Τι αίτημα είναι η άρνηση του χρέους;

Τι αίτημα είναι η άρνηση του χρέους;

Ένα αποκαλυπτικό «ταξίδι» από το ι8ο αιώνα μέχρι τη θηλιά ΔΝΤ-Ε.Ε.

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 

Ο κ. Παπακωνσταντίνου κάλεσε σε τηλεοπτική συνέντευξη του όλους τους δημοσιογράφους και τους σώφρο­νες πολιτικούς όλων των κομμάτων να «εξηγήσουν» στον αφελή λαό τι καταστροφή θα ήταν αν τολμούσε η Ελλάδα να αρνηθεί το χρέος και να φύγει από το ευρώ. Κάποιοι στην Αριστερά φάνηκαν ιδιαιτέ­ρως πρόθυμοι να αναλάβουν τη δουλειά: Η άρνηση του χρέους και η έξοδος από το ευρώ αν δεν είναι «διαχειριστικά αιτήματα», προϋποθέτουν τουλάχιστον επα­νάσταση για να επιβληθούν.

Γι' αυτό κι ο λαός μπορεί ελεύθερα να εξεγείρεται, να κάνει πόλεμο, να κατεβαίνει στους δρόμους και να οργίζεται γι' αυτό που του επιβά­λουν, αρκεί να μην θέτει αιτήματα που ενοχλούν το σύστημα. Ολόκληρος ο μικροαστισμός της γραφειοκρατίας των κομμάτων της Αριστεράς επί σκηνής.

Αυτά τα αιτήματα, λένε, είναι πολύ επα­ναστατικά για την υγεία του λαού και της εργατικής τάξης. Λείπουν οι συνθήκες, δεν είναι έτοιμος ο λαός. Και τέλος πάντων, αφήστε πρώτα να έρθει η δευτέρα παρουσία μιας πανευρωπαϊκής αναγέννη­σης, ή έστω κάποιο είδος σοσι­αλισμού και ύστερα βλέπουμε. Τώρα, αν μέχρι τότε ο ελληνικός λαός υποστεί μια από τις χειρό­τερες καταστροφές στην ιστορία του, δεν έχει καμιά σημασία. Οι κύριοι αυτοί είναι αρκετά επανα­στάτες και «διεθνιστές», ώστε να το αντέξουν. Αρκεί να διασωθεί η θεσούλα τους στον κομματικό μηχανισμό, η πολιτική αργομισθία που έχουν εξασφαλίσει και φυσι­κά οι ιδεοληψίες που δικαιώνουν την ύπαρξη τους. Όλα τα άλλα θα τα φορτωθεί ο λαουτζίκος για να μπορούν να του πουν, όπως πάντα, «είδες που είχαμε δίκιο, ο καπιταλισμός είναι πολύ κακό πράγμα!».

 

Από αίτημα της ανερχόμενης φιλελεύθερης αστικής τάξης…

 

Ας τους βγάλουμε από την αγωνία τους. Τα αιτήματα της άρνησης της πληρωμής του χρέους και η έξοδος από το ευρώ δεν είναι ούτε επαναστατικά, ούτε σοσιαλιστικά μέτρα. Είναι βαθιά δημοκρατικά αιτήματα από τη σκοπιά του λαού και της εργατικής τάξης. Ειδικά η άρνηση του χρέους, που ορισμέ­νοι στην Αριστερά κάνουν σαν να το ακούν για πρώτη φορά, κατάγεται από τις μεγάλες αστικοδημοκρατικές επαναστάσεις του 18ου αιώνα. «Η Ιακωβίνικη κυβέρνηση του 1793 υιοθέτησε τη θέση ότι ένας ελεύθερος λαός δεν χρειάζεται να πληρώσει τα χρέη που ένας "τύραννος" (…) έχει συσσωρεύσει» (1), έγραφε ο Καρλ Σμιτ. Έτσι για πρώτη φορά η ελευθερία και η κυριαρχία ενός λαού συνδέθηκε με την ακύρω­ση και διαγραφή των χρεών των «τυραννικών καθεστώτων» που ανατρέπει η δημοκρατία. Οι νεοσύστατες ΗΠΑ πάτησαν στα πόδια τους διαγράφοντας τα χρέη τους προς τους Βρετανούς.

Μερικά χρόνια αργότερα, ο Τόμας Τζέφερσον απαντούσε σ' όσους έτρεμαν την ιδέα της διαγραφής του χρέους ως εξής: «Δεν ανήκω σ' εκείνους που φοβούνται το λαό. Αυτός και όχι οι πλούσιοι αποτε­λούν την εγγύηση μας για διαρκή ελευθερία. Και για να προστατεύ­σουμε την ανεξαρτησία του δεν θα πρέπει να επιτρέψουμε στους κυβερνώντες να μας φορτώσουν με διαρκές χρέος… Αν βρεθούμε σε κατάσταση τέτοιου χρέους ώστε να αναγκαστούμε να φορολογηθούμε για ό,τι τρώμε και πίνουμε, για τα αναγκαία και τις ανέσεις μας, για τις εργασίες και τις διασκεδά­σεις μας… όπως συμβαίνει με το λαό της Αγγλίας, τότε και ο λαός μας θα χρειαστεί να δουλεύει 16 ώρες από τις 24 και να δίνει ό,τι κερδίζει από τις 15 ώρες στην κυ­βέρνηση για τα χρέη της και τις καθημερινές δαπάνες της… Τότε όμως δεν θα έχουμε χρόνο για να σκεφτούμε και κανένα μέσο για να εγκαλέσουμε αυτούς που μας κυβερνάνε άσχημα. Δεν θα έχουμε καμιά άλλη επιλογή από το να εκ-μισθώνουμε τους εαυτούς μας σε εκείνους που το μόνο που θέλουν είναι να μας κρατάνε δεμένους… έως ότου ο κύριος όγκος της κοινωνίας καταλήξει να είναι ένα απλό αυτόματο μιζέριας δίχως καμιά άλλη αίσθηση εκτός από το να αμαρτάνει και να υποφέρει» (2).

 Ήταν τόσο φυσιο­λογικό το αίτημα της διαγραφής των κρατικών χρεών από την ανερχόμενη φιλε­λεύθερη αστική τάξη, που ο Φράνσις Γουόκερ, ένας από τους πατέρες της δημόσιας οικονομικής τον 19ο αιώνα, έγραφε: «Κανένα μεγάλο εθνικό χρέος δεν πληρώθηκε ποτέ, ούτε αντιμετωπίστηκε με κάποιον άλλο τρόπο, εκτός από την άρνηση της αποπληρωμής του». Κι αυτό γιατί, «η οικονομία του εθνικού χρέους, κάτω από το υπάρχον χρη­ματοπιστωτικό σύστημα, οδηγεί πάντα στην εξαθλίωση των πα­ραγωγικών τάξεων. Ολόκληρη η επίδραση πάνω τους είναι κατα­πιεστική. Τους στερεί κάθε δυνα­τότητα έντιμης ανταμοιβής, μέσα από ένα ψεύτικο χρήμα, το οποίο τους ληστεύει ένα μεγάλο μέρος από τους ονομαστικούς μισθούς τους. Τους επιβάλει, μέσα από την έμμεση φορολογία, ένα εντελώς άδικο ποσοστό των δημόσιων βαρών και στην πράξη είναι ένας τεράστι­ος μηχανισμός για την καταπίεση και την υποβάθμιση τους, έστω κι αν δεν είναι εκ προθέσεως». (3)

 

…αίτημα της εργατικής τάξης

 

Καθώς η αστική τάξη σταθεροποι­ούνταν στην εξουσία και λίγο αργό­τερα η κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου την μετάλλασσε σε μια βαθιά αντιδραστική τάξη, ξέχασε ότι η διαγραφή των χρεών υπήρξε η ιδρυτική πράξη της δημοκρατίας της. Οι εκπρόσωποι της ανέλαβαν να την εξορκίσουν δια παντός από την πολιτική και οικο­νομική φιλολογία. Όμως, από την επο­χή της «Συνωμοσίας των Ίσων», ήταν η εργατική τάξη εκεί­νη που υιοθέτησε τα ριζοσπαστικά αιτήματα της αστι­κής δημοκρατίας. Το ίδιο συνέβη και με το αίτημα της διαγραφής των κρατικών χρεών, που ιδίως μετά τις επαναστάσεις του 1848 διαχώριζε το εργατικό κίνημα από τους αστούς και μικροαστούς  δημοκράτες που ζητούσαν απλά ρύθμιση των χρεών. Από τότε δεν υπήρξε εργατικό κίνημα και κόμμα που να μην υιοθέτησε στο πρόγραμ­μά του το αίτημα της διαγραφής των κρατικών χρεών, όχι από τ δική του μελλοντική εξουσία; αλλά ως άμεση διεκδίκηση στην πάλη του για την κατάκτηση της δημοκρατίας.

Το 1914 ξέσπασε ο Πρώτος Πα­γκόσμιος Πόλεμος. Η επίσημη δι­εθνής εργατική σοσιαλδημοκρατία τρομοκρατημένη από τη δύναμη που φαινόταν να έχει το σύστημα, αλλά και την αδυναμία των εργα­τικών και λαϊκών κινημάτων να αντιταχθούν και να σταματήσουν τη σφαγή, κατέληξε στο συμπέ­ρασμα ότι το πρωτεύον δεν είναι η οργάνωση της μαζικής πάλης ενάντια στον πόλεμο, αλλά η διά­σωση των κομμάτων τους. Λίγοι διαφώνησαν με αυτή την λογική και τη θεώρησαν ανοιχτή προδοσία της εργατικής τάξης. Μια μικρή ομάδα διεθνιστών επαναστατών, εν μέσω ενός άγριου μακελειού, με την πλειοψηφία της εργατικής τάξης και λαού στις εμπόλεμες χώρες να έχει υποταχθεί στον κάλπικο πατριωτισμό των ιμπεριαλιστών, μαζεύτηκαν στην Ελβετική πόλη του Τσίμερβαλντ τον Σεπτέμβρη του 1915. Είχαν προηγηθεί εντατικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις διαφορετικές τάσεις, που παρ' όλες τις διαφορές τους είχαν συμφωνήσει στην ανάγκη να προτάξουν ένα «δημοκρατικό πρόγραμμα» ενάντια στον πόλεμο. Ο Λένιν επέμενε: «Σαν θετικό σύνθημα που τραβάει τις μάζες στον επαναστατικό αγών και εξηγεί την ανάγκη των επαναστατικών μέτρων για "δημοκρατική" ειρήνη θα πρέπει να ριχτεί το σύνθημα: άρνηση πληρωμής των δημόσιων χρεών». Κι έτσι έγινε. Η ασήμαντη, για την πανίσχυρη ηγεσία της σοσιαλδημοκρατίας, διεθνής Αριστερά του Τσίμερβαλντ περιέλαβε στα συνθήματα της και την «άρνηση πληρωμής των δημόσιων χρεών» (4) ως μέσο για το τράβηγμα στην επαναστατική πάλη των πολύ πλατιών μαζών.

 

Πολύ πιο πίσω οι  ηγεσίες της Αριστεράς

 

Σήμερα, οι ηγεσίες της Αριστεράς, είτε του μανιοκαταθλιπτικού ευρωπαϊσμού, είτε της δήθεν ταξικής καθαρότητας, είναι πολύ πιο πίσω ακόμη και από τους εκπροσώπους της παλιάς φιλελεύθερης αστικής τάξης. Το βασικό τους πρόβλημα είναι ότι έχουν παραιτηθεί από την πάλη για την κατάκτηση της δημο­κρατίας. Γι' αυτό και αδυνατούν να κατανοήσουν αιτήματα σαν την άρνηση του χρέους και την έξοδο από το ευρώ. Τα θεωρούν ανέφικτα, όσο ανέφικτη θεωρούν και την ίδια τη δημοκρατία για το λαό και την εργατική τάξη. Όποιος νομίζει ότι μπορεί να παρακάμψει την πάλη για τη δημοκρατία σήμερα, για να βρεθεί πιο γρήγορα στο σοσιαλισμό, ή στην όποια δική του ουτοπία, προσπαθεί να κρύψει το γεγονός ότι αρνείται τη δημοκρατία και σήμερα και αύριο. Ότι θεωρεί τη δημοκρατία σήμερα ανέφικτη και αύριο περιττή. Είτε μιλάει εξ ονόματος της «Ευρώπης», είτε της «Λαϊκής Εξουσίας». Γι' αυτόν, όποιο καθεστώς κι αν υπάρχει είναι το ίδιο, αρκεί να τον ανέχεται. Είτε η χώρα βρίσκεται υποτελής και υπό καθεστώς αποικίας της Ε. Ε. και του ΔΝΤ, είτε όχι.

Μόνο που η πράξη λέει ότι όποιος δεν ξέρει| ή αρνείται να παλέψει για τη δη­μοκρατία σήμερα, δηλαδή για τη λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία, τότε η επίκληση του σοσιαλισμού ή του όποιου «οράματος» είναι απλό πρόσχη­μα. Όποιος αδιαφορεί για το τι καθεστώς επιβάλλεται στη χώρα του σήμερα, είναι σίγουρο ότι με τον ίδιο τρόπο θα αδιαφορήσει για το τι καθεστώς θα επιβληθεί αύριο, ό,τι φερετζέ κι αν του φορέσει. Κι ο νοών νοείτω…

 

Σημειώσεις

 

(1)  Carl Schmitt, Constitutional theory, Duke University Press, 2008,   σ.  142.

(2) The Writings of Thomas Jefferson, vol. X, new York: G. P. Putnam's sons, 1989,   σελ.  41-42.

(3) Francis Amasa Walker, The Science of Wealth A Manual of Political Economy, Boston: Little, Brown and Co, 1987, σελ. 362, 371.

(4) Β. Ι. Λένιν, Για το «Πρόγραμμα Ειρήνης», Άπαντα, τ. 27, Αθήνα: ΣΕ, 1980, σελ. 279.

 

ΠΗΓΗ: Ο Δρόμος, Σάββατο 19-6-2010, σελ. 8.

Όταν η Αριστερά αυτοκτονεί

Όταν η Αριστερά αυτοκτονεί

 

Του Κώστα Βεργόπουλου

 

Ενώ ο καπιταλισμός βυθίζεται σε βαθιά διαρθρωτική κρίση, η Αριστερά στην εποχή μας αυτοκτονεί, τόσο στη χώρα μας όσο και στην Ευρώπη.

Η παράδοξη εμπειρία του 1930 επαναλαμβάνεται: ο φιλελεύθερος και ασύδοτος καπιταλισμός καταβαραθρώθηκε τότε, όπως και σήμερα, όμως η υπέρβασή του δεν προήλθε από την Αριστερά, αλλά από δυνάμεις που η Αριστερά εσπίλωνε ως «μη-ταξικές», «μικροαστικές», «ουτοπικές».

Ο Βρετανός οικονομολόγος Κέινς (1883-1947) και ο Αμερικανός πρόεδρος Ρούζβελτ (1882-1945) υλοποίησαν αυτό που οι ακεραιόφρονες της Αριστεράς κατήγγειλαν ως «απατηλή ουτοπία»: ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, με ανακατανομή εισοδήματος, άμβλυνση ανισοτήτων, σχετική κοινωνική δικαιοσύνη, το «Νιου Ντιλ» (1935), που, λόγω της επιτυχίας του, γενικεύθηκε μεταπολεμικά στην Ευρώπη. Ο,τι είχε θεωρηθεί «ουτοπία» έλαβε σάρκα και οστά. Από το 1930, οι ακεραιόφρονες της συντηρητικής πλευράς, όπως και της προοδευτικής, διαβεβαίωναν ότι οι δημόσιες δαπάνες κατέστελναν τις ιδιωτικές, ότι η επέκταση του κράτους συρρίκνωνε την οικονομία και την κοινωνία. Ομως, ο έμπρακτος απολογισμός τού μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους αποδείχθηκε συντριπτικός: ποτέ άλλοτε στην ιστορία ο καπιταλισμός δεν πραγματοποίησε τόσο υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, συσσώρευσης κεφαλαίου και κερδών, και ποτέ άλλοτε δεν έφθασε τόσο κοντά στη συρρίκνωση της ανεργίας και πλήρη απασχόληση. Οι κοινωνικές κατακτήσεις κατοχυρώθηκαν από τον μεταπολεμικό καπιταλισμό με το αζημίωτο.

Στην προχιτλερική Γερμανία του 1930, όπως επισημαίνει ο Σουμπέτερ (1883-1950), μόνον τα εργατικά συνδικάτα διεκδικούσαν κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ενώ η δογματική Αριστερά μετά βδελυγμίας απέρριπτε κάθε δυνατότητα συμβιβασμού μεταξύ των δύο πόλων της κοινωνίας. Φανταζόταν ότι έτσι θα αποκόμιζε οφέλη από την αύξουσα κοινωνική ανυποληψία του πολιτικού συστήματος. Ομως, με τον αυτοαποκλεισμό της από τις αναζητήσεις διεξόδου από την κρίση, στην ουσία θεωρήθηκε η ίδια παράγων συντήρησης του ανυπόληπτου πολιτικού συστήματος.

Ενώ η γερμανική κοινωνία σπαρασσόταν από κοινωνικά κινήματα, η ακεραιόφρων Αριστερά έθεσε εαυτήν εκτός πολιτικής, στιγματίζοντας όσους μετείχαν αυτής, εκτιμώντας ότι η επερχόμενη κατάρρευση θα απέβαινε σε όφελός της. Το στοίχημα χάθηκε: η ολιγωρία της Αριστεράς κατανοήθηκε από την κοινωνία ως έμμεση κάλυψη του καταρρέοντος συστήματος και η ίδια ως ιδιότυπο, αλλά αναπόσπαστο ανάχωμα αυτού. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης σαρώθηκε, όχι από το κεφάλαιο, αλλά με τη λαϊκή ετυμηγορία των θυμάτων του αποπληθωρισμού και της εκρηκτικής ανεργίας, που επέβαλαν οι τράπεζες, με συγκατάνευση της Αριστεράς. Η τελευταία ύψωσε σημαία της τον αποπληθωρισμό, συνέπλευσε με τους τραπεζίτες, με πρόσχημα την προστασία του εργατικού εισοδήματος από τον πληθωρισμό, υπό την παραπλανητική ρητορεία περί «ταξικής συσπείρωσης».

Στην εποχή μας, το παράδοξο επαναλαμβάνεται: τα ιδανικά της Αριστεράς συναντούν ασύγκριτα ευρύτερη κοινωνική απήχηση απ' ό,τι οι πολιτικοί σχηματισμοί της. Η γοητεία των ιδεών της αντισταθμίζεται με τη δυσπιστία και την καχυποψία, στην οποία προσκρούουν οι πολιτικοί σχηματισμοί της. Βασική εξήγηση θα ήταν ότι οι συγκεκριμένοι πολιτικοί φορείς της Αριστεράς δεν πείθουν πως υπηρετούν πράγματι τα ιδανικά που επαγγέλλονται.

Η μεγάλη πλειονότητα του πολιτικού προσωπικού των αριστερών σχηματισμών αφιερώνει ασύγκριτα περισσότερο χρόνο στα οργανωτικά και στην εκκαθάριση εσωτερικών λογαριασμών, παρά στην εγκαθίδρυση σταθερών και δημιουργικών δεσμών με την κοινωνία. Αντί να είναι κοινωνιοκεντρικοί, παραμένουν εξουσιοκεντρικοί. Αντί να απευθύνονται προς την κοινωνία, της στρέφουν τα νώτα και απλώς την επικαλούνται καιροσκοπικά στις μεταξύ τους διενέξεις. Αυτός ακριβώς είναι ο ορισμός της γραφειοκρατικοποίησης των αριστερών σχημάτων και μορφωμάτων, που καταλήγουν σήμερα να εμπνέουν περισσότερη καχυποψία, παρά εμπιστοσύνη. Καταγεγραμμένη φιλοδοξία όλων είναι να ηγεμονεύσουν σε κάποιο μυθικό κοινωνικό κίνημα, που φαντάζονται ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την ηγεσία τους.

Όμως, η ιστορία διδάσκει ότι οι κοινωνικές ανατροπές δεν είναι ποτέ προϊόν οργανωτικών αποφάσεων ούτε ηγεσιών, όσο φωτισμένες και αν υποτεθούν αυτές. Οι κοινωνικές εξελίξεις ακολουθούν ανελέητο και ανεξέλεγκτο δικό τους ρυθμό, ενώ πρόβλημα των πολιτικών σχηματισμών παραμένει σταθερά ότι αιφνιδιάζονται πάντα από τα κοινωνικά γεγονότα και τρέχουν με υστέρηση πίσω από αυτά, προκειμένου να συμμετάσχουν στη φάση της περιστολής τους. Δεν εξαρτάται ποτέ η ιστορία από την Αριστερά, αλλά πάντοτε η Αριστερά από την ιστορία.

Στην παρούσα ιστορική στιγμή, η Αριστερά δεν σώζεται με αναδίπλωση σε κανένα προκατασκευασμένο δόγμα ούτε με την απομονωτική αυτοανακηρυγμένη «ταξική πολιτική». Αλλά δεν σώζεται επίσης ούτε με καιροσκοπικό «άνοιγμα» στον χώρο του πολιτικού δικομματισμού, ο οποίος σήμερα έχει δυσφημισθεί όσο ποτέ άλλοτε.

Φυσικά και αβίαστα, μοναδική οδός για την Αριστερά θα ήταν η ανεπιφύλακτη επάνοδός της στην κοινωνία, χωρίς βεβαίως να αφήνει ανεκμετάλλευτες τις δυνατότητες που μπορεί εκάστοτε να προκύπτουν από τις αντιφάσεις του σημερινού, έστω και καταρρέοντος, πολιτικού συστήματος. Αλλωστε, σπάνιες είναι οι ιστορικές στιγμές που το πολιτικό σύστημα ανασκευάζεται μέσω μετωπικής σύγκρουσης με «εξωτερικές» δυνάμεις. Συνήθως συμβαίνει το αντίθετο: υπό την αύξουσα κοινωνική πίεση, κάποιες δυνάμεις από το εσωτερικό του πολιτικού συστήματος αναλαμβάνουν μεταρρύθμιση προς διάσωσή του, που όμως μπορεί να καταλήγει ακόμη και στην κατάρρευση και ανατροπή του.

Η Αριστερά σήμερα επισημαίνει έλλειμμα κοινωνικής ευαισθησίας των αστικών πολιτικών δυνάμεων, όμως η ίδια, σε όλες τις παραλλαγές της, με την αποκλειστική προσήλωσή της στην οργανωτικιστική και εσωστρεφή κατανόηση του κοινωνικού προβλήματος, αποδεικνύεται περισσότερο αμείλικτη και άστοργη κοινωνικά απ' ό,τι οι υποτιθέμενοι αντίπαλοί της. Η επιχείρηση ένταξης των λαϊκών κινητοποιήσεων σε προκατασκευασμένα από το παρελθόν σχήματα δεν συνιστά αριστερή πολιτική, αλλά γραφειοκρατικό εγχείρημα. Πρόβλημα της Αριστεράς σήμερα δεν είναι το έλλειμμα προγράμματος, αλλά η δυσπιστία της απέναντι στη φαντασία, την ευρηματικότητα και την ανεξέλεγκτη δυναμική των κοινωνικών δυνάμεων: η υπόνοια ότι δεν ενθαρρύνει την κοινωνία να εκφρασθεί, όσο κυρίως πασχίζει να την οικειοποιηθεί. Εάν η αυτοκτονία της κατανοηθεί ως αναγνώριση του προβλήματος, αυτό θα συνιστούσε για την κοινωνία απαρχή για μια νέα ελπίδα.

 

ΠΗΓΗ:  Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 18 Ιουνίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=174371

Όπιο του λαού ή φαρμάκι των αστών

Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού ή, μήπως, ο αθεϊσμός το φαρμάκι των αστών (;)

 

                                                                        Του φιλαλήθη/philalethe00 

 

 

Σε συνέχεια μίας παλαιότερής μας ανάρτησης περί “σκουληκιού του σοσιαλισμού”, ήθελα να προσθέσω κάποια πράγματα, επί τη ευκαιρία και αφορμή μίας συζήτησης που είχα με κάποιους φίλους από την Νεολαία του ΚΚΕ προχθές.

Η συζήτησή μας πήγε ταχέως στο θέμα της “θρησκείας”, όπου και τελείωσε αργότερα, λέγοντας εγώ, ότι ο μαρξισμός είναι θρησκεια(και εγώ είμαι εναντίον της θρησκείας ως Ορθόδοξος), όπως το έλεγε, άλλωστε, και ο Ανατόλ Λουνατσάρσκι. Και κοιτάξτε τι βασικά πράγματα δεν ξέρουν και συνήθως(κατά ποσοστό 99%, θεωρώ, οπωσδήποτε) δεν μαθαίνουν ποτέ οι σχετικοί συναγωνιστές στα κοινωνικά  και φίλοι(που, βέβαια, έφεραν σταυρούς πλειοψηφικώς). Είναι μεν δύο και απλά, αλλά θεμελιώδη και σκοπίμως μένουν στην αφάνεια, αραχνιάζουν και “τα τρώγει η μαρμάγκα”……

Α) Η φράση “η θρησκεία είναι το όπιο του λαού” βρίσκεται στην “Κριτική της φιλοσοφίας του Δικαίου του Χέγκελ” του Καρλ Μαρξ, όπου θεωρεί ακόμη, επηρεασμένος και από το κλίμα του πανεπιστημίου όπου σπούδαζε, ως αριστερός εγελιανός ή νέος εγελιανός ή ανήκων στην αριστερή πτέρυγα των υποστηρικτών της πανλογιστικής φιλοσοφίας του Γερμανού ιδεαλιστή φιλοσόφου Γκ. Χέγκελ, ότι η θρησκεία είναι η βάση και όχι το Κεφάλαιο ή οι παραγωγικές σχέσεις ή η πάλη των τάξεων. Έχει υποστηριχθεί από πολλούς, ότι η φράση αυτή δεν είναι του Μαρξ, αλλά του Λουδοβίκου Φόυερμπαχ, χωρίς να δοθή “πηγή”. Ο Στέλιος Ράμφος έλεγε σε σχετικό συνεδριακού τύπου χριστιανομαρξιστικό διάλογο πριν περίπου τριάντα χρόνια(με εκδομένα πρακτικά), ότι είναι στην πραγματικότητα του Μπρούνο Μπάουερ, άθεου θεολόγου, και εισηγητή της “θεωρίας του μυθισμού”. Και ο Μπάουερ και ο Φόυερμπαχ ήσαν αυτό που είπαμε πριν: αριστεροί εγελιανοί. Και, βέβαια, ήσαν, όπως έλεγαν ακόμη και οι Σοβιετικοί θεωρητικοί, “της αστικής δημοκρατικής μερίδας”.
 
Εδώ, άλλωστε, είναι ένας από τους τομείς όπου η μαρξιστική θεωρία προδίδει και ότι δημιουργήθηκε από τέκνα όχι του προλεταριάτου και του λαού, αλλά από τέκνα της αστικής τάξης και φορείς της αστικής ιδεολογίας, όπως απέδειξε και ο Ζακ Ελλύλ στην “μεταμόρφωση του αστού”. Αλλά πάντως όχι και να παίρνουμε στα σοβαρά ένα ρητό που αντιπροσωπεύει μία φάση που ήλθε και παρήλθε -σύντομα…

Β) Στην σοβιετική Ρωσσία, έλεγε ο Μπερντιάγεφ, δεν δείχθηκε σεβασμός προς το πνεύμα του Μαρξ, παρά μόνο σε ένα χυδαίο αντιθρησκευτικό πνεύμα ίσως, που είναι ό,τι γνωρίζει η ρωσσική νεολαία της διασποράς. Έτσι, στους τοίχους της Σοβιετίας, ήταν γραμμένα κατά συρροήν δύο συνθήματα: ένα είναι αυτό που είπαμε περί “οπίου του λαού”. Δεύτερο είναι αυτό που μπήκε και στο Σοβιετικό Σύνταγμα και είναι το “όποιος δεν θέλει να εργάζεται, δεν πρέπει και να τρώει” («εί τις μη θέλει εργάζεσθαι μηδέ εσθιέτω» Θεσ. Β: 3:10).

Αυτή είναι, όντως, η βασική θέση που ορίζει τον σοσιαλισμό και βάσει αυτής το Κεφάλαιο δεν αξίζει καθόλου εισόδημα, ενώ οι εργαζόμενοι είναι αντικείμενα εκμετάλλευσης του μόχθου τους (πρβλ. υπεραξία κτλ.). Αλλά βλέπετε την αντίφαση; Η θέση που προσδιορίζει τον σοσιαλισμό είναι παρμένη από τα κείμενα της θρησκείας, που είναι το όπιο του λαού!!!

Και το ερώτημα είναι: πώς θα βγάλουμε την σημερινή υπαρκτή, αστική αριστερά από την αφασία της; Βλέπετε τον τρόπο;

Ελληνο-βυζαντινή σύνθεση στο Μεγ. Μετέωρο

Ελληνο-βυζαντινή σύνθεση στο Μεγάλο Μετέωρο

 

«Αρχαίοι  Έλληνες και Προφήτες που είπαν τα ίδια»  

 

Του Theotheoreio

 

Είναι η δουλειά τού παπα-Θανάση, ηγούμενου στο Μεγάλο Μετέωρο, σε τοιχογραφία έξω από τον Ναό, που μόλις τελείωσε!    

Παράδειγμα, τού τι εννοούσα τρίτη λύση, στο άρθρο:  ΝΑ ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ και ΝΑ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΛΥΣΗ!  Αυτό γινόταν πάντα στην Ελλάδα! Μερικοί το γνωρίζουν και δουλεύουν προς αυτή τη κατεύθυνση αδιακόπως.

 

 

Θαυμάστε!  Ότι βλέπετε είναι ακριβώς στο τοίχο, έξω από το Ναό στο Μεγάλο Μετέωρο, η αντιστοιχία των αρχαίων, κάτω,  που είπαν τα ίδια πράγματα με τούς προφήτες, πάνω. 

 

Η φύση μας είναι αυτή η συνύπαρξη τών δύο σε ένα, και εκφράζεται στο τρίτο κλασσικό πολιτισμό, τον ελληνο-βυζαντινό! 

Είτε στη παλιά του μορφή, είτε σε άλλη νέα και μοντέρνα, η παραίνεση είναι μία και σαφής:

Όσο ακολουθούμε τα έτοιμα πρότυπα Ανατολής ή Δύσης, θα έχουμε πρόβλημα, σύγχυση, μπερδέματα. Όταν κάποιος πολιτικός αρχίσει να αποφασίζει με την οπτική ότι εμείς είμαστε η τρίτη λύση στον κόσμο, τότε και λύσεις θα βρούμε και θα ξαναγράψουμε ιστορία.  

Και υπάρχουν συγκεκριμένες "τρίτες" λύσεις και για διακυβέρνηση, και για νομοθεσία, και για φορολογία, για όλα, που θα παρουσιάσω σε επόμενα άρθρα μου.  

Αυτή είναι η Τρίτη λύση, ούτε Δύση ούτε Ανατολή, ούτε η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες!!!! Η Ελλάδα είναι για όλους, όπως ο πολιτισμός της. Αυτή είναι η Τρίτη λύση, να δουλέψουμε γι' αυτό! 

 

Άλλα άρθρα του Συγγραφέα στην Αποικία Ορεινών Μανιταριών:

 

 

http://tomtb.com/modules/smartsection/item.php?itemid=149

 

http://tomtb.com/modules/smartsection/item.php?itemid=166

 

http://tomtb.com/modules/smartsection/item.php?itemid=210

 

http://tomtb.com/modules/smartsection/item.php?itemid=249

 

http://tomtb.com/modules/smartsection/item.php?itemid=254

 

http://tomtb.com/modules/smartsection/item.php?itemid=957

 

http://tomtb.com/modules/smartsection/item.php?itemid=961

 

http://tomtb.com/modules/smartsection/item.php?itemid=976


Παιδεία χωρίς τους εκπαιδευτικούς;

Παιδεία χωρίς τους εκπαιδευτικούς;

 

Του Νίκου Φωτόπουλου*

 

 

Η κατάσταση στην εκπαίδευση είναι καζάνι που βράζει. Κι αυτό γιατί, παρά τα όσα δεινά η χώρα αντιμετωπίζει εξαιτίας του δημοσιονομικού αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει και των αβάσταχτων απαιτήσεων της Ε.Ε. και του ΔΝΤ, θα μπορούσε μέσα από εσωτερικά θεσμικά ζητήματα να ανατροφοδοτήσει την ελπίδα της εκπαιδευτικής κοινότητας για ένα καλύτερο δημόσιο σχολείο. Για ακόμη μία φορά όμως αποδείχτηκε ότι ούτε ο κοινωνικός διάλογος για την παιδεία ευοδώθηκε ούτε ο κοινωνικός προσανατολισμός των ρυθμίσεων πρυτάνευσε.

Και το χειρότερο:

δεν συνάφθηκε ένα κοινωνικό συμβόλαιο με την εκπαιδευτική κοινότητα για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες και να ωφεληθεί ο τόπος. Ο μετασχηματισμός της εκπαιδευτικής πραγματικότητας προϋποθέτει την ύπαρξη «συλλογικού υποκειμένου», σαφές ότι μια προοδευτική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση απαιτεί τη σύγκρουση με κατεστημένες λογικές. Απαραίτητη προϋπόθεση όμως είναι να διαμορφωθεί υπέρ της μια ισχυρή κοινωνική πλειοψηφία που να την υποστηρίζει, καθώς και να σχηματιστεί ένα συλλογικό υποκείμενο που θα υλοποιήσει τη μετάβαση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση η κοινωνία είναι παγωμένη από την αποδόμηση των κοινωνικών της κατακτήσεων, ενώ η εκπαιδευτική κοινότητα (το συλλογικό υποκείμενο, δηλαδή) παραμένει απούσα, γιατί απλούστατα νιώθει παραγκωνισμένη και ταυτόχρονα πληγωμένη από τον τρόπο με το οποίο η πολιτική ηγεσία του υπουργείου προωθεί και μεθοδεύει της αλλαγές στην εκπαίδευση. Ενώ υπάρχουν σοβαρά προβλήματα τα οποία εκκρεμούν σε ολόκληρο το εκπαιδευτικό φάσμα, για ακόμη μία φορά επικράτησε η έλλειψη ουσιαστικής συνεννόησης, με συνέπεια να διαπιστώνεται τεράστιο χάσμα ανάμεσα σ' αυτά που δρομολογεί το υπουργείο για λογαριασμό των εκπαιδευτικών και εκείνα που πραγματικά έχει ανάγκη η εκπαιδευτική κοινότητα.

 

Η πραγματικότητα των δεικτών και ο ευρωπαϊκός πήχυς

 

Σε αυτό που οι πάντες συμφωνούν είναι ότι η χώρα υπολείπεται σε σημαντικούς τομείς του εκπαιδευτικού της συστήματος, ενώ τα προβλήματα δεν μπορούν να περιμένουν. Η ανεπαρκής σχολική στέγη, η υποτυπώδης προσχολική αγωγή, οι ελλείψεις σε εκπαιδευτικό προσωπικό, οι χαμηλές επιδόσεις και τα αναλυτικά προγράμματα που περιμένουν αναζωογόνηση, ο «σκοτεινός αριθμός» της σχολικής διαρροής και η μη αντιμετώπισή της, ο λειτουργικός αναλφαβητισμός και η χαμηλή συμμετοχή στη διά βίου μάθηση, η υποβάθμιση του περιεχομένου και της προοπτικής των σπουδών και των πτυχίων, η υπο-χρηματοδότηση της έρευνας, των υποδομών και της καινοτομίας εξακολουθούν να παραμένουν προβλήματα που περιμένουν λύσεις και συγκεκριμένες πολιτικές αντιμετώπισης.

Αν ρίξουμε μια ματιά στα στοιχεία αναφοράς της Eurostat και του ΟΟΣΑ για την Ελλάδα (2009), διαπιστώνουμε ότι οι δείκτες μας άλλοτε «αντέχουν», άλλοτε παρουσιάζουν μια ισχνή βελτίωση κι άλλοτε αποδεικνύουν ότι ζούμε στη χώρα των μεγάλων αντιφάσεων. Την ίδια στιγμή που εμφανίζουμε χαμηλές επιδόσεις σε Γλώσσα, Μαθηματικά και Φυσικές Επιστήμες, παρουσιάζουμε υψηλά ποσοστά αποφοίτησης από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Παρ' όλο που είμαστε κάτω από το κοινοτικό όριο της χρηματοδότησης σε επενδύσεις για την παιδεία, η συμμετοχή μας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση παρουσιάζει υψηλά ποσοστά, ενώ η σχολική διαρροή κινείται σε επίπεδα ανάλογα με εκείνα των αναπτυγμένων χωρών.

Το σίγουρο πάντως είναι ότι τα αντιφατικά αυτά χαρακτηριστικά αποδεικνύουν πως κινούμαστε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και δείχνουν ότι παραμένουμε «λαθρεπιβάτες» στο τρένο της ευρωπαϊκής προοπτικής εδώ και δεκαετίες.

 

Ο παράγοντας «ανθρώπινο κεφάλαιο» στην εκπαίδευση

 

Είναι απόλυτα βέβαιο ότι οι στατιστικές και οι αριθμοί αποτελούν μερικές μόνο ενδείξεις και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να απεικονίσουν ποιότητες οι οποίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Μια τέτοια κορυφαία παράμετρο αποτελεί και ο ρόλος των εκπαιδευτικών, ο οποίος συνιστά το πιο καίριο βήμα στην κατεύθυνση βελτίωσης του εκπαιδευτικού συστήματος.

Ο παράγοντας ανθρώπινο κεφάλαιο αναγνωρίζεται διεθνώς ως ένας από τους βασικούς συντελεστές κάθε αναπτυξιακού εγχειρήματος, αρκεί να αντιμετωπίζεται με ανθρωποκεντρικό και όχι με μηχανιστικό και απρόσωπο τρόπο. Με άλλα λόγια, η αυτο-βελτίωση των εκπαιδευτικών, η ανατροφοδότηση του έργου τους, η παιδαγωγική και επιστημονική τους ενίσχυση θα πρέπει να βασίζονται στις πραγματικές και ουσιαστικές ανάγκες τους και όχι στην επιβολή μέτρων τεχνοκρατικού, γραφειοκρατικού ή τιμωρητικού χαρακτήρα. Ουδέποτε μέχρι σήμερα επιχειρήθηκε σοβαρή διάγνωση των αναγκών των εκπαιδευτικών μέσα στους χώρους δουλειάς τους, των προβλημάτων και των αδιεξόδων που καθημερινά αντιμετωπίζουν, των ελάχιστων μέσων που έχουν στη διάθεσή τους για την υλοποίηση του έργου τους.

Η ανάπτυξη του ανθρώπινου παράγοντα μέσα στα σχολεία οφείλει να απαντά στις γνήσιες ανάγκες των εκπαιδευτικών. Απαιτεί την αρχική και συνεχή επιμόρφωσή τους, μακρόπνοες επενδύσεις σε παιδαγωγικές καινοτομίες, τη διάθεση των μέσων αλλά και της αυτονομίας να λειτουργήσουν ρηξικέλευθα. Προϋποθέτει αίσθημα εμπιστοσύνης, ασφαλές εργασιακό κλίμα και – το πιο σημαντικό – μισθολογικές απολαβές που να δικαιώνουν, να καταξιώνουν και να κινητροδοτούν την προσπάθειά τους διασφαλίζοντας το αυτονόητο μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης από την άσκηση του επαγγέλματός τους. Εκτός όμως από την ανεπαρκή προσφορά όλων αυτών στους Έλληνες εκπαιδευτικούς, μια ματιά στις απολαβές τους (πολύ πριν από τις πρόσφατες μειώσεις σε όλο τον δημόσιο τομέα) αποδεικνύει ότι παραμένουν οι πένητες όχι μόνο της ευρωζώνης, αλλά και των χωρών του ΟΟΣΑ σε σχέση με τους συναδέλφους τους.

 

Η εκπαιδευτική κοινότητα στη δίνη των εξελίξεων

 

Είναι ιδιαίτερα απογοητευτικό το ότι η συστηματική, αργόσυρτη και δομική υποβάθμιση του δημόσιου εκπαιδευτικού χώρου απ' όλες τις κυβερνήσεις αποδίδεται μονομερώς στους εκπαιδευτικούς, αποτελώντας ουσιαστικά την «πολιτική πλατφόρμα» για την οικονομική, ηθική, ακόμα και ψυχολογική καταρράκωση ενός ολόκληρου κλάδου, η οποία τον συμπαρασύρει σε μια δίνη από την οποία δύσκολα θα βγει.

Ας δούμε τα πράγματα όμως στην αληθινή τους διάσταση: πράγματι εδώ και αρκετά χρόνια διαμορφώθηκε σταδιακά ένα πελατειακό σύστημα σχέσεων για σειρά θεμάτων όπως οι προσλήψεις ωρομισθίων, οι αποσπάσεις, η μοριοδότηση κ.λπ., το οποίο ταυτόχρονα έγινε ανεκτό από μέρος της εκπαιδευτικής κοινότητας. Αυτό όμως, παρά το ότι δημιούργησε φαινόμενα αδιαφάνειας, ευνοιοκρατίας και καταστάσεις ανορθολογισμού ως προς την κατανομή του εκπαιδευτικού προσωπικού, σε καμιά περίπτωση δεν νομιμοποιεί τα σημερινά μέτρα τα οποία είναι καταφανώς άδικα, αντικοινωνικά και προϊόν πολιτικής αναλγησίας απέναντι σε χιλιάδες αναπληρωτές και ωρομίσθιους.

Οι άνθρωποι αυτοί σε νησιά, επαρχίες και βουνά υπηρέτησαν με σθένος ψυχής τη δημόσια εκπαίδευση. Πολύ περισσότερο δεν δικαιολογείται ο πολιτικός κυνισμός με τον οποίο αντιμετωπίζεται το σύνολο των εκπαιδευτικών μέσα από τη μισθολογική, επαγγελματική και ψυχολογική τους εξουθένωση, αφού μεθοδευμένα καλλιεργείται η άποψη ότι για όλα τα δεινά του δημόσιου σχολείου φταίνε οι εκπαιδευτικοί. Και όλοι βέβαια θα συμφωνούν ότι σε επιμέρους και μεμονωμένα ζητήματα οι ευθύνες δεν βαραίνουν μόνο τις πολιτικές ηγεσίες αλλά και τις κλειστές ομάδες που εκπροσωπούν τα οργανωμένα συμφέροντα των εκπαιδευτικών, οι οποίες εδώ και δεκαετίες επέδειξαν ανοχή σε φαινόμενα ευνοιοκρατίας, ανορθολογισμού, «θεσμικής βραδύτητας» και συνδιαχείρισης της κρίσης.

Για παράδειγμα, το ζήτημα της αποτίμησης της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου, ενώ θα έπρεπε να ήταν πρωταρχικό αίτημα της ίδιας της εκπαιδευτικής κοινότητας και βασική εσωτερική της αξίωση, ουδέποτε τέθηκε ανοιχτά και σοβαρά, έστω και για διαβούλευση, στο εσωτερικό της. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, στο πλαίσιο των συλλόγων διδασκόντων η ίδια η εκπαιδευτική κοινότητα να προτάξει τη δική της κουλτούρα ελέγχου της ποιότητας της δουλειάς της, να διαμορφώσει όρους αυτο-βελτίωσης και ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας του έργου της, να προωθήσει τις καλές πρακτικές και να απορρίψει ό,τι δεν ανταποκρίνεται στα οράματα, τις αξίες και τους συλλογικούς στόχους που η ίδια θέτει. Με τον τρόπο αυτό δεν θα υπήρχε κανένα περιθώριο ούτε για αμφισβήτηση και δυσπιστία από την πλευρά της κοινωνίας, ούτε για «νομιμοποίηση» οποιασδήποτε παρέμβασης από πλευράς πολιτικής εξουσίας σε ζητήματα που αφορούν την αξία του εκπαιδευτικού έργου και την εσωτερική λειτουργία της σχολικής μονάδας.

 

Προβληματισμοί και ερωτήματα

 

Το πολυνομοσχέδιο, παρά τη φιλόδοξη προσπάθειά του να αντιμετωπίσει μια σειρά ανορθόδοξων μεθοδεύσεων και στρεβλώσεων (όπως διατείνεται άλλωστε η αιτιολογική έκθεση που το συνόδευε στο Κοινοβούλιο), δημιουργεί σοβαρές πιθανότητες να πετύχει το ακριβώς αντίθετο από αυτό που πολιτικά διακηρύσσει. Πρώτα απ' όλα, η εκπαιδευτική κοινότητα στέκεται αρνητική απέναντί του, γεγονός που δυσχεραίνει τη «βιωσιμότητά» του.

Όσοι προβληματίζονται με υπευθυνότητα και ρεαλισμό:

α) αγωνιούν για τη δεινή θέση στην οποία τον Σεπτέμβριο θα βρεθεί το δημόσιο σχολείο, αφού κανείς δεν θα γνωρίζει με ακρίβεια τις ανάγκες σε εκπαιδευτικό προσωπικό τόσο λόγω του κύματος προς τη συνταξιοδότηση όσο και λόγω των δραστικών περικοπών στις προσλήψεις αναπληρωτών και ωρομισθίων,

β) προβλέπουν την υπερ-διόγκωση της παραοικονομίας και των φαινομένων αισχροκέρδειας που συνοδεύουν τη βιομηχανία του ΑΣΕΠ,

γ) εκφράζουν την ανησυχία τους για την ανετοιμότητα των ΑΕΙ να παρέχουν το πιστοποιητικό παιδαγωγικής επάρκειας (δωρεάν άραγε ή κι αυτό θα εισαχθεί στο βασίλειο της ελεύθερης αγοράς;),

δ) αναρωτιούνται για το τι ακριβώς θα περιλαμβάνει ο ομιχλώδης νέος θεσμός του μέντορα. Σημειωτέον ότι ακόμα δεν έχουν αποσαφηνιστεί μια σειρά ειδικών χαρακτηριστικών του θεσμού αυτού όπως ο ακριβής ρόλος του, τα προσόντα του, ο τρόπος επιλογής του, η συμμετοχή του ή μη στην αξιολόγηση των νεοδιοριζόμενων κ.λπ.

 

Ιδιωτικά σχολεία: «πιλότος» νεοφιλελευθερισμού

 

Σε προέκταση του παραπάνω προβληματισμού παραθέτουμε ένα ακόμα παράδειγμα από έναν άλλο χώρο, διαφορετικό από εκείνον της δημόσιας εκπαίδευσης, τον οποίο όμως – βάσει του άρθρου 16 του ελληνικού Συντάγματος – υποχρεούται η πολιτεία να ελέγχει και να επιτηρεί. Μια πρόσφατη άλλωστε απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (αρ. 622/2010) αυτό ουσιαστικά επιβεβαιώνει, αφού αναγνωρίζει ότι η εργασιακή ασφάλεια των εκπαιδευτικών στα ιδιωτικά σχολεία είναι προς το συμφέρον της κοινωνίας καθώς ενισχύει την ποιότητα του έργου τους και τη νομιμότητα, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως ανάχωμα στις πιέσεις οικονομικών ή πελατειακών συμφερόντων. Παρ' όλα αυτά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι εργασιακές σχέσεις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών δείχνει τον σαφώς νεοφιλελεύθερο και ενδοτικό προς τους σχολάρχες προσανατολισμό του πολυνομοσχεδίου.

Ειδικότερα:

1 Την ίδια στιγμή που το πολυνομοσχέδιο ενδιαφέρεται για τη διαμόρφωση ενιαίας επαγγελματικής ταυτότητας του εκπαιδευτικού θεωρώντας το ΑΣΕΠ ως μοναδικό και ακλόνητο κριτήριο διορισμού στο ελληνικό σχολείο, στην ιδιωτική εκπαίδευση, προκειμένου να δώσει περιθώρια «ελευθερίας επιλογής» στο διευθυντικό δικαίωμα, το αναιρεί. Για τα σχολεία των λίγων δεν ισχύουν άραγε οι «κανόνες ποιότητας» που θέτει η πολιτεία για το 93% των δημόσιων σχολείων της χώρας; Εξάλλου, ακόμα κι αν ήθελε το υπουργείο να δώσει ελευθερία επιλογής στους σχολάρχες, δεν θα μπορούσε να τους τη δώσει από τη δεξαμενή των χιλιάδων επιτυχόντων του ΑΣΕΠ;

2 Ενώ υπήρχε καθεστώς αιτιολογημένων απολύσεων για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς αορίστου χρόνου, έπειτα από σχεδόν 30 ολόκληρα χρόνια επιτρέπονται οι αναιτιολόγητες απολύσεις, ενισχύοντας απροκάλυπτα την αυθαιρεσία του διευθυντικού δικαιώματος. Με τον τρόπο αυτό το εκπαιδευτικό λειτούργημα υποβιβάζεται σε υπαλληλικού τύπου σχέση όπου έννοιες όπως παιδαγωγική ελευθερία, αξιοπρέπεια, ελευθερία της έκφρασης, αυτονομία του εκπαιδευτικού κ.ά. κλειδώνονται οριστικά στο χρονοντούλαπο της εκπαιδευτικής ιστορίας. Αραγε με ποιον τρόπο ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί λειτουργοί που υπογράφουν και εκδίδουν δημόσια έγγραφα και πιστοποιητικά (απολυτήρια, βαθμολογίες κ.λπ.), τα οποία οδηγούν ακόμα και σε διορισμό στο Δημόσιο, θα καταφέρουν να εργαστούν χωρίς πιέσεις σε ένα σχολείο, όταν η αναιτιολόγητη απόλυση θα κρέμεται πάνω από το κεφάλι τους; Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι με τον τρόπο που δρομολογούνται οι εξελίξεις θα καταλήξουμε σ' ένα φτωχό, μίζερο και αποπνικτικό δημόσιο σχολείο και ένα εργασιακά ασύδοτο και αμφίβολης νομιμότητας ιδιωτικό στο οποίο θα καταφεύγει ο καθένας ανάλογα με το βαλάντιό του και τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του. Η πρόσφατη άλλωστε κρίση στο International Baccalaureate (με τη διαρροή και την εξαγορά θεμάτων των εξετάσεων) αποδεικνύει την ηθική γύμνια της εποχής αλλά και του λόγου το αληθές. Ποια είναι η βέβαιη συνέχεια; Οι αποδέκτες των άνομων αυτών δοσοληψιών στα κάθε είδους εκπαιδευτήρια (με την αμέριστη ηθική και οικονομική συμπαράσταση των γονιών τους) θα «διαπρέπουν» στα πανεπιστήμια του εξωτερικού, ενώ αύριο θα κληθούν με «σπουδαία βιογραφικά» να στελεχώσουν τις επιχειρηματικές και πολιτικές elites του τόπου.

 

Η κοινωνία θέλει τους εκπαιδευτικούς εκεί που τους αξίζει

 

Όλα δείχνουν ότι η κοινωνία νιώθει αποπνικτική την ατμόσφαιρα που την περιβάλλει σε ολόκληρο το φάσμα των θεσμών, των αξιών και των συμβόλων. Τα ιδεολογικά αποθέματα της μεταπολίτευσης έχουν οριστικά εξαντληθεί και οι νέοι άνθρωποι ζητούν απεγνωσμένα καθαρό αέρα να αναπνεύσουν. Είναι σαφές ότι πέρα από τα όσα είναι υποχρεωμένη να παρέχει η πολιτεία στους εκπαιδευτικούς της, απαιτείται η αυτενέργεια, η ατομική ευθύνη αλλά και η συλλογική συναίσθηση των ίδιων.

Η κοινωνία όμως θέλει τους εκπαιδευτικούς της εκεί που τους αξίζει. Τους θέλει ψηλά. Ούτε ως αντίγραφα μιας απρόσωπης (εκπαιδευτικής) πολιτικής ούτε ως συστατικά μιας σκυθρωπής τεχνοκρατικής υπαλληλίας που τους αφαιρεί το ρόλο και το λόγο του λειτουργού της εκπαίδευσης. Πολύ περισσότερο δεν τους επιθυμεί πειθήνιους, πένητες και εξαθλιωμένους μεταβιβαστές μιας στείρας γνώσης που οδηγεί τη νέα γενιά στο αδιέξοδο. Αντίθετα, σήμερα περισσότερο από ποτέ, τους χρειάζεται ως σύμβολα κύρους και γνώσης, ως φωτοδότες και παιδαγωγούς που θα βοηθήσουν κι αυτοί με το έργο τους να αλλάξει σελίδα το, βυθισμένο σε κρίση, πολιτισμικό στερέωμα του τόπου. Εν κατακλείδι, η πολιτική ηγεσία οφείλει να αναστοχαστεί πάνω στην αρχή ότι η «επανάσταση του αυτονόητου» στην εκπαίδευση αρχίζει με την ουσιαστική και πολύπλευρη στήριξη και αναγνώριση των δασκάλων των παιδιών μας.

 

* Ο Νίκος Φωτόπουλος είναι Δρ Κοινωνιολογίας, ερευνητής σε θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 19 Ιουνίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=news.el.ellada&id=174812

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin.

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ: Σύνδεση με εργασιακές ρυθμίσεις

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ: Σύνδεση με εργασιακές ρυθμίσεις

 

Του Γιώργου Ρωμανιά *

 

Από το σύνολο των αναλύσεών μας που έχουν προηγηθεί μέχρι σήμερα στο «Π», μπορούν να συναχθούν περιληπτικά οι εξής συνέπειες της θεσμοθέτησης του νέου ασφαλιστικού.

1. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΩΣ ΘΕΣΜΟ

◆ Καταργείται η 3μερής χρηματοδότηση (απαλλάσσεται το κράτος ως συγχρηματοδότης – οι καλύψεις των παροχών γίνονται από τη διμερή συμμετοχή ασφαλισμένων και εργοδοτών).

◆ Με την κατάργηση της 3μερούς χρηματοδότησης ανατρέπεται η έννοια της κοινωνικής ασφάλισης, όπως αυτή καθορίζεται από τη ΔΣΕ 102 (άρθρο 71 παρ. 3).

 

2. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ

◆ Περιορίζονται μέχρι μηδενισμού τους οι εκταμιεύσεις του (αφού παύει να συγχρηματοδοτεί την κοινωνική ασφάλιση, δηλαδή τη δημόσια σύνταξη – διατηρούνται μόνο οι εκταμιεύσεις του κρατικού προϋπολογισμού που καλύπτουν προνοιακές παροχές).

 

3. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥΣ

◆ Περισσότερα χρόνια δουλειάς.

◆ Υψηλότερα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης.

◆ Αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές.

◆ Μικρότερες συντάξεις (και μάλιστα αισθητά – μέχρι μετατροπής τους σε επιδόματα φτώχειας).

 

4. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΥΣ

◆ Μικρότερες συντάξεις.

◆ Πάγωμα όλων των συντάξεων για 1 τριετία τουλάχιστον.

◆ Νέες επιβαρύνσεις των συντάξεων (ΛΑΦΚΑ κ.λπ.).

Επιβάλλεται, όμως, να συνδέσουμε το νέο ασφαλιστικό και με τις προβλεπόμενες ρυθμίσεις του Μνημονίου για τις εργασιακές σχέσεις. Είναι άλλωστε σαφές ότι η συνταξιοδοτική μεταχείριση οποιουδήποτε ασφαλισμένου ξεκινά από τον χρόνο έναρξης της απασχόλησής του (κυρίως από την αμοιβή του). Με την ειδικότερη μάλιστα πρόβλεψη του Μνημονίου ότι για τον υπολογισμό της σύνταξης θα λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές ολόκληρου του εργάσιμου βίου, οι προβλέψεις για το εργασιακό αποκτούν εξαιρετική βαρύτητα.

Είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι το δεσμευτικό κείμενο για τη χώρα μας είναι το Μνημόνιο. Στο Μνημόνιο περιέχεται ειδική ενότητα για το ασφαλιστικό, που καταγράφει το πλαίσιο των ρυθμίσεων που η Ελλάδα οφείλει να προωθήσει εξειδικεύοντας την εφαρμογή τους. Συνεπώς, σε όσα σημεία το ασφαλιστικό νομοσχέδιο εμφανίζεται ηπιότερο έναντι του Μνημονίου, είναι σαφές ότι οι αποκλίσεις θα καλυφθούν, ώστε τελικώς να εφαρμοσθούν οι προβλέψεις του Μνημονίου, είτε με τροπολογίες κατά την ψήφιση του νομοσχεδίου αυτού στη Βουλή είτε με δεύτερο ασφαλιστικό νομοσχέδιο που θα κατατεθεί μέσα στο 2010.

Τα ίδια ισχύουν και για τα εργασιακά. Στο Μνημόνιο προβλέπονται συγκεκριμένες ρυθμίσεις που η χώρα μας οφείλει να εξειδικεύσει με ειδική διαδικασία. Όπως πράγματι ορίζεται ρητά, ο υπουργός Εργασίας υποχρεούται να καλέσει σε διαβούλευση τους κοινωνικούς εταίρους για να εξειδικεύσουν από κοινού τις ήδη νομοθετημένες υποχρεωτικές ρυθμίσεις. Πρόκειται, βεβαίως, περί παρωδίας κοινωνικού διαλόγου, αφού και αν δεν προσέλθει οποιοσδήποτε από τους κοινωνικούς εταίρους (η ΓΣΕΕ δήλωσε εξ αρχής ότι δεν θα προσέλθει σε οποιονδήποτε παρόμοιο προσχηματικό διάλογο), ο υπουργός Εργασίας από κοινού με τον υπουργό Οικονομικών θα προωθήσει σχετικό Προεδρικό Διάταγμα για την εξειδίκευση των ρυθμίσεων.

Ο προσχηματικός αυτός διάλογος έχει αρχίσει με την απουσία της ΓΣΕΕ.

Ως ένα απλό παράδειγμα αυτών των εξελίξεων μπορεί να αναφερθεί η περίπτωση της μείωσης των καταβαλλόμενων αποζημιώσεων λόγω απόλυσης. Στη διαβούλευση – παρωδία θα εξειδικευθεί το ποσοστό της μείωσης, αλλά στο Μνημόνιο έχει ήδη νομοθετηθεί η μείωση των αποζημιώσεων. Η προσέλευση λοιπόν στη διαδικασία του διαλόγου σημαίνει ότι ο προσερχόμενος έχει ήδη αποδεχθεί τη μείωση και απλώς πηγαίνει για να προτείνει ποσοστό μείωσης! Σήμερα ακούγονται ποσοστά μείωσης μεταξύ 20% και 40%.

Σε κάθε περίπτωση, με τις ήδη νομοθετημένες ρυθμίσεις του Μνημονίου επέρχονται σαρωτικές αλλαγές και ανατροπές στα ισχύοντα μέχρι σήμερα εργασιακά δικαιώματα.

Οι ανατροπές αυτές έχουν ήδη επέλθει με τους ψηφισθέντες νόμους 3847/2010, 3846/2010 και 3845/2010. Μια ιδέα των ανατροπών αυτών μπορούμε να σχηματίσουμε αν αναφερθούμε στο θέμα του κατώτατου μισθού (που στην Ελλάδα, σήμερα, είναι ο χαμηλότερος σ' όλη την Ευρώπη των 15). Με βάση την ισχύουσα εδώ και μερικές δεκαετίες νομοθεσία τον κατώτατο μισθό θέσπιζε η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) που συνυπέγραφε η ΓΣΕΕ και οι 3 κορυφαίες εργοδοτικές Οργανώσεις. Ο κατώτατος αυτός μισθός αποτελούσε την ελάχιστη αμοιβή (το μισθολογικό κατώφλι) για όλους τους εργαζόμενους: καμιά κλαδική ή επιχειρησιακή ή ομοιοεπαγγελματική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας δεν είχε τη δυνατότητα να ορίσει χαμηλότερο κατώτατο μισθό σε σχέση με τον ορισθέντα από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (οι κλαδικές, επιχειρησιακές και ομοιοεπαγγελματικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας είχαν τη δυνατότητα, αποκλειστικώς, βελτίωσης των όρων της ΕΓΣΣΕ).

Ήδη, σήμερα, επιτρέπεται, με βάση τους νόμους 3845/2010 και 3846/2010, στις κλαδικές αλλά και τις επιχειρησιακές και ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας να ορίζουν κατώτατους μισθούς χαμηλότερους από εκείνον που έχει ορίσει η ΕΓΣΣΕ. Είναι δηλαδή επιτρεπτή η δημιουργία μιας ποικιλίας κατώτατων μισθών με κατάργηση του ελάχιστου ορίου ασφαλείας που καθόριζε η ΕΓΣΣΕ. Ακόμη και μια μεμονωμένη επιχείρηση μπορεί πλέον να πιέζει το πρωτοβάθμιο σωματείο που λειτουργεί σ' αυτή να αποδέχεται κατώτατους μισθούς πολύ χαμηλότερους από εκείνον της ΕΓΣΣΕ.

Σημαντική είναι και η διαπίστωση σε ποιο βαθμό οι ρυθμίσεις των Ν. 3847/2010, 3846/2010 και 3845/2010 διευκολύνουν τη διόγκωση της ανεργίας.

Με το πακέτο της νέας νομοθεσίας αναμένεται σημαντική διόγκωση της ανεργίας στη διάρκεια των ετών 2010-2012. Η διόγκωση αυτή θα στηριχθεί στις ακόλουθες αιτίες:

1. Η μείωση της αγοραστικής δύναμης των μεσοκατώτερων εισοδηματικών στρωμάτων θα οδηγήσει στη φτωχοποίηση της μεσαίας τάξης (40% του πληθυσμού) και θα νεκρώσει την αγορά. Η αποδυνάμωση της αγοραστικής δύναμης θα προέλθει από το πάγωμα των αποδοχών (μισθών και συντάξεων), τις μειώσεις μισθών και συντάξεων, την κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο και της 13ης και 14ης σύνταξης κ.λπ. Με τη σειρά της η νέκρωση της αγοράς θα οδηγήσει σε αντιστοίχως μειωμένες παραγγελίες στο χονδρικό εμπόριο και θα ακολουθήσει η ανάλογη μείωση και των παραγγελιών στη μεταποίηση. Θα καταλήξουμε συνεπώς και σε μείωση της παραγωγής με ανάλογη μείωση της απασχόλησης και αύξηση της ανεργίας.

2. Η προβλεπόμενη από το Μνημόνιο (που έχει ήδη νομοθετηθεί ως Παράρτημα του Ν. 3845/2010) μείωση της οφειλόμενης λόγω απόλυσης αποζημίωσης σε συνδυασμό με τον καθορισμό για τους νέους και τους μακροχρόνια ανέργους κατώτατου μισθού χαμηλότερου κατά 20% σε σχέση με τον κατώτατο μισθό που προβλέπεται για τους λοιπούς, θα ωθήσει τους εργοδότες να απολύουν παλαιότερους μισθωτούς και να προσλαμβάνουν νεότερους που θα είναι σημαντικά φθηνότεροι.

3. Την αμέσως προηγούμενη διαπίστωση συμπληρώνει η τελείωση νομικώς της απόλυσης χωρίς την προηγούμενη καταβολή της προβλεπόμενης (έστω μειωμένης) αποζημίωσης. Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με την ισχύσασα μέχρι τώρα νομοθεσία, οποιαδήποτε απόλυση ήταν άκυρη εάν δεν είχε προκαταβληθεί η προβλεπόμενη αποζημίωση. Με τη ρύθμιση του Μνημονίου η απόλυση είναι νομικώς έγκυρη έστω και αν δεν έχει καταβληθεί η αντιστοίχως προβλεπόμενη αποζημίωση, αφού ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να καταβάλλει την αποζημίωση σε έξι μηνιαίες δόσεις (η πρώτη μπορεί να καταβληθεί έναν μήνα μετά την απόλυση).

4. Ως αιτία για αποφυγή νέων προσλήψεων θα λειτουργήσει και η θεσπισθείσα μείωση της αμοιβής των υπερωριών, αφού ο επιχειρηματίας ωθείται να χρησιμοποιήσει υπερωριακώς το υφιστάμενο προσωπικό και να αποφύγει την πρόσληψη νέων.

5. Ο προβλεπόμενος διπλασιασμός (από 2% σε 4%) των επιτρεπόμενων ομαδικών απολύσεων (για τις επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 200 εργαζόμενους) είναι ευνόητο ότι θα διευκολύνει τις απολύσεις.

6. Μέγα πλήγμα θα καταφέρει στην απασχόληση και η θεσπισθείσα με το Μνημόνιο (Ν. 3845/2010) αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Η αποδυνάμωση αυτή θα οδηγήσει σε ατομικές συμβάσεις εργασίας.

7. Συναφής αιτία με την προηγούμενη είναι και η προβλεπόμενη με το Μνημόνιο δυνατότητα καθορισμού από τις κλαδικές, τις ομοιοεπαγγελματικές αλλά και τις επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κατώτατου μισθού χαμηλότερου από τον οριζόμενο με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Οδηγούμεθα, δηλαδή, σε πολλαπλότητα κατώτατων μισθών και στην παντελή αποδυνάμωση της ΕΓΣΣΕ.

Με τις ρυθμίσεις των Ν. 3847/2010, 3846/2010 και 3845/2010 φτωχοποιείται η μεσαία τάξη της χώρας μας.

Όταν, όμως, φτωχοποιείται η μεσαία τάξη (40% του πληθυσμού σήμερα στην Ελλάδα) και ωθείται στη συνένωση με τις ήδη φτωχές κοινωνικές ομάδες (επίσης 40% του πληθυσμού) δημιουργείται η κοινωνία των 8/10 που αντιπαρατίθεται με το υπόλοιπο 20% του πληθυσμού (την ομάδα των εχόντων και κατεχόντων).

Σε μια τέτοια διαδικασία δεν αντιδρούν μόνον τα συνδικάτα, αλλά το σύνολο των κοινωνικών οργανώσεων και κυρίως τα πληττόμενα κοινωνικά στρώματα, δηλαδή η συντριπτικά πλειοψηφία της κοινωνίας.

Οδεύουμε, ολοταχώς, σ' αυτήν τη διαδικασία κινητοποιήσεων που αναμένεται να επωασθεί επαρκώς και να εκδηλωθεί με βιαιότητα σε χρονικό διάστημα λίγων μηνών.

 

* Ο Γιώργος Ρωμανιάς είναι Επιστημονικός Σύμβουλος ΙΝΕ-ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ

 

 

ΠΗΓΗ: Το Ποντίκι (Δημοσιεύτηκε στο "Π" στις 17-06-10), , Ηλ. Ανάρτηση, Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010,  http://www.topontiki.gr/Articles/view/7162

Η πολυτέλεια της μισθωτής δουλείας

Η πολυτέλεια της μισθωτής δουλείας

 

Του Περικλή Κοροβέση*

 

 

Την εποχή όπου η δουλεία ήταν νόμιμος και αποδεκτός θεσμός, ο δούλος είχε μια αξία. Ο κύριός του για να τον αποκτήσει είχε καταβάλει ένα αντίτιμο και ήταν ένα πολύτιμο τμήμα της περιουσίας του. Και για να αβγατίσει κάποιος την περιουσία του, πρέπει να την προσέχει και να τη φροντίζει. Και ο δούλος είχε πάντα στέγη, τροφή και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ήταν ένα είδος ζώου και απολάμβανε όλα τα δικαιώματα του ζώου.

Αυτό που έλειπε από τον δούλο ήταν η ελευθερία του. Δεν μπορούσε να ορίσει τη ζωή του. Θα έκανε όποια δουλειά και να του λέγανε και θα έμενε σαν φυλακισμένος στον τόπο που του είχαν επιβάλει άλλοι.

Σήμερα η δουλεία έχει επισήμως καταργηθεί, άσχετα αν σαν θεσμός ζει και βασιλεύει σε πολλά μέρη του κόσμου. Τι γίνεται όμως σήμερα στον λεγόμενο ελεύθερο κόσμο; Έχουμε όλοι τη δυνατότητα να επιλέξουμε μια εργασία που να ταιριάζει με τις δημιουργικές μας ικανότητες; Μπορούμε να επιλέξουμε κάποιον τόπο διαμονής που να μην είναι κάτεργο, αλλά σπίτι; Έχουμε τη δυνατότητα να μετακινηθούμε σε κάποιον επιθυμητό προορισμό; Σίγουρα όχι. Κάνουμε τη δουλειά που βρίσκουμε, μένουμε εκεί όπου μπορούμε να πληρώσουμε το νοίκι και πάμε εκεί όπου βρίσκουμε μια προσφορά. Και ύστερα κάνουμε και τον σταυρό μας. Και λέμε: «Τυχεροί είμαστε. Έχουμε ακόμα δουλειά». Και αυτό πια είναι πολυτέλεια.

Και αν υποθέσουμε πως αυτές οι σκέψεις έχουν κάποιον ειρμό, τότε θα μπορούσαμε να τις τραβήξουμε στα άκρα. Αν κάποιος σκλάβος στοίχιζε στον ιδιοκτήτη του το ίδιο με ένα αυτοκίνητο, ή με ένα άλογο, σήμερα ο εργαζόμενος δεν στοιχίζει τίποτα. Τζάμπα τον παίρνει, τζάμπα τον απολύει. Και αυτό λέγεται ελεύθερη αγορά. Και όλοι μας τρέχουμε να υπερασπιστούμε τις θέσεις εργασίας που χάνονται, καλώς βέβαια, αλλά ποτέ δεν σκεφτόμαστε πως ίσως υπερασπιζόμαστε ένα καθεστώς δουλείας. Αυτό της μισθωτής εργασίας. Προυντόν, Μαρξ, Ενγκελς, Μπακούνιν, Κροπότκιν και πολλοί άλλοι είχαν γράψει γι' αυτά. Τα θυμάται κανείς σήμερα; Ή έχουμε γίνει όλοι μέρος του συστήματος;

Και αυτά τα ονόματα οδηγούν αναγκαστικά στην Αριστερά. Σε μια εποχή συνολικής καταστροφής, ποια είναι η σκέψη της Αριστεράς; Τι λένε τα κόμματά της; Ποια η σχέση τους με την κοινωνική πραγματικότητα; Ο Μανώλης Γλέζος μέτρησε 49 κόμματα και οργανώσεις της Αριστεράς. Δεν ξέρω αν μέσα σε αυτές βάζει και τους αναρχικούς ή αν αυτός ο αριθμός αφορά μόνο τις κομμουνιστογενείς οργανώσεις. Όπως και να έχει η κατάσταση, ένα πράγμα είναι σίγουρο. Η μια Αριστερά αναιρεί την άλλη. Αλλιώτικα δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης. Πιστεύουν πως το δίκαιο και το σωστό βρίσκεται με το μέρος τους και οι υπόλοιπες είναι λάθος. Είναι ακριβώς η ίδια λογική της ποδοσφαιρικής ομάδας. Το μόνο που μετράει είναι το πρωτάθλημα. Δηλαδή οι εκλογές και τα κουκιά.

Και δεν είναι λίγοι αυτοί οι αριστεροί, οργανωμένοι ή ανοργάνωτοι, που θεωρούν τον εαυτό τους μέλος κάποιου κλαμπ ή ότι ανήκουν σε μια ελίτ που τους επιτρέπει να σχολιάζουν τα πάντα χωρίς οι ίδιοι να κάνουν τίποτα. (Κατά κανόνα έχουν καλές δουλειές και αισθάνονται την Αριστερά σαν κάποιο κληρονομικό τίτλο τιμής.)

Αλλά η κοινωνία είναι ένα περίεργο μείγμα που δεν έχει ιδεολογική καθαρότητα. Οι περίφημοι Ταλιμπάν σήμερα θεωρούνται αξιόπιστοι συνομιλητές και τους προσφέρεται μερίδιο στην εξουσία. Και ίσως η λύση στο Αφγανιστάν να προέλθει από έναν τέτοιο συμβιβασμό, δεδομένου ότι ο πόλεμος για το ΝΑΤΟ έχει χαθεί. Αυτό μπορεί να μη σημαίνει Δημοκρατία, αλλά δείχνει πώς διαμορφώνονται τα κοινωνικά φαινόμενα. Η αγανάκτηση και η δυσαρέσκεια των πολλών θα εκφραστούν από αυτόν που θα εκφέρει έναν πειστικό λόγο. Άσχετα αν είναι αληθινός ή ψεύτικος. Εξάλλου, δεν είναι πολλοί αυτοί που ψάχνουν την αλήθεια. Οι περισσότεροι μια πίστη ψάχνουν. Και θρησκείες υπάρχουν πολλές που μπορεί να μην έχουν σχέση με κανένα θεό. Αρκεί ο φανατισμός.

 

* perkor29@gmail.com

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 19 Ιουνίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=174740

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin.

Ένα κρεματόριο η ευρωζώνη

Ένα κρεματόριο η ευρωζώνη

 

Του Δημήρη Καζάκη *

 
 

 

Η κατάσταση στην ευρωζώνη συνεχίζει να επιδεινώνεται ραγδαία. Μέρα με τη μέρα αποκαλύπτεται ακόμη και στους πιο εθελοτυφλούντες ότι το πρόβλημα δεν είναι δημοσιονομικό, δηλαδή δεν είναι πρόβλημα κρατικών ελλειμμάτων. Είναι πρώτα και κύρια πρόβλημα τραπεζών και ιδιοσυστασίας του ευρώ. Οι εργαζόμενοι, οι οικονομίες και τα κράτη της ευρωζώνης υποβάλλονται σε μια σκληρή, κοινωνικά ανάλγητη και παντελώς αδιέξοδη λιτότητα προκειμένου να στηριχθούν οι τράπεζες και φυσικά το πάλαι ποτέ «ισχυρό ευρώ».

Σύμφωνα με το Bloomberg (15.6), «η πτώση του ευρώ σχεδόν στο χαμηλότερο επίπεδο των τεσσάρων ετών σημαίνει ότι τα καναδικά δολάρια και τα ελβετικά φράγκα σημειώνουν μερίδια – ρεκόρ στις παγκόσμιες πωλήσεις ομολόγων καθώς οι επενδυτές δραπετεύουν από την αναταραχή στην αγορά του κυβερνητικού χρέους της Ευρώπης». Αυτός είναι ο μεγάλος καημός των ευρωκρατούντων. Πώς θα κρατήσουν τους επενδυτές – κερδοσκόπους στο ευρώ. Έτσι τσακίζουν ό,τι έχει απομείνει στην ευρωζώνη από κοινωνικές δαπάνες, βυθίζουν σε εργασιακή απόγνωση την πλειονότητα των εργαζομένων, συνθλίβουν κάθε έννοια κοινωνικής ασφάλισης, ανοίγουν ακόμη περισσότερο τις οικονομίες τους στις καταστροφικές δυνάμεις των αγορών. Όλα αυτά με την ελπίδα ότι οι κερδοσκόποι θα δείξουν κάποιο μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το ευρώ, πέρα από βραχυπρόθεσμα παιχνίδια με τη διακύμανση της ισοτιμίας του. Η ευρωζώνη εξελίσσεται ανοιχτά πια σ' ένα απέραντο κοινωνικό κρεματόριο.

 

Το… περιούσιο νόμισμα

 

Όμως όλα αυτά δεν έχουν καμία σημασία για τους προσκυνητές του ευρώ. Ας είναι καλά το «ισχυρό ευρώ» και ποιος νοιάζεται για λαούς και χώρες. Προκειμένου να διασωθεί το περιούσιο νόμισμα, όπως τουλάχιστον ελπίζουν οι πιστοί του, ας θυσιαστούν και λαοί και χώρες της ευρωζώνης. Έτσι κι αλλιώς πρόκειται για αναλώσιμα είδη. Σ' αυτό το πλαίσιο δίνουν και παίρνουν τα σχέδια για την αναδιοργάνωση της ευρωζώνης. Το ένα χειρότερο από το άλλο. Πρόσφατα σε άρθρο του στους «Financial Times» (15.6) o Γκαμπίζ Αλαχάνι, της Iveagh Private Investment House, προτείνει την άμεση δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου, το οποίο να εξαγοράσει ολόκληρο το δημόσιο χρέος της Ελλάδας, να αναλάβει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ισπανίας και της Πορτογαλίας και να μετατραπεί τελικά σε κεντρικό δημόσιο ταμείο για ολόκληρη την ευρωζώνη. Σε μια τέτοια προοπτική όπου τα κράτη δεν θα έχουν καν το δικαίωμα στον δικό τους προϋπολογισμό, τότε σε τι θα χρειάζονται; Σε τίποτε, εκτός από το να αποτελούν αποτελεσματικούς εισπρακτικούς μηχανισμούς υπέρ του κεντρικού ταμείου της ευρωζώνης. Όσο για τους λαούς, θα μετατραπούν και τυπικά σε υπηκόους τη ευρωζώνης χωρίς δικαιώματα, αλλά με την υποχρέωση να καταβάλλουν φόρους και να αναζητούν εργασία σε μια αγορά που δεν αναγνωρίζει κανενός είδους εξασφάλιση για τον εργαζόμενο.

 Αυτό είναι το τυπικό «όραμα» των επενδυτών για το μέλλον της ευρωζώνης. Κι αυτό είναι το πραγματικό διά ταύτα της επιδιωκόμενης «ομοσπονδιοποίησης της Ευρώπης», που παπαγαλίζει από δεξιά και αριστερά το πολιτικό προσωπικό των τραπεζιτών και των κερδοσκόπων. Οι παλιές «ομοσπονδιακές πολιτείες» της μοναρχίας, που τόσο κατέκριναν οι μεγάλοι Ευρωπαίοι διαφωτιστές, αναβιώνουν σε υπερεθνική κλίμακα. Ο σύγχρονος «ευρωπαϊσμός» δείχνει πια τα δόντια του σ' όλους τους λαούς στην ευρωζώνη και την Ε.Ε., αποδεικνύοντας στην πράξη πόσο βαθιά αντιδραστικός και αντιδημοκρατικός είναι.

 

Θυσία στις τράπεζες

 

Προς τι όμως όλα αυτά; Όλα γίνονται για τις τράπεζες. Για τα μεγαθήρια της χρηματιστικής αγοράς που έχουν εθιστεί όλα αυτά τα χρόνια να κερδοσκοπούν ασύστολα με ομόλογα και τίτλους χρέους. Στις 14 του μηνός οι αγορές τραπεζικών ομολόγων στην ευρωζώνη υποχώρησαν στο χαμηλότερο επίπεδο από την εποχή της χρεοκοπίας της Lehman Brothers Holdings Inc. το 2008, που σήμανε και την έναρξη του μεγαλύτερου παγκόσμιου κραχ της μεταπολεμικής περιόδου. Η διαγραφή χρεών από τα χαρτοφυλάκια των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών προχωρά, λόγω της ύφεσης, της κρίσης δημόσιου χρέους και ελλειμμάτων στην ευρωζώνη, τόσο αργά που πολλοί είναι εκείνοι που φοβούνται ένα νέο μεγάλο κραχ στην ίδια την ευρωζώνη. Ένα κραχ που δεν θα αφήσει πολλά περιθώρια στο ευρώ.

Ήδη οι περισσότερες ευρωπαϊκές τράπεζες βρίσκονται στην κατάσταση της Lehman Brothers. Κι αυτό είναι φυσικό. Για να επανέλθει σε ισορροπία το τραπεζικό σύστημα της ευρωζώνης και μαζί του να ανακάμψει το ευρώ, θα πρέπει να ξεφορτωθεί, να «κουρέψει», το επιπλέον φορτίο χαρτιών που βρίσκεται στα χαρτοφυλάκιά του και να επανέλθει περίπου στο επίπεδο του 2004 οπότε η αξία της τραπεζικής περιουσίας ανερχόταν στα 20,4 τρισ. ευρώ. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να διαγράψει περιουσιακά στοιχεία άνω των 10 τρισ. ευρώ. Δηλαδή θα πρέπει να διαγραφεί τραπεζική περιουσία αξίας μεγαλύτερης του συνολικού ΑΕΠ της ευρωζώνης για το 2009. Μπορεί να συμβεί αυτό; Μπορεί κάποιο κράτος της ευρωζώνης, ή όλη μαζί η ευρωζώνη, να αναλάβει το κόστος αυτής της διαγραφής; Μάλλον όχι. Ακόμη κι αν υποτιμήσει την εργασία και την οικονομία της ευρωζώνης κατά 50%.

Η κατάσταση του τραπεζικού συστήματος θα οδηγήσει σε αδιέξοδο την ευρωζώνη, μια και οι μεγάλες κυρίως τράπεζες απορροφούν μαζικά τη ρευστότητα, το κυκλοφορούν χρήμα από την οικονομία, χωρίς να το αποδίδουν έστω με τη μορφή δανείων. Ολόκληρη η οικονομία της ευρωζώνης έχει κυριολεκτικά «στεγνώσει» από χρήμα. Πρώτα και κύρια οι πιο αδύναμες χώρες της ευρωζώνης, οι οποίες έτσι σπρώχνονται στον γκρεμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ισπανία έχει ήδη υπερκεράσει την Ελλάδα σε προβλήματα. Μετά τη χρεοκοπία των αποταμιευτικών της τραπεζών, που φανερώνει ακριβώς την τεράστια έλλειψη ρευστού από την οικονομία της, η Ισπανία ουσιαστικά έχει ήδη αποκλειστεί από τη διεθνή αγορά κεφαλαίων. Σύμφωνα με την ισπανική «El Pais» (15.6), ενώ το κανονικό μερίδιο της Ισπανίας στην ΕΚΤ αντιστοιχεί στο 9% των χρηματικών διαθεσίμων, οι ισπανικές τράπεζες έχουν απορροφήσει ήδη το 16,5% της άμεσης χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Οι «Financial Times» (15.6) αναφέρουν ότι «οι ισπανικές τράπεζες έχουν σπάσει το ρεκόρ δανεισμού από την ΕΚΤ», απορροφώντας 85,6 δισ. ευρώ μόνο τον τελευταίο μήνα. Πρόκειται για το μεγαλύτερο ποσό δανεισμού που δόθηκε σε ευρωπαϊκές τράπεζες όχι μόνο μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers τον Σεπτέμβριο του 2008, αλλά από την εποχή που δημιουργήθηκε η ευρωζώνη το 1999. Σημειωτέον ότι οι ισπανικές τράπεζες αντιστοιχούν στο 11% του τραπεζικού συστήματος της ευρωζώνης.

 

Χρεοκοπία στην ευρωζώνη

 

Τα δεδομένα αυτά φέρνουν αντικειμενικά την Ισπανία πολύ κοντά σε μια άμεση ελεγχόμενη χρεοκοπία μέσω της ενεργοποίησης του «μηχανισμού στήριξης» της Ε.Ε., όπως έγινε και με την Ελλάδα. Κάτι βέβαια που δεν θέλουν με κανέναν τρόπο να δουν οι Γερμανοί, οι οποίοι πιέζουν ασφυκτικά την ισπανική κυβέρνηση να μην κάνει χρήση του «μηχανισμού στήριξης». Σε απάντηση αυτής της πίεσης η ισπανική κυβέρνηση ζήτησε να δημοσιοποιηθούν τα πραγματικά δεδομένα της κατάστασης των τραπεζών όχι μόνο στην Ισπανία, αλλά και στην ευρωζώνη. Η δήλωση αυτή έφερε αναστάτωση στους τραπεζικούς κύκλους, με τον Ζόσεφ Άκερμαν της Deutsche Bank να δηλώνει ότι μια τέτοια δημοσιοποίηση «θα ήταν κάτι πολύ, μα πολύ επικίνδυνο» για όλες τις μεγάλες τράπεζες της ευρωζώνης. («El Pais», 15.6)

Η κατάσταση αυτή κάνει τους περισσότερους αναλυτές, ακόμη και των χρηματοπιστωτικών οίκων, πολύ απαισιόδοξους για την τύχη του ευρώ και της ευρωζώνης. Έτσι οι αναλυτές της γαλλικής AXA, σε μια πρόσφατη έκθεσή τους προς τους επενδυτές και τις αγορές, εκτιμούν ότι υπάρχει ισχυρή πιθανότητα να διασπαστεί η ευρωζώνη ή να διαλυθεί στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, παρά τις όποιες προσπάθειες «διάσωσης» των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου. («The Daily Telegraph», 14.5)

 

Η ελληνική καταστροφή

 

Όσο για την Ελλάδα, οι κ.κ. Παπανδρέου και Παπακωνσταντίνου δεν περνά ημέρα που να μη δηλώνουν ότι η χώρα δεν πρόκειται να χρεοκοπήσει, με τον ίδιο στόμφο και την ίδια σιγουριά που τον περασμένο Ιανουάριο δήλωναν ότι δεν πρόκειται να αφήσουν τη χώρα να καταφύγει στο ΔΝΤ. Όλα πάνε καλά… Γι' αυτό και εμφανίζονται ότι ξαφνιάστηκαν με την πολλαπλή υποβάθμιση της Moody's της Ελλάδας και των τραπεζών της. Δείχνουν να μη θυμούνται ότι η υποβάθμιση αυτή είχε προαναγγελθεί από την ίδια τη Moody's ήδη από τον Απρίλιο, εκτός κι αν άλλαζε δραματικά η κατάσταση. Η κατάσταση όχι μόνο δεν άλλαξε, αλλά πάει από το κακό στο χειρότερο εξ ου και η υποβάθμιση. Δείχνουν να μη γνωρίζουν ότι τα ελληνικά ομόλογα βρίσκονται στα ύψη και η πιθανότητα χρεοκοπίας είναι η υψηλότερη για χώρα σ' ολόκληρη την υφήλιο. Δείχνουν να μη γνωρίζουν ότι οι ελληνικές τράπεζες επιβιώνουν αποκλειστικά από τη στήριξη της ΕΚΤ και της Τράπεζας της Ελλάδος.

Για το μόνο που ενδιαφέρεται αυτήν τη στιγμή η κυβέρνηση είναι να επιταχύνει το έργο καταστροφής που έχει αναλάβει με το «μνημόνιο». Κι αυτό γιατί γνωρίζει ότι οι ημέρες της είναι μετρημένες. Η αναδιαπραγμάτευση και αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους από την κυβέρνηση και το ΔΝΤ είναι πια πολύ κοντά. Ιδίως αν η κατάσταση της ευρωζώνης επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο και η Ισπανία δεν θα μπορεί πλέον να κρατηθεί στην επιφάνεια.

Αυτό που νοιάζει την κυβέρνηση είναι πριν οδηγηθεί η Ελλάδα στην αναδιάρθρωση του χρέους να κατοχυρώσει την παράδοση της χώρας στους δανειστές της με την περίφημη «δανειακή σύμβαση» που υπέγραψε στις 8 Μαΐου. Το κύριο στοιχείο της «δανειακής σύμβασης» με την Ε.Ε. και το ΔΝΤ είναι η πλήρης παραίτηση από κάθε έννομο δικαίωμα της χώρας για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της έναντι οποιασδήποτε καταχρηστικής πρακτικής των δανειστών της. Στη διεθνή πρακτική δεν θα βρει κανείς χειρότερη δανειακή σύμβαση ανάμεσα σε κράτη ή ακόμα και σε ιδιώτες. Σε ιδιωτική επικοινωνία με στέλεχος του ΔΝΤ που έχει πολύχρονη εμπειρία από τη διαπραγμάτευση ανάλογων δανειακών συμβάσεων μας είπε ότι η ελληνική κυβέρνηση, όχι μόνο δεν έφερε την παραμικρή αντίρρηση σε ό,τι της ζητήθηκε, αλλά αποδέχτηκε ρήτρες που καμιά άλλη χώρα, σύμφωνα με την εμπειρία του, δεν έχει αποδεχτεί. «Δεν μου έχει ξανατύχει καμιά άλλη τέτοια περίπτωση, όπου μια κυβέρνηση να παραδίδει αμαχητί και τόσο εύκολα τη χώρα και τον λαό της».

Έτσι έφτασε «η δανειολήπτρια Ελλάδα» να «παραιτείται αμετάκλητα και άνευ όρων από κάθε ασυλία που έχει ή πρόκειται να αποκτήσει σε σχέση με τα περιουσιακά της στοιχεία» ή από κάθε νομική διαδικασία συμπεριλαμβανομένης της ασυλίας από την άσκηση αγωγής, κατάσχεσης, αναγκαστικής εκτέλεσης κατά των περιουσιακών της στοιχείων, εφόσον δεν απαγορεύεται αυτό από ειδικό νόμο (όρος 14 παρ. 5 της Σύμβασης). Ενώ το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, με γνωμοδότησή του, μας ξεκαθαρίζει το νόημα αυτού του όρου της Σύμβασης: «Ούτε ο Δανειολήπτης ούτε τα περιουσιακά του στοιχεία έχουν ασυλία λόγω εθνικής κυριαρχίας…».

Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση παραιτείται από την εθνική κυριαρχία της χώρας, δηλαδή παραιτείται από την προάσπιση όχι μόνο της δημόσιας περιουσίας, αλλά και του εθνικού εδάφους έναντι των απαιτήσεων από τους δανειστές. Έτσι ολόκληρη η χώρα υποθηκεύεται και τίθεται στη διάθεση των δανειστών. Και μόνο αυτός ο όρος αρκεί, με βάση το Διεθνές Δίκαιο, για να χαρακτηριστεί η δανειακή σύμβαση ως αποικιοκρατική. Ανάλογη σύμβαση δεν υπάρχει στην ιστορία του ελληνικού κράτους από την εποχή της περίφημης «πράξης υποτέλειας» του Κωλέττη στα 1826. Με μόνο μια εξαίρεση, τις «δανειακές συμβάσεις» που υπέγραψαν οι κυβερνήσεις των δωσίλογων με τις ιταλικές και γερμανικές δυνάμεις κατοχής.

 

Αγγλικό δίκαιο

 

Αυτό που επίσης κάνει εντύπωση είναι ο «ορισμός του αγγλικού δικαίου ως εφαρμοστέου δικαίου για τη σύμβαση». Πολλοί αναρωτιούνται γιατί έγινε αυτό. Ο βασικός λόγος δεν έχει να κάνει με το ΔΝΤ, αλλά με το γεγονός ότι η νομολογία του αγγλικού δικαίου, λόγω του αποικιοκρατικού παρελθόντος της Βρετανίας, δίνει την ευκαιρία για εξαιρετικά ευνοϊκές αποφάσεις υπέρ των δανειστών. Για παράδειγμα, το 90% των καταχρηστικών αποφάσεων σε βάρος χωρών από επενδυτικά κεφάλαια «προβληματικών χρεών», κοινώς γύπες, παίρνονται από βρετανικά δικαστήρια.

Σύμφωνα με τα ειωθότα στη διεθνή αγορά δανεισμού με ομόλογα, ό,τι ισχύει για έναν δανειστή ισχύει για όλους τους δανειστές (pari passu). Αυτό σημαίνει ότι η δανειακή σύμβαση που υπέγραψε η ελληνική κυβέρνηση, οι καταχρηστικοί της όροι, η παραίτηση από την εθνική κυριαρχία, ο ορισμός του αγγλικού δικαίου κ.ο.κ. ισχύουν όχι μόνο για τον δανεισμό από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ αλλά για όλους τους κατόχους ομολόγων του ελληνικού δημόσιου χρέους. Με αυτόν τον τρόπο όλοι οι κερδοσκόποι της αγοράς έχουν το απαραίτητο νομότυπο εργαλείο για να απαιτήσουν τη λεηλασία, τη δήμευση και τη διάλυση της χώρας. Αυτός είναι ένας επιπλέον σοβαρός λόγος, όχι μόνον για να φύγει νύχτα η κυβέρνηση και οι συνοδοιπόροι της από τη χώρα, αλλά και για τον λαό να επιβάλει άμεσα την ανατροπή της δανειακής σύμβασης και του μνημονίου, που μπορεί να γίνει μόνο με τη μη αναγνώριση του χρέους και την άρνηση της αποπληρωμής του.

 

* O Δημήρης Καζάκης είναι Οικονομολόγος – αναλυτής

 

ΠΗΓΗ: Το Ποντίκι, (Δημοσιεύτηκε στο "Π" στις 17-06-2010), Ανάρτηση ηλ. Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010, http://www.topontiki.gr/Articles/view/7185

Το ΔΝΤ δεν είναι μονόδρομος

Το ΔΝΤ δεν είναι μονόδρομος

 

Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη

 

Η χώρα μας οδηγήθηκε στο ικρίωμα του ΔΝΤ με συνοπτικές διαδικασίες και με το χαρακτηρισμό τού δήθεν μονόδρομου, χωρίς να έχει προηγηθεί κανενός είδους αντίδραση ή προσπάθεια διαπραγμάτευσης. Σαν ώριμη, δηλαδή, και από καιρό προαποφασισμένη λύση, αν και ήταν η πιο οδυνηρή και, ταυτόχρονα, η λιγότερο αποτελεσματική.

Ωστόσο, το ελληνικό δημοσιονομικό πρόβλημα, που με μικρές γενικά διαφορές το συμμερίζεται και ολόκληρος ο ευρωπαϊκός νότος – και όχι μόνο -, ουδόλως δικαιολογούσε την έσχατη αυτή καταδίκη του ελληνικού λαού. Ιδιαίτερα και μετά την κυκλοφορία της τελευταίας έκθεσης του ΔΝΤ, που διαπιστώνει ότι το 2015 το δημόσιο χρέος του συνόλου των προηγμένων οικονομιών, ως ποσοστό στο ΑΕΠ τους, θα υπερβεί το 110%.

Είναι βέβαια γεγονός ότι, αφότου μπήκαμε στο μάτι του κυκλώνα, εξαιτίας σωρείας ασύγγνωστων δικών μας λαθών, αλλά και εξαιτίας του ρατσιστικού μένους της κυρίας Μέρκελ εναντίον μας, μοιραία μεγεθύνθηκε το πρόβλημά μας και περιορίστηκαν οι ομαλές δυνατότητες αντιμετώπισής του. Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη κάποιες οριακές λύσεις που, σε σύγκριση με το αδιέξοδο του ΔΝΤ, υπόσχονται λιγότερο δραματικά αποτελέσματα και ενδέχεται να αποδειχθούν σωτήριες.

Αναφέρομαι πολύ συγκεκριμένα στις καθημερινές προτάσεις αναδιαπραγμάτευσης του χρέους μας, που προέρχονται από νομπελίστες και από γνωστούς οικονομικούς αναλυτές και που συνοδεύονται από την απορία τού γιατί μια τέτοια λύση να εκλαμβάνεται ως απαγορευμένη συζήτηση από ελληνικής όσο και από ευρωπαϊκής πλευράς.

Από τα πολυάριθμα αυτά παραπάνω σχήματα, που άλλωστε δεν διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους, επιλέγω, εντελώς ενδεικτικά, αυτό του Αμερικανού οικονομολόγου Carl Weinberg, ο οποίος προτείνει την υπαγωγή του συνόλου των ελληνικών ομολόγων, που λήγουν έως το 2019, σε δεξαμενή που θα χρηματοδοτηθεί εκ νέου με 25ετή ομόλογα και με επιτόκιο 4,5%. Υπολογίζεται ότι έτσι οι ανάγκες χρηματοδότησης της χώρας μας θα περιοριστούν κατά 60% ή κατά 140 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ οι απώλειες για τους δανειστές μας θα είναι σημαντικές μόνο για την περίπτωση των τελευταίων, που ανέμεναν απόδοση πάνω από 8% και που οπωσδήποτε αυτή ήταν σαφώς τοκογλυφική.
Τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας λύσης, σε σύγκριση πάντοτε με την αγχόνη του ΔΝΤ, είναι σημαντικά. Να υπογραμμίσω, καταρχάς, ότι ο μηχανισμός στήριξης, που δημιουργήθηκε όχι για να βοηθηθεί η χώρα μας, αλλά για να διασφαλιστούν τα συμφέροντα των γαλλικών και γερμανικών τραπεζών, βασίστηκε στο ελληνικό πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης, δηλαδή, εμφανώς, σε ένα συνονθύλευμα παντελώς ανέφικτων μέσων και προσδοκιών. Έτσι άλλωστε και μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί η προσφυγή της αμήχανης ΕΕ στο αδίστακτο ΔΝΤ για την παρά ταύτα εφαρμογή του. Είναι, πράγματι, δύσκολο -αν όχι αδύνατο- να γίνει πιστευτό ότι η ΕΕ έχει την αφέλεια να ελπίζει ότι σε 3 ή σε 5 χρόνια το δημόσιο έλλειμμα θα έχει μειωθεί σε 3% και το δημόσιο χρέος σε 60% του ΑΕΠ μας, αν και με βάση λογικές προσδοκίες, καθώς και με βάση το ιστορικό του ΔΝΤ, θα έχουμε:

  • συρρίκνωση του ΑΕΠ ανώτερη του 10%,
  • ανεργία που θα ξεπεράσει το 20% του ενεργού πληθυσμού,
  • δημόσιο χρέος που από το 115% του ΑΕΠ θα σκαρφαλώσει στο 150% το 2014,
    λουκέτο σε 60.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις,
  • κατακόρυφη μείωση της ζήτησης, ακόμη και ειδών διατροφής,
  • καλπάζοντα στασιμοπληθωρισμό – και όχι απλώς αντιπληθωρισμό, όπως εσφαλμένα υποθέτει το ΔΝΤ,
  • ανεξέλεγκτες κοινωνικές αντιδράσεις και εξαιτίας της επαναφοράς της μεσαιωνικής βαρβαρότητας στις εργασιακές σχέσεις.

Αντιθέτως, είναι δυστυχώς ξεκάθαρο ότι παρά τις ανθρωποθυσίες που απαιτούνται από το λαό, σε 1 ή 2 χρόνια από σήμερα η Ελλάδα, που ήδη εκλαμβάνεται ως χρεοκοπημένη από τα διεθνή ΜΜΕ, θα είναι έτσι και επίσημα, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να απολέσουν το σύνολο σχεδόν του κεφαλαίου τους, όπως συνέβη και με την Αργεντινή. Η αναδιαπραγμάτευση του χρέους, που δεν πρέπει να συγχέεται με χρεοκοπία, και που θα επιδιωχθεί στο πλαίσιο συμφωνίας με τους δανειστές μας, μπορεί να μας εξασφαλίσει την απαραίτητη επιμήκυνση του χρόνου πληρωμής των χρεών μας και, το σημαντικότερο, να εισαγάγει στον ορίζοντά μας την αναπτυξιακή διάσταση που απουσιάζει παντελώς από το ΔΝΤ.

Πράγματι, το ΔΝΤ, ως όργανο αποκλειστικά των δανειστών, αδιαφορεί παντελώς για την τύχη των λαών που κατακτά. Με τις πάγιες πρακτικές του, που απορρέουν από το σκληρότερο πυρήνα του νεοφιλελεύθερου συστήματος, αρκείται στην απομύζηση του έστω και συρρικνούμενου εθνικού πλούτου των θυμάτων του, αποκλείοντας κάθε αναπτυξιακή διαδικασία που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των δανειστών. Τέλος, με την αναδιαπραγμάτευση του χρέους μας υπάρχουν ελπίδες ότι θα αναχαιτιστεί η εγκληματική μεταφορά εισοδήματος και πλούτου από τους εργαζόμενους στους τραπεζίτες, από τους φτωχότερους στους πλουσιότερους, από την εργασία στο κεφάλαιο. Αυτή η ανορθόδοξη μορφή αναδιανομής, που ωστόσο επιτεύχθηκε μετά το 1980 χάρη στο σφετερισμό της παραγωγικότητας της εργασίας από τα κέρδη, σε παγκόσμιο και σε ελληνικό επίπεδο, είναι το κυρίαρχο αίτιο του ξεσπάσματος της δεύτερης μεγάλης παγκόσμιας κρίσης το 2007, καθώς και της κατάρρευσης της ελληνικής οικονομίας.

Είναι βέβαιο ότι η παραμονή μας στο ΔΝΤ θα έχει δραματικές και, πιθανότατα, μη αναστρέψιμες συνέπειες για την Ελλάδα. Θα πρόκειται για ολοκληρωτική καταστροφή. Γι' αυτό και επιβάλλεται η άμεση αναθεώρηση του χαρακτηρισμού του ΔΝΤ ως μονόδρομου.

 

* Η Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη είναι πρ. πρύτανης και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και πρόεδρος του Ιδρύματος Δελιβάνη.


ΠΗΓΗ: ΕΠΙΚΑΙΡΑ, 11/6/2010,  

http://m-epikaira.gr/2010/06/%CF%84%CE%BF-%CE%B4%CE%BD%CF%84-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82/

Η Βία η μαμή – του Γιάννη Ποτ.

Η Βία η μαμή

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

Μοναχικά τα πουλιά

στους ουρανούς

Τα σμήνη έχασαν το δρόμο τους

Δραπέτευσαν στις μνήμες

τα κόκκινα κεραμίδια

και η καπνοδόχος

Τώρα στις γειτονιές μας

τριγυρνάει ο φόβος

Έρπει σιωπηλή στα πρόσωπα

η σκιά της αβεβαιότητας

σκοτώνει τα όνειρα η ανεργία

 

Στην τηλεόραση

μια αλλοτριωμένη καρδερίνα

παραβγαίνει

τα τραγούδια των σειρήνων

 

Κι εμείς δεμένοι στο κατάρτι

ακούμε τα ουρλιαχτά της πόλης

Αφουγκραζόμαστε τη σιωπή

να μεγεθύνει τις κραυγές

 

Η απελπισία στροβιλίζεται

Και η σιωπή των αμνών

προαναγγέλλει, νέα σφαγή

Εκατόμβη ονείρων

στο βωμό του κέρδους

 

Όμως εσύ γλύψε   

στη φθορά των βράχων την αλμύρα

Κολύμπα μαζί με το κύμα

που τρώει τους γρανίτες

 

Πάντα ο χειμώνας είναι προπομπός

της άνοιξης

Μέχρι να εκραγούν βίαια

οι ταξιανθίες

Κι από το ωστικό κύμα να αναδύεται

Πανέμορφο το μανιτάρι

Των χρωμάτων και των αρωμάτων

 

Αχ! Βία πόση ομορφιά σκορπάς

Όταν σαρώνεις δύσοσμους συμβιβασμούς

Αχ! Βία μαμή

πόσο ελπιδοφόρα ακούγονται τα ουρλιαχτά

σαν ξεγεννάς την ιστορία

 

                                           29 Μαΐου 2010, Γιάννης Ποταμιάνος

Τώρα στις γειτονιές μας

τριγυρνάει ο φόβος

Έρπει σιωπηλή στα πρόσωπα

η σκιά της αβεβαιότητας

σκοτώνει τα όνειρα η ανεργία

 

Στην τηλεόραση

μια αλλοτριωμένη καρδερίνα

παραβγαίνει

τα τραγούδια των σειρήνων

 

Κι εμείς δεμένοι στο κατάρτι

ακούμε τα ουρλιαχτά της πόλης

Αφουγκραζόμαστε τη σιωπή

να μεγεθύνει τις κραυγές

 

Η απελπισία στροβιλίζεται

Και η σιωπή των αμνών

προαναγγέλλει, νέα σφαγή

Εκατόμβη ονείρων

στο βωμό του κέρδους

 

Όμως εσύ γλύψε   

στη φθορά των βράχων την αλμύρα

Κολύμπα μαζί με το κύμα

που τρώει τους γρανίτες

 

Πάντα ο χειμώνας είναι προπομπός

της άνοιξης

Μέχρι να εκραγούν βίαια

οι ταξιανθίες

Κι από το ωστικό κύμα να αναδύεται

Πανέμορφο το μανιτάρι

Των χρωμάτων και των αρωμάτων

 

Αχ! Βία πόση ομορφιά σκορπάς

Όταν σαρώνεις δύσοσμους συμβιβασμούς

Αχ! Βία μαμή

πόσο ελπιδοφόρα ακούγονται τα ουρλιαχτά

σαν ξεγεννάς την ιστορία

 

                                           29 Μαΐου 2010, Γιάννης Ποταμιάνος