Το Διεθνές Σύμφωνο ως νόμος του Κράτους

Το Διεθνές Σύμφωνο ως νόμος του Κράτους

 

Του (παπα) Κώστα Ε. Μπέη

 

Είναι πικρή η παραδοχή, όμως δεν απέχει από την πραγματικότητα, ότι – στη δική μας εποχή – η ειλικρινής και συνεπής φιλοπατρία δεν είναι η πρώτη αρετή του μέσου Έλληνα, παρά μόνο στ' ανέξοδα λόγια. Ασφαλώς ενοχλούμαστε ή ακόμη και θυμώνουμε όταν ο ξένος, και ιδίως ο γερμανικός, Τύπος χλευάζει αυτή την, εκ μέρους του σύγχρονου μέσου Έλληνα, αδίστακτη πρόταξη του ατομικού έναντι του εθνικού συμφέροντος.

Όμως η πικρή αλήθεια επιβεβαιώνει τη χλεύη των άλλων, ενώ εξάλλου ούτε συγκαλύπτεται, μήτε αμβλύνεται με προσχηματικά επιχειρήματα, όπως το κοινώς λεγόμενο, ότι «όλοι έτσι κάνουν», με πρώτες και αισχρότερες τις ποικίλες ηγεσίες του κράτους και της κοινωνίας μας.

Κατά κανόνα, μπροστά στο ατομικό, και ιδίως στο οικονομικό, συμφέρον, καμιά φιλοπατρία και κανένα ίχνος αυτοσεβασμού δεν αποτρέπει από την αχόρταγη δίψα για διαρπαγή και ατομική αναρρίχηση. Έτσι, ως κοινωνικό και εθνικό σύνολο, κατρακυλάμε. Συνεχώς και ακατάσχετα. Με έσχατο εξευτελισμό την αποδοχή του όρου που μας επέβαλαν οι πρόσφατοι διεθνείς δανειστές μας, ότι, δηλαδή, σε περίπτωση αδυναμίας του κρατικού προϋπολογισμού να πληρώνει τα εφεξής εθνικά τοκοχρεολύσια, οι δανειστές, κι όχι μόνον οι άμεσοι δανειοδότες, δηλαδή το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι δανείστριες χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και ο πρώτος τυχών κομιστής παραστατικών ελληνικών τοκοχρεολυσίων θα έχουν εξουσία να κατάσχουν και να πλειστηριάσουν ακόμη και αντικείμενα της ακατάσχετης ελληνικής δημόσιας περιουσίας. Ηδονίζονται λοιπόν οι καθόλου λίγοι αναιδείς του αναγνωστικού κοινού γερμανικών και άλλων λαϊκών εντύπων, καθώς με ασυγκράτητη χαιρεκακία ορέγονται την αναγκαστική κατάσχεση και πλειστηρίαση ελληνικών νησιών, της Ακρόπολης, των μουσείων μας, ακόμη και των τυχόν ιδιόκτητων κτιρίων ελληνικών πρεσβειών στο εξωτερικό – ιδίως με τη γαργαλιστική γι' αυτούς προοπτική να κατακυρωθούν οι πλειστηριαζόμενοι εθνικοί θησαυροί μας στο τουρκικό ή ακόμη και στο σκοπιανό Δημόσιο, ως πλειοδότη!

Λεηλάτησε η Ευρώπη την εθνική μας κληρονομιά, στα μαύρα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς. Κατάμεστα έκτοτε τα μουσεία, στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες – κι όχι μόνο – απ' αυτή την ανελέητη λεηλασία. Στη συνέχεια, στα καθόλου μακρινά χρόνια της Κατοχής, κάποιοι φιλόμουσοι από τις βάναυσες ορδές των εισβολέων διέπρεψαν στη διαρπαγή αρχαιολογικών και καλλιτεχνικών θησαυρών από τα ουσιαστικώς αφύλαχτα μουσεία και τις πινακοθήκες μας. Ε, τώρα πια, φτάνει! Εφτασε ο κόμπος στο χτένι. Οχι άλλο… Δεν διακατεχόμαστε από ξενοφοβία, μήτε από αλόγιστο μίσος. Εχουμε επίγνωση των καθόλου ευκαταφρόνητων δικών μας λαθεμένων, ακόμη και αμαρτωλών επιλογών, ως αναξιόπιστων εταίρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα ως μελών της ευρωζώνης. Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι ο πολιτικός κόσμος της χώρας μας, τάχα με επίγνωση και κρυφή συσπείρωση, κατάφερε ν' αποδυναμώσει τη βαναυσότητα της επιδρομής των νέων δανειστών μας.

 Όμως, τελικώς, είναι βέβαιο ότι όσοι στο εξωτερικό ηδονίζονται με την αναμονή κατασχέσεων και αναγκαστικών πλειστηριασμών των ελληνικών ιερών ιστορικών κειμηλίων, και γενικώς της ακατάσχετης δημόσιας περιουσίας της Ελλάδας, είναι βέβαιο πως δεν θα απολαύσουν το αναμενόμενο της χαιρεκακίας τους. Και τούτο, γιατί η απαιτούμενη νομοθετική κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου, με τις προαναφερόμενες εξωφρενικές διατάξεις του, ήταν πρακτικώς αδύνατη, αφού το άρθρο 27§2 του Συντάγματος κατηγορηματικά αξιώνει πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών – μια πλειοψηφία 180 βουλευτών – την οποία ούτε η σημερινή κυβέρνηση διαθέτει, μήτε άλλη που θα μπορούσε να εκκολαφθεί στο μέλλον έχει προοπτική να πάρει. Αυτή η αναπότρεπτη πραγματικότητα πειθανάγκασε την κυβέρνηση να ρίξει στάχτη στα μάτια των αετονύχηδων, που απερίσκεπτα εμπαίζουμε ως Κουτόφραγκους, με το τρικ που μηχανεύθηκαν οι ευφυείς της ελληνικής κυβέρνησης: Αρκέστηκαν σ' αυτό που όντως είχαν υπό τον έλεγχό τους, δηλαδή την πλειοψηφία των παρόντων κατά την ψηφοφορία βουλευτών, και μ' αυτή την πενιχρή πλειοψηφία πέρασε από τη Βουλή σχέδιο νόμου, το οποίο, υπό μορφή νομοθετικών διατάξεων, περιείχε όλα όσα προβλέπει το διαβόητο Διεθνές Σύμφωνο.

Αυτή η μεθόδευση καλύπτει μεν εγκύρως όσα ζητήματα η ελληνική κυβέρνηση είχε όντως εξουσία να ρυθμίσει με διατάξεις απλού νόμου, όμως – ευτυχώς – δεν μπορεί να καλύψει και αναμφίβολα δεν καλύπτει τους εξωφρενικούς όρους που υπαγόρευσαν οι σκληροί δανειστές μας, ειδικότερα δε και προ παντός:

(α) την αβάσιμη προσδοκία τους για αναγκαστική κατάσχεση ακατάσχετων κατά την ελληνική έννομη τάξη περιουσιακών αντικειμένων που ανήκουν στην ιδιοκτησία του ελληνικού κράτους, και

(β) την εκχώρηση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Λουξεμβούργου της αποκλειστικής δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας για εκδίκαση των διαφορών που ασφαλώς στο μέλλον θα ανακύψουν ανάμεσα στους επιτιθέμενους δανειστές μας και στην αμυνόμενη ελληνική κυβέρνηση, αν αποτολμηθεί η προβλεπόμενη από το Διεθνές Σύμφωνο εξουσία των δανειστών μας να κατάσχουν ακατάσχετα περιουσιακά αντικείμενα της ελληνικής πολιτείας, όπως ενδεικτικώς το παλάτι του Οθωνα, όπου στεγάζεται η Βουλή των Ελλήνων, προκειμένου να πλειστηριαστεί και να κατακυρωθεί ως ενδεχόμενο πολυτελές ξενοδοχείο με καζίνο, κι ακόμη τα τρία κλασικά κτίρια της οδού Πανεπιστημίου, κι ακόμη, οι αρχαιολογικοί θησαυροί των μουσείων μας. Και είναι μεν αλήθεια ότι η ελληνική κυβέρνηση, εκούσα-άκουσα, ενέδωσε στον εκβιαστικό εξευτελισμό και, καθώς δεν διέθετε την απαιτούμενη πλειοψηφία στη Βουλή, μεθόδευσε την ψήφιση απλού νόμου, του οποίου οι διατάξεις είναι πανομοιότυπες μ' εκείνες του Διεθνούς Συμφώνου Σταθερότητας.

Όμως αυτός ο νόμος είναι αυτοδικαίως άκυρος, αναφορικά με εκείνες τις διατάξεις του, οι οποίες παρέχουν στους δανειστές της Ελλάδας την εξουσία να κατάσχουν ακόμη και περιουσιακά αντικείμενα που ανήκουν στην ακατάσχετη δημόσια περιουσία της Ελλάδας, καθώς και αναφορικά με την αποκλειστική δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου ν' αποφαίνεται απευθείας, κατ' αποκλεισμό της δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων. Και τούτο, επειδή αντίκεινται (α) στο άρθρο 24§ 6 του Συντάγματος που απεριφράστως ορίζει την υποχρέωση του κράτους να φροντίζει για την προστασία των εθνικών μας μνημείων και των παραδοσιακών περιοχών της χώρας, και (β) στο άρθρο 28 § 2 του ίδιου Συντάγματος που αξιώνει την ψήφιση από τη Βουλή ειδικού νόμου, με την αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών, όταν πρόκειται να εκχωρηθούν αρμοδιότητες σε όργανα διεθνών οργανισμών, όπως είναι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Λουξεμβούργου για την εκδίκαση των διαφορών της Ελλάδας με τους δανειστές της.

 

www.kostasbeys.gr

           

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=14/07/2010&s=analysh-sta-gegonota

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗ ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗ ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ

 

Του Κωνσταντίνου Κατσουρού

 

 

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΛΟΓΟΥ από τον Machiavelli ως τον Hegel υπέδειξε το κράτος ως τον τόπο της χειραφέτησης του ανθρώπου. Μόνο στους κόλπους του κράτους ο άνθρωπος μπορούσε να χειραφετηθεί από την άγρια φύση του και να την αναπαράγει προς τα έξω, μέσω των θεσμών, σαν κοινωνική μορφή, σαν την ορθολογική φύση του πολίτη. Η ιστορία της σύγχρονης φιλοσοφίας τόνισε τη χρονική διάρκεια αυτής της χειραφέτησης, από την προέλευση της μέχρι την κατάληξη της. Σ' ό,τι αφορά την προέλευση, μέσω της οικοδόμησης του λόγου, το κράτος κατέγραψε την αντίθεση ανάμεσα στη φυσική κατάσταση και σ' εκείνη του λόγου σ' ό,τι αφορά την κατάληξη κατέγραψε τη σύνθεση, το μετασχηματισμό του ατόμου από φυσικό άτομο σε «υποκείμενο», σε «πρόσωπο».

Αυτά από τον Machiavelli ως τον Hegel. 'Ο,τι επακολούθησε είναι λίγο ως πολύ γνωστό. Όμως, ο μονοπωλιακός καπιταλισμός εκκαθαρίζει τον καπιταλισμό του ανεξάρτητου επιχειρηματία-εργοδότη και το προλεταριάτο, το επαναστατικό υποκείμενο, εμφανίζεται σα να εγκαταλείπει τον εαυτό του και να εντάσσεται στο «νέο» σύστημα: στη Γερμανία, την εποχή του 1930, σ' αυτή την ατμόσφαιρα γεννιέται η Κριτική Θεωρία: μια διαλεκτική φιλοσοφία που αντλεί τις εμπνεύσεις της από τους Kant, Hegel, Schopenhauer και Marx. Αυτή η φιλοσοφία δεν μπορεί να διαχωριστεί από την κρίση του ατόμου και από τις πολιτιστικές αξίες που διαμορφώθηκαν από και με το φιλελευθερισμό.

Για ένα κάποιο χρονικό διάστημα οι Max Horkheimer, Walter Benjamin, Theodor W. Adorno και άλλα μέλη του Institut für Sozialforschung («Ινστιτούτο των κοινωνικών ερευνών») του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης έλπιζαν ότι οι αξίες αυτές, των οποίων την εγκυρότητα αμφισβητούσε ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, θα μπορούσε να διασωθούν, σ' ένα ανεπτυγμένο επίπεδο, από την προλεταριακή επανάσταση. Στο δοκίμιο του με τίτλο Πρόγραμμα για ένα προλεταριακό θέατρο για παιδιά (επιμέλεια Elvio Fachinelli, "Quaderni Piacentini", τ. 38), o Benjamin σχεδιάζει τις γραμμές πάνω στις οποίες θα έπρεπε να κινηθεί μια προλεταριακή παιδαγωγική. Ο Horkheimer στο Επανάσταση ή ελευθερία (Rusconi, Μιλάνο, 1972) χαρακτηρίζει μ' αυτές τις φράσεις τον τρόπο με τον οποίο κατανοεί την Κριτική Θεωρία στη δεκαετία του '30:

«Όταν ο Χίτλερ κατέκτησε την εξουσία, πάρα πολλά πρόσωπα ήλπιζαν πραγματικά στην έλευση μιας επανάστασης. Πιθανότατα η ελπίδα αυτή να ήταν μια αυταπάτη, ένα όνειρο και όμως κυριάρχησε και ενέπνευσε τις εργασίες μου, από το 1933. Αποδέχθηκα την επιστήμη του Μαρξ επειδή κυρίως διακηρύσσει ότι μια καλύτερη κοινωνία θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα μόνο με την επανάσταση».

Για τους Max Horkheimer, Walter Benjamin, Theodor W. Adorno, Herbert Marcuse, Erich Fromm, οι οποίοι, όπως και άλλα μέλη του Ινστιτούτου, για παράδειγμα οι Leo Löwenthal, Henryk Grossmann και Friedrich Pollock, ανήκαν στη μεσαία αστική τάξη, η προλεταριακή επανάσταση, και η ταύτιση θεωρίας και πράξης με την καταπιεσμένη τάξη, μπορούσε να βρει την εκπλήρωση της σε μια συγκεκριμένη λειτουργία. Όφειλε να εγγυηθεί την έλευση της σοσιαλιστικής κοινωνίας στην οποία θα πραγματοποιούντο οι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις της φιλελεύθερης εποχής, τα αστικά ιδανικά. Ο Horkheimer και οι φίλοι του ερμήνευαν κατ' αυτό τον τρόπο τη μαρξιανή θεωρία:

«Μαζί με τη συνείδηση των εργοδοτών αναπτύσσονται φυσικά», υπογραμμίζει ο Horkheimer, «αν και στους κόλπους σχετικά περιορισμένων ομάδων οι ιδιότητες τις οποίες, στη συνέχεια, τόσο ο Μαρξ όσο και οι υλιστές εξέτασαν με φροντίδα, δηλαδή η εφευρετικότητα, η φαντασία και η θέληση για επιτυχία» (Επανάσταση ή ελευθερία). Όπως η σκέψη του νεαρού Μαρξ, που αρχικά εμπνεόταν από το ριζοσπαστικό γιακωβινισμό ενός Ludwig Borne («H εποχή των θεωρητικών έχει παρέλθει, και αρχίζει η εποχή της πρακτικής», υποστήριζε το 1831 ο Borne), έτσι και η Κριτική Θεωρία κατανοούσε την προλεταριακή επανάσταση σαν την εξέλιξη της αστικής επανάστασης, σαν την έξοδο του ατόμου της φιλελεύθερης εποχής προς την ελευθερία.

Κατά την περίοδο της δεκαετίας του 1920 πίστευαν ακόμη ότι τη μετάβαση από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό την είχε εγγυηθεί η επιστήμη. Τα έργα του György Lukàcs και Karl Korsch Ιστορία και ταξική συνείδηση (εκδ. Οδυσσέας, 1975) και Μαρξισμός και Φιλοσοφία (εκδ. Ύψιλον, 1981) αντίστοιχα, μαρτυρούν τη θέληση να θεμελιωθεί πάνω στη σωστή συνείδηση, στην προλεταριακή συνείδηση, μια επιστήμη για την κοινωνία. Μέχρι τη θεμελίωση του Institut für Sozialforschung, στις 3 Φεβρουαρίου του 1923 (έτος της δημοσίευσης του έργου Ιστορία και ταξική συνείδηση) η μαρξιανή ιδέα για την επικείμενη κατάρρευση του καπιταλιστικού συστήματος κατείχε κεντρική θέση στις αναλύσεις των θεωρητικών της Φρανκφούρτης. Όταν ο πρώτος επίσημος διευθυντής του Ινστιτούτου, ο Carl Grünberg (διάδοχος του Karl Albercht Gerlach, που απεβίωσε λίγο πριν την επίσημη θεμελίωση) διαβεβαίωνε στον εναρκτήριο λόγο του, με την ευκαιρία της επίσημης ίδρυσης, ότι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της κοινωνίας της εποχής ήταν η «μετάβαση από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό» δεν εξέφραζε μονάχα μιαν απλοϊκή όσο και άδολη αισιοδοξία που συμφωνούσε με την ορθοδοξία του Ινστιτούτου Μαρξ-Ένγκελς της Μόσχας, από την οποία εμπνεόταν, αλλά προσέγγιζε επίσης την αντίληψη του Lukàcs, σύμφωνα με την οποία τα προλεταριάτο είναι υποκείμενο και αντικείμενο της ιστορίας εξέφραζε την πεποίθηση ότι ο διαλεκτικός υλισμός, που αντανακλάται στην ιδεολογία αυτής της τάξης, και με βάση τον οποίο αυτή η τάξη διαλογίζεται, είναι η μόνη κατάλληλη θεωρία για την ερμηνεία, επομένως και το μετασχηματισμό, της κοινωνικής πραγματικότητας. Ανεξάρτητα από το μηχανιστικό υλισμό του Grünberg, οι αντιλήψεις αυτές, με διαφορετικές μορφές, υπερίσχυσαν στο περιβάλλον της Κριτικής Θεωρίας όπως αναπτυσσόταν στα έργα των άλλων μελών του Ινστιτούτου κατά τη δεκαετία του 1930.

Ο Horkheimer, που διαδέχθηκε τον Grünberg στη διεύθυνση του Ινστιτούτου τον Ιανουάριο του 1931, λίγα χρόνια νωρίτερα από την κατάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ, γράφει στο έργο του Λυκόφως ότι «η προσπάθεια μας συνίσταται στο να βοηθήσουμε το ελεύθερο υποκείμενο, ικανό να διαμορφώσει συνειδητά την κοινωνική ζωή, να εμφανισθεί αυτό αντιπροσωπεύει η σοσιαλιστική κοινωνία, οργανωμένη σύμφωνα με ορθολογικές αρχές και ικανή να καθορίζει την ύπαρξη της». Όπως διαπιστώνουμε ο σκεπτικισμός υποβόσκει ήδη και αρχίζει να διαφαίνεται πριν τη νίκη του εθνικοσοσιαλισμού και το δοκίμιο του Horkheimer για την Αδυναμία της γερμανικής εργατικής τάξης είναι ένα σύμπτωμα της εποχής που μιλά από μόνο του. Ο σκεπτικισμός δεν θα συνεχισθεί για πολύ [4] θα τελειώσει με την επικράτηση και σταθεροποίηση των φασιστικών καθεστώτων καθώς επίσης και με το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, γεγονότα που χαρακτήρισαν και προσδιόρισαν την εξέλιξη της Σχολής στα χρόνια της εξορίας στην οποία υποχρεώθηκαν τα μέλη της.

Τα μέλη του Ινστιτούτου, που στην πλειοψηφία τους ήταν Εβραίοι, έπρεπε να εγκαταλείψουν τη Γερμανία το 1933 και να ιδρύσουν έδρες του Ινστιτούτου στη Γενεύη πρώτα και στη συνέχεια στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Το Φεβρουάριο του 1933 καθιερώθηκε σα διοικητικό κέντρο η έδρα της Γενεύης και το Ινστιτούτο για να τονίσει τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα του ξαναβαπτίστηκε σε «Διεθνή Εταιρία για τις κοινωνικές έρευνες», ενώ οι Horkheimer και Pollock έγιναν οι «πρόεδροι» του οι Löwenthal, Fromm και Sternheim τους διαδέχθηκαν τον επόμενο χρόνο. Κατά την περίοδο αυτή δημιουργήθηκαν επίσης δύο άλλες έδρες στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Στο Παρίσι, από το βιβλιοπωλείο Alcan, δημοσιεύθηκε, πριν την κατάληψη και την κατοχή, το 1940, η κύρια επιθεώρηση του Ινστιτούτου, η "Zeitschrift für Sozialforschung" («Επιθεώρηση των κοινωνικών ερευνών») την οποίαν διηύθυνε ο Horkheimer. Το 1934, αφού ναυάγησε η προσπάθεια να εγκατασταθούν στο Λονδίνο, οι Horkheimer, Adorno, Pollock, Löwenthal και Wittfogel μεταναστεύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου το Ινστιτούτο παρέμεινε καθ ' όλη τη διάρκεια του πολέμου, στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, στη Νέα Υόρκη. Ο Walter Benjamin δολοφονήθηκε από τους φασίστες στην προσπάθεια του να διασχίσει τα ισπανικά σύνορα το 1940.

Η επιστροφή στη Γερμανία, μετά την ήττα του ναζισμού, δεν μπόρεσε να εξαλείψει τα ίχνη που άφησε η εξορία και που εξακολούθησαν να παραμένουν ανεξίτηλα πάνω στο σώμα της Κριτικής Θεωρίας του μεταπολέμου. Μετά την πτώση της φασιστικής βαρβαρότητας, η Σχολή όφειλε να αντιταχθεί στην καπιταλιστική κοινωνικοποίηση. Η εμπειρία την οποία απέκτησε από τη διπλή αποτυχία της προλεταριακής επανάστασης, πρώτα κατά τη διάρκεια της φασιστικής δικτατορίας και, στη συνέχεια, κατά την περίοδο του «οικονομικού θαύματος», που προκλήθηκε από έναν καπιταλισμό που είχε ανακτήσει τις βάσεις της σταθεροποίησης του, εξηγεί τη στροφή αλλά και την καμπή που σημειώνεται στους κόλπους της Κριτικής Θεωρίας, την εγκατάλειψη δηλαδή της επαναστατικής ελπίδας. Κλονίζεται οριστικά η εμπιστοσύνη με την οποία περιέβαλε την ταυτότητα θεωρίας και πράξης, την ταύτιση της σκέψης του ριζοσπάστη διανοούμενου με την πρακτική του επαναστατικού υποκειμένου. «Η διαλεκτική είναι η αυστηρή συνείδηση της μη ταυτότητας» γράφει ο Adorno στην Αρνητική Διαλεκτική (Einaudi, Τορίνο, 1970). Τον Απρίλιο του 1968, ο Horkheimer αποκαλύπτει ένα τρίτο στοιχείο που θα δικαιολογούσε στα μάτια του την εγκατάλειψη των επαναστατικών θεωριών που σαν προορισμό έχουν το σοσιαλισμό. Γράφει στο έργο του Κριτική Θεωρία (Einaudi, Τορίνο, 1974) : «Ο σοσιαλισμός, η ιδέα μιας δημοκρατίας πραγματοποιημένης σύμφωνα με τα περιεχόμενα που της προσέδωσαν στις χώρες του διαλεκτικού υλισμού, έχει παραμορφωθεί πλέον σε εργαλείο χειραγώγησης, όπως ο χριστιανικός λόγος στους αιματηρούς αγώνες της χριστιανοσύνης». Ο σοσιαλισμός που πραγματοποιήθηκε δεν ήταν αυτός που θα μπορούσε να εμπνεύσει τον Adorno και τον Horkheimer, ούτε και τον Grünberg.

Η εξορία της Κριτικής Θεωρίας δεν υπήρξε μόνο γεωγραφική. Σ' έναν κόσμο κυριαρχημένο από τα μονοπώλια και την άσχημη δημοσιότητα, σ' έναν κόσμο οικοδομημένο δίχως και ενάντια στην κριτική σκέψη, στερημένο από το «σώμα» του, που σύμφωνα με τον Μαρξ, ήταν το προλεταριάτο, η κριτική, που εμφανίζεται συγχρόνως με τη φωτισμένη φιλελεύθερη αστική τάξη, επιστρέφει, σ' ένα ανώτερο επίπεδο, διαλεκτικό, για να γίνει αυτό που υπήρξε πριν τη διαμόρφωση του μοντέρνου προλεταριάτου. Ο Habermas, μαθητής των Horkheimer και Adorno, χαρακτηρίζει με αυτόν τον τρόπο τη γνώση της κοινωνικής κριτικής της Σχολής της Φρανκφούρτης στο έργο του Πολιτική πράξη και κριτική θεωρία για την κοινωνία (II Mulino, Μπολώνια, 1973) : «παραμένει τότε μόνον η ευρύτατη διάδοση θεσμών και πρακτικών, που επιτεύχθηκαν σε ατομικό επίπεδο με το ύφος του Διαφωτισμού του δέκατου όγδοου αιώνα. Έτσι, για παράδειγμα, ο Adorno συνέλαβε την κριτική του».

Ο Adorno θεωρεί το απομονωμένο άτομο, που απειλείται από το μονοπωλιακό σύστημα, σαν εκφραστή ενός επαναστατικού υποκειμένου που έχει εξαφανιστεί: «Η ατομική συνείδηση που αναγνωρίζει την ολότητα στους κόλπους της οποίας τα άτομα χειραγωγούνται, δεν είναι, τουλάχιστον σήμερα, ειδικά ατομική αλλά φθάνει στην καθολικότητα και σταθεροποιείται με τη σκέψη». Η επιστροφή στο διαφωτισμό αποτελεί επίσης μια συνέχεια της φιλελεύθερης παράδοσης, που ανάγεται στον Borne, στο Μαρξ και στον Κάντιο.

Δεν είναι τυχαίο το ότι οι Εβραίοι, και ιδιαίτερα οι γερμανοί εβραίοι, ταυτίζονται πάντοτε με την παράδοση αυτή η οποία εμφανίζεται στα μάτια τους σαν υπόσχεση για ελευθερία, ισότητα και για μια ορθολογική οργάνωση της κοινωνίας. Η αδυναμία της γερμανικής αστικής τάξης, που εξηγεί την αδυναμία του διαφωτισμού της, εξηγεί ίσως γιατί εβραίοι φιλόσοφοι όπως ο Μαρξ, απογοητευμένοι από τα αποτελέσματα και τη δραστηριότητα που είχαν οι ορθολογιστικές και ανθρωπιστικές αξίες στη Γερμανία, εμπιστεύθηκαν το προλεταριάτο, κατηγορώντας την αστική φιλοσοφία ότι παραμένει στο επίπεδο της θεωρητικής σκέψης, διαχωρισμένη από την κοινωνική πρακτική. Όταν ο Μαρξ κατηγορεί τους γερμανούς ότι ευχαριστούνται με το να σκέπτονται αυτό που σε άλλες χώρες, όπως στη Γαλλία και στην Αγγλία συνέβη με την επαναστατική δράση, αυτός ξαναζωντανεύει, σ' ένα πιο ανεπτυγμένο πεδίο, την κριτική που κινούσε ο ριζοσπάστης ορθολογιστής Ludwig Borne ενάντια στους χριστιανούς συμπατριώτες του.

Ασκώντας κριτική, σε μια επιστολή γραμμένη από το Παρίσι το Μάρτιο του 1832, για το γεγονός ότι οι γερμανοί εβραίοι στερήθηκαν εκ νέου των αστικών δικαιωμάτων που κατέκτησαν κατά τη διάρκεια της γαλλικής κατοχής, γράφει: «Άκουσε, γερμανικέ λαέ! Και αν οι λέξεις ελευθερία, δίκαιο, ανθρωπότητα λένε κάτι στο λεξιλόγιο σου, κοκκίνισε από ντροπή επειδή μπόρεσες να στηρίξεις για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα δίχως ντροπή αυτή την ατιμία που δυσφημεί ολόκληρη την πατρίδα». Εγκαταλείποντας την παιδαγωγική στάση των διαφωτιστών, που ζητούν να φωτίσουν, να διδάξουν αναφερόμενοι στον καθολικό λόγο, ο Μαρξ, κριτικός του Borne, δεν αναφέρεται πλέον στο έθνος (ο Borne ήταν ακόμη ένας πατριώτης) αλλά στο προλεταριάτο και στην παγκόσμια αλληλεγγύη του. Αναφέρεται στην τάξη αυτή όχι με την ιδιότητα του Εβραίου, αλλά σαν αστός ριζοσπάστης, θύμα ενός ανορθολογικού διαχωρισμού που δεν συμβιβάζεται με τα ορθολογικά ιδανικά της αστικής τάξης.

Σ' ένα φωτισμένο δοκίμιο του με τίτλο Ο γερμανικός ιδεαλισμός των Εβραίων φιλοσόφων, ο Jürgen Habermas εξακριβώνει ένα δεσμό ανάμεσα στη θέση που λαμβάνουν οι εβραίοι διανοούμενοι, οι οποίοι ανήκουν στη μεσαία τάξη κατά πλειοψηφία, και στο διαφωτισμό. Στο κείμενο αυτό φωτίζεται η συγγένεια που υπάρχει ανάμεσα στη θέση των Εβραίων, σαν κοινωνικής ομάδας και στους γερμανούς φιλοσόφους που ταυτίζονται με την έννοια του λόγου. Η συγγένεια αυτή θα μπορούσε να συνοψισθεί κατ' αυτόν τον τρόπο: ο εβραίος αστός του XIX αιώνα είναι ο κατ' εξοχήν φιλελεύθερος αστός. Ενδιαφέρεται για την πραγματοποίηση των ανθρωπιστικών αξιών του διαφωτισμού πολύ πιο ενεργητικά από το χριστιανό αστό. Αυτή την επιθυμία, να δει να πραγματοποιούνται τέτοιου είδους αξίες, θα τη συναντήσουμε επίσης στη φιλοσοφία του Herbert Marcuse που κατηγορεί τη φιλελεύθερη κουλτούρα ότι πρόδωσε τα ιδανικά της, με το να αρνηθεί να τα θέσει σε εφαρμογή, να εξαπλώσει δηλαδή τα περιεχόμενα του ανθρωπισμού ώστε να συμπεριλαμβάνει όλους τους ανθρώπους, τους προλετάριους και τους εβραίους. Ο Habermas αναφέρει ότι «η γοητεία την οποία ασκούσε ο Κάντιος στους εβραίους διανοούμενους εξηγείται πριν απ' όλα επειδή σ' αυτόν, όπως και στο Γκαίτε, η φιλελεύθερη στάση που χαρακτηρίζεται από την πίστη στο λόγο και από ένα κοσμοπολίτικο ανθρωπισμό, τονίστηκε με τον πιο ενεργό και ειλικρινή τρόπο». Κυρίως κατά την εποχή της κρίσης, οι γερμανοί Εβραίοι κατέφυγαν στην «εξωτερικότητα του λόγου»: ο Habermas θα γράψει ότι πρόθεση του Husserl ήταν να σταματήσει το κύμα του φασιστικού ανορθολογισμού μ' έναν ανανεωμένο ορθολογισμό.

Είναι φυσικό τα μέλη της Σχολής της Φρανκφούρτης, που στην πλειοψηφία τους ήταν Εβραίοι, να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα απέναντι σε δύο εξελίξεις: από τη μια μεριά η ένταξη, την οποία υπέθεταν, του προλεταριάτου του οποίου το καθήκον συνίστατο στο να πραγματοποιήσει τις ανθρωπιστικές αξίες τις οποίες πρόδωσε η αστική τάξη των μονοπωλίων; από την άλλη η εξαφάνιση του φιλελεύθερου υποκειμένου και των αξιών που το συνόδευαν, η οποία προσδιορίστηκε από τα πλήγματα που κατάφερε σ' αυτό ο μονοπωλιακός καπιταλισμός μεταξύ των δύο πολέμων, αρχικά με το συντεχνιακό φασισμό και τελικά με τον οργανωμένο καπιταλισμό που υπερίσχυσε της φασιστικής αντίδρασης. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που κατά την περίοδο μεταξύ των δύο πολέμων, σε μια εποχή που καθορίζεται από την κρίση του φιλελεύθερου καπιταλισμού και από την εμφάνιση του φασισμού, μια ομάδα φιλελεύθερων αστών, εβραίων, θεμελίωσε ένα Ινστιτούτο u960 που σκοπό είχε την ανάλυση της κοινωνίας. Η εμπλοκή των διανοουμένων αυτών στην κρίση είχε διπλή όψη, επειδή ήταν ταυτόχρονα φιλελεύθερα άτομα και εβραίοι.

Και πάλι από τον Habermas μαθαίνουμε ότι «Οι εβραίοι έπρεπε να πειραματιστούν με την κοινωνία σα να ήταν κάτι το οποίο επρόκειτο να δουν από μια κοινωνιολογική σκοπιά που γι' αυτούς ήταν πλέον κάτι το φυσικό». Αυτή η «φυσική» κοινωνιολογική σκοπιά και θεώρηση συναντάται στο έργο της Σχολής που διατήρησε τον ορθολογικό ανθρωπισμό του Borne, μαζί με τον επαναστατικό ανθρωπισμό του Μαρξ. Αν εξετάσουμε τις βιογραφίες των μελών του Ινστιτούτου, μας εκπλήσσει η ομοιογένεια την οποία παρατηρούμε όσον αφορά την καταγωγή τους: προέρχονταν από οικογένειες επιχειρηματιών ή ελεύθερων επαγγελματιών. Ο πατέρας του Walter Benjamin ήταν έμπορος τέχνης. Ο πατέρας του Max Horkheimer κατείχε μια βιομηχανία υφαντουργίας, διέθετε πολυτελή βίλλα στη Stuttgart-Zuffenhausen, ήταν δηλαδή ο τυπικός εργοδότης που μόνον ο φιλελευθερισμός του XIX αιώνα μπορούσε να παράγει, αυτή η «αστική εποχή» στην οποία ήταν ακόμη δυνατή η πλήρης ανάπτυξη του ατόμου. Ο πατέρας του Friedrich Pollock (φίλος του Horkheimer και σημαντικότατο μέλος του Ινστιτούτου) ήταν ένας καθαρόαιμος εργοδότης. Ο Henryk Grossmann, γεννημένος στην Κρακοβία το 1881, ανήκε σε μια οικογένεια που κατείχε ορυχεία. Ο πατέρας του Theodor Wiesengrund Adorno ήταν έμπορος κρασιών στη Φρανκφούρτη ο πατέρας του Leo Löwenthal ήταν γιατρός. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι η θεμελίωση του Institut für Sozialforschung έγινε δυνατή χάρη σε μια δωρεά του Herman Weil, πλούσιου έμπορου δημητριακών, που ήταν ο πατέρας ενός από τους θεμελιωτές, του Felix Weil.

Η κοινωνική καταγωγή των συγγραφέων αυτών εξηγεί ως ένα μέρος το ενδιαφέρον τους για τις τύχες του ανεξάρτητου επιχειρηματία, που τον ίδιο καιρό είναι ο πατέρας της οικογένειας, και η πηγή της αστικής εξουσίας και ηθικής. Η συλλογή δοκιμίων με τίτλο Μελέτες για την εξουσία και την οικογένεια, που δημοσιεύθηκε συλλογικά από τα μέλη του Ινστιτούτου το 1936, περιέχει αρκετές αναλύσεις για τις σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στην οικογενειακή εξουσία (πατρική) και στην ιδεαλιστική φιλοσοφία που χαρακτηρίζεται από μια κατασταλτική ηθική. Άλλες μελέτες των Horkheimer, Marcuse και Fromm αναλύουν το δεσμό που υπάρχει u945 ανάμεσα στην κρίση από την οποία διέρχεται ο φιλελεύθερος πατέρας και εργοδότης, που κάποιον καιρό ήταν ο κύριος πρωταγωνιστής της κοινωνικοποίησης, και στην εξασθένιση της ηθικής και ατομικής συνείδησης, της αυτονομίας: ο Horkheimer θα παρατηρήσει ότι και η ηθική και η συνείδηση χάνουν το θεμέλιο τους με τον πολιτιστικό μετασχηματισμό της οικογένειας.

Στο έργο του Ο φόβος μπροστά στην Ελευθερία (Comunità, Μιλάνο, 1963) ο Erich Fromm αποδεικνύει ότι η δύση της αυτονομίας του ατόμου, που θεμελιώθηκε στην ηθική σχέση μεταξύ πατέρα και γιου, καθορίζει τη φυγή προς τις κολλεκτιβιστικές εξουσίες και προς μια ανορθολογική υποταγή την οποία ο Freud θεωρεί «μαζοχιστική»: αν το άτομο συναντήσει πολιτιστικά μοντέλα που ικανοποιούν αυτές τις μαζοχιστικές τάσεις (όπως η υποταγή στον αρχηγό στη φασιστική ιδεολογία) κατακτά έναν ορισμένο βαθμό ασφάλειας με το να αισθανθεί ενωμένος με εκατομμύρια άλλων που συμμερίζονται αυτά τα αισθήματα». Με το να αποχωρισθεί από την οικογενειακή εκπαίδευση και με το να γίνει μαζική και συλλογική, η εξουσία μετασχηματίζεται σε άρνηση του αυτόνομου ατόμου που έχει συνειδητοποιήσει ποια είναι αυτά τα οποία οφείλει να πράττει καθώς και το ποιες είναι οι ευθύνες που αναλαμβάνει.

Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να διανύσουμε την παράλληλη με τους μεγάλους μυθιστοριογράφους πορεία, στις αρχές του 20ου αιώνα: οι Franz Kafka, Hermann Hesse, Marcel Proust, Robert Musil αντιπροσωπεύουν με τα έργα τους, στο επίπεδο της αισθητικής, τα προβλήματα τα οποία αναλύει η Κριτική Θεωρία στο κοινωνιολογικό, ψυχαναλυτικό και φιλοσοφικό πεδίο. Δύο θεμελιώδη θέματα, η πτώση του φιλελεύθερου ατόμου και ο διαμερισμός της πατρικής εξουσίας θα μπορούσαν να θεωρηθούν τα leitmotive των έργων τους. Το ενδιαφέρον που δείχνουν οι Benjamin και Adorno για τους Kafka και Proust δεν είναι επομένως τυχαίο.

«Το τέλος της ατομικότητας λίγο ενδιαφέρει… Θα πρέπει μονάχα να περισώσουμε αυτό που αξίζει να περισωθεί». Αυτή η φράση από το έργο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες συνοψίζει, με μιαν ορισμένη έννοια, την επίμονη στάση που χαρακτηρίζει την Κριτική Θεωρία. Μπροστά στη φανερή «ενσωμάτωση» της επαναστατικής τάξης αυτό που θα περισωθεί είναι αυτό που απομένει από το άτομο, η αυτονομία u964 της κριτικής του ικανότητας. Όπως οι Musil, Hesse και Kafka έτσι και οι εκπρόσωποι της Σχολής προέβλεπαν την έλευση μιας κολλεκτιβιστικής, γραφειοκρατικής και απολυταρχικής κοινωνικής διάταξης. Ο Musil αναφέρεται στην προοπτική ενός κολλεκτιβοποιημένου κόσμου και ο Kafka παρατηρεί σε σχέση με την ιστορία ότι οι εξωτερικές προς τον άνθρωπο και βοηθητικές γι' αυτόν κατασκευές γίνονται συντρίμμια. «Η ιστορική εξέλιξη δεν εναποτίθεται πλέον στους ώμους του ατόμου αλλά στους ώμους των μαζών. . . Εμείς υφιστάμεθα την ιστορία» (F. Kafka, Confessioni e diari, Mondadori, Μιλάνο, 1972).

Είναι εντυπωσιακή η γλωσσική ομοιότητα που παρατηρείται μεταξύ του Herbert Marcuse και του Hermann Hesse, αν και πρόκειται για διαφορετικά περιεχόμενα: στο αυτοβιογραφικό του έργο που τιτλοφορείται Eigensinn, o Hesse εκφράζει την πίστη ότι μόνον η ατομική ισχυρογνωμοσύνη (Eigensinn), η θέληση για αυτονομία, μπορεί να αντισταθεί σ' ό, τι αυτός αποκαλεί Herdensinn, ένστικτο της μάζας. Στο Κουλτούρα και κοινωνία (Einandi, Τορίνο, 1969) ο Marcuse εμφανίζει την ισχυρογνωμοσύνη σαν το απαραίτητο στοιχείο για την Κριτική Θεωρία, τη μόνη ικανή να αντιταχθεί στη ψευδοσυνείδηση του θετικισμού και σε κάθε τύπο οππορτουνισμού: «Η κριτική θεωρία παραμένει πιστή στην ισχυρογνωμοσύνη σαν αυθεντική ιδιότητα της φιλοσοφικής σκέψης» (Κουλτούρα και κοινωνία).

Το δεύτερο θεμελιώδες θέμα, η κρίση της πατρικής μορφής, και η προσκόλληση στη μητέρα, που βρίσκεται στο κέντρο των έργων των Hesse, Proust και Musil εμφανίζεται να έχει δύο όψεις στην Κριτική Θεωρία: τη μελέτη της παρακμής της πατρικής εξουσίας, που συνδέεται με την παρακμή του καπιταλιστή ανεξάρτητου επιχειρηματία-εργοδότη, και την αξιοποίηση της μητέρας όχι σαν εκπρόσωπου της μητρότητας αλλά σαν ενσάρκωση της μη παραγωγικής και αντιαυταρχικής αισθητικής αρχής.

Εκπρόσωπος της αισθησιακής και ασυμβίβαστης με τον ασκητισμό φύσης που είναι απαραίτητος για την καπιταλιστική παραγωγικότητα, η γυναίκα θα αποτελέσει για τους Marcuse, Fromm, Benjamin την κριτική στάση για την ακρωτηριασμένη από τις απαιτήσεις της παραγωγικότητας και της τεχνολογίας φύσης: ο Fromm στο Ψυχανάλυση και σύγχρονη κοινωνία (Comunità, Μιλάνο, 1971) γράφει: «Ενώ ο Freud έβλεπε στην αιμομιξία μόνο το αρνητικό και παθογενές στοιχείο, ο Bachofen βλέπει καθαρά u964 τόσο την αρνητική όσο και τη θετική πλευρά της προσκόλλησης στη μορφή της μητέρας. Η θετική πλευρά είναι η γνώση για επιβεβαίωση της ζωής, της ελευθερίας και της ισότητας που διαπερνά τη μητρική δομή».

Το αρνητικό στοιχείο συνίσταται στον κίνδυνο μιας οπισθοδρόμησης προς τη φύση που οδηγεί στην παραίτηση της ατομικότητας. Αυτός ο κίνδυνος, για τον οποίο επιμένει ο Fromm στα ψυχολογικά έργα του, βρίσκεται στο κέντρο του έργου του Η. Hesse Νάρκισσος και Χρυσόστομος: «Αυτός γνώριζε όχι με τη συνείδηση και με τα λόγια αλλά με μια βαθύτερη γνώση του αίματος, ότι η πορεία του τον οδηγούσε στη μητέρα, στην ηδονή και στο θάνατο. Η πατρική πλευρά της ζωής, το πνεύμα και η θέληση δεν ήταν η πατρίδα του. Ήταν η πατρίδα του Νάρκισσου…».

Στην ερμηνεία του για τον Knut Hamsun, o Leo Löwenthal ασκεί κριτική στον παθητικό πανθεϊσμό του νορβηγού συγγραφέα, θέτοντας επίσης το πρόβλημα της μυστικιστικής οπισθοδρόμησης προς τη φύση. Η ειρήνευση της φύσης συνεπάγεται την εξάλειψη της ατομικότητας: πρόκειται για μιαν ειρήνη η οποία έχει θεμελιωθεί στην υποταγή απέναντι σε κάθε αυθαίρετη δύναμη, για έναν πανθεϊσμό που μας καλεί να δραπετεύσουμε από μιαν ιστορικά κατασταλτική πραγματικότητα. Όπως στο Hesse και στον Kafka, έτσι και στον Knut Hamsun η φύση παρουσιάζεται σαν ασυμβίβαστη με το πνεύμα, με το ηθικό Εγώ.

Το κεντρικό πρόβλημα που συνδέει την Κριτική Θεωρία με το έργο αυτών των μεγάλων μυθιστοριογράφων και τη φροϋδική ψυχανάλυση είναι η απόπειρα να ελευθερωθεί η φύση (το ασυνείδητο) από την κυριαρχία της τεχνικής, που αντιπροσωπεύει την κυριαρχία της πατρικής διανόησης δίχως όμως να θυσιάζει τον ηθικό άνθρωπο (το υπέρ-Εγώ), το αυτόνομο άτομο. Μόνον η διαλεκτική μπορεί να μεσολαβεί ανάμεσα στον ανορθολογικό μυστικισμό και στον ασκητικό ορθολογισμό, στην τυφλή ιδιαιτερότητα και στην καταπιεστική καθολικότητα.

«ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΜΟΝΑΧΑ ΝΑ ΠΕΡΙΣΩΣΟΥΜΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΣΩΘΕΙ» παρατηρούσε ο Musil σε σχέση με ό,τι αφορούσε το άτομο που παρήκμαζε. Όλες οι πλευρές της Κριτικής Θεωρίας όπως αναπτύχθηκε από τους Horkheimer (ο πρώτος που χρησιμοποίησε την έκφραση αυτή), Adorno, Marcuse και Benjamin μαρτυρούν την προσπάθεια να εξαχθεί η ιδιαιτερότητα του ατόμου (η «εσώτερη» φύση του ανθρώπου) από την αφηρημένη κυριαρχία του ορθού λόγου και από τις μυθικές αφαιρέσεις όπως η εγελιανή ολότητα, η ουσία του Husserl και το είναι του Heidegger, δίχως όμως αυτό να συντελέσει στη διάλυση του ατόμου στα πλαίσια ενός ανορθολογικού μυστικισμού τον οποίο εκμεταλλεύτηκε τόσο καλά ο φασισμός. Μια προσπάθεια του είδους αυτού επιβάλλει μια διαλεκτική προσέγγιση: μόνον η διαλεκτική είναι σε θέση να αποκαλύψει τον ανορθολογικό χαρακτήρα του αστικού ορθολογισμού, ασκώντας κριτική στο φασιστικό μύθο που αποτελεί ανατροπή του ορθολογισμού. Σε σχέση με το φασιστικό μύθο ο Benjamin γράφει στο Angelus Novus: «H τέχνη μεγαλοποιεί έτσι τις υποβλητικές ενέργειες με τις οποίες ασκεί την επιρροή της σε βάρος των πνευματικών, κριτικών ενεργειών».

Η διαλεκτική των Benjamin, Adorno και Horkheimer προσπαθεί να φωτίσει και να καταστήσει διάφανη μια μυστικοποιημένη από τη δημοσιότητα και από τις ιδεολογίες κοινωνική πραγματικότητα, τονίζοντας τις αντιθέσεις που καλύφθηκαν από το μύθο. Έτσι στην Αρνητική Διαλεκτική διαβάζουμε ότι: «Μπορούμε να αναγνωρίσουμε την ουσία μόνον από την αντίθεση μεταξύ αυτού που υπάρχει και αυτού που βεβαιώνει ότι είναι».

Αυτοί ασκούν επίσης κριτική και στον ορθολογισμό των διαφωτιστών, προϊόν της ανθρώπινης κυριαρχίας πάνω στη φύση, και ειδικότερα στον παραγωγικό ασκητισμό και στην εμπορευματικότητα: αγνοώντας την ιδιαιτερότητα του ατόμου, τις αισθητικές ανάγκες του, συναισθηματικές και φυσικές (σεξουαλικές), αυτός ο συστηματικός και υπολογιστικός ορθολογισμός καταλήγει να γίνει η λεία κυρίως αυτού που αρνείται, της φύσης. «Ο ορθολογισμός ανατράπηκε σε μυθολογία» μας διαβεβαιώνουν οι Adorno και Horkheimer στη Διαλεκτική τον Διαφωτισμού. Κάθε σκέψη που αγνοεί τις ιδιαίτερες ανάγκες του ατόμου καταλήγει με το να τοποθετείται μπροστά στον άνθρωπο σα μια μυθική δύναμη, φυσική, λέει ο Μαρξ. Στην προσπάθεια της να επιτύχει μια νέα συμφιλίωση ανάμεσα στην ιδιαιτερότητα και στην καθολικότητα, η Κριτική Θεωρία πλήττει όλες τις φιλοσοφίες και τις Επιστήμες που θυσιάζουν το άτομο στην Ολότητα ενός συστήματος (Hegel), στο Είναι (Heidegger), στην αντικειμενική «επιστήμη» (των θετικιστών όπως ο Karl Popper και ο Hans Albert), ή στην ιστορική εξέλιξη και διαδικασία (Μαρξ και Ένγκελς). Τέτοιου είδους θεωρίες, που διαφέρουν μεταξύ τους, έχουν ένα κοινό στοιχείο: επιβάλλουν την υποταγή του υποκειμένου στο αντικείμενο, της ιδιαιτερότητας στην ολότητα.

Οι Adorno, Horkheimer και Marcuse με την κριτική τους στους Μαρξ και Ένγκελς, φωτίζουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της αντίληψης που έχουν για τη διαλεκτική. Σύμφωνα με αυτή τη διαλεκτική, ο Ένγκελς ανέλαβε να ταυτίσει υποκείμενο και αντικείμενο πιστεύοντας ότι συνείδηση και κόσμος θα μπορούσαν να φθάσουν στην ενότητα στους κόλπους της ολότητας του φιλοσοφικού συστήματος. «Με αυτήν την κατάργηση κάθε ιδιαίτερου στοιχείου και κάθε αμεσότητας που αναπτύσσονται απ' αυτή την ίδια τη θέληση, οικοδομείται η «καθολικότητα» στην οποία οδηγεί η εγελιανή γνώση περί ελευθερίας», γράφει ο Marcuse στο δοκίμιο Για μια κριτική θεωρία της κοινωνίας.

Αλλά αυτή η «καθολικότητα» την οποία αναγνωρίζει σα «δική» του το αφηρημένο υποκείμενο, σα να ταυτιζόταν με την αντικειμενική πραγματικότητα, δεν είναι τίποτε άλλο από τη σιωπηρή επικύρωση της καταπιεστικής καθολικότητας την οποία δικαιολογεί το εγελιανό σύστημα, με το να τη μυστικοποιεί. Στην Αρνητική Διαλεκτική ο Adorno διαβεβαιώνει ότι «η επίμονη κριτική… ξετινάζει τον εγελιανό ιδεαλισμό: η γνώση έχει σαν στόχο το μερικό, το ιδιαίτερο, όχι την καθολικότητα». Ο Adorno δεν καταγγέλει την ιδέα της ολότητας: προτείνει αντίθετα να «φωτίσουμε το όλο ξεκινώντας από το τμηματικό». Αυτό το οποίο αρνείται είναι η ιδέα μιας ολότητας κατασκευασμένης σε βάρος του μερικού, η ιδέα ενός «Είναι» που υπερισχύει του πραγματικού-υπαρκτού ατόμου και της μοναδικότητας του.

Ενάντια στους Husserl και Heidegger, που θέτουν την πρωταρχικότητα της Ουσίας και του Είναι έναντι του πραγματικού ατόμου, ο Adorno επιμένει ότι είναι αδύνατο να κατανοήσουμε μιαν «ουσία» ή ένα «είναι» που ντύνονται την καθολικότητα ανεξάρτητα από αυτό που υπάρχει πραγματικά, ανεξάρτητα από την ιδιαιτερότητα. «Η ουσία δεν μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από τη σχέση της με το πραγματικό», υπογραμμίζει στη Μετακριτική της γνωσιολογίας.

Η υπεράσπιση της ιδιαιτερότητας αποτελεί u964 τον πυρήνα της κριτικής που ασκεί ο Adorno στους Μαρξ και Ένγκελς, στο μέτρο που αυτοί θα θυσίαζαν στη φιλοσοφία τους για την ιστορία, την ευτυχία του ατόμου χάρη των γενεών που έρχονται: «Επρόκειτο για τη θεοποίηση της ιστορίας, ακόμη και στην περίπτωση των αθεϊστών εγελιανών Μαρξ και Ένγκελς», γράφει στην Αρνητική Διαλεκτική.

Σύμφωνα με τους Adorno και Horkheimer η ιστορική εξέλιξη δεν μπορεί πλέον να κατανοηθεί με τον τρόπο με τον οποίο την κατανοούσαν οι Έγελος και Μαρξ, σαν πρόοδο προς την απελευθέρωση. Αν το προλεταριάτο ενσωματώνεται στη σημερινή κοινωνία, δεν είναι πλέον δυνατό να ταυτίζουμε την κριτική σκέψη με την ιστορική κίνηση. Ο Lucien Goldmann σε αρκετές περιπτώσεις κατηγόρησε τους θεωρητικούς της Φρανκφούρτης ότι επικύρωσαν μια ριζοσπαστική μη ταυτότητα, καθώς αρνήθηκαν να ταυτιστούν με μια υπάρχουσα ή υπό διαμόρφωση κοινωνική δύναμη, ενώ κράτησαν μια στάση ριζοσπαστικής κριτικής, θέτοντας υπό εξέταση όλες τις κρίσεις που διατυπώθηκαν από τη φιλοσοφία της ιστορίας και κατηγόρησαν τις θεωρίες συγγραφέων στους οποίους αναφέρονταν, προπάντων του Μαρξ και του 'Ενγκελς.

Στη θεοποίηση της ιστορίας αντιστοιχεί, στους νεοθετικιστές συγγραφείς (Karl Popper και Hans Albert), η θεοποίηση της επιστήμης που κατανοείται σα φυσική επιστήμη. Ο άνθρωπος, σαν υποκείμενο, είναι το θύμα της. Οι θετικιστές τελικά, όπως ο Luis Althusser, επιχειρούν μια επιστημολογική τομή μεταξύ ιδεολογίας και επιστήμης, μεταξύ υποκειμενικής σκοπιμότητας και αξιών από τη μια πλευρά, και αντικειμενικής «επιστημονικής» καταγραφής των «γεγονότων» από την άλλη. Αυτή η καταγραφή εκφράζει την παθητικότητα που επιβάλλεται στο άτομο σε μια κοινωνία διοικούμενη ολοκληρωτικά, την αδυναμία του να κυριαρχήσει στις φυσικές επιστήμες ελέγχοντας τις με μια αυτόνομη κριτική παρατήρηση. Στην ταυτότητα επιστήμης (φυσικής) και γνώσης, ο Horkheimer συγκεκριμενοποιεί μια από τις πλευρές της αντικειμενοποίησης, που συνίσταται στην αναπαραγωγή, στο γνωσιολογικό πεδίο, των μη ορθολογικών νόμων που κυβερνούν το κοινωνικό σύστημα. Ο θετικισμός, ταυτίζοντας τη γνώση με την επιστήμη, περιορίζει το διανοούμενο στις λειτουργίες που απαιτούνται για να οργανωθεί ένα κατάλληλο για τις ανάγκες της εμπορευματοποιημένης κουλτούρας υλικό, ενώ ο διανοούμενος θα μπορούσε να ασκήσει κριτική και να τα αμφισβητήσει όλα αυτά, υποστηρίζει ο Horkheimer. Αντί να επεμβαίνουν με την κριτική παρατήρηση, οι θετικιστές θεωρούν την κοινωνική πραγματικότητα σαν ένα γεγονός, σαν ένα φυσικό δεδομένο. Επίγονοι του διαφωτισμού, αναπαράγουν με αφέλεια τον ορθολογιστικό μύθο σύμφωνα με τον οποίο η άμεση αντίληψη είναι κιόλας ορθολογική.

Μαθητής των Adorno και Horkheimer, o Jürgen Habermas είναι, μεταξύ των διαλεκτικών συγγραφέων, ένας από τους καλύτερους κριτικούς του νεοθετικισμού. Ξεκινώντας από τις θέσεις των Adorno και Horkheimer, κατηγορεί τους θετικιστές ότι περιορίζουν το ανθρώπινο υποκείμενο (στην περίπτωση αυτή, τον θεωρητικό) σε παθητικό και ανώνυμο καταχωρητή, που στερείται οιασδήποτε ιδεολογικής ιδιαιτερότητας. Κλεισμένη στα προβλήματα της σκοπιμότητας και του νοήματος, που συνιστούν τις κύριες διαστάσεις του υποκειμενισμού, η θετικιστική επιστήμη είναι ανίκανη να θέσει ερωτήματα γύρω από το κοινωνικό νόημα, το ανθρώπινο νόημα της επιστήμης: στο Γνώση και συμφέρον (Laterza, Μπάρι, 1973), ο Habermas υποστηρίζει ότι το λογικό πρόβλημα που ξεπερνά τα υποθετικά όρια στα οποία μπορεί να φθάσει η γνώση στόχευε επίσης και στο να εξηγήσει το νόημα της γνώσης γενικά. Ο θετικισμός, συνεχίζει ο Habermas, εξαλείφει αυτό το πρόβλημα: στερείται νοήματος όταν σκεφθούμε την πραγματικότητα των σύγχρονων επιστημών. Η ταύτιση της γνώσης με τη μέθοδο των φυσικών επιστημών συμπίπτει με την αποθέωση του «εργαλειακού λόγου» που ο Horkheimer ερμηνεύει σαν την επιστήμη που επιτρέπει στον άνθρωπο να κυριαρχεί πάνω στη φύση.

Αυτή η «επιστημονική» και «τεχνολογική» δύναμη είναι τυφλή, επειδή αποκλείει την κριτική παρατήρηση, διαλεκτική που θεωρεί ως αξίωμα την ταυτότητα ανάμεσα στο σκεπτόμενο υποκείμενο και στο αντικείμενο για το οποίο σκέπτεται. Αυτή αναγνωρίζει μόνο το «γνωστικό-πρακτικό» συμφέρον αγνοώντας το «γνωστικό-χειραφετικό» που χαρακτηρίζεται από την κριτική παρατήρηση. Κατά τον Habermas και την Κριτική Θεωρία, αυτό το γνωστικό συμφέρον, που σκόπευε στην επίτευξη της απελευθέρωσης του ανθρώπου, θα πρέπει να βρίσκεται στο κέντρο της προσοχής κάθε επιστήμης u960 που ασχολείται με την κοινωνία.

Σύμφωνα με τον Habermas τόσο η θετικιστική επιστήμη, που χαρακτηρίζεται από το γνωστικό-πρακτικό συμφέρον, όσο και η διαλεκτική, που χαρακτηρίζεται αντίθετα από το συμφέρον για χειραφέτηση, συνυπάρχουν στη σκέψη του Μαρξ. Αυτό εξηγεί τη διαμάχη γύρω από τον αλτουσεριανό μαρξισμό. Στο Γνώση και συμφέρον ο Habermas γράφει: «Μολονότι αυτός ο ίδιος (ο Μαρξ) προσδιόρισε την επιστήμη του ανθρώπου με τη μορφή της κριτικής και όχι σα φυσική επιστήμη, είχε πάντοτε την τάση να την τοποθετεί στη μεριά των φυσικών επιστημών». Διαχωρίζοντας τη μαρξιανή «φιλοσοφία» από την «επιστήμη», την ανθρωπιστική ιδεολογία από τον ιστορικό υλισμό, με την επιστημολογική τομή, αυτός (ο L. Althusser) ταυτίζει τη μαρξιανή «επιστήμη» με το θετικιστικό ρεύμα, όπως ο Habermas το χαρακτηρίζει: ο L. Althusser στο Ο Λένιν και η φιλοσοφία (εκδ. Ηριδανός) γράφει: «Μπορούμε του λοιπού, διαθέτοντας την άνεση να κάνουμε αναδρομές, αλλά και χωρίς να προδικάζουμε ένα μέλλον που την έκβαση του δεν ορίζουμε εμείς, κι άλλο τόσο ούτε ο Μαρξ, να βελτιώσουμε τη μεταφορά μας και να πούμε ότι πριν από το Μαρξ μόνο δύο μεγάλες ήπειροι είχαν ανοιχτεί στην επιστημονική γνώση, από αλλεπάλληλες επιστημολογικές τομές: η ήπειρος των Μαθηματικών με τους Έλληνες (από το Θαλή ή αυτούς που καλύπτει ο μύθος του ονόματος του) και η ήπειρος της Φυσικής (από το Γαλιλαίο και τους διαδόχους του)… Ο Μαρξ άνοιξε στην επιστημονική γνώση μια νέα τρίτη μεγάλη ήπειρο, την ήπειρο της Ιστορίας».

Έτσι, ένα σημείο της μαρξιανής σκέψης (το γνωστικό-πρακτικό συμφέρον) ανυψώνεται στο επίπεδο της επιστήμης ενώ το κεντρικό, η διαλεκτική θεωρία, εξορίζεται στο πεδίο της ιδεολογίας, της φιλοσοφίας. Σ' αυτή τη θετικιστική προσέγγιση μπορεί να ασκηθεί αποτελεσματική κριτική με βάση τις αναλύσεις της Κριτικής Θεωρίας για το θετικισμό και ειδικότερα με τις αναλύσεις του Habermas. Παρά τις μεγάλες συγγένειες που παρατηρούνται ανάμεσα στη σκέψη του και στην Κριτική Θεωρία ο Jürgen Habermas θα διαχωρίσει τη θέση του απ' αυτήν. Στο κέντρο της έρευνας του δεν βρίσκεται πλέον το ελεύθερο άτομο, που χαρακτηρίζεται από τη σπαρακτική σύγκρουση ανάμεσα u963 στον σκεπτόμενο και στη φύση, ανάμεσα στη μητέρα και στον πατέρα, αλλά το αυτόνομο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα του οποίου η λειτουργία έχει εξασφαλιστεί από αυτορρυθμιζόμενους μηχανισμούς.

Για τον Habermas το πρόβλημα της πιθανής όσο και δυνατής σωτηρίας του ανθρώπου και της αυτονομίας του φαίνεται να περνά σε δεύτερη μοίρα αυτός αναρωτιέται μάλλον για τις δυνατότητες, που μειώνονται, να υποταχθεί το μη ορθολογικό σύστημα στους νόμους του λόγου. Αυτή η ουσιαστική διαφορά σε σχέση με την Κριτική Θεωρία δεν μπορεί να εξηγηθεί απολύτως με βάση την προσωπική ιδιαιτερότητα του φιλοσόφου. Αλλά ο Jürgen Habermas αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση και ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο για τη διαμόρφωση της αριστεράς στις σύνθετες κοινωνίες, με το οποίο θα ασχοληθούμε μιαν άλλη φορά.

 

Αθήνα, Δεκέμβριος 1987.

 

ΠΗΓΗ: Περιοδικό "Λεβιάθαν" (Δεκέμβριος του 2008).

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

 

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

 

Μια φορά και έναν καιρό, σε μια καστροπολιτεία μακρυνή και κοντινή συνάμα, ένας σπάταλος τύπος χρώσταγε πολλά. Καλώς ή κακώς χρώσταγε πολλά. Σχεδόν και της Μιχαλούς η οποία εν τέλει τη σκαπούλαρε γιατίμάλλον δεν βρέθηκε στον καταναλωτικό του δρόμο. Χρώσταγε πολλά σε διάφορους δεξιά και αριστερά. Όταν από μαλακία του εκείνος βγήκε καιδήλωσε πως πράγματι χρωστάει πολλά, οι διάφοροι πιστωτές ανησύχησαν.

Στο κάτω-κάτω πιστωτές ήταν. Και οι πιστωτές είναι σχεδόν φυσικό να ανησυχούν. Πόσο μάλλον να πας μόνος σου και να τους ανησυχήσεις. Βέβαια είχε άλλοθι, πως είπε την αλήθεια. Τώρα πια όλοι θα αναγνώριζαν πως ήταν ένας ειλικρινής οφειλέτης. Αλλά τι κρίμα. Οι πιστωτές δεν αντιλαμβάνονται την ειλικρίνεια ως πλεονέκτημα, αν κινδυνεύουν να χάσουν τα λεφτά τους. Το πιο τραγικό, είναι πως εκείνος φανταζόταν την ειλικρίνεια του ως παράγοντα που θα αύξανε την φερεγγυότητα του για να δανειστεί περισσότερο. Απίστευτα πράγματα. Έτσι, όταν οι πιστωτές ανησύχησαν πραγματικά στα σοβαρά έσπαγαν όσο-όσο τις επιταγές του ακόμη και 30% και 40% λιγότερο από την πραγματική τους αξία. Και προφανώς δεν ήθελαν να ακούσουν ούτε κουβέντα για νέο δάνειο.

Και ξαφνικά, σχεδόν όπως στα παραμύθια, εμφανίζεται η καλή νεράιδα με μια φίλη της, τον χτυπάει τρυφερά στον ώμο και τον καθησυχάζει. Μην ανησυχείς φίλε μου, του λέει, εγώ είμαι εδώ. Πόσα θες. Τόσα. Τόσα. Κι' άλλα τόσα. Με κάποιες προϋποθέσεις βέβαια. Βασικά μία προϋπόθεση. Εγώ πλέον θα κάνω κουμάντο. Εσύ άραξε, ξεκουράσου, μην αγχώνεσαι, άστο πάνω μου. Έτσι η καλή νεράιδα μαζί με τη φίλη της, άρχισαν σιγά σιγά να δανείζουν ξανά τον καταχρεωμένο φίλο μας. Τα λεφτά έτσι κι αλλιώς τα <<έκοβε>> στη μαγεμένη σπηλιά της η καλή νεράιδα. Δεν ήταν δα και τίποτα γι' αυτήν.  Και εκτός αυτού ο απεγνωσμένος οφειλέτης είχε βάλει πια ενέχυρο και το ίδιο το σώβρακο του. Μόλις έπεσαν οι υπογραφές, η καλή νεράιδα, βγήκε στην πιάτσα και άρχισε να αγοράζει στα 2/3 της τιμής όσες επιταγές του τύπου κυκλοφορούσαν ακόμη απλήρωτες.  

Έτσι, η καλή νεράιδα, έκανε ακόμη ένα καλό. Από τη μια έσωζε από την χρεωκοπία τους κακόμοιρους διάσπαρτους ανά το βασίλειο πιστωτές  του ειλικρινούς οφειλέτη και από την άλλη έβγαζε κι αυτή το ρεγάλο της, αφού σ' αυτήν ο ειλικρινής οφειλέτης θα πλήρωνε ολόκληρο το ποσό αργά ή γρήγορα. Με τον τρόπο αυτό, η καλή νεράιδα, δεν επέτρεψε στον οφειλέτη να επαναδιαπραγματευτεί το χρέος του με τον καθένα χωριστά από τους πιστωτές, πετυχαίνοντας έστω μια μείωση του χρέους σαν  αυτήν που η ίδια η καλή νεράιδα <<κούρεψε>> τις επιταγές που είχαν στα χέρια τους οι πιστωτές. Αλλά η νεράιδα ήταν καλή. όπως σε όλα τα παραμύθια. Η καλή νεράιδα συνέχισε να <<μαζεύει>> απλήρωτες επιταγές αυτού του αχρείου τύπου και να σώζει τους καημένους πιστωτές που είχαν φορτωθεί τα χρέη του. Ταυτόχρονα συνέχιζε να δανείζει από δικά της λεφτά τον αχρείο τύπο ειδικά για να μπορεί αυτός να ξεπληρώνει τους καημένους πιστωτές που οι επιταγές τους είχαν κοντινές ημερομηνίες και βέβαια ανησυχούσαν μη χάσουν τα λεφτά τους.

Ύστερα πέρασε λίγος καιρός και όλα έδειχναν πως ο υπερχρεωμένος σπάταλος τύπος  – μόλο που έκανε πια αιματηρές οικονομίες – δεν μπορούσε να ξεπληρώσει τα νέα του δάνεια, ούτε βέβαια τα παλιά που πια τα είχε όλα στα χέρια της η καλή νεράιδα.

Ε τότε η καλή νεράιδα έγινε η καλύτερη. Του πρότεινε το απίστευτο. Θα με πληρώνεις λίγο λίγο και θα με ξεχρεώσεις σε 100 χρόνια. Κι αν κάποια στιγμή δεν έχεις μετρητό, εγώ είμαι εδώ. Μην ανησυχείς. Θα βρούμε κάτι από την περιουσία σου να ανταλλάξουμε. Δεν θα τα χαλάσουμε εκεί βρε αδερφέ, του είπε η καλή νεράιδα.

Τότε ο αχρείος οφειλέτης, σκέφτηκε. Ρε γαμώτο, αν μπορούσα  να πιέσω λίγο την καλή νεράιδα. Ρε γαμώτο, αν το χρέος μου ήταν μοιρασμένο σε διάφορους, αχ αν ήταν σε πολλούς. Θα έπιανα τον καθένα ξεχωριστά. Θα τρόμαζαν ότι μπορεί να έχαναν τα λεφτά τους και θα μου έκαναν μια γενναία έκπτωση. Ίσως και μια γενναία έκπτωση και μια παράταση να πληρωθούν λίγο ή πολύ παρακάτω. Ρε γαμώτο, αν….αν…θα είχα μεγαλύτερο περιθώριο διαπραγμάτευσης και δεν θα είχα υπογράψει και την κολοσυμφωνία….Αν μπορούσα να γύριζα το χρόνο πίσω…Αν… Έτσι, ο αχρείος οφειλέτης έζησε σκατά κι εμείς χειρότερα…


Υ.Γ.  Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες η Ε.Κ.Τ. έχει απορροφήσει περίπου 90-100 δις ευρώ ελληνικά ομόλογα που <<ξεφορτώθηκαν>> διάφορες ιδιωτικές τράπεζες, σε τιμές προφανώς μικρότερες – πιθανώς έως 30% Haircut – της αξία λήξης τους. Έτσι, οι τραπεζίτες διασφαλίζουν σταδιακά τα χρήματα – ή το μεγαλύτερο μέρος – που είχαν δανείσει στη χώρα και η δυνατότητα επαναδιαπραγμάτευσης με τον καθένα χωριστά απομακρύνεται οριστικά.

Ταυτόχρονα με τα νέα δάνεια αποπληρώνονται στο 100% ομόλογα άμεσης λήξης οπότε και πάλι οι τραπεζίτες δεν χάνουν σέντς. Όταν η ΕΚΤ θα έχει συγκεντρώσει το μεγαλύτερο μέρος από διάσπαρτα ομόλογα, όντας μονοπωλιακός  πιστωτής και έχοντας στην τσέπη το μνημόνιο, και κάτω από την πραγματική πίεση της αδυναμίας της χώρας να αποπληρώσει τα δάνεια, θα μας οδηγήσει σε επαναδιαπραγμάτευση του χρέους σε ότι αφορά την χρονική επιμήκυνση – άρα και την ισόβια εξάρτηση – με εγγυήσεις ή ανταλλαγές τα κάθε είδους <<φιλέτα>> της πατρίδας.


ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ, 15.07.2010

 

Απόκρουση κριτικής για τo επαχθές χρέος

  Απόκρουση κριτικής για την μη αναγνώριση του επαχθούς χρέους 

 

Η κριτική του κ. Μπινιάρη* είναι παντελώς άστοχη…

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 

Αγαπητέ φίλε Παναγιώτη,

Η κριτική του κ. Μπινιάρη  είναι παντελώς άστοχη γιατί ξεκινά από μια ριζικά διαφορετική αφετηρία. Για μένα η πολιτική που ακολουθείται από την ΕΕ, την ΕΚΤ, το ΔΝΤ, την κυβέρνηση και η οποία σιγοντάρεται από ποικίλους «ειδικούς» και μη, σαν τις «αυθεντίες» στις οποίες αναφέρεται εμμέσως πλην σαφώς ο κ. Μπινιάρης , δεν είναι μονόδρομος όπου το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στους θεούς της αγοράς και στην ευγενική κατανόηση των αρπαχτικών της. Με εξέπληξε επίσης η άγνοια επί του θέματος που επιδεικνύει ο κ. Μπινιάρης, αν και θα έπρεπε να ξέρει καλύτερα και περισσότερα. Ας είναι όμως.

Καταρχάς δυο απλές παρατηρήσεις: Πρώτο, το να απαντά κανείς ότι αν εφαρμοστεί μια πρόταση με την οποία διαφωνεί θα σημάνει την απόλυτη καταστροφή, και μάλιστα χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα, αλλά εκδήλωση δογματικής προσκόλλησης σε κάποιες δικές του «απόλυτες αλήθειες» που τις θεωρεί τόσο δεδομένες ώστε δεν κάνει καν τον κόπο να επεξεργαστεί τα επιχειρήματα την άλλης άποψης. Και θα δούμε παρακάτω πώς το κάνει αυτό ο κ. Μπινιάρης. Δεύτερο, η άγνοια δεν υπήρξε ποτέ επιχείρημα. Όταν δεν γνωρίζεις κάτι οφείλεις να το μάθεις πριν μιλήσεις και μάλιστα πριν θεωρήσεις τον εαυτό σου ικανό να ασκήσει κριτική.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Δεν γνωρίζω την παιδεία του κ. Μπινιάρη και ούτε με ενδιαφέρει να την μάθω, απλά τον πληροφορώ ότι οποιοδήποτε σοβαρό εγχειρίδιο κι αν ανοίξει σχετικό με τα ζητήματα του δημόσιου χρέους, θα διαπιστώσει ότι η πρότασή μου καταγράφεται ως τουλάχιστον μια από τις μεθόδους αντιμετώπισης των υπέρογκων δημόσιων χρεών από το 19ο αιώνα έως τις ημέρες μας. Πρόκειται για την πρόταση που στα αγγλικά αποδίδεται ως repudiation of debt. Φυσικά θα μας επιτρέψει η χάρη του να προσδώσουμε στη δική μας πρόταση εκείνα τα ειδικά χαρακτηριστικά που νομίζουμε ότι προσιδιάζουν στο πρόβλημα του δημόσιου χρέους της Ελλάδας. Ελπίζω να μας επιτρέπει να κρατήσουμε την αναγκαία ανεξαρτησία σκέψης και προβληματισμού, που για μας αποτελεί την πεμπτουσία της επιστήμης, και η οποία μας αποτρέπει να παπαγαλίζουμε ή να αναμασάμε τις συνταγές ακαδημαϊκών και άλλων «ειδικών» στους οποίους αναφέρεται.

Ο πρώτος που έθεσε το θέμα του κατά πόσο ένα υπέρογκο δημόσιο χρέος οφείλει να αποπληρωθεί ή όχι, ήταν ο πατέρας της επιστημονικής πολιτικής οικονομίας, ο Άνταμ Σμιθ, ο οποίος τόλμησε να προτείνει τη χρεωκοπία του κράτους ως την μόνη συμφέρουσα λύση. Όποιος έχει στοιχειώδεις γνώσεις οικονομικής θεωρίας, γνωρίζει πολύ καλά ότι την εποχή του Σμιθ η έννοια της χρεωκοπίας του κράτους δεν είχε το νόημα που έχει σήμερα, αλλά ταυτιζόταν με την έννοια της μονομερούς διαγραφής ή ακύρωσης των χρεών. Από τη δεύτερη ή τρίτη δεκαετία του 19ου αιώνα η πρόταση αυτή διαχωρίστηκε από την έννοια της χρεωκοπίας και καταγράφηκε στα βιβλία της δημόσιας οικονομίας ως άρνηση ή ακύρωση του χρέους.

Ένας άλλος πολύ σημαντικός οικονομολόγος, τον οποίο φαντάζομαι να έχει ακουστά ακόμη κι ο κ. Μπινιάρης, ο οποίος τάχθηκε υπέρ της ακύρωσης των δημόσιων χρεών ήταν ο Τζον Μέϊναρντ Κέϊνς. Το έκανε αμέσως μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο όταν είδε ότι η έκρηξη του δημόσιου χρέους σε όλες τις χώρες ήταν τέτοια που το έκανε αδύνατο να εξυπηρετηθεί. Στη θέση αυτή προσχώρησαν πολλοί γνωστοί οικονομολόγοι της εποχής. Την επόμενη φορά που ο κ. Μπινιάρης θα σκεφτεί να επικαλεστεί σύγχρονους ακαδημαϊκούς και νομπελίστες, καλά θα κάνει να ξεφυλλίσει τον κατάλογο των οικονομολόγων εκείνης της εποχής που τάχθηκαν υπέρ της μονομερούς κατάργησης του χρέους, να μετρήσει τα μεγέθη, τα αναστήματα στην επιστήμη και έπειτα ας έρθει να μας πει ότι δεν γνωρίζει κανέναν άλλο που να έχει υποστηρίξει την πρόταση που έχουμε καταθέσει.

Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο έγινε τρομακτική προσπάθεια να εξοβελιστεί η πρόταση αυτή από τα βιβλία της δημόσιας οικονομίας, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Βλέπετε ο ρόλος των τραπεζών και μάλιστα των πολυεθνικών είχε γίνει κυρίαρχος και επιδοτούσαν σωρηδόν έδρες και τομείς στα πανεπιστήμια και τις ακαδημίες. Όσο περισσότερο οι καριέρες και τα νόμπελ εξαρτήθηκαν, ειδικά στον αγγλοσαξονικό κόσμο, από τις χορηγίες των χρηματαγορών, τόσο περισσότερο εξαφανίζονταν προτάσεις και απόψεις που για τους διεθνείς τραπεζίτες και χρηματιστές ήταν απολύτως αιρετικές. Μόνο πολύ προικισμένοι και έντιμοι επιστήμονες επέμειναν να μην παίρνουν το χαπάκι της αμνησίας, ή και της ανοησίας, που συνοδεύει σχεδόν πάντα τις μεγάλες χορηγίες. Έτσι στα βιβλία τους ακόμη και σήμερα θα βρει κανείς να περιγράφεται η λύση του repudiation of debt, αλλά τις περισσότερες φορές να συνδέεται με ριζικές επαναστατικές αλλαγές, σαν να ήταν μόνο η επανάσταση του 1917 στη Ρωσία και η κινέζικη επανάσταση του 1948 που μπόρεσαν δήθεν να προχωρήσουν σε άρνηση και ακύρωση του χρέους.

Βέβαια, όποιος έχει έστω και στοιχειώδη επαφή με το αντικείμενο γνωρίζει ότι η πρόταση αυτή γεννήθηκε από τις μεγάλες αστικές επαναστάσεις του 18ου αιώνα στις ΗΠΑ και τη Γαλλία, ενώ έχει υιοθετηθεί ως πολιτική από πολλούς λαούς έως σήμερα στην πάλη τους για να κατακτήσουν την κυριαρχία τους. Γιατί, ναι, η αλήθεια είναι ότι η υλοποίηση αυτής της πρότασης προϋποθέτει έναν λαό που παλεύει, αγωνίζεται για να θεμελιώσει την κυριαρχία του, να απαλλάξει τη χώρα του από τα δεσμά της υποτέλειας και της υποδούλωσης. Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η θεμελιώδης πολιτική διαφορά με τον κ. Μπινιάρη. Η δημοκρατία, η οποία συνδέεται πρώτα και κύρια με την λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία, είναι αδύνατη όσο υπάρχουν τα δεσμά του δημόσιου χρέους και το καθεστώς υποταγής στους υπερκρατικούς μηχανισμούς των αγορών. Και, αντίθετα με τον κ. Μπινιάρη, εγώ θεωρώ ότι η δημοκρατία όχι μόνο είναι απόλυτα εφικτή, αλλά θεωρώ το λαό αυτής της χώρας ικανό να την επιβάλει παρά τις όποιες αντιξοότητες. Αυτό δεν με κάνει «πολιτικό», απλά με κάνει δημοκράτη. Τι να κάνουμε, όλοι έχουμε τις «αδυναμίες» μας. Και η δική μου βρίσκεται στο να θεωρώ ότι δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντικά επιστημονική αντιμετώπιση του προβλήματος αν δεν ξεκινά κανείς από την ανάγκη να κατακτηθεί επιτέλους η δημοκρατία σ' αυτή τη χώρα από τον ίδιο τον λαό. Αν αυτό θεωρείται από τον κ. Μπινιάρη και τους ομοϊδεάτες του ανήκουστο, τρελό, καταστροφικό, τότε δεν έχουν πάρα να με στήσουν στον τοίχο.

Η απάντηση στο ζήτημα του δημόσιου χρέους δεν είναι οικονομική, αλλά πρωτίστως πολιτική. Κι αυτό δεν το λέω εγώ, αλλά όλοι οι επιφανείς μελετητές του ελληνικού δημόσιου χρέους από την εποχή του μεσοπολέμου ακόμη. Όταν ο Ξεν. Ζολώτας έγραφε το 1931 ότι ο περιορισμός της υφιστάμενης δανειακής επιβάρυνσης της Ελλάδος «δεν είναι επιστημονικόν πρόβλημα, αλλ' αποτελεί ζήτημα επιδεξίου χειρισμού, επιτυχών διαπραγματεύσεων και ευνοϊκών συνθηκών εις την διεθνήν αγοράν κεφαλαίου,» δεν μετατρεπόταν σε «πολιτικό» αλλά σε συνεπή οικονομικό αναλυτή που γνωρίζει ότι η αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους είναι πρωτίστως ζήτημα συσχετισμού δύναμης στις διεθνείς αγορές και αποφασιστικότητας μιας χώρας να τα βάλει με τους ισχυρούς. Επιπλέον την εποχή εκείνη για να υποστηρίξει κανείς την ακύρωση των χρεών στην υπερχρεωμένη Ελλάδα του Ελ. Βενιζέλου που βάδιζε ολοταχώς προς την επίσημη χρεωκοπία του 1932, δεν ήταν εύκολο πράγμα. Η επίκληση του προφανούς, δηλαδή της ακύρωσης του χρέους, αποτελούσε ιδιωνυμικό αδίκημα στην Ελλάδα. Και μόνο η διατύπωση αυτής της πρότασης αρκούσε για να χάσει κάποιος σαν τον Ξ. Ζολώτα την καθηγητική του έδρα και να συρθεί στα δικαστήρια με το ιδιώνυμο. Και μόνο η αναφορά στην άρνηση του δημόσιου χρέους αποτελούσε προσβολή εναντίον των «εθνικών συμφερόντων», που τότε όπως και σήμερα ταυτίζονταν με τα συμφέροντα των χρηματιστών, των τοκογλύφων και των μεγάλων δυνάμεων που τους στήριζαν στις απαιτήσεις τους έναντι της χώρας. Η χρεωκοπία του 1932, η καταστροφή και ο φασισμός που την ακολούθησε αποτέλεσε την αναπόδραστη συνέπεια των κυρίαρχων πολιτικών που αρνήθηκαν την μονομερή ακύρωση των χρεών της χώρας.

Ελπίζω να μην οδηγηθούμε στην ίδια κατάσταση και τώρα. Αν και οφείλουμε να πούμε ότι την απεργάζονται ήδη αυτή την κατάληξη τόσο οι ευρωκρατούντες και το ΔΝΤ, όσο και το εγχώριο πολιτικό σύστημα του σύγχρονου δωσιλογισμού. Η ιστορία έχει δείξει επανειλημμένα ότι ο δρόμος που οδηγεί αναγκαστικά σ' αυτήν την κατάληξη είναι εκείνος που ξεκινά με την πεποίθηση ότι μπορεί να τα βρει κανείς με τους δυνατούς μέσα από διαπραγματεύσεις και προσαρμογές στις απαιτήσεις τους. Ενώ ο μόνος δρόμος, όσο δύσκολος κι αν φαντάζει, όσο επίπονος ή αντίξοος κι αν είναι, που μπορεί να αποτρέψει την καταστροφή για το λαό και τη χώρα, είναι να κάνουμε το ανήκουστο: να αρνηθούμε το χρέος και να τα βάλουμε με τους δυνατούς βασισμένοι στη δύναμη ενός ρωμαλέου πλειοψηφικού λαϊκού κινήματος. Η ιστορία δεν έχει δείξει άλλον δρόμο. Όσο κι αν διάφοροι κατά καιρούς ονειρεύονταν «μέσους δρόμους», ή «μέσες λύσεις».

Ας πάμε πιο κάτω. Πώς ξέρουμε πώς τα 85% των δανείων πήγαν στις τσέπες διεθνών τοκογλύφων, κοκ; Μα από τους Ισολογισμούς Χρέους του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και φυσικά τα διαθέσιμα στοιχεία από τον ΟΔΔΗΧ. Αν ο κ. Μπινιάρης τα αγνοεί, αυτό δεν είναι δικό μας πρόβλημα. Όσον με αφορά έχω γράψει και δημοσιεύσει πάνω από 30 σημειώματα σχετικά με το δημόσιο χρέος το τελευταίο τρίμηνο, όπου παρουσιάζω αναλυτικά τα στοιχεία αυτά. Κανείς δεν τόλμησε δημόσια να τα αμφισβητήσει, εκτός από κάποιους ελάχιστους που αποδεδειγμένα τρέφουν μαύρα μεσάνυχτα για το θέμα. Ας μου επιτρέψει ο κ. Μπινιάρης να μην τα επαναλαμβάνω κάθε φορά που γράφω ένα άρθρο.

Παρόλα αυτά, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ, τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου της περιόδου 2005-2010 ανήκουν κατά 43% σε επενδυτικές τράπεζες, κατά 22% σε διαχειριστές κεφαλαίων, κατά 15% σε Ασφαλιστικά Ταμεία και Εταιρείες, κατά 8% σε διαχειριστές ενεργητικού, κατά 5% σε κεντρικές τράπεζες, κατά 4% σε Hedge Funds και κατά 4% σε λοιπούς επενδυτές. Αν από τα 15% των Ασφαλιστικών Ταμείων και Εταιρειών αφαιρέσουμε τουλάχιστον το 5% που ανήκει σε ασφαλιστικές εταιρείες και προσθέσουμε το 4% των «λοιπών επενδυτών» υποθέτοντας ότι όλοι τους είναι μικροκαταθέτες, συνάγεται ένα 14%, το οποίο για κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με διαφορετικό τρόπο απ' ότι το υπόλοιπο κομμάτι που ανήκει σε τυπικούς κερδοσκόπους της διεθνούς αγοράς. Χωρίς βέβαια να έχουμε την αυταπάτη πώς οι διαχειριστές των ασφαλιστικών ταμείων και οι διάφοροι ιδιώτες καταθέτες δεν λειτούργησαν κερδοσκοπικά αγοράζοντας ελληνικά ομόλογα. Να πώς προκύπτουν τα νούμερα που αναφέρω, τα οποία δεν είναι καθόλου «τυχαία» όπως, εν τη αγνοία του, νομίζει ο κ. Μπινιάρης. Εκτός κι αν ο εν λόγω κύριος τρέφει τέτοια σύγχυση επί του θέματος ώστε να νομίζει ότι οι επενδυτικές τράπεζες, οι διαχειριστές κεφαλαίων και ενεργητικού, κλπ. δεν λειτουργούν ως κερδοσκόποι στην αγορά. Κάτι βέβαια που ούτε καν οι «αυθεντίες» στις οποίες αναφέρεται δεν τολμούν να αρνηθούν.

Επιπλέον, έχει γίνει και πιο αναλυτικός υπολογισμός για το που πήγαν τα δάνεια αυτά – τουλάχιστον για την τελευταία δεκαετία – στο άρθρο του Θανάση Σούμπλη που δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του Εμπρός. Απ' όπου πάλι προκύπτει αυτό το 15% που αναφέρεται στο άρθρο μου. Τέλος γνωρίζουμε από τα επίσημα στοιχεία ότι μόνο την τελευταία δεκαετία το ελληνικό δημόσιο πλήρωσε πάνω από 450 δις ευρώ για εξυπηρέτηση δανείων. Αν σκεφτεί κανείς ότι το τρέχον χρέος ήταν στις 31/12/2009 κοντά στα 300 δις ευρώ, αυτό σημαίνει ότι μόνο την τελευταία δεκαετία το έχουμε πληρώσει ήδη μιάμιση φορά. Αν αυτό δεν είναι τοκογλυφία, τότε τι είναι;

Μπορεί κάποιοι να προσγειώθηκαν στον πλανήτη γη μόλις προσφάτως, αλλά όλοι όσοι κατοικοεδρεύουν σε τούτο τον τόπο τουλάχιστον από την μεταπολίτευση έως σήμερα, γνωρίζουν πολύ καλά που πήγαν τα λεφτά και το αν έγιναν έργα, ή τι σόι «έργα» έγιναν. Την εποχή της εκτίναξης του δημόσιου δανεισμού είχαμε ταυτόχρονα την ολοκληρωτική διάλυση του ήδη ασθενικού παραγωγικού ιστού της ελληνικής οικονομίας, τη διαρκή συμπίεση των λαϊκών εισοδημάτων, την μονιμοποίηση της μαζικής ανεργίας και της ανέχειας σε πολύ πλατιά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Από την άλλη είχαμε τα σκάνδαλα των προβληματικών, του χρηματιστηρίου, της ολυμπιάδας, των μεγάλων έργων, την κορύφωση της πολιτικής και οικονομικής διαφθοράς σε επίπεδα πρωτόγνωρα ακόμη και για την Ελλάδα, κοκ. Είναι λοιπόν περίεργο να υποθέσει κανείς – ακόμη κι αν δεν γνωρίζει τα στοιχεία των δανείων – ότι ο δανεισμός της χώρας χρηματοδότησε ένα άθλιο και σάπιο καθεστώς ρεμούλας και κερδοσκοπίας; Είναι περίεργο να πει κανείς ότι ο λαός και η χώρα δεν είχε καμμιά ωφέλεια από το δανεισμό αυτόν;

Αυτό σημαίνει ότι γνωρίζουμε επακριβώς που πήγαν τα δανεικά και ποιος επωφελήθηκε από αυτά; Όχι βέβαια. Πρώτα και κύρια γιατί οι συγκεκριμένες δανειακές συμβάσεις, αλλά και οι διαδρομές των ελληνικών ομολόγων στην αγορά, δεν δημοσιοποιούνται. Το κράτος δεν δημοσιοποιεί – ως όφειλε – αναλυτικά στοιχεία, ανά σύμβαση δανείου και έκδοσης ομολόγων, για να ξέρουμε ποιος εμπλέκεται, με ποιους όρους, από ποια χέρια περνούν τα ομόλογα, που καταλήγουν, κοκ. Γι' αυτό τον λόγο εγώ μαζί με αρκετούς άλλους, ειδικούς και μη, έχουμε διατυπώσει εδώ και καιρό τα εξής θεμελιώδη αιτήματα:

1.                Άνοιγμα όλων των δημόσιων λογαριασμών του κράτους ώστε να δούμε τι έγιναν τα λεφτά, τι κρύβουν οι συμβάσεις δανεισμού και ποιος συγκεκριμένα επωφελήθηκε από αυτές.

2.               Κατάργηση κάθε έννοιας παραγραφής και ασυλίας για όλους όσους διαχειρίστηκαν και διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα. Και μάλιστα με αναδρομική ισχύ. Όποιος πολιτικός ή επιχειρηματίας, κόμμα ή επιχείρηση, έβαλε χέρι ή συνέργησε στη λεηλασία του δημόσιου πλούτου θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη δικαιοσύνη και η περιουσία του να δημευθεί.

Βέβαια, κάποιος μπορεί να ρωτήσει: Που το ξέρουμε ότι υπήρξε λεηλασία του δημόσιου πλούτου από πολιτικούς και επιχειρηματίες; Το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να θέσει στα σοβαρά ένα τέτοιο ερώτημα, δεν σημαίνει καθόλου ότι αυτό το ερώτημα χρήζει και σοβαρής απάντησης.

Το μόνο πραγματικό ερώτημα που υπάρχει – τουλάχιστον για όσους έχουν αίσθηση της πραγματικότητας – είναι αν μπορεί να υπάρξει κυβέρνηση μέσα από το σημερινό πολιτικό σύστημα που να είναι σε θέση να ικανοποιήσει τα παραπάνω αιτήματα. Μπορεί να υπάρξει μια τέτοια κυβέρνηση; Και βέβαια όχι. Όχι μόνο γιατί το σημερινό δικομματικό πολιτικό σύστημα με όλες τις εφεδρείες του στα δεξιά και τα αριστερά είναι τόσο διεφθαρμένο, διάτρητο και ανάξιο, αλλά και γιατί ένα τέτοιο άνοιγμα του κράτους στην κοινωνία μέσα από την κατάργηση όλων των στεγανών και των απορρήτων προϋποθέτει αληθινή δημοκρατία, δηλαδή λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία. Κι έτσι καταλήγουμε εκεί απ' όπου ξεκινήσαμε: Οι διαφορετικές προτάσεις για την αντιμετώπιση του χρέους δεν διαχωρίζονται στη βάση των οικονομικοτεχνικών τους χαρακτηριστικών, ή ως προς την εκτίμηση των δυσκολιών, αλλά από το κατά πόσο θεωρούν εφικτή και επιθυμητή τη δημοκρατία για τον τόπο. Όποιος θεωρεί ότι δημοκρατία δεν είναι παρά ο κοινοβουλευτικός μανδύας που καλύπτει τα απόκρυφα μιας διεφθαρμένης απολυταρχίας της εκάστοτε κυβέρνησης και ενός κράτους που έχει παραδοθεί σε ντόπια και ξένα μεγάλα συμφέροντα, τότε είναι αδύνατο να καταλάβει την πρόταση για άρνηση του χρέους. 

 Τώρα, υπάρχουν ορισμένοι που ενώ καταπίνουν την κάμηλο, αναζητούν εναγωνίως συνενόχους σε κοινωνικά στρώματα που επωφελήθηκαν από το καθεστώς λεηλασίας της χώρας. Υπήρξαν τέτοια στρώματα; Φυσικά και υπήρξαν. Όμως πρόκειται για μια συντεταγμένη πολιτική των κυβερνήσεων ώστε να οικοδομήσουν μια κοινωνία συνενόχων. Μάθανε στον αγρότη να παίρνει την επιδότηση χωρίς να νοιάζεται για την παραγωγή του. Εθίσανε τον δημόσιο υπάλληλο στην αξία της λούφας και του λουφέ, ώστε να μην νοιάζεται για την άθλια κατάσταση της δημόσιας διοίκησης και του κράτους. Ενθαρρύνανε την επαγγελματική διανόηση να κάνει βουτηχτικές στα γνωστά κοινοτικά κονδύλια ώστε να μην ασχολείται στα σοβαρά με τη διαρκή κατάπτωση της επιστήμης, της έρευνας και της ίδιας της χώρας. Και σήμερα οι ίδιες δυνάμεις που στήσανε όλο αυτό το κόλπο, που έκαναν τα πάντα για να χάσει η κοινωνία κάθε αίσθηση αξιοπρέπειας και φιλότιμου, γυρίζουν και κατηγορούν την ίδια την κοινωνία για τη δική τους αθλιότητα και διαφθορά.

Υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να ανακτήσει η κοινωνία τη χαμένη της τιμή. Κι αυτός είναι να πιστέψει στη δύναμη της, να αντιληφθεί την αξία του συλλογικού αγώνα, να ξεπεράσει τους μπαμπούλες που σκόπιμα σπέρνουν ορισμένοι στις τάξεις των λαϊκών μαζών ώστε να μην ξεσηκωθούν και ξεριζώσουν το κακό από τη ρίζα του. Όσο όμως προχωρά αυτή η αδιέξοδη κατάσταση, όσο η ίδια ή επιβίωση του λαού και της χώρας θα τίθεται επί τάπητος, όσο θα πολώνεται εξ αντικειμένου η κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου, τόσο οι λαϊκές μάζες θα ξεπερνούν την αμηχανία και το αίσθημα συνενοχής που σπέρνει καθημερινά η κυρίαρχη προπαγάνδα. Και τότε είναι σίγουρο ότι θα ζήσουμε αληθινά ηρωικές εποχές, εποχές ανάτασης και ελπίδας για ολόκληρη την κοινωνία που θα μείνουν στην ιστορία. Όποιο κι αν είναι το τελικό αποτέλεσμα.

Κι ερχόμαστε τώρα στο κυρίως επίδικο ζήτημα. Τι θα γίνει άμα φύγουμε από το ευρώ και την ευρωζώνη; Θα πέσει ο ουρανός να μας πλακώσει; Θα έρθει η συντέλεια του κόσμου; Θα χάσουμε ότι έχουμε και δεν έχουμε; Θα μας λιώσουν οι κολοσσοί των αγορών; Όλα αυτά μαζί και πολλά ακόμη έχουμε να πάθουμε στη νοσηρή φαντασία όσων νομίζουν ότι το να τα βάλουμε με τις αγορές, την ευρωζώνη και τους ισχυρούς αποτελεί συνώνυμο της καταστροφής. Όμως ας ηρεμίσουμε λίγο και ας σοβαρευτούμε.

Καταρχάς, από πού προκύπτει ότι με το να φύγουμε από το ευρώ και να επανέλθουμε σε εθνικό νόμισμα θα οδηγηθούμε σε απανωτές υποτιμήσεις και θα εκτιναχθεί ο πληθωρισμός; Επειδή μας το λένε όλοι εκείνοι που ευθύνονται σήμερα για την κατάντια της ελληνικής οικονομίας και το παπαγαλίζουν άνθρωποι σαν τον κ. Μπινιάρη; Δεν θα έπρεπε να μας το αποδείξουν αντί να το θεωρούν ως δεδομένο, ως θέσφατο; Που πήγαν οι «αυθεντίες» του κ. Μπινιάρη σ' αυτό το ζήτημα, όταν αρκετοί απ' αυτούς υποστηρίζουν την ανάγκη εξόδου από το ευρώ χωρίς να ισχυρίζονται ότι θα επέλθουν οι γνωστοί λιμοί, σεισμοί και καταποντισμοί για την Ελλάδα;

Για να καταλάβει κανείς πόσο παραμύθι είναι η επίκληση της καταστροφής της Ελλάδας λόγω εξόδου από το ευρώ, θα αναφέρουμε απλά την περίπτωση των Βρετανών οικονομικών συμβούλων του Centre for Economics and Business Research (CEBR) που κάλεσε η ίδια η κυβέρνηση πριν λίγες εβδομάδες για να τους συμβουλευτεί τι θα συμβεί αν η Ελλάδα φύγει από το ευρώ. Σύμφωνα με τους Times του Λονδίνου (30/5), ο επικεφαλής του CEBR, Νταγκ ΜακΓουίλλιαμς, απάντησε σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με το τι θα υποστεί το νέο νόμισμα της Ελλάδας μετά την έξοδο από το ευρώ: «Εγκαταλείποντας το ευρώ θα σήμαινε ότι το νέο νόμισμα θα υποτιμηθεί κατά 15%.» Αποτελεί καταστροφή μια υποτίμηση κατά 15%; Με εξαίρεση τα επίσημα και ανεπίσημα παπαγαλάκια της ΕΚΤ και της ΕΕ, που όμως δεν προσκομίζουν κανένα σοβαρό αποδεικτικό στοιχείο μιας και ο σκοπός τους είναι μόνο να τρομοκρατήσουν τον κόσμο, δεν υπάρχει κανείς σοβαρός οικονομικός αναλυτής ανά τον κόσμο που να θεωρεί ότι θα υποστεί καταστροφή η Ελλάδα αν φύγει από το ευρώ. Αυτό που λένε είναι ότι η Ελλάδα θα περάσει μια περίοδο νομισματικής αστάθειας που άλλοι την προσδιορίζουν σε λίγους μήνες και άλλοι σε ένα με δυο χρόνια, έως ότου η συναλλαγματική αξία της νέας δραχμής θα σταθεροποιηθεί μέσα από την ανάκαμψη της οικονομίας της. Σ' αυτό που συμφωνούν όλοι είναι ότι αυτός που πιθανόν να υποστεί την καταστροφή είναι το ίδιο το ευρώ, αλλά αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο.

Κι όλα αυτά από αναλυτές που δεν υιοθετούν τα μέτρα ή την κατεύθυνση πολιτικής που προτείνουμε για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας. Όποιος έχει στοιχειώδεις γνώσεις οικονομίας γνωρίζει ότι υπάρχουν δυο τρόποι να δημιουργήσεις νόμισμα: Ο πρώτος είναι να το ρίξεις στις αγορές, βορά και έρμαιο των κερδοσκόπων και να περιμένεις που, πότε και πώς θα σταθεροποιηθεί η αξία του. Με ότι συνεπάγεται για την οικονομία και την κοινωνία σου. Αυτό συμβαίνει με το ευρώ, που είναι εκ φύσεως τέτοιο νόμισμα. Όμως αυτό συνέβαινε και με την παλιά δραχμή που οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούσαν ως εργαλείο ραγδαίας υποτίμησης της εθνικής οικονομίας και των εισοδημάτων από εργασία προς όφελος των ντόπιων και ξένων κερδοσκόπων.

Ο δεύτερος είναι να δημιουργήσεις ένα εθνικό νόμισμα που να υποστηρίζει και να υποστηρίζεται από την πραγματική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και πρωτίστως της παραγωγικής της βάσης. Αν θέλει πραγματικά κάποιος την παραγωγική ανάπτυξη της οικονομίας προς όφελος του λαού και της χώρας, τότε δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γίνει αυτό παρά μόνο έχοντας το δικό του νόμισμα. Ούτε η οικονομική θεωρία, αλλά ούτε και η ιστορική εμπειρία έχει να επιδείξει άλλο τρόπο. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα σχήματα παγκόσμιου χρήματος, όλες οι νομισματικές ενώσεις, όλα τα συστήματα σταθερών ισοτιμιών και σταθερής νομισματικής αξίας, με πιο γνωστό εκείνο του χρυσού κανόνα, απέτυχαν παταγωδώς αφήνοντας πίσω τους ερείπια εκείνες ειδικά τις χώρες που ήταν πιο αδύναμες και εξαρτημένες από την παγκόσμια αγορά.

Ο Αλέξανδρος Διομήδης, ιδρυτής και πρώτος διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, προσπαθώντας να αντλήσει συμπεράσματα από την τραγωδία της επίσημης χρεωκοπίας του 1932 τόνιζε την «ανάγκη οικονομικής αυτονομίας», έναντι του μοντέλου της νομισματικά σταθερής δραχμής κλειδωμένης με τη χρυσή βρετανική λίρα, προκειμένου η ελληνική οικονομία να είναι ανοιχτή στην παγκόσμια αγορά και στις κυρίαρχες δυνάμεις της: «Η Ελλάς πρέπει απαραιτήτως να φροντίση πώς θα ζη, θα τρέφεται, θα κινήται, θα εργάζεται, με ίδια κατά το πλείστον εφόδια. Πως θ' ασφαλίση με δυνάμεις αντλουμένας εκ του ιδίου αυτής τόπου, σχετικήν τουλάχιστον ισορροπίαν και μείζονα ή κατά το παρελθόν οικονομικήν αυτοτέλειαν. Αι προσπάθειαί της πρέπει προς αυτό το αποτέλεσμα να τείνουν.» Δεν ήταν οπαδός της οικονομικής αυτάρκειας, αλλά πίστευε ότι αν δεν σταματήσει η εξάρτηση της οικονομίας από το εξωτερικό, αν δεν στηριχθεί η ελληνική οικονομία πρωτίστως σε εσωτερικούς όρους συσσώρευσης και ανάπτυξης δεν πρόκειται να πάψει να είναι έρμαιο των συγκυριών στην παγκόσμια αγορά που αναγκαστικά οδηγούν τη χώρα στην χρεωκοπία όταν ξεσπούν μεγάλες παγκόσμιες κρίσεις. Το ίδιο ισχύει και σήμερα.

Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο αν δεν διαθέτει η οικονομία το δικό της νόμισμα, ένα νόμισμα που να ελέγχει και να προσαρμόζει κάθε στιγμή στις ανάγκες της; Φυσικά και όχι. Όποιος ισχυριστεί το αντίθετο είτε είναι παντελώς άσχετος με το θέμα, είτε είναι πολύ μεγάλος απατεώνας. Μπορεί το ευρώ να λειτουργήσει ως τέτοιο νόμισμα για την ελληνική οικονομία; Μόνο όποιος δεν γνωρίζει την ιδιοσυστασία και την λειτουργία του ευρώ, ή απλά προτάσσει άλλες σκοπιμότητες, μπορεί να απαντήσει θετικά στο ερώτημα. Μπορεί να έχουμε ανάπτυξη της παραγωγικής βάσης στην ελληνική οικονομία με το ευρώ; Μόνο όποιος δεν γνωρίζει ή δεν θέλει να γνωρίζει τι συναίβει τη δεκαετία του ευρώ μπορεί να θεωρεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο εφικτό. Άλλωστε στον κόσμο της φαντασίας όλα είναι εφικτά. Όμως στον αληθινό κόσμο έχει αποδειχτεί ότι το ευρώ λειτούργησε καταλυτικά τόσο για την οικονομική καταστροφή που έχει υποστεί η χώρα, όσο και για την χρεωκοπία της.

Πώς μπορεί να υπάρξει ένα εθνικό νόμισμα που να μην υποτιμιέται διαρκώς και να μην πυροδοτεί τον πληθωρισμό; Πρώτα και κύρια χτυπώντας τις εσωτερικές αιτίες των υποτιμήσεων και του πληθωρισμού και αυτές δεν είναι νομισματικές, αλλά έχουν άμεση σχέση αφενός με την συνολική κατάσταση και τις εξαρτήσεις της οικονομίας και αφετέρου με τις μονοπωλιακές καταστάσεις στην εσωτερική αγορά. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει με πολύ απλά λόγια ότι το χτύπημα των μονοπωλίων και των καρτέλ, ντόπιων και ξένων, που κυριαρχούν στην ελληνική οικονομία, η αντιστροφή της σχέσης ιδιωτικών κερδών και αμοιβών που υπάρχει σήμερα, η άμεση ενίσχυση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων ιδίως στους τομείς της παραγωγής, η εθνικοποίηση κρίσιμων τομέων της οικονομίας και πρωτίστως του τραπεζικού συστήματος, ο πολλαπλασιασμός του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων με όρους άμεσης απόδοσης και στήριξης της εθνικής οικονομίας, όπως και η γενναία αναδιανομή εισοδημάτων και πλούτου, μαζί με μια ριζικά διαφορετική πολιτική ένταξης στο διεθνή καταμερισμό εργασίας μέσα κυρίως από διακρατικές προγραμματικές συμφωνίες, εναλλακτικές μορφές εμπορικών σχέσεων, ανοίγματα σε χώρες και περιοχές όπου η Ελλάδα σήμερα είναι απούσα και την επιβολή ενός επιλεκτικού ανταγωνιστικού πλαισίου για την προστασία των πιο σημαντικών τομέων της ελληνικής οικονομίας, μπορεί να δημιουργήσει μια τέτοια δυναμική που να μην αφήσει το νόμισμά της να κατρακυλά στις διεθνείς αγορές, ούτε να επιτρέψει την εκδήλωση πληθωριστικών πιέσεων. Την απόδειξη γι' αυτό κ. Μπινιάρη θα την βρείτε στις εργασίες του Άγγελου Αγγελόπουλου, του Ξενοφών Ζολώτα, του Δημήτρη Μπάτση και εκατοντάδων άλλων οικονομολόγων όχι μόνο της αριστεράς, που μετά το τέλος του πολέμου τόλμησαν να είναι αρκούντως έντιμοι και ανεξάρτητοι στη σκέψη τους ώστε να μην δεχθούν ότι οι εκάστοτε θεωρίες της «ψωροκώσταινας» απηχούν την πραγματικότητα.

Όλα αυτά τα μέτρα έχουν διατυπωθεί και αναλυθεί πολλές φορές. Τόσες φορές που δεν δικαιολογείται ακόμη κι ο κ. Μπινιάρης να κάνει πώς δεν τα γνωρίζει. Άλλωστε, ούτε εγώ, ούτε κανείς άλλος απ' όσους υποστηρίζουν την άρνηση του χρέους και την έξοδο από το ευρώ δεν είπαμε ποτέ ότι αρκούν αυτά από μόνα τους για να λύσουμε τα προβλήματά μας. Αυτό που ισχυριζόμαστε από την αρχή είναι ότι αυτά αποτελούν την απαρχή, την αφετηρία μιας ριζικά διαφορετικής πορείας στην οικονομία και την πολιτική του τόπου. Μόνο έτσι έχουν νόημα.

Τώρα, επειδή βλέπω ότι ο κ. Μπινιάρης έχει ιδιαίτερο καημό με τις καταθέσεις στις τράπεζες, έχω να του πω να μην ανησυχεί. Πριν προλάβουμε εμείς, που προτείνουμε όλα αυτά τα καταστροφικά, να εξανεμίσουμε τις καταθέσεις, θα το έχουν κάνει οι σημερινοί κρατούντες. Η πολιτική που ασκείται είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα «στεγνώσει» την οικονομία από κάθε ρευστότητα. Είναι κάτι που συμβαίνει ήδη και κλιμακώνεται μέρα τη μέρα. Με την κάλυψη της τρόικας και της κυβέρνησης η καταθετική βάση των τραπεζών, όση έχει απομείνει, λεηλατείται ασύστολα από τις ίδιες τις τράπεζες προκειμένου να καλύψουν τις «μαύρες τρύπες» του ενεργητικού τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αργά ή γρήγορα θα προχωρήσουν σε δέσμευση των καταθέσεων με τη μια ή την άλλη μορφή. Κι αυτό είναι πολύ πιθανό να συμβεί μαζί με την ανακοίνωση του πλάνου αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, το οποίο δεν προτείνουν απλά οι καθόλου ανιδιοτελείς και ανεξάρτητες «αυθεντίες» που υπονοεί ο κ. Μπινιάρης, αλλά επεξεργάζονται ήδη το ΔΝΤ και η ΕΚΤ, έστω κι αν επίσημα το αρνούνται.

Αυτό θα είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα που θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε αν και όποτε κληθούμε να εφαρμόσουμε την πολιτική που προτείνουμε. Θα έχουμε να αναστηλώσουμε μια οικονομία και μια κοινωνία εντελώς διαλυμένη, χωρίς ίχνος ρευστότητας στην αγορά και τις τράπεζες, με εισοδήματα πείνας και μαζική ανεργία πρωτοφανή, με κατεστραμμένους τους τρεις από τους τέσσερεις ελευθεροεπαγγελματίες, βιοτέχνες, αγρότες και μικρομεσαίους επιχειρηματίες. Κι από πάνω φορτωμένη με τα υπέρογκα βάρη του αναδιαρθρωμένου χρέους της και των ιδιωτικοποιημένων υποδομών της. Μπορεί να αναστηλωθεί μια οικονομία σ' αυτή την κατάσταση δίχως δικό της νόμισμα, δίχως να αποκτήσει τον έλεγχο στους διαθέσιμους πόρους και στις υποδομές της; Μπορεί να γίνει με δεδομένο το καθεστώς εξάρτησης και υποταγής της χώρας που υπάρχει σήμερα; Κάποιοι νομίζουν ότι δεν μπορεί να γίνει. Δικαίωμά τους. Άλλωστε όταν ένα έθνος, ένας λαός βρίσκεται σε ιστορική καμπή, όπως βρισκόμαστε εμείς σήμερα, όταν καλείται να ανατρέψει την τυραννία είτε του οθωμανικού ζυγού τον 19ο αιώνα, είτε του ναζιστικού και φασιστικού ιμπεριαλισμού στη δεκαετία του 1940, είτε των αγορών και του πολιτικού τους προσωπικού σήμερα, υπάρχουν πάντα κάποιοι που θεωρούν αδιανόητο για έναν μικρό και ασήμαντο λαό να τα βάλει με τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής του. Όμως από πότε η λιποψυχία, η αδυναμία να στρατευθείς σ' αυτό που έχει πραγματικά ανάγκη ο λαός και ο τόπος αποτελεί επιχείρημα; 

Δεν με ξαφνιάζει που ο κ. Μπινιάρης αδυνατεί να κατανοήσει την πολιτική μου θέση. Με τον ίδιο τρόπο αδυνατούσαν να κατανοήσουν οι ομοϊδεάτες του στην κατοχή την πολιτική θέση όσων στρατεύονταν στο ΕΑΜ και στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της εποχής. Τα ίδια νομικά, πολιτικά και οικονομικά επιχειρήματα επικαλούνταν και τότε, όπως και σήμερα. Με τον ίδιο τρόπο αδυνατούσαν να κατανοήσουν την πάλη για λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία τις πολλές δεκαετίες των «πέτρινων χρόνων» που ακολούθησαν τον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα. Με τον ίδιο τρόπο αδυνατούσαν να κατανοήσουν την σαφή εντολή για αλλαγή πλεύσης της χώρας που έδωσε ο λαός το 1981. Γι' αυτό και δικαιολόγησαν τους ληστοσυμμορίτες κυβερνώντες που ανέλαβαν να εξαγοράσουν τη συνείδηση ενός ολόκληρου λαού για να ξεχάσει τι του είχαν υποσχεθεί όταν του έκλεψαν την ψήφο.

Σήμερα επικαλούνται κυριολεκτικά ανοησίες. Ας δούμε μερικές. Δεν προβλέπεται νομική διαδικασία αποχώρησης από την ευρωζώνη, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη όλων των χωρών-μελών, οπότε θα μας πνίξουν με αγωγές και άλλα τέτοια φαιδρά. Πρώτον, η καταγγελία της σχέσης μας μπορεί και πρέπει να είναι μονομερής. Κι αυτό γιατί είναι αποδεδειγμένα ετεροβαρής, καταχρηστική σε βάρος της χώρας μας και θέτει ανεπίτρεπτους περιορισμούς στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας μας. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που η ΕΕ και η ευρωζώνη μας έχουν επιβάλλει ένα καθεστώς εποπτείας και κηδεμονίας που δεν προβλέπεται ούτε καν από τη συνθήκη της Λισαβόνας. Εδώ δεν μπορεί να σταθεί ούτε καν σαν επιχείρημα η αποδοχή από την κυβέρνηση της χώρας, μιας και δεν πήρε εντολή για να αποδεχτεί ούτε το μνημόνιο, ούτε την αποικιοκρατική δανειακή σύμβαση που μας επέβαλε η τρόικα. Και μόνο αυτά αρκούν για να αποχωρήσουμε μονομερώς από την ευρωζώνη χωρίς να ακολουθήσουμε καμμιά προβλεπόμενη διαδικασία. Αρκεί να έχουμε μια κυβέρνηση που υπηρετεί στα αλήθεια το λαό και το συμφέρον της χώρας και όχι μια δράκα δωσίλογους όπως σήμερα.

Σε μια τέτοια περίπτωση τι μπορούν να μας κάνουν; Τίποτε απολύτως. Οι φλυαρίες περί αγωγών εναντίον μας αποτελούν αποκυήματα φαντασίας και ανοησίας άνευ προηγουμένου. Πρώτα και κύρια γιατί μια τέτοια κίνηση της Ελλάδας θα έχει σοβαρό αντίχτυπο στο εσωτερικό των χωρών-μελών της ευρωζώνης. Δεν θα υπάρξει χώρα στην ευρωζώνη όπου δεν θα τεθεί εκ των πραγμάτων θέμα παραμονής της στο ευρώ. Ειδικά στις χώρες του Νότου. Όχι μόνο γιατί θα το θέτουν οι ίδιοι οι λαοί, που σήμερα παρά το γεγονός ότι καταγράφουν σε όλες τις σφυγμομετρήσεις την αντίθεσή τους με το ευρώ δεν έχουν θέσει θέμα εξόδου, αλλά γιατί οι ίδιες οι εξελίξεις θα το επιβάλουν. Μια αποχώρηση της Ελλάδας από το ευρώ θα επιταχύνει δραματικά τις διαδικασίες διάλυσης που ενυπάρχουν και εκδηλώνονται ήδη στην ευρωζώνη. Κι αυτό είναι προς όφελος όχι μόνο του λαού μας, αλλά και των άλλων λαών που βρίσκονται φυλακισμένοι στην ευρωζώνη. Όποιος νομίζει, ειδικά στις σημερινές συνθήκες βαθύτατης κρίσης του ευρώ, ότι η αποχώρηση της Ελλάδας με τους όρους που θα επιβάλει ο λαός της, θα γίνει αναίμακτα για την ευρωζώνη, τότε χρειάζεται ταχύτατα αποτοξίνωση από τις δόσεις ηλιθιότητας που διοχετεύει η κυρίαρχη προπαγάνδα.

Αυτό τρέμουν οι ευρωκρατούντες γι' αυτό και έχουν βάλει διάφορους δήθεν αντικειμενικούς «αναλυτές» να σπέρνουν το φόβο με βλακώδη επιχειρήματα. Όπως και να ‘χει υπάρχει ένα τεράστιο ζήτημα με το κατά πόσο μπορεί  ή πρέπει να αναγνωρίσει ο λαός τη «συνέχεια του κράτους» με το σημερινό διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα. Κατά τη γνώμη μου η ανάδειξη μιας ριζικά διαφορετικής διακυβέρνησης του τόπου προϋποθέτει το κόψιμο της «συνέχειας του κράτους» , δηλαδή τη νομικοπολιτική αποσύνδεσή της με τις προκάτοχες κυβερνήσεις και το πολιτικό σύστημα που τις στήριζε. Δεν μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή κυβέρνηση που σέβεται και προασπίζει τα αληθινά συμφέροντα της χώρας, αν δεν κόψει τον ομφάλιο λώρο με όλο το προηγούμενο καθεστώς. Κι αυτό δεν θα γίνει μόνο ρηματικά, ούτε μόνο με την άμεση εφαρμογή ριζικά διαφορετικών πολιτικών, σαν κι αυτών που προτείνουμε, αλλά και μέσα από την «επανίδρυση του κράτους». Όχι όπως το εννοούσε και έπραττε ο Καραμανλής, αλλά με την έννοια της κατάκτησης της δημοκρατίας. Πράγμα που μπορεί να γίνει μόνο με την προκήρυξη Συντακτικής Συνέλευσης ή Εθνοσυνέλευσης κατά τα ειωθότα της ελληνικής ιστορίας, με μοναδικό σκοπό την υιοθέτηση ενός νέου αληθινά δημοκρατικού Συντάγματος, ενός νέου «ιδρυτικού νόμου» του ελληνικού κράτους που θα θεσπίζει και θα προασπίζει την λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία. Με αυτή την έννοια το ελληνικό κράτος που θα προκύψει μέσα από αυτή τη διαδικασία θα είναι ένα νέο κράτος, τόσο ως νομικό πρόσωπο, όσο και ως πολιτική συγκρότηση, τόσο προς τα μέσα, όσο και προς τα έξω.   

Όσο για το «νέο άγνωστο πολιτικό μοντέλο» που υποτίθεται ότι προτείνω κατά τον κ. Μπινιάρη, απλά θα του πω ότι πρόκειται για τη δημοκρατία όπως την παλεύει ο ελληνικός λαός σ' ολόκληρη την ιστορία του. Προφανώς δεν μπορεί να συγκινήσει όποιον νιώθει τέτοια χαμέρπεια προς τα κυρίαρχα «πολιτικά μοντέλα» που έχουν επιβληθεί στη χώρα μας και τα οποία την έχουν οδηγήσει στη σημερινή κατάντια. Ελπίζουμε ότι πολύ σύντομα ο ίδιος ο λαός, που τόσο καταφανώς περιφρονεί ο κ. Μπινιάρης, να του δώσει ορισμένα πολύ άμεσα και πρακτικά μαθήματα για το πώς εννοεί τη δημοκρατία και τι νιώθει πραγματικά για το «γνωστό πολιτικό μοντέλο» που υπάρχει σήμερα.

Τέλος, ενώ ο κ. Μπινιάρης αρέσκεται να ερωτά, δεν του αρέσει καθόλου να απαντά. Έτσι δεν απαντά σε κανένα από τα ερωτήματα του άρθρου μου, αλλά δεν πειράζει. Η υπόθεση του κ. Μπινιάρη ότι μπορεί να γίνει αναδιαπραγμάτευση και αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας με επιτόκιο 1% πάνω από το επιτόκιο της Γερμανίας, δείχνει για μια ακόμη φορά με πόση ελαφρότητα και προχειρότητα χειρίζεται το όλο θέμα. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι μπορεί να συμβεί αυτό σε μια διεθνή αγορά όπου κυριαρχεί η γενικευμένη αναταραχή και η πρωτοφανής αμφιβολία για την προοπτική του δημόσιου χρέους όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, τότε θα πρέπει η χώρα μας να πληρώνει επιτόκιο στο δεκαετές ομόλογο της τάξης του 4%. Μπορεί να εξυπηρετήσει η Ελλάδα ένα δημόσιο χρέος σήμερα με επιτόκιο της τάξης του 4%; Ακόμη και αν υποστεί «κούρεμα» της τάξης του 30%; Τα στατιστικά δεδομένα λένε ότι δεν μπορεί. Να δώσουμε ένα παράδειγμα για να γίνουμε κατανοητοί. Το 2001, τον πρώτο χρόνο της ένταξής μας στο ευρώ, το δημόσιο χρέος της χώρας βρισκόταν στα 145,9 δις ευρώ. Το 2009 το δημόσιο χρέος της χώρας είχε αυξηθεί κατά 152,6 δις ευρώ και είχε φτάσει αισίως τα 298,5 δις ευρώ. Με άλλα λόγια μέσα στα χρόνια του ευρώ το δημόσιο χρέος υπερδιπλασιάστηκε, παρά το γεγονός ότι το μέσο σταθμικό κόστος δανεισμού κυμάνθηκε αυτή την περίοδο γύρω στο 4,04%. Κι έτσι από 23,3 δις ευρώ (ή το 16% του ΑΕΠ) που στοίχιζε στο ελληνικό δημόσιο η εξυπηρέτηση του χρέους το 2001, έφτασε αισίως να υπερβαίνει τα 77,2 δις ευρώ (ή το 32% του ΑΕΠ) το 2009.

Τι σημαίνουν αυτά τα νούμερα; Σημαίνουν ότι με μέσο σταθμικό κόστος δανεισμού γύρω στο 4% ετήσια, το δημόσιο χρέος αυξανόταν κατά μέσο όρο γύρω στα 17 δις ευρώ κάθε χρόνο και η ετήσια εξυπηρέτησή του γύρω στα 6 δις ευρώ. Αν λοιπόν το δημόσιο χρέος της Ελλάδας υποστεί ένα «κούρεμα» της τάξης του 30% και κατέβει από τα 300 δις ευρώ στα 210, θα καλυτερέψουν τα πράγματα; Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι με κάποιον μαγικό τρόπο οι αγορές αποφασίσουν να κατεβάσουν τα επιτόκια από το 7% και πλέον που είναι σήμερα, στο 4% μόνο και μόνο γιατί έτσι θέλει ο κ. Μπινιάρης, τότε τι θα συμβεί; Αυτό που θα συμβεί είναι ότι το δημόσιο χρέος της χώρας θα έχει επανέλθει στο σημερινό επίπεδο μέσα σε λιγότερο από μια πενταετία. Κι όλα αυτά θεωρώντας ότι θα έχουμε τις συνθήκες δανεισμού που υπήρχαν στις διεθνείς αγορές την περίοδο 2001-2009. Πράγμα αδιανόητο για όλους τους αναλυτές ανά τον κόσμο. Το καλύτερο δυνατό σενάριο αναδιάρθρωσης που μπορεί να σκεφτεί ο κ. Μπινιάρης είναι να αναβάλει την επίσημη πτώχευση της χώρας για μια πενταετία. Εύγε.

Κι εν τω μεταξύ; Τι θα έχει συμβεί εν τω μεταξύ; Τι «αποζημιώσεις πιστωτικού κινδύνου» θα δοθούν στους κατόχους των ελληνικών ομολόγων που θα δεχθούν το «κούρεμα»; Ή μήπως θα το κάνουν για την ψυχή της μάνας τους; Εκτός κι αν υπάρχει σοβαρός άνθρωπος που πιστεύει τον ισχυρισμό του κ. Μπινιάρη ότι «δεν θα έχουν άλλη επιλογή». Λες και μιλάμε για τον μπακάλη της γειτονιάς που δεν μπορεί να εισπράξει βερεσέδια. Όσο βρισκόμαστε εντός του ευρώ οι δανειστές έχουν πάντα εναλλακτική επιλογή. Κι αυτή είναι η κατοχή και η δήμευση της χώρας. Αυτό δηλαδή που γίνεται σήμερα με το καθεστώς της τρόικας.

Χώρια το γεγονός ότι εντός του ευρώ, η χώρα ακόμη κι αν το επιθυμούσε δεν θα μπορούσε να αναδιαπραγματευτεί το χρέος της. Το κάνει η τρόικα στο όνομά της. Και η αναδιάρθρωση που θα υπάρξει δεν θα πάρει καθόλου υπόψη της το αν μπορεί ή όχι να σηκώσει το βάρος η χώρα και ο λαός της. Το βασικό κριτήριο είναι τι συμφέρει τις ευρωπαϊκές τράπεζες, τα επενδυτικά κεφάλαια και το ευρώ. Γι' αυτό και σήμερα ο Έλληνας εργαζόμενος χάνει εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα που είχε κατακτήσει από την εποχή της πρώτης κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου στις αρχές του 20ου αιώνα. Γι' αυτό και συντρίβεται το εισόδημα του και καταργείται η κοινωνική ασφάλιση. Γι' αυτό και καταδικάζεται στην ανεργία και την ανέχεια. Γι' αυτό και ο ελευθεροεπαγγελματίας, ο βιοτέχνης, ο αγρότης και ο μικρομεσαίος αντιμετωπίζει τον απόλυτο αφανισμό. Γι' αυτό και ολόκληρη η χώρα έχει βγει στο σφυρί. Πόσο Μπινιάρης πρέπει να είναι κανείς για να πιστέψει έστω και για μια στιγμή ότι υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να υπάρξει αναδιαπραγμάτευση και αναδιάρθρωση του χρέους έστω και κατά φαντασία υπέρ της χώρας και του λαού;

Τέλος, αγαπητέ φίλε Παναγιώτη, να μου επιτρέψεις να θεωρώ τον χρόνο μου αρκετά πολύτιμο για να τον καταναλώνω με ανθρώπους που δεν γνωρίζουν ούτε καν τα βασικά στοιχεία του προβλήματος και αρκούνται να αναμασούν ότι διαβάζουν στον τύπο και μάλιστα σ' ένα μόνο κομμάτι της διατεταγμένης δημοσιογραφίας. Όσο για τα περί παγκόσμιας κρίσης του καπιταλισμού, δεν θεωρώ ότι ο κ. Μπινιάρης έχει τα προσόντα να συζητήσει μαζί μου για τόσο σοβαρά προβλήματα θεωρίας με τα οποία ασχολούμαι από εικοσαετίας, δηλαδή από την εποχή ακόμη που οι «αυθεντίες» του έλεγαν ότι το ζήτημα της κρίσης έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί αντικείμενο της οικονομικής θεωρίας. Μπορεί το κραχ του 2008 να τους ξύπνησε από τον λήθαργο της νεοφιλελεύθερης αποχαύνωσης που είχαν βυθιστεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούν στα σοβαρά να προσεγγίσουν τα ζητήματα που αναδεικνύει η σύγχρονη παγκόσμια κρίση.

 

Με ειλικρινείς χαιρετισμούς

Δημήτρης Καζάκης

15/7/2010

 

Ο κ. Νικόλαος Α. Μπινιάρης έστειλε στις 10/7/2010 άρθρο – κριτική για  «… ένα κείμενο από το ΠΟΝΤΙΚΙ της 7/7/10 του κυρίου Δημήτρη Καζάκη με θέμα την «άρνηση του χρέους»…» σε μία λίστα συζητήσεων. Η κριτική μάλιστα αυτή αναρτήθηκε σήμερα με τίτλο «Στάση πληρωμών ή αναδιαπραγμάτευση του χρέους;» στο διαδίκτυο: 

http://ardin.gr/node/3587.

Την κριτική αυτή απέστειλα (εν γνώσει και του κ. Μπινιάρη) στο συνεργάτη και φίλο μας Δημήτρη Καζάκη και ο οποίος έδωσε μια πλήρη απάντηση στις απόψεις του κ. Μπινιάρη στέλνοντάς την σε μένα. Η απάντηση αυτή βεβα'ίως θα βρεθεί στα «υπόψιν» του κ. Μπινιάρη.

Κόκκινα γαρύφαλλα – του Γιάννη Ποτ.

Κόκκινα γαρύφαλλα

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

 

Τώρα που η δυστυχία

Σαν  άγριο άλογο

                 Καλπάζει ξέφρενα

                                      στην πόλη

Έκλεισαν οι πόρτες

σφραγίστηκαν τα παράθυρα

 

Και εμείς χωθήκαμε

              σε βαθιά σεντούκια

παρέα με τις παλιές ιδέες

που θησαυρίσαμε στη νιότη μας

Και μια ανοιχτή πληγή

                            στο στήθος

 

Όμως είναι ζωντανές της νιότης μας

                                           οι ιδέες

Αγάπες ανυπότακτες,

                    πυρπολούνε το μυαλό μας

Ας ανοίξουμε λοιπόν

                     τα πουκάμισά μας

Να δραπετεύσουν οι πυγολαμπίδες

 

Στους δρόμους ας βγούμε

                      να γίνουμε πυροφάνια

 

Και το αίμα μας

ας γίνει κόκκινο λουλούδι

                        στα πεζοδρόμια

Να ποτίσει το φουστάνι

                         της ελπίδας

 

Ας βιαστούμε όμως πριν μαραθεί

το γεράνι, στην καρδιά μας

 

Να καρφώσουμε και πάλι

               Τα κόκκινα γαρίφαλα

στο πέτο μας

Και ας πνιγεί η πόλη, στην τσίκνα 

                      της εξέγερσης

 

                          5 Ιουνίου 2010, Γιάννης Ποταμιάνος

Η διεθνής κρίση εξερράγη στην Ελλάδα

Η διεθνής κρίση εξερράγη στην Ελλάδα

 

Συνέντευξη του Ντέιβιντ Χάρβεϊ στους Δανάη Κυρλή, Θάνο Ανδρίτσο

 

Στα μέσα Μαΐου συναντήσαμε στο «Μαρξισμό 2010» τον Ντέιβιντ Χάρβεϊ, κορυφαίο μαρξιστή θεωρητικό, με πλούσιο έργο για τις σύγχρονες πόλεις, την πολιτική οικονομία και την ανάλυση των κρίσεων (βλ. Η κατάσταση της μετανεωτερικότητας, Ο νέος ιμπεριαλισμός, Α companion to Marx's capital και The enigma of capital»). Σήμερα παρουσιάζουμε τις απαντήσεις του για την Ελλάδα, ενώ την επόμενη Κυριακή αυτές για την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση.

– Η επίσκεψή σας λαμβάνει χώρα σε μια περίοδο που η Ελλάδα βρίσκεται στο κέντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος. Ποιες είναι οι πρώτες εντυπώσεις σας;

 

– Είμαι πολύ εντυπωσιασμένος από το επίπεδο της μαχητικότητας και την έντονη απάντηση, που φαίνεται να εκφράζεται σε όλα τα επίπεδα της ελληνικής κοινωνίας. Αλλά και στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση έχει υποκύψει στις χρηματοοικονομικές αγορές, εις βάρος των ανθρώπων, που σωστά λένε ότι «δεν συμφωνούμε με αυτό». Η εντύπωσή μου είναι ότι η φύση του προβλήματος γίνεται κατανοητή καλύτερα εδώ από άλλες χώρες, χωρίς να αποκρύβεται πλήρως από τα ΜΜΕ. Είμαι σίγουρος ότι τα ΜΜΕ προσπαθούν και στην Ελλάδα να αποσιωπήσουν την πραγματικότητα, αλλά ανεπιτυχώς, και αυτό κάνει την κατάσταση ξεχωριστή.

 

– Η εκτίμηση των κυρίαρχων οικονομικών κύκλων, στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, ότι η κρίση έχει υπερνικηθεί, ακολουθήθηκε από την εκτίναξη της κρίσης χρέους στις μεσογειακές χώρες. Ποια είναι η σύνδεση μεταξύ αυτών των δύο;

 

– Η θεωρία μου είναι ότι ο καπιταλισμός ποτέ δεν επιλύει τις κρισιακές του τάσεις, απλώς τις μεταφέρει από μια μορφή σε μια άλλη. Έτσι λύνεται η χρηματιστική κρίση των τραπεζών, δημιουργώντας δημοσιονομική κρίση στις κρατικές δαπάνες, που για να επιλυθεί οι κυβερνήσεις ρίχνουν τα βάρη στις πλάτες των εργαζομένων. Ταυτόχρονα μεταφέρεται και γεωγραφικά. Έτσι η κρίση που άρχισε στις αγορές κατοικίας στην Καλιφόρνια, τη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο και μετά εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο, τώρα, ξαφνικά, εξερράγη στην Ελλάδα. Και είναι ενδιαφέρον ερώτημα το πού θα εκραγεί στη συνέχεια. Πιστεύω ότι η καπιταλιστική τάξη ανησυχεί για τη μετάδοση της έκρηξης της κρίσης του χρέους στην Πορτογαλία, την Ισπανία και αλλού, αλλά και για τη μετάδοση της ταξικής πάλης, ότι το επίπεδο του κοινωνικού ανταγωνισμού στο δρόμο που υπάρχει εδώ θα επαναληφθεί στην Ισπανία, την Πορτογαλία και κανείς δεν ξέρει που αλλού.

– Εκτιμάτε ότι για το επίπεδο της πάλης επηρεάζει και η κατάσταση της Αριστεράς στην Ελλάδα και η διατήρηση μιας δυναμικής, σε σχέση με άλλες χώρες που το κίνημα έχει τις τελευταίες δεκαετίες υποστεί μεγαλύτερες ήττες;

 

– Το ιδεολογικό υπόβαθρο του πληθυσμού είναι πολύ σημαντικό για την επεξήγηση της αντιμετώπισης των κρίσεων. Η εντύπωσή μου είναι ότι μετά την ανατροπή της χούντας υπάρχει πολύ ισχυρή πολιτική μνήμη του τι μπορεί να γίνει στους δρόμους. Μαζί με τις πολιτικές οργανώσεις, έχει δημιουργηθεί μια βάση για τους ανθρώπους, ώστε να ερμηνεύουν όσα συμβαίνουν με τρόπους που έχουν περισσότερο ή λιγότερο καταστραφεί στις ΗΠΑ. Μια τυπική απάντηση στην κρίση κατοικίας στις ΗΠΑ, είναι ότι δεν φταίει το σύστημα, αλλά ο καθένας ξεχωριστά. Η μεγαλύτερη μάχη που δίνουν άνθρωποι όπως εγώ, είναι να αρχίσουν να μιλούν για την ανάγκη να εξεταστούν τα προβλήματα του συστήματος και τι είναι λάθος σε αυτό. Είναι κάτι πολύ δύσκολο όταν οι ίδιοι οι άνθρωποι είναι νεοφιλελεύθεροι στη στάση ζωής τους. Δεν νομίζω ότι εδώ ο νεοφιλελευθερισμός έχει κατακτήσει την πολιτική συνείδηση των ανθρώπων με τον ίδιο τρόπο.

 

– Γιατί βρίσκεται η Ελλάδα και χώρες της νότιας Ευρώπης στο στόχαστρο των καπιταλιστικών οργανισμών; Όλοι γνωρίζουν ότι πολλές άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ έχουν κατά πολύ μεγαλύτερα χρέη.

 

Υπάρχουν ορισμένες οικονομίες, όπως οι μεσογειακές, που έγιναν ιδιαίτερα ευάλωτες επειδή έχασαν σε κάποιο βαθμό την παραγωγική τους ικανότητα, με την είσοδο στην ΕΕ. Πρέπει να εξεταστεί ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο η οικονομία εξελίχθηκε μετά την έλευση του ευρώ και την απώλεια του έλεγχου της ροής των κεφαλαίων. Κερδοσκοπικά κεφάλαια μπορούσαν να έρθουν και η κυβέρνηση δεν μπορούσε να τα σταματήσει. Έτσι όταν κόλλησε η κερδοσκοπική ροή είχε ως αποτέλεσμα να μειωθούν τα έσοδά. Φυσικά υπάρχουν και άλλα θέματα, όπως το γεγονός ότι οι ανώτερες τάξεις σας δεν πληρώνουν τους φόρους τους. Στη συνέχεια, η ευπάθεια αυτή εκδηλώνεται και οι τραπεζίτες που δάνεισαν τα χρήματα απειλούνται με την απώλεια τους. Αυτό είναι το σημείο που έρχονται τα προγράμματα του ΔΝΤ. Μοιάζει πολύ με το Μεξικό, το 1992, που είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού, κατά 35% σε πέντε χρόνια.

 

– Η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η υιοθέτηση των μέτρων λιτότητας και η εμπλοκή της ΕΕ και του ΔΝΤ ήταν η μόνη λύση. Υπάρχει κάποιο τέλος στον συνεχή κύκλο δανεισμού – πληρωμών;

 

– Βεβαίως θα μπορούσε να σπάσει ο κύκλος δανεισμού – πληρωμών με μια μαζική άρνηση της πληρωμής και τη διαγραφή του χρέους παντού. Αυτή θα ήταν μια επαναστατική στιγμή, και στην πραγματικότητα θα καταστρέφατε τις τράπεζες και μεγάλο κομμάτι του πλούτου που κατέχουν οι ανώτερες τάξεις. Το επιχείρημα που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση σας είναι κάτι που λάτρευε να λέει η Μάργκαρετ Θάτσερ: «Δεν υπάρχει εναλλακτική!». Όμως υπάρχει. Είναι σαν να επιλέγεις μεταξύ ενός έντονου πόνου στο σήμερα και ενός μόνιμου πόνου για τα επόμενα 20 χρόνια. Η Ρωσία το έκανε το 1998, η Αργεντινή το 2001 ακόμα και οι ΗΠΑ το 1937. Καιι μέσα σε πέντε χρόνια το κεφάλαιο έρρεε ξανά ακριβώς επειδή δεν υπήρχε το χρέος.

 

– Πολλοί θα πουν ότι είμαστε μικρή χώρα, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και την Αργεντινή, και δεν θα τα καταφέρουμε. Τι αντιτείνετε σε αυτό;

 

– Σωστά. Είναι σημαντικό να δημιουργηθεί μια συμμαχία σε ένα κίνημα υπέρ ενός μορατόριουμ στο χρέος στις χώρες που δέχονται την επίθεση, την Ελλάδα την Πορτογαλία, την Ισπανία και την Ιταλία. Είστε μικρή χώρα και θα υποστείτε «επιθέσεις» αλλά και μικρές χώρες έχουν στο παρελθόν αρνηθεί το χρέος τους.

 

Ένας άλλος κομμουνισμός είναι εφικτός

Μεγάλη πρόκληση η ενοποίηση της μάζας των καταπιεσμένων σε ένα ενιαίο κίνημα

 

– Αν και η «χρεοκοπία» του σύγχρονου καπιταλισμού είναι εμφανής για μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας, δεν φαίνεται να υπάρχει πίστη σε μια συνολικά διαφορετική εναλλακτική. Ποια μπορεί να είναι η θέση της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος 20 χρόνια από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ;

 

– Καταρχήν δεν πρέπει να υποτιμούμε την αντοχή του κεφαλαίου, είναι πολύ ρευστό και ευπροσάρμοστο, σε αντίθεση με την Αριστερά που είναι συχνά στατική και δογματική. Οφείλουμε να επανεξετάσουμε το πώς αντιλαμβανόμαστε σήμερα την εργατική τάξη και τις κοινωνικές συμμαχίες. Το μοντέλο του εργάτη του εργοστασίου που οργανώνεται στο σωματείο του έχει αλλάξει. Σήμερα μεγάλα κομμάτια πλήττονται από αυτό που ονομάζω «συσσώρευση μέσω της απαλλοτρίωσης», τους αφαιρούνται βασικά δικαιώματα. Ας δούμε, για παράδειγμα, στη Βραζιλία, το κίνημα των αγροτών «χωρίς γη». Θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν μπορεί να είναι ηγεμονεύουσα πολιτική δύναμη επειδή δεν είναι εργάτες, όμως είναι στην πραγματικότητα πιο ριζοσπαστικός φορέας από το «Εργατικό Κόμμα» του Λούλα. Στην Ευρώπη, υπάρχουν τόσοι άνεργοι και ελαστικά εργαζόμενοι. Όλοι αυτοί μπορούν να γίνουν μέρος ενός πολιτικού σχεδίου αλλαγής, αλλά η οργάνωση τους είναι πολύ δύσκολη. Στην Αμερική σπρώχνουν εκατομμύρια ανθρώπους στο περιθώριο, τους δίνουν και ένα μικρό μισθό μίζερης επιβίωσης και ορίζουν νομικά κάποιους οργανισμούς ανθρωπίνων δικαιωμάτων – που δεν αυτοαποκαλούνται πια σωματεία – για να τους «εκπροσωπούν». Η μεγάλη πρόκληση σήμερα, λοιπόν, είναι η ενοποίηση όλης αυτής της μάζας του πληθυσμού σε ένα ενιαίο κίνημα.

 

– Με ποια προοπτική;

 

– Το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ, που στην αρχή είχε δυναμική, μιλούσε για έναν άλλο κόσμο που είναι εφικτός. Πιστεύω ότι έχασε πολύ, κυρίως γιατί κυριαρχείται από Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, μέσω των οποίων είναι αδύνατο να προχωρήσουν τα επαναστατικά κινήματα. Σε αυτή την καμπή, θα έπρεπε να συζητάμε για το αν ένας διαφορετικός κομμουνισμός είναι εφικτός. Οφείλουμε να ξανασκεφτούμε τι θα είναι ο κομμουνισμός και πώς θα φτάσουμε εκεί, να θέσουμε συνολικά το ερώτημα της επαναστατικής στρατηγικής, κάτι που δεν γίνεται μέχρι στιγμής. Αυτό είναι κάτι διαφορετικό από τη δεκαετία του '30, που ένα ισχυρό εργατικό κίνημα ανέτειλε – και δεν θρηνούσε το θάνατό του – και υπήρχε έντονη συζήτηση και ελπίδα για το διαφορετικό κόσμο που θα έφεραν οι κομμουνιστικές επαναστάσεις. Το κομμουνιστικό όραμα πρέπει να ανακαλυφθεί εκ νέου και θα είναι κάτι ριζικά διαφορετικό από το 1917. Σε ορισμένες περιοχές, όπως στη Λατινική Αμερική και στη χώρα σας, τέτοιες συζητήσεις μπορούν να ανοίξουν πιο εύκολα από ότι στη Βόρεια Αμερική ή στην Αγγλία.

 

ΠΗΓΗ: ΠΡΙΝ, Κυριακή, 04 Ιουλίου 2010, http://www.prin.gr/2010/07/blog-post_6093.html

Περί τουρκικής υπηκοότητας

Περί τουρκικής υπηκοότητας

 

Ανοικτή επιστολή στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Κρήτης

 

Από 9 Λαϊκούς θεολόγους της Κρήτης 


Σεβασμιώτατοι,
Mε έντονη ανησυχία αντιμετωπίζουμε το ενδεχόμενο να λάβουν τουρκική υπηκοότητα οι Iεράρχες της Eκκλησίας της Kρήτης, αποδεχόμενοι τη σχετική «προσφορά» της Tουρκίας. H ανησυχία αυτή οφείλεται στην επίγνωση της Iστορίας, η οποία μας διδάσκει ότι:

α) H Tουρκία δεν προσφέρει… ποτέ τίποτα χωρίς σκοπιμότητα. Δεν πρέπει, λοιπόν, να μας προβληματίσει το ότι φαίνεται τόσο «γενναιόδωρη» στην προκειμένη περίπτωση;

β) H Tουρκία, επίσης, δεν έπαψε ποτέ να διεκδικεί την Kρήτη, και μάλιστα έντονα. Mέχρι τώρα διέθετε ως γέφυρα για τη Mεγαλόνησο τους ελληνόφωνους Tουρκοκρητικούς (στην πραγματικότητα, απογόνους εξισλαμισμένων Eλλήνων, αλλά στην πράξη εκτουρκισμένων, ίσως και λόγω της δικής μας ολιγωρίας, όπως αφήνουμε ως χώρα να εκτουρκίζονται οι αδελφοί μας Έλληνες Πομάκοι της Θράκης), τώρα όμως επιχειρεί να αποκτήσει και δεύτερη γέφυρα, το να διοικείται η εν Kρήτη Oρθόδοξη Eκκλησία από Iεράρχες, που θα έχουν διπλή υπηκοότητα, ελληνική και τουρκική…!
H εκτίμηση των συνεπειών από την αποδοχή της πρότασης αυτής, κατά την άποψή μας, είναι κάτι που υπερβαίνει τη σημερινή πραγματικότητα. Oι συνέπειες αυτές μπορεί να εκδηλωθούν στα προσεχή δέκα χρόνια, αλλά και στα προσεχή πενήντα ή εκατό χρόνια, όταν θα έχει ξεχαστεί ο τρόπος που ελήφθη η τουρκική υπηκοότητα και θα είναι ευκολότερο για τη γείτονα χώρα να διοχετεύσει στην ευρωπαϊκή και την παγκόσμια κοινότητα μύθους για δήθεν συνεχή τουρκική παρουσία στο νησί. Eύκολα, λοιπόν, μπορεί κάποιος να υποψιαστεί ότι μεθοδεύεται η μετατροπή της Kρήτης σε Kύπρο. Oι παλιοί Kρητικοί γνώριζαν (και το είχαν αποτυπώσει σε τραγούδια και λαϊκές ρήσεις, που δεν θέλουμε να αναφέρουμε) ότι δεν πρέπει να πέφτουν σε παγίδες ανθρώπων, που έχουν αποδειχθεί αφερέγγυοι, πολύ περισσότερο όταν είναι πλημμελώς καλυμμένες και συνεπώς ορατές.

Mην πέσετε λοιπόν, άγιοι Iεράρχες, σε αυτήν την παγίδα, γιατί είναι άγνωστο τι περιέχει,  και μην ενεργήσετε, σας παρακαλούμε, ενάντια στη βούληση του ορθόδοξου κρητικού λαού, που (αν και επί του προκειμένου δεν ερωτήθηκε) είναι πάντα καχύποπτος με τις «γενναιοδωρίες» της γειτονικής μας χώρας.
Tα ανωτέρω τα γράφουμε με μεγάλη αγάπη και απεριόριστο σεβασμό, χωρίς καμμία διάθεση κριτικής ή διδακτισμού (πολλώ δε μάλλον κακοπροαίρετου) προς την Iεραρχία της Kρήτης, αλλά και πλήρη επίγνωση ότι στην Oρθόδοξη Eκκλησία δεν υπάρχουν εξουσιαστικοί θεσμοί και ένας λαϊκός κατοχυρώνεται θεσμικά να εκφράσει την άποψή του έναντι των αποφάσεων όχι μόνο ενός Πατριάρχη (από την Eκκλησιαστική Iστορία έχουμε αρκετά παραδείγματα απλών μοναχών, ακόμη και λαϊκών, που άσκησαν -καλοπροαίρετη και επιβεβλημένη- κριτική σε Eπισκόπους και Πατριάρχες), αλλά ακόμη και μιας Συνόδου.


H Oικουμενικότης

 


H υποστήριξη του αγίου Oικουμενικού μας Πατριαρχείου πρέπει αδιαμφισβήτητα να είναι ενεργός, αλλά να κινηθεί προς άλλες κατευθύνσεις. H αναγνώριση, από πλευράς μας, της οικουμενικότητας του Πατριαρχείου (σε αντίθεση με τις επιδιώξεις της Tουρκίας, που το θεωρεί αποκλειστικά τουρκικό ίδρυμα) επιβάλλει το λιγότερο την καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας, ώστε οι υπαγόμενοι στη δικαιοδοσία του Iεράρχες να μπορούν να εκλεγούν στη θέση του Oικουμενικού Πατριάρχη χωρίς προϋποθέσεις.
Eπ' αυτού, επαναλαμβάνουμε τις ορθές επισημάνσεις του Pεθυμνιώτη νομικού και ευσεβούς χριστιανού κ. Mανώλη Eγγλέζου Δεληγιαννάκη, στο άρθρο του: «Tούρκοι υπήκοοι οι Kρητικοί Iεράρχες: Nίκη ή ήττα;», που δημοσιεύθηκε στο διαδίκτυο (http://www.antibaro.gr/node/1647 κ.α.). Γράφει:
«Tο πρόβλημα που αντιμετωπίζει το Πατριαρχείο στην Πόλη είναι γνωστό: Δεν αναγνωρίζεται από το Tουρκικό Κράτος η οικουμενικότητά του, θεωρείται ένα ίδρυμα που απευθύνεται σε ορθόδοξους Tούρκους, και ως εκ τούτου οι Iεράρχες του πρέπει να είναι Tούρκοι υπήκοοι. H θέση αυτή της Tουρκίας παραβιάζει τη συνθήκη της Λωζάννης και στερεί από την οικουμενική Oρθοδοξία τη δυνατότητα να διαχειριστεί τα του οίκου της, όπως θα έπρεπε. Γιατί, σε συνδυασμό με την εξάλειψη της Πολίτικης Pωμιοσύνης, που συστηματικά επεδίωξε η Tουρκία, δεν υπάρχει παραγωγή νέων ντόπιων στελεχών για το Πατριαρχείο και είναι ορατός ο δι' ασφυξίας θάνατός του.
»Aυτά ενώ δεν έπρεπε. H ανοχή της Eλλαδικής Πολιτείας σε κάθε τουρκική πρόκληση μάς έχει φέρει εδώ, και η απουσία στήριξης του χειμαζομένου Πατριαρχείου το έχει φέρει σε δεινή θέση. O Πατριάρχης είναι κυριολεκτικά με την πλάτη στον τοίχο. Aκόμα χειρότερα, η Tουρκία έχει πια εντάξει το Πατριαρχείο στις επιδιώξεις της εξωτερικής της πολιτικής, ως μέσο πίεσης προς την Eλλάδα και τους απανταχού συναισθηματικά δεμένους με αυτό Oρθοδόξους. Xρησιμοποιώντας την απόλυτη εξουσία, που ασκεί απέναντι σε αυτό, θέλει να το χρησιμοποιεί ως όργανό της προς επιδίωξη των γεωπολιτικών της φιλοδοξιών.

»H είδηση ότι η Tουρκία δέχεται να πολιτογραφήσει τους Iεράρχες των Eκκλησιών, που υπάγονται απ' ευθείας στο Πατριαρχείο, έγινε δεκτή ποικιλοτρόπως. Tο σίγουρο είναι ότι πάτησε πάνω στην αποδοχή από όλους μας της θέσης της ότι το Πατριαρχείο είναι τουρκικός θεσμός και όχι οικουμενικός, και ότι απευθύνεται σε Tούρκους υπηκόους. Eδώ, λοιπόν, μετράμε μια πρώτη ήττα. Γιατί το Πατριαρχείο είναι Oικουμενικό, και για να ασκήσει τη δραστηριότητα του δεν πρέπει να περιορίζεται σε Tούρκους μόνο υπηκόους, και η Tουρκία έχει την υποχρέωση να αφήσει ακώλυτη τη δραστηριότητά του.

»Aποδεχόμενοι λοιπόν την πρώτη ήττα, υπάρχουν τα εξής δεδομένα: Aφήνουμε το Πατριαρχείο να σβήσει ή το στηρίζουμε; Bέβαια, το δίλημμα δεν περιορίζεται εκεί. Έχει προταθεί να μετεγκατασταθεί στο Άγιον Όρος κηρυσσόμενο σε διωγμό, να ασκηθούν πιέσεις για την αποκατάσταση της Oικουμενικότητάς του κ.λπ. Eπιπλέον, η φυσική απάντηση: "Tο στηρίζουμε", πρέπει να εξελιχθεί παραπέρα και να δούμε τις προοπτικές της. Kαι αυτές είναι ανάλογες με το συσχετισμό δυνάμεων και τη βούληση για αντίσταση στις τουρκικές ορέξεις.

 

Πολιτική υποταγής


»Έτσι, αν η πολιτική μας είναι πολιτική υποταγής και αποδοχής των τετελεσμένων της Tουρκίας, η στήριξη στο Πατριαρχείο θα είναι στήριξη σε ένα θεσμό, που η Tουρκία θέλει να χρησιμοποιήσει για την εμπέδωση της κυριαρχίας της επί της Eλλάδας, την είσοδο της στην Eυρώπη κ.λπ. […]

»Σήμερα, στα δεδομένα που ήδη παρουσιάσαμε προστίθεται και η δημιουργία από τους Tούρκους […] ενός κλίματος κοινού ελληνοτουρκικού παρελθόντος της Kρήτης. H απόπειρα δημιουργίας μιας κοινής "Kρητικής" ταυτότητας, κοινής για Έλληνες και Tουρκοκρητικούς, που στοχεύει ευθέως στην απόσπαση της Kρήτης από τον εθνικό κορμό. Aυτό γίνεται, από πλευράς Tουρκίας, μέσα σε ένα κλίμα νοσταλγικό και συναισθηματικό, με βιντεάκια στο διαδίκτυο, ενώ οι ντόπιοι συνοδοιπόροι τους ψελλίζουν το σύνθημα της αυτονομίας, μιλούν για δημοψηφίσματα το 2012 και καλλιεργούν το σχετικό κλίμα.
»Σ΄ αυτό το πλαίσιο, οι Kρητικοί ιεράρχες πολιτογραφούνται Tούρκοι πολίτες και έπονται και οι Δωδεκανήσιοι. Eίναι πέρα από κάθε αμφιβολία ότι η ενέργεια αυτή γίνεται από τους Iεράρχες με καλές προθέσεις και με συγκεκριμένο στόχο, αυτόν της διάσωσης και της διαιώνισης του Πατριαρχείου. Eίναι το ίδιο πέρα από κάθε αμφιβολία ότι τους Tούρκους δεν τους έπιασε ξαφνικά άγχος για το ίδιο θέμα.

»Eίναι χρέος λοιπόν των Iεραρχών να μην επιτρέψουν να τους εντάξουν οι Tούρκοι στις ευρύτερες επιδιώξεις τους στην περιοχή.

»Aλλά αυτό δεν μπορούμε να το απαιτούμε από αυτούς μόνο. Πρέπει να έχουν όλους μας από πίσω, τόσο το Λαό μας, όσο και την επίσημη Πολιτεία. Aλλιώς, οι καλές προθέσεις θα αποδειχθούν "Kερκόπορτα" δίχως καλά-καλά να το καταλάβουμε».


Mε ειλικρινή σεβασμό,

αλλά και έντονη ανησυχία,


Bραχνάκη Eιρήνη

Γιάνναρης Στράτος

Δασκαλάκης Mάρκος

Kανιολάκης Iωάννης

Kοπανάκη Aναστασία

Kουκουράβα Eυαγγελή

Mαυρουδή Mαρία

Mιχελουδάκης Aντώνιος

Pηγινιώτης Θεόδωρος

Kρήτες θεολόγοι

 

ΠΗΓΗ: Εφημερίδα Χριστιανική, φ. 816 (1139), σελ. 5, 14-07-2010,  Ηλ. ανάρτηση, http://www.xristianiki.gr/arkheio-ephemeridas/826/anoikte-epistole-sten-ierarkhia-tes-ekklesias-tes-kretes.html

Η μεγάλη μορφή του Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου

Η μεγάλη μορφή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου 

 

Του   Βασίλη Μακρή

 

 

Σήμερα 14 Ιουλίου εορτάζεται η μνήμη του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείττου. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ ούτε στο μέγεθος της προσωπικότητας του Αγίου, ούτε στο τεράστιο και εξέχον από πάσης πλευράς έργο του. Η συμβολή του στην διαμόρφωση και διατήρηση του ήθους του Γένους, σε δύσκολες ιστορικά συνθήκες και σε ασφυκτικά αντιπνευματικά πλαίσια, είναι καθοριστική. Διέσωσε και επεξέτεινε την πνευματική καθοδήγηση ολόκληρου εκκλησιαστικού πληρώματος (κλήρου και λαού).

Σε μιαν καθοριστική ιστορική περίοδο για το ελληνικό έθνος κατά την οποία οι βίαιοι εξισλαμισμοί, οι αποτρόπαιοι εξανδραποδισμοί ήταν στην ημερησία διάταξη, η καταλυτική παρουσία του μεγάλου αυτού Αγίου απέτρεψε τα χειρότερα, έθεσε τα πνευματικά αναχώματα που ανέσχεσαν την περαιτέρω κατάπτωση των υπόδουλων Ρωμιών.

Το έργο του, η παρουσία του, η διδασκαλία του, η ασκητική του αίγλη, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις της καλής αλλοίωσης των βαθέως κλονιζομένων χριστιανών της εποχής του, έτσι ώστε να μπορεί κανείς να πει  με βεβαιότητα ότι ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης είναι ο επάξιος συνεχιστής του Πατροκοσμά. Ουσιαστικά τέθηκαν από αυτόν τον πρωτοπόρο Πατέρα της Εκκλησίας τα πνευματικά θεμέλια πάνω στα οποία στηρίχθηκε η εξεγερσιακή χειραφέτηση του ρωμαίικου. Γιατί χωρίς πνευματικές βάσεις ήταν αδύνατον να ορθωθεί η παραμικρή επαναστατική κίνηση των υπόδουλων Ελλήνων. Το «ταυτόν» των υπόδουλων ρωμιών έχει να κάνει καθαρά και ξάστερα με το ποιοι ήσαν, με το ποια ιδιοπροσωπία  θα συγκροτούσε το περιεχόμενο της παραπέρα ιστορικής παρουσίας τους, στις αρχές του ΙΘ αιώνα. Και όντως η συμβολή του Αγίου και των Κολυββάδων ήταν καθοριστική.

Εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα εκτυλίσσεται μια ιδιόρρυθμη και ύπουλη επίθεση κατά του Αγίου Νικοδήμου και πρωτοστάτης της ενορχηστρωμένης αυτής προσπάθειας δεν είναι άλλος από τον κ. Χρήστο Γιανναρά. Αξίζει όμως να δει  κανείς την μεθοδολογία του Χ. Γ. Χρησιμοποιεί, υποτίθεται, ορθόδοξα κριτήρια αξιολόγησης του έργου του Αγίου Νικόδημου, ενώ στην ουσία υιοθετεί έναν σχολαστικό λίβελο με βαριές και αθεμελίωτες κατηγορίες που θέτουν όλο το Αγιονικoδημικό corpus στην «αίρεση». Όλα αυτά δεν τα λέω εγώ από το κεφάλι μου και για τον λόγο αυτόν παραπέμπω κάθε καλοπροαίρετο σύντροφο, αδελφό και φίλο να προστρέξει στο βιβλίο του κ. Χρήστου Γιανναρά  «Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα». (Εκδόσεις Δόμος). 

Υπάρχει όμως ένα πολύ σοβαρό θέμα με την εν γένει παρουσία του Χ. Γ. στα δημόσια πνευματικά πράγματα. Ο εν λόγω θεολόγος-«φιλόσοφος» προσάπτει στον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη ότι βάζει επείσακτα στοιχεία παπικής θεολογίας στο έργο του, τον κατηγορεί ότι μεταλλάσει το έργο του ρωμαιοκαθολικού  μοναχού Θωμά Κεμπησίου «Χριστού μίμησις» και αυτούσιο το επανεισάγει στο γνωστό σύγγραμμά του «Αόρατος πόλεμος». Επίσης προσάπτει στον Άγιο ότι γίνεται εισηγητής της θεολογούμενης θέσεως «περί ικανοποιήσεως της Θείας Δικαιοσύνης», χωρίς να μπει καν στον κόπο να μελετήσει τι ακριβώς εννοεί ο Ναξιώτης Πατέρας της Εκκλησίας, όταν μιλάει για αυτό. Είναι σίγουρο ότι ο Χ.Γ. ουδόλως έχει μελετήσει το σύνολο των έργων του   Αγίου.

Σαλαμοποιεί κατά το δοκούν κάποια εδάφια από το «Εξομολογητάριον», δεν ανατρέχει στις επακόλουθες επεξηγηματικές τοποθετήσεις και με προκρούστειο «λογική» αποφαίνεται ως τελικός και καθοριστικός κριτής, ότι ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης τοποθετεί επείσακτες ρωμαιοκαθολικές βάσεις στην ορθόδοξη θεολογία. Αξίζει επίσης να δει κανείς τι λέει ο κ. Χ.Γ. για το «Πηδάλιον» που συνέταξε ο Άγιος. Λέει λοιπόν ο θεολογών  «φιλόσοφος» για το «Πηδάλιον» ότι αποτελεί «την απομίμηση του Παπικού Corpus Juris Canonici» και να σημειώσει ότι σε αυτά τα «ολισθήματα» οφείλεται  και το «δικανικό τελείως δυτικό πνεύμα που κυριαρχεί στο ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙΟΝ του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου.

Είναι φανερό ότι ο κ. Χρήστος Γιανναράς κατακρεουργεί την ορθόδοξη θεολογία, κυριολεκτικά κατασκευάζει ικρία κακοδοξίας και παρά την καλλιέπεια που διακρίνει τον λόγο του σαν ωραιοποιούν κέλυφος, καταλήγει σε εκτρωματικά συμπεράσματα. Και αν σε τόσο μείζονος σημασίας θεολογικά ζητήματα πέφτει ΤΟΣΟ ΚΡΑΥΓΑΛΕΑ ΕΞΩ, φαντάζεται κανείς πόσο επιζήμιο είναι να ασπασθεί κανείς τις πρόσφατες τοποθετήσεις του στα δημόσια πολιτικά πράγματα. Θέλω πάντως να επισημάνω την καθοριστική κριτική που άσκησε στο έργο του Χ.Γ. «Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα» ο πατήρ Βασίλειος Βολουδάκης  με το καταπληκτικό έργο του «Ορθοδοξία και Χρήστος Γιανναράς» (Εκδόσεις Υπακοή 1993)

 

 (Ιούλιος 2010)

Η έσχατη πλάνη…

Η έσχατη πλάνη…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

 

Ο αξιότιμος Υπουργός της Δικαιοσύνης κ. Χάρης Καστανίδης, μας μίλησε, προ καιρού για τον αυτοσεβασμό.  Γνώρισμα, που, όπως πολλαχόθεν τεκμαίρεται, τυγχάνει, μεταξύ των αξιοσεβαστότατων εθνοπατέρων, εν μεγίστη ανεπαρκεία….

Και να, που τώρα ξαναμίλησε. Και τι είπε; Ότι το ρεσιτάλ της λεηλασίας των δικαιωμάτων του λαού «έχει ανάγκη δημοκρατικής νομιμοποίησης»…

Γιατί βέβαια νομιμοποιήθηκε απ' την "εθνοσωτήρια" Κυβέρνησή μας και την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία. Όπως και πλείστα άλλα, μέχρι τώρα, δεινά για το λαό και τον τόπο μας….

Και ασφαλέστατα εγκρίθηκε απ' τους επικυρίαρχους – σε βάρος της εθνικής μας ανεξαρτησίας – τοκογλύφους. Οι οποίοι, ως γνωστόν, έσπευσαν να μας σώσουν απ' τη χρεοκοπία, με τη μεγιστοποίηση του χρέους μας.

Αλλά, όπως φαίνεται, χρειάζεται να σφυγμομετρηθεί, για μια ακόμη φορά, η μαζοχιστική εκ μέρους της πλειοψηφίας του λαού αποδοχή των μέτρων αυτών.
Και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο και τα ΜΜΕ, πήραν πολύ στα σοβαρά το λόγο του κ. Καστανίδη και τον έκαμαν «φύλλο και φτερό».

Γιατί, όπως λένε, ο κ. Καστανίδης δεν συνηθίζει να μιλάει τυχαία. Αντίθετα μάλιστα. Πάντα ο λόγος του είναι βαρυσήμαντος και πολυσήμαντος. Σαν τους δελφικούς χρησμούς.

Και το ερώτημα, που τέθηκε, είναι: Τι άραγε υπονοεί ο αξιότιμος κ. υπουργός με το σιβυλλικό του λόγο; Μήπως μιλάει για δίδυμες – με τις δημοτικές – εθνικές εκλογές; Αλλά πώς είναι δυνατόν; Αφού οι πάντες διαφωνούν!…

Με πρώτους και καλύτερους τον κύριο Πρωθυπουργό μας, με την Κυβέρνησή του και την πλειοψηφία του, που, αλληλεγγύως πήρανε τα "εθνοσωτήρια" μέτρα. Και ξωπίσω τους όσοι άλλοι συνευδοκούν. Και αυτοί "εθνοσωτηρίως"-ο καθένας με τον τρόπο του- συσκεπτόμενοι και υπερθεματίζοντες. Και ασφαλώς και οι επικυρίαρχοι τοκογλύφοι…

Οπότε η απάντηση στο ερώτημα για το τι, επιτέλους, υποδηλώνει ο χρησμός του κ. Καστανίδη, δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερη σημασία.

Γιατί αυτό, που έχει πρωταρχική σημασία είναι οι οποιεσδήποτε επόμενες και εσαεί μεθεπόμενες εκλογές, δημοτικές ή εθνικές.

Οι οποίες, ασφαλώς, και θα είναι ένα μέτρο «δημοκρατικής νομιμοποίησης» ή όχι των μέτρων της Κυβέρνησης και της επικυρίαρχης τοκογλυφίας.

Και φαντάζεστε τι έχει να γίνει, αν ξαναπρασινίσει η Ελλάδα! Ή και, αν πάρει το χρώμα της γαλάζιας μούχλας! Όπως στις προηγούμενες και προπροηγούμενες κ. ο. κ. εκλογές…..

Οπότε είτε το ένα είτε το άλλο ή και το συναμφότερον συμβεί, θα πρόκειται για αύτανδρο ναυάγιο και ολοκαύτωμα. Γιατί υπερψηφίζοντας τις πράσινες κάμπιες ή τις γαλάζιες ακρίδες του δικομματισμού θα δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στο καθεστώς της διαχρονικής σκανδαλοκρατίας και της τωρινής λεηλασίας.

Και ξέρετε τι θα μας λένε ύστερα;

Ορίστε! Τι φωνάζετε; Τι διαμαρτύρεστε; Ακόμη κι αν σας γδάρουμε ζωντανούς, εσείς κοντά μας θα σέρνεστε… Αφού, λοιπόν, εσείς είστε αθεράπευτα μαζοχιστές, γιατί εμείς να μην είμαστε ανελέητα σαδιστές!

Και γιατί να μην προχωρήσουμε απ' τα κακά στα χειρότερα κι απ' τα χειρότερα στα χείριστα! Και, ούτως εχόντων των πραγμάτων, θα είναι οι οποιεσδήποτε επόμενες εκλογές και στη συγκεκριμένη περίπτωση οι δημοτικές, αν υπερψηφιστεί η λαμογιοκρατία, πλάνη, πολύ χειρότερη από κάθε προηγούμενη πλάνη.

Δεδομένου ότι δεν θα έχουμε ούτε καν το ελαφρυντικό ότι εξαπατηθήκαμε. Αφού, εν γνώσει και επιγνώσει της απανθρωπιάς και της αδικίας, εμείς επιμένουμε να τους ακολουθούμε «ως πρόβατα επί φαγήν»!…

Και μην πούνε κάποιοι διαστρόφως εθελοτυφλούντες ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση. Γιατί υπάρχει και παραϋπάρχει! Που είναι η πανάκεια για όλα τα προβλήματα.

Και αυτή απλά και μονολεκτικά δεν μπορεί να είναι άλλη απ' τη ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ! Της οποίας η νομιμοποίηση δεν χρειάζεται τα λαβυρινθώδη παρασκευάσματα της νομικής σοφιστείας ή της οικονομολογικής αμπελοφιλοσοφίας. Που, με την ηλιθιότητα και την κακουργία τους, δολοφονούν εκατομμύρια ανθρώπων…

Αλλά απλά και μόνο προϋποθέτει την απαλλαγή του λαού απ' τη μαζοχιστική του αγκύλωση… Διαφορετικά, θα είμαστε η πλέον αξιοθρήνητη, από καταβολής κόσμου, και αξιοκαταγέλαστη περίπτωση ανθρώπων….

 

Παπα-Ηλίας, 14-07-2010

 

http://papailiasyfantis.wordpress.com, e-mail: papailiasyfantis@gmail.com

Πλασματικά χρόνια κι εκτοπλάσματα…

Πλασματικά χρόνια κι εκτοπλάσματα… «Πλασματικά χρόνια».

 

Του Στάθη Σταυρόπουλου *

 

Οι αιώνιες πασοκιές. Παίρνει η κυβέρνηση ένα απάνθρωπο (όποιο) μέτρο κι αμέσως αρχίζει να «εκπαιδεύει» τους πολίτες (που θεωρεί πελάτες της, όλους δηλαδή), πώς να το υπερφαλαγγίσουν και να το παρακάμψουν. Πάντα με πτωχοπροδρομισμούς και μαλαγανιές, με «κατά συνθήκην ψεύδη» (όμως κι αυτά ακόμα με το αζημίωτον στάξε κι εξαγόρασε).

Είναι δηλαδή σαν να σου παίρνουν ένα καρβέλι ψωμί και μετά να σου «επιτρέπουν» με δουλικότητες και ραγιαδιλίκια (αποτιμημένα πάντως εις χρυσίον) να πάρεις πίσω μια φετίτσα. Μια φετίτσα «βρώμικο ψωμί»…

Τέτοιοι ήταν πάντα. Μια γλίτσα που όπου ακουμπούσε τον λαό τον μαγάριζε, τον διέφθειρε. Με μαϊμού συντάξεις, με πρασινοφρουρογαλάζιους συνδικαλιστές που «καθάριζαν για πάρτη σου» και με «μικρά δωράκια» προς πάντα ενδιαφερόμενο. Τώρα σου παίρνουν τη ζωή και σου γυρίζουν πίσω αντίδωρο μιαν ακόμα ρωμέικη κουτοπονηριά – τα «πλασματικά» χρόνια. Πλήρωσε, απ' το κεφάλι που σου κόψανε να σου γυρίσουν πίσω τ' αυτιά…

Το Μνημόνιο είναι για την Ελλάδα ό,τι προσπάθησε να γίνει το Σχέδιο Ανάν για την Κύπρο.

Το ότι και τα δύο εξαμβλώματα τα υποστήριξαν περίπου οι ίδιες δυνάμεις, ούτε τυχαίον είναι ούτε σύμπτωση.

Αν το Σχέδιο Ανάν επιβαλλόταν, αν είχαν επικρατήσει οι δυνάμεις που το υποστήριζαν, η Κύπρος θα είχε μεταλλαχθεί σε ένα μόρφωμα απισχνασμένου κράτους, μειωμένης κυριαρχίας και περιορισμένης ανεξαρτησίας. Σε ένα προτεκτοράτο νέου τύπου.

Με το Σχέδιο Ανάν παίχτηκε στην Κύπρο ένα στοίχημα ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος για τους παγκόσμιους Επικυρίαρχους. Διότι, για πρώτη φορά, ετέθη σε δοκιμασία μια «λογική του σωλήνα», η δημιουργία δηλαδή ενός «νέου τύπου κράτους», χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Ενός υβριδίου μέσα απ' το οποίο όλες οι ενδιαφερόμενες δυνάμεις, ΗΠΑ, Τουρκία, Ευρωπαϊκή Ενωση, Βρετανία και Ελλάδα, θα μπορούσαν να εκφράζονται οι ίδιες ισχυρότερα απ' όσον η ίδια η Κύπρος.

Η προσπάθεια του ΟΗΕ μέσω του Σχεδίου Ανάν να δημιουργηθεί ένα πρόπλασμα μεταμοντερνικού «κράτους» (χρήσιμο για το μέλλον) που να διαθέτει απλώς χώρο και πληθυσμό (μάλιστα, ανοχύρωτα ακόμα κι αυτά στο άνωθεν μανιπουλάρισμα) σκόνταψε στο «ένστικτο» του λαού (στην πραγματικότητα στην πολιτική ανάγκη του λαού) για αυτεξούσιον και θεσμισμένο συνανήκειν.

Το Μνημόνιο στην Ελλάδα έχει στην πραγματικότητα σκοντάψει στα ίδια. Όμως ο δούρειος ίππος που το έφερε μέσα στην πόλη υπήρξε πιο προσεκτικός (είχαν πάρει το μάθημά τους απ' την Κύπρο), απέφυγε τις κακοτοπιές όπως τα δημοψηφίσματα, εκμεταλλεύτηκε τη σοσιαλιστική δορά, παρέκαμψε το Σύνταγμα, υπέταξε το Κοινοβούλιο στα Καυδιανά Δίκρανα των εκβιασμών και πέτυχε το έως τώρα ακατόρθωτο. Να θέσει τη χώρα υπό νεοαποικιακό καθεστώς.

Οχι ότι η Ελλάδα υπήρξε ποτέ, από γενέσεως του νεοελληνικού κράτους, μια χώρα με εδραία εθνική ανεξαρτησία και ασφαλή λαϊκή κυριαρχία – μάλιστα, συχνά το αντίθετο – αλλά για πρώτη φορά στην ιστορία της, εν καιρώ ειρήνης, βρίσκεται όχι υπό καθεστώς σχετικής υποτέλειας, αλλά σαφούς Κατοχής.

Το Μνημόνιο πέτυχε στον Ελλαδικό χώρο, αυτόν που έως χθες διαχειριζόταν το Ελληνικό κράτος, ό,τι δεν πέτυχε το Σχέδιο Ανάν στην Κύπρο.

Σήμερα η Ελλάδα είναι ένα κράτος υπό καθεστώς Εντολής άλλων Δυνάμεων. Κι όχι μόνον των δανειστών της. Το καθεστώς στο οποίο έχει περιέλθει η χώρα δεν διαθέτει πλέον Συνταγματική αυθεντία και υφίσταται τη διαρκή Επιτροπεία των δανειστών της.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να συνάψει δάνειο με καμιά άλλη χώρα (ρητώς στο Μνημόνιο αποκλείονται η Ρωσία και η Κίνα). Οι δανειστές μας μπορούν να πουλήσουν τα δικαιώματα των δανείων τους σε όποιον επιθυμούν κι όποτε θέλουν. Η Ελλάδα έχει αμετακλήτως κι άνευ όρων παραιτηθεί από κάθε ασυλία που έχει ή πρόκειται να αποκτήσει, όσον αφορά την περιουσία της.

Το τρέχον δάνειο των 80 δισ. πρέπει να εξοφληθεί αμέσως με όλες του τις επιβαρύνσεις χωρίς η χώρα να μπορεί να δανεισθεί προς τούτο εκ νέου, όπως όλες οι άλλες χώρες.

Αυτά και όλα τα άλλα που περιέχονται στο Μνημόνιο, σε άλλες εποχές, θα συνιστούσαν για όσους τα υπερψήφισαν πράξη εσχάτης προδοσίας. Στην εποχή μας, όπου οι οχληρές κυριολεξίες αποφεύγονται και οι περισσότεροι ομιλούν με ευφημισμούς, μπορεί κάτι τέτοιο να μη λέγεται, αλλά έχει γίνει.

Και αυτοί που υπερψήφισαν το Μνημόνιο το γνωρίζουν.

Μπορεί τώρα μερικοί απ' αυτούς να «διαμαρτύρονται» (με κραυγές ή ψιθύρους, οι Πασόκιοι), μπορεί να κάνουν κωλοτούμπες για να τα «γυρίσουν» οι πατριδοκάπηλοι του ΛΑΟΣ και μόνον η κυρία Μπακογιάννη να επιμένει, συνεπής στον ακροδεξιό νεοφιλελευθερισμό της, αλλά όλοι κατά βάθος γνωρίζουμε τι έχει συμβεί.

Αν κάποια στιγμή οι Ελληνες, δηλαδή ο λαός, ανασυγκροτήσουν την τεμαχισμένη και υπόδουλη αυτήν τη στιγμή χώρα, αν τη βγάλουν απ' την απομόνωση και την περικύκλωση, υπάρχει η πιθανότης να ζητηθούν οι δέουσες εξηγήσεις από τους 159 τρέσες (Προσωπικώς το εύχομαι και θα αγωνισθώ για αυτό).

Και για όσους έχουν «ξεχάσει» τη λέξη, «τρέσα» έλεγαν οι Λάκωνες τον δειλό που πέταγε την ασπίδα και την κοπάναγε προς τον «μονόδρομο» της φυγής.

Το Μνημόνιο δεν ήταν «μονόδρομος» για την Ελλάδα.

Και το επόμενο σταυροδρόμι που θα φθάσει η χώρα (όπως κι άλλες ευρωπαϊκές) δεν φαίνεται πολύ μακρυά…

 

* ΣΤΑΘΗΣ Σ. 13.VII.2010  stathis@enet.gr  

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Τρίτη 13 Ιουλίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=182570

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin