Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ:

Πρόκειται για τη «φωλιά του κτήνους», η οποία είναι ταυτόχρονα η «σκοτεινή σπηλιά» συνάντησης και συντονισμού του γερμανικού με το αμερικανικό, αλλά και με τα υπόλοιπα «δυτικά» Καρτέλ – Video

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

 

VIDEO

http://www.youtube.com/watch?v=2p_AD6AaFmc 

Η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών: Εάν συνειδητοποιήσουμε ότι,

 

η άνοδος της δύσης, η ανάπτυξη και η πρόοδος της, κυρίως εις βάρος άλλων λαών, στηρίχθηκε στο τραπεζικό σύστημα, στην πίστωση καλύτερα, με την ταχυδακτυλουργική δημιουργία νέων χρημάτων από το πουθενά, ενδεχομένως να καταλάβουμε ότι τα θεμέλια, επάνω στα οποία οικοδομούμε αδιάκοπα το μέλλον μας, δεν είναι τόσο σίγουρα, όσο νομίζουμε.

Ίσως δε κάποια στιγμή να πάψει ο πλανήτης να ανταλλάσσει τα χωρίς αντίκρισμα χαρτονομίσματα, με τα «πραγματικά» προϊόντα της φύσης και με την εργασία, σε μη ισορροπημένες, «χειραγωγημένες» από το Καρτέλ, ισοτιμίες ανταλλαγής – πόσο μάλλον όταν οι συνολικοί τόκοι επί των συνεχώς αυξανομένων χρεών, για τους οποίους δεν «κατασκευάζονται» παραδόξως νέα χρήματα (ένα από τα μεγαλύτερα ελαττώματα της διαδικασίας), ξεπεράσουν τα συνολικά κεφάλαια, τα οποία ολόκληρη η ανθρωπότητα οφείλει στους, ελάχιστους σχετικά, κυρίαρχους του σύμπαντος.   

Κλείνουμε με τα χαρακτηριστικά λόγια του 28ου  Προέδρου των Η.Π.Α. W.Wilson, αναφορικά με το τραπεζικό σύστημα: «Υπάρχει μία (σκοτεινή) δύναμη τόσο οργανωμένη, τόσο λεπτή, τόσο προσεκτική, τόσο διασφαλισμένη, τόσο πλήρης και τόσο κυρίαρχη, που καλά θα κάνουν να προσέχουν όσοι και όταν μιλούν εναντίον της».

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 21. Μαρτίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

 * Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2312.aspx

MNHMONIO: Tο αληθινό πρόσωπο της κρίσης

MNHMONIO: Tο αληθινό πρόσωπο της κρίσης

 

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ "ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ"  ΣTH ΘEΣΣAΛONIKH

 

 

Tη Δευτέρα 28 Mαρτίου, στις 7 το βράδυ, η εφημερίδα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ οργανώνει εκδήλωση στην Αίθουσα Γενικών Συνελεύσεων, ισόγειο κτιρίου Δ’ Πολυτεχνικής Σχολής Θεσσαλονίκης.

Θέμα:  «MNHMONIO: Tο αληθινό πρόσωπο της κρίσης»

 

Θα μιλήσουν:

– Kωνσταντίνος Xρυσόγονος, Καθηγητής της Σχολής Nομικών Eπιστημών του A.Π.Θ..

Γεώργιος Γρόλλιος, Αναπληρωτής καθηγητής του Παιδαγωγικού Tμήματος Δημοτικής Eκπαίδευσης του A.Π.Θ.

– Kωνσταντίνος Mπλάθρας, Διευθυντής της «X», δημοσιογράφος και συγγραφέας.

 

Την εκδήλωση θα χαιρετίσει ο Πρόεδρος της X. Δ. Mανώλης Mηλιαράκης.

Λιβύη: Ο Μουσολίνι στην Αβησσυνία …

Ο Μουσολίνι στην Αβησσυνία …

 

Του Στάθη Σ(ταυρόπουλου)*


 

Επιτέλους αποκαταστάθηκε ο κ. Καρχιμάκης, διορίσθηκε κι αυτός στο δημόσιο! Μάλιστα για δεύτερη φορά! Από πρώην υπάλληλος της Ολυμπιακής
τώρα, τη τρυφερά φροντίδι των συναρμοδίων Υπουργών, ο μεσιέ Κλουζώ-Σαΐνης-Καρχιμάκης κουρνιάζει σε προσωποπαγή – φτιαγμένη ειδικά για αυτόν- θέση στο Υπουργείο Ρέππας Δίκτυα Μεταφοραί.

Βεβαίως υπάρχει ένα σκοτεινό σημείο (αλλά ο ήρωάς μας μπορεί κι αυτό να το αντέξει) το εκθήθ: ως δημόσιος υπάλληλος πλέον ο κ. Καρχιμάκης τυγχάνει κι αυτός «κοπρίτης» (Πάγκαλος), «διεφθαρμένος» (Παπανδρέου), «τεμπέλης» (Παπακωνσταντίνου).

Το ευχάριστον είναι ότι ο κ. Καρχιμάκης διορίσθηκε στην Αθήνα κι όχι στα Χανιά. Επίσης ότι δεν διορίσθηκε «φανοποιός» (εκεί στα Χανιά) – μπορεί να ασκεί το ψυχωφελές αυτό επάγγελμα κι από τα εδώ -εν Αθήναις- χαλκεία…

Αυτήν τη στιγμή η Σαουδική Αραβία έχει εισβάλει στο Μπαχρέιν (όπως είχε εισβάλει στο Κουβέιτ ο Σαντάμ) – γιατί η Δύση αδρανεί; Γιατί ο ΟΗΕ καθεύδει; Αυτήν τη στιγμή στην Υεμένη ο λαός σφάζεται από την κυβέρνησή του! – γιατί η Δύση αδρανεί; Γιατί μια όποια «διεθνής συμμαχία» προθύμων δεν επεμβαίνει; Γιατί ο ΟΗΕ ποιεί τη νήσσα- νήσσα;

…………………………….

Δυστυχώς τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά» κοινώς το «μονά-ζυγά δικά μας» ήταν και είναι πάντα η πιο προσφιλής η πιο συνηθισμένη εν τω άμα η πιο ρηχή αλλά όμως και η πιο πειστική (παραδόξως) γραμμή επιχειρηματολογίας των ισχυρών ανά τους αιώνες.

Τώρα με την επέμβαση στη Λιβύη, όσον άτσαλη από πλευράς δομής και συνοχής των δυνάμεων που την επιχειρούν κι αν είναι, η ρητορική (η προπαγάνδα) που μετέρχονται είναι η ίδια όπως για τις εισβολές στη Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ ή το Αφγανιστάν.

Οι δυνάμεις αυτές, οι ιμπεριαλιστικές, δεν μπαίνουν καν στον κόπο να επινοήσουν κάτι καινούργιο, κάτι πρωτότυπο· αναμασούν απλώς τα ίδια, όπως η «προστασία των αμάχων», ασχέτως αν εν τέλει εξοντώνουν οι ίδιες περισσότερους αμάχους από όσους εξοντώνουν οι τοπικοί τύραννοι (συνήθως πράκτορες ή προστατευόμενοι της Δύσης κι αυτοί).

Κι όμως, πολλοί πολίτες, πολλοί καλών προθέσεων άνθρωποι πείθονται απ' αυτήν την προπαγάνδα, ίσως όλο και λιγότεροι (φέρ’ ειπείν, μόνον ένας στους τρεις Άγγλους αυτήν τη φορά) όμως πείθονται.

 

***

 

Όταν αρκετοί, παρά τις επιφυλάξεις που εκφράζουν, κι άλλοι ευθύς εξαρχής ανεπιφύλακτοι, συγκλίνουν εν τέλει στο συμπέρασμα ότι «η στρατιωτική επιλογή ήταν, τελικώς, επιβεβλημένη», έχουμε φθάσει στον πυρήνα του προβλήματος.

Αυτή ακριβώς είναι η «λογική» των ισχυρών και του ιμπεριαλισμού, αυτή είναι η προπαγάνδα τους. Πάντα μπορούν να εμφανίζονται φτιαχτά ή πραγματικά προβλήματα που καθιστούν λογικοφανή μιαν εισβολή. Λογικοφανής για πολλούς, όσον και αποκρουστική για άλλους υπήρξε η εισβολή των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν· όπως και των Δυτικών στο Ιράκ.

Ότι οι εισβολές αυτές ουδέν πρόβλημα έλυσαν, αλλά αντιθέτως άλλα, νέα και ισχυρότερα δημιούργησαν, παρέλκει ως διαπίστωση, μνήμη και πείρα. Έτσι κάθε φορά που βρισκόμαστε εκ νέου μπροστά στο ερώτημα μιας νέας, μιας ακόμα εισβολής, εμφανίζονται εκείνοι που αποφαίνονται ότι για τον όποιον κάθε φορά λόγο «η στρατιωτική επιλογή είναι εν τέλει επιβεβλημένη».

Δεν νομιμοποιούν έτσι (για μιαν ακόμη φορά) τον πόλεμο, δεν προκρίνουν μόνον την ευκολία (ή και τη δυσκολία) με την οποίαν χρησιμοποιείται η στρατιωτική βία, αλλά ευλογούν και την επόμενη εισβολή, τον επόμενο πόλεμο (που αυτήν τη φορά θα μπορούσε να είναι και εναντίον τους).

Μπαίνουν έτσι σε μια λογική που εγκρίνει το άνοιγμα του φρενοκομείου όταν «ο σκοπός είναι καλός» – στην πραγματικότητα προκρίνουν μιαν ατέρμονη καταφυγή στον πόλεμο για λόγους πολύ περισσότερους του ενός και μόνου που τον νομιμοποιεί: της άμυνας.

Μόνον ο αμυντικός πόλεμος είναι δίκαιος και αναγκαίος. Η εισβολή στη Λιβύη δεν έχει καμμία σχέση με την άμυνα κανενός, όσον «δίκαιους» λόγους κι αν επικαλείται ο οποιοσδήποτε. Δίκαιους τόσον όσον η «προστασία των Σουδητών» που επικαλέσθηκε ο Χίτλερ για να σπαράξει την Τσεχοσλοβακία… (πρώτα. Κι ύστερα όποιον άλλον γούσταρε)…

 

* ΣΤΑΘΗΣ Σ. 23.ΙΙΙ.2011 stathis@enet.gr

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=261727&page=0

Ο π. Ιω. Ρωμανίδης και η «εμπειρική Δογματική» ΙΙ

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης και η «εμπειρική Δογματική» – Μέρος ΙΙ

 

Του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου (Βλάχου)


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι ….  3. Πώς εργάσθηκα γιά νά ολοκληρώσω τό δίτομο έργο τής «εμπειρικής δογματικής»

 

Όσοι ασχολούνται μέ τό γράψιμο, πού καί αυτό είναι ένα χάρισμα τού Θεού καί μιά τέχνη, γνωρίζουν ότι δέν είναι εύκολο έργο. Τό έργο αυτό είναι στήν πραγματικότητα καλλιτεχνικό, όπως η ζωγραφική καί άλλες τέχνες, πού πολλές φορές κανείς δυσκολεύεται γιά νά συντονίση τήν σκέψη καί τόν σκοπό μέ τόν διατυπωμένο λόγο.

Πολύ περισσότερο τό επιστημονικό έργο είναι δυσχερές, γιατί πρέπει κανείς νά συγκεντρώση πολύ υλικό καί θά πρέπει νά τό τιθασεύση καί στήν συνέχεια νά τό συρράψη μέ έναν βασικό σκοπό.

Αυτήν τήν δυσκολία τήν αισθάνθηκα κυρίως στήν συγγραφή αυτού τού έργου. Μέ κούρασε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο βιβλίο στήν σύνθεση καί τήν ολοκλήρωση. Βέβαια, μέ βοήθησαν πολλά πνευματικά μου παιδιά σέ διάφορες φάσεις τού έργου, τούς οποίους ευχαρίστησα στόν πρόλογο τού Α’ Τόμου, δηλαδή μέ βοήθησαν στήν συλλογή κασετών, στήν απομαγνητοφώνησή τους, στό πέρασμα τών απομαγνητοφωνήσεων στόν υπολογιστή, στήν ευρετηρίαση τών κειμένων. Στήν συνέχεια εγώ έπρεπε νά επιλέξω τά θεολογικά χωρία καί νά τά ξεχωρίσω μέσα από πληθώρα άλλων αναφορών. Καί κατ’ αυτόν τόν τρόπο συγκέντρωσα πάνω από δυό χιλιάδες μεγάλα ή μικρά χωρία από τίς απομαγνητοφωνημένες ομιλίες ή παραδόσεις του.

Γιά ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, σχεδόν έναν χρόνο, μελετούσα γιά τό ποιά μορφή θά πάρη η επεξεργασία τού θέματος καί πώς θά παρουσιασθή η «εμπειρική δογματική». Όταν κατέληξα στό σχήμα πού έπρεπε νά λάβη, άρχισε η δυσχέρεια τού χωρισμού τού υλικού κατά μεγάλες ενότητες, κεφάλαια, υποκεφάλαια, υποδιαιρέσεις. Καί στήν συνέχεια ακολούθησε τό εξαιρετικά δύσκολο έργο νά συνδέσω καί νά συρράψω τά χωρία, καθώς επίσης νά γεμίσω τυχόν κενά μέσα από τήν σκέψη τού π. Ιωάννου, γιά νά μή αλλοιωθή ο λόγος του. Γιά τόν λόγο αυτόν ανέτρεξα καί διάβασα όλα τά γνωστά καί άγνωστα κείμενά του, γραμμένα κυρίως στήν αγγλική γλώσσα καί τά οποία δέν έχουν δημοσιευθή μεταφρασμένα στά ελληνικά. Είναι γνωστόν ότι ο π. Ιωάννης πέρασε τόν περισσότερο χρόνο τής ζωής του στήν έρευνα, παρά στό γράψιμο, αλλά καί τό μεγαλύτερο τμήμα τών επιστημονικών του ερευνών είναι γραμμένο στήν αγγλική γλώσσα καί είναι ακόμη αμετάφραστο.

Γιά τήν συγγραφή διαφόρων κειμένων μου, χρησιμοποιώ τρείς τρόπους, ήτοι τόν υπολογιστή, τήν υπαγόρευση καί τήν ιδιόχειρη γραφή. Τό έργο αυτό «Εμπειρική Δογματική», πού τελικά ολοκληρώθηκε σέ 850 περίπου σελίδες, γράφηκε ολόκληρο ιδιοχείρως, μέ μολύβι, γιατί μέ διευκόλυνε στήν σύνθεση τών δεκάδων καί εκατοντάδων αποσπασμάτων τού π. Ιωάννη Ρωμανίδη πού είχα υπ' όψιν μου.

Πάντως, δέν γνωρίζω άν πέτυχα απόλυτα αυτήν τήν σύνδεση, πράγμα πού θά τό πούν οι αναγνώστες. Τό γεγονός είναι ότι επειδή ο π. Ιωάννης ομιλούσε μέ πυκνό λόγο καί τρόπο καί επανελάμβανε τίς ίδιες απόψεις, αφού συνήθως δέν είχε κατά τήν ομιλία του ένα σχεδιάγραμμα, καί οι ομιλίες πού είχα υπ’ όψη μου ήταν από διαφορετικούς χρόνους καί από διαφορετικά ακροατήρια, γι’ αυτό ήταν επόμενο νά δυσκολευθώ στήν οργάνωση καί τόν διαχωρισμό, κατά ενότητες, τού υλικού πού συγκέντρωσα. Επίσης, πρέπει νά υπογραμμίσω ότι κάθε τόμο τόν δούλευσα μέ διαφορετικό τρόπο, πού δέν είναι κατάλληλη η ώρα νά αναλύσω.

Αυτή ήταν η πρώτη καταγραφή. Στήν συνέχεια έπρεπε νά ξεκαθαρισθούν τά κεφάλαια ακόμη περισσότερο, νά ευρεθούν τά επαναλαμβανόμενα χωρία καί νά αποφασισθή ποιό θά παραμείνη καί ποιό θά απομακρυνθή. Διάβασα κάθε τόμο προσεκτικά οκτώ μέ δέκα φορές καί κάθε φορά έκανα τίς αναγκαίες διορθώσεις. Ακόμη καί τώρα πού τό διαβάζω δέν τό χορταίνω, αλλά καί βρήκα μερικά ορθογραφικά καί φραστικά λάθη, τά οποία θά διορθωθούν στήν δεύτερη έκδοση.

Επί πλέον, έδωσα αυτά τά κείμενα καί σέ διάφορα πνευματικά μου παιδιά, καθηγητές Πανεπιστημίων, Θεολόγους, Κληρικούς, μοναχούς, γιά νά διατυπώσουν τίς κρίσεις τους. Σέ πολλά σημεία οι παρατηρήσεις τους μέ βοήθησαν νά βελτιώσω τό κείμενο καί έτσι έλαβαν οι δύο Τόμοι τήν τελική τους μορφή. Επίσης καί κυριολεκτικά τήν τελευταία στιγμή, πρίν νά αρχίση η εκτύπωση, έκανα διορθώσεις. Τήν μεγαλύτερη βοήθεια μού προσέφερε ο Αρχιμ. Καλλίνικος Γεωργάτος, σέ όλες τίς φάσεις τής συγγραφής καί τής επεξεργασίας τού έργου.

Πάντως, παρά τό ότι τό έργο ήταν δυσχερές καί παρά τό ότι δέν υπήρχε κάποια παρόμοια δογματική γιά νά τήν έχω ως πρότυπο, οπότε τό έργο είναι κατ' εξοχήν πρωτότυπο, εν τούτοις τό έκανα μέ μεγάλη χαρά καί μπορώ νά προσθέσω μέ μεγάλη έμπνευση, αλλά καί προσευχή. Δέν αισθανόμουν καθόλου κόπωση καίτοι έγραφα ιδιοχείρως τίς νυκτερινές καί πρωϊνές ώρες. Ζούσα περίπου όπως ο καλλιτέχνης ο οποίος καί όταν βρίσκεται μέσα σέ πολυκοσμία δουλεύει εσωτερικά τό θέμα του καί βιάζεται νά επιστρέψη στό σπίτι του γιά νά συνεχίση τό έργο του καί νά αποτυπώση τήν έμπνευσή του. Καί μάλιστα πολλές φορές όταν εργάζεται πολλές ώρες απορροφάται τελείως από τό αντικείμενο πού συνθέτει ή επεργάζεται. Ένα από τά σημαντικότερα κείμενα τού Β’ τόμου, τό περί σταδίων τής πνευματικής τελειώσεως (κάθαρση, φωτισμός, θέωση) τό έγραψα κατά τήν διάρκεια τών Συνεδριάσεων τής Ιεραρχίας τού Οκτωβρίου 2009, γιά πολλές ημέρες καί όμως μέ είχε απορροφήσει τελείως τό θέμα τού βιβλίου, χωρίς νά παύσω νά συμμετέχω ενεργώς στίς Συνεδριάσεις της καί νά ενημερώνω τούς δημοσιογράφους ως εκπρόσωπος Τύπου τής Ιεράς Συνόδου.

Δοξάζω τόν Θεό γι’ αυτήν τήν δωρεά καί τήν έμπνευση πού μού έδωσε. Κάποιος μού είπε ότι, διαβάζοντας τό βιβλίο, αισθάνθηκε μιά αύρα προσευχής. Αυτό αισθανόμουν καί εγώ συνθέτοντας καί ενοποιώντας τόν ζωντανό προφορικό λόγο τού π. Ιωάννη Ρωμανίδη.

 

4. Πώς αισθάνθηκα τόν π. Ιωάννη Ρωμανίδη, κυρίως όσο δούλευα μέ τά κείμενά του

 

Στούς προλόγους, τίς εισαγωγές καί τούς επιλόγους καί τών δύο τόμων έχω γράψει μερικά γιά τό θέμα αυτό καί ο αναγνώστης μπορεί νά ανατρέξη σέ αυτά. Εδώ κυρίως θά ήθελα νά τονίσω ότι αισθανόμουν ότι ο π. Ιωάννης είχε ένα είδος κατά Χριστόν σαλότητος. Συμπεριφερόταν, μιλούσε, επικοινωνούσε θεολογικά μέ τούς ανθρώπους, συμμετείχε στά Συνέδρια καί τούς διαλόγους ως ένας κατά Χριστόν σαλός. Είχε καταλήξει στήν αυθεντική θεολογία τών Προφητών, τών Αποστόλων, τών Πατέρων, κατάλαβε τί αλλοιώσεις επέφερε η σχολαστική θεολογία καί η Φραγκολατινική παράδοση, καί ήταν απόλυτος στόν λόγο του καί στίς φράσεις του, σχεδόν «τσεκουράτος».

Μεγάλωσε στό Μανχάταν τής Νέας Υόρκης, σέ ένα όμως καππαδοκικό περιβάλλον, μέ προσευχή καί νηστεία. Τίς γυμνασιακές του σπουδές τίς έκανε σέ παπικό Γυμνάσιο φοίτησε στήν Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή τού Τιμίου Σταυρού Βοστώνης έκανε ευρύτερες σπουδές στήν προτεσταντική Σχολή τού Γέιλ κατά καιρούς σπούδασε στό Πανεπιστήμιο Κολούμπια τής Νέας Υόρκης, στήν Ρωσική Θεολογική Σχολή τού αγίου Βλαδιμήρου Νέας Υόρκης, στήν Ρωσική Θεολογική Σχολή τού αγίου Σεργίου στό Παρίσι, στήν προτεσταντική Σχολή τού Μονάχου Γερμανίας καί μετά ήλθε στήν Αθήνα γιά τήν εκπόνηση τής διδακτορικής του διατριβής. Έπειτα, έκανε διδακτορικό στήν Σχολή Ιστορίας καί Φιλοσοφίας τής Θρησκείας τού Χάρβαρντ, δίδαξε στήν Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού Βοστώνης, στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης καί στήν Μπελεμέντειο Θεολογική Σχολή τού Λιβάνου.

Τό σημαντικό είναι ότι μετά από τέτοιες σπουδές τά εγκατέλειψε όλα, όσα είχε μάθει, κυριολεκτικά τά απαρνήθηκε, «τά έφτυσε», κατά τό κοινώς λεγόμενο, καί μιλούσε συνέχεια γιά τήν κάθαρση τής καρδιάς, τόν φωτισμό τού νού, τήν προσευχή, τήν θεωρία τού Θεού, δηλαδή μιλούσε γιά τήν εμπειρία καί τήν θεολογία τών ησυχαστών μοναχών καί τών Πατέρων, πού τήν θεωρούσε ως τήν βάση τής ορθοδόξου θεολογίας.

Αυτόν τόν θεολογικό λόγο, μαζί μέ τίς παρατηρήσεις του γιά τήν Ρωμηοσύνη καί τήν Φραγκοσύνη, τόν περνούσε σέ Συνέδρια, σέ διαλόγους, σέ μεγάλα ακροατήρια, χωρίς νά υπολογίζη τίς αντιδράσεις τών ακροατών του. Ένας αγιορείτης Ηγούμενος πού τόν είχε ακούσει νά ομιλή καί νά εισηγήται ένα θέμα σέ συνάντηση Θεολογικών Σχολών μού είπε ότι τόν αισθάνθηκε «ως ταύρον εν υαλοπωλείω». Αυτήν τήν νοοτροπία του καί τήν ισχυρά παρρησία του τήν χαρακτηρίζω ως ένα είδος κατά Χριστόν σαλότητος. Μιλούσε στόν 20ο αιώνα μέ τήν νοοτροπία τού 4ου αιώνος, μιλούσε ως ένας ερημίτης καί Πατέρας τών πρώτων αιώνων τής Εκκλησίας, χωρίς νά υπολογίζη τίς αντιδράσεις τών ανθρώπων.

Στήν περίπτωσή του ισχύει αναλογικά ο λόγος τού αγίου Συμεών τού κατά Χριστόν σαλού, όταν πήρε απόφαση νά κατέβη στήν πόλη καί νά κτυπήση τήν υποκρισία καί τόν φαρισαϊσμό τών ανθρώπων. Τότε είπε στόν συνασκητή του: «Πίστευσον εγώ ου μένω, αλλ' εν τή δυνάμει τού Χριστού υπάγω εμπαίζων τώ κόσμω». Καί ο π. Ιωάννης ήταν ένας τέτοιος κατά Χριστόν σαλός πού ενέπαιζε τήν υποκρισία, τόν σχολαστικισμό καί τόν ευσεβισμό τών ανθρώπων τής Εκκλησίας, κυρίως τόν δυτικό χριστιανισμό πού ζούσαν στήν πράξη.

Θεωρώ σημαντική τήν σύμπτωση πού γίνεται η σημερινή παρουσίαση, ημέρα κατά τήν οποία εορτάζουν ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, ένας ησυχαστής Πατέρας πού μιλούσε γιά τήν επάνοδο τού νού στήν καρδιά, καί ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο ατρόμητος αυτός ομολογητής τής πίστεως, στήν Σύνοδο τής Φερράρας-Φλωρεντίας. Καί ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης είχε στοιχεία καί από τούς δύο αυτούς αγίους, γι' αυτό ήταν διδάσκαλος τού ησυχασμού καί ομολογητής τής ορθοδόξου πίστεως, τόσο στήν Ελλάδα, όσο καί ακτός αυτής στήν Δύση καί τήν Ανατολή.

Τό θέμα είναι πώς έφθασε στό σημείο αυτό ο π. Ιωάννης. Στήν Αμερική κατάλαβε καλά ότι οι Ορθόδοξοι βρίσκονταν σέ μιά σύγχυση, πράγμα τό οποίο παρατηρεί κανείς καί σέ άλλους χώρους. Δηλαδή, όταν ήθελαν νά αντιμετωπίσουν τούς προτεστάντες χρησιμοποιούσαν επιχειρήματα παπικά, καί όταν ήθελαν νά αντιμετωπίσουν τούς παπικούς χρησιμοποιούσαν επιχειρήματα προτεσταντικά. Αυτό σημαίνει ότι δέν είχαν δικό τους ορθόδοξο λόγο. Αυτό παρατηρούσε κανείς παλαιότερα, ίσως καί τώρα, καί σέ μερικούς δικούς μας θεολογικούς κύκλους.

Έχοντας αυτό υπ’ όψη του ο π. Ιωάννης προσπάθησε νά βρή τόν αυθεντικό ορθόδοξο λόγο. Γι’ αυτό στράφηκε στό ευχολόγιο τής Εκκλησίας, τίς προσευχές, τίς ευχές καί τόν τρόπο τών Μυστηρίων, δηλαδή τό lex orandi τής Εκκλησίας, καθώς επίσης επιδόθηκε στήν ανάγνωση τών έργων τών Πατέρων τής Εκκλησίας, ήτοι τών Αποστολικών Πατέρων, τών μεγάλων Πατέρων τών Οικουμενικών Συνόδων καί τών λεγομένων Φιλοκαλικών, δηλαδή τό lex credendi τής Εκκλησίας, όπως λέγει καί ο Andrew Sopko στό εξαιρετικό βιβλίο του Ο προφήτης τής Ρωμαϊκής Ορθοδοξίας, η θεολογία τού Ιωάννου Ρωμανίδη. Γι’ αυτό ο λόγος του είναι ατόφια ορθόδοξος. Καί επειδή ο ίδιος ήταν ευφυής καί είχε έκτακτα διανοητικά χαρίσματα, τά διετύπωνε μέ πολύ ωραίο τρόπο. Η δέ έντονη καί βαθειά φωνή του, καθώς επίσης, η ηρεμία τού λόγου του, αλλά ενίοτε καί ο παλμός του, όταν καυτηρίαζε αιρετικές αποκλίσεις μερικών ορθοδόξων θεολόγων, ενθουσίαζε τούς ακροατές του καί μετέδιδε προσωπικά βιώματα καί έδινε έμπνευση.

Σέ μερικούς έχει σχηματισθή η εντύπωση ότι ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης ήταν μονομανής καί επιθετικός εναντίον τών Φραγκολατίνων καί τού Αυγουστίνου, τόν οποίον εκείνοι εχρησιμοποίησαν γιά νά στηρίξουν τίς απόψεις τους. Πράγματι, αυτό φαίνεται από μιά πρόχειρη καί επιφανειακή ανάγνωση τών κειμένων τού π. Ιωάννη. Όμως, άν μελετήση κανείς στό βάθος τήν θεολογική του σκέψη, όπως καταγράφεται κυρίως στούς δύο τόμους τής «Εμπειρικής Δογματικής» καί σέ άλλα κείμενά του, θά διαπιστώση ότι τό όλο θεολογικό του έργο ήταν έργο ενότητας καί οδηγούσε πρός τήν ενότητα.

Ήδη έχω αρχίσει νά μελετώ αυτήν τήν πλευρά τού π. Ιωάννη καί επεξεργάζομαι τό θέμα τής ενότητας στό θεολογικό του έργο σέ τέσσερα κυρίως σημεία, ήτοι ενότητα μεταξύ Παλαιάς καί Καινής Διαθήκης, στήν ενότητα μεταξύ εβραϊκής σκέψης καί ελληνικής νοοτροπίας, στήν ενότητα μεταξύ ελληνοφώνων καί λατινοφώνων Ρωμαίων Πατέρων τών πρώτων αιώνων τής Εκκλησίας καί στήν ενότητα μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας καί άλλων Χριστιανών. Μέσα από αυτήν τήν νοοτροπία έβλεπε τό διασπαστικό έργο τών αιρετικών καί τών Φράγκων, γι' αυτό καί καταφερόταν εναντίον τους. Στήν πραγματικότητα μέσα από αυτές τίς τέσσερεις πλευρές έβλεπε τήν επιστροφή τών Χριστιανών στήν ενότητα τής πίστεως καί τήν κοινωνία τού Αγίου Πνεύματος. Αυτό όμως είναι ένα θέμα τό οποίο δέν είναι τής παρούσης ώρας.

Πρίν περατώσω τόν λόγο, θά ήθελα νά ευχαριστήσω τήν Ιερά Μονή Γενεθλίου τής Θεοτόκου – Πελαγίας, τήν Γερόντισσα Σιλουανή καί τίς μοναχές πού εξέδωσαν καί τούς δύο αυτούς τόμους, μέ πολύ μεγάλο ζήλο, αλλά νά ευχαριστήσω καί τόν Σεβ. Μητροπολίτη Θηβών καί Λεβαδείας κ. Γεώργιον, αγαπητό εν Χριστώ αδελφό, πού ευλογεί αυτήν τήν προσπάθεια, η οποία αποτελεί καί τό ιεραποστολικό έργο τής Ιεράς Μονής καί τό εργόχειρο τών μοναζουσών της. Επίσης, νά ευχαριστήσω θερμότατα τόν Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών καί Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, ο οποίος ως Μητροπολίτης Θηβών καί Λεβαδείας προστάτευσε εμένα καί τό Μοναστήρι καί υπήρξε ο κύριος αίτιος όλου αυτού τού έργου, ακόμη καί τού εκδοτικού.

Οπωσδήποτε, θά ήθελα νά ευχαριστήσω καί όλους εσάς πού ήλθατε σήμερα στήν παρουσίαση αυτή, ιδιαιτέρως τούς τρείς εισηγητές, αλλά καί τόν κ. Αθανάσιο Σακαρέλλο, πού μού έδωσε τό περισσότερο υλικό (κασέτες), μέ τήν προτροπή νά αξιοποιήσω τήν διδασκαλία τού μεγάλου διδασκάλου τής Ορθοδόξου Παραδόσεως. Καί εύχομαι ο Θεός νά αναπαύση τήν ψυχή τού μακαριστού π. Ιωάννου Ρωμανίδη, τού Θεολόγου καί «Προφήτου τής Ρωμηοσύνης» γιά τούς κόπους πού κατέβαλε γιά νά διδάξη τήν «εμπειρική δογματική» καί, φυσικά, μέ τήν υπόμνηση ότι έχουμε καθήκον νά φροντίζουμε γιά τό πώς τό δόγμα θά γίνη τροφή καί ζωή.

Θά τελειώσω μέ έναν λόγο τού Ρώσου θεολόγου Αλέξη Χομιακώφ (1804-1860), συγχρόνου τού μεγάλου Ρώσου λογοτέχνη Φ. Ντοστογιέφσκι, ο οποίος έγραψε σέ μιά επιστολή του: «Υπάρχει ένας νόμος, τόν οποίον δέν θά βρήτε σέ ιστορικά συγγράμματα, αλλά ασφαλώς ισχύει στήν πραγματική ιστορία: ηγετικοί άνδρες δέν μπορούν νά γίνουν ηγήτορες τής δικής τους εποχής αυτοί ηγούνται μόνον εκείνων πού τούς ακολουθούν, διότι οι σύγχρονοί τους δέν είναι ακόμη έτοιμοι». Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης ήταν ένας θεολόγος ηγέτης, πού άνοιξε δρόμους καί προοπτικές, επηρέασε οπωσδήποτε πολλούς θεολόγους τής εποχής του, άν καί η πλειονότητα δέν ήταν ακόμη έτοιμη νά τόν δεχθή, αλλά κυρίως θά επηρεάση τίς επόμενες γενιές καί θά δημιουργήση μιά άλλη αίσθηση τών θεολογικών καί εκκλησιαστικών πραγμάτων.

 

ΠΗΓΗ: http://www.parembasis.gr/2011/11_01_18.htm. Το είδα: Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011, http://nikopoulos.blogspot.com/2011/02/blog-post_17.html

Ο π. Ιω. Ρωμανίδης και η «εμπειρική Δογματική» Ι

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης και η «εμπειρική Δογματική» – Μέρος Ι

 

Του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου (Βλάχου)


 

Θά ήθελα νά ευχαριστήσω εκ καρδίας τούς τρείς διακεκριμένους εισηγητάς τής σημερινής παρουσιάσεως τών δύο τόμων τής «Εμπειρικής Δογματικής, κατά τίς προφορικές παραδόσεις τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη», πού μέ τόν λόγο τους έκαναν ένα μνημόσυνο στόν μεγάλο αυτόν διδάσκαλο τής Ρωμηοσύνης καί τής θεολογίας τών Προφητών, Αποστόλων καί Πατέρων.

Νά μνημονεύσω τόν αγαπητό Πρωτοπρεσβύτερο καί Καθηγητή π. Γεώργιο Μεταλληνό, πού συντόνισε τήν σημερινή συνάντηση καί ομίλησε γιά τόν πεφιλημένο διδάσκαλο μέ καρδιακά αισθήματα, όπως καί τό κάνει επανειλημμένως. Ο ίδιος θεωρεί τιμή πού τόν αποκαλούν μαθητή τού π. Ιωάννου, άν καί δέν διετέλεσε ποτέ φοιτητής του. Νά ευχαριστήσω τόν Πρωτοπρεσβύτερο π. Στέφανο Αβραμίδη, μαθητή τού π. Ιωάννου στήν Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού Βοστώνης, ο οποίος πολλάκις τόν ανέπαυσε καί τόν βοήθησε ποικιλοτρόπως καί στό γραφείο τού οποίου κατέφευγε πολλές φορές ο αείμνηστος π. Ιωάννης. Επίσης, νά ευχαριστήσω τόν καθηγητή κ. Λάμπρο Σιάσο, ο οποίος ήταν μαθητής του στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης καί επηρεάσθηκε από αυτόν.

Ευχαριστώ καί τούς τρείς, γιατί δέχθηκαν νά παρουσιάσουν τό δίτομο αυτό έργο, νά ομιλήσουν γιά τόν μακαριστό διδάσκαλο τής Ρωμηοσύνης καί τής ορθοδόξου θεολογίας καί νά πούν λόγο καρδιακό καί γιά τήν ελαχιστότητά μου. Εξομολογούμενος θά ήθελα νά πώ ότι, παρά τό ότι εξέδωσα πολλά βιβλία στήν ελληνική γλώσσα, εν τούτοις αρνήθηκα προτάσεις γιά δημόσια παρουσίαση γιά κάποιο από αυτά. Εξαίρεση γίνεται γιά τό δίτομο αυτό έργο τής «Εμπειρικής Δογματικής», γιατί θέλω νά προβληθή τό πρόσωπο τού π. Ιωάννη Ρωμανίδη, ιδίως εφέτος πού συμπληρώνεται δεκαετία από τήν κοίμησή του.

Θά ήθελα κλείνοντας τήν σημερινή εκδήλωση νά τονίσω τέσσερα «πώς», δηλαδή τέσσερα σημεία πού συνδέονται μέ τό πρόσωπο καί τό έργο τού μακαριστού Διδασκάλου τής ορθοδόξου Πνευματικότητας.


 1. Πώς ανακάλυψα τόν π. Ιωάννη Ρωμανίδη

Η ανακάλυψη εκ μέρους μου τού π. Ιωάννου έγινε προοδευτικά. Τόν γνώρισα, όπως περίπου γνωρίζει κανείς κάποιον καλλιτέχνη, αφού πρώτα ακούει γι’ αυτόν, έπειτα θαυμάζει τά έργα του καί στήν συνέχεια συναντά καί τόν ίδιο προσωπικά.

Στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, όπου σπούδαζα (1964-1968) καί στά επιλεγόμενα μαθήματα άκουσα γι’ αυτόν, γιά πρώτη φορά, πρίν έλθη στήν Ελλάδα. Στό επιλεγόμενο μάθημα τής Πατρολογίας, μέ τόν καθηγητή Παναγιώτη Χρήστου, έγινε κάποτε τό 1967 συζήτηση γιά ένα θεολογικό ζήτημα. Μερικοί μεταπτυχιακοί από τήν Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού Βοστώνης Αμερικής αναφέρθησαν διεξοδικώς στόν άγιο Ιγνάτιο τόν Θεοφόρο καί μετά σέ άλλους Αποστολικούς Πατέρας τής Εκκλησίας. Τότε ο καθηγητής Παναγιώτης Χρήστου είπε: «γνήσιοι μαθητές τού Ρωμανίδη». Τήν εποχή εκείνη ο π. Ιωάννης δίδασκε στήν Θεολογική Σχολή Βοστώνης καί βέβαια ησχολείτο ιδιαιτέρως μέ τούς αγαπητούς του Αποστολικούς Πατέρας.

Στό τέλος τού τετάρτου έτους τών σπουδών μου ο καθηγητής Ιωάννης Καλογήρου, πού μάς δίδασκε κατά ανάθεση τό μάθημα τής Δογματικής, αφού η έδρα ήταν κενή, μάς ανήγγειλε, μέ μεγάλη χαρά ότι εξελέγη νέος Καθηγητής γιά τήν Δογματική, ένας μεγάλος θεολόγος από τήν Αμερική καί θά άρχιζε τά μαθήματα τήν επομένη χρονιά. Βέβαια, ακούγαμε γι’ αυτόν, γιά τήν συζήτηση πού προκάλεσε, πρίν λίγα χρόνια στήν Θεολογική Σχολή Αθηνών, η διδακτορική του διατριβή πού είχε υποβληθή. Όμως, έλαβα τό πτυχίο τής Θεολογικής Σχολής, χωρίς νά έχη αρχίσει τήν παράδοση τών μαθημάτων του καί έτσι δέν τόν γνώρισα τότε προσωπικά. Άκουγα γι’ αυτόν από τά πνευματικά μου παιδιά πού σπούδαζαν στό Πανεπιστήμιο τής Θεσσαλονίκης καί ομιλούσαν μέ ενθουσιασμό γι’ αυτόν. Μού έφερναν νά ακούσω διάφορες μαγνητοφωνημένες κασέτες καί τά πρώτα κείμενά του. Αγόρασα τό βιβλίο τής «Δογματικής» του καί άρχιζα νά τήν διαβάζω μέ ικανοποίηση καί ενθουσιασμό.

Αργότερα τόν γνώρισα προσωπικά στήν Αθήνα, μετά τήν αναγκαστική, πλήν όμως μέσα στό σχέδιο τού Θεού, μετακίνησή μου εκεί από τήν Εδεσσα, στό Γραφείο τού δικηγόρου κ. Αθανασίου Σακαρέλλου, τόν οποίον αγαπούσε πολύ, όπου παρέδιδε μαθήματα σέ έναν κύκλο είκοσι μέ τριάντα μαθητών, καί ήμουν ακροατής διαφόρων παραδόσεών του στόν Ιερό Ναό τής Αγίας Μαρίνης Ιλισίων. Θυμάμαι μιλούσε μέ σταθερό καί αυθεντικό τρόπο, χωρίς νά έχη μπροστά του σημειώσεις καί συνέδεε στενά τήν θεολογία μέ τήν ιστορία. Στήν παράδοσή του είχε στόχο. Μέ τόν καιρό γνωρισθήκαμε καλύτερα, τόν επισκεπτόμουν στό σπίτι του, συμφάγαμε σέ διάφορα φιλικά σπίτια, πήγαμε μαζί στό Βανκούβερ τού Καναδά γιά νά παραδώσουμε μαθήματα γιά τρείς ημέρες σέ ειδικό σεμινάριο πού διοργάνωσε η Orthodox Church of America (OCA) καί είχαμε καθημερινή σχεδόν τηλεφωνική επικοινωνία. Τελικά, μού ζήτησε νά τόν προσλάβω στήν Ιερά Μητρόπολή μου ως Ιερέα, πράγμα πού έγινε μετά από απολυτήριο πού εξεδόθη από τήν Ιερά Αρχιεπισκοπή Αμερικής, χωρίς βεβαίως νά εγγραφή στούς μισθολογικούς κατάλόγους. Τόν εκτιμούσα, τόν αγαπούσα καί τόν σεβόμουν γιά τήν θεολογία πού δίδασκε, αλλά κυρίως γιά τό ταπεινό καί ευγενικό του ύφος. Δικά μου πνευματικά παιδιά τόν βοηθούσαν σέ διάφορες εργασίες του, αφιερώνοντας πολύ χρόνο μαζί του, ακόμη καί τίς νυκτερινές ώρες.


2. Πώς εξετίμησα τά κείμενά του

 

Είχα τήν εξαιρετική ευλογία από τόν Θεό νά είμαι φοιτητής στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, μέσα στό κέντρο τής μελέτης τών έργων τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά. Έτσι, διάβαζα γιά τήν θεολογία τού μεγάλου αυτού αγιορείτου καί θεόπτου Πατρός, όπως επίσης διάβαζα καί τά έργα τών μεγάλων Πατέρων τής Εκκλησίας, επισκεπτόμουν τό Άγιον Όρος καί είχα επικοινωνία μέ τούς ερημίτας πατέρας, τούς οποίους ρωτούσα γιά τήν ευχή καί γενικά γιά τήν πνευματική ζωή. Στήν Έδεσσα, ο αείμνηστος γέροντάς μου Μητροπολίτης Καλλίνικος μέ προέτρεψε νά μελετώ τά έργα τού αγίου Νικοδήμου τού αγιορείτου, ιδίως τό Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον καί τό Εορτοδρόμιον, καί τών άλλων φιλοκαλικών Πατέρων. Έπειτα, γνώρισα τόν γέροντα Σωφρόνιο από τόν οποίο ωφελήθηκα πολύ. Αργότερα διάβασα όλα τά εκδοθέντα κείμενα τού αγίου Συμεών τού Νέου Θεολόγου.

Ευρισκόμενος μέσα σέ αυτήν τήν ατμόσφαιρα γνώρισα τά κείμενα τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη καί τά εκτίμησα δεόντως. Κατάλαβα τήν πνευματική τους συγγένεια μέ τά έργα τών Πατέρων τής Εκκλησίας. Στήν πραγματικότητα ο π. Ιωάννης συνδύαζε άριστα τήν ησυχία μέ τήν θεολογία, τήν άσκηση μέ τήν καθηγητική έδρα, τήν προσευχή μέ τήν θεολογική έκφραση.

Έτσι, μπορώ νά πώ ότι δέν διάβασα πρώτα τά κείμενα τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη καί στήν συνέχεια ανέτρεξα στά έργα τών αγίων Πατέρων, αλλά πρώτα είχα μελετήσει τά έργα όλων τών γνωστών καί μεγάλων ησυχαστών Πατέρων καί στήν συνέχεια γνώρισα τά έργα τού μακαριστού καθηγητού. Ένοιωσα ότι είχε καταλάβει τό πνεύμα τών Πατέρων καί είχε συλλάβει τήν πεμπτουσία τής διδασκαλίας τους. Καταλάβαινα ότι εξέφραζε τήν διδασκαλία τών αγίων Πατέρων μέ έναν σύγχρονο τρόπο, χωρίς όμως νά τά αλλοιώνη, χωρίς νά είναι νεοπατερικός ή μεταπατερικός θεολόγος. Ο προφορικός λόγος του ήταν μιά ζωντανή αφομοιωμένη τροφή. Ο ίδιος είχε γνωρίσει τόν σχολαστικισμό καί τόν ηθικισμό τών δυτικών Χριστιανών στήν Αμερική, γνώρισε δέ καί τόν ησυχασμό σέ διαφόρους αγιορείτες καί ασκητές καί γι' αυτό ο λόγος του ήταν αυθεντικός, ορθόδοξος. Είναι χαρακτηριστικά τά όσα είπε σέ μιά ομιλία του:

«Εγώ, επειδή πέρασα τά στάδια τής σχολαστικής θεολογίας στήν δική μου ζωή, όταν ήλθα στήν Ελλάδα μού έκανε μεγάλη εντύπωση όταν έβλεπα τούς σημερινούς ορθοδόξους θεολόγους στό Πανεπιστήμιο τών Αθηνών νά ζητούν συγγνώμη από όλο τόν κόσμο, γιατί καί εμείς δέν είχαμε σχολαστική θεολογία, όπως έχουν οι δυτικοί καί σταματήσαμε στούς Πατέρες τής Εκκλησίας μέχρι τόν Δαμασκηνό καί τόν Ισίδωρο Σεβίλλης ή τόν Μέγα Φώτιο».

Έτσι, μελετώντας τά κείμενα τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη διέκρινα τόν καθαρό, ορθόδοξο, πατερικό λόγο, ο οποίος στήν πραγματικότητα απαντούσε σέ όλες τίς προκλήσεις τής δυτικής θεολογίας, αλλά καί τής δικής μας θεολογίας πού είχε επηρεασθή από τήν σχολαστική θεολογία, δηλαδή τόν σχολαστικισμό καί ηθικισμό. Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, μέ τόν λόγο του καί τά γραπτά του, είχε έναν σημαντικό στόχο, παρουσίαζε τήν καθαρή διδασκαλία τών Πατέρων τής Εκκλησίας, πού ήταν ησυχαστική καί θεωτική… Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ 

 

ΠΗΓΗ: http://www.parembasis.gr/2011/11_01_18.htm. Το είδα: Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011, http://nikopoulos.blogspot.com/2011/02/blog-post_17.html

Ο Ρόλος του Διευθυντή στο Σύγχρονο Σχολείο

Ο Ρόλος του Διευθυντή στο Σύγχρονο Σχολείο και η Εκπαιδευτική Διοίκηση

 

Της Μαρίας Παπαχρήστου*

 

Ο θεσμός του σχολείου διαφοροποιείται από άλλες οργανώσεις γιατί έχει χαρακτήρα αξιολογικό. Σε κάθε σχολική οργάνωση παρατηρούμε τις εξής λειτουργίες:

1ο Τη μορφωτική λειτουργία που συμβάλλει στη μετάδοση γνώσεων και δεξιοτήτων στους μαθητές.

2ο Την παιδαγωγική λειτουργία που συμβάλλει στη διαμόρφωση αξιών, στάσεων και συμπεριφοράς στους μαθητές και

3ο Τη διοικητική λειτουργία, που ανήκει στις βοηθητικές, διότι η σχολική διοίκηση μέσω των υπηρεσιών στήριξης της εκπαίδευσης εξασφαλίζει την πραγματοποίηση στόχων στα σχολεία και απαιτεί το συνδυασμό των οικονομικών και κοινωνικών αξιών.

Πολύ μεγάλη σημασία για την κοινωνία μας έχει η οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, και ένας από τους σημαντικότερους κλάδους της δημόσιας διοίκησης είναι η διοίκηση της εκπαίδευσης, η οποία οδηγεί στον κατάλληλο χειρισμό υλικών και άυλων πόρων.

 

Α. Η διαχρονική εξέλιξη της διοικητικής σκέψης

 

Η εξέλιξη της διοίκησης σε ειδικό επιστημονικό κλάδο είναι επίτευγμα του 20ού αιώνα. Η πρακτική όμως της διοίκησης έχει τις ρίζες της πολύ παλιά. «Η ανάπτυξη της διοικητικής σκέψης χρονολογείται από τις μέρες που οι άνθρωποι επιχείρησαν πρώτη φορά να εκπληρώσουν ορισμένους στόχους σε ομάδες», (Koontz και O’ Donnell, 1984).

Εν συνεχεία στην περίοδο του Μεσοποταμιακού, του Αιγυπτιακού, του Κινέζικου, του Μινωϊκού και του Μυκηναϊκού πολιτισμού, βρίσκουμε ενδείξεις εφαρμογής αρχών της διοίκησης, όπως είναι ο καταμερισμός της εργασίας, η εξειδίκευση των τεχνικών, η χρήση επιτελικών συμβούλων κ.α.

Στην κλασική Ελλάδα ο Πλάτωνας στο έργο του «Πολιτεία» αναφέρεται στο θέμα της εξειδίκευσης της εργασίας και στην τοποθέτηση των πλέον ικανών στις κατάλληλες θέσεις, ο Αριστοτέλης στα βιβλία του «Πολιτικά» και «Ηθικά Νικομάχεια» κάνει λόγο για υποκίνηση των συντελεστών παραγωγής.

Όμως και στην εκπαιδευτική λειτουργία, ο Πλάτωνας στην «Ακαδημία» και ο Αριστοτέλης στο «Λύκειο» παρουσιάζουν δείγματα της συλλογικής διοίκησης καθώς και επιλογή της διεύθυνσης του «Λυκείου» και της «Ακαδημίας» με βάση την αρχή της πλειοψηφίας. (Χρ. Σαϊτης, Ο Διευθυντής στο σύγχρονο σχολείο, 2007).

Εν συνεχεία μέχρι τον 17ο αιώνα μ.Χ. δεν εμφανίζονται αξιομνημόνευτες οργανωτικές  εκδηλώσεις.

Κατά τον 18ο και 19ο αιώνα παρατηρούνται αξιόλογες εξελίξεις σχετικά με την διοίκηση των οργανισμών.

Όμως στον 20ό αιώνα έχουμε 3 σημαντικές σχολές που διαμορφώνουν τις  αρχές της διοικητικής επιστήμης και συγκεκριμένα:

·  Την κλασική σχολή με τους Taylor, Fayol, Weber και πολλούς
 άλλους που θεμελίωσαν την επιστημονική έρευνα στη διοικητική επιστήμη και τις βασικές διοικητικές αρχές.

·  Τη νεοκλασική σχολή με τους Douglas M. C. Gregor, R. Likert, Mary Follet και Elton Mayo η οποία χωρίς να απορρίπτει την κλασική σχολή δίνει βαρύτητα στην ανθρώπινη συμπεριφορά, στις ανθρώπινες αντιδράσεις και σχέσεις μέσα στο οργανωτικό σύνολο.

·  Τη σύγχρονη σχολή ή σχολή των κοινωνικών Συστημάτων με τους C. Barnard, Ab. Maslow, Fr. Herzberg κ. α., οι οποίοι εξετάζουν τη διοίκηση σ’ ένα πλαίσιο συστημάτων, αλληλεπιδράσεων και επικοινωνίας, με αποτέλεσμα η μεταβολή ενός στοιχείου να επηρεάζει τα υπόλοιπα.

Η «γενική» διοίκηση επηρέασε την εκπαιδευτική διοίκηση, όπως π.χ. στην ιεραρχία της εξουσίας, στην συμμετοχή των εκπαιδευτικών στη λήψη αποφάσεων, στην καλύτερη αξιοποίηση των υλικών και ανθρώπινων πόρων, στην καλλιέργεια των ανθρώπινων σχέσεων ανάμεσα σ’ όλους τους συντελεστές της εκπαίδευσης στη σχολική κοινότητα.

Στόχος της σχολικής διεύθυνσης, σύμφωνα με τους θεωρητικούς της εκπαιδευτικής διοίκησης, είναι ένα σύστημα «ανοικτό» που επικοινωνεί με όλους τους φορείς της τοπικής κοινωνίας.

 

Β. Ο Διευθυντής του 21ου αιώνα στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα

 

Ο ρόλος του διευθυντή όπως προσδιορίζεται από την ελληνική νομοθεσία είναι ρόλος κοινωνικός, διοικητικός, επιστημονικός, παιδαγωγικός:

α)  Υπουργική Απόφαση 105657/Δ/8.10.2002 (ΦΕΚ 1340 τ.Β’)

β) Ελληνικό Σύνταγμα άρθρο 5 παράγραφος 1: περί του «ανθρώπινου σχολείου».

Στο χώρο του σχολείου ο διευθυντής μέσω του ρόλου που του ανατέθηκε, επιβλέπει, παρακινεί τα μέλη της σχολικής οργάνωσης, διευθετεί τις προστριβές και αντιθέσεις που αναπτύσσονται από τη λειτουργική δράση της σχολικής μονάδας, υλοποιεί τα εκπαιδευτικά προγράμματα, παρουσιάζει τις εκπαιδευτικές αξίες και το όραμα μιας ολοκληρωμένης εκπαιδευτικής φιλοσοφίας.

Ακόμη, ως κύριος μοχλός οργάνωσης και διοίκησης ενεργεί και ενορχηστρώνει προηγούμενα προσπάθειες ώστε να συναποφασιστούν το όραμα και οι επιδιώξεις της σχολικής μονάδας.

Η διεύθυνση για να λειτουργήσει επαρκώς χρειάζεται τις εξής αρχές κινητοποίησης κατά τoν Dupont (Ανδρέου Απ. και Γ. Παπακωνσταντίνου, 1994):

Α) Τεχνική: Διοίκηση και Διαχείριση. Ο διευθυντής οφείλει να ενεργεί ως επαγγελματίας της διοίκησης κατανοώντας τη θεωρία και εφαρμόζοντάς την στην πράξη με στόχο να εξυπηρετήσει τους σκοπούς της εκπαίδευσης.

Β) Ανθρώπινη: Η αρχή αυτή συνεπάγεται ότι ο διευθυντής παίζει το ρόλο του ειδικού στις ανθρώπινες σχέσεις, χρειάζεται να γνωρίζει τις τεχνικές παρακίνησης της ομάδας, να ευνοεί την εργασία σε ομάδες και την ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων.

Γ) Παιδαγωγική: Ο διευθυντής υιοθετεί τις σύγχρονες παιδαγωγικές μεθόδους και δίνει ελευθερία κίνησης στους εκπαιδευτικούς για την επιλογή των μεθόδων διδασκαλίας τους.

Δ) Συμβολική: Η διεύθυνση είναι σωστό να αποτελεί σύμβολο για τους εκπαιδευτικούς και μαθητές, να εφαρμόζει προγράμματα και να τα τηρεί πρώτη αυτή.

Ε) Πνευματική-μορφωτική: Δημιουργία της πραγματικής εικόνας του σχολείου ως πνευματικού και μορφωτικού θεσμού στην κοινωνία.

Ακόμη, η διεύθυνση της σχολικής μονάδας έχει καθήκον να μετατρέπει το σχολείο σε μια κοινότητα αλληλοεπηρεαζόμενων προσώπων, μέσα στην οποία διδακτικό προσωπικό και μαθητές από τη μια, σχολείο και κοινότητα από την άλλη, θα συνεργάζονται για την επίτευξη των ειδικών και γενικών σκοπών της παιδείας (Ζ. Μυλωνά, Διευθυντής και Αποτελεσματική Σχολική Μονάδα). Σημαντικό καθήκον του είναι η συχνή επικοινωνία και η ενημέρωση των γονέων.

Βέβαια για την πραγματοποίηση του «ανοικτού» σχολείου και του καλού «κλίματος» καθοριστικό ρόλο έχει το μέγεθος της σχολικής μονάδας. Κατά τον C. Handy, 1981, το μέγεθος αποτελεί το σημαντικότερο παράγοντα για τη διαμόρφωση των παραπάνω. Σχετική μελέτη (George και Bishop), έδειξε ότι στις μικρές σχολικές μονάδες η διεύθυνση μπορεί να καλλιεργήσει πιο αποτελεσματικά το καλό κλίμα σε σύγκριση με τα μεγάλα σχολεία.

Ο διευθυντής οφείλει να αποτελεί την κινητήρια δύναμη στη διαδικασία των αλλαγών του σχολείου, οι οποίες πρέπει να έχουν ποιότητα φαντασίας και οράματος ενώ ταυτόχρονα να διακρίνονται από ρεαλισμό, ακόμη, είναι απαραίτητο  να στηρίζει πρωτοβουλίες και να απελευθερώνει τις δημιουργικές δυνατότητες των εκπαιδευτικών.

Όμως ο διευθυντής στη διαμόρφωση ενός έργου ποιοτικού για τη σχολική μονάδα δεν πρέπει να στηρίζεται μόνον στην εμπειρική αντιμετώπιση αλλά και στην εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων (Καμπουρίδης Γ, Οργάνωση και Διοίκηση Σχολικών Μονάδων). Και συγκεκριμένα για να μπορέσει να φέρει εις πέρας το δύσκολο έργο του πρέπει να γνωρίζει και να εφαρμόζει τις βασικές αρχές της εκπαιδευτικής διοίκησης, με ιδιαίτερη έμφαση στον ανθρώπινο παράγοντα.

Εν κατακλείδι είναι απαραίτητο οι αντιλήψεις μας για τον τρόπο διοίκησης των σχολικών μονάδων να αναθεωρηθούν. Η εκπαιδευτική διοίκηση δεν είναι μόνον τέχνη αλλά είναι και επιστήμη με αρχές και αξίες, που η υλοποίησή τους οφείλει να υπηρετεί τους παιδαγωγικούς στόχους ενός «σύγχρονου» και «ανθρώπινου» σχολείου.

 

* Η Μαρία Παπαχρήστου είναι Δρ. Εκπαιδευτικής Διοίκησης, Δ/ντρια  Γυμνασίου   

 

ΠΗΓΗ: 21/03/2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=26921

Καταστροφή στην Ιαπωνία, το κέρδος στον πυρήνα

Καταστροφή στην Ιαπωνία, το κέρδος στον πυρήνα

Η ιδιωτική εταιρεία προσάρμοζε την ασφάλεια στο συμφέρον της

 

Του Αλέκου Αναγνωστάκη

 

Εβδομηντατρία χρόνια από την πρώτη πυρηνική σχάση που επιτεύχθηκε στη χιτλερική Γερμανία από τους φυσικούς Ότο Χαν και Λίζα Μάιτνερ το 1938 στο Βερολίνο και 69 χρόνια από τότε που ο περίφημος νομπελίστας φυσικός Ενρίκο Φέρμι κατασκεύασε τον πρώτο πυρηνικό αντιδραστήρα στο Σικάγο το 1942, 443 πυρηνικοί αντιδραστήρες λειτουργούν διάσπαρτοι σε 31 χώρες, καλύπτοντας το 16% της παγκόσμιας ηλεκτρικής ενέργειας.

Για να κινηθούν καταπίνουν ετησίως περίπου 80.000 τόνους ουρανίου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση κατέχει την πρώτη θέση παγκοσμίως. Σε 17 από τις 27 χώρες της λειτουργούν 152 πυρηνικά εργοστάσια, τα οποία καλύπτουν το 1/3 της ηλεκτροπαραγωγής και το 15% της πρωτογενούς ενέργειας. Επιπλέον 27 νέοι σταθμοί πυρηνικής ενέργειας βρίσκονται υπό κατασκευή σε διάφορες χώρες.

Μόνο τα πυρηνικά απόβλητα, εναντίον των οποίων αναπτύσσεται ένα κίνημα, και χαρακτηρίζονται ως ραδιενεργά, ανέρχονται ετησίως σε 50.000 κυβικά μέτρα. Στον αδηφάγο όμως καπιταλισμό όλα γίνονται. Μόνο από τα ήδη υπάρχοντα πυρηνικά απόβλητα του πλανήτη, με κατάλληλη επεξεργασία, μπορούν να κατασκευαστούν, εκτός των άλλων, χιλιάδες πυρηνικές βόμβες. Κέρδος, αγορά και πολεμική βιομηχανία λοιπόν. Το εμπόριο πυρηνικών υλικών, μεταξύ των οποίων και των πυρηνικών αποβλήτων, είναι τεράστιο. Αν σχεδιάσει κανείς στο χάρτη τις διαδρομές που ακολουθούνται, θα μοιάζει σαν ένα πιάτο με σπαγγέτι.

Για παράδειγμα οι ΗΠΑ δέχονται χρησιμοποιημένα πυρηνικά καύσιμα από όλο τον κόσμο και η Γαλλία επιστρέφει τα απόβλητα της στην προμηθεύτρια Ιαπωνία.

Όλοι ανεξαίρετα οι τύποι πυρηνικών αντιδραστήρων (ελαφρού, βαρέος, ζέοντος ή πιεσμένου ύδατος), χρησιμοποιούν λίαν υψηλές ποσότητες νερού για τη λειτουργία τους που επιστρέφεται, καυτό, σε ποτάμια, λίμνες και πέλαγα. Οι πυρηνικοί αντιδραστήρες στο όνομα του κέρδους χτίζονται όσο γίνεται πιο κοντά στην περιοχή κατανάλωσης της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας για να ελαχιστοποιηθεί το κόστος μεταφοράς της. Και όσο πιο κοντά στη θάλασσα, με τη φτηνότερη δυνατή προστασία, για να ελαχιστοποιήσουν το κόστος μεταφοράς πρώτων υλών, αποβλήτων και της γενικότερης χρήσης αφαλατωμένου κυρίως νερού. Παρά τους σίγουρους και γνωστούς κινδύνους από τσουνάμι που οδήγησαν στον πνιγμό του δεύτερου μεγαλύτερου πυρηνικού εργοστάσιου της Ινδίας, στο Μάντρας. Γι' αυτό και ο αντιδραστήρας Φουκουσίμα είναι μόλις 140 χιλιόμετρα από το Τόκιο και κοντά στη θάλασσα με αποτέλεσμα να κινδυνεύει και το Τόκιο και η περιοχή του εργοστασίου και το ίδιο το εργοστάσιο να χτυπηθεί από το τσουνάμι. Χτύπημα που αποσιωπάται από τα ΜΜΕ, τους κυβερνητικούς υπεύθυνους και τους πληρωμένους επιστήμονες από το πανίσχυρο καρτέλ των δέκα παγκοσμίως μεγάλων ιδιωτικών (ή υπό κρατική καθοδήγηση) εταιρειών της πυρηνικής βιομηχανίας.

Τα πυρηνικά εργοστάσια έχουν μέγιστο όριο ζωής, σύμφωνα με τη διεθνή επιτροπή πυρηνικής ενέργειας, τα 40 χρόνια. Μετά πρέπει να διαλύονται. Το κόστος όμως διάλυσης ενός γερασμένου πυρηνικού αντιδραστήρα υπολογίζεται στα 2 διό. δολάρια. Το ιδιωτικό μονοπώλιο Τερεο που διαχειρίζεται το σαραντατριάρη αντιδραστήρα Φουκοσίμα ζήτησε και πήρε από την ιαπωνική κυβέρνηση δεκαετή παράταση ζωής αντί να τον διαλύσει, δηλαδή να ξοδέψει 2 δισ δολάρια. Με τα αποτελέσματα που βιώνει η ανθρωπότητα…. Που είναι μόνο τα άμεσα. Ωστόσο μόνο η καταγραφή τους επαναφέρει τη σκέψη πως ο ύστερος καπιταλισμός, σαν τα γερασμένα μαλάκια, εξαντλώντας τη ζωτική περιοχή γύρω του, τρέφεται πλέον από τις ίδιες του τις σάρκες: Αξιωματούχοι από το Τόκιο αναφέρουν ότι η ακτινοβολία στην πρωτεύουσα ήταν δέκα φορές πάνω από το κανονικό το βράδυ της Τρίτης, αλλά δεν συνιστά απειλή για την υγεία.

Ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης Γιούκιο Εντάνο παραδέχεται ότι «τα επίπεδα της ραδιενέργειας στην περιοχή των κατεστραμμένων αντιδραστήρων μπορούν να προκαλέσουν βλάβες στην ανθρώπινη υγεία».

Το Ιράν ανακοινώνει ότι διαθέτει αεροσκάφη για την απομάκρυνση των ιρανών υπηκόων. Το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών εκδίδει προειδοποίηση με την οποία συμβουλεύει τους βρετανούς πολίτες να μην ταξιδεύουν στο Τόκιο και στην ανατολική Ιαπωνία. Η πρεσβεία της Γαλλίας στο Τόκιο προτρέπει τους γάλλους πολίτες που ζουν εκεί, να παραμείνουν στις κατοικίες τους και να διατηρούν την ψυχραιμία τους.

Βιομηχανίες κλείνουν και μεταφέρουν τους εργαζόμενους στα νότια (Πεζό, Ντέιμλερ κ.ά.). Η υπηρεσία πυρηνικής ασφάλειας της Κίνας ενισχύει τους ελέγχους για τα επίπεδα της ραδιενέργειας στη χώρα. Στη μείζονα περιοχή της πρωτεύουσας Τόκιο παρατηρούνται ελλείψεις στην τροφοδοσία ηλεκτρικού ρεύματος.

Την ίδια ώρα η Γερμανία αποφάσισε να προχωρήσει στο κλείσιμο εφτά πυρηνικών εργοστασίων και η Ελβετία ανέστειλε αποφάσεις για τα πυρηνικά της προγράμματα. Ο ευρωπαίος επίτροπος αρμόδιος για την Ενέργεια Γκίντερ Ετινγκερ, συγκαλεί σε συνεδρία την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και δηλώνει στο τηλεοπτικό δίκτυο ARD ότι: «Οφείλουμε να εγείρουμε το θέμα εάν, εμείς στην Ευρώπη, στο ορατό μέλλον, μπορούμε να διασφαλίσουμε τις ενεργειακές μας ανάγκες χωρίς την πυρηνική ενέργεια».

Ταυτόχρονα, ο πραγματικός πολυπρόσωπος ηγεμόνας, οι Αγορές, δηλαδή το τερατώδες σύμπλεγμα τραπεζικού, εμποροερευνητικού, και κατασκευαστικού κεφαλαίου, δια του γαλλικού προς το παρόν κεφαλαίου, διαλαλεί την πραμάτια του – εδώ οι καλοί αντιδραστήρες – διαρρέοντας πως αν η Ιαπωνία χρησιμοποιούσε γαλλική τεχνολογία τα πράγματα θα είχαν πάει αλλιώς. Οι ενδοκαπιταλιστικοί ανταγωνισμοί καταμεσής της φρίκης λειτουργούν με την ψυχρότητα φιδίσιας επιδερμίδας.


Πηγή: Αλέκος Αναγνωστάκης – "Πριν". Το είδα:  Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011, http://tsak-giorgis.blogspot.com/2011/03/blog-post_8782.html

Πρόβλημα κακού: μετά τον Αυγουστίνο ΙΙ

Το πρόβλημα του κακού από τον Αυγουστίνο στη σύγχρονη Γενετική – Μέρος ΙΙ

 

Του π. Νικόλαου Λουδοβίκου*


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι … Στον Αδάμ γίνεται η οντολογική πρόταση για υπέρβαση του θανάτου από μέρους του θεού (και όχι μια πρόταση για ηθική επιλογή)· είναι ο Αδάμ το ον το οποίο ορίζεται θα λέγαμε υπαρξιακά απ' την πρόταση ακριβώς αυτή του Θεού προς αυτό να γίνει, εν ελευθερία, δι' αυτού η είσοδος αυτή του ακτίστου στο κτιστό. Στα όρια του νεώτερου υποκειμενισμού η οντολογική αυτή υφή του διαλόγου ανθρώπου και Θεού κινδυνεύει, καθώς το κακό, είτε ηθικολογικά είτε ορθολογικά, τοποθετείται είτε εντός του ανθρώπου, ως μέρος της φύσης του, είτε εκτός του, ως «αντικειμενικό» εξωτερικό γεγονός.

Έκτος του ότι καταλήγουν υποχρε­ωτικά σε διάφορες μορφές θεοδικίας, τα παραπάνω αποκρύπτουν το γε­γονός πως το κακό δεν υφίσταται ως αυγουστίνεια φυσική διαστροφή (pervertio  λόγω της αμαρτίας, αλλά ως διακοπή, μερική ή πλήρης, του διαλόγου αυτού μεταξύ ανθρώπου και Θεού, ο οποίος ελεύθερα συνά­πτει τον θάνατο με τη ζωή, το κτιστό με το άκτιστο. Και μάλιστα, αν τα παραπάνω είναι σωστά, είναι αυτός ακριβώς ο διάλογος που αποτελεί ακριβώς την διαδικασία μέσω της οποίας η εσχατολογική εξάλειψη του κακού γίνεται πιθανή, ως ενσωμάτωση δηλαδή του κτιστού Είναι στο Αναστημένο Σώμα του Χριστού εν προαιρέσει, ως «κοινωνία γνώμης», κατά την έκφραση του Αγ. Νικολάου Καβάσιλα και όχι απλώς ως υπο­χρεωτική ανάσταση των νεκρών. Με τον διάλογο, λοιπόν, αυτό ο άνθρω­πος εξαλείφει απ' την κτίση κάποια κομμάτια του προκτισιακού μηδε­νός, κατά την προαίρεση του, μεταβάλλοντας την σε κατά χάριν άκτιστο Σώμα Χριστού. Μια τέτοια στάση επιτρέπει στον θεό να επεμβαίνει πε­ρισσότερο στον κόσμο, περιορίζοντας το κακό ακόμη και όταν ο άνθρω­πος δεν επαρκεί προς τούτο – ουδέποτε όμως, ούτε στα έσχατα, το κακό, ως άρνηση του διαλόγου μετά του Θεού, θ' αφανιστεί εντελώς, παρά την υποχρεωτική αφθαρσία των όντων. Αυτό το οποίο τότε θα φανεί, όμως, είναι το ότι το κακό δεν αποτελεί μέρος της Δημιουργίας, του Είναι, της Ζωής, αλλά προαιρετική τους άρνηση.

Σε αντίθεση με τον Αυγουστίνο, ο Μάξιμος ο Ομολογητής, επιπλέον, θεωρεί μόνον την «πτώση της προαίρεσης» διαβλητή, ενώ αυτήν της φύ­σεως αδιάβλητη. Δεν υπάρχει «κακή φύση» λοιπόν στην πατερική παρά­δοση· το ίδιο το γεγονός που περιγράφεται στη διήγηση της Γενέσεως ως πτώση του ανθρώπου είναι μια προαιρετική κίνηση αναχώρησης απ' την βιωματικά αφθαρτοποιό άκτιστη Πρόνοια του Θεού και δεν μας ενδια­φέρει ως ιστορικό γεγονός.

V

Αλλά ας επιστρέψουμε και πάλι στη Δύση για να δούμε δι' ολίγων την συνέχεια και να φθάσουμε και ως τη σύγχρονη Γενετική. Οι εκτιμήσεις μου είναι φυσικά υποκειμενικές και είναι δυνατόν να συζητηθούν και διαφορετικά κάποια σημεία της σχετικής ιστορίας. Τα δύο μεγάλα προ­βλήματα τα οποία ανέκυψαν στη Δύση εξαιτίας της διάδοσης των θέσε­ων του Αυγουστίνου, που ήδη εξετάσαμε, νομίζω πως υπήρξαν το πρόβλημα καταρχήν της υπεράσπισης του Θεού και αυτό της υπεράσπισης της φύσης (του ανθρώπου και του κόσμου) στη συνέχεια. Το πρώτο έργο το ανέλαβε ο Γερμανός φιλόσοφος Leibniz και το δεύτερο ο Γάλλος φιλό­σοφος Rousseau. Και ο μεν Leibniz (1646 – 1716) επιχείρησε μια ολόκληρη «θεοδικία», λέξη πλασμένη απ' τον ίδιο και τίτλος ομώνυμου βιβλίου του (1710). Ο φιλόσοφος προσπαθεί να δικαιώσει τον Θεό, υποθέτοντας πως αυτός ανέχεται το κακό με σκοπό να βγει τελικά κάποιο καλό απ' αυτό, μέσα σ' έναν κόσμο δημιουργημένο απ' τον Ίδιο, κόσμο που είναι «ο κα­λύτερος δυνατός απ' όσους θα μπορούσαν να δημιουργηθούν», κατά την πασίγνωστη φράση του. Το ότι οι άνθρωποι μπορούν να σκεφθούν καλύ­τερους κόσμους, τούτο δεν σημαίνει πως αυτοί οι κόσμοι είναι πράγματι καλύτεροι, αφού η ανθρώπινη κρίση σφάλλει, περιοριζόμενη από πάθη υποκειμενικά και την άγνοια. Ο Θεός δημιούργησε τον καλύτερο δυ­νατό κόσμο, λοιπόν, υπό την προϋπόθεση πως αυτό θα το δούμε στο φως των δικών του επιλογών, οι οποίες είναι κατά πολύ ανώτερες και σοφό­τερες των δικών μας.

Οι θέσεις αυτές αποτέλεσαν προσφιλή στόχο πλήθους επιθέσεων από πλευράς των αθεϊστών, μ' όλο που δεν διαφέρουν ουσιαστικά από την πιο παρωχημένη τους επεξεργασία, αυτή του Hegel, ο οποίος στο κακό είδε, όπως ήδη είπαμε, μια αναγκαία «αρνητικότητα», την οποία το Πνεύμα-Θεός χρησιμοποιεί για μια ανώτερη σύνθεση που περιλαμβάνει μια σύντηξη των δύο (Καλού και Κακού ή Είναι και Μηδενός) μέσα στο Είναι. Νομίζω όμως πως πολύ μεγαλύτερη επίδραση στη Δύση είχε ο άλλος φιλόσοφος, ο υπερασπιστής της ανθρώπινης και κοσμικής φύσης, ο Rousseau (1712 – 1778). Η θέση του Γάλλου φιλοσόφου έχει το προσόν της εξαιρετικής απλότητας: η φύση του ανθρώπου και του κόσμου, λέγει, είναι βαθύτατα καλή και αγαθή. Ενάντια στον Αυγουστίνο (ή τον Καλβίνο) θεωρεί πως η φύση είναι ο καλύτερος δάσκαλος του καλού και η συμφωνία μαζί της κανόνας ζωής και αλήθειας. Ο θάνατος δεν είναι προϊόν συνεπώς αμαρτήματος ή πτώσης και η πολιτική ανισότητα, επιπλέον, είναι εντελώς αστήρικτη.

Με τον Rousseau η Δύση ξαναβρίσκει την θεμελιώδη χριστιανική θέση πως η φύση ανθρώπου και κόσμου είναι έργο του Θεού αγαθό – μόνο που ξαναβρίσκει τη θέση αυτή ως εναντίωση στην επίσημη εκκλησια­στική διδασκαλία, η οποία, είτε στην καλβινική Γενεύη όπου μεγάλωσε ο Rousseau είτε στη ρωμαιοκαθολική ή λουθηρανική υπόλοιπη Ευρώπη, θέλει συνήθως με αυγουστίνειο τρόπο τη φύση πεσμένη και διεστραμμέ­νη. Οι Ευρωπαίοι, με τον Rousseau και στη συνέχεια με τον Διαφωτισμό, ξαναβρίσκουν λοιπόν μια θεμελιώδη πατερική θέση, αλλά ως διαμαρτυ­ρία ενάντια στην Εκκλησία ή τη θεολογία της, διαμορφώνοντας μια ανθρωπολογία την οποία θεωρούν αθεϊστική (και η Εκκλησία επίσης την θεωρεί τέτοια), ενώ είναι χριστιανικότερη της εκκλησιαστικής. Το κακό δεν σταματά εδώ όμως. Χωρίς θεολογική αναφορά, η ανατίμηση αυτή της φύσης είδε μπροστά της ν' ανοίγεται ο θεωρητικός δρόμος του De Sade . Πράγματι ο τελευταίος δεν είναι παρά ένας βίαια αντιχριστιανός μαθητής του Rousseau , που αποκαλύπτει πως η φύση δεν διδά­σκει μόνον την αρμονία αλλά και τη βία και τον φόνο. Η φυσική ζωή θα σήμαινε έτσι την δεξίωση και αυτών λοιπόν των «φυσικών» επιδόσεων, «πέρα απ' το καλό και το κακό», όπως θα ‘λέγε ο Nietzsche , ο οποίος απο­τελεί και την κορύφωση του δρόμου που πήρε η Δύση με τον Rousseau , αντιπαλεύοντας τον Αυγουστίνο. Η φύση υπαγορεύει εν τέλει τη θέληση για δύναμη ως ύψιστο κριτήριο ζωής· έχω δείξει σε παλαιότερο βιβλίο μου (π. Ν. Λ., Η Κλειστή Πνευματικότητα και το Νόημα του Εαυτού. Ο Μυστικισμός της ισχύος και η αλήθεια φύσεως και προσώπου, β΄ έκδ., Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999) πως με τον τρόπο αυτό ο Nietzsche όχι μόνον δεν απομακρύνεται από τον Αυγουστίνο, αλλά υιοθετεί το βαθύτερο σχήμα σκέψης του τε­λευταίου: στη θέση της πεσμένης φύσης, που στον Αυγουστίνο κυριαρχείται απ' την αθάνατη και πνευματική ψυχή, τίθεται τώρα όλη αυτή η ανυπόστατη «πνευματικότητα», κυριαρχούμενη απ' τα ζωτικά φυσικά ένστικτα.

VI

Αυτή είναι εν συντομία η πνευματική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία γεννιέται ο νεώτερος θεωρητικός προβληματισμός περί του κακού στο χώρο της Γενετικής. Στα νεώτερα χρόνια η ανάπτυξη της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας προχώρησαν σημαντικά περισσότερο όλη αυτή την ορθολογική αναζήτηση του αιτίου του κακού μέσα στα όρια τα ίδια της ανθρώπινης φύσης και ποτέ έξω της. Ακολουθεί η αποδοχή του κακού ως στοιχείου της φύσης με την κατάλληλη «επιστημονική εξήγηση», ή τουλάχιστον η μερική απενοχοποίησή του. Απ' την πλήρη εξουδένωση της φύσης ως την υπό όρους αποδοχή της όμως το οντολογικό σκηνικό παραμένει αμετάβλητο: καμμιά ουσιαστική προοπτική δεν υφίσταται για την ελευθερία ως δυνατότητα μεταμόρφωσης αυτής της φύσης και όχι απλώς ως αποδοχής ή απόρριψης της.

Θέλω στο σημείο αυτό να εξετάσουμε σύντομα τρία πρόσφατα βιβλία τα οποία θέτουν το πρόβλημα του κακού στην προοπτική της Γενετικής του εξήγησης. Το πρώτο απ' αυτά είναι το βιβλίο του Robert Wright, The Moral Animal (1994). Στο βιβλίο του ο Wright θέτει υπό συζήτηση αυτό που αποκαλεί «ψυχολογία της εξέλιξης» με βιολογικούς όρους: τα πάντα εξηγούνται ως προερχόμενα από μια επιθυμία επιβίωσης των ανθρώπων που προσδιορίζεται ούτως ή άλλως από τη φυσική επιλογή. Συνεπώς, ελάχιστη γενετική βάση έχει η διάκριση καλού και κακού, ηθικού ή μη ηθικού: όσον αφορά στη σεξουαλική συμπεριφορά των γυναικών, λόγου χάρη, «συγκρατημένες» και πιο «ηθικές» είναι απλώς οι πιο σίγουρες για τον εαυτό τους, ενώ επιθετικές οι πιο ανασφαλείς. Ο στόχος όμως παρα­μένει ο ίδιος. Για όλες τις συμπεριφορές ισχύει το ίδιο. Η ηθικότητα έρ­χεται σε αντίθεση στην πραγματικότητα με την εξελικτική λογική, η οποία προσδιορίζεται αποτελεσματικά απ' τα γονίδια και το περιβάλλον. Αν ήμασταν σε θέση να το αποδεχθούμε αυτό, ισχυρίζεται ο συγγραφέας, θα διαθέταμε πολλή περισσότερη ανοχή και συγχωρητικότητα προς αλλήλους. Βεβαίως κάθε είδους αλτρουισμός ή ανιδιοτέλεια θα έπρεπε επίσης ν' αποδοθεί σε γενετικά προσδιορισμένη ανώτερη εξελικτική ιδιοτέλεια.

Το δεύτερο βιβλίο που θα εξετάσουμε είναι αυτό του Lyall Watson, Dark Nature: a Natural History of Evil (1996). Ο Watson υποστηρίζει πως η φύση είναι βαθύτατα μη ηθική, βρίσκεται πέραν του καλού και του κακού. Αυτό ακριβώς διαφαίνεται μέσα στον κόσμο των γονιδίων, τα οποία απλώς κάνουν οτιδήποτε για επιβίωση, ακολουθώντας κυρίως τις εξής μεθόδους:

1) Είναι εχθρικά προς τους ξένους,

2) Φιλικά προς τους φίλους και

3) Εξαπατούν όσο είναι δυνατόν.

Όλη η ανθρώπινη συμπεριφορά κτίζεται στην πραγματικότητα με βάση τις αρχές αυτές, ισχυρίζεται ο συγγραφέας, αν και υπάρχουν και άλλες, μη εμφανώς βιολογικές αρχές, όπως ο αλτρουισμός, το μαρτύριο, η ασκητικότητα, οι οποίες δρουν και αυτές όμως με βουλητικούς κατά βάση σκοπούς, επιτρέποντας μια μικρή απλώς ανάδυση απ' το πέλαγος της φυσικής επιλογής, μια μικρή μα ουσιώδη διαφορά του ανθρώπου απ' τα ζώα. Τελευταίο είναι το βιβλίο του Β. Appleyard  In Brave New Worlds. Staying Human in the Genetic Future (1998). Στο βιβλίο του αυτό ο συγγραφέας αναμετράται μ' αυτό που αποκαλεί «γονοκεντρισμό» (genocentrism) και τολμά να θέσει το ερώτημα της ανθρώπινης ελευθερίας και ευθύνης αν τα πάντα σχεδόν στη συμπεριφορά προσδιορίζονται από γονίδια. Το πραγματικό ασυνείδητο, σημειώνει, έχει να κάνει μ' αυτήν την κρυφή εσώτερη δράση των γονιδίων εντός μας, τα οποία ακολουθούν τους δικούς τους βιολογικούς δρόμους, άσχετα προς τα ήθη και τις συνειδητές μας δήθεν επιλογές. Ο Appleyard θρηνεί για την πιθανότητα μιας πλήρους επικράτησης του «γονοκεντρισμού», πράγμα που θα επέτρεπε σαφώς ολοκληρωτικές λύσεις στο μέλλον, αλλά ταυτόχρονα δεν έχει να αντιπαραθέσει τίποτε σ' αυτόν.

VII

Είναι φανερό πως μια σειρά οντολογικών και κυρίως θεολογικών ερωτημάτων εγείρονται πλέον ακόμη. Η Δύση βεβαίως παραπαίει ανάμεσα στην σύγχρονη πλήρη αποδοχή και την αρχαία της αυγουστίνεια και καλβινική πλήρη απόρριψη της φύσης, αλλά το ερώτημα στο οποίο η θεολογία δεν απαντά ακόμη είναι αυτό που αναφέρεται στην δυνατότητα μιας πραγματικής σχέσης της φύσης αυτής με τον άκτιστο Θεό. Αν ο Θεός διαθέτει άκτιστες ενέργειες δρων ως πρόσωπο και αν ο άνθρωπος επίσης ως πρόσωπο μπορεί με τις δικές του ενέργειες να δεξιωθεί τον Θεό, τότε η φύση μεταμορφώνεται, χωρίς να χάνεται, εξαφανιζόμενης κάθε αναγκαστικής φυσικής νομοτέλειας.

Τι είναι όμως το πρόσωπο; Και τι είναι η ελευθερία; Υπάρχει μια βιοχημεία της ελευθερίας; (Αν υπάρχει, δεν υπάρχει ελευθερία…). Που εδράζεται το πρόσωπο ή η ελευθερία μέσα στον άνθρωπο; Στην ψυχή του; Και τι είναι η ψυχή, όταν μάλιστα η ελληνική πατερική παράδοση έχει απορρίψει κάθε μεταφυσική έννοια της ψυχής, θεωρώντας την κατ' ουσίαν υλική; Έχουμε ακόμη πάρα πολλά πράγματι να μάθουμε ακόμη για τον άνθρωπο, ακριβώς διότι κατά την πατερική θεολογία ο άνθρωπος δεν είναι ένα δεδομένο ον αλλά ένα ον εν τω γίγνεσθαι, που δημιουργείται συνέχεια, και μόνον στα έσχατα θα μάθουμε τι τέλος πάντων είναι. Η μεγάλη συμβολή της Ορθόδοξης θεολογίας στην ανθρωπολογική αυτή απορία είναι ωστόσο πως μας έμαθε πως είναι αδύνατο να χωρίσουμε το περί ανθρώπου ερώτημα απ' το ερώτημα περί Θεού και πως μόνον η απάντηση σ' αυτό το τελευταίο προοιωνίζεται και την απάντηση στο πρώτο.

 ΠΗΓΗ: Περιοδικό "Σύναξη",  τεύχος 95, Απρ – Ιουν 2005.

* Ο  π. Νικόλαος Λουδοβίκος είναι καθηγητή στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο του Κέμπριτζ, στο πανεπιστήμιο της Ουαλίας και στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία της Θεσσαλονίκης.

Πρόβλημα κακού: μετά τον Αυγουστίνο Ι

Το πρόβλημα του κακού από τον Αυγουστίνο στη σύγχρονη Γενετική – Μέρος Ι

 

Του π. Νικόλαου Λουδοβίκου*


 

Ι

Πριν καλά – καλά τελειώσει ο δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο σημαντικός Άγγλος συγγραφέας C. S. Lewis εξέδωσε, το 1944, το μυθιστόρημα του Perelandra, θέλοντας να διηγηθεί ξανά την ιστορία του Κήπου της Εδέμ. Η Perelandra είναι ένας άλλος πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος, αυτός που οι γήινοι αποκαλούν Αφροδίτη, και είναι όμως απολύτως κατοικημένος από λογικά όντα τα οποία, όμως, μαζί με τον πλανήτη τους ζουν – ω του θαύματος – μέσα στον παράδεισο, όπως ακριβώς μας περιέγραψε τον τελευταίο ένας Αυγουστίνος ή ένας Μ. Βασίλειος:

πλήρης αρμονία, γαλήνη και αφθαρσία παντού, απόλυτη απουσία πόνου, ασθένειας, θλίψεων και αγωνιών, ευτυχία απερίσταλτη και αδιατάρακτη. Ο Θεός (τον οποίο στον πλανήτη αυτό αποκαλούν Maledi) θα αποστείλει εκεί έναν γήινο σοφό (ο οποίος στο μυθιστόρημα είναι μάλιστα πανεπιστημιακός καθηγητής) ονόματι Ransom (λέξη που στα αγγλικά σημαίνει την απολύτρωση), για να πληροφορήσει τους αθώους κατοίκους για τον κίνδυνο του κακού τον οποίο στο βιβλίο αντιπροσωπεύει ο Weston, ένας δαιμόνιος γήινος, που οπλισμένος αντιμετωπίζει τους κατοίκους του πλανήτη όπως ένας άποικος τους αγαθούς ιθαγενείς, θέλοντας να τους διαφθείρει και στη συνέχεια να τους υποτάξει (δεν είναι τυχαίο δε πως το όνομά του προέρχεται από την λέξη West – την Δύση).

Ο Ransom, μόλις βρίσκεται στην Perelandra, συγκλονίζεται: διαπιστώνει αμέσως πως οι αισθήσεις του λειτουργούν διαφορετικά, πολύ βαθύτερα και καθαρότερα, ο νους του γαληνεύει απροσδόκητα, το σώμα του ελαφρώνει. Ποτέ δεν ένοιωσε τη γεύση, την ακοή του και την όραση του τόσο ζωντανές, ενώ πλήρης αφοβία τον καταλαμβάνει· τα άγρια ζώα είναι φίλοι παιγνιώδεις. Κατάπληκτος και συγκλονισμένος συναντά την Εύα της Perelandra, την Κυρία (Lady), όπως αποκαλείται στο βιβλίο, χωρίς διόλου να σοκάρεται με την γυμνότητα της. «Έρχομαι εν ειρήνη», την χαιρετά τραυλίζοντας. «Και τι θα 'πει ειρήνη;», του απαντά εκείνη. Μη έχοντας ποτέ γνωρίσει το κακό, δεν φοβάται κανέναν και τίποτα. Όπως τα πολύ μικρά παιδιά, όλη η ζωή της είναι αυτή η «ειρήνη» – τίποτε άλλο δεν γνωρίζει…

Θ' αφήσω κατά μέρος την εξέλιξη της πάλης μεταξύ καλού και κακού, που συνιστούν την συνέχεια του μυθιστορήματος (όχι φυσικά προτού σάς διαβεβαιώσω, για να μην αγωνιάτε, πως η έκβαση της υπήρξε αίσια), για να σχολιάσω αυτόν τον μικρό διάλογο λίγο περισσότερο και να εισέλθουμε έτσι στο θέμα μας.

Παρά την αναμφισβήτητη λοιπόν ευτυχία των κατοίκων της Perelandra, ο Ransom – Λυτρωτής γήινος φαίνεται να ξέρει πολύ περισσότερα από αυτούς, μ' όλα τα βάσανα και την αλλοτρίωση του. Οι ευτυχισμένοι αυ­τόχθονες του διαπλανητικού Παραδείσου είναι πράγματι εντελώς ανυ­περάσπιστοι μπροστά στην άλλη όψη του Είναι-Αγαθού, απέναντι, εν­νοώ, στο Μηδέν – Κακό, το οποίο ωστόσο, παρ' όλο που δεν «είναι», είναι απολύτως πραγματικό, δρα υποδόρια και αποτελεσματικά, απειλώντας να καταστρέψει – στ' αλήθεια! –  το παν. Γι' αυτό ακριβώς άλλωστε ο Θεός αποστέλλει τον Λυτρωτή – Προφήτη Ransom σ' αυτούς (και δεν διαλέγει προς τούτο έναν από δαύτους): είναι η γνώση του Μηδενός ή του Κακού, αν θέλετε, που καθιστά ικανό τον γήινο σοφό να διαφυλάξει το Είναι-Αγαθό. Αυτό σημαίνει όμως πως το κακό είναι υπαρξιακά και οντολογικά αναπόφευκτο; Πως είναι μια προϋπόθεση του Αγαθού κατ' ανάγκην; Πως ανήκει, θα ‘λέγαμε τολμηρά, στο είναι του Αγαθού (επομένως και του θεού!); Τελικά το κακό ανήκει στο Είναι των όντων, κι αν όχι που ανήκει;

Στα ερωτήματα αυτά θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια πρώτη απάντηση, διατρέχοντας την φιλοσοφική και την θεολογική παράδοση και καταλήγοντας στη μοντέρνα Γενετική, της οποίας οι ανα­ζητήσεις συνδέονται παράδοξα με τις παραπάνω παραδόσεις.

ΙΙ

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η διάκριση Καλού και Κακού διατρέχει με πολλές μορφές την αρχαία ελληνική σκέψη. Ο φόβος του χάους, της αμετρίας, της Ύβρεως, του μη-όντος κατατρέχει βαθιά τον αρχαίο Έλληνα, γι' αυτό και ήδη στους Προσωκρατικούς όλες oι οντολογικές έννοιες περί του Όντος – και τέτοιες είναι όχι μόνον ο ηρακλείτειος Λόγος ή ο αναξαγόρειος Νους ή ο πυθαγόρειος αριθμός ή το παρμενίδειο Όν, αλλά και το Άπειρο του Αναξίμανδρου και η Φιλότης του Εμπεδοκλή και το αντίθετο του κενού φυσικό άτομο του Λεύκιππου και του Δημό­κριτου (Βλ. π. Ν. Λουδοβίκου, θεολογική Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, Βιβλίο 1, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2003, σ. σ. 31-138) – αντιπαραθέτοντας σ' αυτό ακριβώς το μη Όν το οποίο με διάφορες μορφές, όπως είπαμε παραπάνω, εκφράζει στο ηθικό πεδίο το Κακό. Πολύ περισσότερο στον Πλάτωνα, στου οποίου το έργο το Κακό. Συνδέεται [είτε ως άγνοια και απουσία φρονήσεως (Πρωτ. 355 e), είτε ως νόσος της ψυχής (Σοφιστ. 228 e), είτε ως πτώση της ψυχής απ' τον υπερουράνιο τόπο (Φαίδρος 246 e), είτε ως κατά φύση κακότητα της ύλης στον Τίμαιο (42 e)] με την απάτη και το ξεγέλασμα αυτού του ψεύτικου κόσμου. Ο οποίος, όπως το βλέπουμε στο μύθο του Σπηλαίου «της Πολιτείας», αδυνατεί να στραφεί προς τον επουράνιο Ήλιο του Αγαθού, και τον κόσμο των Ιδεών (ό. π.  σ. σ. 159-177).

Μη ον το Κακό και στον Αριστοτέλη (Μετ. VIII, 9,1051α), αφού δεν ανήκει στον κόσμο των πραγματικοτήτων, ενώ στον Πλωτίνο το Κακό ταυτίζεται εν τέλει με την ύλη (Ενν. 1,8,3), αφού αυτή είναι τόσο απομα­κρυσμένη από το Εν/Αγαθό, το οποίο είναι ωστόσο η μακρινή πηγή της. Ως οντολογική αρχή το Κακό θα εμφανισθεί κατ' ουσίαν μόνον στον Μανιχαϊσμό, την ιουδαιοχριστιανίζουσα αυτή ανατολική διαρχική αίρεση, η οποία θέτει δύο ακριβώς αρχές στο Σύμπαν, αντιμαχόμενες μεταξύ τους. Εδώ κομμάτια ολόκληρα του κόσμου είναι κακά, φτιαγμένα από το Κακό, ενώ άλλα – τα πιο πνευματικά – είναι φτιαγμένα από το Καλό και η μεταξύ τους συμφιλίωση είναι αδύνατη.

III

Όσον αφορά τώρα στη χριστιανική θεολογία, η θέση τόσο της ανατολικής – ελληνικής όσο και της δυτικής – λατινικής παράδοσης φαίνεται κατ' αρχήν ταυτόσημη και προς αυτήν της αρχαίας φιλοσοφίας. Έτσι ο Ωριγένης από τη μια μας βεβαιώνει (De Princ. II, 9, 2· In Joh. 4, II, 17) πως ο Θεός δεν είναι ο Δημιουργός του κακού (με κ μικρό πλέον, αφού μόνον ο Θεός συνιστά το όντως Είναι) και πως αυτό δεν διαθέτει μια δική του υπόσταση ή ζωή ή ουσία – υφίσταται ως άρνηση του αγαθού, μία ιδέα που θα συναντήσουμε πολλές φορές στη Δυτική σκέψη μέχρι τον Έγελο. Ο Αυγουστίνος από την άλλη (π.χ. Conf. Ill  7,12) μας βεβαιώνει παρομοίως ότι το κακό δεν υπάρχει ως ένα μεταξύ των όντων, αλλά συνίσταται ως άρνηση του αγαθού, privatio boni. Είναι μια απλή απουσία του αγαθού, της οποίας φυσικά δεν είναι δημιουργός ο Θεός (De quaest. 83, 24). Με τον Αυγουστίνο ωστόσο αρχίζει μια σειρά μεγάλων προβλημάτων περί το κακό, τα οποία ταλανίζουν Δύση και Ανατολή μέχρι σήμερα. Θα καταλάβετε τι εννοώ όταν σας αναφέρω πως ο Αυγουστίνος είναι αφενός εκείνος ο οποίος συνέδεσε το κακό με το περίφημο, όπως ονομά­σθηκε από τον ίδιο κατά το έτος 396, «Προπατορικό Αμάρτημα», το οποίο γι' αυτόν είναι ένα ιστορικό γεγονός, όπως η άλωση της Τροίας ή oι Περσικοί πόλεμοι – πράγμα διόλου αυτονόητο για την ελληνική πατερική παράδοση ωστόσο. Τώρα λοιπόν είναι η αμαρτία που «γεννά» το κακό και όχι αντίστροφα. Για να καταλάβετε τη διαφορά, θα πω πως για τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, για παράδειγμα, αιτία του κακού είναι η εκ του μηδενός δημιουργία του κόσμου – υφίσταται, δηλαδή, όχι μόνον μια φορά προς το Είναι αλλά επίσης και μία άλλη προς «απογένεσιν», όπως λέγει, των όντων – το κακό είναι θεμελιωδώς μια φθορά του είναι και όχι ένα «ηθικό» γεγονός. Έτσι, ενώ για τον Αγ. Μάξιμο (ή τον Μ. Αθανάσιο) είναι ακριβώς ο πρωταρχικός σπόρος του μηδενός μέσα στα σπλάγχνα του όντος που γεννά την δυνατότητα της αμαρτίας και συνεπώς του κακού, εάν και εφόσον ενεργοποιηθεί απ' την ελεύθερη προαίρεση του ανθρώπου, στον Αυγουστίνο είναι, αντίστροφα, η ηθική απόφαση δύο ανθρώπων (του Αδάμ και της Εύας) που γεννάει το κακό (μ' όλη την ένοχη του – ο Αυγουστίνος είναι ο πατέρας της ενοχής στη Δύση).

Αυτό έχει μια πελώρια συνέπεια στο επίπεδο της οντολογίας. Θε­ωρήθηκε απ' τον Αυγουστίνο, μ' όλα αυτά, πως το κακό «εφευρέθηκε» απ' τον άνθρωπο (με την συνδρομή βεβαίως του διαβόλου, του οποίου η θέση ωστόσο δεν είναι αρκετά ισχυρή, διόλου παράδοξα στο αυγουστίνειο έργο), η δε εφεύρεση αυτή φανερώνει μια πλήρη και ηθελημένη κα­ταστροφή της φύσης του. Με την εφεύρεση δηλαδή αυτή ο άνθρωπος έδειξε πως η φύση του, ενώ πλάστηκε αθώα και καλή απ' τον Θεό, έγινε ηθελημένα κατ' ουσίαν κακή – και μάλιστα η γυναικεία φύση. Διότι η γυ­ναίκα, προτού ήδη συναντήσει το Φίδι – Διάβολο, είχε ήδη εντός της την δίψα της δύναμης και την αυθάδεια της εύκολης ισοθεΐας, στις οποίες παρασύρει δόλια και τον Αδάμ, αποδεικνύοντάς τον όμοιό της. Μ' απλά λόγια, κατά την αυγουστίνεια θεολογία, ο άνθρωπος δεν είναι κακός επειδή ηθελημένα ή κατόπιν απάτης μετέχει και αφήνεται στην ενεργούμενη ήδη κοσμική φθορά, αλλά εφευρίσκει αυτός ο ίδιος την φθορά στην φύση του την ίδια. (Δεν αγνοώ πως είναι δυνατόν και στους Έλληνες Πατέρες να βρούμε παρεμφερείς θέσεις, θεωρώ όμως πως αυτές δεν κυριαρχούν θεωρητικά στην πατερική παράδοση, όντας μάλλον κηρυγματικού χαρακτήρα). Έτσι γεννιέται η ιδέα της κληρονομικής ενοχής, καθώς και αυτή του απολύτου προορισμού. Καθώς η φύση του ανθρώπου είναι απολύτως πλέον διεστραμμένη, ο άνθρωπος αδυνατεί ν' ανα­ζητήσει πράγματι τον θεό και τη Χάρη Του – αυτή η τελευταία μπορεί να είναι μόνον ένα αναγκαστικό και αναντίστατο (ο Αυγουστίνος χρησιμοποιεί εδώ, χαρακτηριστικά τη λέξη irresistible) δώρο του Θεού σ' αυτούς που Εκείνος, για άγνωστους λόγους, επιθυμεί. Οι υπόλοιποι είναι κατα­δικασμένη μάζα –  massa damnata. Με τον τρόπο όμως αυτό ελάχιστα γίνε­ται λόγος περί ελευθερίας στον άνθρωπο. Πράγματι, η ανθρώπινη ελευ­θερία έχει ελάχιστη σημασία εδώ. 'Ή μάλλον δεν υπάρχει καν ελευθερία ως εκλογή αλλά ως αναγκαστική αποδοχή της αναντίστατης χάρης του Θεού.

IV

Ανακεφαλαιώνω: ενώ όλη η αρχαία φιλοσοφία και η χριστιανική θεο­λογία (πλην του Μανιχαϊσμού) συμφωνούν κατ' ουσίαν για το ότι το Κακό είναι απλώς άρνηση του Αγαθού, με τον Αυγουστίνο ο άνθρωπος γίνεται αιτία του κακού, γινόμενος έκτοτε κακός στην ίδια την φύση του – τώρα η κακότητα και η ενοχή της κληρονομούνται, μαζί φυσικά με την καταδίκη τους. Έτσι, ενώ για τον άγιο Ειρηναίο Λυώνος, για παράδειγμα, οι πρωτόπλαστοι αμαρτάνουν άθελα τους και λόγω πνευματικής ανωριμότητας, στον Αυγουστίνο η αμαρτία είναι έκφραση προϋπάρχουσας συνειδητής φυσικής διαστροφής (pervertio ). Και είναι αδύνατον φυ­σικά στο σημείο αυτό να περιγράψω τον φόβο και την ενοχή που δημι­ούργησαν στους αιώνες θέσεις σαν κι αυτές, μαζί με τον συνεχή πειρασμό της κατηγορίας κατά του Θεού του ίδιου, ο Οποίος δημιούργησε μια ανθρώπινη φύση τόσο εύκολα και τόσο βαθιά και μόνιμα διαστρεφόμενη. Ο άνθρωπος λοιπόν είναι ένα «αμαρτωλό αυτόματο», είναι αδύνα­τον να μην αμαρτήσει, διότι η αμαρτία και το κακό έχουν γίνει μέρος της φύσης του. Μόνο η ανεξιχνίαστη επέμβαση του Θεού μπορεί να σταμα­τήσει το δράμα αυτό και καμιά απολύτως αγαθή ανθρώπινη προαίρεση ή προσπάθεια. Ο Θεός συνεργάζεται ίσως με την ανθρώπινη ελευθερία, αλλά αποφασίζει μόνος Του, ανεξάρτητα απ' αυτήν.

Oι θέσεις αυτές παρέμειναν στην Δυτική θεολογία ισχυρές, παρά την μεγάλη στροφή την οποία επεχείρησε ο άλλος μεγάλος της Δύσης, ο Θωμάς Ακινάτης, απο­δίδοντας, όπως οι Έλληνες Πατέρες, και αυτός την αιτία του κακού στην κτιστότητα και την τρεπτότητα των όντων και όχι στο Προπατορικό Αμάρτημα. Την ίδια εποχή η Ελληνική Πατερική θεολογία έχει αποκρυ­σταλλώσει τις θέσεις της για την αιτιολόγηση του κακού, μ' έναν τρόπο τον οποίο θα μπορούσαμε σχηματικά ν' αποδώσουμε ως έξης, με βάση τα όσα ήδη είπαμε. Οι αιτίες λοιπόν του κακού είναι εδώ κυρίως τρεις: Πρώτη είναι το ίδιο το γεγονός της κτιστότητας και της εκ του μηδενός δημιουργίας, γεγονός που καθιστά τη φύση των όντων «ευόλισθον» προς το απόλυτο Μηδέν απ' το οποίο προήλθαν, ειδικά αν ο άνθρωπος θεωρεί την ύπαρξή του αυτάρκη και μη δεομένη θείας Βοηθείας και χάριτος. Δεύτερη αιτία του κακού είναι η ελεύθερη προαίρεση του ανθρώπου, ο οποίος, ως πρόσωπο, αμαρτάνει ή σφάλλει σηκώνοντας ταυτόχρονα την ευθύνη των επιλογών του: η διαστροφή ή καταστροφή της φύσης του αν­θρώπου και του κόσμου είναι ένα απλό επιφαινόμενο της λαθεμένης του επιλογής, είναι ένα γεγονός συνεπώς μη μόνιμο αλλά θεραπευόμενο (ήδη σιγά-σιγα από τώρα και τελείως, στα έσχατα) με την αλλαγή και μόνο της θέλησης του ανθρώπου. Και τρίτη αιτία του κακού, συνδεόμενη μάλιστα αρκετά με τις δύο πρώτες, είναι το γεγονός πως ο κόσμος δεν συγκροτείται ως «μονόλογος» του Θεού αλλά ως «διάλογος» Του με τον άνθρωπο. Για κάθε αγαθή βούληση του θεού, λοιπόν, χρειάζεται μια εξίσου «αγαθή» απάντηση του ανθρώπου. Αν η τελευταία λείπει, η πρώτη ακυ­ρώνεται. Ο Θεός αδυνατεί να κάνει άμεσα το καλό αν ο άνθρωπος το αρνείται. Το κάνει τότε ακριβώς έμμεσα κι αυτό σημαίνει αξιοποιώντας το παραγόμενο κακό προς υπεράσπιση και άμυνα του αγαθού, όπως ακριβώς με τον Ransom, τον μυθιστορηματικό ήρωα με τον οποίο ξεκινή­σαμε. Ο Ransom παραχωρήθηκε να περάσει, αρκετά επώδυνα, απ' το κακό, είναι όμως ο καλύτερος τώρα πλέον υπερασπιστής του αγαθού – αυτός και όχι οι πανευτυχείς και ακακοποίητοι κάτοικοι της Perelandra, οι οποίοι, ακριβώς λόγω της παραδείσιας ευτυχίας τους, αδυνατούν παρα­δόξως να διακρίνουν το κακό πίσω απ' τη δολιότητα του πανούργου Weston, όπως ακριβώς άλλοτε συνέβη με τον Όφι και την Εύα της διήγησης της βιβλικής Γενέσεως. Το ότι ο Ransom παρά τη γνώση του Κακού επιθυμεί το Αγαθό και το υπερασπίζεται μέχρι θανάτου, σημαίνει ακριβώς πως, αντίθετα απ' τον Αυγουστίνο, το κακό δεν ανήκει στη φύση του ανθρώπου, δεν διαστρέφεται ο άνθρωπος καθ' ολοκληρίαν, αλλά ανάλογα με την ελεύθερη κλίση της προαίρεσής του μπορεί να αναδείξει όλη την έμφυτη αγαθότητα της φύσης του, η οποία εικονίζει άλλωστε την αγαθότητα του θεού του ίδιου. Για την πατερική άλλωστε παράδοση, το κακό είναι κάτι στο οποίο υπόκειται ο άνθρωπος, ακόμη και όταν το πράττει – δεν το εφευρίσκει εξ ου και η απουσία ηθικισμού ή νομικισμού στους Έλληνες Πατέρες. Ο άνθρωπος πάσχει το προκτισιακό μηδέ, όταν δεν μετέχει στη Χάρη του Θεού: αυτό είναι το μυστήριο του κακού.

Είναι λάθος, εξάλλου, το να θεωρείται πως η βιβλική περί του κόσμου έκφραση του Θεού, ως «καλού λίαν», αναφέρεται στην «αρχή» του κόσμου. Πρόκειται για έκφραση εσχατολογική, αναφερόμενη στην εσχατολογική τελείωση του κόσμου, κατά την πατερική τουλάχιστον παράδοση, όπως προσπάθησα να δείξω αλλού (βλ. η Ευχαριστιακή Οντολογία, Δό­μος, Αθήνα 1992). Η έκφραση αυτή σημαίνει οπωσδήποτε και την τελική υπέρβαση του θανάτου, ο οποίος σαφώς φυσικά προϋπήρχε της δημιουργίας του ανθρώπου – διαφορετικά ο κόσμος και ο άνθρωπος θα ήταν, κατά φύση και αναγκαστικά, απ' την αρχή τους θεοί. Ο θάνατος προϋπήρχε, ως συνέπεια ακριβώς, όπως είπαμε, της εκ του μηδενός δημι­ουργίας, χωρίς φυσικά ν' ακυρώνεται η προοπτική υπέρβασης του κατά χάριν και όχι κατά φύσιν – διαφορετικά (αν ο Αδάμ δηλαδή δεν γνώριζε τίποτε περί θανάτου) δεν θα είχε νόημα η προειδοποίηση του Θεού προς αυτόν πως «θανάτω αποθανείσθε», μετά την τυχόν βρώση του απαγο­ρευμένου καρπού….

ΠΗΓΗ: Περιοδικό "Σύναξη",  τεύχος 95, Απρ – Ιουν 2005.

* Ο  π. Νικόλαος Λουδοβίκος είναι καθηγητή στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο του Κέμπριτζ, στο πανεπιστήμιο της Ουαλίας και στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία της Θεσσαλονίκης.

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

 

Χρέος και αναδιαρθρώσεις

Χρέος και αναδιαρθρώσεις

 

Του Χρήστου Τσουκαλά*

 

"Βρισκόμαστε στο χειρότερο σημείο". Λόγια ειπωμένα από τον υπουργό των οικονομικών με τις, ελέω μνημονίου,  υπερεξουσίες.  Είναι οπωσδήποτε ομολογία των κυβερνώντων ότι η κατάσταση επιδεινώθηκε. Όσο για τα νέα προγράμματα και τα ‘’επικαιροποιημένα’’ μνημόνια που εκπονούνται για τη ''σωτηρία'', τάχα, της χώρας είναι  συνέχεια των προηγούμενων, κινούνται στην ίδια λογική και θα πετύχουν ό,τι πέτυχαν και τα παλιά:  

προσφορά μάταιων ελπίδων στους ανυποψίαστους, σε όσους δεν έχουν ακόμα αντιληφθεί ότι ζούμε σε εποχή ΨΕΥΔΟΥΣ και ΑΠΑΤΗΣ, ότι οι ανακοινώσεις των κυβερνώντων εξυπηρετούν επικοινωνιακές σκοπιμότητες για τον εφησυχασμό, την τρομοκράτηση και την καθυπόταξη των λαϊκών τάξεων.

Πέραν όμως από την ομολογία ή μη των κρατούντων, τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας για το αδιέξοδο της ακολουθούμενης πολιτικής. Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε το 2010 κατά (42) σαράντα δύο δισεκατομμύρια. Τα μέτρα που υποτίθεται θα το έθεταν υπό έλεγχο το έκαναν να φουντώσει. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός το υπολογίζει στο περίπου 150% του ΑΕΠ. Η  τρόικα εξήγησε ευθύς εξ αρχής ότι το χρέος θα αυξηθεί από το 110% του ΑΕΠ μόνο ως το 160%, αν βέβαια τηρηθεί πιστά το πρόγραμμά της.

Αν όμως το 110% δεν μπορεί να μειωθεί, γιατί να μπορεί το 160%; Υποτίθεται ότι η απάντηση βρίσκεται στις αναδιαρθρώσεις. Παραδόξως πράγματι  η μαγική λέξη είναι ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΙΣ αλλά για άλλους λόγους. Αυτές είναι το πρωτεύον. Το χρέος, αν και τεράστιο, είναι δευτερεύον, όχι το αίτιο αλλά το αιτιατό που όμως καταλήγει σε πρόσχημα για να εξυπηρετηθεί το κυρίαρχο ζήτημα των αναδιαρθρώσεων. Τα μέτρα λοιπόν που πάρθηκαν και όσα θα παρθούν στο μέλλον  δεν αποσκοπούν στη μείωση του χρέους αλλά, με πρόσχημα το χρέος  να γίνουν αποδεκτές από τον πληθυσμό επώδυνες θυσίες και απώλειες δικαιωμάτων μόνιμου χαρακτήρα. Τα μέτρα, σε αυτή τη συλλογιστική, δεν είναι μέσο αλλά αυτοσκοπός. 

Δεν είναι τυχαίο ότι το μνημόνιο 1  ακολουθείται από μακρά σειρά μνημονίων. Έτσι είχε σχεδιαστεί από την αρχή, για να μην υπάρξουν ανεξέλεγκτες αντιδράσεις από όσους θίγονται.  Βέβαια κάθε νεότερο μνημόνιο είναι αυστηρότερο από το προηγούμενο. Γιατί όσο το χρέος φουντώνει τόσο μεγαλύτερες θυσίες καθίστανται απαραίτητες και θεωρούνται αιτιολογημένες. Για τη ‘’σωτηρία’’ της χώρας πάντα.

Πώς τώρα θα σωθεί η χώρα με τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας, της υποαπασχόλησης, με το κλείσιμο σχολείων, νοσοκομείων, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, με την ύφεση, την μεγάλη πτώση του παραγόμενου πλούτου, την εθνική και ατομική μας κατάθλιψη, τη λεηλασία του δημόσιου πλούτου, τη φυγή στο εξωτερικό των πιο ίσως  ανήσυχών και ικανών νέων, την περιστολή των επενδύσεων, την αποδυνάμωση της έρευνας, το κλείσιμο και την υποβάθμιση των πανεπιστημίων;  Και ποιο όφελος θα έχουν από μια τέτοια σωτηρία οι φτωχοί, οι νεόφτωχοι, οι άνεργοι, οι κοινωνικά αδύνατοι, οι συνταξιούχοι,  οι προλετάριοι, οι νέοι;

Μάλιστα επειδή δεν … επαρκούν τα πάρα πάνω θα απαιτηθούν αυξημένες δόσεις όλων αυτών το επόμενο διάστημα. Επιπλέον το ΔΝΤ ζητά και επίσπευση  τους.

Σημαντική παράμετρος, συντελεστής μάλλον, του χρέους είναι τα ετήσια ελλείμματα. Το 2010 ήταν περίπου 24 δις. Πράγμα που σημαίνει ότι το κράτος «μπήκε μέσα», είχε ζημιά αυτό το ποσό. Αν ήταν επιχείρηση θα έκλεινε. Το  έλλειμμα βέβαια οφείλεται στις φοροαπαλλαγές, τις επιχορηγήσεις, τις επιδοτήσεις από το κράτος στις τράπεζες, στις μεγάλες επιχειρήσεις, στις τόσες θυγατρικές των πολυεθνικών, στο μεγάλο γενικά κεφάλαιο, στους κουμπάρους, κολλητούς κλπ. Διεθνώς αλλά και τοπικά έχουμε φτάσει στο στάδιο εκείνο του καπιταλισμού όπου, ιδιαίτερα για τις οικονομικά προηγμένες χώρες, πλην ελάχιστων  εξαιρέσεων, δεν είναι ταυτόχρονα βιώσιμες οι επιχειρήσεις και το κράτος.  Έχουν αποθρασυνθεί  κιόλας οι καρχαρίες του καπιταλισμού και τα φερέφωνά τους να καταφέρονται εναντίον του κράτους και του δημόσιου τομέα από το οποίο απαιτούν να τους εξασφαλίζει κέρδη με επιδοτήσεις και λεόντειες συμβάσεις και από την άλλη να του φορτώνουν τα χρέη τους. Και μάλιστα στην Ελλάδα μια χώρα με ακραία παρασιτική οικονομία. Μα  πόσο πια αντι-κρατική μπορεί να γίνει η άρχουσα τάξη; Πόσο να αντιπολιτευτούν  τον εαυτό τους οι κυβερνώντες;

Αυτοί λοιπόν που σηκώνουν τα φορολογικά βάρη είναι οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι, οι καταναλωτές και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Όμως με την αύξηση της ανεργίας, τη μείωση των μισθών, των συντάξεων, της αγοραστικής δύναμης του πληθυσμού, το κλείσιμο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων μειώνεται και η δυνατότητα φορολόγησής τους. Έτσι όσο επιδεινώνεται η οικονομική τους κατάσταση τόσο θα αυξάνουν τα ελλείμματα και Οδηγούμαστε έτσι σε φαύλο κύκλο ύφεσης- ανεργίας-φτώχειας-ελλειμμάτων.  

Προφανώς η χρεωκοπία σε αυτή την περίπτωση είναι απείρως προτιμότερη από  την εξαθλίωση του λαού και της χώρας που  εξασφαλίζουν τα μνημόνια.  Η  χρεοκοπία όμως δεν συμφέρει  τους δανειστές, την  ΕΕ, το ΔΝΤ.  Τώρα κερδίζουν περισσότερα. Αυτοί άλλωστε επιβάλλουν τους όρους έκτακτου δανεισμού όπως και την ακολουθούμενη πολιτική στο εσωτερικό της χώρας.   Αυτοί κανονίζουν τα δάνεια, τα επιτόκια, τις προμήθειες της χώρας, την αξιοποίηση ή εκποίηση (οι λέξεις δεν αλλάζουν το νόημα των πράξεων) της δημόσιας περιουσίας και του πλούτου. Εννοείται από κοινού με τα «δικά» μας λαμόγια ή την άρχουσα τάξη  της  Ελλάδας αν προτιμάτε.

Δεν  χρεοκοπούν οι χώρες τις τελευταίες δεκαετίες. Πλην Αργεντινής. Άλλο οι αναδιαπραγματεύσεις των χρεών. Φροντίζει γι αυτό το  ΔΝΤ. Αυτός άλλωστε είναι ο ρόλος του.  Εξηγείται  έτσι που χρησιμοποιούν την Ελλάδα ως αποδιοπομπαίο τράγο σαν να ήταν η μοναδική χώρα με μεγάλο χρέος. Τη στιγμή που όλες οι οικονομικά ισχυρές χώρες (πλην ελάχιστων εξαιρέσεων) είδαν με την κρίση να εκτοξεύονται τα χρέη τους και τα ελλείμματά τους.  Μάλιστα ο επικεφαλής του παγκόσμιου επιτελείου των  ιμπεριαλισμών,  ο πολύς Στρως Καν  δήλωσε ότι «Η Ελλάδα είναι βουτηγμένη στα σκατά».  Κι όμως οι μέθοδοι του ΔΝΤ είναι πιο χυδαίες από τη γλώσσα του. «ούτε χορτάρι δε φυτρώνει όπου περάσει το ΔΝΤ» συνηθίζει να λέει η συνάδελφισσα  η Ρίκη. Αυτή ήταν η σοφία της εμπειρίας των λαών από την Αργεντινή ως την Τυνησία.

Η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας  δεν είναι το χρέος ούτε τα ελλείμματα  ούτε η  διαφθορά ούτε το μικρό της μέγεθος ούτε ακόμα η ιμπεριαλιστική της εξάρτηση  ή η ένταξή της στην ΟΝΕ  και στη ΕΕ( αυτά τα συναντά κανείς και σε άλλες χώρες) είναι ο συνδυασμός όλων αυτών και η ταυτόχρονη παρουσία τους.

Μεγάλο δυστύχημα για μας είναι που έχουμε  όχι μόνο κυβέρνηση πρόθυμη  και σύμφωνη  με τις επιταγές  της  ΕΕ  και του  ΔΝΤ αλλά και  αντιπολίτευση επίσης.  Είμαστε  ένας λαός που δεν πήρε ακόμα τους κυβερνήτες του με τις πέτρες (όπως … προέβλεψε ο πρωθυπουργός μας) αλλά  κάποιοι με τα γιαούρτια. Πολιτικά ακάλυπτος και ακέφαλος.   Εθνικά και ταξικά διχασμένοι.  Εν τω μεταξύ η κατάσταση εξελίσσεται στο ισοδύναμο κατοχής. Φιλοδοξία  των οπαδών της διακυβέρνησης: η ομαλή …. επιδείνωση της κατάστασης.   Η κοινωνία μας στέκεται δίβουλη ανάμεσα στην αντίσταση και την υποταγή

Θα βρεθεί  τάχα ένας άλλος ποιητής να πει:  «…Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή..».

 

Μάρτιος 2011

 

* O Χρήστος Τσουκαλάς είναι εκπαιδευτικός στην Αχαΐα.