Θαυμάστε τους… Comandante!

Θαυμάστε τους… Comandante!

Tου Ηρακλή Πυλαρινού*

 

 Comandante Παναγόπουλος: Ο έμμισθος εργατοπατέρας, ο εκπρόσωπος (;) των καταπιεσμένων, ο ορκισμένος εχθρός του ΔΝΤ, ο φόβος και τρόμος της τρόικας, ο ήρωας της εργατικής τάξης, ο πατερούλης μας.

Η απάντηση του «Βήματος»: 

Συνέχεια

Ληστρικό χρέος: ή πληρώνεις ή δεν πληρώνεις

Ή πληρώνεις ή… δεν πληρώνεις

 

Του Δημήτρη Καζάκη*

 

 

Ο λογαριασμός του μνημονίου δεν βγαίνει. Το ομολογούν πια ακόμη και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του. «Κάτι άλλο πρέπει να γίνει» λένε οι πιο… ταγμένοι απολογητές της τρόικας.

Άλλοι προτείνουν ανοιχτά την αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας, εντός φυσικά του ευρώ.

Άλλοι ανακάλυψαν την… «ανάταξη του χρέους», που υποτίθεται ότι είναι κάτι διαφορετικό από την αναδιάρθρωση, έστω κι αν στην πραγματικότητα οι αγορές χρησιμοποιούν την έννοια αυτή για να αποδώσουν το ίδιο ακριβώς πράγμα.

Άλλοι πάλι ανέσυραν την ιστορία του ευρωομολόγου. Όλα αυτά βέβαια έχουν τον ίδιο κοινό παρονομαστή: την ελεγχόμενη ή συντεταγμένη πτώχευση της χώρας.

Οι δυστυχέστεροι όμως όλων είναι όσοι διεξάγουν «αντιμνημονιακό» αγώνα χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να μας πουν τι θα κάνουν με το δημόσιο χρέος.

Θα έχετε προφανώς δει όλους τους επιφανείς υποψηφίους του «αντιμνημονιακού» αγώνα να ζητούν την ψήφο σας. Όλοι, από τους εκλεκτούς της Ν.Δ. έως τους υποψηφίους της επίσημης Αριστεράς και τους «διαφωνούντες» του ΠΑΣΟΚ, εκτοξεύουν μύδρους εναντίον του μνημονίου. Αλλά μέχρι εκεί. Όταν η συζήτηση έρχεται στο διά ταύτα, τότε τα πράγματα αλλάζουν.

Οι εκπρόσωποι της Ν.Δ. καταφεύγουν σε ανέκδοτα περί μηδενισμού του ελλείμματος, για να κρύψουν ότι είναι υπέρ της αναδιάρθρωσης του χρέους και της ελεγχόμενης πτώχευσης της χώρας. Οι άλλοι σφυρίζουν αδιάφορα.

Ορισμένοι ανάγουν τα πάντα στη Δευτέρα Παρουσία της δικής τους χίμαιρας, όπου όλα τα βάσανα του λαού θα βρουν την οριστική λύση τους. Όλα τ’ άλλα ας γίνουν στάχτη και μπούρμπερη, για να μάθει ο λαός πως το μόνο που έχει να κάνει σήμερα είναι να τους ψηφίζει και να τους ακολουθεί τυφλά.

Οι υπόλοιποι είναι σίγουροι ότι μέσα στα ίδια πλαίσια της Ε.Ε. και του ευρώ που μας επέβαλαν το μνημόνιο και τη χρεοκοπία αυτοί θα εφαρμόσουν αναδιανομή εισοδημάτων υπέρ των εργαζομένων, θα κρατικοποιήσουν τις τράπεζες και θα προχωρήσουν στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Και μετά ξύπνησαν. Ή, μάλλον, θα ξυπνήσουν άγαρμπα μετά τις εκλογές.

Όλα αυτά γίνονται για να κρύψουν ότι δεν έχουν καμία πρόταση ουσιαστικά διαφορετική από την κυρίαρχη λογική που εφαρμόζεται μέσω του μνημονίου. Ό,τι και να λένε, το κυρίαρχο ζήτημα ήταν και παραμένει ένα: Τι κάνουμε με το δημόσιο χρέος; Όσο κι αν αποφεύγουν να απαντήσουν, όσο κι αν αναζητούν διέξοδο σ’ έναν ανούσιο, ανέξοδο και ατελέσφορο «αντιμνημονιακό» αγώνα, το ερώτημα αυτό θα συνεχίζει να τους στοιχειώνει. Και σ’ αυτό το ερώτημα – δυστυχώς ή ευτυχώς – δεν υπάρχουν πολλές απαντήσεις. Ή το πληρώνεις ή δεν το πληρώνεις! Μέσος δρόμος δεν υπάρχει.

 

 

Νέο καρφί στο φέρετρο

 

Το αδιέξοδο που βιώνει ο λαός μας, η χρεοκοπία στην οποία έχει οδηγηθεί το κράτος και η χώρα δεν οφείλεται στο μνημόνιο, αλλά στην αξιωματική παραδοχή ότι η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει πάση θυσία να πληρώνει ένα χρέος από τη φύση του καταχρηστικό, προϊόν ρεμούλας και κερδοσκοπίας. Ένα χρέος που δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί χωρίς να αναζητά το κράτος διαρκώς νέα δάνεια από τη διεθνή αγορά για να πληρώσει τα παλιά. Είναι ποτέ δυνατόν να ξεφύγει από τη χρεοκοπία κάποιος που πρέπει διαρκώς να δανείζεται για να πληρώνει παλιότερα δάνεια;

Επομένως, το κεντρικό πρόβλημα δεν είναι τι θα γίνει με το μνημόνιο. Ούτε αν θα υπάρξει νέο μνημόνιο μεγαλύτερης διάρκειας. Το αληθινό πρόβλημα είναι πώς θα γίνει να απαλλαγούν η χώρα και ο λαός της από το άχθος αυτού του δημόσιου χρέους. Διότι όσο συνεχίζει να αναγνωρίζει το χρέος αυτό ως δικό της, όσο συνεχίζει να το εξυπηρετεί, τόσο θα εντείνονται τα αδιέξοδα και θα δοκιμάζεται η επιβίωσή της. Είτε υπάρχει μνημόνιο είτε δεν υπάρχει.

Ποιο είναι το ζητούμενο του μνημονίου; Να εφαρμοστούν τέτοιες περιοριστικές πολιτικές και «διαρθρωτικές αλλαγές» που θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να κερδίσει ξανά – όπως λέει και ξαναλέει η κυβέρνηση – την εμπιστοσύνη των αγορών. Για να κάνει τι; Να ξαναβγεί στις αγορές με σκοπό να δανειστεί με υποφερτούς όρους και επιτόκια.

Γιατί πρέπει να ξαναβγεί στις αγορές; Για να αναχρηματοδοτήσει το δημόσιο χρέος της. Δηλαδή για να βρει νέα δάνεια προκειμένου να εξυπηρετήσει τα παλιά. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που η Ελλάδα χρειάζεται τις διεθνείς αγορές ομολόγων. Γιατί αυτό δεν αποτελεί ομολογία χρεοκοπίας;

Αν κάποιος έχει βρεθεί στην ανάγκη να δανείζεται για να εξυπηρετεί τα χρέη του, τι είναι αυτό που θα πρέπει να τον ενδιαφέρει; Να βρίσκει διαρκώς νέα δάνεια ώστε να παρατείνει την αδιέξοδη κατάστασή του ή να τελειώνει μια και καλή με το σύνολο των χρεών του; Η κυβέρνηση, όπως και οι οπαδοί των διαφόρων παραλλαγών αναδιάρθρωσης του χρέους, έχουν στόχο το πρώτο. Αδιαφορώντας για το γεγονός ότι κάθε νέο δάνειο που συνάπτει η χώρα στην κατάσταση υπερχρέωσης που βρίσκεται είναι ένα ακόμη καρφί στο φέρετρό της.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η χώρα οδηγήθηκε στη χρεοκοπία έπειτα από μια δεκαετία εξαιρετικά ευνοϊκής προσφυγής στις διεθνείς αγορές ομολόγων, όπου με μέσο σταθμικό ετήσιο κόστος της τάξης του 4% οι επενδυτές κεφαλαίου και οι τράπεζες αγόραζαν ελληνικά ομόλογα ουσιαστικά στα τυφλά. Σ’ αυτό το διάστημα το συνολικό δημόσιο χρέος της χώρας αυξήθηκε κατά 153 δισ. ευρώ, δηλαδή υπερδιπλασιάστηκε. Χρειάστηκε η παγκόσμια κρίση για να αποκαλυφθεί σ’ όλο της το μεγαλείο η χρεοκοπία της χώρας.

Η εφαρμογή του μνημονίου δεν οδήγησε απλώς σε μια δραστική αναδιανομή εισοδημάτων και πλούτου υπέρ των δανειστών της χώρας, αλλά δημιουργεί νέα μεγαλύτερα χρέη. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση των ελεγκτών του ΔΝΤ, ο κρατικός προϋπολογισμός, εκτός όλων των άλλων, εμφανίζει σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας ύψους 1,5 δισ. ευρώ. Κι αυτό λόγω κυρίως των αυξημένων αναγκών στήριξης των ντόπιων τραπεζών.

Ακόμη, το πρόβλημα εσόδων που αντιμετωπίζει ήδη ο κρατικός προϋπολογισμός έκανε τον κ. Παπακωνσταντίνου να ομολογήσει σε συνέντευξή του στην Bloomberg TV (15.9) ότι «ενδέχεται να έχουμε κάποια υστέρηση στα έσοδα γιατί η χώρα είναι σε ύφεση». Έτσι επινόησε το ομόλογο της διασποράς, που η κυβέρνηση προτίθεται να πουλήσει σε Έλληνες του εξωτερικού κάνοντας έκκληση στον πατριωτισμό τους. Πρόκειται για λύση απελπισίας.

Το ίδιο και η πρακτική που εισήγαγε η κυβέρνηση με τη μηνιαία έκδοση τριμηνιαίων και εξαμηνιαίων έντοκων γραμματίων ώστε να βρει τα πολυπόθητα έσοδα και να καλύψει τις αυξανόμενες «μαύρες τρύπες». Έτσι, στις 14.9 πούλησε εξαμηνιαία έντοκα γραμμάτια αξίας 1,17 δισ. ευρώ σε επενδυτές – κυρίως τράπεζες του εσωτερικού – με επιτόκιο που έφτασε το 4,82%. Ενώ στις 21.9 πούλησε τριμηνιαία έντοκα γραμμάτια συνολικής αξίας 390 εκατ. ευρώ με επιτόκιο 3,98%. Αν και σ’ αυτήν την έκδοση εκδήλωσαν ενδιαφέρον κάποιοι ξένοι θεσμικοί επενδυτές, ο κύριος όγκος αγοράστηκε πάλι από τράπεζες του εσωτερικού.

Οι θριαμβολογίες για την υπερπροσφορά που εμφανίστηκε, αλλά και την οριακή μείωση του επιτοκίου των τριμηνιαίων εντόκων σε σχέση με την προηγούμενη φορά, δεν μπορεί να κρύψουν τη δεινή θέση ενός κράτους το οποίο αντιμετωπίζει τέτοιο πρόβλημα ρευστότητας ώστε αναγκάζεται να δανειστεί με βραχυπρόθεσμους τίτλους σε τακτική βάση. Πράγμα που συνιστά εξαιρετικά επαχθή τρόπο δανεισμού. Κι αυτό διότι το ετήσιο κόστος για τα εξαμηνιαία έντοκα γραμμάτια φτάνει το 10%, ενώ για τα τριμηνιαία ξεπερνά το 16%!

 

Θανατηφόρο… φάρμακο

 

Μπορεί να συνεχιστεί έτσι αυτή η κατάσταση; Και βέβαια όχι. Διότι η πηγή του προβλήματος, ο κύριος λόγος που οδηγηθήκαμε στην υπερχρέωση και τη χρεοκοπία, δεν είναι το κρατικό έλλειμμα ούτε η «έλλειψη εμπιστοσύνης των αγορών». Η κύρια πηγή του δημόσιου χρέους είναι τα παραγωγικά και εξωτερικά ελλείμματα της ελληνικής οικονομίας, τα οποία τη δεκαετία του ευρώ εκτινάχθηκαν στα ύψη και δημιούργησαν αυτό που επίσημα αποκαλείται «κρίση ανταγωνιστικότητας» της ελληνικής οικονομίας.

Αυτό πλέον αναγνωρίζεται από κάθε σοβαρό αναλυτή της σημερινής κρίσης, ακόμη κι όταν δουλεύει για την… ΕΚΤ. Για παράδειγμα, σε μια πρόσφατη ανάλυση του προβλήματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών από μια ομάδα οικονομολόγων της ΕΚΤ διαπιστώθηκε η ζοφερή επιδείνωσή του κατά τη διαδικασία ένταξης στο ευρώ και κατόπιν:

«Στην τελευταία υποπερίοδο 1999-2007 παρατηρήθηκε σημαντικό άνοιγμα και επιμονή του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Αυτό με τη σειρά του ανέδειξε το ζήτημα της εξωτερικής αειφορίας της Ελλάδας, στα πλαίσια της δυνατότητας η οικονομία της να εξυπηρετήσει μακροπρόθεσμα τις συσσωρευμένες υποχρεώσεις του εξωτερικού χρέους της…

Ένα από τα κύρια ευρήματα είναι το γεγονός ότι η χρηματοπιστωτική φιλελευθεροποίηση που συνέβη στη δεκαετία του 1990 και η διαδικασία της νομισματικής ολοκλήρωσης, που οδήγησε στην υιοθέτηση του ευρώ το 2001, είχαν αποτέλεσμα μια αξιοσημείωτη πιστωτική επέκταση και πτώση στις ιδιωτικές αποταμιεύσεις, συμβάλλοντας σε μια δραστική χειροτέρευση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Στην κατοπινή περίοδο της ένταξης στην Ευρωζώνη η πιστωτική επέκταση και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών διατηρήθηκαν σε υψηλά επίπεδα» (Current account determinants and external sustainability in periods of structural change, by Sophocles N. Brissimis, George Hondroyiannis, Christos Papazoglou, Nicholas T. Tsaveas and Melina A. Vasardani, Working Paper Series, Νο 1243/ September 2010).

Με απλά λόγια, η πολιτική φιλελευθεροποίησης που ακολουθήθηκε για την προετοιμασία της χώρας για την ένταξη στο ευρώ, καθώς και αυτή καθαυτή η ένταξη εκτίναξαν το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Κι αυτό επειδή η σχέση μας με το ευρώ οικοδομήθηκε στη βάση της διαρκούς συμπίεσης των λαϊκών εισοδημάτων και στην αποδυνάμωση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που εκτινάχθηκαν τα εξωτερικά ελλείμματα.

Ταυτόχρονα ενισχύθηκε η κερδοσκοπία μέσω της χρηματοπιστωτικής επέκτασης, που συνέβαλε καθοριστικά στην εκτίναξη του δημόσιου χρέους και στη χρεοκοπία της χώρας. Το δράμα είναι ότι η ίδια πολιτική που μας έφερε σε αυτήν την κατάσταση μας επιβλήθηκε, μέσω του μνημονίου, ως αναγκαία λύση για την έξοδο απ’ αυτήν. Η ίδια πολιτική, μόνο σε θανατηφόρα δόση.

 

Τα μέλη της Ε.Ε. σε πορεία σύγκρουσης

 

Ωστόσο το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στο γεγονός ότι το ευρώ δημιούργησε συνθήκες παραγωγικής αποσύνθεσης της οικονομίας και δημοσιονομικής χρεοκοπίας. Βρίσκεται επίσης στο γεγονός ότι με το ευρώ και την Ε.Ε. η χώρα έχασε όλα εκείνα τα εργαλεία οικονομικής πολιτικής που χρειάζεται για να αντιμετωπίσει μια ύφεση, και μάλιστα μια κρίση χρέους.

Σ’ αυτό έγκειται και το σημερινό αδιέξοδο της χώρας. Ειδικά σε μια περίοδο που η Ε.Ε. έχει μετατραπεί στο επίκεντρο της παγκόσμιας κρίσης. Αυτό πλέον είναι κοινό «μυστικό» σε όλους τους φορείς που παρακολουθούν την παγκόσμια οικονομία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τελευταία έκθεση «Trade and development report», 2010, της United Nations Conference on Trade and Development (ΟΗΕ), που δημοσιοποιήθηκε στις 14.9. Σ’ αυτήν επισημαίνεται ότι «η κρίση της Ευρώπης δηλώνει πως το σημερινό καθεστώς πολιτικής της Ευρωζώνης είναι πολύ πιθανό να μην μπορεί να διατηρηθεί και ότι οι ασυντόνιστες εθνικές πολιτικές των κρατών – μελών βρίσκονται σε πορεία σύγκρουσης.

Κυρίως γι’ αυτούς τους λόγους η Ευρώπη είναι σήμερα το παγκόσμιο θερμό επίκεντρο της αστάθειας και της απόκλισης. Αφού ξεκίνησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η παγκόσμια κρίση έχει τώρα επικεντρωθεί στην Ευρώπη και η περιφέρεια αυτή επιβραδύνει την παγκόσμια ανάκαμψη λόγω της σημασίας της στο παγκόσμιο εμπόριο». Ενδιαφέρον όμως έχει το τι εντοπίζει η συγκεκριμένη έκθεση ως προς τους παράγοντες που συντέλεσαν καθοριστικά στην ελληνική κρίση:

«Ως μέλος της Ευρωζώνης, η Ελλάδα έχει ουσιαστικά παραχωρήσει όλα τα μακροοικονομικά εργαλεία πολιτικής που εν δυνάμει θα μπορούσαν να την βοηθήσουν να αντιμετωπίσει την παρούσα κρίση.

Πρώτον, λόγω των περιορισμών που επιβλήθηκαν από τις συνθήκες της Ε.Ε. και το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, όπως επίσης και τις ογκούμενες πιέσεις από τους Ευρωπαίους εταίρους και τις χρηματοπιστωτικές αγορές, η ελληνική κυβέρνηση εφάρμοσε δρακόντεια μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας – το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που ήταν δικαιολογημένο, δηλαδή μια αντικυκλική δημοσιονομική πολιτική.

Δεύτερον, ενώ απαγορευόταν η παροχή οποιασδήποτε νομισματικής υποστήριξης στο ελληνικό δημόσιο ταμείο, η Κεντρική Τράπεζα της χώρας δεν είναι επίσης σε θέση να υποστηρίξει την οικονομία ή το τραπεζικό σύστημα.

Τρίτον, δεν είναι πια δυνατή η αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της χώρας μέσα από την υποτίμηση της ονομαστικής αξίας του νομίσματός της. Αυτός ο τελευταίος περιορισμός θέτει την Ελλάδα σε ακόμα χειρότερη θέση από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες και τις αναδυόμενες αγορές που έχουν αντιμετωπίσει ανάλογες χρηματοπιστωτικές κρίσεις…

Όχι μόνο μια καθορισμένη διαδικασία υποτίμησης μισθών και τιμών είναι πολύ περισσότερο επίπονη από μια νομισματική υποτίμηση, αλλά ένα πρόσθετο πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι, ενώ οι τιμές και τα τρέχοντα εισοδήματα πέφτουν κατ’ αυτή τη διαδικασία, η αξία του χρέους… παραμένει αμετάβλητη, ώστε η πραγματική επιβάρυνση του χρέους να αυξάνεται».

Το γεγονός ότι εντός της ευρωζώνης και της Ε.Ε. η Ελλάδα βρίσκεται σε χειρότερη θέση από οποιαδήποτε άλλη χώρα του «Τρίτου Κόσμου» αντιμετώπισε κρίση χρέους ανάλογη με τη δική μας, έχει οδηγήσει στο σημερινό αδιέξοδο. Κι αυτό ανεξάρτητα από την επιβολή του μνημονίου, που έτσι ή αλλιώς είναι ο μόνος σίγουρος δρόμος για την επίσημη πτώχευση της χώρας.

Η κατάσταση αυτή εξασφαλίζει ότι η χώρα θα παραμείνει έρμαιο των αγορών που πιέζουν διαρκώς για ελεγχόμενη πτώχευση και αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τη δήμευση και ρευστοποίηση της χώρας. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που η πολιτική του μνημονίου προετοιμάζει νέες εξάρσεις του δανεισμού, ιδιωτικού και δημόσιου, μέσα από τη συρρίκνωση των εισοδημάτων, την εξαφάνιση των αποταμιεύσεων, την κρίση ρευστότητας των τραπεζών και του κράτους, αλλά και την ιδιωτικοποίηση των πάντων.

Μόνη λύση είναι να απαλλαγεί η χώρα από το μνημόνιο και την πολιτική του, ώστε να αποτραπούν τα χειρότερα. Όμως η απαλλαγή από το μνημόνιο συνδέεται άμεσα και άρρηκτα με την απαλλαγή από τον βραχνά του δημόσιου χρέους. Κι αυτό μπορεί να συμβεί μόνο αν επιβληθεί εδώ και τώρα η μη αναγνώριση και η άρνηση του δημόσιου χρέους της χώρας.

Μαζί με την έξοδο από το ευρώ μπορεί να δοθεί πραγματικά η ευκαιρία να αντιμετωπιστεί η ύφεση και να αναταχθεί η οικονομία της χώρας προς όφελος του λαού της. Μόνο έτσι μπορούμε να ξεφύγουμε από τον φαύλο κύκλο της χρεοκοπίας και θα πάψουμε να βρισκόμαστε στο έλεος των διεθνών αγορών.

 

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος – αναλυτής

 

 

ΠΗΓΗ: (ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 23-09-10),  http://www.topontiki.gr/article/9906

Μετανεωτερικότητα και Ελευθερία

Μετανεωτερικότητα και Ελευθερία:

Επιστημολογικές και Πολιτιστικές Ασυνέχειες

 

Του Γιώργου Παύλου

 


 

Πραγματικά κανείς, όταν καλείται να μιλήσει γι' αυτά τα πράγματα, δεν ξέρει καμιά φορά από πού ν' αρχίσει ή τί να πρωτοπεί, γιατί όντως βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα γεγονός ουσιώδους σημασίας, ιδίως όταν πρόκειται να μιλήσουμε για το χρόνο και για τον κόσμο, και όταν πρόκειται να μιλήσουμε για έναν πολιτισμό, όπως είναι αυτός ο πολιτισμός που κουβαλάει αυτός ο τόπος. Εννοούμε δε το διαχρονικό ελληνικό πολιτισμό διότι, εάν άλλα είδη πολιτισμών θέλουν να αναγκάσουν τον κόσμο να υποταχθεί σε μια γενική μορφή ή δομή, σ' ένα γενικό πλαίσιο, τούτος ο πολιτισμός που κουβαλάμε στις πλάτες μας ως Έλληνες είναι κάτι το ανάποδο: θέλει να σώσει το επιμέρους, θέλει να αναδείξει τα ελάχιστα και τα μηδαμινά αυτά για τα οποία όσοι ασχολούνται με τις μεγάλες ιδέες θεωρούν ασήμαντα να ασχοληθούν. Τούτος ο πολιτισμός, λοιπόν, είναι ένα μοιρολόι του συγκεκριμένου, του ελάχιστου, του ασήμαντου, του εφήμερου, γι' αυτό και είναι δύσκολος πολιτισμός.

Κατ’ αρχάς, να αναφέρω κάποιες συγκεκριμένες μνήμες που μας βοηθούν να αναμετρηθούμε μ’ έναν τόπο και μ’ έναν τρόπο όπως είναι ο δικός μας τόπος και τρόπος και που μας πάει πολύ μακριά και προς το παρελθόν και προς το μέλλον.


Πριν λίγες μέρες ήμουν αναγκασμένος να παρακολουθήσω ένα γεγονός σ’ ένα σχολείο που μου έχουν ζητήσει να είμαι επιστημονικός υπεύθυνος, κι εκεί έζησα ένα στιγμιότυπο που νομίζω ότι αξίζει να σας το πω. Ένα παιδί της Α' Γυμνασίου δημιουργούσε προβλήματα, κούραζε τους δασκάλους του και αναγκάστηκε ένας καθηγητής του να το φέρει στους συντονιστές αυτού του σχολικού προγράμματος. Ένας συντονιστής, ένας δάσκαλος – από πόνο ο ίδιος για τις αταξίες του μικρού – του τράβηξε τα αυτιά, τον χαστούκισε επειδή δεν ήταν υπάκουος, και εγώ είδα το παιδί αυτό να κλαίει. Ένα παιδί με ξανθά μαλλιά, με πρόσωπο φωτεινό. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, δεν ήθελα να σταματήσω την επέμβαση αυτή του δασκάλου μπρος σε όλους τους άλλους μαθητές. Μετά το πήρα παράμερα, κατεβήκαμε κάτω και το κράτησα στην αγκαλιά μου, το χάιδεψα και το φίλησα. Μιλήσαμε λίγο και μου είπε ότι είναι ορφανό, ότι ζει με τον παππού του και τη γιαγιά του. Του έλεγα ότι είναι καλό να αρχίσει να μαθαίνει γράμματα και πολλά παρόμοια. Μου έλεγε συνεχώς κλαίγοντας: «Ναι, κύριε. Ναι, κύριε». Ένα μικρό παιδί ορφανό, αδύναμο, χτυπημένο από τη μοίρα του σ' έναν κόσμο ψυχρό, αδιάφορο, αφιλόξενο. Εν τέλει μία ύπαρξη μερική και ατομική μέσα στον κόσμο – τον ιστορικό. Ένα δάκρυ ξεχασμένο στο χρόνο και την ιστορία που κρίνει τον κόσμο και την ιστορία.


Αυτό ήταν ένα συγκλονιστικό γεγονός για μένα προσωπικά, αλλά νομίζω ότι φανερώνει και το δικό μας δρόμο ως Έλληνες και ως ανθρώπους. Ότι σ' αυτό το εφήμερο, το συγκεκριμένο σώμα το απτό, μπορεί κανείς να συναντάει κάτι απερίγραπτο, κάτι το μέγιστο που αναμετράει τους χώρους και τους χρόνους, που μας βάζει μπροστά σ' ένα συμβάν, σ' ένα σημείο, και  ταυτόχρονα μας σταματάει μπρος στο αδιάβατο της ύπαρξης. Δεν μπορούμε να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο έτσι εύκολα εμείς.

 

Αυτό το γεγονός, αυτή η συνάντηση με το εφήμερο – τουλάχιστον στην τραγική στιγμή του – μου θύμισε κάτι από την περιοχή της Τέχνης, που θα το ξέρετε ίσως πολλοί από σας. Σας το αναφέρω, γιατί νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό. Θυμάστε την ταινία Τσαμπ – Ιταλού σκηνοθέτη – όπου ένα παιδί που ζει με τον πατέρα του, πρώην αθλητή του μποξ, ο οποίος μετά τις δόξες πλέον αρχίζει να γερνάει εργαζόμενος ως απλός εργάτης στον ιππόδρομο, ενώ η μητέρα του που αποφάσισε να ζήσει μια μεγάλη ζωή μ’ έναν σπουδαίο άνθρωπο, παίρνει για λίγο το παιδί μαζί στο πλούσιο σπίτι της. Το παιδί δεν αντέχει και επιστρέ­φει στον πατέρα του. Αναζητώντας τον πατέρα του φθάνει σ' έναν άδειο χώρο φωνάζοντας διαρκώς και με αγωνία το όνομά του. Νομίζω ότι αυτή η εμπειρία είναι μια από τις συγκλονιστικές στιγμές που μπορεί να παρουσιάσει η Δυτική Τέχνη. Ίσως εμείς, μέσα από την εμπειρία του δικού μας τρόπου, μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτά τα στοιχεία. Διότι είναι αυτή η εμπειρία της κοσμικής ορφάνιας, που μόνο ο άνθρωπος ως ενσυνείδητο ον μπορεί να βιώσει μ' έναν τρόπο που τον οδηγεί, ώστε ο ίδιος να αναλάβει την ευθύνη για όλον τον κόσμο, αλλά όχι με μια καρικατούρα μετασχηματισμού του Κόσμου και της Ιστορίας, αλλά με μια ευθύνη που πάει πολύ μακριά. Ο άνθρωπος αγωνιά και αισθάνεται ευθύνη για ολόκληρο τον κόσμο και το σύμπαν. Αυτή είναι η εμπειρία της απουσίας που και ο Σάρτρ περιγράφει έτσι έντονα.

 

Άλλο ένα στιγμιότυπο πάλι από την τέχνη, νομίζω ότι μας βοηθά να μπούμε σε μια περιοχή, όπου ορίζονται τα πράγματα μόνα τους και αυτομάτως χωρίς να κουραζόμαστε. Είναι αυτή η στιγμή που στο έργο Σολάρις του Ταρκόφσκι μία κοπέλα που είναι βασικά η υλοποίηση της μνήμης ενός εκ των ηρώων, μέσα σε έναν περίεργο πλανητικό χώρο αναγκάζεται να παρακαλεί τους ιπιστήμονες να της επιτρέψουν να ζήσει μαζί τους, γιατί όπως ισχυρίζεται αυτή η υλοποιημένη μνήμη-άνθρωπος επιθυμεί, νιώθει, αισθάνεται, διψάει, πονάει και τα λοιπά. Οι επιστήμονες της λένε ότι δεν υφίσταται, δεν υπάρχει, και ότι απλώς είναι μια υλοποιημένη μνήμη από νετρόνια.

 

Νομίζω ότι αυτά τα γεγονότα μας πηγαίνουν στην καρδιά αυτού του πολιτισμού που κουβαλάμε. Γιατί προσωπικά, αισθάνομαι ότι μετανεωτερικότητα σημαίνει επανεύρεση αυτού του τρόπου που μας ξανακάνει να είμαστε αυτό που είμαστε. Μας δίνει θάρρος να μη φοβούμαστε να είμαστε αυτό που είμαστε.

 

Όντως η διάνοια του ανθρώπου νεκρώνει τον κόσμο. Όντως τα συγκεκριμένα όντα σ' έναν πολιτισμό που δομείται σήμερα όλο και πιο πολύ απρόσωπα χάνουν τη σημασία τους. Γίνονται απλώς μια ύλη, μια μορφοποίηση μιας γενικής ιδέας. Αυτό θα πει κανείς ότι είναι ένας ανάστροφος πλατωνισμός. Ο Πλάτωνας φαντάζεται το νοητό κόσμο, εμπνέεται το νοητό κόσμο των ιδεών για να σώσει – όσο γίνεται – τον εφήμερο κόσμο, τον κόσμο των σωμάτων, τον αισθητό κόσμο, τον κόσμο της γενέσεως και της φθοράς. Βέβαια, αναγκάζεται να παραδεχθεί όπως όλος ο ελληνικός πολιτισμός την εμπειρία της ανάγκης: ότι τούτος ο κόσμος έχει μέσα του μια τραγικότητα. Βρίσκεται στην περιοχή της ανάγκης. Αυτό οι αρχαίοι Έλληνες το ταύτιζαν με αυτό που ονομάστηκε ύλη.

Αιτία της ανάγκης και της γενέσεως και της φθοράς είναι ένας υλικός φορέας, ο οποίος από τη φύση του υπόκειται σε μία διαρκή κίνηση, σ' ένα «γίγνεσθαι» και δε μπορεί να περάσει στην περιοχή του «είναι». Γι' αυτό και τα εφήμερα όντα, τα συγκεκριμένα, τα αισθητά δεν μπορούν να είναι όντα όντως. Αυτό που έχει σημασία είναι το γένος, η ιδέα που στέκεται στο νοητό τόπο και έχει αιωνιότητα. Αλλά ο Πλάτωνας ερμηνεύεται από την Ευρώπη ανάποδα, γιατί η Ευρώπη δεν μπορεί να καταλάβει σε μεγάλο βαθμό – και αυτό δεν είναι μια αλαζονική δική μας κρίση, αλλά είναι μια ταπεινή αίσθηση κατανόησης των τρόπων.


Η Ευρώπη δεν μπορεί να κατανοήσει ακόμη τον τρόπο του βλέπειν και οράν που εισήγαγε ο δικός μας πολιτισμός. Δηλαδή, ο Πλάτωνας δεν δημισυργεί έναν νοητό κόσμο ιδεών, επειδή αντιμάχεται την ύλη και το σώμα, – αλλά αγωνίζεται με τον τρόπο του να σώσει όσο γίνεται τον κόσμο τον εφήμερο. Γι' αυτό βλέπει κανείς αυτήν την εμπειρία του κάλλους, της ωραιότητας και της ομορφιάς να είναι βασικό συστατικό του αρχαιοελληνικού κόσμου. Αυτή η ομορφιά και η ωραιότητα και το κάλλος δεν αναφέρεται απλώς σ' έναν κόσμο νοητό, αλλά έχει να κάνει με τούτον τον κόσμο, το συγκεκριμένο, τον εφήμερο.


Απ' την άλλη μεριά, η Ευρώπη αδυνατεί να δει και να αναγνωρίσει τον ελληνικό τρόπο στην πληρότητά του, διότι ο ελληνικός τρόπος είναι ένας δύσκολος τρόπος. Χρειάζεται κανείς να σταματήσει στα εφήμερα, να σταματήσει την πρόοδο και την κίνηση κατ’ αρχάς, η οποία δεν είναι όντως συνάντηση. Είναι ένα προσπέρασμα του κόσμου και των πραγμάτων. Ο ελληνικός τρόπος είναι ένας τρόπος χασομεριού. Ένας ιδιότυπος τρόπος να χασομερούμε μέσα στον κόσμο. Κατ' άλλον τρόπο θα έλεγε κανείς ότι ο ελληνικός τρόπος είναι ένας τρόπος παραγωγής γόνιμης τεμπελιάς. Μιας απραξίας εξωτερικά που ταυτοχρόνως είναι η κατεξοχήν πράξη. Διότι, στους Έλληνες η πράξη δεν είναι απλώς η κατασκευή τεχνικών έργων, αλλά πράξη πρωτίστως είναι η σύνολη πράξη της πόλης ως κοινωνικό γεγονός.

 

Η πράξη δηλαδή δεν είναι να φτιάξουμε μηχανές, αλλά το πώς στην πόλη θα συναντηθούν οι πολίτες. Αυτό είναι το δύσκολο του ελληνι­κού κόσμου και τρόπου που ακόμη κι εμείς σήμερα αδυνατούμε να κατανοήσουμε, γιατί το γεγονός της συνάντησης των πολιτών στην περιοχή της πόλης είναι μια ξεχασμένη υπόθεση. Είναι ένα γεγονός τόσο συγκλονιστικό και γι' αυτό και τόσο αφανές ή τόσο ξεχασμένο. Είναι μια εορτή με την οποία πλέον αδυνατούμε να αναμετρηθούμε. Θα πρέπει όντως να περάσουμε σε μία μεταμοντέρνα αντίληψη για να μπορέσουμε να αφήσουμε αυτήν την εορτή να αναδυθεί μέσα από τα κρύφια της καρδιάς μας και να μη φοβηθούμε τη διάνοια, να μη φοβηθούμε το επιστημονικά ορθό. Αυτό που η κοπέλα στο Σολάρις έλεγε στους επιστήμονες, δηλαδή το έλεγε στη διάνοια-τη διάνοια ως εννοιοκρατία: «Αφήστε με να ζήσω μαζί σας». Και η επιστήμη, η διάνοια απορρίπτει τη ζωή ως συγκεκριμένο και απτό γεγονός.

 

Στην περιοχή της πόλης λοιπόν ο Σωκράτης – και αυτό δεν μπορεί να το ερμηνεύσει η Ευρώπη – ενώ δεν έχει τίποτε να πει, τίποτε να διδάξει, γιατί δεν ξέρει τίποτε, ενώ δεν είναι σίγουρος για τη μετά θάνατον αιωνιότητα, χασομεράει διαρκώς στην αγορά της πόλης προκειμένου να κάνει τους συμπολίτες του καλύτερους, να τους διδάξει, να τους σώσει. Αυτό είναι αντιφατικό. Αν δεν έχεις μια αλήθεια γενική, αν δεν έχεις μια θεωρία καθολική, πώς μπορείς τότε να σώσεις την πόλη; Τί είδους σωτηρία είναι αυτή που εισάγει ο Σωκράτης, όταν ο ίδιος λέγει ότι δεν γνωρίζει τίποτε και ότι ακόμη δεν είναι σίγουρος για μια αιωνιότητα; Τουλάχιστον αν είχε να τους μιλήσει για έναν μεταθανάτιο παράδεισο, τότε θα μπορούσε να τους τον επιβάλλει, ως έναν καθολικό νόμο, όπως ακριβώς προσπαθεί να τον επιβάλλει ένας ορισμένος τρόπος αντίληψης του κόσμου και της ζωής εδώ και μερικούς αιώνες και εννοώ τον ορθολογικό και νοησιαρχικό τρόπο, δηλαδή τον τρόπο της τεχνοκρατίας και του επιστημονισμού.

 

Για να κατανοήσει κανείς το Σωκράτη θα πρέπει να μπορεί να ζει αυτήν τη διαχρονική εμπειρία, αυτόν τον τρόπο του να συναντάει τον κόσμο ως φως και ως ταξίδι. Γιατί ο Σωκράτης εισάγει ακριβώς ως πολιτικό γεγονός όχι μία σκοπιμότητα άλλη μεταφυσική, παρά μόνο αυτό καθαυτό το γεγονός της συνάντησης. Εδώ, είμαστε μεταμοντέρνοι, είμαστε νεωτεριστές. Εδώ, σ' έναν τρόπο που ακόμη οι άλλοι δεν έφθασαν, αναμένουμε όντως την Ευρώπη και τον κόσμο, αναμένουμε τους ανθρώπους, αν δεν έχουν βαρεθεί πια αμετάκλητα τη ζωή, αν δεν έχουν αποφασίσει αμετάκλητα να είναι γερασμένοι. Αναμένουμε τους ανθρώπους, τον ανθρώπινο πολιτισμό στην περιοχή αυτή, όπου η συνάντηση δεν εντάσσεται σε καμιά άλλη σκοπιμότητα πέρα από αυτό καθ' εαυτό το γεγονός της συνάντησης. Ούτε ακόμη τη σκοπιμότητα ενός παραδείσου ορατού ή αόρατου.

 

Αυτό είναι το καίριο σημείο αυτού του πολιτισμού και αυτού του τόπου. Είναι το γεγονός της συνάντησης με τα όντα τα συ­γκεκριμένα, με τα όντα τα εφήμερα, αυτό που ο Αριστοτέλης προσπάθησε να πει: «Τάδε τι». Βέβαια, δεν μπόρεσε ούτε ο Αριστοτέλης να πει εν τέλει αυτό το πράγμα, γιατί για να μπορέσει κανείς να το πει θα πρέπει να έχει διαπεράσει όλη την περιοχή της τραγικότητας και να 'χει βγει στην πόλη πια του ονόματος. Κι εδώ αναδεικνύεται η σημασία του Βυζαντινού (ελληνορω­μαίικου) πολιτισμού, διότι οδηγεί τον αρχαίο κόσμο και τον αρχαίο ελληνισμό στην περιοχή του ονόματος. Γι' αυτό κουβαλάμε έναν δύσκολο πολιτισμό. Ίσως και εμείς βαρεθούμε κάποια στιγμή να τον κουβαλάμε. Ίσως αποφασίσουμε να γίνουμε προ­οδευτικοί. Ίσως αποφασίσουμε να φτιάξουμε τον κόσμο καλύτερο. Αλλά για όσους έχουν σταματήσει μπροστά στα πράγματα, για όσους δεν θέλουν να είναι πετυχημένοι σ' αυτόν τον κόσμο, τότε αναδύονται κάποιες εμπειρίες. Αναδύονται κάποιες αισθήσεις και κάποιες μνήμες. Τότε η μνήμη γίνεται μέτρο της πραγματικότητας. Τότε η μνήμη κρίνει τα πράγματα. Μια γραμμική αντίληψη περί του χρόνου – παρελθόν, παρόν, μέλλον ­ που στην ουσία είναι ένας μηδενισμός του χρόνου, με όρους επι­στημονικούς θα έλεγα ότι είναι ένα είδος αχρονικότητας και ανιστορικότητας, που χαρακτηρίζει τον ευρωπαϊκό ορθολογισμό.


Αντίθετα τούτος ο τόπος κουβαλάει έναν χρόνο γεμάτο. Κουβαλάει μια Ιστορία γεμάτη, που είναι ακριβώς η περιοχή της μνήμης των συγκεκριμένων και των απτών όντων. Έτσι, ο Οδυσσέας γίνεται μέτρο αυτού του τρόπου και τόπου, γίνεται μέτρο καθ' όσον αφήνει την περιοχή της προόδου και την περιοχή του γενικού καλού και της γενικής αλήθειας, την περιοχή της υποκειμενικότητας που είναι η περιοχή της Καλυψούς και οδεύει δια των υδάτων στην περιοχή του ονόματος, στην περιοχή του εφήμερου, του ιστορικού. Αφήνει την ανιστορικότητα, τη θεϊκή Καλυψώ, τη Θεά που του παρέχει άφατες χαρές, ατελείωτες και αιώνιες, αλλά ιδεοληπτικές ηδονές, χάριν του συγκεκριμένου και του εφήμερου και διακινδυνεύει αυτήν ακριβώς την καθολική, αλλά ιδεοληπτική αλήθεια.

 

Αυτός ο πολιτισμός που οδεύει προς το συγκεκριμένο με σάρκα και οστά, με όνομα και ταυτότητα είναι ένας δύσκολος πολιτισμός. Είναι ένας πολιτισμός εξαρχής μετανεωτερικός. Αυτός ο πολιτισμός παράγει μια ανοιχτή οντολογία για την οποία δεν θα πω τώρα πολλά, αλλά που τουλάχιστον η επιστήμη σήμερα όλο και περισσότερο μας δείχνει πόσο δίκαιο είχαν όσοι μίλησαν για τα όντα στη διαχρονικότητα του ελληνικού τρόπου με τον τρόπο που μίλησαν.

 

Για όσους αναμετρήθηκαν με την εμπειρία του «είναι» των όντων έτσι που αναμετρήθηκαν: ως μοιρολόι και ως εορτή, ως συνάντηση επώδυνη και ταυτοχρόνως χαρμόσυνη. Εισάγει και μας μυεί σε μια γνωσιολογία που είναι εικονολογική γνωσιολογία. Είναι γνωσιολογία που άπτεται της οντολογίας, που έχει μέλλον και είναι εικονολογική, δηλαδή δεν υποκαθιστά τον κόσμο και τα όντα με έννοιες, αλλά με ζώσες εικόνες που σώζουν τα όντα, που σέβονται το χρόνο, που σέβονται το εφήμερο. Μια ανθρωπολογία που είναι πια αυτό που θα έλεγε κανείς η οντολογία της νοσταλγίας, της νοσταλγίας του άλλου ως το εφήμερο. Αυτό που γίνεται μέτρο του καθημερινού μου μηδενισμού. Αυτό που με επαναγάγει στην περιοχή του Είναι. Αυτό είναι μια ανοιχτή ανθρωπολογία. Είναι μια αναμέτρηση με το μέλλον και είναι ένας τρόπος που ακριβώς συνθέτει μαζί με την οντολογία και τη γνωσιολογία έναν πολιτισμό που είναι αυτό που θα σώσει τον ανθρώπινο πολιτισμό, με την έννοια πια όχι μιας αφηρημένης καθολικής σωτηρίας, αλλά με την ανάδειξη του γεγονότος της πόλης, ως συνάντηση πολιτών με όνομα και ταυτότητα, όπου η οικονομία δεν θα είναι μια ολοκληρωτική υπόθεση υποκειμενικού παραδείσου.

 

Εξάλλου, η Σχολαστική Θεολογία είναι υπεύθυνη για την υποκειμενοποίηση του κοινωνικού και πολιτικού βίου σε ένα οι­κονομικό κερδοσκοπικό και ατομικό γεγονός, αφού ο Θεός είναι απλώς ένα αντικείμενο (και ο κόσμος είναι ένα αντικείμενο) που εξυπηρετεί μια υποκειμενική αυτάρκεια. Αντίθετα στην ελληνική πόλη η οικονομία γίνεται πια περιοχή δώρου και χαρίσματος. Παράγουμε ακριβώς για να δωρίζουμε τους εαυτούς μας και αυτό που παράγουμε είναι το δώρο προς τους άλλους.

 

Ενδεχομένως το γεγονός της οικονομίας ως δώρο υποπτεύθηκε λίγο ο Μάρξ, αλλά δεν μπορούσε να το παρακολουθήσει σ' αυτήν τη συγκλονιστική περιοχή της εμπειρίας του άλλου και της πόλης, όπου η οικονομία πια δεν είναι υπόθεση υποκειμενικότητας και ατομικής αυτάρκειας, αλλά αντίθετα όπου αναστρέφεται πια η πενία του πλούτου στον πλούτο της πενίας. Η παιδεία έτσι δεν είναι μια παιδεία αντικειμενοποίησης των πάντων, αλλά μια παιδεία που μας οδηγεί και μας επαναφέρει στην περιοχή του ανοιχτού πολιτισμού, της ανοιχτής ανθρωπολογίας. Σ’ αυτό που γίνεται πλέον νοσταλγία του εφήμερου, του συγκεκριμένου. Σ' αυτό που έχει όνομα και ταυτότητα.

 

(Αρχική) πηγή: ηλ. επεξεργασία antifono.gr, Ανάμεσα σε δύο κόσμους, εκδ. Ανιχνεύσεις, ΣΕΤΜΘ, 1998

 

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 23 Σεπτέμβριος 2010 07:00, http://www.antifono.gr/portal/πρόσωπα/Παύλος-Γ/2010-01-02-08-48-11/2311-Μετανεωτερικότητα-και-ελευθερία-Επιστημολογικές-και-Πολιτιστικές-Ασυνέχειες.html

Ελλάδα 2010: H επίθεση του κεφαλαίου ΙΙΙ

Ελλάδα 2010: H επίθεση του κεφαλαίου ΙΙΙ

 

Του Σπύρου Σακελλαρόπουλου*

 

7. Οι τρεις βασικές διαστάσεις του ζητήματος

 

Βασική μας θέση είναι πως τα πράγματα πήραν αυτή τη διάσταση επειδή το αληθινό πρόβλημα αφενός αφορούσε την κρίση στρατηγικής του ελληνικού κεφαλαίου αλλά, αφετέρου, επειδή πυροδότησε και ευρύτερες διεργασίες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η Ελλάδα είναι χώρα της Ευρωζώνης, κατά συνέπεια η συγκεκριμένη κρίση, η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο της παγκόσμιας ύφεσης, δεν μπορούσε να έχει μόνο «τοπικά» αποτελέσματα.

Σ’ ό,τι αφορά την κρίση του ελληνικού καπιταλισμού, η αδυναμία εκπόνησης μιας εναλλακτικής αστικής στρατηγικής από την ελληνική άρχουσα τάξη εκτιμήθηκε αρνητικά από τις διεθνείς χρηματαγορές, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια διαδικασία απόσυρσης της εμπιστοσύνης των χρηματοπιστωτικών οίκων απέναντι στον ελληνικό καπιταλισμό. Με άλλα λόγια το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν ούτε το έλλειμμα ούτε το χρέος (άλλωστε όπως δείξαμε κι άλλες χώρες αντιμετωπίζουν παρόμοια ζητήματα) αλλά δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα. Από τη μια σχηματίστηκε η εκτίμηση πως ο ελληνικός καπιταλισμός είναι πιθανό να μπει σε πορεία υποβάθμισής του στο διεθνή καταμερισμό εργασίας στο επόμενο διάστημα και κατά συνέπεια ενείχε κινδύνους η επένδυση σε αυτόν και γι’ αυτό η Ελλάδα σήμερα δανείζεται με τόσο υψηλά επιτόκια.[1] Αυτό είχε την αντανάκλασή του και στο τραπεζικό σύστημα: οι τράπεζες αναζητούν στο εξωτερικό κεφάλαια για τη συντήρηση της ζήτησης αλλά η χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας συντελεί στη διαμόρφωση των υψηλών επιτοκίων δανεισμού (Πελαγίδης-Μητσόπουλος 2010: 248).

Σ’ ό,τι αφορά τη διεθνή της διάσταση, η ελληνική κρίση έχει να κάνει με το ευρώ και τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Η προσπάθεια αρκετών ευρωπαϊκών χωρών να δημιουργήσουν ένα ισχυρό νόμισμα που σταδιακά θα λειτουργούσε ως το παγκόσμιο αποταμιευτικό νόμισμα θα συναντήσει την αντίδραση των αντίπαλων σχηματισμών, πόσο μάλλον που το ευρώ από το διάστημα της δημιουργίας του ανατιμήθηκε σημαντικά έναντι του δολαρίου και της στερλίνας. Η κρίση στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε ως κερκόπορτα όχι μόνο για να αντληθούν κερδοσκοπικά κέρδη από τον ακριβό δανεισμό αλλά επίσης για να μετατραπεί η κρίση της Ελλάδας σε κρίση του ευρώ.[2] Στο εσωτερικό της Ευρωζώνης αυτό αποτυπώθηκε στις πραγματικές αντιθέσεις μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας.[3] Η Γαλλία βλέποντας τον κίνδυνο που δημιουργείτο, θέλησε να παρασχεθεί βοήθεια στην Ελλάδα, διότι φοβήθηκε πως η κρίση στη συνέχεια θα επεκτεινόταν και στην Πορτογαλία και την Ισπανία με αποτέλεσμα να επέλθει η κατάρρευση του κοινού νομίσματος. Η Γερμανία από την πλευρά της είχε εκτιμήσει πως τα ιδιαίτερα συμφέροντά της εκφράζονταν μέσω της υφιστάμενης κατάστασης όπου όντας η χώρα με τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα είχε καταφέρει να ηγεμονεύσει ως εξαγωγική δύναμη στο χώρο της ευρωζώνης. Οποιαδήποτε βοήθεια προς την Ελλάδα θεωρούσε πως θα λειτουργούσε ως αφορμή για να περιοριστούν τα κέρδη των γερμανικών επιχειρήσεων, αφού αυτό θα λειτουργούσε ανασχετικά και στις διαφορές παραγωγικότητας. Διαφορετικά ειπωμένο, ο γερμανικός καπιταλισμός συμφώνησε να συμμετάσχει στο ευρώ θεωρώντας πως οι άλλοι σχηματισμοί χάνοντας το όπλο των υποτιμήσεων δεν θα μπορούσαν να συναγωνιστούν τη δική του υψηλή παραγωγικότητα. Όταν οι επιπτώσεις αυτής της πολιτικής άρχισαν να γίνονται ορατές, υπήρξε η εκτίμηση πως είναι προτιμότερο να πιεστεί η ελληνική οικονομία παρά να τεθεί σε αμφισβήτηση το όλο πλαίσιο που επέφερε πολύ μεγάλα κέρδη στη Γερμανία.

Υπάρχει βεβαίως και μια τρίτη, πρόσθετη διάσταση η οποία δεν έχει πάρει ακόμα σαφή χαρακτηριστικά αλλά εκτιμούμε πως στο προσεχές μέλλον θα απασχολήσει τη γενικότερη ριζοσπαστική σκέψη. Ξεκινώντας από την Ελλάδα, η οποία παρεμπιπτόντως πάντοτε αποτελούσε μια δυτική ανορθοδοξία με το δυναμικό εργατικό κίνημα, την ισχυρή αριστερή παράδοση και το μετατοπισμένο προς τ’ αριστερά πολιτικό σύστημα, φαίνεται να επιδιώκεται η μετάβαση σε μια νέα φάση για τους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς. Η σημερινή κρίση αποδεικνύει πως η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους δεν εμφανίζει σημαντικές αντίρροπες τάσεις ούτε μέσω των αλλαγών στην οργάνωση της παραγωγής (εφαρμογή των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων), ούτε μέσω των τεχνολογικών καινοτομιών (χρήση της πληροφορικής στην παραγωγή). Γι’ αυτό είναι απαραίτητη η ανεύρεση νέων τρόπων αναστροφής της τάσης και αυτό που φαίνεται να κυριαρχεί είναι η κατεύθυνση της αλλαγής του συσχετισμού μεταξύ απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Αυτό δε σημαίνει πως δε θα συνεχίσει να κυριαρχεί η σχετική υπεραξία αλλά πως θα υπάρξει μεγάλη μείωση της συμμετοχής της εργασίας στον παραγόμενο πλούτο με παράλληλη αύξηση του χρόνου της απασχόλησης. Γι’ αυτό και στην Ελλάδα τα μέτρα δεν περιορίζονται σε μια νέα περίοδο λιτότητας, αλλά εκφράζουν την τάση κατάργησης κοινωνικών κατακτήσεων δεκαετιών, με πρόσχημα την αντιμετώπιση της κρίσης.

8. Υπάρχει περίπτωση τα συγκεκριμένα μέτρα να οδηγήσουν στην ανάκαμψη;

Στη βάση των όσων αναφέραμε, εκτιμούμε πως τα συγκεκριμένα μέτρα που λήφθηκαν όχι μόνο δεν θα συντελέσουν στη μείωση του ελλείμματος αλλά το πιο πιθανό είναι πως θα βυθίσουν τη χώρα σε βαθιά ύφεση. Καταρχήν τα μέτρα δεν αποφασίστηκαν για τους λόγους που προβλήθηκαν, αφού όπως είδαμε το όλο ζήτημα είναι αρκετά διαφορετικό, και κατά προέκταση είναι δύσκολο να υπάρξει αντιστοίχηση μεταξύ μέτρων και στόχων. Από εκεί και πέρα ανακύπτουν και άλλα θέματα. Η βασική αντίληψη περί δημοσιονομικής εξυγίανσης στηρίζεται στην άποψη πως με περιορισμό της συνολικής ζήτησης θα ακολουθήσει κρίση των πωλήσεων με αποτέλεσμα την πτώση των τιμών και στη συνέχεια αναθέρμανση της αγοράς. Αυτό που δεν πρέπει να γίνει, υποστηρίζουν οι θιασώτες της κυβερνητικής πολιτικής, είναι μια αύξηση των μισθών γιατί τότε θα περιοριστούν τα κέρδη και επομένως οι επενδύσεις και στη συνέχεια η απασχόληση. Ωστόσο αυτό που δεν γίνεται αντιληπτό, όχι για λόγους νοημοσύνης αλλά επειδή πρόκειται για σαφώς ταξικές πολιτικές, είναι πως η αύξηση των κερδών και των επενδύσεων γίνεται εφικτή μόνο αν το βάρος της οικονομικής πολιτικής κατευθύνεται στην επέκταση της συνολικής ζήτησης. Σε αντίθετη περίπτωση τα «φθηνά» εμπορεύματα θα μείνουν απούλητα, οι επιχειρήσεις θα περιορίσουν την παραγωγή τους, η ανεργία θα αυξηθεί και η ύφεση θα βαθύνει. Διαφορετικά ειπωμένο, η μείωση των εισοδημάτων δεν θα λύσει το πρόβλημα αλλά, αντιθέτως, θα δημιουργήσει πληθώρα νέων ζητημάτων (Θανασούλας 2010: 13). Στον δε τραπεζικό τομέα θα αυξηθεί η επισφάλεια των τραπεζών με συνέπεια τη νέα περιστολή της ρευστότητας στους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας (Λαπατσιώρας- Μηλιός 2010: 12)

9. Συμπέρασμα

Όπως έχει δείξει η «Σχολή Αλτουσέρ» η ιδιαιτερότητα του πολιτικού είναι πως συμπυκνώνει την ταξική πάλη σε όλα τα επίπεδα. Υπό αυτήν την έννοια τα πρόσφατα κυβερνητικά μέτρα δεν είναι απλώς μια οικονομικού χαρακτήρα απάντηση στην κρίση, αλλά μια σαφής πολιτική στρατηγική που εκφράζει συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα. Η ελληνική άρχουσα τάξη βρίσκεται μέσα σε μια δίνη, η οποία αποτελεί προϊόν πολλών και διαφορετικών εκφάνσεων της ταξικής πάλης: Παραπέμπει στην αδυναμία συνέχισης του συγκεκριμένου τρόπου ένταξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, στις αντιφάσεις που έχει δημιουργήσει η χρήση του ευρώ στο πλαίσιο της παγκόσμιας κρίσης, στην ανάγκη συμμόρφωσης όλων των εθνικών σχηματισμών με τις κατευθύνσεις των ισχυρών ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, στην προσπάθεια σε διεθνή κλίμακα ανεύρεσης ενός νέου μοντέλου συσσώρευσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εκτιμούμε πως τα επόμενα χρόνια θα χαρακτηριστούν από προσπάθειες των εθνικών αστικών τάξεων για συστηματική και εντατική μετακύλιση του κόστους της κρίσης στον κόσμο της εργασίας. Σε αυτό οι οργανωμένες, πολιτικά και συνδικαλιστικά, μορφές εκπροσώπησης των λαϊκών συμφερόντων, θα κληθούν να σχεδιάσουν αποτελεσματικές στρατηγικές ανάσχεσης της επίθεσης του κεφαλαίου. Το μέλλον, πέραν του ότι διαρκεί πολύ, προοιωνίζεται και πολύ ενδιαφέρον…

 

8/5/2010

 

Βιβλιογραφία

Βεργόπουλος Κώστας 2009, «Δυστυχώς δεν επτωχεύσαμεν», Ελευθεροτυπία 17/12.

Βεργόπουλος Κώστας 2010, «Η Ελλάδα πρέπει να ματώσει», Ελευθεροτυπία 26/2.

Δελαστίκ Γιώργος, 2010α, «Για να μην τρώμε κουτόχορτο», Έθνος 11/2.

Δελαστίκ Γιώργος, 2010β, «Καταχρεωμένοι και οι μεγάλοι της ΕΕ» Έθνος 6/3.

Θανασούλας Τάκης, 2010, «Η Πολιτική είναι συμπυκνωμένη οικονομία», Σπάρτακος 101: 10- 13.

Ινστιτούτο Εργασίας (ΙΝΕ) ΓΣΕΕ- ΑΔΕΔΥ, 2008, Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση. Ετήσια Έκθεση 2008, Αθήνα.

Ινστιτούτο Εργασίας (ΙΝΕ) ΓΣΕΕ- ΑΔΕΔΥ, 2009, Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση. Ετήσια Έκθεση 2009, Αθήνα.

Ιντσέλ Αχμέτ, 2010, «Οι ακροβάτες των χρηματοοικονομικών ξανά επί σκηνής», Αυγή 14/3.

Κρούγκμαν Πωλ, 2010, «Τι προκάλεσε το ευρω- χάος», Βήμα 17/2.

Λαπατσιώρας Σπύρος και Γιάννης Μηλιός, 2010, «Είναι αναγκαία τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση για τη “διάσωση της Ελλάδας”;», Μπλόκο 0: 12.

Μηλιός Γιάννης και Ηλίας Ιωακείμογλου, 1990, Η διεθνοποίηση του ελληνικού καπιταλισμού και το ισοζύγιο πληρωμών, Αθήνα: Εξάντας.

Πελαγίδης Θοδωρής και Μιχάλης Μητσόπουλος, 2010, Η στιγμή της στροφής για την ελληνική οικονομία. Πώς ο προοδευτικός πραγματισμός μπορεί να τη θέσει ξανά σε τροχιά ανάπτυξης, Αθήνα: Παπαζήσης.

Παπαντωνίου Γιάννος 2010, «Από την ανάπτυξη στη στασιμότητα», Βήμα 3/1.

Σταθάκης Γιώργος, 2010, «Το ελληνικό δημόσιο χρέος, η “χρεοκοπία” και το Ευρώ», Αυγή 14/3.

 

UNCTAD 2010, UNCTAD Handbook of Statistics, http://stats.unctad.org/Handbook/ TableViewer/tableView.aspx

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

Πίνακας 1

Διαχρονική εξέλιξη του Ισοζυγίου Τρεχουσών συναλλαγών

1960- 1989

 

 

 

 

 

 

 

Σε εκατ. $

1960

1965

1970

1975

1980

1985

1989

Εισαγωγές χωρίς καύσιμα

945

1580

4221

7921

7373

12983

Εμπορικό Έλλειμμα

289

686

1084

3036

6810

6268

9086

Έλλειμμα Καυσίμων

71

116

844

2982

3188

2092

Εμπορικό Έλλειμμα χωρίς καύσιμα

615

968

2192

3827

3080

6994

Έλλειμμα Καυσίμων/ εμπορικό έλλειμμα %

12

11

28

44

51

23

Ναυτιλιακό (1)

77

164

277

845

1816

1039

1375

Μεταναστευτικό (2)

91

207

345

782

1084

801

1386

Τουριστικό (3)

49

108

194

644

1734

1428

1977

Πόροι ΕΟΚ (4)

0

0

0

0

869

2602

Λοιπά (5)

57

71

134

455

1526

1123

2901

Σύνολο αδήλων πόρων (1) + (2) + (3)+ (4) + (5)

276

550

950

2726

6160

5260

10241

Άδηλες πληρωμές

65

137

267

765

1566

2268

3732

Ισοζύγιο Αδήλων

211

413

683

1961

4594

2992

6509

Ισοζύγιο αδήλων/ εμπορικό έλλειμμα %

73

60

63

65

67

48

72

Έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών

78

273

402

1075

2216

3276

2577

Πηγή: Μηλιός – Ιωακείμογλου 1990: 116

 

 

 

 

 

 

 

 

 

* Άρθρο (Μέρος ΙΙ) του Σπύρου Σακελλαρόπουλου από τις τελευταίες Θέσεις, τεύχος Ιούλιος Σεπτέμβριος 2010.

 

Πηγή aformi.wordpress.com

 

ΠΗΓΗ: synt, Σάββατο, 11-09-2010,

http://www.attacktv.gr/Pages/viewArticle.aspx?ID=9101

 

[1]Βεβαίως σε αυτό συνέβαλε και η απόκρυψη των πραγματικών στοιχείων από την προηγούμενη κυβέρνηση με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια ασάφεια στις χρηματαγορές για την πραγματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας.

 

[2]Σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του, ο Αχμέτ Ιντσέλ αναδεικνύει το ρόλο συγκεκριμένων αμερικάνικων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, με κορυφαία την Goldman Sachs, στις πιέσεις που δημιουργήθηκαν για να αυξηθεί το ασφάλιστρο κινδύνου στην Ευρωζώνη υπερμεγενθύνοντας τα δημοσιονομικά προβλήματα της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Ιρλανδίας. Ως όπλο χρησιμοποιήθηκαν τα λεγόμενα Credit Default Swap (CDS) που αποτελούν ασφαλιστικά συμβόλαια απέναντι στον κίνδυνο μη αποπληρωμής εκ μέρους μιας επιχείρησης ή ενός κράτους των χρεών του. Όσο πιο μεγάλος είναι ο κίνδυνος τόσο μεγαλύτερο είναι και το επιτόκιο (Ιντσέλ 2010). Μέχρι την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης ο βαθμός διακινδύνευσης της Ελλάδας στις αγορές CDS είχε εκτιναχθεί από το 120 στο 700, πράγμα που σημαίνει πως οι χρηματοοικονομικές αγορές εκτιμούσαν πως κατά 60% η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της για αποπληρωμή των δανείων στα επόμενα πέντε χρόνια. Για να καταλάβουμε πόσο υπερδιογκωμένος εμφανίζεται ο συγκεκριμένος κίνδυνος, αρκεί να αναφέρουμε πως ο αντίστοιχος δείκτης για τη Ρουμανία, η οποία παρουσιάζει ακόμα χειρότερη δημοσιονομική κατάσταση, ήταν 265. Αντίστοιχα εκτιμάται πως ο κίνδυνος να μην αποπληρώσει το Μαρόκο τα χρέη του είναι οκτώ φορές μικρότερος από τον κίνδυνο της Ελλάδας, ενώ του Λιβάνου τέσσερις φορές μικρότερος!

 

[3]Θα πρέπει να διευκρινίσουμε στο σημείο αυτό πως οι ενδο-ευρωπαϊκές διαφωνίες αφορούσαν την πιθανότητα περαιτέρω στήριξης της Ελλάδας και όχι αυτή καθ’ αυτή την αναγκαιότητα των πρόσφατων κυβερνητικών μέτρων. Αντίθετα, το σύνολο των μελών της ευρωζώνης ήταν αναφανδόν υπέρ της λήψης των μέτρων. Αυτό συνέβη γιατί είχε διαμορφωθεί ένα κλίμα ενοχοποίησης της Ελλάδας για το γεγονός πως συνέχιζε να εμφανίζει αποκλίσεις από αυτό που τα ιμπεριαλιστικά κέντρα και οι διεθνές αγορές θα επιθυμούσαν (συντριβή το εργατικού κινήματος, ακόμα μεγαλύτερη αναδιανομή εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου, αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, μεγαλύτερη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, μετατόπιση του πολιτικού σκηνικού σε ακόμα συντηρητικότερες και νεοφιλελεύθερες ατραπούς).

Ελλάδα 2010: Η επίθεση του κεφαλαίου ΙΙ

Ελλάδα 2010: η επίθεση του κεφαλαίου ΙΙ

 

 

Του Σπύρου Σακελλαρόπουλου*

 

6. Ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα;

Το πραγματικό πρόβλημα έχει να κάνει με το μοντέλο ένταξης στο διεθνή καταμερισμό εργασίας που υιοθέτησε η ελληνική αστική τάξη μεταπολεμικά. Το βάρος δινόταν πρωταρχικά στον εφοπλισμό, άλλωστε η Ελλάδα παραμένει σταθερά η πιο ισχυρή ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο, και στην ανάπτυξη των κατασκευών (πέραν της κατασκευαστικής ανοικοδόμησης της χώρας αξίζει να αναφερθεί και η πολύ σημαντική παρουσία των ελληνικών κατασκευαστικών εταιρειών στη Β. Αφρική και στη Μ. Ανατολή) και του τουρισμού και μόνον δευτερευόντως και υποτελώς στη βιομηχανία και μάλιστα στην εξαγωγική εκδοχή της. Στη συνέχεια και με την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ/ΕΕ την όλη αυτή κατεύθυνση ενίσχυσαν και οι κοινοτικοί πόροι.

 

Αυτή η στρατηγική παρουσιάζεται στον πίνακα 1 του παραρτήματος. Το τουριστικό συνάλλαγμα, τα έσοδα από τον εφοπλισμό και οι πόροι από την ΕΟΚ συντελούν αποφασιστικά στη μείωση του εμπορικού ελλείμματος. Διαφορετικά ειπωμένο το σχετικά αδύνατο σημείο του ελληνικού καπιταλισμού που ήταν η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας του, το αντιστάθμιζε το γεγονός της πολύ ισχυρής ναυτιλιακής παρουσίας, της ανάπτυξης της τουριστικής βιομηχανίας και των πόρων από την ΕΟΚ/ΕΕ που σε σημαντικό βαθμό κατευθύνονταν στο κατασκευαστικό κεφάλαιο.

Στη δεκαετία του ’90 το ακόμα μεγαλύτερο άνοιγμα των διεθνών αγορών που έφερε η νίκη του νεοφιλελευθερισμού σε παγκόσμιο επίπεδο (το φαινόμενο που για ορισμένους ονομάστηκε «παγκοσμιοποίηση») ενέτεινε τις πιέσεις απέναντι στην ελληνική οικονομία. Η λύση που επιλέχτηκε για να ανταπεξέλθει στα νέα δεδομένα δεν ήταν κάποιας μορφής τεχνολογικός μετασχηματισμός ή μια ριζική αναδιαμόρφωση του τρόπου οργάνωσης της εργασίας, όπως υπήρξε ο φορντισμός στο παρελθόν, πέραν της υιοθέτησης ορισμένων μορφών εργασιακής ευελιξίας. Αντίθετα δόθηκε βάρος στη συνέχιση του ίδιου μοντέλου με ταυτόχρονη ένταση του βαθμού εκμετάλλευσης των λαϊκών στρωμάτων (μείωση της συμμετοχής της εργασίας στο παραγόμενο προϊόν, αυξήσεις μικρότερες από την άνοδο της παραγωγικότητας), καθώς και μέσω της αξιοποίησης της φτηνής μεταναστευτικής εργασίας. Είναι δε χαρακτηριστικό πως σε μια περίοδο έντονης κεφαλαιακής διεθνοποίησης, η Ελλάδα είναι χώρα με πολύ λίγες άμεσες επενδύσεις προς το εξωτερικό[i] και αυτές σχεδόν αποκλειστικά στο χώρο των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών της Βαλκανικής.

Η ένταξη στην ΟΝΕ, η πραγματοποίηση μεγάλων κατασκευαστικών έργων, η διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων το 2004, δεν διαφοροποιούσαν αυτήν την στρατηγική αλλά την ενίσχυαν. Ταυτόχρονα συνεχίστηκαν διάφορες παράλληλες μορφές ενίσχυσης του συνασπισμού εξουσίας και των στηριγμάτων του όπως η ανοχή στην παραοικονομία (η οποία αισίως έφτασε στις αρχές του 21ου αιώνα το 28,5% του ΑΕΠ), η διαπλοκή μονοπωλιακών μερίδων και κρατικού μηχανισμού με αποτέλεσμα την υπερκοστολόγηση δημόσιων έργων κ.ο.κ.

Τα προβλήματα άρχισαν να οξύνονται όταν εμφανίστηκε μείωση των ευρωπαϊκών πόρων, πτώση των εσόδων από τον τουρισμό, αύξηση του δανεισμού για να καλυφτεί το κόστος που δημιουργούσε η προνομιακή μεταχείριση στην ανάληψη δημόσιων έργων από συγκεκριμένους μονοπωλιακούς ομίλους (πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του σκανδάλου της Ζήμενς), σταθερά υψηλά κόστη στρατιωτικών δαπανών κυρίως λόγω ευρύτερων γεωπολιτικών σχεδιασμών και υποχρεώσεων, [ii]υπερκοστολόγηση δημόσιων δαπανών (ενδεικτικό παράδειγμα η λειτουργία του νοσοκομειακού τομέα με ό,τι αυτός περιλαμβάνει: φάρμακα, ιατρικά μηχανήματα, ιατρικές εξετάσεις που εκτελούνται από τον ιδιωτικό τομέα λόγω αδυναμίας τέλεσής τους από τον δημόσιο). Ταυτόχρονα η ένταξη στην ΕΕ σχηματισμών χαμηλότερου κόστους εργασίας (των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών) ενέτειναν την εικόνα της μειωμένης ελληνικής παραγωγικότητας, αφού αυξήθηκε περισσότερο ο ανταγωνισμός εντός της ίδιας οικονομικής ολοκλήρωσης. Εξέλιξη που έπληξε κυρίως τους παραδοσιακούς κλάδους έντασης εργασίας (κλωστοϋφαντουργία, ένδυση, υπόδηση) με συνέπεια είτε την πτώχευση επιχειρήσεων είτε την μετοίκησή τους σε χώρες της Βαλκανικής.

Το τραπεζικό κεφάλαιο από την πλευρά του επιχείρησε να ασκήσει πιέσεις στις επιχειρήσεις προς την κατεύθυνση έντονων αναδιαρθρώσεων, ωστόσο αυτό προσέκρουσε στην αδυναμία αρκετών εταιρειών να ενσωματώσουν τόσο σημαντικές αλλαγές στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης με αποτέλεσμα συχνά να παράγονται αποδιαρθρωτικά αποτελέσματα. Έτσι από ένα σημείο και μετά θα δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος αφού η κρίση οδήγησε στον περιορισμό των χρηματοδοτήσεων προς τις επιχειρήσεις, πράγμα που ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την ύφεση κ.ο.κ.

Όλα αυτά θα κάνουν πολύ έντονη την παρουσία τους και στην αποδοτικότητα των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας, η οριακή αποτελεσματικότητα του παγίου κεφαλαίου[iii] ακολούθησε μακροχρόνια ανοδική πορεία μέχρι το 2004. Από εκεί και πέρα κάθε πρόσθετη μονάδα επένδυσης σε πάγιο κεφάλαιο συνοδευόταν από μικρότερη αύξηση του παραγόμενου προϊόντος. Πρόκειται για το τέλος ενός επενδυτικού κύκλου ο οποίος χαρακτηρίστηκε από τη χρήση νέων τεχνολογιών στον εισαγόμενο από το εξωτερικό μηχανολογικό εξοπλισμό. Ο συγκεκριμένος κύκλος ξεκίνησε το 1996 και από 25% που ήταν η σχέση προϊόντος/κεφαλαίου το 1995 έφτασε στο 28,5% το 2005. Από το 2006 η άνοδος ανακόπηκε και μετατράπηκε σε πτώση το 2008 (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2009).

Το συνολικό αποτέλεσμα είναι πως βοηθούσης και της παγκόσμιας ύφεσης η ελληνική οικονομία από το 2005 αρχίζει να εμφανίζει έντονα στοιχεία συστολής. Έτσι η εξέλιξη του ακαθάριστου εγχώ­ριου προϊόντος σε σταθερές τιμές, υπήρξε ανοδική κατά την περίοδο 1996-2004, παρουσίασε κάμψη από το 2005 και κατέστη στη συνέχεια έντονα πτωτική. Σύμφωνα δε με τις προβλέψεις, το ΑΕΠ θα μειωθεί, σε σταθερές τιμές, κατά περίπου 2% το 2010. Ο ετήσιος ρυθµός ανάπτυξης επιβραδύνθηκε από 4,0% το 2007 στο 2,9% το 2008 και στο -2% το 2009. Πρέπει δε να σημειωθεί πως το 2008, υπήρξε, για πρώτη φορά μετά από το 1992-1994, κάμψη του όγκου των ακαθάριστων επενδύσεων κεφαλαίου. Τελευταίο αλλά όχι έσχατο, η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 4,0% το 2008 ενώ το 2007 είχε παρουσιάσει άνοδο 2,7%.

Στο επίπεδο της κρατικής διαχείρισης, η κρίση συμπυκνώθηκε στην άνοδο του δημόσιου ελλείμματος από 6,6% που ήταν το 2008 στο 12,9% του ΑΕΠ στο 2009. Αυτό οφείλεται σε μια σημαντική μείωση των εσόδων και των επιστροφών εσόδων (περίπου 4%), καθώς και στην αύξηση των δημοσίων δαπανών (περίπου 2/%). Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ σε όλη τη περίοδο 2002-2008 τα δημόσια έσοδα σημείωναν κάθε έτος αύξηση, το 2009 για πρώτη φορά θα σημειωθεί μείωση 1,1 δις ευρώ.

Μέσα σε αυτό το πνεύμα θα πρέπει να διαβάσουμε τα στοιχεία του πίνακα 3

 

Πίνακας 3

Εξέλιξη ορισμένων δεικτών δημόσιων μεγεθών

Α. Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών

 

2000

2001

2002

2003

2004

2005

2006

2007

2008

2009

Έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών/ ΑΕΠ

7,7

7,5

6,7

6,8

5,9

7,8

11,6

14,8

15,1

11,0

Εμπορικό έλλειμμα / ΑΕΠ

20,0

15,2

15,0

13,6

12,6

14,5

17,5

18,9

19,1

12,7

Εμπορικό Έλλειμμα χωρίς καύσιμα/ ΑΕΠ

13,7

13,1

12,7

11,2

11,6

11,0

13,0

14,7

13,8

9,5

Ισοζύγιο Τρεχουσών Μεταβιβάσεων/ ΑΕΠ

2,6

2,7

2,5

2,3

2,0

1,6

1,6

0,7

1,2

0,5

Ταξιδιωτικές εισπράξεις/ ΑΕΠ

7,3

7,5

6,8

5,7

5,7

5,6

5,6

5,1

5,0

4,3

Β. Ισοζύγιο Χρηματοοικονομικών Συναλλαγών

Έλλειμμα ομολόγων και εντόκων γραμματίων/ ΑΕΠ

5,6

6,0

6,6

6,3

6,3

2,1

1,8

4,7

7,6

11,7

Γ. Δημόσιο Χρέος

Δαπάνες εξυπηρέτησης χρέους και νέου δανεισμού /ΑΕΠ

16,4

14,8

19,1

18,1

15,4

15,8

12,8

14,5

16,2

17,0

Χρέος γενικής Κυβέρνησης/ ΑΕΠ

 

 

100,8

97,9

98,6

98,8

95,9

95,6

99,2

113,4

Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων από Τράπεζα της Ελλάδος και από τον Προϋπολογισμό του 2010.

 

Επιχειρήσαμε να παρουσιάσουμε τα υπάρχοντα στοιχεία υπό το πρίσμα της συσχέτισής τους με το ΑΕΠ έτσι ώστε να μην ελλοχεύει ο κίνδυνος της δραματοποίησης ορισμένων πραγματικών ή υποτιθέμενων εξελίξεων.

Σε ό,τι αφορά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η πρώτη διαπίστωση που κάνουμε έχει σχέση με το εμπορικό έλλειμμα. Παρατηρούμε πως υπάρχει μια μείωση του ελλείμματος μέχρι το 2004, όπου και λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων υπήρξε μια σημαντική οικονομική ανάπτυξη, στη συνέχεια το έλλειμμα αυξάνει και το 2008 βρίσκεται στα επίπεδα του 2000, για να μειωθεί ξανά το 2009 λόγω της αποδιεθνοποίησης που προκαλεί η παγκόσμια ύφεση. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε ενός τέτοιου εύρους κρίση εξαγωγών που να δικαιολογεί, έστω και από αστική σκοπιά, την ένταση των μέτρων που ελήφθησαν. Επίσης αν λάβουμε υπόψη μας και την παράμετρο των καυσίμων, η Ελλάδα ως ενεργειακά εξαρτημένη χώρα θα βρισκόταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από πλευράς εμπορικού ισοζυγίου αν δεν είχε να αντιμετωπίσει και αυτό το πρόβλημα. Με παράλληλο τρόπο κινείται και η εξέλιξη του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Μείωση μέχρι το 2004, αύξηση μέχρι το 2008, ξανά μείωση του 2009. Ωστόσο θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως το έλλειμμα κινείται στη μετά το 2004 περίοδο σε πολύ πιο υψηλά επίπεδα από ό,τι στην πριν του 2004. Αυτό από τη μια επιβεβαιώνει πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια ξαφνική κρίση εξαγωγών και από την άλλη δείχνει πως οι υπόλοιποι δείκτες εμφανίζουν μια μεγαλύτερη υστέρηση. Ο πρώτος λόγος που συμβαίνει κάτι τέτοιο θεωρούμε πως είναι η πτώση των ταξιδιωτικών εισπράξεων η οποία είναι σχεδόν συνεχής από το 2000 μέχρι το 2009 – παρά τη διοργάνωση των Ολυμπιακών, που θα περίμενε κανείς να λειτουργήσει ενισχυτικά για τον τουρισμό. Εκτιμούμε πως σημαντικός παράγοντας σε αυτήν την εξέλιξη θα πρέπει να είναι η υιοθέτηση του (ακριβού) ευρώ. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τη μείωση των τρεχουσών μεταβιβάσεων, δηλαδή των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων. Παρατηρούμε πως η ολοκλήρωση του Τρίτου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης λειτουργεί αρνητικά σε αυτόν τον δείκτη.

Η κρίση ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διαπλέχθηκε με την παγκόσμια κρίση κάνοντας δυσχερή τον μέχρι τότε ρόλο των ελληνικών τραπεζών. Πιο συγκεκριμένα τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης ήταν σε θέση να καλύπτουν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δανειζόμενες από το εξωτερικό. Με τον τρόπο αυτό αντικαθιστούσαν και τις εισροές για τις αγορές κρατικών ομολόγων και μετοχών που στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του ευρώ συνέβαλαν στην κάλυψη του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Ωστόσο η έλλειψη ρευστότητας των ξένων τραπεζών που προήλθε από την κρίση συντέλεσε στην αδυναμία εξεύρεσης φθηνού χρήματος για τις ελληνικές τράπεζες με αποτέλεσμα την αύξηση του ελλείμματος (Πελαγίδης-Μητσόπουλος 2010: 247).

Περνώντας στο ισοζύγιο χρηματοοικονομικών συναλλαγών, το βασικό πρόβλημα που διαπιστώνουμε αφορά το έλλειμμα από επενδύσεις χαρτοφυλακίου και ειδικά σε ομόλογα και έντοκα γραμμάτια. Η περίοδος 2000-2004 χαρακτηρίζεται από μια σχετική σταθερότητα και το έλλειμμα διατηρείται στο 5-6%. Στη συνέχεια η υπερθέρμανση της οικονομίας με την αύξηση του ΑΕΠ έχει ως αποτέλεσμα τη δραστική μείωση του ελλείμματος στο 1,8% το 2006, αλλά από το 2007 παρατηρείται ραγδαία άνοδος με αποτέλεσμα το 2009 να φτάσει το έλλειμμα στο 11,7%. Εκτιμούμε πως η εξέλιξη αυτή οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες: μείωση του πραγματικού ΑΕΠ το 2009 λόγω της ύφεσης, αύξηση της προσφυγής σε δανεισμό λόγω του κόστους των δημόσιων έργων που πραγματοποιήθηκαν την προηγούμενη περίοδο, μείωση των φορολογικών εσόδων λόγω της οικονομικής συστολής που έφερε η παγκόσμια ύφεση και στην Ελλάδα.

Όλα τα παραπάνω έχουν, όπως είναι φυσικό, συνέπειες στο χρέος. Από το 2006 υπάρχει αύξηση των δαπανών για την εξυπηρέτηση του χρέους ενώ το 2009 παρατηρείται μια σημαντική μεγέθυνση αυτού καθ’ αυτού του χρέους. Πάνω σε αυτό θέλουμε να κάνουμε δύο παρατηρήσεις: Η πρώτη είναι πως η αύξηση του χρέους αποτελεί σοβαρό ζήτημα το οποίο δεν είναι εύκολο να παρακαμφθεί. Πρόκειται για ένα σημαντικό πρόβλημα για την ελληνική αστική τάξη που φανερώνει την κρίση του μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης που είχε υιοθετηθεί τα προηγούμενα (πολλά) χρόνια, πόσο μάλλον που πολλά ληξιπρόθεσμα δάνεια θα πρέπει να ανανεωθούν μέσα στην περίοδο 2011- 2013 ενώ ο μέσος όρος αποπληρωμής των δανείων θα μειωθεί από τα 10 στα 7 χρόνια. Ωστόσο, κι αυτή είναι η δεύτερη παρατήρηση, δεν πρόκειται για κάτι το ιστορικά πρωτοφανές, ούτε πρέπει να γίνονται συσχετίσεις με το 1898 ή το 1932. Το υποστηρίζουμε αυτό γιατί όπως φαίνεται και στον πίνακα 3 το 2002 και το 2003 η κατάσταση ήταν σαφώς πιο επιβαρυμένη. Έπειτα σχεδόν όλο το χρέος (97%) είναι σε ευρώ και κατά συνέπεια δεν επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις του ευρώ με το δολάριο, το γιεν ή τη στερλίνα και δεν τίθεται θέμα ανεπάρκειας συναλλάγματος (Βεργόπουλος 2009), ενώ το 75% βρίσκεται στην κατοχή ευρωπαϊκών τραπεζών οι οποίες για προφανείς λόγους δεν θα επιθυμούσαν μια κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας.[iv] Τέλος, το 75% του χρέους είναι με σταθερό επιτόκιο και το 25% με κυμαινόμενο, κατά συνέπεια η επίδραση των αγορών αφορά κυρίως τα νέα δάνεια (Σταθάκης 2010).

 

* Άρθρο (Μέρος ΙΙ) του Σπύρου Σακελλαρόπουλου από τις τελευταίες Θέσεις, τεύχος Ιούλιος Σεπτέμβριος 2010.

 

Πηγή aformi.wordpress.com

 

 

ΠΗΓΗ: synt, Σάββατο, 11-09-2010,

http://www.attacktv.gr/Pages/viewArticle.aspx?ID=9101

 



[i] Είναι αποκαλυπτικό το γεγονός πως το 2006 ο συσσωρευμένος όγκος ελληνικών άμεσων επενδύσεων στο εξωτερικό μόλις που έφτανε το 8,0% του ΑΕΠ τη στιγμή που ο ΜΟ της ΕΕ 27 ήταν 23,2% και η Ελλάδα με αυτή την επίδοση ξεπερνούσε μόνο τη Σλοβακία, τη Ρουμανία, την Πολωνία, τη Λιθουανία, τη Λετονία την Τσεχία και τη Βουλγαρία, δηλαδή ούτε καν το σύνολο των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών.

[ii] Από αυτή την άποψη δεν έχουμε παρά να αναφέρουμε την αγορά από το ελληνικό κράτος αμερικάνικων πολεμικών αεροπλάνων, γαλλικών φρεγατών, γερμανικών (ελαττωματικών!) υποβρυχίων. Γίνεται έτσι σαφές πως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από τα αστικά κέντρα εξουσίας μια συνολική μείωση των δημόσιων δαπανών γιατί η δραστική περικοπή ορισμένων δημόσιων δαπανών θα συναντήσει την αντίδραση των ισχυρών ιμπεριαλιστικών χωρών. Κατά συνέπεια οι περικοπές που «οφείλουν» να γίνουν δεν πρέπει να ξεπερνούν ένα ορισμένο πλαίσιο: μειώσεις μισθών, μειώσεις προσωπικού, μειώσεις συντάξεων και μειώσεις δαπανών που δε θα δημιουργούν εντάσεις με μονοπωλιακούς ομίλους και ιμπεριαλιστικά κέντρα.

[iii] Ως οριακή αποτελεσματικότητα του παγίου κεφαλαίου ορίζεται η μεταβολή του ΑΕΠ κατά το έτος (t) σε σταθερές τιμές ανά μονάδα ακαθάριστης επένδυσης παγίου κεφαλαίου του έτους (t-1).

[iv] Υπάρχουν ορισμένες όψεις της τρέχουσας κατάστασης οι οποίες δεν πρέπει να παραγνωρίζονται και δείχνουν τις ευρύτερες διαστάσεις που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια επέκταση της κρίσης της ελληνικής οικονομίας. Για παράδειγμα σημαντικό τμήμα του τραπεζικού συστήματος (υπολογίζεται περίπου στο 30%) της Βουλγαρίας ανήκει σε ελληνικές τράπεζες. Κατά συνέπεια μια κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας θα εξήγαγε στοιχεία της κρίσης και στον Βαλκανικό χώρο.

Ελλάδα 2010: Η επίθεση του κεφαλαίου Ι

Ελλάδα 2010: η επίθεση του κεφαλαίου Ι

 

Του Σπύρου Σακελλαρόπουλου*

 

 

1. Εισαγωγή

Στο παρόν άρθρο ασχολούμαστε με τις διαστάσεις των πρόσφατων οικονομικών μέτρων που ελήφθησαν με αφορμή την αύξηση του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους. Η βασική μας κατεύθυνση είναι να δείξουμε πως η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική από αυτή που παρουσιάζει η επίσημη ρητορεία. Η όλη κατάσταση εκκινεί από τη διάχυση της παγκόσμιας κρίσης στο εσωτερικό των χωρών της ΟΝΕ και των ζητημάτων που προκύπτουν από την ύπαρξη κοινού νομίσματος σε εθνικούς σχηματισμούς διαφορετικής παραγωγικότητας, τον ειδικό ρόλο του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου μέσα στη συγκυρία, αλλά και τη διατήρηση της ηγεμονικής θέσης της Γερμανίας εντός της ΕΕ.

Από εκεί και πέρα το ζήτημα με το έλλειμμα και το χρέος χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για να εφαρμοστούν ταξικές πολιτικές επιθετικού χαρακτήρα. Ο λόγος που γίνεται αυτό έχει να κάνει με την αδυναμία του ελληνικού καπιταλισμού να συνεχίζει να εντάσσεται με τον ίδιο τρόπο εντός του διεθνούς καταμερισμού εργασίας. Η αποτυχία υιοθέτησης ενός τεχνολογικά και κλαδικά αναδιαρθρωμένου μοντέλου που θα συντελούσε στην άνοδο της ελληνικής ανταγωνιστικότητας απέναντι στους ισχυρούς ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς, έχει ως αποτέλεσμα την προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος μέσω της μετακύλισης του σχετικού κόστους στα λαϊκά στρώματα. Διαφορετικά ειπωμένο, βιώνουμε αυτή την περίοδο την πιο επιθετική κίνηση του αστικού κράτους στο οικονομικό επίπεδο από το τέλος του εμφυλίου και ύστερα. Η προσπάθεια αυτή εδράζεται στη ραγδαία μεταφορά πλούτου από την εργασία στο κεφάλαιο σε βαθμό πρωτοφανέρωτο για τα νεώτερα χρονικά. Μέσα από αυτό το σχέδιο η ελληνική αστική τάξη εκτιμά πως θα καταφέρει να ανταποκριθεί στις πιέσεις που δέχεται από τα κεφάλαια σχηματισμών υψηλότερης παραγωγικότητας.

2. Το γενικότερο πλαίσιο

Η είσοδος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης έφερε στην επιφάνεια τη δομική αντίφαση που ενυπήρχε εξαρχής στο εγχείρημα του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος. Όπως ακόμα και ο Πωλ Κρούγκμαν έχει υποστηρίξει (Κρούγκμαν 2010), ο οποίος μόνο για ύποπτος για μαρξιστικές απόψεις δεν μπορεί να θεωρηθεί, η δημιουργία ενός ενιαίου νομίσματος από χώρες με διαφορετικά επίπεδα παραγωγικότητας ήταν αναμενόμενο κάποια στιγμή να φέρει στην επιφάνεια μια σειρά από αντιφάσεις. Το κοινό νόμισμα χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης για εκσυγχρονισμό των λιγότερο ανταγωνιστικών κεφαλαίων μέσα σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης από τη στιγμή που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί πια το όπλο της υποτίμησης. Βεβαίως δεν πρόκειται για μια ουδέτερη διαδικασία, και βάση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης η τάση των πραγμάτων θα είναι οι διαφορές μεταξύ των εθνικών κεφαλαίων συνολικά ιδωμένων, να αυξάνονται. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η Γερμανία, ως ο πιο ισχυρός οικονομικά εθνικός σχηματισμός της ΕΕ, επέλεξε τη λύση του ευρώ. Εκτίμησε πως η υπεροχή της ανταγωνιστικότητάς της, ενισχυμένη από την αδυναμία πραγματοποίησης υποτιμήσεων θα οδηγούσε σε μια εκτεταμένη ανάπτυξη των εξαγωγών της, όπως και έγινε. Από εκεί και πέρα η εξελισσόμενη οικονομική κρίση τροποποίησε μερικά, αλλά όχι συνολικά, το υφιστάμενο πλαίσιο. Δημιουργήθηκαν συνθήκες ύφεσης όπου το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας έγινε πιο έντονο με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, τηn επιδείνωση των δημοσιονομικών δεικτών και την αύξηση του κόστους δανεισμού. Αυτό συνέβη γιατί περιορίστηκαν οι καταναλωτικές δαπάνες με συνέπεια τη μείωση των κρατικών εσόδων και την αύξηση του ελλείμματος ως ποσοστού ενός συρρικνούμενου ΑΕΠ. Η κατάσταση αυτή εντείνεται από το γεγονός πως η πτώση της παραγωγής οδηγεί σε αύξηση της ανεργίας με αποτέλεσμα την ακόμα μεγαλύτερη υστέρηση δημόσιων εσόδων και την πιο συχνή προσφυγή στο δανεισμό για την κάλυψη των αναγκών. Το γεγονός της απουσίας ουσιαστικών αναδιανεμητικών πολιτικών που θα αντιστάθμιζαν την ανισόμετρη ανάπτυξη, δεν φανερώνει τίποτε άλλο παρά πως η ΕΕ δεν αποτελεί μια συνομοσπονδία, πόσο μάλλον μια ομοσπονδία, αλλά μια ειδική θεσμική συνάρθρωση εθνικών καπιταλιστικών σχηματισμών οι οποίοι ανταγωνίζονται για τη μεγαλύτερη δυνατή απόσπαση του παραγόμενου πλούτου.

Η νέα αυτή πραγματικότητα θα οδηγήσει την ελληνική αστική τάξη σε μια αλλαγή υποδείγματος για τον τρόπο με τον οποίο εντάσσεται στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Για να μπορέσουμε όμως να καταλάβουμε ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής της αλλαγής υποδείγματος είναι αναγκαίο να αποσαφηνίσουμε ορισμένους μύθους που προσπαθεί να επιβάλει η άρχουσα τάξη μέσω των πολιτικών της εκπροσώπων και των διαμορφωτών της κοινής γνώμης.

3. Μύθος πρώτος:

Υπάρχει μια ιδιαίτερη απόκλιση της ελληνικής οικονομίας,  η οποία δημιουργεί την ανάγκη για τη λήψη τέτοιας έκτασης μέτρων λιτότητας

Πραγματικά, αν πάρει στα σοβαρά κανείς τα όσα αναφέρονταν από τα ΜΜΕ, τους επίσημους κυβερνητικούς κύκλους αλλά και μερίδα των οργανικών διανοουμένων, στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν τη βαναυσότητα των μέτρων, θα σχηματίσει την εντύπωση πως στην ελληνική οικονομία συμβαίνουν πρωτοφανείς εξελίξεις αποτελώντας μια οριακή περίπτωση για τα δυτικά δεδομένα. Ωστόσο τα διαθέσιμα στοιχεία μόνο αυτό δε δείχνουν. Καταρχήν το ελληνικό κράτος δεν είναι το πιο σπάταλο της Ευρώπης. Η λειτουργία του στοιχίζει το 17,3% του ελληνικού ΑΕΠ, ενώ οι αντίστοιχες δαπάνες για το γερμανικό κράτος φτάνουν στο 19,9%, για το Γαλλικό στο 24%, για το βρετανικό στο 23,7% ενώ ο μέσος όρος (ΜΟ) της ευρωζώνης φτάνει στο 21,8% (Βεργόπουλος 2010). Σε ό,τι αφορά τα ελλείμματα, οι ΗΠΑ εμφανίζουν έλλειμμα το 2009 12,5%, η Ιαπωνία 10,5% και ο ΜΟ των χωρών της ευρωζώνης ήταν 6,6%.

Στον τομέα του χρέους μπορεί το ελληνικό χρέος να φτάνει στο 113,4% του ΑΕΠ το 2009 αλλά στην πολύ ισχυρή οικονομικά Ιαπωνία το χρέος έχει εκτοξευτεί στο 197,2%.[i] Η κατάσταση δε, εμφανίζεται πολύ διαφορετική αν λάβουμε υπόψη μας το συνολικό χρέος κάθε χώρας (δηλαδή το σύνολο του ποσού που έχει δανειστεί το κράτος, οι επιχειρήσεις και οι ιδιώτες): Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ το συνολικό ελληνικό χρέος φτάνει στο 179% του ΑΕΠ όταν ο ΜΟ της ΕΕ είναι 175% και η Ολλανδία παρουσιάζει συνολικό χρέος 234% του ΑΕΠ, η Ιρλανδία 222%, το Βέλγιο 219%, η Ισπανία 207% η Πορτογαλία 197% η Ιταλία 194%. Αντίστοιχα συμπεράσματα προκύπτουν αν μελετήσει κανείς τα στοιχεία για το εξωτερικό χρέος (δηλαδή τις οφειλές του κράτους, των επιχειρήσεων και των ιδιωτών προς τις ξένες τράπεζες, δεδομένου πως ένα τμήμα του χρέους αφορά τράπεζες της ίδιας χώρας): Μεταξύ των λεγόμενων PIGS (Portugal, Ireland, Greece, Spain) η Ιρλανδία χρωστάει το 414% του ΑΕΠ, η Πορτογαλία το 130%, η Ελλάδα το 89,5% και η Ισπανία το 80% (Δελαστίκ 2010α).

Επιπρόσθετα, μπορεί η Ελλάδα να εμφανίζει υψηλές δανειακές ανάγκες, ωστόσο η κατάσταση για πολλά άλλα δυτικά κράτη δεν εμφανίζεται διαφορετική. Συγκεκριμένα οι νέες δανειακές ανάγκες της χώρας μας για το 2010 αναμένεται να φτάσουν τα 50 δισεκατομμύρια ευρώ, τη στιγμή που άλλες «μικρές» χώρες όπως το Βέλγιο και η Ολλανδία θα δανειστούν από 100 δισεκατομμύρια εκάστη. Κι αν για τις ξένες τράπεζες το ρίσκο δανεισμού 50 δις προς την Ελλάδα θεωρείται υψηλό τότε τι μπορεί να ειπωθεί για τη Γερμανία που μπορεί μεν να έχει το εννεαπλάσιο ΑΕΠ σε σχέση με το ελληνικό, αλλά αναμένεται να δανειστεί 370 δις ευρώ; Η δε Γαλλία θα φτάσει τα 450 δις και η Ιταλία τα 400 δις, με αποτέλεσμα η αντιστοιχία του δανεισμού προς το ΑΕΠ τους να κινείται στα ίδια επίπεδα με την Ελλάδα (Δελαστίκ 2010β).

Τι προκύπτει από όλα τα παραπάνω; Καταρχήν πως παρόμοια οικονομικά προβλήματα αντιμετωπίζουν και άλλες δυτικές χώρες. Όταν αυτό άρχισε να γίνεται σαφές τότε επιστρατεύτηκε ένα δεύτερο επιχείρημα: πως η Ελλάδα αντιμετωπίζει και πρόβλημα χρέους και πρόβλημα ελλειμμάτων και είναι ο συνδυασμός των δύο αυτών προβλημάτων που δημιουργεί αυτήν την οξυμένη κατάσταση. Το ζήτημα όμως είναι, πως αυτό το επιχείρημα εμπεριέχει δύο αντιφάσεις. Η πρώτη είναι το γεγονός πως χώρες πιο αναπτυγμένες από την Ελλάδα, οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία, παρουσιάζουν επίσης ταυτόχρονα υψηλό έλλειμμα αλλά και υψηλό χρέος. Το γεγονός πως δεν αντιμετωπίζουν παρόμοια με την Ελλάδα προβλήματα έχει να κάνει με το ότι ως πολύ πιο ισχυρές οικονομικά δυνάμεις είναι σε θέση να διαχειριστούν τις επιπτώσεις, σ’ αυτή τη φάση, της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης με διαφορετικό τρόπο. Η δεύτερη αντίφαση έχει να κάνει με το ότι πολύ σύντομα άρχισε να δημιουργείται ένα συνολικότερο πλαίσιο δραματοποίησης της κατάστασης και στην Πορτογαλία και την Ισπανία. Η Ισπανία όμως δεν έχει υψηλό δημόσιο χρέος, ενώ το έλλειμμα της Πορτογαλίας είναι σαφώς χαμηλότερο από αυτό της Ελλάδας. Κατά συνέπεια κάπου άλλου πρέπει να αναζητηθούν τα αίτια. Όπως θα δείξουμε στην ενότητα 6, αυτό έχει κύρια να κάνει με το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας που παρουσιάζει η Ελλάδα, αλλά και η Πορτογαλία με την Ισπανία, το οποίο οξύνει η παρούσα παγκόσμια κρίση και η κρίση του ευρώ, γεγονός που οδηγεί τις αγορές στην απόσυρση της εμπιστοσύνης τους προς τους νοτιοευρωπαικούς καπιταλισμούς.

4. Μύθος δεύτερος:

Το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας δημιουργήθηκε γιατί οι Έλληνες εργαζόμενοι απόκτησαν ένα καταναλωτικό πρότυπο που δεν αντιστοιχούσε στις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας.

Το παραπάνω με απλά λόγια σημαίνει πως στο προηγούμενο διάστημα δόθηκαν αυξήσεις μισθών τις οποίες δεν μπορούσε να αντέξει η ελληνική οικονομία με αποτέλεσμα να αυξηθεί υπέρμετρα το κόστος παραγωγής και τα ελληνικά προϊόντα να καταστούν μη ανταγωνιστικά. Η λογική συνέπεια αυτού του μυθεύματος είναι πως από εδώ και πέρα θα πρέπει να μειωθεί το εισόδημα των Ελλήνων εργαζομένων έτσι ώστε να αποκατασταθεί η χαμένη ανταγωνιστικότητα.[ii]

Ωστόσο, η θεωρία της αύξησης των πραγματικών εισοδημάτων στην Ελλάδα και μάλιστα με ρυθμούς υπέρτερους από αυτούς του ΜΟ των χωρών της ΕΕ-15 είναι επιδεκτική κριτικής για πολλούς λόγους. Πράγματι, τα διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν πως μεταξύ 1995 και 2008 η σωρευτική αύξηση της αγοραστικής δύναμης των μέσων αποδοχών στην Ελλάδα έφτασε το 37%. Εντούτοις η αύξηση αυτή είναι υπερεκτιμημένη: Καταρχήν λαμβάνει υπόψη τον μέσο πληθωρισμό και όχι τον πληθωρισμό που αντιστοιχεί σε καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες που κατά κύριο λόγο κάνουν χρήση τα νοικοκυριά των εργαζομένων. Σύμφωνα με τους σχετικούς υπολογισμούς η υπερεκτίμηση αυτή προσεγγίζει κάθε χρόνο το 0,7% (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2009). Έπειτα, ο μέσος μισθός δεν αντανακλά την πραγματικότητα που βιώνει η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων αφού σε αυτόν περιλαμβάνονται και οι πολύ υψηλές αμοιβές των στελεχών. Τέλος οι μέσες πραγματικές αποδοχές δεν είναι υπολογισμένες για σταθερό αριθμό ωρών, αλλά για το σύνολο του χρόνου εργασίας, με αποτέλεσμα να συνυπολογίζονται και οι αμοιβές για υπερωρίες.

Το πρόβλημα είναι πως η απουσία τέτοιων στοιχείων για όλη την περίοδο δεν διευκολύνει να βγάλουμε ξεκάθαρα συμπεράσματα για το τι συνέβη στη μεγάλη πλειοψηφία των μισθωτών. Για το λόγο αυτό εκτιμούμε πως είναι ασφαλέστερο να χρησιμοποιήσουμε διαφορετικά εργαλεία για να κατανοήσουμε τι ακριβώς έχει συμβεί.

Ξεκινώντας από τη συμμετοχή των μισθών στο ΑΕΠ διαπιστώνουμε πως υπάρχει μια μακροχρόνια τάση μείωσης του μεριδίου τους από 56% το 1995 σε 54% το 2008.

Η επιδείνωση των όρων διαβίωσης των Ελλήνων φαίνεται και από το γεγονός πως το ποσοστό της αποταμίευσης των νοικοκυριών ως ποσοστό του εισοδήματος μειώνεται από 14,1% το 1996 σε 8,9% το 2004. Ταυτόχρονα το ποσοστό του πληθυσμού που βρισκόταν κάτω από το όριο της φτώχειας το 2006 έφτανε το 21%. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως οι μισοί φτωχοί έχουν εισόδημα μικρότερο από το 44,4% του διαμέσου εισοδήματος και άρα απέχουν σημαντικά από το να εξέλθουν από τη φτώχεια (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2008: 210- 211).

Σε ότι, αφορά τη φορολόγηση, το 2004 οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι κατέβαλαν το 44% των φόρων εισοδήματος ενώ το 2006 το 50,1%. Αντίθετα οι επιχειρήσεις, ενώ το 2004 είχαν καταβάλει το 43% των φόρων εισοδήματος, το 2006 κατέβαλαν το 36,3% των φόρων εισοδήματος (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2008: 22- 23).

Το παραπάνω μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο ως το αποτέλεσμα μιας συνειδητής ταξικής κρατικής πολιτικής σε σχέση και με τη φορολογία. Και δεν μπορούσαν να είναι τα πράγματα διαφορετικά από τη στιγμή που για τις μεγάλες επιχειρήσεις η φορολογική επιβάρυνση από 29,9% το 2000 μειώθηκε σε 18,6% το 2006. Το ίδιο έτος ο αντίστοιχος συντελεστής φορο­λογικής επιβάρυνσης ήταν στην Ισπανία 53,3%, στη Γαλλία 31,4%, στην Ιταλία 27,1%, στην Κύπρο 26,8%, στο Βέλγιο 21,6%, στην Δανία 32,3%, στην Πορτογαλία 22,6%, στην Αγγλία 27,7% και στην Ε.Ε-25 ήταν 28,7%. Αντίθετα, η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα το 2000 ανερχόταν σε 34,5% και το 2006 αυξήθηκε σε 35,1%. Κατά το ίδιο έτος ο αντίστοιχος συντελε­στής φορολογικής επιβάρυνσης ήταν στην Ισπανία 30,8%, στη Γαλλία 41,9%, στην Ιταλία 42,5%, στην Κύπρο 24,18%, στο Βέλγιο 42,7%, στη Δανία 37,1%, στην Πορ­τογαλία 28,6%, στην Αγγλία 25,8% και στην Ε.Ε-25 ήταν 36,4%. Διαπιστώνεται δηλαδή ότι η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο μέσο όρο της Ε.Ε-25, ενώ η πραγματική φορολογική επιβάρυνση για τα κέρδη ανέρχεται σχεδόν στο ήμισυ του μέσου όρου της Ε.Ε-25 (15,9% στην Ελλάδα, έναντι 33% στην Ε.Ε-25 (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2009: 93).[iii]

Το συνολικό αποτέλεσμα όλων όσων αναφέρθηκαν είναι η Ελλάδα να διακρίνεται για τις οικονομικές της ανισότητες από τη στιγμή που το εισόδημα του 20% των περισσότερο εύπορων Ελλήνων που κατέχουν το 40,4% του συνολικού εθνικού εισοδήματος, είναι περίπου εξαπλάσιο από το εισόδημα του 20% των λιγότερο εύπορων Ελλήνων που κατέχουν το 7% του εισοδήματος. Αντίθετα στις χώρες της ΕΕ-15 η διαφορά δεν υπερβαίνει την τελευταία δεκαετία τις 4,8 φορές (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2008: 213).

Γενικό συμπέρασμα: Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαπενταετίας οι κοινωνικές ανισότητες στην Ελλάδα αυξήθηκαν γιατί ο παραγόμενος πλούτος διαμοιράστηκε πολύ άνισα. Κατά συνέπεια τα σημερινά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να θεωρηθεί πως οφείλονται στην (υποτιθέμενη) αύξηση των εισοδημάτων των εργαζομένων.

5. Μύθος τρίτος:

Η αύξηση των μισθών οδήγησε σε ραγδαία μείωση των εξαγωγών

Το πρώτο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθεί κανείς είναι πως ακόμα και αν δεχτούμε, ως υπόθεση εργασίας, πως υπάρχει αύξηση των μισθών, αυτό δεν οδηγεί αναγκαστικά και σε πτώση της ανταγωνιστικότητας. Κι αυτό γιατί ακόμα και αν δεν λάβουμε υπόψη μας τις μεθοδολογικές παρατηρήσεις που κάναμε στην προηγούμενη παράγραφο, η παραγωγικότητα της εργασίας προς το ΜΟ της ΕΕ 15 έχει αυξηθεί περισσότερο απ’ ό,τι οι μισθοί (19% έναντι 14%). Κατά συνέπεια το πρόβλημα δεν πρέπει να εστιάζεται στους μισθούς.

Ταυτόχρονα είναι λάθος να θεωρείται πως το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας είναι τωρινό πρόβλημα – πόσο μάλλον πως γι’ αυτό φταίει η άνοδος των μισθών.

Ας το εξετάσουμε αυτό λίγο πιο αναλυτικά. Για να θεωρήσουμε πως τώρα υπάρχει κρίση ανταγωνιστικότητας, αυτό σημαίνει πως σε κάποια, πολύ πρόσφατη χρονική φάση αυτό το πρόβλημα δεν υπήρχε και γι’ αυτό η ελληνική οικονομία γνώριζε σημαντική ανάπτυξη. Ωστόσο ο πίνακας που ακολουθεί και αφορά τα τελευταία 50 χρόνια δε δείχνει κάποια ιδιαίτερη διαφοροποίηση.

 

Πίνακας 1

Διαχρονική εξέταση της σχέσης εξαγωγών/εισαγωγών

1960- 2009

Έτος

Εξαγωγές/ Εισαγωγές %

1960

42

1965

33

1970

36

1975

40

1980

37

1985

41

1989

40

2000

34

2001

35

2002

32

2003

33

2004

33

2005

34

2006

31

2007

30

2008

31

2009

33

Πηγή: α) Για τα έτη 1960- 1989 βλ. Μηλιός- Ιωακείμογλου 1990: 117 β) για τα έτη 2000- 2009 βλ. Τράπεζα της Ελλάδος

 

Το συμπέρασμα που προκύπτει από τα στοιχεία του Πίνακα 1 είναι πως η σχέση εξαγωγών προς εισαγωγές υλικών αγαθών για την περίοδο 1960-1989 παρουσιάζει ορισμένες, όχι σημαντικές αυξομειώσεις, κυμαινόμενη μεταξύ 1/3 και 1/2,5. Η σαφής αυτή υπεροχή των εισαγωγών αντανακλά ένα έλλειμμα ανταγωνιστικότητας αλλά, σε καμία περίπτωση, δεν οδήγησε στην πτώχευση της χώρας ούτε σε κάποια αντίστοιχη οικονομική καταστροφή. Από την άλλη, για την περίοδο 2000-2009 μπορούμε να καταλήξουμε στα ακόλουθα: α) Παρατηρείται μια περιορισμένη διολίσθηση της σχέσης εξαγωγών/εισαγωγών η οποία κυμαίνεται γύρω από το ύψος του 1/3. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την ένταση του τρόπου ένταξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και ειδικότερα με τις πιέσεις που δέχθηκε η ελληνική οικονομία λόγω της ένταξής της στη ζώνη του ευρώ από εθνικούς σχηματισμούς με υπέρτερη παραγωγικότητα. β) Σε κάθε περίπτωση πάντως η δεκαετία αυτή δε φαίνεται να χαρακτηρίζεται από κάποια δραστική μείωση των εξαγωγών, τέτοιας τάξης που να δικαιολογεί τη λήψη αντίστοιχης εμβέλειας μέτρων όπως αυτά που αποφάσισαν από κοινού Κυβέρνηση, Ευρωπαϊκή Ένωση και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Το ότι δεν υπάρχει πρόβλημα κατακόρυφης μείωσης της ελληνικής ανταγωνιστικότητας φαίνεται και από τα στοιχεία του πίνακα 2 όπου εξετάζεται η εξέλιξη της συμμετοχής των ελληνικών στις παγκόσμιες εξαγωγές, στις εξαγωγές των χωρών της ζώνης του Ευρώ καθώς και στις εξαγωγές στο σύνολο των χωρών της ΕΕ.

 

Πίνακας 2

Βαθμός συμμετοχής ελληνικών εξαγωγών

(2000- 2008)

(%)

Έτος

Κόσμος

Ζώνη Ευρώ

ΕΕ27

2000

0,0017

0,058

0,045

2001

0,0016

0,048

0,037

2002

0,0016

0,050

0,040

2003

0,0018

0,054

0,043

2004

0,0017

0,052

0,041

2005

0,0017

0,055

0,043

2006

0,0017

0,059

0,046

2007

0,0017

0,057

0,044

2008

0,0016

0,055

0,043

Πηγή: UNCTAD 2010

 

 

Παρατηρούμε πως ούτε και αυτά τα στοιχεία δείχνουν κάποια βαθιά κρίση εξαγωγών. Υπάρχουν διακυμάνσεις οι οποίες οφείλονται σε συγκυριακούς λόγους αλλά όλα κινούνται σε πολύ συγκεκριμένα πλαίσια. Έτσι την περίοδο 2000-2008 η συμμετοχή των ελληνικών στις παγκόσμιες εξαγωγές κυμαίνεται μεταξύ 0,016 και 0,018 του συνόλου, στις εξαγωγές των χωρών της ΟΝΕ από 0,048 μέχρι 0,059 και στις εξαγωγές των χωρών της ΕΕ από 0,037 μέχρι 0,049. Βεβαίως θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως ακόμα και για το μέγεθος της Ελλάδας οι επιδόσεις αυτές είναι πολύ χαμηλές. Δε θα διαφωνήσουμε πως ο ελληνικός καπιταλισμός δεν αντλεί τη δυναμική του από τη βιομηχανία, αλλά σε κάθε περίπτωση τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν δείχνουν κάποια καθίζηση των εξαγωγών.

 

* Άρθρο (Μέρος Ι) του Σπύρου Σακελλαρόπουλου από τις τελευταίες Θέσεις, τεύχος Ιούλιος Σεπτέμβριος 2010.

 

Πηγή aformi.wordpress.com

 

ΠΗΓΗ: synt, Σάββατο, 11-09-2010,  http://www.attacktv.gr/Pages/viewArticle.aspx?ID=9101

 



[i] Για την περίπτωση της Ιαπωνίας από ορισμένες πλευρές αναφέρεται πως δεν έχει σημασία το ύψος του χρέους της αλλά το γεγονός πως σε συντριπτικό βαθμό είναι εσωτερικό χρέος, σε αντίθεση με την Ελλάδα που είναι στο μεγαλύτερο μέρος του εξωτερικό χρέος. Το γεγονός αυτό μπορεί να εξηγήσει τις διεθνείς πιέσεις που δέχεται η Ελλάδα αλλά από δημοσιονομικής άποψης δεν υπάρχει διαφορά. Κάποια στιγμή τα ομόλογα θα πρέπει να εισπραχθούν και τότε η Ιαπωνία θα αναγκαστεί να συνάψει νέα δάνεια μπαίνοντας σε παρόμοιο φαύλο κύκλο με την Ελλάδα.

[ii] Παραθέτουμε χαρακτηριστικά τις θέσεις του Γ. Παπαντωνίου πρώην Υπουργού Εθνικής Οικονομίας στις κυβερνήσεις Σημίτη: «Από τα μέσα … αυτής της δεκαετίας διευρύνθηκαν υπέρμετρα τα ελλείμματα του εξωτερικού ισοζυγίου αντανακλώντας υστερήσεις στην προσαρμογή της οικονομίας στο νέο ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Ο ιδιωτικός και δημόσιος δανεισμός ακολούθησε έντονα ανοδική πορεία. Η χώρα άρχισε να ζει πάνω από τις οικονομικές της δυνατότητες σε αντιστοίχηση με τις υψηλές προσδοκίες που διαμόρφωσε η επιτυχία της ένταξης. Οι αποταμιεύσεις κατευθύνονταν σε μεγάλο βαθμό στην κάλυψη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, οι παραγωγικές επενδύσεις εξασθένησαν, η ανταγωνιστικότητα υποβαθμίστηκε» (Παπαντωνίου 2010).

[iii] Τα συγκριτικά στοιχεία που παραθέτουν οι Πελαγίδης- Μητσόπουλος, τα οποία αφορούν το φόρο των διανεμόμενων σε φυσικά πρόσωπα μερισμάτων καθώς και το φόρο εισοδημάτων των φυσικών προσώπων αναδεικνύουν επίσης το περιορισμένο της φορολόγησης των επιχειρήσεων στην Ελλάδα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ-15 (Πελαγίδης- Μητσόπουλος 2010: 231). 

Η πλουτοκρατία είναι ο διαρκής αντίχριστος

Η πλουτοκρατία …. είναι …. ο διαρκής αντίχριστος

«Κυάμων απέχεσθε!»
 

Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη*


 

 

«Η αργία εγέννησε την πενίαν.

Η πενία έτεκεν την πείναν.

Η πείνα παρήγαγε την όρεξιν.

Η όρεξις εγέννησε την αυθαιρεσίαν.

Η αυθαιρεσία εγέννησε την ληστείαν.

Η ληστεία εγέννησε την πολιτικήν.

Ιδού η αυθεντική καταγωγή του  τέρατος τούτου».

Αι ατομικαί ιδέαι μου, φίλε, δεν φαίνονται να έχωσι τίποτε το πρακτικόν και διά τούτο δεν αγαπώ να τας εκθέτω. Σέβομαι άλλως τους νόμους και το πολίτευμα της πατρίδος μου και δεν θέλω να ομολογήσω ότι είμαι απολυταρχικός και ότι δεν πρεσβεύω την καθολικήν ψηφοφορίαν.

Αλλά και αν σου έλεγα τοιούτο τι θα εχρειάζετο να σου αναπτύξω διά μακρών το θέμα, να δαπανήσω μάτην πολλάς λέξεις, να σου κλέψω τον πολύτιμον καιρόν σου, χωρίς ελπίδα όχι να πεισθείς αλλ’ ουδέ να μ’ εννοήσεις και μου αποδώσεις εν μέρει δίκαιον τουλάχιστον. Απλώς σου λέγω ότι παραιτούμαι δικαιώματος το οποίον δεν με ωφελεί, ουτ’ εμέ ούτε τους άλλους. Όσον αφορά την δωροδοκίαν, μη πιστεύεις ότι την βλελύττομαι τόσον, όσον φαίνομαι. Είναι άλλαι πολύ χειρότεραι εκλογικαί διαφθοραί. Το κατ’ εμέ, φρονώ ότι η δωροδοκία είναι το μικρότερον κακόν.

 

– Το μικρότερον κακόν; επανέλαβεν ο ξένος.

 

– Ναι· φρονώ, είπεν, ότι η δωροδοκία είναι το μικρότερον κακόν. Μην ακούεις μερικούς φαρισαίους, οίτινες σχίζουν διά κάθε τι τα ιμάτιά των, μήτε μερικούς άλλους ψιττακούς ηθικολόγους των εφημερίδων, οίτινες ρηγνύουν υπερβολικάς φωνάς με τόσην αφέλειαν και αγαθοπιστίαν δι’ όλα τα πράγματα. Οι πρώτοι ομοιάζουσι τους ηττημένους της αύριον, οίτινες θα ζητήσουν την ακύρωσιν της παρούσης εκλογής ως διεξαχθείσης τη βοηθεία της δωροδοκίας. Οι δεύτεροι ουδόλως ενεβάθυναν εις τα πράγματα και δεν αντελήφθησαν την έννοιαν, ήτις είναι παντός ζητήματος ο πυρήν. Πετώντες από γενικότητος εις γενικότητα περιέδρεψαν συλλογήν τινα ηθικών αξιωμάτων, την οποίαν νομίζουσιν αλάνθαστον πανάκειαν προς θεραπείαν πάσης πολιτικής και κοινωνικής νόσου. Όπου γενικότης, εκεί και επιπολαιότης. Διά να είναι τις εμβριθής πρέπει να εγκύπτει εις βαθείαν των πραγμάτων μελέτην.

 

Διατί δε και τινές των νεαρών πολιτευομένων εν Ελλάδι, δι’ ούς φαίνεται ότι πληρούται δευτέραν φοράν εις βάρος μας η κατάρα, την οποίαν ο Θεός κατηράσθη διά του προφήτου Ησαΐου τον Ισραήλ λέγων: Και οι νεανίσκοι άρξουσιν υμών – διατί, λέγω, τόσον κακοζήλως, αν όχι τόσον κακοπίστως, κραυγάζουσι κατά της πλουτοκρατίας; Τι τους κακοφαίνεται; qui veut la fin, veut les moyens. Η ηθική δεν είναι επάγγελμα και όστις ως επάγγελμα θέλει να την μετέλθει, πλανάται οικτρώς και γίνεται γελοίος. Όστις πράγματι φιλοσοφεί και αληθώς πονεί τον τόπον του και έχει την ηθικήν, όχι εις την άκραν της γλώσσης ή εις την ακωκήν της γραφίδος, αλλ’ εις τα ενδόμυχα αυτά της ψυχής, βλέπει πολύ καλά ότι είναι αδύνατον να πολιτευθεί. «Κυάμων απέχεσθε!»

 

Ο Χριστός είπεν: «Ου δύνασθε Θεώ λατρεύειν και Μαμμωνά».

 

Διατί δεν έλαβεν ως όρον αντιθέσεως άλλο τι βαρβαρικόν είδωλον; Διατί δεν είπε «Θεώ και Μολώχ ή Θεώ και Ασταρώθ ή Θεώ και Βάαλ;» Διότι ο Μαμμωνάς είναι ισχυρός, ο κραταιότατος, όστις υποτάσσει παν άλλο είδωλον και τον Μολώχ και τον Ασταρώθ και τον Βάαλ. Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αύτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγείς.


* (Αλ. Παπαδιαμάντη, Οι χαλασοχώρηδες)

 

ΠΗΓΗ: Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010, Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΛΟΥΤΟΚΡΑΤΙΑ, http://thulebooks.blogspot.com/2010/08/blog-post_02.html

Παραλήρημα κιλών

Παραλήρημα κιλών

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

 

 

 

Δεν είναι μόνο ο αξιότιμος κ. Υπουργός της Δικαιοσύνης, αλλά και ο κ. Αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως, που, από καιρού εις καιρόν, αποφθέγγεται άρρητα ρήματα: Όπως η απάντηση, που έδωσε στο ερώτημα: «Ποιοι έφαγαν τα λεφτά»; «Όλοι μαζί τα φάγαμε»! είπε. Εσείς που θέλατε διορισμούς κι εμείς, που σας διορίζαμε…

Και η απάντηση αυτή, θα μας έλεγε ο αρχαίος Δημοσθένης, προκαλεί την έκρηξη της αγανάκτησης – ή μάλλον το παραλήρημα – των κιλών, που ο καθένας κουβαλάει…

Γιατί δεν είναι δυνατόν ένας των διακοσίων κιλών και ένας των πενήντα να έφαγαν το ίδιο.

Ούτε ένας, που διαθέτει 20 και 40 και 70 ακίνητα – όπως η περί του «πόθεν έσχες» των πολιτικών έρευνα απέδειξε – με αυτόν, που έχει ένα ή και κανένα… Και ιδιαίτερα μάλιστα κάποιοι, που έχουν κάνει την ορθοδοξία λάβαρό τους.

Γιατί ο μεγάλος Πατέρας της ορθοδοξίας, ο Χρυσόστομος, λέει, ότι δεν δημιουργείται πλούτος με ορθόδοξα μέσα… Και σχετικά με τους διορισμούς: Ένας πολύτεκνος πατέρας έλεγε:

Είχαν τα παιδιά μου υποβάλει τα χαρτιά τους για διορισμό στο δημόσιο. Και «περιπελομένων των ενιαυτών», όπως θα έλεγε και ο Όμηρος, δεν ηυδόκησαν ούτε η πράσινοι ούτε οι γαλάζιοι να διορίσουν κανένα…

Οπότε σε κάποια στιγμή, τους επέστρεψαν τα χαρτιά, προκειμένου να ανανεώσουν, τάχα, τα δικαιολογητικά. Και βέβαια δεν τα ανανέωσαν. «Τέρμα πια με την πράσινη και γαλάζια αλητεία»! είπαν.

Που σημαίνει ότι αυτοί, που διορίστηκαν, ήταν τα «πράσινα» και τα «γαλάζια» καλόπαιδα…

Αλλά, στο τέλος της γραφής, αυτοί, που ζητιάνεψαν ένα διορισμό, για ένα κομμάτι ψωμί πάσχισαν. Και αυτό πετσοκομμένο! Ύστερα απ’ τα προκρούστεια μέτρα της «εθνοσωτηρίου» κυβερνήσεως… Μ’ αυτούς, που έφαγαν τα εκατομμύρια και τα δισεκατομμύρια, τι γίνεται;

Που μάταια, κάθε φορά, τους ψάχνουν, τάχα, κάποιες εξαπατητικές επιτροπές. Και ασφαλώς δεν πρόκειται ούτε αυτούς να ανακαλύψουν ούτε τα λεφτά, που έφαγαν…

Μέχρι να παραγραφούν – εν ονόματι της παμπόνηρης νομιμότητας – τα πάντα. Οπότε και θα συνεχίσουν το φαγοπότι. Και θα λένε στο προλεταριάτο των φουκαράδων: «Τι φωνάζετε; Μαζί δεν τα φάγαμε»!!!

 

παπα-Ηλίας, 22-09-2010

 

 

http://papailiasyfantis.wordpress.com

http://profitikatragoudia.wordpress.com

Καρέ-καρέ οι αλλαγές στα εργασιακά

Καρέ-καρέ οι αλλαγές στα εργασιακά


Του Παντελή Δεβερώνα*

 


Όλες οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις που φέρνουν οι δύο πρόσφατοι νόμοι τους οποίους ψήφισε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, 3846/2010 και 3863/2010. Κοινό τους γνώρισμα η προώθηση της ελαστικοποίησης της εργασίας και η περαιτέρω υποβάθμιση των εργατικών δικαιωμάτων.

Σε ό,τι αφορά στις νέες διατάξεις του ν. 3863/2010 ξεχωρίζουμε τα ακόλουθα:

Πρώτο, εισάγεται η δραστική μείωση του χρόνου προειδοποίησης για την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία συνιστά ισχυρό εργοδοτικό κίνητρο για την τήρηση της, αφού θα απαλλάξει τον εργοδότη από την καταβολή του 50% της αποζημίωσης (άρθρο 74 παρ. 2).

Ουσιαστικά λοιπόν επέρχεται περικοπή του ύψους των αποζημιώσεων απόλυσης κατά το ήμισυ σε σύγκριση με το προϋφιστάμενο καθεστώς. Πλέον τούτου, ο νέος νόμος ορίζει ότι η νέα χαμηλή αποζημίωση δεν θα καταβάλεται εφάπαξ κατά την αποχώρηση του μισθωτού, όπως γινόταν με το σημερινό νομοθετικό καθεστώς, αλλά σε διμηνιαίες δόσεις, όταν το ύψος της αποζημίωσης υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών (άρθρο 74 παρ. 3). Στην ουσία δηλαδή ο νόμος αφενός μειώνει το ύψος της καταβαλλόμενης στην πράξη αποζημίωσης κατά 50% και αφετέρου δίνει στον κάθε εργοδότη τη δυνατότητα να μην εκταμιεύσει το σύνολο του ποσού αλλά μόνο ένα μικρό τμήμα του.

Δεύτερο, αυξάνεται το ποσοστό των ομαδικών απολύσεων σε 5% του προσωπικού και μέχρι 30 εργαζόμενους για επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 150 μισθωτούς (άρθρο 74 παρ. 1).

Τρίτο, αναφορικά με τους νέους εργαζόμενους 18-25 ετών, ορίζεται ότι αυτοί θα λαμβάνουν το 84% των κατώτατων αποδοχών των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας (δηλαδή 629 ευρώ με τα σημερινά δεδομένα). Πρόκειται για ευθεία παραβίαση της κοινοτικής οδηγίας 2000/78 και του πρόσφατου ελληνικού νόμου 3304/2005, που απαγορεύουν τις διακρίσεις λόγω ηλικίας και συνεπώς η ρύθμιση αυτή είναι ανεφάρμοστη, διότι προσκρούει σε υπερνομοθετικές επιταγές. Και φυσικά τη νέα αυτή ρύθμιση (άρθρο 74 παρ.  φαίνεται να ξεχνά και το άρθρο 21 παρ. 3 του ελληνικού Συντάγματος, το οποίο επιβάλλει στο κράτος να μεριμνά και να παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητας.

Τέταρτο, η παράγραφος 9 του άρθρου 74 προβλέπει ότι μεταξύ εργοδοτών και ανήλικων ατόμων 15-18 ετών δύνανται να καταρτίζονται ειδικές συμβάσεις μαθητείας διάρκειας μέχρι ενός έτους με σκοπό την απόκτηση δεξιοτήτων και με μισθό που θα ανέρχεται στο 70% του κατώτατου μισθού ή ημερομισθίου της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, ήτοι σήμερα 518 ευρώ! Ως προς το χρόνο εργασίας ορίζεται ότι οι ανήλικοι που δεν έχουν συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας τους δεν μπορούν να απασχολούνται περισσότερο από 6 ώρες την ημέρα και 30 ώρες την εβδομάδα, ενώ οι ανήλικοι 16-18 ετών θα μπορούν να εργάζονται με κανονικό ωράριο 8 ώρες ημερησίως και 40 εβδομαδιαίως, αλλά όχι υπερωριακά ούτε σε νυχτερινή βάρδια.

Τέλος ορίζεται ότι οι μαθητευόμενοι και των δύο ανωτέρω κατηγοριών, με εξαίρεση τις διατάξεις για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Κατά τη γνώμη μας με τα ανωτέρω δεδομένα η εικόνα που διαγράφεται από τις ρυθμίσεις αυτές είναι ότι η μαθητεία αποτελεί απλώς το πρόσχημα για τη θεσμοθέτηση πολύ φτηνής και νομικά απροστάτευτης εργασίας ανηλίκων.

Άλλωστε ο νόμος δεν λαμβάνει καμία πρόνοια ώστε να διασφαλιστεί ότι τον εργοδότη θα βαρύνουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις παροχής εκπαίδευσης στο μαθητευόμενο ανήλικο, αποβάλλει τον ανήλικο από το προστατευτικό πλέγμα της εργατικής νομοθεσίας, απέχει από οποιαδήποτε ρύθμιση των όρων και συνθηκών εργασίας του, ενώ δυστυχώς προνοεί μόνο για τη σημαντική μείωση των κατώτατων αποδοχών υπέρ των εργοδοτών.

Με βάση τα ανωτέρω θεωρούμε ότι οι διατάξεις αυτές μόνο προσχηματικά αναφέρονται σε ειδική σύμβαση μαθητείας, ενώ στην πραγματικότητα επιχειρούν να απορρυθμίσουν τελείως την εργασία ανηλίκων ατόμων 15-18 ετών. Έτσι όμως παραβιάζουν με μοναδικό κριτήριο την ηλικία θεμελιώδη κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα και είναι ανεφάρμοστες, καθιερώνοντας αναξιοπρεπείς όρους εργασίας και απαγορευμένη από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ απάνθρωπη μεταχείριση.

Πέμπτο, μειώνονται οι προσαυξήσεις στα καταβαλλόμενα ωρομίσθια λόγω υπερεργασίας, υπερωριακής απασχόλησης και κατ’ εξαίρεση υπερωρίας και ορίζονται έτσι νέα ποσοστά 20%, 40% και 80% αντιστοίχως.

Και οι δύο αυτοί νέοι εργασιακοί νόμοι πλήττουν ακόμη περισσότερο τα ήδη τραυματισμένα εργασιακά δικαιώματα των μισθωτών. Με τον τρόπο αυτό, και με δεδομένη τη σημερινή περίοδο οικονομικής κρίσης, είναι βέβαιο ότι οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης και η περαιτέρω άμβλυνση και χειροτέρευση δεδομένων μέχρι σήμερα εργασιακών δικαιωμάτων θα βρίσκονται συνεχώς στο προσκήνιο. Η προσπάθεια για τη σύζευξη της ευελιξίας της εργασίας με την ασφάλεια, προκειμένου να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα και να τονωθεί η αγορά εργασίας, έρχεται για άλλη μια φορά αντιμέτωπη με τα εργασιακά δικαιώματα και η πλάστιγγα, όσο περνάει ο καιρός, γέρνει ακόμη περισσότερο προς την πρώτη πλευρά, για μια ακόμη φορά ενάντια στην ασθενέστερη, οικονομικά και κοινωνικά, τάξη των μισθωτών…


Το νέο εργασιακό τοπίο στην Ελλάδα

Κατάργηση της προστασίας


Στο πλαίσιο της ευρύτερης απορρύθμισης του εργατικού δικαίου και της εγκαθίδρυσης των ευέλικτων μορφών εργασίας (συμβάσεις μερικής απασχόλησης, εκ περιτροπής εργασία, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, δανεισμός εργαζομένων, τοπικά σύμφωνα απασχόλησης κ.λπ.), οι οποίες ήδη έχουν ενσωματωθεί εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα στο ελληνικό δικαιικό σύστημα, ο έλληνας νομοθέτης με την ψήφιση των πρόσφατων νόμων 3846 (ΦΕΚ Α’ 66/11-5-2010) και 3863 (ΦΕΚ Α’ 115/15-7-2010) έρχεται να προσθέσει ένα ακόμα «λιθαράκι» στην περαιτέρω ελαστικοποίηση και απο-προστασία των εργασιακών σχέσεων.

Με το παρόν άρθρο μας θα επιχειρήσουμε μια σύντομη και επιγραμματική καταγραφή των βασικότερων αλλαγών που επιφέρουν οι ανωτέρω νόμοι στις εργασιακές σχέσεις στη χώρα μας, κάνοντας παράλληλα απόπειρα για μια πρώτη κριτική αποτίμηση των ρυθμίσεων αυτών τόσο σε νομικό αλλά όσο και στο ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο.

Σε ό,τι αφορά στις νέες διατάξεις του ν. 3846/2010: Ο νόμος επιφέρει αλλαγές στις συμβάσεις των λεγόμενων ειδικών μορφών απασχόλησης, οι οποίες στα κάτωθι σημεία είναι δυσμενέστερες για τους εργαζόμενους.
Ειδικότερα:

Πρώτο, η συμφωνία (σύμβαση) για παροχή υπηρεσιών ή έργου από τον εργαζόμενο στην επιχείρηση, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), κατ’ οίκον απασχόλησης και τηλεργασίας τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα (9) συνεχείς μήνες. Επομένως εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι αν η συμφωνία συνάπτεται για χρονικό διάστημα μικρότερο των εννέα (9) μηνών, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και άρα δεν υπόκειται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΙΚΑ.

Η προϋπόθεση αυτή του εννεαμήνου που προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3846/2010 είναι καταφανώς σε βάρος των εργαζομένων.

Δεύτερο, με την παράγραφο 3 του άρθρου 2 του ν. 3846/2010 ορίζεται ότι το χρονικό διάστημα που ο εργοδότης μπορεί, αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του, να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, είναι έξι (6) μήνες για κάθε ημερολογιακό έτος, εφόσον προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους εργαζόμενους, σύμφωνα με το ΠΔ 240/2006. Κατά το ως άνω προεδρικό διάταγμα όμως, ως διαβούλευση θεωρείται η απλή ανταλλαγή απόψεων και συνεπώς δεν υφίσταται οποιαδήποτε δέσμευση του εργοδότη, ο οποίος ουσιαστικά μπορεί με τον τρόπο αυτό να προσφύγει στην εκ περιτροπής εργασίας μονομερώς.

Τρίτο, επιτρέπεται πλέον η κατάτμηση της άδειας των μισθωτών σε περισσότερες των δύο (2) περιόδων διάρκειας 5 έως 12 ημερών (άρθρο 6).

Τέταρτο, πρακτικά μηδενίζονται οι υπερωρίες με τη διευθέτηση του ωραρίου εργασίας, με την οποία επιτρέπεται πλέον στον εργοδότη μέχρι τέσσερις (4) μήνες να αυξάνει το νόμιμο ωράριο κατά δύο ώρες χωρίς πρόσθετη αμοιβή, είτε με μείωση ωραρίου σε άλλη χρονική περίοδο, είτε με ρεπό. Η διευθέτηση του χρόνου εργασίας ρυθμίζεται στο εξής κατά πρώτο λόγο με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις (άρθρο 7).

Πέμπτο, νομιμοποιείται ο δανεισμός εργαζομένων από εταιρείες προσωρινής απασχόλησης σε άλλο εργοδότη για έκτακτες, πρόσκαιρες και εποχικές ανάγκες, παρόλο που ο τελευταίος μπορεί να προσλάβει εργαζόμενους για ορισμένο χρόνο ή για μερική απασχόληση (άρθρο 3). Ο νόμος περιέχει και ορισμένες ευμενέστερες διατάξεις για τους εργαζόμενους, όπως την προσαύξηση κατά 30% στο καταβαλλόμενο ημερομίσθιο, όταν παρέχεται εργασία την έκτη ημέρα της εβδομάδας κατά παράβαση του πενθημέρου (άρθρο , διατάξεις που ρυθμίζουν για πρώτη φορά την τηλεργασία, αν και δεν δίνεται σχετικός ορισμός (άρθρο 5), προσαύξηση αμοιβής κατά 10% σε περίπτωση που οι μερικώς απασχολούμενοι καλούνται να παρέχουν εργασία πέραν της συμφωνημένης (άρθρο 2 παρ. 2), την επιβολή προστίμου στον εργοδότη που παρεμποδίζει την πρόσβαση της Επιθεώρησης Εργασίας στα αρχεία και έγγραφα της επιχείρησης και αρνείται να παρασταθεί κατά τη διαδικασία επίλυσης των διαφορών ενώπιον της (άρθρο 9). Ωστόσο κατά τη γνώμη μας, τα όποια θετικά νέα μέτρα υπέρ των εργαζόμενων, όπως τα παραπάνω, είναι εύκολα καταστρατηγήσιμα από τους εργοδότες, αφού προϋποθέτουν μηχανισμούς ελέγχου (Επιθεώρηση Εργασίας), οι οποίοι στη χώρα μας ασθενούν σημαντικά.

* Ο Παντελής Δεβερώνας είναι νομικός.


ΠΗΓΗ: Δημοσιεύτηκε στο ΠΡΙΝ 05/09,  Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010, http://www.prin.gr/2010/09/allages-ergasiaka.html

ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ ΤΟΥ ΘΗΡΙΟΥ

ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ ΤΟΥ ΘΗΡΙΟΥ:

 

Η βασική αδυναμία της πολιτικής, ο φόβος του ολοκληρωτισμού, η επέλαση του κτήνους, οι τρείς πολιτικοοικονομικές παραλλαγές, η ελεγχόμενη χρεοκοπία και η αναγκαιότητα μίας ενωμένης Ευρώπης

 

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*

 

 

Γνωρίζετε αλήθεια ποια είναι η «ειδοποιός» διαφορά μεταξύ καπιταλισμού και κομμουνισμού; Η απάντηση είναι απλή, δόθηκε με τη μορφή «ανέκδοτου» από την υπουργό οικονομικών της Γαλλίας και έγινε «αμοιβαία» κατανοητή, αφενός μεν μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» (αδυναμία πληρωμών της Ρωσίας, άρνηση εξόφλησης χρεών κλπ), αφετέρου δε μετά το ξέσπασμα της «δυτικής» χρηματοπιστωτικής κρίσης: «Στο καπιταλιστικό σύστημα, οι τράπεζες πρώτα χρεοκοπούν και μετά κρατικοποιούνται. Αντίθετα, στο κομμουνιστικό καθεστώς, οι τράπεζες πρώτα κρατικοποιούνται και μετά χρεοκοπούν».  

Εμβαθύνοντας πέρα από το «ανέκδοτο», διαπιστώνουμε ότι ουσιαστικά, η κεντρική απειλή και των δύο «πολιτευμάτων», το αδύνατο σημείο τους καλύτερα, δεν είναι άλλη από το χρηματοπιστωτικό σύστημα – το διεθνές τοκογλυφικό κεφάλαιο ευρύτερα, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου, τα 20 περίπου τρις $ που προέρχονται από τα μεγάλα συνταξιοδοτικά ταμεία, είναι δικό μας. Στην κυριολεξία λοιπόν, μας απειλούν τα ίδια τα χρήματα μας, τα οποία έχουν αυτονομηθεί εντελώς.    

Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε παρά να αποδεχθούμε το γεγονός ότι, η διαδικασία «κρατικοποιήσεις-αποκρατικοποιήσεις» μπορεί να εξελιχθεί σε έναν επικίνδυνο «φαύλο κύκλο» – όχι μόνο στην περίπτωση των τραπεζών, αλλά και αρκετών άλλων «συστημικών» επιχειρήσεων (ιδιαίτερα των κοινωφελών). Δηλαδή τα κράτη, προσπαθώντας να μειώσουν τα χρέη τους, προτιμούν δυστυχώς να το επιτύχουν μέσω της αύξησης των εσόδων τους – αντί να μειώσουν τις δαπάνες. Στα πλαίσια αυτά, ιδιωτικοποιούν (πουλούν) ακόμη και τις «συστημικές» επιχειρήσεις τους – αυτές που δεν είναι δυνατόν να επιτραπεί η χρεοκοπία τους. Έτσι λοιπόν, αναγκάζονται να τις αγοράσουν ξανά πίσω, εάν οι νέοι ιδιώτες-ιδιοκτήτες δεν καταφέρουν να τις λειτουργήσουν σωστά. Τις περισσότερες φορές μάλιστα, οι επιχειρήσεις αυτές «επιστρέφονται» στα κράτη υπερχρεωμένες – όπως συνέβη πρόσφατα με αρκετές τράπεζες.   

Περαιτέρω, θεωρούμε ότι βοηθάει στην τεκμηρίωση των ενδόμυχων «φόβων» μας, των απόψεων μας καλύτερα, καθώς επίσης κάποιων προβλέψεων μας, ο ελαφρά διαμορφωμένος διάλογος στο  κείμενο που ακολουθεί:

«- Ναι, είναι οι εφημερίδες, που όλες τα ίδια γράφουν……αυτό είναι αλήθεια. Μάλιστα σε τέτοιο βαθμό αναμασούν όλες τα ίδια, που σου θυμίζουν βατράχια, όταν πρόκειται να βρέξει. Κάνουν τόσο φασαρία, που δεν μπορεί κανείς να ακούσει τίποτα άλλο»

«- Βατράχια, ξεβατράχια, δεν θέλω να ξέρω. Εγώ δεν εκδίδω εφημερίδες και ούτε έχω την πρόθεση να τις υπερασπιστώ. Άλλωστε, ξέρω πολύ καλά πως όταν γίνεται πόλεμος, πουλάνε τα διπλά φύλα. Γιατί λοιπόν να μη φωνάζουν σαν τα βατράχια; Εγώ αναφέρομαι απλούστατα στην ομοφωνία που παρουσιάζει ο μορφωμένος κόσμος μας»

«- Ε, μα γι’ αυτήν την ομοφωνία δα, είναι που μπορεί κανείς να υποθέσει πολλά και διάφορα. Το γαμπρό μου, τον γνωρίζετε. Αυτός τώρα, πρόκειται να διορισθεί μέλος μίας επιτροπής….ποιάς ακριβώς, δεν θυμάμαι… (κομματικός) κρατικός υπάλληλος δηλαδή, όχι απλός δημόσιος υπάλληλος. Καμία δουλειά δεν θα κάνει εκεί πέρα, αλλά θα παίρνει μισθό 8.000! Ε, λοιπόν, ρωτήστε τον, αν η υπηρεσία αυτή είναι χρήσιμη. Θα τον δείτε να σας αποδεικνύει ότι είναι η πιο απαραίτητη. Και αυτός είναι άνθρωπος ειλικρινέστατος. Όσο και να είναι όμως, δεν μπορεί να μην πιστέψει στη χρησιμότητα των οκτώ χιλιάδων».

«-  Μου θύμισες κάτι τώρα για τους δημοσιογράφους. Αν ήταν στο χέρι μου, εγώ θα έβαζα έναν μόνο όρο. Ο A.Karr έγραψε κάτι πολύ αξιόλογο, πριν από τον πόλεμο. “Θεωρείτε πως ο πόλεμος είναι απαραίτητος; Πολύ ωραία. Όποιος προπαγανδίζει τον πόλεμο, να πάει σε μία ξέχωρη λεγεώνα, μπροστά-μπροστά, στην πρώτη γραμμή. Και να δίνει το σύνθημα για την επίθεση, για την έφοδο, πάντα μπροστά από όλους”. Τότε θα δούμε αν πιστεύουν οι δημοσιογράφοι αυτά που λένε……όταν πληρώνουν για τα λόγια τους και όταν οι ίδιοι κάνουν πράξη, αυτά που μας μεταφέρουν».

«-  Μια χαρούλα θα είναι οι δημοσιογράφοι μας…..οι πολιτικοί δεν είναι μακριά τους….ιλικρινά δεν ξέρω ποιος από τους δύο κάνει το μεγαλύτερο κακό…. Μα τι φαντάζεσθε; Αν τους ζητηθεί να πάνε στον πόλεμο, αυτοί θα το βάλλουν στα πόδια με το πρώτο».  

Ο παραπάνω διάλογος θα μπορούσε κάλλιστα να γινόταν σήμερα, κάπου στην Ελλάδα. Εν τούτοις, γράφτηκε για την τσαρική Ρωσία του 19ου αιώνα – από τον L.Tolstoy. Φυσικά, όλοι μας γνωρίζουμε που ακριβώς κατέληξε το τσαρικό καθεστώς – καθώς επίσης πόσοι άνθρωποι πλήρωσαν με τη ζωή τους τις αλλαγές, οι οποίες οδήγησαν στο γνωστό μας αδιέξοδο και στην ολοκληρωτική κατάρρευση του «μαρξιστικού ονείρου».

Εάν δε συνεχίσουμε στην σύγχρονη «σοσιαλιστική» παραλλαγή, στη σημερινή Κίνα, θα καταλάβουμε που ακριβώς μας κατευθύνουν τα «τεκταινόμενα» – αυτά που συμβαίνουν τώρα δηλαδή, σε συνδυασμό με την καταφανή αδυναμία της δυτικής Πολιτικής, να αντιπαρατεθεί με την οικονομική εξουσία. Το θηρίο του ολοκληρωτισμού δεν έχει πάψει ποτέ να απειλεί τον άνθρωπο – απλούστατα, κάποια ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα κοιμάται, περιμένοντας να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για να επανέλθει «δριμύτερο».      

 

Η ΕΠΕΛΑΣΗ ΤΟΥ ΚΤΗΝΟΥΣ

 

Χωρίς να θέλω να υποστηρίξω τη Γερμανία, νομίζω ότι δεν είναι ο «τρομοκράτης» της Ελλάδος. Ο λόγος είναι πως πίσω από την γερμανική πολιτική, τις τράπεζες και την οικονομία, κρύβεται ο «μεγάλος αδελφός». Δεν υπάρχει γερμανική οικονομία, ούτε γερμανικές τράπεζες – όλα, μα όλα, είναι «ξένων συμφερόντων». Ελάχιστοι είναι οι φορείς εξουσίας, οι οποίοι διοικούνται από «Γερμανούς». Για παράδειγμα, στο Βερολίνο ακόμη και η τέχνη (θέατρα, μουσική, ορχήστρες κλπ) ευρίσκονται, ανήκουν δηλαδή, σε «ξένα» χέρια. Εμφανίζοντας την Γερμανία σαν «εχθρό» και «τρομοκράτη», κρύβουμε τον πραγματικό μας αντίπαλο – το Καρτέλ”.  

 

Το παραπάνω «σχόλιο» προέρχεται από συνάδελφό μας, ο οποίος ζει και εργάζεται στη Γερμανία. Είναι εμφανές ότι, στην «ατμομηχανή» της Ευρώπης διεξάγεται ήδη ένας «αιματηρός» πόλεμος – με τις πολυεθνικές από τη μία του πλευρά και την Πολιτική από την άλλη. Διαπιστώνοντας δε ότι, οι πολυεθνικές έχουν στην κατοχή τους σχεδόν το σύνολο των επιχειρήσεων της χώρας, ενώ σε πολλούς «ζωτικούς» κλάδους κυριαρχούν τα «ολιγοπώλια» (τράπεζες, ενέργεια κλπ), η κατάληξη του πολέμου είναι εύκολο να προβλεφθεί – εκτός εάν αλλάξει ριζικά το φιλελεύθερο καθεστώς της Γερμανίας. Ο Πίνακας I που ακολουθεί, είναι χαρακτηριστικός, σε σχέση με την «ολιγοπωλιακή» δομή της αγοράς ενέργειας :

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Επί πλέον κέρδη των ενεργειακών ομίλων από το 2011, λόγω της επέκτασης του χρόνου λειτουργίας των ατομικών εργοστασίων – την οποία επέβαλλαν οι όμιλοι στην κυβέρνηση, παρά την πλήρη αντίθεση της πλειοψηφίας των Γερμανών Πολιτών.

 

Όμιλος

Επί πλέον κέρδη

Υπόλοιπο μετά φορολόγηση

 

 

 

Ε.ΟΝ

40,266 δις €

29,76 δις €

RWE

24,233 δις €

17,49 δις €

EnBW

19.568 δις €

14.32 δις €

Vattenfall

6,756 δις €

4,97 δις €

Υπόλοιποι

3,374 δις €

2,49 δις €

Πηγή: Oko Institut

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Από τον Πίνακα Ι φαίνεται καθαρά η ολιγοπωλιακή δομή της αγοράς ενέργειας, αφού το σύνολο των υπολοίπων επιχειρήσεων, εκτός των τεσσάρων ισχυρότερων, θα έχει ελάχιστα κέρδη (3,37 δις €) – σε σχέση ακόμη και με τη μικρότερη των άλλων. Από την «επιβολή» ουσιαστικά των κανόνων των γερμανών managers των πολυεθνικών στην κυβέρνηση, τεκμηριώνεται η απόλυτη πρωτοκαθεδρία τους, σε σχέση με την Πολιτική.   

Το επόμενο σχόλιο, χαρακτηριστικό για την απελευθέρωση των αγορών, όσον αφορά την ενέργεια, προέρχεται επίσης από συνάδελφο, κάτοικο της Μεγάλης Βρετανίας:

Σε σχέση με το άρθρο «Το καρτέλ», προσθέτω μερικές παρατηρήσεις, οι οποίες είναι μάλλον χρήσιμες – ειδικά όσον αφορά την «απελευθέρωση» της αγοράς ενέργειας:

Πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι, πριν των απελευθερώσεων, προηγήθηκαν στη Μ. Βρετανία αυξήσεις τιμών, για να προσελκύσουν επενδυτές (ακριβώς όπως και στην Ελλάδα, όπου όμως ελπίζουμε ότι οι συνδικαλιστές της ΔΕΗ δεν θα πέσουν στην παγίδα, αυξάνοντας τις τιμές του ρεύματος χωρίς λόγο). Ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας προωθείται, όπως γνωρίζω, η σταδιακή υποκατάσταση λιγνίτη, με εισαγόμενο φυσικό αέριο. Αυτό σημαίνει αύξηση της ενεργειακής εξάρτησης από το εξωτερικό – γενικώς, από τις διαθέσεις των χωρών (πολυεθνικών), από τις οποίες περνούν οι αγωγοί.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, μία εταιρία προσφέρει 97 διαφορετικά τιμολόγια σε οικιακούς καταναλωτές (πουλάει ηλεκτρικό ρεύμα και φυσικό αέριο). Όπως γνωρίζετε, πέρα από ένα όριο, όσο πιο πολλές επιλογές παρέχονται στους καταναλωτές, τόσο πιο πολύ μπερδεύονται και τελικά μένουν με το «πακέτο» που έχουν ήδη”.

Η Μ. Βρετανία, με συνολικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, το οποίο πλησιάζει το 500% του ΑΕΠ της, έχοντας «αποκρατικοποιήσει» σχεδόν το σύνολο της δημόσιας περιουσίας (μόνο μία γέφυρα παραμένει στην ιδιοκτησία του κράτους), έχει αλωθεί εντελώς από τις πολυεθνικές. Επομένως, η Πολιτική της δεν μπορεί παρά να είναι στην «υπηρεσία» τους – με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται για το μέλλον των Πολιτών και την κοινωνική συνοχή, εάν κάποια στιγμή πάψει να αναπτύσσεται η Οικονομία και υπάρξουν προβλήματα επιβίωσης των Βρετανών εργαζομένων.

Ολοκληρώνοντας τις αναφορές μας, κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε ένα μέρος από άρθρο του J.Stieglitz, το οποίο αναφέρεται στην κατάσταση που έχουν φέρει τα ολιγοπώλια και ο χρηματοπιστωτικός κλάδος τις Η.Π.Α.:  

Μια από τις κλασικές ενδείξεις της δυσλειτουργικής αγοράς σε μια οικονομία, είναι η επίμονη ανεργία. Σήμερα στις Η.Π.Α., ένας στους έξι εργαζομένους (17%) δεν μπορεί να βρει πλήρη απασχόληση. Πρόκειται για μια οικονομία με τεράστιες ακάλυπτες ανάγκες και τεράστιους αναξιοποίητους πόρους.

Στην αγορά κατοικίας εντοπίζεται ένα ακόμη οξύμωρο της αμερικανικής οικονομίας: οι άστεγοι ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες (το 2009 περισσότεροι από 1,5 εκατομμύρια Αμερικανοί έμειναν τουλάχιστον μία νύχτα σε καταφύγιο αστέγων), ενώ την ίδια ώρα εκατοντάδες χιλιάδες σπίτια παραμένουν άδεια (ίσως οφείλουμε να συμπληρώσουμε εδώ το ότι, μόνο στο Las Vegas ζουν περίπου 15.000 άτομα σε υπόγεια τούνελ – «υποχρεώνοντας» μας να μιλάμε πια για «ανθρώπους-αρουραίους»).

Το ποσοστό των κατασχέσεων είναι, πράγματι, εντυπωσιακό. Δύο εκατομμύρια Αμερικανοί έχασαν το σπίτι τους το 2008 και άλλα 2,8 εκατομμύρια το 2009 – ενώ ο αριθμός των ανέργων αναμένεται να αυξηθεί ακόμη περισσότερο το 2010. Η απόδοση των χρηματοοικονομικών αγορών ήταν εντελώς απογοητευτική. Οι «εύρυθμες», «ορθολογικές» αγορές, δεν δανείζουν σε όσους δεν μπορούν ή δεν πρόκειται να τις ξεπληρώσουν – παρ’ όλα αυτά, όσοι κατεύθυναν αυτές τις αγορές, επιβραβεύτηκαν σαν να ήταν ιδιοφυίες της οικονομίας”.

Οι επισημάνσεις του οικονομολόγου, σε συνδυασμό με την πολυφυλετική δομή της υπερδύναμης και τους «ανθρώπους-αρουραίους», οδηγούν σχεδόν με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι, πρόκειται για ένα εν ενεργεία ηφαίστειο, για ένα «καζάνι που βράζει». Αργά ή γρήγορα, το ηφαίστειο αυτό θα εκραγεί, με ανυπολόγιστες συνέπειες τόσο για το εσωτερικό των Η.Π.Α., όσο και για ολόκληρο τον υπόλοιπο πλανήτη – σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, για την «ανοχύρωτη», υπερχρεωμένη Ευρώπη.

Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται καθαρά πως οι αγορές παραμένουν εκτός ελέγχου, ότι η απόβαση στην Ευρώπη δεν έχει αντιμετωπισθεί (πιθανότατα η Ιρλανδία θα ακολουθήσει σύντομα την Ελλάδα, στο δρόμο προς το ΔΝΤ) και πως η παγκόσμια ασυμμετρία, μέρος της οποίας είναι η εσωτερική ευρωπαϊκή, δεν προδιαθέτουν σε καμία περίπτωση θετικά. Ο Πίνακας ΙΙ που ακολουθεί, είναι αρκετά χαρακτηριστικός, αναδεικνύοντας την υπερχρέωση τόσο της «δύσης», όσο και της Ευρώπης – τουλάχιστον συγκριτικά με τις τελευταίες έξι ανερχόμενες Οικονομίες:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Εξωτερικό χρέος επιλεγμένων κρατών

 

Χώρα

Ημερομηνία

Χρέος σε δις $

Χρέος προς ΑΕΠ

 

 

 

 

Πλανήτης

31.12.2009

56.900

98%

 

 

 

 

Η.Π.Α.

30.06.2009

13.450

94%

Μ. Βρετανία

30.06.2009

9.088

416%

Γερμανία

30.06.2009

5.208

155%

Γαλλία

30.06.2009

5.021

188%

Ολλανδία

31.12.2009

3.733

470%

Ισπανία

30.06.2009

2.410

165%

Ιταλία

31.12.2008

2.328

101%

Ιρλανδία

30.09.2009

2.287

1.004%

Ιαπωνία

30.06.2009

2.132

205%

Βέλγιο

31.12.2008

1.354

267%

Ελβετία

30.06.2009

1.339

271%

Ελλάδα

30.06.2009

553

167%

Πορτογαλία

30.06.2009

507

223%

 

 

 

 

Ρωσία

31.12.2009

369

30%

Κίνα

31.12.2009

347

7%

Ν. Κορέα

31.12.2009

334

40%

Ινδία

31.12.2009

224

18%

Βραζιλία

31.12.2009

216

14%

Ν. Αφρική

30.06.2009

74

26%

Πηγή: CIA Factbook

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος 

* Οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου, με εξαίρεση την Πορτογαλία, δεν έχουν μεγάλο εξωτερικό χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ – το κοινό πρόβλημα τους είναι αποκλειστικά και μόνο το δημόσιο χρέος, γεγονός που αποδεικνύει την έλλειψη εμπιστοσύνης των Πολιτών τους στα κράτη τους. Όσον αφορά την Ιρλανδία, όπου συζητείται ότι η διάσωση μίας και μόνο τράπεζας της θα κοστίσει περί τα 70 δις €, έχουμε την άποψη ότι τελικά θα είναι η επόμενη χώρα εισβολής του ΔΝΤ.    

    

Όπως φαίνεται λοιπόν από τις παραπάνω γενικές αναφορές, τόσο η «δυτικού τύπου» ελεύθερη αγορά, όσο και η Δημοκρατία, ευρίσκονται σε διαρκή «υποχώρηση» – έχοντας απολέσει ένα μεγάλο μέρος των «πλεονεκτημάτων» του παρελθόντος. Αντίθετα, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις (η οικονομική εξουσία δηλαδή), ειδικά με τη βοήθεια της παρούσης κρίσης, ευρίσκονται στην «επίθεση», εμφανίζοντας μία αξιοσημείωτη έξαρση.

Ειδικότερα, ο κλάδος των τραπεζών, με τη βοήθεια νέων συνθηκών (Βασιλεία ΙΙΙ κλπ), «υποχρεώνεται» από τα κράτη σε ακόμη μεγαλύτερη ισχυροποίηση του (η έλλειψη κεφαλαίων θα οδηγήσει προφανώς στην εξαγορά των μικρότερων πιστωτικών ιδρυμάτων από τα μεγαλύτερα) – γεγονός που σημαίνει ότι δεν μας έγινε το πάθημα μάθημα (too big to fail).

Το ίδιο συμβαίνει και με τις υπόλοιπες, παραγωγικές ή εμπορικές πολυεθνικές επιχειρήσεις οι οποίες, «αρπάζοντας» την ευκαιρία (προβλήματα τζίρου, μειωμένη κερδοφορία, δυσκολίες χρηματοδότησης, χαμηλές χρηματιστηριακές αποτιμήσεις κλπ), εξαγοράζουν τις μικρότερες, αυξάνοντας διαρκώς τόσο τα μεγέθη τους, όσο και την κυριαρχία τους στις αγορές (ολιγοπώλια κλπ).

Επομένως οι «μονοπωλιακές», οι ηγεμονικές καλύτερα κινήσεις των ισχυρότερων εκπροσώπων του καρτέλ, ειδικά αυτών του «κτήνους» (έτσι αποκαλέστηκε το διεθνές τοκογλυφικό κεφάλαιο για πρώτη φορά από τον P.Krugman), πλησιάζουν όλο και πιο κοντά στο στόχο τους – με όλα όσα κάτι τέτοιο σημαίνει για έναν πλανήτη, ο οποίος χαρακτηρίζεται από μία απίστευτα στρεβλή, «ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση». 

 

ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΚΑΙ ΑΓΟΡΕΣ

 

Εξετάζοντας τις ανθρώπινες κοινωνίες από την πλευρά των αγορών, σε συνδυασμό με το εκάστοτε πολίτευμα που επικρατεί, διακρίνουμε τα παρακάτω:

(α)  Το ατομικό συμφέρον πριν από το συλλογικό: Αποτελεί τη βασική αρχή του καπιταλισμού η οποία, σε συνδυασμό με φιλελεύθερα πολιτεύματα, οδήγησε σε μεγάλη ανάπτυξη τις «δυτικές» χώρες. Βέβαια, η πρόοδος αυτή «λειτούργησε» με τη βοήθεια της «δημιουργικής καταστροφής» (Schumpeter), όπου το παλαιό καταστρέφεται από το καινούργιο – είτε ειρηνικά (με την εύρεση και επικράτηση νέων μεθόδων παραγωγής, οργάνωσης κλπ), είτε με πολέμους.

Δυστυχώς, τις τελευταίες δεκαετίες της καπιταλιστικής εποχής (έχουμε αναφέρει σε πολλά κείμενα μας ότι, ο καπιταλισμός στηρίζεται στη συνεχή εξέλιξη -παρομοιάζοντας τον με ένα ιπτάμενο όχημα, το οποίο είναι αδύνατον να παραμείνει σταθερό στον αέρα, εάν δεν αυξάνει συνεχώς το ύψος του, με τη βοήθεια των κινητήρων του), τα φιλελεύθερα πολιτεύματα αντικαταστήθηκαν με τα γνωστά μας νεοφιλελεύθερα. Τα πολιτεύματα αυτά, παραχώρησαν σχεδόν ολόκληρη τη δημόσια περιουσία σε ιδιώτες (κυρίως τις κοινωφελείς επιχειρήσεις), με αποτέλεσμα τον συνεχή περιορισμό της ισχύος της Πολιτείας – προς όφελος της οικονομικής εξουσίας.   

Μετά την πτώση του τείχους, την κατάρρευση δηλαδή του κομμουνισμού και την «επίσημη έναρξη» της παγκοσμιοποίησης, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις εξελίχθηκαν σε μεγάλες πολυεθνικές – οι οποίες έπαψαν πλέον να εξαρτώνται από τα κράτη, στα οποία είχαν την έδρα τους. Έχοντας όμως ανέκαθεν την ίδια στρατηγική αύξησης των μεγεθών τους,  δηλαδή

(1) προσπάθειες περιορισμού της παραγωγής προϊόντων, με στόχο την αύξηση των τιμών πώλησης, καθώς επίσης

(2) «συγκράτηση» του κόστους εργασίας, με σκοπό την συνεχή μεγέθυνση των κερδών τους,

κατόρθωσαν πια, με τη βοήθεια της παγκοσμιοποίησης και των εναλλασσομένων οικονομικών κρίσεων («τεχνητών» ή μη), να την επιβάλλουν «απολυταρχικά» στις ανθρώπινες κοινωνίες.

Έτσι λοιπόν διαπιστώνουμε σήμερα, αφενός μεν τη «χειραγώγηση» των τιμών αγοράς ή πώλησης σε πάρα πολλά προϊόντα (πρώτες ύλες, πετρέλαιο, ενέργεια κλπ), αφετέρου τη χειραγώγηση του κόστους εργασίας, με τους εργαζομένους να «εκβιάζονται» σε απίστευτες μειώσεις των αποδοχών τους (πραγματικών και ονομαστικών), τις οποίες «αποδέχονται», επειδή «επιλέγουν» να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας τους – διαφορετικά, μεταφέρονται από τις πολυεθνικές στις αναπτυσσόμενες χώρες φθηνού εργατικού δυναμικού.

Επί πλέον, επιχειρείται έντεχνα να «πεισθούν» οι Πολίτες εκβιαζόμενοι, για τις ανάγκες στήριξης των εθνικών τους οικονομιών, μέσω της μείωσης των αμοιβών τους (στη Γερμανία οι καθαρές ωριαίες αποδοχές του 20% των εργαζομένων υπολείπονται των 5 €, όταν αυτές των παραπάνω τραπεζικών στελεχών ξεπερνούν τα 5.000 € την ώρα), του περιορισμού των συνταξιοδοτικών απαιτήσεων τους (Πίνακας ΙΙΙ), του ανοίγματος των κλειστών επαγγελμάτων, προς όφελος του ανταγωνισμού ή των τιμών (όταν προηγουμένως οι τιμές αυξήθηκαν μέσω της φορολόγησης, όπως στο παράδειγμα της Ελλάδας, όπου ο πληθωρισμός «οδεύει» προς το 8%) και πολλών άλλων «θυσιών».

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Μέσες μικτές μηνιαίες συντάξεις σε €, με ημερομηνία 31.12.2008, στη Γερμανία

 

Περιοχή

Άνδρες

Γυναίκες

 

 

 

Βαυαρία

983,41

496,12

Βερολίνο

1.039,27

684,06

Αμβούργο

1.069,70

596,02

Ρηνανία Βεστφαλία

1.118,28

457,83

Σάαρλαντ

1.119,18

390,32

Πηγή: Υπηρεσία κοινωνικής ασφάλισης Γερμανίας

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* Οι πολύ υψηλές συντάξεις (άνω των 1.500 € μικτά μηνιαία), αφορούν μόλις το 10% των ανδρών για τη Δ. Γερμανία και το 5,3% για την πρώην Ανατολική

 

Ταυτόχρονα, για να «επιδράσει» σίγουρα το «φάρμακο», με το οποίο επιχειρείται η «εξυγίανση» των δημοσίων οικονομικών (με τη βοήθεια φυσικά των μικρομεσαίων «στρωμάτων» και της αναδιανομής των εισοδημάτων μεταξύ τους), επιλέγονται οι σωστές εποχές, το ιδανικό σύστημα (σοσιαλισμός) και οι κατάλληλες μέθοδοι σύγκρουσης των δύστυχων επί μέρους κοινωνικών ομάδων μεταξύ τους – ιδιωτικοί υπάλληλοι εναντίον δημοσίων υπαλλήλων, μικροέμποροι και τουρίστες εναντίον ιδιοκτητών φορτηγών (προετοιμασία εισόδου των πολυεθνικών) κλπ.

Περαιτέρω, η «ειρηνική δημιουργική καταστροφή», ο κεντρικός πυρήνας δηλαδή του καπιταλιστικού «μηχανισμού», αναιρέθηκε δυστυχώς από τα ίδια τα κράτη, τα οποία δεν επέτρεψαν στις τράπεζες να χρεοκοπήσουν – με αποτέλεσμα να «παρακαμφθεί» η χρηματοπιστωτική κρίση, «εκβάλλοντας» καταστροφικά στη δημοσιονομική.

Για παράδειγμα, αντί να πληρώσουν τις ζημίες οι τράπεζες (αλλά και άλλες επιχειρήσεις – General Motors κλπ), όπως θα γινόταν, εάν δεν είχαν επέμβει τα κράτη στη λειτουργία της αγοράς, δέχθηκαν να τις πληρώσουν τα κράτη – με τα χρήματα των Πολιτών τους. Ουσιαστικά λοιπόν, η δημιουργική καταστροφή παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε χώρες (άρθρο μας), με ανυπολόγιστες συνέπειες για το μέλλον της ανθρωπότητας («εξαγορά» χρεοκοπημένων κρατών από τα ισχυρότερα, κατά το πρότυπο των πολυεθνικών – αναφέρεται σήμερα εκλεπτυσμένα με τον όρο «ελεγχόμενη χρεοκοπία»).

Το ατομικό συμφέρον λοιπόν εξελίχθηκε εις βάρος του συλλογικού, ενώ αποτελεί μία αρκετά ρεαλιστική προοπτική η εμφάνιση «Κρατών-ΑΕ». Στην περίπτωση αυτή η Κίνα, η οποία ήδη λειτουργεί σαν μία τεράστια Ανώνυμη Εταιρεία στον τομέα της συγκέντρωσης εθνικών κεφαλαίων, καθώς επίσης στην εξασφάλιση ενεργειακών πηγών και πρώτων υλών, θα έχει ένα σημαντικότατο προβάδισμα. Ήδη η Γερμανία προσπαθεί να τη μιμηθεί, με τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους της να πιέζουν την κυβέρνηση στη συγκεκριμένη κατεύθυνση. 

Οι «εξελίξεις» αυτές θα σημάνουν, κατά την άποψη μας, το τέλος της καπιταλιστικής εποχής, μέσα από κοινωνικές εξεγέρσεις (αν όχι καταστροφικούς πολέμους), αφού έχει πλέον «διαβρωθεί ανεπανόρθωτα» το σύστημα. Συνήθως βέβαια, οι έντονες κοινωνικές εξεγέρσεις «εκβάλλουν» σε απολυταρχικά, ενδεχομένως μιλιταριστικά καθεστώτα – τα οποία ανέρχονται στην εξουσία, επικαλούμενα τη διατήρηση της Εθνικής Κυριαρχίας, την προστασία απέναντι σε εισβολείς, την επαναφορά της τάξης, την κρατικοποίηση των κοινωφελών επιχειρήσεων κλπ (το ΔΝΤ θεωρείται ένας εξαιρετικά επικίνδυνος οικονομικός εισβολέας, ενώ υπάρχουν ήδη αρκετοί στην Ελλάδα, οι οποίοι «εισηγούνται» μία τέτοιου είδους προστασία απέναντι στην υποδούλωση, καθώς επίσης στην προβλεπόμενη χρεοκοπία του κράτους).

Ας μην ξεχνάμε ότι δυστυχώς, η μοναδική δεύτερη επιλογή της διακυβέρνησης μίας χώρας, αυτή δηλαδή που μπορεί να αντικαταστήσει τον κομματικό στρατό της εκάστοτε πολιτικής παράταξης, συμπληρώνοντας τις «θέσεις λειτουργίας» ενός κράτους, δεν είναι άλλη από το «συμβατικό» στρατό.

(β)  Το συλλογικό συμφέρον πριν από το ατομικό: Κατά τη άποψη διαφόρων μελετητών, υπάρχουν δύο μορφές πολιτευμάτων, τα οποία «εκπροσωπούν» ένα τέτοιο οικονομικό σύστημα – ο (υπαρκτός) κομμουνισμός και ο ολοκληρωτισμός, με την συνδυαστική ίσως παραλλαγή (απολυταρχικός καπιταλισμός) της σημερινής Κίνας. Για τις ιδιαιτερότητες των δύο αυτών πολιτευμάτων, παραθέτουμε απλά την άποψη του K. Popper, χωρίς να μπορούμε ή να θέλουμε να την κρίνουμε:

«Η μαρξιστική άκρα αριστερά πτέρυγα, καθώς επίσης το συντηρητικό κέντρο και η φασιστική άκρα δεξιά, βασίζουν, και οι τρείς, τις πολιτικές φιλοσοφίες τους στον Hegel. Η αριστερή πτέρυγα αντικαθιστά τον πόλεμο των Εθνών με τον πόλεμο των τάξεων, ενώ η άκρα δεξιά με τον πόλεμο ανάμεσα στις ράτσες…….Ο (γερμανικός) εγελιανισμός είναι η αναγέννηση του φυλετισμού…..Το πνεύμα του Έθνους καθορίζει το κρυμμένο ιστορικό πεπρωμένο του. Κάθε Έθνος που επιθυμεί να αναδειχθεί σε ύπαρξη, είναι υποχρεωμένο να πολεμήσει εναντίον όλων των άλλων Εθνών, με αντικείμενο του αγώνα την παγκόσμια κυριαρχία».

Ανεξάρτητα από τις απόψεις του K.Popper, το συλλογικό συμφέρον, στην περίπτωση της ναζιστικής Γερμανίας, καθώς επίσης της σταλινικής Ρωσίας, εξελίχθηκε εις βάρος του ατομικού. Δυστυχώς όμως για τη Δημοκρατία, αυτού του είδους τα καθεστώτα έχουν τη δυνατότητα να επιλύουν ριζικά δύο «θεμελιώδη» οικονομικά προβλήματα – τα οποία έχουν αναδυθεί ξανά σήμερα, με ιδιαίτερη ένταση: την ανεργία, καθώς επίσης την αναδιανομή των εισοδημάτων. Επομένως, από οικονομικής πλευράς, υπάρχει ξανά το κατάλληλο έδαφος, επάνω στο οποίο μπορούν να ευδοκιμήσουν κάλλιστα «ολοκληρωτικά» καθεστώτα.           

(γ)  Το συλλογικό συμφέρον πριν από το ατομικό, αλλά όχι εις βάρος του: Το πολιτικό σύστημα, το οποίο «πλησιάζει» το δυνατόν περισσότερο στην παραπάνω «ιδανική» μορφή κοινωνικής οργάνωσης, την πραγματική Δημοκρατία, είναι η «σοσιαλδημοκρατία» των χωρών της Βόρειας Ευρώπης – η οποία διακρίνεται από ένα ανεπτυγμένο, σχετικά μεγάλο αλλά αποτελεσματικό κοινωνικό κράτος. Όπως δε μας ανέφερε ένας εξαιρετικός νομικός: «Θεωρώ ιδανικά πολιτεύματα, με βάση τη δεδομένη κατάσταση, αυτά των Σκανδιναβικών χωρών, του Καναδά, της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας. Παρά το ότι οι χώρες αυτές έχουν αρκετές διαφορές, δεν παύουν όλες μαζί να δίνουν έμφαση στο κοινωνικό κράτος».   

Δυστυχώς αυτό το σύστημα, όπως τεκμηριώνεται από την σημερινή «αποδόμηση» του σε κράτη σαν τη Γερμανία, είναι πολύ δύσκολο να αντισταθεί στις επιθέσεις του κτήνους – εάν δεν είναι οχυρωμένο, τηρώντας αποστάσεις από μία άναρχη, ανεξέλεγκτη παγκοσμιοποίηση. Με δεδομένη λοιπόν την αλαζονεία της Γερμανίας, η οποία έχει την εντύπωση ότι μπορεί να αντιταχθεί στον ανταγωνισμό της Κίνας, επιβάλλοντας στους Πολίτες της «αυστηρά μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας», καθώς επίσης την πεποίθηση της γερμανικής κυβέρνησης, ότι δεν έχει ανάγκη πλέον τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση (εκτός εάν ηγηθεί της ΕΕ, «καταλαμβάνοντας» την Κεντρική Τράπεζα της Φρανκφούρτης), όλες οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες θα αναγκασθούν κάποια στιγμή να συνθηκολογήσουν – ανοίγοντας τις πύλες τους στο ΔΝΤ, όπως η Ελλάδα ή/και θυσιάζοντας ανεπιστρεπτί το κοινωνικό τους κράτος.

Όμως, η εξαθλίωση της πλειοψηφίας των ευρωπαίων πολιτών, η οποία αργά ή γρήγορα θα ακολουθήσει, δεν μπορεί παρά να αναζητήσει διέξοδο, μέσα από εξεγέρσεις. Κατά την άποψη μας, οι προβλεπόμενες επαναστάσεις, τόσο στις Η.Π.Α., όσο και στην Ευρώπη, είναι πολύ δύσκολο να εξελιχθούν αντίστοιχα με τη Γαλλική – κατά την οποία ανακαλύφθηκαν εκ νέου οι διαχρονικές αξίες της μεγάλης γενιάς και του χριστιανισμού, η ελευθερία, η ισότητα και η αδελφότητα όλων των ανθρώπων, έστω και αν κατέληξε στη δικτατορία του Ναπολέοντα και σε έναν αιματηρό πόλεμο.       

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 

Δεν θα πάψουμε να επισημαίνουμε ότι, η Ελλάδα μπορεί να καταφέρει να βγει με επιτυχία από την κρίση, χωρίς να χρειασθεί τη βοήθεια κανενός. Αρκεί να ενεργούν «πατριωτικά» (όχι βέβαια εθνικιστικά) οι πολιτικοί μας, να μειώσει τις τεράστιες δαπάνες του το δημόσιο, να υποχρεωθούν όλες οι κρατικές υπηρεσίες σε διπλογραφικό λογιστικό σύστημα, να καταρτούνται Ισολογισμοί από το κράτος και τους δήμους, να υπάρξει ένα σωστό πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων, να λειτουργήσει το Κράτος Δικαίου και να τιμωρηθούν όλοι όσοι μας έφεραν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας.

Συνεχίζοντας, ο κίνδυνος της επικράτησης του κτήνους, συνεπικουρούμενου από θηριώδη απολυταρχικά καθεστώτα (το γνωστό παράδειγμα της τοποθέτησης απολυταρχικών καθεστώτων στη Ν. Αμερική, από το αμερικανικό Καρτέλ, είναι χαρακτηριστικό), τα οποία θα «διαδεχθούν» τις κοινωνικές εξεγέρσεις, είναι πάρα πολύ μεγάλος – ακόμη και εάν δεν υπάρξουν πόλεμοι ή άλλες δυσάρεστες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Η Ευρώπη έχει τη δυνατότητα να αποφύγει το μοιραίο, αρκεί να επιταχύνει την πολιτική και δημοσιονομική της ένωση. Στην περίπτωση που η Γερμανία δεν θέλει ή δεν μπορεί να συμμετέχει, εμποδιζόμενη ουσιαστικά τόσο από το Καρτέλ, όσο και από τη ματαιοδοξία της κυβέρνησης της, η ένωση των υπολοίπων χωρών δεν πρέπει καθόλου να καθυστερήσει – ενώ είναι απαραίτητη η αποχώρηση του ΔΝΤ από ολόκληρη την ΕΕ.

Στην αντίθετη περίπτωση η Ευρωπαϊκή Ένωση, πόσο μάλλον η Ευρωζώνη, θα καταρρεύσουν πολύ πιο γρήγορα από όσο φανταζόμαστε, αφού ευρίσκεται ήδη στο «σημείο μηδέν» – υποκύπτοντας στην επέλαση του κτήνους, το οποίο θα εγκαταστήσει πολύ γρήγορα σκιώδη καθεστώτα (κατά το οδυνηρό παράδειγμα της Ελλάδας), καταλύοντας τη Δημοκρατία και εξαθλιώνοντας τους Πολίτες.   

Ολοκληρώνοντας και σε σχέση με την Ελλάδα, γνωρίζουμε όλοι ότι, ο μοναδικός τρόπος για να εισπραχθούν τα 70 δις € που μας χρωστάει η Γερμανία, αφού πρόκειται για ένα κυρίαρχο κράτος, θα ήταν, θεωρητικά βέβαια, να της κηρύξουμε τον πόλεμο. Το ίδιο ακριβώς ίσχυε μέχρι την υπογραφή του «μαύρου μνημονίου» και για τη χώρα μας, σε σχέση με τα 300 δις των οφειλών μας – θα έπρεπε δηλαδή να μας κηρύξουν τον πόλεμο οι δανειστές μας.   

Εκχωρώντας όμως, με την υπογραφή της «σύμβασης υποτέλειας», τα εθνικά δικαιώματα μας σε ξένα δικαστήρια (ερήμην των Ελλήνων) και καθιστώντας έτσι δυνατή την κατάσχεση περιουσιακών μας στοιχείων από τους δανειστές μας, έχουμε ήδη αποδεχθεί την ελεγχόμενη χρεοκοπία – δηλαδή, την εγκατάσταση ενός ύπατου αρμοστή στη χώρα μας (ενός σύγχρονου «δικτάτορα» καλύτερα, αφού δεν υπάρχει εκλογή του με δημοκρατικές διαδικασίες), ο οποίος θα μπορεί να προβαίνει σε κατασχέσεις, προς όφελος των ξένων δανειστών μας (χωρίς να χρειάζεται πλέον να μας κηρύξουν τον πόλεμο).     

Κατά την άποψη μας, την οποία αναλύσαμε στο «μηδενισμό του χρέους», είναι απείρως προτιμότερη η συμμετοχή μας στην εξόφληση των οφειλών του δημοσίου – έτσι ώστε να υποχρεωθούν σε μία εύλογη, τουλάχιστον αντίστοιχη διαγραφή οφειλών οι δανειστές μας, καθώς επίσης να μας αποπληρώσει τα χρέη της η Γερμανία (ενδεχομένως με συμψηφισμό, όπως έκανε και η ίδια με τις Η.Π.Α. στην περίπτωση της Lehman Brothers). Η οποιαδήποτε άλλη λύση, θα μας κοστίσει πολύ περισσότερα – πόσο μάλλον το ξύπνημα του θηρίου.       

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 19. Σεπτεμβρίου 2010,

viliardos@kbanalysis.com      

 

 

*  Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, σύμβουλος επιχειρήσεων, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2188.aspx