Αρχείο κατηγορίας Βιβλία που αγγίζουν

Βιβλία και Περιοδικά που αγγίζουν

Το κτήμα που βλέπει στην Θάλασσα – Πολιτικό μυθιστόρημα

Το πολιτικό μυθιστόρημα του Τάσου Χατζηαναστασίου*

«Το κτήμα που βλέπει στην Θάλασσα»

Από τα «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ»  των Αργολικών

Υπάρχει άραγε τρόπος να αντισταθούμε στην κρίση; Μπορεί μέσω της συνεργασίας να υπάρξει διέξοδος; Tην απάντηση επιχειρεί να δώσει στο νέο του μυθιστόρημα ο φιλόλογος Τάσος Χατζηαναστασίου, που τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στο Ναύπλιο.

Μπορεί το βιβλίο του να είναι αποτέλεσμα μυθοπλασίας, ωστόσο οι ήρωές του έχουν δημιουργηθεί από χαρακτηριστικά των μαθητών του στο ΕΠΑΛ, του ίδιου αλλά και άλλων συναδέλφων και συμπολιτών του. «Περιέχονται στο βιβλίο και ιστορίες πραγματικές, που ήθελα να ακουστούν. Όπως ο Θέμης από την Πρόνοια» λέει.

Συνέχεια

Γλυκιά επιστροφή – «Τοπία του Τίποτα»

Γλυκιά επιστροφή*

Του Γιάννη Στρούμπα

Αν οι Μοίρες ορίζουν την ανθρώπινη ζωή, το ριζικό του ανθρώπου είναι προκαθορισμένο. Κι αν γίνει αποδεκτή η οπτική του Αντώνη Φωστιέρη στην ποιητική του συλλογή «Τοπία του τίποτα», το ριζικό, το «γραφτό» αυτό, είναι ένα «ατέλειωτο γραπτό». Σαν «ατέλειωτο» διατηρεί ανοιχτές όλες του τις εκκρεμότητες και προσκαλεί τον ποιητή σε μια νέα αναμέτρηση μαζί τους. Ο Φωστιέρης ξαναπιάνει τον ίδιο μίτο που ξετύλιγε ιδίως στις τρεις προηγούμενες συλλογές του, δηλαδή τις συλλογές «Το θα και το να του θανάτου», «Η σκέψη ανήκει στο πένθος» και «Πολύτιμη λήθη», και με την προσθήκη της νέας του συλλογής συγκροτεί πλέον ολοφάνερα μια τετραλογία. Η θεματολογία του ποιητή επιμένει στο αξεδιάλυτο ζεύγος ζωής-θανάτου απ’ τη μια, και στην ίδια την ποίηση απ’ την άλλη. Επανάληψη; Αναγκαστικά, εφόσον το κατασταλαγμένο πλέον ενδιαφέρον του Φωστιέρη τον οδηγεί εκ νέου πάντα στο «ίδιο ατέλειωτο γραπτό», με τη δήλωση πως «τίποτα δεν θέλουμε στ’ αλήθεια» και πως «Ένα γραπτό είν’ ένα σύμπαν από τίποτα».

Συνέχεια

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ – ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΔΥΣΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

ΠΩΛ ΓΚΟΥΝΤΜΑΝ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ – ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΔΥΣΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ*

Οι γκουρού της δεκαετίας του ’60

Του Αναστάσιου Βιστωνίτη**

Τα έργα του Βίλχελμ Ράιχ, του Χέρμπερτ Μαρκούζε, του Γκυ Ντεμπόρ και του Πολ Γκούντμαν ενέπνευσαν τους εξεγερμένους νέους της εποχής στην Ευρώπη και στην Αμερική.

Είναι τουλάχιστον αξιοπερίεργο που το σημαδιακό έτος 1968 τα περισσότερα βιβλία τα οποία γνώρισαν εμπορική επιτυχία ήταν μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας παραπλανά. Οι συγγραφείς που υπήρξαν ινδάλματα της εξεγερμένης νεολαίας δεν ήταν μυθιστοριογράφοι, ούτε και τα βιβλία που εξέφρασαν το πνεύμα της δεκαετίας του ’60 ήταν έργα μυθοπλασίας. Κι αν από τους συγγραφείς αυτούς θέλαμε να ξεχωρίσουμε κάποιους, θα καταλήγαμε στον Γκυ Νπεμπόρ, στον Χέρμπερτ Μαρκούζε, στον Βίλχελμ Ράιχ και στον Πολ Γκούντμαν. Οι τρεις πρώτοι είναι πασίγνωστοι και πολυδιαβασμένοι στη χώρα μας. Ο Πολ Γκούντμαν παραμένει ακόμη ένας μεγάλος άγνωστος.

Συνέχεια

Πάνω από τη ματαιότητα – ΕΚΣΚΑΦΕΑΣ ΑΟΡΑΤΩΝ

Πάνω από τη ματαιότητα*

Του Γιάννη Στρούμπα

Πού φωλιάζει η έμπνευση; Στο κομμάτι εκείνο τ’ ουρανού που ξανοίγει μετά από πολύωρη, ασταμάτητη βροχή, στο κομμάτι τ’ ουρανού «πάνω απ’ τις βουνοκορφές, στων ορατών/ το όριο». Στο όριο του ορατού, κάπου εκεί στ’ αόρατο, πίσω απ’ το γαλάζιο, καραδοκεί η έμπνευση, μακριά από την «καθημερινή ανοησία» της «στείρας πόλεως», διαλογίζεται ο Γιώργος Κασαπίδης στην ποιητική του συλλογή «Εκσκαφέας αοράτων». Ο ποιητής αδράχνει την ποιητική του σκαπάνη κι ανασκαλεύει νοήματα, μνήμες, αιθέρες, στεριές, ωκεανούς, ορμώμενος από τον «Ωκεανό» του Κάλβου, μα κι από άλλους αθάνατους ποιητές. Δίνει έτσι το στίγμα του, προσδιορίζοντας σαν πηγή της έμπνευσής του το φυσικό περιβάλλον, σε αντίθεση με το άγονο αστικό κέντρο. Πηγή έμπνευσης αποτελεί για τον Κασαπίδη και η ίδια η ποίηση, εφόσον οι συνθέσεις του είναι καί ποιήματα ποιητικής. Παράλληλα συνομιλεί με τις φωνές των ποιητικών του προγόνων, σε μία σχέση σεβασμού και ταυτόχρονης αμφισβήτησης.

Συνέχεια

Σύγχρονη συνεχίστρια των ναζί

Σύγχρονη συνεχίστρια των ναζί*

Του Γιάννη Στρούμπα

Η πορεία του νεοελληνικού κράτους, ήδη πριν καν αποκτήσει νομική υπόσταση, συνδέεται διαρκώς με μια σειρά δανεισμών, που εκκινούν από το 1824, με την Ελληνική Επανάσταση να βρίσκεται σε εξέλιξη, και συνεχίζονται μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Κι ενώ εδώ και δύο περίπου αιώνες οι επικυρίαρχοι της Ελλάδας και οι υποτελείς τους ελληνικές κυβερνήσεις υποχρεώνουν πάντοτε τη χώρα σε δανεισμούς, την περίοδο της γερμανικής κατοχής κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ελλάδα μετατρέπεται από δανειζόμενο σε δανειστή. Οι αναλήψεις των Γερμανών από τα οικονομικά της Ελλάδας ως «αναγκαστικά δάνεια», μαζί με όλες τις οφειλόμενες αποζημιώσεις για τις καταστροφές που προκάλεσαν οι κατακτητές στην Ελλάδα, δεν εξοφλήθηκαν ποτέ. Ο Μανώλης Γλέζος στο βιβλίο του «Και ένα μάρκο να ήταν…» αναλαμβάνει την εξονυχιστική παρουσίαση των γερμανικών οφειλών, διερευνά τα αίτιά τους και προτείνει λύσεις προς την αποκατάσταση της δικαιοσύνης.

Συνέχεια

Άψινθος-αψέντι

Άψινθος-αψέντι*

Του Γιάννη Στρούμπα

Σ’ έναν κόσμο οδυνηρής κατάπτωσης και παρακμής, ο Μιχάλης Γκανάς σκηνοθετεί τη συντέλεια αυτού στην ποιητική του συλλογή «Άψινθος». Άψινθος είναι ο μετεωρίτης που, σύμφωνα με την εσχατολογική «Αποκάλυψη» του Ιωάννη, πέφτει επί των υδάτων του πλανήτη και τα πυρπολεί. Η γη, αν και «άπτερη πέτρα», «πετάει», ωστόσο, «στο χάος». Το χάος τούτο δεν υποδηλώνει απλώς το άπειρο, άναρχο σύμπαν, μα και τη χαώδη, καθοδική πορεία των ανθρώπων: «οχληροί/ φωνασκούντες/ ασχημονούντες/ αναλώσιμοι/ ανακυκλώσιμοι». Μήπως η ηθική διολίσθηση προαναγγέλλει το τέλος, το οποίο προφητεύει ο Ιωάννης; Ο Γκανάς αντιπαραβάλλει στα ποιητικά του σχόλια πλήθος μότο από την «Αποκάλυψη», δομώντας την προσωπική του ποιητική αποκάλυψη και προφητεία σαν προϊόν της βαθιάς εκ μέρους του μελέτης των ανθρωπίνων.

Συνέχεια

Σκιώδης οικονομία

Του Γιάννη Στρούμπα*

Μεταξύ ενός διώκτη της φοροδιαφυγής και 2.000 φοροφυγάδων, ποιος τιμωρείται από τη Δικαιοσύνη; Στις 17/1/2011 ο Ελβετός Ρούντολφ Έλμερ, πρώην ιδιωτικός τραπεζίτης, ανέβασε στο «Wikileaks» τα ονόματα 2.000 υπόπτων για φοροδιαφυγή. Το «Wikileaks» ήταν η ύστατή του καταφυγή, μπροστά στην άρνηση των χρηματοοικονομικών κύκλων, των μέσων ενημέρωσης, των ελβετικών πανεπιστημίων και των ομοσπονδιακών αρχών να ακούσουν τις αποκαλύψεις του. Ακόμα όμως και μετά από τις αποκαλύψεις αυτές, ο Έλμερ κρίθηκε ένοχος από δικαστήριο της Ζυρίχης για παραβίαση του τραπεζικού απορρήτου και καταδικάστηκε σε πρόστιμο και ποινή φυλάκισης δύο ετών με αναστολή! Την υπόθεση Έλμερ επικαλείται ο Γάλλος δημοσιογράφος Μαρκ Ρος στο βιβλίο του «Καπιταλισμός εκτός νόμου», προκειμένου να καταδείξει το θράσος των χρηματοοικονομικών κύκλων που, εντός του καπιταλιστικού συστήματος, έχουν δομήσει έναν πολύπλοκο παρασκηνιακό κόσμο, ώστε να γιγαντώνουν τα κέρδη τους, αποφεύγοντας παράλληλα κάθε τους οικονομική, κυρίως φορολογική, υποχρέωση.

Συνέχεια

Αυτάρκεις στην ανεπάρκεια

Αυτάρκεις στην ανεπάρκεια*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Μωρό έξι μόλις μηνών κραυγάζει στη μέση της ρωμαϊκής λαχαναγοράς τη λέξη «θρίαμβος!»· ένα βόδι σκαρφαλώνει στο τρίτο πάτωμα κτιρίου και πηδά στο κενό· ξεσπά βροχή από πέτρες· αυτά τα παράδοξα και άλλα υπερφυσικά περιγράφονται από τον Ρωμαίο ιστορικό Τίτο Λίβιο, στο μότο που επιλέγει ως εισαγωγή για το πρώτο μέρος της ποιητικής του συλλογής «Επαληθεύοντας τη νύχτα» ο Δημήτρης Αγγελής.



* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 379, 16/11/2013.

Το πρώτο τούτο μέρος της συλλογής επιγράφεται «1989». Μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα απ' τη σύγχρονη πραγματικότητα, σε μια εποχή που σχεδόν παραμένει παρόν, το 1989, καθώς προσδιορίζεται από το μότο του Τίτου Λίβιου, φαίνεται να αντιστοιχεί στην υπερφυσική παραδοξότητα που περιγράφει ο ιστορικός, προσδίδοντας έτσι στα αφύσικα συμβάντα του παρελθόντος μια διαχρονικότητα: ακόμη και η σύγχρονη εποχή μοιάζει να εμπερικλείει κάτι το τρομακτικό!

Πράγματι, ο Αγγελής, στο μόλις πρόσφατο 1989, σκηνοθετεί μια σύγχρονη παραδοξότητα. Φόντο του σκηνικού αποτελεί ένα μουντό δωμάτιο, στο οποίο η μονίμως ανοιχτή τηλεόραση θυμίζει πένθιμο βωμό. Η φωτιά του «βωμού», δηλαδή η ψυχρή εικόνα της τηλεόρασης, δεν ζεσταίνει, παρά μόνο φωτίζει αχνά. Το τραπέζι είναι ξέστρωτο, γεμάτο ψίχουλα και «αποφάγια σωρό». Εδώ ακριβώς εισάγεται το μυστήριο: ποιοι άφησαν τα ψίχουλα, εφόσον εμείς «λείπουμε χρόνια»; Η διαγραφόμενη απουσία υπερβαίνει το επίπεδο του σώματος· είναι απουσία επίσης ψυχική, ηθική, πνευματική. Ο φόβος κυριαρχεί, η μελαγχολία κατακαλύπτει οποιοδήποτε υγιές αίσθημα, η «αυτοκρατορία» γκρεμίζεται. Το ζοφερό κλίμα αποτυπώνεται στον στίχο «νύχτα, βαθιά μελαγχολία, ηρεμιστικά και παυσίπονα».

Μέσα από τον όλο ζόφο αναδύεται σαν ήρωας ένας γέροντας που ξυπνά από τον λήθαργο. Διαπιστώνοντας την τελική κατάρρευση των πάντων, προβληματίζεται ως προς το ποιος θα σηκώσει το φορτίο της αντίδρασης. Ο καιρός φαίνεται πως έχει ωριμάσει: «εκείνη η νύχτα/ είχε σε όλους μας μοιραστεί προσεκτικά σαν διπλωμένη προκήρυξη ή τελεσίγραφο». Η συνωμοτική αυτή νύχτα συνιστά την προκήρυξη που παρακινεί προς τον επαναστατικό ξεσηκωμό. Κι «η μόνη επανάσταση που υπάρχει είναι ο Άλλος», κατασταλάζει ο γέροντας, προσδιορίζοντας σαν βασικό μέσο της αντίστασης τη συλλογικότητα, τη συμπόρευση, τον αλτρουισμό. Πλάι στη συντροφικότητα επιβάλλεται να διεκδικηθεί ξανά η εφηβεία, το «τζιτζίκι στη χούφτα», η νύχτα που κάποτε «σήμαινε αγάπη». Έτσι κερδίζεται η ζωή.

Όμως ο άνθρωπος μοιάζει με «μικρό καρυδότσουφλο σε τσίγκινη σκάφη μ' απόνερα», στοχάζεται ο Αγγελής, σ' έναν σεφερικής υφής προβληματισμό. Έτσι ελάχιστος που κυλιέται στο τέλμα, μπορεί να πετύχει τον στόχο του; Δεδομένου πως κατισχύουν η απουσία, η προδοσία, η έπαρση, η περιφρόνηση, η καταισχύνη, επέρχονται σαν απολύτως φυσιολογική κατάληξη τα γηρατειά, η αρρώστια, ο θάνατος, η γενικότερη οικτρή αποτυχία του ανθρώπου. Οι απεικονίσεις της παρακμής από τον Αγγελή είναι εφιαλτικές: «γδαρμένα ζώα κρέμονται απ' τα τσιγκέλια της οροφής», όταν παράλληλα «σαν παγωμένη ακτινογραφία μάς διαπερνάει το φως, σκέτος καρκίνος». Η αποτυχία να σηκωθεί ψηλά το κεφάλι και να κερδηθούν η ζωή και το φως, οδηγεί στην επιστροφή στα σκοτάδια, «στις στοές με κατεβασμένα κεφάλια». Ο άνθρωπος φορτώνεται και κουβαλά την παρακμή του, γεμάτος δέος μπροστά σε μια επαπειλούμενη Αποκάλυψη, που θα κρίνει τη γκρίζα υποταγή του: «και η δύση στις πλάτες μας έχει το χρώμα/ της Αποκάλυψης».

Σε μια ζωή, λοιπόν, που υποτάσσεται στην εξωτερική επιβολή, τη στρατιωτική πειθαρχία, τον καταναγκασμό, την κατάπνιξη κάθε προσωπικής πρωτοβουλίας, η όλη τελμάτωση συνεπάγεται τον θάνατο: «ένας στρατώνας/ η τελευταία αποικία του ανθρώπου·/ κενοτάφιο». Να τη επομένως η «Αποικία» του Αγγελή, που συνιστά και τον τίτλο του δεύτερου μέρους της συλλογής του: ένας τόπος υπαγωγής σε ψυχικά και πνευματικά δεσμά, που αφήνει πίσω του μόνο συντρίμμια κι ανοιχτούς τάφους.

Όσοι όμως εκμεταλλεύονται τα ζωτικά στοιχεία του βίου, έρχεται η στιγμή που τιμωρούνται, με τρόπο μάλιστα τραγικά ειρωνικό. Ο μαυραγορίτης του νερού, που σαν κακός δράκος παραμυθιού κοιμόταν φύλακας «πάνω σ' ένα βουνό από πλαστικά μπουκάλια εμφιαλωμένου νερού», εντοπίζεται πνιγμένος, με κοιλιά τυμπανισμένη απ' το νερό κι ένα κομμάτι πλαστικού σφηνωμένο στο λαιμό του. Η εκδίκηση επέρχεται μέσω των ίδιων των εργαλείων της εκμετάλλευσης, θυμίζοντας υπέρτατη μεταφυσική τιμωρία, όπως εκείνες τις οποίες προφητεύουν θρησκευτικά κείμενα εσχατολογικής φύσεως. Αν και μεταφυσικού χαρακτήρα, η τιμωρία αποδεικνύεται ωστόσο κι απολύτως φυσική συνάμα, εφόσον πηγάζει από ένα φυσικό στοιχείο, το νερό.

Στην εκπλήρωση της τιμωρίας δεν συντελεί μόνο η φύση. Ο προφήτης που διαδραματίζει τον ρόλο του τιμωρού είναι για τον Αγγελή ο ποιητής. Ο ποιητής, μετά την τιμωρητική του παρέμβαση, επιστρέφει στη σιωπή του. Η απόσυρσή του σηματοδοτεί και την αδυναμία του φωτός να κατισχύσει εντέλει: οι άνθρωποι δεν θα μετανοήσουν ούτε για τους φόνους, ούτε για το φαρμάκι, ούτε για την πορνεία, ούτε για τα κλεμμένα τους. Θα παραμείνουν «αυτάρκεις/ στη νύχτα τους», στην ανεπάρκειά τους, επιβεβαιώνοντας και τον τίτλο της συλλογής. Σ' έναν κόσμο, επομένως, όπου η μοναδική πηγή φωτός είναι η τηλεόραση, κι όπου το μουντό της φως συντηρεί το σκοτάδι κι ένα απίστευτα νοσηρό κλίμα, η νύχτα δεν κατισχύει μονάχα σαν φυσικό φαινόμενο, αλλά και σαν κλίμα, καθώς και σαν ψυχική κατάσταση.

Η ποιητική συλλογή του Αγγελή κοσμείται από σχέδια του Αλέκου Κυραρίνη, τα οποία, όντας έξοχα εισαγμένα στο κλίμα των ποιημάτων, αποδίδουν φιγούρες αμήχανες, ακαταστάλακτες, κατακερματισμένες, αποπροσανατολισμένες, ρηχές, σε απορία, πρόσφορες προς χειραγώγηση. Με την αποτύπωση αυτή των μορφών ο Κυραρίνης συμπλέει με τη στόχευση του Αγγελή κι ενισχύει το σκοτάδι που κυριαρχεί στη συλλογή του ποιητή, επαληθεύοντάς το καί μέσα από την προσωπική του οπτικοποίηση.

Πέντε χρόνια μετά από τη χρονική επιλογή «1984» του Τζορτζ Όργουελ για το προφητικό του μυθιστόρημα, το χρονικό ορόσημο «1989» του Αγγελή παραμένει εξίσου οργουελικό και ζοφερό, λειτουργώντας διττά: ως τίτλος συνοδευτικός του προερχόμενου από τον Τίτο Λίβιο μότο της συλλογής, προφητεύει μια σύγχρονη παρακμιακή εποχή· ως χρονολογικό στοιχείο εκφερόμενο στο σήμερα, καταβυθίζεται σ' ένα πρόσφατο παρελθόν και, παρόλο που μιλά μελλοντολογικά, επικυρώνει εκ των υστέρων την προφητεία με την επαλήθευσή της. Εδώ υπεισέρχεται και μια υποψία ειρωνείας, εφόσον η «προφητεία» είναι απλώς η περιγραφή και η επιβεβαίωση του ζοφερού παρελθόντος. Επειδή όμως το παρελθόν αυτό προβάλλεται, δυστυχώς, και στο απώτερο μέλλον, η αναζήτηση της διεξόδου προς φυγή δεν εκπληρώνεται. Κι η νύχτα επαληθευόμενη κατακαλύπτει τα πάντα.

Δημήτρης Αγγελής, «Επαληθεύοντας τη νύχτα», εκδ. Νέος Αστρολάβος/Ευθύνη, Αθήνα 2011, σελ. 32.

 

[…] νύχτα, θάλαμος νοσοκομείου, λευκοπλάστες, οροί, καθετήρες

πλαστικά μέλη για κατάγματα ψυχικά

εμφυτεύματα μνήμης και μεταμοσχεύσεις σπαταλημένων αισθημάτων

σε ποιο κεφάλι αύριο θα μιλώ; οι γιατροί σηκώνουν τους ώμους αδιάφορα

ποιος θα κατοικήσει αύριο αυτό το σκιάχτρο κορμί, σκέλεθρο τρομακτικό που ταξι-

            δεύει πεινασμένο μονίμως

χτυπάει το κεφάλι του στα τοιχώματα, ράβει απελπισμένο το στόμα του, κλυδωνί-

            ζεται

μικρό καρυδότσουφλο σε τσίγκινη σκάφη μ' απόνερα, λοιπόν

αυτό είναι ο άνθρωπος; […]

 

***

 

[…] κάθισε κουρασμένος σε μια πέτρα ο άνθρωπος

είχε έρθει από πολύ μακριά, ήταν ξένος στην αποικία μας

στο στόμα του δοκίμαζε τη γεύση των λέξεων, στο τέλος τίποτα δεν μας είπε

έφτυσε μόνο τρία χαλίκια, τίναξε τη σκόνη απ' το σακάκι του, ξαναέφυγε

 

ο Ποιητής επέστρεψε στη σιωπή του

και οι λοιποί των ανθρώπων, μάθαμε,

ου μετενόησαν εκ των φόνων αυτών ούτε εκ της πορνείας αυτών

ούτε εκ των κλεμμάτων αυτών

 

αλλά έμειναν αυτάρκεις

στη νύχτα τους.

 

Γιώργος Γρόλλιος, «Προοδευτικό εκπαιδευτικό & αναλυτικό πρόγραμμα»

Γιώργος Γρόλλιος, «Προοδευτική εκπαίδευση και αναλυτικό πρόγραμμα»*

 

Του Τάσου Λιάμπα*

Στο βιβλίο του «Προοδευτική εκπαίδευση και αναλυτικό πρόγραμμα» ο Γιώργος Γρόλλιος έχει στο επίκεντρο τη μελέτη της προοδευτικής εκπαίδευσης σε σχέση με τη δημιουργία και την ανάπτυξη του πεδίου του  αναλυτικού προγράμματος.

Αναφέρεται στην περίοδο από τα τέλη 19ου αι. μέχρι τέλη ’50 στις ΗΠΑ τότε που το κίνημα της προοδευτικής εκπαίδευσης  βάζει ανεξίτηλα τη σφραγίδα του στην εκπαίδευση, καθώς αυτήν την περίοδο: γεννιέται, ακτινοβολεί  και παρακμάζει. Ο Γρόλλιος για τη μελέτη «των οπτικών για το σχεδιασμό του αναλυτικού προγράμματος, οι οποίες διατυπώθηκαν στο πλαίσιο του κινήματος της προοδευτικής εκπαίδευσης και το μέγεθος της επιρροής τους», αξιοποιεί εκτεταμένη βιβλιογραφία από το επιστημονικό πεδίο της ειδικότητάς του, την οποία  επεξεργάζεται εντάσσοντάς την  στη ροή της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ιστορίας των ΗΠΑ. Από ‘δω είναι που αντλεί και τα   κοινωνικοπολιτικά κριτήρια, για να διακρίνει τη μελέτη του  σε τρεις  ιστορικές περιόδους: α) Επίχρυση έως Προοδευτική εποχή (1875-1918), β) Πρώτος παγκόσμιος πόλεμος έως Μεγάλη ύφεση (1918-1941) γ)Δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος έως Ψυχρός πόλεμος (1941-1957).

Συνέχεια

«Ταξιδευτής των αλληγοριών»: Μανχάταν – Μπανγκόκ

«Ταξιδευτής των αλληγοριών»*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

«Δύο αρτηρίες ζωής που

κινούνται με παράλληλη φορά.

Διπλή ένταση.

Διπλή εκτόνωση.

Ένα διχαλωτό ποτάμι επιθυμιών.

Κοιτάζω σταθερά έξω.»

Γιώργος Βέης

 

Η κίνηση σε πρωτόγνωρα τοπία προσφέρεται για λεπτομερή παρατήρηση και διεισδυτικές αναγνώσεις. Η διπλή γραμμή του εναέριου τρένου στην πρωτεύουσα της Ταϊλάνδης Μπανγκόκ είναι ένα τεχνολογικό θαύμα. Υπό το πρίσμα ωστόσο της ποιητικής ευαισθησίας γίνεται αντιληπτή σαν δυο παράλληλες αρτηρίες, που αιματώνουν τη ζωή κι εξασφαλίζουν την ασταμάτητη ροή της μεγαλούπολης.


* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 375, 16/9/2013.

Τοπία, ζωή και στοχασμούς αποτυπώνει ο Γιώργος Βέης στον τόμο «Μανχάταν-Μπανγκόκ, μαρτυρίες, μεταβάσεις», σε κείμενα που αν και φέρουν πεζή μορφή, διαπνέονται από ποιητικότητα, εξού και το τόλμημα, στο μότο του παρόντος κειμένου, της μεταγραφής ενός αποσπάσματος του συγγραφέα σε μορφή στίχων και στροφών, αποσπάσματος που κάλλιστα θα μπορούσε να αποτελεί ποίημα. Στρέφοντας το βλέμμα του «σταθερά έξω», ο Βέης αξιοποιεί τις παραστάσεις του για να επιστρέψει βαθιά μέσα, προεκτείνοντας τις διπλές αρτηρίες του εναέριου τρένου όχι μόνο προς το Μανχάταν της Δύσης και, τανάπαλιν, πίσω στη Μπανγκόκ της Ανατολής, μα κι από τον έξω προς τον μέσα κόσμο του ανθρώπου, κι αντίστροφα.

Όπως νωρίτερα η διπλή γραμμή του εναέριου τρένου, έτσι και η κεντρική οδός Σιλόμ στη Μπανγκόκ δεν είναι απλώς μια δίοδος προς συγκεκριμένους προορισμούς· είναι παραγωγός νοήματος, ως φορέας αξιών, εντυπώσεων, συναισθηματικών αποχρώσεων. Στον Βέη τα αντικείμενα αποκτούν ιδιότητες έμβιων όντων. Οι τόποι είναι και οι παραδόσεις τους, τα έθιμα, η συμπλοκή τους με κάθε φορέα ζωής και με κάθε στοχασμό απορρέοντα από τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται και υπάρχουν. Τα δέντρα που 'χουν φυτρώσει επί των λαμπρών μνημείων της δυναστείας των Χμερ μέσα στη ζούγκλα, στην Καμπότζη, προκαλούν τη φιλοσοφική διάθεση του Βέη όχι μόνο σε σχέση με το εμφανές γεγονός, ότι δηλαδή από τη μια τα δέντρα αυτά υποστηλώνουν τα έτοιμα να καταρρεύσουν μνημεία μα απ' την άλλη τα ακυρώνουν κατακαλύπτοντάς τα, αλλά και σε σχέση με την προέκταση της αυστηρής κριτικής του συγγραφέα για τους αρχαιοκάπηλους από τον δυτικό κόσμο, που κόσμησαν τα «ημιπαράνομα» μουσεία των «προηγμένων» χωρών με τα προϊόντα των λεηλασιών τους επί των όπου γης πολιτισμών.

Η ταξιδιωτική περιπλάνηση του Βέη προεκτείνεται από τον τόπο στη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία του, κι αποκεί στην ψυχή και το ήθος. Τα βουνά, στοχάζεται ο συγγραφέας, είναι ένα σαβουάρ βιβρ, ένας οδηγός συμπεριφοράς για ευγενείς. Γι' αυτό διαμορφώνοντας ήθος συναινούν τόσο σε καταφάσεις όσο και σε βέτο, ελέγχοντας τα ανθρώπινα έργα και τις αντοχές. Άλλοτε η προσέγγιση αποκτά οικολογικές διαστάσεις, όπως στη διαπίστωση πως τα χιονοδρομικά κέντρα είναι πληγές στο σώμα των βουνών. Η διείσδυση των ταξιδιωτικών εντυπώσεων στην ψυχή του τόπου εκμεταλλεύεται τη λογοτεχνική περιδιάβαση. Τα λογοτεχνικά αποσπάσματα που σταχυολογεί ο Βέης από τους τόπους των ταξιδιωτικών του σεργιανισμάτων δεν συνιστούν τυχαίες, ενδεικτικές ανθολογήσεις· συνάδουν διαρκώς με τη θεματολογία στην οποία δοκιμάζεται η σκέψη του συγγραφέα.

Έμπλεος ανθρωπισμού και διψασμένος για δικαιοσύνη, ο Βέης δεν θα γινόταν παρά να προσεγγίζει με ιδιαίτερο προσωπικό ενδιαφέρον το περί δικαίου αίσθημα του αρχαίου Κινέζου φιλοσόφου Μέγγιου (Μενγκ Τσε), το οποίο εμφιλοχώρησε στις κινεζικές αντιλήψεις περί του καλώς συγκερασμένου συλλογικού βίου. Εδώ ακριβώς υπεισέρχεται το σχόλιο του Μπέρτραντ Ράσελ, ήδη το 1922, πως αν οι Κινέζοι αναιρούσαν τη φιλοσοφική τους παράδοση και υιοθετούσαν τον δυτικό τρόπο ζωής, θα δημιουργούσαν «λίγους παραφουσκωμένους πλουτοκράτες στην πατρίδα [τους] και εκατομμύρια φτωχούς που θα πέθαιναν από την πείνα στο εσωτερικό». Η αντίληψη που επικαλείται ο Βέης όχι μόνο επικυρώνει την προσωπική του θέαση των πραγμάτων, μα και παρέχει την αφορμή ενός προβληματισμού με προοπτική διαχρονικότητας, εφόσον, καθώς αυτός προβάλλεται στις σύγχρονες συνθήκες, αποδεικνύει την ισχύ του και τον πανομοιότυπο τρόπο λειτουργίας των ανθρώπων.

Μεταβαίνοντας στο πλαίσιο των διπλωματικών του διαδρομών από την Ανατολή στη Δύση, ο Βέης επιμένει να μην αναπαριστά στα κείμενά του μόνο τόπους, αλλά κυρίως να «χαρτογραφεί» ανθρώπους. Ο ποιητής Νικόλας Κάλας «χαρτογραφείται» από τον Βέη στη Νέα Υόρκη διά της προσωπικής επαφής κι «εξερευνήσεως». Η σκιαγράφηση του «ευρηματικού στιλίστα» Μπόρχες οφείλεται επίσης στην προσωπική γνωριμία. Η αύρα των προσωπικοτήτων που συστήνει εκ των έσω ο Βέης είναι δροσιστική, και προκαλεί με τη δροσιά της ένα ρίγος στον αναγνώστη, το οποίο όμως δημιουργείται και από το μυστήριο της πολυσχιδούς προσωπικότητας των παρουσιαζόμενων καλλιτεχνών, ένα μυστήριο διατηρούμενο από την επιλογή του Βέη να μη μιλά εξαντλητικά για τα πρόσωπα των κάδρων του, παρά να επικεντρώνεται στο στιγμιότυπο, στη λεπτομέρεια των πινάκων.

Η παρουσίαση του ζωγράφου Άντι Γουόρχολ είναι ενδεικτική της κριτικής ικανότητας του Βέη τόσο να επεξηγεί αναλύοντας όσο και να συμπυκνώνει συμπερασματικά: «Υποκαθιστώντας αενάως την απολύτως παραδοσιακή ή νεωτερική εικαστική έκφανση με το εξόφθαλμα βιομηχανοποιημένο προϊόν, ο Άντι Γουόρχολ καθιέρωσε εντέλει το προσωποπαγές ύφος του. Ένα ύφος ύστερου καγχασμού.» Σε λίγες μόλις σειρές ο περιεκτικότατος κριτικός αποδεικνύεται άκρως κατατοπιστικός. Παράλληλα, η συσχετιστική ετοιμότητα κι ευφυΐα του Βέη διαγιγνώσκεται στα «περίεργα και ασυνήθη», κατά τους γιατρούς, αίτια θανάτου του Γουόρχολ, καθώς ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι με τα ίδια ακριβώς επίθετα αντιμετώπισε και η κριτική το έργο του ζωγράφου.

Η πρόσληψη του Γουόρχολ από τον Βέη δομείται επί της προσωπικής ευαισθησίας του συγγραφέα, κάτι που ισχύει και για την απεικόνιση του Αμερικανού ζωγράφου Φρανκ Στέλα. Όπως λοιπόν ο Στέλα προσαρμόζει τις απαιτήσεις του καμβά του στις απαιτήσεις της σύνθεσης, έτσι  κι ο Βέης προσαρμόζει τα στοιχεία του είναι που συνθέτουν τα χαρακτηριστικά των προσωπικοτήτων του στην προσωπική του πρόσληψη. Κι όπως ο Στέλα προσδίδει με τους περιορισμούς του στο κλειστό επίπεδο του καμβά του μια εναργή ατομική υπόσταση, έτσι κι ο Βέης προσδίδει στις προσωπικότητες που τον κινητοποιούν την προσωπική του ατομική υπόσταση, καθώς προβάλλει επί των περιγραφόμενων προσώπων την ευαισθησία του την αφορμώμενη από τις λεπτές εκφάνσεις εκείνων. Εύστοχα αυτοπαρουσιάζεται συνεπώς, όταν σημειώνει: «Κοντολογίς, άφησα το τοπίο να με κάνει, να με διαπλάσει. Είδα τους ανθρώπους σε διάφορα μέρη του πλανήτη ως δασκάλους, ως χορηγούς παιδείας. Ένιωσα και νιώθω δικός τους.»

Η παιδευτική διαδικασία στην οποία υποβάλλεται ο Βέης, και υποβάλλει με τη σειρά του τους αναγνώστες του, βρίσκει πολύτιμο σύμμαχο την ποιοτική γλώσσα του συγγραφέα. «Ο ποιητής, ο ταξιδευτής των προσωποποιήσεων και των αλληγοριών», διαπιστώνει ο Βέης για τον Σεφέρη, κάτι που ισχύει απολύτως και για τον ίδιο. Ο ποιητικός λόγος του συγγραφέα ενσωματώνει τη ζωή του διπλωμάτη, με τις μετακινήσεις και τις γραφειοκρατικές δομές που τη χαρακτηρίζουν. «Το διαβατήριο θα έχει πάντα πολλές ακόμη σελίδες για τις θεωρήσεις των μυήσεων», γράφει ο Βέης, συγκερνώντας το ταξιδιωτικό του έγγραφο με το ημερολόγιο των καταχωρήσεών του από τη διείσδυσή του σε τόπους κι ανθρώπους· ή «πρωτόκολλα μετάστασης στη μαγεία των στιγμών», με τις μαγευτικές στιγμές των μεταβάσεων του συγγραφέα να διασώζονται χάρη στη βοήθεια των διπλωματικών του πρωτοκόλλων. Η «πτητικότητα» του λόγου του Βέη, με την ποιητική αλαφροσύνη της, δίνει άλλη βαρύτητα στην επιπολαιότητα των λόγων που πετούν και χάνονται: τα «έπεα πτερόεντα» δεν είναι πια η αστοχασιά του σκορπισμένου στον άνεμο, δηλαδή στο πουθενά, λόγου· είναι η ποιητική μεταστοιχείωση ενός ευάερου στοχασμού.

Οι στοχαστικές περιπλανήσεις του Βέη ενισχύονται από το 24σέλιδο φωτογραφικό του αρχείο, που παρεμβάλλεται, χωρίς σελιδαρίθμηση, μεταξύ των σελίδων 128 και 129 του τόμου. Το εξαιρετικό τούτο αρχείο των φωτογραφιών υπηρετεί τη γενικότερη στόχευση του βιβλίου, παρέχοντας αφορμές για στοχασμούς αναφορικά με την επίδραση του τοπίου στον άνθρωπο. Όταν λοιπόν ο Βέης σημειώνει για τη φωτογραφία του παλιού, «τετραγωνισμένου» κτιρίου πως «ο τετραγωνισμός του τοπίου, η τυποποίηση της πολεοδομίας, η εγκαταβίωση στην ομοιότητα» συνιστούν τη σημερινή εικόνα του Μπρούκλιν, καταθέτει ένα σχόλιο για τον τρόπο με τον οποίο η τυποποίηση της πολεοδομίας στο σύγχρονο αστικό τοπίο αποπροσωποποιεί και τους ανθρώπους.

Η φιλοσοφία του Βέη αποκαλύπτεται από τον συγγραφέα κι ευθέως στην κατακλείδα του έργου του, όπου το ομιλητικότατο απόσπασμα από τον Φραντς Μπόας: «Εξαιτίας του έντονου συναισθηματικού μου ενδιαφέροντος για τα φαινόμενα του κόσμου, μελέτησα γεωγραφία.» Ο τόπος, επομένως, καί για τον Βέη, προκαλεί συναισθήματα και μεταφράζεται σε αυτά. Κι αν τα διαδραματιζόμενα στον τόπο έχουν κάποτε αρνητική έκβαση, όπως συνέβη με την αποτυχημένη απόπειρα του Αμερικανού εφευρέτη Πρέστον Τάκερ να παράξει ένα σύγχρονο, πρακτικό και οικονομικό αυτοκίνητο για τις μάζες, εκείνο που μετράει και βαραίνει δεν είναι η τελική αποτυχία, αλλά το όραμα, το όνειρο, η διάθεση πρωτοπορίας, το κολύμπι ενάντια στα ανυπέρβλητα εμπόδια του κατεστημένου. Έτσι, δικαίως οι ταξιδιωτικές μεταβάσεις του Βέη τροφοδοτούνται από το όραμα και πάλλουν δυνατά τους συγγραφικούς στοχασμούς στη φλέβα της ζωής.

Γιώργος Βέης, «Μανχάταν – Μπανγκόκ, μαρτυρίες, μεταβάσεις», εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2011, σελ. 256.


«Θυμάμαι, ψιθυρίζω σαν να είμαι αυτόματο: "Ο αφανισμός των ιδεωδών, η νέα έρημος, οι νέες τέχνες επιβίωσης σε αυτήν, εμείς τα αμφίβια". Η πληρότητα της νιτσεϊκής αποτίμησης αποκτά ξαφνικά μέσα μου μιαν έντονη ινδονησιακή απόχρωση. Αμφιβάλλω αν θα μπορέσουμε να διορθώσουμε ποτέ το λάθος που έχουμε κάνει σε ατομική και συλλογική βάση: η διάσταση ανθρώπου-ζώου έχει βαθύνει τόσο πολύ, ώστε το δεύτερο να μοιάζει πλέον ότι ανήκει στο οικοσύστημα ενός άλλου, τελείως διαφορετικού πλανήτη. Εκτός κι αν φτάνοντας στο ναδίρ της σχέσης μας με το ζωικό βασίλειο, συνειδητοποιήσουμε επιτέλους ότι η μοναξιά που μας περιμένει είναι εντέλει ο πρόωρος, ο δικός μας θάνατος.»