Ξυπνήστε! Φωνάξτε!!!…

Ξυπνήστε! Φωνάξτε!!!…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

Συνάδελφοι Μπλόκερς

Αυτή την Κυριακή – 23 του Γενάρη – γιορτάζουμε! Γιορτάζουμε μαζί με το Βαρτίμαιο, τον τυφλό της Ιεριχώς. Τον τυφλό, που φώναζε για τη θεραπεία του. Γιατί δεν άντεχε άλλο τη φυλακή του σκοταδιού, μέσα στην οποία ζούσε. Και βέβαια οι βολεμένοι ανοιχτομάτηδες τον επέπλητταν να σωπάσει…

Όπως συμβαίνει και σε τόσες άλλες, ανάλογες περιπτώσεις:

Όταν οι φυλακισμένοι στη Βαστίλη της αδικίας και πεινασμένοι για ψωμί, δικαιοσύνη και ελευθερία φωνάζουν και διαμαρτύρονται.

Και οι έχοντες και κατέχοντες τον πλούτο και την εξουσία συνιστούν ψυχραιμία και ησυχία:

Για να μπορούν να κλέβουν και να ληστεύουν αυτοί…«με την ησυχία τους»! Και ο λαός να δυστυχεί και να πεθαίνει μέσα στην παθητικότητα και την αδράνεια. Κι αυτός… «με την ησυχία του»!

Και, για να πετυχαίνουν αυτοί την – με ή χωρίς «σοσιαλισμό» – βάρβαρη ησυχία, έχουν – σαν πρώτη γραμμή επίθεσης και άμυνας απέναντι στο λαό – τα συντάγματα και τους νόμους. Με τα οποία και τους οποίους περιφρουρούν το καθεστώς της κλοπής και της απάτης. Και – συλλήβδην – παντός, σε βάρος του λαού, εγκλήματος.

Και το δηλητηριώδες αυτό δολοφονικό, για το λαό, συνοθύλευμα και παρασκεύασμα το σερβίρουν περιτυλιγμένο, με το χρυσόχαρτο της – τάχα – «Δικαιοσύνης». Την οποία, με πομπώδες και φανφαρόνικο ύφος, χαρακτηρίζουν αδέσμευτη και ανεξάρτητη. Τη στιγμή, που, την έχουν αλυσοδεμένη χειροπόδαρα… Κι όχι μόνο δεν θέλουν ν’ ακούν γι’ αυτήν, αλλά έχουν κηρύξει εναντίον της απροκάλυπτο και αμείλικτο διωγμό.

Ως δεύτερη γραμμή άμυνας και επίθεσης – μετά τα συντάγματα και τους νόμους και την έτσι κι αλλιώς ανύπαρκτη δικαιοσύνη τους – έχουν τα σώματα ανασφάλειας και αταξίας:

Ανασφάλειας, αφού οι ίδιοι αισθάνονται ανασφαλείς, εξαιτίας της απροκάλυπτα εχθρικής και επιθετικής εναντίον του λαού συμπεριφοράς τους.

Έτσι ώστε, όσο εχθρικότερα και ληστρικότερα απέναντι στο λαό πολιτεύονται, τόσο περισσότερους ασφαλίτες να χρειάζονται, για να τους περιφρουρούν…. Και αταξίας, επειδή κανένα καθεστώς καταπίεσης και αδικίας δεν μπορεί να σταθεί, χωρίς τη βία και τα όπλα.

Όσο όμως περισσότερο οι βολεμένοι ανοιχτομάτηδες – για να ξαναγυρίσουμε στο Βαρτίμαιο –  του φώναζαν να σιωπήσει, τόσο περισσότερο εκείνος φώναζε, μέχρι, που πέτυχε τη θεραπεία του. Κι έρχεται τώρα και φωνάζει και σε μας. Και μας λέει:

Πώς μπορείτε να ζείτε μέσα στο σκοτάδι της αδικίας! Τόσο πολύ σας έχουν αδρανοποιήσει οι αεροψεκασμοί της Νέας Τάξης καθαρμάτων. Και οι τηλε-ψεκασμοί κάποιων εξωνημένων δημοσιογράφων!

Φωνάξτε, για τους εαυτούς σας και τους άλλους! Για όλους όσοι ζουν στη θανατηφόρα Βαστίλη και το κρεματόριο του ντόπιου και διεθνούς κανιβαλισμού.
Φωνάξτε! Γιατί, αν δεν φωνάξετε εσείς, θα φωνάξουν οι πέτρες. Κι όχι μόνο θα φωνάξουν, αλλά και θα σηκωθούν απ’ τη γη και θα σας βαρέσουν στο κεφάλι…

 

παπα-Ηλίας, http://papailiasyfantis.wordpress.com

 

Υ. Γ. Αγαπητοί συνάδελφοι

Δε νομίζετε ότι κάποτε θα πρέπει ν’ αφήσουμε ο καθένας τον πύργο του. Με τις δονκιχωτικές του επάλξεις και την ατελέσφορη ομφαλοσκόπηση. Και να συνασπισθούμε σε έναν κοινό αγώνα:

Με τη «Σπίθα» του Θεοδωράκη, τη «Σεισάχθεια», τη «Χριστιανική», το «Ρεσάλτο», την «Κοινωνία». Και όποιους άλλους ο καθένας μας γνωρίζει…
Χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς «ναι μεν, αλλά», χωρίς «το εμόν και το σον, το ψυχρόν τούτο ρήμα», όπως θα έλεγε και ο Χρυσόστομος.

Με κοινό παρονομαστή και όραμα τον Ήλιο της Δικαιοσύνης! Ως πότε οι «γιοί του σκότους» θα είναι σοφότεροι απ’ τους «γιούς του φωτός»!
Ως πότε, ενώ αυτοί “τα βρίσκουν” μεταξύ τους, εμάς διαιρεμένους θα μας σύρουν, ως αιχμάλωτους και δούλους δορυάλωτους, πίσω απ’ το θριαμβευτικό άρμα των εφιαλτών του ντόπιου δικομματισμού και των κανιβάλων της διεθνούς τοκογλυφίας!…
Δεν νομίζετε πως ήρθε η ώρα να ξυπνήσουμε; Ο τυφλός της Ιεριχώς σαλπίζει εκκωφαντικά εγερτήριο! Δεν ξεχωρίζουμε το σκοτάδι από το φως; Ή έχουμε σφαλιστά τα μάτια μας!

 

Με αγάπη και τιμή

παπα-Ηλίας, 21-1-2010

Θρησκευτικά ανοικτών οριζόντων

Θρησκευτικά ανοικτών οριζόντων

 

Tην πρόταση για τον χαρακτήρα του μαθήματος παρουσίασε στην Λάρισα

ο Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, Δρ. Στ. Γιαγκάζογλου


 

         Προτείνεται να παραμείνει υποχρεωτικό το μάθημα στο νέο Λύκειο

– «Δεν νοείται εγκύκλια παιδεία χωρίς Θρησκευτικά και Ιστορία»

 

«Χρειαζόμαστε μία θρησκευτική αγωγή με ανοικτούς ορίζοντες, ώστε να διαλέγεται με ζητήματα και προτεραιότητες που θέτει ο ραγδαία μεταβαλλόμενος σύγχρονος κόσμος και πολιτισμός», τόνισε ο Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, δρ. Θεολογίας, Σταύρος Γιαγκάζογλου μιλώντας χθές βράδυ σε εκδήλωση που συνδιοργάνωσαν το 14ο Γυμνάσιο της πόλης μας και το Βιβλιοπωλείο «Παιδεία», στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Βραδιές Θεολογίας».

Μιλώντας ο κ. Γιαγκάζογλου ενώπιον του πυκνού ακροατηρίου εκπαιδευτικών στο πατάρι του βιβλιοπωλείου και εξειδικεύοντας στο θέμα της συγκρότησης μιας νέας συνθετικής πρότασης για τη φυσιογνωμία του θρησκευτικού μαθήματος στο ελληνικό σχολείο υπογράμμισε ότι ο θεολογικός και παιδαγωγικός χαρακτήρας του μαθήματος θα πρέπει να αναπλαισιωθεί σε νέες διευρυμένες βάσεις και αρχές με βάση και αφετηρία την ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση.

 

Η ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΞΙΑ

 

Το θρησκευτικό μάθημα στη διδακτική πράξη, τόνισε, οφείλει να συνδέεται σταθερά με το χαρακτήρα της παιδείας και του πολιτισμού, αναδεικνύοντας την καθολική παιδευτική του αξία και προσέθεσε : «Επιβάλλεται το θρησκευτικό μάθημα  να συνδέεται με τα σύγχρονα υπαρξιακά και κοινωνικά προβλήματα του ανθρώπου της εποχής μας, να συναντά με σεβασμό και κατανόηση τον άλλο στο πρόσωπο του ετερόδοξου, του ετερόθρησκου, του αδιάφορου. Ούτως ή άλλως, το θρησκευτικό μάθημα αφορά μια νεωτερική φάση του θεολογικού λόγου ή της εκκλησιαστικής διδαχής και δεν συνιστά κατήχηση με την αυστηρά εκκλησιολογική και θεολογική σημασία. Συνάμα, χρειάζεται να συνδέεται κατάλληλα με τη συνέχεια και την παράδοση του ελληνικού πολιτισμού, να είναι κριτικό για κάθε μορφή θρησκευτικής παθολογίας και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας ελεύθερης πλουραλιστικής δημοκρατικής κοινωνίας».

 

ΒΑΣΗ ΚΑΙ ΑΦΕΤΗΡΙΑ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

 

Ο ομιλητής αναφερόμενος στο χαρακτήρα που θα πρέπει να έχουν τα Θρησκευτικά  τάχθηκε υπέρ ενός μαθήματος το οποίο δεν πρέπει να στενεύει μονόπλευρα τον ορίζοντά του σε μια εθνοκεντρική ορθοδοξία, αλλά να αποτελεί γνώση της ελληνορθόδοξης πολιτιστικής παράδοσης και κληρονομιάς.

Ταυτόχρονα, είναι ανάγκη, επεσήμανε, να μην έχει απλώς θρησκειολογικό ή πληροφοριακό και ενημερωτικό χαρακτήρα, αλλά να συζητά διαλεκτικά τα καίρια προβλήματα του κόσμου, του ανθρώπου και της κοινωνίας του στα όρια της ελευθερίας και του αλληλοσεβασμού. Τούτο, υποστήριξε ο κ. Γιαγκάζογλου, επιτυγχάνεται, έχοντας ως αφετηρία και βάση την ορθόδοξη παράδοση της Εκκλησίας και την δυναμική ερμηνεία του θεολογικού της λόγου στις σύγχρονες πολιτισμικές και κοινωνικές συνθήκες, δίχως χειραγωγικό χαρακτήρα, αλλά σεβόμενο κάθε θρησκευτική και πολιτισμική πολυφωνία και ετερότητα». Τέλος, αναφορικά με το θέμα του θρησκευτικού μαθήματος στο νέο Λύκειο και το εάν θα είναι υποχρεωτικό ή επιλεγόμενο, ο κ. Γιαγκάζογλου ανάφερε ότι η πρόταση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου είναι να παραμείνουν τα Θρησκευτικά – όπως και η Ιστορία –  στο βασικό κορμό των υποχρεωτικών μαθημάτων γενικής παιδείας, τονίζοντας ότι «δεν μπορεί να νοηθεί εγκύκλια παιδεία χωρίς Θρησκευτικά και Ιστορία».

 

ΕΚΚΛΗΣΙΑ: «ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟ»

 

Στη εκδήλωση παραβρέθηκε εκπροσωπών την Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Τυρνάβου και ο πρεσβύτερος – θεολόγος π. Βασίλειος Τάσιος, ο οποίος μετέφερε τον χαιρετισμό του σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαρίσης και Τυρνάβου κ.κ. Ιγνατίου και τη θέση της Εκκλησίας να παραμείνει οπωσδήποτε στα υποχρεωτικά μαθήματα του νέου Λυκείου  το μάθημα των Θρησκευτικών διατηρώντας, παράλληλα, τον ομολογιακό – κατηχητικό χαρακτήρα του, διδάσκοντας Χριστό και Ελλάδα, όπως υπογράμμισε εμφαντικά ο εκπρόσωπος της Ιεράς Μητρόπολης π. Βασίλειος, δίνοντας την αφορμή για ένα δημιουργικό διάλογο γύρω από το θέμα του χαρακτήρα του θρησκευτικού μαθήματος στην εκπαίδευση.

 

ΑΛΛΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, ΑΛΛΟ ΚΑΤΗΧΗΣΗ

 

Σχολιάζοντας την θέση αυτή της διοικούσας Εκκλησίας που θέλει το μάθημα ομολογιακό – κατηχητικό, ο κ. Γιαγκάζογλου υποστήριξε πως «άλλο είναι το έργο μας, ως θεολόγων, στους κόλπους της Εκκλησίας και άλλο το έργο της Θεολογίας στο πανεπιστήμιο και, εν γένει, στο χώρο του σχολείου. Δεν πρέπει να κάνουμε κατήχηση μέσα στο σχολείο, η κατήχηση είναι έργο της Εκκλησίας, έχει δε από εκκλησιολογικής απόψεως όρους και προϋποθέσεις, όπως είναι η ενορία, η θεία ευχαριστία, οι ποιμένες, ο επίσκοπος.  Η κατήχηση, τόνισε ο Σύμβουλος του Π.Ι.,  είναι πολύ σπουδαία υπόθεση και είναι καθαρά έργο της Εκκλησίας. Άλλο, λοιπόν, το ένα (κατήχηση: έργο της Εκκλησίας, που απευθύνεται μόνο στους Ορθοδόξους) και άλλο, το άλλο (εκπαίδευση: έργο της πολιτείας / κράτους που απευθύνεται προς όλους, ανεξαρτήτως ομολογίας ή θρησκείας)…». Επισημαίνοντας, πάντως, ο κ. Γιαγκάζογλου το πλαίσιο της καλής συνεργασίας  που υπάρχει ανάμεσα στη υπουργό Παιδείας κ. Διαμαντοπούλου και τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο, εκτίμησε ότι και στο θέμα αυτό η πολιτική ηγεσία του υπουργείου θα συζητήσει διεξοδικά με την διοίκηση της Εκκλησίας και τις θεσμικούς φορείς του θεολογικού κόσμου (θεολογικές Σχολές, φορείς θεολόγων, κλπ.)  έτσι ώστε μέσα από ένα δημιουργικό διάλογο  να προκύψει η βέλτιστη – εξ επόψεως εκπαιδευτικής και παιδαγωγικής – πρόταση για το μάθημα των Θρησκευτικών στο «νέο Λύκειο». 

Τον κ. Γιαγκάζογλου παρουσίασε ο διευθυντής του 14ου Γυμνασίου, θεολόγος – ιστορικός Νίκος Παύλου, ενώ τις εργασίες της εσπερίδας και τον διάλογο που ακολούθησε συντόνισε ο δημοσιογράφος και θεολόγος καθηγητής, Χάρης Ανδρεόπουλος.

Στην εκδήλωση παραβρέθηκε η Περιφερειακή Διευθύντρια Εκπαίδευσης Θεσσαλίας κ. Κωνσταντία Πράντζου – Κανιούρα, η οποία εξέφρασε την ικανοποίησή της για την διενέργεια παρόμοιων επιστημονικών εκδηλώσεων που προάγουν, όπως επεσήμανε, τον ουσιαστικό διάλογο, τον οποίο έχει ανάγκη η εκπαίδευση, ενώ χαιρετισμό έστειλε και ο διευθυντής Β/θμιας εκπαίδευσης ν. Λάρισας Αθαν. Μαργαριτόπουλος, ο οποίος δεν μπόρεσε να παρευρεθεί εξ αιτίας υπηρεσιακών του υποχρεώσεων.  Παραβρέθηκαν επίσης Σχολικοί Σύμβουλοι της Β/θμιας και Α/θμιας Εκπαίδευσης, διευθυντές Γυμνασίων και Λυκείων, δεκάδες θεολόγοι καθηγητές καθώς και δάσκαλοι,  οι οποίοι με τη παρουσία τους φανέρωσαν τη μεγάλη αγάπη τους για το μάθημα και τη διάθεσή τους για αγώνες – με επιχειρήματα και πειθώ –  που θα κατατείνουν στην αναβάθμισή του. 

 

ΠΗΓΗ: Ημ. Δημοσίευσης: Jan 20, 2011, http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=4625

Το κράτος κατοχής και η έξοδος από την κρίση

Το ελληνικό πρόβλημα: το κράτος κατοχής και η έξοδος από την κρίση

 

Του Γιώργου Κοντογιώργη*


 

1. Το δραματικό περιεχόμενο με το οποίο σημάνθηκε η ελληνική κρίση ανάγεται ευθέως στον χαρακτήρα της. Ενώ στις άλλες χώρες (Ιρλανδία, ΗΠΑ κλπ) η οικονομική κρίση συνδέεται με την ανατροπή της ισορροπίας που επήλθε μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγοράς στο παγκόσμιο σύστημα[1], στην ελληνική περίπτωση το κράτος είναι πρωτογενής αιτία της κρίσης.

Η ελληνική οικονομία, συμπεριλαμβανομένων και των τραπεζών, δεν ενεπλάκησαν ούτε άμεσα ούτε σχεδόν έμμεσα στη διεθνή κρίση. Το κράτος μετακύλυσε την κρίση στη χώρα, την εξέθεσε στο διεθνές (και ευρωπαϊκό) πεδίο και τη μετέβαλε σε «παίγνιο» και, ενπολλοίς, σε «πειραματόζωο» των εξελίξεων που συντελούνται σ’ αυτό.

Όντως, στις άλλες χώρες το πολιτικό σύστημα ενέχεται για την ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ κοινωνίας και αγοράς, με την ολοκληρωτική καθυπόταξη του κράτους στο διατακτικό της τελευταίας. Το κράτος όμως θα εξακολουθήσει να παρέχει υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος, καθώς η κοινωνία παραμένει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στον σκοπό της πολιτικής. Εξού και, στις άλλες χώρες, το κράτος είχε τη δυνατότητα και τη βούληση να αναλάβει τον ρόλο του διασώστη του οικονομικού συστήματος, λαμβάνοντας τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα. Αντιθέτως, στην ελληνική περίπτωση, η άρση των αιτίων της κρίσης ανεδείχθη σε διακύβευμα που συνέχεται ευθέως με τον χαρακτήρα του κράτους. Όντως, η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει την εξυπαρχής ανασυγκρότηση του κράτους και τον αναπροσανατολισμό του σκοπού της πολιτικής, ώστε να αναφέρεται στοιχειωδώς στο κοινό συμφέρον.

Για να κατανοήσουμε το «ελληνικό πρόβλημα» πρέπει να έχουμε επίγνωση του χαρακτήρα του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα εγκαλείται για τη βαθιά ριζωμένη ιδιοποίησή του και, συνάμα, για τον εκφαυλισμό του κρατικού μηχανισμού από το πολιτικό προσωπικό και τις δυνάμεις της διαμεσολάβησης και της διαπλοκής. Εγκαλείται επίσης για την εγκατάσταση μιας σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής που διέρχεται από την «απο-συλλογικοποίηση» του κοινωνικού ιστού και, συγκεκριμένα, από την προσωπική εξάρτηση του πολίτη από τον πολιτικό. Έχω αναλύσει αλλού την αιτιολογία της δυσπλασίας αυτής του νεοελληνικού κράτους και των στρεβλώσεων που συνεπάγονται στη λειτουργία του [2]. Περιορίζομαι να υπογραμμίσω απλώς ότι η παθογένεια αυτή δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Συνθέτει τη σταθερά του από τη δεκαετία του 1830. Η μεταπολίτευση, μπορεί να ορισθεί απλώς ως η ολοκληρωτική επιστροφή του πολιτικού συστήματος στο καθεστώς της φαυλοκρατίας /κομματοκρατίας του β’ ημίσεως του 19ου αιώνα. Το κράτος αυτό είναι ευθέως υπόλογο για την αποδόμηση του ιστορικού ελληνισμού και την παραρτηματική πρόσδεση της ελληνικής κοινωνίας στο ηγεμονικό σύμπλεγμα της Εσπερίας.

Η εγγενής αυτή παθογένεια του ελληνικού κράτους αποδίδεται, από την κρατική διανόηση, στην κοινωνία και στις κληρονομίες της. Η ελληνική κοινωνία, θα ισχυρισθεί, προσομοιάζει σε μια λατινοαμερικανικού τύπου περιφερειακή κοινωνία, που παρασύρει το κράτος σε μη «ευρωπαϊκές» συμπεριφορές. Περιττεύει να πω ότι η διάγνωση αυτή είναι στοχευμένη ιδεολογικά και, σε κάθε περίπτωση, ολοκληρωτικά εσφαλμένη. Το ελληνικό πρόβλημα είναι υπόλογο της αναντιστοιχίας του νεοτερικού κράτους προς το πολιτικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας. Το κράτος αυτό ενσαρκώνει ολοκληρωτικά το πολιτικό σύστημα, περιάγοντας την κοινωνία στο καθεστώς του ιδιώτη. Κατά τούτο, προσιδιάζει σε προ-πολιτικές κοινωνίες, όπως οι δυτικοευρωπαϊκές που μόλις εξέρχονταν από τη δεσποτική φεουδαρχία, όχι όμως στην ελληνική, που στη μικρή κλίμακα των κοινών συγκροτούσε ως επί το πλείστον δήμο [3].

Θεμελιώδες γνώρισμα του νεοελληνικού κράτους, είναι ότι έχει αγκιστρωθεί επί της ελληνικής κοινωνίας ενείδει παρασίτου που κατέχει και απομυζά το παραγωγικό, πολιτισμικό και ιστορικό της υπόβαθρο. Συμβαίνει, μάλιστα, να χρεώνει την ιδιότητα αυτή στην ελληνική κοινωνία και οικονομία, προκειμένου να την αποσείσει. Η παρασιτική ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού από το κράτος εξηγεί τη χαοτική απόσταση που υπάρχει μεταξύ πολιτικού λόγου και πολιτικής πράξης, το γεγονός ότι ο δημόσιος ρόλος του κράτους σταματάει εκεί που έπρεπε να αρχίζει, ότι απουσιάζει από αυτό η έννοια της "δημόσιας" αποτελεσματικότητας, του ελέγχου και της κύρωσης του προσωπικού του, καθώς και της εφαρμογής της νομιμότητας. Έτσι, για παράδειγμα, από τη στιγμή που ψηφίζεται ο νόμος για την οδική κυκλοφορία, το κράτος εγκαταλείπει την εφαρμογή του στην "καλή θέληση" των Ελλήνων. Το ίδιο ισχύει ανεξαιρέτως σε όλους τους τομείς. Συγχρόνως, ο πολίτης για να απολαύσει τις υπηρεσίες που δικαιούται, όπως σε κάθε πολιτισμένη κοινωνία, πρέπει να έχει "μέσον". Σε γενικές γραμμές, το κομματικό σύστημα, από διαμεσολαβητής της κοινωνίας και διαχειριστής του κράτους, λειτουργεί ως επικαρπωτής του. Η κομμματοκρατία, ως πολιτικό σύστημα, αποδίδει τη σταθερά του ελληνικού πολιτικού συστήματος και ορίζει το σκοπό των πολιτικών του κράτους [4].

Η κοινωνία, στην κομματοκρατία, δεν αντιμετωπίζεται ως η αιτία της ύπαρξης του κράτους, αλλά ως ο μείζων εχθρός που απειλεί το κεκτημένο της πολιτικής τάξης. Η κομματική αντιπαλότητα αποτελεί επιμέρους ζήτημα, που αφορά στη νομή του κράτους. Κατά τούτο, η έννοια του πολιτικού κόστους περιλαμβάνει αποκλειστικά την αντίδραση των ομάδων συμφερόντων που έχουν διαπλακεί με την πολιτική τάξη στη διαχείριση της εξουσίας και έχουν συνάψει ειδικά προνόμια μαζί της, με λάφυρο τη (δημόσια) περιουσία της κοινωνίας. Όταν αντιθέτως εγείρεται θέμα συμμόρφωσης της πολιτικής τάξης με την βούληση της κοινωνίας, οι φορείς της δηλώνουν με έπαρση, ότι δεν παρασύρονται από την δημοσκοπούμενη «κοινή γνώμη». Και αυτό είναι αληθές.

2. Στο πλαίσιο αυτό, σπεύδω να επισημάνω ότι η βαρύτητα της ελληνικής κρίσης και το κλίμα του αδιεξόδου που πλανάται πάνω από τη χώρα, συνέχεται με το γεγονός ότι από πουθενά δεν προκύπτει η πρόθεση της πολιτικής τάξης να την απαλλάξει από το καθεστώς της. Ο χαρακτήρας της ελληνικής κρίσης, το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα, ο υπαίτιος της κρίσης, καλείται να βγάλει την χώρα από αυτήν, στοιχειοθετεί το αδιέξοδο της. Διότι η πολιτική τάξη ούτε νομιμοποιείται γι’αυτό ούτε έχει συμφέρον ούτε και τη σχετική πρόθεση, αφού θα σηματοδοτήσει το τέλος του ιστορικού καθεστώτος πάνω στο οποίο θεμελίωσε την ηγεμονία της επί της ελληνικής κοινωνίας. Εξού και δεν επέδειξε την παραμικρή μεταμέλεια έναντι της κοινωνίας.

Αξίζει να προσεχθεί ότι η διαπίστωση της κρίσης δεν οδήγησε στην κινητοποίηση του πολιτικού συστήματος για τη διάσωση της χώρας. Όλες οι δράσεις του πολιτικού προσωπικού προετοίμασαν το έδαφος για την υπαγωγή της σε διεθνή επιτροπεία. Με αποτέλεσμα, οι συνέπειες για την χώρα να γίνουν πολλαπλασίως επαχθέστερες. Στο νέο αυτό περιβάλλον, οι πολιτικές δυνάμεις εξακολουθούν να προσποιούνται ότι δεν αντιλαμβάνονται το πρόβλημα: ταξινομούνται στους υπέρ ή κατά του μνημονίου, ενώ διέρχονται εν σιωπή το ζήτημα της άρσης των αιτίων που οδήγησαν σ΄αυτό. Η κατάρρευση του κράτους επιχειρείται να εμφανισθεί ως υπόθεση ολίγων μηνών πριν ή μετά τις εκλογές, δηλαδή ως ευθύνη του ενός ή του άλλου κομματικού μονομάχου. Χωρίς να αμφισβητούνται οι ευθύνες του τέλους, είναι δεδομένο ότι τα θεμέλια της τωρινής κρίσης ανάγονται στις αρχές της δεκαετίας του 1980, με ξεχωριστή την εμπλοκή των Α. Παπανδρέου, Κ. Σημίτη και Κ. Καραμανλή. Και οπωσδήποτε, ενέχεται σ'αυτήν το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων.

3. Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί η έξοδος από την κρίση έχει μεταβληθεί σε διακύβευμα εναλλαγής στην εξουσία και όχι σε πρόταγμα για τη σωτηρία της χώρας. Ο πολιτικός διάλογος οριοθετεί, όπως είδαμε, τους υπέρ ή τους κατά του μνημονίου και όχι την άρση των αιτίων του. Αν επιχειρήσουμε μια αποτίμηση των μέτρων που ελήφθησαν μετά το μνημόνιο – ή που προτάθηκαν από την αντιπολίτευση -, διαπιστώνουμε ότι έχουν όλα είτε μονοσήμαντο εισπρακτικό περιεχόμενο, με αποδέκτες τα συνήθη υποζύγια – τους εμφανείς φορολογούμενους – είτε ως μέτρο τη μετάλλαξη της εργασίας των πολιτών σε εμπόρευμα. Η ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος και του κράτους δεν εμπεριέχονται στις προγραμματικές πολιτικές των κομμάτων.

Η επίκληση ορισμένων όλως ενδεικτικών παραδειγμάτων διευκρινίζουν νομίζω επαρκώς το κλίμα αυτό. Παρατηρούμε ότι ο περιορισμός των δαπανών δεν περιλαμβάνει τους τομείς που θα έθιγαν το πολιτικό σύστημα. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι η πάταξη της φοροδιαφυγής, η ανασυγκρότηση της δημόσιας διοίκησης ώστε να καταστεί αποτελεσματική, να εναρμονισθεί με το δημόσιο σκοπό της, να γίνει φιλική προς το πολίτη ή να συνδράμει την παραγωγική ανάταξη της χώρας, παρόλα όσο λέγονται, δεν περιλαμβάνεται στο πολιτικό πρόγραμμα της κομματοκρατίας.

Θα ανέμενε κανείς, ο περιορισμός των ελλειμμάτων να συνοδεύεται από μέτρα ανασύνταξης του θεσμού στον οποίο αναφέρονται, ώστε το όφελος που θα προκύψει από τον περιορισμό της σπατάλης και την πάταξη της διαφθοράς να αντισταθμίσει τις απώλειες, με την ποιοτική αναβάθμιση και την αποτελεσματικότητα του προσφερομένου έργου. Αυτό δεν συνέβη πουθενά. Ούτε στο στενό ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα . Και μάλιστα, παρά την ισχυρή πίεση της τρόικας, η οποία διαβλέπει στην εμμονή της πολιτικής τάξης να διατηρήσει ακέραιο το κεκτημένο της έναν μείζονα κίνδυνο για τα ζωτικά της συμφέροντα.

Παραμένει σημειολογικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι το πολιτικό προσωπικό δεν συναίνεσε, ούτε προσχηματικά, στη μείωση των απολαβών του, ενώ ο πολιτικός λόγος όλων των κομμάτων είναι πανομοιότυπος. Συμπεριφέρονται δηλαδή ως εάν η χώρα δεν βιώνει τη χειρότερη δοκιμασία από το 1922. Διαγκωνίζονται για την ενοχή των αντιπάλων, επιρρίπτοντας ο ένας την ευθύνη στον άλλον. Η συμφωνία όλων των κομμάτων στη διαφύλαξη, εν σιωπή, της ακεραιότητας του πολιτικού συστήματος, που συντηρεί την απόκοσμη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής και την αποπνικτική ατμόσφαιρα που σκεπάζει τη χώρα, είναι εντυπωσιακή.

Το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης και, συγκεκριμένα, της σύνδεσής της με τη δικαιοσύνη αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα. Και τούτο διότι η εμμονή στην ολοκληρωτική ασυλία του πολιτικού προσωπικού υποδεικνύει τον αντίπαλο. Έναντι τίνος επιδιώκει να προστατευθεί η πολιτική τάξη; Προφανώς, έναντι της κοινωνίας. Η αλληλουχία αναχωμάτων προστασίας που έχουν υφανθεί με το Σύνταγμα, τους νόμους και την «πολιτεία» της Βουλής, ώστε να αποτραπεί ένας πιθανός έλεγχος της έκνομης συμπεριφοράς των μελών της, δεν έχει προηγούμενο στον σύγχρονο κόσμο. Ο πιο ευφάνταστος κακοποιός δεν θα είχε εφεύρει τόσους και τόσο περίτεχνους τρόπους προστασίας του. Προκαλεί ενδιαφέρον, εντούτοις, ότι ο τρόπος που η πολιτική τάξη διαχειρίζεται την εκτροπή από τη δημόσια λειτουργία της στο μέσον της κρίσης και της δημόσιας κατακραυγής που τη στοχοποιεί συλλήβδην ως λεηλατική και καταστροφέα της χώρας, δεν άλλαξε στο παραμικρό. Εν είδει παραδείγματος, αναφέρω ότι όχι μόνο δεν κατηγορήθηκε κανείς για την καταστροφή της χώρας, αλλά και οι ομολογημένες υποθέσεις σκανδάλων λαμβάνεται μέριμνα να κλείσουν με εύσχημο τρόπο και ανωδύνως. Ούτε λόγος να γίνεται για τον εγκλεισμό έστω και ενός πολιτικού προσώπου στη φυλακή, παρά την πίεση που ασκείται στο σύστημα από την κοινωνία και την τρόικα. Αν όλα τα δεινά που συσσώρευσε η πολιτική τάξη στην ελληνική κοινωνία, είχαν συμβεί στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου τουλάχιστον ο ηγετικός πυρήνας του κομματικού κατεστημένου, θα είχε αυτοκτονήσει από εντροπή ή έστω για να αποφύγει την ταπείνωση της φυλακής. Αντί άλλης αντίδρασης προσθέτω απλώς ότι τα κόμματα εισέπραξαν προκαταβολικά, στο μέσον της κρίσης, ατόφιες τις αποφασισθείσες από αυτά επιχορηγήσεις του κράτους, οι οποίες εκτιμάται ότι υπερβαίνουν, αναλογικά, κατά πολύ εκείνες των γαλλικών κομμάτων.

Στο γεγονός αυτό, πρέπει να συνεκτιμηθεί επίσης ότι η ασυλία αφορά μόνο στις αδικοπραγίες του ιδιωτικού βίου και στην κατάχρηση ιδίως δημοσίου χρήματος. Δεν καλύπτει την ευθύνη που προκύπτει από τις πολιτικές τους, οι οποίες τίθενται στο απυρόβλητο, υπεράνω του νόμου [5]. Ο πολιτικός δύναται να καταστρέψει τη χώρα και να το ομολογήσει, «αναλαμβάνοντας» την πολιτική ευθύνη. Δεν υπόκειται όμως στην δικαιοσύνη, ούτε αναγνωρίζεται στον πολίτη έννομο συμφέρον για τη βλάβη που υπέστη. Κατά τα λοιπά, το σύστημα ορίζεται ως αντιπροσωπευτικό και δημοκρατικό [6].

Ενώ όμως ο πολιτικός αυτο-τοποθετείται ολοκληρωτικά στο απυρόβλητο της δικαιοσύνης και, κατ'επέκταση, της κοινωνίας, στη συνέχεια την εγκαλεί ως διεπομένη από την «ψυχολογία του όχλου και της μάζας» και ως απειλή για τη "δημοκρατία ", όταν στην απελπισία της επικαλεσθεί το μόνο όπλο που της απομένει, την αυτοδικία. Το ερώτημα, στο πλαίσιο αυτό, παραμένει αναπάντητο: πώς δικαιολογείται, ο υπαίτιος της κρίσης να επιμένει ότι είναι ο μόνος αρμόδιος να θεραπεύσει το πρόβλημα, όταν μάλιστα δεν επιδεικνύει την παραμικρή μεταμέλεια, εξακολουθεί να διαφεύγει τον έλεγχο και, μάλιστα, συμπεριφέρονται με τον τρόπο που οδήγησε στην κρίση;

4. Η θεσμική αυτή θωράκιση της πολιτικής τάξης έναντι της κοινωνίας, συμβαδίζει με ανάλογες πολιτικές που δείχνουν ότι εννοεί να πορεύεται ως εάν δεν αποτελεί η ίδια το πρόβλημα ή με μοναδικό στόχο τη διατήρηση των προνομιών της. Έτσι, για παράδειγμα, ο πρόεδρος της Βουλής καλεί τους Έλληνες να εισφέρουν τον οβολό τους για την σωτηρία της χώρας, ενώ ο ίδιος συνεχίζει την φαύλη πολιτεία των προκατόχων του, αυξάνοντας αντί να μειώσει τον προϋπολογισμό της. Η υπουργός Παιδείας υπόσχεται μεταρρυθμίσεις στα ΑΕΙ σε επίπεδο «κορυφής», ομολογώντας ότι δεν προτίθεται να αγγίξει τον πυλώνα της κομματικής ιδιοποίησης των πανεπιστημίων, τις παρατάξεις, ενώ δεν κρύβει τη βαθιά δυσπιστία που τρέφει προς τις ανεξάρτητες εκείνες ακαδημαϊκές προσωπικότητες που ομολογουμένως θα τα οδηγούσαν στην έξοδο από την απαξία. Ο αρμόδιος υπουργός «προστασίας του πολίτη» δηλώνει με «καμάρι» ότι δεν θα παίξει το ρόλο του «σερίφη», εννοώντας προφανώς, ότι θα επαναφέρει την αστυνομία στο καθεστώς του ιδιότυπου «παρατηρητή» της δράσης των ιδεολόγων της καταστροφής και των παρασιτικών στοιχείων που ιδιοποιούνται τους δημόσιους χώρους, μεταβάλλοντας έτσι την πρωτεύουσα σε τριτοκοσμική πόλη. Ούτε το διάλειμμα «Χρυσοχοϊδη» φαίνεται ότι εμπνέει.

5. Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι πολιτικές της κομματοκρατίας, οι οποίες όλες κατατείνουν στο να εγκιβωτίσουν την κοινωνία σε ένα καθεστώς ασφυκτικού ελέγχου και στη διέλευση του (οικονομικού κλπ) βίου της από τη διαπλοκή και τη διαφθορά. Επειδή βιώνουμε την οικονομική κρίση, αξίζει να σταθούμε σε ορισμένα παραδείγματα που αποκαλύπτουν την αγωνία της πολιτικής τάξης να αποκλείσει κάθε προοπτική απελευθέρωσης της κοινωνίας και, ιδίως να διατηρήσει τους μηχανισμούς της ιδιοποίησης ως σημαίνον γνώρισμα της σχέσης του πολίτη με το κράτος:

(α) το επιχειρηματικό κλίμα. Είναι πασιφανές ότι οι δουλείες στις οποίες υποβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα οφείλονται εξ ολοκλήρου στη διάθεση των νομέων του κράτους να ελεγχθεί με όρους ιδιοποίησης ο τομέας αυτός της οικονομίας. Να "μοιρασθεί" δηλαδή μαζί του το "επιχειρείν". Εάν υπήρχε η πολιτική βούληση, το ζήτημα θα είχε «αυθωρί» επιλυθεί. Όπως έχει επιλυθεί στις χώρες όπου το κράτος διατηρεί ακόμη μια ελάχιστη αίσθηση δημοσίου συμφέροντος.

Η άρνηση της πολιτικής τάξης να άρει το καθεστώς της κομματοκρατίας, που μεταβάλλει το κράτος σε δυνάστη της κοινωνίας, υποστηρίζεται ιδεολογικά με διατυπώσεις ενοχοποίησης της κοινωνίας («όλοι μαζί τα φάγαμε») ή με το επιχείρημα ότι η κοινωνία ζούσε υπεράνω των δυνατοτήτων της χώρας κ.α. Εντούτοις, μελέτες που εκπονήθηκαν σε ανύποπτη στιγμή, δηλώνουν ότι όχι μόνο δεν ζούσαμε υπεράνω των δυνατοτήτων μας, αλλ’ότι, εάν το κράτος επιδείκνυε στοιχειώδη προσήλωση στη δημόσια αποτελεσματικότητα και επολιτεύετο με πρόσημο το κοινό συμφέρον, το κεφαλήν εισόδημα των Ελλήνων θα ήταν ανάλογο εκείνου των Σκανδιναβών.

(β) Ένα άλλο, συναφές με το επενδυτικό κλίμα, παράδειγμα, αφορά στην αντιμετώπιση όχι απλώς της ιδιοκτησίας, άλλα της Ελλάδας ως κατοικημένης χώρας. Θα επικαλεσθώ τρία εξόχως χαρακτηριστικά μέτρα που δείχνουν ότι οι φορείς της πολιτικής τάξης αντιμετωπίζουν τη χώρα ως κατακτητές και όχι ως εντολοδόχοι της κοινωνίας. Ακραία περίπτωση αποτελεί η υπουργός ΠΕκΚΑ, για την οποία η κοινωνία αποτελεί την μείζονα απειλή για το περιβάλλον. Εξού και, κλεισμένη στο γραφείο της ομού με διάφορα οικολογικά παράσιτα που σιτίζονται από το κοινωνικό ταμείο, βυσσοδομούν σε βάρος της κοινωνίας.

Το πρόβλημα των «δασωθέντων» αγρών, που δημιούργησε η πολιτική τάξη, μετά τον πόλεμο, είναι γνωστό. Πρόκειται για τις αγροτικές ιδιοκτησίες, οι οποίες λόγω των ανατροπών που συνέβησαν στον ελληνικό χώρο παρέμειναν ακαλλιέργητες, για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα, από τον πόλεμο και εντεθέν. Τις περισσότερες φορές εξαιτίας των εμποδίων που όρθωνε η πολιτεία.

Το μείζον αυτό ζήτημα είναι πολυσήμαντο ως προς τις διαστάσεις του. Η πολιτική του διάσταση συναρτάται με αυτούς που έπαψαν να καλλιεργούν τους αγρούς τους. Ποιοί ήσαν αυτοί; Όσοι ενεπλάκησαν στην αντίσταση κατά του κατακτητή, οι ηττημένοι του εμφυλίου και πολιτικά διωκόμενοι στη συνέχεια, καθώς και τα θύματα της ανασύνταξης της οικονομίας. Έχει σημασία να επισημανθεί ότι το εφεύρημα της «δασικής έκτασης», συμβαδίζει με πλήθος άλλων πολιτικών μέτρων που κατέτειναν στην ανατροπή των κοινωνικών ισορροπιών στην ύπαιθρο και αποτέλεσε το μεγάλο κόλπο που οδήγησε στη διαρπαγή ή στην αιχμαλωσία της αγροτικής ιδιοκτησίας και, εναλλακτικά, στην καταστροφή των καλλιεργειών και των ομόλογων δασών (των ελαιώνων κλπ) που απέμειναν. Λειτούργησε δε ως καταλύτης για τη διαιώνιση της ερήμωσης της υπαίθρου και του αποκλεισμού της από τον οικιστικό και παραγωγικό ιστό της χώρας. Είναι όμως εξίσου γνωστό ότι η έννοια της «δασικής έκτασης», που αντιμετωπίζει τα θαμνώδη «αείφυλλα πλατύφυλλα» ως ιερά φυτά όπως οι Ινδοί τις αγελάδες, συνέβαλε καθοριστικά στη γενίκευση της συναλλαγής και της διαφθοράς στην ύπαιθρο.

Στη ρύθμιση αυτή, που επιβαρύνθηκε έτι περαιτέρω από την τωρινή υπουργό ΠΕκΚΑ, με αποτέλεσμα να έχει σταματήσει κάθε επενδυτική πράξη στην ύπαιθρο ή, αναλόγως, να έχει ανέβει το "λαδόσημο" στα ύψη, προστέθηκε από προηγούμενη υπουργό, η πρόνοια της αρτιότητας ενός κτήματος υπό τον όρο να έχει πρόσοψη 25 μέτρων σε δρόμο, υφιστάμενο προ του 1923. Συνάγω ότι η ρύθμιση αυτή θεωρεί ότι η Ελλάδα οφείλει να παραμείνει, εξεπόψεως υποδομών, στο καθεστώς του ΄23, διότι έτσι θα προστατευθεί το περιβάλλον! Η αλήθεια όμως είναι ότι το μόνο που επετεύχθη είναι να μπει και η πολεοδομία στο παιχνίδι της συναλλαγής, που είχε ανατεθεί έως τότε στο Δασαρχείο. Οι ανωτέρω εστίες διαφθοράς και στασιμότητας δεν είναι οι μοναδικές.

Το πλέον ενδιαφέρον, εντούτοις, επίτευγμα των νομέων του κράτους αφορά σε παράπλευρες ρυθμίσεις που συνέχονται με τις προστατευόμενες περιοχές («νατούρα»). Με πρόσφατη υπουργική απόφαση (sic) ορίζεται ότι σε απόσταση τελικά 350μ από τις ακτές – φυσικά και αλλού, πέραν των ακτών – η περιοχή μετατάσσεται στη ζώνη «υψηλής παραγωγικότητας» και διέπεται από τις σχετικές απαγορευτικές διατάξεις. Η πονηρά φύση των εχθρών της κοινωνίας βάφτισε τις κατά τεκμήριο άγονες και βραχώδεις περιοχές σε γαίες «υψηλής παραγωγικότητας» για να τις δημεύσει δωρεάν! Όλη σχεδόν η ενδιαφέρουσα οικονομικά Ελλάδα οφείλει να νεκρωθεί και οι κάτοικοί της να μετοικήσουν στα ορεινά ή να ξενιτευτούν για να επιβιώσουν. Η καταφανώς λεηλατική αυτή επιδρομή της υπουργού ΠΕκΚΑ προκύπτει, από τις μόλις πρόσφατες νομοθετικές της πρωτοβουλίες, ότι εγγράφεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο, το οποίο εάν δεν εμποδισθεί θα ερημώσει τη χώρα. Τη στιγμή που η χώρα χάνεται το πολιτικό προσωπικό αναλώνεται στο προσφιλές του άθλημα: του εγκιβωτισμού της κοινωνίας στις δουλείες του κράτους με πρόσημο την ολοσχερή της βύθιση στην ανέχεια και στην αδυναμία.

Από τα ανωτέρω ολίγα, συνάγεται ότι η Ελλάδα ενδιαφέρει την πολιτική τάξη ως χώρος, όχι ως κοινωνία. Μια χώρα που άδειασε και ξαναγέμισε άπειρες φορές, δεν πρέπει να ξανακατοικηθεί. Παραγνωρίζει προφανώς ότι το περιβάλλον υπάρχει ως έννοια υπό τον όρο της παρουσίας της κοινωνίας εντός αυτού. Το περιβάλλον στον Άρη ουδένα ενδιαφέρει. Η απλή λογική διδάσκει ότι το περιβάλλον υπάρχει για την κοινωνία και δεν δύναται να διατηρηθεί χωρίς να γίνει φιλικό προς αυτήν. Η προστασία του δεν είναι συμβατή με την αποξένωση της κοινωνίας από αυτό ή από την ιδιοκτησία της, ούτε με την εξώθησή της να οδηγείται στην καταστροφή των ολίγων καλλιεργειών που απέμειναν, ούτε με την απαγόρευση της ανάπτυξης. Από τους "ταλιμπανιστές" του περιβάλλοντος η ιδέα της ένταξης του οικιστικού ιστού σ'αυτό ή η αρμονική ανάπτυξη των θεμελίων του σε συνάφεια με τις κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές λειτουργίες του παρόντος και του μέλλοντος είναι αποκρουστική και, σε κάθε περίπτωση, αδιάφορη. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι όλα τα μέτρα της υπουργού ΠΕκΚΑ αποβλέπουν στη διαρπαγή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, κανένα όμως στην προστασία των δασών, στην ανάπτυξη του δημόσιου δασικού πλούτου και, μάλιστα, στην αναδάσωση των ορεινών όγκων που καλύπτουν σαφώς το κύριο μέρος της χώρας.

(γ) Σταθερή επωδός που δικαιολογεί τη μονοσήμαντα αντικοινωνική πολιτική για την έξοδο από την κρίση είναι ότι το κράτος είναι διεφθαρμένο και, οπωσδήποτε, δεν προσφέρεται για την πάταξη της φοροδιαφυγής. Αυτή καθεαυτή η επισήμανση ότι το ελληνικό κράτος είναι «μοναδικό σε δυσλειτουργικότητα» και το «πλέον σπάταλο και διεφθαρμένο δυτικό κράτος» συνέχεται με την «πολιτεία» της πολιτικής τάξης. Η εμμονή στη διατήρησή του όμως, σοβούσης της κρίσης, επιβεβαιώνει επίσης ότι η αιτία του κράτους αυτού δεν εξέλειπε. Διότι, όχι μόνο δεν ελήφθη ουσιαστικά κανένα μέτρο για την εξυγίανσή του, αλλά και μας διαβεβαιώνουν, με ποικίλους όσους τρόπους, ότι δεν προτίθενται να λάβουν. Όντως, η μόνιμη επωδός της πολιτικής τάξης εστιάζεται στην επισήμανση του προβλήματος, στην "απειλή" ότι θα ληφθούν τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι έναντι της τρόικας ή της υπηκόου κοινωνίας. Κορυφαίος υπουργός διετείνετο πρόσφατα ότι για τα κακώς κείμενα του κράτους φταίει ο μεγάλος αριθμός των βουλευτών και ο εκλογικός νόμος!!!.. Τίποτε άλλο…

(δ) Η απουσία κάθε πολιτικής βούλησης για την ανάταξη του κράτους και τη διάσωση της κοινωνίας, διαπιστώνεται με κάθε σαφήνεια στην περίπτωση της φοροδιαφυγής. Αρκεί, νομίζω, ένα μόνο αλλά κραυγαλέο παράδειγμα, από τα πολλά που μπορεί να επικαλεσθεί κανείς. Υπό το προηγούμενο καθεστώς του ΦΜΑΠ αυτοί που υπέβαλαν δήλωση ήσαν ελάχιστοι σε σχέση με τους υπόχρεους. Η καθόλα ψευδής επίσημη εκδοχή ήταν ότι δεν υπήρχε τρόπος να ελεγχθούν. Έδωσαν, ωστόσο, εξαρχής στους φοροφυγάδες τη δυνατότητα να διαφύγουν τη δήλωση με την επίκληση της "υπεύθυνης δήλωσής" τους ότι το μέγεθος της περιουσίας που κατείχαν δεν υπερέβαινε το αφορολόγητο μέτρο. Σήμερα, εντούτοις, το πρόσχημα της αδυναμίας εξέλειπε αφού έχει διαμορφωθεί με το Ε9 περιουσιολόγιο και ανά πάσα στιγμή (δηλαδή αυτόματα, με βάση το ηλεκτρονικό σύστημα) μπορούν να ελεγχθούν όσοι είχαν υποχρέωση από το 1997 να υποβάλουν δήλωση ΦΜΑΠ και δεν το έπραξαν. Γιατί δεν το πράττουν; Η λύση είναι απλή: όσοι καλύπτουν τις προϋποθέσεις του ΦΜΑΠ σύμφωνα με το τωρινό Ε9 – με γνώμονα όμως τις πρόνοιες του τότε νόμου – να κληθούν να εξηγήσουν ποιά ήταν η κατάσταση της ακίνητης περιουσίας τους, από το 1997 έως την μεταβολή του νόμου. Γίνεται αντιληπτό ότι έτσι θα αποκατασταθεί η δικαιοσύνη – η ισότητα που προβλέπει το Σύνταγμα – και στα δημόσια ταμεία θα εισρεύσει χρήμα πολύ, αφού αυτοί που διέφυγαν την καταβολή του φόρου, αντιπροσωπεύουν ποσοστό πολλαπλάσιο εκείνων που υπέβαλαν δήλωση.

5. Ποια μπορεί να είναι η διέξοδος; Πρέπει να διευκρινίσω ότι η λύση δεν θα προέλθει από μια επανάσταση της κοινωνίας. Η κοινωνία επέδειξε την απέχθειά της προς το σύστημα και, στο πλαίσιο αυτό, το δρόμο της εξόδου από την κρίση με ποικίλους τρόπους: Με τη στοχοποίηση της κομματοκρατίας και της πολιτικής τάξης ως υπεύθυνων για την καταστροφή της. Με τη δήλωσή της σε ποσοστό 75% ότι θα εγκατέλειπε τη χώρα εάν είχε τη σχετική δυνατότητα. Με την αυξημένη εκλογική αποχή και τη διάθεση αυτοδικίας των πολιτών έναντι της πολιτικής τάξης.

Από την άλλη, είναι μάλλον «ουτοπικό» να αναμένει κανείς την υπέρβαση της δυναστικής κομματοκρατίας, με πρωτοβουλία της ίδιας της πολιτικής τάξης. Απομένει, επομένως, είτε η απόφαση ενός ηγέτη να υπερβεί εαυτόν και να πολιτευθεί ως εάν δεν αποτελεί μέρος της είτε η ολοκληρωτική κατάρρευση των επιλογών της, οπότε από τα συντρίμμια της χώρας θα μπορούσε να αναδειχθεί η διάδοχη κατάσταση. Η πρώτη εκδοχή μοιάζει μάλλον απίθανη αφού η πολιτική τάξη είναι δομικά ταυτισμένη με τη λογική της κομματοκρατίας, οι δε μηχανισμοί των διαπλεκομένων αναδεικνύουν πολιτικούς ηγέτες των οποίων το διαμέτρημα είναι απαγορευτικό για το εγχείρημα. Η δεύτερη λύση, πέραν του ότι δεν υποδεικνύει το αποτέλεσμα, εφόσον συνδυασθεί με ένα απονενοημένο διάβημα της κοινωνίας, ελέγχεται ως ικανή να οδηγήσει τη χώρα σε βαθύτερο αδιέξοδο.

Σε κάθε περίπτωση, η έξοδος από την κρίση με τη διατήρηση ατόφιου του κρατούντος πολιτικού συστήματος, προμηνύεται αφενός τη διαιώνιση του καθεστώτος κατοχής, στο οποίο υπεβλήθη η ελληνική κοινωνία σχεδόν με τη μετάβασή της στο κράτος έθνος, και αφετέρου, μη αναστρέψιμες απώλειες για τη χώρα.

6. Η επισήμανση αυτή δηλώνει ότι αντί, επομένως να κρύβεται κανείς πίσω από το μνημόνιο (και, συγκεκριμένα, το καθεστώς επιτροπείας, στο οποίο παρεδόθη ως μη όφειλε η χώρα και, μάλιστα, χωρίς διαπραγμάτευση), καλείται να λάβει ακαριαία μέτρα ανατροπής του καθεστώτος εσωτερικής κατοχής, στο οποίο εμμένει η πολιτική τάξη, απελευθερώνοντας την κοινωνία από τα πολυσήμαντα δεσμά της.

Επείγει ως προς αυτό:

(α) να ανασυγκροτηθεί το πολιτικό σύστημα, με γνώμονα την εγκαθίδρυση μιας θεσμικής ισορροπίας μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Ισορροπία, η οποία δεν είναι προφανώς εφικτή στο πεδίο της πολιτικής δυναμικής, δηλαδή εξωθεσμικά, και, οπωσδήποτε, με πρόσημο την εναλλαγή των φορέων της κομματοκρατίας στην εξουσία. Οι παραδοσιακοί τρόποι πολιτικής δράσης (η απεργία, η διαδήλωση κλπ) έχουν από καιρό ξεπερασθεί μαζί με τις συνθήκες που τους εισήγαγαν. Δεν αρκεί επίσης η επίκληση της δεοντολογίας («ότι οφείλει η πολιτική να αντιπροσωπεύει την κοινωνία»), για να λειτουργήσει το κράτος εν αρμονία με το κοινό συμφέρον. Είναι αναγκαία, εφεξής, η θεσμική ενσωμάτωση του σώματος της κοινωνίας των πολιτών και, σε κάθε περίπτωση, η συνεκτίμηση της κοινωνικής βούλησης, στην πολιτική διαδικασία. Απαιτείται γι’αυτό να θεσμοθετηθούν πρακτικές συναγωγής της συλλογικής βούλησης και ανάρτησής της στο πολιτικό διάλογο, έτσι ώστε να αποτελέσει διακύβευμα των πολιτικών του κράτους.

Η επιλογή αυτή εναρμονίζεται με τη γενικότερη εξέλιξη του κόσμου, δεδομένου ότι όσο η οικονομία αυτονομείται από το πολιτειακό περιβάλλον του κράτους και αναπτύσσει το διακύβευμά της διακρατικά, δηλαδή στο σύνολο κοσμοσύστημα, τόσο η κοινωνία θα επιδιώκει την εγκατάστασή της στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος για να αντισταθμίσει την αδυναμία της να επηρεάσει τις αποφάσεις του πολιτικού συστήματος. Η αντιπροσωπευτική προσομοίωση της πολιτείας επάγεται προφανώς την κατάργηση όλων των πυλώνων της κομματοκρατίας, την άμεση υπαγωγή της πολιτικής στη δικαιοσύνη, την απόρριψη του ιδιοτελούς προτάγματος της «διακυβέρνησης», που αναδεικνύει την κατ'εφημισμόν «κοινωνία πολιτών» [7], αντί του σώματος της κοινωνίας των πολιτών, σε μέτρο του σκοπού της πολιτικής.

(β) να αναπροσδιορισθεί ο σκοπός του κράτους. Το γενικό/δημόσιο συμφέρον να υποκατασταθεί από το κοινό συμφέρον. Η έννοια του κοινού συμφέροντος προϋποθέτει, εντούτοις, την ανοικοδόμηση του κοινωνικού ιστού, στη βάση μιας ισχυρής συνεκτικής αρχής (ή συλλογικής ταυτότητας) που θα κινητοποιεί τα δημιουργικά αντανακλαστικά της κοινωνίας και θα τα ανάγει σε συλλογική βούληση. Ο συνδυασμός της αντιπροσωπευτικής προσομοίωσης της πολιτείας με την ισχυρή ταυτοτική συλλογικότητα, θα δημιουργήσει μια νέα σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, που θα αποκλείει την πελατειακή εξατομίκευση της πολιτικής λειτουργίας. Η συνάντηση του σκοπού της πολιτικής με το βούληση/συμφέρον της κοινωνίας των πολιτών, προόρισται να μεταβάλει το κράτος, από δυνάστη της σύνολης κοινωνίας, σε αρωγό του πολίτη, σε εγγυητή της ζωής, της περιουσίας, της ελευθερίας και των δικαιωμάτων του.

(γ) η αντιπροσωπευτική προσομοίωση της πολιτείας προϋποθέτει την εισαγωγή της αρχής του ελέγχειν του πολιτικού προσωπικού, δηλαδή την ολοσχερή κατάργηση της ασυλίας και την προσέγγιση της πολιτικής ευθύνης υπό το πρίσμα της δικαιοσύνης. Συνεπάγεται περαιτέρω την αναγνώριση στα μέλη της κοινωνίας των πολιτών δικαιώματος έννομου συμφέροντος, τόσο έναντι των φορέων του πολιτικού συστήματος όσο και των μελών της διοίκησης και της δικαιοσύνης.

Η καθιέρωση του δικαιώματος αυτού, συνάδει με την εισαγωγή της αρχής του «ελέγχειν» για το πολιτικό προσωπικό και τη διοίκηση, που θα ήταν αυτονόητη εάν το πολιτικό σύστημα προσομοίαζε στοιχειωδώς προς την αντιπροσώπευση. Αν μη τι άλλο, ο πολίτης δικαιούται να έχει λόγο στη διαχείριση της περιουσίας του, αυτής που εκχωρείται στο κράτος μέσω του δημοσιονομικού συστήματος. Δεν νοείται, επίσης, ο βλαπτόμενος από τις αρχές του κράτους πολίτης να μην δικαιούται να υποβάλει σε έλεγχο τον βλάπτοντα ή να αποζημιώνεται από το δημόσιο ταμείο που χρηματοδοτεί ο ίδιος και όχι από τον υπαίτιο. Με απλούστερη διατύπωση, οφείλει να καταργηθεί κάθε νόμος – περί [μη] ευθύνης υπουργών – και να εφαρμοσθούν οι κοινές περί δικαίου διατάξεις που διέπουν όλους τους πολίτες. Ο Αριστοτέλης και ο Πολύβιος μας πληροφορούν ότι στην αντιπροσώπευση και στη δημοκρατία τα εγκλήματα των πολιτικών τιμωρούνται αυστηρότερα επειδή βλάπτουν τους πολλούς. Δεν εξισώνονται με εκείνα των κοινών ανθρώπων και προφανώς δεν τίθενται στο απυρόβλητο. Οπωσδήποτε, είναι επιεικώς απαράδεκτο, οι ρυθμίσεις για την "πολιτική ευθύνη" των πολιτικών, να αποφασίζονται από τους ιδίους σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, η δε απόφαση για τη δίωξή τους και η εκδίκαση της υπόθεσης να ανήκει στους ίδιους.

(δ) Όπως είδαμε, το κράτος της κομματοκρατίας θεωρεί ότι ο ρόλος του τελειώνει εκεί όπου όφειλε να αρχίζει. Εξού και δεν θεωρεί ότι ανήκουν στις αρμοδιότητές του η έννοια της αποτελεσματικότητας και ο έλεγχος των υπηρεσιών του, η κύρωση για την εφαρμογή της νομιμότητας και για την εναρμόνισή του με το κοινό συμφέρον. Η αναστροφή της λογικής αυτής, συνδυάζεται με το γεγονός ότι το κράτος στο σύνολό του είναι άκρως αποτελεσματικό στη διαχείριση του κομματικού συμφέροντος και για την ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού. Το κράτος αυτό πρέπει να εκλείψει ακαρεί. Να ανασυγκροτηθούν εκ βάθρων η διοίκηση, η δικαιοσύνη, οι δυνάμεις της τάξης κλπ, με γνώμονα την ανταποκρισιμότητά τους στις ανάγκες της κοινωνίας. Να αποκτήσει ο κρατικός μηχανισμός επιχειρησιακή διάσταση, με μέτρο όχι ασφαλώς την "αγορά", αλλά τη δημόσια αποτελεσματικότητα και πρόσημο το κοινωνικό συμφέρον.

(ε) να καταργηθεί αμέσως το σύνολο της νομοθεσίας που δεσμεύει την ελευθερία της κοινωνίας και την μεταβάλει σε αναγκαστικό υποζύγιο της διαπλοκής και της διαφθοράς. Να γίνει σαφές στην πολιτική τάξη (και στην απολογητική νεοτερική διανόηση) ότι η οικονομική πολιτική που προάγει την εξουθένωση, την ταπείνωση και την περιαγωγή της κοινωνίας στην εργασιακή, εισοδηματική και ιδιοκτησιακή εξαχρείωση, προσήκει στο καθεστώς της ανομίας και στις σχέσεις δύναμης, που σταδιοδρομούν στην πρωτο-ανθρωποκεντρική φάση που διέρχεται η εποχή μας, όχι στην φύση της σύνολης εξέλιξης. Με άλλα λόγια, μια οικονομική πολιτική με πρόσημο την πρόοδο συνάδει με την απελευθέρωση των δημιουργικών δυνάμεων της κοινωνίας, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ανάδειξη της «πολιτικής αγοράς», δηλαδή της κοινωνικής βούλησης, σε ρυθμίζουσα παράμετρο, από την οποία αντλούν λόγο ύπαρξης το κράτος και, φυσικά, η «οικονομική αγορά». Μια υπεροχή που απαιτεί την άρση της πολιτικής κυριαρχίας του κράτους επί της κοινωνίας των πολιτών.

7. Οι ανωτέρω πολιτικές εισάγουν ως πρόκριμα ότι ο πολιτικός ηγέτης έχει επίγνωση του διακυβεύματος που εγείρεται ενώπιον του κόσμου στην εποχή μας και την βούληση να υπερβεί τη συγκυρία των συσχετισμών, αντί να παραμένει απλός διαχειριστής του κρατούντος συστήματος. Να γνωρίζει, σε ό,τι αφορά ειδικότερα την Ελλάδα, ότι η έξοδος από την κρίση, χωρίς την ανήκεστη συντριβή της, απαιτεί την εκ βάθρων ανασυγκρότηση του παρόντος κράτους, ως πολιτικού συστήματος και ως διοίκησης.

Είναι προφανές ότι η άρση της αιτίας της κρίσης και, εν προκειμένω, της κομματοκρατίας, δεν μπορεί να γίνει από μια κυβέρνηση που θα αποτελείται από κομματικά ενεργούμενα και «φίλους» ή συνεργούς της καταστροφής, αλλά από μέλη της κοινωνίας που αναγνωρίζονται για τη βαθιά γνώση του διεθνούς διακυβεύματος και του ελληνικού προβλήματος και των οποίων η «πολιτεία» εγγυάται την προσήλωσή τους στο κοινό συμφέρον και στην ελευθερία της. Η ανατροπή της κομματοκρατίας απαιτεί την παράκαμψη του συνόλου της πολιτικής τάξης, από την Αριστερά έως τη Δεξιά της πτέρυγα.

Η υπέρβαση αυτή, αφορά κατ’επέκταση και στο περιεχόμενο του προγραμματικού πολιτικού λόγου. Η επικέντρωση της συζήτησης στο δίλημμα υπέρ ή κατά του μνημονίου υποδεικνύει το δρόμο που θα επιλεγεί για την τελειωτική καταστροφή. Το διακύβευμα της υπέρβασης ανάγεται στην αναίρεση του δυναστικού κράτους που συντηρεί η κομματοκρατία και, υπό το πρίσμα αυτό, στην επανεξέταση του συνόλου των πολιτικών του.

Ευλόγως, λοιπόν, επανέρχεται το ερώτημα. Ποιός άραγε ο ηγέτης που θα αναλάβει την απελευθέρωση της κοινωνίας ή μήπως η τελευταία θα υποχρεωθεί να αναζητήσει, υπό το βάρος της κατάρρευσης, τρόπους για τη διάσωσή της; Διαπιστώσαμε ήδη ότι ο ηγέτης που θα οδηγήσει στην υπέρβαση της κομματοκρατίας δεν μπορεί να προέλθει από την κρατούσα πολιτική τάξη και τους διαπλεκομένους συγκατανευσιφάγους που την περιβάλλουν. Πριν από χρόνια, διαβλέποντας το αναπόφευκτο της καταστροφής, διατύπωνα την άποψη ότι η υπέρβαση του φαυλοκρατικού καθεστώτος θα γινόταν μόνο μέσα από το αδιέξοδο μιας μείζονος κρίσης, στην οποία θα οδηγείτο τελικά η χώρα. Φαίνεται, ωστόσο, ότι τα θεμέλια της κομματοκρατίας και των δυνάμεων της διαπλοκής που τη στηρίζουν, είναι βαθιά, ενώ η παράδοση της χώρας στη διεθνή επιτροπεία δημιούργησε ένα επαρκώς ανθεκτικό μείγμα, αποτρεπτικό στην εκκόλαψη του νέου. Εξού και οι επιπτώσεις της κρίσης θα είναι για τη χώρα οδυνηρές.

Η άποψη που διατυπώνουν ορισμένοι ότι είναι δυνατή η έξοδος από την κρίση με τη διατήρηση του κρατούντος πολιτικού συστήματος και μέτρο τον εξαναγκασμό του από την τρόικα σε μεταρρυθμίσεις είναι κατά τη γνώμη μου εξίσου εσφαλμένη. Διότι η έξοδος αυτή, πέραν του ότι μεταθέτει το βάρος αποκλειστικά στην κοινωνία, θα διαιωνίσει το καθεστώς της κατοχής της και θα συνοδεύεται από το στίγμα της βέβαιης υποτροπής. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η προοπτική αυτή είναι, από τη φύση της, επικίνδυνη, αφού υπονοεί ότι το συμφέρον της κοινωνίας συνάδει με εκείνο των ξένων δυνάμεων και όχι με το εθνικό της κράτος.

8. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κρίση είναι διεθνής. Όμως, η Ελλάδα κάνει τη διαφορά. Η τωρινή κρίση προστίθεται στην αλυσίδα σειράς καταστροφών που επισώρευσε το νεοελληνικό κράτος επί της ελληνικής κοινωνίας. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι η κρίση αυτή προετοιμάσθηκε ιδεολογικά, τα τελευταία χρόνια, από την κρατική διανόηση, ενόσω η λεηλατική ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού και η ομηρία της κοινωνίας, έπαιρναν εμφανείς διαστάσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, η αναφορά στη βούληση και το συμφέρον της κοινωνίας εξομοιώθηκε με τον λαϊκισμό, η δε επίκληση της εθνικής συλλογικότητας ως αναχώματος στην καθυπόταξη του κράτους στις «νομοτέλειες» της ιδιωτικής οικονομίας, ενοχοποιήθηκε ως ταυτολογία του εθνικισμού. Τα «δικαιώματα» αποτέλεσαν το επιχείρημα για την ολοκληρωτική επίθεση της κρατικής διανόησης εναντίον της ελευθερίας της κοινωνίας και, περαιτέρω, για την υποβάθμιση της εργασίας του πολίτη στην κατηγορία του εμπορεύματος. Μια ομοβροντία δημοσιευμάτων προέβαλαν, την περίοδο αυτή, τον κίνδυνο που στοιχειοθετούσε η «πλειοψηφία» για τα δικαιώματα. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι η «πλειοψηφία», η οποία κινητοποιεί τα ολιγαρχικά αντανακλαστικά της κρατικής διανόησης, συνέχεται με την εγκιβωτισμένη στον ιδιωτικό χώρο κοινωνία και όχι, προφανώς, με μια πολιτειακά δομημένη (ως δήμος) κοινωνία των πολιτών, διαθέτουσα, ως εκ τούτου, ιδίαν θεσμική βούληση. Η προοπτική ακριβώς αυτή είναι που τρομάζει τις δυνάμεις της (πνευματικής και πολιτικής) ολιγαρχίας, δεδομένου ότι η πολιτειακή δόμηση της κοινωνίας των πολιτών είναι απολύτως αναιρετική της διαπλοκής των ομάδων συμφερόντων με την πολιτική εξουσία και, προφανώς, του δυναστικού κράτους της κομματοκρατίας.

Τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με τον τρόπο προσέγγισης της κρίσης, επιβεβαιώνουν ότι η κατεστημένη άρχουσα τάξη δεν είναι προετοιμασμένη να επεξεργασθεί πολιτικές ολικής ανατροπής του φαυλοκρατικού καθεστώτος της κομματοκρατίας, εναρμονιζόμενη με την Ελλάδα της δημιουργίας και του πολιτισμού, κυρίως δε προς έναν κοινωνικό σκοπό της πολιτικής, που θα διαρρήγνυε τη σχέση της με εδραιωμένα συμφέροντα και πολιτικές νοοτροπίες δυναστικού τύπου.

Αυτός είναι ο λόγος που με κάνει να επιμένω ότι η λύση στο ελληνικό πρόβλημα δεν διέρχεται από την εναλλαγή στην εξουσία, ουδέ καν από την παράκαμψη του πολιτικού προσωπικού που λειτουργεί την παρούσα κομματοκρατία. Διότι στη θέση της θα εγκατασταθεί μεσοπρόθεσμα, μόλις καταλαγιάσει η κρίση, μια άλλη, δυναστική πολιτική τάξη. Η λύση έγκειται στη μεταβολή της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Η οποία θα διέλθει αποκλειστικά από την αναίρεση του προ-αντιπροσωπευτικού κράτους, το οποίο, όντας αναντίστοιχο με το πολιτικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας, οδηγεί στην κομματοκρατία. Ο εκσυγχρονισμός αυτός του πολιτικού συστήματος της χώρας μπορεί να επισυμβεί μόνο με τη θεσμική ενσωμάτωση της κοινωνίας των πολιτών –ή, κατ’ελάχιστον, της κοινωνικής βούλησης- στην πολιτεία, δηλαδή με την αντιπροσωπευτική προσομοίωση του πολιτικού συστήματος.

Τα ανωτέρω, μας επαναφέρουν, επομένως, στην αρχική μας διαπίστωση ότι η αιτία της κρίσης προδικάζει και το αδιέξοδο της χώρας. Διότι τα θεμέλια της κομματοκρατίας – και των δυνάμεων της διαμεσολάβησης και της διαπλοκής που τη στηρίζουν – είναι βαθιά, ενώ η παράδοση της χώρας στη διεθνή επιτροπεία ενίσχυσε την ανθεκτικότητα του μείγματος που λειτουργεί αποτρεπτικά στην εκκόλαψη του νέου. Παρουσιάζεται έτσι το φαινόμενο, εκείνοι που οδήγησαν τη χώρα στην καταστροφή να εμφανίζονται ως τιμητές και, μάλιστα, να επιμένουν ότι αυτοί είναι οι μόνοι κατάλληλοι να την σώσουν. Δεν αναλογίζονται ότι με τον τρόπο αυτό επιβαρύνουν περαιτέρω τη θέση τους καθώς ομολογούν ότι οδήγησαν τη χώρα στην κρίση εν επιγνώσει. Όλα δείχνουν ότι η παρούσα θέση της χώρας προσομοιάζει πλήρως με εκείνη του 1897 [8].

Σε κάθε περίπτωση, η διαιώνιση της αναντιστοιχίας αυτής μεταξύ του πρωτο-ανθρωποκεντρικού κράτους της νεοτερικότητας με το ανθρωποκεντρικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας, εξηγεί γιατί ο ελληνισμός δεν συνήλθε ακόμη από τις συνέπειες της ήττας που ολοκληρώθηκε με την είσοδό του στο κράτος έθνος. Το παρήγορο του πράγματος, έγκειται, ωστόσο, στο ότι η ίδια η νεοτερικότητα έχει αρχίσει, αμυδρά, να διακρίνει στην αναντιστοιχία αυτή, την αιτία του δικού της προβλήματος [9].

 

Αθήνα, 14.01.2011

 

Παραπομπές

 

[1] Για τον χαρακτήρα της παγκόσμιας κρίσης, την οποία αναγγείλαμε με κείμενο μας το 2007, όπως και για την ιδιαιτερότητα της ελληνικής κρίσης, βλέπε το βιβλίο μου, 12/2008. Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος, Εκδόσεις Ιανός, Αθήνα, 2009, σελ. 9-102, 193 επ..

[2]  Σε πλήθος έργων μου παλαιόθεν, όπως στα Histoire de la Grèce, Éditions Hatier, Παρίσι, 1992. "Ο πόλεμος του 1897 και ο Δημήτριος Βικέλας," στο Η Μελέτη, τ. Ε΄, Αθήνα, 2010, σελ. 545-565. "Το διακύβευμα της μικρασιατικής εκστρατείας και οι σταθερές του νεοελληνικού κράτους" κ.α.

[3]  Βλέπε σχετικά το έργο μου, Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή, Παρουσία, Αθήνα, 2008.

[4]  Βλέπε σχετικά στο έργο μου, "Η κομματοκρατία ως πολιτικό σύστημα", στο Η δημοκρατία ως ελευθερία. Δημοκρατία και αντιπροσώπευση, Πατάκης, Αθήνα, 2007, σελ. 689 επ.

[5] Περισσότερα, στα κεφάλαια, "Δικαιοσύνη και πολιτικό σύστημα" και "Διαφθορά και πολιτικό σύστημα" του βιβλίου μου, Η δημοκρατία ως ελευθερία, όπ.παρ.

[6] Όπως έχω καταδείξει στο ανωτέρω έργο μου, το σημερινό πολιτικό σύστημα δεν είναι ούτε αντιπροσωπευτικό ούτε πολλώ μάλλον δημοκρατικό. Και σε κάθε περίπτωση δεν γίνεται να είναι και τα δυο, αφού αυτά μεταξύ τους είναι ασύμβατα και ως εκ τούτου δεν μπορούν να συνυπάρξουν.

[7]  Δηλαδή τις συντεταγμένες ομάδες που διακινούν επιμέρους συμφέροντα, νέμονται το δημόσιο αγαθό και υπαγορεύουν το περιεχόμενο του πολιτικού κόστους. Για το μείζον αυτό ζήτημα, που σχεδιάσθηκε για να υπηρετήσει αυθεντικά την πολιτική κυριαρχία της αγοράς, βλέπε το οικείο κεφάλαιο στο βιβλίο μου Η δημοκρατία ως ελευθερία, όπ.παρ.

[8] Αρκεί να αντιμεταθέσει κανείς το χρόνο και το περιεχόμενο της κρίσης για να πιστοποιήσει ότι πόσο η σημερινή πραγματικότητα δεν άλλαξε στο παραμικρό από εκείνη του 1897. Βλέπε σχετικά το έργο μου "Ο πόλεμος του 1897 και ο Δημήτριος Βικέλας", όπ.παρ.

[9] Πολλά από τα παραπεμπόμενα κείμενα στο εδώ πόνημα, ο αναγνώστης μπορεί να τα αναζητήσει στην ιστοσελίδα του συγγραφέα. "http://contogeorgis.blogspot.com" ή απλώς "κοσμοσύστημα"

 

* Ο Γιώργης Κοντογιώργης είναι  Docteur d’État του Παν/μίου του Παρισιού ΙΙ, Υφηγητής της Νομικής Σχολής του Παν/μίου Θεσ/κης, … υhttp://www.blogger.com/profile/17457348961666636232

 

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011, http://contogeorgis.blogspot.com/2011/01/blog-post_20.html

Το ΜΠΟΡΟΥΜΕ! του Μίκη

Το ΜΠΟΡΟΥΜΕ! του Μίκη

 

Η Ομιλία Μίκη Θεοδωράκη στο REX

[Δευτέρα 17 Ιανουαρίου, «Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών»]


 

Από την εποχή ακόμα της επανάστασης του ΄21 το πρόβλημα της ξένης εξάρτησης έγινε αναπόσπαστο οργανικό μέρος της εθνικής μας ζωής. Μπήκε μέσα στο πετσί του νεοσύστατου ελληνικού έθνους αλλάζοντας μορφές και λειτουργίες και γνωρίζοντας καλά να προσαρμόζεται σοφά και καίρια σε όλες τις ιστορικές και κοινωνικές αλλαγές, που πολλές φορές τις προκαλεί η ίδια.

 

Ξεκίνησε με τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία) που δημιούργησαν μάλιστα τα πρώτα ελληνικά πολιτικά κόμματα με δικές τους ονομασίες, το ρωσικό, το γαλλικό και το αγγλικό, έφεραν τον Καποδίστρια και μετά τον Όθωνα και τους Γλύξμπουργκ. Διαιρέσανε βαθειά τον Λαό μας την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων στους αγγλόφιλους Βενιζελικούς και τους γερμανόφιλους Κωνσταντινικούς και επειδή έτυχε να νικήσει η Αγγλία, μεγάλωσε η χώρα μας σε βάρος της Τουρκίας. Όταν όμως αργότερα άλλαξαν γνώμη, βοήθησαν τους Τούρκους και μίκρυνε η Ελλάδα. Ξαναφέρανε τον Γεώργιο Β΄ -υπηρέτη των Άγγλων- δύο φορές: την πρώτη στα 1935, που με τον Μεταξά μας επιβάλανε Δικτατορία. Και τη δεύτερη στα 1946 για να ηγηθεί του μετώπου της εθνικοφροσύνης δηλαδή των αντικομμουνιστών, για να διαλύσουν το ΕΑΜ που είχε τότε μαζί του τα 70% του ελληνικού λαού, να μας οδηγήσουν στον Εμφύλιο Πόλεμο και να επιβάλουν την αμερικανοκρατία.

Πριν ασχοληθούμε μαζί της, γιατί μας αφορά άμεσα, πρέπει να αναφερθούμε στο γεγονός ότι με βάση τον έλεγχο της πολιτειακής, της πολιτικής και της στρατιωτικής εξουσίας (Στρατός και  Αστυνομία), η ξένη εξάρτηση προχώρησε κατ’ αρχήν στη δημιουργία μιας ισχυρής οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής ντόπιας κοινωνικής ολιγαρχίας βασιλικότερης του βασιλέως. Δηλαδή ο φανατισμός των αγγλόφιλων, γερμανόφιλων και αμερικανόφιλων μελών της ελληνικής ολιγαρχίας ήταν ανώτερες από την αγάπη των ίδιων των Άγγλων, των Γερμανών, Ευρωπαίων και Αμερικανών για τη χώρα τους!

Σε βαθμό που να μην χρειάζεται η άμεση παρουσία (στρατιωτική, διοικητική κλπ.) των ξένων στη χώρα μας, προκειμένου να εξυπηρετηθούν στο ακέραιο τα κάθε είδους συμφέροντά τους, ανάμεσα στα οποία κύρια θέση έχει η επιβολή του δικού τους πολιτισμού, της σκέψης, της γλώσσας, της τέχνης, των ηθών, της νοοτροπίας και των κάθε είδους ιδιαιτεροτήτων τους.

Επομένως θα πρέπει να θεωρούμε το σύνολο των παραγόντων που διαχειρίζονται την ουσιαστική εξουσία στη χώρα μας: Οικονομικοί ολιγάρχες, διαμορφωτές της κοινής γνώμης (δημοσιογράφοι, ιδιοκτήτες καναλιών, ραδιοφώνων και εφημερίδων) ισχυροί πολιτικοί παράγοντες, διακεκριμμένα μέλη της υψηλής διανόησης (ειδικά οι εκπαιδευτικοί) με το πλήθος των προσώπων που τους περιστοιχίζουν και αμείβονται πλουσιοπάροχα, για να διοχετεύουν εκλαϊκεύουν και επιβάλουν τις ιδέες και τις αποφάσεις τους, με λίγα λόγια όλος αυτός ο συρφετός, που σαν ένα μαύρο σύννεφο σκεπάζει την χώρα μας και μας κρύβει τον ήλιο για να ζούμε στο σκοτάδι και τελικά μας μεταβάλλει σε μια μάζα αλληλοσυγκρουόμενων κοπαδιών διαφόρων χρωμάτων που ακολουθούν τους διορισμένους από το Σύστημα βοσκούς, αυτό το δηλητηριώδες νέφος δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι πιστοί τοποτηρητές της ξένης εξάρτησης (σήμερα των Αμερικανών), η οποία επιβλέπει, καθοδηγεί και παρεμβαίνει παρακολουθώντας με άγρυπνο μάτι τις κάθε είδους εσωτερικές μας εξελίξεις. Είναι η εξάρτηση! Επομένως θα πρέπει να αποτελεί τον κύριο στόχο της Αντίστασης για την ουσιαστική Απελευθέρωση του λαού και της χώρας.

Βλέπετε ότι εδώ βάζω μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε μας τους Ανεξάρτητους και σε ολόκληρο το υπαρκτό-ισχύον εποικοδόμημα, στο οποίο συμπεριλαμβάνω επίσης την οικονομική Ολιγαρχία (Τράπεζες, Οικονομικούς Μεγιστάνες) και το πολιτικό σύστημα, δηλαδή Σύνταγμα, Βουλή, Πολιτικός Κόσμος. Επομένως θέτω σε αμφισβήτηση όλες τις ισχύουσες επιλογές τους όσον αφορά τις Σχέσεις-Δεσμεύσεις και γενικά την πορεία της χώρας. Και φυσικά το σύνολο των πρακτικών που εφαρμόζονται σε όλους τους τομείς της εσωτερικής μας ζωής: Οικονομία, Εκπαίδευση, Κοινωνικές Σχέσεις. Από την άποψη αυτή η πολιτική μας θα πρέπει να έχει χαρακτήρα ριζοσπαστικό. Είναι Ριζοσπαστική!

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινίσω, ότι βασική προϋπόθεση για να μπορέσει μια οποιαδήποτε ριζοσπαστική-επαναστατική κίνηση να καταστεί δύναμη ιστορικής αλλαγής είναι να έχει μαζί της την μεγάλη πλειοψηφία ενός λαού.


Επίσης θα πρότεινα να αντικατασταθεί το ρήμα ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ με το ρήμα ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΜΕ. Γιατί σύμφωνα με όσα είπα πιο πριν, δεν είναι δυνατόν να απαιτούμε ο,τιδήποτε από κάποιους που θα πρέπει να θεωρούμε και να τους αντιμετωπίζουμε σαν συνειδητά όργανα εξάρτησης από ένα ή και περισσότερα διεθνή κέντρα εξουσίας, γιατί δεν είναι μόνο οι Αμερικανοί που μας διαφεντεύουν αλλά και ορισμένες χώρες της Ευρώπης. Άλλωστε η σημερινή Τρόικα αποτελεί συνύπαρξη μιας αμερικανικής (ΔΝΤ) και δύο ευρωπαϊκών τραπεζών.

Με την επιλογή του ρήματος «επιβάλλω» φαίνεται το μέγεθος της προσπάθειας που θα πρέπει να καταβάλουμε εφ’ όσον φυσικά θέλουμε να δημιουργήσουμε στην αρχή μια Κίνηση που κάποτε να γίνει Κίνημα ικανό να διεκδικήσει την πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Κι αυτή η προσπάθεια γίνεται δυσκολότερη λόγω της μεθοδολογίας που επιλέξαμε. Δηλαδή να μη δημιουργηθεί εκ των άνω αλλά από τον ίδιο το λαό. Με μοναδικά όπλα τη διαφώτιση με σκοπό την διαμόρφωση μιας κοινής άποψης για το πώς κρίνουμε τα γεγονότα και τις αιτίες που τα επηρεάζουν, τη θέση της χώρας μας, τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία και γενικά τι θέλουμε, ποιος είναι ο τελικός μας στόχος και με ποιους τρόπους θα πορευτούμε για να πετύχουμε τον στόχο μας.

Γι’ αυτό δεν φτάνει μόνο η λέξη «Αντίσταση» για να μας εκφράσει αλλά χρειάζεται να συμπληρωθεί και με τη λέξη «Πρόταση». Μια πρόταση που να περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που συνιστούν τη ζωή ενός λαού. Και στη δική μας περίπτωση του ελληνικού λαού. Αυτή η Πρόταση-Πρόγραμμα θα πρέπει να αποτελεί τη βάση της σκέψης και της λειτουργίας της κάθε Σπίθας-Επιτροπής, ώστε όλες μαζί να κατασταλάξουν στη διαμόρφωση της Ιδεολογίας της νέας Κίνησης με σκοπό να καταστεί κάποτε η δεσπόζουσα ιδεολογία της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.

Χτυπάμε, κατεδαφίζουμε και παράλληλα σκεπτόμαστε-χτίζουμε. Έτσι βλέπω την λειτουργικότητα μιας ιδανικής Επιτροπής Πρωτοβουλίας.

Ας φανταστούμε μια Ελλάδα Ελεύθερη, Ανεξάρτητη, Ακέραιη, Άφοβη, Αυτοδύναμη. Ας παλέψουμε για ένα Λαό Ελεύθερο, Ανεξάρτητο, Ακέραιο, Άφοβο, Αυτοδύναμο, μέσα σε μια κοινωνία χωρίς ανεργία, αδικία, φτώχεια, αμάθεια με κανόνα τη Δίκαιη Ανισότητα αλλά και την δια νόμου επιβολή της ισότητας ως προς τα δικαιώματα, τις ανάγκες και ένα επίπεδο ζωής και μόρφωσης κάτω από το οποίο θα απαγορεύεται να κατεβαίνει έστω και ένας συμπολίτης μας. Δίκαιη ανισότητα σημαίνει ότι η ικανότητα και η προσπάθεια πρέπει να ανταμείβονται και επομένως να ενισχύονται, γατί έτσι μόνο μια κοινωνία πηγαίνει μπροστά. Η ισοπέδωση αντίθετα είναι άδικη και λειτουργεί ανασταλτικά στην προσπάθεια και στην πρόοδο.

Επομένως η κακοδαιμονία που συνοδεύει τη χώρα μας από το 1950 έως σήμερα οφείλεται στο γεγονός ότι δεν καταφέραμε έως τώρα να κερδίσουμε την Εθνική μας Ανεξαρτησία. Οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθούμε με τον α ή τον β τρόπο τα συμφέροντα της υπερδύναμης και των συμμάχων της χωρίς να έχουμε το δικαίωμα να αναπτύξουμε μιαν ανεξάρτητη πολιτική -καθαρά ελληνική- που να εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντα του ελληνικού λαού. Γι’ αυτό πρέπει να βάζουμε πρώτο στόχο την απαλλαγή μας από την ξένη εξάρτηση και τα εγχώρια όργανά της και την κατάκτηση της Εθνικής μας Ανεξαρτησίας, που αποτελεί την προϋπόθεση για να λογιάζεται ένας Λαός ελεύθερος και κάθε πολίτης άξιος να θεωρείται Άνθρωπος Ακέραιος, υπεύθυνος, ολοκληρωμένος, κυρίαρχος της ζωής και της Μοίρας του.

Στη χώρα μας δυστυχώς από το 1821 έως σήμερα περάσαμε από την Υποδούλωση στην Εξάρτηση που συνεχίζεται έως σήμερα με ελάχιστα διαλείμματα. Όπως λ.χ. την εποχή της ξένης κατοχής, τότε που γνώρισαν την Ανεξαρτησία μόνο όσοι τόλμησαν να πολεμήσουν τον εχθρό με το όπλο στο χέρι. Κι από κει και πέρα μπορούμε να πούμε πως έγιναν ανεξάρτητοι μονάχα αυτοί που αψήφησαν τις Εξουσίες, φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, εκτελέστηκαν. Παράξενη στ’ αλήθεια αυτή η χώρα που για να γίνεις ελεύθερος θα πρέπει πρώτα να θυσιάσεις τη ζωή σου…

Όμως γρήγορα τα τσιράκια της εξάρτησης φρόντισαν να σβήσουν τη μνήμη των ηρώων μας μαζί με την αληθινή νεότερη ιστορία μας, για να παραμένει ο Λαός κοπάδι άβουλο και ακίνδυνο, υποταγμένος στα συμφέροντα και στις προσταγές τους. Υπάρχουν όμως εποχές όπως η τωρινή, κατά την οποία όσοι ανήκουν στο μπλοκ της Εξάρτησης (ξένοι και ντόπιοι) από βοσκοί μεταβάλλονται σε λύκους που διψούν να επιβάλουν την καταπίεση, την εξαθλίωση και τον φόβο στον απλό λαό έχοντας επιπέσει πάνω στο κοπάδι με μανία που θυμίζει αμόκ. Πώς αλλοιώς αλήθεια, μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς τη δίψα τους να πάνε τον Λαό πιο πίσω κι από την εποχή του Μεταξά, δηλαδή την εποχή που καθιερώθηκαν οι εργατικές συλλογικές συμβάσεις, με αποτέλεσμα να βρεθούν σήμερα οι δυστυχείς εργαζόμενοι απογυμνωμένοι ακόμα κι από το στοιχειώδες δικαίωμα της επιβίωσης… Για όλους αυτούς που ψήφισαν αυτό τον μεσαιωνικό νόμο προτείνω να στηθεί στο κέντρο της Πλατείας Συντάγματος μια μαρμάρινη πυραμίδα με όλα τα ονοματεπώνυμά τους γραμμένα με μαύρα γράμματα και να ονομαστεί «Στήλη της Ντροπής».

Πρέπει να το βροντοφωνάξουμε πως η Εξάρτηση σημαίνει ουσιαστικά ξένη κατοχή και επομένως ο αγώνας των Ανεξάρτητων Ελλήνων Πολιτών είναι αγώνας απελευθερωτικός. Και είναι χρέος μας να διαφωτίσουμε τον ελληνικό λαό για τον χαρακτήρα της προσπάθειας που οφείλει να κάνει για να σωθεί ο ίδιος, η οικογένειά του και η χώρα του.

Αγαπητοί φίλοι,

Οι νέες διεθνείς συνθήκες και οι νέες διεθνείς σχέσεις χαρακτηρίζονται από την μετάλλαξη των ΗΠΑ σε μια σύγχρονη ιμπεριαλιστική δύναμη βασισμένη σε δύο πυλώνες: Στην κολοσσιαία στρατιωτική τους δύναμη και στον έλεγχο της παγκόσμιας οικονομίας μέσω των γιγαντιαίων οικονομικών μονοπωλίων που ελέγχει. Με στόχο την διεθνή επικράτηση μέσω της δημιουργίας μιας ενιαίας παγκοσμιοποιημένης αγοράς μέσα στην οποία θα πρέπει να κονιορτοποιηθούν οι κάθε είδους ιδιαιτερότητες που εμποδίζουν την απρόσκοπτη διακίνηση και επικράτηση του εθνικού, οικονομικού, ιδεολογικού και πολιτισμικού στίγματος της μίας και μόνης κυρίαρχης Δύναμης. Ακόμα και τα κράτη που συμμαχούν σήμερα μαζί της, όπως η Αγγλία, η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιαπωνία θα έχουν κι αυτά την ίδια τύχη όπως όλα τα υπόλοιπα. Πλην της Κίνας, της Ρωσίας και της Ινδίας, οι οποίες προς το παρόν αποτελούν τα μεγάλα εμπόδια για την πλήρη της επικράτηση χωρίς όμως να έχουν πάψει να είναι στόχοι της τελικής στρατηγικής, που αποβλέπει σταθερά στην δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινωνίας υπό την αιγίδα των ΗΠΑ. Δηλαδή επαναλαμβάνεται με άλλους τρόπους και άλλες μεθόδους το Χιτλερικό όραμα για την Γερμανία των 1000 ετών που θα είχε υπό την κατοχή της και τις πέντε Ηπείρους.

Όσοι δεν έχουν καταλάβει ακόμα αυτόν τον θανάσιμο κίνδυνο, είναι είτε τυφλοί είτε βλάκες είτε ανεύθυνοι είτε -ακόμα χειρότερα- συνεργάτες των ΗΠΑ στην επίτευξη αυτού του ολέθριου στόχου. Και γι’ αυτό ακόμα πιο επικίνδυνοι και από τα αφεντικά τους.

Από όλα τα εμπόδια που έχουν μπροστά τους οι νέοι κατακτητές τα πιο σκληρά και δύσκολα για να παραμεριστούν και ακόμα περισσότερο να κονιορτοποιηθούν είναι οι ιδιαιτερότητες που προανέφερα, δηλαδή εθνικές, ιδεολογικές, ιστορικές και πολιτιστικές. Και γι’ αυτό το λόγο στις τελευταίες δεκαετίες οι δυνάμεις αυτές έχουν στρέψει εναντίον τους τα φαρμακερά τους βέλη  ενισχυόμενοι από εγχώριους συμμάχους, οι οποίοι από τύφλωση είτε αφέλεια, από φανατισμό είτε συμφέρον ενεργούν στο εσωτερικό κάθε χώρας ως δούρειοι ίπποι.

Το κύριο λοιπόν μέλημα του κάθε λαού είναι η οργάνωση της  δικής του άμυνας σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής ξεκινώντας  από την υπεράσπιση της εθνικής ταυτότητας και όλων  των στοιχείων που την συνιστούν, της εθνικής ακεραιτότητας με την οργάνωση της εθνικής άμυνας σε νέες βάσεις, στην πλήρη αυτοδυναμία με την επιστράτευση όλων των υποκειμενικών δυνάμεων και την στήριξη στον πλούτο της χώρας, στην άνοδο του μορφωτικού μας επιπέδου, στην συνοχή και ενότητα του λαού με την οργάνωση μιας δίκαιης κοινωνίας που να προσφέρει σε όλους ίσες δυνατότητες, ευκαιρίες και απολαυές, ώστε να επικρατήσει ένα πνεύμα αλληλεγγύης απαραίτητο για να αντιμετωπίσουμε όλοι μαζί την επερχόμενη καταστροφή, να την ξεπεράσουμε και να είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε μια πατρίδα ακόμα καλλίτερη, ακόμα και μέσα σε συνθήκες θύελλας όπως αυτές που ζούμε τώρα και που αύριο θα γίνουν ασφαλώς χειρότερες.

Σήμερα ζούμε ίσως μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της ιστορίας μας. Έχουμε μπλέξει. Μας έχουν μπλέξει τόσο πολύ, που θα χρειαστούν μεγάλες προσπάθειες και θυσίες για να εξουδετερώσουμε την τωρινή ξένη εξάρτηση και να κερδίσουμε την Ανεξαρτησία της Πατρίδας μας. Θα πρέπει να γίνει μια τεράστια προσπάθεια για να πείσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους, ότι ο δρόμος της σωτηρίας είναι ένας και μοναδικός: Η στροφή προς τις δικές μας δυνάμεις, από όπου θα προσπαθήσουμε να βρούμε και να αξιοποιήσουμε ενωμένοι όλες τις δυνατότητες που θα μας επιτρέψουν να γίνουμε αυτοδύναμοι, αυτάρκεις και επομένως Ανεξάρτητοι.

Πού θα στηριχτούμε; Στα μυαλά μας και στη θέλησή μας, στις προσπάθειές μας, στην αυτοθυσία μας, που θα μας βοηθήσουν να αντλήσουμε όλα όσα μας χρειάζονται για να ζήσουμε από τη δική μας γη και τη δική μας εργατικότητα. Έτσι μόνο θα γίνουμε ελεύθεροι και συγχρόνως περήφανοι, γιατί θα στηρίζουμε τη ζωή μας αποκλειστικά επάνω μας χωρίς την ανάγκη των ξένων.

Γι’ αυτό το λόγο ας μου επιτραπεί να επιμείνω λίγο στην άποψη που έχω για την διαμόρφωση και τις λειτουργίες των Επιτροπών Πρωτοβουλίας. Ξαφνικά ξεπετάχτηκαν από το πουθενά δεκάδες έως σήμερα Επιτροπές με το όνομα «Σπίθες». Τελικά μ’ αρέσει το όνομα αυτό και προτείνω να το διατηρήσουμε.

Ο καθένας από μας γνωρίζει καλλίτερα από κάθε άλλον τα προβλήματα που τον αφορούν ως άτομο, ως πολίτη, ως εργαζόμενο, ως κάτοικο μιας περιοχής αλλά και ως Έλληνα. Σήμερα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε όλοι και όλες τα βασικά εθνικά μας προβλήματα, καθώς και τα προβλήματα που αφορούν τους άλλους λαούς, τις διεθνείς σχέσεις και το ρόλο της μιας ή της άλλης κυρίαρχης δύναμης. Δεν χρειαζόμαστε γι’ αυτό κάποιον ή κάποιους Σωτήρες για να μας πουν τι θα πρέπει να κάνουμε. Φτάνει να σκεπτόμαστε και να ζούμε συλλογικά, σαν μέλη μιας Επιτροπής Πρωτοβουλίας που τα ενώνει ένα κοινό όραμα, σαν κάτοικοι μιας περιοχής, σαν εργαζόμενοι σε έναν οποιονδήποτε κλάδο και προ παντός σαν ισότιμοι και υπεύθυνοι πολίτες μιας χώρας. Και η χώρα που ζούμε ονομάζεται, είναι η Ελλάδα.

Οπότε είναι πια καιρός να σκεπτόμαστε, να νοιαζόμαστε και να δρούμε ως Έλληνες. Σαν κάποιοι που πατούμε στο ίδιο χώμα, ταξιδεύουμε στις ίδιες θάλασσες, μιλάμε την ίδια γλώσσα, έχουμε τις ίδιες συνήθειες, τα ίδια ήθη και έθιμα, αρετές, ελαττώματα και ταυτόχρονα την ίδια ιστορία, τους ίδιους μύθους και την ίδια αγάπη για τις πολιτισμικές μας παραδόσεις. Και όλοι ανεξαιρέτως, όπως το απέδειξε η πρόσφατη ιστορία μας, ιστορία γεμάτη αγώνες, θυσίες, δάκρυα και αίμα, αγαπάμε εξ ίσου φανατικά την Εθνική μας Ανεξαρτησία, την Ελευθερία, την Δημοκρατία, την Κοινωνική Δικαιοσύνη. Θέλουμε τον Λαό μας κυρίαρχο και οραματιζόμαστε την Αναγέννηση μέσα από τις στάχτες της αγαπημένης μας Πατρίδας. Αναγέννηση οικονομική, κοινωνική, μορφωτική, πολιτισμική. Αναγέννηση Εθνική! ΟΧΙ, δεν θα αφήσουμε να καπηλεύονται τις λέξεις «Ελλάδα», «Έθνος», «Πατρίδα» οι εθνοκάπηλοι, με αποτέλεσμα να θεωρείται τάχα προοδευτικός εκείνος που τις περιφρονεί. Ας μην ξεχνάμε ότι όλες οι μεγάλες στιγμές του νεότερου ελληνισμού, από τους Βαλκανικούς Πολέμους, το Έπος της Αλβανίας, τη Μάχη της Κρήτης, την Εθνική Αντίσταση και την αντιδικτατορική πάλη είχαν σύμβολα την Ελλάδα και την Ελευθερία, την Πατρίδα και την Ανεξαρτησία, το Έθνος και την Αναγέννηση. Ας ξαναγίνει λοιπόν η Πατρίδα ο βασικός μας στόχος. Που σημαίνει πως από τώρα μέσα στον κάθε πυρήνα της κάθε Επιτροπής Πρωτοβουλίας όλες οι έρευνες, οι σκέψεις, οι πρωτοβουλίες και οι δραστηριότητες θα έχουν κεντρικό στόχο την προσπάθεια να συμβάλουμε όλοι μαζί, ώστε μια μέρα που δεν θα αργήσει, η Πατρίδα μας να γίνει Ελεύθερη, Ανεξάρτητη, Αυτοδύναμη, Περήφανη πετυχαίνοντας να κερδίσει τη θέση που της αξίζει μέσα στην σκληρή σύγχρονη εποχή διατηρώντας στο ακέραιο τα ιστορικά χαρακτηριστικά της, δηλαδή την αφοσίωσή της στην παγκόσμια Ειρήνη, στην ελευθερία και την ανάπτυξη όλων των λαών της γης που απαιτούν από όλους εμάς Αντίσταση στις δυνάμεις του Κακού και απαλλαγή από την κάθε μορφής ξένη ακρίδα που τολμά να επεμβαίνει στα εσωτερικά μιας χώρας -όπως η τωρινή Τρόικα- καταπατώντας βάναυσα τα δικαιώματα, την ευτυχία και την υπερηφάνεια του Λαού μας.

Θεωρώ ότι η βάση για την πρόοδο της Κοινωνίας πρέπει να είναι η θεσμοθετημένη κατάκτηση της Άμεσης Δημοκρατίας. Ώστε ο κάθε πολίτης να είναι ουσιαστικά υπεύθυνος για τη μοίρα του και τη μοίρα του Λαού του. Πάντοτε πίστευα ότι ελεύθερος είναι ο υπεύθυνος. Δηλαδή αυτός που αποφασίζει μαζί με τους άλλους για όλα τα προβλήματα που απασχολούν την κοινωνία μέσα στην οποία ζει και εργάζεται. Όταν κάποιος ή κάποιοι άλλοι αποφασίζουν για σένα, τότε ουσιαστικά και τυπικά δεν είσαι ελεύθερος. Είσαι εξαρτημένος, σε σημείο ώστε τόσο ηθικά όσο και πρακτικά να έχεις υποβιβασθεί στο επίπεδο του κοπαδιού που είναι αναγκασμένο να ακολουθεί τον βοσκό από το λιβάδι έως το σφαγείο, χωρίς δυνατότητα να αντισταθείς, γιατί ουσιαστικά σε έχουν καταντήσει άβουλο χωρίς σκέψη και θέληση.

Είναι λοιπόν ευκαιρία τώρα που οι εξουσιαστές σε ντόπια και διεθνή κλίμακα είναι βυθισμένοι σε μεγάλη κρίση που όπως φαίνεται θα βαθαίνει κάθε μέρα και πιο πολύ εμείς οι «απ’ έξω», οι ανεξάρτητοι, να κατορθώσουμε πέρα από την καθημερινή δράση να σκύψουμε με σοβαρότητα και ευθύνη πάνω στα μεγάλα προβλήματα που δεν μας άφησαν έως τώρα να προχωρήσουμε όσο μας πρέπει και μας αξίζει να πάμε μπροστά και να συμβάλουμε ο καθένας με τις δυνατότητες που διαθέτει στη διερεύνηση και στη διαμόρφωση προτάσεων για την επίλυσή τους.

Είμαστε ανεξάρτητοι πολίτες. Αυτό σημαίνει ότι: Διατηρούμε ο καθένας τις ιδεολογικές του πεποιθήσεις όπως ο κάθε υπεύθυνος πολίτης. Όμως σ’ αυτές τις εντελώς ιδιαίτερες, επικίνδυνες για το Λαό και κρίσιμες για την Πατρίδα συνθήκες τοποθετούμε ως πρώτο και μέγιστο καθήκον μας την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της πατρίδας μας απέναντι στις δυνάμεις της ξένης εξάρτησης από τα γνωστά διεθνή κέντρα εξουσίας και όσους τα αποδέχονται, τα στηρίζουν και επωφελούνται από αυτά. Κέντρα που επιδιώκουν να μας επιβάλουν συνταγές θεραπείας και μεθόδους που μας θίγουν, μας προσβάλλουν και μας κάνουν κακό από κάθε άποψη, οικονομική, κοινωνική, ηθική, πατριωτική. Γι’ αυτόν τον υπέρτατο σκοπό αφήνουμε κατά μέρος τις όποιες διαφορές μας για να ενωθούμε μέσα σε μια ενιαία απελευθερωτική Κίνηση με στόχο να σταματήσουμε με κάθε τρόπο το κακό που συντελείται καθημερινά σε βάρος του λαού μας και να προσπαθήσουμε να αναδείξουμε τη θέληση της συντριπτικής πλειοψηφίας σε κυρίαρχο στοιχείο για την αναδημιουργία της χώρας. Κάθε μέρα που θα είμαστε όλο και πιο πολλοί, όλο και πιο δυνατοί, θα μας επιτρέπει από δύναμη άμυνας να γίνουμε δύναμη κρούσης και ταυτόχρονα δύναμη δημιουργίας. Ώστε από τη μια μεριά να είμαστε σε θέση να ματαιώνουμε τις αρνητικές αποφάσεις των ξένων και των Ελλήνων συμμάχων τους και από την άλλη να αναπτύσσουμε σχέδια για το μέλλον ρεαλιστικά και ολοκληρωμένα, με λύσεις που θα αλλάξουν τη σημερινή μίζερη μορφή της Πατρίδας. Με την ταυτόχρονη παρουσία στις γραμμές μας και συμπόρευση τόσων διαφορετικών και τόσων σημαντικών από κάθε άποψη ανεξάρτητων πολιτών από χώρους-κλειδιά της κοινωνικής μας ζωής, όχι για μία από καθέδρας και αφ’ υψηλού προσπάθεια επιβολής του α ή του β προγράμματος αλλά θέλουμε να δείξουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια εντελώς καινούρια μορφή οργάνωσης και συμμετοχής των πολιτών για την ανάλυση και στην εξεύρεση λύσεων, μέσα από την οποία θα αναδειχθεί ο πλούτος της σκέψης των απλών Ελλήνων σαν κύριο στοιχείο για την οικοδόμηση μιας 100% ελληνικής μορφής ανάπλαση της Πατρίδας σε όλους τους τομείς. Και το κυριότερο βασισμένης αποκλειστικά στην ανεξάρτητη θέληση, σκέψεις, προτάσεις και αποφάσεις των Ανεξάρτητων Ελλήνων Πολιτών για μιας Ελλάδα Ανεξάρτητη που να ανήκει στην Ελλάδα και μόνο στην Ελλάδα.

Την πρώτη του Δεκέμβρη σε μια δημόσια ομιλία μου που παρακολούθησαν 1000 άτομα και στη συνέχεια αναδημοσιεύθηκε στον ημερήσιο τύπο, έθεσα στην κυβέρνηση, όπως είχα δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να κάνω, μια σειρά ερωτήματα και διατύπωσα ορισμένες καταγγελίες που αφορούσαν σημαντικά εθνικά μας θέματα. Φυσικά δεν είμαι Βουλευτής ούτε κατέχω κάποιο δημόσιο αξίωμα. Είμαι ένας απλός πολίτης με τη διαφορά ότι κουβαλάω στην πλάτη μου ιστορική πείρα μισού και πλέον αιώνα και με αποδεδειγμένη την αφοσίωσή μου στην υπεράσπιση του Λαού και της Πατρίδας μας σε ιδιαίτερα κρίσιμες στιγμές. Και ως εκ τούτου πιστεύω ότι σε οποιαδήποτε χώρα με στοιχειώδη έστω δημοκρατική ευαισθησία αποκλείεται να συναντούσα αυτή την περιφρονητική στις απόψεις μου απαξίωση, που τελικά αποκαλύπτει τον αλαζονικό χαρακτήρα της κυβερνητικής παράταξης, των φίλων και συμμάχων της, λες και είμαι πολίτης β΄ κατηγορίας, μόνο και μόνο γιατί τολμώ να ασκήσω δημόσια κριτική στην πολιτική της. Όμως τα ερωτήματα και οι καταγγελίες παραμένουν. Και αν νομίζουν ότι με τη μέθοδο της φίμωσης θα ξεχαστούν, κάνουν μεγάλο λάθος.

Σχετικά με το «Μνημόνιο», δηλαδή τους όρους με τους οποίους δέχθηκαν να μας «βοηθήσουν», θα γνωρίζετε ασφαλώς την άποψη που διατύπωσε ο διακεκριμένος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου κ. Κασιμάτης, ότι δηλαδή «τέτοιοι όροι μπαίνουν για πρώτη φορά σε σύμβαση δανείου στην ιστορία της ανθρωπότητας». Ακολούθως ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών κ. Δημήτρης Παξινός καταγγέλλει ότι «με το άρθρο 14 παρ. 5 της σύμβασης η Ελλάδα παραιτείται ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΑ και ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ από τις ασυλίες  προστασίας της εθνικής κυριαρχίας. Τέτοιος πρωτόγνωρος όρος δεν συναντάται ούτε σε αποικιοκρατικές συμβάσεις. Είναι όρος που παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του δικαίου σε όλα τα επίπεδα: του διεθνούς δικαίου, του ευρωπαϊκού και του εθνικού δικαίου. Πρόκειται για όρο ο οποίος παραβιάζει τη θεμελιώδη αρχή σεβασμού της κυριαρχίας του κράτους απειλεί, θέτει σε κίνδυνο και προσβάλλει στον πυρήνα τους τα κυριαρχικά δικαιώματα, την ίδια την κυριαρχία και την υπόσταση της χώρας. Ο κίνδυνος καθίσταται άμεσος, αν συνδυαστεί με τον όρο της Σύμβασης ότι οι Δανειστές, όλοι μαζί ή με συμφωνία όλων, μπορούν να μεταβιβάσουν σε τρίτη χώρα τα δικαιώματά τους από τη Σύμβαση. Επί πλέον στη σύμβαση ρητά ορίζεται ότι διέπεται από το ΑΓΓΛΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ. Αποκλειστικά Αρμόδιο Δικαστήριο συμφωνήθηκε να είναι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή των δανειστών μας. Η δανειακή σύμβαση είναι ΕΚΝΟΜΗ».

Και καταλήγει:

«Χωρίς κάποιο προηγούμενο παραδώσαμε με μόνη μια υπογραφή την εθνική μας κυριαρχία, ολόκληρη τη δημόσια περιουσία μας. Από της συστάσεως του νεοελληνικού κράτους είμαστε συνηθισμένοι να δανειοδοτούμαστε. Τέτοιους όρους όμως, ουδέποτε αποδεχτήκαμε.

ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ Ν’ ΑΠΑΛΕΙΦΘΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΚΑΙ ΤΗ ΔΑΝΕΙΑΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΟΙ ΟΡΟΙ ΠΟΥ ΘΙΓΟΥΝ ΤΑ ΚΥΡΙΑΡΧΙΚΑ ΜΑΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ».

Και σας ρωτώ, κύριοι της Κυβερνητικής Παράταξης: Πώς είναι δυνατόν απόψεις τόσο μεγάλης εθνικής σημασίας του μεγαλύτερου Δικηγορικού Συλλόγου της χώρας, όπως και του κ. Κασιμάτη να θεωρούνται από την παράταξή σας και τα φιλικά σας ΜΜΕ ανάξια ακόμα και για έναν απλό σχολιασμό; Δεν καταλαβαίνετε ότι μια τόσο προκλητικά αλαζονική συμπεριφορά τραυματίζει βαρειά την ουσία της ίδιας της δημοκρατίας και προκαλεί βάναυσα το δημόσιο αίσθημα; Έχουν πληθύνει λοιπόν εκτός από τον υποφαινόμενο οι θεωρούμενοι ως πολίτες β΄ κατηγορίας σ’ αυτή τη χώρα; Και πόση περιφρόνηση και έλλειψη σεβασμού για όλους αυτούς που ύψωσαν το ανάστημά τους κατά της χούντας, που βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν εξορίστηκαν, θυσιάζοντας 7 χρόνια από τη ζωή τους για τη Δημοκρατία και την Ελευθερία του Τύπου, για να δουν σήμερα να βασιλεύει ξανά η χουντική λογοκρισία και μάλιστα με δήθεν προοδευτικό μανδύα… Και με ποια κριτήρια εσείς και οι φίλοι σας έχετε αναγορευτεί σε πολίτες α΄ κατηγορίας, ανώτεροι από τους άλλους; Όμως ακόμα και η πιο μεγάλη εκλογική νίκη δεν δίνει το δικαίωμα σε κανένα να θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από τους άλλους, δεδομένου ότι σύμφωνα με το Σύνταγμα όλοι οι πολίτες είναι ίσοι και έχουν απολύτως τα ίδια δικαιώματα. Και το πρώτο δικαίωμα νομίζω ότι είναι ο σεβασμός στις απόψεις τους, όποιες κι αν είναι. Αν λείψει αυτό το στοιχείο, τότε δεν υπάρχει δημοκρατία αλλά ολοκληρωτισμός. Που στη θέση σας και μετά τις τελευταίες εκλογές στερείται ακόμα και του προσχήματος ότι η κυβέρνησή σας εκφράζει την πλειοψηφία του ελληνικού λαού, δεδομένου ότι το ποσοστό επάνω στο οποίο στηρίζεστε σήμερα δεν υπερβαίνει το 20%. Και επομένως μια καθαρά ολοκληρωτική συμπεριφορά βασισμένη επάνω σε μια ουσιαστικά μικρή μειοψηφία καταντά τελικά επικίνδυνη για τον τόπο, γιατί δεν έχετε το ηθικό δικαίωμα να παίρνετε αποφάσεις τόσο κρίσιμες για το μέλλον της χώρας αγνοώντας τη θέληση της μεγάλης πλειοψηφίας που με κάθε τρόπο προσπαθεί να σας δείξει ότι ο δρόμος που χαράζετε οδηγεί στη διάλυση της κοινωνίας και -πολύ φοβάμαι- και της ίδιας της Πατρίδας μας

Κύριε Πρωθυπουργέ, αθετήσατε όλες τις υποσχέσεις σας, προεκλογικές και μετεκλογικές, σε ό,τι αφορά τους φόρους, τους μισθούς και τις απολύσεις. Γνωρίζετε ότι κλείνουν καθημερινά δεκάδες βιομηχανίες, βιοτεχνίες και καταστήματα χωρίς να σκέφτεστε τι θα γίνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που βρίσκονται ξαφνικά στο δρόμο. Δεν θα σας συγκινεί το γεγονός ότι η ερήμωση εξαπλώνεται με γοργούς ρυθμούς στην ελληνική αγορά που μόλις χθες ακόμα έσφυζε από ζωή. Δεν ανησυχείτε που οι νέοι και νέες μας, κυρίως επιστήμονες, μεταναστεύουν μη μπορώντας να ζήσουν στη χώρα μας; Δεν σας έχει πει κανένας στο περιβάλλον σας ότι ο Λαός μας απελπίζεται, φοβάται, στενάζει, ενώ η χώρα μας καθημερινά βυθίζεται από κάθε άποψη σε μια γενικευμένη ύφεση, της οποίας ουδείς γνωρίζει το τέλος;

Κάνω έκκληση να σταθείτε για λίγο μόνο και μόνο για να κοιτάξετε εσείς προσωπικά κ. Πρωθυπουργέ, να διαπιστώσετε τι συμβαίνει στην πραγματικότητα γύρω σας. Δεν είμαστε εχθροί σας ούτε καν αντίπαλοι. Εάν διαφωνούμε, το κάνουμε από αγνή πρόθεση, γιατί πιστεύουμε ότι ο δρόμος που επιλέξατε είναι εσφαλμένος. Δεν το λέμε αυτό εμείς αλλά η πραγματικότητα. Φτάνει να τη δείτε. Γιατί όλοι μας θέλουμε εξ ίσου να τη σώσουμε απ’ αυτή την τόσο δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται. Όλοι είμαστε διατεθειμένοι να βοηθήσουμε. Χωρίς το παραμικρό αντάλλαγμα. Ας ψάξουμε ειλικρινά να βρούμε ένα καλλίτερο τρόπο που είμαι βέβαιος ότι υπάρχει. Ας σταματήσει το πείσμα. Όλοι κάνουμε λάθη. Μη μας αναγκάσετε να δείξουμε ξανά σε ποιο σημείο μπορεί να φτάσει ένας Λαός απελπισμένος. Μην ξεχνάμε πόσες φορές οι Έλληνες κατάφεραν να μεταβάλουν την απελπισία τους σε δύναμη και τότε αλοίμονο σ’ αυτούς που θα βρεθούν μπροστά τους. Μη σας ξεγελάει το γεγονός ότι σήμερα φερόμαστε ακόμα σαν ζαλισμένα αρνάκια. Σκεφτείτε μόνο με πόσα ψέματα και αυταπάτες έχουν ποτίσει έως σήμερα τους Έλληνες. Κάθε μέρα όμως που εσείς ο ίδιος θα τους βοηθάτε με τις σκληρές σας αποφάσεις να ανακαλύπτουν την αλήθεια, τα αρνάκια θα μεταβάλλονται σε πολίτες υπεύθυνους και αποφασισμένους να πάρουν τη μοίρα τους στα χέρια τους. Αυτό ίσως πάρει λίγο καιρό. Αλλά όταν θα σχηματισθεί το ποτάμι της διεκδίκησης όλων αυτών που μας έχουν κλέψει, τότε καμμιά δύναμη δεν θα σταθεί ικανή να το σταματήσει. Το οργισμένο ποτάμι θα ξέρει καλά προς τα πού θα πρέπει να πάει για να κερδίσει αυτά που του ανήκουν. Σκεφτείτε πότε και πόσοι θέλησαν ως τώρα να το εμποδίσουν τις τελευταίες δεκαετίες και πού βρίσκονται σήμερα. Γιατί είναι ιστορικός Νόμος ο Λαός πάντα να νικά. Φτάνει να το θελήσει. Και θα το θελήσει. Γρήγορα. Πιο γρήγορα απ’ ό,τι μερικοί το περιμένουν.

Και σας ρωτώ για άλλη μια φορά:

Τι συμβαίνει με το Αιγαίο; Είναι αλήθεια ή ψέματα ότι το ΝΑΤΟ μας επέβαλε να το μοιραστούμε μισό-μισό με την Τουρκία; Υπάρχει ή όχι συμφωνία για την παραχώρηση του εναέριου εθνικού μας χώρου στην Ισραηλινή αεροπορία για πολεμικές ασκήσεις; Τι συμβαίνει με το Τουρκικό Προξενείο στην Κομοτηνή και για ποιο λόγο υπάρχουν αυτές οι περίφημες πλωτές γέφυρες που μπορούν σε ελάχιστο χρόνο να ενώνουν δύο ακτές του Έβρου προκειμένου να περάσουν τανκς; Υπάρχει ή όχι οργανωμένη εθνικιστική προπαγάνδα στην Αλβανία και στα Σκόπια με στόχο ελληνικά εδάφη και πώς αντιδρούμε σ’ αυτό; Γιατί σταμάτησε ο αγωγός του Μπουργκάς; Αληθεύει ότι υπήρξαν ευνοϊκές οικονομικές προτάσεις από τη Ρωσία και την Κίνα, τις οποίες απέρριψε η Κυβέρνηση; Σχετικά με το ΔΝΤ εσείς ο ίδιος -ως αρχηγός της αντιπολίτευσης τότε- περιγράφατε με τα μελανότερα χρώματα τις καταστροφικές ιδιότητες του ΔΝΤ σε συνέντευξή σας στον δημοσιογράφο κ. Κούλογλου. Τι μεσολάβησε έκτοτε και αλλάξατε γνώμη; Και γιατί σιωπάτε μπροστά στις αποκαλύψεις έγκυρων ειδικών όπως αυτές της καθηγήτριας Κλάιν, ειδικά για την εφαρμογή στην οικονομία των βάρβαρων μεθόδων της CIA, καθώς και για τις στενές σχέσεις του ΔΝΤ με όλα σχεδόν τα δικτατορικά καθεστώτα του κόσμου; Και αληθεύει ή όχι το γεγονός ότι εσείς μάς οδηγήσατε στην οικονομική μας εξάρτηση από το ΔΝΤ και τους ευρωπαίους συνεταίρους του, στην περίφημη Τρόικα στην οποία παραδώσατε αμαχητί την οικονομία και τις εργασιακές σχέσεις της χώρας; Και γιατί δεν ακολουθείτε το παράδειγμα των Ούγγρων, που υποχρέωσαν τις Τράπεζες και όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις να καταβάλουν τεράστια ποσά αντί να τα παίρνουν από τους εργαζόμενους;

Υπάρχει επίσης το πρόσφατο παράδειγμα του μικρού κράτους του Εσκουαδόρ-Ισημερινού, που χαρακτήρισε το Δημόσιο Χρέος του ως «Χρέος Απεχθές» και αρνήθηκε να το καταβάλει στους δανειστές του. Με αποτέλεσμα να πληρώσει τελικά το ένα τρίτο του συνολικού ποσού. Αποδεικνύοντας έτσι ότι τα φοβερά θηρία (οι δανειστές μας) μπροστά στα οποία τρέμει η Κυβέρνηση, γίνονται αρνάκια όταν αντιμετωπίσουν τη σιδερένια θέληση έως ηγέτη και ενός λαού μικρότερου και πιο αδύνατου από τον δικό μας.

Επίσης θέσαμε το πρόβλημα των πολεμικών επανορθώσεων από τη Γερμανία. Δεν θα ήταν λοιπόν καλλίτερα αντί για ανέξοδες φραστικές επιθέσεις κατά της κ. Μέρκελ, να της ζητήσετε το αυτονόητο, δηλαδή την επανόρθωση από μέρους της Γερμανίας αυτής της μεγάλης αδικίας, η οποία έγινε κατ’ εξαίρεση και μόνο κατά της χώρας μας, αντί να της προσφέρετε και άλλα κέρδη με νέες αγορές πολεμικού υλικού… Και τέλος πώς φτάσατε στο σημείο αυτός ο Πρόεδρος μάλιστα της Σοσιαλιστικής Διεθνούς να φερθεί χειρότερα και από τον Μεταξά καταργώντας τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, που ένας δικτάτορας καθιέρωσε κάτω από την πίεση των εργαζομένων από την δεκαετία του ΄30; Πώς τολμάτε να μας πάτε 80 χρόνια πίσω; Τι νομίζει τάχατες ο κ. Πρωθυπουργός, η Κυβέρνηση και οι Βουλευτές του, ότι όλα αυτά τα θέματα που αναφέραμε και που έχουν να κάνουν με την Ακεραιότητα και την Ασφάλεια της χώρας, καθώς και με τις κατακτήσεις και τα δικαιώματα του λαού, θα περάσουν έτσι, «στο ντούκου» που λέει ο Λαός; Δεν καταλαβαίνουν ότι επωμίζονται όλοι βαρύτατες ευθύνες, για τις οποίες κάποτε θα αναγκαστούν να λογοδοτήσουν όχι μόνον απέναντι στον Λαό και στην Ιστορία αλλά ακόμα και απέναντι στην Ελληνική Δικαιοσύνη; Ας πάψουν λοιπόν να μας υποτιμούν και να πιστεύουν ότι επειδή σήμερα κυβερνούν χάρη σ’ ένα διάτρητο Σύνταγμα που επιτρέπει σε μια μικρή μειοψηφία να ασκεί εξουσία σε βάρος της συντριπτικής πλειοψηφίας, αυτή η κατάσταση μπορεί να διαρκέσει.

Ήδη αυτή τη στιγμή μπαίνουν τα θεμέλια, ώστε αυτή η σιωπηλή και διάσπαρτη πλειοψηφία των Ανεξάρτητων Πολιτών να μπορέσει να εκφραστεί συλλογικά και ενιαία. Και τότε θα δούμε ποιος θα γελάσει τελευταίος.

Πιστεύω ότι εκεί που έφτασαν τα πράγματα δεν υπάρχει άλλη λύση από τη φωνή του Λαού. Η οργή του Λαού πρέπει να μετουσιωθεί σε μια τέτοια κραυγή, που να συγκλονίσει συθέμελα το σάπιο οικοδόμημα της Εξάρτησης, που μας οδηγεί κατ’ ευθείαν στο απόλυτο Χάος. Δεν υπάρχει άλλη λύση! Γι’ αυτό σας καλούμε όλους και όλες να μπείτε από αύριο κιόλας σ’ αυτό τον υπέρτατο αγώνα, όλοι μαζί ενωμένοι σφιχτά σα μια γροθιά με μόνο μία σκέψη, την αγάπη για την Πατρίδα. Ας αφουγκραστούμε το Λαό και με χιλιάδες «Σπίθες»-Επιτροπές Πρωτοβουλίας ας τον βοηθήσουμε να πάρει επί τέλους την τύχη της χώρας στα χέρια του. Το πώς και το πότε θα το κρίνουν οι εξελίξεις και ο ίδιος ο Λαός. Η δική μας σκέψη θα οδηγεί σταθερά στους μεγάλους στόχους που θέσαμε: την Εθνική Ανεξαρτησία, την Λαϊκή Κυριαρχία, την Πατριωτική Αναγέννηση και τη βαθειά μας πίστη ότι η Ελλάδα ανήκει στην Ελλάδα και μόνο στην Ελλάδα

Με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να θέσω στην κρίση σας και στην κρίση όλου του Ελληνικού Λαού δύο βασικές μου σκέψεις, η μία από τις οποίες αφορά την οικονομία της χώρας και η άλλη την εθνική μας ασφάλεια:

Ξέρουμε όλοι ότι το βασικό επιχείρημα της Κυβέρνησης για να δικαιολογήσει την εξάρτηση της χώρας από τις Τράπεζες της Αμερικής και της Ευρώπης και κατ’ επέκταση την πλήρη μας εξάρτηση, είναι η ανάγκη για δανεισμό. Επίσης γνωρίζουμε καλά σε ποιο σημείο μας έχει οδηγήσει αυτή η τακτική των δανείων με τους υψηλούς τόκους. Γνωρίζουμε ακόμα ότι ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων μας πηγαίνει καταναγκαστικά στην αγορά όπλων από τις ΗΠΑ, Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία. Και η ερώτησή μου είναι, ποιος μας εμποδίζει να αναζητήσουμε άλλους τρόπους με στόχο Πρώτον την εξόφληση εάν είναι δυνατόν ολόκληρου του Χρέους μας, Δεύτερον τον δανεισμό από άλλες πηγές με πολύ χαμηλότερους τόκους και Τρίτον την εξόφληση του μελλοντικού μας χρέους (που θα είναι απείρως χαμηλότερο) με συμφωνίες με τη μορφή κοινοπραξιών με μικτές Εταιρίες, που θα έχουν στόχο την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών μας πηγών με όρους αυστηρούς σε ό,τι αφορά τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Έχουμε ήδη το παράδειγμα της Cosco, τη συμφωνία για τον αγωγό του Μπουργκάς και την προσφορά 100 δισ. Ευρώ εκ μέρους της Ρωσίας για την επισκευή των πολεμικών τους πλοίων στη Σύρο. Τέτοιου είδους κοινοπραξίες μπορεί να έχουν στόχο την ανάδειξη των λιμανιών μας, την εκμετάλλευση του υπεδάφους, τουριστικές υποδομές και ο,τιδήποτε άλλο βοηθά την οικονομική μας ανάπτυξη χωρίς τον εφιάλτη των υπέρογκων τόκων που μας έχουν μεταβάλει σε Λαό υπόδουλο στους δανειστές μας.

Η δική μου προσωπική απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ότι τίποτα δεν μπορεί να μας εμποδίσει πια και ότι είμαστε ελεύθεροι να κοιτάξουμε το συμφέρον μας. Φτάνει βεβαίως να το θελήσει ο ίδιος ο Ελληνικός Λαός και οι δύο χώρες που μνημόνευσα, η Ρωσία και η Κίνα. Εμείς φυσικά παραμένουμε στην Ευρώπη, απαλλαγμένοι όμως από τις αποικιακού τύπου οικονομικές σχέσεις που μας έχουν επιβάλει και από την υποχρέωσή μας να πλουτίζουμε τις πολεμικές βιομηχανίες δαπανώντας κάθε χρόνο δεκάδες δισ. Ευρώ με όλες τις δραματικές συνέπειες για τον Λαό μας.

Προσθέτω εδώ, ότι μια ενθαρρυντική απάντηση κατ’ αρχήν από τις Επιτροπές Πρωτοβουλίας και κατ’ επέκταση από τους Πολίτες, θα μας έδινε όλους φτερά, και βέβαια και στους εκπροσώπους των Συλλόγων που συμμετέχουν στη σημερινή μας εκδήλωση, ώστε να αρχίσουμε από τώρα τις αναγκαίες προκαταρκτικές βολιδοσκοπήσεις για την επίτευξη αυτού του μεγάλου στόχου. Σε περίπτωση φυσικά που θα το ενέκρινε ο Ελληνικός Λαός.

Η δεύτερη σκέψη μου αφορά το ΝΑΤΟ. Δεν προτείνω φυσικά να βγούμε από το ΝΑΤΟ σήμερα κιόλας, γιατί κάτι τέτοιο μέσα στις παρούσες συνθήκες θα είναι κάπως δύσκολο. Γνωρίζω όμως ότι θα ικανοποιούσε τον Ανδρέα Παπανδρέου αλλά μάλλον όχι τους πάλαι ποτέ οπαδούς του, γιατί φοβάμαι ότι σήμερα δεν συμφωνούν με τον παλιό εαυτό τους.

Τα ερωτήματά μου είναι δύο: Το πρώτο αφορά τους σημερινούς εχθρούς των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Αφού οι χτεσινοί δεν υπάρχουν πια. Για να συμμετέχουμε στο ΝΑΤΟ, αυτό σημαίνει ότι οι εχθροί του είναι και δικοί μας εχθροί. Είναι λοιπόν και δικοί μας εχθροί οι Σέρβοι, οι Ρώσοι, οι Αφγανοί, οι Ιρακινοί και οι Ιρανοί; Και για ποιο λόγο;

Το δεύτερο ερώτημά μου αφορά το Αιγαίο. Ο κ. Νταβούτογλου λέει και ξαναλέει ότι με τον «Γιώργο» (έτσι αποκαλεί τον Έλληνα Πρωθυπουργό) κάνουν μπίζνες στο Αιγαίο. Που σημαίνει φυσικά ότι πίσω από τις μπίζνες αυτές κρύβεται το ΝΑΤΟ και το αφεντικό του οι ΗΠΑ. Θέλουμε λοιπόν να μάθουμε εάν αυτά που λέει ο Τούρκος αξιωματούχος είναι αληθινά και εάν είναι, τότε τι είδους μπίζνες είναι αυτές; Δεν τους φτάνουν στο ΝΑΤΟ που αποφάσισαν να παραχωρήσουν το μισό Αιγαίο στην Τουρκία; Τι άλλο θέλουν τώρα; Τι άλλο επιδιώκουν;

Στα 1975, μέσα στα πλαίσια της προσπάθειάς μου για την Ελληνοτουρκική Φιλία, μίλησα νομίζω πρώτος εγώ για την προοπτική συνεκμετάλλευσης των κοιτασμάτων του Αιγαίου, που θα έφερναν πιο κοντά τις δύο χώρες.

Ερευνώντας τότε, έμαθα ότι οι ΗΠΑ τα είχαν κατατάξει στα στρατηγικά τους αποθέματα και για τον λόγο αυτόν δεν θα επέτρεπαν να βγουν στην επιφάνεια, παρά μόνο όταν εκείνες θα τα είχαν ανάγκη αποκλειστικά για δικά τους συμφέροντα. Τα σήριαλ των συγκρούσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στο Αιγαίο επιβεβαιώνουν την άποψη αυτή και δείχνουν καθαρά ότι πίσω από τις ενέργειες των δύο κυβερνήσεων υπήρχε ο αμερικανικός δάκτυλος που δημιουργούσε αυτές τις βασικά εικονικές κρίσεις, με σκοπό να αποτραπεί μονομερής είτε κοινή απόπειρα εκμετάλλευσης. Πλην όμως όπως αναφέρει ο καθηγητής Θεόδωρος Καρυώτης, εδώ και πάνω από 25 χρόνια, η έννοια της υφαλοκρηπίδας έχει υπερκερασθεί από αυτή της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Η σύμβαση του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας αναφέρει ρητά (άρθρο 121 παρ. 2) ότι όλα τα νησιά διαθέτουν ΑΟΖ και ότι η ΑΟΖ και η υφαλοκρηπίδα ενός νησιού καθορίζονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τον οποίο καθορίζονται και για τις ηπειρωτικές περιοχές.

Επομένως η Τουρκία δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει για την ΑΟΖ τα ίδια επιχειρήματα που προβάλλει για την υφαλοκρηπίδα των νησιών του Αιγαίου, ότι δηλαδή τα νησιά μας δεν διαθέτουν υφαλοκρηπίδα ή ότι κάθονται επάνω στην υφαλοκρηπίδα της Ανατολίας. Επί πλέον η Σύμβαση έχει καταργήσει την γεωλογική έννοια της υφαλοκρηπίδας κι έτσι η Τουρκία έχει χάσει ένα άλλο επιχείρημα.

Άλλωστε για το λόγο αυτόν, για να μειώσει την έκταση της υφαλοκρηπίδας, η Τουρκία μας ανάγκασε να περιορίσουμε τα εθνικά μας ύδατα στα 6 μίλια αντί για τα 12 που προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο, με την απειλή πολέμου, το περίφημο Casus Belli, που ισχύει ακόμα. Και οι Κυβερνήσεις και των δύο κομμάτων εξουσίας έσπευσαν να συμμορφωθούν προς τας υποδείξεις. Η Κίνησή μας θα επιδιώξει να ξαναγυρίσουμε στα 12 μίλια έχοντας φροντίσει παράλληλα να καταστήσουμε τη χώρα μας απόρθητο φρούριο με εκατοντάδες πυραύλους, χάρη στους οποίους θα μπορούμε να ξαναπούμε σε όσους μας απειλούν «ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ».

Ζητώ συγγνώμη για την αναφορά μου σε τεχνικές λεπτομέρειες λίγο-πολύ άγνωστες στο μεγάλο κοινό, που όμως θα μας βοηθήσουν να καταλάβουμε καλλίτερα το παιχνίδι που παίζεται στο Αιγαίο εδώ και πολλά χρόνια και από τις δύο εξαρτημένες από τις ΗΠΑ κυβερνήσεις με αποκορύφωμα το μυστήριο που κρύβεται πίσω από τις πρόσφατες ελληνοτουρκικές επαφές κορυφής.

Γιατί άραγε από το 1982 έως σήμερα η Ελλάδα δεν έχει καθορίσει το δικό της ΑΟΖ, όπως έχουν κάνει όλες σχεδόν οι χώρες του κόσμου, όπως και η Τουρκία στην Μαύρη Θάλασσα; Γιατί όταν η Κύπρος δημιούργησε στα 2004 το δικό της ΑΟΖ και κάλεσε την Ελλάδα να κάνει το ίδιο, ώστε να ενωθούν τα δύο ΑΟΖ, εμείς αρνηθήκαμε; Μέσα σ’ αυτό το κοινό ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου θα έμπαινε φυσικά και το Καστελλόριζο.

 

Μήπως για τον λόγο αυτόν η Ελλάδα φοβήθηκε την Τουρκία και έκανε πίσω; Εδώ η Κύπρος δεν την έλαβε υπ’ όψιν και συνήψε συνθήκη με το Ισραήλ για τα δικά τους ΑΟΖ που αφήνει την Τουρκία απ’ έξω…

Λέγεται ότι μεγάλα κοιτάσματα βρίσκονται στο τρίγωνο ανάμεσα στο Καστελλόριζο, στην Κρήτη και στην Κύπρο. Και για τον λόγο αυτό κατά το τελευταίο διάστημα η Τουρκία έχει αναπτύξει ιδιαίτερη δραστηριότητα στο Καστελλόριζο, που ως φαίνεται επιδιώκει να εξαιρεθεί από το ελληνικό ΑΟΖ. Θα περιμένουμε να δούμε τα αποτελέσματα των σχετικών συνομιλιών. Ας κρατήσουμε προς το παρόν ως δεδομένα

Πρώτον ότι με τη νέα Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας αλλάζουν ριζικά τα δικαιώματά μας ως προς το Αιγαία.

Δεύτερον ότι το Καστελλόριζο ανήκει αποκλειστικά στο ελληνικό ΑΟΖ και ως εκ τούτου εμποδίζει την Τουρκία να έχει κοινά σύνορα ΑΟΖ με την Αίγυπτο.  Και

Τρίτον για τον λόγο αυτόν η Αίγυπτος υπαναχώρησε –πιεζόμενη από την Τουρκία- και δεν υπεγράφη η συμφωνία για τα σύνορα του ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου. Το ίδιο έκανε και η Αλβανία επίσης κάτω από την πίεση τους Τουρκίας. Πρόκειται για ένα χορό εκατοντάδων δισ. Ευρώ, ένα παιχνίδι που παίζεται εδώ και πολλά χρόνια στην πλάτη μας χωρίς να ενημερωθεί όχι μόνο ο ελληνικός λαός αλά ακόμα και η Βουλή των Ελλήνων. Με πρωταγωνιστές τις δύο Κυβερνήσεις και όποια και όσα διεθνή συμφέροντα κρύβονται πίσω τους.

Τέλος με την αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας σε συνδυασμό με τη δική μας κρίση, είναι ενδεχόμενο οι ΗΠΑ να έχουν βρει κάποια λύση που να τις συμφέρει και σε συνεννόηση με την Τουρκία να μας υποχρεώσουν σε υποχώρηση και μάλιστα σε μια στιγμή που η νέα Σύμβαση Θαλασσών μας δίνει όπως είδαμε ένα μεγάλο πλεονέκτημα ως προς την εκμετάλλευση ενός πολύτιμου μέρους του εθνικού μας πλούτου.

Γνωρίζω εκ των προτέρων ως β΄ κατηγορίας πολίτης, ότι θα αγνοηθώ μεγαλοπρεπώς από την Κυβέρνηση και τα ΜΜΕ που ελέγχει. Γι’ αυτό το λόγο απευθύνω την ερώτηση σε σας, τους απλούς πολίτες, μαζί με την προτροπή να αφήσετε κατά μέρος την παθητική σας στάση και με κάθε τρόπο να απαιτήσετε τα δικαιώματα που έχετε ως οι μόνοι «ιδιοκτήτες» αυτής της χώρας. Δεν είστε ένοικοι ούτε παρίες. Είστε τα Αφεντικά και θα πρέπει να το αποδείξετε στην πράξη.

Στο σημείο αυτό θεωρώ αναγκαίο να υπενθυμίσω συνοπτικά τις βασικές τομές που προτείνω να γίνουν για την έξοδο από την κρίση και προ παντός για την κατάκτηση της Εθνικής μας Ανεξαρτησίας και που παρουσίασα στην ομιλία μου την πρώτη του Δεκέμβρη.

Πρώτον: Να εγκαταλείψουμε το δόγμα «Ανήκομεν εις την Δύσιν» και να το αντικαταστήσουμε με τη θέση «Ανήκουμε στην Ελλάδα και μόνο στην Ελλάδα». Που σημαίνει ότι θα πρέπει να μπορούμε να συνάπτουμε συμφωνίες κάθε είδους με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον της χώρας. Οικονομικές, στρατιωτικές, καθώς και σύμφωνα φιλίας και αλληλοβοήθειας. Χωρίς να ανήκουμε, δηλαδή χωρίς να είμαστε εξαρτημένοι από κανένα. Από δω και πέρα ο ορίζοντας θα έχει και πάλι για μας τέσσερα σημεία: Ανατολή, Δύση, Βορρά και Νότο.

Δεύτερον: Η Δύση μας πλήγωσε, μας ταπείνωσε και μας υποχρέωσε να της παραχωρήσουμε εθελοντικά την κηδεμονία της χώρας με τη σύναψη συμφωνιών που θίγουν τα ίδια τα κυριαρχικά μας δικαιώματα.

Τρίτον: Οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ μηχανορραφούν με τους εθνικιστικούς κύκλους της Τουρκίας, της Αλβανίας και των Σκοπίων, που διεκδικούν φανερά ελληνικά συμφέροντα στην Βόρειο Ελλάδα, στην Ανατολική Μακεδονία, στο Αιγαίο και στην Κύπρο, ενώ εμείς εξακολουθούμε να είμαστε εξαρτημένοι από τις ΗΠΑ και εγκλωβισμένοι στο ΝΑΤΟ. Πρόκειται για μια σχιζοφρενική κατάσταση από την οποία οφείλουμε να απαλλαγούμε.

Τέταρτον: Επειδή η εχθρική μας περικύκλωση στηρίζεται φανερά από τους υποτιθέμενους συμμάχους και προστάτες μας, για να σωθεί η χώρα μας από ενδεχόμενες εχθρικές ενέργειες, Πρώτον πρέπει να υπάρξει ένα Νέο Αμυντικό Δόγμα έξω από τον έλεγχο του ΝΑΤΟ και Δεύτερον να αναζητηθούν τα αναγκαία αμυντικά μέσα από άλλες χώρες δηλαδή την Ρωσία και την Κίνα.

Πέμπτον: Επίσης δεν μας μένει άλλος τρόπος για να απαλλαγούμε από τις δαγκάνες του ΔΝΤ και των Τραπεζών της Ευρώπης εκτός από την εξασφάλιση του αναγκαίου κεφαλαίου  και πάλι από την Ρωσία και την Κίνα, με την ελπίδα ότι οι όροι που θα μας θέσουν θα είναι συμβατοί με τα εθνικά μας συμφέροντα.

Για να πραγματοποιηθούν αυτές οι πέντε βαθειές τομές είναι ανάγκη:

Να ερωτηθεί ο Ελληνικός Λαός, ο οποίος και θα λάβει την τελική απόφαση.

Να συμφωνήσουν μαζί μας η Ρωσία και η Κίνα.

Να διαπραγματευτούμε με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ για φιλικό διακανονισμό διατηρώντας εάν κι αυτοί το θελήσουν, τον όποιο βαθμό συνεργασίας συμφωνηθεί και από τις δύο πλευρές. Το ίδιο και με την Ευρώπη.   Και

Έκτον: Να επικεντρώσουμε όλες μας τις δυνάμεις, ώστε κατ’ αρχήν το οικονομικό μας πρόβλημα να μπορέσει να λυθεί κατά ένα μεγάλο μέρος από μας τους ίδιους. Για το σκοπό αυτό θα πρέπει να εκπονηθεί από τον ίδιο τον Λαό μας ένα λεπτομερές, επιστημονικά ορθό και ρεαλιστικά εφαρμόσιμο πρόγραμμα αξιοποίησης του δυναμικού της χώρας. Έμψυχου και υλικού.

Αγαπητοί φίλοι,

Σε κάθε τέτοια πρόταση για ριζική στροφή στην πολιτική που ακολουθούμε έως σήμερα, το ερώτημα που ακούω είναι «Μα θα το επιτρέψουν οι Αμερικανοί;». Γεγονός που δείχνει πόσο πολύ είναι ο λαός μας διαβρωμένος από τη βεβαιότητα ότι είμαστε εξαρτημένοι από τους ξένους και γι’ αυτό είμαστε καταναγκασμένοι να εφαρμόζουμε κατά γράμμα όλες τις οδηγίες-εντολές που προέρχονται από τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την Ευρώπη των Τραπεζών και να ψηφίζουμε τους πολιτικούς και τα κόμματα που γνωρίζουμε ότι έχουν την εύνοια των ξένων. Άλλωστε είδαμε τι πάθαμε όταν θύμωσαν μαζί μας τα Μεγάλα Αφεντικά, όταν ξεσηκωθήκαμε στη δεκαετία του ΄60 με βασικό αίτημα τη Δημοκρατία και μας επέβαλαν την εφτάχρονη Δικτατορία κι αμέσως μετά το Πολυτεχνείο μας τιμώρησαν δίνοντας πράσινο φως στους Τούρκους να καταλάβουν στρατιωτικά το 40% της Κύπρου… Θυμάμαι τον Μητσοτάκη να μου λέει στου Μαξίμου «Φαίνεται πως ο Λευκός Οίκος με έχει διαγράψει και τώρα θα πρέπει να περιμένω το τέλος». Και όταν ο αδελφός μου ο Γιάννης του είπε «Και γιατί δεν αντιδράτε κύριε Πρόεδρε;» του απάντησε «Τι θέλεις να κάνω; Να βγω και να φωνάζω “Έξω οι Αμερικανοί“; ».

Και ποιος αμφιβάλλει για την οργή των Αμερικανών που προκάλεσε ο Κώστας Καραμανλής με τα ανοίγματά του προς τους Ρώσους και τους Κινέζους και κυρίως για το ΟΧΙ που τόλμησε να πει στον Μπους κατά πρόσωπο στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι εμποδίζοντας τα Σκόπια να μπουν στη Μεγάλη Στρατιωτική Συμμαχία.

Αυτές είναι αλήθειες που κανείς δεν τις συζητά, γιατί οι μεν είναι φοβισμένοι και οι άλλοι, οι εξουσιαστές (πολιτικοί και δημοσιογράφοι) γαντζωμένοι στο άρμα της εξάρτησης. Όμως όλα αυτά τα φοβερά έχω την βεβαιότητα ότι έπαψαν πια να αποτελούν κίνδυνο για την Ελλάδα και τον Ελληνικό Λαό και αφορούν μόνο τις Εξουσίες. Δηλαδή σήμερα οι Αμερικανοί έχουν τη δύναμη να επεμβαίνουν μονάχα στις σφαίρες της οικονομικής και της πολιτικής Εξουσίας. Δηλαδή στην επιφάνεια της εθνικής μας ζωής και όχι στον Λαό στην περίπτωση που εκείνος θα είχε τη δυνατότητα και το θάρρος να αποφασίσει ανεξάρτητος και ελεύθερος σύμφωνα με τα δικά του συμφέροντα και τη δική του θέληση χωρίς να ρωτήσει κανένα.

Εγώ ο ίδιος ομολογώ ότι συνεργάστηκα για τη Λύση Καραμανλή αναγνωρίζοντας τη δύναμη της εξάρτησής μας από τους Αμερικανούς και προβαίνοντας εν γνώσει μου σε συμβιβασμό. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι στα 1973 που μίλησα για την Λύση Καραμανλή, είχαν περάσει μόλις 23 χρόνια από το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, δηλαδή τότε που η Αμερικανοκρατία διοικούσε ουσιαστικά την Ελλάδα έχοντας διεισδύσει βαθειά στον Στρατό, στην Αστυνομία, την Οικονομία, το Κράτος, στο Πολιτικό Σύστημα με κύριο όργανό τους τον θρόνο. Και από τις 21 Απριλίου του 1967 είχε επιβάλει καθεστώς ανοιχτής στρατιωτικής δικτατορίας.

Θυμάμαι ότι όταν στην Ουάσιγκτον στα 1974 κάποιος Αμερικανός αξιωματούχος με ρώτησε ποιο θα ήταν το όφελός μας με τη «Λύση Καραμανλή», του είπα «Σήμερα με την Χούντα έχετε το 100%. Με την «Λύση Καραμανλή» θα αποκτήσουμε το 50% προς το παρόν…».

Ήξερα λοιπόν από πρώτο χέρι ότι είμαστε υποχρεωμένοι να συμβιβαστούμε, γιατί τότε είχαν το 100% στον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων, του αστυνομικού κράτους και του διαβρωμένου κρατικού και δημόσιου τομέα…

Όμως μ’ αυτές τις τρεις λέξεις που τους είπα, «προς το παρόν» εννοούσα τη μέρα που θα φτάσει και που ο κίνδυνος για μια επανάληψη του 1967 θα έχει εκλείψει. Κι αυτή η μέρα είναι το σήμερα! Και γι’ αυτό ξαναβγήκα στις επάλξεις. Γιατί βλέπω ότι εκτός από την αδυναμία των Αμερικανών να παρέμβουν δυναμικά, επί πλέον το δικό τους πολιτικό-οικονομικό οικοδόμημα, δηλαδή όλες οι εξαρτημένες δυνάμεις πολιτικές, οικονομικές και προπαγανδιστικές βρίσκονται σε τροχιά οικονομικής, πολιτικής και ηθικής διάλυσης.

Θέλω λοιπόν να σας πω ξεκάθαρα: Πιστεύω ακράδαντα ότι ο ουσιαστικός συσχετισμός δυνάμεων σήμερα μας βοηθά ώστε η μοναδική πατριωτική λύση να βρίσκεται κατά 100%, αποκλειστικά στην ελεύθερη θέληση του Ελληνικού Λαού. Ας το καταλάβουν όλοι καλά. Είμαστε ελεύθεροι! Φτάνει μονάχα να το πιστέψουμε και οι ίδιοι, ώστε να γυρίσουμε οριστικά την πλάτη στους φανερούς και τους κρυφούς φίλους και συνεργάτες των Αμερικανών κάθε λογής και να οργανώσουμε την ενότητα του Λαού στη βάση της Ανεξαρτησίας της χώρας και της ελευθερίας του Λαού να επιλέξει κυριαρχικά τις λύσεις του τον συμφέρουν.

Τελειώνοντας θα ήθελα να επανέλθω στο πρόβλημα της ξένης εξάρτησης, διότι υποθέτω ότι η πλειοψηφία αν όχι το σύνολο των Ελλήνων την συνδέει με την παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων κατοχής είτε με εμφανείς μηχανισμούς καταστολής. Όπως όμως είδαμε, μπορεί να υπάρξει εξάρτηση και μάλιστα από ξένες δυνάμεις με πολλούς άλλους τρόπους ραφιναρισμένους και αόρατους για τους ανύποπτους πολίτες, ειδικά όπως από το 1974 έως σήμερα, όπου μετά την πτώση της χούντας περάσαμε στο καθεστώς της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Σας ανέφερα πιο πριν την προσωπική μου πείρα που επειδή από τον Ιανουάριο του 1973 όταν το ΚΚΕ και ο Ανδρέας Παπανδρέου απέκλεισαν κάθε δυνατότητα ενότητας των αντιστασιακών δυνάμεων δηλαδή τη μοναδική δυνατότητα για την απαλλαγή μας από τη χούντα βασισμένοι στη θέληση και τη δύναμη του λαού ανέλαβα την ιστορική ευθύνη να φορτωθώ το βάρος για τη «Λύση Καραμανλή» η οποία θα μας απήλλασσε μεν από τους στρατιωτικούς, όμως θα είχε συγχρόνως δύο εξόχως αρνητικά χαρακτηριστικά, ότι πρώτον θα έδινε συγχωροχάρτι στους εθνικόφρονες πολιτικούς που ήταν και οι κύριοι υπεύθυνοι για την έλευση της χούντας και δεύτερον θα διαιώνιζε την κυριαρχική παρουσία των Αμερικανών με ηπιότερο χαρακτήρα. Όπως και έγινε. Και επειδή οι υπεύθυνοι αξιωματούχοι των ΗΠΑ ειδικά μετά το Πολυτεχνείο έψαχναν κι αυτοί τρόπους για να απαλλαγούν από τους στρατιωτικούς και συμφωνούσαν μαζί μου για τη Λύση Καραμανλή, με κάλεσαν στην Ουάσιγκτον τον Ιούνιο του 1974 να μεσολαβήσω, προκειμένου να δεχθεί ο Καραμανλής να αναλάβει αυτόν τον ρόλο.

Δεν μετανοιώνω για το ιστορικό έργο που ανέλαβα, διότι πρώτον θεώρησα ότι η εξάρτηση σε συνθήκες δικτατορίας είναι βαθύτερη και σκληρότερη παρά σε καθεστώς κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και δεύτερον γιατί ήλπιζα ότι μέσα στις νέες συνθήκες θα είχαμε κυρίως σαν Αριστερά τη δυνατότητα να παλέψουμε, ώστε να απαλλαγούμε κάποτε από αυτή. Εξ ου και οι προσπάθειές μου για την Ενότητα της Αριστεράς, που δυστυχώς δεν ευοδώθηκαν. Φρόντισε όμως ο χρόνος  και άλλοι παράγοντες όπως το ΠΑΣΟΚ της πρώτης τετραετίας, ώστε οι Αμερικανοί να χάσουν τα κύρια φρούρια δικτατορικού ελέγχου της χώρας μας: τις ένοπλες δυνάμεις, την αστυνομία, καθώς και ευαίσθητους τομείς του Κρατικού Μηχανισμού, έτσι  που να μην μπορούν πια να μας απειλούν με τους γνωστούς τρόπους, οι οποίοι επιμένουν σαν εφιάλτες να παραλύουν το λαό μας, που εξακολουθεί να πιστεύει ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει  χωρίς την έγκριση των Αμερικανών.

Γι’ αυτό το λόγο θέλω να βροντοφωνάξω για να ακουστεί από όλους τους Έλληνες ότι δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα για ένα νέο 1967. Η δε υπαρκτή επιρροή των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της Ευρώπης των Τραπεζών είναι βέβαιο ότι μπροστά στο ενδεχόμενο μιας απόφασης του ελληνικού λαού για ριζοσπαστικές λύσεις, θα συνεργαστούν μαζί μας , φτάνει να μη θιγούν βασικά στρατηγικά τους συμφέροντα. Και  γι’ αυτό το λόγο ανέφερα ήδη ότι οι δικές μας επιδιώξεις θα πρέπει να αποβλέπουν στη διασφάλιση των εθνικών και λαϊκών μας συμφερόντων είτε με τη σύναψη συμφωνιών με διάφορες χώρες  είτε με την εξάλειψη των όρων που θίγουν τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, την οικονομική μας ανάπτυξη και την εξάρτηση από διεθνή κέντρα που είτε μας υποδουλώνουν οικονομικά (όπως με το Μνημόνιο και την Τρόικα) είτε μας συμπαρασύρουν σε ενέργειες οι οποίες δεν είναι σύμφωνες με την προσήλωσή μας στην παγκόσμια Ειρήνη και τον σεβασμό της ακεραιότητας όλων των λαών, (όπως η στρατιωτική συνεργασία με το Ισραήλ).

Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις πιστεύω ότι είμεθα απολύτως ελεύθεροι να προχωρήσουμε χωρίς καθυστέρηση για τη σωτηρία και την αναγέννηση της πατρίδας. Ελεύθεροι, Ελεύθεροι, Ελεύθεροι.

Γεια σας.

 

ΠΗΓΗ: http://www.spitha-kinima.org/2010-12-10-15-01-54/5-2010-12-10-15-00-56/39-rex.html

Η άλωση της εθνικής κυριαρχίας

Η άλωση της εθνικής κυριαρχίας

 

Αλίευση από τα «Επίκαιρα»

 

 

Όταν ο Γιώργος Παπανδρέου, προ της εισόδου μας στο μηχανισμό στήριξης… προειδοποιούσε ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να απολέσει μέρος της εθνικής κυριαρχίας της, ελάχιστοι κατάλαβαν τι ακριβώς εννοούσε και ακόμα λιγότεροι συνειδητοποιούσαν πώς αυτό θα μεταφραζόταν στην πράξη για τη χώρα και τον καθένα από εμάς. Τώρα που όντως έχουμε απολέσει ένα κομμάτι της εθνικής κυριαρχίας, και μαζί της εθνικής και προσωπικής αξιοπρέπειας, γίνονται σταδιακά αντιληπτά τρία ακόμη πράγματα: Ότι η απώλεια κυριαρχίας ίσως να μην είναι βραχυπρόθεσμη, όπως οι περισσότεροι πιστεύουν και ελπίζουν, ότι μαζί με την κυριαρχία επαπειλείται και απώλεια δημόσιου πλούτου και ότι η απώλεια των κοινωνικών/εργασιακών κεκτημένων, η μετατροπή των Ελλήνων σε είλωτες, δεν αποτελεί παρένθεση.

Η συνταγή της επιτυχίας

 

Η συνταγή του ΔΝΤ, όπου εφαρμόστηκε, δεν αποσκοπούσε μόνο στην αντιμετώπιση μιας οικονομικής κρίσης. Η κρίση είναι το όχημα για την είσοδο «αφανών» δυνάμεων που επιβάλλουν συγκεκριμένες πολιτικές και έχουν ξεκάθαρες προθέσεις: Στόχος ήταν και παραμένει η αρπαγή του εθνικού πλούτου των χωρών και η βίαιη προσαρμογή των κοινωνιών σε μέτρα και σταθμά που εξυπηρετούν ένα ακραία νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο. Αυτό προϋποθέτει την εκούσια παράδοση εξουσιών από το κράτος στους «σωτήρες», μεταβίβαση η οποία γίνεται υπό το κράτος του πανικού που δημιουργεί στους λαούς και στις κυβερνήσεις η εκάστοτε κρίση και με την υπόσχεση ότι θα τους παρασχεθεί βοήθεια και «θεραπεία», ώστε να αποτραπούν τα χειρότερα. Σχεδόν κανείς δεν έχει πλέον αμφιβολία για το τι πραγματικά «παίχτηκε» με την περίπτωση της Ελλάδας, με μοχλό την όντως επί χρόνια κακή οικονομική διακυβέρνηση της χώρας, η οποία εξάντλησε τα όριά της, πλην όμως τώρα είναι αργά.

 

Ανατριχιαστικές ομοιότητες

 

Η Ναόμι Κλάιν στο βιβλίο της Το δόγμα του σοκ περιγράφει με άμεσο τρόπο τη λειτουργία της «μηχανής» στην οποία εγκλωβίζονται οι χώρες. Αναλύοντας σε ένα από τα κεφάλαια τα όσα διαδραματίστηκαν στην Αργεντινή όταν ανέλαβε το ΔΝΤ, αφού σημειώνει ότι «…οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι σε περιόδους κρίσης –είτε αφορά την κατάρρευση της οικονομίας είτε, όπως θα αποδείκνυε η κυβέρνηση Μπους, μια τρομοκρατική επίθεση– να εκχωρήσουν ένα πολύ μεγάλο μέρος της εξουσίας σε όποιον διατείνεται ότι διαθέτει μία μαγική λύση», παραθέτει τα αποκαλυπτικά λόγια του ίδιου του τότε υπουργού Οικονομικών Ντομίνγκο Καβάγιο. Ο Καβάγιο παραδέχεται ότι η κρίση αποτελεί ευκαιρία να περάσουν «μεταρρυθμίσεις», διότι ο κόσμος μέσα στην ανησυχία του είναι δεκτικός σε όποιον υπόσχεται να τον σώσει: «Γι’ αυτό το λόγο ζητούν από την κυβέρνηση: “Σας παρακαλούμε, κάντε κάτι”. Αν η κυβέρνηση παρουσιάσει ένα καλό πρόγραμμα σταθεροποίησης, τότε έχει την ευκαιρία να συνοδεύσει το σχέδιο με άλλες μεταρρυθμίσεις… Οι πιο σημαντικές μεταρρυθμίσεις συνδέονται με το άνοιγμα της οικονομίας, με την απορρύθμιση και με τις ιδιωτικοποιήσεις». Σας θυμίζει κάτι «το άνοιγμα της οικονομίας»; Μήπως το άνοιγμα των «κλειστών» επαγγελμάτων; Η απορρύθμιση; Μήπως τα εργασιακά; Οι ιδιωτικοποιήσεις κάτι πρέπει να σας θυμίζουν. Το επικείμενο πέρασμα, π.χ., στρατηγικού χαρακτήρα κερδοφόρων οργανισμών του Δημοσίου, ακόμα και του νερού που πίνουμε, σε ιδιώτες.

Η Κλάιν αναφέρει και κάτι άλλο ενδιαφέρον, το οποίο όμως στη δική μας περίπτωση το γνωρίζουμε από πρώτο χέρι, διότι ξέρουμε πώς συντάχθηκε το Μνημόνιο: «Ολόκληρο το πρόγραμμα της θεραπείας σοκ που είχε επιβλήθηκε στην Αργεντινή στις αρχές της δεκαετίας του ’90 είχε εκπονηθεί κρυφά από την JP Morgan και τη Citibank, τους δύο μεγαλύτερους ιδιώτες πιστωτές της Αργεντινής». Την πληροφορία αποκάλυψε ο ιστορικός Αλεχάντρο Όλμος Γκαόνα, κατά τη διάρκεια εκδίκασης μιας αγωγής κατά της κυβέρνησης της Αργεντινής, παρουσιάζοντας ένα έγγραφο 1.400 σελίδων το οποίο είχαν συντάξει οι δύο τράπεζες για λογαριασμό του Αργεντινού υπουργού Οικονομικών. Το σχέδιο είχε παρουσιαστεί ως «Πρόγραμμα Καβάγιο», αλλά, όπως αποδείχτηκε, πραγματικοί συντάκτες ήταν οι δανειστές. Στο έγγραφο αυτό υποδεικνυόταν, μεταξύ άλλων, «η ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών εταιρειών, ο νόμος για τη μεταρρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, η ιδιωτικοποίηση του συνταξιοδοτικού συστήματος». Αυτό σίγουρα κάτι σας θυμίζει.

 

Η Ελλάδα κερκόπορτα της Ευρώπης για την είσοδο του ΔΝΤ

 

Η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα της Ευρωζώνης που στοχοποιήθηκε από τις αγορές και κατέληξε στα δίχτυα του μηχανισμού, αλλά όχι η τελευταία. Ούτε ο κύκλος των θυμάτων φαίνεται ότι θα κλείσει με την Ιρλανδία. Το γεγονός ότι ακόμα και η Γαλλία δέχεται προειδοποιητικές βολές καταδεικνύει το μέγεθος της πίεσης που ασκείται. Ποιος είναι όμως ο πραγματικός στόχος; Η πλήρης διάλυση της Ευρωζώνης; Η δημιουργία δύο ευρώ, ενός για το σκληρό πυρήνα και ενός για την περιφέρεια; Ίσως. Αυτά όμως, αν γίνουν, είναι περισσότερο πιθανό να προκύψουν ως «ατύχημα», π.χ., λόγω άτσαλων χειρισμών των Γερμανών, παρά ως κύρια επιδίωξη. Αντιθέτως, εκ των μέχρι τώρα εξελίξεων κρίνοντας, η προοπτική που ανοίγεται είναι για τη μεταβίβαση περισσότερων εξουσιών από τα κράτη σε υπερεθνικά κέντρα, στην ΕΕ και όχι μόνο.

Η κρίση αξιοποιείται ως αφορμή για την περαιτέρω αποδυνάμωση της εθνικής κυριαρχίας των κρατών και τη θεσμοθέτηση επιπλέον διαδικασιών μέσω των οποίων θα αποφασίζονται και θα επιβάλλονται σε αυτά πολιτικές ερήμην των λαών τους. Η οικονομική διακυβέρνηση, το προωθούμενο επόμενο βήμα στην ενοποίηση της Ευρώπης με την επίκληση αποφυγής μιας μελλοντικής κρίσης, οδηγεί σε περαιτέρω συρρίκνωση του δημοκρατικού ελέγχου που θα έχουν τα έθνη σε αποφάσεις που τα αφορούν. Όπως είχε γραφτεί στους Financial Times, η εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει η Ελλάδα για να έχει το ίδιο νόμισμα με τη Γερμανία. Οι κλυδωνισμοί στο ευρώ και η ανάδειξη, λόγω της κρίσης, των αποκλίσεων που υπάρχουν μεταξύ των ευρωπαϊκών οικονομιών επανέφερε στη συζήτηση το εκκρεμές θέμα της ολοκλήρωσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης, καθώς ενιαίο νόμισμα δίχως κοινή δημοσιονομική πολιτική οδηγεί σε εσωτερική ανισορροπία και εμπεριέχει τους σπόρους της επόμενης κρίσης. Είναι θέμα επιλογής των κρατών-μελών αν θέλουν περισσότερη Ευρώπη και τι είδους. Τώρα που η Ελλάδα παίρνει μια πικρή γεύση για το τι σημαίνει πλήρης εκχώρηση της οικονομικής πολιτικής σε τρίτους, έχει περισσότερα δεδομένα για να αποφασίσει. Το ίδιο και τα άλλα κράτη που παρακολουθούν την ελληνική περιπέτεια.

 

«Οι Έλληνες θα πολεμήσουν για να πάρουν τη χώρα τους πίσω»

 

Η γερμανική δημοσιονομική υστερία έχει προβληματίσει για την Ευρώπη της «επόμενης ημέρας» που οικοδομείται. Συνέβαλε, δε, στην αύξηση του σκεπτικισμού, σε πολλές χώρες, για τη σκοπιμότητα συνέχισης συμμετοχής στην ΕΕ έτσι όπως εξελίσσεται. Το θέμα του αυξανόμενου δημοκρατικού ελλείμματος απασχολεί ολοένα και περισσότερο. Σχετικά με αυτό, αίσθηση είχε προκαλέσει η σφοδρή λεκτική επίθεση που εξαπέλυσε προ καιρού ο Βρετανός ευρωβουλευτής Νάιτζελ Φάρατζ στον πρόεδρο της ΕΕ Χέρμαν Βαν Ρομπάι, τον οποίο κατηγόρησε ευθέως ως αχυράνθρωπο που επελέγη για να προωθήσει αντιδημοκρατικές ρυθμίσεις: «Αισθάνομαι ότι είστε ικανός και επικίνδυνος. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι έχετε πρόθεση να γίνετε ο σιω­πηλός δολοφόνος της ευρωπαϊκής Δημοκρατίας και της εθνικής κυριαρχίας των ευρωπαϊκών χωρών. Δείχνετε μίσος στην ιδέα της ύπαρξης των εθνών-κρατών, ίσως διότι προέρχεστε από το Βέλγιο, το οποίο είναι μη χώρα».

Ο Φάρατζ είχε αναφερθεί στα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, τα οποία είχε αποδώσει στην ίδια προσπάθεια αναίρεσης της εθνικής κυριαρχίας: «Είναι όλοι τους πολύ χαρούμενοι με τον κόσμο που δημιουργούν, όμως το αισιόδοξο στοιχείο είναι ότι, ό,τι και να γίνει στην Ελλάδα, κάποια στιγμή θα γίνει επανάσταση, με τους Έλληνες να πολεμούν και να επιμένουν να πάρουν πίσω τη χώρα τους και τη δυνατότητά τους να την κυβερνούν οι ίδιοι. Μια τέτοια τυραννία είναι πολύ άσχημο πράγμα και μπορεί να κρατήσει πολλά χρόνια, αλλά στο τέλος αυτά τα πράγματα καταρρέουν. Ελπίζω ότι ο κόσμος συνειδητοποιεί πλέον τι γίνεται».

 

Η «παγκόσμια διακυβέρνηση» και ο Γιώργος Παπανδρέου


Το ζήτημα της μετάβασης σε ένα μοντέλο δια­κυβέρνησης που θα μεταθέτει ολοένα και περισσότερο το κέντρο βάρους των αποφάσεων από τα κράτη σε υπερεθνικούς οργανισμούς έχει τεθεί επί τάπητος εδώ και χρόνια. Η σταδια­κή μεταβίβαση εξουσίας εξελίσσεται de facto και de jure επί δεκαετίες, ταυτόχρονα σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο, το ερώτημα που τίθεται όμως πλέον είναι αν αυτό θα πρέπει να γίνει ανοιχτά αποδεκτό ως οικουμενική επιλογή στο όνομα της αντιμετώπισης των παγκόσμιων προβλημάτων.

Ο Έλληνας πρωθυπουργός έχει επανειλημμένως ταχθεί υπέρ μιας «παγκόσμιας διακυβέρνησης», με το σκεπτικό ότι, αφού συμβαίνει ούτως ή άλλως, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να την ελέγξουμε βάζοντας δημοκρατικές δικλίδες. Βέβαια, δεν έχουν όλοι την ίδια άποψη, ούτε πιστεύουν ότι μπορεί να υπάρξει «καλή» ή «δημοκρατική» παγκόσμια διακυβέρνηση, διότι εξ ορισμού λειτουργεί εις βάρος της δημοκρατίας και της ανεξαρτησίας των εθνών. Υπ’ αυτή την έννοια η αντιπολίτευση αλλά και αρκετοί εντός ΠΑΣΟΚ βλέπουν καχύποπτα τις επαναλαμβανόμενες αναφορές του Γιώργου Παπανδρέου στην ανάγκη παγκόσμιας διακυβέρνησης. Στο συνέδριο του Economist είχε δηλώσει ότι «χρειαζόμαστε μια παγκόσμια διακυβέρνηση, μια παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση και τη χρειαζόμαστε γρήγορα». Στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ είχε υπογραμμίσει ότι «ο αναπτυξιακός στόχος της χιλιετίας μάς ωθεί στην ανάγκη να αναπτύξουμε μια παγκόσμια διακυβέρνηση που θα μεταμορφώσει τον κόσμο των ελεύθερων αγορών σε κόσμο των ελεύθερων ανθρώπων». Στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ είχε υποστηρίξει ότι «στόχος της ΕΕ πρέπει να είναι η διαμόρφωση ενός συστήματος παγκόσμιας διακυβέρνησης, με την ουσιαστική συμμετοχή των στρατηγικών εταίρων (της ΕΕ), αλλά και τη συμμετοχή όλων των περιφερειών του πλανήτη μας, και βεβαίως η υιοθέτηση κοινών στόχων, κοινών αξιών, για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για την αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων της εποχής». Σχεδόν σε όλες τις εκτός συνόρων ομιλίες του ο πρωθυπουργός αναφέρεται στην ανάγκη μιας «παγκόσμιας διακυβέρνησης», γεγονός που ωθεί αρκετούς να επισημαίνουν ότι οι επαναλαμβανόμενες αυτές αναφορές δικαιολογούνται για κάποιον ο οποίος προσβλέπει στη διεκδίκηση μιας διεθνούς θέσης, όπως αυτής του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ.

 

Μια ομολογία με νόημα

 

Στην Ευρώπη, πάντως, καταλυτικό ρόλο για την είσοδο του ΔΝΤ και τη σύμπραξή του με ευρωπαϊ­κούς βραχίονες (ΕΚΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή), ώστε να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός «σωτηρίας» με αντίτιμο την εθνική κυριαρχία, έπαιξε η Ελλάδα. Οι παρεμβάσεις του μηχανισμού μπορεί θεωρητικά να έχουν ημερομηνία λήξης, οι επιπτώσεις όμως από το πέρασμά του θα μείνουν. Ούτε η εθνική περιουσία θα επιστραφεί ούτε τα κοινωνικά και εργασιακά κεκτημένα θα ανακτηθούν, εκτός κι αν γίνει «επανάσταση» όπως προέβλεψε ο Φάρατζ. Έχει ενδιαφέρον μια «ομολογία» ενός πρώην στελέχους του ΔΝΤ, την οποία αναφέρει η Κλάιν στο βιβλίο της: «Ο Ντέιβισον Μπαντού, υψηλόβαθμος αξιωματούχος του ΔΝΤ, που καθ’ όλη τη δεκαετία του 1980 σχεδίαζε τα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής για τη Λατινική Αμερική και την Αφρική, παραδέχτηκε αργότερα ότι “όλα όσα κάναμε από το 1983 και μετά βασίζονταν στην αίσθηση ότι έπρεπε να εκπληρώσουμε μια αποστολή: Ο Νότος έπρεπε να “ιδιωτικοποιηθεί” ή να πεθάνει. Για το λόγο αυτό προκαλέσαμε αδιάντροπα ένα οικονομικό χάος στη Λατινική Αμερική και στην Αφρική από το 1983 μέχρι το 1988”». Ας ελπίσουμε ότι μετά από χρόνια δεν θα είναι ο Πόουλ Τόμσεν ή κάποιος άλλος του ΔΝΤ που θα προβεί εκ των υστέρων σε παρόμοιες παραδοχές για τα όσα συμβαίνουν τώρα στην Ελλάδα…

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επίκαιρα: 31/12/2010

 

ΠΗΓΗ: 06/01/2011 – 07:25, http://www.epikaira.gr/epikairo.php?id=8413&categories_id=69

Περί Ελευσινίων Μυστηρίων

Περί Ελευσινίων Μυστηρίων

 

Της Αμαλίας  Κ. Ηλιάδη*


 

Η λέξη Μυστήριο σημαίνει το απόρρητο, το μυστικό και προέρχεται ετυμολογικά από το ρήμα «μυείν» που σημαίνει κλείνω. Ο Μύστης-μυσταγωγός ασκώντας τη μυστική λατρεία προς το θείο προσβλέπει στην ένωση, στη συνοχή της κοινότητας των μυημένων, ανώτερων πνευματικά ανθρώπων.

Οι αιώνιες αλήθειες της ανθρώπινης ψυχής, ως φυσικές και αλληγορικές αναπαραστάσεις ανθρώπων, μέσω της Δήμητρας, της χθόνιας θεότητας της γης και του Άδη-θανάτου, αποκαλύπτονται στους μυημένους. Η Γη ως μήτηρ με αγροτικό χαρακτήρα και  γονιμότητα συμπυκνώνει τη ζωή και το θάνατο, την εναλλαγή του φωτός και της σκιάς ως φυσικού και μεταφυσικού φαινομένου.

Η προέλευση των Ελευσινίων Μυστηρίων είναι προελληνική, πελασγική ή μυκηναϊκή. Για πρώτη φορά τέλεση μυστηρίων εντοπίζεται  στη Βοιωτία. Οι Αχαιοί και οι Ίωνες υιοθέτησαν και αφομοίωσαν χθόνιες θεότητες ενώ οι Ευμολπίδες, το βασιλικό γένος της Ελευσίνας, υπήρξαν από τους πρώτους Ιεροφάντες, Κήρυκες και δαδούχους των Ελευσινίων Μυστηρίων.

Οι Αθηναίοι ήταν βέβαια αυτοί που «απογείωσαν» τα Ελευσίνια Μυστήρια συντελώντας στην απώτατη ακμή τους. Από την εποχή του απογείου του 5ου αι. μ.Χ. και της αίγλης της τυρρανίδας των Πεισιστρατιδών, πολιτικοί, οικονομικοί και κοινωνικοί λόγοι οδήγησαν την Αθήνα σε μια πνευματική ηγεμονία άνευ προηγουμένου.  Το Ψήφισμα του Περικλή περί κατάργησης της   προσόδου στα Ελευσίνια Μυστήρια απάλειψε τον  ελιτίστικο χαρακτήρα τους, αφού έτσι τα προηγούμενα χρόνια ήταν προορισμένα μόνο για υψηλές «εισόδους». Το «άνοιγμα»,  όμως, των Μυστηρίων σε όλους εκτός των μη ομιλούντων την Ελληνική (π.χ. Πέρσες) τα καθιστά χαμηλότερης πνευματικής ποιότητας.

Τα Μεγάλα Μυστήρια διαρκούσαν 9 ημέρες και θεωρούνταν Πανελλήνια Γιορτή.   Κάθε  Φθινόπωρο, κατά τις αρχές του Οκτωβρίου, από την εποχή της Τυραννίδας των Πεισιστρατιδών  κατά το απόγειο του 5ου αι. π.Χ. οι Αθηναίοι τελούσαν  τα Ελευσίνια Μυστήρια μεταφέροντας τα ιερά αντικείμενα σε κίστη (καλάθι) από την Ελευσίνα στην Αθήνα και το αντίστροφο. Ο Άρχων Βασιλεύς στην Ποικίλη Στοά της Αγοράς πρωτοστατούσε στην κάθαρση με αλμυρό νερό και αργότερα στην πορεία στην Ιερά Οδό προς την Ελευσίνα. Στην στάση του Κηφισού οι αισχρολογίες και τα άσεμνα αστεία αποτελούσαν τον προάγγελο της μυστηριακής τελετουργίας του Τελεστηρίου: η εναλλαγή σκότους και φωτός που συνάδει με την αρχιτεκτονική δόμηση του κτιρίου, τα δρώμενα για τη Μητέρα, την Κόρη και τον Πλούτωνα (όπως αναπαριστώνται κυρίως σε αρχαία έργα τέχνης) που συμβολίζουν τον ιερό γάμο ζωής και θανάτου, ώθησαν τον Αριστοφάνη, τον Πλάτωνα, άλλους αρχαίους και χριστιανούς συγγραφείς καθώς και νεότερους μελετητές, όπως τον Φουκάρ και τον Νόακ , να υποθέσουν τη χρήση μηχανημάτων προς εντυπωσιασμό κατά την τέλεση των Ελευσινίων Μυστηρίων.

Τα έντονα αυτά θεατρικά στοιχεία καθώς και οι ισχυροί συμβολισμοί ( στάχυς του αδύτου, μύηση, Τελετή, Εποπτεία) θα προσφέρουν αργότερα στο Χριστιανισμό, σύμφωνα και με τη μαρτυρία του Ιππόλυτου, χριστιανού συγγραφέα του 2ου αι. μ.Χ., ιδεολογικό περιεχόμενο συμβατό με αυτό των Ελευσινίων:

θερισμός=θάνατος/ελπίδα=προσδοκία ανάστασης. Βέβαια,  με την έλευση  και τελειωτική επικράτηση του Χριστιανισμού και την Εσχατολογική του Διδασκαλία τα Ελευσίνια Μυστήρια έλαβαν χαρακτήρα περισσότερο τελετουργικό και αποστεωμένο.

 

* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος – ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.), Υπεύθυνη Σχολικής Βιβλιοθήκης 2ου Ε.Π.Α.Λ.  Τρικάλων, ailiadi@sch.gr, http://users.sch.gr/ailiadi, http://blogs.sch.gr/ailiadi,  http://www.matia.gr, http://www.emy67.wordpress.com.

ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ:

 

Η εκχώρηση της εθνικής μας κυριαρχίας, οι εξελίξεις στην Ουγγαρία, η επιθετική κίνηση της Πορτογαλίας, το πρόγραμμα 16 συν, τα σενάρια της Ευρωζώνης, ο πλανήτης το 2020 και το δίλημμα της Ελλάδας

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*


 

«Οι μειώσεις των φόρων, καθώς επίσης οι απλοποιήσεις των φορολογικών συστημάτων, αυξάνουν τα δημόσια έσοδα – ενώ φροντίζουν για την αύξηση των επενδύσεων, για την ίδρυση νέων επιχειρήσεων, καθώς επίσης για την ανάπτυξη ενός κράτους» (πηγή: πρόσφατη μελέτη του ΔΝΤ, με την ονομασία “Paying Taxes: The Global Picture”).

Ανεξάρτητα από την παραπάνω διαπίστωση του «Ταμείου», η οποία προφανώς δεν εφαρμόζεται στην Ελλάδα, όπως γράφαμε σε παλαιότερο άρθρο μας (Ο θάνατος της Δημοκρατίας), “Είναι πολύ δύσκολο να χαρακτηρίσει κανείς την κυβέρνηση μίας χώρας, η οποία αποφασίζει την προσφυγή της στο ΔΝΤ, την εθελούσια εκχώρηση δηλαδή της εξουσίας που της ανατέθηκε δημοκρατικά, σε ξένους «εισβολείς», χωρίς την άδεια των Πολιτών της – μέσω δημοψηφίσματος ή, έστω, με τη σύμφωνη γνώμη του Εθνικού της Κοινοβουλίου. Εν τούτοις, η τοποθέτηση των Πολιτών αυτής της χώρας απέναντι σε «τετελεσμένα γεγονότα», για τα οποία δεν ενημερώθηκαν προεκλογικά, αποτελεί μία απίστευτη αυθαιρεσία, για την οποία δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχουν υπεύθυνοι – όπως δεν υπήρξαν ποτέ μέχρι σήμερα, για όλα όσα δυστυχώς συνέβησαν στο παρελθόν, με τελικό αποτέλεσμα τη συλλογική συνθηκολόγηση”.

Στο ίδιο κείμενο, στο οποίο αναλύσαμε τότε τις ευθύνες όλων των συμμετεχόντων, συμπληρώσαμε τα εξής: “Η Ελλάδα εν προκειμένω αποτελεί μία «ιδιάζουσα» περίπτωση, αφού κατέφυγε στο ΔΝΤ πριν ακόμη διαπιστώσει την αδυναμία δανεισμού της. Όπως αναφέρουν τα διεθνή ΜΜΕ, «συνθηκολόγησε» χωρίς καν να αντιμετωπίσει τον «εχθρό». Παραλληλίζοντας τώρα τον «οικονομικό» πόλεμο με το «συμβατικό», θα ήταν σαν η κυβέρνηση μας να είχε παραδώσει τη χώρα στον εχθρό, πριν ακόμη πλησιάσει στα σύνορα της – χωρίς να δώσει δηλαδή την παραμικρή μάχη”.

Φυσικά θα μπορούσε κανείς να «αντιτάξει» ότι, υπήρχε πολύ σοβαρός λόγος, «υπό το βάρος του οποίου» υποχρεώθηκε η Ελλάδα να προσφύγει στο ΔΝΤ. Όμως, πως είναι δυνατόν να δεχθεί κανείς ότι, μία χώρα με τόσο αξιόλογους οικονομικούς «πυλώνες» (τουρισμός, ναυτιλία, γεωργία), με το μικρότερο συνολικό χρέος μεταξύ όλων ανεξαιρέτως των κρατών της Ευρωζώνης (άρθρο μας), με δημόσια περιουσία μεγαλύτερη από πολλές άλλες χώρες (άνω των 300 δις €, όταν στη Μ. Βρετανία ανήκει πλέον μόνο μία γέφυρα), καθώς επίσης με «απτή» τη δυνατότητα ιδιωτικοποίησης του δημοσίου χρέους της (Εθνικά Ομόλογα), είχε πραγματικά λόγο να εκχωρήσει την εθνική της κυριαρχία; Πόσο μάλλον να υπογράψει «άνευ όρων» ένα «εγκληματικό μνημόνιο», χωρίς να αναζητήσει υπεύθυνα υγιείς διεξόδους; Ή, έστω, να προσφύγει στην ύστατη λύση, στη στάση πληρωμών, γνωρίζοντας πολύ καλά την διαπραγματευτική ισχύ μίας χώρας-μέλους της Ευρωζώνης, η οποία δεν έχει απολύτως καμία σχέση με την Αργεντινή; 

Προφανώς, κανένας υπεύθυνος «παρατηρητής» δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί τέτοιου είδους «σοβαρούς λόγους». Ευτυχώς βέβαια για όλους εμάς τους Πολίτες, αλλά, κυρίως, για το μέλλον της Ευρώπης, κανένα άλλο κράτος δεν φαίνεται διατεθειμένο να ακολουθήσει το θλιβερό «παράδειγμα» της χώρας μας – με εξαίρεση την Ιρλανδία η οποία όμως, αφενός μεν έχει πενταπλάσιο συνολικό χρέος από την Ελλάδα, αφετέρου «σύρθηκε» από την κυβέρνηση της, αφού ανάγκασε τους Πολίτες της να αναλάβουν τα «επαχθή», εγκληματικά και ανεύθυνα χρέη των ανεπαρκών τραπεζιτών τους (κάτι που ευτυχώς αρνήθηκαν οι Ισλανδοί, στέλνοντας στα Δικαστήρια τόσο τον πρωθυπουργό, όσο και τα διευθυντικά στελέχη των τραπεζών τους).

Οι επικίνδυνες προσπάθειες αποκρατικοποίησης της εξουσίας λοιπόν, με τη βοήθεια της εγκατάστασης σκιωδών κυβερνήσεων, δεν φαίνεται να «ευοδώνονται», παρά την πάσης  φύσεως προπαγάνδα  – αφού προσκρούουν στις υγιείς αντιστάσεις των επομένων «υποψηφίων», οι οποίοι έχουν μάλλον κατανοήσει τα «παιχνίδια εξουσίας», αρνούμενοι να εκχωρήσουν την εθνική τους κυριαρχία.

 

Η ΟΥΓΓΑΡΙΑ

 

“Η άρνηση της ουγγρικής κυβέρνησης να συνεχίσει την πολιτική εθνικής υποτέλειας των προκατόχων της, προκάλεσε αντιδράσεις από τους Ευρωπαίους –  αλλά και από το ΔΝΤ, το οποίο μίλησε για θαρραλέο, αλλά επικίνδυνο βήμα. Ο υπουργός οικονομικών της ήταν σαφέστατος, όταν αναφέρθηκε στη θέση της κυβέρνησης του, απέναντι στο «μνημόνιο» που είχαν υπογράψει οι προκάτοχοι του σοσιαλιστές: «Το κληρονομήσαμε από τις προηγούμενες κυβερνήσεις και θα θέλαμε να καταργήσουμε τις ατυχείς συνέπειες αυτών των βημάτων. Είπαμε στους εταίρους μας ότι δεν εξετάζουμε σε καμία περίπτωση τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας», διακήρυξε χωρίς περιστροφές”.

Το παραπάνω κείμενο, το οποίο γράφτηκε στον Τύπο, μας οδηγεί υποχρεωτικά στο συμπέρασμα ότι, ανεξάρτητα από την ικανότητα ή μη μίας κυβέρνησης να διοικήσει τη χώρα της, θα πρέπει να αλλάζει – απλά και μόνο για να πάψουν να έχουν ισχύ όλα όσα έχει υπογράψει αυθαίρετα: το «άνευ όρων» μνημόνιο δηλαδή, σε συνδυασμό με τη δανειακή σύμβαση.       

Περαιτέρω, η πρώτη ενέργεια της ουγγρικής κυβέρνησης, η οποία επέλεξε να αντιμετωπίσει την κρίση όχι εις βάρος των Πολιτών της (όπως έκαναν η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Μ. Βρετανία κλπ), αλλά με τη συνδρομή των, πολυεθνικών κυρίως, επιχειρήσεων, ήταν η επιβολή ειδικού φόρου στις τράπεζες – ενδεχομένως να ακολουθήσει η Ρουμανία, καθώς επίσης η Λετονία (υπάρχουν «φόβοι», ελπίδες καλύτερα, για ολόκληρη την Αν. Ευρώπη). Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί, αφορά τα οικονομικά μεγέθη των τριών αυτών κρατών, καθώς επίσης της Ελλάδας για σύγκριση:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Μεγέθη 2007 σε δολάρια

 

Μεγέθη

Ουγγαρία

Ελλάδα

Ρουμανία

Λετονία

 

 

 

 

 

Εργαζόμενοι

4,19 εκ.

4,94 εκ.

9,35 εκ.

1,59 εκ.

ΑΕΠ

118,40 δις

237,90 δις

86,84 δις

28,57 δις

Κατά κεφαλή εισόδημα

19.500

30.500

11.100

16.700

Δημόσιο χρέος / ΑΕΠ*

70,20%

81,70%

18,70%

15,70%

Εξαγωγές

85,73 δις

25,76 δις

39,62 δις

17,09 δις

Εισαγωγές

85,99 δις

79,92 δις

63,16 δις

22,64 δις

Εμπορικό Ισοζύγιο

-0,26 δις

-54,16

-23,54 δις

-5,55 δις

Έλλειμμα Ισοζυγίου/ΑΕΠ

0,22%

22,76%

27,10%

19,42%

Εξωτερικό χρέος

142,9 δις

371,50 δις

85,86 δις

22,70 δις

* Πρόβλεψη. Σύμφωνα με τον Ελληνικό προϋπολογισμό (2009), το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης το 2007 ανήλθε στο 105% του ΑΕΠ – της γενικής κυβέρνησης στο 94,8% του ΑΕΠ (ΑΕΠ 228,18 δις €)

Πηγή: IQ    

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Η αμέσως επόμενη ενέργεια της νέας ουγγρικής κυβέρνησης, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα τις μαζικές διαμαρτυρίες των πολυεθνικών, ήταν η επιβολή φόρου επί του τζίρου τους, αναδρομικά από το 2009 (πολύ σωστά αφού, όπως έχουμε πολλές φορές αναφέρει στο παρελθόν, οι επιχειρήσεις αυτές σχεδόν κατά κανόνα «φοροαποφεύγουν», με τη βοήθεια της «μεταφοράς» κερδών, μέσω διαφόρων τεχνασμάτων, όπως του γνωστού μας «transfer pricing» – χρέωση των προϊόντων τους από τη μητρική «κατά το δοκούν»). Η φορολόγηση αυτή, με διαφορετικό συντελεστή για κάθε κλάδο, έχει ως εξής:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Φορολογικοί συντελεστές επί του τζίρου στην Ουγγαρία

 

Κλάδος

Συντελεστής επί του τζίρου

 

 

Λιανικό Εμπόριο*

2,5%

Τηλεπικοινωνίες**

6,5%

Εταιρείες ενέργειας

9,0%

* Η γερμανική Rewe, με ετήσιο τζίρο στην Ουγγαρία 470 εκ. € (183 υποκαταστήματα Penny), υποχρεώθηκε σε φόρους 11,75 εκ. €

** Η θυγατρική της Deutsche Telekom πλήρωσε περί τα 100 εκ. €

Πηγή: MM

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Φυσικά οι πολυεθνικές εταιρείες, κυρίως οι γερμανικές, αντέδρασαν έντονα, δια μέσου των κυβερνήσεων των χωρών τους, ισχυριζόμενες ότι η φορολογία είναι άδικη («ρατσιστική»!), ενώ θα μειώσει τόσο τις μελλοντικές επενδύσεις τους στην Ουγγαρία, όσο και το ρυθμό ανάπτυξης της Οικονομίας της (κατά 0,3%, με τον πληθωρισμό να ενισχύεται κατά 0,1%). Το Καρτέλ δηλαδή «απείλησε» τη χώρα με την εγκατάλειψη της, γεγονός που θα είχε σαν αποτέλεσμα την περιθωριοποίηση της. Εν τούτοις, η κυβέρνηση της Ουγγαρίας παρέμεινε σταθερή στην απόφαση της, έχοντας την άποψη ότι, δεν πρέπει να συμμετέχουν μόνο οι Πολίτες της στις προσπάθειες διάσωσης της χώρας, αλλά και το Καρτέλ.

Ολοκληρώνοντας, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εάν οι προσπάθειες της Ουγγαρίας θα έχουν τελικά τα, αναμενόμενα από την κυβέρνηση της, αποτελέσματα – αφού οι εχθροί της είναι πανίσχυροι. Σε κάθε περίπτωση όμως, η χώρα προσπαθεί να βρει λύσεις, οι οποίες δεν θα επιβαρύνουν μόνο τους Πολίτες της, οδηγώντας τους στην εξαθλίωση – ενώ μάχεται ταυτόχρονα για την εθνική της ανεξαρτησία.

 

Η ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

 

Ο υπουργός οικονομικών της Πορτογαλίας προτίμησε επίσης την επίθεση, έναντι της υποταγής, επιλέγοντας την προσφυγή της χώρας του στις αγορές, με στόχο τη χρηματοδότηση της – παρά το ότι δεν ήταν ακόμη αναγκασμένος, αφού η Πορτογαλία θα χρειαστεί δανειακά κεφάλαια (Πίνακας ΙΙΙ), από τον ερχόμενο Απρίλιο. «Εμείς κάνουμε σωστά τη δουλειά μας» ανακοίνωσε επίσημα, «Η Ευρωζώνη είναι αυτή που δεν λειτουργεί ως οφείλει, με στόχο την υπεράσπιση του κοινού νομίσματος».

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Λήξη ομολόγων του δημοσίου σε δις €, με ημερομηνία καταγραφής τις 17.11.2010

 

Χώρα

2011

2012

2013

2014

2015

 

 

 

 

 

 

Ιρλανδία

10,640

5,876

6,028

11,857

0,191

Ελλάδα

38,872

31,735

27,722

31,535

51,386

Πορτογαλία

28,156

9,454

9,768

15,370

11,922

Ισπανία

128,312

73,653

66,192

46,887

37,926

Ιταλία

264,601

144,399

123,745

90,821

122,241

Πηγή: Bloomberg

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως είναι γνωστό, ο συγκεκριμένος υπουργός ήταν ένας από τους πρώτους, ο οποίος αναφέρθηκε στην πιθανότητα διάλυσης της Ευρωζώνης – λέγοντας ότι οι «αγορές» θα μπορούσαν να εξαναγκάσουν τη χώρα του να προτιμήσει την έξοδο από τη ζώνη του Ευρώ, «εκβιάζοντας» την με την υπερβολική αύξηση των επιτοκίων δανεισμού της. Με το επιτόκιο ύψους 6,7% στο οποίο υποχρεώθηκε το κράτος του για τα 1,25 δις € που έλαβε (ένα ελάχιστο ουσιαστικά ποσόν, αφού δεν είναι μεγαλύτερο από αυτό που δανείζονται οι πολυεθνικές επιχειρήσεις), τόσο το δημόσιο χρέος, όσο και η ανταγωνιστικότητα της Πορτογαλίας επιδεινώνονται σε βαθμό που μάλλον δεν θα είναι δυνατόν να ανταπεξέλθει μελλοντικά – οπότε η αποχώρηση της από την Ευρωζώνη θα ήταν αναγκαστική.

Εν τούτοις, η κυβέρνηση της Πορτογαλίας φαίνεται να προτίμησε την προσφυγή της στις αγορές, την «επίθεση» δηλαδή, παρά τα υψηλά επιτόκια, από την «υπαγωγή» της στο μηχανισμό στήριξης – ο οποίος θεωρεί ότι «καταλύει» την εθνική της κυριαρχία. Επίσης, να αναλάβει πλήρως το ρίσκο, χωρίς να εξαντλήσει τις εναλλακτικές δυνατότητες της – για παράδειγμα, το δανεισμό της από ένα «κονσόρτσιουμ» ιδιωτικών τραπεζών, οι οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να της προσφέρουν ένα τέτοιο δάνειο.   

Ο δρόμος που επέλεξε η χώρα είναι άξιος θαυμασμού, ιδίως επειδή της ασκήθηκαν «πιέσεις» από όλους (κυρίως από Γερμανούς και Γάλλους), με στόχο την υπαγωγή της στο μηχανισμό στήριξης (των τραπεζών), με την (προφανώς έωλη) αιτιολογία της προστασίας της Ευρωζώνης συνολικά, από τις επιθέσεις των κερδοσκόπων – ειδικά της γειτονικής Ισπανίας, επειδή τα χρέη της θα ήταν μάλλον αδύνατον να χρηματοδοτηθούν από τον υφιστάμενο «μηχανισμό».

Εν τούτοις, η Πορτογαλία αντιστάθηκε σθεναρά, έχοντας, εκτός από την πρόσφατη Ελληνική και Ιρλανδική «τραγωδία» που παρακολούθησε, την άκρως οδυνηρή εμπειρία της «βοήθειας» του ΔΝΤ – στα «νύχια» του οποίου βρέθηκε το 1977 και το 1983. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι τελικά θα καταφέρει να αποφύγει το «μοιραίο», όταν αναγκασθεί να καταφύγει στις αγορές για τις πραγματικές ανάγκες της (τον Απρίλιο). Όμως, προσπάθησε και προσπαθεί, χωρίς να συνθηκολογήσει πριν ακόμη ο πανίσχυρος εχθρός πλησιάσει τα τείχη της – όπως συνέβη με την Ελλάδα.  

Όσον αφορά τώρα αυτούς οι οποίοι θεωρούν επιτυχία το δανεισμό μίας χώρας της Ευρωζώνης με επιτόκια της τάξης του 7%, θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε ότι, με τέτοιες υπερβολικές «αποδόσεις», τα ομόλογα του δημοσίου είναι κατάλληλα ακόμη και για τους πλέον συντηρητικούς επενδυτές. Δηλαδή, ακόμη και αν θεωρούσε κανείς πιθανή μία ενδεχόμενη «διαγραφή» τους (hair cut) στο 30% της ονομαστικής τους αξίας, οι επενδυτές θα κέρδιζαν τελικά περισσότερα, από αυτά που θα τους προσέφερε μία αντίστοιχη τοποθέτηση τους σε γερμανικά ομόλογα.

Ακριβώς για το λόγο αυτό, η ζήτηση των πορτογαλικών ομολόγων (όπως επίσης των ισπανικών και των ιταλικών την επόμενη ημέρα) ήταν μεγαλύτερη από την προσφορά – γεγονός που θα έπρεπε σίγουρα να προβληματίσει την Ελληνική κυβέρνηση, σε σχέση με τον «εσφαλμένο» δρόμο της υποτέλειας, τον οποίο επέλεξε δυστυχώς το Μάιο να ακολουθήσει (υποθέτοντας πάντα ότι, οι προθέσεις της ήταν καλοπροαίρετες – αν και, όπως λέγεται, «ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις»).

 

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ 16 ΣΥΝ

 

Οι ηγετικές δυνάμεις της Ευρωζώνης, στα πλαίσια του προγράμματος με την ονομασία «Project 16 plus», επεξεργάζονται από καιρό τώρα διάφορα σενάρια – με κέντρο βάρους την οικονομική διακυβέρνηση της ζώνης του ευρώ. Δυστυχώς, κάτω από την ίδια περιγραφή, τόσο η Γερμανία, όσο και η Γαλλία, κατανοούν εντελώς διαφορετικά πράγματα – με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να αποτύχει το πρόγραμμα (αν και πρόσφατα, μετά από τις θαρραλέες κινήσεις της Πορτογαλίας δηλαδή και υπό το φόβο διάλυσης της Ευρωζώνης, οι απόψεις τους φαίνεται να συγκλίνουν – προς την πλευρά της Γαλλίας).  

Ουσιαστικά λοιπόν, η Γερμανία επιδιώκει την αντικατάσταση του σημερινού μηχανισμού στήριξης (το 2013), από έναν μηχανισμό ευρωπαϊκής σταθερότητας (ενδεχομένως με πολύ υψηλότερα «κεφάλαια», από τα μέχρι σήμερα 750 δις € – μάλλον τα διπλάσια, αν όχι απεριόριστα), ο οποίος θα βοηθάει τις υπερχρεωμένες χώρες στην αποπληρωμή των υποχρεώσεων τους, επιβάλλοντας τους ταυτόχρονα, με την περαιτέρω συμμετοχή του ΔΝΤ,  αυστηρά μέτρα λιτότητας – ακόμη και την υποχρεωτική θεσμοθέτηση ενός ανωτάτου ορίου δημοσίων χρεών, κατά το αμερικανικό, ελβετικό ή γερμανικό πρότυπο (οι Η.Π.Α. έχουν επεκτείνει βέβαια τα όρια δανεισμού τους τουλάχιστον πέντε φορές μέχρι σήμερα – ενώ ήδη πλησιάζουν το όριο των 14,3 τρις $, το οποίο είχαν λίγα χρόνια πριν εγκρίνει).

Ο νέος μηχανισμός (εκδίδοντας ενδεχομένως ευρωομόλογα), σε αντίθεση με το σημερινό, θα επιτρέπεται να αγοράζει ομόλογα του δημοσίου των υπερχρεωμένων μελών της Ευρωζώνης, έτσι ώστε η ΕΚΤ, η οποία σήμερα ενεργοποιείται στη συγκεκριμένη κατεύθυνση, να πάψει να το κάνει – επικεντρωνόμενη στην πολιτική χρήματος, καθώς επίσης στην επίβλεψη των τραπεζών. Οι αποφάσεις παροχής δανείων εκ μέρους του νέου μηχανισμού θα πρέπει να είναι ομόφωνες από όλα τα κράτη-μέλη, ενώ το κάθε ένα θα έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει «βέτο». Ίσως είναι σκόπιμο να αναφέρουμε εδώ τις προβλέψεις για τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, για το έλλειμμα του 2010:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙV: Ελλείμματα προϋπολογισμών, σε ποσοστά επί του ΑΕΠ

 

Χώρα

Έλλειμμα

Χώρα

‘Έλλειμμα

 

 

 

 

Ιρλανδία

-32,3%

Σλοβενία

-5,8%

Ελλάδα

-9,6%

Ιταλία

-5,0%

Ισπανία

-9,3%

Βέλγιο

-4,8%

Σλοβακία

-8,2%

Αυστρία

-4,3%

Γαλλία

-7,7%

Μάλτα

-4,2%

Πορτογαλία

-7,3%

Γερμανία

-3,7%

Κύπρος

-5,9%

Φιλανδία

-3,1%

Ολλανδία

-5,8%

Λουξεμβούργο

-1,8%

Πηγή: Spiegel

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σε σχέση με τον Πίνακα ΙV οφείλουμε να σημειώσουμε ότι, η Κύπρος δεν δέχθηκε τη «σύσταση» της ΕΕ για μείωση των ελλειμμάτων της, αρνούμενη να υιοθετήσει  μία πολιτική λιτότητας, παρά το ότι οι τράπεζες της θεωρούνται επικίνδυνες – αντιτείνοντας ότι, μία σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν μπορεί να λειτουργεί με νεοφιλελεύθερα κριτήρια. Επίσης, πρέπει να αναφέρουμε τους κινδύνους για το Βέλγιο (δημόσιο χρέος περί το 100% του ΑΕΠ, πολύ μεγάλο συνολικό χρέος, ακυβερνησία), για την Αυστρία (μεγάλη έκθεση των τραπεζών της στην Α. Ευρώπη) και για την Ολλανδία (μεγάλο συνολικό χρέος). Για πολλές από τις υπόλοιπες επικίνδυνες χώρες, έχουμε αναφερθεί επανειλημμένα στο παρελθόν.   

Ολοκληρώνοντας, από την άλλη πλευρά η Γαλλία, η πρόταση της οποίας φαίνεται παραδόξως να υπερισχύει, επιδιώκει τη δημιουργία μίας ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης, η οποία θα αποφασίζει για το σύνολο της οικονομικής πολιτικής των κρατών-μελών (εμπορικά ισοζύγια, μισθοί, φορολόγηση κλπ). Για παράδειγμα, εάν κάποια χώρα επιθυμεί, σχεδιάζει καλύτερα να αυξήσει τις εξαγωγές της, θα πρέπει προηγουμένως να έχει τη σύμφωνη γνώμη της ευρωπαϊκής κυβέρνησης – η οποία θα αποτελείται από τους πρωθυπουργούς των επί μέρους κρατών (αν και πολύ φοβόμαστε ότι, όπως συμβαίνει σήμερα, αυτοί που θα αποφασίζουν θα είναι οι Γερμανοί περισσότερο και λιγότερο οι Γάλλοι – κανένας άλλος).

Κατά την άποψη μας, την οποία έχουμε αναλύσει σε προηγούμενο κείμενο μας (άρθρο) η διέξοδος, η λύση της Ευρώπης δηλαδή, δεν είναι άλλη από τη «συμμετρική» εξέλιξη, από την «ταιριαστή», την αρμονική ανάπτυξη καλύτερα των κρατών-μελών της όπου, οι μέχρι σήμερα πλεονασματικές χώρες, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, θα αποδεχθούν μεγαλύτερα ελλείμματα – έτσι ώστε οι «ελλειμματικές» χώρες, όπως η Ισπανία και η Ελλάδα, να μπορούν να μειώσουν τα δικά τους (σε συνδυασμό με τη διαγραφή των επαχθών χρεών).

Στην αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή δεν υπάρχει η βούληση για συμμετρική εξέλιξη, για μία αρμονική ανάπτυξη, η οποία θα οδηγούσε σταδιακά στην πολιτική ένωση της Ευρώπης, χωρίς «ηγεμόνες» (εάν βέβαια κάτι τέτοιο θεωρηθεί εφικτό), είναι καλύτερα να διασπασθεί άμεσα η Ευρωζώνη, με δική της πρωτοβουλία – «υποχωρώντας» ίσως στην προηγούμενη της κατάσταση (ΕΟΚ), με την υιοθέτηση των εθνικών νομισμάτων εκ μέρους όλων των μελών της, τα οποία πλέον θα συνιστούν μία απλή ζώνη ελευθέρου εμπορίου (μαζί με τη Ρωσία, την Ελβετία και την Τουρκία).  

 

ΤΑ ΣΕΝΑΡΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ

 

Μέχρι να ληφθούν σοβαρές, «συλλογικές», ανιδιοτελείς αποφάσεις, πόσο μάλλον μέχρι να εφαρμοστούν, η ζώνη του Ευρώ θα συνεχίσει να δέχεται επιθέσεις – ιδιαίτερα από το στενό χώρο του δολαρίου, από τις Η.Π.Α. δηλαδή (εταιρείες αξιολόγησης, αμερικανοί οικονομολόγοι, επενδυτικές τράπεζες κλπ), οι οποίες φυσικά δεν έχουν πάψει να κινδυνεύουν (από την ύφεση ή τον υπερπληθωρισμό). Εκτός αυτού, όλα τα σενάρια «αναδιαμόρφωσης» της θα παραμένουν ανοιχτά, με κυριότερα τα εξής:

(α)  Καμία καινούργια εξέλιξη: Σύμφωνα με το σενάριο αυτό, δεν θα υπάρξει ουσιαστική διαφοροποίηση – ενώ η Ευρώπη πάντοτε, έστω και την τελευταία στιγμή, θα βρίσκει κάποια λύση (μας θυμίζει το «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει» – μία συλλογική πεποίθηση, μία βαθειά ριζωμένη «ουτοπία» καλύτερα των Πολιτών, αλλά και των κυβερνήσεων της χώρας μας, η οποία μας οδήγησε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας).

Ειδικότερα, η σημερινή κατάσταση της Ευρωζώνης έγινε αντιληπτή από τα κράτη-μέλη της, όταν στην Ελλάδα ξέσπασε η κρίση των κρίσεων (στα πλαίσια του 1ου παγκοσμίου οικονομικού πολέμου). Παρά τη διασπορά ψευδών ελπίδων εκ μέρους της κυβέρνησης μας, η χώρα μας βρέθηκε πρώτη στο μάτι του κυκλώνα, οδηγώντας ουσιαστικά τις εξελίξεις. Αν και λήφθηκαν έκτοτε πάρα πολλά μέτρα εκ μέρους της Ευρώπης, η οποία συνεχίζει να ακολουθεί τις αγορές, αντί να προηγείται, τα προβλήματα συνεχώς αυξάνονται – ενώ δεν πρόκειται να επιλυθούν ριζικά, όσο η ΕΕ παραμένει ένας μη άριστος νομισματικός χώρος (άρθρο μας).     

Οι αγορές λοιπόν, «ωθούμενες» από τις Η.Π.Α., θα συνεχίσουν να αναρωτούνται μέχρι ποιο ύψος μπορεί να φθάσει το δημόσιο χρέος μίας χώρας (της Ευρωζώνης ως σύνολο επίσης), με αποτέλεσμα να κλιμακώνουν τα «στοιχήματα» τους – αποκομίζοντας φυσικά τεράστια κέρδη. Κατά την άποψη μας, το σενάριο αυτό, εάν δεν αλλάξει, θα διαρκέσει μέχρι εκείνη τη στιγμή, κατά την οποία κάποια χώρα-μέλος θα αναγκασθεί να καταφύγει στη στάση πληρωμών – το αργότερο λοιπόν μέχρι το τέλος του 2013, όπου τουλάχιστον τόσο η Ελλάδα, όσο και η Ιρλανδία, δεν θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν με τις υποχρεώσεις τους (οπότε θα ακολουθήσει η ανεξέλεγκτη διάλυση της Ευρωζώνης – το 3ο σενάριο).      

(β)  Διαχωρισμός σε δύο ζώνες: Οι βόρειες χώρες της Ευρώπης θα σχηματίσουν μία δική τους νομισματική ένωση, παράλληλα με αυτές του νότου. Πρόκειται χωρίς καμία αμφιβολία για ένα μη πραγματοποιήσιμο σενάριο, για μία ουτοπία καλύτερα η οποία, εκτός των άλλων, δεν είναι τεχνικά εφικτή – πόσο μάλλον αφού το ισχυρό ευρώ των βορείων θα ήταν καταστροφικό τόσο για τις εξαγωγές, όσο και για τις απαιτήσεις τους (δάνεια) από τις χώρες του νότου.

Κατά την επικρατούσα άποψη, ένας τέτοιος διαχωρισμός του ευρώ θα σήμαινε το τέλος του – ενώ θα καταστρεφόταν ολόκληρος ο χρηματοπιστωτικός κλάδος της Ευρώπης, αφού θα ακολουθούσε σίγουρα μία άνευ προηγουμένου τραπεζική επιδρομή (Bank run) στις χώρες του νότου. Η δομή της ζώνης του ευρώ είναι «αλληλοεξαρτούμενη» (συγκοινωνούντα δοχεία), οπότε θα ήταν αδύνατον να ανταπεξέλθει με έναν τέτοιο διαχωρισμό. Τα χρηματιστήρια θα κατέρρεαν, η ύφεση (αποπληθωρισμός) θα έπαιρνε τεράστιες διαστάσεις, τα επιτόκια στις χώρες του νότου θα έφθαναν στα ύψη, ενώ ποτέ μέχρι σήμερα δεν υπήρξε νομισματική ένωση αδύναμων χωρών.

(γ)  Διάλυση της Ευρωζώνης: Σύμφωνα με το σενάριο αυτό, όλες μαζί οι χώρες της ζώνης θα επέστρεφαν «ανεξέλεγκτα» στα εθνικά τους νομίσματα, αμέσως μετά την «άτακτη» χρεοκοπία ενός κράτους – κάτι που πιθανότητα θα δημιουργούσε ένα τεράστιο χάος σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αν και δεν θα ήταν υποχρεωτικό να υπάρξουν σταθερές ισοτιμίες, αφού το νόμισμα αναφοράς θα ήταν για όλους το ευρώ (για παράδειγμα, το γερμανικό μάρκο θα ανταλλασσόταν με αναλογία 1:1, ενώ στη συνέχεια θα ανατιμιόταν), απλά και μόνο η υποψία ενός τέτοιου ενδεχομένου εκ μέρους των «αγορών», θα τις οδηγούσε να αποσύρουν μαζικά τα χρήματα τους από ολόκληρη την Ευρώπη – με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, οι ξαφνικές απώλειες σε αρκετά χαρτοφυλάκια, να καταλήξουν στην χρεοκοπία πολλών τραπεζών. Φυσικά θα μεσολαβούσε μία μεγάλη έλλειψη μετρητών χρημάτων, αφού τόσο η εκτύπωση χαρτονομισμάτων, όσο και απλών νομισμάτων, ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν από την επίσημη αρχή της Ευρωζώνης.

Χωρίς την παραμικρή αμφιβολία λοιπόν, η ΕΕ θα ήταν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα «εκτός λειτουργίας» – σε μία «φάση» δηλαδή όπου, καμία χώρα δεν θα είχε τη συνολική επίβλεψη των οικονομικών της. Η Γερμανία θα αντιμετωπιζόταν ξανά εχθρικά από όλα τα υπόλοιπα κράτη, σαν η απειλητικά πανίσχυρη δύναμη της ΕΕ, οι μνήμες του 2ου παγκοσμίου πολέμου (εγκλήματα των ναζί) θα επέστρεφαν ενδυναμωμένες, ο ρατσιστικός (φυλετικός) εθνικισμός θα αναζωπυρωνόταν, η Ευρώπη θα έχανε εντελώς την επιρροή της στον υπόλοιπο πλανήτη, ενώ δεν θα ακολουθούσαν μόνο οικονομικές εντάσεις αλλά, πιθανότατα, πολιτικές και κοινωνικές (προφανώς η Γερμανία το γνωρίζει, έχοντας επιλέξει την «ήπια αναπροσαρμογή» στην εξωτερική πολιτική της).   

(δ)  Οικονομική ένωση της Ευρωζώνης: Πρόκειται για την εξέλιξη της σε μία δημοσιονομική ένωση όπου, τόσο η κατάρτιση των προϋπολογισμών, όσο και η φορολογική πολιτική, δεν θα ήταν πλέον αντικείμενο των εθνικών κυβερνήσεων. Οι υπερχρεωμένες χώρες θα στηρίζονταν από το νέο μηχανισμό σταθερότητας, ενώ θα υποχρεούταν σε αντίστοιχες με τις σημερινές ΔΝΤ-πολιτικές λιτότητας. Ενδεχομένως θα μπορούσε η Ευρωζώνη να υιοθετήσει τότε τη γαλλική πρόταση, συστήνοντας ένα κοινό υπουργείο οικονομικών, με έδρα τις Βρυξέλες και στόχο τη δημιουργία των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης».   

Θεωρούμε ότι, η λύση αυτή θα ήταν πραγματικά βιώσιμη μακροπρόθεσμα, μόνο υπό την προϋπόθεση της «μεταφοράς» χρημάτων από τις πλεονασματικές προς τις ελλειμματικές χώρες (Transfer Union) – όπως συμβαίνει στην ομοσπονδιακή Γερμανία, όπου το ένα κρατίδιο ενισχύει το άλλο. Φυσικά υπάρχουν διάφοροι τρόποι χειρισμού της συγκεκριμένης «εξομάλυνσης» των ανισορροπιών, τους οποίους έχουμε ήδη αναλύσει σε ένα παλαιότερο κείμενο μας (Ευρωπαϊκή Συνοχή). Πιθανολογούμε όμως ότι πολύ δύσκολα θα συμφωνούσαν με κάτι τέτοιο οι Πολίτες των ισχυρότερων οικονομιών της Ευρωζώνης επειδή, σε αντίθεση με τα εθνικά κράτη, μάλλον δεν υφίσταται μία τέτοιας έκτασης αλληλεγγύη σε «ομοσπονδίες» διαφορετικών εθνικοτήτων (η Δυτική Γερμανία, λίγα χρόνια πριν, ήταν αντίθετη ακόμη και με τη μεταφορά πόσων προς την Ανατολική, μετά την επανένωση της).      

Επί πλέον θεωρούμε ότι, αργά ή γρήγορα, θα οδηγούσε σε άλλου είδους προβλήματα, αφού τόσο η Γερμανία, όσο και η Γαλλία, από κοινού ή χωριστά, θα διεκδικούσαν την ηγεσία της – κάτι που πολύ δύσκολα θα αποδεχόντουσαν όλοι οι υπόλοιποι (κυρίως η Ιταλία, ενδεχομένως και η Ισπανία). Εκτός αυτού, «παρακάμπτοντας» αυθαίρετα τα «ανθρωπολογικά» προβλήματα που σίγουρα θα προέκυπταν (λαοί με διαφορετική ιστορία, συνήθειες και χαρακτηριστικά), θα ήταν δεδομένη η αντίθεση των υπολοίπων μεγάλων δυνάμεων του πλανήτη (Η.Π.Α., Κίνα, Ρωσία) – με αποτελέσματα που πολύ δύσκολα μπορούν να προβλεφθούν.

(ε)  Υποχώρηση στο στάδιο της ΕΟΚ: Αναφερόμαστε σε μία προγραμματισμένη, μεθοδική, σταδιακή και προσεκτική έξοδο των κρατών-μελών από την Ευρωζώνη, με την επαναφορά των εθνικών τους νομισμάτων (μάρκο, δραχμή κλπ), αλλά με την διατήρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα επρόκειτο ουσιαστικά για τη δημιουργία μίας «ελεύθερης ζώνης εμπορίου», πολύ πιο ολοκληρωμένης από τις ήδη υπάρχουσες (NAFTA, CAFTA), καθώς επίσης με ιδανικότερες προοπτικές – ενώ  θα μπορούσε να λειτουργήσει, εάν καμία επί μέρους χώρα δεν προέβαλλε τα δικά της ιδιοτελή συμφέροντα και δεν διεκδικούσε την ηγεμονία.

Οι ενδοευρωπαϊκές ανισορροπίες (πλεονασματικές – ελλειμματικές οικονομίες) θα μπορούσαν τότε να καταπολεμηθούν «μονεταριστικά», αφού η άνοδος των ισχυρών κρατών θα προκαλούσε την άνοδο των νομισμάτων τους (το αντίθετο θα συνέβαινε στα αδύναμα κράτη), με αποτέλεσμα να ομαλοποιούνται τα ισοζύγια εξωτερικών συναλλαγών τους. Από την άλλη πλευρά, η στενότερη συνεργασία μεταξύ τους (όπως σήμερα συμβαίνει στην ΕΕ), ενδεχομένως με τη δημιουργία

(1) μίας «εποπτικής κεντρικής τράπεζας» των κεντρικών τραπεζών τους – αλλά και των υπολοίπων συμμετεχόντων στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα, όπως οι ασφαλιστικές εταιρείες και τα χρηματιστήρια,

(2)  μίας «εποπτικής κεντρικής διοίκησης», η οποία θα επέβλεπε/κατεύθυνε τις επί μέρους οικονομικές πολιτικές, ιδρύοντας παράλληλα μία ευρωπαϊκή εταιρεία αξιολόγησης καθώς επίσης

(3)  με τη δημιουργία ενός «κοινού αποθεματικού νομίσματος», προφανώς του Ευρώ, συνδεδεμένου με ένα καλάθι ισχυρών ευρωπαϊκών νομισμάτων (σταθερή «σύνδεση» όλων των εθνικών νομισμάτων με το Ευρώ, με διακύμανση +- 15%) για τις εντός Ευρώπης, αλλά και τις διεθνείς συναλλαγές (στα πρότυπα του SDR, της ειδικής δηλαδή μονάδας μέτρησης, που χρησιμοποιεί το ΔΝΤάρθρο μας), θα εξασφάλιζε την επιτυχή αντιμετώπιση των τεράστιων προβλημάτων της ασύμμετρης παγκοσμιοποίησης. Η διεύρυνση δε της Ευρωπαϊκής αυτής Ένωσης, με τη συμμετοχή της Ελβετίας, της Ρωσίας και της Τουρκίας, θα μπορούσε να την ωφελήσει σε μεγάλο βαθμό. Ο Πίνακας V που ακολουθεί, αναφέρει τα μεγέθη των τριών παραπάνω χωρών: 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ V: Μεγέθη 2007 σε δολάρια

 

Μεγέθη

Ρωσία

Τουρκία

Ελβετία

 

 

 

 

Εργαζόμενοι

75,1 εκ.

25,27 εκ.

3,85 εκ.

ΑΕΠ

1,25 τρις

388,6 δις

407,7 δις

Κατά κεφαλή εισόδημα

14.600

9.400

39.800

Δημόσιο χρέος / ΑΕΠ

7,0%

58,2%

50,2%

Εξαγωγές

365,0 δις

110,5 δις

201,0 δις

Εισαγωγές

260,4 δις

156,9 δις

189,6 δις

Εμπορικό Ισοζύγιο

104,6 δις

-46,4 δις

11,4 δις

Έλλειμμα Ισοζυγίου/ΑΕΠ

8,37%

11,94%

2,80%

Εξωτερικό χρέος

384,8 δις

226,4 δις

1,34 τρις

Πηγή: IQ   

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα V, αλλά και από τη «συγκεντρωτική» εικόνα της σημερινής Ένωσης των 27, συμπληρωμένης με τις τρείς παραπάνω χώρες, θα δημιουργούνταν μία ισχυρότατη ζώνη ελευθέρου εμπορίου των 750 εκ. ατόμων, ικανή να ανταπεξέλθει με τις απαιτήσεις της παγκοσμιοποίησης – κυρίως, με τον ανερχόμενο ασιατικό ανταγωνισμό, καθώς επίσης με την επιθετικότητα των Η.Π.Α., η οποία μάλλον θα «κλιμακωθεί», «συνοδεύοντας» την παρακμιακή πορεία της.        

        

ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΕΝΑΡΙΟ

 

Κατά την άποψη μας, όλα τα σενάρια για την Ευρώπη είναι «ανοιχτά», ενώ φυσικά δεν είναι μόνη της στον πλανήτη. Ακριβώς για το λόγο αυτό θα έπρεπε, πριν ακόμη επιλεγεί (ή προκύψει από μόνο του) κάποιο συγκεκριμένο, να έχει κανείς μία εικόνα του μέλλοντος – έστω «γραμμική», παρά το ότι αυτού του είδους οι προβλέψεις σπάνια επιβεβαιώνονται από την πραγματικότητα. Ο Πίνακας VI που ακολουθεί είναι χαρακτηριστικός:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ VI: ΑΕΠ σε δις $ των εκάστοτε 15 μεγαλυτέρων κρατών του πλανήτη

 

Χώρες

Έτος 2000

Χώρες

Έτος 2010

Χώρες

Έτος 2020

 

 

 

 

 

 

Η.Π.Α.

9.951

Η.Π.Α.

14.624

Κίνα

31.731

Ιαπωνία

4.667

Κίνα

5.745

Η.Π.Α.

22.920

Γερμανία

1.906

Ιαπωνία

5.391

Ινδία

7.972

Βρετανία

1.481

Γερμανία

3.306

Βραζιλία

5.862

Γαλλία

1.333

Γαλλία

2.555

Ιαπωνία

5.852

Κίνα

1.198

Βρετανία

2.259

Ρωσία

4.730

Ιταλία

1.101

Ιταλία

2.037

Γερμανία

4.441

Καναδάς

725

Βραζιλία

2.026

Γαλλία

4.205

Βραζιλία

642

Καναδάς

1.564

Βρετανία

3.644

Μεξικό

629

**Ρωσία

1.477

Μεξικό

2.991

Ισπανία

582

Ινδία

1.430

Ιταλία

2.868

Ν. Κορέα

533

*Ισπανία

1.375

**Ινδονησία

2.446

Ινδία

480

*Αυστραλία

1.220

Καναδάς

2.346

Αυστραλία

401

Μεξικό

1.004

**Τουρκία

2.169

Ολλανδία*

386

Ν. Κορέα

986

Ν. Κορέα

2.112

* Δεν εμφανίζεται την επόμενη δεκαετία

** Εμφανίζεται για πρώτη φορά

Πηγή: Spiegel

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Το 2020 υπολογίζεται γραμμικά, σε αξίες του 2010

Όπως διαπιστώνουμε από τον Πίνακα VI, τόσο οι αλλαγές που έχουν προκύψει σήμερα, σε σχέση με το 2000, όσο και αυτές που λογικά θα συμβούν το 2020, είναι αρκετά σημαντικές. Η Ολλανδία, η Ισπανία και η Αυστραλία φεύγουν από την κατάταξη, ενώ η Ρωσία, η Ινδονησία και η Τουρκία εμφανίζονται σταδιακά – με την Κίνα να αντικαθιστά τις Η.Π.Α. στην κορυφή το 2020, καθώς επίσης με την Ινδία και τη Βραζιλία σε περίοπτες θέσεις.   

Προφανώς λοιπόν η χρηματοπιστωτική κρίση λειτούργησε (θα συνεχίσει να λειτουργεί) προς όφελος των αναπτυσσομένων οικονομιών, η Ασία διαδέχεται τη «δύση» και η Ευρώπη, εάν θέλει να διαδραματίζει κάποιο ρόλο στο παγκόσμιο στερέωμα, θα πρέπει το συντομότερο δυνατόν να επιλύσει ριζικά, από κοινού φυσικά και με γνώμονα το συλλογικό συμφέρον, όλα της τα προβλήματα.      

 

ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

Στην εισαγωγή του κειμένου μας αναφέραμε τον τρόπο, με τον οποίο μπορεί να υπάρξει πρόοδος σε μία χώρα – σύμφωνα τόσο με το ΔΝΤ, όσο και με όλα τα μέχρι σήμερα γνωστά, από την οικονομική επιστήμη. Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για όποιο σενάριο επικρατήσει τελικά στην Ευρώπη, παραμένοντας ισότιμο κράτος-μέλος της με κάθε θυσία. Επομένως, οφείλει να επικεντρωθεί στην ανάπτυξη, χωρίς καμία αργοπορία.

Εάν όμως αδυνατεί να επιτύχει κάτι τέτοιο, εμποδιζόμενη από την καταστροφικά «υφεσιακή» οικονομική πολιτική του ΔΝΤ, θα πρέπει να επιλέξει την ελεγχόμενη στάση πληρωμών – πριν ακόμη υποχρεωθεί από τις συνθήκες σε μία ανεξέλεγκτη χρεοκοπία. Υπενθυμίζουμε ότι, μόνο τα τοκοχρεολύσια για το 2011 είναι περίπου 63 δις €, έναντι εσόδων που δεν θα υπερβούν τα 52 δις € – ενώ μία ενδεχόμενη «τραπεζική επίθεση» (Bank run), έστω περιορισμένης έκτασης, ή μία πτώχευση κάποιας Ελληνικής τράπεζας (πιθανόν σαν αποτέλεσμα μίας ακόμη υποτίμησης της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας – κάτι που μόλις αποφύγαμε την Παρασκευή), θα έφθανε για να ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση.

Ανάπτυξη ή χρεοκοπία λοιπόν είναι το μεγάλο δίλημμα, με το οποίο ευρίσκεται αντιμέτωπη η χώρα μας, ενώ δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη, χωρίς τουλάχιστον τη διαγραφή μέρους των δημοσίων χρεών μας – των επαχθών δηλαδή (περί το 40%), έτσι όπως προβλέπεται από τις διεθνείς πρακτικές. Όσον αφορά δε το εάν είναι έντιμη ή όχι μία τέτοια ενέργεια εκ μέρους της Ελλάδας, ίσως οφείλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στη «φύσει και θέσει» ανεντιμότητα των «αγορών» – για τις οποίες η μοναδική ηθική είναι η επίτευξη κερδών, με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσον.

Το παράδειγμα άλλωστε του Ισημερινού (όπου επιλέχθηκε εν πρώτοις η στάση πληρωμών, ενώ αγοράσθηκαν στη συνέχεια τα ομόλογα του δημοσίου του από τους επενδυτές, οι οποίοι τα πούλησαν στο κράτος με έκπτωση 80%), μάλλον τεκμηριώνει την ύπαρξη διαφόρων εναλλακτικών λύσεων – έστω όχι τόσο ανώδυνων ή ηθικών, αλλά τουλάχιστον μη καταστροφικών. Ειδικά όσον αφορά την πολυσυζητημένη, απλή επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των δημοσίων χρεών μας (αναδιάρθρωση), έστω με χαμηλότερα επιτόκια, δεν λύνει σε καμία περίπτωση το πρόβλημα της Ελλάδας – απλά το αναβάλλει, εάν δεν συνδυάζεται ταυτόχρονα με την προαναφερόμενη διαγραφή.   

Επομένως, αυτό που πρέπει να κάνει άμεσα η πολιτική μας ηγεσία, είναι η σωστή διαπραγμάτευση – με στόχο τη διαγραφή μέρους των δημοσίων χρεών μας (από τις «αγορές», αφού δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να επιβαρυνθούν οι Πολίτες άλλων χωρών με τα δικά μας προβλήματα), την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των υπολοίπων, με χαμηλά επιτόκια, την απόκτηση επαρκούς ρευστότητας, για την ομαλή λειτουργία της οικονομίας μας, καθώς επίσης την εξασφάλιση χρόνου – για την ανάπτυξη μας, μέσα από τις απαιτούμενες διαρθρωτικές αλλαγές, σε συνδυασμό με την ανάκτηση της χαμένης εμπιστοσύνης των Ελλήνων Πολιτών (αφού τότε μόνο θα δανεισθεί ο υγιέστατος ιδιωτικός μας τομέας, επενδύοντας και μειώνοντας το δημόσιο χρέος).

Κλείνοντας, μεταφορικά δεν επιτρέπεται καθόλου, είναι παράλογο καλύτερα να προσπαθούμε να κάνουμε οικονομία στο ηλεκτρικό ρεύμα, καταναλώνοντας εκεί τις περιορισμένες δυνάμεις μας, όταν η τράπεζα απειλεί με πλειστηριασμό το υπερχρεωμένο σπίτι μας. Οφείλουμε λοιπόν πρώτα να σώσουμε το σπίτι μας και στη συνέχεια να ασχοληθούμε σοβαρά με τη μείωση των δαπανών μας – σε καμία περίπτωση το αντίθετο, όπως δυστυχώς σήμερα συμβαίνει. 

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 16. Ιανουαρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2265.aspx

Ο Διεθνής Έλεγχος κατά Σοφία Σακοράφα

Ο Διεθνής Έλεγχος κατά την Σοφία Σακοράφα

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Προσωπικά δεν αμφισβητώ την ειλικρίνεια και τις προθέσεις της κ. Σοφίας Σακοράφα, όμως η ιστορία της διεθνούς επιτροπής ελέγχου του δημόσιου χρέους δεν είναι ούτε απλή, ούτε αθώα υπόθεση. Τυχαίνει να γνωρίζω ποιοι σε διεθνές επίπεδο προωθούν αυτή την πρόταση και η δράση τους δεν είναι καθόλου αθώα.

 

Πρόκειται για διεθνείς Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (Bretton Woods, CATDM, Attac, Transform, κοκ) που χρηματοδοτούνται είτε απευθείας από άτυπα όργανα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ (ιδρύματα, think tanks, κλπ.), είτε από το ειδικό κονδύλι του ΟΗΕ που χρηματοδοτεί την προώθηση της «παγκοσμιοποίησης», είτε από οργανώσεις δήθεν κοινωφελούς σκοπού που πίσω τους βρίσκονται τράπεζες και πολυεθνικές, είτε απευθείας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα πλαίσια της προώθησης του «εθελοντισμού».

Το «κίνημα» αυτό, που δυστυχώς παρέσυρε και μια σειρά έντιμους μελετητές του προβλήματος, αλλά και αγωνιστές, δημιουργήθηκε την εποχή που μετά την επιβολή του σχεδίου Μπέικερ από τις ΗΠΑ στην Λατινική Αμερική, οι λαοί στην περιοχή άρχισαν να ορθώνουν το ανάστημά τους και να απαιτούν την διαγραφή του χρέους για να γλυτώσουν μια και καλή από τους διεθνείς τοκογλύφους, το ΔΝΤ και τις «διεθνείς λύσεις» του προβλήματος που προωθούν οι ΗΠΑ (όπως ήταν το σχέδιο Μπέικερ και Μπράντι, τα οποία αποτελούσαν αναδιάρθρωση του χρέους με «βαθύ κούρεμα» και τα οποία κυριολεκτικά ισοπέδωσαν τις χώρες εκείνες που τα αποδέχτηκαν)

Βασικό όπλο ενός λαού για να επιβάλει τη (μερική ή ολική) διαγραφή του τοκογλυφικού χρέους του, ήταν και παραμένει η αποκατάσταση και θωράκιση της εθνικής κυριαρχίας του από κάθε άποψη. Αυτό ήταν και παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους εφιάλτες των διεθνών τραπεζών, των πολυεθνικών και φυσικά όλων εκείνων των χωρών που στηρίζουν την παντοκρατορία τους στο ξεζούμισμα των άλλων χωρών. Για να χτυπηθεί αυτό το λαϊκό αίτημα εμφανίστηκε το «κίνημα» των διεθνών ΜΚΟ που έναντι της διεκδίκησης της εθνικής κυριαρχίας και της διαγραφής του τοκογλυφικού χρέους, αντιπρότεινε τη δημιουργία μιας διεθνούς επιτροπής ελέγχου του δημόσιου χρέους που με την συγκατάθεση οφειλέτη και πιστωτή θα διερευνά και θα αποφασίζει ποιο μέρος του χρέους είναι «δίκαιο» για να το επωμιστεί ο λαός της οφειλέτριας χώρας. Αυτή η επιτροπή θα έχει το καθεστώς ενός ιδιότυπου δικαστηρίου της Χάγης και οι αποφάσεις του μπορεί να μην είναι δεσμευτικές, αλλά, όπως κανείς καταλαβαίνει, μπορούν να λειτουργήσουν καταλυτικά σε βάρος ενός λαού που διεκδικεί την παραγραφή, ακύρωση του χρέους, πέρα από αυτό που η επιτροπή θα κρίνει ως «άδικο». Με αυτόν τον τρόπο αναιρείται το μοναδικό όπλο που έχει ένας κυρίαρχος λαός για να αντιμετωπίσει τους διεθνείς τοκογλύφους: την ασυλία του κράτους του λόγω εθνικής κυριαρχίας.

Ποιο όμως τμήμα του χρέους είναι «δίκαιο» και ποιο «άδικο»; Από ποια σκοπιά και με ποια κριτήρια μπορεί να κριθεί κάτι τέτοιο; Οι ΜΚΟ προωθούν την ιδέα ότι «άδικο» χρέος είναι μόνο εκείνο που αποτελεί προϊόν ύποπτης συναλλαγής ανάμεσα σε κυβερνήσεις και δανειστές. Γι’ αυτό και ζητούν τον έλεγχο των δανειακών συμβάσεων, ώστε να διαπιστωθεί ποια είναι προϊόν ύποπτης συναλλαγής. Ως τυπικό παράδειγμα αναφέρεται αυτό που έκανε το Εκουαδόρ και πρόεδρος της χώρας Κορέα. Ωστόσο υπάρχουν πολλά και σοβαρά ερωτηματικά. Για παράδειγμα: όταν μια χώρα, όπως το Εκουαδόρ, ο κύριος όγκος του χρέους του είναι μέσα από δανειακές συμβάσεις με τράπεζες, τότε ο έλεγχος μπορεί να γίνει εξετάζοντας μία-μία τις συμβάσεις και το πώς διατέθηκαν τα κονδύλια της συγκεκριμένης σύμβασης. Τι θα γίνει όμως αν το χρέος είναι σχεδόν στο σύνολό του ομόλογα που εκδίδονται, τοποθετούνται και διακινούνται ελεύθερα στη διεθνή αγορά (πρωτογενή και δευτερογενή), όπως συμβαίνει με την περίπτωση της Ελλάδας; Τότε τι σημαίνει έλεγχος σ’ αυτή την περίπτωση; Απολύτως τίποτε. Οι ειδικοί γνωρίζουν πολύ καλά ότι στην περίπτωση δανεισμού μέσω δημοπρασίας ομολόγων, το μόνο που μπορείς να ελέγξεις είναι αν έγινε σωστά και νόμιμα η δημοπρασία, αν οι διαμεσολαβούσες τράπεζες αμείφθηκαν με μεσιτεία που δεν παραπέμπει σε ύποπτες συναλλαγές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πέφτουν μίζες και εξαγορές με τα ομόλογα. Όμως οι μίζες και τα συναφή δίνονται μετά μέσω κυρίως της δευτερογενούς με χειραγώγηση της αγοραπωλησίας των ομολόγων, ή παραγωγών πάνω σ’ αυτά τα ομόλογα, κοκ, η οποία είναι πάρα πολύ δύσκολο να διαπιστωθεί διότι, όπως λένε οι επαίοντες, η αγορά αυτή είναι τόσο διαφανής όσο ένα ποτήρι γάλα. Επομένως όταν εμφανίζονται κάποιοι, δήθεν γνώστες και ειδικοί, στην Ελλάδα και μιλούν για έλεγχο των δανειακών συμβάσεων, αυτό που είναι πιθανό να συμβαίνει είναι δυο πράγματα: είτε πρόκειται για ανίδεους που προσπαθούν να κάνουν καριέρα πάνω στην «κασίδα του ψωριάρη», είτε πρόκειται για σκοπιμότητα. Και η σκοπιμότητα είναι απλή: να βγει λάδι ο μεγαλύτερος όγκος του χρέους, γιατί πολύ απλά δεν μπορεί να ελεγχθεί τουλάχιστον με τον τρόπο που ισχυρίζεται η «διεθνής επιτροπή». Φανταστείτε τι θα γίνει αν σε κάποια φάση η κυβέρνηση, ετούτη ή κάποια άλλη που μπορεί να την διαδεχθεί για να εκτονωθεί η λαϊκή οργή, δώσει στη δημοσιότητα τις συμβάσεις δανεισμού, που αφορούν μόλις το 0,5% του δημόσιου χρέους της χώρας και διορίσει μια επιτροπή σαν αυτήν που ζητάνε οι διεθνείς ΜΚΟ. Ότι κι αν αποφανθεί αυτή η επιτροπή το συντριπτικό μέρος του χρέους – δηλαδή, τα ομόλογα – δεν μπορούν να ελεγχθούν και έτσι θα εξαγνιστούν για να εμφανιστούν ως «δίκαιη» οφειλή. Με άλλα λόγια στρώνεται ο δρόμος για να καμφθεί το ισχυρό λαϊκό επιχείρημα, που πηγάζει από το κοινό περί δικαίου αίσθημα του λαού, ότι «δεν έκανα εγώ τον λογαριασμό, άρα δεν οφείλω να τον πληρώσω». Κάτι το οποίο σχετικά εύκολα μπορεί να τεκμηριωθεί, όχι μόνο μακροοικονομικά, όπως το έχουμε κάνει επανειλημμένα, αλλά και πολύ συγκεκριμένα, αρκεί να ανοίξουν όλοι οι δημόσιοι λογαριασμοί και όχι μόνο οι όποιες δανειακές συμβάσεις.

Όμως ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι οι κύριοι αυτοί που προτείνουν τη «διεθνή επιτροπή» ξέρουν ή μπορούν να βρουν το ύποπτο ή παράνομο χρέος, πόσο από το χρέος μπορεί να πληρώσει ένας λαός; Στο ερώτημα αυτό κανείς δεν απαντά. Για παράδειγμα ας πούμε ότι το ύποπτο ή παράνομο χρέος είναι 50-60%, ποιος μπορεί στα σοβαρά να υποστηρίξει ότι το υπόλοιπο χρέος μπορεί να πληρωθεί από τον λαό και την χώρα; Όταν μια χώρα και ένας λαός έχει κυριολεκτικά λεηλατηθεί επί δεκαετίες και έχει οδηγηθεί στην χρεοκοπία, τι σημαίνει «δίκαιο» και «άδικο» χρέος όταν η χώρα και ο λαός δεν μπορεί να πληρώσει τίποτε; Εκτός κι όλα αυτά στήνονται για να εξαναγκάσουμε την χώρα και τον λαό της που δεν μπορεί να πληρώσει, να ξεπουληθεί όχι για όλο το χρέος, αλλά μόνο για εκείνο το χρέος που είναι «δίκαιο». Τέτοια περίπτωση είναι και η Ελλάδα. Το δημόσιο χρέος, τουλάχιστον άνω του 90%, είναι συσσωρευμένοι τόκοι πάνω σε κεφαλαιοποιημένους τόκους παλιότερων δανείων. Με άλλα λόγια το χρέος της χώρας έχει δημιουργηθεί κατά κύριο λόγο πληρώνοντας πανωτόκια πάνω σε πανωτόκια. Ακόμη κι αν κάποιος θεωρήσει ότι τα αρχικά δάνεια – που έτσι ή αλλιώς έχουν ξεπληρωθεί δεκάδες φορές έως σήμερα – ήταν «δίκαια», γιατί μια χώρα και ένας λαός να ξεπουλιέται για να πληρώνει πανωτόκια;

Αυτό ακριβώς το ζήτημα, που δεν είναι μόνο πρόβλημα της υπερχρεωμένης Ελλάδας, ήρθε να αντιμετωπίσει η πρόταση του ΟΗΕ (Απρίλιος του 2010) που θεωρεί ως «απεχθές χρέος» όχι μόνο εκείνο που είναι προϊόν ύποπτης συναλλαγής, αλλά κάθε χρέος που για να πληρωθεί οδηγεί στην καταστρατήγηση, παραβίαση, ή και κατάργηση βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων. Όταν λοιπόν μια χώρα αναγκάζεται να συνθλίψει τη δουλειά και τα εισοδήματα του λαού της, να περικόψει δραστικά δημόσιες και κοινωνικές παροχές και να ξεπουλήσει την περιουσία της και έτσι να θέσει την ασφάλεια, την ευνομία και την ομαλότητά της σε κίνδυνο, προκειμένου να πληρώσει τους δανειστές της, τότε το χρέος της θεωρείται «απεχθές» και οφείλει να αρνηθεί την πληρωμή του. Τάδε έφη ο ειδικός επιτετραμμένος για την μελέτη και αντιμετώπιση του χρέους σε εισήγησή του προς την Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 2010, η οποία κατά πλειοψηφία έγινε αποδεχτή από αυτό το διεθνές σώμα. Και είναι μάλλον περίεργο που όσοι σκίζονται για τον έλεγχο των δανειακών συμβάσεων στην Ελλάδα, δήθεν για να αποκαλύψουν το μέρος του χρέους που είναι «απεχθές», τους διαφεύγει ως δια μαγείας αυτή η σημαντική συμβολή του ΟΗΕ στην έννοια του «απεχθούς χρέους».

Στη θέση λοιπόν του αιτήματος για διεθνή επιτροπή ελέγχου του δημόσιου χρέους, πρέπει να μπει το βαθιά δημοκρατικό και λαϊκό αίτημα για άνοιγμα όλων των δημόσιων λογαριασμών ώστε να δούμε που και πώς προέκυψαν οι δανειακές ανάγκες του κράτους και προς όφελος τίνος δαπανήθηκαν τα κονδύλια του δημόσιου ταμείου (τακτικά και δανειακά). Μόνο έτσι μπορεί να ελεγχθεί το αλισβερίσι, το πάρε-δώσε κάτω από το τραπέζι, οι ρεμούλες και οι αρπαχτές. Ο έλεγχος αυτός μπορεί να γίνει μόνο όταν οι δημόσιοι λογαριασμοί γίνουν πραγματικά δημόσιοι, δηλαδή προσβάσιμοι και ελέγξιμοι από όλους του πολίτες και όχι μόνο από επιλεγμένους «ειδικούς», υπό την άμεση εποπτεία του κοινοβουλίου. Ενός κοινοβουλίου που δεν θα είναι υποτελές της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά αληθινά κυρίαρχο και εργαζόμενο σώμα, όπου τα μέλη του θα έχουν περιορισμένο χρόνο θητείας, θα εκλέγονται και θα λογοδοτούν απευθείας στους εκλογείς τους, οι οποίοι θα έχουν το δικαίωμα να τους ανακαλέσουν ανά πάσα στιγμή διαπιστώσουν ότι δεν επιτελούν το έργο για το οποίο τους έχουν στείλει στο κοινοβούλιο, κοκ. Φυσικά, ύστερα από τον αναγκαίο δημοσιονομικό έλεγχο – με αναδρομική ισχύ – όποιος βρεθεί ότι εμπλέκεται σε διαπάσθιση του δημόσιου χρήματος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, πολιτικός, κόμμα ή εταιρεία, τότε θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη δικαιοσύνη και να κατασχεθεί η περιουσία του στο σύνολο της ως ελάχιστη αποζημίωση για τις πράξεις του.  

Όπως μπορεί να καταλάβει κανείς, η μια πρόταση περί «διεθνούς επιτροπής ελέγχου του δημόσιου χρέους» αναθέτει πάλι σε κάποιους άλλους, ειδικούς ή μη, το ζήτημα που πρέπει να λύσει ο ίδιος λαός διεκδικώντας και κατακτώντας επιτέλους τη δημοκρατία σ’ αυτόν τον τόπο. Και δημοκρατία θεμελιώνεται σε δυο βασικές αρχές: την λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία. Αρχές που είναι αδύνατον να συνυπάρξουν με το επαχθές και απεχθές δημόσιο χρέος της χώρας και το καθεστώς υποδούλωσης και κατοχής που έχουν επιβάλει οι δανειστές, το ΔΝΤ, η ΕΕ και η ΕΚΤ.

 

Δημήτρης Καζάκης, 16-1-2011

Υπάρχει αισιόδοξο σενάριο για το 2011;

Υπάρχει αισιόδοξο σενάριο για το 2011;

 

Του Δημήτρη Κουμπή

 

 

Το ερώτημα αυτό απασχολεί τον καθένα μας. Από τη μια υπάρχει το απαισιόδοξο σενάριο για το 2011 που δεν χρειάζεται συστάσεις. Το ζούμε. Μπορεί όμως να υπάρξει αντιστροφή της κατάστασης; Μπορεί, ενδεχόμενα να υπάρξει ένα αισιόδοξο σενάριο; Η αρχή της αντιστροφής της κατάστασης;

Η απόγνωση είναι κακός σύμβουλος. Και ο ελληνικός λαός βρίσκεται σήμερα σε απόγνωση. Η ολομέτωπη επίθεση στα πιο στοιχειώδη δικαιώματά του, η αφαίρεση από εκατοντάδες χιλιάδες, εκατομμύρια ανθρώπους των πιο στοιχειωδών μέσων αξιοπρεπούς ζωής έχει προκαλέσει ένα μούδιασμα, μια κατάσταση σοκ, αντίστοιχη με αυτές που περιγράφει η Ναόμι Κλάιν στο περίφημο βιβλίο της «Το δόγμα του σοκ». Ωστόσο, οι αντιδράσεις που μέχρι σήμερα υπήρξαν απέναντι στον ορυμαγδό των μέτρων δεν βρίσκονται στο ύψος των περιστάσεων. Αυτό με τη σειρά του προκαλεί μια μεγαλύτερη απόγνωση.

Κάθε μέρα γίνεται και περισσότερο φανερό ότι όπως είπε ο Τούρκος συγγραφέας Ασίζ Νεσίν «έτσι ήρθαν τα πράγματα μα έτσι δεν θα πάνε». Η κοινωνία δεν μπορεί να βυθιστεί στην ανέχεια και στην αναξιοπρέπεια. Ο ελληνικός λαός διαθέτει ιστορία και θα βρει τη δύναμη να υψώσει το ανάστημά του. Οι απεργιακές και άλλες κινητοποιήσεις του θα ενδυναμωθούν το επόμενο διάστημα, ευθύς μόλις συνέλθει κάπως από την κατάσταση σοκ.

Τι χρειάζεται όμως για να επιταχυνθεί η διαδικασία αυτή; Χρειάζεται να πιστέψουμε όλοι στη δύναμή μας. Να πάψουμε να εναποθέτουμε τις τύχες μας στους όποιους επίδοξους σωτήρες. Ιδιαίτερα οι χρυσοπληρωμένες συνδικαλιστικές γραφειοκρατικές ηγεσίες πρέπει να παραμεριστούν. Απαιτείται όλοι μας να συμμετέχουμε ενεργά και με φρόνηση στα κοινά και πρώτιστα στους συνδικαλιστικούς και άλλους μαζικούς φορείς.

Εναλλακτική πολιτική πρόταση

Κυρίως όμως απαιτείται η διαμόρφωση μιας εναλλακτικής πολιτικής πρότασης. Μιας πρότασης που θα στρέψει το τιμόνι της οικονομικής διακυβέρνησης στον αντίποδα των μέχρι τώρα πολιτικών. Αν πρόκειται πράγματι να βγει ο λαός από την κρίση, αυτό μπορεί να γίνει με ένα μόνο τρόπο: με την αναδιανομή του πλούτου. Είναι καιρός να πληρώσουν οι πραγματικά έχοντες, οι χρυσοκάνθαροι, αυτοί δηλαδή που θησαύριζαν όλα τα προηγούμενα χρόνια και που με το Μνημόνιο και τα λοιπά μέτρα συνεχίζουν να συσσωρεύουν αμύθητα πλούτη σε βάρος ενός ολόκληρου λαού.

http://www.inprecor.gr/wp-content/uploads/2011/01/4933615568.jpg

Μέσα από τη δημόσια συζήτηση έχουν αρχίσει ήδη να διαμορφώνονται μερικοί βασικοί άξονες γύρω από τους οποίους μπορεί να συγκροτηθεί μια αυθεντικά εναλλακτική πρόταση. Τα σημεία αυτά μπορούν να αποτελέσουν ένα ελάχιστο όριο συμφωνίας ανάμεσα σε κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που θα θελήσουν στα σοβαρά να οδηγήσουν τη χώρα μακριά από τον κυκεώνα στον οποίο βρίσκεται.

Αυτά μπορεί να είναι:

1. Η άρνηση του χρέους το οποίο συσσώρευσαν οι σπατάλες και τα υπερκέρδη της εγχώριας ολιγαρχίας και το οποίο τροφοδότησε (ήδη από τα πρώτα δάνεια του 1823) και τροφοδοτεί ακόμη και σήμερα τα ταμεία του τραπεζικού κεφαλαίου των ΗΠΑ, της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας κλπ.

2. Η άμεση έξοδος από την ευρωζώνη (που τόση δυστυχία έφερε στο μέσο εργαζόμενο) και η γενικότερη αντίθεση στις πολιτικές που εκπορεύονται από την ΕΕ και οι οποίες, εκτός από το γεγονός ότι απομυζούν το λαό και το δημόσιο πλούτο, αναπαράγουν το πρόβλημα.

3. Η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος (και όχι μόνο των ζημιογόνων τραπεζών) με παράλληλη εγκαθίδρυση λαϊκού ελέγχου. Μόνο έτσι μπορεί το τραπεζικό σύστημα να αποτελέσει (αν συντρέξουν και άλλοι παράγοντες) όχι μηχανισμό υπερεκμετάλλευσης του λαού αλλά μοχλό ανάπτυξης.

4. Για να υπάρξει βιομηχανική και αγροτική ανάπτυξη είναι αναγκαίο επίσης να περάσουν στο δημόσιο οι στρατηγικοί τομείς της οικονομίας (και πρώτιστα οι ΔΕΚΟ) και να εγκαθιδρυθούν μορφές ουσιαστικού λαϊκού και κοινωνικού ελέγχου παράλληλα με τη γενναία φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου και τον εργατικό έλεγχο στις επιχειρήσεις. Αναγκαία είναι επίσης η προστασία της εγχώριας αγοράς από την ανεξέλεγκτη εισροή κεφαλαίων και εμπορευμάτων από την ΕΕ και άλλες χώρες.

5. Ζητούμενο (ήταν πάντοτε αλλά σήμερα αποκτά μεγαλύτερη επικαιρότητα) είναι η υπεράσπιση και διεύρυνση της παραγωγικής βάσης της χώρας και των αναπτυξιακών της δυνατοτήτων με βάση ένα συγκεκριμένο σχέδιο που θα έχει συζητηθεί διεξοδικά και εγκριθεί από το λαό και θα έχει ως ατμομηχανή του τον εκδημοκρατισμένο και εξυγιασμένο δημόσιο τομέα.

6. Χρειάζεται ακόμη η αναστήλωση και γενναία κρατική χρηματοδότηση της δημόσιας παιδείας η οποία θα μπορεί έτσι προοπτικά να αποδώσει καρπούς και να συμβάλλει αποφασιστικά στην οικονομική ανάπτυξη σε όφελος του λαού.

7. Απαιτείται να παραδειγματιστούμε από εκείνους τους λαούς και τις κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής που πρόσφατα αποτίναξαν την επικυριαρχία των ΗΠΑ και απομάκρυναν τις βάσεις από το έδαφός τους κατακτώντας έτσι την εθνική τους ανεξαρτησία. Για μας αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ενόψει και των κυοφορούμενων αρνητικών εξελίξεων στο Αιγαίο.

8. Επείγει ο ριζικός (μέχρι το κόκκαλο) εκδημοκρατισμός του δημόσιου τομέα, γενικότερα των συνταγματικών θεσμών, του πολιτικού συστήματος, του εκλογικού συστήματος, της Δικαιοσύνης, των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας, όλων των δημόσιων υπηρεσιών και κρατικών μηχανισμών.

9. Χρειάζεται δραστικός περιορισμός, (ίσως και κατάργηση) της δυνατότητας δράσης του μεγάλου κεφαλαίου στον τομέα ιδίως των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης έτσι ώστε να παρεμποδιστεί η χειραγώγηση του λαού.

10.  Επείγει η λήψη μέτρων ανύψωσης του βιοτικού επιπέδου και των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων του λαού με βάση τις διεκδικήσεις των συνδικάτων που προαναφέρθηκαν.

Μια τέτοια πολιτική διεξόδου από την κρίση θα ανακουφίσει τα λαϊκά στρώματα, θα προχωρήσει σε μια γενναία αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου σε όφελος της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας και σε βάρος της εγχώριας ολιγαρχίας. Ένα τέτοιο πολιτικό σχέδιο μπορεί να υλοποιηθεί μόνο αν ανατραπεί το κυρίαρχο πολιτικό σκηνικό του δικομματισμού και των παραφυάδων του και αναδειχθεί μια κυβέρνηση που δεν θα εκπροσωπεί απλώς τα λαϊκά συμφέροντα αλλά που θα λάβει δραστικά μέτρα για την ολοένα και ενεργητικότερη συμμετοχή του λαού στα κοινά και θα οδηγήσει σε μια πολιτική και κοινωνική ανατροπή σε όλα τα επίπεδα.

 

ΠΗΓΗ: Από mafalda – 13 Ιανουαρίου 2011, http://www.inprecor.gr/index.php/archives/21530

 

Ιστορικές ευθύνες αριστεράς – πρόταση διεξόδου

Οι ιστορικές ευθύνες της αριστεράς και η πρόταση διεξόδου

 

Του Στάθη Κουβελάκη    Συνέντευξη στην ΙΣΚΡΑ


 

Ερ.: Όλα δείχνουν ότι το 2011 είναι μια χρονιά ιστορικό σταυροδρόμι. Θεωρείτε ότι η ΕΕ και το ευρώ μπορεί να έχει μέλλον; 

 

Απ.: Μπορεί να ακούγεται κοινότυπο αλλά η καινούργια χρονιά πράγματι αναμένεται καθοριστική για τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα μας και ευρύτερα στην Ευρώπη. Ο καπιταλισμός συνεχίζει να βρίσκεται στη δίνη μιας κρίσης που επιβεβαιώνει καθημερινά το ρητό του Μαρξ ότι «το όριο του κεφαλαίου είναι το ίδιο το κεφάλαιο».

Η κρίση αυτή είναι λοιπόν συστημική, έχει ένα διεθνή αν και όχι ακριβώς παγκόσμιο χαρακτήρα (η Κίνα και η Ινδία, δηλαδή το ένα τρίτο περίπου του πληθυσμού του πλανήτη, συνεχίζουν να έχουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης).

Σε κάθε περίπτωση πάντως η μορφή της κρίσης διαφέρει αισθητά από χώρα σε χώρα ή από περιοχή σε περιοχή του πλανήτη. Στην Ευρώπη, η κρίση δεν βιώνεται με τον ίδιο τρόπο στην Ιρλανδία και στην Ολλανδία, στην Ελλάδα ή τη Δανία.

Αν και η ΕΕ και το ευρώ δεν είναι αιτίες της κρίσης, που είναι μια κρίση του συστήματος, παίζουν ένα καθοριστικό ρόλο στην ειδική μορφή που παίρνει σ’ αυτή την περιοχή του πλανήτη.

Ας αρχίσουμε από την ευρωζώνη. Η ουσία είναι το κοινό νόμισμα που δημιουργήθηκε στη βάση των συμφώνων σταθερότητας λειτουργεί σε μια τριπλή και αλληλοσυμπληρούμενη κατεύθυνση:

– καταργώντας τη δυνατότητα υποτίμησης και όντας κοινό νόμισμα διαφορετικών κρατών, χωρίς τους αντισταθμιστικούς μηχανισμούς ενός ενιαίου κρατικού προϋπολογισμού, μεταθέτει όλο το βάρος του ανταγωνισμού μεταξύ κεφαλαίων στο εργασιακό κόστος, δηλαδή στους μισθούς.

– στηριζόμενο σε αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία, στη τιθάσευση των πληθωριστικών πιέσεων και των μισθών, το ευρώ είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του γερμανικού κεφαλαίου. Ο παράγοντας αυτός εντείνεται από τις αρχικές ισοτιμίες, που ευνοούσαν το μάρκο. Από τη στιγμή της δημιουργία του ευρώ οι γερμανικές εξαγωγές εκτινάσσονται, τα πλεονάσματα της Γερμανίας γιγαντώνονται. Αντίθετα, οι χώρες της Ευρωπαϊκής περιφέρειας (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιρλανδία), με υψηλότερο πληθωρισμό και πιο χαλαρή μισθολογική και δημοσιονομική πειθαρχία, χάνουν σε ανταγωνιστικότητα, τα ελλείματά τους στο εμπόριο και τις τρέχουσες συναλλαγές αυξάνονται ραγδαία. Οι οικονομίες τους στηρίζονται σε «φούσκες» (κυρίως στην αγορά ακινήτων, Ισπανία, στις τράπεζες: Ιρλανδία) ή στην υπερ-κατανάλωση (Ελλάδα). Φυσικά στρέφονται όλο και περισσότερο στο δανεισμό, που είναι πρώτα και κύρια ιδιωτικός.

– Και εδώ είναι βέβαια η τρίτη πτυχή του ευρώ: ως ισχυρό νόμισμα, με αποθεματικές αξιώσεις, το ευρώ είναι επίσης κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του τραπεζικού κεφαλαίου, που γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης της περιφέρειας. Διευκόλυνε την επέκταση και τη διεθνοποίηση των τραπεζών, και κατέβασε το κόστος του δανεισμού, καθιστώντας τον ταυτόχρονα όπως εξηγήσαμε όλο και πιο αναγκαίο.

Με δυο λόγια, το ευρώ δημιουργήθηκε για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένα ταξικά και γεωπολιτικά συμφέροντα: ως μηχανισμός συμπίεσης των μισθών και του κοινωνικού κράτους, και προώθησης του τραπεζικού κεφαλαίου, λειτουργεί ενοποιητικά για τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων της Ευρώπης. Γι’ αυτό και η παραμονή στην ευρωζώνη είναι και παραμένει στρατηγική επιλογή τους. Αντίθετα, επειδή το ευρώ δημιουργεί αποκλίσεις και πόλωση εντός της ζώνης κυκλοφορίας του, πρώτα και κύρια μεταξύ Γερμανίας και χωρών της περιφέρειας (αλλά όχι μόνο, και η Γαλλία χάνει σε ανταγωνιστικότητα σε σχέση με τη Γερμανία), ευνοεί ορισμένους εθνικούς καπιταλισμούς σε βάρος άλλων, οξύνει τις αντιθέσεις και λειτουργεί εν τέλει αποσταθεροποιητικά, ειδικά σε περιόδους κρίσης του συστήματος.

Για να το πω διαφορετικά, το ευρώ όχι μόνο παίζει κεντρικό ρόλο στην ανισότητα της έντασης της κρίσης μεταξύ χωρών του κέντρου και της περιφέρειας αλλά δημιουργεί και τις προϋποθέσεις ώστε η έξοδος από αυτήν την κρίση να πραγματοποιηθεί με πολύ καλύτερους όρους για ορισμένους εθνικούς καπιταλισμούς (και κατ’ αρχήν για το γερμανικό) και πολύ οδυνηρότερους για άλλους (για την Ελλάδα, την Ιρλανδία και σε λίγο τις υπόλοιπες χώρες της περιφέρειας). Εννοείται πως αυτός είναι και ο πρωταρχικός στόχος του Μνημονίου: να διασωθούν οι γαλλικές και γερμανικές τράπεζες που κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος των χρεωγράφων του ελληνικού δημοσίου, με αντίτιμο την λατινοαμερικανοποίση της Ελλάδας.

 

Ερ.:  Η Ελλάδα εντός της ΟΝΕ μπορεί να ανταπεξέλθει στην κρίση και – πολύ περισσότερο – να ανοίξει νέους προοδευτικούς και σοσιαλιστικούς δρόμους;

 

 Απ.: Σ’ αυτό το σημείο μπορώ να είμαι πιο σύντομος: με βάση την προηγούμενη ανάλυση, η απάντηση είναι ένα σαφέστατο όχι. Και, σε αντίθεση με όσα λέγονται από όσους θέλουν να δημιουργούν σύγχυση μέσα στην Αριστερά, αυτή η θέση δεν έχει καμμιά σχέση με τον εθνικισμό ή με την εθνική αναδίπλωση. Από μια ταξική σκοπιά, η έξοδος από το ευρώ είναι αναγκαία για το σύνολο των εργαζομένων της χωρών της ευρωζώνης. Αλλά το θέμα τίθεται πιεστικά, ως υπαρκτό πολιτικό αίτημα, στους «αδύναμους κρίκους», εκεί που οι αντιθέσεις του συστήματος εκδηλώνονται με τον πιο βίαιο τρόπο, δηλαδή στην περιφέρεια, αρχίζοντας από την Ελλάδα που λειτουργεί ως πειραματόζωο των συνταγών κοινωνικής εξαθλίωσης και αρπαγής του πλούτου σε όφελος των ισχυρών, εντός και εκτός της χώρας μας.

Πιο συγκεκριμένα η έξοδος από το ευρώ είναι αναγκαία για να μπορέσει η Ελλάδα να προχωρήσει στις απαραίτητες μονομερείς κινήσεις που θα οδηγήσουν στην παραγραφή του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους, ένα χρέος που είναι ούτως ή άλλως αδύνατο να αποπληρωθεί και για το οποίο ο εργαζόμενος λαός δεν φέρει καμμιά ευθύνη. Κεντρική θέση σ’ αυτές τις κινήσεις, έχει η στάση πληρωμών, γιατί είναι, όπως δείχνει και η διεθνής εμπειρία, το καλύτερο, ίσως και το μοναδικό, όπλο που διαθέτουν οι οφειλέτες για να αλλάξουν προς όφελός τους το συσχετισμό δύναμης. Και η διαχείριση των άμεσων συνεπειών της στάσης πληρωμών, που δεν θα είναι ανώδυνες, απαιτεί ανάκτηση της δυνατότητας άσκησης νομισματικής σε εθνικό επίπεδο καθώς βεβαίως και την εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, η επιβίωση το οποίου ούτως ή άλλως ήδη εξαρτάται από διαρκείς ενέσεις δημόσιας χρηματοδότησης, με τεράστιο βέβαιο κόστος. Αυτά τα μέτρα πρέπει βέβαια να συμπληρωθούν με άλλα, όπως ο έλεγχος των ροών κεφαλαίου, η προστασία του λαϊκού εισοδήματος από τις συνέπειες της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα και άλλα στα οποία θα επανέλθω παρακάτω.

Πρέπει να τονιστεί ότι η έξοδος από την ΟΝΕ δεν τίθεται σήμερα, από τη σκοπιά της αριστεράς και των εργαζομένων, για να πραγματοποιηθεί άμεσα ο σοσιαλισμός, αλλά για να αποφευχθεί η ολοκλήρωση της ήδη συντελούμενης καταστροφής και για να εφαρμοσθούν λύσεις που, σε άλλες συγκυρίες ή ιστορικές εποχές, θα ήταν αρεστές ακόμη και σε μετριοπαθείς σοσιαλδημοκράτες. Σήμερα όμως, και από τη θέση που βρισκόμαστε, αυτές οι λύσεις ισοδυναμούν με μια μεγάλη κοινωνική μεταβολή, με ανατροπή του συσχετισμού προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων. Με άλλα λόγια, θέτουν το αίτημα μιας συνολικότερης αλλαγής, δηλαδή του σοσιαλισμού, με τρόπο συγκεκριμένο, ως διαδικασία επίλυσης συγκεκριμένων προβλημάτων και αντιθέσεων, και όχι ως αφηρημένα ή διακηρυκτικά.

 

Ερ.: Στα πλαίσια ενός τέτοιου σενάριου, ποιες είναι οι προοπτικές της Ε.Ε.; Και, πιο συγκεκριμένα, είναι δυνατή η έξοδος της Ελλάδας από την ΟΝΕ εντός της ΕΕ;


 Απ:
Σίγουρα ένα τέτοιο ενδεχόμενο (στάσης πληρωμών και εξόδου από την ευρωζώνη), που προϋποθέτει ότι την πρωτοβουλία των κινήσεων την έχουν πλέον οι λαϊκές δυνάμεις εντός της χώρας που κινείται προς μια τέτοια κατεύθυνση, επί του προκειμένου της Ελλάδας, σημαίνει μετωπική σύγκρουση με την ΕΕ. Βέβαια ΕΕ και ευρωζώνη δεν είναι το ίδιο πράγμα, ούτε, προς το παρόν τουλάχιστον, προβλέπεται διαδικασία αποβολής μιας χώρας από την ΕΕ. Το θέμα είναι πολιτικό και όχι νομικό. Σε αντίθεση με τους «αριστερούς ευρωπαϊστές» πιστεύω πως η σύγκρουση με την ΕΕ με αυτούς τους όρους, αρχίζοντας ενδεχομένως από μια μικρή χώρα που λέει ένα μεγάλο «όχι» στις βάρβαρες συνταγές της τρόϊκας, θα δημιουργήσει μια δυναμική σε ευρωπαϊκό επίπεδο και θα λειτουργήσει προωθητικά για τους κοινωνικούς αγώνες και τις αριστερές δυνάμεις στις υπόλοιπες χώρες. Ας μην ξεχνάμε πως έστω και με άνισο τρόπο, η δημοτικότητα και αξιοπιστία της ΕΕ, του ευρώ και των υπόλοιπων πυλώνων της ονομαζόμενης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι σήμερα στο ναδίρ, και θα ξεφτίσει ακόμη περισσότερο με το βάθεμα της κρίσης.

 

Ερ:. Αν είναι όμως έτσι τα πράγματα γιατί να μην προσανατολιστούμε σε μια στρατηγική αλλαγής των συσχετισμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αναζήτησης εναλλακτικών λύσεων στο εσωτερικό μιας «άλλης», πιο κοινωνικής, ΕΕ;

 

Απ: Πράγματι, το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα είναι εάν η ΕΕ μπορεί να αλλάξει εκ των ένδον. Η απάντηση σ’ αυτό είναι κατά τη γνώμη μου και πάλι ένα ξεκάθαρο όχι. Και αυτό για δύο λόγους.

Πρώτον γιατί για να αλλάξει, με στοιχειώδεις όρους αξιοπιστίας, ένας υπερεθνικός οργανισμός όπως η ΕΕ πρέπει να αλλάξουν με αρκετά συγχρονισμένο τρόπο οι συσχετισμοί αν όχι σε όλες τουλάχιστον στις βασικές χώρες που τον αποτελούν. Κάτι τέτοιο είναι όχι μόνο απίθανο αλλά αδύνατο γιατί οι ταξικοί συσχετισμοί, και οι ίδιες οι τάξεις, συγκροτούνται και κρίνονται κατ’ αρχήν σε εθνικό επίπεδο. Η διεθνής τους διάσταση είναι κρίσιμη αλλά προϋποθέτει την εθνική, που σημαίνει ότι οι ανισομέρειες στους ρυθμούς και τις μορφές της ταξικής πάλης είναι συστατικό στοιχείο του τρόπου με τον οποίο αυτή η πάλη αναπτύσσεται σε διεθνές επίπεδο. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η ταξική σύγκρουση τείνει να πάρει εκρηκτική μορφή στους «αδύναμους κρίκους» ενός τέτοιου υπερεθνικού μορφώματος, όχι μόνο λόγω της εγγενούς «αδυναμίας» τους αλλά και γιατί οι κυρίαρχες τάξεις των «ισχυρών» κρίκων έχουν μεγαλύτερα περιθώρια διαχείρισης των εσωτερικών τους αντιθέσεων. Περιθώρια που θα χάσουν βέβαια αν κλονιστεί η ηγεμονική διεθνής θέση τους. Με δυο λόγια, όχι μόνο δε μπορούν οι Έλληνες εργαζόμενοι να περιμένουν να αλλάξουν οι συσχετισμοί στη Γερμανία, τη Γαλλία και τη Βρετανία για να αντιδράσουν αλλά η καλύτερη υπηρεσία που έχουν να προσφέρουν στο εργαζόμενους αυτών των χωρών (και των υπολοίπων) είναι να δώσουν το καλό παράδειγμα, και να κλονίσουν συθέμελα το σάπιο οικοδόμημα που δίνει μια επίφαση νομιμοποίησης στις πιο αντιδραστικές πολιτικές των ευρωπαϊκών κυρίαρχων τάξεων.

Υπάρχει όπως και ένας δεύτερος λόγος που καθιστά παραπλανητική την ιδέα της αλλαγής από τα μέσα της ΕΕ. Σηκώνει ήδη πολύ συζήτηση κατά πόσο ένα εθνικό κράτος, που διαθέτει αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, αναφέρεται στη λαϊκή κυριαρχία, κατοχυρώνει κάποια στοιχειώδη πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα στους πολίτες του, είναι μεταρρυθμήσιμο. Ο επαναστατικός μαρξισμός λέει πως όχι και τούτο γιατί η εξουσία της άρχουσας τάξης δεν εδράζεται πρώτα και κύρια στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, όπου οι συσχετισμοί μπορούν να ανατραπούν, αλλά σε αδιαφανείς μηχανισμούς, δηλαδή στο σκληρό πυρήνα του κράτους (κεντρική διοίκηση και κατασταλτικοί), που βρίσκεται εκτός λαϊκού ελέγχου και που θα αντιδράσει με κάθε τρόπο σε μια απόπειρα κοινωνικής ανατροπής.

Ας αφήσουμε προς το παρόν ανοιχτή αυτή τη συζήτηση. Το μόνο βέβαιο είναι όμως ότι ένας σχηματισμός όπως η ΕΕ δε διαθέτει απολύτως καμμιά από τις περιορισμένες έστω δυνατότητες μεταρρύθμισης και εκδημοκρατισμού του εθνικού κράτους. Είναι ένα υπερεθνικό μόρφωμα-υβρίδιο, ούτε υπερκράτος ούτε απλή διακρατική ένωση, που έχει ως βασικό λόγο ύπαρξης το κλείδωμα των στρατηγικών επιλογών των κυριάρχων τάξεων ενός τμήματος της Ευρώπης (γιατί «Ευρώπη» είναι βέβαια και η Ρωσία, η Νορβηγία και η Ουκρανία), τη νομιμοποίησή τους και την προφύλαξή τους από κάθε μορφή λαϊκού ελέγχου, καταργώντας τα όποια εμπόδια θέτει σε ένα τέτοιο εγχείρημα το εθνικό πλαίσιο και οι διαμεσολαβήσεις του (κοινοβούλια, κόμματα, κοινωνικές οργανώσεις). Γι’ αυτό και όπως τόνισε πρόσφατα κάποιος που δεν συμφωνεί με την πρόταση για έξοδο από το ευρώ, ο νομικός και καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου Κώστας Δουζίνας (βλέπε συζήτηση με τον Σλάβοϊ Ζίζεκ, «Εποχή», 9 Ιανουαρίου 2011), «η ΕΕ δεν έχει απλώς δημοκρατικό έλλειμμα αλλά πλήρη έλλειψη δημοκρατίας». Είναι εξοργιστικό π.χ. να ονομάζεται «κοινοβούλιο» ένας θεσμός όπως η «Ευρωβουλή» που δεν διαθέτει την δυνατότητα νομοθετικής πρωτοβουλίας που αποτελεί την πεμπτουσία οποιουδήποτε εθνικού κοινοβουλίου, στην οποία δε λογοδοτεί κανείς και που χρησιμεύει ως όργανο συμβολικής επικύρωσης των αποφάσεων μιας ουσιαστικά ανεξέλεγκτης Κομισιόν και ευρωγραφειοκρατίας. Όλα αυτά αποτελούν γελοιοποίηση των ίδιων των αστικών ιδεών περί κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας, ιδέες για τις οποίες στο κάτω-κάτω χύθηκε πολύ αίμα και που μας απήλλαξαν από τους ελέω Θεού μονάρχες.

Οι λαοί της Ευρώπης σίγουρα αξίζουν κάτι καλύτερο από τη σημερινή ΕΕ. Αλλά για να μπορέσει να γίνει πραγματικότητα αυτή η «άλλη Ευρώπη» προϋπόθεση είναι η ρήξη με τη σημερινή ΕΕ, με προοπτική την διάλυσή της και την αντικατάστασή της από ένα ριζικά διαφορετικό ευρωπαϊκό οικοδόμημα με σοσιαλιστική κατεύθυνση. Ουαί κι αλλοίμονο για την αριστερά αν φθάσει να συγχέει τη νομιμοφροσύνη απέναντι στους θεσμούς αυτού του αντιδημοκρατικού και νεοφιλελεύθερου εξαμβλώματος με τις ιδέες και την πρακτική του διεθνισμού και της κοινής πάλης των λαών ενάντια στους δυνάστες τους.

 

Ερ.: Θεωρείτε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αναζωογονηθεί ή ως ένα ενωτικό εγχείρημα είναι οριστικά παρελθόν με κάποιες καλές αναμνήσεις;

 

Απ.: Ας κοιτάξουμε την πραγματικότητα κατάματα: ο ΣΥΡΙΖΑ πνέει τα λοίσθια, είναι όχι μόνο ανίκανος να παράγει την οποιαδήποτε πολιτική πρόταση και παρέμβαση, σ’ αυτές τις τόσο κρίσιμες συνθήκες για τη χώρα, αλλά ακόμη και να διατηρήσει τη συνοχή των επιμέρους συνιστωσών του, που εμφανίζονται βαθειά διαιρεμένες και προσφέρουν παρόμοια εικόνα αμηχανίας και παράλυσης. Συν τοις αλλοις, έχουν εμφανιστεί καινούργια και, ας μη κρυβόμαστε πίσω από τα δάχτυλό μας, ανταγωνιστικά με το ΣΥΡΙΖΑ πολιτικά σχέδια, είτε αυτά λέγονται Μέτωπο Α. Α. είτε προτεραιότητα στην εκλογική συνεργασία με πασοκογενείς παράγοντες. Το ερώτημα που προκύπτει βέβαια είναι «πως φθάσαμε ως εδώ»;
Πολύ συνοπτικά θα έλεγα, παραφράζοντας αυτό που κάποτε είχε πει ο τότε γραμματέας του ιταλικού ΚΚ Ενρίκο Μπερλινγκουέρ σχετικά με την Οκτωβριανή Επανάσταση: «η προωθητική δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ έχει εξαντληθεί». Σε τι στηριζόταν όμως αυτή η προωθητική δύναμη; Ασφαλώς στη έλξη ενός ενωτικού εγχειρήματος που συσπείρωσε δυνάμεις, μείωσε τον κατακερματισμό της πέραν του ΚΚΕ ριζοσπαστικής αριστεράς και, στη συγκυρία του 2005-2007 ειδικότερα, κατάφερε να της δώσει στοιχεία κοινωνικής γείωσης και επικοινωνίας με υπαρκτές μορφές αντίστασης. Για να γίνουν όμως όλα αυτά υπήρχαν και πολιτικά προαπαιτούμενα, εκ των οποίων το κυριότερο ήταν η σταδιακή, και κατόπιν (με την αλλαγή ηγεσίας) πιο σαφή, μετατόπιση προς τα αριστερά της βασικής δύναμης αυτής της συμμαχίας, του Συνασπισμού.
Υπήρχαν βέβαια όρια σ’ αυτό το εγχείρημα και αυτά φάνηκαν όταν η συγκυρία άρχισε να αλλάζει και να θέτει νέα προβλήματα. Τέθηκε βέβαια το οργανωτικό ζήτημα, κάτι αναπόφευκτο σε ένα πλουραλιστικό εγχείρημα: και διαπιστώσαμε ότι δε βρέθηκε ικανοποιητική λύση στο θέμα της δημοκρατικής και συμμετοχικής εμβάθυνσης του σχήματος, στη δύσκολη διαλεκτική της «από τα πάνω» και «από τα κάτω» συγκρότησής του που τέθηκε πιεστικά μετά τις εκλογές του 2007 και την πρώτη πανελλαδική συνδιάσκεψη. Τότε άρχισε να φαίνεται ότι η συγκολλητική ουσία του εγχειρήματος σε επίπεδο πολιτικής πρότασης – χονδρικά η άρνηση του κεντροαριστερού κυβερνητισμού και η σύνδεση με τα κινήματα – ήταν ανεπαρκής, και επιπλέον παρέμενε αντικείμενο έντονης και μάλιστα αυξανόμενης αμφισβήτησης από ένα κομμάτι του Συνασπισμού. Η κοινωνική και πολιτική κρίση βάθαινε, με κύριο σύμπτωμα την εξέγερση του Δεκέμβρη, σε λίγο η νέα καπιταλιστική κρίση θα συμπεράσειρε το εύθραυστο οικοδόμημα της ευημερίας που είχε στηρίξει τις εναπομείνουσες κοινωνικές και πολιτικές ισορροπίες. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να παρέμβει στην μεταπιζόμενη συγκυρία, οι εσωτερικές του διαφοροποιήσεις άρχισαν να τον απορυθμίζουν. Το τελικό χτύπημα δόθηκε με την είσοδο στην εποχή του Μνημονίου. Εκεί φάνηκαν και τα όρια της αριστερής μετατόπισης ενός χώρου που αρνείται να αναμετρηθεί με ένα από τα βασικά βαρίδια που κουβαλάει από το παρελθόν, δηλαδή τον ευρωπαϊσμό.

Αναμφίβολα, για μια ολόκληρη περίοδο, ο ΣΥΡΙΖΑ απετέλεσε μια θετική συνεισφορά στην υπόθεση της ανασυγκρότησης μιας μαχόμενης και κοινωνικά γειωμένης αριστεράς στη χώρα μας. Ήταν μια σοβαρή ένδειξη ότι αρχίσαμε σταδιακά να βγαίνουμε από την φάση της ήττας και της αναδίπλωσης. Αυτό συνιστά μια πολύτιμη παρακαταθήκη για το μέλλον. Αλλά, και θα ήθελα να είμαι σαφής σ’ αυτό, η σημερινή συγκυρία, όπου παίζεται κυριολεκτικά και άμεσα το μέλλον της χώρας και η υπόσταση αυτού του λαού, έχει άλλες απαιτήσεις αλλά και άλλες δυνατότητες. Πρέπει να γυρίσουμε σελίδα.

 

Ερ.:  Ποιά είναι λοιπόν η προοπτική; Η σημερινή κατάσταση «όλοι εναντίον όλων» στην Αριστερά είναι αναπόφευκτη;

 

Απ.: Ας πούμε κατ’ αρχήν το εξής: το ΚΚΕ όχι μόνο παραμένει η βασική δύναμη της αριστεράς αλλά διευρύνει και την εκλογική επιρροή. Ας σκεφτούμε μόνο προς στιγμήν πως ήταν τους ενδοαριστερούς συσχετισμούς πριν από τρία μόλις χρόνια και πως είναι τώρα, μετά τις τελευταίες εκλογές. Σ’ αυτή την εξέλιξη έχει φυσικά συμβάλλει η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, η διάχυτη κοινωνική οργή που αποκτά αντισυστημική συμπεριφορά, αλλά βαραίνει επίσης, ας μην το υποτιμάμε αυτό, και το γεγονός ότι για ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι του λαού το ΚΚΕ – μαζί με την εξωκοινοβουλευτική αριστερά – εμφανίζεται ιστορικά δικαιωμένο στην αντίθεση του στην ΕΕ, έστω κι αν δεν προτείνει κάτι το συγκεκριμένο και αξιόπιστο.

Αυτό που θα μπορούσε λοιπόν, υπό άλλους όρους, να είναι ένα στοιχείο ανοδικής πορείας για την Αριστερά γίνεται το κεντρικό της πρόβλημα γιατί το ΚΚΕ ακολουθεί μια γραμμή ακραίου σεκταρισμού, διαρκούς περιχαράκωσης των δυνάμεών του και καλλιέργειας κλίματος ενδοαριστερού εμφύλιου. Αυτό είναι κάτι που βαραίνει αισθητά στο συνολικό συσχετισμό δύναμης. Από διαφορετικές θέσεις θα μιλούσαμε σήμερα στον αγώνα για την ανατροπή του Μνημονίου και αυτής της άθλιας κυβέρνησης αν υπήρχε μια μίνιμουμ έστω ενότητα στη δράση των αριστερών δυνάμεων στους κοινωνικούς χώρους.
Σε καμμιά περίπτωση δεν πρέπει να σταματήσουμε να εγκαλούμε το ΚΚΕ για τις ευθύνες του έναντι του εργατικού και λαϊκού κινήματος και να καλλιεργούμε τις προϋποθέσεις για την ενότητα στη δράση και στους κοινούς αγώνες. Αλλά ο καλύτερος, και ίσως ο μοναδικός τρόπος να το επιτύχουμε είναι να προχωρήσουμε σε αυτό που το ΚΚΕ δεν είναι ούτως ή άλλως σε θέση να προσφέρει, δηλαδή μια αριστερή εναλλακτική απάντηση στη σημερινή κρίση, τόσο σε επίπεδο πρότασης όσο και σε επίπεδο πολιτικού υποκειμένου που θα της δώσει σάρκα και οστά και θα τη προωθήσει.

 

Ερ.:  Ποιός είναι λοιπόν ο πυρήνας αυτής της πρότασης;

 

Απ.: Ο πυρήνας είναι η ατζέντα που έθεσα πριν: στάση πληρωμών με στόχο την επαναδιαπραγμάτευση και παραγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, έξοδο από την ευρωζώνη, εθνικοποίηση των τραπεζών, έλεγχος της ροής κεφαλαίων, προστασία του λαϊκού εισοδήματος και ανασυγκρότηση του οικονομικού ιστού της χώρας με δημόσιο έλεγχο. Πέρα από τα ευχολόγια της ευρωπαϊστικής ρητορείας, που υπεκφεύγουν διαρκώς στο θέμα του χρέους και της αντιμετώπισής του, δεν έχει εξάλλου διατυπωθεί και καμμιά άλλη πρόταση στην ευρύτερη αριστερά. Η ελληνική κοινωνία έχει κατά τη γνώμη να επιλέξει ανάμεσα στο Μνημόνιο (ή παραλλαγές του) και σ’ αυτήν την ατζέντα, δεν βλέπω καμμιά άλλη δυνατότητα.

Η πρόταση αυτή μπορεί να λειτουργήσει σε διαφορετικά επίπεδα: μπορεί να συσπειρώσει κατ’ αρχήν ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, που αποδεσμεύονται σήμερα από την επιρροή του δικομματισμού και περιμένουν, έστω και θολά, κάτι από την πλευρά της αριστεράς. Έχει μια γνήσια πλειοψηφική δυναμική. Μια ένδειξη μόνο: σύμφωνα με τελευταίες δημοσκοπήσεις τα ποσοστά που υποστηρίζουν τη στάση πληρωμών και την έξοδο από το ευρώ ξεπερνούν αισθητά το 20% και αυτό χωρίς να την υποστηρίζει ως τέτοια ούτε ένα κοινοβουλευτικό κόμμα. Σκεφτείτε τι δυνατότητες υπάρχουν αν, με αυτά που μας περιμένουν, υπήρχε και πολιτική έκφραση.

Μπορεί επίσης να αποτελέσει τη βάση ενός ξεκαθαρίσματος μέσα στην αριστερά, συσπειρώνοντας όσες δυνάμεις βλέπουν σ’ αυτήν την ατζέντα όχι τον τελικό ορίζοντα αλλά τον πυρήνα ενός μεταβατικού προγράμματος με στόχο το σοσιαλισμό.

 

Ερ.: Μιλάτε δηλαδή για ένα νέο πολιτικό φορέα;

 

Απ.: Θα γίνω πιο σαφής και συγκεκριμένος. Ξεκινώ από μια διαπίστωση: σ’ αυτήν τη βασική ατζέντα συγκλίνουν αυτή τη στιγμή, με επιμέρους αποχρώσεις (άρα κατ’ αρχήν υπερβάσιμες), μια σειρά από δυνάμεις που βρίσκονται σήμερα σε διάφορους χώρους ή σχήματα. Έχουμε βέβαια το ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως τέτοιο, και η καθαρότητα με την οποία υποστήριξε αυτή την ατζέντα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εντυπωσιακή (για τα δεδομένα αυτού του χώρου) του εκλογική του επιτυχία, σε συνδυασμό βέβαια με τη γείωσή του σε μια σειρά από κοινωνικούς χώρους και μαζικές πρακτικές. Είναι όμως και το Αριστερό Ρεύμα του Συνασπισμού, που με τις θέσεις του στα θέματα της ΕΕ, του χρέους και του ευρώ κυριολεκτικά άλλαξε τους όρους της συζήτησης στο σύνολο της Αριστεράς. Πρέπει ιδιαίτερα να επισημανθεί η θαρραλέα στάση του Παναγιώτη Λαφαζάνη, που, αν κρίνουμε και από τη λάσπη που δέχεται από τα παπαγαλάκια των ΜΜΕ, αποτελεί αγκάθι για όλη την πολιτικο-μηντιακή ελίτ.

Βλέπουμε επίσης να προσεγγίζουν αυτή την ατζέντα και άλλες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ όπως η ΚΟΕ ή το Κόκκινο. Υπάρχει επίσης η πολύ σημαντική, ίσως καθοριστικής σημασίας, εμπειρία σύγκλισης στους συνδικαλιστικούς χώρους δυνάμεων που δεν ήταν συνηθισμένες να βαδίζουν μαζί, στα πλαίσια του Συντονιστικού των Πρωτοβάθμιων Σωματείων. Ας σημειώσουμε επίσης την απήχηση που είχαν οι πρωτοβουλίες του Αριστερού Βήματος, που δεν είναι βέβαια πολιτικός φορέας αλλά λειτούργησε και λειτουργεί ως εργαστήρι για τη συζήτηση μιας ριζοσπαστικής αριστερής πρότασης.

Υπάρχει λοιπόν μια βάση για να ξεκινήσει κάτι και υπάρχει η τρομακτική πίεση της συγκυρίας. Εάν δε βγει από το σημερινό της τέλμα η Αριστερά θα σαρωθεί η ίδια από την κρίση. Πιστεύω πως, παρά τα εμπόδια, που παραπέμπουν στις γνωστές, εν μέρει αναπόφευκτες, οργανωτικές αγκυλώσεις, οι συνθήκες έχουν ωριμάσει για μια πολιτική πρωτοβουλία μεγάλης εμβέλειας. Μια πρωτοβουλία που θα συσπειρώσει, σε μια πρώτη φάση, τις δυνάμεις που ανέφερα προηγουμένως σε ένα ενιαίο πολιτικό μέτωπο. Μια πρωτοβουλία που μπορεί να δώσει ελπίδα και προοπτική στις δυνάμεις του εργατικού και λαϊκού κινήματος που διψούν για μια αγωνιστική, προοδευτική και ρεαλιστική λύση.

Οι ευθύνες μας είναι ιστορικές, ο χρόνος λιγοστός. H στιγμή των μεγάλων αποφάσεων πλησιάζει.

 

*  Ο Στάθης Κουβελάκης (είναι) αναπληρωτής καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο King's College του Πανεπιστήμιου του Λονδίνο και γνωστός στην Αριστερά για την αγωνιστική διαδρομή του και τις ρηξικέλευθες καινοτόμες απόψεις του, είχε την καλοσύνη να παραχωρήσει μια πολύ ενδιαφέρουσα και σχεδόν εφόλης της ύλης συνέντευξη στην ΙΣΚΡΑ, η οποία νομίζουμε ότι, ανεξάρτητα από συμφωνίες ή διαφωνίες, θα συζητηθεί, θα κεντρίσει και θα προβληματίσει. Ο Στάθης Κουβελάκης είναι μέλος του Αριστερού Βήματος. 

 

ΠΗΓΗ:

http://iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=2077:2011-01-13-10-19-32&catid=56:an-aristera&Itemid=285