ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ, Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΡΙΣΗ Ι

ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ, Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΡΙΣΗ:

Οι ιδιαιτερότητες του Ελληνικού χρέους, η Ουρουγουάη πριν από την κρίση, …  – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

 Ανάλυση

Πρέπει να αγαπάμε την αρετή – καλό όμως είναι να γνωρίζουμε πως δεν είναι παρά ένα τέχνασμα, επινοημένο από τους ανθρώπους, για να κάνουν βολική τη συμβίωση τους. Αυτό που αποκαλούμε ηθική δεν είναι παρά ένα εγχείρημα απόγνωσης των ομοίων μας, ενάντια στην παγκόσμια τάξη – η οποία είναι η πάλη, η σφαγή και η τυφλή σύγκρουση των αντίθετων δυνάμεων” (Anatole France).

Ουσιαστικά, στη σύνοδο κορυφής της 21ης Ιουλίου αποφασίσθηκε η αναδιάρθρωση του Ελληνικού χρέους (εάν φυσικά εφαρμοσθεί – άρθρο μας), μεταξύ άλλων η μείωση του σε ποσοστό της τάξης του 21%. Επειδή τώρα αρκετοί συγκρίνουν τη συγκεκριμένη «διαδικασία» που επιλέχθηκε, με την αντίστοιχη επιτυχημένη στην περίπτωση της Ουρουγουάης, θεωρούμε σκόπιμη μία μικρή ανάλυση της κρίσης της λατινοαμερικανικής χώρας – η οποία, κατά την άποψη μας, ήταν εντελώς διαφορετική.

Πριν συνεχίσουμε οφείλουμε να επισημάνουμε ότι, τόσο η αναδιάρθρωση, όσο και η στάση πληρωμών (Αργεντινή), έχουν άμεση σχέση με τα μεγέθη μίας χώρας –  καθώς επίσης με τα ποσά, απόλυτα ή σχετικά (ως προς το ΑΕΠ κλπ.). Για παράδειγμα, το συνολικό δημόσιο χρέος της Ελλάδας είναι της τάξης των 360 δις € ή 165% του ΑΕΠ της (υπολογίζουμε με ΑΕΠ μικρότερο των 220 δις €, λόγω της τεράστιας ύφεσης που βιώνει η χώρα μας).

Απέναντι σε αυτό, οι συνολικές απώλειες πιστώσεων που έχουν καταγραφεί από την Moodys, από το 1983 έως σήμερα, για 28 ολόκληρα έτη δηλαδή και για όλες τις χώρες, από στάσεις πληρωμών κλπ., δεν υπερβαίνουν τα 126 δις € (182 δις $) – ενώ ακόμη και αυτό το μέγεθος δεν είναι αντιπροσωπευτικό, αφού μεσολάβησαν οι απώλειες δύο μεγάλων χωρών: της Αργεντινής και της Ρωσίας. Επομένως, το μέγεθος του χρέους της Ελλάδας, τριπλάσιο σχεδόν από όλα τα υπόλοιπα μαζί, δεν είναι καθόλου αμελητέο – όσον αφορά την επίδραση του στο παγκόσμιο σύστημα, ειδικά στο ευρωπαϊκό.

Κατά δεύτερο λόγο, πρέπει κανείς να αναλύσει διεξοδικά τους ιδιοκτήτες των ομολόγων – των δημοσίων χρεών δηλαδή μίας χώρας, τα οποία πρόκειται να αναδιαρθρωθούν. Ειδικότερα, τα ομόλογα των αναπτυσσομένων χωρών, όπως της Ουρουγουάης ή της Αργεντινής, αγοράζονται κυρίως από επενδυτικά κεφάλαια υψηλού ρίσκου, από hedge funds, καθώς επίσης από ιδιώτες επενδυτές. Αντίθετα, τα ομόλογα των ανεπτυγμένων, βιομηχανικών κρατών (στις οποίες ανήκει η Ελλάδα, λόγω της συμμετοχής της στην Ευρωζώνη), ευρίσκονται στην κατοχή τραπεζών, ασφαλειών, συνταξιοδοτικών ταμείων κλπ. – κυρίως για λόγους ρευστότητας και περιορισμού του ρίσκου.

Εάν λοιπόν οι τράπεζες δεν κρατήσουν τα ομόλογα αυτά μέχρι τη λήξη τους, καθώς επίσης εάν δεν γίνεται αποτίμηση τους στις τρέχουσες αξίες, αλλά σε πολύ χαμηλότερες, όπως στο παράδειγμα της Ελλάδας, οι ζημίες τους περιορίζουν άμεσα τα κεφάλαια τους – οπότε, οι κίνδυνοι χρεοκοπίας τους αυξάνονται ραγδαία, ενώ οφείλουν να αντιμετωπίζονται με άμεσες αυξήσεις κεφαλαίων.

Περαιτέρω, η αναδιάρθρωση έχει άμεση σχέση με το εάν μία χώρα αντιμετωπίζει απλά προβλήματα ρευστότητας ή ευρίσκεται σε αδυναμία πληρωμών (insolvent). Κατά την άποψη πολλών, εάν το δημόσιο χρέος μίας χώρας ξεπερνά το 120% του ΑΕΠ της, ενώ «μαστίζεται» ταυτόχρονα από δίδυμα ελλείμματα (άρθρο μας), δεν είναι σε θέση να εξοφλεί τις υποχρεώσεις της – οπότε χρεοκοπεί αργά ή γρήγορα. Τυχόν αναδιάρθρωση λοιπόν θα πρέπει, αφενός μεν να μειώνει δραστικά τα χρέη της (στο 80% του ΑΕΠ της ή ακόμη λιγότερο), αφετέρου να δημιουργεί τις προϋποθέσεις επίλυσης των προβλημάτων της, τα οποία προκαλούνται, μεταξύ άλλων, από τα δίδυμα ελλείμματα.

Τέλος όταν μία χώρα, όπως η Ελλάδα σήμερα, δεν έχει τη δυνατότητα υποτίμησης του νομίσματος της ή κάποιας άλλης μορφής νομισματική πολιτική (αύξηση της ποσότητας χρήματος, μείωση των βασικών επιτοκίων κλπ.), ακόμη και μία  αναδιάρθρωση της τάξης του 50% (για παράδειγμα, μέσω της έκδοσης Ευρωομολόγων και ανταλλαγής τους, όπου ένα ασφαλές Ευρωομόλογο θα ανταλλάσσεται με δύο επικίνδυνα Ελληνικά), είναι αδύνατον να έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα – εάν δεν συνοδεύεται από άλλες ενέργειες, όπως ένα σχέδιο επαναβιομηχανοποίησης τύπου «Μάρσαλ» κλπ. 

Όπως φαίνεται λοιπόν, η αναδιάρθρωση χρέους μίας ανεπτυγμένης οικονομίας, η οποία ανήκει ταυτόχρονα σε μία νομισματική ένωση συγκοινωνούντων δοχείων, με τεράστια προβλήματα συνοχής, με ανεπαρκή πολιτική ηγεσία και με πολλές εστίες πυρκαγιάς, με έναν επικίνδυνο εσωτερικό εχθρό (άρθρο μας) και σε συνθήκες διεθνούς κρίσης, είναι μία πάρα πολύ δύσκολη διαδικασία – πόσο μάλλον αφού εκλείπει εντελώς η οποιαδήποτε εμπειρία.

Επομένως, για όλους τους παραπάνω λόγους, η Ελλάδα δεν πρέπει να συγκρίνεται με καμία άλλη χώρα – φυσικά, σε καμία περίπτωση με την Ουρουγουάη, η οποία απλά αναδιάρθρωσε χρέη ύψους 5,7 δις $ (περί τα 4 δις €, όσο δηλαδή το έλλειμμα του προϋπολογισμού της Ελλάδας για ένα μήνα!), επεκτείνοντας το χρόνο αποπληρωμής τους στα πέντε μόλις έτη – χωρίς να αλλάξει το επιτόκιο ή την ονομαστική τους αξία. 

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Η Ουρουγουάη θεωρούταν η Ελβετία της Λατινικής Αμερικής, αφού αποτελούσε το μεγαλύτερο τραπεζικό «off shore» κέντρο της περιοχής, ειδικά για τους κατοίκους της Βραζιλίας και της Αργεντινής – σαν αποτέλεσμα της «ευέλικτης» τραπεζικής νομοθεσίας της, καθώς επίσης της γενικής εμπιστοσύνης στην Οικονομία και στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της (όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα με την Ελβετία, για την οποία κανείς δεν αμφιβάλλει, αν και μάλλον θα έπρεπε).  

Στα τέλη λοιπόν του 2001, με την παγκόσμια κρίση τότε στο αποκορύφωμα της (Ασία, Ρωσία, Μεξικό, Βραζιλία, Αργεντινή κλπ.), ο τραπεζικός τομέας της Ουρουγουάης θεωρούταν από τους περισσότερους σαν απόλυτα υγιής – παρά το ότι η ύφεση είχε αρχίσει από το 1999, εξασθενώντας σημαντικά την κερδοφορία των τραπεζών, λόγω της κρίσης των γειτονικών χωρών. Ειδικά τα δημόσια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της χώρας, εκ των οποίων τα δύο μεγαλύτερα (BROU, BHU) συγκέντρωναν το 40% του συνολικού Ενεργητικού, φαίνονταν να έχουν σωστή κεφαλαιακή διάρθρωση, καθώς επίσης αρκετή ρευστότητα.

Παράλληλα λειτουργούσαν περίπου 30 ιδιωτικές τράπεζες, κυρίως ξένης ιδιοκτησίας, καθώς επίσης μερικές τοπικές επενδυτικές τράπεζες και ταμιευτήρια. Μεταξύ αυτών, κυριαρχούσαν δύο (BGU, BC), το συνολικό ενεργητικό των οποίων αντιπροσώπευε το 20% του τραπεζικού συστήματος της Ουρουγουάης. Ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα ήταν εξαιρετικά ευαίσθητο σε εξωτερικούς «κραδασμούς», αφού χαρακτηριζόταν από πολύ υψηλές καταθέσεις σε δολάρια, από ξένους κυρίως καταθέτες. Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί, είναι χαρακτηριστικός της δομής του συστήματος:

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Ανάλυση των τραπεζικών καταθέσεων της Ουρουγουάης σε δολάρια, από το Δεκέμβριο του 2001 έως το Δεκέμβριο του 2002

Καταθέσεις

Δεκ-01

Μαρ-02

Ιουν-02

Σεπ-02

Δεκ-02

 

 

 

 

 

 

Συνολικές

15.403

13.475

10.744

8.007

8.374

Ξένο συνάλ.

13.970

12.261

9.824

7.458

7.747

Τοπικό νόμισμα

1.433

1.214

920

549

627

Κάτοικοι

7.413

6.953

5.958

5.250

5.431

Ξένοι

6.557

5.308

3.866

2.208

2.315

Πηγή: ΔΝΤ, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος 

Σημείωση: Με κριτήριο τη μείωση των καταθέσεων στην Ουρουγουάη κατά περίπου 7 δις $ μέσα σε ένα έτος (-37,7% του ΑΕΠ της), οι καταθέσεις στην Ελλάδα θα μπορούσαν να μειωθούν κατά 80 δις € – μία πολύ «αμυδρή» πιθανότητα μεν, λόγω του Ευρώ, η οποία όμως οφείλει μάλλον να εξετασθεί, έστω «εγκυκλοπαιδικά», από τις τράπεζες μας.

Όπως διαπιστώνεται από τον Πίνακα Ι, το Δεκέμβριο του 2001 οι συνολικές καταθέσεις ήταν 15,4 δις $ – το 83% δηλαδή του ΑΕΠ της Ουρουγουάης τότε (18,55 δις $ – όταν το Ελληνικό ΑΕΠ σήμερα είναι περί τα 320 δις $ και οι καταθέσεις 260 δις $, ήτοι το 81%). Από τις συνολικές καταθέσεις, το 90% ήταν σε ξένο συνάλλαγμα (13,97 δις $), με το 47% να ανήκουν σε ξένους, μη κατοίκους της χώρας. Στα πλαίσια αυτά, η κεντρική τράπεζα της Ουρουγουάης δεν επέβαλλε ειδικούς κανόνες, όσον αφορά τις καταθέσεις σε συνάλλαγμα των ξένων, τον περιορισμό των αναλήψεων ή όποιους άλλους – ενώ η επίβλεψη των κρατικών τραπεζών εκ μέρους της ήταν σχεδόν ανύπαρκτη.

Τα συνολικά δάνεια που παρείχε το τραπεζικό σύστημα στα τέλη του 2001 ήταν της τάξης των 11,5 δις $, εκ των οποίων τα 8,6 δις $ (75%) ήταν σε ξένο συνάλλαγμα – κυρίως σε δολάρια. Παραδόξως δε, τα 6,1 δις $ (ή το 71% αυτών των δανείων) είχαν δοθεί σε κατοίκους της χώρας, παρά το ότι κανένας από αυτούς δεν είχε εισοδήματα σε συνάλλαγμα ή από άλλες χώρες.

Στα τέλη του 2001, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των κρατικών τραπεζών είχαν φτάσει στο 39,1% των συνολικών – έναντι 5,6% μόλις των ιδιωτικών. Το κόστος λειτουργίας δε των κρατικών τραπεζών ήταν πολύ υψηλό, ενώ τα κέρδη τους κατά πολύ χαμηλότερα, από τα αντίστοιχα των ιδιωτικών – ειδικά της BHU, η οποία ήταν ο κυριότερος «παροχέας» στεγαστικών δανείων της χώρας.

Από δημοσιονομικής πλευράς, η ύφεση που ξεκίνησε το 1999, δημιουργούσε τεράστια ελλείμματα στον ήδη προβληματικό προϋπολογισμό της Ουρουγουάης (από 38% του ΑΕΠ το 1998, στο 58% του ΑΕΠ το 2001, κυρίως λόγω της ενίσχυσης των τραπεζών) – με τη χρηματοδότηση τους να γίνεται με τη σύναψη ξένων δανείων (σε συνάλλαγμα). Λίγο πριν από το ξέσπασμα της κρίσης, το συνολικό δημόσιο χρέος ήταν 10,7 δις $ (57,7% του ΑΕΠ), εκ των οποίων το 83% σε ξένο συνάλλαγμα (για σύγκριση, «μόλις» το 30% του συνολικού δανεισμού της Τουρκίας σήμερα είναι σε ξένο συνάλλαγμα).

Περαιτέρω, το δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ της Αργεντινής το ίδιο έτος ήταν 51% και της Βραζιλίας, το 1999, μόλις 44% («ονειρεμένα» μεγέθη, σε σχέση με το 160% της Ελλάδας ή το 130% της Ιταλίας). Το χρέος της Ουρουγουάης αυξήθηκε στο 93% του ΑΕΠ το Δεκέμβριο του 2002 και στο 108% του ΑΕΠ το Δεκέμβριο του 2003 – σαν αποτέλεσμα της κρίσης, της μείωσης του ΑΕΠ (ύφεση), κυρίως δε της υποτίμησης του νομίσματος της, η οποία πλησίασε τα επίπεδα του 50% (η υποτίμηση είναι ένας από τους βασικούς λόγους που αυξήθηκαν και τα δημόσια χρέη ως προς το ΑΕΠ, τόσο της Αργεντινής, όσο και της Βραζιλίας – επίσης ένας από τους λόγους που θα χαρακτήριζαν έγκλημα την επιστροφή της χώρας μας στη δραχμή, χωρίς την παροχή πολλαπλάσιας αξίας ανταλλαγμάτων).  

Συμπερασματικά λοιπόν, στα τέλη του 2001 η οικονομία της Ουρουγουάης υπέφερε από μία εκτεταμένη κρίση των κρατικών τραπεζών, από την εξάρτηση της από το ξένο συνάλλαγμα, καθώς επίσης από μειωμένη ανταγωνιστικότητα, η οποία προκαλούσε μεγάλα ελλείμματα – λόγω της υποτίμησης των νομισμάτων των βασικών εμπορικών εταίρων της. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο τραπεζικός τομέας της χώρας ήταν εξαιρετικά ευαίσθητος σε εξωτερικά σοκ, καθώς επίσης στην (ενδεχόμενη τότε), υποτίμηση του εθνικού νομίσματος.

 

Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 28. Αυγούστου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Είναι σύμβουλος επιχειρήσεων με πολλά συγγράμματα και μελέτες, ενώ έχει εκδώσει πρόσφατα το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Η κρίση των κρίσεων».

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2410.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Τι σημαίνει τελικά “ανοικτό πανεπιστήμιο”;

Τι σημαίνει τελικά “ανοικτό πανεπιστήμιο”; “Ανοίξαμε και σας περιμένουμε”;


Του Δημήτρη Πατέλη*



Το τελευταία χρόνια μεθοδεύεται (από ταγούς, ιθύνοντες, προθύμους και αφελείς) μια πρωτοφανής ιδεολογική και νοηματική λαθροχειρία. Οι φοιτητικές και πανεπιστημιακές κινητοποιήσεις βαφτίστηκαν αίφνης «κλειστό πανεπιστήμιο». Η λαθροχειρία αυτή εντάσσεται στο σύνολο των προπαγανδιστικών τρικ του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος προτιμά εύηχους όρους για τις βρώμικες επιπτώσεις της στρατηγικής του:

“απελευθέρωση τιμών” αντί για αισχροκέρδεια, “ελαστικοποίηση” και “ευελιξία” αντί για κατάργηση συλλογικών κεκτημένων και διεκδικήσεων, “δημοσιονομική πειθαρχία” αντί για αναδιανομή πόρων υπέρ του κεφαλαίου και κατά της εργασίας, “εξυγίανση” αντί για ξεπούλημα, “μεταρρύθμιση” – αντί για αντιδραστική αντιμεταρρύθμιση, “διασφάλιση ποιότητας” αντί για αγοραία αξιολόγηση, κ.ο.κ.

Όμως, κλειστό πανεπιστήμιο δεν είναι το αγωνιζόμενο πανεπιστήμιο, χώρος ελεύθερης έρευνας και παιδείας, προνομιακός χώρος κριτικού αναστοχασμού, που ανοίγεται στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και οικοδομεί δεσμούς με την εργαζόμενη πλειοψηφία.

Κλειστό πανεπιστήμιο είναι το αποστειρωμένο πανεπιστήμιο των «μεταρρυθμίσεων», με φαλκιδευμένο το άσυλο, όπου ιδιωτικές εταιρείες security (αλλά και τα ΜΑΤ, όταν το ζητήσουν οι πρυτάνεις) θα αποτρέπουν έμπρακτα τις όποιες κινητοποιήσεις και τη διακίνηση “επικίνδυνων” ιδεών, θα προστατεύουν την απρόσκοπτη έρευνα για λογαριασμό των επιχειρήσεων, την διανομή ευρωπαϊκών κονδυλίων και την ανέλιξη σε θέσεις ευθύνης στον κρατικό μηχανισμό και τις επιχειρήσεις (χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα καθηγητή του ΕΜΠ που ταυτόχρονα ήταν και στο payroll της Ericsson και στην ελέγχουσα την Ericksson ΑΔΑΕ). Κλειστό πανεπιστήμιο είναι το πανεπιστήμιο με δυσδιάκριτα έως ανύπαρκτα τα όρια μεταξύ εργαστηρίου ΑΕΙ και επιχειρηματικής δραστηριότητας. Κλειστό πανεπιστήμιο είναι το πανεπιστήμιο που προχωρά στην κατανομή πόρων, χώρων και αξιωμάτων βάσει της αγοραίας αξιολόγησης μελών ΔΕΠ, τμημάτων και τομέων. Κλειστό πανεπιστήμιο είναι το πανεπιστήμιο με απόκρυφες ροές κονδυλίων έρευνας, με σκοτεινές διαπλοκές στην έρευνα για παραγωγή οπλικών συστημάτων. Κλειστό πανεπιστήμιο είναι αυτό που αναπαράγει καθεστώτα δουλικής εκμετάλλευσης και εργασιακού μεσαίωνα σε εργαστήρια και υπηρεσίες του (προπτυχιακών, μεταπτυχιακών και άλλων εργαζομένων, με ή χωρίς συμβάσεις, με αναθέσεις σε εργολάβους, κ.ο.κ.), ενώ αδυνατεί να έχει σε πλήρη λειτουργία ακόμα και τη βιβλιοθήκη του.

Κλειστό πανεπιστήμιο είναι αυτό που ανέχεται την πραξικοπηματική ανάδειξη αρχών. Κλειστό πανεπιστήμιο είναι το πανεπιστήμιο της διάχυσης της διαφθοράς, της συνενοχής, της αναξιοπρέπειας, της υποταγής και του φόβου. Κλειστό πανεπιστήμιο είναι αυτό που ανέχεται τη στοχοποίηση των μη υποτακτικών.

Όπως έχουν επισημάνει συνάδελφοι (π.χ. ο Π. Σωτήρης), υπό το σύνθημα “ανοικτό πανεπιστήμιο” ενεργοποιείται ένας ιδιότυπος συνασπισμός εξουσίας που διαμορφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες εντός των ΑΕΙ πρωτίστως γύρω από την επιθετική προώθηση μιας στρατηγικής επιβολής και εδραίωσης του «επιχειρηματικού πανεπιστημίου». Πρόκειται για ένα συνασπισμό με ισχυρό υλικό συνδετικό ιστό ιδιοτελών συμφερόντων, που αρέσκεται μεν να αυτοπροβάλλεται ως δήθεν “ακαδημαϊκών αρχών” και υπεράνω κομμάτων και ιδεολογιών (αρκεί να τα έχουν καλά με τους εκάστοτε κρατούντες), αλλά λειτουργεί πλέον ως “διακομματικός” επιθετικός πόλος καθεστωτικού καιροσκοπισμού, με την προσήκουσα σε ορισμένου τύπου “εκσυγχρονισμένους” πανεπιστημιακούς επιθετική ιδεολογία…

Αυτό αφορά την «αποτελεσματικότητα» στη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων, στην προσέλκυση πόρων, στην εξυπηρέτηση ποικιλοτρόπως των απαιτήσεων του κυβερνητικού έργου για «ειδικούς», στους δεσμούς με επιχειρηματικά κέντρα και εκδοτικά συγκροτήματα. Σε αυτό το πεδίον δόξης λαμπρόν αναδεικνύονται σήμερα οι νέοι ακαδημαϊκοί μανδαρίνοι, που αδημονούν να απαλλαγούν από τους «αναχρονισμούς» προηγούμενων περιόδων και την ενοχλητική ανορθογραφία τόσο του φοιτητικού κινήματος, όσο και μιας αγωνιστικής στάσης της ΠΟΣΔΕΠ, την οποία σπεύδουν εν όψει συνεδρίου να αλώσουν με πανστρατιά για να την εξουδετερώσουν.

Εξυπακούεται ότι όλοι αυτοί κατά κανόνα περιφρονούν τη μαζικότητα των φοιτητικών συνελεύσεων και απέχουν, συνήθως, από τις διαδικασίες των συλλόγων μελών της ΠΟΣΔΕΠ.

Αδυνατούν να αρθρώσουν επιστημονικά συγκροτημένο λόγο περί των μείζονος σημασίας ζητημάτων της επιστήμης , της παιδείας και της κοινωνίας (περί άλλων γαρ μεριμνούν και τυρβάζουν) και ως εκ τούτου, αποφεύγουν συστηματικά την υποβολή των απόψεών τους στη βάσανο της συλλογικής συζήτησης, του δημόσιου επιστημονικού διαλόγου (όπως κατέστη σαφές και με την ουσιαστική απουσία τους από την σχετική Ημερίδα 14.5.08 στο Πολυτεχνείο Κρήτης). Οι φορείς και θιασώτες αυτού του συνασπισμού αρκούνται σε μυρικασμούς αγοραίων στερεοτύπων και συνθηματολογίας πολιτικών υπαλλήλων, προτιμούν συνήθως την ασφαλή προβολή-προπαγάνδα των ιδεολογημάτων τους από τα κυρίαρχα ΜΜΕ.

Ο συνασπισμός αυτός συσπειρώνει τους φορείς της ψοφοδεούς νομιμοφροσύνης και της θεσμολαγνίας της πανεπιστημιακής γραφειοκρατίας.

Έχω ξανααναφερθεί στη θλιβερή εικόνα των δήθεν οργάνων συνδιοίκησης: πυραμιδωτά δομημένων με όλο και πιο επιλεκτική σύνθεση έως τη σύγκλητο, βάσει της υπακοής και υποταγής στη διοίκηση. Χειραγωγικές πρακτικές, επιλογή, ιεράρχηση και διατύπωση θεμάτων κατά το δοκούν, ώστε να εκβιαστούν τα όργανα να εγκρίνουν απλώς προειλημμένες αποφάσεις. Όλο και πιο πολλές αποφάσεις αρμοδιότητας Συγκλήτου λαμβάνονται από το Πρυτανικό Συμβούλιο με την επίκληση λόγων «ανωτέρας βίας». Χαρακτηριστική είναι π.χ. η απόπειρα σύγκλησης συγκλήτου παραμονές Χριστουγέννων (23.12.08, χωρίς να έχουν ειδοποιηθεί οι συγκλητικοί τουλάχιστον 48 ώρες πριν, όπως προβλέπεται νομίμως), με αποφασιστικής σημασίας θέματα στην ημερήσια διάταξη, ώστε να ληφθούν αποφάσεις ερήμην των άμεσα ενδιαφερομένων «ενοχλητικών» φοιτητών.

Πως λειτουργεί λοιπόν το “ανοικτό πανεπιστήμιο”; Τα τελευταία χρόνια τα διοικητικά όργανα του Ιδρύματος έχουν σχεδόν ολοσχερώς αναχθεί σε μηχανισμούς άκριτης έγκρισης-διεκπεραίωσης άνωθεν προειλημμένων αποφάσεων με το εξής στερεότυπο σχήμα: τίθεται προς έγκριση η χ πρόταση βάσει του ψ νόμου. Εάν κάποιοι απ’ τους εκπροσώπους των φοιτητών, είτε των καθηγητών (μελών ΔΕΠ, ΕΤΕΠ και ΕΕΔΙΠ), αποτολμούν να αρθρώσουν λόγο πέραν των προειλημμένων αποφάσεων, να αντιτάξουν στις τελευταίες τις πραγματικές ανάγκες της πανεπιστημιακής κοινότητας, της επιστήμης και της κοινωνίας, η απάντηση είναι αυτοματοποιημένη: «είναι νόμος του κράτους, εμείς δεν νομοθετούμε, είμαστε δημόσιοι υπάλληλοι και οφείλουμε να τηρούμε το νόμο»! Αυτά τα επιχειρήματα προτάσσονται από τους φορείς της θεσμολάγνου νομιμοφροσύνης του “ανοικτού πανεπιστημίου”, επί παντός ζητήματος ήσσονος ή μείζονος σημασίας, ακόμα και αν το θέμα αφορά νόμους εκτελεστικούς της μη ολοκληρωμένης άρσης του άρθρου 16 του Συντάγματος, ακόμα και αν είναι οι τελευταίοι πρακτικά ανεφάρμοστοι και ανόητοι (βλ. π.χ. τη μη ολοκλήρωση της διανομής συγγραμμάτων κατά το τρέχον εξάμηνο). Σαν να είναι οι νόμοι θέσφατα εξ αποκαλύψεως που τίθενται υπεράνω της κρίσης των άμεσα ενδιαφερομένων και όχι κανόνες διευθέτησης ανθρώπινων σχέσεων βάσει συγκυριακών συσχετισμών δυνάμεων και συμφερόντων. Εάν αντιμετωπίζονται έτσι τα θέσμια στο Πανεπιστήμιο, τι θα γίνεται στην υπόλοιπη κοινωνία;

Αυτή η ψοφοδεής νομιμοφροσύνη και η θεσμολαγνία παραμένει παγερά αδιάφορη για τα μείζονα προβλήματα εντός και εκτός του πανεπιστημίου, για τις στοιχειώδεις αρχές επιστημονικής και παιδαγωγικής δεοντολογίας. Κάποιοι προτρέπουν συχνά πυκνά σε «δυναμικές» κινήσεις αντικατάληψης όποτε κινητοποιούνται οι φοιτητές…

Δεν ανέχονται το «κλειστό Πανεπιστήμιο» λόγω κινητοποιήσεων, ενώ αισθάνονται μακάρια άνεση στην ασφυκτικά κλειστή κοινωνία της ωμής εκμετάλλευσης και καταστολής, της αμεσότερης υπαγωγής έρευνας και παιδείας στο κεφάλαιο. Για ποιο «ανοικτό πανεπιστήμιο» κόπτονται κάποιοι, όταν σφυρίζουν αδιάφορα στον νεοφιλελεύθερο στραγγαλισμό του δημόσιου Πανεπιστημίου; Ανοικτό σε τι, για ποιόν, σε ποια κατεύθυνση; Τι είναι το Πανεπιστήμιο; Μαγαζί για τις όποιες αγοραίες διαθέσεις επιτηδείων, με προσωπικό που διαλαλεί «ανοίξαμε και σας περιμένουμε»;

Σε ορισμένους κύκλους πανεπιστημιακών, κάθε αναφορά στους φοιτητές, στο φοιτητικό κίνημα κ.ο.κ., γίνεται μετά βδελυγμίας, σα να είναι μιάσματα απεχθή, εμπόδια για την εδραίωση-επέκταση του επιχειρηματικού πανεπιστημίου. Έχω ακούσει μέλη της διοίκησης του Ιδρύματος να αποκαλούν «γάγγραινα» τους φοιτητές. Δημιουργείται η αίσθηση ότι εάν υπήρχε δυνατότητα απαλλαγής από τους φοιτητές και το πανεπιστημιακό άσυλο με κάποιας μορφής ψεκασμό, θα είχε χρησιμοποιηθεί από αυτούς τους «δασκάλους» προ πολλού… Το μίσος που τους διακατέχει για τους νέους μας και τις κινητοποιήσεις τους είναι τέτοιο, που ενώ έσπευσαν να καταδικάσουν τις δίκαιες κινητοποιήσεις της πανεπιστημιακής κοινότητας (ως πλειοψηφία του Δ.Σ.) δεν βρήκαν τίποτε να πουν για το δολοφονικό αυταρχισμό των οργάνων καταστολής, σα να ευελπιστούν σε παρόμοιες «λύσεις» των προβλημάτων ανυπακοής που αντιμετωπίζουν… Κατά τα λοιπά, σπεύδουν να παραδώσουν μαθήματα δημοκρατίας και συλλογικής δράσης άνθρωποι που δυσκολεύονται να συγκροτηθούν σε σώμα γενικής συνέλευσης ως Σύλλογος ΔΕΠ!

Χαρακτηριστικό αυτού του συνασπισμού είναι ένα βασικό και στρατηγικό λάθος, που κατέστη κραυγαλέο μετά το νεανικό ξέσπασμα οργής και αγανάκτησης του Δεκεμβρίου του 2008: αδυνατεί να κατανοήσει τη χρεοκοπία των νεοφιλελεύθερων αγοραίων δογμάτων (μεσούσης της οικονομικής κρίσης) από τα οποία εμφορείται, το κοινωνικό βάθος του νεανικού κινήματος εντός και εκτός Πανεπιστημίου, την κλίμακα της πλειοψηφικής απόρριψης της «μεταρρύθμισης» από το φοιτητικό σώμα, το εύρος της απονομιμοποίησης της κυρίαρχης στρατηγικής για τη λειτουργία των ΑΕΙ με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, τόσο από τους φοιτητές, όσο και από μεγάλο μέρος των διδασκόντων και της κοινωνίας.

Επομένως αδυνατεί να συνειδητοποιήσει ότι όχι μόνο δεν έχει το ηθικό και πολιτικό ανάστημα για την άσκηση ηγεμονικού ρόλου απέναντι στο φοιτητικό και πανεπιστημιακό κίνημα, αλλά αντίθετα πολιορκείται από μια πλειοψηφική κοινωνική απαίτηση στην οποία θα αναγκαστεί, αργά ή γρήγορα να υποκύψει και να λογοδοτήσει.

 

* Ο Δημήτρης Πατέλης είναι Επίκουρος Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, μέλος της πολιτικής επιτροπής του Ε.ΠΑ.Μ.

 

ΠΗΓΗ: http://www.ilhs.tuc.gr/gr/dim_utop_83.htm, [ΟΥΤΟΠΙΑ, τ.83, 1-2.2009, σ.10-13, http://www.u-topia.gr/issues/83/10]. Το είδα: Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/08/blog-post_6638.html

Πύρινα Μέτωπα

Πύρινα Μέτωπα

 

Του Δαμιανού Βασιλειάδη


Αθήνα, 26.08.2011. Πάλι η Ελλάδα καίγεται και αναρωτιέται ο Έλληνας πολίτης, που οφείλονται αυτές οι φωτιές. Πολλοί βρίσκουν την εύκολη λύση, που για μένα αποτελεί άλλοθι, και για την πολιτεία και για τους ίδιους: Οι εμπρηστές. Αυτή είναι η στερεότυπη απάντηση.

Βεβαίως είναι και οι εμπρηστές, όπως όταν κάηκε ολόκληρη η Πελοπόννησος για να φύγει ο Καραμανλής, όμως για μένα που γυρίζω στα βουνά και τα φαράγγια της πατρίδας μας και ξέρω κάθε γωνιά του ορεινού όγκου, ως ορειβάτης, η κύρια αιτία για τις πυρκαγιές είναι η αδιαφορία της πολιτείας και φυσικά ο ίδιος ο Έλληνας πολίτης.

Το γιατί είναι εύκολο να το αποδείξω: (Για αστεία μάλιστα λέω ότι, αν γινόταν αντάρτικο, θα ήμουν ο καλύτερος οδηγός βουνού).

Υπάρχουν 1.200.000 αυθαίρετα, που στατιστικά και επίσημα είναι αναγνωρισμένα. Στην ουσία είναι βέβαια περισσότερα. Από αυτά υπολογίζεται ότι 120.000 είναι χτισμένα παράνομα, μέσα σε δασικές εκτάσεις.

Συνέχεια

«Κούρεμα»; Ποιο κούρεμα;

«Κούρεμα»; Ποιο κούρεμα;

του Σταύρου Δ. Μαυρουδέα (*)

Η κυβέρνηση καθώς και η μεγάλη πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης διαφήμισαν τη «συμφωνία των Βρυξελλών» σαν σωτηρία της χώρας από τη χρεοκοπία (Ξανά; Αυτή δεν σώθηκε με το μνημόνιο και το μεσοπρόθεσμο;) και σαν απόδειξη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αργεί, αλλά τελικά λειτουργεί (υποτίθεται προς όφελος των χειμαζόμενων μελών της).

Συνέχεια

Επιστρέφει η δουλεία

Επιστρέφει η δουλεία

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Τέσσερα χρόνια μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, και τώρα βρισκόμαστε μπροστά στο άμεσο ενδεχόμενο ενός νέου, ακόμη πιο καταστροφικού κραχ.

● Τέσσερα χρόνια μετά, και το κύριο καταστροφικό δυναμικό της κρίσης δεν έχει ακόμη εκδηλωθεί, ούτε έχει εκτονωθεί.

● Τέσσερα χρόνια μετά, και η κοινωνία αντιμετωπίζει ίσως τη χειρότερη κρίση που έχει βιώσει ποτέ. Κι αυτό διότι, μπορεί έως τώρα να μην είχαμε επίσημες πτωχεύσεις κρατών, αλλά οι συνθήκες κοινωνικής πτώχευσης και δυστυχίας που κυριαρχούν – πλέον, ακόμη και στις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες –, είναι κυριολεκτικά πρωτοφανείς.

Τα 45 εκατ. φτάνει ο αριθμός στις ΗΠΑ όσων δεν πεθαίνουν της πείνας χάρη στα κρατικά κουπόνια διατροφής. Το 50% αυτού του αριθμού είναι παιδιά και 20% υπερήλικοι χωρίς στον ήλιο μοίρα. Ο αριθμός αυτός αναμένεται να διπλασιαστεί τα επόμενα χρόνια, με ή χωρίς «ανάπτυξη». Είναι αυτό που οι οικονομικοί αναλυτές ονομάζουν «jobless recovery», δηλαδή «ανάκαμψη χωρίς δουλειές». Όχι, όμως, μόνο χωρίς δουλειές, αλλά και χωρίς απολαβές, χωρίς εγγυήσεις έναντι της εξαθλίωσης, χωρίς ούτε εικονική άνοδο του βιοτικού επιπέδου για την συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων. Στην Ευρώπη, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ειδικού παρατηρητηρίου του ΟΗΕ, ο αριθμός όσων ζουν από συσσίτια και παροχές φιλανθρωπίας υπερβαίνει τα 63 εκατ. Ανάμεσα στις πρωτεύουσες με το πιο έντονο πρόβλημα είναι το Λονδίνο, το Παρίσι, η Μαδρίτη και το Βερολίνο. Την ίδια ώρα, οι εργαζόμενοι έχασαν μέσα στα τελευταία χρόνια ό,τι είχαν κερδίσει από τα τέλη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Εργατικά δικαιώματα, κατοχυρώσεις απέναντι στην αυθαιρεσία της αγοράς και του εργοδότη, κοινωνική ασφάλιση κ.ο.κ. Όχι μόνο οι «κοπρίτες» εργαζόμενοι της «διεφθαρμένης» Ελλάδας, αλλά το σύνολο των εργαζομένων στην Ευρώπη.

Επισήμως σκλάβοι

Η ανεργία καλπάζει. Οι εργατικές αμοιβές έχουν αποσπαστεί πια από τις ανάγκες διαβίωσης και αυτό που οι Αγγλοσάξονες αποκαλούσαν “breadwinner wage”, δηλαδή μισθός που εξασφαλίζει το ψωμί της οικογένειας: μια κατάκτηση των εργατικών αγώνων από τις αρχές του 19ου αιώνα αποτελεί σήμερα όνειρο απατηλό για τουλάχιστον τα δύο τρίτα των Ευρωπαίων εργαζομένων. Στην ευρωζώνη, πάνω από το ένα τέταρτο του εργατικού δυναμικού αμείβεται με μισθούς κάτω των 500 ευρώ, ενώ πάνω στο έδαφός της ευδοκιμεί ένα ακόμη φαινόμενο από τα παλιά: το δουλεμπόριο. Σύμφωνα με τον ΔΟΕ, κυρίως στις χώρες της ευρωζώνης, πάνω από 12,5 εκατ. άνθρωποι βρίσκονται επίσημα υπό καθεστώς δουλείας, μέσα από κυκλώματα δουλεμπόρων που τους φέρνουν κυρίως από χώρες της Ασίας και της Αφρικής, αλλά και της ανατολικής Ευρώπης. «Καραβιές» ολόκληρες έρχονται μεθοδευμένα στις χώρες της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, για να χρησιμοποιηθούν σαν δουλική εργασία. Ο «Τρίτος Κόσμος» μετακόμισε πια οριστικά στην καρδιά του «Πρώτου Κόσμου» με όρους απάνθρωπης εκμετάλλευσης και μαζικής εξαθλίωσης σε πρωτοφανή επίπεδα, ειδικά για τις κοινωνίες της ανεπτυγμένης Ευρώπης και φυσικά των ΗΠΑ.

«Ο Μαρξ είχε δίκιο»!

Η κατάσταση είναι τέτοια, που ανάγκασε ακόμη και τον Νουριέλ Ρουμπίνι να παρατηρήσει πρόσφατα σε μια ζωντανή συνέντευξή του στην τηλεόραση της «Wall Street Journal» (11.8) τα εξής:

WSJ: «Μας περιγράψατε μια σκοτεινή εικόνα για την αναιμική οικονομική επέκταση που συντελείται, με έναν αυξανόμενο κίνδυνο μιας νέας ύφεσης στο άμεσο μέλλον. Αυτό ακούγεται πολύ άσχημο. Τι μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση και τι οι επιχειρήσεις, ώστε να βάλουν μπρος την οικονομία; Ή απλώς πρέπει να περιμένουν να δουν τι θα συμβεί;».

Ρουμπινί: «Οι επιχειρήσεις δεν κάνουν απολύτως τίποτε. Στην πραγματικότητα δεν βοηθούν. Όλος αυτός ο κίνδυνος τις έκανε πιο νευρικές… Υποστηρίζουν ότι προχωρούν σε περικοπές επειδή υπάρχει υπερβολική προσφορά, και δεν προσλαμβάνουν εργάτες επειδή δεν υπάρχει αρκετή τελική ζήτηση. Ωστόσο, εδώ υπάρχει ένα παράδοξο… Αν δεν προσλαμβάνεις εργάτες, δεν υπάρχει και αρκετό εργατικό εισόδημα, καταναλωτική εμπιστοσύνη, κατανάλωση, ούτε αρκετή τελική ζήτηση. Στην πραγματικότητα, τα τελευταία δύο με τρία χρόνια είχαμε μια επιδείνωση, διότι υπήρξε μια ογκώδης ανακατανομή εισοδήματος από την εργασία προς το κεφάλαιο, από τους μισθούς προς τα κέρδη, ενώ η ανισότητα των εισοδημάτων έχει αυξηθεί… Έτσι, η ανακατανομή του εισοδήματος και του πλούτου κάνει το πρόβλημα της ανεπαρκούς ζήτησης ακόμη χειρότερο. Ο Καρλ Μαρξ το είχε αντιληφθεί σωστά. Σε κάποιο σημείο, ο καπιταλισμός μπορεί να αυτοκαταστραφεί. Δεν μπορείς να αποσπάς εισόδημα από την εργασία στο Κεφάλαιο, χωρίς να έχεις υπερβάλλουσα προσφορά και έλλειμμα γενικής ζήτησης. Αυτό είναι που έχει συμβεί. Νομίζαμε ότι οι αγορές λειτουργούν. Δεν λειτουργούν. Το άτομο μπορεί να είναι ορθολογικό. Η εταιρεία, προκειμένου να επιβιώσει και να ευημερήσει, μπορεί να σπρώχνει τα εργατικά κόστη όλο και πιο χαμηλά. Ωστόσο, τα εργατικά κόστη είναι κάποιου άλλου το εισόδημα και η κατανάλωση. Γι’ αυτό είναι μια αυτοκαταστροφική διαδικασία».

Τερατογένεση

Τον Νουριέλ Ρουμπινί δεν μπορεί κανείς να τον κατηγορήσει ως οπαδό του Μαρξ. Αντίθετα, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της σημερινής κυρίαρχης οικονομικής σκέψης, που έχει αποβάλει παντελώς την κοινωνική οπτική από την προβληματική της. Γι’ αυτήν, η οικονομία είναι ένα σύστημα δεικτών και λογιστικών μεγεθών, όπου απλά πρέπει να βρεθεί ο κατάλληλος τρόπος διαχείρισής τους. Δεν την ενδιαφέρει καθόλου αν αυτά τα μεγέθη απηχούν κοινωνικές καταστάσεις, αντιθέσεις, σχέσεις εκμετάλλευσης και εξουσίας. Δεν την απασχολεί αν οι δείκτες καθορίζουν ανθρώπινες ζωές, αν συνεπάγονται δυστυχία και κοινωνική απαξίωση. Έλα όμως που οι δραστικές πολιτικές λιτότητας και των περικοπών αναγκάζουν σήμερα ακόμη και τους εκπροσώπους αυτής της πιο χυδαίας εκδοχής – απ’ όλες όσες γνώρισε στην ιστορική πορεία η οικονομική σκέψη – να παραδεχτούν δειλά δειλά ότι η συντριβή της εργαζόμενης κοινωνίας έχει σπρώξει προς μια «αυτοκαταστροφική διαδικασία» την παγκόσμια οικονομία. Το «μοντέλο ανάπτυξης» της παγκόσμιας οικονομίας, που υπήρχε πριν από την πρόσφατη παγκόσμια κρίση, βασιζόταν στη δυνατότητα μιας χούφτας τεράστιων επιχειρηματικών κολοσσών με οικονομική επιφάνεια πολύ μεγαλύτερη από τα περισσότερα κράτη, να επιβάλουν έναν διεθνή καταμερισμό εργασίας όπου, στις χώρες του «Τρίτου Κόσμου», παρήγαν με εξαιρετικά χαμηλά κόστη το μεγαλύτερο μέρος των προϊόντων και υπηρεσιών, οι οποίες πήγαιναν προς κατανάλωση στον ανεπτυγμένο «Πρώτο Κόσμο».

Όσο οι ανεπτυγμένες αγορές εξασφάλιζαν την τελική ζήτηση γι’ αυτά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες, τόσο λειτουργούσε το όλο κύκλωμα χωρίς σοβαρές εμπλοκές από τη μαζική δυστυχία και υποβάθμιση που συνεπαγόταν για την εργαζόμενη κοινωνία των χωρών παραγωγής. Για να στήσουν το κύκλωμά τους στην παγκόσμια οικονομία, οι υπερεθνικοί αυτοί γίγαντες απαιτούσαν όχι μόνο την κατάργηση των συνόρων και των εθνικών ρυθμίσεων, των εθνικών νομοθεσιών κ.ο.κ., αλλά και διαθέσιμα κεφάλαια που καμία εθνική οικονομία από μόνη της δεν μπορούσε να τους εξασφαλίσει – ούτε καν οι ΗΠΑ. Έτσι επήλθε μια τερατογένεση. Δημιουργήθηκαν οι κεφαλαιαγορές που γνωρίζουμε σήμερα σε διεθνές επίπεδο, ικανές να συγκεντρώνουν χρηματικά κεφάλαια 20 φορές μεγαλύτερα από το παγκόσμιο ΑΕΠ. Οι τράπεζες πολύ γρήγορα μετατράπηκαν σε κυρίαρχη έκφραση αυτής της διαδικασίας, και η ανάγκη παραγωγής μιας τέτοιας πληθώρας κεφαλαίου γέννησε μια απίστευτων διαστάσεων κερδοσκοπία, με κάθε είδους πιστωτικό προϊόν και δάνεια σε διεθνές επίπεδο. Έτσι φτάσαμε στην παγκόσμια κρίση, που ξέσπασε τον Αύγουστο του 2007 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Κοινωνική γενοκτονία

Πώς αντιμετώπισαν την κρίση αυτή οι κυβερνήσεις; Πρώτα και κύρια, στράφηκαν σε μια πρωτοφανών διαστάσεων προσπάθεια διάσωσης των ισολογισμών των τραπεζών. Πάνω από 16 τρισ. δολ. «ζεστό χρήμα» διοχέτευσε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ τα δύο τελευταία χρόνια, προκείμενου να βελτιωθεί τεχνητά η εικόνα των τραπεζών. Μόνο στις μεγάλες αμερικανικές τράπεζες (Bank of America, Citi, Goldman Sachs, JP Morgan κ.ο.κ.), η Fed διοχέτευσε 1,2 τρισ. δολ., περίπου το ποσό που οι ιδιοκτήτες κατοικιών στις ΗΠΑ οφείλουν στη βάση των 6,5 εκατ. ενυπόθηκων δανείων που δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν (Bloomberg, 22.8). Η τακτική αυτή ακολουθήθηκε και στην Ε.Ε., όπου τα κράτη και το Δημόσιο φορτώθηκαν τα χρέη και τα ελλείμματα της τραπεζικής αγοράς. Τα χρέη, ιδιωτικά και δημόσια, που μέχρι τότε θεωρούνταν ελέγξιμα και πηγή όχι μόνο σημαντικών κερδών για τις τράπεζες, αλλά και βασικός μοχλός επέκτασης της καταναλωτικής ζήτησης στις ανεπτυγμένες χώρες, άρχισαν να εκτινάσσονται.

Τι έκαναν οι κυβερνήσεις; Επέβαλλαν άγριες πολιτικές λιτότητας και περικοπών, με αποτέλεσμα να προκύψει μία από τις μεγαλύτερες ανακατανομές εισοδημάτων και πλούτου, που έχει συμβεί στις ανεπτυγμένες χώρες από την εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης. Η Ελλάδα υπήρξε το πιο πρόσφορο και εύκολο πειραματόζωο αυτής της συνταγής. Αποτέλεσμα; Η γενίκευση της δυστυχίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλοί σήμερα – και δικαιολογημένα – μιλούν για κοινωνική γενοκτονία ακόμη και στις πιο πλούσιες χώρες. Κι αυτό επειδή τα μέτρα περιορισμού και λιτότητας που υιοθετούνται, χτυπούν με ιδιαίτερα ανελέητο τρόπο τις νέες γενιές: ανεργία και εξαθλίωση… Ο πακτωλός ρευστού χρήματος εις βάρος της κοινωνίας εξασφάλισε μια εικονική βελτίωση των τραπεζικών, κυρίως οικονομικών, και της δυναμικής των κεφαλαιαγορών, με αποτέλεσμα μια εικονική άνοδο του ΑΕΠ τον περασμένο χρόνο. Χαράς ευαγγέλια για τους πληρωμένους καλαμαράδες της οικονομολογίας των κερδοσκόπων. Πέτυχαν το ακατόρθωτο. Να ανακάμψει η οικονομία χωρίς να ανακάμψει η τελική ζήτηση. Περιχαρείς, οι λακέδες της οικονομικής εξουσίας γέννησαν νέες θεωρίες: μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη χωρίς να στηρίζεται στην τελική καταναλωτική δαπάνη, δηλαδή στην αγοραστική δύναμη του πληθυσμού. Αρκεί η κερδοσκοπία στις αγορές. Οι ίδιοι που πήραν ακόμη και Νόμπελ Οικονομίας την προηγούμενη δεκαετία, «αποδεικνύοντας» ότι η κρίση δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο της οικονομικής θεωρίας, ετοιμάστηκαν να διεκδικήσουν νέα Νόμπελ, «αποδεικνύοντας» ότι η αγορά και η οικονομία μπορούν να δουλέψουν άψογα και κυρίως «ορθολογικά», χωρίς να έχουν ανάγκη απ’ το αυξανόμενο εισόδημα του εργαζόμενου. Ζήτω! Νέες περίλαμπρες σελίδες ανοησίας και προστυχιάς γράφτηκαν με τη μορφή της οικονομικής φιλολογίας…

Πώς να σωθούν οι τράπεζες χωρίς… χρήμα;

Έλα, όμως, που η κρίση υποτροπίασε. Οι τράπεζες έχασαν μέσα σε τρεις εβδομάδες σχεδόν το σύνολο των εικονικών κερδών που είχαν εξασφαλίσει από το «τσάμπα» χρήμα των κυβερνήσεων. Ωστόσο, οι κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις το βιολί τους… Οι τράπεζες της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας κρατιούνται όπως – όπως στον αφρό με έκτακτα μέτρα και παρεμβάσεις της ΕΚΤ. Οι πληροφορίες λένε ότι νέος πακτωλός δολαρίων από την Fed αναχαίτισε κάπως την πτώση των χρηματαγορών στις ΗΠΑ – και κυρίως την απαξίωση των τραπεζικών μετοχών. «Δεν κοιμάμαι τις νύχτες», δήλωσε ο Τσαρλς Βίπλοζ, διευθυντής του Διεθνούς Κέντρου για Χρηματικές και Τραπεζικές Μελέτες, που εδρεύει στην Γενεύη και χρηματοδοτείται από την κεντρική τράπεζα της Ελβετίας και μια σειρά άλλες τράπεζες. «Μπήκαμε σε μια νέα φάση της κρίσης» (Bloomberg, 23.8).

«Υπάρχουν αρκετά χρήματα στη Γη για να σωθούν οι τράπεζες;», αναρωτιόταν πρόσφατα ο Τζόναθαν Βέιλ, σχολιαστής της Bloomberg (11.8). Και δεν έχει άδικο. Ο νέος γύρος πριμοδότησης των τραπεζών φαίνεται ότι θα φέρει την παγκόσμια οικονομία, όχι μόνο πιο κοντά σε ένα νέο παγκόσμιο κραχ, αλλά και σε μια σειρά από αναπόφευκτες χρεοκοπίες κρατών. Με πρώτη υποψήφια φυσικά την Ελλάδα

«Πρακτικά αφερέγγυοι»

Ο Νουριέλ Ρουμπινί είχε σημειώσει τον Ιανουάριο του 2009 ότι ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα των ΗΠΑ ήταν «χρεοκοπημένο» και «πρακτικά αφερέγγυο»: «Βρήκα ότι οι πιστωτικές απώλειες μπορούν να φτάσουν στο ύψος των 3,6 τρισ. δολ. για τα ιδρύματα των ΗΠΑ, τα μισά εκ των οποίων είναι τράπεζες και διαμεσολαβητές», έλεγε τότε ο Ρουμπινί. «Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε αυτό σημαίνει ότι ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα των ΗΠΑ είναι πρακτικά αφερέγγυο, γιατί ξεκινά με ένα κεφάλαιο της τάξης των 1,4 τρισ. δολ. Τα προβλήματα του Citi, της Bank of America και των άλλων υποδηλώνουν ότι το σύστημα είναι χρεοκοπημένο», κατέληγε ο Ρουμπινί. «Στην Ευρώπη συμβαίνει το ίδιο πράγμα». Βελτιώθηκε η κατάσταση που περιέγραφε τότε; Ούτε κατά διάνοια. Αντίθετα, χειροτέρεψε. Το αμερικανικό τραπεζικό σύστημα κατέγραψε απώλειες που υπερβαίνουν τα 5 τρισ. δολ., ενώ το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα έχει πάνω από 17 τρισ. δολ. «τοξικά χαρτιά» στο ενεργητικό του, καθώς και κεφάλαιο που κινείται γύρω στα 2 – 3 τρισ. δολ.

«Διαγραφή χρεών ή ύφεση δίχως τέλος»

Τα δεδομένα αυτά υποδηλώνουν ότι ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα, και στις δυο όχθες του Ατλαντικού, είναι ανεπανόρθωτα χρεοκοπημένο και δεν μπορεί να διασωθεί, σε όσες ενέσεις ρευστότητας κι αν υποβληθεί. Ωστόσο, το σύστημα και το πολιτικό προσωπικό του είναι καταδικασμένα σε μια «σισύφεια προσπάθεια» να επαναλαμβάνουν διαρκώς τα ίδια και τα ίδια, με την ψευδαίσθηση ότι κάπως έτσι θα κατευνάσουν τους δαίμονες που τα ίδια έχουν απελευθερώσει. Έστω κι αν κάθε τέτοια προσπάθεια στοιχίζει σε απίστευτο βαθμό για την κοινωνία… Μην στενοχωριέστε όμως. Το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα δεν πρόκειται να καταρρεύσει, όπως φοβάται ο Νουριέλ Ρουμπινί. Δεν πρόκειται να καταρρεύσει, ακόμη κι αν συνεχίσει ακάθεκτο στην ίδια αυτοκαταστροφική πορεία. Μπορεί να καταρρεύσουν χώρες, κράτη, τράπεζες, επιχειρήσεις και να πεινάσουν λαοί ολόκληροι – ακόμη και στον λεγόμενο ανεπτυγμένο κόσμο –, αλλά μη φοβάστε: το κυρίαρχο σύστημα δεν πρόκειται να καταρρεύσει. Έχει ανεξάντλητες εφεδρείες αναπαραγωγής, ακόμη και σε συνθήκες της πιο γενικευμένης βαρβαρότητας. Δεν μπορεί να καταρρεύσει από μόνο του, ακόμη κι αν το θελήσει. Μόνο οι λαοί μπορούν να επιφέρουν την κατάρρευση του κυρίαρχου συστήματος.

Ούτε είναι σωστή η άποψη ότι η κρίση αυτή είναι παροδική: ένα είδος οικονομικού κύκλου. Τόσο το πολιτικό προσωπικό όσο και οι διεθνείς μηχανισμοί παρέμβασης δεν διαθέτουν βιώσιμη στρατηγική διεξόδου που θα επιτρέψει στο κυρίαρχο παγκόσμιο σύστημα να ανασυγκροτηθεί και να βγει με κάποιον τρόπο από την υπάρχουσα κρίση. Αν διέθετε κάποια τέτοια στρατηγική, έστω υπό διαμόρφωση, δεν θα περιοριζόταν σε μέτρα πανικού και έκτακτες παρεμβάσεις, όπως κοπή χρήματος, αγορές ομολόγων και παροχή ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες. Πώς είναι δυνατόν να θεωρεί κάποιος ότι μπορεί μια οικονομία να ανακάμψει με έκτακτα μέτρα και παρεμβάσεις;

Ώς το κόκαλο

Επιπλέον, η καθίζηση του λαϊκού εισοδήματος σε συνδυασμό με τις συνεχιζόμενες πολιτικές λιτότητας και περικοπών, που έχουν φτάσει το μαχαίρι στο «κόκαλο» για την εργαζόμενη κοινωνία ακόμη και των πιο ανεπτυγμένων οικονομιών της Δύσης, εξασφαλίζουν ότι ακόμη και η επέκταση της οικονομίας θα συνεχίσει να είναι εικονική και εξαιρετικά αναιμική. Η κατάσταση είναι τέτοια, ώστε αναγκάζει ακόμη και ορισμένους καθ’ όλα αξιοσέβαστους καθηγητές Οικονομικής – οι οποίοι δεν έχουν κανένα λόγο να συμπαραταχθούν με όλους εμάς τους «γραφικούς» – να πουν: «Θα έχουμε μια διαρκή ύφεση χωρίς τέλος, αν δεν αρνηθούμε το χρέος…», όπως έγραφε πριν από έναν μήνα ο καθηγητής Στιβ Κιν για τις ΗΠΑ. Ενώ ο Νουριέλ Ρουμπινί έγραφε στην «Financial Times» (8.8): «Από τη στιγμή που αυτή είναι μια κρίση αφερεγγυότητας και ταυτόχρονα ρευστότητας, πρέπει να αρχίσει μια συντεταγμένη αναδιάρθρωση του χρέους. Αυτό σημαίνει μια απευθείας μεγάλη μείωση του ενυπόθηκου χρέους, για περίπου το 50% των Αμερικάνικων νοικοκυριών που πνίγονται…». Όσο θα βαθαίνει η ύφεση πυροδοτώντας νέα κραχ τόσο περισσότερες φωνές θα μιλούν για «σβήσιμο» του χρέους, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του. Φωνές ακόμη κι από τα δώματα της εξουσίας. Μόνο που η αλήθεια είναι ότι η σημερινή δομή της οικονομίας, η κυριαρχία των κεφαλαιαγορών και το πολιτικό προσωπικό που της αντιστοιχεί διεθνώς, δεν είναι σε θέση να υλοποιήσουν κανένα τέτοιο αίτημα. Μόνο ο ίδιος ο λαός μπορεί να το κάνει, αν συνειδητοποιήσει ότι διαφορετικά δεν μπορεί να γλιτώσει από τον κοινωνικό κανιβαλισμό..

(ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 26-08-11)

ΠΗΓΗ: Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/08/blog-post_4568.html

ΠΟΛΕΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

ΠΟΛΕΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Η επιχείρηση στη Λιβύη φαίνεται να τερματίζεται με τον “θρίαμβο” των ειρηνοποιών δυνάμεων του ΝΑΤΟ που στήριξαν τους “εξεγερμένους” κατά του δικτάτορα Καντάφι πολίτες της χώρας.

Ο Καντάφι είναι αναμφισβήτητα ψυχοπαθολογική προσωπικότητα. Το μαρτυρεί περίτρανα η άκρως εντυπωσιακή εκκεντρικότητά του. Ασφαλώς όμως διαθέτει και ικανότητες. Χάρη σ’ αυτές κατάφερε νεαρός ακόμη αξιωματικός να αρπάξει την εξουσία από τον βασιλιά που ανέτρεψε. Όπως κάθε δικτάτορας έτσι και αυτός κατάφερε να διχάσει τον λαό που κυβέρνησε. Άλλοι θεώρησαν ικανοποιητικά το ότι στάθηκε αγέρωχος απέναντι στους ηγέτες των ισχυρών χωρών, τους οποίους κατά καιρούς προκάλεσε κατά τρόπο εντυπωσιακό για ηγέτη φτωχής και ανίσχυρης χώρας, και το ότι με την εθνικοποίηση των πετρελαίων είδαν επί τέλους μέρος του πλούτου της χώρας να διατίθεται για έργα προς όφελος του λαού. Άλλοι, πιστοί στον εκπεσόντα βασιλιά και αμετάπειστοι δεν είδαν με καλό μάτι τη μετατροπή της χώρας τους σε “σοσιαλιστική λαϊκή δημοκρατία”. Και δεν ήσαν αφελείς οι μεγάλοι της Δύσης, ώστε να μην ενισχύσουν κατά το διάστημα των σαράντα ετών που διέρρευσε τους πυρήνες των αντικαθεστωτικών, οι οποίοι διψούσαν για εκδίκηση, καθώς ο δικτάτορας είχε φονεύσει μέλη της οικογενείας τους κατά τη διαρκή επιχείρηση απαλλαγής από επίδοξους ανατροπείς του.

Οι ισχυροί της Δύσης ενοχλημένοι από την προκλητική στάση του τον χαρακτήρισαν τρομοκράτη, για να τον αποκαταστήσουν κατά τρόπο πανηγυρικό πριν από λίγα έτη, όταν εμφανίστηκε να αναθεωρεί την ώς τότε πολιτική του και να εκδηλώνει τη διάθεση για συνεργασία προς πάταξη της “τρομοκρατίας”. Στην τηλεόραση είδαμε πλήθος σκηνών από επισκέψεις και θερμούς εναγκαλισμούς με όλους τους δυτικούς ηγέτες. Βέβαια ακόμη και κατά την περίοδο των ψυχρών σχέσεων δεν τον είχαν αποπέμψει από τη “σοσιαλιστική διεθνή”! Απλά εμείς οι καλά ενημερωμένοι από τα αμερόληπτα ΜΜΕ πληροφορηθήκαμε και την ιδιότητα αυτή του Καντάφι μόλις πρόσφατα, όταν δηλαδή ξέσπασαν οι ταραχές στις αραβικές χώρες της Αφρικής. Μάλιστα και εμείς οι Έλληνες, πέρα από τους Ιταλούς, τους οποίους ο εκπεσών τιμούσε ιδιαίτερα με την ανάμειξη του στα ποδοσφαιρικά πράγματα της χώρας τους, καυχόμασταν, επειδή ένας από τους γυιούς του ήταν συχνότατος επισκέπτης της Μυκόνου, η οποία χάρη στον τουρισμό της “δοξάζει” τη χώρα μας διεθνώς!

Ο Καντάφι σπούδασε στη σχολή Ευελπίδων της χώρας μας και είχε φίλους συμπατριώτες μας. Όμως η εξωτερική μας πολιτική δεν επωφελήθηκε διόλου από αυτό. Το θέμα της ΑΟΖ με τη Λιβύη δεν ετέθη προς συζήτηση και ο Καντάφι ταυτίστηκε με τις τουρκικές θέσεις για τη Γαύδο. Μήπως γι’ αυτό και εμείς λησμονήσαμε τη “σοσιαλιστική αλληλεγγύη” και προσφέραμε διευκολύνσεις στους νατοϊκούς “συμμάχους” μας, προκειμένου να διευκολυνθούν να πλήξουν στόχους, με τις συνηθισμένες πλέον παράπλευρες απώλειες αμάχου πληθυσμού;  Επί εξάμηνο ο λαός της Λιβύης αιμορραγεί και εμείς αδιαφορούμε για το αν μετέχουμε σε μία ακόμη άγρια επίθεση κατά κυρίαρχης χώρας επιβαρυνόμενοι οικονομικά για αλλότρια συμφέροντα. Εμείς για ένα μόνο νοιαζόμαστε: Για το αν τελικά θα αποτραπεί η πτώχευση που θα μας στερήσει τον καταναλωτισμό, στον οποίο έχουμε εθισθεί!

Τότε, στην αρχή της κρίσης, είδαμε να καταφθάνουν στην Κρήτη χιλιάδες Κινέζοι εργαζόμενοι σε εταιρείες που είχαν αναλάβει την κατασκευή έργων στη Λιβύη. Τώρα πληροφορούμαστε ότι οι “επαναστάτες” δηλώνουν πως οι Κινέζοι δεν έχουν θέση στη χώρα τους. Η Κίνα υπέστη πρόσφατα και άλλη απώλεια. Αφού οι ισχυροί επέτρεψαν το αιματοκύλισμα του Σουδάν επί εικοσαετία στον άγριο πόλεμο μεταξύ των Αράβων του Βορρά και των Μαύρων του Νότου, που προβάλλονται ως χριστιανοί, για να διεγείρουν τη συμπάθεια της χριστιανικής Δύσης, με συνοπτικές διαδικασίες επέτυχαν την αναγνώριση από τον ΟΗΕ του αποσχισθέντος Νότου, του πλουσίου σε πετρέλαια. Έτσι η Κίνα, που τόσο διψά για ενέργεια, προκειμένου να διατηρήσει τους γοργούς ρυθμούς ανάπτυξης, υποχωρεί σημαντικά στο αφρικανικό έδαφος.

Δεν συμπαθώ διόλου το κινεζικό καθεστώς του κομμουνιστικού καπιταλισμού. Το κομμουνιστικό κόμμα (έτσι αυτοαποκαλείται)  εφαρμόζει τη γνωστή ωμή και άκρως στερητική της ελευθερίας του κινεζικού λαού πολιτική επιτρέποντας παράλληλα στο αδηφάγο παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο να εξασφαλίζει σημαντικά κέρδη εκμεταλλευόμενο το πάμφθηνο εργατικό δυναμικό της χώρας με συνέπεια τη διάλυση των εθνικών οικονομιών των χωρών της Ευρώπης κυρίως. Είναι η Κίνα που στήριξε με την αγορά αμερικανικών ομολόγων την επιχείρηση των ΗΠΑ κατά του Ιράκ. Μήπως οι μεγαλοκεφαλαιούχοι και κατά καιρούς “θαυμαστές” της κινεζικής ανάπτυξης άρχισαν να ανησυχούν, καθώς δεν διαθέτουν πλήρη τον έλεγχο του καθεστώτος της αχανούς χώρας; Πάντως ένα είναι βέβαιο: Η επίθεση κατά του Καντάφι δεν έγινε για να γευθούν επί τέλους την δημοκρατία οι συμπαθείς Λίβυοι, τους οποίους είδαμε πολλές φορές σε επίδειξη δυνάμεως με κατασπατάληση των σφαιρών σε πυροβολισμούς στον αέρα, σφαιρών τις οποίες αφειδώς παρείχαν σ’ αυτούς οι έμποροι του θανάτου με το αζημίωτο. Το νέο καθεστώς ασφαλώς θα προβεί στην αποεθνικοποίηση των πετρελαίων της χώρας και στην παραχώρησή τους στις πετρελαϊκές εταιρείες της Δύσης. Οι πρωτεργάτες της ανατροπής θα αμειφθούν με σημαντικές θέσεις στη νέα κατάσταση, κάποιοι άλλοι θα αρκεστούν στην ικανοποίηση ότι ο αγώνας τους δεν ήταν μάταιος και οι πολλοί θα συρθούν σε μεγαλύτερη φτώχια, ώστε να μετανοιώσουν για το εγχείρημα τους.

Το νέο καθεστώς δεν θα μας ευχαριστήσει για τις διευκολύνσεις προς τους καταστροφείς της χώρας του ούτε θα μεταβάλει πολιτική στο θέμα της Γαύδου. Ποιά είναι η Ελλάδα, ώστε να την υπολογίσουν; Μας γνωρίζουν όλοι πλέον!            

 

                                                                        “ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 29-8-2011

Οι ΝΑΤΟϊκοί «επαναστάτες» και η άθλια «Αριστερά»

Οι ΝΑΤΟϊκοί «επαναστάτες» και η άθλια «Αριστερά»*

 

Του Τάκη Φωτόπουλου


 

 Η NATOϊκή εγκληματική εκστρατεία εναντίον της Λιβύης ήδη φαίνεται  (να) πετυχαίνει τον στόχο της: την «αλλαγή καθεστώτος» που οδηγεί στην καταστροφή ενός ακόμη λαού, όπως προηγουμένως των λαών της Γιουγκοσλαβίας, του Αφγανιστάν και του Ιράκ. Το  «πεζικό» του ΝΑΤΟ είναι οι «επαναστάτες» της Βεγγάζης (των οποίων ηγούνται στελέχη της CIA [1]!), οι οποίοι, όχι μόνο δεν κάνουν βήμα αν δεν τους ανοίξει πρώτα τον δρόμο το ΝΑΤΟ που με τα Απάτσι του κ.λπ. ξεπαστρεύει τους λαϊκούς αγωνιστές που μάχονται, όχι για τον Καντάφι, αλλά για την ανεξαρτησία της πατρίδας τους, αλλά και έχουν εκπαιδευθεί και καθοδηγούνται στις χερσαίες επιχειρήσεις από τις ειδικές δυνάμεις του.[2]

Φυσικά, το γεγονός ότι και αυτή η αλλαγή καθεστώτος, όπως και οι προηγούμενες,  θεμελιώνεται στη διαίρεση του λαού και σε εξοντωτικό εμφύλιο πόλεμο δεν απασχολεί την υπερεθνική ελίτ, αρκεί να μπορεί να εκμεταλλεύεται τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους της χώρας.

Η κρίσιμη διαφορά όμως αυτής  της εκστρατείας είναι ότι εξασφάλισε ένα πρωτόγνωρο βαθμό συναίνεσης της «διεθνούς κοινότητας» ακόμη και της αυτό-αποκαλούμενης «αντικαπιταλιστικής Αριστεράς»! Έτσι, σε αντίθεση με την εισβολή στο Ιράκ, τώρα είναι ενωμένη σύμπασα η υπερεθνική ελίτ, με επικεφαλής μάλιστα  την Γαλλία, που τότε είχε θυμηθεί τα ιδανικά της Γαλλικής επανάστασης! Ακόμη, χάρη στην ανοχή του φιλοδυτικού τμήματος της Ρωσικής ελίτ, η υπερεθνική ελίτ εξασφάλισε και  τυπική νομιμοποίηση από τον ΟΗΕ, που βλέπει απαθώς να βομβαρδίζονται νοσοκομεία, σχολεία και άμαχοι πληθυσμοί, χάριν της «προστασίας» τους – έστω και αν πρόκειται για την… αυτο-προστασία τους, όπως στη περίπτωση της Σύρτης που βομβαρδίζεται, παρά το ότι όλοι ομολογούν ότι δεν υπάρχουν εκεί «εξεγερμένοι»! Και φυσικά πρωτοστατούν στην εκστρατεία αυτή τα Αραβικά πελατειακά καθεστώτα, με επι κεφαλής την Σαουδική Αραβία και το Κατάρ που, με την Αλ Τζαζίρα του, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην τεράστια εκστρατεία παραπληροφόρησης της διεθνούς κοινής γνώμης. Το νέο στοιχείο είναι η προσθήκη των μεταλλαγμένων, (δήθεν «επαναστατικών»), καθεστώτων της Αιγύπτου και της Τυνησίας, που ελέγχονται από τον στρατό (και μέσω αυτού από την υπερεθνική ελίτ), τα οποία τώρα επιδίδονται στη συντριβή των ριζοσπαστικών τάσεων που είχαν αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια των μαζικών εξεγέρσεων στην αρχή του χρόνου.

Ακόμη πιο κρίσιμο στοιχείο στη συναίνεση αυτή είναι η συμμετοχή του μη-πελατειακού Ισλαμικού Ιρανικού καθεστώτος, καθώς και των παρακλαδιών του (Χεζμπολλά – που έμμεσα ελέγχει τη Λιβανική κυβέρνηση – Χαμάς κ.λπ.), που υποστηρίζει τους Λιβύους «επαναστάτες» και έμμεσα την ΝΑΤΟϊκή εκστρατεία (που καταδικάζει!). Την μυωπική αυτή πολιτική που θεμελιώνεται στον θρησκευτικό σκοταδισμό θα πληρώσουν οι ίδιοι, σύντομα, πολύ ακριβά, εφόσον είναι οι επόμενοι στόχοι της υπερεθνικής ελίτ. Δεν είναι άλλωστε περίεργο  ότι η «νίκη» αυτή της υπερεθνικής ελίτ ήδη άνοιξε την όρεξη σε σημαντικά τμήματά της να μιλούν για την χρησιμοποίηση του ίδιου επιτυχημένου τεχνάσματος (της υπόθαλψης εικονικών εξεγέρσεων, αλλά στη πραγματικότητα εμφύλιων πολέμων, π.χ. Λιβύη & Συρία), ή ακόμη και της εκμετάλλευσης πραγματικών εξεγέρσεων, (π.χ. Αίγυπτος), με στόχο την επιβολή πελατειακού καθεστώτος όχι μόνο στα μικρά «κράτη-παρίες», αλλά ακόμη και σε μεγάλες δυνάμεις (π.χ. Ρωσία) που δεν έχουν πλήρως ενσωματωθεί στη Νέα Διεθνή Τάξη της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας». [3]

Καταλυτικό ρόλο όμως στην όλη εγκληματική εκστρατεία έπαιξαν τα διεθνή ΜΜΕ, που ελέγχονται απόλυτα από την υπερεθνική ελίτ, καθώς και τα «κοινωνικά μίντια» (Facebook, Twitter. You Tube, Podcasts κ.λπ.)[4] που κατασκέυασαν τους μύθους  για τις αεροπορικές «σφαγές» των διαδηλωτών από τον Καντάφι,[5] τους μαζικούς βιασμούς,[6]  τους μισθοφόρους[7] κ.λπ. – οι οποίοι αποδείχθηκαν όλοι Γκεμπελικά ψέματα. Εντούτοις, αυτό δεν εμπόδισε την εκφυλισμένη «Αριστερά» να υιοθετήσει όλη αυτή τη τερατώδη μυθολογία, σε αυτό που έχει ήδη ονομαστεί ο «μιντιακός πόλεμος», ώστε να υποστηρίξει  την κατάπτυστη θέση πως η «εξέγερση» της Λιβύης ήταν άλλη μια λαϊκή εξέγερση όπως αυτές της Τυνησίας και της Αιγύπτου και όχι ένας προσχεδιασμένος από την υπερεθνική ελίτ εμφύλιος πόλεμος που θα έδινε την ευκαιρία στο ΝΑΤΟ, κατόπιν έκκλησης των… ΝΑΤΟϊκών «επαναστατών και των πελατειακών Αραβικών καθεστώτων,  να επιβάλλει αλλαγή καθεστώτος’. Και αυτό, διότι όπως έδειξα στο παρελθόν[8], το καθεστώς Καντάφι στην πραγματικότητα δεν ήταν φιλο-ιμπεριαλιστικό, ακόμη και μετά την οπορτουνιστική μεταστροφή του, που ακολούθησε τα γεγονότα της 9/11, όπως τώρα ομολογεί ακόμη και η «προοδευτική» εφημερίδα της υπερεθνικής ελίτ, η Γκάρντιαν, που την ερμηνεύει ως στρατηγικό τέχνασμα του Καντάφι για να μην έχει η Λιβύη την τύχη του Ιράκ![9] Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι τώρα ακόμη και Αμερικανοί γερουσιαστές, όπως ο Dennis Kucinch, [10] μιλούν για την ανάμιξη της CIA στην «εξέγερση» της Λιβύης.

Η ευρεία αυτή συναίνεση είχε σημαντικότατες επιπτώσεις σε σχέση με τη στάση της Αριστεράς (κρατικιστικής, ελευθεριακής, Πράσινης, κ.λπ.), ακόμη και της «αντισυστημικής» που, στο μεγαλύτερο μέρος της, συντάχθηκε με τους «επαναστάτες», δηλαδή το συνονθύλευμα μεσοαστών, Ισλαμιστών, ζιχαντιστών της Αλ Κάιντα, τοπικών φυλών κ.λπ. που «επαναστάτησαν» κατά του καθεστώτος, όχι βέβαια γιατί ήθελαν αληθινή δημοκρατία (την οποία πράγματι δεν είχαν, ούτε βέβαια θα έχουν τώρα — βλ. Ιράκ, Αφγανιστάν κ.λπ.) αλλά γιατί δεν συμφωνούσαν είτε με τον κοσμικό χαρακτήρα του καθεστώτος (Ισλαμιστές), είτε με το πλήρες κοινωνικό κράτος που είχε δημιουργήσει για την κάλυψη των βασικών αναγκών κάθε Λιβύου (δωρεάν υγεία, Παιδεία, στέγαση, ελάχιστο εισόδημα $1.000)[11] και τη συνακόλουθη διανομή του πλούτου, (νεοφιλελεύθεροι μεσοαστοί)[12] κ.λπ. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι γειτονιές της Τρίπολης, όπου γίνονται οι μεγαλύτερες μάχες των ΝΑΤΟϊκών «επαναστατών» με την λαϊκή αντίσταση, που ακόμη και μετά την «ανατροπή» του Καντάφι συνεχίζεται αμείωτη ενάντια στη μεγαλύτερη (και κτηνωδέστερη!) πολεμική μηχανή του κόσμου, είναι οι εργατικές.[13] Ούτε άλλωστε είναι τυχαίες οι μαζικές διαδηλώσεις υπέρ του καθεστώτος όλους αυτούς τους μήνες, (παρά τους μαζικούς βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ), που τις έκρυβαν επιμελώς τα κατάπτυστα διεθνή ΜΜΕ.

Ο συστημικός ρόλος που παίζει, στην πραγματικότητα, η εκφυλισμένη αυτή  «Αριστερά»[14]  έγινε φανερός όταν υποκριτικά στράφηκε κατά της ΝΑΤΟϊκής επίθεσης, (υποστηρίζοντας όμως τους «επαναστάτες» που το προσκάλεσαν!), ενώ κάποιοι, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν δίστασαν να επικρίνουν την πιο ξενόδουλη ίσως κυβέρνηση στην Ελληνική Ιστορία γιατί δεν αναγνώρισε άμεσα την ψευτο-κυβέρνηση των «επαναστατών» που διόρισε το ΝΑΤΟ.[15] Ο ευτελισμός της «Αριστεράς», στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, που όχι μόνο δεν οργάνωσε ένα τεράστιο αντιπολεμικό κίνημα να σταματήσει την εγκληματική ΝΑΤΟϊκη εκστρατεία κατά της Λιβύης, αλλά ούτε καν μια μαζική διαδήλωση στην Ευρώπη ή την Αμερική,  είναι η πιο αδιάψευστη απόδειξη της ολοκληρωτικής χρεοκοπίας της. Το γεγονός αυτό εγκυμονεί θανάσιμους κινδύνους για την διεθνή ειρήνη και αυτή στην περιοχή μας, εφόσον είναι βέβαια φανερό ότι η εκστρατεία αυτή, που έμμεσα υποστήριξε το μεγαλύτερο τμήμα της διεθνούς Αριστεράς, αποτελούσε απλά τη γενική δοκιμή για τις προετοιμαζόμενες παρόμοιες εγκληματικές εκστρατείες στην Συρία, το Ιράν και το Λίβανο που στοχεύουν όχι μόνο στην ενσωμάτωση κάθε μη πελατειακού καθεστώτος στην Νέα Διεθνή Τάξη αλλά και στην τελειωτική «λύση» στο Παλαιστινιακό, με την ολοκλήρωση της εθνοκάθαρσης των Παλαιστινίων που μαίνεται εδώ και πάνω από 60 χρόνια. Και όχι μόνο! Η ολοκληρωτική παντοδυναμία της υπερεθνικής ελίτ που θα σηματοδοτήσει η τυχόν επιτυχία των στόχων αυτών προμηνύει και την συντριβή κάθε αντίστασης εναντίον της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, η οποία θα παγιωθεί σαν η Νέα Διεθνής Τάξη για πολλούς αιώνες, στον νέο Μεσαίωνα που ανατέλλει, μπροστά στον οποίο ο παλιός Μεσαίωνας θα φαντάζει σαν παραδεισιακός…

 

* Μια μικρότερη εκδοχή του άρθρου, λόγω των περιορισμών χώρου της εφημερίδας, δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» της 27/8/2011: http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=304622

 

Παραπομπές

 

[1] Patrick Cockburn, “The shady men backed by the West to displace Gaddafi,” The Independent (3/4/2011).

[2] Richard Norton-Taylor, “SAS troopers help co-ordinate rebel attacks,” The Guardian (24/8/2011).

[3]  “Russia needs democracy just like Libya does- McCain,” RT (25/8/2011): https://rt.com/news/russia-democracy-senator-mccain-091/

[4] Βλ. για τον ρόλο των κοινωνικών μίντια  και το μανιπουλάρισμα τους από το Αμερικάνικο Πεντάγωνο: http://www.youtube.com/watch?v=W3LPyZhvGNg

[5] Βλέπε το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ : “Tripoli under fire in media information war,” RT (8/3/2011) : http://rt.com/news/libya-tripoli-media-war/; βλ. και “Air strikes in Libya did not take place,” RT (01 March, 2011, 18:24) :  http://rt.com/news/ ; βλέπε επίσης BBC Live news on Libya (3/3/2011, 18:21) : www.bbc.co.uk/news/world-middle-east-12307698

[6] Βλ.π.χ. Patrick Cockburn, “ Amnesty questions claim that Gaddafi ordered rape as weapon of war,” The Independent (24/6/2011).

[7] David D. Kirkpatrick and Rod Nordland, “Waves of Disinformation and Confusion Swamp the Truth in Libya,” The New York Times (23/8/2011).

[8] Βλ T. Fotopoulos, “The pseudo-revolution in Libya and the Degenerate ''Left'',” Part I, The International Journal of Inclusive Democracy, Vol. 7, No. 1 (April 2011): http://www.inclusivedemocracy.org/journal/vol7/vol7_no1_takis_Libya_part1_pseudo_revolution.html

[9] Simon Tisdall, “Vicious, sinister, duplicitous despot driven out on tidal wave of hatred,” The Guardian (24/8/2011).

[10] “Was the CIA behind the Gaddafi oust?,” RT (25/8/2011) : http://rt.com/usa/news/cia-gaddafi-rice-libya-936-087/

[11] Ian R. Crane entitled, “US cloaks lies with bigger lies,” RT (12/5/2011) : http://rt.com/news/us-lies-libya-laden-crane/

[12] Βλ. και James Petras and Robin E. Abaya, “The Euro-US War on Libya: Official Lies and Misconceptions of Critics,” The James Petras Website (25/3/2011) : http://petras.lahaine.org/articulo.php?p=1847&more=1&c=1

[13] Mohamed Madi, BBC News (24/8/2011) : http://www.bbc.co.uk/news/world-africa-14654001#story_continues_2

[14] Βλ T. Fotopoulos, “The pseudo-revolution in Libya and the Degenerate ''Left'',” Part II, The International Journal of Inclusive Democracy, Vol. 7, No. 1 (April 2011):  http://www.inclusivedemocracy.org/journal/vol7/vo7_no1_takis_Libya_part2_degenerate_left.html

[15] Βλ. Ανακοίνωση ΣΥΡΙΖΑ (22/8/2011).

 

ΠΗΓΗ: 27-8-2011, http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2011/2011_08_27.html

Μετανεωτερικότητα και Θρησκεία

Μετανεωτερικότητα και Θρησκεία

Με αφορμή τη συζήτηση για την αποκαθήλωση των χριστιανικών συμβόλων

 

Του Δημήτρη Αγγελή*


 

Η εποχή της νεωτερικότητας, της οποίας τους έσχατους καιρούς διανύουμε σήμερα («ύστερη νεωτερικότητα», κατ’ άλλους μελετητές έχουμε ήδη εισέλθει σε επόμενο στάδιο, αυτό της «μετανεωτερικότητας»), είναι η εποχή της αυτονόμησης του ατόμου από τις καταπιεστικές εξουσίες του παρελθόντος (απ’ το λεγόμενο ancien regime: δηλαδή τα αυταρχικά, απολυταρχικά καθεστώτα, την συμπλέουσα με αυτά Εκκλησία, τις προλήψεις, κλπ.), εποχή που ξεκινάει από την προτεσταντική Μεταρρύθμιση (1517-1600 περίπου), περνάει από το στάδιο του Διαφωτισμού, φτάνει στη Γαλλική Επανάσταση (1789) και στη εγκαθίδρυση του γαλλικού λαϊκού ή ουδετερόθρησκου κράτους (1905), για να καταλήξει στις μέρες μας.  

Ο θρησκευτικός, πάντως, επικαθορισμός της χρονικής αφετηρίας της νεωτερικότητας είχε δύο πολύ σημαντικές συνέπειες: από τη μια μεριά, την ταχύτατη εξάπλωση της Διαμαρτύρησης που ως κατεξοχήν έκφραση του αυτόνομου, αυτοκαθοριζόμενου κι εκκοσμικευμένου υποκειμένου παρουσιάζει, σε σχέση με τα δεδομένα της θρησκευτικά αποχρωματισμένης εποχής μας, μεγαλύτερη ανθεκτικότητα έναντι των συμπαγών χριστιανικών δογμάτων, λόγω και της καταστατικής της πολυφωνίας. Από την άλλη, συνέδεσε την ίδια τη νεωτερικότητα με μία εντατική προσπάθεια απεξάρτησης του ατόμου από τους παραδοσιακούς θρησκευτικούς δεσμούς, προσπάθεια που άλλοτε εκφράστηκε βίαια κι επιθετικά (π.χ. Γαλλική Επανάσταση), κι άλλοτε σε επίπεδο θεωρητικό, ως οξύτατη σύγκρουση στο πεδίο των ιδεών.

Γεγονός, πάντως, είναι ότι υπάρχει μια σχέση έντασης μεταξύ θρησκείας και νεωτερικότητας, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που θα μπορούσε κανείς ν’ αναρωτηθεί αν αυτή καθαυτή η θρησκευτική πίστη είναι συμβατή με την εποχή μας. Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο σύνθετο εξαιτίας της θεσμικής και πολιτισμικής αναδιάρθρωσης του συνόλου των κοινωνικών αξιών, λόγω της παγκοσμιοποίησης: όσο η πολυπολιτισμικότητα κερδίζει έδαφος σε βάρος τής κατά τόπους επικρατούσας ηθικής κοινότητας και εξαπλώνεται γύρω μας ένας πλουραλισμός αντικρουόμενων ιδεών κι ένας πολυθεϊσμός αξιών, τόσο περισσότερο γίνεται αναγκαία μια ξεκάθαρη διαμεσολαβητική πολιτική θεωρία που θα θέτει τους έλλογους και εύλογους, κατά Ρώλς, κανονιστικούς όρους προκειμένου ν’ αποφεύγονται, στο πλαίσιο της αρχής της ανεκτικότητας και της αποδοχής του άλλου, οι συγκρούσεις και να διασφαλίζεται η κοινωνική ειρήνη. Τούτο, ευθύς αμέσως συνεπάγεται μια σχετικοποίηση και περιθωριοποίηση της θρησκευτικής διερμηνείας του κόσμου, καθώς και μια σταδιακή απαξίωση κάθε υπερβατολογικής συμβολικής που με οποιοδήποτε τρόπο επηρεάζει την συμπεριφορά των πολιτών.  

Η νεωτερική απομάγευση του κόσμου, που τόσο παραστατικά έχει περιγράψει ο Βέμπερ, έχει θέσει σήμερα την Εκκλησία, ή μιλώντας γενικότερα τις θρησκείες, στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, επιτρέποντας μια επιλεκτική και καθαρά χρησιμοθηρική πρόσληψη των θρησκευτικών αξιών. Έτσι, από τη μια μεριά η παρουσία της Εκκλησίας επικροτείται όταν κρίνεται ότι παράγει έργο κοινωνικά επωφελές, συμπληρώνοντας τις ελλείψεις του κρατικού συστήματος πρόνοιας. Από την άλλη μεριά, όμως, ο λόγος της – ο οποίος, όπως είναι φυσικό, προβάλλει αρχές μη διαπραγματεύσιμες και με αξίωση καθολικής εγκυρότητας – επικρίνεται κάθε φορά που θεωρείται ότι εξέρχεται από τη στενή, ιδιωτικού μόνο ενδιαφέροντος ζώνη που έχει οριοθετήσει, ως ζωτικό χώρο γι’ αυτήν, η πολιτική. Και δεν θα πρέπει επιπλέον να ξεχνάμε ότι ο εμμενής, πραγματιστικός χαρακτήρας της πολιτικής αντιτίθεται σαφώς στην άνωθεν θεολογική νοηματοδότηση του κόσμου, απ’ την οποία άλλωστε έχει επιλεκτικά υφαρπάξει όλα εκείνα τα στοιχεία που επενδύουν την θεσμική εξουσία και κυριαρχία με συμβολική εγκυρότητα και ισχύ. Όπως έχει εξηγήσει ο Καρλ Σμιτ στη μελέτη του για την «πολιτική θεολογία», οι κυριότερες έννοιες της σύγχρονης θεωρίας του Κράτους αποτελούν εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες. Άλλος ένας λόγος, λοιπόν, για τον οποίο η κρατική εξουσία απαξιώνει την Εκκλησία, αφού εδώ και καιρό η τελευταία έχει πάψει να λειτουργεί ως νομιμοποιητική αρχή και υπερβατική δικαίωση των πολιτικών αποφάσεων.

Στο νέο, τελικά, περιβάλλον της ομογενοποίησης των πολιτισμικών συμπεριφορών, το οποίο για χάρη της καταναλωτικής ευδαιμονίας εξορθολογίζει και σχετικοποιεί τη σημασία των κάθε λογής παραδόσεων, η θρησκευτική εμπειρία οφείλει να είναι περιορισμένη στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής και του υποκειμενικού συναισθήματος, να είναι δηλαδή ελεγχόμενη. Έτσι εξηγείται και η συνεχής αμφισβήτηση του δημόσιου λόγου αλλά και των πολιτιστικών εκφράσεων της πλειοψηφούσας θρησκείας που φτάνουμε σήμερα να τα θεωρούμε ως ιδιαίτερα «προνόμια»: ο χριστιανικός μονοθεϊσμός ανέκαθεν θεωρούνταν πολιτικά επικίνδυνος, ωστόσο ποτέ του, τουλάχιστον στην ορθόδοξη εκδοχή του, δεν αποδείχτηκε και κοινωνικά επικίνδυνος, το αντίθετο. Όμως σήμερα, στην εποχή της λατρείας της παγκόσμιας οικονομίας, για προφανείς λόγους, αναγορεύεται σε κίνδυνο για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα…

Στο περιθώριο της θεωρητικής συζήτησης που προηγήθηκε, σημειώνουμε εδώ ότι η περίπτωση της χώρας μας, λόγω των ιδιαίτερων ιστορικών συνθηκών διαμόρφωσης του νεοελληνικού κράτους (τουρκοκρατία, εθναρχικός ρόλος της Εκκλησίας, καθυστέρηση ανάπτυξης, κ.τ.λ.), καταχωρείται στις περισσότερες μελέτες περί νεωτερικότητας, μαζί με τα υπόλοιπα Βαλκάνια, στις εξαιρέσεις. Τα αποτελέσματα αυτής της καθυστερημένης εισόδου στη νεωτερικότητα θεωρήθηκαν ως επαρκής δικαιολογία ώστε να προκριθεί ένα σκληρό πρόγραμμα εκσυγχρονισμού (modernization: σύνολο σωρευτικών αλληλοενισχυόμενων διαδικασιών), και όχι μια ήπια νεωτερίκευση (: προαγωγή εκείνων των διεργασιών που συγκροτούν την συνθήκη της νεωτερικότητας) της ελληνικής κοινωνίας. Το γεγονός αυτό είχε πριν κάποια χρόνια ως αποτέλεσμα μια περίοδο σφοδρής κοινωνικής σύγκρουσης εξαιτίας μιας άσκοπης όσο και αμελητέας μεταβολής στον τύπο των αστυνομικών ταυτοτήτων και στη συνέχεια έναν παρατεταμένο διάλογο πάνω στο ανώριμο ακόμα θέμα χωρισμού Εκκλησίας-Πολιτείας, μέσα στον οποίο εντάσσεται και το ζήτημα της αποκαθήλωσης των χριστιανικών συμβόλων από τους δημόσιους χώρους. Η επιλογή της βίαιης εκσυγχρονιστικής διαδικασίας που, κατά τον Χάμερμπας, καθιστά τη νεωτερικότητα ένα γενικό υπόδειγμα διαδικασιών κοινωνικής εξέλιξης, ανεξαρτήτως του ιδιαίτερου χωρο-χρονικού πλαισίου στο οποίο εφαρμόζεται (γεγονός που κατανοείται ως βούληση εργαλειακής κυριαρχίας, δηλαδή ως ορθολογική απαίτηση χειραγώγησης και καθυπόταξης των κοινωνικών συνθηκών), οφείλεται σε μια περιφρονητική στάση προς την, θεωρούμενη ως οπισθοδρομική, ελληνική πραγματικότητα. Όμως, ακόμη κι αν αυτή η πραγματικότητα αλλάξει, ακόμα κι αν απωλέσει τις θρησκευτικές της αναφορές ή τον ορθόδοξο ηθικό και πολιτιστικό της καθορισμό, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί με βεβαιότητα ότι ο δικαιικός ηθικός νομικισμός και η πολιτειακή διαπαιδαγώγηση θα κάνουν τους πολίτες καλύτερους, ώστε να μη φέρονται εγωιστικά αλλά «ώριμα» και ορθολογικά. Φαίνεται, τελικά, πως η επί δύο τουλάχιστον αιώνες φιλοσοφική αποδόμηση του Διαφωτισμού δεν κατάφερε ακόμα να εξαλείψει τις ιδεοληψίες των όψιμων, στη χώρα μας, υποστηρικτών του…

 

Πρωτοδημοσιεύθηκε στην Πολιτική Ενημέρωση, τ. 2, Ιανουάριος 2010


ΠΗΓΗ: Τετάρτη, 24 Αύγουστος 2011, http://antifono.gr/portal/….html

 

* Ο Δημήτρης Αγγελής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Είναι πτυχιούχος θεολογίας και διδάκτωρ φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει εκδώσει τέσσερις μελέτες: "Αισθητική βυζαντινή: Η έννοια του κάλλους στον Μέγα Βασίλειο", "Ιδεολογικά ρεύματα της ύστερης αρχαιότητας", "Στις πηγές της βυζαντινής φιλοσοφίας: η έννοια της φιλοσοφίας στους Έλληνες απολογητές" και "Για τον Χρήστο Μαλεβίτση" (μαζί με τον Σταύρο Γιαγκάζογλου). Έχει επίσης εκδώσει τέσσερα βιβλία ποίησης, ένα δοκίμιο και μια συλλογή διηγημάτων. Για την ποιητική του συλλογή "Επέτειος" (Εκδόσεις των Φίλων, 2008), τιμήθηκε με το βραβείο Λάμπρου Πορφύρα Έλληνα λυρικού ποιητή της Ακαδημίας Αθηνών: http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showauthor&personsid=7367

Η επερχόμενη κοινωνική έρημος

Η επερχόμενη κοινωνική έρημος

 

Του Κωνσταντίνου Γεώρμα*


 

Μέσα στον ορυμαγδό ει­δήσεων για το χρέος και τα ελλείμματα, οι εξελί­ξεις στο μέτωπο του κοι­νωνικού περνούν σε δεύτερη μοίρα. Η απουσία προβληματισμού πάνω στις κοινωνικές προκλήσεις που αντιμε­τωπίζουμε – και τις οποίες η υποταγή στην πασοκοτροϊκανή βαρβαρότητα θα εντείνει στο έπακρο – αποτελεί ένα βαθύτερο πρόβλημα: αντανακλά την απουσία εθνικού σχεδιασμού σε όλες τις πτυχές της ανάπτυξης της χώρας.

Όπως έχει καταδειχθεί από πληθώρα μελετητών, η διαμόρφωση της κοινωνι­κής πολιτικής αποτελούσε, μεταξύ των άλλων, στοιχείο εθνικής ολοκλήρωσης. Η κοινωνική πολιτική απαιτεί σχεδια­σμό για τις ανάγκες του συνόλου του λαού, στο πλαίσιο της παραδοχής ενός εθνικού αναπτυξιακού προτάγματος και των αρχών της κοινωνικής δικαιο­σύνης και αλληλεγγύης1.

Σήμερα, στην Ελλάδα, ζούμε το ακρι­βώς αντίστροφο. Η κεντρική πολιτική των κατοχικών ελίτ είναι να υπονομεύ­σουν πλήρως ό,τι έχει απομείνει από το – υπανάπτυκτο έτσι κι αλλιώς – κοινω­νικό κράτος. Ο στρατηγικός στόχος εί­ναι εμφανής και έχει ήδη καταδειχθεί από τις έως σήμερα κινήσεις. Ο στόχος είναι:

α. Ο πλήρης κατακερματισμός και η δημιουργία μικρών διαχειρίσιμων κοι­νωνικών ομάδων.

β. Η καλλιέργεια της ανασφάλειας, έτσι ώστε να παραλύει οποιαδήποτε κίνηση και αναφορά σε έννοιες όπως η αλληλεγγύη, η κοινωνική δικαιοσύνη, το εθνικό συμφέρον.

γ. Η επέκταση των πελατεια­κών σχέσεων στο έπακρο ανα­φορικά με την προσφορά κοι­νωνικών υπηρεσιών.

δ. Η πλήρης εμπορευματοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών. Αυ­τό επιτυγχάνει αφενός την έντα­ση των κοινωνικών ανισοτήτων και τον κατακερματισμό της κοινωνίας. Αφετέρου, η ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών του «κακού Δημοσίου» θα προσφέρει τεράστιες ευκαιρίες πλου­τισμού.

ε. Η υπονόμευση οποιασδήποτε πιθα­νότητας για αυτόνομη και βιώσιμη οι­κονομική ανάπτυξη. Μία κοινωνία που παλεύει να επιβιώσει, μία κοινωνία που ο ένας αντιστρατεύεται τον άλλο για «μία θέση στον ήλιο», ασφαλώς δεν μπορεί να είναι ούτε ανταγωνιστι­κή ούτε και παραγωγική. Όμως, και αυ­τό έχει σημασία για τις ελληνικές ελίτ, είναι εύκολα διαχειρίσιμη.

στ. Τέλος, στρατηγικός στόχος είναι η εξαθλίωση του πληθυσμού, αφού ένας τέτοιος πληθυσμός δύσκολα αντιδρά συλλογικά και μάλλον πέφτει θύμα της πελατειοκρατίας.

Αργεντίνικα διδάγματα

Βέβαια πίσω από όλους αυτούς τους στρατηγικούς στόχους υπάρχει ένα βα­σικό γεγονός: μετά την κατάληψη του κράτους από αυτούς μέσα από τα κόμ­ματα και τη διαμόρφωση του κομματι­κού κράτους, οι κυρίαρχες ελίτ, αφού πρώτα πλούτισαν μέσα από τις μίζες, τώρα πλέον, για να διατηρήσουν την εξουσία τους, στρέφονται ενάντια στα ίδια τα… παιδιά τους (ΔΕΚΟ, δημόσιοι υπάλληλοι κ.λπ.), αλλά και σε ένα τμή­μα του κράτους.

Ακόμη παραπέρα στρέφονται ενά­ντια στην ίδια την κοινωνία ή αδιαφο­ρούν για το τι συμβαίνει σε αυτή, γι­ατί η ικανοποίηση πραγματικών ανα­γκών της κοινωνίας θα περιορίσει τον πλουσιοπάροχο τρόπο ζωής τους και τα πλουσιοπάροχα οφέλη από την επι­καρπία των λειτουργιών του κράτους.

Είναι όλα αυτά εξεζητημένα; Ας δού­με κάποια παραδείγματα από την περί­πτωση της Αργεντινής:

«Η ευρεία ανεργία, η οικονομική δυ­σπραγία και ο περιορισμός του κρά­τους αύξησαν την επιρροή τοπικών με­σαζόντων κομματικών αφεντικών που μπορούσαν να παράσχουν πρόσβαση σε θέσεις εργασίας στο Δημόσιο και άλλους κρατικούς πόρους. Έτσι οι πε­λατειακές σχέσεις αυξήθηκαν αποκτώντας μεγάλη ισχύ και στις αστικές περι­οχές. Τα αιτήματα για υλικά και δημό­σια αγαθά περιορίστηκαν σε ιδιωτικά αγαθά με τη μορφή των πελατειακών σχέσεων ή επιδοτήσεις ομάδων»2.

Για όσους πιστεύουν ότι είμαστε μα­κριά από εκεί, ας κοιτάξουν τι έγινε με την προκήρυξη για την «κοινωνική ερ­γασία» – πάντα οι σοσιαλιστές είχαν έναν ευφάνταστο τρόπο να ονοματί­ζουν τις πελατειακές δράσεις. Ή ας αναρωτηθούμε πώς του ήρθε του «τολ­μηρού», όπως αυτοαποκαλείται στα ραδιόφωνα, κ. Παπαϊωάννου να νομι­μοποιήσει τη λήψη ναρκωτικών στους δρόμους της Αθήνας.

Ας δούμε τι μας λέει πάλι ένας Αργεντίνος σε συνέντευξη σε πρόσφατο ντοκιμαντέρ του Αυγερόπουλου. Όπως λοιπόν αναφέρει ο Βάλντο Φεράρι, μέλος ομάδας ενάντια στην εξάρτηση από τα ναρκωτικά, με την έλευση της κρίσης, στην αγορά πουσαρίστηκε ένα νέο ναρκωτικό, φθηνό και προσιτό οι­κονομικά από τα κατώτερα στρώματα και τη νεολαία.

Ο Φεράρι επιμένει ότι ο στόχος ήταν μία χαμένη γενιά, ο στόχος ήταν μία νε­ολαία χαμένη μέσα στο ναρκωτικό, μία νεολαία που δεν σκέπτεται, δεν κινητο­ποιείται, δεν δρα συλλογικά. Ο στόχος ήταν επίσης η αύξηση της εγκληματι­κότητας στις φτωχογειτονιές επειδή τα ναρκωτικά αυξάνουν την εγκληματικό­τητα και την ατομικοποίηση των κατώ­τερων τάξεων3.

Κρίση του κοινωνικού κράτους

Άλλος ένας παράγοντας που θα σα­ρώσει το κοινωνικό είναι η ταυτόχρο­νη κατάρρευση των τριών πυλώνων που στηρίζουν αυτό που αποκαλείται κοινωνική προστασία. Οι άνθρωποι σε μία κοινωνία αντλούν υπηρεσίες και γενικότερα πόρους για να αντιμετωπί­σουν τις κοινωνικές αντιξοότητες μέσα από τρεις, κατά κύριο λόγο, θεσμούς: την αγορά, την οικογένεια και το κρά­τος. Σήμερα και οι τρεις αυτοί θεσμοί δοκιμάζονται από τις εφαρμοζόμενες πολιτικές.

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Ελ­λάδας ήταν ότι η διαμόρφωση του κοι­νωνικού κράτους, κατ’ εξοχήν φορέα κοινωνικής προστασίας, έγινε με βά­ση την πολιτική δύναμη των επιμέρους ομάδων και δεν είχε έναν συνολικό σχεδιασμό.

Στην Ελλάδα η καχεξία της οικονομί­ας, η καχεκτική διαμόρφωση εθνικής συνείδησης, των ταξικών συνειδήσεων και της κοινωνίας των πολιτών καθό­ρισαν και την καχεξία του κοινωνικού κράτους. Αντί για μία συνολική στρα­τηγική είχαμε την ανάπτυξη επιμέρους πελατειακών εν πολλοίς συμφερόντων με συνέπεια ένα κοινωνικό κράτος ανάλγητο απέναντι στους ευάλωτους και «φιλικό» προς τους διαθέτοντες πολιτικές διασυνδέσεις4. Έτσι, σήμε­ρα, απουσιάζει ένα δίχτυ ασφαλείας που θα μπορέσει να μετριάσει τις επι­πτώσεις της κρίσης.

Αντιθέτως, βλέπουμε ότι η κυρίαρχη συζήτηση κινείται προς την κατάργηση έστω και των ελάχιστων κοινωνικών πα­ροχών που υφίστανται. Στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης λίγο σχολιάστη­κε το γεγονός ότι η «ελάχιστη εγγυημέ­νη σύνταξη», που αγγίζει το «αστρονο­μικό» ποσό των 360 ευρώ, θα αποτελεί και τη μόνη που θα εγγυάται το κράτος. Μετά, εάν έχει το ταμείο σου, έχει κα­λώς. Ειδάλλως…

Αυτό που ενδιαφέρει επίσης τη νέα κατοχή είναι η περικοπή των επιδομά­των. Η όλη συζήτηση μάλιστα ενδύεται τη νέα γλώσσα του Μεγάλου Αδελφού περί «επιδομάτων που δεν πάνε σε αυ­τούς που πρέπει», ξεχνώντας ότι:

Πρώτον, οι επιδοματικές παροχές στην Ελλάδα είναι ελάχιστες.

Δεύτερον, το πρόβλημα είναι ότι λό­γω της φοροδιαφυγής και της εισφορο-διαφυγής (που τη μεγαλύτερη βέβαια κάνουν οι φίλοι των πολιτικών μας ελίτ) δεν επαρκούν οι πόροι για όσους κιν­δυνεύουν από τη φτώχεια και τον κοι­νωνικό αποκλεισμό5.

Τρίτον, οι επιδοτήσεις πάνε για να στηρίξουν ευγενή ασφαλιστικά ταμεία (όπως π.χ. το ΤΣΜΕΔΕ).

Πάντως, είναι τουλάχιστον εξοργι­στικό, τη στιγμή που η ελληνική οικογένεια υπονομεύεται από παντού, η κυβέρνηση να συζητά για περικοπές των οικογενειακών επιδομάτων, όταν μάλιστα θα έπρεπε να κάνει το ακρι­βώς αντίθετο.

Εργασιακός εφιάλτης

Παρομοίως οξυμμένα είναι τα προ­βλήματα και στον πυλώνα της αγοράς και δη στον τομέα της αγοράς εργασί­ας. Εκεί η κατάσταση θα καταστεί εφι­αλτική.

Όπως δείχνουν τα στοιχεία, η κατά­σταση αναφορικά με την ανεργία θα είναι ασφυκτική. Υπενθυμίζω ότι, στην ανάλυση κατά κλάδους, οι επιπτώσεις της κρίσης δεν έχουν φανεί με σαφή­νεια σε πολυπληθείς κλάδους, όπως για παράδειγμα στις κατασκευές και τις υπηρεσίες6. Συνεπώς τα δύσκολα είναι μπροστά μας.

Οι εξελίξεις περιγράφονται εναργώς από τους Αργεντίνους: Καθώς όλο και πιο πολλοί άνθρωποι θα ανταγωνίζονται για λιγότερες θέσεις εργασίας και καθώς οι κάπως καλύτερα πληρω­μένες δουλειές θα χάνονται λόγω της κρίσης, θα αυξάνονται οι θέσεις εργα­σίας στην παραοικονομία και θα υπάρ­χει μία έντονη μείωση των πραγματι­κών μισθών7.

Παράλληλα, στην αγορά εργασίας, καθώς θα αυξάνεται η προσφορά ερ­γαζομένων με υψηλές δεξιότητες, αυ­τοί θα καταλαμβάνουν τις θέσεις των εργαζόμενων με χαμηλές δεξιότητες. Οι συνέπειες, καθώς όλο και περισσό­τεροι άνθρωποι θα ανταγωνίζονται για λιγότερες θέσεις και καθώς οι καλά πληρωμένες θέσεις στον μεταποιητι­κό τομέα θα χάνονται και θα αυξάνο­νται οι θέσεις στην παραοικονομία, η συνολική πίεση θα σημάνει τη μείω­ση στους μισθούς για την πλειονότητα των εργαζομένων8.

Παρόμοια είναι και τα συμπεράσμα­τα μίας μελέτης των Μητράκου – Ζωγραφάκη. Ιδού τι λένε: «Και στα δύο σενάρια, οι εργαζόμενοι με χαμηλή ειδίκευση και προσωρινές ή ευέλικτες μορφές απασχόλησης πλήττονταν πε­ρισσότερο [από την κρίση]… Είναι ση­μαντικό να επισημανθεί ότι η μείωση των πραγματικών εισοδημάτων των φτωχών ήταν υπερδιπλάσια της μεί­ωσης των εισοδημάτων των πιο εύπο-ρων νοικοκυριών»9.

Πάντως, εδώ πρέπει να επισημανθεί και ένα άλλο φαινόμενο. Οι Ζωγραφάκης και Σπαθής υπολόγιζαν ότι με μεί­ωση 2,9% του ΑΕΠ οι απώλειες των θέσεων εργασίας θα ήταν κατά 18% από μετανάστες και κατά 72% από γηγενείς (περιττό να τονίσουμε ότι οι μειώσεις του ΑΕΠ είναι πολύ μεγαλύ­τερες…)10.

Αυτό, κατά τη γνώμη μου, εξηγείται από το γεγονός ότι όλο και περισσότε­ρο οι εργοδότες θα στρέφονται προς τους μετανάστες για προσφορά εργα­σίας, αφού και πιο «ευέλικτοι» είναι και πιο εύκολα αποδέχονται την κάθε­τη μείωση των μισθών. Εάν αυτά τα σε­νάρια επαληθευθούν, τότε οι πολιτικές των ελίτ μας θα χτυπήσουν αλύπητα το εισοδηματικό επίπεδο των αρχηγών των νοικοκυριών και τα επίπεδα της απόλυτης φτώχειας θα εκτοξευθούν.

Στην αύξηση των επιπέδων φτώ­χειας θα συμβάλουν επίσης η ιδιω­τικοποίηση υπηρεσιών, όπως ο ηλε­κτρισμός, το τηλέφωνο, το νερό, η παιδεία, η υγεία και οι συγκοινωνίες. Αυτές οι αυξήσεις θα εκτοξεύσουν το κόστος ζωής των φτωχών νοικοκυριών αφού γι’ αυτά οι συγκεκριμένες κατα­ναλωτικές δαπάνες καλύπτουν μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού τους. Επι­πλέον, στην περίπτωση που μειωθούν τα επιδόματα ανεργίας, τότε προβλέ­πεται ραγδαία επιδείνωση της φτώχει­ας στις οικογένειες των ανέργων.

Καλώς ήλθατε στην έρημο του κοι­νωνικού.

Σημειώσεις:

1. Βλέπε Chris de Neubourg, «Social protection and Nation-Building: an essay on Why and How Universalist Social Policy Contributes to Stable Nation-States», στο Peter Townsend (ed.) Building Decent Societies . Rethinking the Role of Social Security in Development , ILO/Palgrave Macm illan, 2009. Επίσης Bob Jesso p, (1999), «The Changing Governance of Welfare : Recent trends in its Primary Functions , Scale, and Modes of Coordination», Social Policy and Administration , Vol. 33, No. 4, Δεκέμ­βριος 1999. Επίσης Gosta Esping -Andersen, Οι τρεις κόσμοι του καπιταλισμού της ευημερίας, Ελληνικά Γράμματα, 2006.

2. Βλέπε το ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος βιβλίο, γιατί εκεί περιγράφονται τόσο τα αίτια όσο και το μέλλον της κρίσης, των Steven Levitsky and Maria Victoria Murillo (ed), Argentine democracy: the politics of institutional weakness, Pennsylvania State University Press , 2005, σελ. 31.

3. Βλέπε «Εξάντας. Ντοκιμαντέρ στον κόσμο», Το πείραμα της Αργεντινής στην ιστοσελίδα http://www.exandasdocumentaries.com/gr/documentaries/ chronologically/2010-2011/184-to-peirama-tis-argentinis

4. Είναι πολλά τα κείμενα πάνω σε αυτό το ζήτημα. Ενδεικτικά: Μάνος Ματσαγγά-νης, «Η μετέωρη μεταρρύθμιση: το κοινωνικό κράτος και ο εκσυγχρονισμός της κοι­νωνίας», στο Δημήτρης Βενιέρης και Χρίστος Παπαθεοδώρου (επιμέλεια) Η κοινωνι­κή πολιτική στην Ελλάδα. Προκλήσεις και προοπτικές, Ελληνικά Γράμματα, 2003.

5. Γι’ αυτά τα ζητήματα βλέπε μεταξύ άλλων την εξαίρετη μελέτη Ορθή στόχευση και σχεδιασμός πολιτικών για την κοινωνική ένταξη των ευπαθών κοινωνικών ομάδων, Ανάδοχος: Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας-ΕΚΤ-ΕΥΣΕΚΤ.

6. Βλέπε ΕΛΣΤΑΤ, Μηνιαίο Στατιστικό Δελτίο, Τόμος 56, Νο4, Απρίλιος 2011, σελ. 16.

7. Paul Cooney, Argentina at the Abyss , Eastern Economic Association , IWGVT, New York City, February 21-23, 2003.

8. Leonardo Gasparini & Guillermo Gruces, A Distribution in Motion : The Case of Argentina, Discussion Paper, UNDP Poverty Reduction , January 2010.

9. Βλέπε Μητράκος – Ζωγραφάκης, «Οι επιπτώσεις της δημοσιονομικής κατάρρευ­σης της οικονομίας στο κράτος πρόνοιας», εφημερίδα Η Εποχή, Κυριακή, 25 Απριλί­ου 2010.

10. Σταύρος Ζωγραφάκης και Παύλος Σπαθής, Οικονομική κρίση και αγορά εργασί­ας: Το τέλος των δημοσιονομικών αποκλίσεων και επιπτώσεις, Ημερίδα: «Η ελληνική αγορά εργασίας: χαρακτηριστικά, εξελίξεις και προκλήσεις», Τράπεζα της Ελλάδος, 22 Μαρτίου 2010.

 

* Ο Κωνσταντίνος Γεώρμας είναι Δρας Κοινωνιολογίας – συγγραφέας. [Ο Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας απόφοιτος του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και υπόψήφιος διδάκτωρ του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Σήμερα εργάζεται στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας. Έχει συγγράψει πολλά άρθρα και μελέτες αναφορικά με την κοινωνική πολιτική, την κοινωνία των πολιτών, τα Βαλκάνια, την Παλαιστίνη και την οικολογία. http://www.metaixmio.gr/author/1955–.aspx].

 

ΠΗΓΗ: (ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 11-08-11),  Το Ποντίκι 

Προς τη χρηματοπιστωτική ολιγαρχία

Ο δρόμος προς τη χρηματοπιστωτική ολιγαρχία.

Μια ψευδεπίγραφη κρίση με αντικείμενο το αμερικανικό Xρέος

 

Του Μάικλ Χάντσον.


 

Κατ’ αρχάς τίθεται το προφανές ερώτημα: Εάν οι κυβερνήσεις διατηρούν χρέη, όταν εφαρμόζουν προγράμματα που ήδη έχει εγκρίνει το Κογκρέσο, γιατί το Κογκρέσο πρέπει να έχει την επιλογή να παύει αυτές τις εγκεκριμένες κυβερνητικές δαπάνες, αρνούμενο να αυξήσει την οροφή του Χρέους;

Η απάντηση είναι, επίσης, προφανής αν εξετάσει κανείς γιατί εφαρμόζεται αυτός ο αποτυχημένος έλεγχος σχεδόν σε όλες τις χώρες του κόσμου. Στη διάρκεια της σύγχρονης ιστορίας ο πόλεμος ήταν η βασική αιτία αύξησης των εθνικών χρεών. Στις περιόδους ειρήνης οι περισσότερες κυβερνήσεις λειτουργούν με ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, χρηματοδοτώντας τις δαπάνες τους και τις επενδύσεις τους με τους φόρους και τη χρέωση αμοιβών χρήσης. Οι έκτακτες ανάγκες του πολέμου δημιουργούν ελλείμματα – κάποτε για αμυντικούς πολέμους, άλλες φορές για επιθετικούς.

Στην Ευρώπη, οι κοινοβουλευτικοί έλεγχοι επί των κυβερνητικών δαπανών υιοθετήθηκαν για να εμποδίζουν φιλόδοξους κυβερνήτες να διεξάγουν πολέμους. Αυτό ήταν το βασικό επιχείρημα του Άνταμ Σμιθ κατά των κρατικών χρεών και αυτό αφορούσε η προτροπή του να χρηματοδοτούνται οι πόλεμοι κατά τη διάρκειά τους. Έγραψε ότι αν οι άνθρωποι βίωναν άμεσα τις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου, αντί να αναβάλλονται για το μέλλον μέσω του δανεισμού, θα ήταν λιγότερο πρόθυμοι να υποστηρίξουν πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς.

Είναι φανερό πως δεν ήταν αυτή η θέση του Tea Party ούτε και των Ρεπουμπλικάνων. Το αξιοσημείωτο με την κρίση που ξέσπασε στις ΗΠΑ, σχετικά με την αύξηση του ορίου του κρατικού Χρέους, είναι η φαινομενική αποσύνδεσή της από τις αμερικανικές πολεμικές δαπάνες. Βέβαια, πάνω από το ένα τρίτο (350 δισ. δολάρια) των περικοπών στις τρέχουσες δαπάνες (917 δισ.) αφορά τον προϋπολογισμό του Πενταγώνου. Αλλά αυτό δείχνει απλώς τη μεγάλη κλιμάκωση αυτών των δαπανών από την εποχή του πολέμου στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν μέχρι τον πόλεμο στη Λιβύη.

Το πιο αξιοσημείωτο είναι πως τον περασμένο μήνα ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Ντένις Κούσινιτς και ο Ρεπουμπλικάνος Ρον Πολ επιδίωξαν να υποχρεώσουν τον πρόεδρο Ομπάμα να υπακούσει στο Νόμο Περί Εξουσιών για την Κήρυξη Πολέμου και να ζητήσει έγκριση του Κογκρέσου για τον πόλεμο στη Λιβύη, όπως απαιτείται όταν ο πόλεμος υπερβαίνει τη χρονική διάρκεια των τριών μηνών. Η προσπάθειά τους απέτυχε. Ο Ομπάμα υποστήριξε ότι το να βομβαρδίζεις μια χώρα δεν είναι πόλεμος. Πόλεμος είναι μόνο όταν σκοτώνονται οι δικοί σου στρατιώτες. Ο βομβαρδισμός της Λιβύης γίνεται από μεγάλο ύψος και πιθανώς με μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Συνεπώς, είναι πραγματικά πόλεμος ένας μη αιματηρός – για τον επιτιθέμενο – πόλεμος;

Όμως, γι' αυτό ακριβώς το λόγο υιοθετήθηκε το 1917 ο κανόνας περί ορίου του κρατικού χρέους. Ο πρόεδρος Ουίλσον οδήγησε τη χώρα στον Μεγάλο Πόλεμο, παραβιάζοντας την προεκλογική του υπόσχεση ότι δεν πρόκειται να συμμετάσχουν οι ΗΠΑ στις πολεμικές επιχειρήσεις. Οι οπαδοί της μη ανάμειξης επιδίωξαν να περιορίσουν τις εξωτερικές δεσμεύσεις της Αμερικής, επιβάλλοντας εποπτεία και έγκριση του Κογκρέσου, όσον αφορά το ανώτατο όριο του χρέους.

Δύο είδη πολέμου

Η παρούσα αύξηση του χρέους των ΗΠΑ προκύπτει από δύο είδη πολέμου. Πρώτον, από τον ανοιχτά στρατιωτικό πόλεμο για το πετρέλαιο στην Εγγύς Ανατολή, από το Ιράκ μέχρι το Αφγανιστάν (δυνητική δίοδο πολλών αγωγών) μέχρι την πλούσια σε φθηνό πετρέλαιο Λιβύη. Αυτοί οι τυχοδιωκτισμοί θα κοστίσουν τελικά από 3 έως 5 τρισ. δολάρια. Δεύτερον, από τον ακόμη πιο ακριβό οικονομικό πόλεμο της Γουόλ Στριτ (του χρηματιστικού κεφαλαίου) εναντίον όλης της υπόλοιπης οικονομίας, που απαιτεί να μεταφερθούν οι απώλειες των τραπεζών και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στον κρατικό προϋπολογισμό (στους φορολογούμενους). Οι διασώσεις τραπεζών και η δωρεάν διάθεση κονδυλίων στην Γουόλ Στριτ – οι παράγοντες της οποίας, όχι τυχαία, αποτελούν τους σημαντικότερους χρηματοδότες των προεκλογικών εκστρατειών των μελών του Κογκρέσου – θα κοστίσουν 13 τρισ. δολάρια.

Είναι αξιοσημείωτο ότι βασικό μέλημα του κ. Ομπάμα, ως προς το ανώτατο όριο του χρέους, είναι να προειδοποιήσει πως πρέπει να μειωθεί η χρηματοδότηση της Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως και της ιατρικής περίθαλψης για τους άνω των 65 ετών (Medicare) και άλλων κοινωνικών προγραμμάτων. […]

Στις δημοκρατίες υπάρχουν, λοιπόν, δυο μέτρα και δυο σταθμά. Οι επενδυτές της Γουόλ Στριτ δεν έχουν κανένα λόγο να ανησυχούν βεβαίως. Στην πραγματικότητα, τα επιτόκια των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων μειώθηκαν τον περασμένο μήνα και ειδικά την περασμένη εβδομάδα. Συνεπώς, οι κάτοχοι του κρατικού χρέους θα πληρωθούν. Μόνο στους αποταμιευτές της Κοινωνικής Ασφάλισης επιδείχθηκε πυγμή – ή μήπως ο κ. Ομπάμα απλώς προσπαθεί να τους απειλήσει, έτσι ώστε να παρουσιαστεί ως ήρωας που έρχεται να σώσει την Κοινωνική Ασφάλισή τους, διαπραγματευόμενος μια Μεγάλη Συμφωνία;

Η Γουόλ Στριτ είχε δίκιο. Δεν υπήρξε πραγματική κρίση. Η έγκριση για την αύξηση του ορίου του δημόσιου Χρέους δεν είναι η κατάλληλη περίσταση για να συζητηθεί η μακροπρόθεσμη φορολογική πολιτική. Από το 1962, αμέσως μετά την κλιμάκωση του πολέμου στο Βιετνάμ, έχει αυξηθεί 74 φορές. Δηλαδή, μία φορά κάθε οχτώ μήνες, κατά μέσο όρο. Είναι πιθανόν να παραπεμφθεί σε ένα δημόσιο συμβολαιογραφείο, απλώς για να βεβαιωθεί ότι ο πρόεδρος δεν κάνει κάτι κακό. Ο πρόεδρος Ομπάμα θα μπορούσε να ζητήσει περιορισμένη ψηφοφορία επ' αυτού, χωρίς ειδικές ρήτρες. Ποτέ πριν δεν υπήρξαν ρήτρες παρόμοιες μ' αυτές που επισυνάφθηκαν. Και είναι αξιοσημείωτο το ότι δεν έγινε προσπάθεια να επιβληθεί ρήτρα που να περιορίζει την κυβέρνηση να δαπανήσει περισσότερα κονδύλια στη Λιβύη, χωρίς να υπάρξει επίσημη κήρυξη πολέμου από το Κογκρέσο.

Περικοπές με πρόσχημα το χρέος

Ο κ. Ομπάμα θα μπορούσε να επικαλεστεί την 14η τροπολογία του αμερικανικού συντάγματος (που δίνει στον πρόεδρο τη μονομερή αρμοδιότητα να αυξήσει ή να αγνοήσει το όριο του Χρέους)  για να πληρώσει. Θα μπορούσε να κόψει λίγα νομίσματα του 1 τρισ. και να πληρώσει την Κεντρική Τράπεζα για κρατικά χρεόγραφα, προκειμένου να τα αποσύρει. Αλλά ο κ. Ομπάμα προτίμησε να ανοίξει αυτή τη συζήτηση περί Χρέους, μετατρέποντάς τη σε μια συζήτηση για περικοπές των κονδυλίων της Κοινωνικής Ασφάλισης και της ιατρικής περίθαλψης, σε έναν ταξικό πόλεμο που διεξάγεται σήμερα στις ΗΠΑ, αλλά όχι, φυσικά, να την επεκτείνει στον πόλεμο του πετρελαίου που διεξάγεται στη Β. Αφρική.

Η πρώτη μεγάλη νίκη του χρηματοπιστωτικού τομέα στον εσωτερικό ταξικό πόλεμο της Αμερικής ήταν οι «προσωρινές» φορολογικές περικοπές του Μπους για τους πλούσιους. Αυτή η επιθετική πολιτική δεν ακυρώθηκε, προκειμένου να αποκατασταθεί η ισοσκέλιση του προϋπολογισμού. Ούτε οι προσωρινές μειώσεις φόρων ανακλήθηκαν, ούτε τα παραθυράκια φοροδιαφυγής έκλεισαν. Το βάρος της ισοσκέλισης του προϋπολογισμού φορτώθηκε ακόμη ευρύτερα στη βάση των ψηφοφόρων του Δημοκρατικού Κόμματος: στην εργατική τάξη των πόλεων, στις φυλετικές και εθνοτικές μειονότητες, στις παράκτιες περιοχές των ανατολικών και δυτικών ΗΠΑ. Και όμως. Οι Δημοκρατικοί διασπάστηκαν (95 υπέρ και 95 κατά) στην ψηφοφορία για την αύξηση του ορίου του Χρέους, με αντάλλαγμα περικοπές κοινωνικών προγραμμάτων που θίγουν το μεγαλύτερο μέρος της εκλογικής τους βάσης.

Αυτούς που τους ψηφίζουν, όχι αυτούς που χρηματοδοτούν τις πολιτικές καμπάνιες τους. Ιδού η ουσία για το πώς ξεδιπλώθηκε η κρίση του Χρέους.[…] Η ουσία των κλασικών οικονομικών της ελεύθερης αγοράς ήταν ο περιορισμός των εκτελεστικών εξουσιών – σε μια εποχή που η πολεμική ισχύς αποτελούσε τη μέγιστη κατάχρηση των εθνικών συμφερόντων. Ακριβώς όπως η Κάτω Βουλή στα διπλά νομοθετικά σώματα απέκτησε την εξουσία να δεσμεύει τις χώρες με μόνιμο εθνικό χρέος – αντί των βασιλικών χρεών που έσβησαν μαζί με τους βασιλιάδες, όπως ήταν ο κανόνας πριν από τον 16ο αιώνα – έτσι τα Κοινοβούλια διεκδίκησαν το δικαίωμά τους να μπλοκάρουν τον πόλεμο.

Τώρα, όμως, που τα οικονομικά του κράτους είναι η νέα μορφή εσωτερικού πολέμου, πού είναι η αρμοδιότητα εκείνη που θα μπορούσε να περιορίζει την εξουσία του υπουργείου Οικονομικών και της Κεντρικής Τράπεζας να επιβάλουν στους φορολογούμενους τη διάσωση των χρηματοπιστωτικών συμφερόντων που βρίσκονται στην κορυφή της οικονομικής πυραμίδας; Η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ και άλλες κεντρικές τράπεζες ισχυρίζονται ότι η πολιτική «ανεξαρτησία» τους είναι το «έμβλημα της δημοκρατίας».

Μάλλον πρόκειται για μετάβαση προς τη χρηματοπιστωτική ολιγαρχία.

 

Πηγή: Global Research, τμήματα του άρθρου με τίτλο: The Debt Ceiling Debate that Didn' t Happened.

 

ΠΗΓΗ: Δευτέρα, 08 Αύγουστο, http://www.edromos.gr/index.php?option=…=46