Η ζωωδία του τετριμμένου – του Γιάννη Ποτ.

Η ζωωδία του τετριμμένου

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου


 

Με τη χαίτη ολόρθη

                       καλπάζει

στις λεωφόρους, η ζωωδία

Στην πρωινή καταχνιά

θολώνουν οι ματιές μας

Αφού οξειδώνεται, στην ψυχή

                       του ανθρώπου

το άγουρο όνειρο

Σπρώχνει η ανατολή

το σαρκίο μας

                   στη λαιμητόμο

 

Όταν, κατεβαίνοντας

στις υπόγειες

                    διαδρομές

της ημέρας η θυσία, η πρώτη

 

Πόσο γνώριμη αλήθεια

η πικρή γεύση

                    της αλλοτρίωσης

Συνθλίβεται η φαντασία

                     στο τετριμμένο

Καθώς σφραγίζεις ολημερίς

                      το αδιάφορο

 

Ανεξίτηλο το σημάδι

                       της μαχαιριάς

Απ’ τη βαθιά πληγή

                       της ματαιότητας

Δραπετεύει η ζωή

                       μπρος στην ανία

Σαν επιστρέφεις ανεκποίητο,

το τάλαντο

                       της δημιουργίας

 

                          28 Οκτωβρίου 2010, Γιάννης Ποταμιάνος

Γεωπολιτική σκακιέρα – Αθήνα – Μη … ουδετερότητα

Γεωπολιτική σκακιέρα: Γιατί η ουδετερότητα δεν συμφέρει την Αθήνα

Του Σταύρου Λυγερού


Εάν δεν υπάρξουν σύντομα νέες πρωτοβουλίες εκ μέρους της Δύσης, η ισχύουσα σήμερα διχοτόμηση της Λιβύης θα αρχίσει να παγιώνεται. Είναι αξιοσημείωτο ότι η Γαλλία και η Βρετανία έχουν αρχίσει να θέτουν ζήτημα κλιμάκωσης της επέμβασης με τη χρήση και ειδικών χερσαίων δυνάμεων. Το είπε ευθέως ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της γαλλικής Βουλής Άλεξ Πονιατόφσκι.

Συνέχεια

Κοινωνιολογία & Πολιτική Οικονομία Ν. Λυκείου

Η κοινωνιολογία και η πολιτική οικονομία του Νέου Λυκείου

 

Του Κώστα Θεριανού


 

Το Νέο Λύκειο είναι ουσιαστικά ένα νέο σύστημα διαχείρισης της ροής τους μαθητικού πληθυσμού προς τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, καθώς και ένα νέο σύστημα πρόσβασης. Αν η συζήτηση περιορισθεί στα κέρδη και τις ζημίες της κάθε ειδικότητας και στις δήθεν νέες ερευνητικές προσεγγίσεις που εισάγει η ερευνητική εργασία, τότε είναι δύσκολο να γίνουν αντιληπτές οι νέες συνθήκες στην οικονομία και την κοινωνία που συμπυκνώνει το Νέο Λύκειο.

Πάντως, στο ζήτημα των ειδικοτήτων, η σημερινή ηγεσία του υπουργείου πληρώνει γραμμάτια της μεταρρύθμισης Αρσένη (του ΠΑΣΟΚ δηλαδή), η οποία διέλυσε και την γενική και την τεχνική εκπαίδευση. Με τις ανακατανομές των μαθημάτων πέτυχε και την εξής μοναδικότητα σε όλο τον πλανήτη: να έχει εκπαιδευτικούς χωρίς ωράριο (π.χ. κοινωνιολόγοι, ξενόγλωσσοι, τεχνικές ειδικότητες κ.ά.) και την ίδια στιγμή, στο ίδιο σχολείο, μαθητές χωρίς εκπαιδευτικούς!

Η κ. Διαμαντοπούλου στις 28/2/2011 στην ημερίδα ενημέρωσης και διαλόγου του Υπουργείου Παιδείας με τους Δημάρχους της χώρας δήλωσε ότι «Το επόμενο διάστημα μέχρι το 2020 υπολογίζουμε 370.000 θέσεις εργασίας που θα αφορούν τεχνικά επαγγέλματα». Έδωσε με αυτόν τον τρόπο το στίγμα της βασικής αιτίας της νέας εκπαιδευτικής πολιτικής που δεν είναι άλλο από τον δραστικό περιορισμό των πανεπιστημιακών σπουδών ή με άλλα λόγια την ανακοπή της κοινωνικής ζήτησης για πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Έδωσε, επίσης, και το στίγμα της αναδιάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας. Σε ποια όμως κατεύθυνση; Μήπως, η Ελλάδα του καλά εκπαιδευμένου εργατικού δυναμικού με τους χαμηλούς μισθούς και τα σταδιακά ανύπαρκτα εργασιακά δικαιώματα θα αποτελέσει έναν σημαντικό πόλο έλξης για βιομηχανικές επενδύσεις πολυεθνικών εταιρειών που εκτός από το χαμηλό κόστος εργασίας θα κερδίζουν και από το κόστος μεταφοράς (η Ελλάδα είναι πιο κοντά από τον Τρίτο Κόσμο και τις Ανατολικές Χώρες); Πέρα βέβαια από τις στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας που θα ιδιωτικοποιηθούν.  

Η κοινωνική ζήτηση για ανώτατες σπουδές στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ σε οικονομικό και κοινωνικό κενό. Είναι σφάλμα να αποδώσουμε το φαινόμενο αυτό σε κάποια ιδιαίτερη εθνική νοοτροπία των Ελλήνων που θέλουν το παιδί τους να σπουδάσει και να μην κάνει χειρωνακτικές εργασίες. Επειδή το φαινόμενο είναι παλιό, κατά καιρούς διάφοροι αναλυτές έχουν καταφύγει σε ερμηνείες που σχετίζονται με την ιδεολογική υποτίμηση της χειρωνακτικής εργασίας, αλλά και η ίδια η κ. Διαμαντοπούλου το απέδωσε στην νοοτροπία της ελληνικής οικογένειας: «Αντί να συνδέουμε τις ανάγκες της οικονομίας με την κλίση και την ευτυχία του παιδιού, λειτουργούμε με πολύ συγκεκριμένα στερεότυπα. Βάζω τον εαυτό μου πρώτο. Ο άντρας μου και εγώ είμαστε μηχανικοί και θέλαμε σώνει και καλά ο γιος μας να γίνει μηχανικός. Επειδή δεν μας άκουγε, ο άντρας μου, τελικά, του είπε: «Γίνε μηχανικός και μετά κάνε ό,τι θέλεις» (Συνέντευξη στο «Κ» της Καθημερινής της Κυριακής Κυριακή, 17 Απριλίου 2011).

Όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Μια νοοτροπία ή ένα στερεότυπο δεν μπορεί να επιβιώσει για μεγάλο χρονικό διάστημα αν δεν υπάρχουν στοιχεία στην οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα που να το στηρίζουν υλικά και να το αναπαράγουν. Στην περίπτωση που συζητάμε, η κοινωνική ζήτηση για ανώτατες σπουδές τροφοδοτούνταν διαχρονικά από το ότι οι απόφοιτοι των πανεπιστημίων σε μια χώρα με συρρικνωμένο πρωτογενή και δευτερογενή τομέα είχαν καλύτερες ευκαιρίες απασχόλησης και καλύτερες συνθήκες εργασίας από τους τεχνίτες. Για παράδειγμα, το 1977 ο μέσος όρος των αποφοίτων της ΤΕΕ είχε εισόδημα υψηλότερο από το μέσο όρο των αποφοίτων Α.Ε.Ι. Όμως, το 1979 μόλις το 9% των αγοριών και το 6% των κοριτσιών που φοιτούσαν στο Γυμνάσιο δήλωναν ότι σκέφτονταν να ακολουθήσουν το Τεχνικό Επαγγελματικό Λύκειο. Πρόκειται δηλαδή για μια ανορθολογική, από οικονομική άποψη, συμπεριφορά. Όμως, αν αναλογιστούμε τις συνθήκες εργασίας στον τομέα των υπηρεσιών (εκπαίδευση, υπηρεσίες υγείας, υπάλληλοι στο δημόσιο) με τις ανάλογες των τεχνικών επαγγελμάτων τότε η απάντηση είναι πολύ λογική. Ο Stenhouse κάνει μια οξυδερκέστατη παρατήρηση σχετικά με τους παιδαγωγούς που αναλύουν τα επαγγέλματα, πίσω από τα παράθυρα της σχολικής αίθουσας και τα γραφεία των πανεπιστημίων, μέσα στη ζεστασιά και την ασφάλεια: «Πιθανώς μόνο η μειοψηφία των εκπαιδευτικών μπορεί να αξιολογήσει τα υπέρ και τα κατά διαφόρων επαγγελμάτων, ή να κατανοήσει τις απολαβές ή το άγχος που έχουν οι οδηγοί φορτηγών μεγάλων αποστάσεων ή όσοι απασχολούνται στην κηπουρική και στα εργοστάσια αυτοκινήτων». Εδώ να προσθέσουμε την εργασιακή ανασφάλεια του πρωτογενή και του δευτερογενή τομέα, την μικρή κλίμακα των δραστηριοτήτων στην χώρα μας κ.λπ.

Αυτό σημαίνει ότι δεν χρειάζεται η ΤΕΕ;

Αντίθετα. Η ΤΕΕ είναι απολύτως αναγκαία, αλλά στο πλαίσιο ενός σχεδιασμού που θα προτάσσει το 12χρονο ενιαίο πολυτεχνικό σχολείο και θα ακολουθεί μετά τα 18 η επιλογή είτε των σπουδών είτε του επαγγέλματος. Ακόμη και στο πλαίσιο του καπιταλισμού, όπου το εκπαιδευτικό σύστημα αναπαράγει στο εσωτερικό του τις ταξικές ανισότητες που παράγονται στην οικονομία, ένα τέτοιο μέτρο θα λειτουργούσε υπέρ της ΤΕΕ με την έννοια ότι δεν θα ήταν η δεύτερη και υποδεέστερη σχολική διαδρομή.

Τα περί ανεργίας των αποφοίτων των πανεπιστημίων αποτελούν την μισή αλήθεια. Γιατί ολόκληρη η αλήθεια είναι ότι η ανεργία πλήττει τους πάντες! Θα είχε τεράστια αξία να μάθουμε – αν είναι δυνατόν – ποιος είναι ο αριθμός,  ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, των υδραυλικών (άλλο ένα επάγγελμα που στο νεοελληνικό φαντασιακό έχει καταγραφεί σαν Ελντοράντο) που διαμαρτύρονται ότι ο κύκλος εργασιών τους έχει περιορισθεί ασφυκτικά και βγάζουν ίσα ίσα τα προς το ζην! Ή των μηχανικών που είναι άνεργοι και των μηχανικών που εργάζονται σε μεγάλα συνεργεία ολόκληρη την ημέρα για 800 ευρώ. Διότι και στα τεχνικά επαγγέλματα … υπάρχει καπιταλισμός, δηλαδή ανεργία και συνθήκες συγκεντροποίησης κεφαλαίων! 

Όμως, ας γυρίσουμε στην πραγματική αιτία της δημιουργίας του Νέου Λυκείου που είναι, όπως αναφέραμε, η μείωση της κοινωνικής ζήτησης για πανεπιστημιακές σπουδές. Η κυβέρνηση απέναντι σε αυτή την επιλογή έχει ένα σοβαρό εμπόδιο: την δομή της ελληνικής οικονομίας και την δομή της απασχόλησης εντός των κλάδων των τεχνικών επαγγελμάτων. Για αυτό και ενδεχομένως να μεταφέρει την σημερινή τεχνολογική κατεύθυνση των Γενικών Λυκείων στα νέα Τεχνολογικά Λύκεια προκειμένου να τα κάνει περισσότερο ελκυστικά.

Πιο αναλυτικά:

 – Τα τεχνικά επαγγέλματα στην χώρα μας στηρίχθηκαν κυρίως στον ελευθεροεπαγγελματισμό. Για αυτό και στις αρχές της δεκαετίας του ’80, το 11% των μαθητών του Τ.Ε.Λ. ήθελε να εργασθεί σε κάποια επιχείρηση ενώ το 70% επιθυμούσε να ανοίξει δική του δουλειά (αυτοαπασχόληση). Η επαγγελματική αυτή προοπτική – που τροφοδοτούσε τόσο το μεγαλύτερο εισόδημα σε σχέση με κάποιες πανεπιστημιακές σπουδές όσο και την εικόνα του επιτυχημένου επαγγελματία – έχει σήμερα ανατραπεί. Λόγω της οικονομικής ύφεσης και της σταδιακής ανακατανομής της αγοράς εργασίας προς όφελος των μεγάλων επιχειρήσεων, δύσκολα μπορεί να σταθεί ένα μικρό εργαστήρι ή συνεργείο που επισκευάζει τηλεοράσεις, ψυγεία, αυτοκίνητα σε μια συνοικία. Αυτός ο κύκλος εργασιών περνά σταδιακά στις αντιπροσωπείες ή καθίσταται ασύμφορος στον καταναλωτή λόγω της πτώσης της τιμής των ηλεκτρικών ειδών. Ουσιαστικό, ο νέος απόφοιτος της ΤΕΕ θα είναι ευέλικτο και φθηνό εργατικό δυναμικό που, σε χειρότερες εργασιακές συνθήκες από αυτές των αποφοίτων πανεπιστημίων, θα κερδίζει τα ίδια λιγοστά χρήματα.

– Πέρα, όμως, από την εσωτερική δομή της απασχόλησης μπαίνει το ζήτημα της διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας με την συρρίκνωση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα τα τελευταία χρόνια. Σήμερα, μπαίνει επιτακτική η ανάγκη της ανασυγκρότησης των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας. Μπορεί όμως αυτό να γίνει στο πλαίσιο των σημερινών δεσμεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση; Και μπορεί να γίνει σε πλαίσιο εξυπηρέτησης του λαού και όχι των μονοπωλίων που θα εμφανισθούν για να επενδύσουν στους τομείς αυτούς; Μπορεί να γίνει στο πλαίσιο των σημερινών ιμπεριαλιστικών πιέσεων και εξαρτήσεων;   

Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, με αφορμή την συζήτηση και για το Νέο Λύκειο, μπορεί να αποτελέσει έναν άξονα για μια αντίπαλη πρόταση της αριστεράς: για την αναδιάρθρωση της οικονομίας και της εκπαίδευσης προς όφελος, όμως, του λαού.

22-4-2011

ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΩΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ IΙ

ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΩΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ:

  η επιθυμητή πολιτική των χαμηλών επιτοκίων, το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο και η έξοδος της χώρας μας από την παγίδα του χρέους – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι… ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ

 Η μεγάλη δυσκολία τώρα των διεθνών κερδοσκόπων, το πρόβλημα τους καλύτερα, εάν μπορεί κανείς να το χαρακτηρίσει έτσι, είναι το γεγονός ότι μπορούν να παίξουν το παραπάνω παιχνίδι μόνο μία φορά, με κάθε χώρα. Επομένως, είναι «υποχρεωμένοι» να αναζητούν συνεχώς νέα «θύματα» – καινούργια κράτη δηλαδή για να δραστηριοποιηθούν επιχειρηματικά (business), στηριζόμενοι στο φόβο της χρεοκοπίας, τον οποίο οι ίδιοι καλλιεργούν συστηματικά.

Συμπερασματικά λοιπόν, μετά από ένα απαραίτητο διάλλειμα, κατά τη διάρκεια του οποίου σχεδιάζουν να κερδίζουν από τις αποκρατικοποιήσεις στις χώρες που έχουν υπαχθεί ήδη στο ΔΝΤ (Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία κλπ), ή από τις διασώσεις των τραπεζών τους, θα συνεχίσουν την επίθεση τους στην Ισπανία, στο Βέλγιο, στην Ιταλία και αλλού. Οι επιθέσεις αυτές θα αποδυναμώνουν συνεχώς τις χώρες που συμμετέχουν στο ταμείο διάσωσης (EFSF), με αποτέλεσμα να είναι η μία μετά την άλλη υποψήφια θύματα – χωρίς να εξαιρείται φυσικά η Γερμανία.  

Για την καταπολέμηση της θανατηφόρας αυτής επιδημίας, δεν βοηθάει η θεραπεία των συμπτωμάτων – όπως για παράδειγμα η αύξηση του ποσού που διαχειρίζεται το ταμείο διάσωσης της Ευρωζώνης ή η επί πλέον αγορά ομολόγων εκ μέρους της ΕΚΤ, όπως συμβαίνει σήμερα. Όσο και αν κάτι τέτοιο φαίνεται βραχυπρόθεσμα αποτελεσματικό, σε μακροπρόθεσμη βάση είναι αδύνατον να σταματήσει τους κερδοσκόπους – πόσο μάλλον όταν πια έχει επιτραπεί στο ΔΝΤ η «απόβαση στις χώρες του Ευρώ», στις οποίες πλέον εγκαθιστά τυπικές κυβερνήσεις (άρθρο μας).   

Αυτό που φαίνεται απαραίτητο λοιπόν εκ μέρους της Ευρωζώνης, ειδικά επειδή ο πλανήτης «καίγεται», η μάστιγα των τόκων καταστρέφει τη συνοχή των κοινωνιών και το ΔΝΤ δεν φαίνεται πρόθυμο να επιστρέψει στις ιδρυτικές του αξίες, είναι η «συστημική» θεραπεία του προβλήματος.

Στα πλαίσια αυτής της «θεραπείας», τα οικονομικά κίνητρα οφείλουν να αλλαχθούν σε τέτοιο βαθμό, έτσι ώστε να είναι ξανά προτιμότερη η επιχειρηματική δραστηριοποίηση στην πραγματική οικονομία – ενώ ο χρηματοπιστωτικός κλάδος πρέπει να περιορισθεί δραστικά, να «ρυθμισθεί» όπως λέγεται, με στόχο να μην αποδίδουν πλέον τα χρηματοπιστωτικά του τεχνάσματα.

Σε τελική ανάλυση η Πολιτεία, με την ενεργό συμμετοχή των Πολιτών της (άμεση δημοκρατία), πρέπει να επανακτήσει την εξουσία και να «σταθεροποιήσει τις τιμές» μεταξύ της πραγματικής και της χρηματοπιστωτικής Οικονομίας – οι οποίες έχουν διαστρεβλωθεί σε τεράστιο βαθμό.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΧΑΜΗΛΩΝ ΕΠΙΤΟΚΙΩΝ

«Η κερδοσκοπία ενδυναμώνει μία ήδη υφιστάμενη τάση – είτε πρόκειται για τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, είτε για τις τιμές των πρώτων υλών και εμπορευμάτων, είτε για τα επιτόκια, είτε για τα ομόλογα. Ο στόχος της είναι να εκμεταλλευθεί κερδοφόρα τις διαφορές στις τιμές, οι οποίες είναι το αποτέλεσμα της σκόπιμης ενδυνάμωσης των ήδη υφισταμένων τάσεων. Πρόκειται λοιπόν για μία απλούστατη λογική, η οποία πρέπει να αντιμετωπισθεί επίσης απλά».

Σύμφωνα με τον παραπάνω κανόνα, η πραγματική λύση για την κρίση χρέους της Ευρώπης είναι ουσιαστικά πολύ απλή: Το ταμείο στήριξης της Ευρωζώνης (EFSF), το οποίο δημιουργήθηκε με τα χρήματα που διέθεσε αφενός μεν η κεντρική τράπεζα, αφετέρου τα κράτη-μέλη της, οφείλει να «μεταλλαχθεί» σε ένα Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο (ΕΝΤ) – στα ίχνη του ΔΝΤ, έτσι όπως αυτό λειτούργησε την πρώτη περίοδο της ίδρυσης του (από το 1945 έως το 1971).

Το ταμείο αυτό θα πρέπει να προσφέρει τα απαραίτητα χρηματοπιστωτικά μέσα στις χώρες του Ευρώ, με τη βοήθεια της έκδοσης ευρωομολόγων. Ταυτόχρονα, τόσο το ΕΝΤ, όσο και η ΕΚΤ, οφείλουν να εγγυώνται για τα δημόσια χρέη όλων των χωρών-μελών τους. Κατ’ αυτόν τον απλούστατο τρόπο, δεν θα υπάρχει κανένας λόγος ύπαρξης υψηλών «προμηθειών ρίσκου» (Spreads, CDS), καθώς επίσης τοκογλυφικών επιτοκίων 

Συνεχίζοντας, τόσο η ΕΚΤ, όσο και το ΕΝΤ, θα πρέπει να καθορίζουν από κοινού τα επιτόκια των ευρωομολόγων – ειδικότερα, λόγω του αυξημένου επιπέδου των δημοσίων χρεών, ελαφρά χαμηλότερα από το μέσο ρυθμό ανάπτυξης της Ευρωζώνης (2-3%). Το μακροπρόθεσμο επιτόκιο οφείλει να καθορίζεται από μία διαδικασία, ανάλογη με αυτήν που αποφασίζεται το εκάστοτε βραχυπρόθεσμο βασικό επιτόκιο από την ΕΚΤ (1,25% σήμερα).

Στην περίπτωση τώρα που εκδίδονται νέα ομόλογα δημοσίου από τις χώρες της ζώνης του ευρώ, χωρίς να υπάρχουν ενδιαφερόμενοι από τις αγορές κεφαλαίου, θα πρέπει να αγοράζονται από το ΕΝΤ (αν και στην περίπτωση αυτή θα ήταν μάλλον απίθανο να μη βρεθούν αγοραστές, αφού υπάρχουν τεράστιες ποσότητες κεφαλαίων διεθνώς, τα οποία αναζητούν διαρκώς σίγουρες τοποθετήσεις – τα συναλλαγματικά διαθέσιμα μόνο της Κίνας υπερβαίνουν τα 3 τρις $).

Τα κριτήρια τώρα, με τα οποία θα παρέχονται πιστώσεις στις χώρες-μέλη της ένωσης, θα πρέπει να είναι ανάλογα με αυτά του ΔΝΤ – προσαρμοσμένα στις ιδιαίτερες συνθήκες της Ευρώπης. Με τον τρόπο αυτό ο κύκλος του διαβόλου, ο οποίος ξεκινάει με την απαίτηση τοκογλυφικών επιτοκίων εκ μέρους των αγορών και συνεχίζει με τις προσπάθειες υπερβολικών μέτρων άμεσης μείωσης των ελλειμμάτων, τα οποία οδηγούν σε καταστροφικές υφέσεις (στασιμοπληθωρισμός – η απόλυτη συνταγή χρεοκοπίας), σε περαιτέρω αύξηση των δημοσίων χρεών, καθώς επίσης σε ακόμη υψηλότερα επιτόκια δανεισμού, θα πάψει πια να υφίσταται.

Ο στόχος της Ευρώπης θα έπρεπε λοιπόν να είναι η διατήρηση των επιτοκίων δανεισμού σε ένα επίπεδο της τάξης του 1,5% – με αποτέλεσμα τη φυσιολογική αύξηση του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, τον περιορισμό της ανεργίας, καθώς επίσης τη μείωση τόσο των ελλειμμάτων, όσο και των δημοσίων χρεών όλων των χωρών-μελών της Ευρωζώνης. Κατ’ επακόλουθο, όσο υψηλότερο είναι σήμερα το δημόσιο χρέος ή/και τα επιτόκια δανεισμού μίας χώρας, τόσο γρηγορότερα θα μειωνόταν.

Για παράδειγμα, εάν η Ελλάδα δανειζόταν με 1,5%, αντί με περίπου 5,2% που δανείζεται σήμερα, η επιβάρυνση των τόκων του χρέους της στον προϋπολογισμό της, θα μειωνόταν αισθητά – από τα 17 δις € ετησίως (340 δις € δημόσιο χρέος), στα 5,1 δις € ετησίως. Επομένως, κατά περίπου 12 δις € – όσο είναι δηλαδή το μισό του σημερινού μας ελλείμματος, με αποτέλεσμα να διαμορφωνόταν, χωρίς καμία άλλη ενέργεια, στο 5% επί του ΑΕΠ (από 10,4% σήμερα).

Έτσι, υπό την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα θα μείωνε παράλληλα τις υπερβολικές δαπάνες του δημοσίου (προερχόμενες κυρίως από τη διαπλοκή, από τη διαφθορά κλπ), καθώς επίσης το αρνητικό ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών (χωρίς τους απίστευτους  φόρους της κυβέρνησης μας, οι οποίοι μας οδηγούν, σκόπιμα ή μη, στη υποδούλωση), θα μπορούσε να ισοσκελίσει σχετικά εύκολα τον προϋπολογισμό της – μειώνοντας στη συνέχεια το δημόσιο χρέος της, χωρίς φυσικά να ξεπουλήσει δημόσια περιουσία, υπακούοντας άβουλα στις εντολές των συνδίκων του διαβόλου. Όπως έχουμε άλλωστε επανειλημμένα τονίσει, το πρόβλημα της χώρας μας δεν είναι τόσο το χρέος, όσο οι τόκοι, με τους οποίους επιβαρυνόμαστε.

Περαιτέρω, εκτός από τις ελλειμματικές χώρες της Ευρωζώνης, οι υπόλοιπες, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, θα είχαν επίσης σημαντικά πλεονεκτήματα. Σε αντίθεση με την πολιτική της μείωσης των δαπανών ή της αύξησης των φόρων που ακολουθούν σήμερα, η στρατηγική των χαμηλών επιτοκίων οδηγεί επίσης στη σταθεροποίηση της οικονομίας, όπως πολύ σωστά επιθυμεί η Γερμανία  – δια μέσου όμως της ανάπτυξης. Εκτός αυτού, αφενός μεν οι εξαγωγές τους στις ελλειμματικές χώρες θα συνέχιζαν, χωρίς το φόβο της απώλειας χρημάτων, αφετέρου δεν θα διακοπτόταν η εγκατάσταση των εταιρειών τους (Lidl, Carrefour κλπ) σε αυτές.   

Ταυτόχρονα, με τον τρόπο αυτό, όπως έχουμε αναφέρει αρκετές φορές (άρθρο μας), μπορεί (και πρέπει) να αποφευχθεί η διαγραφή (haircut) των δημοσίων χρεών της Ελλάδας, της Ιρλανδίας κλπ – η οποία θα ζημίωνε τους διεθνείς επενδυτές, ενώ θα απειλούσε πολλές μικρές τράπεζες, ιδιώτες επενδυτές και ασφαλιστικά ταμεία.

Συνεχίζοντας, η διαγραφή ύψους 30-40% επί των δημοσίων χρεών της Ελλάδας ή της Ιρλανδίας, δεν θα είχε ουσιαστικά κανένα αποτέλεσμα – αφού το δημόσιο χρέος τους θα αυξανόταν πολύ γρήγορα, τουλάχιστον για εκείνο το χρονικό διάστημα που το επιτόκιο δανεισμού θα παρέμενε υψηλότερο από τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης τους (με αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης -4% και επιτόκιο 5% στην Ελλάδα, καθώς επίσης με την ανεργία στο 20%, η διαγραφή χρεών, ακόμη και του 50%, θα καθυστερούσε ελάχιστα το μοιραίο).

Ολοκληρώνοντας, από την θέση των δανειστών, η πολιτική χαμηλών επιτοκίων δεν θα ήταν λιγότερο προτιμητέα. Από τη μία πλευρά βέβαια θα έπρεπε να «διαγράψουν» ένα μέρος των «επιτοκιακών» κερδών τους – την τοκογλυφική τρόπον τινά υπεραξία τους. Από την άλλη πλευρά όμως, θα διευκόλυναν τις υπερχρεωμένες χώρες στην μακροπρόθεσμη αποπληρωμή των χρεών τους, χωρίς να υποχρεωθούν σε απώλεια των κεφαλαίων τους. Επομένως, η συνολική ζημία τους θα ήταν χαμηλότερη, από αυτήν της ενδεχόμενης (και πολύ πιθανής) διαγραφής ενός μεγάλου μέρους (έως και 70%) των απαιτήσεων τους.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 Κατά την άποψη μας, τελικά θα επικρατήσει η κοινή λογική στην Ευρώπη – οπότε θα επιλεχθεί η πολιτική των χαμηλών επιτοκίων, ταυτόχρονα με την εκδίωξη του ΔΝΤ, καθώς επίσης με την ίδρυση ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου, το οποίο θα «συνεπικουρείται» από την ίδρυση και λειτουργία ευρωπαϊκών εταιρειών αξιολόγησης (με απώτερο στόχο την πολιτική ένωση της Ευρώπης και την απεξάρτηση τις από τις Η.Π.Α.).

Παράλληλα, πιστεύουμε ότι τελικά θα δοθεί στη χώρα μας η δυνατότητα της μακροπρόθεσμης αποπληρωμής των συνολικών δημοσίων χρεών της (340 δις €) –  με επιτόκιο που δεν θα υπερβαίνει το 1,5% ετησίως. Επομένως, τυχόν ενέργειες της όποιας κυβέρνησης μας, οι οποίες ενδεχομένως θα θελήσουν να επιταχύνουν την αποκρατικοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων μας, ειδικά σε μία εποχή, κατά την οποία έχουν σκόπιμα εντελώς απαξιωθεί, μόνο σαν άκρως ενδοτικές θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν (τονίζουμε ξανά ότι, η ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών επιχειρήσεων, όπου και αν αυτή δρομολογείται, είναι μια εντελώς απαράδεκτη διαδικασία συλλογικής εξαθλίωσης)

Περαιτέρω, η ανάπτυξη που οφείλουμε να επιδιώξουμε δεν θα μπορέσει ποτέ να επιτευχθεί, εάν δεν διαθέτουμε καμία μεγάλη εταιρεία στη χώρα μας – με τις κοινωφελείς να αποτελούν την «αιχμή του δόρατος». Σε κάθε περίπτωση βέβαια, οφείλουμε να δραστηριοποιηθούμε όλοι παράλληλα, έτσι ώστε να καταπολεμηθεί η γραφειοκρατία, να μηδενισθούν τα ελλείμματα του προϋπολογισμού μας, να αυξηθούν οι εξαγωγές μας, καθώς επίσης να περιορισθούν όσο το δυνατόν περισσότερο οι εισαγωγές μας.

Είναι επιεικώς απαράδεκτο να εισάγουμε αγροτικά προϊόντα στη χώρα μας, να καταναλώνουμε περισσότερα από όσα κερδίζουμε, να ξεπουλάμε τη δημόσια περιουσία μας, να αισχροκερδούμε στην τουριστική βιομηχανία μας, να φοροδιαφεύγουμε, να δωροδοκούμαστε, να απασχολούμε ξένους εργάτες, απλά και μόνο για να μην εργαζόμαστε οι ίδιοι, να μην απαιτούμε την τιμωρία των επίορκων «δημοσίων λειτουργών», να μην αντιδρούμε στην «κατάργηση» της συνταγματικής τάξης από ένα απαράδεκτο «μνημόνιο υποτέλειας», να ανεχόμαστε ανεπαρκείς ή ενδοτικούς πολιτικούς και τόσα πολλά άλλα, τα οποία μας «ανάγκασαν» να επαιτούμε διεθνώς, αντί να απαιτούμε – καθώς επίσης να διακινδυνεύσουμε την εθνική μας κυριαρχία, καταντώντας τα ανόητα θύματα μίας ενορχηστρωμένης επίθεσης των κερδοσκόπων, οι οποίοι δικαίως θεώρησαν ότι είμαστε ανίκανοι να προστατέψουμε σωστά την πάμπλουτη χώρα μας. 

Ολοκληρώνοντας, ανεξάρτητα από τις τελικές αποφάσεις της Ευρωζώνης, οι οποίες πιστεύουμε ότι θα «σεβασθούν» τελικά την κοινή λογική και δεν θα υποταχθούν στην τευτονική Γερμανία ή στο μονοπώλιο των κεντρικών τραπεζών υπό την BIS, επιθυμούμε να τονίσουμε ξανά ότι, η πλέον ανώδυνη και έντιμη ταυτόχρονα λύση για τη χώρα μας, είναι ο διακανονισμός της αποπληρωμής του συνολικού δημοσίου χρέους μας μακροπρόθεσμα – ή δυνατόν σε σαράντα ισόποσες ετήσιες δόσεις, με επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε βασικό της ΕΚΤ.

Για όσους θεωρούν αδιανόητο ένα τόσο χαμηλό επιτόκιο (1,25%), είναι ίσως αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι, η ΕΚΤ δανείζει σήμερα τις εμπορικές τράπεζες με ανάλογα χαμηλό επιτόκιο – επιτρέποντας τους να δανείζουν αυτές το κράτος, με κατά πολύ μεγαλύτερο (άνω του 5%). Με τον τρόπο αυτό συνεχίζουν να ισχυροποιούνται οι τράπεζες, εις βάρος των Ελλήνων Πολιτών – κάτι που μάλλον πολύ δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί δίκαιο ή έντιμο, οπότε δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συνεχίσουμε να το ανεχόμαστε.

Με το ίδιο τρόπο (άδικη, καταστροφική, εάν όχι «ενδοτική») θα χαρακτηρίζαμε και την περίπτωση της πληρωμής μόνο των τόκων των δανείων μας, με μία περίοδο χάριτος για την εξόφληση των χρεολυσίων, η οποία δυστυχώς φαίνεται, σύμφωνα με δημοσιεύματα του Τύπου, να συζητείται από την κυβέρνηση μας – αφού κάτι τέτοιο απλά θα ανέβαλλε τη χρεοκοπία της χώρας μας για κάποια χρόνια, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η υποδούλωση της, καθώς επίσης η λεηλασία της δημόσιας, αλλά και της ιδιωτικής περιουσίας μας, από το διεθνές Καρτέλ των τοκογλύφων. 

Η καθυστέρηση της πληρωμής ενός δανείου απλά «συσσωρεύει» τόκους, οι οποίοι στη συνέχεια καθιστούν ανέφικτο τον περιορισμό του χρέους – επιβαρύνοντας το με επιτόκια που είναι αδύνατον ποτέ να εξοφλήσει ο οφειλέτης, παραμένοντας αιώνια στον ορό των τοκογλύφων (σε μνημόνια που διαδέχονται τα επόμενα, ακόμη πιο καταστροφικά και εγγυημένα με περιουσιακά στοιχεία, η αξία των οποίων μειώνεται τεχνητά διαρκώς – έτσι ώστε να διευκολύνεται η πώληση τους σε εξευτελιστικές τιμές).         

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 17. Απριλίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2328.aspx

ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΩΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ I

ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΩΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ:

Η επέλαση του μονοπωλιακού καπιταλισμού, τα ασφαλιστήρια έναντι πιστωτικών κινδύνων, οι αγορές,… – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Οι αμερικανοί Πολίτες χρειάστηκαν είκοσι ολόκληρα χρόνια, καθώς επίσης τη χρηματιστηριακή καταστροφή του 2008, για να καταλάβουν τις αληθινές επιπτώσεις των αποκρατικοποιήσεων, καθώς επίσης για να αποδεχθούν τη θλιβερή πραγματικότητα, σύμφωνα με την οποία: ο ταχύτερος τρόπος της ιδιωτικοποίησης του πλούτου είναι η κλοπή”.

Το σύστημα της ελεύθερης αγοράς, το οποίο οδήγησε τις Η.Π.Α. σε μία από τις καλύτερες περιόδους της ιστορίας της, έπαψε πια να υπάρχει – πριν από τριάντα περίπου χρόνια. Στη θέση του εγκαταστάθηκε, με την «αμέριστη» βοήθεια της Πολιτικής, των διατεταγμένων πολιτικών καλύτερα, ο μονοπωλιακός καπιταλισμός – στηριζόμενος στη «νεοφιλελεύθερη θεωρεία», έτσι όπως αυτή μεταφέρεται στην πράξη από το Καρτέλ (ειδικά από το τραπεζικό). Το νέο αυτό οικονομικό σύστημα οδήγησε την υπερδύναμη, όπως είναι πλέον εμφανές, στο δίλημμα: «Επέκταση ή Χρεοκοπία;». Η μονοδρομημένη απάντηση δόθηκε σύντομα, ενώ έγινε «αισθητή» στην Ευρώπη μετά την εισβολή του ΔΝΤ στην Ελλάδα – στα πλαίσια της απόβασης του στην Ευρωζώνη. Η χώρα μας, ευρισκόμενη στο μάτι του κυκλώνα, διαδραμάτισε ακόμη μία φορά έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο, «εκ διαμέτρου» αντίθετο δυστυχώς με αυτόν στο 2ο Παγκόσμιο πόλεμο – τον οποίο πρόσφατα, σχεδόν εβδομήντα χρόνια αργότερα, ακολούθησε ο 1ος Οικονομικός.      

Ειδικότερα, η δεκαετία του 1980 ήταν η εποχή που επικρατούσε γενική ευφορία σε όλο το «δυτικό» κόσμο – ο οποίος τότε άρχισε να αυξάνει τα χρέη του. Κάτω από τις «οδηγίες» της νεοφιλελεύθερης σχολής, κυρίως οι Η.Π.Α., θεώρησαν την επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων, την έντεχνη υπεξαίρεση, την κλοπή της δημόσιας περιουσίας καλύτερα, καθώς επίσης τη δυστυχώς «ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση» της οικονομίας, ως αναπότρεπτες εξελίξεις. Στα πλαίσια αυτά οι «αγγλοσάξονες» τραπεζίτες, καθώς επίσης οι συνάδελφοί τους διαχειριστές κερδοσκοπικών κεφαλαίων, κατασκεύασαν ένα απίστευτο «νομικό πλαίσιο κλοπής» – διαλύοντας το υπάρχον μέχρι τότε αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο, το οποίο είχε προστατέψει την χώρα (Η.Π.Α.) από τη λεηλασία της ελίτ (εκείνων των ανθρώπων δηλαδή, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από τα προσόντα της διάνοιας και της θέλησης άνω του κανονικού).

Εκατό χρόνια νομικών περιορισμών σε χρηματιστηριακούς Οίκους, ανακηρύχθηκαν αυθαίρετα ως εμπόδια στην ελευθερία των επιχειρήσεων – από τις «δυνάμεις της αγοράς». Εκτός αυτού, τα πολιτικά κόμματα έπαψαν πια να υπηρετούν την Πολιτεία – ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους απλά και μόνο για το ποιο θα εξυπηρετούσε καλύτερα τη Wall Street (γεγονός που συμβαίνει σήμερα, εν μέρει βέβαια, και στην Ελλάδα). Λίγα χρόνια αργότερα η νέα κυβέρνηση των Η.Π.Α. (B.Clinton), αναζήτησε στην Goldman Sachs «ταλέντα» ικανά για να διαχειριστούν την οικονομία – παράλληλα, για να διδάξουν στους εκλεκτούς της άρχουσας τάξης πώς να δανείζονται, πώς να διαχειρίζονται το «πλαστό» χρήμα, πως να κρύβουν την οικονομική τους αδυναμία, πως να μην «αναλώνονται» στην παραγωγή, καθώς επίσης πώς να μετατρέψουν την μεσαία τάξη σε δουλοπάροικους υψηλής τεχνολογίας και καταναλωτές, βαθειά εθισμένους στην χρήση των πιστωτικών καρτών.

Έτσι, στο τέλος της προηγούμενης δεκαετίας, το 2% του Αμερικανικού πληθυσμού έλεγχε άνω του 90% του πλούτου της χώρας (συνυπολογίζοντας τον πληθωρισμό, οι μισθοί της μεσαίας τάξης παρέμεναν στα επίπεδα του 1970). Χρειάστηκαν άλλα δέκα χρόνια για να συντελεστεί, με την κατάργηση του ρυθμιστικού πλαισίου που αφορούσε στις τράπεζες, η μεγαλύτερη «αρπαγή» της ιστορίας: ένας πλούτος αξίας περίπου 14 τρις $ (συνολικές αμερικανικές αποταμιεύσεις), κατέληξε στα «χρηματοφυλάκια» έξι τραπεζών – με τη βοήθεια της FedΌταν συνήλθαν οι αμερικανοί από το σοκ, διαπίστωσαν έντρομοι ότι οι τράπεζες ελέγχουν το 60% περίπου του ΑΕΠ. Παράλληλα, συνειδητοποίησαν ότι ο τομέας της ανώτατης παιδείας είχε σοβαρά ελαττώματα – αφού ο πνευματικός υποβιβασμός των πολιτών προηγήθηκε της υπεξαίρεσης του δημόσιου πλούτου και της αναβίωσης των επεκτατικών πολέμων. Η εκπαίδευση (επαγγελματική εξειδίκευση) αντικατέστησε ουσιαστικά την παιδεία (καλλιέργεια, ευρύτερη μόρφωση), όπως ο αμοραλισμός τους ηθικούς κανόνες. Η κλασσική φιλοσοφία εκδιώχθηκε από τις εκπαιδευτικές αίθουσες, ενώ τα διδάγματά της θεωρήθηκαν μη εφαρμόσιμα την εποχή του «ευ ζην» (της χωρίς προσπάθεια καλοπέρασης) και της κουλτούρας των ναρκωτικών.

Από την άλλη πλευρά τώρα το αμερικανικό Καρτέλ, έχοντας λεηλατήσει εντελώς την ίδια του τη χώρα, ήταν υποχρεωμένο πια να επεκταθεί οικονομικά στον υπόλοιπο κόσμο, με τον παράλληλο στόχο να αποφευχθεί η μητέρα των κρίσεων (Η.Π.Α.) – πόσο μάλλον αφού είχε ήδη χρηματοδοτήσει (2008) τις επόμενες «πρωτοβουλίες» του με τη μεγαλύτερη ληστεία όλων των εποχών (άρθρο μας), την οποία ανέλαβε να «μεταφέρει ανώδυνα» στους συμμάχους της υπερδύναμης ένας εντελώς διαφορετικός, «νέος» Πρόεδρος (τον οποίο δυστυχώς πίστεψαν, πέφτοντας στην παγίδα). Τα γεγονότα λοιπόν πήραν το δρόμο τους, όπως έχουμε αναφέρει στα κείμενα μας «Σκάκι με το διάβολο» και «Το χρονικό της αποτυχίας» – αφού ο «κύβος είχε ριφθεί». Τα αδύναμα ευρωπαϊκά κράτη, τα οποία είχαν υιοθετήσει επιπόλαια ένα κοινό νόμισμα, παρά το ότι γνώριζαν ότι δεν αποτελούν έναν «άριστο νομισματικό χώρο», ενώ δεν διέθεταν τα απαραίτητα εφόδια για να ανταγωνιστούν τα ισχυρότερα, δεν είχαν καμία επιλογή – με αποτέλεσμα να οδηγούνται, το ένα μετά το άλλο, στο «ικρίωμα».

Το πρόσφατο, ευρύτατο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, το οποίο ανακοίνωσε η Ελληνική κυβέρνηση, προφανώς κατ’ εντολή της σκιώδους, είναι χαρακτηριστικό, όσον αφορά το συγκεκριμένο γεγονός (υπεξαίρεση της δημόσιας περιουσίας, προς όφελος του Καρτέλ, κατά το «πρότυπο» των νεοφιλελεύθερων Η.Π.Α.) – ειδικά όταν αποφασίζεται μέσα στα πλαίσια ενός απίστευτου αφελληνισμού, ο οποίος «επιδοτείται» από μία άνευ προηγουμένου λαθρομετανάστευση, με την «ύποπτη» ανοχή των κομμάτων εξουσίας. Δυστυχώς όλοι οι Έλληνες, όπως οι αμερικανοί στο παρελθόν, θα καταλάβουν πολύ αργότερα ότι, τα όποια έσοδα από αυτού του είδους τις «πρωτοβουλίες», όχι μόνο δεν θα καταλήξουν στα δημόσια ταμεία, μειώνοντας τις επιβαρύνσεις τους αλλά, αντίθετα, θα συμβάλουν στην περαιτέρω επιδείνωση των σημερινών τους δυσκολιών – αφού θα πάψουν πια να εισπράττονται μερίσματα, θα περιορισθούν οι θέσεις απασχόλησης (η αύξηση της ανεργίας κατά 1% κοστίζει πάνω από 400 εκ. € ετησίως), θα μειωθούν τα φορολογικά έσοδα (φοροαποφυγή των πολυεθνικών), θα συρρικνωθεί το κοινωνικό κράτος κλπ.

Όπως έχουμε άλλωστε αναφέρει (άρθρο μας), «Εάν δεν ελεγχθούν οι αγορές, θα ιδιωτικοποιηθούν τα κράτη, μετατρέποντας τους Πολίτες είτε σε θλιβερά, εξαθλιωμένα υποζύγια των αυτονομημένων κεφαλαίων τους, είτε σε υπηκόους απολυταρχικών καθεστώτων». Από την άλλη πλευρά τώρα, παρά το ότι αρκετά από τα ισχυρά κράτη της ζώνης του Ευρώ  φαντάζονται ότι θα καταφέρουν να αποφύγουν το μοιραίο, στηριζόμενα στην «πρόσκαιρη» οικονομική υπεροχή τους, η «αλυσιδωτή» διαδικασία των «συγκοινωνούντων δοχείων», η οποία είναι προφανώς σε εξέλιξη, δεν πρόκειται στο τέλος να τους επιτρέψει να «αποδράσουν» – ενδεχομένως με την επί πλέον «συμβολή» του δομικού πληθωρισμού (αύξηση του εργατικού κόστους), ο οποίος σύντομα θα «προσβάλλει» απειλητικά την παραγωγική μηχανή τους.  

Έτσι λοιπόν, αν και ο βασικός «πυρήνας» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Γερμανία (εννοούμε πάντοτε τους Πολίτες και όχι τα κράτη, τα οποία διευθύνονται πλέον από τις αγορές), θέλει να πιστεύει ότι τελικά θα μπορέσει να τα καταφέρει, η «πτώση» της, εάν δεν λειτουργήσει συλλογικά, είναι προδιαγεγραμμένη. Άλλωστε εκεί βρίσκονται τα περισσότερα «λάφυρα» (ιδιωτικές καταθέσεις άνω των 4,5 τρις € κλπ), τα οποία είναι αδύνατον να μην στοχοποιήσουν οι «αγορές» – πόσο μάλλον όταν ο πραγματικός εχθρός του μονοπωλιακού καπιταλισμού, ο «απολυταρχικός» με έδρα την Κίνα, είναι αρκετά ισχυρός για να μπορεί να προστατεύει το «ζωτικό» χώρο του. 

ΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ (CDS) ΚΑΙ ΤΑ SPREADS

 Πριν ακόμη αναλύσουμε τον τρόπο, με τον οποίο επιχειρείται η «άλωση της Ευρωζώνης», θεωρούμε σκόπιμη την περιληπτική, μικρή αναφορά μας στα ασφαλιστήρια πιστωτικών κινδύνων (CDSCredit Default Swaps). Ειδικότερα λοιπόν, αυτός που παρέχει σε κάποιον άλλο ένα δάνειο, διατρέχει τον κίνδυνο να χάσει τα χρήματα του. Έναντι του ρίσκου που αναλαμβάνει, χρεώνει με τόκους αυτόν, στον οποίο εγκρίνει τη συγκεκριμένη πίστωση (αυτή τουλάχιστον είναι η «επίσημη ερμηνεία», η δικαιολογία καλύτερα των τοκογλύφων). Όσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να χάσει τα χρήματα του ο δανειστής, τόσο υψηλότερο είναι το επιτόκιο που χρεώνει.

Με τη βοήθεια των ασφαλιστηρίων πιστωτικών κινδύνων τώρα οι δανειστές, οι οποίοι αγοράζουν ένα τέτοιο συμβόλαιο, προστατεύονται από την ενδεχόμενη απώλεια των χρημάτων, τα οποία δανείζουν. Έναντι αυτού (προστασία), πληρώνουν ένα συγκεκριμένο ασφάλιστρο, το οποίο βασίζεται στην ονομαστική αξία των πιστώσεων που παρέχουν (κεφάλαιο). Όταν τώρα ο δανειστής πληρώνει ασφάλιστρα κινδύνου ίσα με 1.000 μονάδες βάσης (10% του κεφαλαίου), τότε είναι ουσιαστικά υποχρεωμένος να τα χρεώσει στον οφειλέτη – επί πλέον του επιτοκίου, το οποίο θα ήθελε να κερδίσει. Θεωρώντας αυτό το επιτόκιο ίσο με το 3%, όσον αφορά τα ομόλογα της Ευρωζώνης, με αυτό δηλαδή που «χρεώνεται» το γερμανικό ομόλογο, τότε ο δανειστής θα πρέπει να χρεώσει τον οφειλέτη το λιγότερο με 13% (το 10% για τα ασφάλιστρα που πληρώνει και το 3% για το «κέρδος» του – για το «ρίσκο» του, όπως χαρακτηρίζουν έντεχνα το κέρδος τους οι διεθνείς τοκογλύφοι).

Η διαφορά αυτή «εμφανίζεται» στα γνωστά μας (Credit) Spreads («διαφορικά» επιτόκια») – μία ονομασία, η οποία στα ομόλογα δεν αναφέρεται στην απόλυτη κερδοφορία τους, αλλά στον επί πλέον τοκισμό τους, σε σχέση με το επιτόκιο ενός άλλου ομολόγου ιδίας διαρκείας (10ετές κλπ), το οποίο θεωρείται «μηδενικού ρίσκου» (στην περίπτωση της Ευρωζώνης το ομόλογο του γερμανικού δημοσίου, με επιτόκιο περί το 3%). Όταν λοιπόν τα Spreads των δεκαετών ομολόγων του Ελληνικού δημοσίου καταγράφουν την τιμή των 1.075 μονάδων βάσης, με τα CDS στις 1.000 μονάδες βάσης (για παράδειγμα), τότε το επιτόκιο, με το οποίο θα μπορούσε (θεωρητικά) να δανεισθεί το Ελληνικό δημόσιο, θα ήταν 13,75% και όχι 13%. 

Περαιτέρω, εάν ο οφειλέτης (κράτη, επιχειρήσεις κλπ) δεν μπορέσει να επιστρέψει το δάνειο του, εάν χρεοκοπήσει δηλαδή, τότε ο δανειστής πληρώνεται από τον ασφαλιστή. Κατ’ επέκταση, τα εξασφαλισμένα με CDS δάνεια που παρέχουν οι τράπεζες δεν εγγράφονται σαν τέτοια στα βιβλία τους – οπότε συνήθως δεν απαιτείται η διατήρηση του ελάχιστου αποθεματικού (fractional reserve) στις κεντρικές τράπεζες (αυτός ήταν ο κύριος λόγος της επιτυχίας των CDOs, των χρηματοπιστωτικών προϊόντων δηλαδή που είχαν «συσκευάσει» μαζί πολλές δανειακές «συμβάσεις» διαφορετικού ρίσκου και τα οποία οδήγησαν το σύστημα σχεδόν στην κατάρρευση του).   

Ίσως οφείλουμε να προσθέσουμε εδώ το τεράστιο ρίσκο των ασφαλιστικών εταιρειών, στην περίπτωση της χρεοκοπίας ενός κράτους – το οποίο είχαμε τονίσει, όσον αφορά την Ελλάδα, στο άρθρο μας «Ασφαλιστική βόμβα μεγατόνων» (επίσης σε προηγούμενο, το οποίο αφορούσε την AIG σε σχέση με τη Lehman Brothers). Για παράδειγμα, εάν μία χώρα ασφαλισμένη με CDS 1.000 μονάδων βάσης (10%) χρεοκοπήσει τον πρώτο χρόνο της ασφάλισης της, τότε η ασφαλιστική εταιρεία είναι υποχρεωμένη να πληρώσει το δεκαπλάσιο των ασφαλίστρων που έχει εισπράξει – ενώ οι διεθνείς κερδοσκόποι, οι οποίοι αγοράζουν τα ασφάλιστρα «μοχλευμένα» (leverage), επενδύοντας ελάχιστα χρήματα (έως και 1%) στην αγορά παραγώγων, θα υποχρεώνονταν σε πολλαπλάσιες ζημίες.

Όμως, η ενδεχόμενη χρεοκοπία της Ελλάδας τον Μάιο του 2010, εντός του πρώτου έτους δηλαδή της ασφάλισης της με CDS χαμηλότερα των 200 μονάδων βάσης (2%) κατά μέσον όρο, θα κόστιζε στις ασφαλιστικές εταιρείες το 50πλάσιο – στους δε κερδοσκόπους ασύλληπτα ποσά (σήμερα, στις ασφαλιστικές εταιρείες, «μόλις» τα δεκαπλάσια – αντίστοιχα χαμηλότερα στους κερδοσκόπους). Επομένως, η «διάσωση» της ήταν το λιγότερο υποχρεωτική – γεγονός που δυστυχώς δεν «εκμεταλλεύθηκε» (σκόπιμα ή λόγω ανεπάρκειας) η κυβέρνηση μας, εις βάρος όλων των Ελλήνων Πολιτών.   Κλείνοντας, τα ασφαλιστήρια (CDS) διαπραγματεύονται στις χρηματιστηριακές αγορές ελεύθερα – χωριστά δηλαδή από τα δάνεια (ομόλογα κλπ), τα οποία ασφαλίζουν, ενώ χρησιμοποιούνται τόσο για τον περιορισμό των επενδυτικών ρίσκων, όσο και για τη διασπορά των κινδύνων. Μπορούν όμως επίσης να χρησιμοποιηθούν με στόχο την κερδοσκοπία – για παράδειγμα, ως στοιχήματα σε σχέση με την πτώχευση μίας επιχείρησης ή ενός κράτους. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι σαν να ασφαλίζει κάποιος το σπίτι του γείτονα έναντι πυρκαγιάς – με αποτέλεσμα να έχει σημαντικό κίνητρο, για να το «πυρπολήσει» ο ίδιος.

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΩΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ

 Μεταξύ των ετών 2003 και 2007 οι τρείς μεγάλες επενδυτικές αγορές (ακίνητα, μετοχές και πρώτες ύλες) παρουσίασαν σημαντικές αυξήσεις – ανερχόμενες έτσι σε επίπεδα, τα οποία παρουσίαζαν μεγάλες «πτωτικές» δυνατότητες (οι αγορές κερδίζουν από την κινητικότητα και τις έντονες διακυμάνσεις – ποτέ από τη σταθερότητα). Όταν λοιπόν το 2007 οι τιμές των ακινήτων άρχισαν να μειώνονται, ακολούθησαν οι τιμές των μετοχών, ενώ ο κύκλος ολοκληρώθηκε, με τη ραγδαία πτώση των τιμών των πρώτων υλών. Έτσι, για πρώτη φορά μετά το 1929, «απαξιώθηκαν» σχεδόν ταυτόχρονα τρία από τα σπουδαιότερα «περιουσιακά» προϊόντα – με αποτέλεσμα η κρίση των ενυπόθηκων δανείων στις Η.Π.Α. (subrimes) να εξελιχθεί σε μία παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.     

Οι κυβερνήσεις, διακρίνοντας τον κίνδυνο να οδηγηθεί σε εκτεταμένη ύφεση η παγκόσμια οικονομία, επένδυσαν τεράστια ποσά στη διάσωση (bailout) των μεγάλων (too big to fail) τραπεζών, καθώς επίσης στην σταθεροποίηση της ανάπτυξης. Κατ’ επακόλουθο, τα δημόσια χρέη αυξήθηκαν σε μεγάλο βαθμό σε εκείνες τις χώρες, όσον αφορά την Ευρωζώνη, στις οποίες «έσπασε» η φούσκα των ακινήτων – στην Ιρλανδία και στην Ισπανία. Αντίστοιχη αύξηση παρουσίασαν και τα χρέη εκείνων των κρατών, τα οποία υπέφεραν πριν από την κρίση, τόσο από τα αρνητικά ισοζύγια των εξωτερικών συναλλαγών τους, όσο και από τα μεγάλα ελλείμματα των ετησίων προϋπολογισμών τους – της Ελλάδας και της Πορτογαλίας.

Οι διεθνείς κερδοσκόποι, με τη συντονισμένη χρήση των «όπλων» τους (εταιρείες αξιολόγησης, ΜΜΕ κλπ), εκμεταλλεύθηκαν αμέσως το γεγονός αυτό, αυξάνοντας τα επιτόκια των ομολόγων του δημοσίου των συγκεκριμένων χωρών, με τη βοήθεια των ασφαλιστηρίων πιστωτικών κινδύνων (CDS) – ξεκινώντας τις επιθέσεις τους από την πιο αδύναμη χώρα (Ελλάδα). Αφού τα επιτόκια λοιπόν στην Ελλάδα αναρριχήθηκαν σε επίπεδα που ξεπέρασαν το 10%, οι επιθέσεις των κερδοσκόπων κλιμακώθηκαν – με αποτέλεσμα να πλησιάσουν τα επιτόκια στην Ιρλανδία το 9% και στην Πορτογαλία το 8%. Η Ευρωζώνη, στην προσπάθεια της να αντισταθεί στην «επιδημία», υποχρεώθηκε στην δημιουργία ενός μηχανισμού στήριξης – δυστυχώς πολύ συντηρητικά, ενεργώντας πάντοτε εκ των υστέρων (πολύ συχνά, οι εταιρείες αξιολόγησης υποτιμούσαν την πιστοληπτική ικανότητα χωρών και τραπεζών την Παρασκευή το απόγευμα, σχεδόν πάντοτε πριν από την εκάστοτε σύνοδο των Ευρωπαίων το επόμενο Σαββατοκύριακο). Αναλυτικότερα, οι επιθέσεις «ενορχηστρώνονταν» στα εξής τέσσερα στάδια:     

(α) Για όσο χρονικό διάστημα δεν είχαν ασκηθεί κερδοσκοπικές πιέσεις στα ομόλογα του δημοσίου κάποιας χώρας, βασιζόμενες στο υψηλό δημόσιο χρέος της, σε συνδυασμό με τα μεγάλα ελλείμματα του προϋπολογισμού της, οι διεθνείς «επενδυτές», όπως η Goldman Sachs και η Deutsche Bank, έκλειναν ένα συμβόλαιο (CDS) με κάποιον λιγότερο έξυπνο επενδυτή – συνήθως με κάποιο συνταξιοδοτικό ταμείο ή με μία τοπική τράπεζα. Ο επενδυτής διαβεβαίωνε τον εκδότη ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος χρεοκοπίας μίας χώρας της Ευρωζώνης και αγόραζε το συμβόλαιο, έναντι ενός πολύ μικρού ασφαλιστηρίου (1-2% επί του κεφαλαίου) – ασφαλίζοντας έτσι το σπίτι του γείτονα, έναντι πυρκαγιάς.

(β) Σε δεύτερο στάδιο άρχιζαν οι επιθέσεις στη δύστυχη χώρα (η «πυρπόληση» του σπιτιού του γείτονα), στην οποία είχε στηριχθεί το ασφαλιστικό συμβόλαιο – κατ’ αρχήν με τη βοήθεια των ΜΜΕ και στη συνέχεια με τις «εκτιμήσεις» των αμερικανών οικονομολόγων, των μεγάλων επενδυτικών ονομάτων (G.Soros), των εταιρειών αξιολόγησης κλπ. Ο στόχος αυτών των επιθέσεων ήταν να αυξηθεί κατά το δυνατόν ο φόβος, σε σχέση με το ενδεχόμενο χρεοκοπίας (στάσης πληρωμών) της συγκεκριμένης χώρας – έτσι ώστε να ακολουθήσει η ανοδική πορεία των τιμών των ασφαλιστηρίων (CDS), καθώς επίσης των επιτοκίων δανεισμού. Η αξία λοιπόν των αρχικών ασφαλιστηρίων, τα οποία είχε συνάψει ο διεθνής επενδυτής (Goldman Sachs κλπ) με το λιγότερο έξυπνο «συνάδελφο» του αυξανόταν σε σημαντικό βαθμό – με αποτέλεσμα, όταν η άνοδος είχε φτάσει σε κάποιο αξιόλογο επίπεδο, να πουλάει ο διεθνής επενδυτής το συμβόλαιο (CDS), με τεράστιο κέρδος.    

(γ) Στη συνέχεια, ο διεθνής επενδυτής αγόραζε μόνος του τα υψηλών αποδόσεων (επιτοκίων) δημόσια ομόλογα, δανειζόμενος με φθηνό χρήμα από την κεντρική τράπεζα. Ταυτόχρονα, έντεινε τις πιέσεις του στην Ευρωζώνη, με στόχο να μην επιτραπεί εκ μέρους της η χρεοκοπία ενός κράτους-μέλους της, έτσι ώστε να εξασφαλίσει ένα ακόμη κέρδος. Για παράδειγμα, έχοντας αγοράσει τα ομόλογα του Ελληνικού δημοσίου στο 70% της αρχικής τους αξίας, έχει κάθε λόγο να μην επιθυμεί πλέον τη χρεοκοπία της – την πυρκαγιά δηλαδή στο σπίτι του γείτονα, αφού είναι πλέον ο ίδιος ιδιοκτήτης του. Έτσι, θα μπορεί να εισπράξει το 100% της αξίας των ομολόγων του Ελληνικού δημοσίου (συν τους τόκους), τα οποία έχει αγοράσει στο 70% – επιτυγχάνοντας τεράστιο κέρδος.  

(δ) Τέλος, οι δυνατότητες εξασφάλισης περαιτέρω κερδών, από τη συγκεκριμένη χώρα, προϋποθέτουν προφανώς την εισβολή του ΔΝΤ. Μέσω του Ταμείου, οι διεθνείς επενδυτικές τράπεζες έχουν την προοπτική να κερδίσουν για μία ακόμη φορά, από την «επιβεβλημένη» αποκρατικοποίηση των εταιρειών που ανήκουν στο δημόσιο της συγκεκριμένης χώρας – αφενός μεν από τις προμήθειες επί των τιμών της πώλησης τους προς τις πολυεθνικές, την οποία οργανώνουν/μεθοδεύουν οι ίδιες, αφετέρου από την υπεραξία των μετοχών που συνήθως αγοράζουν σε χαμηλές τιμές, όταν το χρηματιστήριο καταρρέει λόγω της υπαγωγής της χώρας στο ΔΝΤ.

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 17. Απριλίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2328.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Η ελληνική δίνη θανάτου και οι προϋποθέσεις…

Η ελληνική δίνη θανάτου και οι προϋποθέσεις μιας ενδεχόμενης σωτηρίας

Έντεκα μήνες μετά το μνημόνιο: που πάει η Ελλάδα;


Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου


 

Πριν συμπληρωθεί χρόνος από την υπογραφή του Μνημονίου και της Δανειακής Σύμβασης, είναι σαφές, ακόμα και σε όσους την επέβαλαν, ότι οδηγεί σε ανήκεστο βλάβη, αν όχι καταστροφή της ελληνικής οικονομίας-κοινωνίας. Ο πραγματικός σκοπός τους δεν είναι η έξοδος μιας Ελλάδας στο επίπεδο περίπου που την ξέραμε στις αγορές, μετά από μια περίοδο θυσιών, αλλά η μετατροπή της σε χώρα του Τρίτου Κόσμου, υπό συγκαλυμμένο αποικιακό έλεγχο.

Αν η ελληνική κοινωνία δεν βρει τρόπο αντίδρασης, θα καταστραφούν οι οικονομικές προϋποθέσεις ύπαρξης στοιχειωδώς κυρίαρχου, ανεξάρτητου, δημοκρατικού κράτους. Η ύπαρξη τέτοιου κράτους, στην ουσία, όχι μόνο στον τύπο, είναι προϋπόθεση για την προκοπή, αν όχι επιβίωση του ελληνικού λαού.

Tρεις από τους πέντε «σοφούς», για οικονομικά θέματα, που συμβουλεύουν τη Μέρκελ, διατύπωσαν δημοσίως την πεποίθηση ότι το μνημόνιο «δεν βγαίνει». Τα ίδια δηλώνει η Βάσω Παπανδρέου, ιστορικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ. Σε πρόσφατο «γκάλοπ» του BBC μεταξύ αναλυτών, η πλειοψηφία προέβλεψε ελληνική χρεωκοπία. ‘Οσοι λένε ακόμα ότι το μνημόνιο μπορεί να βγει, να αντιμετωπίσει το πρόβλημα χρέους και ελλειμμάτων, πρέπει να θεωρηθούν είτε ανόητοι, είτε, πιθανότερο, απατεώνες.

Ο ελληνικός λαός γνωρίζει την πραγματικότητα, ακόμα κι όταν την κρύβει από τον εαυτό του. Μαρτυρά την επίγνωση αυτή το «βλέμμα μελλοθανάτων» των επιβατών σε κάθε βαγόνι του μετρό, ο διπλασιασμός των αυτοκτονιών στη χώρα, το 80% των νέων που δηλώνει ότι θάθελε να φύγει από τη χώρα. ‘Oλοι ξέρουμε τι σημαίνουν τα ενεχυροδανειστήρια που ξεφυτρώνουν σε κάθε γειτονιά, οι διαφημίσεις των κορακιών που αγοράζουν χρυσαφικά κι ασημικά. Κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε, αλλά πίσω από κάθε «ενοικιάζεται» κλειστού μαγαζιού, κρύβονται ανθρώπινες και οικογενειακές τραγωδίες. Σύντομα, ορισμένοι ήδη από τώρα, εκατομμύρια συμπολίτες, βρίσκονται ή θα βρεθούν προ της “επιλογής” να πεθάνουν από ασιτία ή από έλλειψη φαρμάκων, που δεν μπορούν ή δεν θα μπορούν να αγοράσουν. Θα χρειαζόμαστε βιβλίο για να περιγράψουμε αναλυτικά την ταχύτατη, συστηματική κατεδάφιση της χώρας, στην οποία επιδίδονται, με τόση επιτυχία, τα ανθρωπάκια μιας υποτελούς κυβέρνησης, άψογης σε ρόλο “διαχειριστή πτωχευμένης επιχείρησης”, για λογαριασμό των δανειστών. Αφού γκρέμισαν, σε λιγότερο από χρόνο, το υποτυπώδες κοινωνικό κράτος που απέκτησαν οι ¨Ελληνες σε διάστημα ενός αιώνα, ετοιμάζονται τώρα να οργανώσουν την λεηλασία της χώρας με το πρόγραμμα των “50 δισεκατομμυρίων”.

Γράφω από παιδί, είναι η δουλειά μου. Αλλά τώρα δυσκολεύομαι κι εγώ, δεν ξέρω τι να γράψω. Διαλέγω την αλήθεια, τρέμοντας μήπως ενισχύσω άθελά μου τη μαζική κατάθλιψη, κατ’ εξοχήν όπλο των εχθρών μας, στοιχείο ενός ψυχολογικού πολέμου κατά του ελληνικού λαού που στηρίζεται στην καθολική ενοχοποίηση, στην ιδιοτελή αντιπαράθεση ενός στρώματος στο άλλο, στην καλλιέργεια φόβου και πανικού, για να παραλύσουν τους ¨Ελληνες, “σακατεύοντας” κάθε εθνική αυτοπεποίθηση (και καταστρέφοντας, en passant, τη διεθνή εικόνα της χώρας). Tο σχέδιο αυτού του πολέμου εκτελεί, υπό την καθοδήγηση μιας στρατιάς ξένων συμβούλων, η παρούσα “ελληνική κυβέρνηση”. Σχέδιο που εκπονήθηκε στα «στρατηγεία» μιας παγκόσμιας «Αυτοκρατορίας του Χρήματος», του τέρατος του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου που προέκυψε από τέσσερις δεκαετίες αποφορολόγησης του κεφαλαίου, διαρκών “απελευθερώσεων” και “απορρυθμίσεων” “αγορών”, ροών κεφαλαίων και εμπορευμάτων.

Απαλλαγμένες από το αντίπαλο σοβιετικό δέος, με υποταγμένους και εξαγορασμένους ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και συνδικάτα, οι “αγορές” επιχειρούν να κατεδαφίσουν ότι απέμεινε από τον μεταπολεμικό ιστορικό συμβιβασμό Κεφαλαίου-Εργασίας, το κοινωνικό κράτος, τη Δημοκρατία, τον πολιτισμό της Ευρώπης. Επιχειρούν, με την καιροσκοπική συνδρομή της γερμανικής ηγεσίας, να ευθυγραμμίσουν ευρωπαϊκούς οικονομικοπολιτικούς θεσμούς με τον νέο συσχετισμό δυνάμεων, που προέκυψε από τη γιγάντωση του χρηματιστικού κεφαλαίου, τη σοβιετική κατάρρευση, την ευρωπαϊκή παρακμή.

Η Ιστορία, και οι επόμενες γενιές των Ελλήνων, θα καταγράψουν την κολοσσιαία ευθύνη της παρούσας ηγεσίας της ελληνικής κυβέρνησης και του ΠΑΣΟΚ, όχι μόνο στην ελληνική καταστροφή, αλλά και γιατί επέτρεψε, από δω, να εκδηλωθεί ευκολότερα ο μεγάλος πόλεμος κατά της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, που συνεχίζεται ήδη σε Ιρλανδία και Πορτογαλία, αύριο Ισπανία, μεθαύριο Ιταλία, κάποια στιγμή Γαλλία. Σύμμαχος σήμερα των “αγορών”, το Βερολίνο κινδυνεύει να συνειδητοποιήσει πολύ αργά, το φοβερό τίμημα του Φάουστ για τη συμμαχία του με τις “αγορές” και τις πρόσκαιρες επιτυχίες εις βάρος της ευρωπαϊκής περιφέρειας.

Αυτό το γενικό πλαίσιο “υπερκαθορίζει” την ελληνική κρίση. Χωρίς το πρώτο δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη δεύτερη. Αλλά δεν μπορούμε να την ερμηνεύσουμε κι αν αγνοήσουμε τρεις παράγοντες, χωρίς τους οποίους η Ελλάδα δεν θα ήταν πιθανώς η πρώτη που θα υφίστατο την επίθεση:

α) την κατάρρευση όχι μόνο της ελληνικής παραγωγικής-εξαγωγικής βάσης, αλλά και του συνόλου των ελληνικών δομών και συστημάτων συλλογικών αξιών, καθώς η χώρα ολοκλήρωνε τον μετασχηματισμό της σε απέραντο “λαμογιστάν, εργολαβιστάν, ρουσφετιστάν”. Αναγκαστική ή οικειοθελής, η προσχώρηση ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων στις πρακτικές και την ιδεολογία του “λαμογιστάν”, ο εξωφρενικός κυνισμός, η ιδιοτέλεια, ο ξετσίπωτος ατομικισμός, η κουλτούρα της απάτης που χαρακτηρίζουν σημαντικό τμήμα των μεσαίων και ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων, σήμερα περισσότερο από χθες, όταν δεν θίγονται άμεσα τα ίδια, εμποδίζουν την ελληνική κοινωνία να αμυνθεί.

β) τη γεωπολιτική θέση της χώρας, που αλληλεπιδρά πολύπλευρα με την οικονομική της θέση. Π.χ. η Ελλάδα υφίσταται μια γεωπολιτική πίεση που οδήγησε στην παροχέτευση τεράστιων πόρων στην άμυνα. ‘Εγινε η κύρια πύλη εισόδου μεταναστών από τις ζώνες των πολέμων και της εξαθλίωσης. Η επιλογή των ελληνικών κυβερνήσεων να στηρίξουν ενθουσιωδώς την αμερικανική πολιτική τουρκικής ένταξης στην ΕΕ, προσέθεσε και άλλα σοβαρά κίνητρα στη Μέρκελ να επιτεθεί στην Ελλάδα. Αν η Αθήνα έπαιζε το γεωπολιτικό “χαρτί” της έξυπνα, θα βελτίωνε ασφαλώς τη διαπραγματευτική της θέση. Θα την έπαιρναν στα σοβαρά και θα τη λογάριαζαν πολύ περισσότερο, αν αρνούνταν αίφνης τη χρήση του ελληνικού χώρου στον πόλεμο κατά της Λιβύης, σε συμμαχία με σημαντικές διεθνείς δυνάμεις που δεν θέλουν τον πόλεμο, παρά παίζοντας διαρκώς ρόλο δουλοπρεπούς “προθύμου”, χωρίς καν να διαπραγματεύεται αντάλλαγμα. Μια μικρή χώρα πρέπει να είναι απρόβλεπτη, είπε ο Ανδρέας σε μια ιστορική συνέντευξη στο Τάιμ, λίγο μετά την ανάληψη της εξουσίας, επί των ημερών όμως του Γιώργου η χώρα είναι απολύτως προβλέψιμη .

γ) τα πνευματικά, ηθικά, ψυχολογικά χαρακτηριστικά της σημερινής ηγεσίας κυβέρνησης και ΠΑΣΟΚ, την καθιστούν ιδεώδη “φορέα αυτοκαταστροφής” του ελληνικού “συστήματος”, κατά το κλασικό πρότυπο Γκορμπατσώφ. Το ότι το κάνει αυτό χωρίς ενδεχομένως πλήρη συνείδηση των συνεπειών, την καθιστά περισσότερο, όχι λιγότερο επικίνδυνη, γιατί είναι πιο αποφασισμένη και γιατί μπορεί, με την επιμέρους ειλικρίνειά της, να εξαπατά αποτελεσματικότερα. Δεν υπάρχει μόνο το Μνημόνιο, υπάρχει και το “Μνημόνιο πίσω από το Μνημόνιο”, το πρόγραμμα διαχείρισης της ελληνικής κατάστασης και των αντιδράσεων του ελληνικού λαού και στην εκτέλεσή του η κυβέρνηση τα κατάφερε καλύτερα κι από ότι με το ίδιο το Μνημόνιο.

Για να εξηγήσουμε το τελευταίο σημείο, πολιτικοί όπως οι Γκορμπατσώφ ή Παπανδρέου οδηγούν σε αυτά τα αποτελέσματα γιατί μπερδεύουν τον εχθρό με τον φίλο. Πάρτε το παράδειγμα μιας επιχείρησης που έχει πρόβλημα με την τράπεζά της. Η επιχείρηση και η τράπεζα επιχειρούν να βρουν έναν συμβιβασμό, έχοντας συνείδηση ότι βασικά είναι αντίπαλοι, αφού ο ένας θέλει να αυξήσει το βάρος του άλλου στον διακανονισμό. Τι θα συνέβαινε όμως στην επιχείρηση αν ο ιδιοκτήτης της πίστευε ότι η τράπεζα είναι βασικά καλοί άνθρωποι που θέλουν να βοηθήσουν την επιχείρησή του, που είναι μόνη υπεύθυνη για το πρόβλημά της; Τι θα συνέβαινε στην επιχείρηση, αν ο ιδιοκτήτης της έβγαινε και έλεγε στον κόσμο ότι είναι υπερχρεωμένη, στην εντατική, Τιτανικός, διεφθαρμένη και κακοδιοίκητη; Το πιθανότερο είναι ότι μια τέτοια επιχείρηση θα έκλεινε σε σύντομο χρονικό διάστημα, ακόμα κι αν δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα. Ασφαλώς τα προβλήματα της Ελλάδας είναι πολύ προγενέστερα της κυβέρνησης Παπανδρέου. Αλλά η κυβέρνηση αυτή έδρασε και δρα όπως ένας γιατρός που τον φωνάζουν για εγκεφαλική αιμορραγία και δίνει αντιπηκτικά στον ασθενή, οδηγώντας τον μια ώρα αρχύτερα στα θυμαράκια. Το πρώτο πράγμα που πρέπει κάποιος να κάνει σε έναν τέτοιο περιστατικό, είναι να διώξει τον γιατρό.

¨Όταν αντιμετωπίζουν κίνδυνο τα ζώα είτε φεύγουν, είτε παλεύουν. Το χειρότερο που μπορεί να τους συμβεί, και συμβαίνει τώρα στον ελληνικό λαό, είναι να παραλύσουν. Αλλά για να μπορέσει να αντιδράσει ο ελληνικός λαός και να είναι κάπως αποτελεσματική η αντίδρασή του, χρειάζεται, ούτε λίγο, ούτε πολύ, να βρει τη δύναμη, τη φαντασία, το κουράγιο, τις ιδέες να “επανιδρύσει” τη χώρα του, πρωταγωνιστώντας ταυτόχρονα στην ευρωπαϊκή επανίδρυση. Nα αποκαταστήσει συλλογικότητες, να ξαναβρεί την αλληλεγγύη, να αποκτήσει νέα πολιτικά υποκείμενα, που θα αποσπάσουν το ελληνικό κράτος και την κυβέρνηση από τον έλεγχο των ξένων δανειστών και δυνάμεων, ώστε να μπορέσει ο ελληνικός λαός να υπερασπισθεί τον εαυτό του διεθνώς. Θα χρειαστούν ίσως οι ¨Ελληνες τις ηρωϊκές παραδόσεις τους, για να στηρίξουν τον αγώνα τους, στις πολύ διαφορετικές σημερινές συνθήκες, θα χρειαστούν όμως να τον συνδέσουν με τον ευρύτερο αγώνα για μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της Ευρώπης, μόνο πλαίσιο που, αν φαίνεται κάπως ουτοπικό σήμερα, μπορεί να αποβεί μακροπρόθεσμα νικηφόρο. Είμαστε ακόμα πολύ μακριά από αυτά. Ούτε φως, ούτε άκρη δεν φαίνεται στο τούνελ. Η ιστορία όμως είναι καμιά φορά πονηρή. Ϊσως, αν υπάρχει μια πιθανή παρηγοριά μέσα στη μαυρίλα, την προσφέρει παραδόξως το ίδιο το πάχος του σκοταδιού. Είναι τόσο σοβαρή, σχεδόν θανάσιμη η απειλή, που ενδέχεται να προκαλέσει, στο τέλος, σωτήρια έγερση.

Επίκαιρα, 14.4.2011

 ΠΗΓΗ: Κυριακή, 24 Απριλίου 2011, http://konstantakopoulos.blogspot.com/2011/04/h.html

Το «όχι» της επιβίωσης

Το «όχι» της επιβίωσης

 

Του Δημήτρη Καζάκη*


 

Η χώρα έχει οδηγηθεί σε πλήρες αδιέξοδο. Ο λαός με κομμένη την ανάσα βιώνει καθημερινά την ολοκληρωτική ανατροπή του οικογενειακού και προσωπικού του βίου. Αντιμετωπίζει την ισοπέδωση των δικαιωμάτων του και των κοινωνικών κατακτήσεων δεκαετιών. Οι πολιτικές που επιβάλλονται τον οδηγούν με βίαιο τρόπο στην απόλυτη φτώχεια, την ανεργία και την εξαθλίωση.

Ο εργαζόμενος χάνει μέρα με τη μέρα όλα τα εχέγγυα για μια στοιχειωδώς αξιοπρεπή ζωή, ενώ ο μικρός και μεσαίος επιχειρηματίας καταστρέφεται κυριολεκτικά. Όσο συνεχίζεται η ίδια πορεία, η κατάσταση γίνεται όλο και πιο δύσκολα αναστρέψιμη, ακόμη και στα πλαίσια μιας άλλης ριζικά διαφορετικής πολιτικής.

Σήμερα έχει γίνει καθαρό ότι η επιβολή του καθεστώτος κατοχής με τη μορφή της κηδεμονίας από την Ε.Ε., την ΕΚΤ και το ΔΝΤ ήρθε για να εξασφαλίσει ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να πληρώνει τους Ευρωπαίους και εγχώριους τραπεζίτες, θα εξακολουθήσει να βρίσκεται στο έλεος των αγορών, των πιο αδίστακτων αρπακτικών, των κερδοσκόπων και των τοκογλύφων. Το κύριο ενδιαφέρον της τρόικας δεν ήταν ποτέ η αποκατάσταση της οικονομίας της χώρας, αλλά η προστασία των μεγάλων τραπεζών και του ευρώ. Η χώρα και ο λαός της κρίθηκαν αναλώσιμοι προκειμένου να εξευμενίσουν τις αγορές και να επιβιώσει το ευρώ.

Οι Έλληνες εργαζόμενοι, συνταξιούχοι, επαγγελματίες, παραγωγοί, μικρομεσαίοι επιχειρηματίες δεν κλήθηκαν απλώς να πληρώσουν το μάρμαρο, αλλά να αποδεχθούν την επίσημη υποθήκευση και το ξεπούλημα της χώρας τους από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ.

Κηδεμόνες – κατακτητές

Η κυβέρνηση και το καθεστώς κατοχής δεν μπορούν πλέον να συγκαλύψουν ότι το κυρίως ζητούμενο με την επιβολή του ΔΝΤ στη χώρα υπό την εποπτεία της Ε.Ε. δεν είναι απλώς οι επιπλέον «θυσίες» από τα λαϊκά στρώματα. Το επίδικο ζήτημα ήταν και είναι η εθνική κυριαρχία της χώρας. Με την κηδεμονία του ΔΝΤ και της Ε.Ε. ο Έλληνας εργαζόμενος δεν χάνει μόνο τη δουλειά του, τη σύνταξή του, τα δικαιώματά του, αλλά και την ίδια τη χώρα του. Κομμάτι – κομμάτι αρχίζει να πουλιέται σε κυκλώματα της διεθνούς αγοράς που ξέρουν πώς να κερδίζουν από μια κατεστραμμένη χώρα.

Η ίδια η δυνατότητα επιβίωσης της χώρας αμφισβητείται πλέον ανοιχτά από τους ιθύνοντες της ευρωζώνης και τις αγορές. Αν χρειαστεί, θα πρέπει τουλάχιστον οικονομικά να χωριστεί η χώρα σε περιοχές και περιφέρειες, να εκχωρήσει την εκμετάλλευση των νησιών και τα δικαιώματα στο Αιγαίο. Η χώρα έχει πλέον μετατραπεί ανοιχτά σε κράτος υπό αίρεση, διαρθρωμένο σε περιφέρειες εύκολα ιδιωτικοποιήσιμες και προσαρτήσιμες ανάλογα με τα συμφέροντα των μεγάλων της ευρωζώνης και των ΗΠΑ.

Η μάχη που καλείται να δώσει σήμερα ο εργαζόμενος, ο αγρότης, ο μικρομεσαίος, ο επαγγελματίας, ο νέος, δεν είναι απλώς και μόνο για τη δική του προσωπική επιβίωση. Κανείς δεν μπορεί να τη βγάλει καθαρή από μόνος του και ιδιαιτέρως στις σημερινές συνθήκες. Σήμερα κανένας δεν μπορεί να σωθεί δίχως να παλέψει για τη σωτηρία συνολικά της χώρας. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Δεν υπάρχουν πια άλλα περιθώρια για το «άσε πρώτα να δούμε τι θα γίνει και ύστερα βλέπουμε». Ή οι εργαζόμενοι και ολόκληρος ο λαός παίρνουν την υπόθεση στα χέρια τους και αναλαμβάνουν δράση για τη διάσωση της χώρας ή θα ζήσουμε καταστάσεις τις οποίες έχουμε γνωρίσει μόνο στις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας μας.

Άρνηση του χρέους

Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο να αλλάξει οτιδήποτε, δεν μπορεί να υπάρξει άλλη πολιτική, αν δεν αντιμετωπιστεί πρώτα απ’ όλα ο βρόχος του δημόσιου δανεισμού, αν δεν ξεφύγει η χώρα από τη θανάσιμη λαβή των δανειστών της. Όποιος το αγνοεί αυτό, απλώς ονειροβατεί.

Μια ριζικά διαφορετική πολιτική που ξεκινά στη βάση των αληθινών συμφερόντων του λαού και της χώρας οφείλει να ξεκαθαρίζει ευθύς εξαρχής τα στοιχειώδη:

Το χρέος δεν το δημιούργησε ο λαός. Τα δανεικά δεν χρησιμοποιήθηκαν προς όφελος του λαού και της χώρας. Ο δανεισμός χρηματοδότησε τη λεηλασία του τόπου και μια οικονομική και πολιτική ολιγαρχία που σήμερα ρίχνει τη χώρα και τον λαό της στον Καιάδα του ΔΝΤ. Ο λαός δεν χρωστά, του χρωστάνε. Δεν μπορεί λοιπόν να του ζητιέται να πληρώσει τον «λογαριασμό του χρέους» που άλλοι δημιούργησαν και επωφελήθηκαν από αυτό.

Ποια είναι η απάντηση; Μόνο μία: Άρνηση της πληρωμής του χρέους εδώ και τώρα, άμεση παύση πληρωμών προς τους δανειστές, ώστε να σταματήσει ο φόρος αίματος τον οποίο καταβάλλουν η χώρα και ο λαός στους διεθνείς τοκογλύφους και κερδοσκόπους.

Αυτή είναι η μόνη λύση για να σωθεί η χώρα από την καταστροφή και να διασώσουν οι εργαζόμενοι τα εισοδήματά τους, τη δουλειά τους, τις συντάξεις και τα δικαιώματά τους. Είναι ο μόνος τρόπος για να υπάρξει προοπτική για τους νέους, τους αγρότες, τους επαγγελματίες, τους μικρομεσαίους. Είναι ο μόνος τρόπος για να γλυτώσει η χώρα από την πτώχευση και την καταστροφή που οργανώνουν ήδη η κυβέρνηση, η Ε.Ε. και το ΔΝΤ.

Άρνηση της πληρωμής του χρέους εδώ και τώρα σημαίνει άμεση παύση πληρωμών προς τους δανειστές. Σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζουμε κανενός είδους απαίτηση που θα επιτρέψει στους δανειστές της χώρας να τη δημεύσουν, να την κατασχέσουν, να τη λεηλατήσουν. Σημαίνει ότι σταματάμε να πληρώνουμε δάνεια που έχουμε πληρώσει διπλά και τρίδιπλα. Σημαίνει ότι διαγράφουμε μονομερώς όλες τις οφειλές που υπήρξαν προϊόν ρεμούλας και κερδοσκοπίας εις βάρος της χώρας και του λαού της. Σημαίνει ότι αρνούμαστε επιτέλους να ματώνουμε για δάνεια που έρχονται από το 1880, αλλά οι αγορές και οι μεγάλοι «εταίροι» μας έχουν επιβάλει να τα πληρώνουμε έως σήμερα. Σημαίνει πολύ απλά ότι σταματάμε να πληρώνουμε τα κερατιάτικα στους διεθνείς και ντόπιους τοκογλύφους.

Ο ελληνικός λαός οφείλει να προχωρήσει σε άρνηση της πληρωμής του χρέους όχι γιατί θέλει να βλάψει κανέναν ή να «φάει» τα λεφτά των δανειστών του. Οφείλει να το κάνει γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να σταθεί στα πόδια του, για να διεκδικήσει τη χώρα του από τις αγορές και τα αρπακτικά τους, για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του, για να λυτρωθεί επιτέλους από το διεφθαρμένο σύστημα που τον κυβερνά. Γι’ αυτό και αιτήματα που αφορούν δάνεια τα οποία συνάφθηκαν καλή τη πίστει και συνέβαλαν αποδεδειγμένα στην ανάπτυξη της χώρας, ο λαός δεν θα αρνηθεί να συζητήσει την ικανοποίησή τους. Στη βάση του αμοιβαίου οφέλους. Ιδίως αν συνδέονται με χρήματα μικροκαταθετών και ασφαλιστικών ταμείων, που έτσι κι αλλιώς δεν υπερβαίνουν το 15% του σημερινού δημόσιου χρέους. Πάντα με βασική προϋπόθεση ότι καμιά τέτοια απαίτηση δεν θα υπονομεύσει την πορεία της χώρας, δεν θα υποθηκεύσει το μέλλον της και ούτε θα θέσει τη χώρα υπό καθεστώς ομηρίας.  Αν είναι να χάσει κάποιος, αυτός σίγουρα δεν θα είναι ο λαός και η χώρα.

Ποιο κράτος δικαίου;

Μα είναι δίκαιο κάτι τέτοιο; Είναι δίκαιο να μην πληρώσουμε αυτά που χρωστάμε; Ο Αριστοτέλης έλεγε στα Πολιτικά (Βιβλίο Γ, 9,10-13) ότι «ίσον το δίκαιον είναι, και έστιν, αλλ’ ου πάσιν αλλά τοις ίσοις· και το άνισον δοκεί δίκαιον είναι, και γαρ έστιν, αλλ’ ου πάσιν αλλά τοις ανίσοις». Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει ισοτιμία, ούτε ισότιμη σύμβαση, ανάμεσα σε άνισα μέρη. Ισότιμη σύμβαση υπάρχει μόνο απέναντι σε πραγματικά ίσους. Όπως εύστοχα σχολίαζε ο φημισμένος Γερμανός νομοδιδάσκαλος και οικονομολόγος του 19ου αιώνα Άντον Μένγκερ, «δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανισότητα από την ίση μεταχείριση ανίσων».Γι’ αυτό και ο R. T. Ely, που από πολλούς θεωρείται ο πρύτανης της οικονομικής επιστήμης στις ΗΠΑ, έλεγε ότι «μόνο οι δυνατοί και οι ισχυροί είναι υπέρμαχοι της ελεύθερης σύμβασης δίχως κανέναν έλεγχο και περιορισμό. Η ελεύθερη σύμβαση προϋποθέτει ίσους πίσω από το συμβόλαιο για να μπορέσει να υπάρξει ισότητα». Κράτος δικαίου είναι εκείνο το κράτος που προασπίζεται με όλα τα έννομα μέσα τα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών του και όχι εκείνο που τα ξεπουλά προκειμένου να προασπίσει τα συμφέροντα των δανειστών.  Κράτος δικαίου υπάρχει και λειτουργεί μόνο ως κυρίαρχο κράτος και όχι ως προτεκτοράτο τραπεζιτών και κερδοσκόπων που έχουν εξαγοράσει το εγχώριο πολιτικό σύστημα για να λεηλατήσουν τη χώρα.

Υπήρξε πραγματικά ίση μεταχείριση μεταξύ ίσων στη διαδικασία δημόσιου δανεισμού; Ούτε κατά διάνοια. Ο δανεισμός της χώρας ήταν προϊόν εκβιασμού, εκμαυλισμού και προώθησης της εξάρτησης της χώρας από συγκεκριμένα συμφέροντα της διεθνούς αγοράς. Μετά τον πόλεμο οι αγαπητοί φίλοι και σύμμαχοι εξανάγκασαν την Ελλάδα να αναγνωρίσει όλα τα προπολεμικά της χρέη στο υπερδιπλάσιο της τρέχουσας αξίας τους, έστω κι αν η χώρα είχε χρεοκοπήσει επίσημα δυο φορές γι’ αυτά (1893/1932). Αναγνωρίστηκαν χρέη που συνάφθηκαν από το 1881 και κατόπιν. Κι όχι μόνο αυτό, την εξανάγκασαν να αναγνωρίσει δάνεια στο άρτιο της αξίας τους, ενώ η χώρα τα είχε δανειστεί «υπό το άρτιο». Υπό το άρτιο είναι όταν κάποιος δανείζεται 1.000 δολ., ας πούμε, η τράπεζα που τον δανείζει τον χρεώνει 1.000 δολ. μαζί με τα επιτόκια πάνω σ’ αυτή την αξία, αλλά το ποσό που εκταμιεύεται είναι πολύ χαμηλότερο γιατί ο δανειστής προεισπράττει από το κεφάλαιο εκτός από τις αμοιβές του και διάφορα άλλα που αφορούν τον «πιστωτικό κίνδυνο» που αναλαμβάνει. Με τον τρόπο αυτό δάνειζαν οι διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οίκοι την Ελλάδα έως και τον μεσοπόλεμο. Της χρέωναν 1.000 και της εκταμίευαν 800, 600, πολλές φορές και λιγότερα από 500 δολάρια.

Την ίδια εποχή με τη Συμφωνία του Λονδίνου (1953) εξανάγκαζαν την Ελλάδα μαζί με μια σειρά άλλες χώρες να χαρίσουν τα χρέη που είχε δημιουργήσει η χιτλερική Γερμανία προς αυτές. Μέσα σ’ αυτά τα χρέη ήταν και το αναγκαστικό δάνειο της κατοχής, το δάνειο του αίματος, όπως το είχε χαρακτηρίσει ο Ξ. Ζολώτας, που πήραν οι ναζί κατακτητές από την κατεχόμενη Ελλάδα.

Η Ελλάδα αναγνώριζε την ανάγκη ανάπτυξης της Γερμανίας χωρίς το βάρος των χρεών της, προκειμένου να επωφεληθούν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Αλλά οι μεγάλοι μας σύμμαχοι αρνήθηκαν να κάνουν το ίδιο για τη μικρή Ελλάδα, που στο κάτω – κάτω της γραφής έδωσε τόσα στον πόλεμο ενάντια στον χιτλερισμό και βγήκε από αυτόν τελείως κατεστραμμένη. Αντίθετα την έσπρωξαν στον εμφύλιο και της χρέωσαν τα προπολεμικά χρέη για να μην μπορέσει να ξανασηκώσει κεφάλι.

Από τότε αρχίζει η κακοδαιμονία του δημόσιου χρέους για τη νεότερη Ελλάδα. Ο αείμνηστος ακαδημαϊκός Άγγελος Αγγελόπουλος χαρακτήριζε ως «σκάνδαλο» τη συμπεριφορά των μεγάλων συμμάχων και εταίρων μας.

Εξαγορά και εκμαυλισμός

 Και πώς τα κατάφεραν και εξανάγκασαν τη χώρα να αναγνωρίσει τα προπολεμικά χρέη; Εξαγοράζοντας με το 30% και πλέον των ελληνικών ομολόγων τις ισχυρές πολιτικές οικογένειες του τόπου, το παλάτι και φυσικά τις μεγάλες οικονομικές δυναστείες της χώρας, που μυρίστηκαν εύκολο και γρήγορο χρήμα. Από τότε το προπολεμικό χρέος είτε μεταφέρθηκε σε εξωλογιστικούς λογαριασμούς του κρατικού προϋπολογισμού, ώστε το δημόσιο χρέος της χούντας και της πρώτης μεταπολίτευσης του Καραμανλή να εμφανιστεί χαμηλό, είτε φορτώθηκε στις μεγάλες ΔΕΚΟ (ΔΕΗ, ΟΤΕ κ.λπ.), είτε ανταλλάχθηκε με προκλητικά χαριστικές συμβάσεις με επιχειρηματικά συμφέροντα του εξωτερικού.

Στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 ούτε μία δανειακή σύμβαση δεν υπήρξε, είτε με κράτος, είτε με χρηματοπιστωτικούς ομίλους του εξωτερικού, που να μην περιέχει αφενός τοκογλυφικούς όρους και αφετέρου πρωτοφανείς δεσμεύσεις για το ελληνικό κράτος. Έτσι οι δανειακές συμβάσεις με τις γαλλικές τράπεζες την εποχή του φλερτ Ζισκάρ Ντ’ Εστέν Καραμανλή τη δεκαετία του ’70 προέβλεπαν την παράλληλη αγορά όπλων, τροφίμων, κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων κ.ο.κ. από τη Γαλλία. Με άλλα λόγια, η Γαλλία δάνειζε το ελληνικό κράτος μόνο αν το δεύτερο άνοιγε την εσωτερική αγορά του στην πρώτη. Αυτό έγινε με όλους τους δανειστές. Κι έτσι ο δημόσιος δανεισμός όχι μόνο γινόταν με τοκογλυφικούς όρους, αλλά και με παρελκόμενες συμφωνίες που οδηγούσαν στην καταστροφή την αναιμική βιομηχανία και γενικά την παραγωγή που υπήρχε στην Ελλάδα.

Από τη δεκαετία του ’90 έως σήμερα ο δημόσιος δανεισμός γίνεται κυρίως με ομόλογα, που επιτρέπει αφενός τη χειραγώγηση και την εξαγορά του ελληνικού πολιτικού συστήματος χωρίς να αφήνει εμφανή ίχνη. Σε ολόκληρο αυτό το διάστημα η Ελλάδα πληρώνει τοκογλυφικά επιτόκια, πληρώνει τραπεζικές μεσιτείες στο υπερδιπλάσιο της διεθνούς τραπεζικής πρακτικής και κάθε μεγάλη αγορά ομολόγων συνοδεύεται από παραχωρήσεις για «μεγάλα έργα» και κρατικές προμήθειες.

Δανειζόμαστε με το πιστόλι στον κρόταφο

 Για να δείξουμε τη σχέση δανειστών και ξένων επιχειρηματικών συμφερόντων αρκεί να αναφέρουμε ότι ο κύριος δανειστής της χώρας με βάση την πρόσφατη δανειακή σύμβαση όπου η κυβέρνηση απεμπόλησε «άνευ όρων και αμετάκλητα», όπως αναφέρει αυτολεξεί η ίδια η δανειακή σύμβαση, την ασυλία της χώρας λόγω εθνικής κυριαρχίας, είναι η Γερμανία. Όμως δεν μας δανείζει το γερμανικό κράτος, αλλά μια τράπεζα κρατικού ενδιαφέροντος και όχι μόνο, η kfw. Η τράπεζα αυτή είναι κι ένας από τους βασικούς μετόχους της Deutsche Telekom, που είναι κύριος μέτοχος στον ΟΤΕ. Το πώς μπήκε η Deutsche Telekom στον ΟΤΕ αποτελεί σκάνδαλο πρώτου μεγέθους και συνδέεται με ανταποδοτικά οφέλη υπέρ των Γερμανών, προκειμένου, ανάμεσα στα άλλα, να αγοράσουν οι γερμανικές τράπεζες ελληνικά ομόλογα. Είναι τυχαίο το γεγονός ότι την τελευταία δεκαετία που οι γερμανικές τράπεζες έγιναν ένας από τους δυο μεγαλύτερους δανειστές του ελληνικού κράτους, η Γερμανία εδραιώθηκε στην Ελλάδα ως η πρώτη οικονομική δύναμη κατέχοντας το μεγαλύτερο μερίδιο στο εξωτερικό εμπόριο της χώρας και έχοντας διεισδύσει όσο κανένας άλλος σε όλους τους ζωτικούς τομείς της οικονομίας μας; Όχι βέβαια.

Φυσικά για να γίνουν όλα αυτά απαιτούνται δυο βασικές προϋποθέσεις: Εξαγορασμένοι πολιτικοί και μια οικονομική ολιγαρχία που ζει όχι από τις επενδύσεις και την ανάπτυξη της παραγωγής, αλλά από τον παρασιτισμό της χρηματιστικής κυβείας και τον μεταπρατισμό ξένων συμφερόντων. Από πού κι ως πού λοιπόν θα πρέπει ο ελληνικός λαός να δεχθεί τη «συμβατική ισοτιμία» και το «δίκαιο» των απαιτήσεων δυνάμεων που εκβίασαν, εξαγόρασαν, λεηλάτησαν και συνεχίζουν να λεηλατούν αυτόν τον τόπο; Τι σόι «κράτος δικαίου» απηχεί η δανειακή σύμβαση που επιβλήθηκε στην Ελλάδα μέσα από τον εκβιασμό των αγορών; Μια δανειακή σύμβαση που δεν υπάρχει όμοιά της από την εποχή των διομολογήσεων που επέβαλαν οι μεγάλες δυτικές δυνάμεις στον «μεγάλο ασθενή» της Ανατολής, τον Οθωμανό Σουλτάνο. Είναι δίκαιη η υποθήκευση μιας ολόκληρης χώρας και του λαού της στους δανειστές; Πότε έγινε στην ιστορία κάτι τέτοιο;

Οικονομική βία

 Από τη στιγμή που οι δανειστές της χώρας επέβαλαν αυτό το καθεστώς, έχασαν κάθε δυνατότητα να επικαλούνται το δίκαιο για τα αιτήματά τους, έχασαν κάθε έννομο και συμβατικό στοιχείο από τις απαιτήσεις προς τη χώρα και τον λαό της. Δεν μπορείς να υποδουλώνεις μια χώρα και έναν λαό, να τον αναγκάζεις να ζήσει μια κόλαση, μόνο και μόνο γιατί έχεις «έννομες απαιτήσεις». Ο κατακτητής είναι πάντα κατακτητής, είτε γίνεται με τα όπλα, είτε με οικονομικά μέσα. Και απέναντι στον κατακτητή υπάρχει μόνο μια απάντηση: ο πατριωτισμός των Ελλήνων, οι οποίοι, σύμφωνα και με το σύνταγμα (120.4), «δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία». Όπως γνωρίζουν όλοι, η βία δεν είναι μόνο στρατιωτική, είναι επίσης πολιτική και οικονομική. Σήμερα ο πατριωτισμός των Ελλήνων δοκιμάζεται και επιβεβαιώνεται πρώτα και κύρια απέναντι στους νέους κατακτητές της χώρας, τους ντόπιους δωσίλογους κυβερνώντες και κάθε άλλον που επικαλείται το δίκαιο για να ρίξει την ευθύνη στο θύμα ώστε να αθωωθεί ο θύτης.

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι Οικονομολόγος – Αναλυτής.

ΠΗΓΗ: (ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 21-04-11), http://www.topontiki.gr/article/16002

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

Το [ν γίοις Πατρός μν] Συμεών το Νέου Θεολόγου


 

Καί πς εναι πς γίνεται μέσα μας νάσταση το Χριστο καί μέ ατήν νάσταση τς ψυχς. πίσης ποιό εναι τό μυστήριο ατς τς ναστάσεως. Λέχθηκε μετά τό Πάσχα, τή Δευτέρα τς δευτέρας βδομάδος το Πάσχα.

1. δελφοί καί πατέρες, δη τό Πάσχα, χαρμόσυνη μέρα, πού προκαλε κάθε εφροσύνη καί ετυχία, καθώς νάσταση το Χριστο ρχεται τήν δια ποχή το χρόνου πάντοτε, καλύτερα γίνεται κάθε μέρα καί συνεχς μέσα σ᾿ ατούς πού γνωρίζουν τό μυστήριό της, φο γέμισε τίς καρδιές μας πό κάθε χαρά καί νεκλάλητη γαλλίαση (Λουκ. 1, 14), φο λυσε μαζί καί τόν κόπο πό τήν πάνσεπτη νηστεία , γιά νά π καλύτερα, φο τελειοποίησε καί συγχρόνως παρηγόρησε τίς ψυχές μας, γι᾿ ατό καί μς προσκάλεσε λους μαζί τούς πιστούς, πως βλέπετε, σέ νάπαυση καί εχαριστία, πέρασε. ς εχαριστήσουμε λοιπόν τόν Κύριο, πού μς διαπέρασε πό τό πέλαγος (Σοφ. Σολ. 10, 18) τς νηστείας καί μς δήγησε μέ εθυμία στόν λιμένα τς ναστάσεώς Του. ς τόν εχαριστήσουμε καί σοι περάσαμε τό δρόμο τς νηστείας μέ θερμή πρόθεση καί γνες ρετς, καί σοι σθένησαν στό μεταξύ πό διαφορία καί σθένεια ψυχς, πειδή διος εναι πού δίνει μέ τό παραπάνω τά στεφάνια καί τούς ξιους μισθούς τν ργων τους σ᾿ κείνους πού γωνίζονται, καί πάλι ατός εναι πού πονέμει τή συγγνώμη στούς σθενέστερους ς λεήμων καί φιλάνθρωπος. Διότι βλέπει πολύ περισσότερο τίς διαθέσεις τν ψυχν μας καί τίς προαιρέσεις, παρά τούς κόπους το σώματος, μέ τούς ποίους γυμνάζομε τούς αυτούς μας στήν ρετή, παυξάνοντας τήν σκηση λόγω τς προθυμίας τς ψυχς λαττώνοντας ατήν πό τά σπουδαα ξ ατίας το σώματος, καί σύμφωνα μέ τίς προθέσεις μας νταποδίδει τά βραβεα καί τά χαρίσματα το Πνεύματος στόν καθένα, κάμνοντας κάποιον πό τούς γωνιζόμενους περίφημο καί νδοξο φήνοντάς τον ταπεινό καί χοντα κόμη νάγκη πό κοπιαστικότερη κάθαρση.

2. λλά ς δομε, άν νομίζετε, καί ς ξετάσομε καλς, ποιό εναι τό μυστήριο τς ναστάσεως το Χριστο το Θεο μας, τό ποο γίνεται μυστικς πάντοτε σέ μς πού θέλομε, καί πς μέσα μας Χριστός θάπτεται σάν σέ μνμα, καί πς φο νωθε μέ τίς ψυχές, πάλι νασταίνεται, συνανασταίνοντας μαζί του καί μς. Ατός εναι καί σκοπός το λόγου.

3. Χριστός καί Θεός μας, φο ψώθηκε στό σταυρό καί κάρφωσε (Κολ. 2, 14) σ᾿ ατόν τήν μαρτία το κόσμου (ω. 1, 25) καί γεύτηκε τό θάνατο (βρ. 2, 9), κατλθε στά κατώτατα μέρη το δη (φ. 4, 9, Ψαλ. 85, 13). πως λοιπόν ταν νλθε πάλι πό τόν δη εσλθε στό χραντό Του σμα, πό τό ποο ταν κατλθε κε δέν χωρίσθηκε καθόλου, καί μέσως ναστήθηκε πό τούς νεκρούς καί μετά π᾿ ατό νλθε στούς ορανούς μέ δόξα πολλή καί δύναμη (Ματθ. 24, 30, Λουκ. 21, 27), τσι καί τώρα, ταν ξερχόμαστε μες πό τόν κόσμο καί εσερχόμαστε μέ τήν ξομοίωση (Ρωμ. 6, 5, Β´ Κορ. 1, 5, Φιλ. 3, 10) τν παθημάτων το Κυρίου στό μνμα τς μετάνοιας καί ταπεινώσεως, ατός διος, κατερχόμενος πό τούς ορανούς, εσέρχεται σάν σέ τάφο μέσα στό σμα μας καί, νούμενος μέ τίς δικές μας ψυχές, τίς νασταίνει, φο ατές ταν μολογουμένως νεκρές, καί τότε δίνει τή δυνατότητα, σ᾿ ατόν πού ναστήθηκε τσι μαζί μέ τόν Χριστό, νά βλέπει τή δόξα τς μυστικς του ναστάσεως.

4. νάσταση λοιπόν το Χριστο εναι δική μας νάσταση, πού βρισκόμαστε κάτω πεσμένοι. Διότι κενος, φο ποτέ δέν πεσε στήν μαρτία (ω. 8, 46, βρ. 4, 15. 7, 26), πως χει γραφε, οτε λλοιώθηκε καθόλου δόξα του, πς θ᾿ ναστηθε ποτέ θά δοξασθε, ατός πού εναι πάντοτε περδοξασμένος καί πού διαμένει πίσης πάνω πό κάθε ρχή καί ξουσία (φ. 1, 21); νάσταση καί δόξα το Χριστο εναι, πως χει λεχθε, δική μας δόξα, πού γίνεται μέσα μας μέ τήν νάστασή Του, καί δείχνεται καί ρται πό μς. Διότι πό τή στιγμή πού κανε δικά του τά δικά μας, σα κάμνει μέσα μας ατός, ατά ναγράφονται σ᾿ ατόν. νάσταση λοιπόν τς ψυχς εναι νωση τς ζως. Διότι, πως τό νεκρό σμα οτε λέγεται τι ζε οτε μπορε νά ζε, άν δέν δεχθε μέσα του τή ζωντανή ψυχή καί νωθε μέ ατήν χωρίς νά συγχέεται, τσι οτε ψυχή μόνη της καί καθ᾿ αυτήν μπορε νά ζε, άν δέν νωθε μυστικς καί συγχύτως μέ τόν Θεό, πού εναι πραγματικά αώνια ζωή (Α´ ω. 5, 20). Διότι πρίν πό ατή τήν νωση ς πρός τή γνώση καί ραση καί ασθηση εναι νεκρή, ν καί νοερά πάρχει καί εναι ς πρός τή φύση θάνατη. Διότι δέν πάρχει γνώση χωρίς ραση, οτε ραση δίχως ασθηση.

Ατό πού λέγω σημαίνει τό ξς. ραση καί μέσω τς ράσεως γνώση καί ασθηση (ατό τό ναφέρω γιά τά πνευματικά, διότι στά σωματικά καί χωρίς ραση πάρχει ασθηση). Τί θέλω νά π; τυφλός ταν χτυπ τό πόδι του σέ λίθο ασθάνεται, ν νεκρός χι. Στά πνευματικά μως, άν δέν φθάσει νος σέ θεωρία τν σων πάρχουν πάνω πό τήν ννοια, δέν ασθάνεται τή μυστική νέργεια. Ατός λοιπόν πού λέγει, τι ασθάνεται στά πνευματικά πρίν φθάσει σέ θεωρία ατν πού εναι πάνω πό τό νο καί τό λόγο καί τήν ννοια, μοιάζει μέ τόν τυφλό στά μάτια, ποος ασθάνεται βέβαια τά σα γαθά κακά παθαίνει, γνοε μως τά σα γίνονται στά πόδια στά χέρια του καθώς καί τά ατια ζως θανάτου του. Διότι τά σα κακά γαθά το συμβαίνουν δέν τά ντιλαμβάνεται καθόλου, πειδή εναι στερημένος πό τήν πτική δύναμη καί ασθηση, γι᾿ ατό, ταν πολλές φορές σηκώνει τήν ράβδο του ν᾿ μυνθε πό τόν χθρό, ντί κενον μερικές φορές χτυπ μλλον τόν φίλο του, ν χθρός στέκεται μπροστά στά μάτια του καί τόν περιγελ.

5. Ο περισσότεροι πό τούς νθρώπους πιστεύουν στήν νάσταση το Χριστο, μως πολύ λίγοι εναι κενοι πού καί τήν βλέπουν καθαρά, καί ατοί βέβαια πού δέν τήν εδαν οτε νά προσκυνήσουν μπορον τόν ησο Χριστό ς γιο καί Κύριο. Διότι λέγει, «κανένας δέν μπορε νά πε Κύριο τόν ησο, παρά μόνο μέ τό Πνεμα τό γιο»» (Α´ Κορ. 12, 3). Καί λλο. «Πνεμα εναι Θεός καί ατοί πού τόν προσκυνον πρέπει νά τόν προσκυνον πνευματικά καί ληθινά» (ω. 4, 24). Καί κόμη τό ερώτατο λόγιο, πού τό προφέρομε κάθε μέρα, δέ λέγει, ̒Ἀνάσταση Χριστο πιστεύσαντες, λλά τί λέγει; «νάσταση Χριστο θεασάμενοι, ς προσκυνήσομε γιο Κύριον ησον, πού εναι μόνος ναμάρτητος». Πς λοιπόν μς προτρέπει τώρα τό Πνεμα τό γιο νά λέμε (σάν νά εδαμε ατήν πού δέν εδαμε) «νάσταση Χριστο θεασάμενοι», ν ναστήθηκε Χριστός μιά φορά πρίν πό χίλια (Σ. Σ. Ὁ Συμεών Νεός Θεολόγος ζησε τέλη 10ου καί ρχές 11ου αἰῶνος, δηλ. χίλια χρόνια περίπου μετά τήν νάσταση το Κυρίου) τη καί οτε τότε τόν εδε κανένας νά νασταίνεται; ραγε μήπως θεία Γραφή θέλει νά ψευδόμαστε; Μακριά μιά τέτοια σκέψη.ντίθετα συνιστ μλλον νά λέμε τήν λήθεια, τι δηλαδή μέσα στό καθένα πό μς τούς πιστούς γίνεται νάσταση το Χριστο καί ατό χι μία φορά, λλά κάθε ρα, πως θά λεγε κανείς, διος Δεσπότης Χριστός νασταίνεται μέσα μας, λαμπροφορώντας καί παστράπτοντας τίς στραπές τς φθαρσίας καί τς θεότητος. Διότι φωτοφόρα παρουσία το Πνεύματος μς ποδεικνύει τήν νάσταση το Δεσπότη, πού γινε τό πρωί (ω. 21, 4), καλύτερα μς πιτρέπει νά βλέπομε τόν διο κενον τόν ναστάντα. Γι᾿ ατό καί λέμε. «Θεός εναι Κύριος καί φανερώθηκε σέ μς» (Ψαλμ. 117, 27), καί ποδηλώνοντας τή Δευτέρα παρουσία του λέμε συμπληρωματικά τά ξς. «ελογημένος εναι ατός πού ρχεται στό νομα το Κυρίου» (Ψαλμ. 117, 26). Σέ ποιους λοιπόν φανερωθε ναστημένος Χριστός, πωσδήποτε φανερώνεται πνευματικς στά πνευματικά τους μάτια. Διότι, ταν λθει μέσα μας διά το Πνεύματος, μς νασταίνει πό τούς νεκρούς καί μς ζωοποιε καί μς πιτρέπει νά τόν βλέπομε μέσα μας ατόν τόν διο λον ζωντανό, ατόν τόν θάνατο καί φθαρτο, καί χι μόνον ατό, λλά καί μς δίνει τή χάρη νά γνωρίζομε εκρινς τι συνανασταίνει (φ. 2, 6) καί συνδοξάζει (Ρωμ. 8, 17) καί μς μαζί του, πως μαρτυρε λη θεία Γραφή.

6. Ατά λοιπόν εναι τά μυστήρια τν Χριστιανν, ατή εναι κρυμμένη μέσα τους δύναμη τς πίστεώς μας, τήν ποία ο πιστοι δύσπιστοι, καλύτερα νά π μίπιστοι, δέν βλέπουν, οτε βέβαια μπορον καθόλου νά τή δον. Καί πιστοι, δύσπιστοι καί μίπιστοι εναι ατοί πού δέν φανερώνουν τήν πίστη μέ τά ργα (άκ. 2, 18). Διότι χωρίς ργα πιστεύουν καί ο δαίμονες (άκ. 2, 19) καί μολογον τι εναι Θεός Δεσπότης Χριστός. «Σέ γνωρίζομε» (Μάρκ. 1, 24, Λουκ. 4, 34), λένε, «σένα τόν Υό το Θεο» (Ματθ. 8, 29).καί λλοατοί ο νθρωποι εναι δολοι το Θεο το ψίστου» (Πραξ. 16, 17). λλ᾿ μως οτε τούς δαίμονες οτε τούς νθρώπους ατούς θά τούς φελήσει τέτοια πίστη. Διότι δέν πάρχει κανένα φελος πό τέτοια πίστη, πειδή εναι νεκρή κατά τόν θεο πόστολο. Διότι λέγει, « πίστη χωρίς τά ργα εναι νεκρή» (άκ. 2, 26), πως καί τά ργα χωρίς τήν πίστη. Πς εναι νεκρή; πειδή δέν χει μέσα της τόν Θεό πού τή ζωογονε (Α´ Τιμ. 6, 13), πειδή δέν πέκτησε μέσα της κενον πού επε.«ατός πού μέ γαπ θά τηρήσει τίς ντολές μου» (ω. 14, 21.23), «καί γώ καί Πατέρας μου θά λθομε καί θά κατοικήσομε μέσα του»» (ω. 14, 23), γιά νά ξαναστήσει μέ τήν παρουσία του πό τούς νεκρούς ατόν πού τήν κατέχει καί νά τόν ζωοποιήσει καί νά το πιτρέψει νά δε μέσα του καί ατόν πού ναστήθηκε καί ατόν πού νέστησε.

ξ ατίας ατο λοιπόν εναι νεκρή τέτοια πίστη, καλύτερα νεκροί εναι ατοί πού τήν κατέχουν χωρίς ργα. Διότι πίστη στόν Θεό πάντα ζε καί πειδή εναι ζσα ζωοποιε ατούς πού προσέρχονται πό γαθή πρόθεση καί τήν ποδέχονται, ποία καί φερε πολλούς πό τό θάνατο στή ζωή καί πρίν πό τήν ργασία τν ντολν καί τούς πέδειξε τόν Χριστό καί Θεό. Καί θά ταν δυνατό, άν μεναν πιστοί στίς ντολές του καί τίς φύλαγαν μέχρι θανάτου (Φιλ. 2, 8), νά διαφυλαχθον καί ατοί π᾿ ατές, πως δηλαδή γιναν πό μόνη τήν πίστη. πειδή μως μεταστράφηκαν, πως τό στραβό τόξο (Ψαλμ. 77, 57), καί κολούθησαν τίς προηγούμενες πράξεις τους, ελογα μέσως βρέθηκαν νά χουν ναυαγήσει ς πρός τήν πίστη (Α´ Τιμ. 1, 19) καί δυστυχς στέρησαν τούς αυτούς τους πό τόν ληθινό πλοτο, πού εναι Χριστός Θεός.

Γιά νά μή πάθομε λοιπόν καί μες ατό τό πργμα, ζητ νά τηρήσομε μέ ση δύναμη χομε τίς ντολές το Θεο, γιά ν᾿ πολαύσομε καί τά παρόντα καί τά μέλλοντα γαθά, ννο δηλαδή ατήν τήν δια τή θέα το Χριστο, τήν ποία εθε νά πιτύχομε λοι μας μέ τή χάρη το Κυρίου μας ησο Χριστο, στόν ποο νήκει δόξα στούς αἰῶνες. Γένοιτο.

 

ΠΗΓΗ: http://www.imkby.gr/greek/sarakosti/easter/simeon.htm. Το είδα: http://www.egolpion.com/sumewn_anastasis.el.aspx

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΟΣΔΟΚΟΥΜΕ

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΟΣΔΟΚΟΥΜΕ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Η Ανάσταση του Χριστού αποτέλεσε τη μέγιστη βεβαιότητα για το πλήθος των μαρτύρων της πίστης κατά τους αιώνες των διωγμών. Αποτέλεσε βεβαιότητα για το πλήθος των πιστών ανά τους αιώνες που ακολούθησαν. Με βάση την πίστη ρύθμισαν την προσωπική και οικογενειακή τους ζωή.

Μόλις πριν από λίγες γενιές οι πρόγονοί μας, αν και ζούσαν υπό καθεστώς φρικτής δουλείας, πανηγύριζαν το γεγονός της Ανάστασης του Χριστού αντλώντας από αυτό την ελπίδα και της Ανάστασης του Γένους. Συνέθεταν τραγούδια, τα οποία έπαψαν να ακούγονται κατά τις τελευταίες δεκαετίες, γιόρταζαν όλοι μαζί όχι μόνο στον ναό, όπου αντάλλασσαν το φιλί της αγάπης, αλλά και πέρα απ’ αυτόν σε κοινά τραπέζια κατά το πρότυπο της πρώτης εκκλησιαστικής κοινότητας, εκείνης των Ιεροσολύμων.

Πόσο άλλαξαν τα πράγματα! Το Πάσχα έχει καταστεί πλέον εμπορεύσιμο. Οι πωλούντες προσδοκούν απ’ αυτό την τόνωση της αγοράς, ιδιαίτερα μάλιστα τώρα που η κρίση έχει πλήξει ευρέα στρώματα του πληθυσμού. Οι αγοράζοντες αναλώνονται στην προετοιμασία, η οποία συνίσταται στην παράθεση ενός πλουσίου γεύματος και την ανταλλαγή δώρων. Γι’ αυτό και πολλή η συζήτηση γύρω από το κόστος του πασχαλινού τραπεζιού. Ανυποψίαστοι και οι μεν και οι δε κατά την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής, την οποία η Εκκλησία έχει ορίσει ως απαραίτητο στάδιο ετοιμασίας για τον με νόημα πανηγυρισμό του Πάσχα, καταπονημένοι από τη “διασκέδαση” της Αποκριάς καταλήγουμε στο να συμμετάσχουμε σε ένα ακόμη έθιμο, οπωσδήποτε καλό σε εποχή που οι διαπροσωπικές σχέσεις δοκιμάζονται όχι μόνο στο κοινωνικό αλλά και στο οικογενειακό πεδίο.

Κάποιοι δεν θυμούμαστε καν τη γιορτή παρά μόνο χάρη στις αργίες που μας προσφέρει, αρκετές για μια σύντομη απόδραση από τη φρικτή καθημερινότητα της πόλης. Όσοι έχουμε αποκόψει πλήρως τους δεσμούς μας με το παρελθόν επωφελούμαστε της ευκαιρίας για μια εκδρομή σε κάποιον ενδιαφέροντα προορισμό σε χώρα της Δυτικής Ευρώπης. Εκεί βέβαια, αν υπάρχει ορθόδοξος ναός, θα προσέλθουμε για λίγα λεπτά πριν από την δωδεκάτη του Σαββάτου προς Κυριακή έτσι για το καλό. Όσοι νοσταλγούμε το παρελθόν της παιδικής μας αθωότητας σπεύδουμε να επανέλθουμε στο χωριό των προγόνων μας, να απελευθερωθούμε έστω και προσωρινά. Θυμούμαστε όσοι νοσταλγούμε, είτε μετακινούμαστε είτε μένουμε στους τόπους διαμονής μας, ότι η γιαγιά μας συμβούλευε όλους της οικογένειας να προσέλθουν το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης για να κοινωνήσουν, σύμφωνα με το έθιμο. Αυτό κάνοντας θεωρούμε στη συνέχεια περιττό να παραμείνουμε ώς το τέλος της αναστάσιμης θείας Λειτουργίας και να ακούσουμε τον θαυμάσιο κατηχητικό λόγο του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Δεν είναι τόσο ο πειρασμός του πασχαλινού δείπνου, τον οποίο οι νοικοκυρές ετοίμασαν με ιδιαίτερη επιμέλεια, αφού άλλωστε η η νηστεία έχει εξοβελιστεί από τη ζωή μας. Είναι η έλλειψη αντοχής, καθώς έχουμε αποβάλει την άσκηση από τη ζωή μας, και η έλλειψη νοήματος του γεγονότος που η Εκκλησία πανηγυρίζει: Χριστός Ανέστη! Λοιπόν, τί σημαίνει αυτό για μας;

Χριστός Ανέστη; Ακόμη θα ασχολούμαστε μ’ αυτόν τον μύθο; Γράφουν σε “σοβαρές” εφημερίδες φιλοσοφούντες και κοινωνικοί αναλυτές – σχολιαστές. Ο κόσμος έχει κάνει άλματα προόδου χάρη στην Επιστήμη! Είναι αποδειγμένο πλέον ότι ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη από αυθεντίες, όπως τότε στον καιρό της άγνοιάς του. Αυτός καθορίζει, μέσω των ενεργειών του, το μέλλον του. Το ίδιο επαναλαμβάνεται σε ηπιότερο τόνο στις σχολικές αίθουσες: Δεν έχει ο μαθητής ανάγκη από θρησκευτική παιδεία (γι’ αυτό άλλωστε έχει καταπέσει αυτή σε εκπαίδευση άκρως χρησιμοθηρική), έχει ανάγκη από πληροφορική και οικονομία! Και ο “πρωτοπόρος” δήμαρχος της πολιορκούμενης πρωτεύουσάς μας απαγόρευσε την μετάδοση των ιερών ακολουθιών της Μεγάλης εβδομάδας από τον δημοτικό ραδιοφωνικό σταθμό! Οι πολιτικοί ηγέτες βέβαια, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ο λαός κατά βάθος δεν συγχωρεί την απουσία τους από τη γιορτή θα κάνουν την εμφάνισή τους σε κάποια γραφικά εκκλησιάκια της υπάιθρου, θα ανάψουν κερί και θα τσουγκρίσουν κόκκινο αυγό κάνοντας και κάποια δήλωση για τον συμβολισμό της “ανάστασης”, με εξαίρεση βέβαια κάποιους που δεν θα προσέλθουν, “ίνα μη μιανθώσι”!

Χριστός Ανέστη. Σε μια γλώσσα που έχει κουράσει πλέον το πλήρωμα της Εκκλησίας και δεν πείθει ούτε για τη μέθεξη στη χαρά εκ του γεγονότος ούτε, κάποιες φορές, και για την ακλόνητη πίστη στο γεγονός είναι τα πασχάλια μηνύματα εκκλησιαστικών προσώπων. Και όταν είναι ωραία, φαντάζουν ως οάσεις της ημέρας απειλούμενες από την επελαύνουσα έρημο του έτους που προηγείται ή ακολουθεί. Η Ανάσταση, ακούγεται, είναι σάλπισμα ελευθερίας, δικαιοσύνης, ειρήνης. Και πράγματι είναι.

Εγώ είμαι όμως ελεύθερος και μου φτάνει η ελευθερία του κόσμου. Τί επί πλέον θα μου προσφέρει ο Χριστός; Η ελευθερία του εκμεταλλεύεσθαι τον συνάνθρωπό μου μου εξασφαλίζει οικονομική ευχέρεια και άνετη ζωή, εύκολο άνοιγμα των θυρών προς διεκπεραίωση των υποθέσεών μου και αύξηση των εισοδημάτων μου. Τί μου λείπει; Ο Χριστός είπε κάτι για απελευθέρωση από τα πάθη. Ευτυχώς που για τα πάθη της πλεονεξίας και της επακόλουθης κοινωνικής αδικίας ο λόγος του είναι χαμηλών τόνων στους ναούς. Άλλωστε κάτι προσφέρουμε και μεις τούτες τις ημέρες για τους έχοντες την ανάγκη. Αν είναι αλήθεια ότι είναι ευκολότερο να περάσει καμήλα (ή έστω καραβόσχοινο) από την τρύπα της βελόνας παρά πλούσιος να εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών, τότε ο Χριστός όχι μόνο είναι άχρηστος αλλά και επιζήμιος. Βέβαια αυτός κήρυξε ότι ήλθε για να με λυτρώσει από τα πάθη. Αλλά τα πάθη είναι η ζωή μου! Γιατί να πιστέψω στην ανάστασή του, αφού η πίστη αυτή συνεπάγεται και την κρίση μου και τη βέβαια καταδίκη μου, αφού το δικαστήριο εκείνο δεν θα έχει σχέση με τα του κόσμου τούτου;

Εγώ είμαι απόκληρος του κόσμου. Τί να φέρω στην οικογένειά μου για να γιορτάσουμε το πάσχα; Δεν θέλουν και τα δικά μου παιδιά κάποιο δωράκι; Γιατί για μένα η κρίση, ενώ άλλους δεν τους έχει αγγίξει; Και να μην λησμονούμε ότι ο Χριστός μας βεβαίωσε ότι πάντοτε θα υπάρχουν φτωχοί. Μήπως πρόσφερε στους καταφρονεμένους μάταιες ελπίδες για απόλαυση σε κάποιον άλλο κόσμο, απ’ όπου κανένας δεν γύρισε, ώστε να μας τον περιγράψει; Βέβαια τόνισε κάτι σημαντικό: Θα μας κρίνει κάποτε όλους με βάση κριτήρια ομολογουμένως αρκετά ενδιαφέροντα: Αν θρέψαμε τους πεινασμένους, αν ποτίσαμε τους διψασμένους, αν ντύσαμε τους γυμνούς, αν φιλοξενήσαμε τους ξένους, αν συμπαρασταθήκαμε στους αρρώστους, αν επισκεφθήκαμε φυλακισμένους. Αλλά τότε δεν νομίζω ότι θα δικαιωθούν αρκετοί από τους συνανθρώπους μου που λένε πως πιστεύουν σ’ αυτόν, αλλά δεν με είδαν ως πλησίον τους. Το “κακό” είναι ότι κάποια από αυτά που ζήτησε θα μπορούσα να τα πράξω και χωρίς να δαπανήσω και όμως δεν τα έπραξα. Οφείλω να ομολογήσω ότι λησμόνησα και εγώ τον πλησίον. Τέλος πάντων, ας άλλαζε τον κόσμο, που παραμένει αιώνες τώρα ο ίδιος, και θα πίστευα.

Εγώ πέρασα όλη μου τη ζωή κυνηγημένος. Με πολέμησαν, ρήμαξαν το σπιτικό μου, σκότωσαν μέλη της οικογένειάς μου, με ανάγκασαν να καταφύγω πρόσφυγας σε πλούσια χώρα και αντί να χορταίνω στην πείνα μου από την αμοιβή του μόχθου μου αναζητώ στους κάδους των αποριμμάτων κάτι που να τρώγεται. Και εκείνοι που τα έκαναν όλα αυτά δεν κρύβουν την πίστη τους στην ανάσταση του Χριστού, απεναντίας γιορτάζουν ακόμη και στη χώρα μου, απ’ την οποία με έδιωξαν και σέρνομαι πρόσφυγας και παλεύω για τη επιβίωσή μου. Καλός ο μύθος των χριστιανών γι’ αυτούς. Αν ήταν αλήθεια και πίστευαν σ’ αυτήν δεν θα έκαναν κάτι απ’ αυτά που τους παρήγγειλε ο Χριστός τους;

Εκείνος που μπορεί να απαντήσει στα ερωτήματα πρέπει να έχει εκούσια αποδεχθεί την βιοτή με ολιγάρκεια, παρά τις προκλήσεις προς πλουτισμό, η ανέχεια με τη δοξολογία του Χριστού κατά το πρότυπο του Ιώβ. Γιατί μόνο αυτός γνωρίζει τί σημαίνει ελευθερία από τα πάθη της απληστίας ή μεμψιμοιρίας. Είναι εκείνος που υπερέβη τις μικρότητες του κοσμικού ανθρώπου και αναγεννήθηκε στο φως της Αναστάσεως του Χριστού. Το “Χριστός ανέστη” δεν είναι σύνθημα. Είναι το γεγονός της ιστορίας. Αν δεν το κατανοήσουμε έτσι, ας το απορρίψουμε παντελώς. Και η ενασχόληση μ’ αυτό βλάπτει.

                                                                           “ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 24-4-2011

Η μεθοδευμένη κατάργηση της λαϊκ. κυριαρχίας ΙΙ

Η μεθοδευμένη κατάργηση της λαϊκής κυριαρχίας και η «οικονομική διακυβέρνηση» της ΕΕ – Μέρος ΙΙ

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

 

Συνέχεια από το Μέρος Ι  Η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ολοκλήρωσε μια πορεία αναίρεσης της εθνικής κυριαρχίας των κρατών-μελών της. Ας θυμηθούμε τι έλεγε ο Τζουλιάνο Αμάτο, πρώην Ιταλός πρωθυπουργός και αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Συντακτικής Συνέλευσης, η οποία είχε αναλάβει την σύνταξη του ευρωσυντάγματος, σε συνέντευξή του στη La Stampa (13 Ιουλίου 2000) σχετικά με το χαρακτήρα της ΕΕ:

«Το project του Ευρωπαϊκού συντάγματος είναι τολμηρό, αλλά για να υπερβούμε τα εμπόδια στην πολιτική είναι αναγκαίο να τα συγκαλύπτουμε. Στην Ευρώπη χρειάζεται κανείς να δρα με το «σαν να» – σαν να είναι αυτό που επιδιώκεται κάτι πολύ λίγο, ώστε να αποσπαστούν πολλά, σαν να πρόκειται τα κράτη να παραμείνουν κυρίαρχα, ώστε να πειστούν να εγκαταλείψουν την κυριαρχία τους. Η Επιτροπή στις Βρυξέλλες, για παράδειγμα, θα πρέπει να δρα σαν να είναι κάποιο τεχνικό εργαλείο, ώστε να είναι σε θέση να λειτουργεί ως κυβέρνηση. Και ούτω καθεξής, με μεταμφίεση και απόκρυψη…

Η κυριαρχία που χάνεται στο εθνικό επίπεδο δεν περνά σε κάποια νέα οντότητα. Παραδίδεται σε οντότητες δίχως πρόσωπο: το ΝΑΤΟ, τον ΟΗΕ και τελικά στην ΕΕ, η οποία βρίσκεται στην πρωτοπορία ενός κόσμου που αλλάζει, στοχεύοντας σ’ ένα μέλλον με πρίγκιπες δίχως κυριαρχία… Η νέα οντότητα είναι απρόσωπη και εκείνοι που έχουν τα ηνία στα χέρια τους δεν φαίνονται, ούτε εκλέγονται… Οι φεντεραλιστές εξακολουθούν να πιστεύουν ότι αφαιρώντας από τα έθνη κράτη την κυριαρχία τους, την μεταφέρουν σ’ ένα υψηλότερο επίπεδο. Αυτό είναι το λάθος τους. Η αλήθεια είναι ότι η μεταφορά της κυριαρχίας θα την κάνει να εξαερωθεί, να εξαφανιστεί. Στα πλαίσιά της δεν θα υπάρχουν πλέον εξατομικευμένες, ταυτοποιημένες κυριαρχίες. Στη θέση τους θα υπάρξουν ένα πλήθος από αρχές σε διάφορα επίπεδα συλλογικότητας, καθεμιά από τις οποίες θα βρίσκεται επικεφαλής διαφορετικών οργανωμένων συμφερόντων των ανθρώπων: επίπεδα που περιλαμβάνουν απροσδιόριστα πεδία εξουσίας τα οποία μοιράζονται με άλλες αρχές…

Αυτός είναι και ο τρόπος που η Ευρώπη δημιουργήθηκε: μέσα από τη δημιουργία κοινοτικών οργανισμών δίχως να δίνεται η εντύπωση στους οργανισμούς όπου προέδρευαν οι εθνικές κυβερνήσεις ότι υποτάσσονται σε μια ανώτερη εξουσία. Έτσι γεννήθηκε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ως υπερεθνικός θεσμός: ήταν ένα είδος αθέατης ατομικής βόμβας, την οποία ο Σούμαν και ο Μονέ πέρασαν στις διαπραγματεύσεις για την Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα…»

Πολλοί σήμερα θεωρούν ότι η αναίρεση της εθνικής κυριαρχίας δεν είναι μεγάλο πρόβλημα, ή τέλος πάντων δεν πρέπει να απασχολεί τον εργαζόμενο. Το μόνο που πρέπει να τον απασχολεί είναι το μεροκάματο και η εργασία του. Δεν υπάρχει πιο αντιδραστικός, ιμπεριαλιστικός οικονομισμός από αυτόν, έστω κι αν προβάλλεται πολλές φορές και από την αριστερά. Κάποιοι άλλοι μιλούν για εθνική κυριαρχία μέσα από την σκοπιά ενός μεταφυσικού ελληνισμού και μιας ελληνικότητας που παραπέμπει σε αρχαίες καταγωγές και ανιστόρητες ταυτότητες. Η αλήθεια είναι ότι η αναίρεση της εθνικής κυριαρχίας δεν στερεί την εθνική ταυτότητα από έναν πληθυσμό. Ο ιμπεριαλισμός δεν έχει κανένα πρόβλημα με πληθυσμούς που αναζητούν την εθνικής τους ταυτότητα στα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα, στην θρησκεία και την καταγωγή τους. Αυτό κάνουν όλοι οι καθυστερημένοι πληθυσμοί του πλανήτη που έχουν παραδοθεί στην μοίρα τους. Αντίθετα, ο ιμπεριαλισμός πριμοδοτεί και προμοτάρει μια τέτοια εθνική ταυτότητα. Έτσι άλλωστε αντιλαμβανόταν την εθνότητα και το έθνος ο μεσαίωνας. Με τα έθνη των γκέτο, των μειονοτήτων και των μεταναστών, των νομάδων της φτωχολογιάς και των κατεστραμμένων χωρών, οι ισχυροί δεν έχουν κανένα πρόβλημα. Αρκεί το έθνος να μην συγκροτείται στην ιστορικοπολιτική ενότητα που λέγεται λαός και ο οποίος διεκδικεί την κυριαρχία στην χώρα του και επομένως την ισοτιμία με όλους τους άλλους λαούς και χώρες, ανεξαρτήτως μεγέθους και ισχύος.

Αυτός είναι ο λόγος που τον ιμπεριαλισμό εξυπηρετούν ταυτόχρονα τόσο ο κοσμοπολιτισμός των αγορών, όσο και ο οικουμενισμός των θρησκειών και των αρχαιολατρικών καταγωγών που διαστρέφουν το πραγματικό κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο των σύγχρονων εθνών. Ο λαός και κυρίως η εργατική τάξη, παλεύουν για την εθνική κυριαρχία, όχι για να διαφυλάξουν την εθνική τους ταυτότητα με όρους εθνικοφροσύνης, αλλά γιατί χωρίς αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατία με όρους λαϊκών συμφερόντων.

Το κεντρικό ζητούμενο της αληθινής εθνικής κυριαρχίας είναι ένα: το κατά πόσον κατοχυρώνει τον ρόλο του λαού στην άσκηση της εξουσίας, δηλαδή τη λαϊκή κυριαρχία. Η λαϊκή κυριαρχία δεν μια απλή νομική έννοια, όπως συνήθως αποδίδεται από τους συνταγματολόγους, αλλά μια κρίσιμη κοινωνικοπολιτική έννοια, που καθορίζει το περιεχόμενο και τα όρια της δημοκρατίας. Το θεμελιώδες πρόβλημα της δημοκρατίας ήταν ανέκαθεν το πρόβλημα της κυριαρχίας, δηλαδή από πού πηγάζει και ποιος ασκεί την εξουσία. Γι’ αυτό και η αστική τάξη από την εποχή του Μοντεσκιέ πασχίζει να πείσει τις εργαζόμενες τάξεις και συνολικά το λαό ότι η δημοκρατία δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα «πολίτευμα» νομιμοποίησης της άσκησης της κυριαρχίας, που πάντα εναποτίθεται στην άρχουσα τάξη και την εξουσία της. Έτσι το μόνο που μένει να κάνει ο λαός και οι διάφορες λαϊκές τάξεις δεν είναι παρά να διεκδικούν επιμέρους δικαιώματα και ελευθερίες, να πιέζουν και να αντιδρούν στην εξουσία, αλλά ως εκεί.

Η ιδέα και μόνο ότι όλες οι εξουσίες πρέπει να πηγάζουν από το λαό και να ασκούνται απ’ αυτόν, αρκούσε για να προκαλέσει αποπληξία ακόμη και στα πιο φιλελεύθερα πνεύματα της αστικής τάξης σε κάθε ιστορική εποχή. Το αίτημα της λαϊκής κυριαρχίας γεννήθηκε στους επαναστατικούς αγώνες του λαού και των εργατικών στρωμάτων και διατυπώθηκε με επάρκεια από τους πιο «αιρετικούς» επαναστάτες εκπροσώπους αυτών των κινημάτων. Η επίσημη αστική συνταγματική και πολιτική σκέψη εξαναγκάστηκε να το αποδεχτεί, έστω στα λόγια, ως θεμέλιο λίθο του δημοκρατικού πολιτεύματος, μόνο πολύ πρόσφατα και κυρίως μετά το τέλος του 2ου παγκοσμίου πολέμου. Εγγυητής αυτού του αιτήματος υπήρξε πάντα η επαγρύπνηση και η οργανωμένη δράση του λαού και ειδικά της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό και στις μέρες μας που τα λαϊκά και εργατικά κινήματα βρίσκονται σε ύφεση, όχι μόνο η ουσία, αλλά και η ίδια η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας βρίσκεται υπό πρωτοφανή διωγμό από την επίσημη εξουσία.

Η λαϊκή κυριαρχία αποτυπώνεται στις εξής βασικές αρχές:

(α) Μοναδική πηγή κάθε εξουσίας, όπως και ανώτατο όργανο του πολιτεύματος είναι ο ίδιος ο λαός.

(β) Τα όργανα άσκησης της εξουσίας και οι επιλογές πολιτικής εξαρτώνται από την ελεύθερη έκφραση της λαϊκής θέλησης στην βάση του ελεύθερου, ισότιμου, καθολικού, αντιπροσωπευτικού εκλογικού δικαιώματος.

(γ) Θεμέλιος λίθος της άσκησης της λαϊκής κυριαρχίας είναι η ελευθερία έκφρασης και οργάνωσης του ίδιου λαού, των στρωμάτων και των τάξεων που τον αποτελούν. Η αυθεντική ελευθερία της οργανωμένης συλλογικής δράσης, οι ίδιοι οι κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες των μαζών αποτελούν προνομιακό πεδίο εκδήλωσης της κυριαρχίας ενός λαού.

(δ) Δεν μπορεί να υπάρχει λαϊκή κυριαρχία χωρίς εθνική ανεξαρτησία. Στην προσπάθεια της αστικής τάξης και των πιο αντιδραστικών εκπροσώπων της να αποσπαστεί η έννοια έθνος από την έννοια λαός, ώστε να διαφοροποιηθεί η έννοια της εθνικής από τη λαϊκή κυριαρχία και έτσι η κυριαρχία ενός μεταφυσικού και ιδεατού έθνους να στραφεί ενάντια στην πραγματική κυριαρχία του λαού, τα λαϊκά και εργατικά κινήματα απαντούσαν ανέκαθεν με το να ταυτίζουν τη λαϊκή με την εθνική κυριαρχία. Για την αστική τάξη και τους πολιτικούς εκπροσώπους της η έννοια της εθνικής κυριαρχίας ταυτιζόταν ανέκαθεν με το σεβασμό της ιστορικής και πολιτισμικής «ιδιαιτερότητας» ενός έθνους, ενώ για τα λαϊκά και εργατικά κινήματα με την ανάδειξη του λαού σε αφέντη του τόπου του, με τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας του και με την ανεξαρτησία απέναντι σε κάθε ιμπεριαλιστική επιβουλή και υποταγή.

(ε) Η λαϊκή κυριαρχία μπορεί να εκφράζεται αποκλειστικά και μόνο μέσα στα πλαίσια μιας ενιαίας και αδιαίρετης δημοκρατίας. Δηλαδή, μέσα από την ισότητα όλων ανεξαρτήτως καταγωγής, θρησκείας, κλπ. σε ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Μέσα στα πλαίσια μια ενιαίας και αδιαίρετης δημοκρατίας δεν μπορούν να υπάρχουν θεσμοθετημένες πλειονότητες και μειονότητες, δεν μπορεί να διασπάται το κράτος σε διοικητικές και πολιτικές οντότητες με «δική τους» κυριαρχία. Όλοι έχουν τα ίδια δικαιώματα, τις ίδιες υποχρεώσεις και την ίδια σχέση με την κεντρική εξουσία. Μόνο με αυτό τον τρόπο έχει δημοκρατικό περιεχόμενο ο εδαφικά ενιαίος και αδιαίρετος χαρακτήρας ενός κράτους.

Όταν η αστική τάξη βρέθηκε στην πολύ δύσκολη θέση να αποδεχτεί την λαϊκή κυριαρχία ως συνταγματική επιταγή για το καθεστώς της, μεθόδευσε τρόπους ώστε να την καταστήσει φράση κενή περιεχομένου. Οι μεθοδεύσεις περιορισμού ή και πρακτικής αποτροπής της λαϊκής κυριαρχίας συνθέτουν την ιστορία του σύγχρονου κοινοβουλευτισμού.  Οι πιο συνηθισμένοι περιορισμοί της τυπικής λαϊκής κυριαρχίας είναι οι παρακάτω:

(α) Μέσω της θεωρίας της «λευκής εντολής», με βάση την οποία ο κάθε βουλευτής που εκλέγεται και ως εκ τούτου η εκλεγμένη κυβέρνηση δεν υπόκειται στον έλεγχο των εκλογέων, αλλά έχει λάβει εν λευκώ την εντολή να κάνουν όπως τους αρέσει. Στην πραγματικότητα ο βουλευτής, η βουλή και η κυβέρνηση θα πρέπει να είναι εντολείς του λαού και άρα υπό διαρκή έλεγχο έως και ανακλητοί.

(β) Μέσω του περιορισμού της ελευθερίας έκφρασης, οργάνωσης και οργανωμένης δράσης του λαού. Είναι γνωστές οι θεωρίες ότι το «πεζοδρόμιο» δεν μπορεί να κυβερνά, ενώ έχει κατασκευαστεί ένα τεράστιο νομοθετικό και πολιτικό οπλοστάσιο για τον περιορισμό της συνδικαλιστικής και πολιτικής δράσης του λαού, αλλά των κινητοποιήσεων για λόγους «παρακώλυσης συγκοινωνιών», έως «διατάραξη της δημόσιας τάξης», κοκ. Ο λαός δεν έχει κανένα πιο πρόσφορο τρόπο να ασκεί την κυριαρχία του πέρα από τις εκλογές, παρά μόνο μέσα από την οργανωμένη δράση και κινητοποίησή του. Κάθε περιορισμό τους αποτελεί πλήγμα στην καρδιά της λαϊκής κυριαρχίας.

(γ) Μέσω της θωράκισης της εκτελεστικής εξουσίας απέναντι στον λαό. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η θεωρία της ισχυρής κυβέρνησης με βάση την οποία οι εκλογές γίνονται όχι για να καταγραφούν οι πολιτικές διαθέσεις του λαού, αλλά για να υπάρξει ισχυρή διακυβέρνηση της χώρας. Η απαίτηση για ισχυρή κυβέρνηση που θα μπορεί να εφαρμόσει το πρόγραμμά της έως το τέλος, είναι ταυτόσημη με την απαίτηση για την εγκαθίδρυση μιας απολυταρχικής (αυτοδύναμης) κυβέρνησης που μπορεί να εφαρμόζει πολιτικές παρά και ενάντια στο λαό.

(δ) Μέσω του λεγόμενου προεδρικού συστήματος, το οποίο όπως το χαρακτήρισαν οι δημοκρατικοί συνταγματολόγοι του μεσοπολέμου δεν είναι παρά η μοναρχία με δημοκρατική αμφίεση. Με αυτό το σύστημα η εξουσία μεταφέρεται από τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς στον πρόεδρο, ο οποίος την ασκεί κατά το δοκούν. Ο πρόεδρος αντλεί την απόλυτη εξουσία του από την καθολική ψηφοφορία. Στις ΗΠΑ μάλιστα ο πρόεδρος δεν εκλέγεται καν απευθείας από το εκλογικό σώμα, αλλά από ένα σώμα εκλεκτόρων των πολιτειών που ο αριθμός και η σύνθεσή του υπήρξε ανέκαθεν προϊόν κάθε είδους «μαγειρεμάτων».

Όμως, ποτέ άλλοτε δεν απειλήθηκε η δημοκρατία όπως με την οικοδόμηση της ενιαίας αγοράς και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η απαλλαγή από το κοινό νόμισμα, την ΟΝΕ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν είναι μόνο ένας από τους πιο βασικούς όρους επιβίωσης της χώρας και του εργαζόμενου λαού, αλλά και μια από τους θεμελιώδεις προϋποθέσεις κατάκτησης της δημοκρατίας στη βάση της λαϊκής κυριαρχίας. Οι οπαδοί της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, με τη μια ή την άλλη μορφή, δεν διαφέρουν σε τίποτε από τους οπαδούς της Νέας Τάξης στην Ευρώπη του Χίτλερ, εκτός ίσως από τις μεθόδους.

Δημήτρης Καζάκης

Δημοσιεύτηκε στο Hellenic Nexus, τεύχος 51, Απρίλιος 2011

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011, http://dimitriskazakis.blogspot.com/2011/04/blog-post_21.html