Η αντίσταση των δημοσίων υπαλλήλων

Η αντίσταση των δημοσίων υπαλλήλων

 

Του Γιώργου Σταματόπουλου


 

Τα διαρθρωτικά μέτρα που απαιτούν η τρόικα και το ΔΝΤ στόχο έχουν την αποδιάρθρωση του «σκληρού» ελληνικού κράτους και του εκάστοτε κόμματος που το λυμαίνεται.

Αυτό βεβαίως θα μπορούσαμε από μόνοι μας να το επιδιώξουμε, αλλά το υπάρχον πολιτικό σύστημα δεν το επέτρεπε, διότι το προσωπικό του ψωμιζόταν θαυμάσια από την τέτοια λειτουργία του. Και το προσωπικό αυτό ήταν (και είναι) πολυπληθές, ένθεν κακείθεν.

Αλλά δεν φαίνεται να 'ναι μόνο αυτός ο στόχος των επιτηρητών μας. Βαθύτερος και ουσιωδέστερος στόχος είναι αυτός που πρεσβεύει το καπιταλιστικό σύστημα: ο ανέστιος, περιπλανώμενος και άρα ευκόλως χειραγωγούμενος εργαζόμενος. Οι δημόσιοι υπάλληλοι όσο κι αν έχουν κατηγορηθεί, δικαίως ή αδίκως, έχουν δημιουργήσει μια ισχυρή συνοχή, έχουν μόνιμη έδρα και κατοικία.

Αυτό γεννά μακρόχρονους δεσμούς μεταξύ τους, αλλά και με πολλά άλλα μέλη της κοινωνίας, εξασφαλίζοντάς τους μια αξιοπρεπή ζωή κι ένα συνεχές αίσθημα ασφάλειας, τόσο ιατροφαρμακευτικής όσο και – κυρίως – ανθρώπινης.

Πυργώνουν έτσι μια σπουδαία αντίσταση απέναντι στις επιταγές του φιλελευθερισμού που θέλει τον εργαζόμενο αναλώσιμο και άπατριν, χωρίς ρίζες.

Το αίσθημα του συνανήκειν θέλουν να πατάξουν, το μόνο που προσφέρει θαλπωρή και χαρά, έστω και μέσα από καθημερινές συγκρούσεις, στους ανθρώπους των μεγαλουπόλεων.

Γιατί τους συνεταιρισμούς και τα συνδικάτα ήδη τα έχουν τσαλαπατήσει, αυτά δηλαδή που θα διεφύλασσαν τα κεκτημένα των εργαζομένων· κεκτημένα που με τη σειρά τους θεμελίωναν έναν ελάχιστο βαθμό αξιοπρέπειας.

Αν οι δημόσιοι υπάλληλοι γνώριζαν τη δύναμή τους θα ήσαν άψογοι στη δουλειά τους και στη συμπεριφορά τους. Θα εξέλιπαν η αγένεια και η αλαζονεία (στηριζόμενες στο μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει, ο μισθός κατατίθεται, στα διάφορα επιμίσθια, στις ύποπτες συναλλαγές και σε όποια άλλα προνόμια τούς παραχωρούνται).

Δεν θα έμπαιναν άνθρωποι στο «ψυγείο» υπηρεσιών του «δημοσίου» επειδή μόνο και μόνο ήσαν αντίπαλοι πολιτικά από το εκάστοτε κυβερνών κόμμα. Κι έτσι πολλοί τώρα συμφωνούν με τη σφαγή που επιχειρείται στο βαθύ κράτος (στο βαθύ ΠΑΣΟΚ κ.λπ.). Έχουν χάσει το δίκιο τους από μόνοι τους γιατί υπηρέτησαν τυφλά ένα πελατειακό, ανέντιμο σύστημα, που βόλευε τους πάντες, εκτός απ' αυτούς που δεν είχαν «μπάρμπα στην Κορώνη». Τώρα που δέχονται την επίθεση από τους Αμερικανοευρωπαίους, η κοινωνία δεν τους συμπαραστέκεται· τουναντίον, μέρος της φαίνεται να το απολαμβάνει…

Παραμένει εντούτοις ως μείζον πρόβλημα η εξάρθρωση του κοινωνικού ιστού, που ήδη έχει επιτευχθεί σε πολλούς τομείς της δημόσιας διοίκησης και της ιδιωτικής εργασίας. Η κοινωνία διαλύεται και οι πλείστοι άδομεν. Ο καπιταλισμός χαμογελά αυτάρεσκα και η Αριστερά (και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις…) τα βάζουν με τον Πάγκαλο που εκστομίζει το αυτονόητο γι' αυτόν, όντας περήφανος (;) υπηρέτης του καπιταλιστικού συστήματος. Η αμερικανική νοοτροπία («ο φτωχός είναι υπεύθυνος για την κατάντια του») εδραιώνεται και σε αυτή τη χώρα (ε, καιρός ήταν μετά όλο αυτό το χοντροκομμένο λάιφ στάιλ που λουστήκαμε…).

 

* stamg@enet.gr  

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=228055

Η “θεολογία” της τοκογλυφίας!…

Η “θεολογία” της τοκογλυφίας!…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

Οι ντόπιοι εφιάλτες και οι διεθνείς τοκογλύφοι γράφουν – εδώ και τώρα – τις μελανότερες και οδυνηρότερες, για το παρόν και το μέλλον του λαού μας και τόπου μας, σελίδες.

Ύστερα απ’ την προσφορά εκ μέρους της Αποστασίας και της Χούντας της μισής Κύπρου στους Τούρκους, τώρα οδηγούν την, «απ’ τα κόκαλα των Ελλήνων τα ιερά», βγαλμένη Ελευθερία μας, «πικραμένη και ντροπιασμένη» στην ειρκτή του έσχατου εξευτελισμού και της έσχατης ένδειας.

Και δεν αρκούνται μόνο στην οικονομική μας αιχμαλωσία. Θέλουν παράλληλα και την προσωπική μας υποδούλωση. Με τη διαβόητη «κάρτα του… αλήτη»! Το χαφιέ, δηλαδή, που θα μας εξαναγκάσουν να κουβαλάμε πάνω μας. Για να μας μεταβάλουν σε πολτό. Και δεμένους χειροπόδαρα, να μας πλάθουν και να μας πακετάρουν, όπως βολεύει στα εγκληματικά τους συμφέροντα. Έτσι ώστε να αργοπεθαίνουμε, φυτοζωώντας…

Αλλά ούτε και ως εδώ μένουν ικανοποιημένοι. Γιατί, για να πετύχουν αυτά και άλλα πολλά, που δόλια – φαίνεται – να μας κρύβουν, είναι απαραίτητο να σκοτώσουν πρώτα-πρώτα την ψυχή μας.

Και, επειδή βασική συνιστώσα για την υγεία και ζωή της ψυχής του ελληνικού λαού είναι το Ευαγγέλιο, επιστρατεύουν κάθε παραλογισμό και διαστροφή, για να το εξοβελίσουν από κάθε χώρο της κοινωνικής μας πραγματικότητας:
Από τα δικαστήρια, για να μην προσβάλλεται η θεμελιακά άδικη, στη συντριπτική πλειονότητά της, νομιμότητά τους απ’ την εικόνα του Νοητού Ήλιου της Δικαιοσύνης.

Από τα σχολεία, για να μην προσβάλλεται το ψεύδος, που διαρκώς όλο και μεθοδικότερα και σε μεγαλύτερες δόσεις σερβίρεται στα παιδιά μας.
Και όλα αυτά στο όνομα των ανθρωπίνων, λένε, δικαιωμάτων! Οι συστηματικοί και ουσιαστικοί υπονομευτές και κατεδαφιστές παντός ανθρωπίνου δικαιώματος και πάσης δικαιοσύνης! Σε παγκόσμια κλίμακα…

Και να, που τώρα θέλουν, λέει, να καταργήσουν και το τμήμα της Θεολογικής Σχολής, που ασχολείται με την κοινωνική θεολογία.

Και με ποια πρόφαση; Επειδή, λέει, στο τμήμα αυτό έχει επιβληθεί από την πλευρά κάποιων καθηγητών καθεστώς ευνοιοκρατίας και οικογενειοκρατίας.
Δηλαδή πονάει δόντι, κόβουν κεφάλι….

Όταν θα έπρεπε ν’ αρχίσουν πρώτα-πρώτα απ’ τα δικά τους τα κεφάλια….  Γιατί μας θυμίζουν οι αρχάγγελοι αυτοί της κάθαρσης και στην περίπτωση αυτή και πάλι το αθάνατο Ευαγγέλιο:

Όταν ο Χριστός κατακεραυνώνει τη μαφία των γραμματέων και φαρισαίων, που έβλεπαν τη σκόνη στα μάτια των άλλων, αλλά δεν έβλεπαν τα δοκάρια στα δικά τους τα μάτια.

Γιατί τι άλλο είναι ο δικομματισμός, αν όχι οικογενειοκρατικές συντεχνίες πλιάτσικου και ληστείας σε βάρος του λαού. Οριζοντίως και καθέτως!… Και οι αποκλειστικά υπεύθυνοι για την πολυεπίπεδη και πολύμορφη θανάσιμη υπονόμευση και χρεοκοπία της χώρας μας.

Και ποια είναι η πραγματική αιτία, για την οποία θέλουν να καταργήσουν το Τμήμα της Κοινωνικής Θεολογίας;

Είναι, όπως φαίνεται το γεγονός ότι η κοινωνική θεολογία βρίσκεται σε διαμετρική αντίθεση με τη «θεολογία» του καπιταλιστικού μεσαίωνα και της διεθνούς τοκογλυφίας. Αφού περισσότερο από κάθε άλλο τμήμα, όχι μόνο των της Θεολογικής, αλλά και όλων των πανεπιστημιακών σχολών ασχολείται με το, ζωτικότερο για την κοινωνία μας πρόβλημα: Δηλαδή, την κοινωνική δικαιοσύνη!
Που ασφαλώς καθόλου δεν συμφέρει στους διεθνείς τοκογλύφους και τους ντόπιους υπηρέτες τους…

Και είναι, λέει, και σοσιαλιστές οι αξιότιμοι αυτοί κατεδαφιστές της κοινωνικής θεολογίας! Και μάλιστα με πατέντα και περικεφαλαία. Αφού έχουν και την προεδρεία και της Σοσιαλιστικής Διεθνούς!…

Λοιπόν; Θαυμάστε και δοξάστε την καθαρότητα και την δικαιοσύνη τους….

 

παπα-Ηλίας, 27-11-2010,  http://papailiasyfantis.wordpress.com

ΠΑΣΟΚ-Τρόϊκα: Μας έχουν για βλάκες

Μας έχουν για βλάκες

 

Του Δημήτρη Καζάκη*



«Οι στόχοι έχουν εκπληρωθεί» δήλωσε ο εκπρόσωπος του επιτρόπου Όλι Ρεν την Τρίτη (23.11) σχετικά με την πορεία υλοποίησης του μνημονίου από την Ελλάδα. Ειδικότερα, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, κατά την τακτική ενημέρωση των εκπροσώπων του Τύπου, ο Αμαντέου Αλταφάζ είπε ότι το ελληνικό πρόγραμμα βρίσκεται σε γενικές γραμμές στον σωστό δρόμο. «Όλα τα ποσοτικά κριτήρια που είχαν τεθεί για το τέλος Σεπτεμβρίου πληρούνται. Παρά τις προκλήσεις που παραμένουν, σημαντική πρόοδος έχει συντελεσθεί όσον αφορά τη δημοσιονομική προσαρμογή» αναφέρεται επίσης στην κοινή δήλωση των εκπροσώπων του ΔΝΤ, της Ε.Ε. και της ΕΚΤ.

 

Οι δηλώσεις αυτές παίζουν κυριολεκτικά με τη νοημοσύνη μας. Κι αυτό γιατί πολύ απλά κανένας από τους ποσοτικούς στόχους του μνημονίου δεν έχει επιτευχθεί. Το κρατικό έλλειμμα εκτιμάται επίσημα – χωρίς κανένας σοβαρός αναλυτής να παίρνει στα σοβαρά αυτήν την εκτίμηση – ότι θα διαμορφωθεί στο 9,4% του ΑΕΠ, από 8% που ήταν ο στόχος του μνημονίου.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις διεθνών οίκων, το πραγματικό έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού θα κυμανθεί τελικά για το 2010 πάνω από το 12%. Το δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα τέλη του 2010 στο 148% του ΑΕΠ, από 127% που ήταν ο στόχος του μνημονίου. Το ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει κατά 4,7% ετήσια, όταν ο στόχος του μνημονίου ήταν -3%. Η συρρίκνωση θα συνεχιστεί και για το 2011, με εκτιμώμενη πτώση του ΑΕΠ της τάξης του 3,8% («Economist»), όταν το μνημόνιο εκτιμούσε συρρίκνωση της τάξης του 2,5%.

Την ίδια ώρα, ο τιμάριθμος τρέχει με ετήσιο ρυθμό άνω του 5%, σε αντίθεση με το μνημόνιο που εκτιμούσε κάτω του 4%. Ενώ ο δείκτης του όγκου των λιανικών πωλήσεων – αυτό δηλαδή που ονομάζουμε στην καθομιλουμένη πραγματικός τζίρος της αγοράς – έχει υποχωρήσει στο οκτάμηνο από τις αρχές του έτους πάνω από 20%. Η μεγαλύτερη υποχώρηση οκταμήνου που έχει παρατηρηθεί από τη δεκαετία του '60! Οι περιοριστικές πολιτικές της κυβέρνησης αλλά και η άγρια λιτότητα στα λαϊκά εισοδήματα οδήγησαν τον πραγματικό τζίρο της αγοράς στο επίπεδο του 2002.

 

Αποσύνθεση της παραγωγής


Τα δεδομένα αυτά έχουν οδηγήσει σε ολοκληρωτική αποσύνθεση την όποια παραγωγική βάση είχε απομείνει στην ελληνική οικονομία. Ο γενικός δείκτης της βιομηχανικής παραγωγής την περίοδο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2010, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2009, έχει υποχωρήσει κατά 5,7%. Κι αυτό οφείλεται:

α. Στη μείωση του Δείκτη Παραγωγής Ορυχείων -Λατομείων κατά 6,0%.

β. Στη μείωση του Δείκτη Παραγωγής Μεταποιητικών Βιομηχανιών κατά 5,3%.
γ. Στη μείωση του Δείκτη Παραγωγής Ηλεκτρισμού κατά 7,7%.

δ. Στην αύξηση του Δείκτη Παροχής Νερού κατά 1,1%.

Αλήθεια, ποια οικονομία μπορεί να αναπτυχθεί όταν παρουσιάζει μείωση παραγωγής ηλεκτρισμού κατά 7,7% και συνολική μείωση παραγωγής ενέργειας κατά 4,5% μέσα στο εννιάμηνο του 2010 σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2009;

Τα δεδομένα αυτά έχουν οδηγήσει επίσημα τον δείκτη της ανεργίας τον Αύγουστο του 2010 στο 12,2% των απασχολουμένων. Τον ίδιο μήνα όμως είχαμε και μια αύξηση του οικονομικά μη ενεργού πληθυσμού κατά 43.632 άτομα. Πρόκειται για μια μαζική έξοδο από την αγορά εργασίας, η οποία οφείλεται είτε σε πρόωρη συνταξιοδότηση είτε σε μακροχρόνια άνεργους που σταμάτησαν να αναζητούν εργασία. Κι αυτή είναι μια ακόμη πλευρά της βαθύτατης κρίσης της απασχόλησης που βιώνει η χώρα και ένας από τους παράγοντες που κρατά τα επίσημα ποσοστά ανεργίας συγκριτικά χαμηλά έναντι της πραγματικής κατάστασης που ζει η εργαζόμενη οικογένεια.

 

Μνημόνιο αυθαιρεσίας

 

Τότε τι σημαίνει το «όλοι οι στόχοι επιτεύχθηκαν» της τρόικας; Προφανώς η δήλωση αυτή δεν αναφέρεται στους ποσοτικούς στόχους του μνημονίου, το οποίο αποδεικνύεται στην πράξη ότι πρόκειται για μια άσκηση αριθμών πάνω σε λάθος δεδομένα και παντελώς αυθαίρετες παραδοχές. Αν λοιπόν πιστέψουμε τις εισηγήτριες του Συμβουλίου της Επικρατείας που ζήτησαν να απορριφθούν οι προσφυγές εναντίον του μνημονίου διότι, όπως είπαν, «πέραν της αποτροπής του κινδύνου πτωχεύσεως της χώρας, με τα μέτρα αυτά, τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο ενός "εμπροσθοβαρούς" προγράμματος δημοσιονομικής εξυγίανσης, επιδιώκεται, περαιτέρω, η εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών κατά τρόπο διατηρήσιμο και βιώσιμο», τότε θα πρέπει να δεχθεί κανείς ότι μια κυβέρνηση μπορεί εντελώς αυθαίρετα να επικαλείται οποιαδήποτε έκτακτη ανάγκη, να στηρίζεται σε οποιοδήποτε αυθαίρετο κείμενο σαν το μνημόνιο και να επιβάλλει οποιαδήποτε μέτρα θέλει καταργώντας ουσιαστικά την εσωτερική έννομη τάξη της χώρας.

Μάλιστα οι εν λόγω εισηγήτριες διατύπωσαν και την πρωτοφανή άποψη ότι «εντός του πλαισίου αυτού, επιδιώκεται η μεσοπρόθεσμη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και η αναστροφή της αυξητικής πορείας του δημόσιου χρέους, στόχοι, δηλαδή, η επίτευξη των οποίων εκτιμάται ότι θα συμβάλει στην ταχεία επάνοδο της χώρας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου».

Από πού προκύπτουν όλα αυτά; Από ένα μνημόνιο που κανένας από τους δημοσιονομικούς στόχους του δεν πραγματοποιείται; Από ποιον «εκτιμάται ότι (η πολιτική αυτή) θα συμβάλει στην ταχεία επάνοδο της χώρας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου»;

Με βάση ποια αντικειμενικά δεδομένα; Γιατί μια χώρα με 126% δημόσιο χρέος επί του ( ΑΕΠ στα τέλη του 2009 δεν μπορεί να βγει στις αγορές, αλλά η ίδια χώρα με 168% δημόσιο χρέος το 2013 θα μπορεί να βγει; Και, τέλος πάντων, από πότε και με βάση ποια λογική μπορεί να υπάρξει «αποφυγή πτώχευσης» της χώρας όταν το μόνο σίγουρο αποτέλεσμα της πολιτικής του μνημονίου είναι η εκτίναξη του δημόσιου χρέους; Γνωρίζουν έστω και μια περίπτωση νοικοκυριού, επιχείρησης ή κράτους που να γλίτωσε την πτώχευση απλώς αναζητώντας νέα δάνεια για να εξακολουθεί να πληρώνει τα παλιά;

Τι άλλο εκτός από ομολογία απόλυτης χρεοκοπίας συνιστά η θέση ότι όλα αυτά που υπομένει η χώρα, τα δέχεται για να ξαναβγεί στις αγορές ώστε να δανειστεί εκ νέου;

 

Κυβέρνηση των πιστωτών

 

Το ερώτημα που απέφυγαν να απαντήσουν οι εισηγήτριες στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως αποφεύγουν καιρό τώρα να απαντήσουν και όλοι οι υποστηριχτές του μνημονίου, είναι το εξής: Όταν μια χώρα βρεθεί μπροστά στο δίλημμα να μην μπορεί να ικανοποιήσει ταυτόχρονα τις πιο βασικές και άμεσες ανάγκες της μεγάλης πλειονότητας των πολιτών της και τις απαιτήσεις των δανειστών της, τότε τι προέχει για την κυβέρνηση αυτής της χώρας; Οι ανάγκες της χώρας και των πολιτών της ή οι απαιτήσεις των δανειστών της;

Η τωρινή κυβέρνηση (όπως και η προηγούμενη) απάντησε στο δίλημμα αυτό προτάσσοντας τις απαιτήσεις των δανειστών. Κι αυτό δεν είναι ούτε ηθικό ούτε δίκαιο. Κι αυτό γιατί καμία κυβέρνηση δεν νομιμοποιείται να θυσιάζει τον λαό και τη χώρα της, προκειμένου να εξυπηρετηθούν αλλότρια συμφέροντα. Όχι μόνο με βάση το Σύνταγμα και το δίκαιο της χώρας, αλλά και με βάση το διεθνές δίκαιο.

Και το λέμε αυτό γιατί όταν μια χώρα αντιμετωπίζει μια «κατάσταση ανάγκης», όπως είναι το άμεσο ενδεχόμενο μιας πτώχευσης, το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει στην κυβέρνηση της χώρας το δικαίωμα να αρνηθεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι των δανειστών της, προκειμένου να μη θιγούν τα δικαιώματα των πολιτών της και να μην απειληθεί η εσωτερική έννομη τάξη και ασφάλεια.

 

Νομικό προηγούμενο από την Ελλάδα του 1936!

 

Θα δώσουμε ένα ιστορικό παράδειγμα, το οποίο αποτελεί και μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις στη διεθνή νομολογία που υποστηρίζει το δικαίωμα που αναφέραμε. Το 1936 η Ελλάδα αρνήθηκε να συνεχίσει την εξυπηρέτηση του δανείου που είχε συνάψει με τη βελγική τράπεζα Societe Commerciale de Belgique. Η κυβέρνηση του Βελγίου παρενέβη και προσέφυγε στο Διαρκές Δικαστήριο του Διεθνούς Δικαίου, που είχε ιδρύσει η Κοινωνία των Εθνών, κατηγορώντας την Ελλάδα ότι αθετεί τις διεθνείς της υποχρεώσεις.

Η Ελλάδα, που τότε βρισκόταν υπό το φασιστικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου, απάντησε ότι βρίσκεται σε αδυναμία να εκπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις διότι δεν μπορεί να διαθέσει πόρους χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την κατάσταση του λαού και της χώρας. Στο υπόμνημα της έλεγε: «Η Κυβέρνηση της Ελλάδος, ανήσυχη για τα ζωτικά συμφέροντα του Ελληνικού λαού και για τη διοίκηση, την οικονομική ζωή, την κατάσταση της υγείας και την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια της χώρας, δεν θα μπορούσε να προβεί σε άλλη επιλογή. Όποια κυβέρνηση κι αν ήταν στη θέση της θα έκανε το ίδιο» («Yearbook of the International Law Commission», 1980, ν.l, σελ. 25). Θυμηθείτε ότι μιλάμε για τη φασιστική δικτατορία του Μεταξά, που πατούσε στον λαιμό τον ελληνικό λαό και η οποία επιβλήθηκε με τις ευλογίες της «μεγάλης συμμάχου» Βρετανίας και του τοποτηρητή της στην Ελλάδα, βασιλιά Γεωργίου.

 

Έκτακτη κατάσταση


Το επιστέγασμα ήρθε με το υπόμνημα που κατέθεσε στο Διαρκές Δικαστήριο ο νομικός εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης το 1938, όπου τόνιζε τα αυτονόητα: Ενίοτε μπορεί να υπάρξει μια έκτακτη κατάσταση, η οποία κάνει αδύνατο για τις Κυβερνήσεις να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους προς τους δανειστές και προς τον λαό τους: οι πόροι της χώρας είναι ανεπαρκείς για να εκπληρώσουν και τις δυο υποχρεώσεις ταυτόχρονα. Είναι αδύνατο να πληρωθεί το χρέος και την ίδια ώρα να παρασχεθεί στον λαό η κατάλληλη διοίκηση και οι εγγυημένες συνθήκες για την ηθική, κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Το οδυνηρό πρόβλημα προκύπτει όταν πρέπει να επιλέξει κανείς ανάμεσα στα δυο καθήκοντα. Το ένα πρέπει να υποχωρήσει έναντι του άλλου.

 

Ποιο πρέπει να είναι αυτό;…

 

Η θεωρία αναγνωρίζει σ' αυτό το ζήτημα ότι το καθήκον μιας Κυβέρνησης να εξασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία των βασικών δημόσιων υπηρεσιών υπερτερεί έναντι της πληρωμής των χρεών της. Από κανένα Κράτος δεν απαιτείται να εκπληρώσει, μερικά ή συνολικά, τις χρηματικές του υποχρεώσεις αν αυτό θέτει σε κίνδυνο τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών του και έχει σαν αποτέλεσμα την αποδιοργάνωση της διοίκησης της χώρας. Στην περίπτωση όπου η πληρωμή του χρέους του θέτει σε κίνδυνο την οικονομική ζωή ή τη διοίκηση, η Κυβέρνηση είναι, κατά τους συγγραφείς, υποχρεωμένη να διακόψει ή ακόμη και να μειώσει την εξυπηρέτηση του χρέους» (στο ίδιο). Το Διεθνές Δικαστήριο αποδέχτηκε το σκεπτικό αυτό και δικαίωσε την Ελλάδα, δημιουργώντας νομικό προηγούμενο που χρησιμοποίησαν πολλές χώρες τα κατοπινά χρόνια. Μια από αυτές ήταν και η Αργεντινή το 2003, όταν η κυβέρνηση του Νέστορ Κίχνερ επέλεξε, έναντι της εξαθλίωσης του λαού που επέβαλλαν τα προγράμματα του ΔΝΤ, να διαγράψει μονομερώς το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους.

Αυτό που τόλμησε να διεκδικήσει η φασιστική Ελλάδα του Μεταξά λίγο πριν από τον πόλεμο, αρνείται ακόμη και να το συζητήσει η «δημοκρατική» Ελλάδα του κ. Παπανδρέου. Και μάλιστα υπάρχουν δικαστές που όλα αυτά τα βρίσκουν καλά καμωμένα.

 

Το μεγάλο ψέμα


Η τραγωδία όμως για τη χώρα και τον λαό της δεν τελειώνει εδώ. Ακόμη και στην αίθουσα της μείζονος ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας ακούστηκε για μια ακόμη φορά το επιχείρημα ότι όλα αυτά έγιναν για να μπορεί η κυβέρνηση να πληρώσει μισθούς και συντάξεις. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα από αυτό.

Ας δούμε τα πραγματικά δεδομένα από τον δανεισμό του 2009, με βάση τα οποία, σύμφωνα πάντα με την κυβέρνηση, οδηγηθήκαμε στην κρίση και αναγκαστήκαμε να υποστούμε το μνημόνιο για να δανειστούμε εκτάκτως από τις χώρες της ευρωζώνης και το ΔΝΤ.

Σύμφωνα με την έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το 2009, τα πιστωτικά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού – δηλαδή το σύνολο του νέου δανεισμού για το 2009 – ανήλθαν σε ποσό άνω των 105,2 δισ. ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο 44,3% του ΑΕΠ για το 2009 και είναι πάνω από δυο φορές μεγαλύτερο σε σχέση με το σύνολο των τακτικών εσόδων του κράτους.

Από τα στοιχεία προκύπτει ότι τα πιστωτικά έσοδα που πραγματοποιήθηκαν παρουσιάζουν απόκλιση σε σχέση με τις προβλέψεις του προϋπολογισμού του 2009 κατά 64,5 δισ. ευρώ. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση του κ. Καραμανλή δανείστηκε μέσα στο 2009 κατά 158,4% περισσότερο από ό,τι είχε προβλέψει αρχικά στον προϋπολογισμό. Γιατί συνέβη αυτό; Μήπως για να πληρώσει μισθούς και συντάξεις; Όχι βέβαια.

Οι πρωτογενείς δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού για το 2009 (δαπάνες που δεν περιλαμβάνουν τόκους και χρεωλύσια δανείων) ανήλθαν στο ποσό των 59,9 δισ. ευρώ, ήτοι το 25,2% του ΑΕΠ. Αν τις συγκρίνουμε με τα πραγματικά εισπραχθέντα τακτικά έσοδα του προϋπολογισμού, τα οποία ανέρχονταν στα 50,3 δισ. ευρώ, διαπιστώνεται ότι το πρωτογενές έλλειμμα για το 2009 ήταν στα 9,3 δισ. ευρώ, ή το 3,9% του ΑΕΠ. Έλλειμμα που ακόμη και για τα δεδομένα ενός σπάταλου και αντιπαραγωγικού κράτους είναι αρκετά περιορισμένο και απόλυτα διαχειρίσιμο. Αν, επί παραδείγματι, το 15,8%, που είναι ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων, σύμφωνα με την Eurostat, από το επίσημο 25% λόγω του καθεστώτος νόμιμων φοροαπαλλαγών, ανέβαινε στο 40 ή και στο 45%, που προβλέπεται για τα υψηλά κλιμάκια του εισοδήματος φυσικών προσώπων, τότε το έλλειμμα θα μειωνόταν στο μισό.

Επιπλέον, αν το ελληνικό κράτος φορολογούσε αντίστοιχα τόκους, μερίσματα και κέρδη που φεύγουν στο εξωτερικό και τα οποία μόνο το 2009 ανέρχονταν επίσημα στα 13,5 δισ. ευρώ, τότε μπορούσε να μειώσει το πρωτογενές έλλειμμα στα 3,9 δισ. ευρώ. Ενώ, αν μείωνε τις λειτουργικές δαπάνες του Δημοσίου στο μέσο επίπεδο της ευρωζώνης, θα εξασφάλιζε και τα υπόλοιπα για να ισοφαρίσει το έλλειμμα χωρίς καν να βάλει χέρι σε μισθούς και συντάξεις ή να προχωρήσει σε άλλες σοβαρές περικοπές.
Παρ' όλα αυτά, από τα 105,2 δισ. ευρώ που δανείστηκε το ελληνικό Δημόσιο το 2009, μόλις το 8,8% πήγε για την κάλυψη αυτού του πρωτογενούς ελλείμματος του προϋπολογισμού. Αυτό είναι που δανειζόμαστε για να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις; Ποιον κοροϊδεύουν οι κύριοι εκπρόσωποι της κυβέρνησης;

Τι χρηματοδότησε το υπόλοιπο του 91,2% του νέου δανεισμού; Από αυτό το ποσό των 81,3 δισ. ευρώ πήγε σε εξυπηρέτηση του συνολικού δημόσιου χρέους, το οποίο αντιστοιχεί στο 34,2% του ΑΕΠ για το 2009. Από το υπόλοιπο τα 5,5 δισ. ευρώ αφορούσαν δαπάνη για:

α) τη συμμετοχή του Δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών κατά ποσό 3,8 δισ. ευρώ μέσα στο πλαίσιο της πολιτικής ενίσχυσης της ρευστότητας των τραπεζών,

β) αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου του ΤΕΜΠΕ, που αποτελεί επιδότηση του τραπεζικού δανεισμού από το κράτος,

γ) συμμετοχή στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου.
Τα υπόλοιπα νέα δάνεια πήγαν για να εξασφαλίσουν την απορρόφηση των κονδυλίων από την Ε.Ε., ως «εθνική συμμετοχή» στον Προϋπολογισμό Δημοσίων Επενδύσεων. Προκειμένου να επιδοτηθούν οι μεγαλοεργολάβοι και γενικά το παρασιτικό κύκλωμα που θησαυρίζει με τα «κοινοτικά πλαίσια στήριξης». Ο βασικός και κύριος λόγος που η κυβέρνηση κατέφυγε στο μνημόνιο είναι για να ρευστοποιήσει τον μισθό, τη σύνταξη, τη δουλειά του Έλληνα εργαζόμενου και τον δημόσιο πλούτο της χώρας, ώστε να μη χάσουν οι διεθνείς τοκογλύφοι. Αυτή είναι η αλήθεια.


* Ο Δ. Καζάκης είναι οικονομολόγος – αναλυτής και το κείμενο του δημοσιεύτηκε στο "Ποντίκι" 25/11/2010.

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin.

Ο Αγώνας της Αριστεράς

Ο Αγώνας της Αριστεράς

 

Του Σπύρου Μαρκέτου


 

Η κυβέρνηση στήριξε τη στρατηγική της στην ελπίδα ότι ο ελληνικός λαός θα πίστευε πως το μνημόνιο είναι μονόδρομος. Το δημόσιο χρέος, λέει, πρέπει να πληρωθεί, επομένως θα ματώσετε και η χώρα θα ξεπουληθεί. Η ηθική ένσταση, ότι είναι άδικο να πληρώσουν ξανά οι αδύνατοι, απαντήθηκε με τον γνωστό τρόπο από τον πιο παχύσαρκο και παχύδερμο υπουργό. Η λογική ένσταση ότι με μειώσεις μισθών και κρατικών δαπανών δεν ξεπληρώνεται κανένα χρέος, αλλά βυθίζεται η οικονομία σ’ έναν φαύλο κύκλο ύφεσης, απλώς έμεινε αναπάντητη. 

Το ίδιο και η νομική και πολιτική ένσταση, ότι το δημόσιο χρέος μας είναι σχεδόν όλο απεχθές κι επομένως δεν πρέπει να το πληρώσουμε, ακόμη και αν θα μπορούσαμε, που έτσι και αλλιώς δεν μπορούμε. Ωστόσο, κυρίως χάρη στη δική μας κινητοποίηση, το ψέμα δεν πέρασε. Οι δημοσκοπήσεις συμφωνούν ότι, παρ’ όλη την ασταμάτητη προπαγάνδα, τα δυο τρίτα του πληθυσμού διαφωνούν με την πολιτική του μνημονίου. Επισημαίνεται επίσης ότι αν η αριστερά είχε πειστική πρόταση, ιδίως αν έβρισκε τρόπο να δράσει ενωμένα, θα καρπωνόταν μεγάλο μέρος της αμφισβήτησης και θ’ άλλαζε το πολιτικό σκηνικό. Η άνοδος της φασιστικής άκρας δεξιάς στην Αθήνα ίσως μας ξυπνήσει τώρα από τον λήθαργό μας.

Εντέλει τα μεγάλα αριστερά κόμματα ασχολούνται με δευτερεύοντα και αδιαφορούν για το μείζον, δηλαδή το πρόβλημα του δημόσιου χρέους, αποφεύγοντας να πιέσουν για τη διαγραφή του, που είναι και η μόνη φιλολαϊκή λύση. Αν πού και πού ψελλίζουν περί αναδιάρθρωσης, ολόιδιες ατάκες πετούν πλέον και ο Πάγκαλος και η Κατσέλη. Η ηγεσία τηρεί σιγή ιχθύος όταν οι κυβερνητικοί επαναλαμβάνουν πως, αν δέχεσαι το χρέος, δεν μπορείς παρά να υποστείς και το μνημόνιο ή κάτι αντίστοιχο, πράγμα που άλλωστε όλος ο κόσμος καταλαβαίνει. Φοβάται να πει ότι δεν είναι λύση ν’ αφαιμάξεις μέχρι τελευταίας σταγόνας την ελληνική οικονομία για να γεμίζεις τρύπια θησαυροφυλάκια τραπεζιτών. Ότι οι λεγόμενες ‘αγορές’ μας έριξαν αυτό που πριν από χρόνια ο Υποδιοικητής Μάρκος είχε ονομάσει ‘χρηματοπιστωτική βόμβα’, και μόνος τρόπος για να προστατευτούμε είναι να την απενεργοποιήσουμε. Μόνο με τη διαγραφή του χρέους γίνεται αυτό.

Όσο όμως τα κρύβει αυτά η αριστερά, ο πολύς κόσμος δεν ασχολείται μαζί της και οι ιστορικές ευκαιρίες χάνονται η μια μετά την άλλη. Όσο η οργανωμένη αριστερά αδρανεί, η λαϊκή αγανάκτηση μένει άσφαιρη και άλλοι δρέπουν τους καρπούς της αποτυχίας του Πασόκ. Η ανεπάρκεια των ηγεσιών έχει απογοητεύσει κι εξοργίσει μεγάλο κομμάτι της αγωνιστικής βάσης. Ο πολλαπλασιασμός ψήφων της Ανταρσίας δίνει μεγάλες ελπίδες, αλλά βέβαια δεν αρκεί· απαραίτητο για ν’ αντισταθούμε στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα είναι να κινητοποιηθούν οι απλοί άνθρωποι, και για να γίνει αυτό σε σωστή κατεύθυνση πρέπει να εξηγηθεί απλά και πειστικά η εναλλακτική πρόταση, ότι η οικονομία δεν ανατάσσεται χωρίς στάση πληρωμών προς τους τραπεζίτες. Πώς όμως να γίνει αυτό όταν η ηγεσία της αριστεράς στρουθοκαμηλίζει; Πολιτικά, το χειρότερο θα είναι αν τυχόν μεθαύριο προχωρήσει σε μια τέτοια στάση πληρωμών, μη μπορώντας ν’ αντιμετωπίσει αλλιώς τη λαϊκή πίεση, μια ενδεχόμενη κυβέρνηση Σαμαρά. Τότε αυτή θα πιστωθεί την επανεκκίνηση της οικονομίας, και θα ελπίζει να εδραιώσει την ηγεμονία της για άγνωστο πόσα χρόνια. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε όσοι από την ηγεσία της αριστεράς διατηρούν έστω κι ελάχιστη αξιοπρέπεια θα πρέπει να κάνουν χαρακίρι.

Όσο κρίσιμη και αν είναι η σημερινή κατάσταση, υπάρχουν πολλά ιστορικά παραδείγματα όπου ένας λαός υπερνικά δυσκολίες που αρχικά έδειχναν να τον ξεπερνούν. Λόγου χάρη, λίγα χρόνια μετά το ξέσπασμά της η Γαλλική Επανάσταση φαινόταν καταδικασμένη. Οι εχθροί, οι μοναρχικοί στρατοί όλης της Ευρώπης, την είχαν περικυκλώσει κι ετοιμάζονταν να προελάσουν ενάντια στην καρδιά της, στο Παρίσι. Αλλά το χειρότερο ήταν ότι είχε μείνει ανυπεράσπιστη, χωρίς στρατιωτική ηγεσία. Οι αξιωματικοί ήταν αριστοκράτες και είχαν οι περισσότεροι περάσει στο αντίπαλο στρατόπεδο, ενώ κανείς δεν ήξερε ποιοί απ’ όσους είχαν μείνει πίσω ήταν αξιόπιστοι. Κοινή πεποίθηση ήταν ότι ο στρατός των δημοκρατικών, βιαστικά φτιαγμένος από ανεκπαίδευτους τεχνίτες, μαγαζάτορες και χωρικούς, θα διαλυόταν στην πρώτη του σύγκρουση με τους σκληροτράχηλους μισθοφόρους των βασιλιάδων, που οδηγούνταν από τους πιο περίφημους στρατηγούς της Ευρώπης. Ξέρουμε τη συνέχεια. Οι χωρικοί και οι μαγαζάτορες, που αγωνίζονταν υπέρ βωμών κι εστιών, πολέμησαν με μαχητικότητα και αυτοθυσία αρκετή για ν’ αναπληρωθεί η έλλειψη πείρας τους. Ήταν πολλοί και αποφασισμένοι, οι αντίπαλοι λίγοι και σχετικά αδιάφοροι. Όταν κερδήθηκε η πρώτη, ασήμαντη, σύγκρουση, η φορά των γεγονότων άλλαξε. Οι νέοι στρατηγοί φτιάχτηκαν μέσα στον ίδιο τον πόλεμο, ξεδιαλέχτηκαν με βάση όχι τα δαχτυλίδια που είχαν πάρει απ’ τον μπαμπά τους, αλλά τη γενναιότητα και την οξυδέρκεια που έδειχναν στη μάχη. Από αυτούς τους άσημους ξεπήδησαν ο Ναπολέοντας και οι θρυλικοί συνεργάτες του που, ανατρέποντας όλα τα προγνωστικά, συνέτριψαν τη μια μετά την άλλη τις στρατιές των ευγενών, έδιωξαν τον εχθρό από τα γαλλικά χώματα και κατέκτησαν την Ευρώπη. Και όλα αυτά τα έκαναν με τον ‘ερασιτεχνικό’ τους στρατό, δείχνοντας την κενότητα των δήθεν συνετών συντηρητικών και ξαναγράφοντας στο μεταξύ την τέχνη του πολέμου.

Η μαζική κινητοποίηση και η ανάδειξη ηγεσιών που αντιλαμβάνονταν την αξία της νίκησαν εκείνους που, ενώ απλώς αναμασούσαν κοινοτοπίες της εποχής, νόμιζαν πως τα ήξεραν όλα. Οι σημερινοί γάλλοι και οι γαλλίδες την θυμούνται καλά αυτή την ιστορία, και είναι κι αυτός ένας λόγος που δεν κάθονται φρόνιμα. Αντίστοιχες εικόνες συναντούμε και σε πολλές άλλες στιγμές όπου η πόλωση της σύγκρουσης και η μαζική κινητοποίηση άλλαξαν τους κανόνες του παιχνιδιού. Κάτι τέτοιο έγινε και στη Ρωσική Επανάσταση, όπου φτιάχτηκε από το τίποτα ο νικηφόρος Κόκκινος Στρατός, αλλά και στην ιστορική εμπειρία του ΕΛΑΣ και άλλων εθνικοαπελευθερωτικών στρατών που αντιμετώπισαν πανίσχυρους κατακτητές. Όπως πολύ παραστατικά δείχνει ο Γιώργος Μαργαρίτης στο τελευταίο του βιβλίο για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και την Κατοχή (Προαγγελία θυελλωδών ανέμων, Βιβλιόραμα 2010), νικητές της Αλβανίας ήταν οι ερασιτέχνες έφεδροι. Αυτοί έμαθαν να πολεμούν αυτοσχεδιάζοντας, και στη συνέχεια, ακριβώς χάρη στο σχολείο των βουνών, έστησαν τον εκπληκτικό λαϊκό στρατό.

Τέτοιο σχολείο είναι σήμερα τα μαζικά κινήματα που αναδύονται στην πόλη, αρκετές φορές και χωρίς βοήθεια από την επίσημη αριστερά. Πολύτιμος χρόνος έχει χαθεί, αλλά όχι ο πόλεμος. Οι βουλευτικές εκλογές που έρχονται αναπόφευκτα, γιατί ο Παπανδρέου δεν μπορεί να συνεχίσει την πολιτική των αλλεπάλληλων μνημονίων, θ’ αναγκάσουν την αριστερά να πάρει θέση. Αν δεν κάνει προμετωπίδα της τη διαγραφή του χρέους, το μόνο σύνθημα που μπορεί να στηρίξει μια εναλλακτική πρόταση, η δημόσια αξιοπιστία της θα καταρρακωθεί. Περίοδος μεγάλων αγώνων αρχίζει, η νομιμοποίηση των κυβερνητικών μέτρων θα κριθεί τελικά στο δρόμο. Η φυγή του Παπανδρέου θα είναι μεγάλη νίκη· ο λαός βρίσκεται πια σ’ επιφυλακή, και μια κυβέρνηση της δεξιάς, ή και συνεργασίας των μνημονιακών δυνάμεων, θα είναι πιο αδύναμη από την τωρινή.

Απατεώνες πολιτικοί, μαφιόζοι τραπεζίτες, κυνικοί καναλάρχες κι εξωνημένοι δημοσιογράφοι που έκαναν πάρτυ όλα αυτά τα χρόνια, στέλνουν το λογαριασμό σε μας. Είναι όμως πανικόβλητοι και διαιρεμένοι, το ίδιο και οι συνεργοί τους σε Βρυξέλλες, Φραγκφούρτη και Ουάσιγκτον. Ούτε και αυτοί δεν έχουν σχέδιο, και πάντως δεν θα τους περάσει. Ποτέ στην ιστορία δεν επιβλήθηκε τέτοια καταρράκωση του βιοτικού επιπέδου ενός λαού χωρίς να έχει προηγηθεί στρατιωτική ήττα ή αντιδημοκρατική εκτροπή, που όμως για διάφορους λόγους (όπως υποστήριξα συνοπτικά αλλού: http://tinyurl.com/22umh39 ) δεν φαίνεται στις σημερινές συνθήκες εύκολη.

Ο ελληνικός λαός ξυπνά, δείχνει την οργή του στην κάλπη και στους δρόμους. Διαγραφή του χρέους. Εξέταση της νομιμότητας όλων των δανειακών συμβάσεων, και του ποιοι έφαγαν τα λεφτά. Κοινωνικοποίηση των ουσιαστικά χρεωκοπημένων τραπεζών. Απαλλαγή απ’ το ευρώ. Επανεκκίνηση της οικονομίας, με μια εθνική αναπτυξιακή πολιτική κινητοποίησης των πόρων που σήμερα αχρηστεύονται –που θα δώσει δουλειά στους άνεργους και θα ξαναζωντανέψει την αγορά. Όλα αυτά μπορούν να γίνουν με εθνικούς πόρους, αν πάψουμε να πληρώνουμε κάθε βδομάδα ένα δις φόρο υποτέλειας στους τραπεζίτες. Αλλά πρέπει επιτέλους η αριστερά να τα ζητήσει, και οργανώνοντας τον κόσμο να τα επιβάλει στην όποια κυβέρνηση. Βοηθώντας επίσης να ενωθεί στη βάση το λαϊκό στρατόπεδο, στις σκληρές μάχες που έτσι και αλλιώς θα δοθούν μέσα στην κοινωνία, και θα γεννήσουν τη νέα συνείδηση και τα νέα στελέχη. Στελέχη που θα είναι απαραίτητα στις επόμενες συγκρούσεις, γιατί βέβαια ο τωρινός πόλεμος θα κρατήσει καιρό, ώσπου να σταθεροποιηθεί ένα άλλο σύστημα που θα είναι είτε πολύ χειρότερο απ’ το σημερινό είτε αρκετά καλύτερο. Η αριστερά που, επιμένοντας να σκέφτεται με όρους εποχών κοινωνικής συναίνεσης, σωπαίνει για όλα αυτά, δεν είναι πια αριστερά.

 

ΠΗΓΗ: ΠΡΙΝ (21 Νοεμβρίου 2010)

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin.

Τρόϊκα: Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΡΛΑΝΔΙΑ:

 

Ο τεράστιος κίνδυνος για το βορειοευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, οι εξελίξεις στη μάχη της Ευρώπης, η μάστιγα της φοροαποφυγής των πολυεθνικών, οι βασικοί πυλώνες του ιρλανδικού μοντέλου, η άνοδος και η πτώση της κελτικής τίγρης

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*


 

Η Ιρλανδία είναι υποχρεωμένη να αποδεχθεί τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, παρά το ότι δεν υφίσταται ανάγκη χρηματοδότησης του δημοσίου της, έως τα μέσα του 2011 – ενώ οι τράπεζες της έχουν ελεύθερη πρόσβαση στο δανεισμό τους από την ΕΚΤ. «Για ποιο λόγο αλήθεια;», θα μπορούσε κανείς εύλογα να ρωτήσει, «Γιατί να υποχρεωθεί στην απώλεια της Εθνικής της κυριαρχίας, όταν δεν είναι ακόμη απαραίτητος ο δανεισμός της; Γιατί να ανεχθεί μία μη δημοκρατικά εκλεγμένη, σκιώδη διακυβέρνηση, όταν η ίδια δεν φαίνεται να αναζητάει βοήθεια;»

Τα ερωτήματα είναι ρητορικά φυσικά, αφού το μεγάλο πρόβλημα της Ιρλανδίας δεν είναι η ρευστότητα, ούτε η σε μεγάλο βαθμό εσφαλμένη διαχείριση της κρίσης δανεισμού, όπως συνέβη δυστυχώς με την Ελλάδα. Πρόκειται απλούστατα για την κατάρρευση του οικονομικού μοντέλου της, γεγονός που δεν πρόκειται να «επιτρέψει» στη χώρα την αποπληρωμή των υποχρεώσεων της. Η «αγορά» βέβαια το γνωρίζει, «αποτιμώντας» ανάλογα το ρίσκο της ενώ, κατά τα φαινόμενα, στην Ιρλανδία πέφτει το πέπλο, αποκαλύπτεται δηλαδή η τεράστια κρίση του βορειοευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος, η οποία είναι αδύνατον πλέον να διατηρηθεί μυστική.

Το κράτος, η κυβέρνηση καλύτερα της Ιρλανδίας, εγγυήθηκε ανεύθυνα το 2008 για τις υποχρεώσεις των τραπεζών της, ύψους περί τα 350 δις € (πηγή: MM) – χωρίς φυσικά να ρωτήσει τους Πολίτες της, οι οποίοι έχουν κληθεί από καιρό τώρα να αναλάβουν οι ίδιοι τις ευθύνες του χρηματοπιστωτικού τους συστήματος (ετεροβαρές ρίσκο). Παράλληλα, υποχρέωσε τους Ιρλανδούς σε μία άνευ προηγουμένου δημοσιονομική προσαρμογή, ήδη από τα μέσα του 2009, η οποία οδήγησε τη χώρα σε μία τρομακτική ύφεση.

Η ύφεση αυτή, σε συνδυασμό με την κλιμακούμενη ανεργία, καθώς επίσης με την κρίση τραπεζών και ακινήτων, οδήγησε τη χώρα σε ένα αδιέξοδο που είναι αδύνατον πλέον να ξεπεραστεί. Αρκεί να σημειώσει κανείς ότι, το 35% των εσόδων του προϋπολογισμού της Ιρλανδίας προέρχονται από τον οικοδομικό κλάδο, ο οποίος έχει πλέον ολοκληρωτικά καταρρεύσει, για να καταλάβει πόσο δύσκολο είναι να θεραπευθεί η κρίση του χρέους της – όσο και αν ενταθούν τα εισπρακτικά μέτρα, καθώς επίσης οι μειώσεις των κρατικών δαπανών.     

Ένα ακόμη θύμα λοιπόν του Καρτέλ, του χρηματοπιστωτικού «κτήνους» καλύτερα, στη λίστα των μελλοθανάτων – σε έναν κατάλογο που διαρκώς θα εμπλουτίζεται, «εντείνοντας» στη δύση τη μητέρα των κρίσεων. Ο πάλαι ποτέ «κελτικός τίγρης» είναι μία ακόμη υπερήφανη χώρα η οποία, αφού λεηλατήθηκε αλύπητα από τις πολυεθνικές, εγκαταλείπεται πλέον στη μοίρα της – με το ΔΝΤ, το γνωστό μας σύνδικο του διαβόλου καλύτερα,  να εξασφαλίζει την ανώδυνη «αποχώρηση» των επενδύσεων τους από την «καμένη ιρλανδική γη». Θα ακολουθήσουν φυσικά πολλές άλλες χώρες, όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι που ακολουθεί:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Εξωτερικά χρέη των Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία. Ισπανία και Ιταλία προς τις Γερμανία, Γαλλία και Μ. Βρετανία, σε δις $ (2007)

 

Χώρες

Χρέος

Γερμανία

Γαλλία

Μ. Βρετανία

 

 

 

 

 

Ελλάδα

236

45

75

15

Ιρλανδία

867

184

60

188

Πορτογαλία*

286

47

45

24

Ισπανία

1.100

238

220

114

Ιταλία**

1.400

190

511

77

 

 

 

 

 

Σύνολα

3.889

704

911

418

*   Η Πορτογαλία οφείλει στην Ισπανία το ποσόν των 86 δις $

** Η Ιταλία οφείλει στην Ισπανία 47 δις $ και στην Ιρλανδία 46 δις $

Πηγή: Τράπεζα διεθνών διακανονισμών – New York Times

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

‘Όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι, στην πρώτη στήλη του οποίου αναγράφονται τα εξωτερικά χρέη των κύριων ελλειμματικών χωρών της ζώνης του Ευρώ, ο κίνδυνος μίας αλυσιδωτής «έκρηξης» στην Ευρωζώνη είναι μεγαλύτερος από ποτέ. Στο γεγονός αυτό έχουμε ήδη αναφερθεί στο άρθρο μας «Δημοσιονομικές αναταράξεις», από τον Ιανουάριο του 2010, όπως επίσης και σε ένα επόμενο («Η Ευρώπη στις φλόγες», από το Φεβρουάριο του 2010). Ο Πίνακας ΙΙ που ακολουθεί αναφέρεται στα δάνεια, τα οποία έχουν παραχωρηθεί από την ΕΚΤ στις ιδιωτικές τράπεζες των τεσσάρων πλέον αδύναμων κρατών της Ευρωζώνης.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Δάνεια κεντρικής τράπεζας προς τις ιδιωτικές τράπεζες, σε δις €

 

Χώρες

Αύγουστος 2010

Οκτώβριος 2010

Δάνεια/ΑΕΠ 2010

 

 

 

 

Ελλάδα

95,90

92,40

39,4%

Ιρλανδία

95,10

130,00

78,7%

Πορτογαλία

49,10

40,00

23,4%

Ισπανία

126,00

71,00

6,7%

 

 

 

 

Σύνολα

366,10

333,40

 

Πηγή: Bloomberg

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Το σύνολο του Ισολογισμού της ΕΚΤ ανέρχεται σήμερα στα 1.850 δις € περίπου, από 1.150 δις € που ήταν το 2007 (αύξηση κατά 60%, όταν ο αντίστοιχος Ισολογισμός της Fed υπερδιπλασιάστηκε)   

 

Περαιτέρω, ο μεγάλος ασθενής κατά την άποψη μας, η ωρολογιακή βόμβα καλύτερα στα θεμέλια της ΕΕ, είναι η Ισπανία – η οποία «ευθύνεται» για το 12% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης (περισσότερο από το τριπλάσιο της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας μαζί). Μόνο εντός του επομένου έτους, η Ισπανία θα χρειαστεί για την αναχρηματοδότηση του χρέους της το ποσόν των 175 δις €. Εάν τυχόν συμβεί κάτι, τότε ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης θα έλθει αντιμέτωπος με ένα εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα.

Έχοντας ουσιαστικά κεφάλαια ονομαστικού ύψους 500 δις € (χωρίς το ΔΝΤ), δεν ξεπερνούν στην πραγματικότητα τα 250 δις € – επειδή επιτρέπεται να εγγυηθούν για τις άλλες χώρες, μόνο εκείνα τα κράτη, τα οποία διαθέτουν ΑΑΑ αξιολόγηση (η Ισπανία έχει πλέον αξιολόγηση ΑΑ, αφού «υποτιμήθηκε» από την S&P τον Απρίλιο του 2010 – ακολούθησε το Μάιο η δεύτερη αδελφή, η Fitch, με ΑΑ+ και το Σεπτέμβριο η τρίτη, η Moodys με Aa1).

Επομένως, το αργότερο όταν τυχόν χρειαστούν δανειακά κεφάλαια από την Ισπανία, τότε οι μοναδικές εναπομένουσες λύσεις θα είναι είτε η συμμετοχή του ΔΝΤ, είτε το «τύπωμα χρημάτων» από την ΕΚΤ. Φυσικά δεν είναι αμελητέος και ο κίνδυνος της Ιταλίας Πορτογαλία είναι μάλλον σίγουρη, ενώ φαίνεται ότι θα προηγηθεί της Ισπανίας), η οποία έχει το δεύτερο μεγαλύτερο δημόσιο χρέος στην ΕΕ μετά την Ελλάδα, σε σχέση με το ΑΕΠ της (118,2%) – αν και το έλλειμμα της είναι σχετικά χαμηλό (5,2% του ΑΕΠ). Βέβαια, τόσο το Βέλγιο (δημόσιο χρέος περί το 100% του ΑΕΠ), όσο και η Γαλλία δεν είναι επίσης σε πολύ καλύτερη θέση – αφού το έλλειμμα της Γαλλίας είναι της τάξης του 8%, χάνει συνεχώς σε ανταγωνιστικότητα, ενώ δεν φαίνεται να έχει ξεπεράσει την ύφεση.  

Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή μας, ο κίνδυνος κατάρρευσης της Ευρωζώνης εμφανίζεται όλο και πιο βέβαιος, με τη Γερμανία να εξέρχεται από το κοινό νόμισμα, εάν θεωρήσει δαπανηρή, ασύμφορη ίσως την περαιτέρω συμμετοχή της, συνεργαζόμενη ευρύτερα με την Κίνα (κάποτε είχε «σύμμαχο» την Ιαπωνία) – αν και το «Καρτέλ» της μάλλον «συμπλέει» με το ΔΝΤ, επικρίνοντας καθημερινά πλέον την επίσημη κυβέρνηση της κυρίας Merkel.

Η ενδεχόμενη δε εκλογή του κ.StraussKahn στην προεδρία της Γαλλίας το 2012, γεγονός που θα ενισχύσει τη θέση του ΔΝΤ (Η.Π.Α.) στην Ευρώπη, είναι εμφανές ότι θα λειτουργήσει προσθετικά σε ανάλογες εξελίξεις – με αποτελέσματα που δύσκολα μπορούν να προβλεφθούν σήμερα.       

  

ΟΙ ΒΑΣΙΚΟΙ ΠΥΛΩΝΕΣ ΤΟΥ ΙΡΛΑΝΔΙΚΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ

 

Έχουμε την άποψη ότι, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για όλους μας σήμερα είναι η απίστευτα μεγάλη φοροαποφυγή των πολυεθνικών – η νόμιμη αποφυγή πληρωμής άμεσων φόρων δηλαδή ή, καλύτερα, η «θεσμοθετημένη» φοροδιαφυγή. Ακριβώς επειδή οι άπατρις πολυεθνικές (lobbies) έχουν επιβάλλει στα κράτη τη θέσπιση νόμων, οι οποίοι τους επιτρέπουν να πληρώνουν όλο και χαμηλότερους φόρους (για παράδειγμα, πολλές τράπεζες στις Η.Π.Α., Hedge funds κλπ, φορολογούνται με λιγότερο  από το 1% επί των εισοδημάτων τους), υποχρεώνονται να αναπληρώνουν τα «διαφυγόντα έσοδα» του δημοσίου τόσο οι εργαζόμενοι, όσο και όλες οι υπόλοιπες «εθνικές» επιχειρήσεις – ενώ οι Πολίτες  επιβαρύνονται επί πλέον, κατά το «παράδειγμα» των Η.Π.Α., της Γερμανίας, της Ιρλανδίας και της Ισλανδίας, με τη διάσωση των πολυεθνικών φοροφυγάδων (έκτακτες εισφορές, μειώσεις μισθών, «διάρρηξη» του κοινωνικού κράτους  κλπ).

Έχουμε παρουσιάσει αναλυτικά το τεράστιο για όλους μας πρόβλημα της φοροαποφυγής (με ειδική αναφορά στο Βέλγιο, στην Ολλανδία και στη Γερμανία), στο τέλος του άρθρου μας «Η ιδανική υποψήφια χώρα», τον Απρίλιο του 2009. Θεωρούμε δε ότι, εάν δεν αντιδράσουν μαζικά οι Πολίτες όλων των χωρών, με κάθε τρόπο, η αδίστακτη φοροαποφυγή των πολυεθνικών, με τη βοήθεια της Πολιτικής, θα καταστρέψει όλα όσα έχουν επιτευχθεί στη «δύση», κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων. Πόσο μάλλον αφού είναι σχεδόν βέβαιο πως θα ενταθούν οι «φορολογικοί διωγμοί» των ελευθέρων επαγγελματιών, καθώς επίσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες θα θυσιαστούν από τα κράτη στο βωμό των αχόρταγων πολυεθνικών.   

Συνεχίζοντας στο θέμα μας, η Ιρλανδία έχει διαδραματίσει έναν «εξέχοντα ρόλο» στο συγκεκριμένο τομέα, αφού θεωρείται, από χρόνια τώρα, ως η «όαση της φοροαποφυγής» – της νόμιμης φοροδιαφυγής δηλαδή, εντός της Ευρωζώνης. Στηριζόμενη κυρίως στις ευρωπαϊκές ενισχύσεις (κοινοτικό Ταμείο), δημιούργησε έναν ασυναγώνιστο «φορολογικό παράδεισο» για τις πολυεθνικές ο οποίος, σε συνδυασμό με την ακανόνιστη (irregular) λειτουργία του ευρύτερου τραπεζικού της συστήματος, αποτέλεσαν τους δύο βασικούς πυλώνες της Οικονομίας της. Το «σύστημα» της Ιρλανδίας λειτουργεί επιγραμματικά ως εξής:

(α)  Οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες, όπως και οι υπόλοιπες πολυεθνικές, αποφεύγουν συστηματικά χώρες με υψηλούς φόρους εισοδήματος, όπως οι Η.Π.Α. (35%) ή η Μ. Βρετανία (28%).

(β)  Η αποφυγή της φορολόγησης ξεκινάει με την πώληση εκ μέρους τους των διεθνών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας σε θυγατρικές τους – οι οποίες ιδρύονται σε χώρες με χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, όπως η Ιρλανδία (μηδέν κάποτε και 12,5% σήμερα). Αυτό σημαίνει ότι, τα κέρδη τους από τις διεθνείς αγορές δεν φορολογούνται πλέον στη μητρική εταιρεία, στις Η.Π.Α. ή στη Μ. Βρετανία για παράδειγμα, αλλά στην Ιρλανδία, στην οποία είναι εγκατεστημένες οι θυγατρικές τους.

(γ)  Ενώ τα κέρδη από τις διεθνείς αγορές συγκεντρώνονται στην Ιρλανδία, μέρος των κερδών από τις εθνικές αγορές (Η.Π.Α.) «μεταφέρονται» επίσης εκεί – είτε διά μέσου της «τεχνητά» χαμηλής (υπο)τιμολόγησης των πωλουμένων προϊόντων από τη μητρική προς τις θυγατρικές, είτε με τη χρέωση διαφόρων εξόδων στη μητρική από τις θυγατρικές (εσωτερικές, «τριγωνικές» κλπ, υπερτιμολογήσεις).

(δ)  Τα συγκεντρωμένα κέρδη στην Ιρλανδία απλά «καταγράφονται» εκεί και, αμέσως μετά, «αποφεύγονται» επίσης οι ιρλανδικοί φόροι, σε μεγάλο βαθμό – διά μέσου της «μεταφοράς» τους σε μία δεύτερη εταιρεία, η οποία όμως έχει έδρα σε έναν φορολογικό παράδεισο, όπως οι Βερμούδες ή τα Cayman Islands. Η δεύτερη αυτή εταιρεία απλά χρεώνει την πρώτη με διάφορα έξοδα, τα οποία μειώνουν την κερδοφορία της θυγατρικής από τη μητρική. Η δεύτερη εταιρεία μπορεί επίσης να είναι ιρλανδική αφού, εάν η διοίκηση της είναι εγκατεστημένη στις Βερμούδες, (δεν) φορολογείται εκεί. 

Πολλές φορές, οι θυγατρικές των πολυεθνικών, αρκετές εκ των οποίων είναι ευυπόληπτα μέλη της Διεθνούς Διαφάνειας, ιδρύονται στο Δουβλίνο, όπου «καταγράφονται» τα κέρδη  τους και, πριν ακόμη φορολογηθούν εκεί, διαφεύγουν στην Ολλανδία – σε μία δεύτερη θυγατρική. Από την Ολλανδία τα κέρδη από τις διεθνείς πωλήσεις και τα δικαιώματα κατευθύνονται, αμέσως μόλις εγγραφούν, στις νήσους Cayman. Έτσι, οι πολυεθνικές εξοικονομούν φόρους περισσότερους από το 32% αυτών που θα πλήρωναν, εάν δεν είχαν χρησιμοποιήσει τους παραπάνω τρόπους της νόμιμης φοροδιαφυγής

Η μεθοδολογία αυτή χρησιμοποιείται ευρύτατα από εταιρείες όπως η Google, η IBM, η Apple, η Oracle, η Microsoft κλπ, με αποτέλεσμα να χάνουν οι Η.Π.Α. τεράστια ποσά ετησίως – τα οποία βέβαια καλούνται να αναπληρώσουν οι αμερικανοί Πολίτες. Ειδικά όσον αφορά την Google, το σύνολο των φόρων που πληρώνει για τα κέρδη από τις διεθνείς δραστηριότητες της υπολογίζονται μόλις στο 2,4% – ενώ, όταν για πρώτη φορά μετέφερε τις δραστηριότητες της εκτός Η.Π.Α., αύξησε την κερδοφορία της κατά 26% (2009), αποκλειστικά και μόνο από την αποφυγή της φορολόγησης της εκεί. Θεωρείται δε ότι, εάν πλήρωνε τους αμερικανικούς φόρους (35%), η μετοχή της δεν θα άξιζε πάνω από τα 100 $ (σήμερα κοστίζει τα πολλαπλάσια, ακριβώς λόγω της «ευεργετικής» αποφυγής πληρωμής φόρων).

 

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ

 

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 η Ιρλανδία «υπέπεσε» σε μία βαθειά ύφεση, σαν αποτέλεσμα της έντονης κρίσης του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών της. Οι τιμές πώλησης των κύριων εξαγωγικών προϊόντων της (γεωργικά) περιορίσθηκαν σε μεγάλο βαθμό, ενώ οι εισαγωγές καταναλωτικών αγαθών αυξήθηκαν –  ταυτόχρονα με την άνοδο των ενεργειακών τιμών, καθώς επίσης την αντίστοιχη των πρώτων υλών. Έτσι λοιπόν η χώρα δεν ήταν πια σε θέση να πληρώσει τις εισαγωγές της, οπότε αποφασίσθηκαν από την κυβέρνηση της δραστικά μέτρα «δημοσιονομικής προσαρμογής» (φόροι, μειώσεις μισθών, απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων κα), με παράλληλο στόχο τον περιορισμό του πληθωρισμού και της κατανάλωσης. Τα «μέτρα» αυτά, αντίστοιχα ουσιαστικά με τα σημερινά, είχαν σαν αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας, η οποία οδήγησε πολλούς Ιρλανδούς Πολίτες στην αναζήτηση εργασίας σε άλλες χώρες (οικονομική μετανάστευση).

Εν τούτοις, το πρόβλημα έλλειψης μίας ανταγωνιστικής εξαγωγικής βιομηχανίας παρέμενε, ενώ η πλειοψηφία των επιχειρήσεων της χώρας ήταν προσανατολισμένη στη μικρή εσωτερική αγορά – με εισαγόμενα ως επί το πλείστον προϊόντα. Με στόχο λοιπόν την προσέλκυση ξένων επενδυτών, καθώς επίσης τη δημιουργία μίας εξαγωγικής βιομηχανίας, η κυβέρνηση ίδρυσε μία ιδιαίτερη, ανεξάρτητη υπηρεσία (Industrial Development Agency), στην οποία μεταβίβασε όλες τις υπευθυνότητες.

Έτσι δημιουργήθηκε μία ισχυρή, εξαιρετικά αποτελεσματική «οργάνωση», η οποία ήταν εκτός των στενών πλαισίων της δημόσιας διοίκησης και απευθυνόταν μόνο στον υπουργό οικονομικών (κάτι ανάλογο φαίνεται να επιδιώκεται σήμερα και από την Ελλάδα, αν και σε εντελώς ερασιτεχνική βάση). Παράλληλα, προσφέρθηκαν στους ξένους ειδικά, μεγάλα επενδυτικά κίνητρα, όπως επιδοτήσεις επενδύσεων (ουσιαστικά με τη βοήθεια της ΕΕ), μεγάλες αποσβέσεις παγίων και δεκαετής απαλλαγή φορολόγησης. Η σχεδόν πλήρης αυτή απαλλαγή των εξαγωγικών επιχειρήσεων από τη φορολογία, διατηρήθηκε μέχρι την είσοδο της Ιρλανδίας στην Ευρωζώνη όπου, μετά από πιέσεις της Γαλλίας και της Γερμανίας (πολλές επιχειρήσεις των οποίων, ιδιαίτερα του χρηματοπιστωτικού κλάδου, είναι επίσης εγκατεστημένες στην Ιρλανδία, φοροδιαφεύγοντας νόμιμα), αντικαταστάθηκε με φόρο 10,5% (στη συνέχεια με 12,5%) επί των κερδών. 

Η Ιρλανδία αναπτυσσόταν λοιπόν συνεχώς από το 1993 και εντεύθεν, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί στη δεύτερη πλουσιότερη χώρα της Ευρωζώνης, μετά το Λουξεμβούργο – παρά το ότι στη δεκαετία του ’80 ήταν πάμπτωχη, εγκλωβισμένη στην παγίδα του χρέους (το δημόσιο χρέος της, σε σχέση με το ΑΕΠ της, ήταν το υψηλότερο όλων των χωρών του ΟΟΣΑ).

Μεταξύ των «αναπτυξιακών» ετών 1990 και 1998, το ΑΕΠ της αυξήθηκε κατά 30%, στηριζόμενο στις εξαγωγές των εκεί εγκατεστημένων ξένων πολυεθνικών. Η κατά μέσον όρο αύξηση 7,5% ετησίως επί του ΑΕΠ της, συνοδεύθηκε από μία σημαντική μείωση της ανεργίας – από 15% στο 4%. Αν και από τη δεκαετία δε του ’60, μέχρι αυτήν του ’80, το κατά κεφαλήν εισόδημα των κατοίκων της αντιστοιχούσε μόλις στο 60% του μέσου όρου της Ευρωζώνης, μεταξύ των ετών 1986 και 1999 αυξήθηκε κατά 47% – ξεπερνώντας όχι μόνο τις αδύναμες χώρες της Ευρωζώνης, αλλά και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στον Πίνακα ΙΙΙ που ακολουθεί, φαίνεται καθαρά η «συγκριτική» εξέλιξη της Ιρλανδίας.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Σύγκριση των μεγεθών του ιρλανδικού κατά κεφαλήν εισοδήματος 1974 – 2000, σε %

 

Χώρες

Κατά κεφαλή 1974-1986

Κατά κεφαλή 1987-2000

Παραγωγικότητα 1974-1986

Παραγωγικότητα 1987-2000

 

 

 

 

 

Ιρλανδία

1,6

5,6

2,7

3,0

Ισπανία

1,2

3,0

3,1

1,2

Πορτογαλία

1,1

3,6

3,0

2,6

Ελλάδα

0,8

1,7

0,8

1,5

Μέσος ΕΕ

1,7

1,8

2,0

1,8

Πηγή: Journal of common market studies

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως διαπιστώνουμε από τον Πίνακα ΙΙΙ, δεν αυξήθηκε μόνο, σε μεγάλο συγκριτικά βαθμό, το κατά κεφαλήν εισόδημα της Ιρλανδίας, αλλά και η παραγωγικότητα των εργαζομένων της – γεγονός που οφείλεται κυρίως στη «φορολογική» προσέλκυση των πολυεθνικών επιχειρήσεων, οι οποίες προέβησαν σε μεγάλες επενδύσεις στις νέες τεχνολογίες, «αριστοποιώντας» παράλληλα τις μεθόδους παραγωγής.

Από το έτος 1986 έως το 1999 διενεργούταν ετησίως ξένες επενδύσεις ύψους περίπου 7,6 δις € – ένα ποσόν που αντιστοιχούσε με το 2% του ΑΕΠ της. Για να γίνει περισσότερο κατανοητό το μέγεθος, οφείλουμε να προσθέσουμε πως, στην εικοσαετία 1960-1980, οι ξένες επενδύσεις (κυρίως από αμερικανικές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας και φαρμακευτικές), ήταν του ύψους των 63 $ κατά κεφαλήν, ανερχόμενες στα 1.583 $ κατά κεφαλήν στη δεκαετία του ’90 – τριπλάσιες από το μέσον όρο της ΕΕ και 25πλάσιες από το 1960.  

Η κυρίαρχη πλέον θέση των ξένων πολυεθνικών στην Ιρλανδία φαίνεται από το γεγονός ότι, το έτος 2005 στις θυγατρικές των ξένων πολυεθνικών αναλογούσε το 50% της βιομηχανικής απασχόλησης της χώρας, το 86% της βιομηχανικής παραγωγής, καθώς επίσης το 93% των συνολικών εξαγωγών. Σύμφωνα δε με γνωστό ιρλανδό οικονομολόγο, οι ξένες επενδύσεις συνέβαλλαν κατά 2-3% στην τότε ετήσια ανάπτυξη της χώρας (7,5%). Ο Πίνακας IV που ακολουθεί είναι χαρακτηριστικός:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ IV: Διαφορές μεταξύ ξένων και ιρλανδικών βιομηχανικών επιχειρήσεων, το 2005

 

Δείκτες

Ξένες Επιχειρήσεις

Ιρλανδικές Επιχειρήσεις

 

 

 

Μερίδιο των επιχειρήσεων

12,48%

87,52%

Ποσοστά εργαζομένων

49,68%

50,32%

Εργαζόμενοι ανά επιχείρηση

202

29

Παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο

781.600 €

170.500 €

Επενδύσεις ανά εργαζόμενο

29.282 €

7.828 €

Μερίδιο στις εξαγωγές

93%

7%

Κύριες εξαγωγικές αγορές

ΕΕ 70%

Μ. Βρετανία 46%

Ένταση εξαγωγών

95%

46%

Πηγή: Central Statistics Office, Forfas

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα IV, παρά το ότι οι ξένες επιχειρήσεις αποτελούσαν μόλις το 12,48% των συνολικών, απασχολούσαν τους μισούς περίπου εργαζομένους, με σχεδόν πενταπλάσια παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο από τις ιρλανδικές (προφανώς λόγω των τετραπλάσιων επενδύσεων ανά εργαζόμενο, αλλά και των εξελιγμένων παραγωγικών μεθόδων).

Επίσης διαπιστώνεται ότι, οι ξένες πολυεθνικές εγκαταστάθηκαν στην Ιρλανδία, αφενός μεν λόγω της μηδενικής φορολόγησης τους, αφετέρου ένεκα της επιδότησης τους, καθώς επίσης λόγω της αποφυγής των δασμών, αφού πλέον τα προϊόντα τους παράγονταν εντός της ΕΕ – η οποία απορροφούσε το 70% της παραγωγής τους, όπως συμβαίνει και με τα γερμανικά προϊόντα (ενδεχομένως οι επενδύσεις της Κίνας στην Ελλάδα να εξυπηρετούν αντίστοιχους στόχους παράκαμψης δασμών και έντεχνης αποκόμισης ευρωπαϊκών ενισχύσεων). 

Εν τούτοις, το ιρλανδικό μοντέλο της εξαρτημένης από ξένες επιχειρήσεις (πολυεθνικές) ανάπτυξης, η οποία ήταν εις βάρος των ιρλανδικής ιδιοκτησίας επιχειρήσεων που χρεοκόπησαν μαζικά, «παρήγαγε» πολλές «αντιξοότητες». Ειδικότερα, εάν διαχωρίσει κανείς το ιρλανδικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ), από το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν, από το ΑΕΠ δηλαδή που προκύπτει μετά την αφαίρεση των εισοδημάτων των ξένων επιχειρήσεων (ιδίως των κερδών των διεθνών επενδυτών) και την πρόσθεση των εισοδημάτων των Ιρλανδών διεθνώς, τότε θα καταλήξει σε ένα μέγεθος μικρότερο κατά ένα πέμπτο (-20%) από το ιρλανδικό ΑΕΠ. Με κριτήριο τώρα το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν και όχι το ΑΕΠ, ο ρυθμός ανάπτυξης της ιρλανδικής οικονομίας ήταν αρκετά χαμηλότερος.

Ίσως οφείλουμε εδώ να επισυνάψουμε τον Πίνακα V, με σκοπό να αντιληφθούμε καλύτερα τη διαφορά μεταξύ των δύο παραπάνω δεικτών – εκ των οποίων εμείς θεωρούμε σημαντικότερο το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (όχι το ΑΕΠ), τουλάχιστον για τις μικρότερες οικονομίες, αφού περιγράφει πολύ καλύτερα την πραγματική, καθαρή θέση τους:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ V: Οι 10 μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη, με κριτήριο το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν τους το 2008, σε εκ. $ – σύγκριση με το ΑΕΠ τους

 

Χώρες

Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν

ΑΕΠ 2009*

Κατάταξη με ΑΕΠ

 

 

 

 

Η.Π.Α.

12.969.561

14.256.275

1

Ιαπωνία

4.988.209

5.068.059

2

Γερμανία

2.852.337

3.352.742

4

Κίνα

2.263.825

4.908.982

3

Μ. Βρετανία

2.263.731

2.183.607

6

Γαλλία

2.177.670

2.675.915

5

Ιταλία

1.724.894

2.118.264

7

Ισπανία

1.100.134

1.464.040

9

Καναδάς

1.051.873

1.336.427

10

Ινδία

793.017

1.235.975

**11

* Αν και συγκρίνουμε δύο διαφορετικά έτη, τα συμπεράσματα δεν αλλάζουν σημαντικά.   

** Υπεισέρχεται η Βραζιλία στην 8η θέση

Πηγή: Παγκόσμια Τράπεζα (η πρώτη στήλη με τη μέθοδο Atlas)

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Στις χώρες εκείνες, στις οποίες το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν είναι χαμηλότερο από το ΑΕΠ, σημαίνει ότι οι επενδύσεις τρίτων στις οικονομίες τους, είναι υψηλότερες από τις δικές τους στις ξένες – το αντίθετο για τις υπόλοιπες (ουσιαστικά, αυτό συμβαίνει μόνο στη Μ. Βρετανία). Όσο πιο κοντά δε είναι ο πρώτος δείκτης στο δεύτερο, τόσο καλύτερα για τη χώρα. Ειδικά όσον αφορά την Κίνα (την Ινδία επίσης), η τεράστια διαφορά μεταξύ των δύο δεικτών, εμφανίζει μία σημαντική εξάρτηση της από τις ξένες επενδύσεις – ένα γεγονός που μπορεί να αποβεί μοιραίο, στην περαιτέρω εξέλιξη της υποψήφιας κυρίαρχης υπερδύναμης.  

 

Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ

 

Η είσοδος της Ιρλανδίας στην Ευρωζώνη είχε σαν αποτέλεσμα, όπως αναφέραμε παραπάνω, την επιβολή φόρων ύψους 10,5% (αργότερα 12,5%) στις εξαγωγικές επιχειρήσεις. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους του εργατικού δυναμικού, λόγω της ανάπτυξης (Ζήτηση), «ανάγκασε» πολλές ξένες επιχειρήσεις να μεταναστεύσουν στις χώρες της Α. Ευρώπης, στις οποίες οι συνθήκες ήταν κατά πολύ πιο συμφέρουσες – ενώ ήταν πλέον χώρες της ΕΕ (άρα μπορούσαν επίσης να παράγουν και να εξάγουν ευρωπαϊκά προϊόντα). Ο Πίνακας VI είναι αρκετά αποκαλυπτικός:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ VΙ: ΑΕΠ σε εκ. €, Αλλαγές στις εξαγωγές, στην εσωτερική κατανάλωση και στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών σε ποσοστά – ξένες επενδύσεις σε εκ. €

 

Δείκτες

2000

2001

2002

2003

2004

2005

2006

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΕΠ

104.620

116.989

130.215

139.413

148.502

161.498

174.705

Εξαγωγές

2,20

1,97

2,44

1,55

0,29

-1,02

-0,60

Εσ. κατ.

7,80

2,60

2,01

1,43

1,92

3,42

2,72

Ισοζ.συν.

-0,41

-0,70

-1,03

-0,02

-0,60

-3,51

-4,16

Ξένες επ.

22.957

6.241

19.444

15.270

-23.095

-36.992

-12.492

Πηγή: Central Statistics Office, Forfas

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως διαπιστώνουμε από τον Πίνακα VI, λίγο μετά την είσοδο της Ιρλανδίας στην Ευρωζώνη (μία εξαιρετικά ατυχής απόφαση της κυβέρνησης της, γεγονός που ισχύει και για την Ελλάδα, όπως επίσης για αρκετές άλλες χώρες), οι εξαγωγές της μειώθηκαν, η εσωτερική κατανάλωση αυξήθηκε, ενώ οι ξένες επενδύσεις έγιναν αρνητικές. Σαν αποτέλεσμα αυτών, το ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών της χώρας (ιδιαίτερα το εμπορικό της ισοζύγιο) επιδεινώθηκε σε μεγάλο βαθμό (από -0,41% το 2000 στο -4,16% το 2006, σχεδόν κατά 15 φορές).

Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ τις ανάλογες «επιδόσεις» της Ελληνικής Οικονομίας – γεγονός που τεκμηριώνει ότι, δεν ήταν μόνο οι «ανάλγητοι» Έλληνες Πολίτες ή οι διεφθαρμένοι πολιτικοί, αυτοί που οδήγησαν την Ελλάδα στην αποβιομηχανοποίηση και στη χρεοκοπία, αλλά, κυρίως, η «φύση» της Ευρωζώνης (όπου οι ελλειμματικές χώρες μεταβάλλονται σε «εξαρτημένους-αιμοδότες» της περαιτέρω ανάπτυξης των πλεονασματικών).

Συνεχίζοντας, από το έτος 2001, μετά την είσοδο ουσιαστικά της Ιρλανδίας στην Ευρωζώνη, φαίνεται να σβήνει ο μύθος του «κελτικού τίγρη». Αν και η οικονομία της χώρας συνέχιζε να αναπτύσσεται, έστω με χαμηλότερους ρυθμούς, άρχισαν να γίνονται εμφανή τα δυσμενή αποτελέσματα του χωρισμού των επιχειρήσεων της σε δύο κατηγορίες: στις ξένες επιτυχημένες πολυεθνικές, οι οποίες συνέχιζαν να απολαμβάνουν χαμηλή φορολόγηση, καθώς επίσης στις αδύναμες εγχώριες, οι οποίες επιβαρύνονταν με περισσότερους φόρους.

 

Η μείωση των εξαγωγών βέβαια αντισταθμίσθηκε από την αύξηση της εσωτερικής κατανάλωσης (Πίνακας VI), η οποία όμως στηρίχθηκε στην έντονη άνοδο των τιμών των ακινήτων, στις φτηνές (χαμηλότοκες) πιστώσεις των τραπεζών, καθώς επίσης στο υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα των Ιρλανδών – το οποίο όμως οδήγησε με τη σειρά του σε μεγάλες εισοδηματικές ανισορροπίες.        

 

Το αποτέλεσμα της αυξημένης εσωτερικής κατανάλωσης ήταν η μεγέθυνση των εισαγωγών, καθώς επίσης ο περιορισμός των εξαγωγών – κάτι που οδήγησε σε αρκετά ελλειμματικό ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών. Εκτός αυτού, η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ιρλανδικής οικονομίας υπέφερε από τη φούσκα της κερδοσκοπίας στην αγορά των ακινήτων, με επακόλουθο τη μείωση των ξένων επενδύσεων, όπως αναφέραμε παραπάνω.

Αιτία της «υπερθέρμανσης» της ιρλανδικής οικονομίας δεν ήταν μόνο η μη ισορροπημένη αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος αλλά, επίσης, η υψηλή προσέλευση μεταναστών, η οποία οφειλόταν στην αύξηση των προσφερομένων θέσεων εργασίας. Επί πλέον, η Ζήτηση εντάθηκε από την παροχή φθηνών πιστώσεων, αφού η είσοδος της χώρας στην Ευρωζώνη έγινε σε μία εντελώς ακατάλληλη περίοδο για την οικονομία της.

Ειδικότερα, το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ ήταν χαμηλότερο από αυτό που είχε μέχρι τότε η κεντρική τράπεζα της Ιρλανδίας, με αποτέλεσμα να έχουν πρόσβαση οι καταναλωτές, πολύ περισσότερο οι αγοραστές ακινήτων, σε φθηνότερη χρηματοδότηση. Εκτός αυτού, ο ελλειμματικός χειρισμός του προϋπολογισμού εκ μέρους της ιρλανδικής κυβέρνησης, υπερθέρμανε ακόμη περισσότερο την αγορά, ενισχύοντας περαιτέρω την κατανάλωση.

Όλα τα παραπάνω προκάλεσαν μία κερδοσκοπική φούσκα στην αγορά των ακινήτων, οι τιμές των οποίων αυξήθηκαν κατά 260% μεταξύ των ετών 1995 και 2005. Μόνο το 2005 ο τομέας της οικοδομικής δραστηριότητας συμμετείχε με 20% στο ΑΕΠ της Ιρλανδίας, ενώ απασχολούσε το 10% των εργαζομένων της χώρας. Επί πλέον, αυξήθηκαν τα χρέη των νοικοκυριών, μέσω της αύξησης των πιστώσεων και των τιμών των ακινήτων, στο 130% των υφισταμένων εισοδημάτων τους. Παρά το ότι λοιπόν η αυξημένη οικοδομική δραστηριότητα εμπόδισε την είσοδο της Ιρλανδίας σε ύφεση μετά το 2001, επιδείνωσε τις δημόσιες υποδομές και κατέστρεψε το περιβάλλον, οδηγώντας ταυτόχρονα στην αύξηση του κόστους παραγωγής στη χώρα.

Οι υπερβολικές τιμές των ακινήτων έκαναν ακριβότερες τις επενδύσεις, ενώ αύξησαν τους μισθούς των εργαζομένων – κάτι που, σε συνδυασμό με την ανατίμηση του Ευρώ, είχε σαν αποτέλεσμα την άνοδο των τιμών των αγαθών που παράγονταν στην Ιρλανδία, για τις εκτός Ευρωζώνης χώρες. Το γεγονός αυτό οδήγησε τις πολυεθνικές βιομηχανικές επιχειρήσεις στη μεταφορά των δραστηριοτήτων τους, σε χώρες με φθηνότερο εργατικό κόστος – είτε στην Ανατολική Ευρώπη, είτε στην Ασία.

Στη συνέχεια, το «σπάσιμο της φούσκας» των ακινήτων (το 35% των εσόδων του ιρλανδικού προϋπολογισμού προερχόταν από τα ακίνητα), οι τεράστιες απώλειες των ιρλανδικών τραπεζών στις Η.Π.Α., καθώς επίσης στο εσωτερικό της χώρας, όπως και η κλιμακούμενη ανεργία, προκάλεσαν μία καταστροφική ύφεση – η οποία φαίνεται να οδηγεί την Ιρλανδία στα νύχια του ΔΝΤ.

Παρά το ότι λοιπόν ένα τέτοιο ενδεχόμενο αντιμετωπίζεται εχθρικά, τόσο από τους Πολίτες, όσο και από την επίσημη κυβέρνηση της χώρας (η οποία «δήθεν» φοβάται, μεταξύ άλλων, τον εξαναγκασμό της από την ΕΕ σε αύξηση των φορολογικών συντελεστών – γεγονός που θα έχει σαν αποτέλεσμα την απομάκρυνση των ξένων επενδυτών, οι οποίοι έχουν απομείνει στη χώρα), η «εισβολή των κατακτητών» θεωρείται μάλλον δεδομένη.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Η Ιρλανδία, όπως τονίσαμε στην αρχή, αποτελεί έναν τεράστιο συστημικό κίνδυνο, ο οποίος δεν έχει καμία απολύτως σύγκριση με την Ελλάδα. Το συνολικό χρέος της (δημόσιο και ιδιωτικό) ανέρχεται σε επίπεδα άνω του 1.100% του ΑΕΠ της (σχεδόν πενταπλάσιο από αυτό της Ελλάδας), οι τράπεζες της είναι υπερχρεωμένες, οι καταθέτες αποσύρουν διαρκώς μεγαλύτερα ποσά χρημάτων (13 δις € πρόσφατα από μία μόνο τράπεζα), η φούσκα των ακινήτων είναι τεράστια, η ανεργία αυξάνεται και το έλλειμμα του προϋπολογισμού της θα επιδεινώνεται διαρκώς, εκτοξεύοντας στα ύψη το δημόσιο χρέος της – εφόσον η κυβέρνηση της έχει εγγυηθεί «αναίσχυντα» για όλα τα δάνεια των ιδιωτικών τραπεζών (περί τα 350 δις €).     

Εν τούτοις, θεωρούμε εγκληματική την εισβολή των «εκτελεστών» του ΔΝΤ, όπως επίσης της τευτονικής Ευρώπης, απλά και μόνο για την προστασία των τραπεζών του διεθνούς Καρτέλ. Αντίστοιχα εγκληματική βέβαια, αν όχι πολύ πιο «κολάσιμη» ενέργεια, θεωρούμε την ανάληψη των χρεών των ιδιωτικών τραπεζών, δια μέσου της κυβέρνησης, από τους Πολίτες της χώρας – χωρίς καθόλου να τους ζητηθεί η συμφωνία, μέσα από ένα δημοκρατικό δημοψήφισμα.

Κατά την άποψη μας, οι Πολίτες της Ιρλανδίας οφείλουν να εξεγερθούν μαζικά, μη αποδεχόμενοι μία τόσο μεγάλη αδικία εις βάρος τους, μία κατάφορη προδοσία καλύτερα εκ μέρους της ίδιας της εκλεγμένης κυβέρνησης τους – αφήνοντας τις τράπεζες να χρεοκοπήσουν και εκδιώκοντας τους ξένους εισβολείς. Το ίδιο άλλωστε έκαναν και οι Πολίτες της Ισλανδίας, έστω την τελευταία στιγμή, δικάζοντας παράλληλα τον πρωθυπουργό τους για ένα έγκλημα που ευτυχώς δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει.

Εάν θέλουμε να αποφύγουμε την τύχη της Αργεντινής, της Βραζιλίας και τόσων άλλων κρατών που έπεσαν στο παρελθόν στα νύχια των συνδίκων του διαβόλου, πληρώνοντας με το αίμα τους τις «επιλογές» των διεφθαρμένων, των στρατευμένων πολλές φορές κυβερνήσεων τους, το ίδιο ακριβώς οφείλουμε να κάνουμε και εμείς οι Έλληνες – πριν ακόμη λεηλατηθεί η χώρα μας, πριν χάσει ολοσχερώς, από τους ξένους εισβολείς, την εθνική της κυριαρχία και πριν ακόμη είναι πολύ αργά για το μέλλον των παιδιών μας. 

Δεν πρέπει βέβαια σε καμία περίπτωση να υποτιμούμε ούτε τις ικανότητες, ούτε τις εξειδικευμένες μεθόδους των συνδίκων του διαβόλου οι οποίοι, με τη βοήθεια  εξελιγμένων δημοσίων σχέσεων (έντεχνη προπαγάνδα, εξαγορά» συγκεκριμένων ΜΜΕ, χρηματισμός συμπολιτευόμενων και αντιπολιτευόμενων πολιτικών, καθώς επίσης δημοσιογράφων ή λοιπών διαμορφωτών της κοινής γνώμης, εκβιαστικά διλήμματα, εξουδετέρωση των συνδικαλιστών, συνεργασία με τα μεγάλα, τοπικά επιχειρηματικά λόμπυ κλπ), έχουν την ικανότητα να «αποκοιμίζουν» τους λαούς, μέχρι εκείνη τη στιγμή που θα είναι πλέον αργά για να αντιδράσουν – ειδικά αυτούς που δεν έχουν πολεμήσει ποτέ για την υπεράσπιση της ελευθερίας τους, προτιμώντας τη (βραχυπρόθεσμη) «βολή» τους και τον «αργό θάνατο» του βιοτικού τους επιπέδου, από την «κατά μέτωπο» αντιμετώπιση των εχθρών της πατρίδας τους.

Κλείνοντας, θεωρούμε σκόπιμη την προσθήκη της διαπίστωσης του Schopenhauer, η οποία ταιριάζει απόλυτα στην πολιτική του ΔΝΤ (αυτή που εφαρμόζει πιστά στην Ελλάδα η κυβέρνηση μας, το τελευταίο διάστημα). «Ένας άνθρωπος δεν στερείται καθόλου τα αγαθά εκείνα, για τα οποία δεν του έχει περάσει καν από το μυαλό η αξίωση να τα αποκτήσει….. Το γεγονός ότι, μετά την απώλεια πλούτου (εθνικής κυριαρχίας κλπ) και μόλις ξεπερασθεί η αρχική οδύνη, η συνήθης μας διάθεση δεν διαφέρει κατά πολύ από την προ της απώλειας οφείλεται στο ότι, από τη στιγμή που η μοίρα περιόρισε τον παράγοντα της ιδιοκτησίας μας, μειώνουμε τώρα και εμείς οι ίδιοι δραστικά τον παράγοντα των αξιώσεων μας. Η προσαρμογή αυτή (μειώσεις μισθών, φορολογικά μέτρα, απολύσεις, «απελευθερώσεις» αγορών κλπ) είναι το πραγματικά επώδυνο στην περίπτωση ενός δεινού. Όταν όμως πλέον ολοκληρωθεί, τότε ο πόνος υποχωρεί, μέχρι τη στιγμή που τελικά παύει να γίνεται αισθητός και η πληγή επουλώνεται».      

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 21. Νοεμβρίου 2010,  viliardos@kbanalysis.com      

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2231.aspx

Η Μαριναλέντα, ο Κ. Παπαρηγόπουλος και τ' Αμπελάκια

Η Μαριναλέντα, ο Κ. Παπαρηγόπουλος και τ' Αμπελάκια

 

Του Σπύρου Κουτρούλη*

 

 

 

Το Κέντρο Πολιτιστικής Κληρονομιάς Αμπελακίων, που στο παρελθόν λειτουργούσε ως εργοστάσιο υφαντουργίας

Όταν ήρθε ο δήμαρχος της μικρής ισπανικής πόλης Μαριναλέντα στη χώρα μας, αντιμετωπίστηκε κατ’ αρχήν με περιέργεια και στη συνέχεια με θαυμασμό για το επιτυχές πείραμα αυτοδιαχείρισης και κοινοτισμού σε μια εξ ολοκλήρου καπιταλιστική οικονομία όπως είναι η ισπανική.

Δημοσιογράφοι που δεν βγάζουν κουβέντα ούτε για τον ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ούτε για τον ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ, οι οποίοι έθεσαν την ταφόπλακα στην παράδοση κοινοτισμού που υπήρχε στη χώρα μας, τον καλούσαν στις τηλεοπτικές εκπομπές τους με έκδηλο θαυμασμό και συγκίνηση.

Προφανώς, αφού αυτό το πείραμα πραγματοποιείται πολλά χιλιόμετρα μακριά από τη χώρα μας, μπορεί χωρίς δυσκολία να προκαλεί τους επαίνους τους. Ενώ αντίθετα τα δικά μας παρόμοια παραδείγματα κοινοτισμού και συνεργατισμού έχουν ριχτεί στη λήθη, και από αυτούς που υποτίθεται θαυμάζουν την ελληνική παράδοση, όσο και από αυτούς που δήθεν στοχεύουν στην αυτοδιαχείριση.

Ο ιστορικός Κ. Παπαρηγόπουλος, με πολύ λεπτομερειακό τρόπο περιγράφει ένα επιτυχημένο παράδειγμα συνεργατισμού που ανέπτυξε η κοινότητα των Αμπελακίων:

«Τέτοια μάλιστα ζωτικότητα είχε το έθνος εκείνο και τέτοιο πνεύμα αυτοδιοίκησης, που εξαιτίας αυτού είναι φανερό ότι οι κοινότητες, μόλις απαλλάχτηκαν, εξαιτίας της τουρκικής κατάκτησης, από έννομη κηδεμονία της κυβέρνησης, όχι μόνο δεν περιέπεσαν σε αναρχία και παραλυσία, αλλά αντίθετα, επειδή ήταν πολύ καλά διαρρυθμισμένες, ανέδειξαν, οι περισσότερες τουλάχιστον, εξαιρετική δραστηριότητα και θαυμαστή ικανότητα για κοινά έργα. Τα λίγα παραδείγματα των ενεργειών αυτών που μπορούμε να παραθέσουμε εδώ μπορούν ν’ αποδείξουν αυτή τη μεγάλη αλήθεια. Η κοινότητα των Αμπελακίων περιλάμβανε 22 χωριά που βρίσκονταν στη Θεσσαλία, στην πολυθρύλητη για την ομορφιά της κοιλάδα των Τεμπών. Η πρωτεύουσα, τα Αμπελάκια, είχε περίπου 4.000 κατοίκους, ενώ τα γύρω χωριά περίπου 2.000.

Η κοινότητα ασχολούνταν βέβαια με όλα τα γεωργικά έργα, κυρίως όμως επιδόθηκε στην κατασκευή και το εμπόριο του βαμμένου κόκκινου βαμβακερού νήματος, με το οποίο ασχολούνταν όλοι οι κάτοικοι, άνδρες, γυναίκες, παιδιά. Από αυτούς μάλιστα οι πιο έμπειροι, είτε πλούσιοι είτε φτωχοί, στάλθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη, στη Βιέννη, στο Άμστερνταμ, στο Λονδίνο, στην Οδησσό, για να ιδρύσουν εκεί καταστήματα και αποθήκες. Προϊστάμενοι της εταιρείας ήταν πέντε επιτροπές που εκλέγονταν απ’ όλους τους κατοίκους, πλούσιους ή φτωχούς, που είχαν συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους. Και πολλές φορές οι πιο φτωχοί εταίροι, αν ομολογουμένως ήταν οι πιο ικανοί διορίζονταν στ’ ανώτατα αξιώματα της εταιρείας με την ψήφο των συμπολιτών τους. Από τις πέντε επιτροπές, η μία είχε την ανώτατη διεύθυνση της εταιρείας, η δεύτερη λεγόταν διοικητική, η τρίτη γεωργική, η τέταρτη βιομηχανική και η πέμπτη ελεγκτική.

Πριν από τη διανομή των ετήσιων κερδών, αφαιρούνταν πρώτα η τιμή του σιταριού που αγοραζόταν για τους φτωχούς εργάτες, τα δώρα προς τους πασάδες, τα έξοδα των νοσοκομείων, των βιβλιοθηκών, των σχολείων, του τυπογραφείου, των οδών, των εκκλησιών, της διοίκησης, των ενοικίων, του γραφείου, των πρακτορείων που ήταν στο εξωτερικό, και τα οδοιπορικά. Μετά αφαιρούνταν οι τόκοι των κεφαλαίων που είχαν καταβληθεί από κάθε μέλος της εταιρείας προς 15%, έπειτα οι αμοιβές που ψηφίζονταν από τη γενική συνέλευση των εταίρων για τους πράκτορες  της εταιρείας, ανάλογα με την ικανότητά τους και τις υπηρεσίες τους. Τα υπόλοιπα κέρδη διανέμονταν μεταξύ των εργατών που ήταν ιδιοκτήτες χωραφιών με βαμβάκι και των εργατών που απλώς πρόσφεραν εργασία. Η διανομή αυτή, που γινόταν με κοινή συνέλευση, διενεργούνταν με τόση δικαιοσύνη, ώστε ποτέ δεν προκάλεσε θορύβους ή κατακραυγές. Έτσι η εταιρεία Αμπελακίων, που προόδεψε, αναδείχτηκε ισάξια των πιο ισχυρών εμπορικών οίκων της Ευρώπης. Τα μεγάλα κέρδη της επέτρεψαν να συντηρούνται με κοινή δαπάνη σε κάθε χωριό γιατροί, που φρόντιζαν την υγεία όλων των κατοίκων, κατώτερες και ανώτερες σχολές, αποθήκες σιτηρών και όλων των άλλων γεωργικών και βιομηχανικών, εγχώριων και ξένων προϊόντων, νοσοκομείο, απομαχικό ταμείο, βιβλιοθήκη, ταμείο της πειραματικής φυσικής κ.λπ.» (Κ. Παπαρρηγόπουλου: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδόσεις LIBERIS, Τόμος 15 σελ. 309). 

Τελικά το πείραμα των Αμπελακίων θα καταρρεύσει εξαιτίας δύο γεγονότων: τις επιδρομές του Αλή Πασά και την οικονομική χρεοκοπία της Αυστρίας, όπου χάθηκαν 10 εκατ. φράγκα.

Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος αναφέρει και άλλα παραδείγματα κοινοτικού συνεργατισμού όπως στη Φιλιππούπολη, στα Μαδεμοχώρια, στους Καλαρρύτες – Συρράκο, στη Χίο, στις Κυδωνίες, και πιο πολύ τις ναυτικές κοινότητες Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών, όπου κάθε ναύτης είχε μερίδιο στο καράβι ή στο φορτίο.

Όλες οι ιστορικές μαρτυρίες μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι σε αυτές τις περιπτώσεις συνδυάστηκε η οικονομική αποδοτικότητα με τη γνήσια λαϊκή συμμετοχή, την αυτοδιαχείριση και τον συνεργατισμό. Είναι σημαντικό το ότι ο πλούτος στα Αμπελάκια δημιουργείτο από την ίδια την κοινότητα και δεν παρεχωρείτο υπό μορφή επιχορήγησης από το κράτος. Με αυτό τον τρόπο εξασφαλιζόταν η ανεξαρτησία από το κράτος, η εξωστρέφεια και η βιωσιμότητά του.

Ως πείραμα είναι το πιο σύνθετο και το πιο πλήρες που έχουμε συναντήσει. Συνδυάζει τον κοινωνικό έλεγχο στην παραγωγή πλούτου με τη δικαιοσύνη στη διανομή του, όσο και την επιτυχή χρηματοδότηση κοινωνικών λειτουργιών όπως η παιδεία και η υγεία. Όσοι λοιπόν οραματίζονται αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες και συνεργατισμούς εκτός του κράτους, όσοι έχουν σιχαθεί τις μονίμως χρεοκοπημένες ελληνικές δημοτικές επιχειρήσεις, δεν χρειάζεται να πάνε πολύ μακριά. Η ελληνική εμπειρία τα έχει δημιουργήσει ήδη με αποτελεσματικό και πλήρη τρόπο. Δεν μένει παρά να την ακολουθήσουμε.

 

* http://koutroulis-spyros.blogspot.com

 

ΠΗΓΗ: Μηνιαία εφημερίδα Ρήξη,  φύλλο 68,  http://www.ardin.gr/node/3875

 

ΒΗΜΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΟΓΟΥ – Ι

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

ΣΤΟ “ΒΗΜΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΟΓΟΥ”

 

 

 

Η Πρωτοβουλία ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΜΕΤΩΠΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ – “ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ” θέτει ως πρώτο καθήκον την πλατειά πληροφόρηση και την αποκάλυψη της αλήθειας.

Για το σκοπό αυτό οργανώνει ελεύθερο ΒΗΜΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΟΓΟΥ, κάθε Δευτέρα ώρα 7 μ.μ. στην αίθουσα προβολών της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών, Τοσίτσα 11, Εξάρχεια.

Στο ΒΗΜΑ θα αναπτύσσονται ομιλίες και συζητήσεις για το ΜΝΗΜΟΝΙΟ, την ΔΑΝΕΙΑΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ, την νέα ΚΑΤΟΧΗ και την ΑΠΕΙΛΗ σε βάρος του λαού και της πατρίδας. Θα προσκαλούνται και θα λαμβάνουν μέρος διανοητές, επιστήμονες, νομικοί, καλλιτέχνες, πανεπιστημιακοί, ακτιβιστές, συνδικαλιστές κ.α.

Το πρόγραμμα για τις επόμενες εβδομάδες έχει ως εξής:

 

 

ΔΕΥΤΕΡΑ, 29 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2010

“Η ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΗ ΠΤΩΧΕΥΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ και ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΘΕΙ”

Εισηγητής: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΖΑΚΗΣ, οικονομολόγος

 

 

ΔΕΥΤΕΡΑ, 6 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2010

“ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΚΑΙ ΥΠΟΔΟΥΛΩΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ”

Εισηγητής: ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ, πανεπιστημιακός

 

 

ΔΕΥΤΕΡΑ, 13 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2010

“ΔΑΝΕΙΑΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ:ΚΑΤΑΦΩΡΕΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ” Εισηγητής: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ, συνταγματολόγος

 

 

ΔΕΥΤΕΡΑ, 20 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2010

“ΔΑΝΕΙΑΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ:ΤΟ ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ: η περίπτωση της ΔΕΗ”

Εισηγητές: ΜΑΡΙΑ ΣΟΥΑΝΗ, συνδικαλίστρια, ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΩΡΓΗΣ, τεχνικός

 

Εκ μέρους της Πρωτοβουλίας

ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΜΕΤΩΠΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ – “ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ”

 

Τηλέφωνα Eπικοινωνίας:

2108088116, 2106457744, 2109604439, 6973312445, 6974324459

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:  Παρακαλούμε τις φίλες και τους φίλους να προωθήσουν το παρόν στους δικούς τους φίλους και σε κάθε συμπολίτη που αγωνιά για το μέλλον της χώρας.

Ο σχεδιασμός του Υπ. Παιδείας για το «νέο» σχολείο

Ο σχεδιασμός του Υπουργείου Παιδείας για το «νέο» σχολείο

 

Του Χρήστου Κάτσικα


 

Τρεις εισαγωγικές παρατηρήσεις

1. Αν υπήρχε διαγωνισμός για εκείνους που άλλαζαν με την πιο μεγάλη μαεστρία το νόημα των λέξεων και των εννοιών, τότε το πρώτο βραβείο θα έπρεπε να απονεμηθεί στην ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας. Αυτή η ηγεσία, βαδίζοντας στα χνάρια της επικοινωνιακής πολιτικής της Κυβέρνησης, ονομάζει τη μείωση των μισθών αποτελεσματική διαχείριση, τη μείωση των προσλήψεων εξορθολογισμό, την απόλυση εξυγίανση, το φόρο αλληλεγγύη. Εκεί όμως που ετοιμάζονται να δώσουν τα ρέστα τους είναι στις επιχειρούμενες αλλαγές στη Λυκειακή βαθμίδα (οι οποίες συνδέονται και με τις επιχειρούμενες αλλαγές στην Πανεπιστημιακή εκπαίδευση) όπου ετοιμάζεται (το Ιανουάριο του 2011), με τη βοήθεια των διαφημιστικών εταιρειών, ένα επικοινωνιακό μπαράζ για να μην αναγνωρίζει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα!

2. Με τις εξαγγελίες της κυβέρνησης για το «νέο σχολείο» συνεχίζεται η επιχείρηση για αλλαγές στη δομή και στο περιεχόμενο της σχολικής εκπαίδευσης. Όλες τις αλλαγές μπορεί να τις βρει κανείς στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΕΠΕΑΕΚ) 2007-2013 και βεβαίως στο ΕΣΠΑ (Δ΄ κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης με βάση το οποίο έχει μονταριστεί το ΕΠΕΑΕΚ. Στο πλαίσιο αυτό είναι σαφές ότι η εκπαιδευτική πολιτική της σημερινής Κυβέρνησης είναι δεμένη με ένα τμήμα με την εκπαιδευτική πολιτική της προηγούμενης καθώς έχουν την ίδια κατευθυντήρια γραμμή.

3. Οφείλουμε μια απάντηση σε ένα ερώτημα που μπαίνει συχνά: Τα μέτρα, οι ρυθμίσεις, οι αλλαγές στην εκπαίδευση ποια σχέση έχουν με την οικονομική κρίση. Θέλουμε να είμαστε ξεκάθαροι. Τα μέτρα και οι εκπαιδευτικές πολιτικές που «τρέχουν» σήμερα από το Υπουργείο Παιδείας είναι επιδιώξεις, κατευθύνσεις, προσδοκίες και όνειρα των στρατηγών του κεφαλαίου, του Ευρωπαϊκή Διευθυντηρίου, του ΟΟΣΑ, των δυο αστικών ομμάτων, πολλά χρόνια πριν από την κρίση. Απλά τώρα γίνεται προσπάθεια να υλοποιηθούν με την ευκαιρία της οικονομικής κρίσης. Αυτή η «ιερή συμμαχία» βρίσκει ευκαιρία τώρα να κάνει πραγματικότητα τα πιο νεοφιλελεύθερα όνειρά της τα οποία προβάλλει άλλοτε ως μέτρα σωτηρίας για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και άλλοτε σαν συνέπεια της οικονομικής κρίσης. Για να δώσουμε ένα παράδειγμα: Το 2009 ο ΟΟΣΑ αφιερώνει το 4ο Κεφάλαιο της Ετήσιας Έκθεσής του (OECD, Greece – Economic Surveys, Chapter 4. Raising Education Outcomes, p.125 – 154, Volume 2009/15, July 2009) για την παιδεία (περίπου τις 30 τελευταίες σελίδες της Έκθεσης). Εισηγείται (όσον αφορά στη σχολική εκπαίδευση) την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και των σχολείων με βάση τις επιδόσεις των μαθητών,  το διαχωρισμό των εξετάσεων για το απολυτήριο του Λυκείου από τις εξετάσεις εισαγωγής στα ΑΕΙ, την εισαγωγή νέων προγραμμάτων διδασκαλίας, την υποχρέωση μονοετούς κατάρτισης πριν το διορισμό των εκπαιδευτικών κλπ. Παράλληλα, στην ετήσια έκδοση  «Αριθμοί-κλειδιά της εκπαίδευσης στην Ευρώπη – 2009», ουσιαστικά και τυπικά καταγράφεται ο βαθμός προσαρμογής των κρατών – μελών στα παρακάτω μέτρα-στόχους, που έχει εδώ και χρόνια θέσει η ΕΕ: αποκέντρωση της εκπαίδευσης με διαφοροποίηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, του περιεχομένου της γνώσης που λαμβάνουν οι μαθητές,  γενίκευση και αύξηση των τροφείων στην προσχολική αγωγή, σπάσιμο των σπουδών των Ανώτατων σχολών.

Αν όμως οι παραπάνω συνταγές του Ο.Ο.Σ.Α και της Ε.Ε. στοχεύουν στις «δομές και τις υποδομές» του εκπαιδευτικού συστήματος, ο γνωστός διεθνής διαγωνισμός PISA στοχεύει στο «περιεχόμενο» της εκπαίδευσης. Χέρι – χέρι ο διεθνής διαγωνισμός PISA επιχειρεί, με όχημα τα πορίσματά του (μέσα από τον έλεγχο των αναγνωστικών, μαθηματικών και φυσικών ικανοτήτων των μαθητών), να προσανατολίσει τη σχολική εκπαίδευση σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Στην πράξη οι στόχοι του προωθούν αντί της γνώσης τη δεξιότητα. Για να πάει καλά μια χώρα στο διαγωνισμό πρέπει οι μαθητές της να έχουν αντιμετωπίσει τη Γλώσσα σχεδόν αποκλειστικά ως εργαλείο επικοινωνίας, να έχουν διδαχτεί από τα Μαθηματικά κυρίως μεθόδους επίλυσης πρακτικών προβλημάτων, ενώ στις Φυσικές επιστήμες να μην έχουν βαθύνει στο γιατί αλλά στο πώς. Έτσι, το εκπαιδευτικό σύστημα θα πρέπει, προσαρμοζόμενο στους στόχους του προγράμματος, να «προπονεί» τους μαθητές σε τέτοιου είδους θέματα αντί να τους διδάσκει, να τους καταρτίζει αντί να τους εκπαιδεύει.

     

ΣΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

 1. ΤΟ Δ.Ν.Τ. «ΡΑΒΕΙ» ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

 

. Με το ν. 38/48/2010 το Υπουργείο Παιδείας προχωράει σε νέο «χειρισμό» του εργασιακού βίου του εκπαιδευτικού προσωπικού, ανατρέποντας δεδομένα που αφορούν αφενός στην «αριθμητική» των προσλήψεων, αφετέρου στους όρους πρόσληψης και στις εργασιακές σχέσεις του διδακτικού προσωπικού.

Δυο είναι οι στόχοι: μείωση του μόνιμου προσωπικού μέσα στην τετραετία 2010/11 – 2013/14 κατά 15% τουλάχιστον

Είναι φανερό ότι οι νέοι όροι πρόσληψης των εκπαιδευτικών «πατάνε» πάνω στην οικονομική κρίση αλλά κυρίως χρησιμοποιούν την οικονομική κρίση ως ευκαιρία για την ανατροπή των μέχρι σήμερα διαδικασιών των προσλήψεων. Ουσιαστικά, δυσκολεύουν δραματικά την είσοδο των εκπαιδευτικών στη σχολική εκπαίδευση (πιστοποιητικό παιδαγωγικής κατάρτισης, διαγωνισμός χωρίς προκήρυξη θέσεων, διετής δοκιμαστική περίοδος κλπ) για να νομιμοποιήσουν μια ειλημμένη απόφαση που δεν είναι άλλη από τη σημαντική μείωση των προσλήψεων για τα επόμενα χρόνια.

          Η θεσμοθέτηση του Πιστοποιητικού Παιδαγωγικής Κατάρτισης στην πραγματικότητα δεν έρχεται να εξυπηρετήσει τίποτε περισσότερο από την  αποσύνδεση του πτυχίου από κάθε επαγγελματικό δικαίωμα. Ουσιαστικά, πολύ γρήγορα, οι πτυχιούχοι των καθηγητικών σχολών θα χωρίζονται σε αυτούς που θα έχουν απλά το πτυχίο μιας σχολής και σ΄ αυτούς που θα έχουν το δικαίωμα να εξασκήσουν το επάγγελμα του εκπαιδευτικού. Παράλληλα είναι σίγουρο ότι πολύ γρήγορα θα ιδιωτικοποιηθεί το κόστος φοίτησης για το Πιστοποιητικό Παιδαγωγικής Κατάρτισης όπως φαίνεται και από τις προειδοποιητικές βολές διαφόρων φορέων (π.χ σεμινάρια Παιδαγωγικής Κατάρτισης από την Ένωση Ελλήνων Φυσικών).

 

2. ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ: ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ…ΣΕ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ ΜΕΤΡΗΣΙΜΩΝ ΣΤΟΧΩΝ!

 

Με την Εγκύκλιο 37100/Γ1 – 31/3/2010 και με το ν. 38/48/2010 το Υπουργείο Παιδείας Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων προχωρά στην «αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας».

Είναι προφανές ότι κανείς δεν πιστεύει ότι το Υπουργείο Παιδείας μέσω της αυτοαξιολόγησης επιδιώκει να μάθει τα «ποσοτικά» στοιχεία των σχολικών μονάδων. Γνωρίζουν οι υπηρεσίες του Υπουργείου, καλύτερα από τον καθένα ποια είναι η υλικοτεχνική υποδομή των σχολείων, ποιοι είναι οι οικονομικοί πόροι, ποιο είναι το ανθρώπινο δυναμικό, ποιες είναι οι επιδόσεις των μαθητών. Κάθε σχολικό έτος, η κάθε σχολική μονάδα συμπληρώνει περίπου μια ντουζίνα στατιστικούς πίνακες για διάφορες υπηρεσίες του Υπουργείου με όλα τα παραπάνω στοιχεία.

Ας πάμε όμως παρακάτω με δυο παραδείγματα από τα «ενδεικτικά κριτήρια αξιολόγησης δεικτών στους επιμέρους τομείς της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου στη σχολική μονάδα».

Πρώτο παράδειγμα: «Οικονομικοί Πόροι. – Κατανομή εσόδων ανά κατηγορία πηγών και προβλεπόμενης δαπάνης (ποσοστά % επί του συνόλου των εσόδων) – Οι διαθέσιμοι οικονομικοί πόροι επιτρέπουν τη διαμόρφωση των κατάλληλων συνθηκών για την ανάπτυξη της σχολικής ζωής; – Ο Δήμος ή η Κοινότητα υποστηρίζει οικονομικά το σχολείο; – Ο Σύλλογος Γονέων/Κηδεμόνων ενισχύει οικονομικά το σχολείο; – Η Σχολική Επιτροπή ανταποκρίνεται στα αιτήματα του σχολείου;»

Τι μας λέει το Υπουργείο Παιδείας; Εφόσον οι διαθέσιμοι οικονομικοί πόροι δεν επιτρέπουν (και το γνωρίζουμε καλά αυτό) π.χ τη διαμόρφωση των κατάλληλων συνθηκών για την ανάπτυξη της σχολικής ζωής, υπάρχουν και άλλες πηγές που μπορούν να εξασφαλίσουν έσοδα  στη σχολική μονάδα: Νάσου ο σύλλογος γονέων και κηδεμόνων, δηλαδή οι ίδιες οι οικογένειες των μαθητών! «Βγάλτε το ψωμί σας μόνοι σας» αυτό είναι το σύνθημα – οδηγός που υπονοεί το Υπουργείο για τη σχολική μονάδα.

Δεύτερο παράδειγμα: «Τομείς που αφορούν τα Εκπαιδευτικά Αποτελέσματα (φοίτηση, επίδοση, διαρροή, ατομική-συναισθηματική-κοινωνική ανάπτυξη μαθητών, κλπ)…. Αναλυτική παρουσίαση των επιδόσεων των μαθητών κατά μάθημα, τάξη, τμήμα και φύλο… Ποσοστό (%) των μαθητών κατά φύλο, τάξη και συνολικά σχετικά με τη φοίτηση, τις μετεγγραφές από και προς το σχολείο… Οι μαθητές λυκείων σημειώνουν υψηλά ποσοστά επιτυχίας στις εξετάσεις για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια Εκπαίδευση…Αξιολογείται η ικανότητα της σχολικής μονάδας για συνεχή βελτίωση της φοίτητσης υων μαθητών, της συμπεριφοράς των μαθητών, των επιδόσεων των μαθητών…».

Είναι φανερό ότι οι επιδόσεις των μαθητών θα αποτελέσουν κριτήριο αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Στο νέο πλαίσιο, οι εκπαιδευτικοί «χρεώνονται» την επιτυχία ή αποτυχία των μαθητών τους σε προτυποποιημένα τεστ και η διοίκηση του σχολείου «χρεώνεται» με τη σειρά της την επιτυχία και την αποτυχία όλων. Δεν είναι, βέβαια, τυχαίο ότι από την επίσημη αξιολόγηση ουσιαστικά «αγνοούνται» ή καταγράφονται τυπικά οι αμέτρητοι κοινωνικοί και εκπαιδευτικοί παράγοντες που επηρεάζουν και συνδιαμορφώνουν την εκπαιδευτική διαδικασία και το εκπαιδευτικό έργο. Κοινωνική προέλευση, οικογενειακή κατάσταση, συνθήκες διαβίωσης και κατοικίας, υλικοτεχνική υποδομή σχολείου, τύπος εξετάσεων, σχολικά βιβλία, εκπαιδευτικό κλίμα, παιδαγωγικές μέθοδοι, τα πάντα γίνονται καπνός.

Η αντίληψη αυτή «επιβλέπει» τη σχολική επιτυχία/αποτυχία μέσα από την «κλειδαρότρυπα» της αίθουσας διδασκαλίας, όπου όλα εξαφανίζονται εκτός από το δάσκαλο και το μαθητή. Δεν είναι, ωστόσο, λίγοι αυτοί που κατανοούν ή διαισθάνονται ότι το σχολείο δεν είναι «θερμοκήπιο» όπου τα παιδιά αναπτύσσονται ομαλά και απρόσκοπτα με καλό πότισμα και συστηματική φροντίδα!

 

3. ΤΟ ΕΣΠΑ ΥΦΑΙΝΕΙ  ΤΟ «ΕΝΙΑΙΟ ΑΝΑΜΟΡΦΩΜΕΝΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ»

 

          Προαναγγέλλεται νέο «Πρόγραμμα Σπουδών» για όλο το φάσμα της σχολικής εκπαίδευσης, με χαρακτηριστικά: «ανοιχτό και ευέλικτο», «συνοπτικό», «διαθεματικό» και φυσικά «παιδαγωγικά διαφοροποιούμενο». Ουσιαστικά προαναγγέλλεται η αντικατάσταση των αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών από ένα μίνιμουμ «μετρήσιμων εκπαιδευτικών στόχων»… επεξεργασίας ΟΟΣΑ.

  Πρόκειται για τα πρώτα βήματα για το σπάσιμο του ενιαίου των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και την προσαρμογή του σχολείου στη λογική των δεξιοτήτων και όχι της μόρφωσης. Ουσιαστικά ως προτεραιότητες για το «Νέο Σχολείο» προβάλλονται οι βασικές κατευθύνσεις της ΕΕ και το πνεύμα της υπαγωγής της γνώσης στο επίπεδο της δεξιότητας. Εδώ ακριβώς βρίσκονται ενσωματωμένες οι κεντρικοί πυλώνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Βελτίωση των Ικανοτήτων για τον 21ο Αιώνα»: η «ικανότητα στη χρήση της ελληνικής γλώσσας», στο «χειρισμό των μαθηματικών εννοιών» και των «δεξιοτήτων στις φυσικές επιστήμες και την τεχνολογία», μαζί με την «ψηφιακή τεχνολογία» και τη «γλωσσομάθεια».

Παράλληλα εξαίρεται, στον αντίποδα δήθεν της αποστήθισης και της μηχανικής μάθησης, η κατάκτηση της ικανότητας του «Μαθαίνω πώς να μαθαίνω», μιας στενής δηλαδή εργαλειακού τύπου μάθησης, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ευελιξία και την προσαρμογή στο πνεύμα της «δια βίου μάθησης» για τις ανάγκες της αγοράς.

Η προσθετική αντίληψη για τη γνώση αθροίζει και συσσωρεύει γνωστικά αντικείμενα αμφίβολης αναγκαιότητας αδιαφορώντας για την εξάντληση της παιδικής ηλικίας και για το νέο κύκλο ανισοτήτων και μορφωτικών ελλειμμάτων που δημιουργεί και ως αντίληψη είναι παρούσα  στην εγκύκλιο Φ. 12  / 620  / 61531  /Γ1 / 31  –  5 –  2010 για τα «Ωρολόγια Προγράμματα των 800 Δημοτικών Σχολείων με ενιαίο αναμορφωμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα.

          Τα Σχολεία «ενιαίου αναμορφωμένου εκπαιδευτικού προγράμματος» υιοθετούν εξοντωτικούς ρυθμούς για τη μάθηση. Η έβδομη ώρα – ιδιαίτερα σε καθημερινή βάση σε όλες τις τάξεις – είναι παιδαγωγικά ανώφελη και υπονομεύει και τις υπόλοιπες. Έχει ήδη αποτύχει στις μεγάλες τάξεις. Στις μικρές δημιουργεί μόνο κινδύνους.

          Παράλληλα η διαμόρφωση του προγράμματος στη βάση 11 ξεχωριστών διδακτικών αντικειμένων για τις δύο πρώτες τάξεις, 13 για τις δύο μεσαίες και 15 για τις δύο τελευταίες δεν βοηθά τα παιδιά να ελέγξουν και να συνειδητοποιήσουν τη γνώση που τους προσφέρεται.

          Η διδασκαλία των αγγλικών από την πρώτη τάξη, πριν ακόμη τα παιδιά συνειδητοποιήσουν  τα Ελληνικά και τους μηχανισμούς της γραφής, μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα ακόμη και στη διδασκαλία της Ελληνικής.         Η ξεχωριστή διδασκαλία του μαθήματος των ηλεκτρονικών υπολογιστών δεν  βοηθά στην κατάκτηση από τους μαθητές των δυνατοτήτων του εργαλείου. Κανένα εργαλείο δεν είναι αυτοσκοπός. Αν το σχολείο δεν το εντάξει σε κάποιο χρήσιμο για τη δράση τους σκοπό, τότε αυτό θα συνεχίσει να εξυπηρετεί τους μαθητές ως παιχνιδομηχανή. Είναι ξεκάθαρο ότι η χρήση υπολογιστών απ' την Α' Δημοτικού – και μάλιστα με μάθημα – θα απομονώσει συναισθηματικά και σωματικά το παιδί, σε μια ηλικία που η κοινωνικοποίηση είναι ένα κυρίαρχο μέσο ανάπτυξής του. Επιπλέον, ο υπολογιστής είναι ένα αφαιρετικό μέσο, το οποίο, σε αυτή την ηλικία, το παιδί μπορεί να τον κατανοήσει μόνο σαν ένα παιχνίδι.

           

4. Η ΨΗΦΙΑΚΗ ΤΑΞΗ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΔΡΑΣΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ

 

 «Ψηφιακή λειτουργία του νέου σχολείου, αναβάθμιση των σχολικών υποδομών και δικτύων που θα περιλαμβάνουν διαδραστικούς πίνακες και δίκτυα υπολογιστών σε κάθε σχολείο και σειρά άλλων τεχνολογικών μέσων στην εκπαίδευση» (Υπουργείο Παιδείας).

Οι νέες τεχνολογίες εμφανίζονται ως η πανάκεια του δημόσιου σχολείου, ως το μαγικό φάρμακο που θα λύσει τα χρόνια προβλήματα. Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Το προοδευτικό εκπαιδευτικό κίνημα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες ασκεί μία σοβαρή και τεκμηριωμένη κριτική στη θεοποίηση της τεχνολογίας και στις εκπαιδευτικές εφαρμογές της. Η τεχνική δεν πρέπει ούτε να θεοποιείται ούτε να δαιμονοποιείται. Οι περίφημοι διαδραστικοί πίνακες, που εμφανίζονται σαν καθρεφτάκια για ιθαγενείς, έχουν ήδη γίνει αντικείμενο σφοδρής διαμάχης από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους και τα «ιδρύματα της αγοραίας τεχνολογίας». Άλλωστε, η περίφημη επανάσταση στις νέες τεχνολογίες, που εμφανίστηκε σαν η απάντηση στην καπιταλιστική κρίση (μετά το 1973), αποδείχθηκε εργαλείο στα χέρια των αγορών και θηλιά για τους εργαζόμενους.

Δεν υποτιμούμε τη δυνατότητα διάδρασης με ψηφιακό υλικό και πολυμέσα σε ένα περιβάλλον εκπαίδευσης με πολλά άτομα καθώς και τη δυνατότητα ανάπτυξης των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων στον διαδραστικό πίνακα, δραστηριοτήτων που περιλαμβάνουν διαμόρφωση κειμένου και εικόνων, δημιουργία, εκτύπωση και αποθήκευση σημειώσεων για διαμοιρασμό στους μαθητές, έντυπα ή ηλεκτρονικά σε κοινό αποθηκευτικό χώρο στον υπολογιστή ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Δεν υποτιμούμε τη δυνατότητα προβολής ιστοσελίδων και βίντεο από το Διαδίκτυο, τη χρήση του για προβολές καθώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί για παράδειγμα για να δείξει στους μαθητές πως θα χρησιμοποιήσουν μια εφαρμογή – επίδειξη ενός εκπαιδευτικού λογισμικού, για να παρουσιαστεί η δουλειά ενός μαθητή σε όλη την τάξη, να δείξει βίντεο που εξηγούν δύσκολες έννοιες, για να βοηθήσει οπτικούς μαθητές ή μαθητές με ειδικές ανάγκες, για να δημιουργήσει σημειώσεις, σχήματα, χάρτες και να τα αποθηκεύσει για μελλοντική χρήση.

Ωστόσο γνωρίζουμε καλά πως ο διαδραστικός πίνακας και ο υπολογιστής δεν έχουν τη μαγική ιδιότητα να εξαφανίσουν, προς όφελος εκπαιδευτικών και εκπαιδευομένων, τα υπαρκτά προβλήματα της σχολικής εκπαίδευσης, δεν μπορούν, από μόνοι τους να γεφυρώσουν τα «χάσματα» στην εκπαιδευτική διαδικασία. Πέρα από το γεγονός ότι μόνο συμπληρωματικά μπορούν να βοηθήσουν, είναι φανερό  ότι στα σημερινά πλαίσια των περικοπών οι διακηρύξεις για το νέο ψηφιακό Σχολείο, με τους διαδραστικούς πίνακες και τους υπολογιστές σε κάθε θρανίο μοιάζουν σαν το παντεσπάνι μιας …πεινασμένης σχολικής εκπαίδευσης.

Είναι σίγουρα εντελώς παραπλανητικό να παρουσιάζονται οι νέες τεχνολογίες ως η πανάκεια του δημόσιου σχολείου, ως το μαγικό φάρμακο που θα λύσει τα χρόνια προβλήματα. Τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Μετά από  χρόνια πειραματισμών στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη με τους υπολογιστές σε διάφορους τομείς της εκπαίδευσης, δεν έχει βρεθεί ακόμη απάντηση στο κεντρικό ερώτημα: “Οι υπολογιστές είναι πράγματι αποτελεσματικοί στην εκπαίδευση”. Το προοδευτικό εκπαιδευτικό κίνημα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες ασκεί μία σοβαρή και τεκμηριωμένη κριτική στη θεοποίηση της τεχνολογίας και στις εκπαιδευτικές εφαρμογές της. Όπως πολύ σωστά έχει επισημανθεί ο καταναλωτικός προσανατολισμός, σε συνδυασμό με τη φιλικότητα προς το χρήστη, μπορεί να μετατρέψει τον Ιστό σε εφιαλτικό εργαλείο για χειραγώγηση. Η πληροφόρηση μάς κατακλύζει και είναι διαθέσιμη για «ανάκληση». Μήπως όμως έχει αποσυνδεθεί η πληροφόρηση από το νόημα, το σκοπό και τη θεωρία, με αποτέλεσμα να καθίσταται μάλλον πηγή σύγχυσης, παρά προϋπόθεση ενημέρωσης και κατανόησης;

Η τεχνική δεν πρέπει ούτε να θεοποιείται ούτε να δαιμονοποιείται. Οι περίφημοι διαδραστικοί πίνακες, που εμφανίζονται σαν καθρεφτάκια για ιθαγενείς, έχουν ήδη γίνει αντικείμενο σφοδρής διαμάχης από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους και τα «ιδρύματα της αγοραίας τεχνολογίας». Άλλωστε, η περίφημη επανάσταση στις νέες τεχνολογίες, που εμφανίστηκε σαν η απάντηση στην καπιταλιστική κρίση (μετά το 1973), αποδείχθηκε εργαλείο στα χέρια των αγορών και θηλιά για τους εργαζόμενους.

 

5. ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ – ΕΞΑΣΚΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ

 

Η ανακοίνωση του νομοσχεδίου "Ανάπτυξη της Διά Βίου Μάθησης και λοιπές διατάξεις" που παρουσιάζεται με το ελκυστικό σύνθημα «σπάμε τα εκπαιδευτικά στεγανά» ουσιαστικά επιχειρεί να διαλύσει τα προγράμματα σπουδών, να αποσυνδέσει πλήρως τους τίτλους σπουδών από το όποιο επάγγελμα και να υποκαταστήσει τα πτυχία με μια σειρά πιστοποιητικών που θα αναγκάζεται ο νέος και η νέα να χρυσοπληρώνουν στα πάσης φύσεως μαγαζιά των επιχειρηματιών της γνώσης, στο πλαίσιο της δια βίου κατάρτισης στην ανεργία.

   Η διά βίου μάθηση βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τη γενίκευση των ελαστικών εργασιακών σχέσεων και την προώθηση της λεγόμενης ευελφάλειας, που αποτελεί εργαλείο σήμερα στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που γεννά η ολοένα και αυξανόμενη ανεργία. Ουσιαστικά επιχειρείται η δημιουργία μια νέας βάρδιας εργαζομένων που θα βρίσκονται σε μια διαρκή περιπλάνηση εργασιακή που όχι μόνο δε θα γνωρίζει τα δικαιώματά της, αλλά και δε θα έχει δικαιώματα…Για συλλογικές συμβάσεις και επαγγελματικά δικαιώματα, βεβαίως, ούτε λόγος, καθώς η διαπραγμάτευση του μισθού και των δικαιωμάτων θα ακολουθεί ατομική πορεία.

Εξαγγέλλεται ένα «Τεχνολογικό Σχολείο», με συγχώνευση των ΕΠΑΛ και ΕΠΑΣ, το οποίο «αποτελεί κυρίαρχη προτεραιότητα, που αφορά άμεσα στο αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας». Το περιεχόμενο του Τεχνολογικού Λυκείου δομείται πάνω στην ευθεία εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών αναγκών, αφού είναι σαφής «η σχέση του σχολείου με την τοπική κοινωνία και τις προτεραιότητες που τίθενται σε περιφερειακό επίπεδο». Οι ειδικότητες του «Τεχνολογικού Λυκείου» θα συναποφασίζονται από τις τοπικές και περιφερειακές αρχές και τους «κοινωνικούς εταίρους», δηλαδή τις επιχειρήσεις, οι οποίες θα αναλαμβάνουν και την πρακτική άσκηση. Όσο για την «κατοχύρωση των επαγγελματικών δικαιωμάτων», αυτή παραπέμπεται στο «Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων» που ετοιμάζεται, σε ένα αέναο, δηλαδή, κυνήγι «προσόντων» και «πιστοποιήσεων».

 

6. Ο ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ ΑΠΕΙΛΕΙ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

 

Το υπουργείο Παιδείας «οραματίζεται ένα σχολείο ανοιχτό στην κοινωνία, σε αρμονική σύνδεση με τη Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης», επισημαίνοντας ότι «η νέα διοικητική δομή της Χώρας, αποτελεί τη βάση για μια νέα σχέση παιδείας και τοπικής κοινωνίας, με μεταφορά νέων αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο του Συντάγματος».

Είναι γνωστό ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ οργανώνει το «αποκεντρωμένο» σχολείο, το οποίο, όπως αναφέρεται στο πρόγραμμά του, πρέπει να «δίνει ρόλο» και «στους περιφερειακούς και τοπικούς φορείς».

Το πρώτο βήμα της πολιτικής της αποκέντρωσης/περιφερειοποίησης της εκπαίδευσης ήταν η παράδοση των παιδικών σταθμών στους δήμους. Αποτέλεσμα; Οι περισσότεροι δήμοι επιβάρυναν τους εργαζομένους με τη χρηματοδότηση των παιδικών σταθμών, με αυξήσεις στα δίδακτρα ή τροφεία και άλλες έκτακτες εισφορές. Επιπλέον, οι παιδικοί σταθμοί μετατράπηκαν σε πεδία εφαρμογής των ελαστικών μορφών εργασίας, αφού οι περισσότεροι εργαζόμενοι προσλαμβάνονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και έργου, έτσι ώστε να βρίσκονται σε κατάσταση εργασιακής ομηρίας.

          Είναι φανερό ότι μέσα από την επιχείρηση «αποκέντρωση της εκπαίδευσης» προωθείται η ιδιωτικοποίηση και δοκιμάζεται συνολικά το μοντέλο του ευέλικτου, «αποκεντρωμένου» σχολείου της αγοράς. Συγκεκριμένα επιδιώκεται:

Η καθήλωση των κρατικών δαπανών για την εκπαίδευση και η μετάθεση του κόστους λειτουργίας των σχολικών μονάδων στους δήμους και ουσιαστικά στους εργαζόμενους, με την επιβολή τοπικής φορολογίας.

Στα πλαίσια της αποκέντρωσης  είναι προφανές ότι ο εκπαιδευτικός καλείται να έχει ένα νέο ρόλο και κυρίως αυτοί που ασκούν διοίκηση. Στην ουσία θα μετατραπούν σε μάνατζερ – διαχειριστές, που θα είναι υποχρεωμένοι ν΄ αναζητούν πηγές χρηματοδότησης για τη λειτουργία του σχολείου. 

Τα «αποκεντρωμένα» σχολεία, για παράδειγμα, θα παραμερίζουν πιο εύκολα τη γενική μόρφωση σε όφελος των δεξιοτήτων που ζητά η αγορά, για να γίνονται πιο προσφιλή στις επιχειρήσεις, εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη χρηματοδότηση. Η παιδαγωγική και η διδακτική οφείλουν να υποταχθούν σε μια νέα αντίληψη που έχει σχέση περισσότερο με την επιχειρηματική λογική, αφού το σχολείο θα λειτουργεί με κριτήριο την εξεύρεση κονδυλίων και θα προσαρμόζει τη λειτουργία του σ΄ αυτή την προοπτική. Η ευρωπαϊκή εμπειρία από τις χώρες εφαρμογής αυτού του μοντέλου, είναι χαρακτηριστική. Περισσότεροι φόροι και άνοιγμα των σχολείων στις επιχειρήσεις.

 

7. ΟΙ ΠΡΟΩΘΟΥΜΕΝΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟ ΛΥΚΕΙΟ

 

          Πριν προχωρήσουμε στην αναλυτική παρουσίαση των αλλαγών που επιχειρούνται στα Λύκεια, στο σύστημα πρόσβασης και στα Πανεπιστήμια οφείλουμε να κάνουμε ορισμένες επισημάνσεις. Η πρώτη επισήμανση αφορά στον τρόπο με τον οποίο το Υπουργείο Παιδείας προβάλλει αυτές τις αλλαγές με τη συνεργασία του συνόλου των αστικών ΜΜΕ. Το επιτελείο του Αμαρουσιού εδώ και μήνες,  με υπερκατανάλωση εύηχων λέξεων και επιδέξιων λόγων, έχει πιάσει όλα τα  στασίδια των media για να «πουλήσει» τις προωθούμενες αλλαγές σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες σαν τον εκπαιδευτικό παράδεισο. Συναγωνιζόμενο το Βαρώνο Μυτχάουζεν, νονός της πιο διεστραμμένης διαστρέβλωσης των λέξεων και των εννοιών, προσπάθησε, αφενός, να σκεπάσει τα υπαρκτά προβλήματα που έχει δημιουργήσει η αντιεκπαιδευτική πολιτική στο σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας από το νηπιαγωγείο ως το Πανεπιστήμιο, αφετέρου, να παρουσιάσει το πιο αντιδραστικό εκπαιδευτικό «πακέτο» μετά τη μεταπολίτευση, σαν δώρο στην ελληνική κοινωνία και στη νεολαία. Σε μια περίοδο που στο σύνολό της η εκπαίδευση, από το νηπιαγωγείο ως το Πανεπιστήμιο, στενάζει κυριολεκτικά από τις περικοπές και τις συνέπειές τους οι προωθούμενες αλλαγές χρησιμοποιήθηκαν αφενός για να καλύψουν τις διαμαρτυρίες της εκπαιδευτικής κοινότητας και αφετέρου για να παραπλανήσουν την κοινή γνώμη.

          Η δεύτερη επισήμανση αφορά στο περιεχόμενο των αλλαγών. Οι αλλαγές στην Α/βάθμια εκπαίδευση οι οποίες «φορτώνουν» τις παιδικές ηλικίες με εξοντωτικά ωράρια και αθροίζουν γνωστικά αντικείμενα αμφίβολης αναγκαιότητας αδιαφορώντας για την εξάντληση της παιδικής ηλικίας και για το νέο κύκλο ανισοτήτων και μορφωτικών ελλειμμάτων με απώτερο στόχο την αντικατάσταση των αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών από ένα μίνιμουμ «μετρήσιμων εκπαιδευτικών στόχων»… επεξεργασίας ΟΟΣΑ, είναι αποκλειστικά συνδεδεμένες με το ΕΣΠΑ, δηλαδή, με τις κατευθύνσεις των Βρυξελών που προσφέρονται με τη μορφή των γνωστών χρηματοδοτήσεων. Εδώ όσα γίνονται αποτελούν συνέχεια των αλλαγών της περιόδου που στο τιμόνι του Υπουργείου Παιδείας βρίσκονταν η ΝΔ και τα οποία περιγράφονται αναλυτικά στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης και Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΕΠΕΑΕΚ 2007 – 2013) που αποτελεί την εξειδίκευση των κατευθύνσεων του ΕΣΠΑ. Παράλληλα στο Λύκειο, το προβαλλόμενο ως «σχέδιο νέου προγράμματος σπουδών» δεν αποτελεί παρά ένα ακόμη σύστημα διαχείρισης του μαθητικού πληθυσμού στο πέρασμα από το Λύκειο στη μεταδευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση, κοντολογίς ένα σύστημα πρόσβασης στην επόμενη βαθμίδα με μια αλλοπρόσαλλη και εξόχως επικίνδυνη κατανομή υποχρεωτικών μαθημάτων και μαθημάτων επιλογής. Τρίτον οι προωθούμενες αλλαγές στο Πανεπιστήμιο, κομμένες και ραμμένες στις ράγιες των πιο αντιεκπαιδευτικών κατευθύνεων του ΟΟΣΑ επιχειρούν να θεσμοθετήσουν τη μετάλλαξη των Πανεπιστημίων σε επιχειρήσεις εκπαιδευτικών προϊόντων οι οποίες θα έχουν δίδακτρα, θα προσανατολίζουν την έρευνα σε ότι μπορεί να πουληθεί και θα κάνουν «χρηστικότερα» τα προγράμματα σπουδών έτσι ώστε να μπορούν να προσελκύσουν φοιτητές – πελάτες και από άλλες χώρες.

  Να το ξεκαθαρίσουμε και ας μην έχει κανείς καμιά αμφιβολία. Η συμπλήρωση του παζλ στοχεύει στο βάθεμα του ιδιωτικοποιημένου, πειθαρχημένου, ευέλικτου και αποδοτικού στα κυρίαρχα συμφέροντα εκπαιδευτικού συστήματος, που θα παράγει  εργατικό δυναμικό φτηνό, χωρίς δικαιώματα, αλλά καταρτισμένο με εκείνες τις χρηστικές δεξιότητες που απαιτεί το κεφάλαιο για αύξηση της κερδοφορίας του. Βρισκόμαστε μπροστά στην εξέλιξη μιας επιχείρησης για να προσαρμοστεί η εκπαίδευση και η εργατική δύναμη στις «νέες συνθήκες», κοντολογίς, στην ευελιξία, αποδοτικότητα, ανταγωνιστικότητα, επιχειρηματικότητα, απασχολησιμότητα, κόστος, κλπ, αλλά και να τις αναπτύξει, να τις τυποποιήσει περισσότερο, να τις μετρήσει και να τις ελέγξει, ώστε να διαμορφώσει το σημερινό εργαζόμενο με εργασιακές προδιαγραφές 19ου αιώνα και παραγωγικές δυνάμεις 21ου αιώνα!

 

«ΤΟ ΝΕΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ» ή ΑΛΛΙΩΣ ΤΟ ΝΕΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ

 

Τα γενικά χαρακτηριστικά του νέου τρόπου πρόσβασης στα Πανεπιστήμια είναι τα παρακάτω:

Οι μαθητές στη διάρκεια της φοίτησής τους στη Β΄ και Γ΄ τάξη του Λυκείου θα παρακολουθούν υποχρεωτικά μαθήματα, μαθήματα επιλογής και δραστηριότητες συνολικά 35 ώρες την εβδομάδα και θα αξιολογείται η επίδοσή τους  (προφανώς με εσωτερικές εξετάσεις)

Οι σχολές θα καθορίσουν συντελεστές βαρύτητας στα μαθήματα

Στο τέλος του Λυκείου οι υποψήφιοι θα δίνουν εξετάσεις σε τέσσερα μαθήματα που έχουν προεπιλέξει και στην τελική επίδοση θα συνυπολογίζεται η συνολική αξιολόγησή τους στη Β΄ και στη Γ΄ Λυκείου.

Η είσοδος των υποψηφίων θα γίνεται σε σχολές (π.χ σχολή θετικών επιστημών Αθήνας, Θεσσαλονίκης κλπ) ή σε Πανεπιστήμια (π.χ Πάντειο Πανεπιστήμιο) με βάση συνολικά τα αποτελέσματά τους.

Η τελική κατάταξή τους σε Πανεπιστημιακά τμήματα ή τμήματα ΤΕΙ θα γίνεται μετά από αξιολογικές διαδικασίες (εξετάσεις) στη διάρκεια του Α΄ έτους σπουδών.

 

     Η εμπειρία από αντίστοιχες αλλαγές στο παρελθόν αλλά και από τα αποκαΐδια των διακηρύξεων και των υποσχετικών κάθε φορά που οι επίδοξοι μεταρρυθμιστές άλλαζαν το σύστημα πρόσβασης,  μας δίνει τη δυνατότητα, κάνοντας μια προβολή στο μέλλον , να προβλέψουμε τα αποτελέσματά του:

     1. Όχι μόνο τα φροντιστήρια, τα ιδιαίτερα μαθήματα και η αντίστοιχη ιδιωτική δαπάνη των νοικοκυριών δεν πρόκειται να μειωθεί, όπως ξεδιάντροπα προπαγανδίζει το Υπουργείο, αντίθετα είναι σίγουρο ότι το φροντιστηριακό στέγαστρο θα δημιουργήσει μόνιμη αποικία και στο Α΄  έτος της Πανεπιστημιακής φοίτησης, εκεί  που ο ανταγωνισμός θα δίνει το δεύτερο γύρο με μεγαλύτερη ένταση για την εξασφάλιση της εισόδου στο τμήμα. Στο σημείο αυτό δεν έχει μικρή σημασία και ο τρόπος με τον οποίο κάθε σχολή ή κάθε πανεπιστήμιο στο Α΄ έτος σπουδών θα επιλέγει ποιος θα συνεχίσει στην Ιατρική και ποιος στη Νοσηλευτική.

     2. Η εκπαίδευση της ακριβοπληρωμένης αμάθειας θα δώσει τα ρέστα της καθώς  η είσοδος στο Λύκειο συνοδεύεται από το πιο αλλοπρόσαλλο και επικίνδυνο για την μορφωτική συγκρότηση των μαθητών, πρόγραμμα μαθημάτων. Ας μην κάνουμε λόγο για τα μαθήματα που υποβαθμίζονται και άλλα που εξαφανίζονται. Μπορεί κανείς να διαβάσει τις ανακοινώσεις των Φιλολόγων για τη νεότερη ιστορία, τα αρχαία ελληνικά και τη λογοτεχνία, των Φυσικών, των Χημικών, των Βιολόγων, των καθηγητών Πληροφορικής κλπ. Ίσως φτάνει να τονίσουμε απλά τη «λογιστική» λογική των εμπνευστών του τερατουργήματος: Μόνο ένα παράδειγμα: Είναι κοινό μυστικό ότι το τρίωρο υποχρεωτικό μάθημα της Φυσικής Αγωγής σε όλες τις τάξεις του Λυκείου δεν συνδέεται καθόλου με το «νους υγιής εν σώματι υγιές» των αρχαίων αλλά με το περίσσευμα εκατοντάδων εκπαιδευτικών του κλάδου.

 

ΤΑ ΕΞΙ ΣΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ

1

Ο μαθητής θα αξιολογείται με εξετάσεις αλλά και για τη συνολική του προσπάθεια στη Β΄ και Γ΄ τάξη του Λυκείου και αυτή η αξιολόγηση θα τον ακολουθεί στην πορεία πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

 

2

Οι σχολές θα καθορίσουν συντελεστές βαρύτητας στα μαθήματα

3

Στο τέλος του Λυκείου οι υποψήφιοι θα δίνουν εξετάσεις σε τέσσερα μαθήματα που έχουν προεπιλέξει και στην τελική επίδοση θα συνυπολογίζεται η συνολική αξιολόγησή τους στη Β΄ και στη Γ΄ Λυκείου.

4

Η είσοδος των υποψηφίων θα γίνεται σε σχολές (π.χ σχολή θετικών επιστημών Αθήνας, Θεσσαλονίκης κλπ) ή σε Πανεπιστήμια (π.χ Πάντειο Πανεπιστήμιο)

 

5

Η τελική κατάταξή τους σε Πανεπιστημιακά τμήματα ή τμήματα ΤΕΙ θα γίνεται μετά από αξιολογικές διαδικασίες (εξετάσεις) στη διάρκεια του Α΄  – προπαρασκευαστικού- έτους σπουδών

6

Προτείνεται η ελεύθερη πρόσβαση στα ΑΕΙ χαμηλής ζήτησης

 

ΚΑΙ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ… ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ

 

          Στις 28 Ιουνίου 2010, στη διάρκεια της Μετασυνεδριακής Γενικής Συνέλευσης Προέδρων των ΕΛΜΕ της χώρας, παραβρέθηκε και παρουσίασε την εκπαιδευτική πραγματικότητα στην Πορτογαλία ο Μάριο Νογκέϊρα, Γενικός Γραμματέας της Εθνικής Ομοσπονδίας Εκπαιδευτικών (FENPROF – Πορτογαλίας), και μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Γενικής Συνομοσπονδίας Πορτογάλων Εργαζομένων (CGTP-IN). Όσα είπε για την κατάσταση στην εκπαίδευση στη χώρα του ουσιαστικά προδιαγράφουν όσα έγιναν, γίνονται και επιχειρούνται και στην Ελληνική εκπαίδευση. Να τι είπε ανάμεσα σε άλλα ο Γ.Γ  της Ομοσπονδίας Εκπαιδευτικών της Πορτογαλίας: «Η Πορτογαλία, μετά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2010 που επέβαλε η μειοψηφική κυβέρνηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος, με την υποστήριξη της δεξιάς, αμέσως αποφάσισε να παγώσει τους μισθούς της Δημόσιας Διοίκησης, μειώνοντας την αξία της συνταξιοδότησης και επιδεινώνοντας τις συνθήκες συνταξιοδότησης ορίζοντας την ηλικία των 65 χρόνων και αναγκάζοντας πολλούς να εργαστούν πολύ περισσότερο από 40 χρόνια. Αυτόν τον Κρατικό Προϋπολογισμό ακολούθησαν δύο Προγράμματα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (PEC) και ανακοινώνεται κι ένα τρίτο, ακόμα πιο βίαιο, το οποίο απαιτείται από τις Βρυξέλλες. Κι αυτό συμβαίνει, τη στιγμή που τα πλοκάμια του ΔΝΤ (Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου) αρχίζουν να αγκαλιάζουν τα ευαίσθητα και αδύναμα σημεία της Χώρας και ετοιμάζονται να τη σφίξουν και, αν το καταφέρουν, να την καταπνίξουν… Από τους περίπου 150.000 Πορτογάλους καθηγητές, περίπου οι 40.000 δεν είναι μόνιμοι. Στο λύκειο, το ποσοστό μη μόνιμων καθηγητών φτάνει το 70%. Αυτοί οι μη μόνιμοι δεν έχουν οργανική θέση σε κανένα σχολείου, ως εκ τούτου μπορούν να μετατίθενται σε άλλο σχολείο κάθε χρόνο ή και, απλά, να μένουν άνεργοι. Αυτοί δεν έχουν καριέρα. Έχουν λιγότερα δικαιώματα και υφίστανται ένα καθεστώς αξιολόγησης που τους οδηγεί στο να δέχονται σχεδόν τα πάντα, έτσι ώστε να μη χάσουν τη δουλειά τους…

          Μεταξύ 2007 και 2010 πήραν σύνταξη περίπου 15.000 καθηγητές και μπήκαν στα σχολεία για να τους αντικαταστήσουν λιγότεροι από 400. Το αντιστάθμισμα της κατάστασης που προκλήθηκε μετά την αποχώρηση τόσων καθηγητών είναι τώρα ευθύνη των μη μόνιμων…   Τα ωράρια εργασίας χειροτέρευσαν κι έχουν γίνει σήμερα πραγματικά ανυπόφορα όσον αφορά τον παιδαγωγικό προγραμματισμό, αλλά και τα σχολεία, αν εξαιρέσουμε κάποια αναβάθμιση των κτηρίων και κάποιου τεχνολογικού εξοπλισμού, χειροτέρευσαν όσον αφορά τις συνθήκες που απαιτούνται για να ανταποκριθούν ικανοποιητικά στις ανάγκες που αντιμετωπίζουν και που είναι πολλές: τα τμήματα έχουν πολλούς μαθητές, χιλιάδες μαθητές με ειδικές ανάγκες έχασαν την ιδιαίτερη βοήθεια που λάμβαναν, μειώθηκαν οι ανθρώπινοι πόροι αφού υπάρχουν λιγότεροι υπάλληλοι και λιγότεροι καθηγητές, οι οικογένειες γίνονται ολοένα και φτωχότερες λόγω της ανεργίας και των χαμηλών μισθών..

          Αυτά τα μέτρα, αυτή η υποτίμηση του σχολείου και των καθηγητών, σε συνάρτηση με έναν πολιτικό λόγο στον οποίο η Κυβέρνηση έριχνε την ευθύνη στους καθηγητές για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Παιδεία σήμερα… αυτή η απόπειρα, να αποδοθούν άδικα οι ευθύνες στους καθηγητές, έκανε την αγανάκτηση των καθηγητών να ξεσπάσει, κάνοντάς τους να βρεθούν στα πρόθυρα νευρικής κρίσης…

           Με σκοπό να σπάσει τον αγώνα και να κάνει αντίποινα στους καθηγητές, η Κυβέρνηση επέβαλε ένα γραφειοκρατικό και θλιβερό μοντέλο αξιολόγησης, αντικατέστησε τη δημοκρατική διοίκηση των σχολείων με ένα διευθυντή που έχει υπερβολικές εξουσίες, άλλαξε το νόμο έτσι ώστε να περιορίσει τα συνδικαλιστικά δικαιώματα και τη συνδικαλιστική ελευθερία, αλλά δεν κατάφερε να σπάσει την ικανότητα αντίστασης και αγωνιστικότητας των καθηγητών..

          Αυτή τη στιγμή, όσον αφορά τα σχολεία, δρομολογείται η διαδικασία κλεισίματος όλων των σχολείων του πρώτου Κύκλου Βασικών Σπουδών (της παλιάς Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης) που έχουν λιγότερους από 21 μαθητές. Κι αυτά είναι χιλιάδες, διασκορπισμένα σε διάφορες περιοχές μιας τεράστιας αγροτικής ζώνης που υπάρχει στην Πορτογαλία. Οι θυσίες που επιβάλλονται στα παιδιά είναι τεράστιες, γιατί αναγκάζονται να διανύουν καθημερινά τεράστιες αποστάσεις και να μένουν όλη τη μέρα εκτός σπιτιού. Η Κυβέρνηση προσπαθεί να ενώσει σχολεία που να φτάνουν τους 3000 μαθητές και περισσότερους από 400 καθηγητές και, μ’ αυτόν τον τρόπο, με μοναδική κατεύθυνση μια γεωγραφική περιοχή που είναι πολύ μεγάλη και περιλαμβάνει διάφορες εγκαταστάσεις, να στραφεί σε μια διοίκηση ανθρώπινων πόρων τέτοια που, σύντομα, όταν αρχίσει ο καινούργιος χρόνος, να μεταφραστεί στην απόλυση πολλών χιλιάδων εργαζομένων καθηγητών και μη.

          Όσον αφορά τους καθηγητές ο αντίκτυπος είναι τρομερός, κυρίως στο μισθό τους, στο ωράριο εργασίας τους, στην επαγγελματική τους σταθερότητα, και στα κοινωνικά και εργασιακά τους δικαιώματα. Από τα διάφορα Προγράμματα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (PEC) ήδη προέκυψε αύξηση τόσο στους άμεσους φόρους όσο και στους έμμεσους, ακόμα μεγαλύτερη υποτίμηση της αξίας της σύνταξης, πάγωμα μισθών ως το 2013, μείωση των κοινωνικών υπηρεσιών, ειδικά στους άνεργους, και πάγωμα διαφόρων εργασιών και συμπληρωματικών επιδομάτων, πάγωμα πρόσληψης στη Δημόσια Διοίκηση… Και ανακοινώνονται νέα Προγράμματα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (PEC), ενώ υπάρχουν ήδη ενδείξεις μερικού ή ολικού παγώματος στα επιδόματα αδείας και Χριστουγέννων, αλλά και απευθείας μείωση μισθών».

 

ΠΗΓΗ: 25/11/2010,  http://www.alfavita.gr/artro.php?id=15306

Κριτική θεώρηση βασ. σημείων νεοφ. εκπ. πολιτικής

Κριτική θεώρηση των βασικών σημείων της νεοφιλελεύθερης εκπαιδευτικής πολιτικής

 

Του Κώστα Θεριανού


 

Την περασμένη δεκαετία, έγιναν εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις σε διάφορες χώρες με κυρίαρχα χαρακτηριστικά:

 –  τη διοικητική αποκέντρωση των σχολείων μέσω της παροχής διοικητικής αυτονομίας σε επίπεδο σχολικής μονάδας,

–  την παροχή της δυνατότητας στους γονείς να επιλέγουν το σχολείο που θα παρακολουθήσουν τα παιδιά τους (parental choice),

–  τη χρηματοδότηση των σχολείων με κριτήριο τον αριθμό των μαθητών που εγγράφουν.

Πιο συγκεκριμένα, οι χώρες στις οποίες έγιναν μεταρρυθμίσεις σε αυτήν την κατεύθυνση είναι η Αγγλία, η Ουαλία, οι Η.Π.Α., η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία και η Σουηδία. Η εκπαιδευτική πολιτική της κάθε χώρας έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες και παραμέτρους, των οποίων η αναλυτική παρουσίαση ξεφεύγει από τα πλαίσια αυτού του άρθρου. Η χρηματοδοτική αποκέντρωση στην Αγγλία και την Ουαλία έχει ολοκληρωθεί, στη Νέα Ζηλανδία βρίσκεται στην αρχή, ενώ στις Η.Π.Α. έχουν εμφανισθεί και άλλες μορφές αποκέντρωσης όπως τα ανάδοχα σχολεία (charter schools). Όμως, το κοινό σημείο που χαρακτηρίζει τις νεοφιλελεύθερες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που έγιναν και γίνονται σε αυτές τις χώρες είναι η αναδιανομή της εξουσίας ανάμεσα στο κράτος, την τοπική αυτοδιοίκηση, τα σχολεία, τους γονείς και η αλλαγή του τρόπου χρηματοδότησης των σχολικών μονάδων.

Το κύριο επιχείρημα των κυβερνήσεων για τις μεταρρυθμίσεις αυτές είναι ότι αν το εκπαιδευτικό σύστημα λειτουργήσει σε συνθήκες ανταγωνισμού όπου:

·  το κάθε σχολείο θα προσπαθεί να προσφέρει καλύτερες υπηρεσίες από τα άλλα προκειμένου να προσελκύσει περισσότερους μαθητές,

·   και το όλο σύστημα (σχολική μονάδα και εκπαιδευτικοί) αξιολογείται σε εθνικό επίπεδο τότε θα βελτιωθεί η ποιότητα του.

 Στο άρθρο εξετάζονται τα βασικά σημεία της νεοφιλελεύθερης εκπαιδευτικής πολιτικής.

 

1. Η ιδιωτικοποίηση και η λειτουργία της αγοράς στην εκπαίδευση

 

Ο όρος ιδιωτικοποίηση (privatization) χρησιμοποιείται προκειμένου να περιγράψει την απόδοση στον ιδιωτικό τομέα διαφόρων επιχειρήσεων όπως οι σιδηρόδρομοι, οι τηλεπικοινωνίες, η παραγωγή και διανομή ηλεκτρικής ενέργειας, νερού, φωταερίου, οι υπηρεσίες αποχέτευσης. Στην περίπτωση του εκπαιδευτικού συστήματος δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Δεν έχουμε το φαινόμενο της παραχώρησης σχολικών μονάδων σε ιδιώτες. Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος χρηματοδότησης των σχολείων. Τα δημόσια σχολεία, στις νεοφιλελεύθερης έμπνευσης μεταρρυθμίσεις, δεν έχουν εξασφαλισμένη τη χρηματοδότηση τους από τον κρατικό προϋπολογισμό. Απαιτείται οι γονείς να τα επιλέγουν ως σχολεία στα οποία θα φοιτήσουν τα παιδιά τους προκειμένου να πάρουν χρήματα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το σχολείο πρέπει να πετυχαίνει και συγκεκριμένες θέσεις στους league tables που καταρτίζονται κάθε χρόνο προκειμένου να χρηματοδοτηθεί και να εξασφαλίσει τη συνέχεια της λειτουργίας του.

 Στην πραγματικότητα, τα εκπαιδευτικά συστήματα που προέκυψαν από τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις δεν λειτουργούν πλήρως σε καθεστώς ελεύθερης αγοράς. Πρόκειται για περιορισμένη αγορά ή όπως τη χαρακτηρίζουν οι Le Grand και Barlett (1993) «ημι-αγορά» (quasi-market). Ο Levacic (1995: 167) θεωρεί ότι το βασικό χαρακτηριστικό της εκπαιδευτικής ημι-αγοράς είναι η παροχή της δυνατότητας στους γονείς να επιλέξουν το σχολείο που θα φοιτήσει το παιδί τους. Εμφανίζεται η τάση της επιλεκτικής χρηματοδότησης ορισμένων κοινωνικών υπηρεσιών, ανάλογα με τις επιλογές των καταναλωτών.

 Οι μεταρρυθμίσεις αυτές εφαρμόζουν το δόγμα from welfare to work, όπου η κρατική χρηματοδότηση των φορέων που παρέχουν κοινωνικές υπηρεσίες δεν είναι δεδομένη. Οι φορείς μπαίνουν σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, προκειμένου να μειωθεί το κόστος των υπηρεσιών που προσφέρουν και να βελτιωθεί η ποιότητα τους. Το κόστος μειώνεται, η βελτίωση της ποιότητας αποτελεί αντικείμενο προς έρευνα. Το δόγμα from welfare to work αποτελεί σύμφωνα με τον Mead (1997), σε βιβλίο του που φέρει αυτό τον τίτλο και που έχει εκδοθεί από το The Institute of Economic Affairs (ΙΕΑ), τη λειτουργική και οργανωτική αρχή που πρέπει να διέπει τις σύγχρονες κοινωνικές υπηρεσίες, ώστε να γίνουν αποδοτικές.

Στην πρόταση αυτή, υπάρχει η τάση να μετατραπεί η λειτουργία της κοινωνίας των πολιτών σε κοινωνία καταναλωτών. Η διεκδίκηση για περισσότερο και καλύτερο κράτος πρόνοιας μετατρέπεται σε καταναλωτική επιλογή. Η δύναμη της επιλογής του καταναλωτή αντικαθιστά τη λειτουργία των συνδικάτων, του κράτους, των πολιτικών κομμάτων και γενικότερα τις πολιτικές παρεμβάσεις και κοινωνικούς αγώνες.

 

2. To ζήτημα της διοίκησης της σχολικής μονάδας

 

Το ζήτημα της αποκέντρωσης του εκπαιδευτικού συστήματος και της αυτονομίας της σχολικής μονάδας πρέπει να αντιμετωπίζεται στο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος γενικότερα και του κάθε σχολείου ειδικότερα. Θεωρητικά, η ανάληψη διοικητικών ευθυνών από τη σχολική μονάδα σημαίνει μεγαλύτερη ελευθερία και ευελιξία κινήσεων από το σχολείο, μεγαλύτερη υπευθυνότητα των εκπαιδευτικών για το ρόλο τους.

Όμως, στις χώρες που έγιναν αυτές οι μεταρρυθμίσεις, τα σχολεία παραμένουν υπό την στενή επίβλεψη του κράτους, το οποίο προσδιορίζει το αναλυτικό πρόγραμμα που διδάσκουν, επιβλέπει τον τρόπο της πιστής εφαρμογής του με συστήματα εξωτερικής αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου (επιθεωρητές) και αξιολογεί τα σχολεία σε εθνικό επίπεδο με κύριο κριτήριο την επίδοση των μαθητών σε εθνικές εξετάσεις. Στη Μεγάλη Βρετανία η πολιτική της αυτονομίας των σχολικών μονάδων συνοδεύθηκε από την ίδρυση του Ofsted, ενός σώματος εξωτερικών αξιολογητών που ελέγχουν εξονυχιστικά το αν ο κάθε εκπαιδευτικός στο κάθε σχολείο ακολουθεί πιστά το Εθνικό Αναλυτικό Πρόγραμμα. Η σύνδεση της διοικητικής υπευθυνότητας και αυτονομίας του κάθε σχολείου με την επιλογή του από τους γονείς ως χώρο φοίτησης των παιδιών τους και η εξάρτηση της χρηματοδότησης του από τον αριθμό αυτών των επιλογών σημαίνει, ουσιαστικά, όχι την αυτονομία του σχολείου αλλά τον αυστηρότερο έλεγχο του από την κεντρική εξουσία.

Όπως παρατηρεί ο Andy Hargreaves (1994:7), η αυτοδιοίκηση του σχολείου μπορεί να είναι κάτι καλό ή κακό. Όταν δίνεται δυνατότητα λήψης αποφάσεων στα σχολεία αυτό μπορεί να οδηγήσει σε καινοτομίες, ποικιλία και δυνατότητα του εκπαιδευτικού να ασκήσει καλύτερα το έργο του. Όμως, αν η αυτοδιοίκηση συνδεθεί με τη χρηματοδότηση του σχολείου, οδηγεί το σχολείο στον αγώνα για την επιβίωση. Όταν αυτός ο αγώνας γίνεται υπό καθεστώς αξιολόγησης του σχολείου με κριτήριο την επίδοση των μαθητών, τότε το σχολείο θα γίνει κέντρο προετοιμασίας για τις εξετάσεις και θα λειτουργεί ανταγωνιστικά με τα άλλα σχολεία.

Ένας από τους συνηθέστερους όρους της νεοφιλελεύθερης ρητορικής είναι το αυτοκυβερνώμενο σχολείο. Ο John Major, το 1995, δήλωνε ότι πρόθεση του είναι να γίνουν όλα τα βρετανικά σχολεία αυτοκυβερνώμενα (self governing) «εμπιστευόμενος τους διευθυντές, τους εκπαιδευτικούς και την ωριμότητα των γονιών να κάνουν τις καλύτερες επιλογές για την εκπαίδευση των παιδιών τους» (The Times 24 Αυγούστου 1995: 5). Το νεοφιλελεύθερο όραμα των «αυτοκυβερνώμενων σχολείων» (self governing schools) αναλύεται από τον Atkinson (1997) στο ομότιτλο  βιβλίο του, που εκδόθηκε από το διεθνές think tank του νεοφιλελευθερισμού The Institute of Economic Affairs (ΙΕΑ). Η χρήση του όρου στη νεοφιλελεύθερη ρητορική, με τρόπο που αγγίζει τα όρια του αναρχισμού, είναι καταχρηστική αφού τα σχολεία στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι αυτοκυβερνώμενα με την έννοια ότι έχουν το δικαίωμα να διδάξουν όποιο αναλυτικό πρόγραμμα θέλουν, με όποιες διδακτικές μεθόδους αποφασίσουν. 

Στη νεοφιλελεύθερη ρητορική και πολιτική, αυτοκυβερνώμενα σχολεία σημαίνει τα ανταγωνιζόμενα για την εύρεση πόρων, που ακολουθούν το προσδιορισμένο και εποπτευόμενο από το κράτος αναλυτικό πρόγραμμα. Πρόκειται για διπλό καταναγκασμό: οικονομικό (ανάγκη να εγγραφούν μαθητές) και κρατικό (αξιολόγηση για το τι εφαρμόζεται στο σχολείο). Αξίζει να επισημάνουμε ότι στη δίνη της νεοφιλελεύθερης ρητορικής περί αυτοκυβέρνησης των σχολείων, το σχολείο του Summerhill, που παραδοσιακά ακολουθούσε διαφοροποιημένο αναλυτικό πρόγραμμα από το Εθνικό Αναλυτικό Πρόγραμμα και δικές του μεθόδους διδασκαλίας (εκούσια έλευση των μαθητών στις τάξεις, μη ύπαρξη απουσιολογίου και ποινών, διαφορετικό τρόπο ενδοσχολικής αξιολόγησης), αξιολογήθηκε αρνητικά από τους επιθεωρητές εκπαίδευσης, επειδή δεν ακολουθούσε ακριβώς το εθνικό αναλυτικό πρόγραμμα (Ofsted, 6 Ιουνίου 1999).

 

3. Το ζήτημα των κουπονιών (vouchers), το δικαίωμα της επιλογής στην εκπαίδευση και η ιδέα της ελεύθερης εκπαιδευτικής αγοράς

 

Η ιδέα των κουπονιών αναπτύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 από κύκλους του Συντηρητικού Κόμματος της Μεγάλης Βρετανίας. Οι ιδέες της επιλογής στην εκπαίδευση και του ανταγωνισμού αποτελούν το βασικό ιδεολογικό οπλοστάσιο του νεοφιλελευθερισμού. Η Margaret Thatcher σχολιάζοντας τις μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε στο αγγλικό εκπαιδευτικό σύστημα ο Νόμος του 1988 γράφει:

Εισαγάγαμε την ανοικτή εγγραφή, η οποία επέτρεψε στα δημοφιλή σχολεία να αναπτυχθούν. Η ανοικτή εγγραφή διεύρυνε τις επιλογές των γονιών και εμπόδισε τις τοπικές αρχές να θέτουν όρια στην ανάπτυξη των καλών σχολείων προκειμένου να κρατήσουν αποτυχημένα σχολεία ανοικτά. Ουσιώδες στοιχείο της μεταρρύθμισης μας ήταν η χρηματοδότηση του σχολείου ανά μαθητή, δηλαδή τα χρήματα που διέθετε το κράτος σε κάθε μαθητή τον ακολουθούσαν όποιο σχολείο και αν επέλεγε να παρακολουθήσει. Με αυτό τον τρόπο, οι γονείς ψήφιζαν ανάλογα με το σχολείο που επέλεγαν για το ποιο σχολείο είναι καλό. Το καλό σχολείο κέρδιζε μαθητές. Το κακό σχολείο θα έπρεπε ή να βελτιωθεί ή να κλείσει. Έτσι, προχωρήσαμε σε μια δημόσια μορφή εκπαιδευτικού κουπονιού

(M. Thatcher 1993: 591). 

H πολιτική της Thatcher αποκρυσταλλώνεται στη φράση money follow choices (τα χρήματα ακολουθούν επιλογές). Όμως τι εννοούν οι νεοφιλελεύθεροι με τον όρο επιλογή και πως αυτή λειτουργεί στα σύγχρονα εκπαιδευτικά συστήματα;

Η επιλογή μέσων και χώρων αγωγής αποτελεί προοδευτική ιδέα και βασικό δικαίωμα του κάθε ανθρώπου. Η επιλογή έχει νόημα όταν το άτομο μπορεί να επιλέξει διαφορετικά σχήματα αγωγής, με διαφορετικά αναλυτικά προγράμματα και μεθόδους διδασκαλίας, ανεξάρτητα από την οικονομική του κατάσταση την κοινωνική τάξη, την πολιτική παράταξη ή το θρήσκευμα στα οποία ανήκει. Όταν το αναλυτικό πρόγραμμα των σχολείων καθορίζεται από το κράτος και οι επιλογές των ατόμων περιορίζονται μόνο στο ποιο σχολείο θα παρακολουθήσουν, το δικαίωμα στην επιλογή είναι φενάκη. Στην ουσία είναι προνόμιο των εύπορων και μορφωμένων γονιών που διαθέτουν επαρκή πληροφόρηση, μπορούν να την αξιολογήσουν και έχουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτούν την επιλογή τους.

Η επιλογή προϋποθέτει πληροφόρηση. Η πληροφόρηση που έχουν οι γονείς για τα σχολεία είναι οι πίνακες που δημοσιεύονται με την επίδοση των μαθητών του σχολείου. Στην Αγγλία και την Ουαλία, η κυβέρνηση θεωρεί ότι η επίδοση των μαθητών είναι το μόνο ασφαλές κριτήριο επιλογής σχολείου από τους γονείς. Όμως, οι πίνακες με την επίδοση των μαθητών δεν επαρκούν ως πληροφορία και αποτελούν αντικείμενο πολιτικής προπαγάνδας. Για παράδειγμα, στις 4 Αυγούστου του 1996, η εφημερίδα Sunday Times δημοσίευσε συγκριτική επεξεργασία αυτών των πινάκων, η οποία έδειχνε ότι τα Grammar Schools είναι καλύτερα από τα Local Comprehensive. Αυτό που απέκρυψε η εφημερίδα είναι ότι τα σχολεία αυτά είναι άκρως επιλεκτικά, ελέγχουν το επίπεδο των μαθητών που εγγράφουν και έχουν υψηλό αριθμό αποβολών των μαθητών που δεν πηγαίνουν καλά. Επίσης, ένας δείκτης που θα έδειχνε ποια είναι η κοινωνική προέλευση του μαθητή είναι το δικαίωμα του να παίρνει δωρεάν γεύμα στο σχολείο. Μόνο το 2% των μαθητών των Grammar Schools έπαιρναν δωρεάν γεύμα, στοιχείο που δείχνει ότι οι μαθητές τους προέρχονταν από μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Στο Σικάγο, τα καλύτερα δημόσια σχολεία έχουν εφαρμόσει αυστηρή πολιτική επιλογής των μαθητών τους. Έτσι, μπορεί η επίδοση τους στους εθνικούς διαγωνισμούς να είναι υψηλή, οι γονείς όμως μπορούν να εγγράψουν εκεί το παιδί τους μόνο κατόπιν εξετάσεων και όχι ελεύθερα, όπως διατείνονται οι νεοφιλελεύθεροι πολιτικοί.

Αναφέρουμε ενδεικτικά ότι στη Μεγάλη Βρετανία η έκδοση εθνικών πινάκων (league tables) με την κατάταξη των σχολείων ανάλογα με την επίδοση των μαθητών τους, προκειμένου να ξέρουν οι γονείς ποια είναι τα καλά σχολεία, επέφερε την πόλωση των σχολείων. Οι Benn και Chitty (1997: 51) παραθέτουν στοιχεία από περιοχές του Hampshire, του Newcastle, του Rothrman, του Oldham, του Manchester, όπου υπήρξε πόλωση των σχολείων σε «καλά» και «κακά» και ανταγωνισμός των καλών σχολείων με τρόπους όπου το ένα προσπαθούσε να δυσφημίσει το άλλο για να συγκεντρώσει περισσότερους μαθητές και να εξασφαλίσει την επιβίωσή του. Τα καλά σχολεία της περιοχής του Yorkshire απέβαλλαν πιο εύκολα μαθητές προκειμένου να κρατήσουν την καλή τους φήμη και την υψηλή τους θέση στους εθνικούς πίνακες επίδοσης. Σε καθεστώς ανταγωνισμού των σχολείων, ένα δυσλεκτικό παιδί, ένας ανήσυχος μαθητής με προβλήματα συγκέντρωσης, χωρισμένους γονείς, με κενά και μαθησιακές δυσκολίες, είναι «κακό μαντάτο» για το καλό σχολείο, κηλίδα που θα κοιτάξει να την ξεφορτωθεί (Vulliamy and Webb, 2000). Στο Λονδίνο, το 1995, οι Τοπικές Αρχές έκλεισαν ένα δευτεροβάθμιο σχολείο επειδή οι μαθητές του (στην πλειοψηφία τους φτωχά παιδιά από οικογένειες μεταναστών) βρίσκονταν πολύ κάτω από το μέσο όρο της επίδοσης στις εθνικές εξετάσεις. Ήταν ένα δημόσιο σχολείο, στο οποίο οι κυβερνώντες που διαμορφώνουν το εκπαιδευτικό σύστημα «και ξέρουν να επιλέγουν» δε θα έστελναν ποτέ τα παιδιά τους. Ήταν «ένα σχολείο για τα παιδιά των άλλων. Αυτών που δεν ήξεραν να επιλέξουν σχολείο».         

Ο Ball (1994: 146) υποστηρίζει ότι οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις διαμόρφωσαν ένα νέο κρυφό πρόγραμμα στα σχολεία. Η κοινότητα, η αλληλοβοήθεια, η ισότητα που διαπότιζε την ιδεολογία των ενιαίων σχολείων αντικαταστάθηκε από τον ανταγωνισμό και τις αξίες της αγοράς.

 

4. Το επιχείρημα της ελεύθερης εκπαιδευτικής αγοράς

 

Πολλοί θεωρητικοί του νεοφιλελευθερισμού ασκούν κριτική στο μοντέλο της Μεγάλης Βρετανίας και θεωρούν ότι, στην ουσία του, δεν αποτελεί ελεύθερη εκπαιδευτική αγορά. Εκεί οφείλονται και οι όποιες δυσλειτουργίες του. Αν και ο όρος ελεύθερη αγορά χρησιμοποιείται με διαφορετικό νόημα από διάφορους θεωρητικούς του νεοφιλελευθερισμού, θα σταθούμε στις ιδέες του James Tooley (2000), διευθυντή του Institute of Economic Affairs, ο οποίος αναπτύσσει την έννοια της ελεύθερης αγοράς στην εκπαίδευση στην ακραία της μορφή. Ο Tooley προτείνει το κράτος να μην έχει καμία εμπλοκή στην εκπαιδευτική πολιτική. Θεωρεί ότι οι προϋποθέσεις μιας ελεύθερης εκπαιδευτικής αγοράς είναι:

– η ανυπαρξία κρατικής χρηματοδότησης,

– η ανυπαρξία ελέγχου των σχολείων από το κράτος,

– η ελεύθερη είσοδος στην εκπαιδευτική αγορά οποιουδήποτε επιθυμεί να παρέχει εκπαιδευτικές υπηρεσίες, ώστε να λειτουργήσει η προσφορά και η ζήτηση που θα ρυθμίσουν και την τιμή του εκπαιδευτικού προϊόντος. Έτσι, θα διασφαλισθεί η ποιότητα της εκπαίδευσης.   

Ο Tooley υποστηρίζει ότι η ελεύθερη εκπαιδευτική αγορά θα θέσει σε λειτουργία τις τρεις αρετές της Οικογένειας, της Ελευθερίας και της Φιλανθρωπίας, οι οποίες διασφαλίζουν την ποιότητα της εκπαίδευσης. Επίσης, θα ευνοήσει την ανάπτυξη σε όλο τον κόσμο των επώνυμων εκπαιδευτικών υπηρεσιών (brand name providers of schooling). Ο Tooley αντιμετωπίζει την εκπαίδευση όπως άλλες επιχειρήσεις και θεωρεί ότι όπως διαλέγουμε να μείνουμε σε ένα επώνυμο ξενοδοχείο όταν ταξιδεύουμε σε άλλη χώρα ή αγοράζουμε μια ακριβή μάρκα καφέ από το supermarket επειδή εμπιστευόμαστε την ποιότητα της, έτσι και οι γονείς θα μπορούν να επιλέξουν κάποιο από τα επώνυμα σχολεία που θα ανοίξει στην περιοχή τους.    

Ωστόσο, η επιλογή σχολείου δεν είναι το ίδιο με την επιλογή ξενοδοχείου ή μάρκας καφέ στο supermarket. Αν κάποιος επιλέξει ξενοδοχείο και δεν μείνει ικανοποιημένος από τις υπηρεσίες μπορεί την επόμενη ημέρα να παει σε άλλο. Αν δεν του αρέσει ο καφές μπορεί να αλλάξει μάρκα. Όμως, αν κάποιος διαλέξει σχολείο και δε μείνει ικανοποιημένος από την ποιότητα των σπουδών, δεν είναι εύκολο στη μέση της σχολικής χρονιάς να μετακινηθεί σε άλλο. Επίσης, η ποιότητα της εκπαιδευτικής υπηρεσίας δεν είναι κάτι που γίνεται άμεσα αντιληπτό ούτε εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από το φορέα που τη χορηγεί. Εξαρτάται, ίσως σε μεγαλύτερο βαθμό, και από  το μαθητή που «καταναλώνει» αυτές τις υπηρεσίες, από τη θέληση του, την στάση του απέναντι στη γνώση, τις ικανότητες του και το γνωστικό του υπόβαθρο.

Οι εγγυήσεις που μπορεί να παρέχει μια επώνυμη επιχείρηση, οποιασδήποτε μορφής, είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένες. Η επώνυμη επιχείρηση εγγυάται καλό επίπεδο υπηρεσιών. Ένα καλό ξενοδοχείο ή ένα καλό τουριστικό γραφείο μπορεί να εγγυηθεί την καλή ποιότητα του φαγητού, τον κλιματισμό, την καθαριότητα του δωματίου. Δεν μπορεί να εγγυηθεί τον καιρό και την ανυπαρξία ατυχημάτων που ενδεχομένως να καταστρέψουν το ταξίδι. Δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι ο τουρίστας θα περάσει όμορφες στιγμές με την παρέα του, θα βρει ερωτικό σύντροφο, δε θα τσακωθεί με τους φίλους του και δε θα χωρίσει με τη σύζυγο του. Ανάλογα, το επώνυμο σχολείο μπορεί να εγγυηθεί τον καλό εξοπλισμό των αιθουσών και τους έμπειρους εκπαιδευτικούς, όχι όμως το ζήλο του μαθητή για μάθηση, τις ικανότητες του ή την ποιότητα των σχέσεων που θα έχει με τους συμμαθητές του, τα βιώματα που θα προκύψουν από αυτές, ότι δε θα έχει προβλήματα της εφηβικής ηλικίας και δε θα χωρίσει με τη φίλη του. Παράγοντες αστάθμητοι που όμως όσοι έχουν μπει σε σχολική τάξη ξέρουν ότι επηρεάζουν άμεσα την επίδοση του μαθητή.  

Η πολιτική της εκπαιδευτικής αγοράς, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι διαμορφώνει μωσαϊκό εκπαιδευτικών επιλογών που ανταποκρίνεται στην ετερότητα των σύγχρονων κοινωνιών, στηρίζεται στη μεταμοντέρνα θεώρηση που αντιμετωπίζει τη σύγχρονη κοινωνία σαν άθροισμα ατόμων και ομάδων με διαφορετικές κουλτούρες και πολιτιστικές επιλογές. Ο Callinicos (1989), στην κριτική που ασκεί στο μεταμοντερνισμό, υποστηρίζει ότι ο κοινωνικός σχηματισμός συντίθεται βασικά από κοινωνικές τάξεις και όχι από ομάδες με πολιτισμικές διαφορές.

Με αφορμή αυτές τις παρατηρήσεις κλείνουμε επαναλαμβάνοντας μία αρκετά γνωστή ρήση του D. Hargreaves (1983): «πριν αναρωτηθούμε για το τι σχολεία θέλουμε πρέπει πρώτα να έχουμε ξεκαθαρίσει τι είδους κοινωνία θέλουμε».

   

ΑΝΑΦΟΡΕΣ

 

Atkinson, D. (1997) Towards Self-governing Schools. London: Institute of Economic Affairs.

Ball, S. (1994) Education Reform: a Critical and Post-structural Approach. Buckingham: Open University Press.

Bartlett, W. (1993) Quasi-markets and educational reforms. In J. Le Grand and W. Bartlett (eds) Quasi-markets and Social Policy. London: Macmillan.

Benn, C and Chitty, C. (1997) Thirty Years On. London: Penguin Books.

Callinikos, A. (1989) Against Postmodernism: a Marxist Critique. Cambridge University Press.

Hargreaves, A. (1994) Changing Teachers, Changing Times. Teachers’ work and culture in the postmodern age. London: Cassel

Hagreaves, D. (1983) The Challenge for the Comprehensive School: Culture, Curriculum and Community. London: Routledge and Keagan.

Levacic (1995) Local Management of Schools: Analysis and Practice. Buckingham: Open University Press.

Mead, L. (1997) From Welfare to Work. Lessons from America. London: Institute of Economic Affairs.

Thatcher, M. (1993) The Downing Street Years. London: Harper Collins.

Tooley, J. (1999) The Global Education Industry. London: Institute of Economic Affairs.

Vulliamy, G. και Webb, R. Stemming the tide of rising schools exclusions: problems and possibilities, British Journal of Educational Studies, Vol. 48, No 2, June 2000, pp. 119-133.

 

Σημείωση: Έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό ΡΩΓΜΕΣ ΕΝ ΤΑΞΕΙ, τ. 13. Ευχαριστούμε τον συγγραφέα για την άδεια δημοσίευσης.

Από ΔΕΠΣ σε Προγράμματα σπουδών Νέου Σχολείου

Από το Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγράμματος Σπουδών στα προγράμματα σπουδών του Νέου Σχολείου

 

Του Γιώργου Γρόλλιου

 

Στις αρχές του Μάρτη του 2010 η υπουργός Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων υπέβαλε στο υπουργικό συμβούλιο σχέδιο δράσης στον τομέα της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για τη δημιουργία ενός Νέου Σχολείου. Βασικό χαρακτηριστικό του σχεδίου είναι η αλλαγή των προγραμμάτων σπουδών του νηπιαγωγείου, του δημοτικού και του γυμνασίου. Τα νέα προγράμματα προβλέπεται να αναπτυχθούν μέχρι τον Ιούνιο του 2011, να εφαρμοστούν πειραματικά την επόμενη σχολική χρονιά και να γενικευτεί η εφαρμογή τους στη σχολική χρονιά 2012-2013. Το πρόγραμμα σπουδών του λυκείου προβλέπεται ότι θα οργανώνεται ταυτόχρονα με αυτό της υποχρεωτικής εκπαίδευσης.

Η σημερινή κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, που ενέκρινε το σχέδιο δράσης για το Νέο Σχολείο, αποφάσισε την αλλαγή των αναλυτικών προγραμμάτων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης υιοθετώντας μια συγκεκριμένη εκτίμηση: «Τα Προγράμματα Σπουδών που εφαρμόζονται σήμερα, παρά το γεγονός ότι περιγράφουν την υιοθέτηση σύγχρονων αρχών, δεν έχουν στην πράξη επιφέρει αλλαγές στο σχολείο. Δεν προκαλούν τον μαθητή να ερευνήσει και να ανακαλύψει τη γνώση, αλλά προσφέρουν έτοιμες απαντήσεις προς απομνημόνευση, ενώ δεν αφήνουν περιθώρια ανάπτυξης πρωτοβουλιών από τον εκπαιδευτικό». Έτσι, η κυβέρνηση απαξιώνει ως αναποτελεσματικό ένα εγχείρημα που είχε θεμελιωθεί στις αρχές της δεκαετίας του 2000, δηλαδή σε μια προηγούμενη περίοδο διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Ισχυριζόμενη ότι το Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγράμματος Σπουδών (εφεξής ΔΕΠΠΣ) και τα συνδεόμενα μαζί του Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών δεν έδωσαν περιθώρια πρωτοβουλίας στον εκπαιδευτικό και δεν αμφισβήτησαν την κυριαρχία της απομνημόνευσης έτοιμων απαντήσεων στη σχολική πράξη, ουσιαστικά απαξιώνει, επίσης, την πολύμορφη ρητορική των υποστηρικτών τους, οι οποίοι επαγγέλλονταν την οικοδόμηση ενός μαθητοκεντρικού, βιωματικού και δημιουργικού σχολείου, χώρου μάθησης, χαράς και ζωής, με όλους τους συντελεστές του συμμέτοχους. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σε μικρό χρονικό διάστημα (περίπου μια πενταετία) από την έναρξη εφαρμογής του ΔΕΠΠΣ με τη συγγραφή και τη χρήση των αντίστοιχων εγχειριδίων των διαφόρων μαθημάτων, χωρίς τα οποία το πρόγραμμα θα παρέμενε ανενεργό.

Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η κυβέρνηση, για να στηρίξει την εκτίμησή της, δεν επικαλείται οποιαδήποτε έρευνα. Είναι φανερό ότι είναι αποφασισμένη να αλλάξει τα αναλυτικά προγράμματα του σχολείου χωρίς, προηγουμένως, να υλοποιήσει ούτε στο ελάχιστο μία από τις βασικές αρχές τις οποίες η ίδια διακηρύσσει στο κείμενό της για το Νέο Σχολείο, δηλαδή την ανάγκη συστηματικής αξιολόγησης, η οποία για τη σχολική μονάδα «αποτελεί μοναδική διαδικασία διαπίστωσης της θετικής αλλά και της αρνητικής πορείας» της. Προφανώς, η αξιολόγηση για την κυβέρνηση θεωρείται απαραίτητη όταν αφορά τις σχολικές μονάδες και τους εκπαιδευτικούς αλλά όχι το ισχύον αναλυτικό πρόγραμμα, δηλαδή ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της εκπαίδευσης, του οποίου την ευθύνη στη χώρα μας φέρει η κρατική πολιτική εξουσία.

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να συγκρίνει βασικά στοιχεία των προδιαγραφών για το σχεδιασμό του αναλυτικού προγράμματος, που περιέχονται στο σχέδιο δράσης για το Νέο Σχολείο, με αντίστοιχα στοιχεία του ΔΕΠΠΣ. Αυτή η σύγκριση μπορεί να αναδείξει την οπτική στην οποία εντάσσεται ο σχεδιασμός των προγραμμάτων του Νέου Σχολείου και, συνεπώς, να συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση του χαρακτήρα τους. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να συμβάλει και σε μια ευρύτερη ανάλυση για τις μεταβολές στην ελληνική εκπαίδευση, μέρος των οποίων αποτελούν οι αλλαγές στα αναλυτικά προγράμματα της τελευταίας δεκαετίας. Ωστόσο, μια τέτοια ανάλυση δεν μπορεί να γίνει εδώ, όχι μόνο λόγω της περιορισμένης έκτασης ενός άρθρου αλλά και γιατί προϋποθέτει τη διερεύνηση μιας σειράς ευρύτερων οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και ιδεολογικών ζητημάτων, καθώς και άλλων όψεων της εκπαίδευσης.

Το σχέδιο δράσης για το Νέο Σχολείο θεμελιώνεται σε μια κριτική του υπάρχοντος. Σύμφωνα με αυτή την κριτική, το σχολείο σήμερα μοιάζει συχνά με χώρο καταναγκαστικού έργου, όπου λείπει η χαρά της μάθησης, της έρευνας, της ανακάλυψης και της δημιουργίας και έχει υποβιβαστεί από τις απαιτήσεις μιας στεγνής γνώσης με υπερφορτωμένο πρόγραμμα. Οι εκπαιδευτικοί βιώνουν ένα επαγγελματικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από άγχος, αίσθηση απαξίωσης και επιφυλακτικότητα απέναντι στην καινοτομία. Τρέχοντας να καλύψουν την ύλη του ενός και μοναδικού βιβλίου, που σε πολλές περιπτώσεις δεν το θεωρούν ικανοποιητικό, χωρίς εναλλακτικό εκπαιδευτικό υλικό, μέσα, νέες τεχνολογίες καθώς και επαρκή παιδαγωγική και επιστημονική καθοδήγηση και επιμόρφωση, βλέπουν να περιορίζεται ο ρόλος τους σε αυτόν του απλού διεκπεραιωτή εκπαιδευτικών εντολών και κατευθύνσεων.

Οι γονείς υφίστανται την πίεση όλων των προβλημάτων που αντιμετωπίζει το παιδί τους στο σχολείο και τα βιώνουν από τη δική τους πλευρά. Οι τοπικές κοινωνίες παραμένουν απομονωμένες από το σχολείο, το οποίο αδυνατεί να προσαρμοστεί και να αξιοποιήσει τοπικά χαρακτηριστικά. Στους γονείς δεν δίνεται φωνή και -με ευθύνη και των ίδιων- απουσιάζει η ενεργητική συμμετοχή στη συνδιαμόρφωση της σχολικής ζωής. Όλα τα παραπάνω έχουν συμβάλει ώστε το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα όχι μόνο να συντηρεί και να αναπαράγει ανισότητες, αλλά και να μην είναι ανταγωνιστικό, τόσο στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στον διεθνή χώρο. Οι μέτριες επιδόσεις αφενός του εκπαιδευτικού συστήματος σε σχέση με τους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εκπαίδευση και την κατάρτιση και αφετέρου των Ελλήνων μαθητών σε διεθνείς αξιολογήσεις όπως αυτή της PISA καθώς επίσης η χαμηλότατη θέση της Ελλάδας ως προς τη χρήση της τεχνολογίας και το φαινόμενο της αποδημίας Ελλήνων επιστημόνων δημιουργούν μια απογοητευτική εικόνα απόδοσης του ελληνικού σχολείου.

Η παραπάνω κριτική έχει σημαντικές διαφορές με εκείνη την κριτική στην οποία θεμελιωνόταν το ΔΕΠΠΣ. Ο τότε πρόεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου υποστήριζε, όπως προαναφέραμε, ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δεν θα πορευόταν στις συντεταγμένες του παραδοσιακού γνωσιοκεντρικού σχολείου, της αποσπασματικότητας και της παθητικής απόκτησης των γνώσεων, αλλά θα έπρεπε να είναι μαθητοκεντρικό, βιωματικό και δημιουργικό με όλους τους συντελεστές του (διδάσκοντες και διδασκόμενους) συμμέτοχους, χώρος μάθησης, χαράς και ζωής και όχι μόνο στερεότυπης διδασκαλίας. Η σημερινή κυβέρνηση χρησιμοποιεί μια ανάλογη ρητορική στην κριτική της προς το σχολείο με εκείνη του ΔΕΠΠΣ, όταν αναφέρεται στους μαθητές και στους εκπαιδευτικούς. Όμως, εκείνο που αξίζει να προσέξουμε είναι ότι συγκεφαλαιώνει τα επιμέρους σημεία της κριτικής της στο ζήτημα της αποτελεσματικότητας του σχολείου.

Με βάση, λοιπόν, αυτού του είδους την κριτική, το σχέδιο δράσης του Νέου Σχολείου καταρχήν περιλαμβάνει ορισμένους σκοπούς για την προετοιμασία των νέων γενιών. Οι νέες γενιές πρέπει να μπορούν να πατούν στέρεα πάνω σε αξίες και αρχές που κάνουν κάθε νέο «πάνω απ’ όλα άνθρωπο», να συνεχίζουν να αποκτούν γνώσεις σε όλη τη διάρκεια του βίου, να συμμετέχουν με επιτυχία στην οικονομική ζωή και να έχουν ευκαιρίες κοινωνικής ανόδου, να ασκούν το ρόλο του υπεύθυνου πολίτη και να συμμετέχουν ενεργά στην κοινωνική και πολιτιστική ζωή. Αυτοί οι γενικοί σκοποί συγκεκριμενοποιούνται στην ανάπτυξη ικανοτήτων των μαθητών.

Έτσι, ο μαθητής α) γίνεται «μικρός διανοούμενος» – αποκτά μεγαλύτερη ικανότητα και άνεση στη χρήση, προφορικά και γραπτά, της ελληνικής γλώσσας, έρχεται σε επαφή με τον λογοτεχνικό πλούτο, το θέατρο, τη μουσική, την ιστορία και τον πολιτισμό, β) γίνεται «μικρός επιστήμονας» – αποκτά γνωστική επάρκεια στον χειρισμό των μαθηματικών εννοιών, στην εφαρμογή τους στην καθημερινή ζωή και παράλληλη ανάπτυξη της μαθηματικής λογικής και αφαιρετικής ικανότητας, κατακτά αντίστοιχες γνώσεις και δεξιότητες στις φυσικές επιστήμες και στην τεχνολογία, γ) γίνεται «μικρός ερευνητής» – αποκτά ποιότητα και ταχύτητα στην ανάλυση και στη σκέψη, επάρκεια στη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας, ώστε με κριτική ικανότητα να μπορεί να επιλέγει μέσα από την πληθώρα πληροφοριών και γνώσεων που έχει πλέον στη διάθεσή του, δ) γίνεται «γλωσσομαθής» – αποκτά επάρκεια στη χρήση, προφορικά και γραπτά, τουλάχιστον μιας ξένης γλώσσας και σε δεύτερη φάση δύο ξένων γλωσσών, που τον εξοικειώνουν με άλλες κουλτούρες, ευνοούν την ευρωπαϊκή και διεθνή επικοινωνία και αποτελούν εφόδια επαγγελματικής σταδιοδρομίας, ε) κατακτά το «μαθαίνω πώς να μαθαίνω» – δίνεται τέλος στο «μαθαίνω απ’ έξω», με νέες διδακτικές μεθόδους, εκπαιδευτικά υλικά και ψηφιακά εργαλεία και στ) γίνεται συνειδητός Έλληνας πολίτης και πολίτης του κόσμου – ενδυναμώνει την ελληνική ταυτότητα και συνείδηση με βάση τις αξίες της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης, το σεβασμό και την αναγνώριση των άλλων, με γνώση και υπερηφάνεια για την ιστορία και τον πολιτισμό μας, μαθαίνει να ζει και να προοδεύει μέσα στο σύγχρονο πολυπολιτισμικό περιβάλλον, μέσα και έξω από τη χώρα.

Στο ΔΕΠΠΣ διατυπωνόταν η άποψη ότι «η βασική διαμόρφωση του ισχύοντος εκπαιδευτικού συστήματος, που ξεκίνησε με τη συμβολή του Εκπαιδευτικού Ομίλου (Δελμούζος, Γληνός, Τριανταφυλλίδης) στις αρχές του περασμένου αιώνα και κορυφώθηκε τη δεκαετία του 1960 με τον Παπανούτσο, απαιτεί γενναίες προσαρμοστικές αλλαγές». Προς αυτή την κατεύθυνση θεωρούσαν οι συγγραφείς του ότι ήταν αναγκαίο να προωθηθούν οι εξής οκτώ αρχές: α) παροχή γενικής παιδείας, η οποία εξασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ των ανθρωπιστικών/κοινωνικών και των θετικών/τεχνολογικών κατευθύνσεων, β) καλλιέργεια των δεξιοτήτων και ανάδειξη των ενδιαφερόντων του μαθητή, γ) ίσες ευκαιρίες και δυνατότητες μάθησης για όλους τους μαθητές, δ) ενίσχυση της πολιτισμικής και γλωσσικής ταυτότητας στο πλαίσιο μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας, ε) ευαισθητοποίηση για την αναγκαιότητα προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, στ) προετοιμασία για την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών πληροφόρησης και επικοινωνίας, ζ) φυσική, ψυχική και κοινωνική ανάπτυξη, η) ευαισθητοποίηση σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παγκόσμιας ειρήνης και διασφάλισης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Η προώθηση των οκτώ αρχών του ΔΕΠΠΣ δεν οδηγούσε σε συνολική αμφισβήτηση και ριζικό μετασχηματισμό των βασικών δομών και λειτουργιών της υπάρχουσας εκπαίδευσης αλλά σε μερική αναπροσαρμογή της εκπαιδευτικής λειτουργίας, παρά την προσπάθεια των συγγραφέων του να μεγεθύνουν τεχνητά το βάθος και την έκταση των αλλαγών. Οι αρχές αυτές (στην πραγματικότητα πρόκειται για εκπαιδευτικούς σκοπούς) διαφέρουν από τους σκοπούς του σχεδίου δράσης του Νέου Σχολείου, κυρίως επειδή οι τελευταίοι δεν αναφέρονται στην παροχή γενικής παιδείας, η οποία εξασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ των ανθρωπιστικών/κοινωνικών και των θετικών/τεχνολογικών κατευθύνσεων και στις ίσες ευκαιρίες και δυνατότητες μάθησης για όλους τους μαθητές. Με άλλα λόγια, από τους σκοπούς του σχεδίου δράσης του Νέου Σχολείου απουσιάζουν σκοποί που παραπέμπουν σε κατευθυντήριες γραμμές των φιλελεύθερων εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων του 20ού αιώνα.

Εξίσου σημαντική με την προηγούμενη παρατήρηση είναι ότι στο σχέδιο δράσης για το Νέο Σχολείο οι σκοποί συγκεκριμενοποιούνται στην ανάπτυξη συγκεκριμένων ικανοτήτων. Το γεγονός αυτό σηματοδοτεί μια περιοριστική προσέγγιση των σκοπών του αναλυτικού προγράμματος, η οποία συνδέεται με την σαφή προτεραιότητα στην αποτελεσματικότητά του, που, όπως προαναφέραμε, είναι φανερή και στην κριτική του κειμένου στο υπάρχον σχολείο. Ουσιαστικά, οι σκοποί του προγράμματος του Νέου Σχολείου νοηματοδοτούνται μέσω των συγκεκριμένων ικανοτήτων. Ποιος, όμως, είναι ο χαρακτήρας αυτών των ικανοτήτων;

Στην πραγματικότητα, οι έξι ικανότητες του κειμένου της κυβέρνησης αποτελούν μια αναδιατύπωση των οκτώ ικανοτήτων της ευρωπαϊκής «Σύστασης για τις Ικανότητες Κλειδιά» του 2006 (i. επικοινωνία στη μητρική γλώσσα, ii. επικοινωνία στις ξένες γλώσσες, iii. μαθηματική ικανότητα και βασικές ικανότητες στην επιστήμη και στην τεχνολογία, iv. ψηφιακή ικανότητα, v. μάθηση τρόπων μάθησης, vi. κοινωνικές ικανότητες και ικανότητες που σχετίζονται με την ιδιότητα του πολίτη, vii. αίσθηση πρωτοβουλίας και επιχειρηματικότητας και viii. πολιτισμική επίγνωση και έκφραση) για την επίτευξη των στρατηγικών στόχων της Συνόδου Κορυφής της Λισαβόνας.

Πρόκειται για μια παραλλαγή της γνωστής νεοφιλελεύθερης – νεοσυντηρητικής επιμονής για στροφή της εκπαίδευσης στα βασικά, δηλαδή την απόδοση προτεραιότητας στις ικανότητας γραφής, ανάγνωσης και αρίθμησης, οι οποίες στην αμερικανική εκδοχή της δεκαετίας του 1980 έπρεπε να συνδυάζονται με τις ικανότητες στις ξένες γλώσσες, την επιστήμη και τις νέες τεχνολογίες. Η στροφή στα βασικά, από τότε μέχρι σήμερα, εμπλουτίστηκε στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής με τη μάθηση τρόπων μάθησης, η οποία εντάχθηκε στο πλαίσιο της προώθησης της δια βίου κατάρτισης και της ευέλικτης προσαρμογής στις μεταβολές των συνθηκών εργασίας καθώς και με άλλες «κοινωνικές» ικανότητες στη δεκαετία του 2000, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει η ικανότητα της επιχειρηματικότητας, που νοηματοδοτεί σε μεγάλο βαθμό και τη σημασία της ιδιότητας του πολίτη.

Οι σκοποί των προγραμμάτων του Νέου Σχολείου, λοιπόν, απορρέουν από την αυστηρή προσήλωση στην υλοποίηση της ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής. Αυτή η αυστηρή προσήλωση δεν χαρακτήριζε το ΔΕΠΠΣ, χωρίς, βέβαια, αυτό να σημαίνει ότι οι σκοποί του βρίσκονταν σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή εκπαιδευτική πολιτική. Στο ΔΕΠΠΣ δεν εκφραζόταν με ευκρίνεια η επιμονή για στροφή της εκπαίδευσης στα βασικά, παρά το γεγονός ότι δύο χρόνια πριν τη δημοσίευσή του είχαν παρουσιαστεί ευρωπαϊκά κείμενα για την προώθηση των στρατηγικών στόχων της Συνόδου της Λισσαβόνας, τα οποία εξέφραζαν αυτή τη στροφή, που έχει ως συνέπεια την υποβάθμιση της αναγκαιότητας για την κατάκτηση ιστορικής, κοινωνιολογικής, αισθητικής και φιλοσοφικής γνώσης.

Αντίθετα, στο σχέδιο δράσης για το Νέο Σχολείο η λογική της στροφής στα βασικά κυριαρχεί. Το ότι στο κείμενο αναφέρεται πως στη νέα χρονιά θα γίνουν παρεμβάσεις σε 10θέσια, 11θέσια και 12θέσια ολοήμερα σχολεία, οι οποίες θα έχουν ως βασικούς τους άξονες την «εστίαση στην ελληνική γλώσσα και στα μαθηματικά», τη «στόχευση στα μαθηματικά και στην ξένη γλώσσα» και την «προτεραιότητα στην ξένη γλώσσα και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές» είναι ένα ακόμα δείγμα της κυριαρχίας της στροφής στα βασικά. Μάλιστα, δύο περίπου μήνες μετά τη δημοσίευση του σχεδίου του Νέου Σχολείου, με απόφαση του υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, οι παρεμβάσεις αρχίζουν να υλοποιούνται.

Στο ωρολόγιο πρόγραμμα της νέας σχολικής χρονιάς όλων των τάξεων της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης οκτακοσίων δωδεκαθέσιων ολοήμερων σχολείων προστίθενται δύο ώρες ελληνικής γλώσσας, δύο ώρες μαθηματικών, οκτώ ώρες ξένης γλώσσας και δώδεκα ώρες ηλεκτρονικών υπολογιστών σε σύνολο τριάντα πέντε νέων ωρών. Αν συνυπολογίσουμε την παραδοσιακή ποσοτική κυριαρχία των ωρών διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας και των μαθηματικών στο μέχρι σήμερα εφαρμοζόμενο ωρολόγιο πρόγραμμα, είναι φανερό ότι η στροφή στα βασικά εμπεδώνεται. Το ποσοστό των ωρών διδασκαλίας των συναφών με τη στροφή στα βασικά μαθημάτων ξεπερνά το 53% του συνόλου των ωρών διδασκαλίας όλων των μαθημάτων.

Σύμφωνα με την κυβέρνηση, για να γίνει πραγματικότητα και να εκπληρώσει τους στόχους του το Νέο Σχολείο, απαραίτητο είναι το νέο πρόγραμμα να υιοθετεί τις ακόλουθες αρχές οργάνωσης και εφαρμογής του: να είναι α) ανοικτό και ευέλικτο ως προς τον εκπαιδευτικό, ο οποίος θα έχει δυνατότητα παρέμβασης και αυτενέργειας στο περιεχόμενο και στη μέθοδο διδασκαλίας• ως προς τη διαδικασία σύνταξης, όπου συμμετέχουν μάχιμοι εκπαιδευτικοί, εκπρόσωποι των επιστημονικών κλάδων και των ειδικών φορέων της πολιτείας• και επίσης ως προς τον μαθητή, β) στοχοκεντρικό, ώστε να περιγράφεται με σαφήνεια η ανάπτυξη των βασικών γνώσεων και δεξιοτήτων από τις οποίες απορρέει η επιλογή περιεχομένων και διάρθρωσης της ύλης και οι μέθοδοι διδασκαλίας και αξιολόγησης, γ) ενιαίο και συνεκτικό από το νηπιαγωγείο μέχρι το λύκειο, ώστε με βάση τους εκπαιδευτικούς στόχους να εξασφαλίζεται η συνέχεια και η σύνδεση της γνώσης μεταξύ των μαθημάτων της τάξης αλλά και από τάξη σε τάξη και βαθμίδα σε βαθμίδα, δ) συνοπτικό, ώστε να αποτελεί εργαλείο επικοινωνίας και καθοδήγησης της εκπαιδευτικής πράξης, που να είναι προσιτό στους εκπαιδευτικούς αλλά και κατανοητό από τους γονείς, ε) διαθεματικό με την έννοια ότι προωθούνται και καλλιεργούνται με τρόπο εγκάρσιο οι βασικές δεξιότητες-ικανότητες και η ανάπτυξη θεμάτων και αξιών σε όλο το εύρος των επιμέρους μαθημάτων και στ) παιδαγωγικά διαφοροποιούμενο για να λαμβάνει υπόψη τους διαφορετικούς ρυθμούς μάθησης των μαθητών, τις ιδιαιτερότητες στην τάξη, τις διαφορετικές κοινωνικο-πολιτισμικές αναπαραστάσεις και όλα τα άλλα στοιχεία που καθιστούν τη διδασκαλία μια μοναδική, μη-τυποποιημένη διαδικασία.

Συγκρίνοντας τις «νέες αρχές οργάνωσης και εφαρμογής» με τις αντίστοιχες του ΔΕΠΠΣ, μπορούμε να παρατηρήσουμε τα εξής: Πρώτον, ο στοχοκεντρικός χαρακτήρας του προγράμματος του Νέου Σχολείου, που δηλώνεται ρητά ότι σημαίνει περιγραφή με σαφήνεια των βασικών γνώσεων και δεξιοτήτων από τις οποίες απορρέει η επιλογή περιεχομένων και οι μέθοδοι διδασκαλίας και αξιολόγησης, δεν αποτελεί κάποια νέα αρχή σχεδιασμού του αναλυτικού προγράμματος. Πρόκειται για την αφετηριακή θέση για τον προσδιορισμό του περιεχομένου του αναλυτικού προγράμματος της οπτικής της κοινωνικής αποτελεσματικότητας, που θεμελιώθηκε από τον Franklin Bobbit στην Αμερική των αρχών του 20ού αιώνα και αναπτύχθηκε με το μοντέλο του Ralph Tyler και την ταξινομία των διδακτικών στόχων του Benjamin Bloom στα μέσα του ίδιου αιώνα. Η χρησιμοποίησή της δεν αποτελεί, βέβαια, διαφοροποίηση από το ΔΕΠΠΣ, αφού η ίδια ακριβώς αρχή είχε χρησιμοποιηθεί για το σχεδιασμό του τελευταίου, πράγμα που γίνεται φανερό όχι μόνο από τη δόμησή του με βάση συγκεκριμένους διδακτικούς στόχους οι οποίοι περιγράφονται με σαφήνεια, αντιστοιχούν στη μεταβολή συγκεκριμένων υποδιαιρέσεων της συμπεριφοράς των μαθητών και η επιτυχία τους είναι μετρήσιμη αλλά και από τη ρητή αναφορά της ταξινομίας του Bloom στο εισαγωγικό μέρος του.

Δεύτερον, ο ενιαίος και συνεκτικός χαρακτήρας του προγράμματος του Νέου Σχολείου από το νηπιαγωγείο μέχρι το λύκειο και η διαθεματικότητα ήταν οι αρχές στις οποίες στηρίχτηκε ο σχεδιασμός και του ΔΕΠΠΣ. Το σχέδιο δράσης δεν πρωτοτυπεί ως προς αυτές τις αρχές. Αξίζει, όμως, να σημειωθεί ότι η κυβέρνηση, παρά το ότι χρησιμοποιεί με λανθασμένο και, τελικά, παραπλανητικό τρόπο την έννοια της διαθεματικότητας ακολουθώντας τα βήματα των συγγραφέων του ΔΕΠΠΣ, έχει ήδη δείξει ότι ουσιαστικά αλλοιώνει το περιεχόμενο της μόνης από τις καινοτομίες του που μπορούσε να θεωρηθεί ότι προωθούσε τη διαθεματική προσέγγιση, δηλαδή την ευέλικτη ζώνη.

Το κρίσιμο ζήτημα για το αν η ευέλικτη ζώνη θα αποτελούσε χώρο (έστω περιορισμένης) υλοποίησης της διαθεματικής προσέγγισης ήταν τα χαρακτηριστικά των projects τα οποία θα υλοποιούνταν στο πλαίσιό της. Με την απόφαση του υπουργείου Παιδείας που προαναφέραμε, μία (σε σύνολο τριών) από τις διδακτικές ώρες της ευέλικτης ζώνης στις τέσσερις πρώτες τάξεις των οκτακοσίων νέων ολοήμερων σχολείων θα αφιερώνεται σε θέματα αγωγής υγείας, διατροφικών συνηθειών, κυκλοφοριακής αγωγής και περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, αντίστοιχα. Συνεπώς, περιορίζονται ακόμη περισσότερο τα ήδη στενά όρια εφαρμογής της μεθόδου project, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας θα έπρεπε να είναι η αξιοποίηση των παιδικών ενδιαφερόντων και η προσέγγιση ποικίλων προβλημάτων με στόχο την αλλαγή της κοινωνίας σε δημοκρατική κατεύθυνση, με αποτέλεσμα την σχεδόν πλήρη περιθωριοποίηση κάθε στοιχείου διαθεματικής προσέγγισης από τις προδιαγραφές του αναλυτικού προγράμματος του Νέου Σχολείου και την αλλοίωση του περιεχομένου της ευέλικτης ζώνης.

Τρίτον, η αρχή του ανοικτού και ευέλικτου χαρακτήρα του προγράμματος, όταν αναφέρεται στη διαδικασία σύνταξής του, όπου συμμετέχουν μάχιμοι εκπαιδευτικοί, εκπρόσωποι των επιστημονικών κλάδων και των ειδικών φορέων της πολιτείας, είναι παρόμοια με εκείνη του ΔΕΠΠΣ. Ο σχεδιασμός του αναλυτικού προγράμματος του Νέου Σχολείου θα γίνει μέσω ευρωπαϊκού προγράμματος, το οποίο έχει ήδη προκηρυχθεί και όπου προσδιορίζεται σαφώς ότι κύριος φορέας θα είναι το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, που θα αναθέσει σε επιστήμονες-εμπειρογνώμονες την εκπόνηση των προγραμμάτων κάθε μαθήματος, οδηγών για τους εκπαιδευτικούς (μεθοδολογικές κατευθύνσεις και πρακτικά παραδείγματα για τη διδασκαλία και την αξιολόγηση) και εκπαιδευτικού υλικού. Στη διαδικασία θα συμμετέχουν οι εκπαιδευτικοί των σχολείων όπου τα προγράμματα θα εφαρμόζονται πιλοτικά, ενώ για το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας θα προγραμματιστούν απλώς ενημερωτικές συναντήσεις.

Η οποιαδήποτε, λοιπόν, συμμετοχή συλλογικών φορέων της εκπαίδευσης στη διαμόρφωση του προγράμματος του Νέου Σχολείου θα γίνει ουσιαστικά επί ενός έτοιμου προϊόντος. Έτσι, θα έχει ως στόχο την εξασφάλιση της επίφασης της δημόσιας διαβούλευσης, προσλαμβάνοντας ανάλογο χαρακτήρα με τη νομιμοποιητική επίκληση του διαλόγου που έγινε για το ΔΕΠΠΣ, χαρακτήρα απλής συμπλήρωσης και διακόσμησης μιας συγκεκριμένης λογικής για τη συγκρότηση των σχολικών προγραμμάτων, δηλαδή της λογικής του σχεδιασμού τους χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή των εκπαιδευτικών και των μαθητών. Η ίδια αρχή, όταν αναφέρεται στον εκπαιδευτικό ο οποίος θα έχει δυνατότητα παρέμβασης και αυτενέργειας στο περιεχόμενο και στη μέθοδο διδασκαλίας, επίσης συμπεριλαμβανόταν στο ΔΕΠΠΣ. Όσο για τον ανοικτό και ευέλικτο χαρακτήρα του προγράμματος ως προς τον μαθητή, αυτός παραμένει παντελώς αδιευκρίνιστος στο κείμενο του σχεδίου δράσης για το Νέο Σχολείο.

Τέταρτον, οι αρχές του συνοπτικού και παιδαγωγικά διαφοροποιούμενου προγράμματος είναι εκείνες που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί στον σχεδιασμό του ΔΕΠΠΣ. Όσον αφορά την αρχή της συνοπτικότητας, η χρήση της συνδέεται με την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του αναλυτικού προγράμματος, αφού δικαιολογείται με βάση την αξιοποίησή του ως εργαλείου επικοινωνίας και καθοδήγησης της εκπαιδευτικής πράξης, ενός εργαλείου που θα είναι προσιτό στους εκπαιδευτικούς και κατανοητό από τους γονείς. Όσον αφορά την αρχή της διαφοροποίησης, εκ πρώτης όψεως μπορεί να κατανοηθεί ως βήμα στην κατεύθυνση μιας διδασκαλίας η οποία αναγνωρίζει τις πολυποίκιλες διαφορές στο χώρο του σχολείου, αφού στο κείμενο συνδέεται με τους διαφορετικούς ρυθμούς μάθησης των μαθητών, τις ιδιαιτερότητες στην τάξη και τις διαφορετικές κοινωνικο-πολιτισμικές αναπαραστάσεις τους.

Ωστόσο, ακόμα και αν η αρχή της διαφοροποίησης του προγράμματος φαίνεται να αντιστοιχεί στο «σεβασμό και την αναγνώριση των άλλων», που συγκαταλέγεται στα επιμέρους στοιχεία των ικανοτήτων τις οποίες επιδιώκει να αναπτύξει το πρόγραμμα του Νέου Σχολείου, δεν μπορεί παρά να γίνει κατανοητή πρωταρχικά με βάση τη σύνδεσή της με τον στοχοκεντρικό χαρακτήρα του προγράμματος. Στο σύνολο των αρχών της οργάνωσης και της εφαρμογής του προγράμματος του Νέου Σχολείου, εκείνη που κυριαρχεί είναι ο στοχοκεντρικός χαρακτήρας του. Αυτή είναι η αρχή η οποία σφραγίζει το σχέδιο δράσης του Νέου Σχολείου, ακριβώς επειδή απαντά στο βασικό λόγο της συγγραφής του, τον οποίο ρητά επικαλείται στην κριτική της προς το υπάρχον σχολείο η κυβέρνηση, δηλαδή την «απογοητευτική εικόνα της απόδοσης» του τελευταίου.

Η δόμηση του προγράμματος με βάση συγκεκριμένους διδακτικούς στόχους οι οποίοι περιγράφονται με σαφήνεια, αντιστοιχούν στη μεταβολή συγκεκριμένων υποδιαιρέσεων της συμπεριφοράς των μαθητών και η επιτυχία τους είναι μετρήσιμη αποτέλεσε ιστορικά βασική θέση της οπτικής της κοινωνικής αποτελεσματικότητας για τον σχεδιασμό του. Αυτή η οπτική εμπεριείχε την αρχή της διαφοροποίησης του προγράμματος. Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο David Snedden, θεωρώντας ότι ο σύγχρονος κόσμος διαιρεί και υποδιαιρεί τα επαγγέλματά του, υποστήριζε ότι ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα έπρεπε να αντανακλά αυτή την πραγματικότητα. Κάθε είδος εκπαίδευσης έπρεπε να σχεδιάζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να ταιριάζει με τα χαρακτηριστικά του προσώπου που έπρεπε να εκπαιδευτεί. Μια πραγματικά επιστημονική εκπαίδευση δεν μπορούσε παρά να θεμελιώνεται σε ένα αναλυτικό πρόγραμμα το οποίο θα προσαρμοζόταν στις κοινωνικές λειτουργίες που θα επιτελούσαν οι μαθητές ως ενήλικες. Εφόσον, όμως, οι άνθρωποι επιτελούσαν διαφορετικές λειτουργίες, σύμφωνα με την κοινωνική τάξη, το επάγγελμα και το κοινωνικό φύλο τους, οι αντίστοιχες με τις κοινωνικές λειτουργίες ικανότητες ήταν αναγκαίο να προβλεφθούν και να ενσωματωθούν σε ένα εξαιρετικά διαφοροποιημένο αναλυτικό πρόγραμμα.

Βέβαια, το όραμα του Snedden για ένα λεπτομερέστατα διαφοροποιημένο αναλυτικό πρόγραμμα δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ στην εντέλεια, αλλά η γενική ιδέα για διαφορετική εκπαίδευση των διαφορετικών ομάδων του πληθυσμού, προσδιορισμένη με ποικίλους τρόπους, καθιερώθηκε στη σύγχρονη αμερικανική εκπαίδευση. Επιπλέον, η ίδια ιδέα συνδεόταν με το ότι η εκπαίδευση έπρεπε να σχεδιάζεται με βάση συγκεκριμένους σκοπούς και, συνεπώς, ήταν απαραίτητο να δίνεται συνεχής έμφαση στη διατύπωση συγκεκριμένων στόχων διδασκαλίας με εξαιρετικά συγκεκριμένους όρους. Ο Bobbit, ο Snedden και άλλοι θεωρητικοί της κοινωνικής αποτελεσματικότητας στην ουσία προώθησαν μια νέα κουλτούρα για την εκπαίδευση. Το σχολείο, αντί να είναι ένας τόπος διανοητικής έρευνας, εξάσκησης της περιέργειας και δημιουργικής δράσης, παρουσιαζόταν ως μηχανισμός όπου οι μαθητές εργάζονταν παθητικά για να επιτύχουν προκαθορισμένα αποτελέσματα, τα οποία ελάχιστα ή καθόλου σχετίζονταν με τα δικά τους ενδιαφέροντα και τις δικές τους προσωπικές ιστορίες, αλλά πιθανώς τους εφοδίαζαν για τη μελλοντική τους ζωή.

Η αρχή της διαφοροποίησης του προγράμματος ουσιαστικά υπάγεται στην αποτελεσματικότητα του προγράμματος του Νέου Σχολείου, με την έννοια ότι η διαφοροποίηση επιδιώκεται για να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένοι διδακτικοί στόχοι, οι οποίοι περιγράφονται με σαφήνεια, αντιστοιχούν στη μεταβολή συγκεκριμένων υποδιαιρέσεων της συμπεριφοράς των μαθητών και η επιτυχία τους είναι μετρήσιμη. Η αναγνώριση και η αξιοποίηση των διαφορετικών ρυθμών μάθησης των μαθητών, των ιδιαιτεροτήτων και των διαφορετικών κοινωνικο-πολιτισμικών αναπαραστάσεών τους εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο. Και, βέβαια, δεν εντάσσονται σε κάποιο άλλο πλαίσιο άμβλυνσης της συμβολής του σχολείου στην αναπαραγωγή των κοινωνικών ανισοτήτων και αμφισβήτησης της κυρίαρχης ιδεολογίας. Συνεπώς, η χρησιμοποίηση της αρχής της διαφοροποίησης στην κατασκευή των προγραμμάτων του Νέου Σχολείου και η εφαρμογή της είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει στην καθιέρωση στο πεδίο της διδακτικής πράξης διαφορετικών επιπέδων στόχων για διαφορετικές κατηγορίες μαθητών, στο όνομα της αναγνώρισης των ιδιαιτεροτήτων, των διαφορετικών ρυθμών μάθησης και των διαφορετικών κοινωνικο-πολιτισμικών αναπαραστάσεών τους.

Με βάση, λοιπόν, τη σύγκριση που προηγήθηκε, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η μετάβαση από το ΔΕΠΠΣ στα αναλυτικά προγράμματα του Νέου Σχολείου χαρακτηρίζεται από α) μεγαλύτερη έμφαση στην αποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης, β) απάλειψη σκοπών οι οποίοι παραπέμπουν σε κατευθυντήριες γραμμές των φιλελεύθερων εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, όπως η ισορροπία μεταξύ των ανθρωπιστικών/κοινωνικών και των θετικών/τεχνολογικών κατευθύνσεων και η παροχή ίσων ευκαιριών και δυνατοτήτων μάθησης για όλους τους μαθητές, γ) περιοριστική προσέγγιση των σκοπών του αναλυτικού προγράμματος μέσω της συγκεκριμενοποίησής τους στην ανάπτυξη ικανοτήτων, δ) αυστηρή προσήλωση στην υλοποίηση της ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής, που συνεπάγεται την επιμονή για στροφή της εκπαίδευσης στα λεγόμενα βασικά αντικείμενα διδασκαλίας, ε) αλλοίωση της ευέλικτης ζώνης μέσω της περαιτέρω περιθωριοποίησης της εφαρμογής της μεθόδου project και στ) αξιοποίηση της αρχής του παιδαγωγικά διαφοροποιούμενου προγράμματος, η οποία συνδέεται με την αρχή του στοχοκεντρικού χαρακτήρα του, στο πλαίσιο της υιοθέτησης της οπτικής της κοινωνικής αποτελεσματικότητας για το σχεδιασμό του.

Με άλλα λόγια, η οπτική της κοινωνικής αποτελεσματικότητας, η οποία είχε χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή του ΔΕΠΠΣ, εμπλουτίζεται στο σχέδιο δράσης του Νέου Σχολείου με την προσθήκη της αρχής της διαφοροποίησης του προγράμματος. Το σχέδιο δράσης συνεχίζει να χρησιμοποιεί στοιχεία μαθητοκεντρικής ρητορικής, αλλά τα στοιχεία αυτά υπάγονται στον κεντρικό σκοπό του, την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της εκπαίδευσης. Η εκπαίδευση πρέπει να εξυπηρετήσει πιο άμεσα τις λειτουργίες της υπάρχουσας κοινωνικοοικονομικής οργάνωσης και έτσι καθίστανται περιττοί σκοποί που παραπέμπουν σε φιλελεύθερες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις ή αντίστοιχες παιδαγωγικές μέθοδοι – τα δόγματα της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας δίνουν προτεραιότητα στην ανάπτυξη συγκεκριμένων ικανοτήτων, οι οποίες στη χώρα μας προσδιορίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Βιβλιογραφία

Beyer, L. & Liston, D. (1996) Curriculum in Conflict: Social Visions, Educational Agendas and Progressive School Reform. New York: Teachers College Press
Βρεττός, Ι. & Καψάλης, Α. (2009) Αναλυτικά Προγράμματα. Θεωρία, Έρευνα και Πράξη. Τέταρτη Έκδοση. Αθήνα

Γρόλλιος, Γ. (1999) Ιδεολογία. Παιδαγωγική και Εκπαιδευτική Πολιτική. Λόγος και Πράξη των Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων για την Εκπαίδευση. Αθήνα: Gutenberg
Γρόλλιος, Γ. (2002) «Σχολική αποτελεσματικότητα και αξιολόγηση» στο Χ. Κάτσικας, & Γ. Καββαδίας (επιμ.) Η Αξιολόγηση στην Εκπαίδευση. Ποιος, ποιον και γιατί. Αθήνα: Σαββάλας

Γρόλλιος, Γ. (2003) Θεμελίωση, στοχοθεσία και διαθεματικότητα στο νέο Πλαίσιο Προγράμματος Σπουδών για την υποχρεωτική εκπαίδευση. Εκπαιδευτική Κοινότητα, τ.67

Γρόλλιος, Γ. & Λιάμπας, Τ. (2001) Ευέλικτη ζώνη και μέθοδος project. Εκπαιδευτική Κοινότητα, τ. 60

Kliebard, H. (1992) Forging the American Curriculum. Essays in Curriculum History and Theory. New York: Routledge

Pinar, W., Reynolds, W., Slattery, P., Taubman, P. (2002) Understanding Curriculum. An Introduction to the Study of Historical and Contemporary Curriculum Discourses. New York: Peter Lang

Shor, I. (1992) Culture Wars. School and Society in the Conservative Restoration. Chicago: The University of Chicago Press


 

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Εκπαιδευτική Κοινότητα

 

 

ΠΗΓΗ: http://www.aristerovima.gr/details.php?id=1208