Η Δημιουργία και το συλλογικό IΙ

Η Δημιουργία και το συλλογικό: Το διπλό πρόβλημα του νοήματος –Μέρος ΙΙ

 

Του Ηλία Παπαγιαννόπουλου*

 

Συνέχεια από το Μέρος Ι…. Υποστηρίζουμε, λοιπόν, πως η διάνοιξη αυτή είναι ελευθερία, πως όλο το ζήτημα είναι να αντιληφθούμε τη θεμελιώδη σχέση της ελευθερίας (και δη της ελευθερίας ως δημιουργίας) με μια ριζική αναφορικότητα, με μια γενέθλια σχέση, η οποία ως εκ τούτου ισοδυναμεί με την εκ-στατική (πέραν του στατικού ιδίου) έλευση του ανθρώπου στην ίδια του την παρουσία.

Η παρουσία μου μέσα στον κόσμο είναι ήδη μια πράξη πολιτισμού στο βαθμό που είναι ήδη μια βαθιά διάνοιξη στον άλλο, ήδη ομιλία, (ανα-)δημιουργία συλλογικότητας, κατεξοχήν δημιουργία. Δεν υπάρχει παρουσία, που είναι πάντοτε παρουσία-στον-κόσμο, ανεξάρτητα από τη γλώσσα ενός πολιτισμού, δεν υπάρχει πολιτισμός δίχως τη δημιουργικότητα της παρουσίας. Η παρουσία είναι μετα-φυσική ελευθερία στο μέτρο που απελευθερώνεται από το δεδομένο μιας ολότητας και ταυτόχρονα από την φαντασιακή κλειστότητα της μονάδας προς τη συνθήκη του πρόσωπο-με-πρόσωπο, εντός της οποίας καθίσταμαι αληθινός και συνάμα κοινωνικός, ελεύθερος από την ανυπαρξία (άρα, θυμίζω, ήδη δημιουργικός, αφού τίποτε δεν υπάρχει ανελεύθερα και μη-δημιουργικά) και συνάμα απόλυτα δεσμευμένος στη ζωοποιό παρουσία του άλλου.

Η σημασία του πολιτισμού έγκειται στο ότι προσδιορίζει τον εξαιρετικό εκείνον χώρο εντός του οποίου η παρουσία του ανθρώπου στον εαυτό του αναδεικνύεται ως παρουσία του σε μια διαδικασία διηνεκούς διαλόγου, σ` ένα ατελεύτητο κοινωνικό συμβάν, υπό τη ριζικότερη δυνατή έννοια του όρου. Μιλώντας σε σένα μέσα από τα πλέγματα της γλώσσας που συνιστούν έναν πολιτισμό, γεννιέμαι, καθίσταμαι παρών – εξέρχομαι από τον εαυτό μου και ταυτόχρονα, παραδόξως, έρχομαι για πρώτη φορά σ` αυτόν αληθινά.

Την ώρα που προσφέρομαι στο βλέμμα σου και το αναλαμβάνω, ξένος και ταυτόχρονα οικείος με τον εαυτό μου όσο ποτέ άλλοτε, αποκτώ τόπο, δηλαδή εν-τοπίζομαι στο υπάρχειν ή σαρκώνομαι αληθινά. Βρίσκομαι τότε έξω από τις άμυνες που ορίζουν ένα Εγώ αύταρκες εντός τής φαντασιακής του αυτονομίας και συνάμα βρίσκομαι μέσα στην αλήθεια ενός απογυμνωμένου και αυθυπερβατικού Εγώ. Εντέλει γίνομαι ο εαυτός μου καθώς γίνομαι λιγότερο από αυτόν, αφού ενώπιον του προσώπου σου εκτίθεμαι στην κατάρρευσή μου, και συνάμα περισσότερο από αυτόν, αφού την ώρα που αναφέρομαι σε σένα και σχετίζομαι μαζί σου, με ό,τι δηλαδή τον υπερβαίνει απείρως, με το ίδιο το πρόσωπο του απείρου υπό μιαν έννοια, ξεπερνώ τα όριά του (που θα πει: ξεπερνώ την ανυπαρξία του). Παράδοξη μείωση που αποκαθιστά το ον στη μέγιστη λαμπρότητά του!

Πρόκειται, λοιπόν, εδώ για έναν διάλογο που την ίδια στιγμή γεννάει ακατάπαυστα νόημα, που είναι νόημα στο βαθμό που διανοίγει την ύπαρξη στο εκτός της και έτσι την γεννάει στο παρόν, στο επέκεινα της απουσίας και της ανυπαρξίας. Αυτή η διάνοιξη, αυτό το νόημα, προσδιορίζει την αληθινή ποιότητα της κοινωνικότητας, του συλλογικού, αλλά συνάμα και τον αληθινό τρόπο της προσωπικής ταυτότητας. Αν ο άνθρωπος στον πολιτισμό, στο πεδίο της συνομιλίας, εκεί όπου η ζωή αναπτύσσεται ως πολυδιάστατη και καθολική συνομιλία με το παρελθόν και με το μέλλον σμιλεύοντας έτσι ένα προσωπικό και μοναδικό παρόν, αν, λοιπόν, ο άνθρωπος στον πολιτισμό μπορεί να γίνει ο εαυτός του, τότε αυτό δεν συμβαίνει επειδή εκεί γίνεται αυτόνομος, νόμος του εαυτού του ή ο εαυτός του ως καθολικός νόμος. Αλλά γίνεται επειδή εκεί μπορεί (διανοίγεται στο ενδεχόμενο) να αποδεσμευτεί από κάθε τέτοια φαντασίωση που τον καθήλωνε στην ανυπαρξία και να εξέλθει στο ξέφωτο της γενέθλιας συνάντησης με τον άλλο, σ` ένα επέκεινα κάθε νόμου και κάθε ιδίου. Η έξοδος αυτή είναι η ουσία της ελευθερίας ως ριζικής αναφορικότητας, ως μιας οντοποιητικής συνομιλίας που αποκαθιστά την ύπαρξη στην έσχατη οντολογική της αλήθεια. Ο πολιτισμός ως τα πλέγματα μιας γλώσσας που εδραιώνεται μέσα στο καθαρό παρόν του υπάρχειν, στο τώρα του κόσμου και του εαυτού, δηλαδή ως παλίμψηστο συμβάντων (συν)ομιλίας, είναι η θύρα που ανοίγει σε τούτην ακριβώς την προοπτική των εσχάτων.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν στα μεγέθη της δημιουργίας και της συλλογικότητας εκείνους τους δύο κεντρικούς άξονες (ή μάλλον τον ένα διπλό) που προσδιορίζουν το περιεχόμενο της έννοιας του πολιτισμού και συνάμα τον πυρήνα του νοήματος. Έτσι, καθώς προσπαθούμε να μιλήσουμε για ορισμένες βαθιά προβληματικές πτυχές που αυτές οι δύο θεμελιώδεις περιοχές του ανθρώπινου βίου παρουσιάζουν σήμερα, ουσιαστικά προσπαθούμε να διατυπώσουμε εκ νέου, στα περιορισμένα πλαίσια του δοκιμίου μας, τον τόπο και την υφή της πολυσυζητημένης κρίσης του σύγχρονου πολιτισμού, του πολιτισμού της όψιμης Νεωτερικότητας ή Μετανεωτερικότητας. Μιλάμε, επομένως, για όψεις της απουσίας του νοήματος, αφού το νόημα είναι αυτό που υπηρετεί ένας πολιτισμός, αυτό για το οποίο υπάρχει και μέσα στο οποίο διατηρείται. Το νόημα είναι η ενσάρκωση της αλήθειας, η αλήθεια ως ενσάρκωση. Η δημιουργία και η συλλογικότητα είναι για μας οι δύο πόλοι του νοήματος, και στην ασθένειά τους αντικατοπτρίζεται η τραυματική σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με το νόημα της ίδιας του της ύπαρξης και με την πραγματικότητα του πολιτισμού μέσα στον οποίο το νόημα αυτό θα εκδιπλωνόταν για να αποκρυσταλλωθεί ως εμβίωση της αλήθειας.

Η απώλεια του νοήματος δεν μας στερεί από μιαν ομιχλώδη πολυτέλεια, από την οποία θα μπορούσε κανείς να παραιτηθεί δίχως μεγάλο κόστος. Το νόημα δεν είναι το επίθεμα μιας ατομικής ύπαρξης, η οποία καθεαυτή θα προηγείτο κάθε νοήματος του εαυτού της. Η απώλεια του νοήματος ισούται με την απώλεια του πραγματικού, με την εξαφάνιση του ουσιωδέστερου και πρώτιστου της ανθρώπινης ύπαρξης, της ίδιας της τής υπόστασης και της υπόστασης του κόσμου που την περιβάλλει. Διότι τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει έξω από το νόημά του, δηλαδή από την αλήθεια του. Τίποτα δεν υπάρχει μη-απόλυτα, μη αναφερόμενο στο απόλυτο και τρεφόμενο από τη σχέση μαζί του. Και διότι, ένα βήμα παραπέρα, τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει πέρα από την εξωτερικότητα που τού απευθύνεται, που τού μιλάει και το ονομάζει, που το καλεί δηλαδή στην ύπαρξη και που, με τον τρόπο ακριβώς αυτόν, το νοηματοδοτεί και το απολυτοποιεί, δηλαδή το αληθεύει.

Δημιουργία και συλλογικότητα σε κρίση. Δύο έννοιες που παραδοσιακά μοιάζουν μάλλον αντιστικτικές, η πρώτη που αφορά την ελευθερία και η δεύτερη τη δέσμευση, χάνουν ταυτόχρονα τη σημασία τους, το νόημά τους, παρασέρνοντας έτσι τα ίδια τα ακρότατα όρια του κόσμου μας στην ανυπαρξία. Αν κοιτάξουμε όμως προσεκτικά, θα δούμε πως η παράλληλη αυτή απώλεια στηρίζεται σε μιαν ενιαία και βαθύτερη, μιαν απώλεια του κέντρου: την απώλεια της εξωτερικότητας. Για την ακρίβεια: την απώλεια μιας πραγματικής σχέσης με την εξωτερικότητα, με την ετερότητα αυτού που βρίσκεται έξω από εμένα, καθώς όλα μοιάζουν να είναι πια ενδογενή φάσματα, είδωλα μιας απελευθερωμένης φαντασίας, αυτοαναφορικές παραστάσεις παραστάσεων, εφευρέσεις μιας βούλησης που βούλεται τον εαυτό της. Απώλεια, λοιπόν, της πρόσβασης σε μια τέτοια σχέση (σχέση εξ ορισμού εκ-στατική, που θα πει: ριζικά αναφορική ή αυθυπερβατική) και της συγκίνησης που απορρέει απ` αυτήν. Συγκίνηση που θα διαχεόταν ύστερα σε όλες τις εκφάνσεις του βίου, για να διαμορφώσει έναν ψυχισμό κι έναν τρόπο να υπάρχει κανείς και να πράττει – έναν πολιτισμό. Στην πραγματικότητα η απουσία της εξωτερικότητας θεμελιώνει αντινομικά τον ίδιο μας τον πολιτισμό, συγκροτεί το πεδίο της παράδοξης ύπαρξής μας και της εξίσου παράδοξης συνύπαρξής μας. Πως, άραγε, υπάρχουμε δεδομένης μιας τέτοιας έλλειψης, με ποιόν τρόπο είμαστε παρόντες στον εαυτό μας και στον κόσμο – αν είμαστε καν; Μήπως είμαστε μάλλον απόντες, μήπως, σύμφωνα με την πλέον παράδοξη και μάταιη λογική, ενσαρκώνουμε τύπους απουσίας και ανυπαρξίας υλοποιώντας είδωλα και εν-τοπίζοντας έτσι το ά-τοπο; Μήπως, επιπλέον, η επανεύρεση της εξωτερικότητας, η επανεύρεση μιας αυθεντικής και ριζικής σχέσης μαζί της, είναι ό,τι θα μας επέτρεπε να ξαναβρούμε το χαμένο νόημα των άλλων δύο, της δημιουργίας και του συλλογικού, στην αμεσότερη συνύφανσή τους; Μήπως θα μας επέτρεπε να τα αντικρίσουμε στον κοινό τους πνευματικό τόπο, ως τις δύο διαστάσεις του ίδιου θεμελιώδους συμβάντος – της έλευσης στην παρουσία, στο παρόν της πραγματικότητας;

Το κρίσιμο ερώτημα θα μπορούσε, λοιπόν, να διατυπωθεί συνοπτικά ως εξής: ποιά είναι η σχέση της εξ ορισμού δημιουργικής ελευθερίας του ανθρώπου, με κείνην της συλλογικότητας; Αλληλοαποκλείονται, προηγείται η μία τής άλλης σε μιαν ιεράρχηση ποιοτήτων, ή μήπως, απεναντίας, πρόκειται για διαφορετικά ονόματα του ίδιου συμβάντος και συνάμα της ίδιας υπαρκτικής διαδικασίας, της ίδιας ενιαίας αλήθειας; Μήπως ο πολιτισμός είναι εκείνη ακριβώς η έννοια που υποδεικνύει τον κοινό τους τόπο;

Συνοψίζοντας όσα έχουμε ήδη πει, μπορούμε να πούμε πως ο πολιτισμός είναι η έμπρακτη νοηματοδότηση της κοινής ζωής ως ζωής ελεύθερης, ζωής βαθιά αναφορικής και την ίδια ώρα δημιουργικής. Διότι η κοινή ζωή, το μοίρασμα του βίου και της ψυχής, δεν ανήκει ασφαλώς στη τάξη του δεδομένου και του προφανούς, στην τάξη της φύσης. Δεν είναι ένας νόμος που απλώνεται τυφλά και ομοιόμορφα πάνω στους ανθρώπους και δεν μπορεί να το προϋποθέσει κανείς, αντιθέτως, είναι αυτό που μένει ουσιωδώς να γίνει. Ως αυτό, όμως, που μένει να γίνει, ως αυτό που εκκρεμεί ή ως το μέλλον καθεαυτό, η κοινο-ποίηση του υπάρχειν (κοινωνία και ομιλία την ίδια στιγμή, ως οι όροι μιας ταυτολογίας) ανήκει στην τάξη της δημιουργίας – δηλαδή, ακριβώς, της ενεργητικής νοηματοδότησης τής εκ της φύσεώς της ελλειμματικής πρώτης ύλης, δηλαδή της κτιστότητας. Το μέλλον με βρίσκει βέβαια έξωθεν, το μέλλον είναι ό,τι με καθιστά ευρετό, όμως η ίδια μου η εύρεση δεν είναι μια παθητικότητα που εξουδετερώνει το πρόσωπό μου. Αν κάτι εξουδετερώνεται εδώ, αυτό είναι η ψευδαίσθηση ενός άχρονου και ασώματου Εγώ, μιας αυτάρκειας πριν από κάθε γέννηση και πέρα από κάθε θάνατο. Ως διάνοιξη σ` αυτό που με υπερβαίνει, η δεξίωση του μέλλοντος είναι το πρωταρχικό εκ-στατικό γεγονός κι ως εκ τούτου η λήψη μιας πρόσκλησης σε δια-προσωπική δημιουργικότητα. Το μέλλον είναι η μετα-φυσική γονιμότητα του προσώπου. Μέσα σ` αυτήν, ο θάνατος αναφαίνεται ως Πάσχα που ιχνογραφεί την ανάστασή μας στα πρόσωπα εκείνων που αγαπάμε.

Ο κοινός βίος πρέπει λοιπόν να δημιουργηθεί από τον άνθρωπο, πρέπει με άλλα λόγια, να φωτιστεί από αυτόν ως έχων νόημα, ή μάλλον ως το ίδιο το νόημα – ως το ελεύθερο επίτευγμα αυτού του νοήματος, ή ως το επίτευγμα της ελευθερίας. Ο κοινός βίος είναι η ελεύθερη δεξίωση της χάριτος, στην οποία ανυψώνεται η φυσική κτιστότητα και η οποία αποκαθιστά την κτιστότητα οντολογικά, η ίδια η ενσάρκωση της αλήθειας. Και ο πολιτισμός δεν είναι παρά αυτή ακριβώς η ανάδυση του κοινού βίου ως ενός γεγονότος ελευθερίας και επομένως δημιουργικότητας, ως ενός υπερβατικού δημιουργήματος του ανθρώπου, το οποίο, ως τέτοιο ακριβώς, έλκει την καταγωγή του από το καθαρό μέλλον, από αυτό δηλαδή που ξεπερνά τον άνθρωπο και που παραμένει εσαεί το διακύβευμά του.

Όσο αντιφατικό κι αν φαίνεται σε μια πρώτη ματιά, το γεγονός ότι ο κοινός βίος είναι το νόημα ουσιαστικά ταυτίζεται με το ότι συνιστά το κατεξοχήν δημιούργημα του ανθρώπου. Η έννοια της δημιουργίας δεν αναιρεί εκείνη του νοήματος, αντιθέτως την δικαιώνει. Θα την αναιρούσε μόνο αν εννοούσαμε το νόημα ως την αντικειμενική δομή μιας ολότητας και, αντίστοιχα, τη δημιουργία ως την αυτόνομη πράξη ενός αύταρκους όντος, δηλαδή ως μια εφεύρεση εν κενώ, ως μια φαντασιακή πράξη ή πράξη ισχύος (το ίδιο είναι). Όμως ό,τι θέλουμε να αναδείξουμε είναι η απομάκρυνσή μας από αυτό ακριβώς το εσωτερικό δίλημμα μιας ολιστικής, κλειστής σκέψης. Θα μπορούσαμε τότε να αντιληφθούμε την σύμπτωση της δημιουργίας με μια ριζική δεκτικότητα, την διάνοιξη στην εξωτερικότητα ως απόκριση σε μια κλήση, δηλαδή ως συντονισμό του ανθρώπου με τον τρόπο της ομιλίας. Η ομιλία εξ ορισμού της εξέρχεται της τάξης του τετελεσμένου. Αυτό που αναγνωρίζεται στην ομιλία δεν είναι ένα οποιοδήποτε δεδομένο, μια πάγια και στατική αντικειμενικότητα, αλλά, πρωταρχικά, ένας χώρος έξω από εμένα, κάτι έτερο – και η αναγνώριση αυτή συνιστά την ίδια στιγμή μια κίνησή μου, την έσχατη κίνηση για την οποία είναι άξιος ένας άνθρωπος. Η κίνηση είναι έξοδος από το μηδέν, το μηδέν της ακινησίας, δηλαδή της ανυπαρξίας – ένα συμβάν επέκεινα κάθε νομοτέλειας, η οποία θα καθόριζε κι άρα θα καθήλωνε τα στοιχεία που διέπονται από αυτήν. Η κίνηση ως μιμητική αναγνώριση μιας προσωπικής (κι επομένως εκ του μηδενός) κλήσης είναι απελευθέρωση από την ολότητα, είναι δηλαδή ελευθερία, δεκτική ελευθερία ή ελεύθερη δεκτικότητα: νόημα.

Η κοινή ζωή ανήκει λοιπόν στην τάξη ενός ενδεχόμενου κατορθώματος, και το κατόρθωμα τούτο εξαρτάται από τον βαθμό, ακριβώς, στον οποίο ο άνθρωπος απελευθερώνεται από τη βαρύτητα του δεδομένου και ανοίγεται στο απροϋπόθετο, ήτοι στην ελευθερία. Η ιδρυτική στιγμή είναι εκείνη κατά την οποία η κλειστότητα ενός όντος που απέχει των πραγμάτων και αγνοεί (με τις δύο πιθανές έννοιες του όρου) την παρουσία τους διαρρηγνύεται. Τότε το ον εισέρχεται βαθιά τραυματισμένο (για την ακρίβεια: συντετριμμένο, διαλυμένο) σ` ένα πεδίο συνάντησης, όπου τα πράγματα φανερώνονται μέσα στην απτή τους μοναδικότητα και καθίστανται κοντινά και φωτεινά, μολονότι συνάμα ασύλληπτα και ανοίκεια, δηλαδή σιωπηλά. Κοντινά και συνάμα ανοίκεια: αυτή είναι η τάξη της αληθινής κοινότητας, που είναι και η τάξη της πρωταρχικής απελευθέρωσης από το δεδομένο ή από την ανυπαρξία (το ίδιο είναι). Και είναι εδώ που το μοίρασμα του βίου ανατέλλει όχι ως η ψευδαίσθηση μιας αφελούς και εύκολης ή, πάλι, φαύλης οικειότητας των προσωπείων, αλλά ως η δύσκολη και έμπειρη εγγύτητα των προσώπων. Ανατέλλει, δηλαδή, ως το έσχατο βάθος της ίδιας της εμπειρίας – αν εμπειρία ονομάσουμε την πρόσβαση του σώματος και της ψυχής στην παρουσία των εξωτερικών προσώπων και πραγμάτων, πέρα από τις αναπαραστατικές τους οικειώσεις στο εσωτερικό μιας ονειρευόμενης βούλησης που αντιμάχεται κάθε συνύπαρξη, κάθε γύμνωση, κάθε έκθεση στο πρόσωπο-με-πρόσωπο το οποίο σμπαραλιάζει τις άμυνες. Ιδωμένο από μια τέτοια σκοπιά, ό,τι καλούμε εδώ ριζικό μοίρασμα, το Είναι ως Είναι-με-τον-άλλο, είναι το ίδιο το νόημα της ύπαρξης. Επίκεντρο της εμπειρίας και συνάμα επίκεντρο της ελευθερίας, δηλαδή μιας δημιουργίας που μαρτυρά την υπερβατική προοπτική της ανθρώπινης ύπαρξης. Και τότε ο πολιτισμός, οι μορφές που παίρνουν τα πλέγματα των ζωντανών ανθρώπινων σχέσεων, δεν θα συνιστούσε παρά την ανάδειξη και την διαιώνιση αυτού ακριβώς του νοήματος και αυτής ακριβώς της υπερβατικότητας.

Ο πολιτισμός είναι έτσι τελικά η δημιουργική εγκαθίδρυση μιας ριζικής σχέσης με την εξωτερικότητα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος αναδεικνύει έμπρακτα, με την ίδια του την ύπαρξη και με τις μορφές του βίου του, την εμβέλεια αλήθειας (δηλαδή ελευθερίας) που έχει η σχέση με την εξωτερικότητα στις τρεις θεμελιώδεις της διαστάσεις: τον άλλο άνθρωπο, τον κόσμο και τον Θεό.

Εντούτοις, αυτός ο τρόπος να ορίζουμε τον πολιτισμό και τη συλλογικότητα μοιάζει όχι απλώς ξένος, αλλά αντίθετος προς τη νεωτερική ιδιοσυγκρασία. Εδώ, στο σημείο ακριβώς αυτό, ξεπροβάλλει όλο το ιστορικό βάθος του προβλήματος και όλο το αφόρητο βάρος που τούτο έχει τα νεότερα χρόνια για τους ψυχισμούς εκείνους που αδυνατούν να αναπνεύσουν δίχως τη μέριμνα και την προσδοκία της αλήθειας. Διότι όλα τα μεγάλα οράματα γύρω απ` τον κοινό βίο, από τον Διαφωτισμό κι έπειτα, είχαν ως άξονα τη μέγιστη δυνατή ατομική ευτυχία. Που θα πει: είχαν ως άξονα τη μέγιστη δυνατή αυτάρκεια και ακεραιότητα της ατομικότητας έναντι κάθε εξωτερικής απειλής. Μήπως λ.χ. τα ανθρώπινα δικαιώματα, ως κορωνίδα αυτών των οραμάτων, δεν απορρέουν θεωρητικά από την κατευθυντήρια ιδέα του δικαιώματος στην ευφορία και στην ευτυχία ως πέρατα της ατομικής ακεραιότητας; Μήπως πάντοτε στους Νέους Χρόνους τής οποιασδήποτε σημασίας της συλλογικότητας δεν προηγείται αξιακά η ιδέα της ατομικής αυτάρκειας, ακόμα κι αν τούτη ενίοτε διαμεσολαβείται θεωρητικά από το γενετικό πρωτείο της συλλογικότητας; Ακόμα και εκεί όπου το ατομικό προσδένεται σε μια συλλογικότητα, τούτη δεν εκφράζεται ως αλήθεια της προσωπικής ελευθερίας, ως επίτευγμα μιας ριζικής αυθυπέρβασης, αλλά ως η τροχιά ενός εγωισμού που έχει πια λάβει το status μιας καθολικής ανάγκης και που, ως εκ τούτου, γενικεύεται και απολυτοποιείται.

Οφείλουμε έτσι να παρατηρήσουμε πως τούτο το αίτημα και τούτος ο προσανατολισμός δεν συνδέονται μόνο με τη νοησιαρχική, αστική παράδοση, αλλά και με τους κριτικούς της. Ο Marx, φερ` ειπείν, συμφωνεί με τον Freud στο ότι ο πολιτισμός είναι καταρχήν ένας αγώνας ενάντια στην αναγκαιότητα και στη σπανιότητα και ότι ο κινητήρας του είναι το ατομικό συμφέρον – ανεξάρτητα από τους δρόμους (δηλαδή τις συλλογικές αυτοθεσμίσεις) που το ατομικό συμφέρον είναι πολλαπλά αναγκασμένο να διεξέλθει προκειμένου να πληρωθεί.

Ίσως ο Διαφωτισμός και ο Ρομαντισμός, οι δύο μείζονες δηλαδή παραδόσεις της Νεωτερικότητας, να μην μοιράζονται τίποτα πιο πολύ από αυτόν ακριβώς τον ειδικό χαρακτήρα της σχέσης ατομικού-συλλογικού, πέρα από τις εκάστοτε διαφορετικές πραγματώσεις της μέσα στην ποικιλομορφία των ιστορικών συμφραζομένων.[5] Ποιάν εμβέλεια αλήθειας μπορεί, όμως, να έχει μια συλλογικότητα που δεν γίνεται αντιληπτή παρά μόνο ως δευτερεύον μέσο ή στάδιο προς την αυτοπραγμάτωση μιας κατ` ουσίαν περίκλειστης ατομικότητας; Ποιά, με άλλα λόγια, μπορεί να είναι η οντολογική της βαρύτητα; Και ποιές θα ήταν εδώ οι άμεσες προεκτάσεις; Η πρόσφατη ιστορία είναι μια έμπρακτη κι εύγλωττη απάντηση σε τούτο ακριβώς το θεωρητικό ερώτημα. Απολύτως σύστοιχα, βιωμένη είτε ως Kultur, είτε ως Zivilisation, η νεότερη αντίληψη για την υφή της πολιτισμικής σάρκας της συλλογικότητας αδυνατεί να βρει πρόσβαση σε μια ποιότητα του κοινωνείν, και επομένως σε έναν πολιτισμό, που δεν θα ήταν ό,τι παράγεται από το άθροισμα ισχυρών ατομικοτήτων, αλλά το ίδιο το αναπάντεχο δώρο μιας αυθεντικής και κατορθωμένης ανισχυρότητας. Δεν θα ήταν μια συμμαχία που ζητά να επιβληθεί πάνω στον εαυτό και τον κόσμο, αλλά μια βαθιά ειρήνη μέσα στην οποία ο εαυτός και ο κόσμος αναδεικνύονται ως δωρεές και, άρα, αποκαλύψεις του Θεού.

Σημειώσεις

[5] Βλ. τις αναλύσεις του Π. Κονδύλη στο δίτομο Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός (Αθήνα: Θεμέλιο, 1993, 2η έκδ.), που παραμένουν θεμελιώδεις.

 

ΠΗΓΗ: antifono.gr, Περιοδικό Ίνδικτος τ. 20, Ιαν. 2006, http://www.antifono.gr/portal/….%2582.html

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙΙ

Η Δημιουργία και το συλλογικό I

Η Δημιουργία και το συλλογικό: Το διπλό πρόβλημα του νοήματος –Μέρος Ι

 

Του Ηλία Παπαγιαννόπουλου*

 

Μοιάζει να μην υπάρχει πιο κοινότοπος λόγος σήμερα από εκείνον περί της κρίσης του σύγχρονου πολιτισμού. Και είναι επίσης αλήθεια πως η απόρριψη του παρόντος προς όφελος παρελθόντων μεγαλείων ανέκαθεν ανήκε στις προσφιλείς τακτικές ενός ονειροπόλου ψυχισμού, που ασφυκτιούσε μέσα στη στενότητα του περιβάλλοντός του.

Εντούτοις, οι διαστάσεις που έχει πάρει εδώ και ενάμιση περίπου αιώνα μια τέτοια διάγνωση και ο συναφής μ’ αυτήν λόγος είναι τέτοιου εύρους και τέτοιας έντασης, που μπορούν να συγκριθούν μόνο με τα αντίστοιχα μεγέθη της ύστερης αρχαιότητας – τότε που ο παλιός κόσμος πράγματι κατέρρεε ένδοθεν και ένας άλλος αχνοφαινόταν αργά στον ορίζοντα του ανθρώπινου πνεύματος.

Τούτο το παράδειγμα μας δείχνει κάτι σημαντικό: πως η πληθωριστική κυκλοφορία ενός λόγου, σαν σύνθημα και ιδεολογία, στα στόματα των πολλών και η ψυχική και πνευματική ευκολία που την συντροφεύει, δεν σημαίνει πως δεν μπορεί ταυτόχρονα να εκφράζει μια γνήσια και βαθιά αλήθεια, αντίθετη προς κάθε ευκολία, μιαν αλήθεια η οποία οφείλει να ακουστεί σαν τέτοια, μέσα σε άκρα προσοχή, για να φανερώσει έτσι όλη της την εμβέλεια και την οδυνηρή βαρύτητα. Μιαν αλήθεια της εποχής ολόκληρης και, κυρίως, των συγκεκριμένων, μεμονωμένων υπάρξεών της, που ζητούν να προσανατολιστούν μέσα στον κόσμο και να στερεώσουν την ψυχή τους, δηλαδή να εμβαπτισθούν στην προσωπική παρουσία – να ‘καταλάβουν που βρέθηκαν και προς τα που οδηγούσε ο δρόμος τους, για να σχεδιάσουν την πραγματικότητά τους’.[1] Μιαν αλήθεια, λοιπόν, που διαρκώς εκκρεμεί να την στοχαστούμε, κάθε φορά από την αρχή, από το μηδέν ή με φανάρι το μηδέν, όπως το διατύπωνε ο Porchia, ένας άνθρωπος που πορεύτηκε στον κόσμο με την καθαρή καρδιά του, το ίδιο ακριβώς φαναράκι με το οποίο ο νιτσεϊκός προφήτης είχε βγει μέρα μεσημέρι στους δρόμους, χαμένος σαν παιδί (verlaufen wie ein Kind) μέσα στο απέραντο κενό (ein unendliches Nichts), κομίζοντας την αναπάντεχη και ανησυχητική είδηση του θανάτου (για την ακρίβεια: του φόνου) του Θεού[2] – να την στοχαστούμε, λέγαμε, την αλήθεια αυτή, με όση μεγαλύτερη ένταση και προσωπική αυθεντικότητα μπορούμε. Διότι η αλήθεια αυτή δεν αποδίδει παρά την αλήθεια της ζωής μας, είναι η δική μας αλήθεια, και από το βαθμό στον οποίο την αναλαμβάνουμε εξαρτάται η δικαίωση του προσώπου μας. Και τούτο εντέλει σημαίνει: εξαρτάται η πρόσβασή μας σε μια πραγματικότητα (ας θυμηθούμε εδώ πάλι τα λόγια του Celan). Γιατί εδώ, πράγματι, δεν διακυβεύεται τίποτα λιγότερο από την ίδια την πραγματικότητα, δηλαδή από τη συστατική διαφορά ανάμεσα στην ανυπαρξία και στην όντως ύπαρξη.

Μήπως, λοιπόν, βρισκόμαστε πράγματι στο μεταίχμιο δύο κόσμων, ενός που κείται ερειπιώδης κι ενός που ακόμα προσπαθεί να αρθρωθεί μέσα από τα ερείπια; Μήπως ένας ολόκληρος πολιτισμός φτάνει, από καιρό κιόλας, στο τέλος του, μήπως υπάρχει μια βαθύτατη, οργανική ανάγκη των ανθρώπων για ένα νέο βλέμμα, μια νέα βίωση και κατανόηση της ύπαρξης εκ των ένδον του σύγχρονου κόσμου; Μήπως οδηγούμαστε από όποιον δρόμο και να πάρουμε στο ίδιο κέντρο και, την ίδια ακριβώς στιγμή, στο ίδιο κενό (‘πάρε όποιο μονοπάτι θες κι εννιά φορές στις δέκα σε κατεβάζει σε μια κοιλάδα και σε αφήνει εκειδά κοντά σε μια λιμνούλα μες στο ποτάμι’[3]: κατά την πνευματική του άνοδο κατεβαίνει κανείς σε μια γαλήνη εν τω μέσω μιας ορμητικής ροής, σ` ένα κενό κέντρο, που θα πει, στο μάτι ενός κυκλώνα – ιδού ο τόπος μας), μήπως λοιπόν οδηγούμαστε στην ίδια εναγώνια περιγραφή ενός θεμελιώδους έλλειμματος (τι θεμελιώνεται άραγε από ένα έλλειμμα, τι ιδρύεται από ένα κενό;) και στο αίτημα επαναπροσδιορισμού του πραγματικού και του υπαρκτού;

Πως όμως να σκεφτούμε αυτήν την κρίση που έχει εγκατασταθεί στο κέντρο της ύπαρξής μας, κατά τρόπο ώστε να θέτει την ύπαρξη αυτή εξαρχής και ριζικά υπό αμφισβήτηση; Πως ακριβώς να την προσδιορίσουμε, με ποιά κριτήρια να την προσεγγίσουμε και, τελικά, να την αποτιμήσουμε; Μήπως ηθικά, αισθητικά, ανθρωπολογικά, ή κοινωνιολογικά; Αν υποθέσουμε πως η αλήθεια ενός πολιτισμού κρίνεται καταρχήν από την αυθεντικότητα της ανθρώπινης ζωής που τον ενσαρκώνει, τότε που πρέπει να αναζητηθεί το μέτρο αυτής της αυθεντικότητας; Τι είναι, εντέλει, εκείνο που θα μπορούσε κυρίως να αξιολογήσει την υγεία και την ασθένεια ενός πολιτισμού, την αυθεντικότητα και την αναυθεντικότητα ενός πολιτισμένου ανθρώπου;

Προτείνουμε, στην αρχή του δοκιμίου μας, να συνθέσουμε όλες τις επιμέρους διαστάσεις, που συλλαμβάνουν μεμονωμένες πτυχές του προβλήματος, σε μια και μόνη, μια θεμελιώδη, θεμελιωδέστερη όλων, η οποία φωτίζει στη συνέχεια και όλες τις υπόλοιπες που συνυφαίνονται γύρω της οργανικά, εφόσον τούτη αφορά το επίκεντρο της έννοιας του πολιτισμού και κατ’ επέκταση του προβλήματος που προσπαθούμε να διατυπώσουμε: είναι η διάσταση του νοήματος του συλλογικού. Πολιτισμός είναι για μας πριν από ο,τιδήποτε άλλο η νοηματοδότηση του πεδίου του συλλογικού, δηλαδή, υπό τη ριζικότερη δυνατή έννοια του όρου, του μοιράσματος του υπάρχειν. Προτείνουμε, λοιπόν, να αντιληφθούμε την κρίση πρωτίστως ως απώλεια νοήματος του κοινού βίου και να στοχαστούμε πάνω στις πτυχές και στις ενδεχόμενες διακλαδώσεις ενός τέτοιου γεγονότος. Τούτο θα μας οδηγούσε ύστερα οργανικά στο να θέσουμε το ερώτημα τι ακριβώς είναι ο κοινός βίος και ποιός είναι ο εαυτός που τον φέρει, θα μας ωθούσε, δηλαδή, να προσδιορίσουμε την υπαρκτική ποιότητα του συλλογικού και του ανθρώπου που μέσα σ’ αυτό μοιάζει να βρίσκει τη βαθύτερη αλήθεια του.

Φτάνουμε έτσι σ’ ένα θεμελιώδες κριτήριο, την ερμηνευτική εμβέλεια του οποίου θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε στη συνέχεια: η αυθεντικότητα μιας ανθρώπινης ζωής και η υγεία ενός πολιτισμού κρίνεται από τη ριζικότητα με την οποία αναφύεται το πεδίο ή η ποιότητα του συλλογικού. Όσο πιο ανοιχτός είναι ο εαυτός, δηλαδή όσο περισσότερο διατίθεται στην αυθυπέρβασή του ή όσο περισσότερο ανήκει στην ίδια του την αναφορικότητα, τόσο περισσότερο ανήκει στον εαυτό του, έναν εαυτό εννοημένο ως τον πλούτο και την αλήθεια του υπάρχειν. Και τόσο πιο γνήσια είναι τότε τα έργα του, οι πράξεις στις οποίες τυπώνεται η ανάσα του, δηλαδή ο πολιτισμός του.

Εδώ είναι απαραίτητη μια πρόσθετη διευκρίνηση. Πρέπει να είναι σαφές πως μιλώντας για πολιτισμό δεν εννοούμε την ολότητα των ανθρώπων που συγκροτούν μιαν ιστορική περίοδο, ούτε προσδιορίζουμε τον γενικό τύπο μιας σύμβασης που προκύπτει από την απλή ανάγκη επιβίωσης μιας συλλογικότητας. Έννοιες που προσδιορίζουν υπαρκτικές ποιότητες όπως εκείνες της αυθεντικότητας, της ριζικότητας ή της αναφορικότητας, αποτυπώνουν πάντοτε (θα το δούμε καλύτερα στη συνέχεια) ενδεχόμενα προσωπικά (μη-γενικεύσιμα) κατορθώματα. Τα κατορθώματα, εντούτοις, αυτά χρειάζονται ανάλογες συντεταγμένες για να αναγνωρισθούν ως όντως τέτοια, για να υπάρξουν, τρόπον τινά, ως κάτι περισσότερο από μετέωρες και α-νόητες διαθέσεις του ψυχισμού. Οι συντεταγμένες αυτές συγκροτούν ένα συγκεκριμένο κάθε φορά είδος γλώσσας, δηλαδή ένα ορισμένο επίπεδο συνύπαρξης στο οποίο διανοίγουν και καλούν τα πρόσωπα. Προφανώς διαφορετικά είδη γλώσσας ενσαρκώνουν και αναδεικνύουν διαφορετικά επίπεδα συνύπαρξης: σε άλλο επίπεδο καλεί, λ.χ., μια διαχειριστική γλώσσα και σε άλλο μια καλλιτεχνική, για να αναφέρουμε ένα σχηματικό παράδειγμα. Αν στην πρώτη περίπτωση παρωθείσαι στον έλεγχο και στην αναπαραγωγή, στη δεύτερη παρωθείσαι στην υπομονετική δεκτικότητα και στη δημιουργία. Όταν, λοιπόν, μιλάμε για πολιτισμό, εννοούμε την εκάστοτε ποιότητα μιας γλώσσας, δηλαδή την υπαρκτική ποιότητα μιας ύπαρξης και μιας συνύπαρξης που προτείνονται ως άξονας του βίου. Εννοούμε, με άλλα λόγια, όχι αυτό που επιτυγχάνεται ιστορικά, όχι αυτό που εκπληρώνεται από την ολότητα μιας κοινωνίας (η μετρήσιμη επιφάνεια της σύμβασής της), αλλά αυτό που αναφύεται στον ορίζοντα του πνεύματος ως πεδίο του πραγματικού, αυτό που εγείρεται οριακά ως αξίωση αληθινής ζωής κι ως έσχατο διακύβευμα της ψυχής (το μη-μετρήσιμο βάθος ενός οράματος).

Ας επιστρέψουμε τώρα στα προηγούμενα. Οφείλουμε να επιμείνουμε στο ερώτημα για την ποιότητα του συλλογικού, αφού από εδώ μοιάζουν να κρίνονται όλα. Είναι, άραγε, οπωσδήποτε η εθελούσια υποταγή ή έστω το συμβόλαιο και ο συμβιβασμός, μεγέθη που ριζώνουν στην αντικειμενική ανάγκη, δηλαδή στην προσαρμοστικότητα, στην ευελιξία και στην προνοητικότητα μιας φίλαυτης βούλησης, όπως κυρίως σκεφτόμαστε εδώ και αιώνες στα πλαίσια των δυτικών παραδόσεων – ή μήπως μπορεί να πρόκειται για κάποια εντελώς διαφορετική ποιότητα; Συλλογικότητα σημαίνει ισορροπία δυνάμεων που δεν μπορούν και δεν θέλουν παρά να είναι και να παραμένουν δυνάμεις, ορμές προς ισχύ, που αποδίδουν στην ανακωχή εκείνη το παραπλανητικό όνομα της δικαιοσύνης και της ειρήνης; Ή μήπως είναι η ίδια η υπέρβαση της σύγκρουσης ως πεδίου του ανθρώπινου βίου, μήπως υποδείχνει ένα επέκεινα της ισχύος και του ορίζοντα από τον οποίο αυτή τρέφεται; Με άλλα λόγια, ανήκει το συλλογικό κατ` ουσίαν στην τάξη του νόμου, που πάντοτε παραπέμπει σε πόλους επιθυμίας ισχύος, ή, αντίθετα, σ` εκείνην της ελευθερίας, του επέκεινα του νόμου και κάθε νόμου; Δηλώνει επομένως έναν περιορισμό που μειώνει το ον μολονότι συνάμα το διασφαλίζει, ή το άπειρο που το απειροποιεί μολονότι συνάμα το εκθέτει – δηλώνει το σχετικό ή το απόλυτο (ή ποιάν ακριβώς σχέση ανάμεσά τους); Και ο άνθρωπός του, ο άνθρωπος του συλλογικού, αν μπορούμε να μιλήσουμε έτσι, είναι κάποιος που υφίσταται την ετερότητα των άλλων, ως ελάχιστο τίμημα που πρέπει να καταβάλλει στο ταμείο της φύσης, σε μια ταλάντωση ανάμεσα στην εξουδετέρωση και στην αποθέωση της ατομικότητάς του; Είναι εκείνος που εσωτερικεύει τις επιταγές ενός καθήκοντος και απωθεί εκείνο που κατά βάθος ή άμεσα ζητά η ψυχή του, προωθώντας έτσι έναν χωρισμό ανάμεσα στην αθέατη ταυτότητα και στην ορατή πράξη, έναν εσωτερικό διχασμό; Μήπως είναι κάποιος που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μέσω αυτής ή της άλλης μορφής θέσμισης, αρκείται τελικά στον ρεαλισμό της αυτοσυντήρησης και της μέγιστης δυνατής ατομικής ωφέλειας μέσα σ` έναν εχθρικό κόσμο, υπηρετώντας έτσι μια διαλεκτική ωφέλειας και εχθρότητας την οποία θα θεωρούσε ανυπέρβλητη; Ή μήπως, εντελώς αντίθετα, είναι εκείνος που γνωρίζει ψυχοπνευματικά, με το νου και την καρδιά του, μέσα από μιαν υπαρκτική πορεία που θα μπορούσαμε να καλέσουμε είτε ασκητική είτε και τραγική, μια γενναιοδωρία και μιαν αναπάντεχη εγγύτητα επέκεινα κάθε αυτοσυντήρησης και κάθε ωφέλειας, επέκεινα της μοιραίας και ιδρυτικής απώλειας, στο ανοιχτό πεδίο του νοήματος; Μήπως είναι κάποιος που, αντί να χάσει την ψυχή του και τον εαυτό του για να κερδίσει την κοινωνικότητά του και την επιβίωσή του, εδώ αντιθέτως χάνει τα είδωλα της κοινωνικότητας και της επιβίωσης και βρίσκει ψυχή και εαυτό στην άνευ όρων κατάφαση του άλλου, κάποιος που γεννιέται τότε πέρα από το Εγώ, πέρα από το νόμο και τον ορίζοντα του θανάτου; Και τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό σήμερα, σήμερα όπου το Εγώ, ο νόμος και ο θάνατος, οι συντεταγμένες δηλαδή της Νεωτερικότητας, μοιάζουν να κορυφώνουν τις δυνατότητές τους και συνάμα να αποσυντίθενται; Αυτά είναι ερωτήματα που πρέπει να θέσουμε με κάθε σοβαρότητα.

Θεωρούμε πως το συλλογικό και μαζί του ο πολιτισμός θα παραμείνουν όροι μουσείων και υπουργείων ή ρητορείες των διανοούμενων, δηλαδή ιδεολογικές αφαιρέσεις που δεν αφορούν τις αγωνίες και τους καημούς των ζωντανών ανθρώπων, όσο αδυνατούμε να τους συσχετίσουμε πρωτογενώς με την προσωπική δημιουργία. Γιατί δημιουργία; Διότι η δημιουργία είναι η κορυφαία ενσάρκωση της ελευθερίας του ανθρώπου και, άρα, της δυνατότητάς του να επαληθεύει την ταυτότητά του στο οντολογικό επίπεδο. Εφόσον αν δεν υπάρχει ελευθερία, η ύπαρξη δεν αληθεύει, τότε αν ο άνθρωπος δεν είναι όντως δημιουργικός, δεν υπάρχει καν. Ως βουβό εξάρτημα μιας προϋπάρχουσας και τετελεσμένης ολότητας όπου τίποτα νέο δεν μπορεί ποτέ να προκύψει, θα ήταν τότε απλώς ανύπαρκτος. Η δημιουργία δεν έπεται λοιπόν της ύπαρξης, μόνο ως δημιουργικός μπορεί ο άνθρωπος να δικαιώσει οντολογικά την ύπαρξή του. Έτσι, στο μέτρο που θέλουμε να στοχαστούμε τη συνύπαρξη, θα πρέπει να αναζητήσουμε τους δεσμούς της με την ίδια την ύπαρξη, με την αλήθεια της ύπαρξης και επομένως με την ελευθερία της ή τη δημιουργικότητά της. Μόνο αν συνδεθεί πρωτογενώς με τη δημιουργία, το συλλογικό μπορεί να συνδεθεί με αυτό που ο άνθρωπος είναι.

Ας ανασυνθέσουμε τον συλλογισμό. Αν η κρίση του πολιτισμού παραπέμπει σε μια κρίση του νοήματος του συλλογικού, τότε θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που γεννά και κρατά ζωντανή τη συλλογικότητα στο πνεύμα και την καρδιά των ανθρώπων και, αντίστοιχα, τι είναι εκείνο που την αφυδατώνει και τη στρεβλώνει. Με άλλα λόγια, αναρωτιόμαστε πότε η συλλογικότητα συνδέεται με την αλήθεια της προσωπικής ύπαρξης και άρα με την ελευθερία της (αφού όντως ύπαρξη και ελευθερία είναι ταυτόσημες έννοιες) και πότε αποσυνδέεται από αυτήν. Υποστηρίζουμε, λοιπόν, πως αυτό που ζητάμε έγκειται σ` ό,τι θα καλούσαμε δημιουργική δεκτικότητα, η οποία θα συνέπιπτε μάλιστα με τον ίδιο τον οντολογικό τόπο της υποκειμενικότητας, με κείνο το πεδίο δηλαδή ερχόμενη στο οποίο η ατομική ταυτότητα αληθεύει. Υποστηρίζουμε πως έγκειται στη βιωματική αναγνώριση πως η έλευση του ανθρώπου στο πεδίο της κοινωνικότητας συμπίπτει με μιαν έσχατη δημιουργική του πράξη και επομένως με την ίδια την ελευθερία (αντί να απορρέει, απλώς, από αυτές σε δεύτερο χρόνο, ως αμφισβητούμενο επίθεμά τους). Και αντίστροφα: πως η δημιουργία είναι πάντοτε γενέθλια διάνοιξη σ` αυτό που κατ` αλήθειαν υπερβαίνει τον άνθρωπο, στην ίδια την εξωτερικότητα ως εξωτερικότητα. Προσωπική ύπαρξη (δηλαδή ταυτότητα), δεκτικότητα ή κοινωνικότητα, και ελευθερία (δηλαδή δημιουργία), είναι ταυτόσημα μεγέθη, είναι όψεις του ίδιου συμβάντος. Η κρίση του πολιτισμού, κι επομένως η κρίση του νοήματος του συλλογικού, είναι πριν από ο,τιδήποτε άλλο ένα αδιέξοδο ή μια έκλειψη της ελευθερίας, δηλαδή της δημιουργικής κοινωνίας (communio) ως εσώτατης αλήθειας ή ουσίας του ανθρώπου. Μολονότι η ελευθερία στάθηκε το λάβαρο του νεότερου ανθρώπου, τα ίδια μας τα βήματα μέσα στον κόσμο μάς οδηγούν να στοχαστούμε εκ νέου την υφή αυτής της ελευθερίας, που νοείτο ως προηγούμενη κάθε συνάντησης και κάθε συνύπαρξης, ως αυτάρκεια και αυτοδυναμία της βουλήσεως – και, μαζί της, μιας ενδεχόμενης άλλης.

Αντιστρέφοντας τη λογική σύνολης της όψιμης περιόδου των Νέων Χρόνων και των μετεξελίξεών της, υποστηρίζουμε πως ο πολιτισμός συνιστά μεν πράγματι μιαν έσχατη δημιουργική πράξη του ανθρώπου, όχι όμως διότι, όπως διατείνεται ο νεότερος στοχασμός, τούτη είναι αυτό-νομη (ιδέα που καθιστά την έννοια του πολιτισμού, όπως και του ανθρώπου άλλωστε, πλήρη των βιαιότερων δυνατών αντιφάσεων και αδιεξόδων), αλλά, ακριβώς αντίθετα, διότι ανοίγεται σ’ ό,τι διαφεύγει του ανθρώπου και τον υπερβαίνει, σ’ ό,τι, δηλαδή, βρίσκεται πέρα από την επικράτεια ενός ιδίου που θα ήταν ο νόμος του εαυτού του. Η δημιουργία δεν είναι μια διαγραφή της μοίρας, της ανυπότακτης από τη βούληση εξωτερικότητας, διαγραφή η οποία συμπυκνώνεται μάλλον στις έννοιες της κατασκευής και της εφεύρεσης, παρά σ` εκείνην της δημιουργίας. Η δημιουργία είναι κάτι άλλο από μιαν αρνητική αυτοθέωση, ένα κενό του κόσμου, μια αποδέσμευση από την βαρύτητα του εαυτού και των πραγμάτων. Απεναντίας, είναι η έλευση στην απολυτότητα αυτής της βαρύτητας, η βαθύτερη δυνατή συνάντηση της μοίρας και του κόσμου, η ίδια η απάντηση στον λόγο που μου απευθύνουν τα πράγματα, λόγο με τον οποίο συμπίπτει η παρουσία των πραγμάτων. Δημιουργία είναι, εντέλει, η χάρις μιας συνομιλίας, μέσα στην οποία συντονίζομαι με τα ποιητικά των πραγμάτων και των προσώπων Ρήματα του Θεού και γίνομαι μοίρα Του.[4]

Σημειώσεις

[1] Τα λόγια αυτά ηχούν σε όλη τους την οξύτητα καθώς λέγονται από έναν άνθρωπο που βυθομέτρησε την οδύνη του νεωτερικού αδιεξόδου συμπυκνωμένου στο Ολοκαύτωμα, την πιο εύγλωττη (και συνάμα πιο άλαλη) κορύφωση του αδιεξόδου εκείνου: προέρχονται από τον P. Celan, σε λόγο που εκφώνησε με αφορμή την απονομή προς το πρόσωπό του τού λογοτεχνικού βραβείου της πόλης της Βρέμης το 1958 – βλ. τον τόμο Τού Κανενός το ρόδο/Die Niemandsrose (Αθήνα: Άγρα, 2000, πρώτη ανατύπωση, μτφρ. Χ. Γ. Λάζος), σ. 22.

[2] ‘Στο ταξίδι μου σ` αυτό το δάσος των αριθμών που λένε κόσμο, κρατάω ένα μηδέν σαν να ήταν φανάρι’, A. Porchia, Φωνές (Αθήνα: Ίνδικτος, 2004, μτφρ. Β. Λαλιώτης), αφορ. 245, και Fr. Nietzsche, Die fröhliche Wissenschaft (Frankfurt/M.: Insel, 1982), αφορ. 125 («Der tolle Mensch»).

[3] Η. Melville, Mόμπι-Ντικ, ή Η Φάλαινα (Αθήνα: Gutenberg, 1991, 2η έκδ., μτφρ. Α. Κ. Χριστοδούλου), κεφ. Ι.

[4] Βλ. Μάξιμου Ομολογητού, Φιλοσοφικά και θεολογικά ερωτήματα [Περί διαφόρων αποριών των αγίων Διονυσίου και Γρηγορίου] (Αθήνα: Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 1990, 2η έκδ., μτφρ. Ιγν. Σακαλή), σελ. 163 [PG 91, 1080B-C].

 

ΠΗΓΗ: antifono.gr, Περιοδικό Ίνδικτος τ. 20, Ιαν. 2006, http://www.antifono.gr/portal/….%2582.html

 

* Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Ο Μαρξ και η κινεζοποίηση της Ευρώπης

Ολοταχώς προς κινεζικά μεροκάματα

… ο Μαρξ και η κινεζοποίηση της Ευρώπης …

Του Γιώργου Ρούση*


Σ’ ένα σχόλιό μου πέντε χρόνια πριν, αναφερόμουν στην ανάλυση του Μαρξ τη σχετική με την επιδίωξη του κεφαλαίου να ρίξει όσο πιο κάτω γίνεται τα μεροκάματα.

Η αλήθεια είναι ότι τότε δεν μπορούσα να προβλέψω την ένταση της επερχόμενης κρίσης, ούτε των μέτρων που θα έπαιρνε το κεφάλαιο και οι πολιτικοί του εκπρόσωποι για την αντιμετώπισή της.

Συνέχεια

ΓΑΠ: υπηρετεί συγκεκριμένο σχέδιο – Νέο ΕΑΜ

Ο Παπανδρέου υπηρετεί συγκεκριμένο σχέδιο – Νέο ΕΑΜ

 

Συνέντευξη της Σοφίας Σακοράφα [στο Δημήτρη Χρήστου]


 

 Η προσφυγή στο ΔΝΤ με μαθηματική ακρίβεια θα μας έφτανε εδώ που φτάσαμε, όπως και πολλές άλλες χώρες στον κόσμο. Για τον λόγο αυτό δεν κατηγορώ απλώς την κυβέρνηση για λάθος πρόβλεψη, για ατυχή επιλογή, αλλά για σχεδιασμένη επιλογή με γνωστές τις συνέπειες και τα αποτελέσματα αυτής της επιλογής σημειώνει η ανεξάρτητη εδώ και καιρό βουλευτής Σοφία Σακοράφα. Εκτιμά μάλιστα το ιστορικό, κοινωνικό, πολιτικό πλαίσιο που γέννησε το ΕΑΜ είναι αυτό που ζούμε τώρα. Απώλεια ανεξαρτησίας. Οικονομική κατοχή. Πολιτική εκτροπή.

Δεν κατηγορώ απλώς την κυβέρνηση για λάθος πρόβλεψη, για ατυχή επιλογή, αλλά για σχεδιασμένη επιλογή με γνωστές τις συνέπειες και τα αποτελέσματα αυτής της επιλογής.  Εθνικό λοιπόν, απελευθερωτικό λοιπόν και ισχυρό, δηλαδή μέτωπο.

 

* Όταν πήρες την απόφαση να καταψηφίσεις το Μνημόνιο, είχες φανταστεί αυτό που θα ακολουθούσε ή τα γεγονότα ξεπέρασαν και τη δική σου φαντασία;

Η προσέγγισή μου στα αποτελέσματα που θα παρήγαγε το Μνημόνιο δεν κινήθηκε στο πεδίο της πρόβλεψης, αλλά της γνώσης. Η προσφυγή στο ΔΝΤ με μαθηματική ακρίβεια θα μας έφτανε εδώ που φτάσαμε, όπως και πολλές άλλες χώρες στον κόσμο. Για τον λόγο αυτό δεν κατηγορώ απλώς την κυβέρνηση για λάθος πρόβλεψη, για ατυχή επιλογή, αλλά για σχεδιασμένη επιλογή με γνωστές τις συνέπειες και τα αποτελέσματα αυτής της επιλογής.

Σήμερα πλέον πωλείται η πατρίδα μας, το παρόν και το μέλλον των παιδιών μας, με μεσάζοντα την κυβέρνηση και με συμβούλους πωλήσεων τους αγοραστές.

Αυτή η κατάντια δεν αντιστοιχεί στον λαό μας και στην ιστορία μας.

 

* Γνωρίζεις καλύτερα την κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ. Ειλικρινά αναρωτιέμαι πώς αντέχουν μια πολιτική που αποτυγχάνει συνεχώς, που βυθίζει σε κρίση οικονομία και κοινωνία, που εκποιεί τη δημόσια περιουσία χωρίς κανένα αποτέλεσμα;

Μια συγκεκριμένη ομάδα έχει κάνει τις επιλογές της και είναι στρατηγικού τύπου. Η κρίση δημιουργεί και συνθήκες αναδιάταξης, ακριβώς αυτή την αναδιάταξη υπηρετεί η συγκεκριμένη ομάδα με όρους ενίσχυσης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας και εξόντωσης του λαού.

Το μεγάλο ερωτηματικό είναι αυτοί που έχουν μια άλλη αντίληψη. Όταν όμως ο φόβος, η υποταγή ή η επένδυση σε μια επόμενη ημέρα θολή ξεπερνά την πολιτική αντίληψη, τότε παύει η πολιτική και ξεκινά η προσωπική επιβίωση. Και ποτέ η προσωπική επιβίωση δεν υπήρξε ορθός οδηγός πολιτικής δράσης, αντίθετα καλλιεργούσε πάντα την ανοχή. Η ανοχή όμως σήμερα είναι συνενοχή.

Η ΠΑΣΚΕ ΟΤΑ και ΟΤΕ ήδη αρνήθηκαν αυτή τη συνενοχή, είναι μια αρχή.

 

* Είχες δηλώσει πως αν ο σημερινός πρωθυπουργός δεν λεγόταν Παπανδρέου αυτή η πολιτική δεν θα άντεχε ούτε δύο μήνες. Και όμως αντέχει. Και καταστρέφει. Ποια είναι τα όρια τελικά; Πόσο μπορεί να γίνει ανεκτή μια τόσο καταστροφική πολιτική; Είναι τούτη την ώρα μοναδική πολιτική λύση οι εκλογές;

Το επίθετο από μόνο του είναι ισχυρό, καθώς απευθύνεται στα πολιτικά ένστικτα της βάσης του ΠΑΣΟΚ. Είναι σαφές όμως ότι αυτό δεν φτάνει, αυτό υπήρξε ένα πρώτο επίπεδο σχεδιασμού, απαντά δηλαδή στο ποιος. Το πώς είναι μια άλλη ιστορία. Ξέρουμε όλοι καλά ότι σε περιόδους όξυνσης της κρίσης, οξύνονται και άλλοι δύο μηχανισμοί, ο μηχανισμός της προπαγάνδας αλλά και της καταστολής.

Και οι δύο μηχανισμοί έχουν τα εξής ζητούμενα: αφενός την καλλιέργεια φόβου και συνενοχής στον ελληνικό λαό, αφετέρου τη δημιουργία ενός κλίματος εμφυλίου της μιας κοινωνικής ομάδας έναντι της άλλης. Το έχουν καταφέρει σε μέγιστο βαθμό.

Ακόμη όμως και αυτά τα δύο στοιχεία, η καταλληλότητα δηλαδή του προσώπου που θα μας έφτανε εδώ και οι τρόποι που τέθηκαν σε εφαρμογή ώστε να φτάσουμε έως εδώ χωρίς να ανοίξει μύτη, δεν είναι από μόνα τους ικανά. Είναι προφανές ότι και όλοι εμείς, ως ο άλλος πόλος, ο αντιμνημονιακός, ο αριστερός, σταθήκαμε και στεκόμαστε λίγοι απέναντι στα κατακλυσμιαία γεγονότα και στις προσδοκίες του ελληνικού λαού.

Οι εκλογές λοιπόν από μόνες τους μπορεί να μεταφέρουν για λίγο αργότερα αυτό που πάει να συντελεσθεί. Αυτό που χρειάζεται είναι άλλη πολιτική πρόταση με δυναμική εξουσίας. ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, εξωκοινοβουλευτική αριστερά, η βάση του ΠΑΣΟΚ, σε κοινή δράση με μίνιμουμ προγραμματική σύγκλιση.

Δεν είμαι αφελής. Αφέλεια είναι να σε κατασπαράζουν και να λες θα έρθουν  καλύτερες μέρες.

Δεν είμαι ρομαντική. Ρομαντισμός είναι να φαντασιώνεσαι επαναστάσεις την ίδια στιγμή που η κοινωνία σιωπά στην πλέον βάρβαρη επίθεση.

Δεν μου λείπει η δυνατότητα της διάκρισης και για αυτό μπορώ να διακρίνω ότι εχθρός μου δεν είναι ο τροτσικτής ή ο μαοϊκός ή η τάδε τάση ή συνιστώσα. Ο εχθρός είναι εδώ, είναι μπροστά είναι παντοδύναμος.

Είναι τούτη η ώρα και όταν λέω τούτη κυριολεκτώ, αύριο θα είναι αργά, είναι τούτη η ώρα της ευθύνης για το νέο ΕΑΜ.

 

                                                                                                                          * Νέο ΕΑΜ;

Το ιστορικό, κοινωνικό, πολιτικό πλαίσιο που γέννησε το ΕΑΜ είναι αυτό που ζούμε τώρα. Απώλεια ανεξαρτησίας. Οικονομική κατοχή. Πολιτική εκτροπή.

Εθνικό λοιπόν, απελευθερωτικό λοιπόν και ισχυρό, δηλαδή μέτωπο.

 

* Εντυπωσιαστήκαμε από το κίνημα της ισπανικής νεολαίας αλλά ο ισπανικός λαός που τιμώρησε τους σοσιαλιστές, ψήφισε το αντίπαλο δέος στο πλαίσιο του συστήματος και του δικομματισμού. Πώς και πότε μπορούν τα κινήματα να συναντηθούν πολιτικά με δυνάμεις ικανές να τα εκφράσουν και να τα αντιπροσωπεύσουν, ώστε να πολλαπλασιαστεί ή και να γίνει αποτελεσματική η πολιτική παρέμβαση;

Θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του Σ. Ζιζέκ: "Εκείνο που δεν μπορείς να δεις δεν είναι η πολυπλοκότητα της αντικειμενικής πραγματικότητας αλλά το πώς η δική μας παρέμβαση θα την αλλάξει". Υποστηρίζω λοιπόν μια πιο μετριοπαθή θέση: Αντί να βαυκαλιζόμαστε για το πώς θα είναι ο κομμουνισμός, πρέπει να εργαστούμε με όσα έχουμε, ακόμα και τις μη κυβερνητικές οργανώσεις. Το κίνημα, από το Σιάτλ μέχρι οτιδήποτε, πρέπει να είναι συνδεδεμένο με άλλα κινήματα, να έχει ισχυρή γείωση με την πραγματικότητα και τότε κάτι θα συμβεί".

Εάν λοιπόν είχαμε απαντήσει σε αυτό, το πώς η δική μας παρέμβαση θα αλλάξει την πραγματικότητα, θα είχαμε λύσει και το πρόβλημα. Αυτό όμως που με βεβαιότητα μπορώ να πω είναι ότι δύο είναι οι όροι αλλαγής αυτής της πραγματικότητας: Ο πρώτος να εμπλέκεσαι στα κινήματα και ο δεύτερος να ξέρεις ότι η εμπλοκή σου έχει ένα και μόνο ζητούμενο, την τελική απάντηση να τη δώσουν τα κινήματα.

 

ΠΗΓΗ: Ημερομηνία δημοσίευσης: 29/05/2011, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=619263

Ο ΧΡΥΣΟΣ

Ο ΧΡΥΣΟΣ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Στους δρόμους αρχίζουν τον τελευταίο καιρό να πετάγονται φύλλα ανακοινώσεων (φέιγ βολάν επί το ελληνικότερο), με τα οποία γνωστοποιείται ότι κάποιος κοσμηματοπώλης αγοράζει χρυσά αντικείμενα. Συνήθως αυτός αναζητά πελάτες σε γειτονικές πόλεις, καθώς είναι πολύ δύσκολο να προσελκύσει συντοπίτες του παρά τη διαβεβαίωση ότι θα τηρηθεί απόλυτη εχεμύθεια για τη συναλλαγή.

Τα χρυσά κοσμήματα είλκυσαν διαχρονικά το ενδιαφέρον των ανθρώπων και ιδίως των γυναικών και αποτελούν σημαντικά εκθέματα όλων των αρχαιολογικών μουσείων. Ακόμη και σε δύσκολες περιόδους οι άνθρωποι εύρισκαν τρόπους να εξασφαλίσουν κάποια, τα οποία επιδείκνυαν με αρκετή υπερηφάνεια. Συνήθη ήταν κατά την τουρκοκρατία τα περιδέραια από χρυσά νομίσματα. Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός στα κηρύγματά του προέτρεπε τις γυναίκες να αποφεύγουν την επίδειξη πλούτου μέσω των κοσμημάτων και να ντύνονται πιό απλά. Και αναφέρεται ότι στην περιοχή του Ζαγορίου αρκετές γυναίκες ακολούθησαν τη συμβουλή του.

Τα κοσμήματα μεταβιβάζονταν από γενιά σε γενιά ως δώρα σε αγαπημένα πρόσωπα, θυγατέρες ή νύφες, και αποτελούσαν οικογενειακό κειμήλιο. Ως κειμήλια αποκτούσαν αξία μεγαλύτερη από την αντικειμενική της αγοράς. Δύο λόγοι οδηγούσαν κατά καιρούς τους κατόχους σε εκποίησή τους:

Ο πρώτος ήταν η απεμπόληση της παράδοσης, η οποία συνδυαζόταν κατά κανόνα με σπάταλη ζωή. Τότε το κόσμημα έπαυε να αποτελεί κειμήλιο και ως έργο τέχνης εθεωρείτο κακόγουστο, γι’ αυτό και ο κάτοχός του έσπευδε να το πωλήσει, προκειμένου να ικανοποιήσει με το αντίτιμο τις πολλές καταναλωτικές “ανάγκες” του.

Ο δεύτερος ήταν η πραγματική ανάγκη. Το κόσμημα έπρεπε να πωληθεί, προκειμένου να εξασφαλιστεί ο επιούσιος άρτος. Και γνωστής ούσης της ανάγκης στον αγοραστή εκείνος επωφελείτο της ευκαιρίας να το αποκτήσει αντί πινακίου φακής. Πόσοι και πόσοι αισχροκέρδισαν στα μεγάλα αστικά κέντρα κατά τη διάρκεια της κατοχής διαρκούντος του παγκοσμίου πολέμου! Δεν έφθαναν όμως οι συνεργάτες των κατακτητών που είχαν ελευθερία δράσεως με τη στήριξή τους. Ήταν και οι Γερμανοί που δεν κάλυψαν ακόμη τις υποχρεώσεις τους έναντι της χώρας μας, όπως το κατοχικό υποχρεωτικό (!) δάνειο και τις πολεμικές αποζημιώσεις, ενώ από την άλλη οι διάδοχοι και συνεπώς κληρονόμοι των οφειλετών βυσσοδομούν κατά της χώρας μας ζητώντας να αγοράσουν ό, τι απόμεινε από την κρατική περιουσία, όπως αεροδρόμια, λιμάνια, σιδηροδρομικό δίκτυο, πλούτο εδάφους, υπεδάφους και υποθαλάσσιο!

Η εκδήλωση ενδιαφέροντος αγοράς κοσμημάτων φανερώνει και εκδήλωση ενδιαφέροντος προς πώληση. Αλλά για ποιούς λόγους; Ασφαλώς, πρωτίστως, ανάγκης. Η περίοδος της ασυλλόγιστης σπατάλης έχει πλέον παρέλθει, συνεπώς δεν εκποιούνται τα κειμήλια παρά προς κάλυψη πραγματικών αναγκών. Όχι βέβαια για τον επιούσιο άρτο ακόμη, αλλά για την ελάφρυνση από το μεγάλο βάρος των οικονομικών υποχρεώσεων. Δάνεια επί δανείων και ασυλλόγιστες αναλήψεις μέσω πιστωτικών καρτών για αύξηση της αγοραστικής δύναμης έχουν καταστήσει πολλά νοικοκυριά υπερχρεωμένα, καθώς η Πολιτεία, που όφειλε να επεμβαίνει προστατευτικά υπέρ του πολίτη, υπήρξε ο κατ’ εξοχήν υποστηρικτής της εκστρατείας των πιστωτικών ιδρυμάτων προς εκμαυλισμό των συνειδήσεων μέσω της αλόγιστης κατανάλωσης.

Όπου φτώχια και γκρίνια, λέει ο λαός μας. Πόσοι θα αμφιταλαντεύονται, αν είναι ο κατάλληλος καιρός να προβούν στην πώληση ή αν πρέπει να παλέψουν για να οικονομήσουν τις υποχρεώσεις τους και να κρατήσουν τα τιμαλφή για ικανοποίηση σοβαρής ανάγκης στο μέλλον. Πόσες διενέξεις συζύγων θα εκδηλωθούν στις περιπτώσεις που δεν είναι σύμφωνοι για την πώληση των κοσμημάτων. Πόσοι θα εξαπατηθούν κατά την πώληση από τους έμπειρους αγοραστές!

Η τιμή του χρυσού ανέρχεται ραγδαία σε περιόδους οικονομικών κρίσεων. Κατά καιρούς, μάλιστα και πρόσφατα, γίνεται γνωστή η πώληση μέρους των αποθεμάτων χρυσού από την τράπεζα της Ελλάδος. Γίνονται και κάποιες συζητήσεις στη Βουλή με την εκάστοτε κυβέρνηση να υποστηρίζει ότι είναι πλέον ασύμφορη η διατήρηση μεγάλων αποθεμάτων χρυσού, καθώς η χώρα μας δεν διατρέχει κίνδυνο ως διαθέτουσα ισχυρό νόμισμα, το ευρώ. Βέβαια δεν ερωτώνται και, φυσικά, δεν απαντούν, γιατί χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία, διατηρούν σημαντικά αποθέματα χρυσού, ενώ πέραν του ευρώ διαθέτουν πολύ πιό ισχυρές οικονομίες. Ήταν το Κράτος της διαφθοράς και της διαπλοκής το πρώτο που αισθάνθηκε την ανάγκη να εκποιήσει τον χρυσό προς κάλυψη εκτάκτων αναγκών του; Ήταν κίνηση υποταγής σε κελεύσματα έξωθεν προστατών μας (κερδοσκόπων), που μας οδήγησαν στο σημερινό κατάντημα; Ας τονιστεί και το ότι σημαντικά αποθέματα χρυσού της χώρας φυλάσσονται σε ξένη τράπεζα από τον καιρό που μεταφέρθηκαν στην Αίγυπτο και από εκεί στη Νότια Αφρική μετά τη γερμανική εισβολή (1941).

Το παιχνίδι της οικονομίας είναι το αθλιότερο που συνέθεσε ο δυτικός άνθρωπος. Όσοι δεν εισήλθαν στα άδυτα του συστήματος υπό οποιαδήποτε ιδιότητα, δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν τα όσα διαδραματίζονται καθημερινά. Το βέβαιο πάντως είναι ότι εκείνος που πωλεί βρίσκεται σε ανάγκη και όχι εκείνος που αγοράζει. Ίσως οι ισχυροί εταίροι μας παίζουν ένα ακόμη παιχνίδι σε βάρος μας μέσω του χρυσού. Ίσως μας αναγκάσουν (και όχι μόνο εμάς) να πωλήσουμε και άλλες ποσότητες και στη συνέχεια θα εκτινάξουν την τιμή του στα ύψη.

Οι Αμερικανοί αναγράφουν στα χαρτονομίσματά τους τη φράση “To God we trust” (Στον Θεό εμπιστευόμαστε)! Η αγγλική λέξη God (Θεός) διαφέρει κατά ένα μόνο γράμμα από τη λέξη gold (χρυσός), τον οποίο πράγματι εμπιστεύονται αλλά και λατρεύουν οι οικονομικά ισχυροί του κόσμου. Γι’ αυτόν αιμοτοκυλούν τον πλανήτη και σκορπούν τη συμφορά στους καταφρονεμένους λαούς.

Εμείς ποιόν θεό λατρεύουμε;

                                                            “ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 30-5-2011     

Προδοσία: Παραχώρηση κρατικής Εξουσίας

Η  Παραχώρηση της  Κρατικής Εξουσίας συνιστά Προδοσία

 

Του Ηλία Σταμπολιάδη*


 

Η λέξη κράτος  προέρχεται από το ρήμα “κρατώ” που σημαίνει εξουσιάζω. Σκοπός του κράτους είναι η διατήρηση της ευημερίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ασφάλειας του έθνους. Από την αρχαιότητα, η υπόσταση και η δύναμις ενός κράτους εκφράζετο με την έκδοση δικού του νομίσματος που εξασφάλιζε την οικονομική του κυριαρχία στα όρια της επιρροής του, καθώς και την εθνική του ανεξαρτησία. Ιστορικά μόνο οι υποτελείς λαοί είχαν το νόμισμα των κυρίων τους.

Η οικονομική πολιτική ενός κράτους στηρίζεται σε τρεις πυλώνες που είναι; η Δημοσιονομική, η Νομισματική και η Αναπτυξιακή του  πολιτική. Τα τελευταία τριάντα χρόνια η Δημοσιονομική πολιτική της χώρας μας έχει μετατραπεί σε μέσον ανάδειξης των κυβερνήσεων στην εξουσία με εργαλεία το ρουσφέτι και τη διαφθορά. Οι παραγωγικές δυνάμεις του τόπου, που συντελούν στην ανάπτυξη, έγιναν βορά στον κομματικό συνδικαλισμό και η διατήρηση του βιοτικού επιπέδου στο σημερινό επίπεδο στηρίχθηκε σε δάνεια με όρους τοκογλυφίας.

Το τελευταίο κτύπημα, που μάλιστα  συνέβαλε ουσιαστικά και στην ταυτόχρονη υποδούλωση της χώρας, ήταν η παραχώρηση σε ξένους του κυριαρχικού δικαιώματος και της δυνατότητας του κράτους μας να εκδίδει δικό του νόμισμα, τη Δραχμή. Αρχικά εξαπάτησαν το λαό με την προβολή και αποδοχή του Ευρώ σαν το σκληρό νόμισμα που θα εξασφάλιζε τάχα την οικονομική μας σταθερότητα. Η αλήθεια που τελικά αποκαλύπτεται είναι ότι, το Ευρώ εκδίδεται από μία εξουσία στην οποία δεν ανήκουμε ουσιαστικά ως μέλη, συμμετέχουμε με κλείδα μόνο με 2,5% και υφιστάμεθα τις συνέπειες κατά 100%, διότι η Ευρώπη δεν αποτελεί πολιτική συνένωση των λαών αλλά μία αρένα οικονομικού ανταγωνισμού χωρίς κοινωνική συνοχή, χωρίς κοινή δημοσιονομική πολιτική  και χωρίς αλληλεγγύη.

Η έλλειψη εθνικής αναπτυξιακής πολιτικής και ο υπέρμετρος δανεισμός, έχουν οδηγήσει τη χώρα μας σε πτώχευση και υποτέλεια. Οι λιγοστοί πόροι μας διατίθενται για την αποπληρωμή του απεχθούς και επαχθούς χρέους*, εις βάρος των δημοσίων υπαλλήλων και των συνταξιούχων και μάλιστα απειλούν με ολοκληρωτική στάση πληρωμών εάν δεν αποδεχθούμε του όρους των δανειστών μας. Μία βασική αιτία του προβλήματος είναι η αδυναμία του κράτους να εκδώσει εθνικό νόμισμα για να διαχειριστεί τα προβλήματα της οικονομίας του. Η ειρωνεία είναι ότι οι υπηρέτες των ξένων συμφερόντων, διαστρέφοντας την αλήθεια, μας απειλούν επί πλέον ότι θα αναγκασθούμε να επιστρέψουμε στη δραχμή εάν δεν υποταχθούμε. Ας μάθουν όμως ότι αυτό θα το κάνουμε μόνοι μας έτσι και αλλιώς όταν θα τους διώξουμε και θα αναλάβουμε τη σωτηρία της πατρίδος μας .

Σήμερα αντί να εκδώσουμε νέο χρήμα  για να καλύψουμε τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες μας είμαστε υποχρεωμένοι να το δανειστούμε με αντάλλαγμα την εθνική μας κυριαρχία. Μας απειλούν μάλιστα ότι θα κατεβάσουν τα ρολά  εάν δεν συναινέσουμε στη προδοσία. Δεν καταλαβαίνουν φαίνεται ότι όταν κατέβουν τα ρολά αυτοί θα βρεθούν αυτομάτως έξω από το μαγαζί. Εφόσον η δική τους εμμονή συνιστά προσπάθεια υποδούλωσης  της χώρας, τότε η δική μας συναίνεση στην παραχώρηση της εξουσίας του κράτους μας συνιστά προδοσία. Θα είμαστε επικατάρατοι εάν δεν αγωνιστούμε υπέρ του έθνους μας ενάντια στην εξελισσόμενη προδοσία.

Με έναν μόνο όρο θα μπορούσαμε να μείνουμε στο Ευρώ. Να γίνουμε όλοι ισότιμοι πολίτες μίας Ευρωπαϊκής κοινωνίας με κοινή δημοσιονομική πολιτική και όχι ανάπηροι ουραγοί μιας ανταγωνιστικής αγοράς. Μέχρι τότε:

Ναι στον Οβολό,

Ναι στη Μνά,

Ναι στο Τάλαντο,

Ναι στη Δραχμή,

Ναι στο Εθνικό Νόμισμα,

Ναι στην Ανεξαρτησία μας.

 

30-5-2011

 

* Ο  Ηλίας Σταμπολιάδης είναι  Καθηγητής, Πολυτεχνείο Κρήτης, elistach@mred.tuc.gr

 

* Σπύρος ΛαβδιώτηςΧρειαζόμαστε ένα νέο Σόλωνα – Σεισάχθεια” εκδόσεις Κάκτος, Αθήναι 2011

ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΚΒΙΑΣΜΟΙ ΙII

ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΚΒΙΑΣΜΟΙ:

…, το πρόβλημα της τευτονικής Ευρωζώνης και οι ελπίδες από την έκρηξη ωριμότητας των Πολιτών – Μέρος ΙΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ

Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Περαιτέρω, εάν συνεχίσει να ακολουθείται η «πολιτική» των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, η οποία αποκλείει τον περιορισμό των δημοσίων χρεών με τη βοήθεια του πληθωρισμού και των χαμηλών επιτοκίων, καθώς επίσης με την αύξηση της ποσότητας χρήματος («τύπωμα» από την ΕΚΤ), η κατάσταση θα παραμείνει εκρηκτική.

Εάν δε η «τευτοκρατούμενη» Ευρώπη «επιμείνει» προκλητικά στην υπερβολική εσωτερική υποτίμηση (μειώσεις μισθών και λοιπών «αξιών»), με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, η οποία δυστυχώς δεν συνοδεύεται από την αύξηση της εσωτερικής κατανάλωσης εκ μέρους των Πολιτών των πλεονασματικών χωρών, αλλά ούτε και από τις παραγωγικές επενδύσεις τους εντός της Ευρωζώνης, η χρεοκοπία πολλών χωρών της ζώνης του Ευρώ είναι μάλλον δεδομένη – εάν δεχθούμε καλοπροαίρετα ότι δεν είναι προγραμματισμένη από τη Γερμανία.

Στα πλαίσια αυτά είναι φανερό ότι, το πρόβλημα της Ευρωζώνης δεν είναι σε καμία περίπτωση η Ελλάδα, αλλά η Γερμανία – η οποία αναπτύσσεται μάλλον «μερκαντιλιστικά», εις βάρος όλων σχεδόν των εταίρων της.

Ειδικότερα, εάν υποθέσουμε ότι η χώρα μας «εγκατέλειπε» τη ζώνη του Ευρώ, αναγκαζόμενη να υποτιμήσει το νόμισμα της και να χρεοκοπήσει «νομοτελειακά» (λόγω του διπλασιασμού των εξωτερικών χρεών της κλπ.), όλες οι υπόλοιπες χώρες δεν θα είχαν απολύτως κανένα όφελος – αντίθετα, θα υποχρεώνονταν σε τεράστιες, αλυσιδωτές χρηματοπιστωτικές ζημίες, τις οποίες έχουμε την άποψη ότι δεν μπορεί να αντέξει ούτε καν ολόκληρο το σύστημα (άρθρο μας).  

Από την άλλη πλευρά, εάν τυχόν εγκατέλειπε τη ζώνη του Ευρώ η Γερμανία, θα μπορούσε ίσως να αντέξει την υποχρεωτική ανατίμηση του νομίσματος της, χωρίς να χρεοκοπήσει – παρά τη σημαντική μείωση των εξαγωγών που θα είχε τότε, αφού κατευθύνονται κυρίως εντός Ευρώπης (κατά σχεδόν 75%).

Οι υπόλοιπες όμως χώρες θα είχαν πλέον τεράστια οφέλη – μεταξύ άλλων τη δυνατότητα να επιλέξουν τον ελεγχόμενο πληθωρισμό αντί για τη χρεοκοπία τους, να διατηρήσουν ανταγωνιστικό το υπερτιμημένο Ευρώ («συμπλέοντας» με τις Η.Π.Α. και χωρίς να υποχρεώνονται στις «αμυντικές επιθέσεις» της υπερδύναμης, μέσω του ΔΝΤ), να αυξήσουν τις εξαγωγές τους στον υπόλοιπο πλανήτη, να μειώσουν πληθωριστικά τα ελλείμματα και τα χρέη τους, καθώς επίσης πάρα πολλά άλλα – τα οποία θα μπορούσαν να επιτευχθούν μόνο εάν «ανεξαρτητοποιούνταν» από τη Γερμανία.

Βέβαια, υπάρχει μία ακόμη λύση, στην οποία έχουμε αναφερθεί επανειλημμένα στο παρελθόν: η ομοσπονδιακή ένωση ή, καλύτερα, η δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης.

Εν τούτοις, επειδή η λύση αυτή προϋποθέτει αφενός μεν «αρετές», τις οποίες δεν διαθέτει δυστυχώς η σημερινή, τευτονική Γερμανία (αλληλεγγύη κλπ.), αφετέρου πολλούς συμβιβασμούς εκ μέρους όλων των κρατών-μελών, ιδίως των Πολιτών τους, θεωρούμε ότι η μόνη ρεαλιστική εκδοχή, η οποία τουλάχιστον θα εμποδίσει τις αλλεπάλληλες χρεοκοπίες (Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Βέλγιο, Ισπανία, Ιταλία κλπ.), είναι η άμεση απομόνωση της Γερμανίας από την Ευρωζώνη, σε συνδυασμό με την «δασμολογική» προστασία της ΕΕ από την κίτρινη γάγγραινα.    

Κλείνοντας, όπως έχουμε επισημάνει αρκετές φορές στο παρελθόν, όλα όσα ακούγονται περί αδυναμίας της χώρας μας να αντιμετωπίσει τα ελλείμματα ή το δημόσιο χρέος της, αλλά και τα διάφορα διλήμματα που συχνά τοποθετούνται από το «παρασκήνιο», δεν υπηρετούν σε καμία περίπτωση την αλήθεια. Κατά την άποψη μας, αυτό που «υπόγεια» επιχειρείται είναι ο εκφοβισμός των Ελλήνων – όχι μόνο με στόχο τη λεηλασία του εθνικού πλούτου τους αλλά, επίσης, με απώτερο σκοπό είτε την κατάλυση της «τευτονικής» Ευρωζώνης εκ μέρους των Η.Π.Α., έτσι ώστε να μην διακινδυνεύσει η ηγεμονία του δολαρίου, είτε την πλήρη υποδούλωση της ΕΕ, εκ μέρους της Γερμανίας (άρθρο μας).       

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 Σύμφωνα με το γνωστό Αμερικανό οικονομολόγο K.Rogoff και την πολιτική λιτότητας που ακολουθείται, “Είναι αναπόφευκτη μία σημαντικού ύψους διαγραφή των οφειλών αρκετών υπερχρεωμένων χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας – παρά το ότι οι πολιτικοί επιμένουν πως κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο. Τα χρέη δεν έχουν αυξηθεί μόνο στην Ευρωζώνη, αλλά σε ολόκληρη τη Δύση – στην «τριάδα», όπως αποκαλούνται από κοινού οι Η.Π.Α., η ΕΕ και η Ιαπωνία”.

Οι οφειλές της υπερδύναμης υπερβαίνουν πια το 120% του ετήσιου ΑΕΠ της, εάν συνυπολογίσει κανείς τις Πολιτείες και τις κοινότητες. Όσον αφορά την Ιαπωνία, με δημόσιο χρέος στο 220% του ΑΕΠ της πριν από τη Fukushima, η Πολιτική της δεν διανοείται καν να συζητήσει για δόσεις δανείων (χρεολύσια) – προσπαθώντας όσο μπορεί να εξυπηρετεί μόνο τους τόκους, παρά τα μηδενικά σχεδόν επιτόκια δανεισμού της. Εάν δεν λογικευθούμε λοιπόν άμεσα θα βρεθούμε ξαφνικά, εντός του έτους, αντιμέτωποι με ένα μίγμα «νομισματικών καταρρεύσεων» και «υποτιμητικών συναλλαγματικών πολέμων» – κινδύνους για τους οποίους δεν υπάρχει η παραμικρή προετοιμασία.

Συνεχίζοντας, όπως αναφέρει ένας σημαντικός Ιάπωνας οικονομολόγος, “Μία αξιόπιστη στρατηγική πληθωριστικής υποτίμησης του νομίσματος μας, θα ήταν ότι καλύτερο μπορούσε να συμβεί στην πατρίδα μου”, ενώ οι υπόλοιπες ασιατικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας, διατηρούν από καιρό τώρα υποτιμημένα τα νομίσματα τους, χωρίς να φοβούνται τον πληθωρισμό ή τις νομισματικές πιέσεις των Η.Π.Α. (άρθρο μας).  

Παρά το ότι λοιπόν στις δύο άλλες περιοχές της «τριάδας», στις Η.Π.Α. και στην Ιαπωνία, ο ελεγχόμενος πληθωρισμός αντιμετωπίζεται σαν τη «σωτήρια βροχόπτωση εν μέσω ξηρασίας», η Ευρωζώνη, αδικαιολόγητα «τυφλωμένη» και υπό την «επήρεια» της αμετανόητα επεκτατικής Γερμανίας, αδυνατεί να κατανοήσει τη θέση της – ειδικά η Γαλλία, η οποία υπέφερε ανέκαθεν από τη γείτονα της χώρα.

Στα πλαίσια αυτά έχουμε την άποψη ότι, εφόσον η Ευρωζώνη παραμείνει αμετακίνητη στην πολιτική των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, της λιτότητας και του ισχυρού Ευρώ, όλες οι χώρες-μέλη της θα βρεθούν σύντομα αντιμέτωπες, η μία μετά την άλλη, με το τέρας της χρεοκοπίας – το οποίο θα διευκολύνει τα μέγιστα την περαιτέρω επέλαση των συνδίκων του διαβόλου (την αναβίωση του ναζισμού επίσης, σε ένα μεγάλο μέρος της Ευρώπης).    

Το ΔΝΤ στη συνέχεια, ακολουθώντας τις οδηγίες των εντολέων του (του Καρτέλ και των τοκογλύφων) σχεδιάζει να εγκαταστήσει, ενδεχομένως σε συνεργασία με το Γερμανικό Καρτέλ, ένα απίστευτα ιδιωτικοποιημένο, ένα απολυταρχικό αστυνομικό κράτος, με αυστηρότερα κριτήρια από αυτά των Η.Π.Α. – καταλύοντας μία για πάντα ακόμη και τη «μεταλλαγμένη» Δημοκρατία που έχουμε σήμερα: την Κοινοβουλευτική.

Ευτυχώς όμως για όλους μας, η ξαφνική «έκρηξη ωριμότητας» των Πολιτών, Ελλήνων και Ευρωπαίων, φαίνεται πως τείνει να εξισορροπήσει την απίστευτη ανεπάρκεια των πολιτικών – οι οποίοι, κινούμενοι μέσα στα στενά πλαίσια του «δημοσκοπικού καιροσκοπισμού» τους, «υποτακτικοί εάν όχι μπάτλερ των αγορών», έχουν πλέον χάσει την επαφή τους με την πραγματικότητα.

Οι Πολίτες λοιπόν, κατανοώντας ότι η δύναμη δεν δημιουργεί Δίκαιο, δεν φαίνονται διατεθειμένοι να υπακούσουν παρά μόνο σε νόμιμες δυνάμεις (J.J.Rousseau) – γεγονός που ενδεχομένως θα τεκμηριώσει ακόμη μία φορά το ότι, οι κρίσεις αποτελούν ευκαιρίες, εάν ερμηνευθούν σωστά και αξιολογηθούν ανάλογα, από τα άτομα και τις κοινωνίες.     

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 28. Μαΐου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει πρόσφατα το βιβλίο «Η κρίση των κρίσεων», το οποίο περιλαμβάνει επιλεγμένα οικονομικά άρθρα του 2009.

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2355.aspx

ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΚΒΙΑΣΜΟΙ ΙI

ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΚΒΙΑΣΜΟΙ:

…, οι αιτίες της υπερχρέωσης, το πρόβλημα της τευτονικής Ευρωζώνης… – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

ΟΙ ΤΟΚΟΙ ΚΑΙ Η ΥΠΕΡΧΡΕΩΣΗ

Αν και διαδίδεται ότι, η επικράτηση της θεωρίας του Keynes οδήγησε τη δύση στην υπερχρέωση, έχουμε την άποψη ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει – πόσο μάλλον αφού οι Η.Π.Α. κατόρθωσαν να μειώσουν το δημόσιο χρέος τους στο 32% του ΑΕΠ τους, από περίπου 120% μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο.

Η υπερχρέωση της δύσης οφειλόταν κυρίως στην πολιτική των υψηλών επιτοκίων, την οποία επέβαλλε ο πρώην κεντρικός τραπεζίτης των Η.Π.Α. P. Adolf Volcker (από 11,2% το 1979, στο 20% τον Ιούνιο του 1981 – με το prime rate στο 21,5% το 1981) για την καταπολέμηση του πληθωρισμού και της ύφεσης (stagflation) – μία πολιτική που οδήγησε κυρίως τις χώρες της Ν. Αμερικής στη χρεοκοπία (ο P.A.Volcker, μετά την θητεία του στη Fed, διηύθυνε τη γνωστή αμερικανική επενδυτική τράπεζα J.Rothschild). Εάν θέλουμε δε να είμαστε περισσότερο λεπτομερείς, η υπερχρέωση ήταν αρχικά το αποτέλεσμα του συνδυασμού των υψηλών επιτοκίων με έναν σχετικά χαμηλό πληθωρισμό – αφού «περιορίζεται» η άνοδος και του ονομαστικού ΑΕΠ, ενώ «επιτρέπονται» αυξημένοι πραγματικοί τόκοι (στη συνέχεια βέβαια, η υπερχρέωση επιδεινώθηκε από τα χαμηλά επιτόκια, τα οποία διευκόλυναν τον περαιτέρω δανεισμό των ήδη χρεωμένων κρατών). Κάτι τέτοιο συνέβη στη δεκαετία του ’80, όπου ο πληθωρισμός στις Η.Π.Α. μειώθηκε στο 3,2% το 1983 – από το 13,5% του 1981. Για παράδειγμα, εάν έχουμε πληθωρισμό 3% και επιτόκιο 15%, με μηδενική ανάπτυξη, τότε το εκάστοτε χρέος αυξάνεται κατά 12% ετήσια, μόνο από τους «πραγματικούς» τόκους.      

Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί περιγράφει το πρόβλημα του ανατοκισμού, ο οποίος λειτουργεί αποκλειστικά και μόνο προς όφελος των «τοκογλύφων». Σε αυτόν φαίνεται η διαμόρφωση ενός δανείου ύψους 20 δις €, το οποίο «ανατοκίζεται» ετήσια, χωρίς να εξοφλούνται «χρεολύσια» (δόσεις δανείου), με επιτόκιο της τάξης του 15%:

ΠΙΝΑΚΑΣ I: Εξέλιξη αρχικού δανείου 20 δις €, με ετήσιο ανατοκισμό και με επιτόκιο 15% (για ολόκληρες χρονικές περιόδους 01.01.85 – 31.12.89 κλπ.)

Έτος

Αρχικό Κεφάλαιο

Κεφάλαιο συν τόκοι

 

 

 

1985 (αρχή)

20.000.000.000

./.

1989

20.000.000.000

40.227.143.750

1994

20.000.000.000

80.911.154.714

1999

20.000.000.000

162.741.232.583

2004

20.000.000.000

327.330.747.859

Πηγή: Υπολογισμοί Excel, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως διαπιστώνουμε εύκολα από τον Πίνακα I το αρχικό κεφάλαιο, με συνεχώς ανατοκιζόμενο (ετήσια) επιτόκιο 15%, διπλασιάζεται ανά πέντε έτη (με 5% διπλασιάζεται ανά 15 έτη, όπως έχουμε ήδη αναφέρει σε προηγούμενα άρθρα μας). Για παράδειγμα, εάν υποθέσουμε ότι η Ελλάδα είχε δανεισθεί το 1985 το ποσόν των 20 δις €, με σταθερό επιτόκιο 15%, ενώ δεν εξοφλούσε έκτοτε ούτε το κεφάλαιο, ούτε τους τόκους, στα τέλη του 2004, είκοσι χρόνια δηλαδή αργότερα, θα ήταν χρεωμένη με περίπου 330 δις €! (δηλαδή, θα είχε πληρώσει το αρχικό δάνειο, το κεφάλαιο, σχεδόν 16,5 φορές παραπάνω – κάτι που από νομικής πλευράς είναι μάλλον «αντισυμβατικό»). Περαιτέρω ο Πίνακας ΙΙ, ο οποίος αφορά την εξέλιξη του δημοσίου χρέους στις Η.Π.Α. μετά το 1980 (περίοδος υψηλών επιτοκίων) τεκμηριώνει απόλυτα τη θέση μας – σύμφωνα με την οποία η υπερχρέωση του δημοσίου (όπως και ο υπερβολικός πλουτισμός της εκάστοτε ελίτ) είναι, μεταξύ άλλων, το αποτέλεσμα των υψηλών επιτοκίων, αφού το δημόσιο χρέος της υπερδύναμης 15πλασιάστηκε (από 1 τρις $ στα 15 τρις $), μέσα σε τριάντα περίπου έτη:                   

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Εξέλιξη δημοσίου χρέους σε τρις $, Δημόσιο χρέος σε ποσοστά του ΑΕΠ, έλλειμμα (πλεόνασμα) σε τρισεκατομμύρια $

Έτος

Δημόσιο Χρέος

Δημόσιο Χρέος/ΑΕΠ

Έλλειμμα

 

 

 

 

1981

1,0

32,5%

-0,08

1985

1,8

43,8%

-0,21

1990

3,2

55,9%

-0,22

1995

4,9

67,0%

-0,16

2000

5,6

57,3%

+0,24

2005

7,9

63,5%

-0,32

2009

11,9

83,4%

-1,41

2010*

13,8

94,0%

-1,42

2011*

15,1

100,0%

-1,27

* Πρόβλεψη της αμερικανικής κυβέρνησης

Πηγή: Spiegel, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Το χρέος των νοικοκυριών στη χώρα πλησιάζει τα 14 τρις $ (100% του ΑΕΠ), ενώ έχει 20πλασιασθεί, σε σχέση με τη δεκαετία του ’70. 

Από τον Πίνακα ΙΙ τεκμηριώνονται, μεταξύ άλλων, τα καταστροφικά αποτελέσματα της εφαρμογής του νεοφιλελευθερισμού, του κυρίαρχου δόγματος καλύτερα του μονοπωλιακού καπιταλισμού, στις Η.Π.Α. – από τον τότε πρόεδρο Ronald Reagan, για τον οποίο το κράτος δεν αποτελούσε τη λύση για τα προβλήματα, αλλά ήταν το ίδιο πρόβλημα (ως γνωστόν, «απελευθέρωσε» τις αγορές, άνοιξε τα κλειστά επαγγέλματα, αποκρατικοποίησε ακόμη και τις κοινωφελείς επιχειρήσεις, ενίσχυσε τα μέγιστα το Κεφάλαιο, το οποίο σήμερα προσπαθεί να διαφύγει στην Ασία από την «έξοδο κινδύνου», μείωσε τους ανώτατους φορολογικούς συντελεστές από το 70% στο 28% κλπ.).

Ολοκληρώνοντας, στην εποχή του δόθηκε δυστυχώς τεράστια σημασία στον τραπεζικό κλάδο, ο οποίος διπλασίασε έκτοτε την κερδοφορία του – ενώ πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση, το 40% των κερδών όλων των αμερικανικών επιχειρήσεων προερχόταν από τον τραπεζικό τομέα. Εάν λοιπόν θέλουμε να ακολουθήσουμε τις προτροπές των «συνδίκων του διαβόλου», την απελευθέρωση δηλαδή των πάντων, θεωρώντας ότι αυτές θα μας επιλύσουν το πρόβλημα του δημοσίου χρέους, οφείλουμε να γνωρίζουμε τι ακριβώς συνέβη στην πατρίδα τους – αντλώντας τα συμπεράσματα μας από τις τραυματικές εμπειρίες εκατομμυρίων Αμερικανών Πολιτών, οι οποίοι κοιμούνται εξαθλιωμένοι κάτω από τις βρώμικες γέφυρες των πόλεων τους (σε μία απόσταση λίγων μόλις λεπτών από το Λευκό Οίκο, «σαπίζουν» χιλιάδες άνθρωποι σε ένα φρικιαστικό «γκέτο», χωρίς την παραμικρή φροντίδα της Πολιτείας).   

Επίσης οφείλουμε να γνωρίζουμε πως το μυστικό της «σταθεροποίησης» μίας ελλειμματικής και υπερχρεωμένης Οικονομίας, με τις μεθόδους του ΔΝΤ, είναι το ότι ένα μεγάλο μέρος των Πολιτών της χώρας εξαθλιώνεται (αντί να πεθάνει, όπως συμβαίνει σε έναν συμβατικό πόλεμο). Δηλαδή, η ισορροπία επιτυγχάνεται με την απόλυση χιλιάδων εργαζομένων του δημοσίου τομέα, με τη χρεοκοπία των μικρών επιχειρήσεων, καθώς επίσης με την «περιθωριοποίηση» της πλειοψηφίας των ιδιωτικών υπαλλήλων και των αγροτών – οι οποίοι ουσιαστικά πληρώνουν το κόστος της «αλλαγής», καταλήγοντας να ζουν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας.       

Η ΛΙΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Όπως έχουμε ήδη αναλύσει, τα πραγματικά αίτια της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους είναι οι οικονομικές ανισότητες των διαφόρων χωρών της ΕΕ – όπου κάποια κράτη εμφανίζουν τεράστια πλεονάσματα του εξωτερικού ισοζυγίου τους (μόνο το Μάρτιο η Γερμανία εξήγαγε εμπορεύματα κατά 15 δις € περισσότερα από αυτά που εισήγαγε), παράγοντας περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες από όσα χρειάζονται ή καταναλώνουν, ενώ κάποια άλλα εμφανίζουν αντίστοιχα σχεδόν ελλείμματα, παράγοντας λιγότερα από όσα απαιτούνται (ή καταναλώνοντας περισσότερα, όπως δυστυχώς στο παράδειγμα της Ελλάδας). Το πρόβλημα τώρα επιδεινώνεται, εάν τα μεγάλα ελλείμματα συνοδεύονται από υψηλά δημόσια χρέη, για την αντιμετώπιση των οποίων δεν επιλέγεται, ως οφείλει, ο πληθωρισμός, αλλά ο ισοσκελισμένος προϋπολογισμός – η οικονομική λιτότητα δηλαδή η οποία, σε κράτη με έντονα ελλειμματικά Ισοζύγια (αδύναμα εξαγωγικά κλπ.), «εκβάλλει» υποχρεωτικά σε καταστροφικές υφέσεις (στασιμοπληθωρισμός, ανεργία). Πόσο μάλλον αφού ο προερχόμενος εξ αυτών περιορισμός του ΑΕΠ, ονομαστικός ή πραγματικός, επιβαρύνει τη σχέση Δημόσιο χρέος/ΑΕΠ, προς όφελος των τοκογλύφων – οι οποίοι, με κριτήριο το συγκεκριμένο δείκτη, απαιτούν συνεχώς υψηλότερα επιτόκια (spreads). Ο Πίνακας  ΙΙΙ που ακολουθεί είναι χαρακτηριστικός:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ, έλλειμμα και ανεργία της Ευρωζώνης, το έτος 2010

Κράτος

Δημόσιο Χρέος/ΑΕΠ

Έλλειμμα

Ανεργία

 

 

 

 

Ελλάδα

142.8

-10,5

12,6

Ιταλία

119,0

-4,6

8,4

Βέλγιο

96,8

-4,1

 

Ιρλανδία

96,2

-32,4

13,7

Πορτογαλία

93,0

-9,1

11,0

Γερμανία

83,2

-3,3

 

Γαλλία

81,7

-7,0

 

Αυστρία

72,3

-4,6

 

Μάλτα

68,0

-3,6

 

Ολλανδία

62,7

-5,4

 

Κύπρος

60,8

-5,3

 

Ισπανία

60,1

-9,2

20,1

Φιλανδία

48,4

-2,5

 

Σλοβακία

41,0

-7,9

 

Σλοβενία

38,0

-5,6

 

Λουξεμβούργο

18,4

-1,7

 

 

 

 

 

Μέσος Ευρωζώνης

85,1

-6,0

10,1

Πηγή: Eurostat (Απρίλιος 2011), Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Όπως το έλλειμμα της Ιρλανδίας αυξήθηκε απότομα, διπλασιάζοντας σχεδόν το δημόσιο χρέος της λόγω της διάσωσης των τραπεζών της, το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί και στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στο Βέλγιο, στην Ιταλία κλπ. (ειδικά στην Αυστρία, οι τράπεζες της οποίας είναι εξαιρετικά εκτεθειμένες στην Α. Ευρώπη – όπως και στο Βέλγιο, τράπεζες του οποίου διατηρούν στα χαρτοφυλάκια τους αρκετά τοξικά ομόλογα).         

Σύμφωνα με τον Πίνακα ΙΙΙ, αρκετές χώρες της Ευρωζώνης αντιμετωπίζουν ήδη προβλήματα με το δημόσιο χρέος τους – ενώ θα αντιμετωπίσουν σύντομα πολύ μεγαλύτερα, εάν αυξηθούν τα επιτόκια δανεισμού (τόσο από την «τευτονική» ΕΚΤ, όσο και από τις τοκογλυφικές αγορές), σε συνδυασμό με την πολιτική λιτότητας που επιβάλει, ουσιαστικά «μονομερώς», η Γερμανία (σε συνεργασία με τις ελάχιστες ακόμη «ευρωζωνικές» οικονομίες, οι οποίες έχουν θετικό ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών).

Ο Πίνακας IV τώρα που ακολουθεί, τεκμηριώνει τον κίνδυνο των χωρών της GIIPS, από τη χρηματοδότηση των ληξιπρόθεσμων ομολόγων τους:

ΠΙΝΑΚΑΣ IV: Λήξη ομολόγων του δημοσίου σε δις €, με ημερομηνία καταγραφής την 5η Μαΐου 2011

Χώρα

2011

2012

2013

2014

2015

2016-2021

 

 

 

 

 

 

 

Ελλάδα

30,5

33,7

30,6

31,8

56,5

81,4

Ιταλία

204,2

231,9

139,8

99,9

137,6

434,1

Ιρλανδία*

4,4

5,9

6,0

11,9

0,2

67,9

Πορτογαλία

16,8

18,3

10,8

16,0

11,8

50,8

Ισπανία

95,8

97,6

72,9

62,1

40,7

155,4

 * 2025

Σημείωση: Η Ιρλανδία, αν και θεωρητικά ελάχιστα εκτεθειμένη στα ομόλογα, έχει ήδη τυπώσει χρήματα ύψους 60 δις € για τη διάσωση των τραπεζών της, για τις οποίες όμως θα χρειαστεί στο μέλλον τεράστια ποσά – τα οποία δυστυχώς θα πληρώσουν οι συμβιβασμένοι Πολίτες της, σε αντίθεση με τους υπερήφανους, μαχητικούς και αξιοπρεπείς Ισλανδούς.  

Πηγή: Bloomberg, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος  

Όπως διαπιστώνουμε από τον Πίνακα IV, παρά το ότι η Ιταλία και η Ισπανία έχουν πολύ μεγαλύτερο ΑΕΠ από τις υπόλοιπες χώρες, τα ληξιπρόθεσμα ομόλογα τους είναι αφενός μεν υψηλά σε απόλυτα μεγέθη, αφετέρου επικίνδυνα κατανεμημένα για την εποχή – αφού λήγουν εντός των δύο πρώτων ετών. Επομένως, είναι πολύ δύσκολο να θεωρηθεί ότι δεν απειλούνται – εάν όχι με τη δανειοδότηση τους, τουλάχιστον με υψηλά επιτόκια.    

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 28. Μαΐου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει πρόσφατα το βιβλίο «Η κρίση των κρίσεων», το οποίο περιλαμβάνει επιλεγμένα οικονομικά άρθρα του 2009.

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2355.aspx

ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΚΒΙΑΣΜΟΙ Ι

ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΚΒΙΑΣΜΟΙ:

Η αναγκαιότητα προσανατολισμού της Ελλάδας, η χρεοκοπία της Πολιτικής, οι μέθοδοι αντιμετώπισης της κρίσης, οι αιτίες της υπερχρέωσης, … – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Το γεγονός ότι ο άνθρωπος έχει λογική και φαντασία, οδηγεί όχι μόνο στην ανάγκη να έχει αίσθηση της δικής του ταυτότητας αλλά, επίσης, στην ανάγκη να προσανατολίζεται στον κόσμο πνευματικά. Η λογική είναι η ικανότητα του ανθρώπου να συλλαμβάνει τον κόσμο νοητικά – σε «αντιδιαστολή» με τη διάνοια, η οποία είναι η ικανότητα του να χειρίζεται τον κόσμο με τη βοήθεια της νόησης. Έτσι λοιπόν, η λογική είναι το όργανο του ανθρώπου για να φτάνει στην αλήθεια, ενώ η διάνοια είναι το όργανο του ανθρώπου για να χειρίζεται τον κόσμο με περισσότερη επιτυχία”. (E. Fromm)

Σύμφωνα με τα παραπάνω η ανάγκη ανάπτυξης της λογικής, αν και απαραίτητη,  δεν είναι τόσο πολύ επιτακτική, όσο η ανάγκη διαμόρφωσης κάποιου πλαισίου προσανατολισμού – αφού αυτό που διακυβεύεται για τον άνθρωπο, στη δεύτερη περίπτωση, είναι η ευτυχία και η διαύγεια του: η διάνοια του.

Με βάση το συγκεκριμένο γεγονός θεωρούμε ότι, αυτό που λείπει σήμερα από τη χώρα μας, αυτό δηλαδή που αδυνατεί να μας προσφέρει η Πολιτική στο σύνολο της, είναι ένα λογικό πλαίσιο προσανατολισμού μας – χωρίς το οποίο είναι αδύνατον να χειρισθούμε τα προβλήματα μας με επιτυχία, αφού οι Έλληνες διακρίνονταν ανέκαθεν περισσότερο για τη διάνοια τους και πολύ λιγότερο για την αναλυτική, «συμβατική» τους λογική.

Εάν λοιπόν η Πολιτική έλεγε στους Έλληνες Πολίτες την αλήθεια, η οποία θα ήταν το προϊόν της αντικειμενικής ανάλυσης των σημερινών, εθνικών και διεθνών συνθηκών με τη βοήθεια της απλής λογικής, «χαράσσοντας» μία συγκεκριμένη πορεία, η χώρα μας θα μπορούσε πολύ εύκολα να διαχειριστεί όλα της τα προβλήματα με απόλυτη επιτυχία – αφού σε αυτήν την περίπτωση οι Έλληνες θα αποκτούσαν ένα πλαίσιο προσανατολισμού, το οποίο σήμερα δεν διαθέτουν.

Εάν όμως η Πολιτική μας συνεχίσει να υποκρίνεται, να διασπείρει ψευδείς ελπίδες ή  να κινδυνολογεί, να αναφέρεται διαρκώς σε επώδυνα μέτρα και να ενδιαφέρεται μόνο για την «επιβίωση» της, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες, τους εκβιασμούς καλύτερα των παιδιών του Σικάγου, η Ελλάδα θα καταστραφεί –  χωρίς να υπάρχει κανένας αντικειμενικός λόγος, αφού είναι αναμφίβολα μία πάμπλουτη, προικισμένη πολλαπλά χώρα, η οποία όμως δεν έχει κατανοήσει ότι οφείλει να προστατεύει συνεχώς τα «υπάρχοντα» της.

Στα πλαίσια αυτά επαναλαμβάνουμε ότι, η Ελλάδα οφείλει είτε να απαιτήσει έναν βιώσιμο διακανονισμό του δημοσίου χρέους της (ενδεχομένως με τον παράλληλο «συμψηφισμό» των γερμανικών αποζημιώσεων), χωρίς τον αποκλεισμό της από τις αγορές και τη λεηλασία του εθνικού πλούτου της, είτε να αποφασίσει ψύχραιμα την «άρση» κάποιων πληρωμών – παραμένοντας φυσικά εντός της Ευρωζώνης, αφού κανένας δεν μπορεί να απαιτήσει την έξοδο της.

Ανάπτυξη ή αναβολή πληρωμών λοιπόν – με την ανάπτυξη να απαιτεί αφενός μεν την εκδίωξη του ΔΝΤ, αφετέρου την έντιμη και εφικτή αποπληρωμή του συνολικού δημοσίου χρέους μας, σε 40 ισόποσες ετήσιες δόσεις, με επιτόκιο ίσο με αυτό που δανείζονται οι τράπεζες (με το βασικό της ΕΚΤ), ταυτόχρονα με το «άνοιγμα» των αγορών της ΕΕ στα ελληνικά προϊόντα (αυξήσεις των μισθών των πλεονασματικών χωρών, για την τόνωση της εσωτερικής τους κατανάλωσης, με εμπορεύματα ή με υπηρεσίες των ελλειμματικών).    

Παράλληλα, άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση του τεράστιου πολιτισμικού μας προβλήματος – συμπεριλαμβανομένου του «αφελληνισμού», ο οποίος μάλλον «καλλιεργείται» σκόπιμα, μεταξύ άλλων με τη βοήθεια της λαθρομετανάστευσης. Πρόκειται αναμφίβολα για έναν «θανατηφόρο ιό», ο οποίος γιγαντώθηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια, ενώ είναι ίσως πολύ πιο σημαντικός από τον «οικονομικό».

ΟΙ ΜΕΘΟΔΟΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Ανεξάρτητα από την προηγούμενη αναφορά μας στην ελληνική ιδιαιτερότητα, στο επίκεντρο των οικονομικοπολιτικών συζητήσεων της εποχής μας, με αφετηρία το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, ευρίσκονται οι δύο διαφορετικοί τρόποι αντιμετώπισης της – οι οποίοι «ανακαλύφθηκαν» στο παρελθόν από τη Δύση:

(α) Η πολιτική του «επεκτατικού προϋπολογισμού», με στόχο την καταπολέμηση της ύφεσης και της ανεργίας, η οποία στηρίζεται ουσιαστικά στη θεωρία του Keynes – αν και σήμερα έχει άλλου είδους σκοπιμότητες, αφού εφαρμόζεται από τη νεοφιλελεύθερη αμερικανική «σχολή» και το ιδιωτικοποιημένο αστυνομικό κράτος που έχει επιβάλλει. Στα πλαίσια της πολιτικής αυτής επιλέγεται η στοχευμένη αύξηση των δημοσίων δαπανών, καθώς επίσης της ποσότητας χρήματος, ταυτόχρονα με την «υιοθέτηση» χαμηλών παρεμβατικών επιτοκίων από την κεντρική τράπεζα.

Πρόκειται ουσιαστικά για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της κρίσης με τη βοήθεια της ανάπτυξης – με απώτερο στόχο όχι τόσο τον απόλυτο περιορισμό των δημοσίων χρεών, όσο τη μείωση του δείκτη του χρέους, σε σχέση με το ΑΕΠ. Σε τελική ανάλυση, επιλέγεται πολύ λογικά ο ελεγχόμενος πληθωρισμός, αντί της ύφεσης και της ανεργίας, ενώ το κράτος που ακολουθεί τη συγκεκριμένη πολιτική σήμερα, οι Η.Π.Α. δηλαδή, είναι αφενός μεν υπερχρεωμένο και ελλειμματικό, αφετέρου πολυπολιτισμικό – όπου τυχόν αύξηση της ανεργίας θα μπορούσε να προκαλέσει τεράστιες κοινωνικές αναταραχές.    

Ίσως οφείλουμε να συμπληρώσουμε εδώ ότι, σύμφωνα ουσιαστικά με τον Keynes: “Η ευημερία ενός έθνους δεν μετριέται με τα υλικά στοιχεία του Ενεργητικού του –  αφού το χρυσάφι, τα κτίρια, οι δρόμοι, τα ορυχεία, τα εργοστάσια και τα δάση δεν εξανεμίσθηκαν το 1932, παρά το ότι το ΑΕΠ των Η.Π.Α. περιορίσθηκε στο μισό, μέσα σε τρία μόλις έτη”. Κατ’ επέκταση, η ιδιωτική και η δημόσια περιουσία της Ελλάδας, η χρηματιστηριακή αξία των επιχειρήσεων της, ο πλούτος της γενικότερα δεν έχει χαθεί, ούτε περιοριστεί, επειδή αντιμετωπίζουμε μία μεγάλη κρίση – όπως μάλλον θέλουν οι διεθνείς τοκογλύφοι να πιστεύουμε, τοποθετώντας μας ψευδή και εκβιαστικά διλήμματα.

Συνεχίζοντας στον Keynes, “Η ευημερία, όπως και οι οικονομικές κρίσεις, δεν είναι θέματα «δόξας» του παρελθόντος, όσο επιτευγμάτων του παρόντος. Ακριβώς για το λόγο αυτό μετριέται με βάση τα εισοδήματα που κερδίζουμε. Όταν λοιπόν οι περισσότεροι από εμάς σε ατομικό επίπεδο (άρα όλοι μας σε συλλογικό επίπεδο) απολαμβάνουμε υψηλά εισοδήματα, τότε το έθνος μας ευημερεί. Όταν μειώνεται το συνολικό ατομικό (ή εθνικό) εισόδημα, τότε έχουμε ύφεση και το έθνος μας υποφέρει”.

Επομένως, αυτό που οφείλουμε να κάνουμε άμεσα, εάν πραγματικά θέλουμε να βοηθήσουμε τη χώρα μας (πλαίσιο προσανατολισμού), είναι να αρχίσουμε όλοι μαζί να κερδίζουμε χρήματα – να έχουμε εισοδήματα δηλαδή και όχι απλά να περιορίζουμε τις ζημίες. Στα πλαίσια αυτά, το να «φυγαδεύονται» οι αποταμιεύσεις στο εξωτερικό ή να σταματούν οι επενδύσεις, δεν είναι μόνο εγκληματικό, αλλά και ανόητο – επειδή αφενός μεν σήμερα οι ευκαιρίες στην Ελλάδα είναι κατά πολύ μεγαλύτερες από τα ρίσκα, αφετέρου δε αποτελεί τον ασφαλέστερο τρόπο για να οδηγηθούμε στην απώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας, στη λεηλασία της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας, καθώς επίσης στην ανεξέλεγκτη χρεοκοπία.            

(β) Η πολιτική του «ισοσκελισμένου προϋπολογισμού», με στόχο τη σταθερότητα του νομίσματος, η οποία στηρίζεται ουσιαστικά στη θεωρία του Hayek (treasury view) – αν και σήμερα έχει άλλου είδους σκοπιμότητες, αφού «επιβάλλεται» από τη Γερμανία: από ένα επίσης ιδιωτικοποιημένο αστυνομικό κράτος, με απώτερο σκοπό την κυριαρχία του στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο (εννοούμε πάντοτε το τευτονικό κράτος εν κράτει, το οποίο «επιβάλλεται» αυταρχικά από το κλαμπ του Βερολίνου – σε καμία περίπτωση τους Γερμανούς Πολίτες, οι οποίοι ήδη υποφέρουν τα πάνδεινα από τον συγκεκριμένο «μηχανισμό εξουσίας»).

Για την αντιμετώπιση της κρίσης επιλέγεται η μείωση των δαπανών ή/και η αύξηση των φόρων, καθώς επίσης η ιδιωτικοποίηση των κρατικών επιχειρήσεων – με στόχο την εξοικονόμηση πόρων, καθώς επίσης τον περιορισμό των δημοσίων χρεών, σαν απόλυτο μέγεθος.

Εάν κατανοήσουμε εδώ ότι τα κράτη δεν έχουν παραδόξως Ισολογισμούς, οπότε «προβάλλεται» μόνο το Παθητικό τους (δημόσιο χρέος), ενώ δεν υπολογίζεται καθόλου το εκάστοτε Ενεργητικό (δημόσιες επιχειρήσεις, έργα υποδομής κλπ.), θα συνειδητοποιήσουμε πως τα περιουσιακά στοιχεία τους δεν αποτυπώνονται πουθενά – παρά το ότι περιορίζουν το Παθητικό, μειώνουν το χρέος δηλαδή, εάν πουληθούν. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα εξαιρετικό τέχνασμα των υποστηρικτών των ιδιωτικοποιήσεων, με τη βοήθεια του οποίου εξαναγκάζουν τα κράτη να ακολουθούν τις εντολές τους – με απώτερο στόχο τη λεηλασία των δημοσίων επιχειρήσεων και την αποκρατικοποίηση της εξουσίας.   

Συνεχίζοντας, υπό τη συγκεκριμένη πολιτική, η εσωτερική ανάπτυξη δεν αποτελεί στόχο, όπως επίσης όχι η αύξηση της ποσότητας χρήματος και η μείωση των παρεμβατικών επιτοκίων. Σε τελική ανάλυση, «προτιμώνται» η ύφεση και η ανεργία (των άλλων), αντί του πληθωρισμού, αφού το κράτος που επιβάλλει σήμερα τη συγκεκριμένη πολιτική, η Γερμανία δηλαδή, είναι πλεονασματικό – με ισχυρές εξαγωγικές επιδόσεις, με υψηλή ανταγωνιστικότητα, με ελάχιστη ανεργία, με τις αποταμιεύσεις των Πολιτών της σε μετρητά, καθώς επίσης με τεχνητά υποτιμημένο νόμισμα, λόγω της «συμμετοχής» της στην Ευρωζώνη. 

Ίσως οφείλουμε να υπενθυμίσουμε εδώ ότι, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης «προκρίθηκε» η θεωρία του Keynes (ενεργητική καθοδήγηση της Ζήτησης), αντί αυτής του Hayek – η οποία δήθεν «φοβόταν» περισσότερο τον πληθωρισμό από την ανεργία. Στα πλαίσια αυτά, ειδικά μετά τα 2ο παγκόσμιο πόλεμο, η δύση δεν επέστρεψε στον κλασσικό φιλελευθερισμό (A.Smith) – αφού σε όλα σχεδόν τα βιομηχανικά κράτη παρέμβαινε ενεργά το δημόσιο και εγκαταστάθηκε ο κοινωνικός καπιταλισμός.

Για αρκετά χρόνια (μέχρι τη δεκαετία του 70, όπου «απελευθερώθηκε» το δολάριο από τα «δεσμά» του πολυτίμου μετάλλου, άνοιξε το κουτί της Πανδώρας και ξεκίνησε η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού), τα νομίσματα ήταν συνδεδεμένα με το χρυσό. Υπήρχαν επίσης τελωνεία και δασμοί, ενώ ελέγχονταν η κυκλοφορία των κεφαλαίων – πολύ σοσιαλιστικές και επικίνδυνες «πρακτικές» κατά τον Hayek και ειδικά κατά τον μαθητή του M. Friedmanσχολή του Σικάγου»).

Τέλος, ειδικά όσον αφορά την πολυσυζητημένη σήμερα «ανταγωνιστικότητα», πρέπει να κατανοήσουμε ότι αποτελεί ένα συγκριτικό και όχι ένα απόλυτο «μέγεθος». Για παράδειγμα, εάν οι βόρειες ευρωπαϊκές χώρες (η Κίνα για τους δικούς της λόγους) επιλέξουν να εργάζονται 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, επειδή ζουν σε παγωμένα κλίματα και δεν ενδιαφέρονται καθόλου για την ιδιωτική τους ζωή ή για τις όποιες απολαύσεις, τότε οι χώρες του νότου θα πρέπει υποχρεωτικά να κάνουν το ίδιο – εάν επιθυμούν να διατηρήσουν την «συγκριτική» ανταγωνιστικότητα τους, τη «θελκτικότητα» τους καλύτερα για το διεθνές Κεφάλαιο.  

Κατά την ίδια λογική, εάν οι βόρειες χώρες συνεχίσουν να διατηρούν περιορισμένη την κατανάλωση τους, αυξάνοντας τις αποταμιεύσεις τους (οι οποίες «εκβάλλουν» στις επενδύσεις και από αυτές στην παραγωγικότητα), τότε οι νότιες θα χρεοκοπήσουν – εάν δεν τις μιμηθούν επακριβώς.    

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 28. Μαΐου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει πρόσφατα το βιβλίο «Η κρίση των κρίσεων», το οποίο περιλαμβάνει επιλεγμένα οικονομικά άρθρα του 2009.

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2355.aspx

 

Συνέχεια στό το Μέρος ΙΙ

Δανειακή Σύμβαση Ι: Πλάτη στην απάτη…

Πλάτη στην απάτη…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

Η, σχετική με το μνημόνιο, επαίσχυντη δανειακή σύμβαση διακηρύσσει ότι: Η Ελλάδα παραιτήθηκε αμετάκλητα και άνευ όρων απ’ την ασυλία των κυριαρχικών της δικαιωμάτων και των περιουσιακών της στοιχείων!…

Για την ακρίβεια, την παγίδευσαν και την εξανάγκασαν να παραιτηθεί. Ή μάλλον, πιο σωστά, τη δολοφόνησαν.

Με το πρόσχημα της απατηλά μεθοδευμένης και συσσωρευμένης χρεοκοπίας. Η οποία δημιουργήθηκε απ’ τα ληστρικά πανωτόκια της τοκογλυφίας. Αφού τα πραγματικά δάνεια έχουν-πάλιν και πολλάκις-αποπληρωθεί….

Κάποιοι νομομαθείς και συνταγματολόγοι χαρακτηρίζουν το μνημόνιο αντισυνταγματικό. Γιατί, λέει, δεν ψηφίστηκε από τα 3/5 της βουλής…

Δηλαδή, αν το προδοτικό αυτό τερατούργημα, ψηφιζόταν κι απ’ τα 5/5 της Βουλής, θα μπορούσε ποτέ να γίνει αποδεκτό απ’ τη συνείδηση του λαού. Τον οποίο, αδιάκοπα αποπροσανατολίζουν και τρομοκρατούν. Και, εδώ και ένα χρόνο, με τα χίλια ψέματα και τους εκβιασμούς, στο σκοτάδι της άγνοιας κρατούν!…

Ή μήπως το Σύνταγμα δεν το φτιάνουν οι αρχιτέκτονες των ληστρικών σε βάρος του λαού συμφερόντων και προνομίων! Έτσι ώστε να μπορούν οι πρωταθλητές της οποιασδήποτε αθλιότητας να κάνουν, εν ονόματι του συντάγματος, και να λένε ο, τι τους καπνίσει…

Ο λαός, είπε ο Πρωθυπουργός, βάζει πλάτη στην προσπάθεια αυτή! Ποιος λαός; Ο αηδιασμένος και αγανακτισμένος, απ’ τις κατά συρροήν απάτες σε βάρος του! Απ’ αυτούς, ακριβώς, που, ξεπουλώντας αυτόν και την πατρίδα του, βάζουν πλάτη στην απάτη και την αισχροκέρδεια των τοκογλύφων…

Και θα προχωρήσει, συνεχίζει ο Πρωθυπουργός, έστω και μόνος του… Ασφαλώς και μπορεί να πάρει τη φαμίλια του και να πάει, όπου θέλει, μόνος του.

Αλλά η Ελλάδα έχει πολύ βαριά ιστορία, για να τη σπρώξει ο οποιοσδήποτε με τους οποιουσδήποτε στον Καιάδα της ανεπίστροφης καταστροφής.…

 

παπα-Ηλίας, http://papailiasyfantis.wordpress.com, 28-5-2011