα της κοστίσει πολλαπλάσια της αρχικής του αξίας. Ίσως και πάνω από 400%.

Ταυτόχρονα το ολίσθημα αυτό του Πούτιν, άνοιξε την όρεξη και των ομολογιούχων των… τσαρικών χρεών, οι οποίοι συνασπίστηκαν με τους κατόχους των ομολόγων του τωρινού χρέους της Ρωσίας και διεκδικούν μαζί την αποζημίωσή τους από την Ρωσική κυβέρνηση. Έτσι η Ρωσία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με όλο και περισσότερα εντάλματα κατάσχεσης των περιουσιακών της στοιχείων τόσο στο εξωτερικό, όσο και στο εσωτερικό της χώρας.

Αυτός είναι ο λόγος που, σύμφωνα με την άποψή μου, το κεντρικό ζήτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους δεν είναι η παύση πληρωμών και η διαπραγμάτευση ή μη, η μερική ή ολική διαγραφή του χρέους, αλλά η μη αναγνώριση του χρέους και των υποχρεώσεών του από τον λαό, ως χρέος "απεχθές", ως μοχλός κατάλυσης της κυριαρχίας της χώρας.

Από εκεί και πέρα φυσικά και πρέπει να δει κανείς κατά περίπτωση τι θα κάνει με τα αιτήματα από μεμονωμένους ομολογιούχους. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι καμιά τέτοια απαίτηση δεν θα υπονομεύσει την πορεία του λαού, δεν θα υποθηκεύσει το μέλλον του και ούτε θα θέσει τη χώρα υπό καθεστώς ομηρίας.

 

ΠΗΓΗ: Το Ποντίκι 10-6-2010 και ηλ. ανάρτηση, Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010,  http://www.topontiki.gr/Articles/view/6888

ΑΝΑΡΤΗΣΗ: 11-06-2010, http://youpayyourcrisis.blogspot.com/2010/06/blog-post_4891.html#more

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος – αναλυτής.

Ευρωζώνη-κρίση: οι αιτίες του χρέους

Ο δομικός χαρακτήρας της Ευρωζώνης και η κρίση 2007-2009 αιτίες του χρέους

 

Κώστας Λαπαβίτσα

 

 

Αιτία του χρέους οι δαπάνες για τη διάσωση των τραπεζών και η ύφεση – Η Ευρωζώνη, μηχανισμός που δημιουργεί δομικά πλεονάσματα στο κέντρο και δομικά ελλείμματα στην περιφέρεια – Η αλήθεια για την πτώση της ανταγωνιστικότητας – Η χώρα οδηγείται εξ αντικειμένου στην παύση πληρωμών – Ιστορική αποτυχία της αστικής τάξης και του κράτους της – Μακροχρόνια ύφεση και οικονομικός μαρασμός το αποτέλεσμα των μέτρων – Αναγκαία η έξοδος από το ευρώ.

Καταρχάς να πω ότι είναι, πλέον, εμφανές ότι η κρίση που αντιμετωπίζουμε δεν είναι κρίση της Ελλάδας, μόνο. Είναι προφανές ότι αυτά που συμβαίνουν στις παγκόσμιες αγορές, ειδικά στην ευρωπαϊκή αγορά τις τελευταίες μέρες, δείχνουν ότι η κρίση εξαπλώνεται και κινδυνεύει να γίνει ξανά τραπεζική κρίση.

 

Ευρωζώνη: μηχανισμός που δημιουργεί δομικά πλεονάσματα στο κέντρο και δομικά ελλείμματα στην περιφέρεια

 

Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, και κατά τη γνώμη των υπολοίπων συνεργατών μου, στη μελέτη που δημοσιοποιήσαμε τον Μάρτιο, τα αίτια της κρίσης είναι δομικά και είναι δύο Το πρώτο αίτιο, κατεξοχήν και ίσως και κυρίαρχο σε μεγάλο βαθμό, είναι ο ίδιος ο χαρακτήρας της Ευρωζώνης. Η δομική μεροληψία της Ευρωζώνης, αυτό το οποίο είναι η Ευρωζώνη η ίδια. Δηλαδή, εν ολίγοις, η Ευρωζώνη έχει εξελιχθεί σε έναν μηχανισμό δημιουργίας δομικών πλεονασμάτων στις τρέχουσες συναλλαγές σε πρώτο βαθμό, για το κέντρο, και κυρίως για τη Γερμανία  και δομικών ελλειμμάτων για τις περισσότερες άλλες χώρες και κυρίως για την περιφέρεια. Κι όταν μιλάμε για την περιφέρεια της Ευρωζώνης, προφανώς εννοούμε δύο περιφέρειες, την περιφέρεια του Νότου, η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτή τη στιγμή, η οποία ανήκει στην Ευρωζώνη, αλλά φυσικά και την ευρύτερη περιφέρεια της Ανατολικής Ευρώπης, η οποία δεν ανήκει στην Ευρωζώνη[…] και θα αναφερθώ στον Νότο. Τα πλεονάσματα αυτά μετατρέπονται σε εξαγωγή κεφαλαίου, φυσικά, από τη Γερμανία κυρίως προς την Ε.Ε. και την Ευρωζώνη, εξαγωγή κεφαλαίου που λαμβάνει τη μορφή των άμεσων ξένων επενδύσεων και φυσικά του τραπεζικού δανεισμού. Αυτό το πράγμα το βλέπετε και στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια.[…] η Ευρωζώνη έχει μετατραπεί σε μια περιοχή γερμανικής κυριαρχίας. Πρωτοφανούς γερμανικής κυριαρχίας, οικονομικής κυριαρχίας, η οποία φυσικά δυσκολεύεται να μετατραπεί σε πολιτική, κι αυτό είναι ένα από τα κύρια προβλήματα που αντιμετωπίζουμε αυτή τη στιγμή. Σε τι οφείλεται αυτή; Σε έναν λόγο, με δύο αίτια. Ο λόγος, φυσικά, ο οποίος όλοι γνωρίζουμε, είναι η υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας των χωρών της περιφέρειας η οποία επιτρέπει τη δημιουργία πλεονασμάτων που σας ανέφερα.

 

Η αλήθεια για την πτώση της ανταγωνιστικότητας

 

Γιατί υποχωρεί η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και των άλλων χωρών της περιφέρειας; Για δύο κυρίως λόγους: πρώτον γιατί οι χώρες της περιφέρειας μπήκαν στην Ευρωζώνη με πολύ υψηλές αρχικές ισοτιμίες – 340 δραχμές στο ευρώ. Ισοτιμίες οι οποίες έπληξαν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Περισσότερο απ' αυτό, όμως, η ανταγωνιστικότητα συνέχισε να πέφτει, διότι οι πιέσεις μεταφέρθηκαν στην αγορά εργασίας και στην αγορά εργασίας η πίεση που μπόρεσε να ασκήσει η Γερμανία στους δικούς της εργαζόμενους ήταν πολύ ισχυρότερη απ' αυτή που μπόρεσαν να ασκήσουν οι αστικές τάξεις στις περιφέρειες. Οι γερμανικοί μισθοί παραμένουν παγωμένοι.

Είναι μία τρομακτική κατάσταση η οποία συνεχίζεται εδώ και 15 χρόνια κι έχει να κάνει με την πολιτική οικονομία της Γερμανίας, με την επανένωση, την ανυπαρξία συνδικάτων στην Ανατολή, με το ρόλο του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος.[…] ως εκ τούτου, η ανταγωνιστικότητα της Γερμανίας έχει βελτιωθεί μέσα στην Ευρωζώνη. Δεν υπάρχει άλλος λόγος, δεν οφείλεται στην τεχνολογία, δεν οφείλεται στη γερμανική αποτελεσματικότητα, δεν οφείλεται σ' όλα αυτά το οποία, συνήθως, λέγονται στον Τύπο. Έχει να κάνει με την πίεση στην εργατική τάξη, η οποία είναι πολύ μεγαλύτερη στη Γερμανία. Αυτός είναι και ο λόγος της εμφάνισης της γερμανικής κυριαρχίας στην Ευρωζώνη κατά πρώτο λόγο, στην Ε.Ε. ευρύτερα.

 

Αίτια χρέους οι δαπάνες για διάσωση των τραπεζών και η ύφεση

 

Το δεύτερο αίτιο της κρίσης του δημοσίου χρέους είναι, φυσικά, η οικονομική κρίση του 2007-2009. Αυτό που ξεκίνησε ως γιγάντια κρίση του χρηματοπιστωτικού τομέα και μετεξελίχθηκε σε ύφεση. Όχι πολύ μεγάλη ύφεση η οποία, τέλος πάντως, σταθεροποιήθηκε στον α' βαθμό, το 2009,  μέσω πάρα πολύ μεγάλης κρατικής παρέμβασης. Η κρατική παρέμβαση, φυσικά, στόχευσε στη διάσωση των τραπεζών κατά πρώτο λόγο – πράγμα πάρα πολύ ακριβό. Ταυτόχρονα, όμως, η κρίση έφερε και συντριβή των εσόδων του κράτους λόγω της ύφεσης κι αυτός είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο ξέφυγαν τα ελλείμματα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για σπατάλες του κράτους […] υπάρχει μια άνοδος το 2007, είναι αλήθεια, αλλά εκεί που ξεφεύγουν τα πράγματα είναι όταν η ύφεση συντρίβει τα έσοδα και δημιουργεί το έλλειμμα που διογκώνει το δημόσιο χρέος.

Αυτά τα πράγματα τα παρατηρούμε και σ' άλλες χώρες. Το ερώτημα τώρα είναι, γιατί η Ελλάδα; Γιατί βρέθηκε η Ελλάδα στο επίκεντρο αυτού του πράγματος, εφόσον αυτό είναι γενικό ή, τέλος πάντων, γενικότερο. Οι λόγοι είναι αρκετά ξεκάθαροι.

Πρώτον, η αδυναμία του παραγωγικού ιστού. Αυτό που σας είπα αρχικά για τα ελλείμματα στις περιφέρειες και για τα γερμανικά πλεονάσματα, ότι ο παραγωγικός ιστός στις περιφέρειες εξασθενίζει, είναι ιδιαίτερα έντονο στην Ελλάδα, όπου το έλλειμμα των τρεχουσών συναλλαγών έφτασε το απίστευτο ύψος του 15% του ΑΕΠ το 2008, λίγο πριν αρχίσει η ύφεση. Είναι αντανάκλαση της υποχώρησης του παραγωγικού δυναμικού. Αυτό το οποίο λέει ο κόσμος «δεν παράγουμε τίποτα», είναι αλήθεια.

Ο δεύτερος λόγος είναι, φυσικά, η αδυναμία του κράτους, πράγμα το οποίο επίσης το γνωρίζουμε όλοι. Οι δομικές αδυναμίες του ελληνικού κράτους, δηλαδή η διαφθορά, η αδυναμία να φορολογήσει με αποτελεσματικό και δίκαιο τρόπο, κυρίως να συλλέξει φόρους, η έλλειψη οργάνωσης και όλα τα συναφή.

Πράγμα το οποίο το γνωρίζουμε δεν είναι, όμως, αίτιο της κρίσης. Οι αδυναμίες αυτές υπήρχαν και βγήκαν στην επιφάνεια λόγω των δομικών προβλημάτων τα οποία σας ανέφερα. Τρίτος λόγος είναι φυσικά η χειραγώγηση των στοιχείων […], ως εκ τούτου έγινε πολύ πιο δύσκολο για το ελληνικό κράτος να εμφανίζεται στις διεθνείς αγορές για να μπορέσει να δανειστεί. Και τέταρτος λόγος, επίσης προφανής, η Ελλάδα είναι μικρή. Η ελληνική αγορά ομολόγων, κρατικών ομολόγων, είναι σχετικά μικρή. Εμάς μας φαντάζει το χρέος γιγαντιαίο -και είναι- αλλά για τα συνολικά μεγέθη είναι μικρό . Αν επιδιώξει κάποιος να κερδοσκοπήσει, η Ελλάδα είναι πιο πρόσφορη. Με 300 δισεκατομμύρια ευρώ χρέος, μπορείς να κερδοσκοπήσεις.

Με 3.000 δισ. ευρώ χρέος, που είναι το χρέος την Ιταλίας, δεν μπορείς να κερδοσκοπήσεις. Αν, λοιπόν, επιδιώξεις γενικότερη επίθεση κερδοσκοπική, είναι πολύ πιο καλό να αρχίσεις από την Ελλάδα και σιγά-σιγά να προχωρήσεις. Επί τροχάδην πάλι, τι δείχνει αυτή η κρίση για τη θεσμική οικονομική οργάνωση της Ευρωζώνης; […]. Το πρώτο είναι η θεσμική αντίφαση ανάμεσα στην ενιαία νομισματική πολιτική: μία κεντρική τράπεζα, ίδια νομισματική πολιτική, ίδιο επιτόκιο για όλους, και στην πολυδιάσπαση της δημοσιονομικής πολιτικής. Δεκαέξι κράτη, το καθένα με το δικό του τρόπο να αντιμετωπίσει τις δημόσιες δαπάνες. Αυτή η αντίφαση εμφανίζεται σ' όλα τα επίπεδα και στο επίπεδο των αποφάσεων, αλλά και στο επίπεδο των αγορών. […] Δεκαέξι είναι στην ουσία (οι χρηματοπιστωτικές αγορές), οπότε το κάθε κράτος αντιμετωπίζεται με διαφορετικό τρόπο. Δεύτερον, που πηγάζει απ' αυτό, είναι φυσικά η θεσμική μεροληψία, την οποία βλέπουμε στην Ευρωζώνη, υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου. Όλο το σύστημα είναι φτιαγμένο για να στηρίξει τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου και ο Ζ.Κ. Τρισέ, ο πρόεδρος της ΕΚΤ, όταν βρέθηκαν οι τράπεζες σε κρίση, το 2008-2009, ήταν ξεκάθαρος. Επ' ουδενί έπρεπε να αφεθούν οι τράπεζες να χρεοκοπήσουν. Όταν, όμως, τα κράτη βρέθηκαν σε δυσκολία, τέλος του 2009- 2010, εκεί τηρεί ρόλο παρατηρητή η ΕΚΤ κι αυτό το κάνει συνεχώς την τελευταία δεκαετία. Σε κάθε δύσκολη στιγμή στηρίζει τις τράπεζες, στηρίζει το ιδιωτικό κεφάλαιο, αλλά όχι το δημόσιο. Τρίτον, επίσης πασιφανές, υπάρχει βέβαια παντελής έλλειψη αλληλεγγύης. […], υπάρχουν σχέσεις θυγατρικές, σχέσεις ανταγωνιστικές και φυσικά σχέσεις κυριαρχικές. Με παλαιομαρξιστικό τρόπο θα ‘λεγα ότι υπάρχουν σχέσεις ιμπεριαλιστικές […]

 

Ιστορική αποτυχία της αστικής τάξης

 

Η κρίση δείχνει φυσικά την παντελή αποτυχία των στρωμάτων που έχουν κυβερνήσει τη χώρα, τις τελευταίες δεκαετίες. Πρόκειται για ιστορική αποτυχία, κοινωνική αποτυχία συνολική, και κυρίως της αστικής τάξης η οποία έχει το μερίδιο του λέοντος στην πολιτική εξουσία και φυσικά στις οικονομικές απολαβές. Έχει αποτύχει να εντάξει την Ελλάδα στην ευρωπαϊκή αγορά με όρους ανταγωνιστικότητας. Πού είναι οι επενδύσεις, πού είναι ο δυναμισμός – δεν υπάρχει τίποτα απ' αυτό, μόνο κουβέντες ακούμε για τον Έλληνα που κάνει το ‘να και τ' άλλο… Το κράτος και οι αδυναμίες του κράτους αντανακλούν τη γενική αποτυχία και της αστικής τάξης, αλλά και των στρωμάτων τα οποία έχουνε κυβερνήσει μαζί με την αστική τάξη επωφελούμενα απ' αυτήν. Το άλλο που δείχνει […] είναι ο τυχοδιωκτικός και άβουλος χαρακτήρας της άρχουσας τάξης στην Ελλάδα. Είναι εντυπωσιακό! Δεν υπάρχει εθνική στρατηγική. Δεν βλέπει κανείς να διαγράφεται εθνική στρατηγική. Να υπάρχει κάποιο κομμάτι της αστικής τάξης το οποίο να αντιλαμβάνεται το τι συμβαίνει και να ‘χει κάποιο πρόγραμμα, το οποίο να λέει θα κάνουμε κάτι άλλο. Σύρονται πίσω από αυτά που τους επιτάσσουν οι ισχυρότεροι της Ε.Ε. και κερδοσκοπούν και οι ίδιοι, κερδοσκοπούν εναντίον της Ελλάδας. Έχουν καταρρεύσει ως αξιόπιστη, ηγετική δύναμη.

 

Μακροχρόνια ύφεση και οικονομικός μαρασμός

 

Τα μέτρα θα φέρουν βαθιά ύφεση. Για έναν πάρα πολύ απλό λόγο. Η συνολική ζήτηση είναι κατανάλωση -επενδύσεις- εξαγωγές. Η κατανάλωση συντρίβεται. Οι επενδύσεις δεν είχαν κανένα δυναμισμό, όπως σας είπα, η ελληνική άρχουσα τάξη μόνο για επενδύσεις δεν φημίζεται, οι επενδύσεις είναι χαμηλές, και φυσικά στο πλαίσιο αστάθειας και ανησυχίας για το μέλλον, μόνο για επενδύσεις δεν μπορούμε να μιλάμε αυτή τη στιγμή. Το ότι θα φωνάξουμε το ξένο κεφάλαιο να κάνει επενδύσεις, είναι κουβέντες του αέρα.

Δεν έχει συγκριτικό πλεονέκτημα η Ελλάδα αυτή τη στιγμή. Θα πάνε στην Τουρκία, θα πάνε στη Βουλγαρία, γιατί να ‘ρθουνε στην Ελλάδα; Πώς θα λυθεί το πρόβλημα μ' αυτό; Και μιλάμε για εξαγωγές που δεν είναι πολύ μεγάλο κομμάτι της ελληνικής οικονομίας, αλλά επίσης δεν υπάρχει δυνατότητα υποτίμησης, για να πάρουν εξαγόμενα, γιατί είμαστε στο ευρώ. […] Οι εξαγωγές μπορούν να αυξηθούν αν υπάρξει πτώση-συμπίεση του κόστους. Πράγμα το οποίο δεν βλέπω να βγαίνει να το λέει ανοιχτά η κυβέρνηση. Το λέει με έμμεσο τρόπο, διότι φυσικά το κόστος πρέπει να πέσει και στον ιδιωτικό τομέα. Δεν μπορεί να πέσει μόνο στον δημόσιο. […] Άρα, περικοπές μισθών θα γίνουν, κι αυτό που κάνουν στον δημόσιο τομέα θα πρέπει επεκταθεί στον ιδιωτικό, το οποίο είναι πιθανό. Όμως, είναι άκρως απίθανο να υπάρξει τέτοια γιγαντιαία επέκταση των εξαγωγών η οποία να φέρει ανάταση συνολική της οικονομίας.[…]

Αν η οικονομία πέσει σε ύφεση και έχουμε κοινωνικές τριβές και κοινωνική αντίδραση, το πιθανότερο είναι ότι το πρόγραμμα του ΔΝΤ θα

αποτύχει. Δηλαδή, δεν θα μπορέσει να μπει η Ελλάδα σε πλαίσιο μέσα στο οποίο θα βρει, αυτόνομα, να αποπληρώνει το χρέος της και άρα να ξαναπάει στις διεθνείς αγορές και να γυρέψει δάνεια.

 

Παύση πληρωμών και έξοδος από το ευρώ

 

Επομένως, το συμπέρασμα είναι προφανές, το έχουν πει εξάλλου και οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, κατά πάσα πιθανότητα οδηγούμαστε σε παύση πληρωμών. Παύση πληρωμών, ίσως το 2011, είναι δύσκολο να πει κανείς, πάντως αυτή είναι μία πολύ πιθανή προοπτική σήμερα. Το δάνειο που έχει πάρει η χώρα απλώς δίνει χρόνο, και ίσως έτσι το σκέφτηκαν το ΔΝΤ και η Ευρωζώνη. Επιτρέπει να σηκωθούν αναχώματα για τις ευρωπαϊκές, τις γερμανικές και γαλλικές τράπεζες.

Επιτρέπει να ληφθούν μέτρα πιθανώς για την Πορτογαλία και την Ισπανία, ώστε αν η Ελλάδα προχωρήσει σε παύση πληρωμών, η κατάσταση να μην ξεφύγει εκτός ελέγχου, όπως φαίνεται να συμβαίνει τώρα, έτσι κι αλλιώς. Το λέω τώρα αυτό, γιατί πολλοί στην Αριστερά μίλησαν για παύση πληρωμών, και καλά κάνανε, είναι κάτι το οποίο πρέπει πολύ σοβαρά να ληφθεί υπ' όψιν. Πιστεύω ότι η Αριστερά πρέπει να το στηρίξει, αλλά θέλω να τονίσω ότι […] παύση πληρωμών μπορεί να κάνει η αστική τάξη. Πιθανόν εκεί θα καταλήξουμε.

Το ζήτημα, λοιπόν, είναι πώς θα γίνει η παύση πληρωμών, με ποιους όρους και πώς θα γίνει η χρεοκοπία και με ποιους όρους. Το ζήτημα για την Αριστερά θα είναι, λοιπόν, να ζητήσει αυτό το πράγμα να γίνει με όρους υπέρ των πολλών, και φυσικά με όρους που θα μπορέσουν να βάλουν την οικονομία και την κοινωνία σε πορεία ανάπτυξης. Αυτό είναι το ζητούμενο. Όχι αν θα γίνει παύση πληρωμών. Κατά την εκτίμησή μου προς τα ‘κει πάμε. Δεν πρέπει, όμως, να γίνει με όρους ΔΝΤ και με όρους της αστικής τάξης. αλλά με όρους του λαϊκού κινήματος. Τι σημαίνει αυτό; […] Πρέπει, λοιπόν, η στάση πληρωμών να είναι ευκαιρία για να μπει η χώρα σε άλλη τροχιά και να αλλάξει, να γίνει μεταφορά της ισορροπίας υπέρ της εργασίας και κατά του κεφαλαίου, για πρώτη φορά στη χώρα μας, εδώ και δεκαετίες. Τι πρέπει να προτείνει η Αριστερά γι' αυτό; Πιστεύω ότι η Αριστερά πρέπει να προτείνει έξοδο απ' το ευρώ.

Η Ευρωζώνη είναι ένας μηχανισμός όπως σας το εξήγησα που δημιουργεί πλεονάσματα, ένας μηχανισμός καταχρηστικός,[…]

Η έξοδος απ' το ευρώ, φυσικά, θα φέρει αμέσως υποτίμηση. Δεν υπάρχει αμφιβολία γι' αυτό. Τεχνικά, να βγει η Ελλάδα απ' το ευρώ δεν είναι πολύ δύσκολο πράγμα, μην ακούτε αυτά που λένε για τον Αρμαγεδώνα, ο Αρμαγεδών είναι εδώ. Θα ‘ρθει η υποτίμηση, που πρέπει να το συζητήσουμε, τι θα φέρει, αυτό είναι προς διερεύνηση. Δεν έχω τις απαντήσεις, ούτε και κανένας μας, μπορεί να βρεθούν συλλογικά. […] Αν έχουμε έξοδο από το ευρώ και φυσικά υποτίμηση, το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να γίνει θα είναι να επέλθει δημόσιος έλεγχος επί των τραπεζών.

Προφανώς οι τράπεζες θα καταρρεύσουν. Θα καταρρεύσουν διότι, πρώτον κατέχουν πολύ μεγάλο ποσό ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, θα συντριβούν. Δεύτερον οι τράπεζες παίρνουν ρευστότητα από τις διεθνείς αγορές. Αν γίνει έξοδος από την Ευρωζώνη, δεν θα μπορέσουν να το κάνουν με τους προηγούμενους όρους, θα πρέπει αμέσως να τεθεί θέμα δημοσίου ελέγχου επί των τραπεζών. Σας το λέω αυτό, γιατί αν γίνει με όρους αστικής τάξης η παύση πληρωμών, όχι με όρους Αριστεράς, υπάρχει περίπτωση να καταλήξει χωρίς εθνικές τράπεζες.

Δηλαδή, επειδή ακριβώς θα καταρρεύσουν οι τράπεζες, υπάρχει περίπτωση να διατηρηθούν μέσω του γερμανικού κεφαλαίου, μέσω του αμερικανικού κεφαλαίου, μέσω του ισπανικού κεφαλαίου κ.λπ. Δηλαδή, υπάρχει περίπτωση να καταλήξει η Εθνική και όλες οι υπόλοιπες τράπεζες να βρίσκονται, συνολικά, στα χέρια ξένων κεφαλαιούχων. Θα μου πείτε, έχει σημασία ποιος κατέχει την τράπεζα;

Δυστυχώς, έχει. Έχει σημασία, κυρίως για τις τράπεζες, διότι απ' ό,τι γνωρίζουμε από την εμπειρία των τελευταίων 10-15 χρόνων, για το Μεξικό και την Κορέα π.χ., όταν καταρρέουν οι τράπεζες λόγω τέτοιας κρίσης και τις παίρνει το ξένο κεφάλαιο, στη μία τους μορφή οι τράπεζες συνήθως επικεντρώνουν την προσοχή τους στον τοπικό δανεισμό, στο δανεισμό για κατανάλωση, στην κερδοσκοπία.

Δεν χρηματοδοτούν την ανάπτυξη δηλαδή. […] Πρέπει, λοιπόν, να υπάρξει δημόσιος έλεγχος των ελληνικών τραπεζών, για να μπορέσουνε να διασωθούν σε πρώτη φάση και γενικά να χρησιμοποιηθούν ως μοχλός για άλλη πορεία της ελληνικής οικονομίας. Μπορεί να γίνει αυτό μέσα στην Ευρωζώνη;

Δεν μπορεί, είναι πολύ δύσκολο. Διότι οι τράπεζες πρέπει να παίρνουν ρευστότητα από κάπου. Εάν οι τράπεζες, τις οποίες υποτίθεται θα τις έχουμε βάλει σε δημόσιο έλεγχο, πρέπει να παίρνουνε ρευστότητα από την ΕΚΤ, όπως γίνεται τώρα μέσα στην Ευρωζώνη, δεν θα μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν με τους όρους που θα ήθελε η Αριστερά να τις χρησιμοποιήσει.

Θα είναι δεμένες από την ΕΚΤ. θα πρέπει δηλαδή να γίνει και η έξοδος από το ευρώ για να μπορέσουν να στηριχθούν πραγματικά οι τράπεζες, για να μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν ως κομμάτι της δημόσιας οικονομίας. Αυτό θα πρέπει να γίνει φυσικά και σ' άλλους τομείς. Όχι μόνο οι τράπεζες, αλλά προφανώς η ενέργεια, οι συγκοινωνίες κ.λπ. διότι κι αυτές θα χτυπηθούν πολύ απ' την έξοδο απ' την Ευρωζώνη. Θα πρέπει, φυσικά, να γίνει με διαφάνεια με έλεγχο κ.λπ. Βέβαια, το ένα φέρνει το άλλο. Δεν μπορεί να γίνει αυτό, όταν οι κεφαλαιακές αγορές είναι παντελώς ελεύθερες και χωρίς περιορισμούς. Θα πρέπει να μπουν και έλεγχοι στις κεφαλαιακές αγορές. Για το οποίο καθεστώς μιλάει ακόμα και το ΔΝΤ σήμερα.

Ακόμα και αυτοί αναγνωρίζουν ότι σε ορισμένες συνθήκες υπάρχει ανάγκη ελέγχου των αγορών. Αυτό το πράγμα θα δημιουργήσει πλαίσιο φυσικά, ώστε να μπορέσουν να γίνουν περαιτέρω βήματα, η αναδιανομή, η προστασία του εργατικού εισοδήματος μέσω αναδιανεμητικών μεθόδων, με τη φορολογία κ.λπ. […] κι αυτό θα βάλει τις βάσεις για ευρύτερη βιομηχανική πολιτική. Όλοι οι μηχανισμοί της βιομηχανικής πολιτικής στην Ελλάδα, σήμερα, έχουν καταρρεύσει. Η βιομηχανική πολιτική στην Ελλάδα είναι «μπάτε σκύλοι αλέστε».

Αυτό το πράγμα θα πρέπει να ξαναγίνει, για να μπει η χώρα σε τροχιά ανάπτυξης. Είναι προφανές ότι κάτι τέτοιο φυσικά δεν μπορεί να γίνει με το σημερινό κράτος. Το σημερινό κράτος δεν μπορεί να κάνει αυτό το πράγμα, χρειάζεται δομική αλλαγή του κράτους, χρειάζεται ξεκαθάρισμα, χρειάζεται διαφάνεια, δημοκρατικοί μηχανισμοί, απόδοση χρεών κ.λπ. για να γίνει όλο αυτό το πράγμα. Πώς θα γίνει αυτό; Αυτό θα το βρείτε εσείς κι όλοι οι υπόλοιποι που έχουν να κάνουν με το λαϊκό κίνημα. […]

 

ΠΗΓΗ: Ο Δρόμος, Παρασκευή, 21 Μάιος 2010 11:25, http://e-dromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=….F%82&Itemid=45

Η ερειπωμένη πολιτεία & παρελάσεις υπερηφάνειας

  Η “ερειπωμένη πολιτεία” και οι “παρελάσεις υπερηφάνειας”

 

                                   Του φιλαλήθη/philalethe00

 

Την παρελθούσα Κυριακή έλαβε χώρα εν μέσαις Αθήναις το γνωστό φεστιβάλ και παρέλαση «υπερηφάνειας» των ομοφυλοφίλων / αμφισεξουαλικών κλπ. καταπιεσμένων ομάδων του πληθυσμού. Επρόκειτο, άραγε, για αυτό που μας πληροφόρησαν ορισμένα ΜΜΕ, δηλαδή για μια «γιορτή ισότητας»; Αν κρίνουμε από την σχετική ανάρτηση στη επίσημη ιστοσελίδα του «φεστιβάλ» που διενεργείται εδώ και έξη έτη, όχι … ακριβώς: «…είμαι περήφανος/περήφανη γι’ αυτό που είμαι κι επειδή σε μία κοινωνία που παραμένει ομοφοβική δεν κρύβομαι, ζω τη ζωή μου όπως θέλω και διεκδικώ τα δικαιώματα μου.»

Θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικ. – επικ. συντάξεις

Θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και επικουρικές συντάξεις

 

Του Γιώργου Ρωμανιά *

 

Στο σημερινό μας κείμενο θα εξετάσουμε δύο σημαντικά θέματα των οποίων η αντιμετώπιση από το προσχέδιο του ασφαλιστικού νομοσχεδίου ή από άλλο νομοθέτημα δεν έχει γίνει, μέχρι σήμερα, σχεδόν καθόλου γνωστή στους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους.

Το πρώτο θέμα αναφέρεται στη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και στην αντίστοιχη ρύθμιση της σχετικής διάταξης του πρόσφατου νόμου 3847/2010.

Το δεύτερο θέμα αναφέρεται στη σχεδιαζόμενη τύχη των επικουρικών συντάξεων και στις σχετικές παγίδες του προσχεδίου του ασφαλιστικού νομοσχεδίου.

Α. Η θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος.

 

Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να ψηφίσει ειδικές ρυθμίσεις για να ανακοπεί το κύμα φυγής προς τη σύνταξη δεκάδων χιλιάδων ασφαλισμένων. Όμως οι ρυθμίσεις αυτές δεν καλύπτουν όλους τους ασφαλισμένους, αλλά μεροληπτούν υπέρ συγκεκριμένων ομάδων των ασφαλισμένων και αφήνουν ακάλυπτους τους ασφαλισμένους του ιδιωτικού τομέα αλλά (στο ειδικότερο ζήτημα της δυνατότητας ανάκλησης των παραιτήσεων) και τους ασφαλισμένους των ειδικών Ταμείων που έχουν ήδη υπαχθεί με τον Ν. 3655/2008 στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.

Πράγματι:

-Με τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 7 του Ν.3847/2010, ορίστηκε ότι «συνταξιοδοτικά δικαιώματα που έχουν θεμελιωθεί ή θεμελιώνονται μέχρι 31.12.2010 (…) δεν θίγονται από την παραμονή στην υπηρεσία μετά την ανωτέρω ημερομηνία, και τυχόν συνταξιοδοτικές μεταβολές στη διάρκειά της δεν επηρεάζουν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησής τους, καθώς και τον τρόπο υπολογισμού της σύνταξής τους».

-Η διάταξη αυτή αφορά, όμως, μόνο τους υπαγόμενους στον Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων ή σε διατάξεις που παραπέμπουν στον Κώδικα αλλά και τους ασφαλισμένους των πρώην Ειδικών Ταμείων που έχουν ενταχθεί στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εθνική Τράπεζα κ.λπ.).

-Συνεπώς, η διάταξη αυτή δεν καλύπτει τους ασφαλισμένους στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή σε άλλα ασφαλιστικά Ταμεία (ΤΣΑΫ, ΤΣΜΕΔΕ, Ταμείο Νομικών, ΤΣΠΕΑΘ κ.λπ.).

-Στη συνέχεια της παρ. 7 του Ν. 3847/2010, ακολουθεί η παρ. 8, με την οποία παρέχεται το δικαίωμα σε όσους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των ΟΤΑ έχουν υποβάλει αίτηση παραίτησης και έχουν συνταξιοδοτηθεί, από 1.1.2010 και μετά, να ανακαλέσουν την παραίτησή τους και να επανέλθουν στην υπηρεσία.

-Από το κείμενο της διάταξης της παρ. 8, γίνεται σαφές ότι το δικαίωμα αυτό ανάκλησης της παραίτησης και επανόδου στην υπηρεσία αποκλείεται για τους ασφαλισμένους των Ειδικών Ταμείων που έχουν ήδη ενταχθεί στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.

-Ο ίδιος αποκλεισμός ισχύει και για τους ασφαλισμένους και σ' οποιοδήποτε άλλο ασφαλιστικό Ταμείο, πλην εκείνων που υπάγονται στον Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (ή εκείνων που παραπέμπονται στις διατάξεις του ίδιου Κώδικα).

-Ειδικότερα, όμως, ο αποκλεισμός της δυνατότητας ανάκλησης της παραίτησης και επανόδου στην υπηρεσία από τους ασφαλισμένους στα Ειδικά Ταμεία που έχουν ενταχθεί στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, είναι άδικος αλλά και ανεξήγητος.

-Πράγματι, δεν μπορεί να γίνει κατανοητός ο λόγος για τον οποίο οι ασφαλισμένοι των Ειδικών Ταμείων υπάγονται στην παρ. 7 του άρθρου μόνου του Ν. 3847/2010 (και μπορούν να παραμείνουν, αζημίως, στην υπηρεσία εφόσον έχουν θεμελιώσει ή θα θεμελιώσουν μέχρι 31.12.2010 συνταξιοδοτικό δικαίωμα), ενώ δεν υπάγονται στην παρ. 8 του άρθρου μόνου του ίδιου νόμου (δεν μπορούν να ανακαλέσουν τυχόν υποβληθείσα από 1.1.2010 παραίτηση).

-Βεβαίως, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι, με βάση την ισχύουσα νομολογία, σε κάθε περίπτωση θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος, ο ασφαλισμένος, ασχέτως φορέα, μπορεί να παραμείνει στην υπηρεσία όσο χρόνο επιθυμεί ο ίδιος, αζημίως, αφού με τη θεμελίωση κλειδώνει τόσο το προβλεπόμενο, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης, όριο ηλικίας όσο και τον αντιστοίχως προβλεπόμενο, κατά τον ίδιο χρόνο, αριθμό συνταξίμων ετών. Υπενθυμίζεται ότι η θεμελίωση γίνεται με τη συμπλήρωση (μόνον) του αριθμού των κατά περίπτωση απαιτούμενων συνταξίμων ετών (για τη θεμελίωση η ηλικία συνταξιοδότησης δεν είναι κρίσιμο μέγεθος – καθίσταται κρίσιμη μόνο για την έναρξη καταβολής της σύνταξης).

 

Β. Η τύχη των επικουρικών συντάξεων

 

Οφείλουμε να καταστήσουμε σαφές ότι, κατά τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς, η επικουρική σύνταξη δεν έχει μέλλον, βαίνει προς έμμεση κατάργηση μέσω της ενοποίησής της με την κύρια σύνταξη.

Τις κυβερνητικές αυτές προθέσεις επιχειρεί να αποκρύψει το προσχέδιο του ασφαλιστικού νομοσχεδίου με τη διάταξη του άρθρου 15.

Η αλήθεια έχει ως εξής:

Με το άρθρο 146 του Ν. 3655/2008 προβλέφθηκε ότι οι επικουρικές συντάξεις θα προσέγγιζαν (για χρόνο ασφάλισης 35 ετών ή 10.500 ημερών) το 20% των συνταξίμων αποδοχών, σταδιακά, με ανάλογες και ισόποσες μειώσεις τους, από το 2013 μέχρι το 2020 (συντάξεις άνω του 20% θα μπορούσαν να διατηρήσουν μόνον τα επικουρικά ασφαλιστικά Ταμεία που θα είχαν την αντίστοιχη οικονομική δυνατότητα βάσει συναφών αναλογιστικών μελετών).

Όμως, με το άρθρο 15 του προσχεδίου του ασφαλιστικού νομοσχεδίου, καταργείται στο σύνολό του το άρθρο 146 του Ν. 3655/2008 και στη θέση των (καταργούμενων) προβλέψεών του ορίζεται ότι έτος κρίσεως της βιωσιμότητας όλων ανεξαιρέτως των επικουρικών Ταμείων θα είναι το 2011.

Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 15, «η Εθνική Αναλογιστική Αρχή, έως το τέλος του 2011, εκπονεί υποχρεωτικά αναλογιστικές μελέτες βιωσιμότητας των Επικουρικών Φορέων, Τομέων και αυτοτελών Κλάδων».

Η διαδικασία εκπόνησης των μελετών βιωσιμότητας των επικουρικών Ταμείων αρχίζει μέσα σε 2 μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου και καταλήγει σε Απόφαση του υπουργού Εργασίας που εγκρίνει τα νέα ποσοστά αναπλήρωσης των συντάξεων εκάστου Επικουρικού Φορέα, με βάση τις προτάσεις της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής.

Συνεπώς, τα περισσότερα επικουρικά Ταμεία βαίνουν προς διάλυση αφού μπορούν να θεωρούνται δεδομένα τα αρνητικά αποτελέσματα των σχεδιαζόμενων αναλογιστικών προσεγγίσεων της βιωσιμότητας των επικουρικών Ταμείων.Μπορούμε να προβλέψουμε σήμερα με σιγουριά ότι η κυβέρνηση προτίθεται να αξιοποιήσει τα πορίσματα των αναλογιστικών μελετών και να επιδιώξει την ενσωμάτωση των επικουρικών στις κύριες συντάξεις, χρυσώνοντας το χάπι και ισχυριζόμενη ότι με την ενσωμάτωση αυτήν δεν θίγονται οι συνταξιούχοι. Η αλήθεια είναι ότι με τη διαδικασία εξαφανίζονται οι επικουρικές συντάξεις.

 

* Ο Γιώργος Ρωμανιάς είναι επιστημονικός Συμβούλου ΙΝΕ / ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ

 

ΠΗΓΗ: Το ποντίκι, έντυπο 3-6-2010, ηλεκτρονικό Κυριακή 6-6-2010, http://www.topontiki.gr/Articles/view/6544

Άρνηση της πληρωμής του χρέους και Ριζοσπαστης

Είναι η άρνηση της πληρωμής του χρέους «διαχειριστική» πρόταση;

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 


 

Στον Ριζοσπάστη της 26ης Μαΐου εμφανίστηκαν δυο σχόλια σχετικά με την πρόταση για την άρνηση της πληρωμής του χρέους και την έξοδο από το ευρώ, την οποία ταυτίζουν με την αναδιαπραγμάτευση του χρέους και έτσι αποφαίνεται ο ανώνυμος αρθρογράφος της εφημερίδας ότι «όσο κι αν καμώνονται και οι μεν και οι δε, ότι οι προτάσεις τους αποτελούν το αντίδοτο στην κρίση, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Καμία από τις δύο απόψεις δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την καπιταλιστική κρίση, γιατί καμία από τις δύο δεν συγκρούεται με την πηγή της κρίσης, δηλαδή το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα που σαπίζει…»

Αυτό που κάνει εντύπωση είναι η ευκολία με την οποία η πρόταση για άρνηση της πληρωμής του χρέους και έξοδο από το ευρώ ταυτίζεται με μια φιλομονοπωλιακή ανάπτυξη. «Έτσι, προβάλλει ως λύση η έξοδος από την ΕΕ και την ευρωζώνη, η επιστροφή στη δραχμή και η υποτίμησή της. Παράλληλα, μιλούν για έλεγχο της καπιταλιστικής αγοράς – λες και μπορεί να χαλιναγωγηθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου στον καπιταλισμό – ως αντίδοτο στην κρίση, για να μην πληρώσει – δήθεν – ο λαός και προτείνουν κρατικό έλεγχο στις τράπεζες, κανόνες στο κεφάλαιο και στην καπιταλιστική αγορά, χρηματοδότηση της βιομηχανίας κλπ.», υποστηρίζει ο ανώνυμος αρθρογράφος του Ριζοσπάστη.

Στον Κυριακάτικο Ριζοσπάστη της ίδιας εβδομάδας ο Μάκης Παπαδόπουλος επιχειρεί να δώσει «θεωρητική» χροιά στην κριτική της πρότασης – που πάλι την ταυτίζει με την αναδιαπραγμάτευση του χρέους – και ισχυρίζεται εξίσου αυθαίρετα ότι «η συγκεκριμένη πρόταση αφήνει στο απυρόβλητο την καπιταλιστική ιδιοκτησία των μονοπωλιακών ομίλων και τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ. Παρά τις αντικαπιταλιστικές κορόνες με τις οποίες επενδύεται από ορισμένους αρθρογράφους, στην πράξη οδηγεί στη διαπραγμάτευση του χρόνου και του τρόπου που θα πληρώσει ξανά η εργατική τάξη για να τονωθεί ο ρυθμός της καπιταλιστικής ανάπτυξης, με επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και μοχλό τις κρατικές επενδύσεις, για να συνεχιστούν οι θυσίες των εργαζομένων στο βωμό της ανταγωνιστικότητας. Προτείνει διαφορετική ιεράρχηση στις συμμαχίες της άρχουσας τάξης με τα ιμπεριαλιστικά κέντρα και καλεί το λαϊκό κίνημα να στηρίξει αυτή την επιλογή.» Από πού προκύπτουν όλα αυτά, μόνο ο εν λόγω αρθρογράφος το ξέρει.

 

Γιατί τσουβαλιάζουν ανόμοια αιτήματα;

 

Οι συγκεκριμένοι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη επιλέγουν να τσουβαλιάσουν ριζικά διαφορετικά πράγματα. Εκτός κι αν δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι είναι άλλο πράγμα να ζητάς αναδιαπραγμάτευση και άλλο να αρνείσαι το σύνολο του χρέους.  Γιατί λοιπόν τσουβαλιάζουν την αναδιαπραγμάτευση του χρέους που προτείνει ο Τσίπρας ή ο Αλαβάνος και μάλιστα χωρίς να αποδέχονται την έξοδο από το ευρώ, με την πρόταση για άρνηση της πληρωμής του χρέους με ταυτόχρονη έξοδο από το ευρώ, όπως προτείνουν π.χ. οι «αριστεροί οικονομολόγοι»; Είναι μήπως ταυτόσημες προτάσεις; Δεν γνωρίζουν ότι πρόκειται για εντελώς διαφορετικά πράγματα, τόσο ως προς την ουσία τους, όσο και ως προς τις πολιτικές που προτείνουν για την έξοδο από την κρίση; Ή μήπως το μόνο που ήθελαν να φτιάξουν ήταν μια καρικατούρα της άποψης και έτσι να την απορρίψουν χωρίς πολλά-πολλά; Τι άλλο όμως αποδεικνύει αυτό εκτός από ένδεια επιχειρημάτων και αδυναμία απάντησης επί της ουσίας;

Από πού προκύπτει ότι η άρνηση της πληρωμής του χρέους και η έξοδος από το ευρώ μαζί με τις εθνικοποιήσεις και τα άλλα μέτρα πολιτικής χτυπήματος της ασυδοσίας του μεγάλου κεφαλαίου που προτείνονται «κινούνται μέσα στα πλαίσια διαχείρισης του καπιταλισμού»; Αν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε γιατί η κυβέρνηση και οι δυνάμεις του κεφαλαίου δεν την υιοθετούν σαν πρόταση; Γιατί η κυβέρνηση και το πολιτικό προσωπικό των μονοπωλίων έχουν κηρύξει πόλεμο στην συγκεκριμένη πρόταση, επιχειρώντας να την ταυτίσουν με την πτώχευση και την καταστροφή της Ελλάδας; Μήπως δεν γνωρίζουν το συμφέρον τους; Ή μήπως υπάρχουν «προτάσεις διαχείρισης του καπιταλισμού» που τις πολεμά το ίδιο το κεφάλαιο; Κι αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε δεν είναι επαρκής απόδειξη ότι η συγκεκριμένη πρόταση δεν χωρά στη «διαχείριση του καπιταλισμού»;

Από πότε το εργατικό και λαϊκό κίνημα δεν οφείλει να έχει άμεσες προτάσεις με σκοπό να χαλιναγωγηθεί το κεφάλαιο ακόμη και μέσα στα γενικά πλαίσια του καπιταλισμού; Από πού προκύπτει ότι με τον αγώνα της η εργατική τάξη δεν μπορεί να επιβάλει ακόμη και πάνω στο γενικό έδαφος του καπιταλισμού μέτρα και κανόνες ενάντια στο κεφάλαιο; Τι άλλο επεδίωκε με την πάλη του δυο αιώνες τώρα το εργατικό κίνημα; Κι αν, παρ’ ελπίδα, πιστέψει σήμερα η εργατική τάξη ότι δεν μπορεί με την πάλη της να χαλιναγωγήσει το κεφάλαιο, τότε γιατί να πιστέψει ότι έχει ελπίδες να αποκρούσει την επίθεση που της γίνεται, ή ότι μπορεί να καλυτερέψει την μοίρα της με τον αγώνα της; Όσο στενεύει κανείς τον ορίζοντα της πάλης και των αιτημάτων της εργατική τάξης, τόσο την καταδικάζει στο περιθώριο της πολιτικής και της ταξικής πάλης, τόσο την καταδικάζει σε εκδηλώσεις απόγνωσης, γενικής διαμαρτυρίας και σε μάχες για την τιμή των όπλων. Αυτό χρειάζεται σήμερα η εργατική τάξη;

Τι εννοεί ο ΜΠ όταν ισχυρίζεται ότι «η μαχητική προβολή του ριζοσπαστικού πλαισίου πάλης που προτείνουμε (π.χ., πλήρης σταθερή εργασία με 35ωρο – 5ήμερο – 7ωρο, φορολογία του μεγάλου κεφαλαίου με 45%, κατάργηση στρατιωτικών εξοπλισμών για ανάγκες του ΝΑΤΟ, κλπ.) αποτελεί όρο για να μη νομιμοποιηθεί στη λαϊκή συνείδηση σαν αναγκαία η κυβερνητική πολιτική.» Πώς είναι δυνατόν να θεωρείται ως αντιμονοπωλιακή πολιτική η πάλη για πλήρη σταθερή εργασία, φορολογία του κεφαλαίου, κατάργηση εξοπλισμών του ΝΑΤΟ, κλπ., αλλά η πάλη για άρνηση του χρέους, έξοδο από το ευρώ, εθνικοποιήσεις τραπεζών, παλιών ΔΕΚΟ και υποδομών, κοκ, να θεωρείται φιλομονοπωλιακή; Πώς είναι δυνατόν κλασσικά τρεϊντγιουνίστικα αιτήματα από τον 19ο αιώνα για μισθούς, εργασία, φορολογία και δαπάνες να θεωρούνται αντιμονοπωλιακή πολιτική και μάλιστα «ριζοσπαστικό πλαίσιο πάλης», αλλά το χτύπημα της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου, ακόμη και πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού, να θεωρείται φιλομονοπωλιακή πολιτική;

 

Γιατί υποβαθμίζεται το ζήτημα του δημόσιου χρέους;

 

Οι ανώνυμοι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη προσπερνούν με μεγάλη ευκολία το πρόβλημα του χρέους, σαν να μην υφίσταται, ή τέλος πάντων σαν να μην είναι άξιο λόγου. Ενώ ο ΜΠ μιλά για το «φόβητρο της χρεωκοπίας», λες και η διαδικασία πτώχευσης της χώρας είναι τρικ ή μπλόφα του συστήματος, καταλήγοντας σ’ ένα εντελώς ακατανόητο συλλογισμό: «Εμφανίζει [η πρόταση] σαν κεντρικό ζήτημα το ύψος του δημόσιου χρέους, απομονωμένο απ' τον ταξικό χαρακτήρα της ανάπτυξης, τους παράγοντες που διαμορφώνουν την ανισόμετρη θέση μιας οικονομίας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και την αιτία της καπιταλιστικής κρίσης.»

Αλήθεια, δεν είναι κεντρικό ζήτημα το δημόσιο χρέος; Δεν οφείλει η εργατική τάξη να απαντήσει πολύ συγκεκριμένα σ’ αυτό; Ή πρέπει να ασχοληθεί με άλλα ώστε να αφήσει την «τρόικα» και την κυβέρνηση να προετοιμάσουν με την ησυχία τους την επίσημη πτώχευση της χώρας; Εκτός κι αν επαναστατική πολιτική είναι να καλούμε τον κόσμο κατόπιν εορτής για να αποκρούσει αυτό που έχει ήδη επιβάλλει το κεφάλαιο και οι πολιτικοί του εκπρόσωποι.

Με ποιον βασικό μοχλό επιχειρείται σήμερα η πρωτοφανής επίθεση στην εργατική τάξη και στον υπόλοιπο λαό; Δεν είναι το δημόσιο χρέος αυτός ο βασικός μοχλός; Τι είναι εκείνο που συνοψίζει με τον καλύτερο τρόπο σήμερα την κρίση, το σάπισμα και την ολοκληρωτική χρεωκοπία του ελληνικού καπιταλισμού; Δεν είναι το δημόσιο χρέος η πιο παρασιτική, εικονική μορφή κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης; Δεν είναι το δημόσιο χρέος σήμερα που επιτρέπει ακόμη και στον πιο πολιτικά καθυστερημένο εργάτη να καταλάβει άμεσα και πρακτικά όχι μόνο την εκμεταλλευτική φύση του συστήματος, αλλά και τον ιμπεριαλιστικά εξαρτημένο χαρακτήρα του που επιβάλει και την αναπόφευκτη χρεωκοπία του; Πόσες δεκαετίες προσπαθούσαν αριστεροί, κομμουνιστές, μαρξιστές να πείσουν τους εργάτες για την επικείμενη χρεωκοπία του καπιταλισμού με θεωρητικά και πολιτικά επιχειρήματα; Και τώρα μπροστά στα μάτια όλων το σύστημα χρεωκοπεί με τόσο επιδεικτικό τρόπο που αναγκάζει ακόμη και τους εκπροσώπους της άρχουσας τάξης να το παραδεχτούν. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν ορισμένοι σήμερα που αντιμετωπίζουν την χρεωκοπία ως μπλόφα (κατά το γνωστό απόφθεγμα του Τσίπρα, «η χρεωκοπία είναι παραμύθι δίχως δράκο») και κάποιοι άλλοι που σνομπάρουν ως κάτι δευτερεύον το δημόσιο χρέος επειδή, δήθεν, απομονώνει «από τον ταξικό χαρακτήρα της ανάπτυξης.»

Τι το κοινό έχουν οι δυο φαινομενικά διαφορετικές τοποθετήσεις; Και οι δυο αντιλαμβάνονται τον σύγχρονο καπιταλισμό και μάλιστα τον ελληνικό, με ικανότητες και δυναμισμό που δεν διαθέτει. Τρέφουν τέτοια εμπιστοσύνη στο σύστημα που ούτε τους περνά από το μυαλό ότι όντως χρεωκοπεί στην πράξη κι όχι μόνο στα λόγια και στις θεωρίες, ότι η κρίση του έχει τόσο βαθιά δομικά χαρακτηριστικά που δεν του επιτρέπουν εύκολα να βρει διέξοδο. Γιατί αν νομίζει κανείς ότι με αυτές τις πολιτικές της άγριας λιτότητας, της διάλυσης των εργασιακών σχέσεων και γενικά της επίθεσης στην εργατική τάξη, το κεφάλαιο έχει εξασφαλίσει την ανασυγκρότησή του και την έξοδο από την κρίση του συστήματος, τότε λυπούμαστε πολύ αλλά αυταπατάται οικτρά.

Επιπλέον, όποιος αρνείται να δει το δημόσιο χρέος ως κεντρική αναφορά της κρίσης, τότε αρνείται να αντιληφθεί το ταξικό περιεχόμενό του, λες και πρόκειται απλά για μια δημοσιονομική ανωμαλία του κράτους. Αρνείται να αντιληφθεί ότι το δημόσιο χρέος αποτελεί βασικό μοχλό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, του λαού και ολόκληρης της χώρας από το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο. Στις μέρες μας ειδικά αντιπροσωπεύει, μαζί με το ιδιωτικό χρέος, την κυρίαρχη μορφή συσσώρευσης και αξιοποίησης του μονοπωλιακού κεφαλαίου διεθνώς. Η υπερχρέωση και η αδυναμία εξυπηρέτησης του δημόσιου δανεισμού δεν συνιστά απλά ένα εξαιρετικά δυσεπίλυτο πρόβλημα για την άρχουσα τάξη και το κράτος της, αλλά υποδηλώνει και την βαθύτερη αδυναμία του συστήματος να ανασυνταχθεί και να ανασυγκροτηθεί με όρους κεφαλαίου. Υποδηλώνει την αδυναμία ολόκληρου του συστήματος να αναπτυχθεί και να αναπαραχθεί με τον τρόπο που το έκανε μέχρι χθες. Η αδυναμία αυτή της άρχουσας τάξης της χώρας φαίνεται και από το γεγονός ότι παραδίδει τις τύχες της, αλλά και του συστήματός της, στα διεθνή όργανα του χρηματιστικού κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού. Αυτό το νόημα έχει το καθεστώς της νέας κατοχής.

Έτσι σπρώχνει αντικειμενικά τις πολύ πλατιές μάζες όχι απλά στην κοινωνική διαμαρτυρία, στην οποία εναποθέτουν όλες τις ελπίδες τους οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, αλλά στο να αρχίζουν σιγά-σιγά να συνειδητοποιούν την ανάγκη ότι χρειάζεται να ξεμπερδέψουν μια και καλή με το ίδιο το σύστημα. Ότι χρειάζεται να τα βάλουν με ολόκληρο το σύστημα και μάλιστα όχι μόνο με το ντόπιο, αλλά και με το διεθνές. Αυτό αντιπροσωπεύει το αίτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους και της εξόδου από το ευρώ. Έτσι το αντιλαμβάνονται και οι μάζες, σαν να τα βάζεις με την καρδιά του σύγχρονου καπιταλισμού, με το σύστημα κυριαρχίας της διεθνούς χρηματιστικής ολιγαρχίας. Κι έτσι είναι. Γι’ αυτό και σε ρωτάνε: «τι θα πάθουμε άμα σταματήσουμε να πληρώνουμε το χρέος;». Γνωρίζουν πολύ καλά ότι η άρνηση της πληρωμής του χρέους μαζί με την έξοδο από το ευρώ θα σημάνει όχι απλά τη σύγκρουση με την άλφα ή την βήτα πολιτική του κεφαλαίου, αλλά την αναμέτρηση με τον σκληρό πυρήνα του συστήματος, τις ίδιες τις αγορές και τους οργανισμούς τους. Αυτός είναι κι ο λόγος που στις μάζες υπάρχουν ακόμη διάφορες φοβίες, δισταγμοί, αμφιβολίες για το αν μπορούμε να τα καταφέρουμε έχοντας απέναντί μας ολόκληρο το διεθνές σύστημα του κεφαλαίου. Μόνο που η ίδια η πορεία της κρίσης και της χρεωκοπίας, μαζί με τη συστηματική ανάλυση της πρότασης στην ουσία της, θα τις πείσουν όχι μόνο ότι μπορούν να το κάνουν, αλλά και ότι οφείλουν να το κάνουν. Διαφορετικά δεν υπάρχει σωτηρία ούτε γι’ αυτές, ούτε για τη χώρα.

Επομένως όλες αυτές οι «θεωρίες» που αντιμετωπίζουν το δημόσιο χρέος σαν κάτι δευτερεύον, που αντιλαμβάνονται τις πολιτικές ως κάτι το «προαποφασισμένο» από την άρχουσα τάξη, λες και η κρίση ήταν ή είναι «προαποφασισμένη», που μιλάνε για χρεωκοπία μπλόφα ή «φόβητρο» του συστήματος, που μιλούν γενικά για καπιταλισμό, αντί να μιλούν ειδικά για το πώς πρέπει να τον υπερβούμε σήμερα με όρους μαζών, φανερώνουν αμηχανία και τρόμο μπροστά στα καθήκοντα. Είναι πολύ πιο εύκολο σε μια εποχή που ωριμάζει όλο και περισσότερο η κοινωνική έκρηξη, να μιλά κανείς ενάντια στον καπιταλισμό γενικά, παρά να απαντά συγκεκριμένα στα προβλήματα που θέτει η χρεωκοπία του συστήματος μπροστά στις μάζες. Μόνο που όλα αυτά δεν συνθέτουν τίποτε άλλο εκτός από μια απολογητική των κυρίαρχων πολιτικών, όπως κι αν τα μασκαρέψει κανείς.

 

Είναι καινούργιο ζήτημα για το εργατικό κίνημα;

 

Όμως, για κάποιον που γνωρίζει την ιστορία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, κάνει ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση η προσπάθεια να καταγγελθεί η άρνηση της πληρωμής και η έξοδος από το ευρώ με όλα τα συνοδευτικά μέτρα που προτείνονται, ως πρόταση «διαχειριστική του συστήματος»; Δεν γνωρίζουν οι ανώνυμοι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, αλλά και ο ΜΠ, ότι οι προτάσεις αυτές δεν είναι καινούργιες, αλλά συνυφασμένες με το εργατικό κίνημα, με τις προτάσεις και τη δράση των κομμουνιστών από την εποχή της Λίγκας των Κομμουνιστών;

Για πρώτη φορά η άρνηση της πληρωμής των κρατικών χρεών εμφανίστηκε ως εργατικό αίτημα την εποχή των δημοκρατικών επαναστάσεων του 1848 στη Γαλλία και αλλού. Ήταν το αίτημα του Γαλλικού προλεταριάτου που υπερασπίστηκε ο Κ. Μαρξ στους Ταξικούς Αγώνες στην Γαλλία, όπου ανέλυσε και την ταξική φύση του κρατικού χρέους. Επιχειρώντας ο Κ. Μαρξ εκ μέρους της Κεντρικής Επιτροπής της Λίγκας των Κομμουνιστών, να συνοψίσει το 1850 την εμπειρία των δημοκρατικών επαναστάσεων, συνέταξε μαζί με τον Ένγκελς μια εισήγηση προς τους κομμουνιστές συντρόφους του. Σ’ αυτήν επισημαίνει τα εξής:

«Είδαμε πώς οι δημοκράτες θα έρθουν στην εξουσία με το επόμενο κίνημα, πώς θα αναγκαστούν να προτείνουν λιγότερο ή περισσότερο σοσιαλιστικά μέτρα. Θα ρωτήσει κανείς τι μέτρα οι εργάτες θα πρέπει να προτείνουν με τη σειρά τους. Στην αρχή του κινήματος, φυσικά, οι εργάτες δεν θα μπορούν ακόμη να προτείνουν απευθείας κομμουνιστικά μέτρα. Όμως, μπορούν:

1.                          Να εξαναγκάσουν τους δημοκράτες να παρέμβουν σε όσο το δυνατό περισσότερες σφαίρες από την μέχρι σήμερα υπάρχουσα κοινωνική τάξη πραγμάτων, έτσι ώστε να διαταράξουν την ομαλή πορεία της και να συμφωνήσουν επίσης με την συγκέντρωση όλο και μεγαλύτερων παραγωγικών δυνάμεων, μέσων μεταφοράς, εργοστασίων, σιδηροδρόμων, κλπ., στα χέρια του κράτους.

2.                          Θα πρέπει να οδηγήσουν τις προτάσεις των δημοκρατών, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση δεν θα δράσουν με επαναστατικό, αλλά με τυπικά ρεφορμιστικό τρόπο, στα άκρα και να τις μεταμορφώσουν σε απευθείας επίθεση στην ατομική ιδιοκτησία. Έτσι, για παράδειγμα, αν ο μικροαστός προτείνει την εξαγορά των σιδηροδρόμων και των εργοστασίων, οι εργάτες θα πρέπει να απαιτήσουν ότι αυτοί οι σιδηρόδρομοι και τα εργοστάσια θα πρέπει να κατασχεθούν από το κράτος δίχως αποζημίωση μιας και αποτελούν ιδιοκτησία των αντιδραστικών. Αν οι δημοκράτες προτείνουν αναλογική φορολογία, οι εργάτες πρέπει να απαιτήσουν προοδευτική φορολογία. Αν οι δημοκράτες από μόνοι τους προωθήσουν μετριοπαθείς προοδευτικούς φόρους, οι εργάτες πρέπει να επιμείνουν σε φόρους με κλίμακες που ανεβαίνουν τόσο απότομα ώστε το μεγάλο κεφάλαιο να καταστραφεί από αυτές. Αν οι δημοκράτες ζητούν την ρύθμιση των κρατικών χρεών, οι εργάτες πρέπει να απαιτήσουν την κρατική χρεωκοπία. Έτσι, τα αιτήματα των εργατών πρέπει παντού να καθορίζονται από τις παραχωρήσεις και τα μέτρα των δημοκρατών.»

Τι εννοεί εδώ με τον όρο κρατική χρεωκοπία ο Κ. Μαρξ; Προφανώς την μονομερή παύση πληρωμών και διαγραφή των κρατικών χρεών. Κι αυτό όχι από μια μελλοντική προλεταριακή εξουσία, αλλά σαν εργατικό αίτημα προς την αστική ή μικροαστική δημοκρατία. Από τότε η άρνηση της πληρωμής των κρατικών χρεών πολιτογραφήθηκε ως ένα από τα κλασσικά δημοκρατικά αιτήματα της εργατικής τάξης. Έτσι το ενσωμάτωσαν στα προγράμματά τους όλα τα μαρξιστικά εργατικά κόμματα από την εποχή της Λίγκας των κομμουνιστών έως την εποχή του Λένιν και της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Ήταν μήπως ρεφορμιστής ο Μαρξ; Μήπως έκανε προτάσεις που ήταν «διαχειριστικές του συστήματος»; Τι γνώριζε ο Μαρξ που αγνοούν οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη; Γνώριζε πολύ καλά ότι η πάλη της εργατικής τάξης μπορεί να βάλει χαλινάρια στο κεφάλαιο, μπορεί να υπονομεύσει το σύστημα ακόμη και μέσα στα πλαίσια μιας αστικής ή μικροαστικής δημοκρατίας. Αρκεί να παλεύει για να επιβάλει όλα εκείνα που απορρίπτουν σήμερα εκ προοιμίου οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη. Μπορεί η άποψη των ανωνύμων αρθρογράφων και του ΜΠ να είναι αντικαπιταλιστική, αλλά σίγουρα δεν είναι εργατική, ούτε Μαρξιστική.

 

Τι έγινε στ’ αλήθεια με τους μπολσεβίκους;

 

Για να δούμε αν είναι Λενινιστική. Ο ΜΠ φαίνεται να έχει θυμώσει που όλοι εμείς οι οπαδοί της «διαχείρισης του συστήματος» τολμήσαμε να χρησιμοποιήσουμε το παράδειγμα του Λένιν και των μπολσεβίκων: «Όταν όμως φτάνουν να παραλληλίσουν την πρότασή τους με την άρνηση των μπολσεβίκων να πληρώσουν τα τσαρικά δάνεια, αποκαλύπτονται. Ξεχνούν μια μικρή λεπτομέρεια: Ποια τάξη έχει κάθε φορά την εξουσία και διαπραγματεύεται το ύψος του χρέους. Δεν ξεχνούν τυχαία αλλά συνειδητά, γιατί σε τελευταία ανάλυση θέλουν να στοιχηθεί το λαϊκό κίνημα «κάτω από ξένη σημαία». Το ΚΚΕ δε θα τους κάνει τη χάρη. Αναδεικνύει σταθερά και ανυποχώρητα τον πραγματικό αντίπαλο με τον οποίο πρέπει να αναμετρηθεί το λαϊκό κίνημα: Την εξουσία των μονοπωλίων.»

Μάλλον εδώ αποκαλύπτεται ο ίδιος ο ΜΠ, πρώτον, διότι δεν γνωρίζει, ως όφειλε, το παράδειγμα που αναφέρει και, δεύτερον, γιατί εξάγει πάλι συμπεράσματα από το πουθενά. Ποιος σας είπε αγαπητέ ΜΠ ότι όταν κάνουμε αυτή την πρόταση, δεν την κάνουμε με σκοπό να ανοίξει ο δρόμος προς την εξουσία της εργατικής τάξης; Από πού συνάγεται το συμπέρασμα ότι θέλουμε το λαϊκό κίνημα «κάτω από ξένη σημαία»; Πώς είναι δυνατόν όταν ζητάς από την εργατική τάξη να ενώσει το λαό και να ηγηθεί της σωτηρίας της χώρας απαιτώντας την άρνηση του χρέους και την έξοδο από το ευρώ, να σημαίνει ότι έχεις στο μυαλό σου κάτι άλλο εκτός από το να ανοίξει ο δρόμος για την εργατική εξουσία; Αλλά ακόμη κι έτσι να είναι, δηλαδή να έχουμε άλλους σκοπούς, είναι ποτέ δυνατόν όταν παλεύεις για την ανάδειξη της εργατικής τάξης σε ηγέτιδα δύναμη του λαού και του έθνους να μην τίθεται εκ των πραγμάτων, αντικειμενικά, θέμα πολιτικής εξουσίας;

Αλήθεια, ποιον αντίπαλο αναδεικνύει το αίτημα για άρνηση της πληρωμής του χρέους και έξοδο από το ευρώ, αν όχι την εξουσία των μονοπωλίων; Εκτός κι αν οι σύγχρονες τράπεζες, τα επενδυτικά κεφάλαια διεθνώς μαζί με το ΔΝΤ, την ΕΕ, κοκ, δεν αντιπροσωπεύουν την εξουσία των μονοπωλίων και μάλιστα στην πιο ολοκληρωμένη της μορφή.

Όσο για τον Λένιν και τους μπολσεβίκους θα έπρεπε ο ΜΠ να γνωρίζει ότι το αίτημα της διαγραφής των τσαρικών χρεών δεν ήταν κάτι που το επινόησαν όταν πήραν την εξουσία. Ήταν ένα αίτημα που γεννήθηκε από τα ίδια τα εργατικά σοβιέτ στην επανάσταση του 1905. Δεν ήταν αίτημα καθαρά μπολσεβίκικο, αλλά ένα πλατύ εργατικό δημοκρατικό αίτημα. Σαν τέτοιο το υιοθέτησαν όλες οι φράξεις της Ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας. Και οι μπολσεβίκοι και οι μενσεβίκοι. Μιας και εκείνη την εποχή δεν είχαν ξεχάσει – όπως φαίνεται να συμβαίνει σήμερα – ότι σαν αίτημα υπάρχει στις αποσκευές του εργατικού κινήματος από την εποχή της Λίγκας.

 

Πώς γεννήθηκε το αίτημα στη Ρωσία;

 

Γνωρίζει ο ΜΠ πώς συγκεκριμένα γεννήθηκε το αίτημα αυτό στη Ρωσία; Πολύ αμφιβάλουμε, γιατί αν το γνώριζε δεν θα τολμούσε να ισχυριστεί όσα έγραψε. Εκτός κι αν δεν παίζει κανένα ρόλο η αλήθεια όταν η σκοπιμότητα επιβάλει να αφοριστεί μια άποψη στο πυρ το εξώτερο. Ας τον πληροφορήσουμε εμείς. Το αίτημα της άρνησης των τσαρικών χρεών διατυπώθηκε για πρώτη φορά όχι από τους μπολσεβίκους, αλλά από το εργατικό σοβιέτ της Πετρούπολης στις 2 Δεκεμβρίου του 1905. Ήταν η εποχή όπου το τσαρικό καθεστώς διαπραγματευόταν, παρά την επικείμενη δημοσιονομική χρεωκοπία του, νέα δάνεια από τις ιμπεριαλιστικές χώρες. Με το «οικονομικό μανιφέστο» – όπως το αποκάλεσαν – του σοβιέτ της Πετρούπολης, η εργατική τάξη προειδοποιούσε το διεθνές κεφάλαιο να μην δώσει άλλα δάνεια στο τσαρικό καθεστώς, γιατί η δημοκρατία που θα ανατρέψει τον τσάρο δεν θα αναγνωρίσει τα χρέη του. Εμπνευστής του μανιφέστου ήταν ο Λ. Τρότσκι, πρόεδρος του σοβιέτ, ενώ συντάκτης ήταν ο σύντροφός του εκείνη την εποχή, Α. Πάρβους. Έγινε ομόφωνα δεκτό από το Σοβιέτ και το υπέγραφαν επίσης η Κεντρική Επιτροπή της Πανρωσικής Αγροτικής Ένωσης, η Κεντρική Επιτροπή (μπολσεβίκοι) και η Οργανωτική Επιτροπή (μενσεβίκοι) του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας, η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος των Εσέρων και η Κεντρική Επιτροπή του Πολωνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Να πώς διηγείται το περαστικό ο ίδιος ο Τρότσκι αρκετά χρόνια αργότερα: «Η σύλληψη [του Τρότσκι, σημ. δική μας] συνέβη μια μέρα αφού είχαμε δημοσιεύσει το λεγόμενο οικονομικό μανιφέστο, το οποίο διακήρυττε ότι η δημοσιονομική χρεωκοπία του Τσαρισμού ήταν αναπόφευκτη και διατύπωνε την κατηγορηματική προειδοποίηση ότι τα χρέη που πραγματοποιήθηκαν από τους Ρομανόφ δεν πρόκειται να αναγνωριστούν από το νικηφόρο έθνος. ‘Η απολυταρχία ποτέ δεν απόλαυσε της εμπιστοσύνης του λαού,’ έλεγε το μανιφέστο του Σοβιέτ των Εργατών Αντιπροσώπων, ‘και δεν της δόθηκε ποτέ κανενός είδους νομιμοποίηση από τον λαό. Γι’ αυτό και αποφασίσαμε να μην επιτρέψουμε την εξυπηρέτηση των δανείων που έχει συνάψει η Τσαρική κυβέρνηση η οποία έχει ανοιχτά εμπλακεί σε πόλεμο με ολόκληρο τον λαό.’

Η Γαλλική Bourse [χρηματιστηριακή αγορά, σημ. δική μας] απάντησε στο δικό μας μανιφέστο λίγους μήνες αργότερα με ένα νέο δάνειο ¾ του εκατομμυρίου φράγκα. Ο φιλελεύθερος και αντιδραστικός τύπος γέμισε με σαρκασμό γι’ αυτή την σημαντική απειλή του Σοβιέτ εναντίον των οικονομικών του Τσάρου και των Ευρωπαίων τραπεζιτών. Τα κατοπινά χρόνια πέτυχαν να ξεχαστεί το μανιφέστο, αλλά αυτό επανήλθε. Η δημοσιονομική χρεωκοπία του Τσαρισμού, που προετοιμάστηκε από ολόκληρη την προηγούμενη ιστορία του, συνέπεσε με την στρατιωτική του κατάρρευση. Αργότερα, μετά τις νίκες της επανάστασης, το διάταγμα του Σοβιέτ των Λαϊκών Επιτρόπων που εκδόθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1918, διακήρυττε την ακύρωση όλων των Τσαρικών χρεών. Αυτό το διάταγμα παραμένει σε ισχύ ακόμη και σήμερα. Είναι λάθος να πούμε, όπως λένε μερικοί, ότι η Οκτωβριανή επανάσταση δεν αναγνωρίζει καμμιά υποχρέωση: τις δικές της υποχρεώσεις η επανάσταση τις αναγνωρίζει πλήρως. Την υποχρέωση που ανέλαβε στις 2 Δεκεμβρίου του 1905, την εκπλήρωσε στις 10 Φεβρουαρίου του 1918. Η επανάσταση έχει κάθε δικαίωμα να υπενθυμίσει στους δανειστές του Τσαρισμού: ‘Κύριοι, είχατε προειδοποιηθεί εδώ και καιρό.»

Πρόκειται για φαντασιοπληξίες του Τρότσκι; Όποιος γνωρίζει την ιστορία της ρωσικής επανάστασης, ξέρει πολύ καλά ότι έτσι έγιναν τα πράγματα. Απόδειξη είναι και το γεγονός ότι όταν το 1930, για πολλοστή φορά, οι ιμπεριαλιστές απειλούσαν την ΕΣΣΔ με αφορμή την ακύρωση των τσαρικών χρεών, η Ιζβέστια, όργανο της σοβιετικής κυβέρνησης, απάντησε σε κεντρικό άρθρο της σύνταξης ως εξής: «Είναι καιρός για τις καπιταλιστικές χώρες να καταλάβουν, μια και καλή, ότι η σοβιετική κυβέρνηση δεν μπορεί να αναλάβει τις υποχρεώσεις της τσαρικής κυβέρνησης. Από την εποχή ακόμη του 1905 όλα τα επαναστατικά κόμματα είχαν προειδοποιήσει το διεθνές κεφάλαιο να μην δώσει κανένα δάνειο στην τσαρική κυβέρνηση. Δεν έχουμε αποστασιοποιηθεί από αυτή τη θέση με κανέναν τρόπο

 

Πώς το αντιλαμβανόταν ο Λένιν;

 

Επρόκειτο, λοιπόν, για μια δέσμευση όλων των επαναστατικών κομμάτων της Ρωσίας απέναντι στην εργατική τάξη. Ο τσαρισμός απειλείτο με άμεση δημοσιονομική χρεωκοπία και οι ιμπεριαλιστές επεδίωκαν να τον στηρίξουν με ακόμη περισσότερα δάνεια. Πώς έπρεπε να αντιδράσει η εργατική τάξη και ο λαός της Ρωσίας; Να το προσπεράσει και να πει ότι όταν θα πάρω την εξουσία, τότε θα δω πώς θα λύσω το πρόβλημα; Όχι βέβαια. Η οργανωμένη σε σοβιέτ εργατική τάξη επέβαλλε σ’ όλα τα επαναστατικά κόμματα μια βαριά υποχρέωση.

Μια υποχρέωση που μόνο οι μπολσεβίκοι αποδείχτηκαν συνεπείς μέχρι τέλους και υλοποίησαν όταν τους δόθηκε η ευκαιρία. Από τον Φλεβάρη του 1917 έως και τον Οκτώβρη, οι μπολσεβίκοι ήταν το μόνο κόμμα που εξακολουθούσε να υποστηρίζει τα αιτήματα του «οικονομικού μανιφέστου» και απαιτούσε να υλοποιηθεί όχι από μια μελλοντική εξουσία του προλεταριάτου, αλλά εδώ και τώρα από το σοβιέτ που έλεγχαν μενσεβίκοι και εσέροι, καθώς και από την προσωρινή κυβέρνηση Κερένσκι. Ήταν το μόνο κόμμα, από όσα είχαν υπογράψει το «οικονομικό μανιφέστο» το 1905, που συνέχιζε πιστά να το υποστηρίζει και μετά τη νίκη του Φλεβάρη του 1917. Ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι γνώριζαν πολύ καλά ότι το ζήτημα της εξουσίας για τις μάζες δεν τίθεται αφεαυτού, από μόνο του ως σύνθημα, αλλά πρώτα και κύρια μέσα από την πάλη για τα αιτήματα εκείνα που έχει αναδείξει η ίδια η εργατική τάξη, για τα αιτήματα δηλαδή που απαντούν άμεσα και πρακτικά από τη σκοπιά των συμφερόντων της στα προβλήματα που έχει μπροστά της η εργατική τάξη, με τους όρους που καταλαβαίνει η ίδια η εργατική τάξη κι όχι η όποια αυτοανακυρηγμένη «πρωτοπορία» της. Κι ένα από αυτά τα προβλήματα, από τα πλέον σοβαρά, ήταν η χρεωκοπία του τσαρισμού και η δανειακή του εξάρτηση από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές χώρες. Επρόκειτο για ένα ζήτημα που ουσιαστικά επισκιαζόταν μόνο από τον παγκόσμιο πόλεμο και τις καταστροφικές συνέπειές του.

Η σημασία που έδινε ο Λένιν, οι μπολσεβίκοι, αλλά και οι διεθνιστές επαναστάτες της εποχής στο αίτημα της διαγραφής των κρατικών χρεών ώστε να τραβηχτεί η εργατική τάξη στην επαναστατική πάλη εναντίον του ιμπεριαλισμού, ήταν ιδιαίτερη. «Σαν θετικό σύνθημα που τραβάει τις μάζες στον επαναστατικό αγώνα και εξηγεί την ανάγκη των επαναστατικών μέτρων για ‘δημοκρατική’ ειρήνη θα πρέπει να ριχτεί το σύνθημα: άρνηση πληρωμής των δημόσιων χρεών.» Έτσι έθετε τότε το ζήτημα ο Λένιν, με τον ίδιο τρόπο μπαίνει και από εμάς σήμερα. Η άρνηση της πληρωμής του δημόσιου χρέους απαντάει θετικά από την σκοπιά της εργατικής τάξης στην ανάγκη να τραβηχτεί η μεγάλη μάζα στον αγώνα για άμεσα δημοκρατικά μέτρα – όπως είναι η έξοδος από το ευρώ, οι εθνικοποιήσεις τραπεζών και βασικών τομέων της οικονομίας, η αναδιανομή πλούτου και εισοδημάτων υπέρ των εργαζομένων, κοκ. – τα οποία κάτω από την επίδραση της ταξικής πάλης μπορούν ν’ ανοίξουν το δρόμο για την επαναστατική ανατροπή. Μόνο έτσι, δηλαδή μόνο μέσα από άμεσα, μεταβατικά, ή ενδιάμεσα μέτρα, μπορεί να τεθεί θέμα εξουσίας με όρους μαζών, με όρους αληθινής κι όχι εικονικής εργατικής τάξης. Όλοι οι άλλοι τρόποι είναι μόνο για να ονειροβατούν όσοι ζουν στον κόσμο τους.

Επομένως όποιος αρνείται να προτάξει την άρνηση πληρωμής των δημόσιων χρεών, μπορεί να είναι αντικαπιταλιστής, αλλά σίγουρα δεν έχει καμμιά σχέση ούτε με την εργατική τάξη, ούτε με τον Μαρξισμό, ούτε με την Λενινισμό και προπαντός δεν έχει καμμιά σχέση με την πραγματική πάλη ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων και τον ιμπεριαλισμό σήμερα. Κι αυτό γιατί πολύ απλά «όποιος θέλει να τραβήξει προς το σοσιαλισμό από άλλο δρόμο, έξω από τον πολιτικό δημοκρατισμό, θα καταλήξει αναπότρεπτα σε ανόητα και αντιδραστικά συμπεράσματα, τόσο με την οικονομική όσο και με την πολιτική έννοια», όπως έγραφε ο Λένιν.

 

Τι φοβούνται και δεν μιλάνε για άρνηση πληρωμών;

 

Προς στιγμή ας ξεχάσουμε όσα είπαμε. Ας δεχτούμε όσα ισχυρίζονται οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη και ιδιαίτερα την αποστροφή του ΜΠ, ο οποίος θέλει την εργατική τάξη να «διαπραγματεύεται το ύψος του χρέους» αφού πάρει την εξουσία. Ας αφήσουμε στην άκρη το γεγονός ότι η σοβιετική εξουσία δεν «διαπραγματεύθηκε το ύψος του χρέους», αλλά διέγραψε μονομερώς τα τσαρικά χρέη κι ας έρθουμε στο ζουμί. Εφόσον εμείς δεν καταλαβαίνουμε πώς ταξικά, επαναστατικά, κλπ., πρέπει να μπει το ζήτημα, τότε γιατί αυτοί δεν το βάζουν με τον δικό τους «σωστό» τρόπο; Γιατί στις επίμονες πιέσεις της κυβέρνησης και των δημοσιογραφικών εκπροσώπων του καθεστώτος, «που θα βρούμε τα λεφτά;» δεν απαντούν ότι ο λαός, οι εργαζόμενοι, η εργατική τάξη δεν αναγνωρίζει τα χρέη του συστήματος κι ότι όταν πάρουν την εξουσία θα τα ακυρώσουν. Γιατί δεν απευθύνουν προς τους δανειστές, το ΔΝΤ, την ΕΕ και γενικά την εξουσία των μονοπωλίων, την ίδια προειδοποίηση που απεύθυνε το ρώσικο προλεταριάτο το 1905 όταν διαπίστωσε την επικείμενη δημοσιονομική χρεωκοπία του τσαρισμού; Γιατί είναι πιο επαναστατικό να απαντά κάποιος σαν την ΓΓ της ΚΕ, όταν την ρωτούν στη Βουλή ή στα ΜΜΕ επίμονα «που θα βρούμε τα λεφτά;»:

«— Είπατε μεταξύ ευρώ και δολαρίου δεν μπορούμε να επιλέξουμε. Μα, έχουμε ήδη επιλέξει, έχουμε το ευρώ εμείς εδώ.

— Μιλάμε για το ΚΚΕ και για τα αντικειμενικά συμφέροντα του λαού.

— Ναι, αλλά κι εσείς στο ΚΚΕ με ευρώ συναλλάσσεστε, το εθνικό μας νόμισμα είναι το ευρώ.

— Και δραχμή να είχαμε δε θα ήταν καλύτερα τα πράγματα.

— Συμφωνώ μαζί σας, αλλά λέω πάντως ότι εμείς με το ευρώ είμαστε να το διευκρινίσουμε.

— Λέμε ότι γίνεται αυτή τη στιγμή μια διαπάλη ανάμεσα στην ΕΕ και τις ΗΠΑ, μια σκληρή διαπάλη. Και οι μεν και οι δε δεν παλεύουν για το πώς θα ζήσουν καλύτερα οι λαοί, αλλά τα συγκεκριμένα συμφέροντα, τα ταξικά, ποια θα κυριαρχήσουν. Προηγουμένως έγινε μια συζήτηση για το καμποτάζ…

— Εγώ περιμένω να απαντήσετε πρώτα στην ερώτηση της κ. Τρέμη πού θα βρούμε τα λεφτά. Γιατί σας είπε πολύ σωστά ότι στο τέλος του μήνα 10 δισ. θα χρειαστούμε. Εκτός, αν πιστεύετε ότι υπάρχουν τα χρήματα.

— Θα σας απαντήσω. Αυτά τα χρήματα, όταν θα τα δανειστεί η ελληνική κυβέρνηση, ποιος θα επωφεληθεί; Θα βρεθούν τα λεφτά, εγώ σας λέω και με επιτόκιο 1%…

— Πού θα βρεθούν;

— Απ' το Νομισματικό Ταμείο, ή την ευρωζώνη. Η κυβέρνηση – κι εδώ είναι η υποκρισία της ΝΔ και των άλλων κομμάτων – δεν έχει άλλη επιλογή απ' το να δανειστεί χρήματα, για να τα επιστρέψει σ' αυτούς που ενδιαφέρονται να ανεβάσουν την κερδοφορία και την ίδια στιγμή να απελευθερωθεί το όριο απολύσεων, να δουλεύουμε μέχρι τα 70. Η κυβέρνηση, απ' την πλευρά της, καλά κάνει. Ο λαός όμως δεν μπορεί να δεχτεί ότι καλά κάνει η κυβέρνηση.»

Είναι αυτή απάντηση; Και μάλιστα ταξική! Κάντε ότι θέλετε με το ευρώ και τα δάνεια, εμένα μ’ ενδιαφέρει ο λαός! Τι άλλο πάει να πει αυτό εκτός από το «εμείς μπορεί να διαμαρτυρόμαστε, αλλά μην ανησυχείτε δεν πρόκειται να σας ενοχλήσουμε σ’ αυτό που πάτε να κάνετε.» Γιατί η ΓΓ δεν έθεσε την άρνηση της πληρωμής των χρεών με τον «σωστό» τρόπο, προτάσσοντας δηλαδή το ζήτημα της εξουσίας, και όχι με τον «διαχειριστικό» τρόπο που υποτίθεται ότι το βάζουμε εμείς; Γιατί αποφεύγει να κάνει έστω και νύξη επί του θέματος; Για βαθύτερους ιδεολογικούς και πολιτικούς λόγους, που απ’ ότι φαίνεται γνωρίζει μόνο η ίδια, ή γιατί πολύ απλά φοβάται να απαντήσει με τρόπο καθαρό στις συνεχείς πιέσεις από το σύστημα εξουσίας; Μήπως η στάση αυτή είναι ένας πολύ εύσχημος, «ταξικός», τρόπος ώστε να αποφύγει όπως-όπως την σύγκρουση με το κυρίαρχο σύστημα εκεί ακριβώς που το πονάει σήμερα περισσότερο; Και σήμερα το σύστημα πονάει σε δυο καίρια ζητήματα, στην άρνηση του χρέους και στην άρνηση του ευρώ. Κι όποιος δεν απαντάει σ’ αυτά καθαρά και ξάστερα βάζει πλάτες στις κυρίαρχες πολιτικές είτε το θέλει, είτε όχι, είτε ντύνει τις θέσεις του με αντικαπιταλιστικό βερμπαλισμό, είτε με ανανεωτικό ευρωπαϊσμό της υποτέλειας και της εθελοδουλίας.

Τι έλεγε παλιότερα το ΚΚΕ; 

Αλήθεια, τι σχέση έχει αυτή η στάση με ολόκληρη την παράδοση του εργατικού κινήματος, του Μαρξισμού, του Λενινισμού, του ίδιου του ΚΚΕ; Γιατί μπορεί να μην το γνωρίζουν οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, αλλά την θέση αυτή για άρνηση της πληρωμής του χρέους ανέδειξε για πρώτη φορά στην ιστορία της ταξικής πάλης στην Ελλάδα, το ίδιο το ΚΚΕ. Όταν το 1932 η Ελλάδα μπήκε σε αναγκαστικό χρεωστάσιο και παραδόθηκε, όπως σήμερα, στους δανειστές της, το ΚΚΕ διατύπωσε την εξής θέση: «Μπορεί όμως να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση [η πληρωμή των δανείων, σημ. δική μας]; Θα σκύβουμε έτσι το κεφάλι για να δεχόμαστε φόρους πάνω σε φόρους; Θα δεχτούμε αδιαμαρτύρητα να αφαιρεθούν 700 ολόκληρα εκατομμύρια από το αίμα μας, να πληρώσουμε και την τελευταία δραχμή, να κοπεί και το ψωμί μας για να πληρωθούν μια φούχτα βδέλλες, ληστές, ντόπιοι και ξένοι τοκογλύφοι; Όχι. Με την επαναστατική μας πάλη, με τη γροθιά μας, μπορούμε να σταματήσουμε τους εκμεταλλευτές. ΟΥΤΕ ΠΕΝΤΑΡΑ ΣΤΟΥΣ ΝΤΟΠΙΟΥΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΥΣ ΛΗΣΤΕΣ ΟΜΟΛΟΓΙΟΥΧΟΥΣ, ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΑΝΕΡΓΟΥΣ, ΣΤΙΣ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΕΣ ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ. Με αυτό το σύνθημα πρέπει να ξεσηκωθούν οι εργάτες, όλοι οι εργαζόμενοι της χώρας

Προφανώς το ΚΚΕ εκείνης της εποχής δεν γνώριζε ότι διαπράττει μέγα σφάλμα καθοσιώσεως, ότι προτάσσοντας την άρνηση της πληρωμής των δανείων οδηγείται σε προτάσεις «διαχειριστικές του συστήματος» και άλλα τέτοια φαιδρά. Ούτε φυσικά γνώριζε ότι ακολουθώντας τις εντολές της Κομμουνιστικής Διεθνούς, την παράδοση του διεθνούς εργατικού κινήματος, τις παρακαταθήκες των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, υιοθετούσε θέσεις που απομόνωναν το κίνημα από τον «ταξικό χαρακτήρα της ανάπτυξης». Ούτε βέβαια διανοήθηκαν ποτέ εκείνοι οι παλιοί κομμουνιστές, που ζούσαν και ανέπνεαν μέσα στην εργατική τάξη, ότι είχαν λάθος να πιστεύουν ότι με την δύναμη της πάλης του εργατικού κινήματος μπορούν να επιβληθούν χαλινάρια στο κεφάλαιο ακόμη και πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού. Αν είναι ποτέ δυνατόν, όπως θα αναφωνούσε κι ο σημερινός ανώνυμος αρθρογράφος του Ριζοσπάστη.

Την άποψη αυτή το ΚΚΕ τη διατήρησε σ’ ολόκληρη την ιστορία του. Το ΕΑΜ στην απελευθέρωση έθεσε θέμα διαγραφής των προπολεμικών χρεών της χώρας, ώστε να μπορέσει να ανασυγκροτηθεί η χώρα προς όφελος του λαού. Στη διάρκεια της ΕΔΑ συνέχιζε να θέτει το ίδιο ζήτημα και ταυτόχρονα ζητούσε να κοπεί ο ομφάλιος λώρος με τον εξωτερικό δανεισμό της χώρας.

Στη μεταπολίτευση, το ΚΚΕ επανάφερε το ζήτημα του δημόσιου δανεισμού υποστηρίζοντας τα εξής: «Πρέπει να σταματήσει κάποτε ο αλόγιστος δανεισμός που γίνεται ίσα-ίσα για την κάλυψη του ισοζυγίου πληρωμών. Να σταματήσουμε να δανειζόμαστε ίσα-ίσα για να ξεπληρώνουμε τα προηγούμενα χρέη. Να σταματήσει ο δανεισμός για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών. Να αλλάξει ο τρόπος χρησιμοποίησης των δανείων: Να χρηματοδοτούν τις συγκεκριμένες ανάγκες μιας πραγματικής ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, ανάπτυξη που θα οδηγήσει στο σπάσιμο του φαύλου κύκλου της διεθνούς ιμπεριαλιστικής κερδοσκοπίας

Μήπως το ΚΚΕ σε ολόκληρη την ιστορία του ήταν ένα κόμμα «διαχείρισης του συστήματος» και οι σημερινοί αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη ήρθαν να αποκαταστήσουν την τραυματισμένη επαναστατική του υπόληψη; Αν είναι έτσι, τότε γιατί δεν το λένε ανοιχτά; Γιατί δεν λένε ανοιχτά στα μέλη του κόμματος ότι το ΚΚΕ της ΚΔ, το ΚΚΕ του ΕΑΜ, το ΚΚΕ της ΕΔΑ, το ΚΚΕ της μεταπολίτευσης, δηλαδή το ΚΚΕ εξ ιδρύσεώς του, ήταν ένα κόμμα υποταγμένο στη «διαχείριση του συστήματος» και μόνο αυτοί κατόρθωσαν να το φέρουν στον «ίσιο δρόμο» της επαναστατικής αρετής και καθαρότητας; Γιατί δεν λένε ανοιχτά ότι χτυπώντας το αίτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους και της εξόδου από το ευρώ, προσπαθούν να ξεμπερδέψουν και με ολόκληρη την ιστορία του ΚΚΕ, με το σύνολο των αιτημάτων, των διεκδικήσεων και των αγώνων του, που σφράγισαν την πορεία του εργατικού και λαϊκού κινήματος της χώρας. Στην ουσία οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη επιχειρούν, στα μουλωχτά, να επανιδρύσουν το ΚΚΕ ώστε να κρατήσουν από το παλιό κόμμα μόνο τα σύμβολα και την επωνυμία.

 

Υπάρχουν επαναστατικά και ρεφορμιστικά αιτήματα;

 

Βγαίνοντας από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο οι καπιταλιστικές χώρες, ιμπεριαλιστικές και εξαρτημένες, είχαν φορτωθεί με τεράστια κρατικά χρέη. Μοναδική εξαίρεση οι ΗΠΑ, οι οποίες είχαν βγει από τον πόλεμο ως η κύρια πιστώτρια χώρα παγκοσμίως. Τα κρατικά χρέη ήταν τόσο μεγάλα, που ήταν αδύνατο να πληρωθούν και γι’ αυτό τότε πολλοί αστοί οικονομολόγοι – με πρώτον απ’ όλους τον Τζον Μέϊναρντ Κέινς – είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πρέπει να υπάρξει ακύρωση όλων των κρατικών χρεών. Ο Κέινς συγκεκριμένα στο βιβλίο του για τις «οικονομικές συνέπειες της ειρήνης» έγραφε: «Η ύπαρξη των χρεών του μεγάλου πολέμου είναι μια απειλή για την οικονομική σταθερότητα παντού. Δεν υπάρχει καμμιά Ευρωπαϊκή χώρα στην οποία η αποκήρυξη [του χρέους, σημ. δική μας] δεν θα μετατραπεί σύντομα σε ένα σοβαρό πολιτικό ζήτημα.»

Το γεγονός ότι η ακύρωση των κρατικών χρεών γινόταν υπόθεση των αστών οικονομολόγων, σταμάτησε τον Λένιν και τη νεαρή τότε Κομμουνιστική Διεθνή από το να υιοθετήσουν και να προβάλουν το αίτημα; Όχι βέβαια. Στο 2ο Συνέδριο της ΚΔ ο Λένιν έλεγε πώς η επαπειλούμενη χρεωκοπία έσπρωχνε εκατομμύρια να σκεφτούν σαν τον Κέινς, πώς προκειμένου να γλυτώσουν την καταστροφή όφειλαν να προχωρήσουν αλλιώς: «Με την ακύρωση όλων των χρεών, όπως προτείνει ο Κέινς! Η ιδέα αυτή δεν είναι μόνο ιδέα του οικονομολόγου επιστήμονα Κέινς. Στην ιδέα αυτή κατέληξαν και θα καταλήξουν εκατομμύρια. Και εκατομμύρια άνθρωποι ακούν τους αστούς οικονομολόγους να λένε πώς δεν υπάρχει άλλη διέξοδος εκτός από την ακύρωση των χρεών, και γι’ αυτό ‘ας είναι καταραμένοι οι μπολσεβίκοι’ (που ακύρωσαν τα χρέη) και ελάτε να απευθυνθούμε στη ‘γενναιοψυχία’ της Αμερικής!! – Νομίζω πώς θα έπρεπε εξονόματος του συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς να στείλουμε ένα ευχαριστήριο σ’ αυτούς τους οικονομολόγους-προπαγανδιστές υπέρ του μπολσεβικισμού.»

Ο Λένιν γνώριζε πολύ καλά ότι το ίδιο το αίτημα της ακύρωσης όλων των κρατικών χρεών ήταν ικανό να τραβήξει τις μάζες στην επαναστατική πάλη, να τις οδηγήσει σε σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό και το χρηματιστικό κεφάλαιο και να τις φέρει μπροστά στην ανάγκη μιας άλλης διαφορετικής εξουσίας, της δικής τους εξουσίας. Γι’ αυτό και δεν τον ένοιαζαν οι επικλήσεις των αστών οικονομολόγων της εποχής στην «λογική» των αστικών κυβερνήσεων και στην «γενναιοψυχία» των ΗΠΑ, η οποία ήταν αυτή που θα έχανε τα περισσότερα στην περίπτωση της ακύρωσης των κρατικών χρεών. Δεν τον φόβιζε ακόμη και η δυνατότητα μιας αστικής κυβέρνησης να προχωρήσει η ίδια σε ακύρωση των κρατικών χρεών, γιατί γνώριζε πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο θα έπληττε σοβαρά την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου, θα προωθούσε τις θέσεις του εργατικού κινήματος, στο βαθμό που θα γινόταν κάτω από την πίεση και την απειλή του, και θα άνοιγε τις πόρτες για νέες κατακτήσεις, για νέους καλύτερους συσχετισμούς. Τώρα αν το κίνημα σταθεί αδύναμο, ή ανίκανο να αξιοποιήσει και να εκμεταλλευτεί την έστω και μερική ικανοποίηση του αιτήματός του ως εφαλτήριο για νέες μεγαλύτερες κατακτήσεις, για νέα βήματα μπροστά, τότε δεν φταίει ούτε το αίτημα, ούτε το γεγονός ότι μια αστική κυβέρνηση το ικανοποίησε, φταίει το ίδιο το κίνημα και πιο συγκεκριμένα οι δυνάμεις που ηγούνται σ’ αυτό.

Με το ίδιο σκεφτικό κι ένας άλλος αρχιρεφορμιστής – αν πάρουμε στα σοβαρά τα κριτήρια των αρθρογράφων του Ριζοσπάστη – και γνωστός για τις προτάσεις του με σκοπό τη «διαχείριση του συστήματος», ο Φιντέλ Κάστρο, όταν στα μέσα της δεκαετίας του 1980 πρωτοστάτησε στο κίνημα για την ακύρωση των χρεών της Λατινικής Αμερικής, δεν έθετε ως προϋπόθεση την προλεταριακή ή επαναστατική εξουσία. Μάλιστα σε μια συνέντευξή του το 1985 του έθεσαν και την εξής προκλητική ερώτηση: «Κάθε πρόγραμμα για τη λύση της ‘κρίσης χρέους’ είναι… ένα πρόγραμμα για τη διάσωση του καπιταλισμού. Θέλει όντως η Κούβα να σώσει τον καπιταλισμόΟ Κάστρο απάντησε με τον εξής τρόπο: «Ναι, τον άλλο καπιταλισμό, τον καπιταλισμό των υπερχρεωμένων, μιλώντας με ανθρωπιστικούς όρους. Οι κατευθυνόμενοι πύραυλοι των επιτοκίων και των όρων του εμπορίου σκοτώνουν εκατομμύρια ανθρώπους στον λεηλατημένο κόσμο. Δολοφονούνται από την πείνα, τις ασθένειες και το έγκλημα. Και σαν να μην ήταν αρκετή η σφαγή από το χρέος και το εμπόριο, οι καταχρεωμένες χώρες έχουν τεθεί υπό την επιτήρηση κέντρων απόφασης στο εξωτερικό αναφορικά με την οικονομική ‘προσαρμογή’ τους, η οποία οδηγεί στην ύφεση. Είναι σαν τον καλοπροαίρετο γιατρό που επιβάλει σ’ έναν αδύναμο ασθενή καθεστώς αναγκαστικής απώλειας βάρους…»

Στόχος ενός λαϊκού, εργατικού αιτήματος δεν είναι να προβάλει την ανάγκη του σοσιαλισμού ή της επανάστασης, αλλά να απαντά στα πιο άμεσα και ζωτικά προβλήματα του απλού κόσμου από τη σκοπιά των συμφερόντων του, να βελτιώνει τη θέση της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζόμενων στρωμάτων, να ανοίγει δρόμους για νέες κατακτήσεις, να αλλάζει τους συσχετισμούς σε βάρος του κεφαλαίου και να βάζει χαλινάρι στην ασυδοσία του. Με αυτή την έννοια δεν υπάρχουν ρεφορμιστικά ή επαναστατικά αιτήματα, παρά μόνο λαϊκά και εργατικά αιτήματα που γίνονται τέτοια μόνο όταν τα αγκαλιάζει και τα αναδεικνύει η ίδια η εργατική τάξη, ο ίδιος ο λαός. Κι αυτά μπορεί να τα παλέψει κανείς με ρεφορμιστικό ή με επαναστατικό τρόπο. Να τα παλέψει δηλαδή με το να τα διατυμπανίζει μόνο ως γενικές διακηρύξεις, με το να τα υποτάσσει σε μια προοπτική βελτίωσης του κυρίαρχου συστήματος, ή να τα παλέψει αξιοποιώντας κάθε ευκαιρία για να κινητοποιήσει τις ευρύτερες δυνατές μάζες, αρπάζοντας κάθε μικρή ή μεγάλη επιτυχία, κάθε μερική κατάκτηση για να κάνει μαζί με τις μάζες ένα ακόμη βήμα προς τα μπρος, να κερδίσει ακόμη περισσότερο από το εχθρικό έδαφος, να προχωρήσει τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις ως το τέλος. Κι αυτό γιατί, όπως έλεγε κι ο Μαρξ, «οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις ποτέ δεν οφείλονται στην αδυναμία των ισχυρών, οφείλονται και προκαλούνται από την ισχύ των αδυνάτων.» Όποιος δεν δοκιμαστεί πρώτα και κύρια στην πάλη για να ικανοποιηθούν μερικές διεκδικήσεις και ενδιάμεσα αιτήματα, για να κερδισθούν κατακτήσεις και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις υπέρ της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων πάνω στο γενικό έδαφος του καπιταλισμού, τότε είναι επαναστάτης μόνο στα λόγια.

Στο βαθμό που θα τεθεί σε κίνηση η τάξη και συνολικά η μάζα του λαού η πρακτική ανάγκη για το σοσιαλισμό θα προκύψει μέσα από την ίδια την πάλη για τα αιτήματά της, όσο ασήμαντα και μηδαμινά κι αν φαίνονται στους επαναστάτες της φράσης. Η ίδια η εμπειρική λογική της πάλης για τα δικά τους αιτήματα οδηγεί τις μάζες να κατανοήσουν το τι πρέπει, το τι οφείλουν να κάνουν κάθε φορά. Κι όχι τα «προωθημένα συνθήματα» των δήθεν πρωτοποριών και οι ανέξοδες επικλήσεις του σοσιαλισμού. Αυτός είναι κι ο λόγος που ο Κάστρο σε μια ομιλία του στην Ηπειρωτική Συνδιάσκεψη των χωρών της Λατινικής Αμερικής για το πρόβλημα του εξωτερικού χρέους, η οποία συνήλθε στην Αβάνα τον Αύγουστο του 1985, έλεγε χαρακτηριστικά: «Αυτό το πρόβλημα επηρεάζει ολόκληρο τον κόσμο περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα… Δεν έχουμε παρουσιάσει ανατρεπτικές θέσεις. Δεν καλούμε σε κοινωνική επανάσταση. Είπαμε αντίθετα ότι δεν μπορούμε να περιμένουμε πρώτα τον σοσιαλισμό για να λύσουμε αυτό το πρόβλημα. Αυτό είναι ένα επείγον πρόβλημα εδώ και τώρα, ένα πρόβλημα που πρέπει να λύσουμε. Προκειμένου να το λύσουμε, πρέπει να ενώσουμε όλους τα στρώματα, εκτός από την ασήμαντη εκείνη μειοψηφία που έχει πουληθεί στο διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο, που έχει πουληθεί στον ιμπεριαλισμό… Το βλέπουμε σαν έναν εθνικό απελευθερωτικό αγώνα που μπορεί, για πρώτη φορά στην ιστορία, να ενώσει όλους τους κοινωνικούς τομείς στην πάλη για την ανεξαρτησία. Δεν μπορούμε να πούμε ότι ο σοσιαλισμός πρέπει να είναι προϋπόθεση. Δεν προτείνουμε σοσιαλισμό. Φυσικά, δεν είμαστε και εναντίον του [γέλια] Αυτό που νομίζω ότι δεν θεωρώ σωστό είναι να τον μετατρέψεις σε βασικό ζήτημα. Η κατάσταση θα φέρει επίγνωση στο λαό. Και νομίζω ότι καθώς ο λαός θα αποκτά συνείδηση, εμείς θα βαδίζουμε όλο και πιο κοντά στον σοσιαλισμό. Νομίζω ότι στο μέλλον μπορεί να υπάρξει μια σοσιαλιστική κοινωνία, αλλά θα ήταν λάθος αν παρουσιάζαμε τον σοσιαλισμό ως τωρινό στόχο.»

Πριν οι ανώνυμοι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, ο ΜΠ, ή όποιος άλλος θελήσει να ξαναπιάσει την πένα για να συκοφαντήσει το αίτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους και την έξοδο από το ευρώ, καλό θα ήταν να φυλλομετρήσει τις απόψεις του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος της εποχής που ο Κάστρο πρωτοστατούσε στο κίνημα για την κατάργηση των χρεών των εξαρτημένων χωρών. Ίσως έτσι αποφύγουν τις χοντράδες. Ίσως πάλι και να μην καταλάβουν τίποτε γιατί έχουν απορρίψει τη βασική, θεμελιώδη αρχή που ανέκαθεν διαφοροποιούσε τα μαρξιστικά εργατικά κόμματα, τις καθαρόαιμες εργατικές οργανώσεις και φυσικά τους κομμουνιστές, από κάθε άλλη αντικαπιταλιστική οργάνωση. «Ο σοσιαλισμός δεν είναι ένα έτοιμο σύστημα που θα δοθεί σαν ευεργεσία στην ανθρωπότητα. Ο σοσιαλισμός είναι η ταξική πάλη του σημερινού προλεταριάτου, που βαδίζει από ένα σκοπό σήμερα σ’ έναν άλλο αύριο στο όνομα του βασικού του σκοπού, προς τον οποίο πλησιάζει κάθε μέρα

Το κλειδί ήταν και παραμένει στη δυνατότητα να κινητοποιηθεί η πλειοψηφία της εργατικής τάξης και του λαού. Δεν έχει κανένα νόημα το να έχεις σωστή θέση όταν αρνείσαι την ενότητα δράσης, ή καλείς τους πάντες να στοιχηθούν πίσω σου. Το ΚΚΕ του 1932, αν και όπως είδαμε απέναντι στη χρεωκοπία πήρε γενικά σωστή θέση, ωστόσο αυτό δεν το βοήθησε καθόλου στην πρακτική οργάνωση της εργατικής πάλης. Απορρίπτοντας τους πάντες ως φασίστες (σοσιαλφασίστες, αγροτοφασίστες, αρχειοφασίστες, κοκ) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μόνη σωστή επιλογή ήταν να καλέσει την εργατική τάξη να στοιχηθεί πίσω του και να προετοιμάσει τη σοσιαλιστική επανάσταση. Κι αυτό όχι στα λόγια, όπως οι σημερινοί αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, αλλά στην πράξη. Όταν όμως είδε και απόειδε, όταν το ένα χτύπημα διαδεχόταν το άλλο, όταν «το Κόμμα όλο και περισσότερο απομονωνόταν από τις μάζες και έχανε τη μια θέση μετά την άλλη,» όταν η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο, τότε άλλαξε γραμμή. Τον Σεπτέμβρη του 1934 η ΚΕ του ΚΚΕ και η διοίκηση της Ενωτικής ΓΣΕΕ απέστειλε από κοινού ανοιχτό γράμμα «προς όλους τους εργαζομένους της χώρας, τη Γενική Συνομοσπονδία των Εργατών της Ελλάδας, τα Ανεξάρτητα Συνδικάτα, το Αγροτικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, προς τη Γενική Συνομοσπονδία των Επαγγελματιών και Βιοτεχνών της Ελλάδος,» όπου έθετε τα εξής: «Το μαχαίρι έχει φτάσει στο κόκκαλο. Μόνο μια πανελλαδική, παλλαϊκή κινητοποίηση των εργαζομένων, με επί κεφαλής τις οργανώσεις τους, μπορεί να αναχαιτίσει τα αντιλαϊκά μέτρα, τον κίνδυνο του φασισμού.» Η κίνηση αυτή επισφραγίστηκε με το Σύμφωνο κοινής δράσης ενάντια στη στρατιωτικοφασιστική δικτατορία τον Οκτώβρη του 1934. Αν και η στροφή αυτή ήλθε κάπως αργά και δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα εναντίον του φασιστικού κινδύνου, αποτέλεσε όμως το γόνιμο έδαφος για να βλαστήσει αργότερα και μέσα στον πόλεμο η εποποιεία του ΕΑΜ.

 Σήμερα, αντιμέτωπη η χώρα με τους μεγαλύτερους κινδύνους που έχει αντιμετωπίσει ποτέ στη νεότερη ιστορία της, μεγάλα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας και προπαντός των εργαζομένων προσδοκούν σε ένα νέο ανοιχτό γράμμα της ΚΕ του ΚΚΕ. Ένα ανοιχτό γράμμα προς όλους τους εργαζόμενους της χώρας και όλες τις αριστερές, προοδευτικές και δημοκρατικές δυνάμεις του τόπου, που θα τις καλεί σε μια πανστρατιά εναντίον του νέου καθεστώτος κατοχής από το ΔΝΤ, την ΕΕ και τους ντόπιους δωσίλογους με στόχο μια αναγεννημένη Ελλάδα απαλλαγμένη από τα δεσμά της χρηματιστικής ολιγαρχίας και του ιμπεριαλισμού. Θα έρθει άραγε ποτέ αυτό το ανοιχτό γράμμα;

 

5/6/2010, Δημήτρης Καζάκης

 

 

 [1] Κ. Μαρξ & Φ. Ένγκελς, Εισήγηση της ΚΕ προς την Λίγκα των Κομμουνιστών. Διαλεχτά Έργα, τ. 1, Μόσχα: Progress Publishers, 1976, σ. 184.

[2] Το «οικονομικό μανιφέστο» δημοσιεύεται ολόκληρο στο παρών τεύχος του Εμπρός.

[3] Λέων Τρότσκι, Η Ζωή μου, Νέα Υόρκη: Pathfinder Press, 1970, σ. 186.

[4] Ιζβέστια, 4 Αυγούστου 1930.

[5] Β. Ι. Λένιν, Για το «Πρόγραμμα Ειρήνης», Άπαντα, τ. 27, Αθήνα: ΣΕ, 1980, 

 

σ.279.

[6] Β. Ι. Λένιν, Δυο Ταχτικές της Σοσιαλδημοκρατίας στη Δημοκρατική Επανάσταση, Αθήνα: ΣΕ, 1980, σ. 18.

[7] Ριζοσπάστης, Πέμπτη 22 Απρίλη 2010.

[8] Ο Νέος Ριζοσπάστης, Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 1932.

[9] Χαρακτηριστικό του πνεύματος που αντιμετώπιζαν οι κομμουνιστές το ζήτημα του δημόσιου δανεισμού της χώρας είναι το βιβλίο του Νίκου Μπελογιάννη, Το Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα, Αθήνα: ΣΕ, 1998. Αν οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, εκτός από το να δοξάζουν το όνομα του Μπελογιάννη, έριχναν και μια ματιά στο βιβλίο του, ίσως τους βοηθούσε να αντιληφθούν πώς και με ποιο τρόπο πάλευαν οι αληθινοί κομμουνιστές το ζήτημα του χρέους.

[10] Ριζοσπάστης, 23 Δεκέμβρη 1979.

[11] John Maynard Keynes, The Economic Consequences of the Peace, London: Macmillan, 1920, σ. 261.

[12] Β. Ι. Λένιν, Εισήγηση για τη Διεθνή Κατάσταση και τα Βασικά Καθήκοντα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, Άπαντα, τ. 41, Αθήνα: ΣΕ, 1983, σ. 225.

[13] Folha De Sao Paulo, 2 Ιουνίου 1985.

[14] Καρλ Μαρξ, Οι οπαδοί του προστατευτισμού, του ελεύθερου εμπορίου και η εργατική τάξη, Collected Works, τ. 6, σελ. 281. Επίσης Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τομ. 33, σελ. 167.

[15] Speech by President Fidel Castro at the Continental Dialogue on the Foreign Debt held at Havana's Palace of Conventions, Havana Domestic Service, 4 Αυγούστου 1985.

[16] Β. Ι. Λένιν, Συζήτηση, Άπαντα, τ. 23, σελ. 54.
[17] Δημήτρη Σάρλη, Η Πολιτική του ΚΚΕ στον Αγώνα κατά του Μοναρχοφασισμού, Αθήνα: ΣΕ, 1981, σ. 26.
[18] Το ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τ. 4, Αθήνα: ΣΕ, 1981, σ. 84.
[19] Ό. Π., σ. 85. 
 

 

ΠΗΓΗ: http://www.stopcartel.info/

Η εκπόρνευση της πουτάνας

Η εκπόρνευση της πουτάνας

 

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

 

 

Λέει κάπου νομίζω ο Μισέλ Φουκό, πως η χειρότερη μορφή καταστολής είναι η καταδίκη στη σιωπή. Και αυτήν ακριβώς την καταστολή είναι ολοφάνερο ότι αντιμετωπίζει η άποψη που επιζητά να διερευνήσει τα βαθύτερα πολιτισμικά αίτια της τρέχουσας κρίσης. Ψελλίσματα μόνον ακούγονται από ελάχιστους, αφού σύσσωμο το σύστημα – και διόλου τυχαία – επιχειρεί να εξαντλήσει την κριτική του αποκλειστικά και μόνο στα πολιτικά και οικονομικά χαρακτηριστικά του, αφήνοντας ουσιαστικά ανέγγιχτο τον πυρήνα  του προβλήματος. Προφανείς οι αναπαραγωγικοί λόγοι που συνιστούν αυτή τη συστημική στρατηγική.

Όμως, έχει έρθει η ώρα να μιλήσουμε για τα καίρια και ουσιώδη της κρίσης. Και απ' αυτήν ακριβώς τη συζήτηση, από την ικανότητα της να διασπάσει τους μηχανισμούς της καταδίκης σε σιωπή, νομίζω ότι θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό η δυνατότητα  του τόπου να ξεπεράσει την κρίση και τις οδυνηρές της συνέπειες.

Αλλά μέγιστο προαπαιτούμενο γι' αυτό αποτελεί η αναζήτηση, η ανάδειξη και η καταδίκη των μηχανισμών που για δεκαετίες οργάνωσαν άλλοι συνειδητά και άλλοι ανεπίγνωστα την πολιτισμική αλλοτρίωση του λαού μας.  Την αλλοτρίωση που με τη σειρά της εξέθρεψε το κοινωνικο-πολιτικο-οικονομικό τέρας που απειλεί σήμερα να μας εξαφανίσει. Αυτή η αποξένωση από την πολιτισμική μας ιδιοπροσωπία κουβάλησε το νερό στο μύλο της καταχνιάς που μας καταπνίγει.

Αλλά αυτή η αποξένωση έχει ονοματεπώνυμο. Έχει πρόσωπα και φορείς που την διέσπειραν και την προώθησαν συχνά με λυσσαλέο τρόπο.  Έχει συμφέροντα και υποστηρικτές που ωφελήθηκαν από τη πλατιά διάδοση της. Μα το πιο επικίνδυνο είναι ότι σήμερα αυτοί ακριβώς που φέρουν την κύρια ευθύνη για την εγκληματική αλλοτρίωση της κοινωνίας, αυτοί οι ίδιοι, δεν διστάζουν να εμφανίζονται ως τιμητές της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, ως κήνσορες των ασθενών σημείων της κοινωνικής νοοτροπίας, ως εισαγγελείς  κατά της διαφθοράς και αναξιοκρατίας! Πιάνουν θέσεις στο μεταπολιτευτικό σκηνικό – όποτε κι αν έρθει αυτό- και απλώνουν παντού την καταγγελτική διάρροια τους, έχοντας όμως όρθιο το δάχτυλο στα χείλη, ως σινιάλο σιωπής, όταν η κουβέντα φτάνει στα ουσιώδη.

Και αγωνιώ πραγματικά για την ώρα που κάποιος θα τους υποδείξει ευγενικά και δίχως σεξισμούς την αγαπημένη τους έτσι κι αλλιώς θέση για το δάκτυλο τους, απαιτώντας ταυτόχρονα την ανάληψη των ευθυνών τους για την σημερινή κατάντια του λαού και του έθνους. Ποιός στ' αλήθεια καλλιέργησε επί σειρά ετών μια αντίληψη για το ίδιο το περιεχόμενο του πολιτισμού ως βλαχοεπαρχιώτικο culture και όχι ως νοο-τροπία, ως τρόπο κατανόησης της ανθρώπινης ύπαρξης, συνύπαρξης και πράξης; Ποιός με κίνητρο τον εφηβικό του θυμό – με την ψυχαναλυτική σημασία του όρου – μίσησε κάθε τι ελληνικό στον τόπο αυτό, επειδή η μικροαστή μαμά του δεν του έκατσε, αλλά ερωτεύτηκε τον μπαμπά του; Ποιός συστηματικά και σταθερά κατεδάφισε το αξιακό περιεχόμενο της κοινωνίας, παραδίνοντας  την στον πιο αισχρό και μηδενιστικό καταναλωτισμό; Και πιο απλά. Ποιός ανήγαγε το σούσι σε νεοελληνική διατροφική αξία και το γκαζόν σε προτεραιότητα του πρωτογενούς τομέα της οικονομίας; Ποιός προώθησε την πιο βλαμμένη εκδοχή της αμερικανιάς μέσα από εκατοντάδες ταινίες καταστροφής που αντιλαμβάνονται την ανθρώπινη σάρκα – και ψυχή – ως ακαταπόνητης αντοχής; Ποιός διαφήμισε τη βιομηχανία των γυμναστηρίων και των solarium; Ποιός αθώωσε στα μάτια της κοινωνίας την πιο χυδαία εκπόρνευση του ανθρώπινου σώματος; Ποιός έσπρωξε στη πλήρη «χαλάουα» τις καρδιές των κοριτσιών και τα στήθη των αγοριών μας; Ποιός έκανε πρότυπο την ψευτογκλαμουριά του σκυλοτράγουδου; Ποιός οργάνωσε τα βραβεία «Α-γ-ρίων»; Ποιός τα δεκάδες reality και τις γελοιογραφίες των «ταλέντων» που τσαλάκωσαν απλά τις προσδοκίες χιλιάδων νέων ανθρώπων; Ποιός παρουσίασε τα μεσημεριανά που σέρβιραν κυνικά και συχνά χαιρέκακα τη μιζέρια του διπλανού; Ποιός έστησε τις ψευτοσοβαρές εκπομπές που «αγίαζαν» τους διεφθαρμένους της πολιτικής και της οικονομίας; Ποιός αθώωσε τη σπατάλη των Ολυμπιακών και ποιός προώθησε αυτοπροσώπως τον υποκινούμενο εθελοντισμό της αρπαχτής; Ποιός καλλιέργησε στα free press editorial του τα must της ισχυρής Ελλάδας του σημιτικού «εκσυγχρονισμού»; Ποιός φιλοτέχνησε το ηρώο της – με γερμανική καθοδήγηση – ποδοσφαιρικής πρωταθλήτριας Ευρώπης και ποιός τα αγάλματα του Ρουβοψινάκιδων στο γυφτομπαρόκ της eurovision; Ποιός με υποδειγματικές συμπεριφορές εμφύσησε στη λαϊκή συνείδηση την πρωτοκαθεδρία μιας χρησιμοθηρικής και ατομικιστικής αποτελεσματικότητας; Ποιός πλαστικοποίησε τα συναισθήματα και αλουμινοποίησε την αρχιτεκτονική του λαού μας; Ποιός εξέθεσε το οικολογικό κίνημα στο επίπεδο εξωραϊστικού συλλόγου και την αριστερά των συλλογικοτήτων σε γκλαμουράτο μόρφωμα ετσιθελικών διεκδικήσεων; Ποιός αποθέωσε το εγωκεντρικό μότο "να είσαι ο εαυτός σου"… και στα αρχίδια σου; Ποιός διασκέδασε πρώτο τραπέζι πίστα αγκαλιά με διεφθαρμένους πολιτικούς και σαβουροτηλεπαρουσίαστριες;  Ποιός ντόπαρε την ελληνική κοινωνία στην αντιδημιουργική λογική του τζογαδόρικου νεοπλουτισμού; Ποιός έβγαλε το σκασμό μπροστά στην κυριαρχία του αμοραλισμού; Ποιός ανέδειξε τα στίλβωντα ζαντολάστιχα σε κριτήριο έρωτα; Ποιός πέταγε μπουκάλια στην αρένα των χουλιγκάνων; Ποιός αρθρογράφησε υπερασπιζόμενος τις fuck-less κυρίες του εθνομηδενισμού; Ποιός περιθωριοποίησε κάθε πολιτική και δημοσιογραφική φωνή που αντιστεκόταν στην εθνική ύπνωση; Ποιός ανακήρυξε σε γραφικότητα τον πατριωτισμό; Ποιός με την καθημερινή στάση ζωής του ανήγαγε την κυνική προστυχιά σε κοσμοπολίτικο ιδεολόγημα και ξέπλυνε τα μυαλά χιλιάδων ανθρώπων για να οικοδομήσει το lifestyle προφίλ του; Ποιός γέμισε τα περίπτερα μας με την κιτρινίλα των μονοσύλλαβων βαρβαρικών του εκδόσεων; Ποιός απέκρυψε την αλήθεια για την κατάντια μας; Ποιός ανυποψίαστος για την ισχύ της παράδοσης που κουβαλά στο σαρκίο του, έφτυσε γεμάτος επαρχιώτικη μειονεξία το παρελθόν του; Και να το πω και πιο βαριά! Ποιός γάμησε τα ιερά και τα όσια των πεθαμένων μας;  Ποιός άλλος απ' όλους αυτούς τους γνωστούς δημοσιογράφους και τηλεπαρουσιαστές που σήμερα «καρφώνουν» τους ήδη τελειωμένους στη συνείδηση της κοινωνίας πολιτικούς, για να την βγάλουν για μια ακόμη φορά καθαρή στη θύελλα που -τα ερεθισμένα από την κοκαΐνη- ρουθούνια τους οσμίζονται.

Αυτός ο εσμός των media που γέμισε τη ζωή μας με τη σαπίλα της ψευτισμένης μικροζωώλας του, επιζητά σήμερα την εκ νέου εκπόρνευση του. Ως «πουτάνα» που εκ νέου εκπορνεύεται σ' έναν «καλό» γάμο!  Και δυστυχώς, δεν έχω βέβαιη απάντηση για το αν η ελληνική κοινωνία θα αποδεχτεί εκ νέου το ρόλο του «καλού πελάτη», υπό την απειλή του ΔΝΤ νταβατζή της!

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ,  6.6.2010