Παρακράτος-Παρατρεχάμενοι: Να τελειώνουμε

Να τελειώνουμε με τη διατεταγμένη χυδαιολογία των παρατρεχάμενων του παρακράτους

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Αγαπητοί φίλοι,

Η επιστολή παραίτησης – για την οποία έγινε τόσος θόρυβος – ήταν αυστηρώς προσωπική υπόθεση και απευθυνόταν προσωπικά στον Μίκη, ο οποίος είναι γνώστης όλων των στοιχείων στα οποία αναφέρομαι έμμεσα. Δεν ήταν δική μου επιλογή να δημοσιοποιηθεί. Σκοπός μου ήταν να αποχωρήσω ήσυχα και χωρίς θόρυβο για να μην δοθεί η εντύπωση της διάσπασης, ούτε να τεθεί δίλημμα στα μέλη της Σπίθας. Αρχή μου πάντα ήταν ότι η απόφαση του τι θα κάνει κάποιος, ανήκει αποκλειστικά στον ίδιο.

Και πρέπει να την παίρνει όχι με βάση τις όποιες διαρρέουσες πληροφορίες, αληθινές ή ψεύτικες, όπως συμβαίνει πάντα με όλους τους υποταχτικούς ηλίθιους και τους πνευματικά ανάπηρους ειδωλολάτρες, αλλά με βάση το τι αντιλαμβάνεται ο ίδιος, τι τον διδάσκει η ίδια η εμπειρία του. Η δημοσιοποίηση της επιστολής δεν έγινε από εμένα. Έγινε από το περιβάλλον του Μίκη και αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της κεντρικής Σπίθας, ώστε να ξεκινήσει ένας οχετός λάσπης εναντίον μου. Προσωπικά αιφνιδιάστηκα από το γεγονός ότι οποιοδήποτε υποκείμενο και ανώνυμος τρωγλοδύτης του πολιτικού υποκόσμου μπορούσε να αναρτήσει στην κεντρική ιστοσελίδα της Σπίθας υβρεολόγιο εναντίον μου. Ιδίως όταν η ίδια η κεντρική ιστοσελίδα δεν ήταν διαθέσιμη εξυπαρχής για αποφάσεις ή κείμενα Σπιθών που δεν ήταν αρεστά στους διαχειριστές της. Ειλικρινά κάτι τέτοιο δεν το έχω δει να συμβαίνει πουθενά αλλού, σε καμμιά άλλη οργάνωση. Τέτοια αναξιοπρέπεια και χυδαιότητα πολύ δύσκολα θα βρει ιστορικό ανάλογο. Ποτέ μου δεν περίμενα μια τέτοια επιβεβαίωση της δράσης του παρακράτους εντός της κεντρικής Σπίθας. Τώρα αν κάποιοι προτιμούν να παραβλέπουν αυτήν την επιβεβαίωση και εξακολουθούν να ζητούν από εμένα να «τεκμηριώσω» τις καταγγελίες μου, τότε είναι άξιοι της μοίρας τους. Στην κεντρική Σπίθα και στο περιβάλλον του Μίκη δεν υπήρξε από την πρώτη κιόλας στιγμή ίχνος διάθεσης για την οικοδόμηση μιας οργάνωσης στη βάση της άμεσης δημοκρατίας και των ανοιχτών διαδικασιών. Από την αρχή η συμβουλευτική διχάστηκε ανάμεσα σε εκείνους που πήγαν να αδράξουν μια θαυμάσια ευκαιρία για να επιβληθούν ελέω Υψίστου και σ’ εκείνους που πάσχιζαν να δουν την Σπίθα να μένει πιστή στις αρχές της αυτοοργάνωσης και της άμεσης δημοκρατίας. Το γεγονός ότι κανένας από τη δεύτερη ομάδα δεν έχει μείνει στη συμβουλευτική, λέει πολλά.

Όταν με κάλεσαν να μπω στη συμβουλευτική δεν μου είπαν ότι μπαίνω σε μαγαζί και μάλιστα σε μαγαζί με φανερό, αλλά και αφανή, ιδιοκτήτη. Αν μου το είχαν πει εξαρχής δεν θα είχα δεχτεί να μπω. Αυτό που με τράβηξε δεν ήταν οι «θεόπνευστες» ομιλίες του Μίκη, αλλά η ελπίδα του κόσμου ότι κάτι μπορούσε να βγει από την Σπίθα. Πίστευα ότι αν κατορθώναμε να κρατήσουμε ένα επίπεδο πολιτικού διαλόγου, αλλά και ανοιχτές διαδικασίες με ελεύθερη ζύμωση, όπου η βάση αποφασίζει και όχι κάποιοι ελέω Θεού ηγήτορες, τότε είχε νόημα να βρίσκεται κανείς εκεί για να απευθυνθείς στους δεκάδες χιλιάδες που αρχικά ανταποκρίθηκαν στο πατριωτικό κάλεσμα του Μίκη. Τώρα καταλαβαίνω ότι η ένταξή μου στη Σπίθα χάλασε τα σχέδια σε πολλούς. Γι’ αυτό και με κατηγορούν για το γιατί πήγα. Ήθελαν εξαρχής να χαρίσουν μερικές χιλιάδες κόσμου που πλησίασε στην αρχή την Σπίθα στις δυνάμεις που κινούσαν τα νήματα από το παρασκήνιο. Κάποιοι από μέσα και κάποιοι άλλοι απ’ έξω είχαν στήσει πολύ καλά το κόλπο. Όποιος προσέγγιζε ή εντασσόταν στην Σπίθα, ήθελε, δεν ήθελε, αποκτούσε την ρετσινιά του «εθνικοσοσιαλιστή» και έτσι εξασφαλιζόταν ότι για πρώτη φορά στην Ελλάδα ο «εθνικοσοσιαλισμός» αποκτούσε λαϊκή απήχηση. Όμως, άνθρωποι σαν κι εμένα, τον Ληναίο κι άλλους πολλούς τους χάλασαν την μανέστρα. Και τώρα σαν μυξοπαρθένες μας κατηγορούν ότι κάναμε λάθος που ενταχθήκαμε από την αρχή και δεν τους αφήσαμε ήσυχους να ολοκληρώσουν το έργο τους. Άξιος ο μισθός τους, όπου κι αν ανήκουν.

Γνώριζα πολύ καλά ότι στο βαθμό που υπήρχε μια απόλυτη ελευθερία δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, γιατί ήξερα ότι η ανοιχτή αναμέτρηση στο πεδίο των επιχειρημάτων και των ιδεών δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσει περιθώρια σε αντιδραστικές λογικές και επιρροές. Κάτι που έτρεμαν από την πρώτη στιγμή ορισμένοι άλλοι στη συμβουλευτική και γύρω από τον Μίκη, οι οποίοι δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να ριζοσπαστικοποιήσει η Σπίθα τον πολιτικό της λόγο. Ήθελαν μόνο να καταγγέλλει το πολιτικό σύστημα, αλλά να μην θίγει τα συμφέροντα που συνδέονται με το χρέος της χώρας, ούτε να θέτει θέμα Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ήθελαν να μιλά για εθνική ανεξαρτησία, αλλά μόνο απέναντι στους νεοθωμανούς της Τουρκίας και όχι θέτοντας θέμα αποδέσμευσης από ΕΕ και ΝΑΤΟ. Ήθελαν να καταγγέλλει την κομματοκρατία, αλλά επουδενί δεν ήθελαν να θέτει θέμα δημοκρατίας με όρους λαοκρατίας, δηλαδή λαϊκής κυριαρχίας. Ήθελαν να προτάσσει το εθνικό, του «ανάδελφου έθνους», αλλά με κανένα τρόπο να μην το συνδέει με το κοινωνικό και το ταξικό.

Έτσι ευθύς εξαρχής ξεκίνησαν μια ολόκληρη εκστρατεία λάσπης πριν καν υπάρξει θέμα καταγγελιών. Καταγγέλθηκε η Σεισάχθεια σαν μια σκοτεινή οργάνωση που υποτίθεται ότι ήθελε να καταπιεί την Σπίθα. Μάλιστα αυτοί που την κατήγγειλαν περισσότερο ήταν εκείνοι με το πιο βεβαρημένο πολιτικά μητρώο και με τις πιο ύποπτες διασυνδέσεις. Προσωπικά ποτέ δεν με απασχόλησε αυτή η λασπολογία, γιατί η δουλειά μου και η προβολή της δεν εξαρτήθηκε ούτε μια στιγμή από την Σπίθα. Ούτε βέβαια η Σεισάχθεια και οι αγωνιστές που την απαρτίζουν είχαν καμμιά ανάγκη να αποδείξουν σε άκαπνους ρεμπεσκέδες του πολιτικού περιθωρίου το τι είναι και το τι επιδιώκουν. Άλλωστε όποιος ήθελε να μάθει για την Σεισάχθεια, μπορούσε να το κάνει ερχόμενος στις συναντήσεις της κάθε Δευτέρα στην Έταιρεία Ελληνων Σκηνοθετών, ή να συνδεθεί με τις επιτροπές δράσης της που λειτουργούν δημόσια και ανοιχτά πολύ πριν υπάρξει Σπίθα.

Οι απόψεις μου και η όποια αναγνώρισή τους δεν προήλθε, ούτε είχε την παραμικρή σχέση με την ένταξή μου στη Σπίθα. Από την ένταξή μου στη συμβουλευτική δεν κέρδισα απολύτως τίποτε. Αντίθετα μου στοίχισε σε ευρύτερη απήχηση, ενώ εμμέσως χρεώθηκα με απόψεις και πρακτικές τελείως ξένες με την ιδεολογία και τα πιστεύω μου. Ενώ πολιτικά λερώθηκα από την «συγκατοίκησή» μου με πρόσωπα που από καιρό έχουν ξοφλήσει για την κοινωνία και έχουν στιγματιστεί ανεξίτηλα. Δημοκρατία, έστω και τυπική, με λογικές αυτοδίκαιων Αρχηγών δεν μπορεί να υπάρξει. Από την πρώτη στιγμή η όλη προσπάθεια ήταν να επιβληθεί μια δικτατορία της Ανώτατης Αρχής του "Οδηγητή του Κινήματος" και μερικών δικών του εγκάθετων πάνω στον κόσμο που προσέγγισε την Σπίθα. Αρκετοί από την συμβουλευτική έφεραν μαζί τους την ιδεολογία του φύλαρχου, που άλλωστε τους διέκρινε σε όλη τους την πολιτική διαδρομή. Προσωπικά διαφώνησα από την πρώτη στιγμή. Αυτό φαίνεται και από την επιστολή που έστειλα στην συμβουλευτική στις 25/2*, την οποία μπορεί να διαβάσει κανείς στο blog μου και η οποία ποτέ δεν συζητήθηκε στην συμβουλευτική, ούτε πάρθηκε υπόψη στα απανωτά οργανωτικά σχέδια όπου το ένα ήταν χειρότερο από το άλλο.

Από τότε βρέθηκα πολλές φορές στα πρόθυρα παραίτησης από τη συμβουλευτική και την κεντρική Σπίθα. Κάθε φορά με σταματούσε η παράκληση συναγωνιστών και απλών ανθρώπων που έβλεπαν στην Σπίθα μια ελπίδα. Άλλωστε γι’ αυτούς είχα δεχτεί να συμμετάσχω στη συμβουλευτική και για κανέναν άλλον. Όμως, το ποτήρι ξεχύλησε όταν στις 20/3 αναρτήθηκε ανώνυμη ανακοίνωση προς όλες τις Σπίθες, όπου αναφερόταν η αποχώρηση της Σπίθας από την εκδήλωση πολιτικής διαμαρτυρίας στο Σύνταγμα, την οποία προετοίμαζαν κινήματα, φορείς και σύλλογοι πολιτών και εργαζομένων. Ανάμεσα στα άλλα η ανακοίνωση εκείνη έλεγε: «Η στρατηγική που ακολουθούμε είναι να επιτύχουμε τούς σκοπούς μας με τις δικές μας δυνάμεις, χωρίς συνεργασίες που προκαλούν συγχύσεις, χωρίς να δίνουμε το δικαίωμα εκμετάλλευσης τού κύρους μας για σκοπούς άλλων, και ιδιαίτερα να μάς εκλαμβάνουν ως ουρά άλλων κινημάτων. Θα προχωρήσουμε με αυτοδυναμία και διαφάνεια, σε ένα παλλαϊκό μέτωπο σωτηρίας τής Πατρίδας, στο οποίο καλούμε όλους όσους αγαπούν την Ελλάδα να συμμετάσχουν

Η απόφαση να μην συμμετάσχει η Σπίθα είχε παρθεί από το ανακτορικό συμβούλιο, μιας και έτσι λειτουργούσε εξαρχής η συμβουλευτική, ερήμην μου και χωρίς κανείς να κάνει τον κόπο να με ενημερώσει επίσημα, ή να ζητήσει τη γνώμη μου. Πολύ περισσότερο όταν μια βδομάδα νωρίτερα ο ίδιος ο Μίκης μου είχε αναθέσει να μιλώ σ’ αυτά τα κινήματα εκ μέρους του. Το πρόβλημα βέβαια με την ανακοίνωση αυτή δεν ήταν η αποχώρηση αυτή καθαυτή, αλλά το τι επικαλείται: Κάποιοι, δηλαδή εγώ, η Σεισάχθεια, το Δεν Πληρώνω, η Άμεση Δημοκρατία, οι Φορτηγατζίδες, οι Γιατροί, σωματεία και σύλλογοι εργαζομένων και άλλα κινήματα βάσης, είχαμε την πρόθεση να «καπελώσουμε» την Σπίθα και να «εκμεταλλευθούμε το κύρος» της! Κι αυτό γιατί; Γιατί είχαμε ζητήσει την συνδρομή της Ορχήστρας Μίκη Θεοδωράκη στην εκδήλωση. Και σαν κατακλείδα ανακοίνωνε ένα «παλλαϊκό μέτωπο σωτηρίας της Πατρίδας» αποκλειστικής ιδιοκτησίας της Σπίθας, όπου συμμετέχουν μόνο όσοι «αγαπούν την Ελλάδα». Επομένως όποιοι δεν τυχαίνουν της έγκρισης των εγκάθετων της Σπίθας αποτελούν μιάσματα και ανθέλληνες, οι οποίοι φυσικά δεν έχουν καμιά θέση στο «παλλαϊκό μέτωπο σωτηρίας της Πατρίδας». Αν αυτό δεν ήταν αναβίωση της φασιστικής ιδεολογίας της εθνικοφροσύνης της δεκαετίας του ’60, τότε τι ήταν;

Όπως ήταν φυσικό, μετά από μια τέτοια δημόσια εκδήλωση ιδεολογικού εκφασισμού, ήμουν έτοιμος να αποχωρήσω και μάλιστα με δημόσια καταγγελία. Με σταμάτησε πάλι η παράκληση συναγωνιστών, τους οποίους γνώρισα εντός της Σπίθας και κέρδισαν την προσωπική μου εκτίμηση για την ακεραιότητα και το ήθος τους. Ας δώσουμε τη μάχη για να μην τους χαρίσουμε τον Μίκη. Αυτό με κράτησε, αν και πίστευα ότι η μάχη ήταν χαμένη. Αυτό που διαπίστωσα από την πρώτη στιγμή ήταν ότι όποιος έγλειφε περισσότερο τον Μίκη, όποιος τον κολάκευε μέχρι αηδίας, αυτός πέρναγε και τις θέσεις του. Προσωπικά δεν ήμουν ποτέ αυλοκόλακας, ούτε σφουγγοκολάριος και δεν πρόκειται να γίνω για χάρη οποιουδήποτε. Επιπλέον διαπίστωσα ότι υπήρχε μια πολύ «περίεργη» ανοχή των φασιστικών πρακτικών και αντιλήψεων, όπως π.χ. του ΠΟΛΙΤΙΖΩ, όπως και μια πολύ στενή σχέση με το κύκλωμα Μητσοτάκη-Βαρδινογιάννη-Εμφιετζόγλου. Ενώ οι λογικές περί "εθνοσωτηρίου" διακυβερνήσεως της χώρας από "προσωπικότητες" έβρισκαν απήχηση ακόμη και στον ίδιο τον Μίκη. Αρκεί να συμπεριλαμβάνεται κι αυτός σ’ αυτά τα σχέδια. Τα δε κείμενα οργανωτικού (Δημητροκαλικής εμπνεύσεως) εύκολα μπορεί να βρει κανείς τις πηγές τους στο National Endowment of Democracy (βιτρίνα της CIA) και στο American Heritage Foundation (της ευαγγελικής ακροδεξιάς που στηρίζει την οικογένεια Μπους). Όποιος θέλει να τα βρει είναι πολύ εύκολο. Το γεγονός ότι ορισμένοι της συμβουλευτικής βρήκαν πολλά να πουν εναντίον μου και εναντίον της Σεισάχθειας, πάντα εν απουσία μου, αλλά ως δια μαγείας δεν βρήκαν τίποτε να πουν για όλα τα παραπάνω, σημαίνει πολλά για τα σχέδια που υπηρετούν.

Όπως μπορεί να καταλάβει κανείς σε μια τέτοια οργάνωση δεν μένει κανένας που έχει έστω και στοιχειωδώς δημοκρατικές αρχές. Μαζί με άλλους έδωσα τη μάχη να απαλλαγεί η κεντρική Σπίθα και ο ίδιος ο Μίκης από τις επιρροές αυτές. Για μια στιγμή πιστέψαμε ότι τα καταφέραμε με την ανακοίνωση του Μίκη περί οργανωτικού της 1/4. Είχε προηγηθεί μια συνάντηση το προηγούμενο απόγευμα στο σπίτι του Μίκη, όπου μου είχε ζητήσει παρουσία τρίτων να «αφοσιωθώ» στην Σπίθα. Του απάντησα ότι εγώ έχω αφοσιωθεί στη δημιουργία ενός νέου ΕΑΜ. Ο Μίκης μου απάντησε ότι αυτό ήταν το όνειρό του, λίγο πριν κλείσει τα μάτια του να δει την αναγέννηση του ΕΑΜ. Τότε του εξήγησα τόσο εγώ, όσο και οι υπόλοιποι που παραβρίσκονταν εκεί ότι πρέπει να ξεφορτωθεί όλο τον συρφετό του παρακράτους που είχε διεισδύσει στη Σπίθα και να ξεκινήσουν όλα από το μηδέν με μόνο κεκτημένο την διακήρυξη της 1ης Δεκέμβρη. Ο Μίκης τα δέχτηκε όλα και ξεκινήσαμε να καθαρίζουμε την κόπρο του Αυγεία, η οποία δυστυχώς όπως ανακαλύψαμε είχε διεισδύσει παντού.

Στις 2/4 αναρτήθηκε, μετά από απαίτηση του ίδιου του Μίκη, δικό μου κείμενο με τίτλο το "κίνημα δεν χρειάζεται υποταχτικούς και υπάκουους", όπου μιλούσα για χιτλερικές πρακτικές μέσα στη Σπίθα, για προπηλακισμούς και άλλα. Ήταν το μοναδικό κείμενο που έγραψα και ανάρτησα στην κεντρική Σπίθα από την αρχή της ένταξής μου στη συμβουλευτική. Όσοι αναρωτιούνται τι είναι αυτά που καταγγέλλω στην επιστολή παραίτησής μου θα τους παρότρυνα να ξαναδιαβάσουν εκείνο το κείμενο. Θα διαπιστώσουν ότι μιλώ πολύ συγκεκριμένα και φωτογραφίζω καταστάσεις που οδήγησαν τις 200 αρχικές Σπίθες των μερικών χιλιάδων μελών να καταντήσουν 50 «εγκεκριμένες» Σπίθες με περίπου 600 μέλη. Κανείς δεν αντέδρασε τότε. Κανείς δεν φάνηκε να αναρωτιέται. Κανείς από όλους αυτούς που ξαφνικά ξύπνησαν με τις υποτιθέμενες καταγγελίες της επιστολής παραίτησής μου, δεν αναρωτήθηκε τότε τι σήμαιναν όλα εκείνα που έγραφα. Ούτε φυσικά εγώ αποπέμφθηκα ως "συκοφάντης". Γιατί άραγε; Γιατί τότε κανείς δεν τόλμησε να βγει ανοιχτά και να με πει «συκοφάντη»; Γιατί τότε όλοι οι επώνυμοι και ανώνυμοι υβρεολόγοι είχαν λουφάξει; Μόνο ο Δημητροκάλης έστειλε μια «απάντηση» που χρέωνε τις χιτλερικές πρακτικές στον Μίκη. Έτσι, μετά από απειλές και εκβιασμούς του Μητσοτακικού παρακράτους, το οποίο ελέγχει το πολύ στενό προσωπικό περιβάλλον του Μίκη, το κείμενο κατέβηκε μέσα σε 2-3 μέρες χωρίς θόρυβο. Μετά από μια εβδομάδα ο Μίκης απέδειξε ότι η στροφή επί του οργανωτικού ήταν όντως πρωταπριλιάτικο αστείο και αποκατέστησε το σκοτεινό κύκλωμα και τους ανθρώπους του που τον περιβάλουν ασφυκτικά. Κι έτσι δεν έμενε τίποτε άλλο για εμάς, τον Ληναίο και εμένα, μαζί με αρκετούς άλλους "ανώνυμους" πρωτεργάτες της κίνησης από το να παραιτηθούμε. Τη δική μας παραίτηση έχουν ακολουθήσει κι άλλες, με επιστολές πολύ πιο καυστικές από τις δικές μας, αλλά το προσωπικό περιβάλλον του Μίκη δεν τολμά να τις δημοσιοποιήσει.

Αυτό που ακολούθησε ειλικρινά δεν το περίμενα. Όχι μόνο δεν περίμενα την δημοσιοποίηση της επιστολής παραίτησής μου, μιας και έκανα την χάρη σ’ όλους εκείνους που σχεδόν από την αρχή πίεζαν για την αποπομπή μου, αλλά ούτε περίμενα τα παραληρήματα με την υπογραφή του Μίκη που ακολούθησαν, που μόνο ειδικοί ψυχίατροι μπορούν να ερμηνεύσουν. Αυτό που περίμενα ήταν να βγει στην επιφάνεια όλος ο βόθρος εναντίον μου από τα υποκείμενα που έλεγχαν εξαρχής και δεν έπαψαν ποτέ να ελέγχουν την κεντρική ιστοσελίδα της κίνησης. Όπως επίσης περίμενα και τις φασιστικού τύπου παρεμβάσεις ενάντια σε εκείνες τις Σπίθες, οι οποίες παραμένουν πεισματικά ανεξάρτητες και πιστές στην διακήρυξη της 1ης Δεκέμβρη. Γι’ αυτό άλλωστε είχα αρνηθεί, μετά από την δημοσιοποίηση της παραίτησής μου, να εμφανιστώ ως ομιλητής σε Σπίθες, ακόμη κι αν αυτές επέμεναν στην πρόσκλησή τους. Με κανένα τρόπο δεν ήθελα, ούτε θέλω να δώσω πάτημα σε παρακρατικές πρακτικές ενάντια σε Σπίθες και Σπιθιστές, όπως συνέβη π.χ. με την Σπίθα Ηρακλείου, την οποία και είχα προειδοποιήσει για το τι θα συνέβαινε αν επέμενε στην πρόσκλησή της.

Βλέπετε η αποστολή των εν λόγω υποκειμένων είναι να στηρίξουν τον επίσημο εκφασισμό της πολιτικής ζωής της χώρας μέσα από κάποιο σχήμα «εθνοσωτήριας» διακυβέρνησης, εξασφαλίζοντας τις ευλογίες του Μίκη, το οποίο θα έρθει να καταλύσει ακόμη κι αυτές τις λιγοστές λαϊκές ελευθερίες που έχουν απομείνει σ’ αυτόν τον τόπο. Τον ίδιο εκφασισμό που υπηρετεί ο νέος Παπαδόπουλος, ονόματι Αλέκος, όπως και η πρόσφατη πρωτοβουλία των Ακαδημαϊκών, η έλευση του Σερ Μαρκεζίνη, οι παρασκηνιακές κινήσεις του «προσβληθέντος» Προέδρου της Δημοκρατίας και οι διαρκείς πιέσεις των μεγάλων καναλαρχών. Μετά από όλα αυτά ο καθένας δεν έχει παρά να αναλάβει τις ευθύνες του. Όποιος θέλει να υπηρετήσει σκοτεινές υποθέσεις δεν έχει παρά να προσποιηθεί ότι δεν ξέρει τίποτε για την ταμπακέρα και ότι για όλα φταίει ο Καζάκης. Κανένα πρόβλημα. Το τι είναι ο καθένας, τι εκφράζει και σε τι είναι αφοσιωμένος το αποδεικνύει πάντα η πράξη.

Σε όλα αυτά αναφέρομαι για πρώτη και τελευταία φορά. Δεν με ενδιαφέρει ποιος θα με πιστέψει, γιατί δεν κάνω αγώνα δημοτικότητας, ούτε ψάχνω για οπαδούς. Άλλωστε για μένα το κεφάλαιο Σπίθα έχει κλείσει οριστικά. Αυτό σήμαινε το «χέστηκα» που είπα στις Σπίθες Κύπρου και αναφερόταν ειδικά σε όλους εκείνους που τόσο καιρό ασκούνται στη χυδαία φημολογία εναντίον μου στο παρασκήνιο, μιας και ήταν πάντα αρκετά άνανδροι και αρκούντως θρασύδειλοι για να με αντιμετωπίσουν κατά πρόσωπο. Κι επειδή δεν πρόκειται να χαραμίσω ούτε λέξη παραπάνω για το όλο ζήτημα, όποιος επιμένει να χυδαιολογεί με βάση την παραίτησή μου τότε το μόνο που του αξίζει είναι η τόσο πρέπουσα αν και αθυρόστομη απάντηση του Καραϊσκάκη. Αυτό έχω να πω κι εγώ σ’ όλα τα επώνυμα και ανώνυμα καρακόλια που κρύβονται πίσω από εικόνισμα του Μίκη. Αυτό δεν σημαίνει ότι όσοι παραιτηθήκαμε από την κεντρική Σπίθα, αποχωρούμε και από το κίνημα. Ούτε έχουμε ξεγράψει πολλούς άξιους αγωνιστές που βρίσκονται ακόμη στη Σπίθα. Αντίθετα. Τόσο εγώ, όσο και όλοι οι άλλοι εξακολουθούμε να δίνουμε το παρών και να παλεύουμε για τον συντονισμό και τη συλλογική δράση ενός αυθεντικά δημοκρατικού και λαϊκού κινήματος για την ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος. Τα υπόλοιπα θα τα βρούμε στους δρόμους του αγώνα.

27/4/2011, Δημήτρης Καζάκης

* Εδώ από 25/2/2011

ΠΗΓΗ: http://dimitriskazakis.blogspot.com/2011/04/blog-post_27.html

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από το ΜτΒ και εκφράζουν μόνο αυτόν.

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΔΕΗ

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΔΕΗ:

 Η διάχυτη ατμόσφαιρα μίας κρίσης χρέους προσφέρει τα αναγκαία προσχήματα, έτσι ώστε να ακολουθήσει μία ολοκληρωτική εκποίηση επιχειρήσεων και να παραδοθεί η χώρα-στόχος στον έλεγχο των πολυεθνικών εισβολέων

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Προβλέποντας ότι, η μεγάλη «μάχη» των αποκρατικοποιήσεων στη χώρα μας θα δοθεί σύντομα στο «πεδίο» της ΔΕΗ, θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε πως, “Τα τραυματικά γεγονότα, τα οποία προκαλούν την εξασθένηση των αντιστάσεων μίας κοινωνίας, με αποτέλεσμα να μην λαμβάνονται υπ’ όψιν από τους κυβερνώντες οι επιθυμίες των ψηφοφόρων τους, δεν βασίζονται πλέον στη βία – όπως κάποτε συνέβαινε με τη βοήθεια των δικτατορικών καθεστώτων.

Οι κρίσεις του χρέους υποχρεώνουν πια τις χώρες «να προβαίνουν σε ιδιωτικοποιήσεις ή να πεθαίνουν», σύμφωνα με αξιωματούχο του ΔΝΤ, ο οποίος αναφερόταν στη μεγαλύτερη εκποίηση επιχειρήσεων, σε εξευτελιστικές τιμές, η οποία έγινε ποτέ στον κόσμο – σε αυτήν δηλαδή που ακολούθησε την ασιατική κρίση”.

Κατά τον M. Gandhi τώρα, “Μία ένοπλη σύρραξη ανάμεσα σε έθνη μας προκαλεί φρίκη. Όμως ο οικονομικός πόλεμος δεν είναι καλύτερος από μία ένοπλη σύρραξη – είναι σαν μία χειρουργική επέμβαση. Ένας οικονομικός πόλεμος αποτελεί ένα παρατεταμένο μαρτύριο, ενώ οι καταστροφές του δεν είναι λιγότερο τρομακτικές από εκείνες του καθαυτού, του συμβατικού δηλαδή πολέμου”. Ας μην ξεχνάμε δε ότι, “Όταν μία αντιπροσωπεία του ΔΝΤ «επισκέπτεται» μία χώρα, θέτοντας σαν προϋπόθεση για την εκχώρηση δανείων τον περιορισμό των κοινωνικών και λοιπών δαπανών, η διαφορά δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη, σε σχέση με τη φυσική καταστροφή που θα προκαλούσε ένας βομβαρδισμός εκ μέρους του ΝΑΤΟ. Το ΔΝΤ απαιτεί το κλείσιμο νοσοκομείων, σχολείων και βιομηχανιών, με ένα πολύ χαμηλότερο κόστος «εισβολής» για τη Δύναμη που εκπροσωπεί, από αυτό που θα είχε ο ανελέητος βομβαρδισμός των νοσοκομείων, των σχολείων και των βιομηχανιών – όπως στο παράδειγμα της Γιουγκοσλαβίας. Το αποτέλεσμα όμως, για τη χώρα «υποδοχής» του, είναι σχετικά το ίδιο: Η απόλυτη καταστροφή της” (M. Chossudovsky).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την Simone de Beauvoir, σε συνδυασμό με τη σημερινή θέση της Ελλάδας και τη σκιώδη διακυβέρνηση της, “Η κατοχή δεν μπορεί να είναι ανθρώπινη. Υπάρχουν επομένως δύο επιλογές: ή αποδέχεσαι την κατοχή και όλες τις μεθόδους που είναι αναγκαίες για την επιβολή της ή, διαφορετικά, την απορρίπτεις εξ ολοκλήρου και όχι μόνο κάποια συγκεκριμένα μέρη της”. Επομένως, στην περίπτωση της Ελλάδας, είτε αποδεχόμαστε την ξένη κατοχή με όλες τις «μεθόδους» της (μνημόνια, εκποίηση ιδιωτικών και δημοσίων περιουσιακών στοιχείων, περιορισμός των αμοιβών, στασιμοπληθωρισμός, ανεργία, εξαθλίωση κλπ), είτε την απορρίπτουμε εξ ολοκλήρου – «εκδιώκοντας» τους εισβολείς (ανάπτυξη ή χρεοκοπία). Δεν υπάρχει μεσαίος δρόμος λοιπόν, όπως αυτός που θέλουν να μας πείσουν κάποια πολιτικά κόμματα μας.  Ολοκληρώνοντας, “Όπως δεν υπάρχει ήπιος τρόπος για να θέσεις μία χώρα υπό κατοχή εναντίον της θέλησης των πολιτών της, δεν υπάρχει ειρηνικός τρόπος για να στερήσεις από τους ανθρώπους όσα χρειάζονται για να ζουν με αξιοπρέπεια – εκτός ίσως από μία μεθοδική, σκόπιμα «ενορχηστρωμένη» κρίση δημοσίου χρέους, η οποία έχει δρομολογηθεί, σιωπηλά και μυστικά, αρκετά χρόνια πριν, με την ενδοτική βοήθεια ορισμένων ιθυνόντων της”.        

Ο ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΕΠΕΚΤΑΤΙΣΜΟΣ

Σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία (M. Friedman), στην οποία στηρίχθηκε η επέλαση του μονοπωλιακού καπιταλισμού (Wall Street), “Μόνο μία κρίση – είτε είναι πραγματική, είτε απλώς εκλαμβάνεται ως τέτοια – οδηγεί σε ουσιαστικές αλλαγές. Όταν ξεσπάει μία κρίση, οι δράσεις που αναπτύσσονται εξαρτώνται από τις περιρρέουσες ιδέες. Πιστεύουμε ότι αυτή πρέπει να είναι η βασική λειτουργία μας: να αναπτύσσουμε εναλλακτικές πολιτικές, οι οποίες να μπορούν να αντικαταστήσουν τις υπάρχουσες – να τις διατηρούμε ζωντανές και διαθέσιμες, έως εκείνη τη στιγμή που το πολιτικά αδύνατον (όπως η λεηλασία μίας χώρας με τη θέληση της), θα καταστεί πολιτικά αναπόφευκτο”.   Η κρίση, στην οποία αναφέρεται η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, αυτή δηλαδή που υπηρετεί αποκλειστικά και μόνο τα συμφέροντα του μονοπωλιακού καπιταλισμού (πολυεθνικές, τράπεζες), δεν είναι προφανώς στρατιωτική, αλλά οικονομική. Αυτό που εννοεί είναι ότι, οι οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται συνήθως από μία εκλεγμένη κυβέρνηση, η οποία ευρίσκεται μεταξύ των τριών παρακάτω αντικρουόμενων ομάδων και συμφερόντων:

(α)  Η πρώτη ομάδα είναι οι εργαζόμενοι στη χώρα της, οι οποίοι επιθυμούν θέσεις εργασίας, αυξήσεις στους μισθούς τους, κοινωνικές παροχές, περισσότερο ελεύθερο χρόνο κλπ. (β)  Η δεύτερη ομάδα είναι οι «ιθαγενείς» επιχειρηματίες, οι ιδιοκτήτες δηλαδή των μέσων παραγωγής, οι οποίοι επιθυμούν χαμηλούς φόρους, χαλαρές ρυθμίσεις (διευκόλυνση των απολύσεων κλπ), περιορισμένες αυξήσεις μισθών κα. (γ)  Η τρίτη ομάδα είναι οι ξένοι επενδυτές, πολυεθνικές και χρηματοπιστωτικός κλάδος, οι οποίοι επιθυμούν πλήρη ελευθερία κινήσεων – έτσι ώστε να μπορούν να λεηλατούν ανενόχλητοι τον εθνικό πλούτο, χωρίς να πληρώνουν φόρους και με το χαμηλότερο δυνατό κόστος λειτουργίας.   

Η Πολιτική λοιπόν προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυτές τις αντικρουόμενες δυνάμεις, εκ των οποίων η πολυπληθέστερη (εργαζόμενοι) αποτελεί τους ψηφοφόρους της, ενώ η μειοψηφία (επιχειρηματίες, πολυεθνικές) τους χρηματοδότες της (σε αντίθεση με άλλες διαδικασίες, όπως αυτές που καθορίζουν τις αποφάσεις στο ΔΝΤ, στη Δημοκρατία οι ψήφοι δεν είναι ανάλογοι με τον πλούτο των εκλογέων – μία ψήφο δηλαδή έχει ο πάμπλουτος και μία ο πάμπτωχος).   Εάν όμως ξεσπάσει μία σοβαρή οικονομική κρίση, όπως αυτή σήμερα στη χώρα μας, η οποία προκλήθηκε (αφορμή) από την απίστευτα καταστροφική διαχείριση του δανειακού μας προβλήματος, αμέσως μετά την εκλογή της νέας κυβέρνησης μας, ενώ επιδεινώθηκε από την οικονομικά παράλογη υφεσιακή πολιτική του ΔΝΤ (το οποίο όμως είναι εκπαιδευμένο να αντιμετωπίζει τις κρίσεις όχι ως προβλήματα προς επίλυση, αλλά ως ευκαιρίες επέκτασης και εισβολής), επισκιάζονται όλα τα άλλα – οπότε οι ηγέτες είναι ελεύθεροι να κάνουν ότι είναι αναγκαίο, ή ισχυρίζονται αυθαίρετα ότι είναι αναγκαίο, «στο όνομα» της αντιμετώπισης μίας κατάστασης εκτάκτου ανάγκης.

Συμπερασματικά λοιπόν, κατά μία έννοια οι κρίσεις είναι περίοδοι αναστολής της Δημοκρατίας – αποτελούν δηλαδή «κενά» στο συνηθισμένο πολιτικό βίο, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν φαίνεται να υφίσταται η ανάγκη για συγκατάθεση των πολιτών και για συναίνεση.  Τέλος, σύμφωνα με τη «θεωρία της κρίσης», την οποία φαίνεται να αντέγραψε ο νεοφιλελευθερισμός από τον κομμουνισμό (όπως συνέβη με τις κεντρικά κατευθυνόμενες τράπεζες – άρθρο μας), «Όπως τα κραχ στις αγορές μπορούν να επιφέρουν μία κομμουνιστική επανάσταση, μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν ως φασιστικές αντεπαναστάσεις» – οδηγώντας προφανώς στην βασιλεία των αγορών, μέσα από την αποκρατικοποίηση της πολιτικής εξουσίας, συχνά με τη βοήθεια κάποιων διατεταγμένων ΜΜΕ.     

Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ

Η Μ. Βρετανία υπό την M.Thatcher, όπως οι Η.Π.Α. υπό τον R.Reagan, ήταν οι πρώτες χώρες, στις οποίες κυριάρχησε το νεοφιλελεύθερο «δόγμα» – με την πλήρη αποκρατικοποίηση του δημοσίου τους, η οποία οδήγησε σήμερα τις δύο αυτές μεγάλες δυνάμεις αφενός μεν στην υποταγή τους στο Καρτέλ, αφετέρου στα πρόθυρα της χρεοκοπίας (το συνολικό χρέος της Μ. Βρετανίας υπερβαίνει το 500% του ΑΕΠ της, με το δημόσιο να έχει μηδενικά περιουσιακά στοιχεία, ενώ στις Η.Π.Α., τη «βασίλισσα» των ιδιωτικοποιήσεων και της απελευθέρωσης των αγορών, τόσο το δημόσιο χρέος, όσο και τα ελλείμματα έχουν εκτοξευθεί στα ύψη). Περαιτέρω, επειδή ο δρόμος προς την ολοκληρωτική ιδιωτικοποίηση του δημοσίου «διέρχεται» υποχρεωτικά μέσα από τον «πόλεμο» με τα εργατικά συνδικάτα, στις Η.Π.Α. απολύθηκαν 14 χιλιάδες περίπου ελεγκτές της εναέριας κυκλοφορίας, ενώ στη Μ. Βρετανία διεξήχθη ο «πόλεμος» εναντίον του συνδικάτου των ανθρακωρύχων – από τους οποίους εξαρτιόταν ολόκληρη η χώρα για το φωτισμό και τη θέρμανση της (όπως συμβαίνει με τη ΔΕΗ στην Ελλάδα).    

Η ευκαιρία για την πρωθυπουργό της Μ. Βρετανίας παρουσιάστηκε με την επιτυχή έκβαση του πολέμου των νησιών Φόκλαντ. Όταν λοιπόν το 1984 απέργησαν οι ανθρακωρύχοι, η αντιπαράθεση της κυβέρνησης μαζί τους παρουσιάστηκε ως συνέχεια του πολέμου με την Αργεντινή – ενώ απαιτήθηκε μία εξ ίσου βίαιη λύση. «Έπρεπε να πολεμήσουμε τον εξωτερικό εχθρό στα Φόκλαντ και τώρα πρέπει να πολεμήσουμε τον εσωτερικό εχθρό, ο οποίος είναι ένας πολύ πιο δύσκολος αντίπαλος, αλλά εξίσου επικίνδυνος για την ελευθερία», είχε ανακοινώσει τότε με θράσος η βρετανίδα πρωθυπουργός – «καταγράφοντας» τους βρετανούς εργάτες ως «εσωτερικό εχθρό» και εξαπολύοντας όλη την ισχύ του κράτους εναντίον των απεργών. Φυσικά είχε φροντίσει προηγουμένως, με τη βοήθεια των αμερικανών συμβούλων της, να «αποδομήσει» μεθοδικά τους ανθρακωρύχους-συνδικαλιστές, διοχετεύοντας έντεχνα σκάνδαλα στα ΜΜΕ σχετικά με ατασθαλίες, καθώς επίσης με διάφορες άλλες ενέργειες ορισμένων ιδιοτελών συνδικαλιστών, οι οποίοι ήταν διεφθαρμένοι (παραλληλισμός με τη ΔΕΗ – ξαφνικό «πόρισμα» του επιθεωρητή δημόσιας διοίκησης κλπ). Προφανώς, η πληροφόρηση προερχόταν από τις μυστικές υπηρεσίες, αφού μέσα στα συνδικάτα διείσδυσαν πολλοί πράκτορες και πληροφοριοδότες, οι οποίοι παρακολουθούσαν τα τηλέφωνα και τις κατοικίες όλων των συνδικαλιστών – ακόμη και το λαϊκό εστιατόριο, στο οποίο σύχναζαν οι ηγέτες του συνδικάτου.

Ο απώτερος στόχος της μεθοδικής, της ύπουλης καλύτερα «επίθεσης», ήταν ο διασυρμός των συνδικαλιστών, στα μάτια της κοινής γνώμης. Όπως έχει πει άλλωστε ο J.Schumpeter, «Ο διασυρμός αντικαθιστά την αντίκρουση, καθώς το μέσο ακροατήριο αγνοεί κατά κανόνα πλήρως το γεγονός ότι, ένας διασυρμός καλύπτει συχνά την αδυναμία διάψευσης».   Για παράδειγμα, όταν ο λαός ακούει ότι κάποιοι συνδικαλιστές είναι διεφθαρμένοι, έχοντας αποκομίσει μεγάλες αμοιβές, ότι χρηματίζονται κλπ, σχηματίζει τη γνώμη ότι, όλοι οι συνδικαλιστές είναι διεφθαρμένοι – οπότε δεν αντιτίθεται στο ξεπούλημα της επιχείρησης, το οποίο θα έχει ως αποτέλεσμα αφενός μεν την αύξηση της ανεργίας, αφετέρου τον τριπλασιασμό των τιμών του ρεύματος (όπως συμβαίνει σήμερα με τη ΔΕΗ στην Ελλάδα, προφανώς στα πλαίσια των σχεδίων εκποίησης της – η οποία είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα όσο αμύνονται οι συνδικαλιστές, ενώ είναι μια κερδοφόρα κοινωφελής επιχείρηση).

Συνεχίζοντας, αφού η κυβέρνηση της Μ. Βρετανίας είχε εξωθήσει έντεχνα τους ανθρακωρύχους σε απεργία, έτσι ώστε να τοποθετηθεί εναντίον τους «σύσσωμη» η κοινή γνώμη, λόγω των προβλημάτων στην ηλεκτροδότηση και στη θέρμανση, παράλληλα με την «διοχέτευση» σκανδάλων (είχε ισχυρισθεί ακόμη και ότι ο ηγέτης του συνδικάτου ήταν πράκτορας της Μ15, έχοντας ως αποστολή του να αποσταθεροποιήσει και να υπονομεύσει το συνδικάτο), εισήλθε στο δεύτερο στάδιο του σχεδίου της – την αστυνομική βία, με την οποία «κατεστάλησαν» οι απεργιακές κινητοποιήσεις.  Όπως συνέβη με τον πόλεμο των Φόκλαντ, δεν υπήρχε το παραμικρό ενδιαφέρον για διαπραγματεύσεις, αλλά μία «στοχευμένη» αποφασιστικότητα να συντριβεί το συνδικάτο, ανεξαρτήτως κόστους – το οποίο, αφού κινητοποιήθηκαν πάνω από 3.000 αστυνομικοί, ήταν τεράστιο. Τελικά τα σχέδια της κυβέρνησης πέτυχαν, αφού οι εργάτες πεινούσαν και δεν μπορούσαν να αντέξουν τη μαζική επίθεση εναντίον τους. Η συντριπτική αυτή ήττα του συνδικάτου των ανθρακωρύχων έστειλε ουσιαστικά ένα καθαρό μήνυμα στις υπόλοιπες συνδικαλιστικές οργανώσεις λέγοντας τους έμμεσα ότι: “Αφού η κυβέρνηση έφτασε στα άκρα για να λυγίσει τους ανθρακωρύχους, από τους οποίους ολόκληρη η χώρα εξαρτιόταν για το φωτισμό και τη θέρμανση της, θα ήταν αυτοκτονία για τα ασθενέστερα συνδικάτα, τα μέλη των οποίων εργαζόταν σε λιγότερο κρίσιμους τομείς της οικονομίας, να αμφισβητήσουν τις «διαρθρωτικές» αλλαγές”.

Στο παράδειγμα της Ελλάδας έχουμε την άποψη ότι, εάν τελικά «υποταχθεί» το συνδικάτο της ΔΕΗ, το οποίο θεωρούμε ως ένα από τα ισχυρότερα στη χώρα μας, «επιτρέποντας» το ξεπούλημα μίας επιχείρησης, η οποία «έχει πρόσβαση» ουσιαστικά σε όλα τα σπίτια των Ελλήνων, η εκποίηση των υπολοίπων κερδοφόρων εταιρειών του Δημοσίου (ΕΥΔΑΠ, ΟΠΑΠ, Διεθνής Αερολιμένας κλπ) δεν θα συναντήσει καμία αντίσταση εκ μέρους των εργαζομένων τους – ενώ θα έχει δυστυχώς τη σύμφωνη γνώμη των Ελλήνων Πολιτών, οι οποίοι έχουν υποφέρει πράγματι στο παρελθόν από την κάκιστη συμπεριφορά πολλών συνδικαλιστικών οργανώσεων (μη εξαιρουμένης της ΔΕΗ). Ας ελπίσουμε λοιπόν ότι η ΔΕΗ δεν θα κάνει ακόμη περισσότερα λάθη και δεν θα εξωθηθεί σε απεργιακές κινητοποιήσεις, οι οποίες θα προκαλέσουν την οργή των Πολιτών – οδηγώντας την επιχείρηση στο ξεπούλημα. Επίσης ότι θα μπορέσει να εξυγιάνει τα εργατικά συνδικάτα της, εκδιώκοντας άμεσα και τιμωρώντας παραδειγματικά όλους όσους υπέπεσαν σε σφάλματα ή είναι συνεργοί των «κατακτητών». Τέλος ότι, οι συνδικαλιστές θα λειτουργήσουν με σύνεση, κινητοποιούμενοι για θέματα που αφορούν ολόκληρο το κοινωνικό σύνολο. Για παράδειγμα, τοποθετούμενοι εναντίον της είσπραξης των δημοτικών τελών εκ μέρους της εισηγμένης επιχείρησης, τα οποία δίνουν μία εσφαλμένη εικόνα ακρίβειας στους λογαριασμούς ρεύματος – παρά το ότι η χρέωση της κιλοβατώρας είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη.

Η ΔΕΗ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, είναι πολύ σωστή η ελληνική κοινή γνώμη, όταν τάσσεται σχεδόν εξ ολοκλήρου υπέρ της καταπολέμησης της διαφθοράς – με τη βοήθεια και των ιδιωτικοποιήσεων. Εάν όμως τα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας, η αύξηση των εσόδων και η μείωση των δαπανών δηλαδή, δεν παραμείνουν στη χώρα μας, αλλά «διαφύγουν», μέσω των πολυεθνικών, στο εξωτερικό (φοροαποφυγή), ταυτόχρονα με την αύξηση των τιμών, τότε όχι μόνο δεν θα υπάρξει αντικειμενικό όφελος για την Ελλάδα αλλά, αντίθετα, η ζημία θα πολλαπλασιασθεί. Όσον αφορά ειδικά την παραγωγικότητα των εργαζομένων, εάν η βελτίωση της αυξάνει μόνο τα κέρδη των πολυεθνικών και δεν συμβάλλει στη μείωση των τιμών καταναλωτή, στην παραγωγή εθνικού πλούτου ή στην αύξηση των θέσεων εργασίας, δεν έχει καμία ουσιαστική ωφέλεια για τους Πολίτες. Για παράδειγμα, όλοι είμαστε εναντίον της εικόνας κάποιων υπαλλήλων στις κρατικές επιχειρήσεις, οι οποίοι κάθε άλλο παρά εργάζονται – δεν παράγουν δηλαδή. Όμως, εάν οι επιχειρήσεις αυτές ιδιωτικοποιηθούν από το διεθνές Καρτέλ, μειώνοντας το προσωπικό τους και αυξάνοντας την παραγωγικότητα τους, αυτό που στην πραγματικότητα θα απομείνει στη χώρα μας θα είναι η ανεργία, ο περιορισμός των δημοσίων εσόδων, καθώς επίσης η πτώση των μέσων ελληνικών εισοδημάτων – με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται (αύξηση των φόρων, μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης, χρεοκοπία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων κλπ).

Επομένως, γιατί θα έπρεπε η ΔΕΗ να προβεί σε αθρόες απολύσεις, αυξάνοντας την ανεργία στη χώρα μας, η οποία «εκβάλλει» τελικά στα ελλείμματα του προϋπολογισμού; Σε τι θα ωφελούσε την Ελλάδα η εκποίηση της – πόσο μάλλον όταν το κράτος εισπράττει μεγάλα μερίσματα (φορολογικά έσοδα, υπεραξίες) από τη συμμετοχή του; Ποιο θα ήταν το υλικό όφελος των καταναλωτών, από την κατάργηση του «μονοπωλιακού οχυρού», εάν εξαιρέσουμε την εύλογη ηθική ικανοποίηση τους από την «τιμωρία» κάποιων «διαπλεκομένων» συνδικαλιστών ή αντιπαραγωγικών εργαζομένων; Ας μην ξεχνάμε ότι, μετά την «εισβολή» του ΔΝΤ στη Βραζιλία, μόνο η Petrobras παρέμεινε στην ιδιοκτησία του δημοσίου (χάρη στους συνδικαλιστές της) – ενώ η Χιλή υποφέρει από έλλειψη ακόμη και πόσιμου νερού, μετά την άλωση της από τις πολυεθνικές. Συμπερασματικά λοιπόν, δεν είμαστε σε καμία περίπτωση αντίθετοι με την ανάγκη εξυγίανσης της ελληνικής οικονομίας, με την καταπολέμηση της διαφθοράς ή με τη ριζική αντιμετώπιση της διαπλοκής των πολιτικών, των ιδιοτελών ψηφοφόρων τους, των επιχειρηματιών και των συνδικάτων. Εν τούτοις, δεν συμφωνούμε με την κατάλυση της εθνικής μας κυριαρχίας, με την ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών επιχειρήσεων μας, με την εγκληματική εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, καθώς επίσης με την επέλαση του Καρτέλ στη χώρα μας. Πόσο μάλλον αφού, η ενδεχόμενη πώληση όλων των εισηγμένων επιχειρήσεων του δημοσίου σήμερα, δεν θα αποφέρει παραπάνω από 7 δις € στα ταμεία του κράτους – το έλλειμμα μας δηλαδή για περίπου τρεις μήνες (!) ή τους τοκογλυφικούς τόκους που πληρώνουμε (άρθρο μας) για περίπου 5 μήνες. Ταυτόχρονα θα επιβαρύνει τα ελλείμματα του προϋπολογισμού μας, αφού δεν θα εισπράττονται πλέον μερίσματα, θα αυξηθεί η ανεργία και θα περιορισθούν τα φορολογικά έσοδα – λόγω της διαδεδομένης «φοροαποφυγής» των πολυεθνικών.    

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η επιτυχία της επέκτασης των πολυεθνικών με τη βοήθεια των κρίσεων χρέους στη Ν. Αμερική, στην Ασία κλπ, έχει αποφέρει στις ίδιες τόσο εντυπωσιακά κέρδη, ώστε να διψούν για συνεχώς νέες κατακτήσεις – πλέον, όχι μόνο στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, αλλά στις πλούσιες χώρες της Δύσης, όπου τα κράτη ελέγχουν ακόμη πιο προσοδοφόρα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να εκμεταλλευθούν επικερδώς οι ιδιωτικές εταιρείες: τηλεφωνικές επικοινωνίες, λιμάνια, μεταφορές, αεροδρόμια, εταιρείες ηλεκτρισμού, εταιρείες ύδρευσης κλπ”. Με βάση τα παραπάνω, η επέλαση του Καρτέλ στη χώρα μας, αποκτά μία εντελώς διαφορετική εικόνα – αφού πρόκειται για μία χώρα της Ευρωζώνης, η οποία αποτελεί ένα εξαιρετικά πλούσιο «λάφυρο» για τους κυρίαρχους των αγορών. Επομένως, ο πόλεμος εναντίον των πανίσχυρων δυνάμεων κατοχής, έτσι όπως αυτές «επιτίθενται» με τα καταστροφικά οικονομικά «εργαλεία» τους (Παγκόσμια Τράπεζα, ΔΝΤ, Εταιρείες Αξιολόγησης, Επενδυτικές Τράπεζες, Διεθνείς επενδυτές, Οικονομολόγοι, Οικονομικός Τύπος, εσωτερικές ολιγαρχίες κλπ), είναι πολύ δύσκολο να κερδηθεί – εκτός εάν δεν καταστραφεί η κοινωνική συνοχή και δεν μεσολαβήσουν εμφύλιοι πόλεμοι (ιδιωτικοί υπάλληλοι εναντίον δημοσίων, πολίτες εναντίον συνδικαλιστών, μισθωτοί εναντίων ελευθέρων επαγγελματιών, μεσαίες επιχειρήσεις εναντίον μικρών κλπ).

Ας μην ξεχνάμε ότι, η «ορθόδοξη» προσέγγιση του μονοπωλιακού καπιταλισμού στην επίλυση των προβλημάτων χρέους, συνίσταται στη «μετακύλιση» ολόκληρου του κοινωνικού κόστους στα ασθενή εισοδηματικά στρώματα, τα οποία αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία. Κλείνοντας είναι ίσως σκόπιμο να προσθέσουμε ότι, η εγκατάσταση του μονοπωλιακού καπιταλισμού στη Βολιβία δρομολογήθηκε από μία σοσιαλιστική κυβέρνηση – με τα μέλη του κόμματος της να αγνοούν εντελώς ότι, ο ηγέτης τους είχε κλείσει μία συμφωνία πολύ πριν στο «παρασκήνιο». Με εξαίρεση τον υπουργό οικονομικών, καθώς επίσης τον υπουργό σχεδιασμού, οι οποίοι ανήκαν στην ενδοτική «μυστική ομάδα», ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός δεν είχε καν αναφέρει στο νεοεκλεγμένο υπουργικό του συμβούλιο την ύπαρξη της «ομάδας έκτακτης ανάγκης» – της «σκιώδους εξουσίας» δηλαδή στη χώρα του, ισχυριζόμενος ότι ό ίδιος λαμβάνει ελεύθερα τις τελικές αποφάσεις.

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 25. Απριλίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει πρόσφατα το βιβλίο «Η κρίση των κρίσεων», το οποίο περιλαμβάνει επιλεγμένα οικονομικά άρθρα του 2009.  

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2335.aspx

ΔΩΡΕΑ ΟΡΓΑΝΩΝ: ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΤΟ Ν/ΣΧ

ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΤΟ ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΔΩΡΕΑ ΟΡΓΑΝΩΝ

 

Της Γαλάτειας λεξάκη*

 

Περί τά τέλη Μαρτίου 2011, πληροφορηθήκαμε λοι, πό τόν  μερήσιο τύπο, τι κυβέρνηση προωθε σχέδιο νόμου πού  φορ στήν δωρεά ργάνων προκείμενου ατά νά χρησιμοποιηθον σέ μεταμόσχευση.

Μέ τήν προτροπή το σεβασμίου πατρός μς Βασιλείου Βολουδάκη, θεωρήθηκε σκόπιμο νά σχοληθομε λίγο περισσότερο μέ ατό τό θέμα, κάνοντας μία μικρή ρευνα ποία πιστεύουμε τι θά βοηθήσει νά κατανοήσουμε άν τό κυοφορούμενο σχέδιο νόμου εναι συνταγματικά κατοχυρωμένο.

βάση το προσχεδίου

 

 Τό προσχέδιο νόμου γιά τήν δωρεά ργάνων βασίζεται στήν νεοεισαγόμενη ννοια τς «εκαζόμενης συναίνεσης». Τί σημαίνει, μως ατή ννοια; Σημαίνει τι συνάγουμε πό διάφορα τεκμήρια (μαρτυρίες, κλπ.) τι ποθνήσκων θέλει νά εναι δότης.

Γεννται, μως, καί ελόγως θεωρομε, τό ρώτημα γιατί νδιαφερόμενος  δέν ξέφρασε ατήν τήν πιθυμία το καθ’ λη τή διάρκεια τς ζως το λλά θά πρέπει νά τήν εκάσουμε κατά τήν ρα το θανάτου του;

 ι. – Πέραν μως ατο ννοια τς «εκαζόμενης συναίνεσης», χωρίς  νά θεωρηθε τι πόκειται σέ συνταγματικό λεγχο, διότι στήν ποχή μας μλλον γίνεται κατάχρηση τς «ντισυνταγματικότητας» τν νόμων καί τν διατάξεων, ρχεται σέ εθεία ντίθεση μέ τό Σύνταγμα τς χώρας μς (Σύνταγμα το 1975), τό ποο σημειωτέον εναι δημοκρατικότερο λων τν Ερωπαϊκν Συνταγμάτων κόμη καί τς Συμβάσεως περί νθρωπίνων Δικαιωμάτων, το Συμβουλίου τς Ερώπης.

Τό Σύνταγμα τς λλάδος, καί μόνον ατό, προβλέπει τήν ννοια τς  «ξίας» το νθρώπου, σέ ντίθεση μέ τήν ννοια τς ξιοπρέπειας (ννοιας στενότερης) πού προβλέπουν λα τά πόλοιπα συντάγματα.

ρχεται, πομένως, ννοια «εκαζόμενη συναίνεση»,  σέ καταφαν ντίθεση πρός τό ρθρο παράγραφος το Συντάγματός μας τό ποο ναφέρει πί λέξει : « σεβασμός καί προστασία τς ξίας το νθρώπου ποτελον πρωταρχικήν ποχρέωσιν τς Πολιτείας».

 ι. – Τό προσχέδιο μως στιάζεται στό γεγονός τι άν κάποιος πεθάνει καί δέν χει ρίσει σαφς τι δέν πιθυμε νά δοθον τά ργανά του γιά μεταμόσχευση τότε, ατός νθρωπος, εναι  νας ν δυνάμει μεταθανάτιος δότης γιά κάποιον πού τό χρειάζεται.

Χωρίς μφιβολία, καί συγκεκριμένη ρύθμιση ρχεται σέ ντίθεση μέ τό Σύνταγμα τς χώρας μας καί εδικότερα μέ τό ρθρο 2 παράγραφος 1 ατο σύμφωνα μέ τό ποο: «καστος δικαιοται νά ναπτύσσει λευθέρως τήν προσωπικότητά του καί νά συμμετέχει ες τήν κοινωνικήν, οκονομικήν, καί πολιτικήν ζωήν τς χώρας, φ’ σον δέν προσβάλλει τά δικαιώματα τν λλων καί δέν παραβιάζει τά Σύνταγμα τά χρηστά θη».

 Συνεπς, ρύθμιση ατή, πως τήν προβλέπει τό σχέδιο νόμου, ρχεται σέ ντίθεση μέ τήν «λευθερία το τόμου».

Τό προσχέδιο νόμου, σύμφωνα μέ πληροφορίες μας, δέν χει κόμη ψηφισθε.

 

Ο ντιδράσεις εναι πολλές.

 

Τά πολιτικά κόμματα πρόκειται νά  τοποθετηθον π’ ατο καί μείζων ντιπολίτευση θά τοποθετηθε ρνητικά, πως πληροφορηθήκαμε.

  «Δημοκρατική Συμμαχία» κφράστηκε δη ρνητικά καταδικάζοντας συγκεκριμένα τήν «κρατικοποίηση» τν σωμάτων τν λλήνων μετά τόν θάνατο τούς φο, μέ τό προσχέδιο νόμου, παραβιάζεται τό πλέον θεμελιδες νθρώπινο δικαίωμα, τς λευθερίας, δηλαδή, διάθεσης το σώματος το κάθε πολίτη.

 –Και Σέβ. Μητροπολίτης Μεσογαίας, μως, κ. Νικόλαος, Πρόεδρος τς πιτροπς Βιοηθικς της κκλησίας τς λλάδος καί μέλος το θνικο ργανισμο Μεταμοσχεύσεων, ποος, μάλιστα, χει κάνει τήν διδακτορική διατριβή του στίς μεταμοσχεύσεις, μς λέει τι: « εκαζόμενη συναίνεση δέν χει θική βάση, δέν χει λογικό ρεισμα καί δέν χει πρακτικό ποτέλεσμα. Καμμία εκαζόμενη συναίνεση δέν μπορε νά καταργήσει τήν πεύθυνη συγγενική συγκατάθεση».

 Καί θνικός ργανισμός Μεταμοσχεύσεων, πως πληροφορηθήκαμε, εναι ντίθετος μέ κάποια σημεα το προσχεδίου νόμου.

 

* Η Γαλάτεια λεξάκη είναι Δικηγόρος  Δ. Ν.

Σημ. Σύντ.: κ. Γαλάτεια λεξάκη ς μέλος Κρατικς ποστολς χει συμμετάσχει σέ πολλές Διεθνες Συναντήσεις τς Ερωπαϊκς νώσεως γιά Νομικά Θέματα.

 

 ΠΗΓΗ: ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ, www.egolpion.com, 26  ΑΠΡΙΛΙΟΥ  2011.

Χριστός Ανέστη!…

Χριστός Ανέστη!…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

«Είναι καιρός, λέει ο ποιητής, να πούμε τα λιγοστά μας λόγια, γιατί αύριο η ψυχή μας κάνει πανιά»!… Κι ένα απ’ τα λιγοστά μας λόγια είναι και το «Χριστός ανέστη»! Η φωτεινή αυτή απάντηση μπροστά στο σκοτεινό ερωτηματικό του θανάτου…

Με την οποία ο Χριστός, μέσα απ’ τη μαυρίλα του θανάτου, μας βγάζει στο φως της Ανάστασης. Όπως ο εθνικός μας ποιητής, μέσα «απ’ τα κόκαλα των Ελλήνων τα ιερά», μας βγάζει στο φως της αντρειωμένης Ελευθερίας.

«Η ζωή, λέει ο Πλάτων, είναι φιλοσοφία θανάτου». Και ο Χάιντεγκερ, περίπου, επαναλαμβάνει πως: « Η ζωή είναι Είναι προς θάνατον»! Που σημαίνει ότι η ποιότητα της ζωής μας εξαρτάται απ’ την ποιότητα της απάντησης, που δίνουμε στο μυστήριο του θανάτου.

Και σίγουρα υπάρχουν πολλοί, που απαντούν πως όλα τελειώνουν στον τάφο. Κάτω από ένα μέτρο γης… Απάντηση, που περικλείει κάποτε το μεγαλείο της τραγικότητας. Όταν κάποιοι προικισμένοι προσπαθούν να στήσουν στον ακατάσχετο χείμαρρο του χρόνου και του θανάτου τα αναχώματα της όποιας υστεροφημίας. Με πράξεις ηρωισμού ή πνευματικής δημιουργίας.

Και άλλοτε οδηγεί στον έσχατο εξευτελισμό της ανθρώπινης ζωής και προσωπικότητας. Όταν κάποιοι άλλοι αφήνονται να πάνε, όπου θέλει, τους πάει, η ακατάσχετη ροή των πραγμάτων…

Από το άλλο μέρος υπάρχει η πανάρχαιη πίστη στη μετά θάνατο ζωή. Όπου όμως ελλοχεύει, σχεδόν παντού, η σκυθρωπή μελαγχολία: Με τον Αχιλλέα να εύχεται να είναι δούλος στον πιο φτωχό πάνω στη γη ξωμάχο, παρά βασιλιάς στον άδη. Και με τα δημοτικά μας τραγούδια να περιγράφουν το θάνατο και τη μεταθανάτια ζωή με τα μελανότερα χρώματα…

Κι ανάμεσα στις τόσες στάσεις και αποφάσεις ζωής προβάλλει και η ολοφώτεινη απάντηση του «Χριστός Ανέστη». Που κάθε χρονιά – το Πάσχα – γίνεται έκρηξη χαράς. Και γιορτάζεται με τον ανάλογο εκρηκτικό και θορυβώδη τρόπο.

Που σημαίνει ότι ο χριστιανισμός έχει κάνει τη ζωή μας, από «φιλοσοφία θανάτου» και «είναι προς θάνατον», φιλοσοφία και είναι και πίστη Ανάστασης!…

Πίστη και φιλοσοφία, που συνεπάγεται τον ασίγαστο, μέχρι τον υπεράνθρωπο ηρωισμό, αγώνα. Κι όχι μόνο των μαρτύρων. Μπροστά στην ανεξάντλητη ευρεσιτεχνία των βασανιστών. Της ρωμαϊκής ή της οποιασδήποτε άλλης βαρβαρότητας. Αλλά και στο στίβο της καθημερινής, κοινωνικής ζωής και πραγματικότητας. Απέναντι στους δήμιους και σταυρωτές των λαών και της ανθρωπότητας.

Φιλοσοφία και πίστη, που ασφαλώς δεν συμμερίζονται όλοι εκείνοι, που φλυαρούν, ανέξοδα, σχετικά με την Ανάσταση, και την καπηλεύονται επετειακά. Για να ναρκώνουν τα υγιή ανακλαστικά του λαού. Και να διαιωνίζουν τη ληστρική και προδοτική τακτική τους.

Όπως οι γραμματείς και οι φαρισαίοι της πολιτικής, που έχτισαν το κάστρο της προνομιακής, γι’ αυτούς και το συνάφι τους, τρισάθλιας νομιμότητας.

Εν ονόματι της οποίας αυτοί μπορούν να σταυρώνουν την πατρίδα και το λαό της, όταν και όπως και όσο θέλουν. Χωρίς να λογοδοτούν και να έχουν τις παραμικρές συνέπειες για τις κακουργηματικές και δολοφονικές ενέργειές τους… Για να φτάσουν στο ελεεινό κατάντημα της τωρινής, κατά συρροήν, προδοσίας και το ξεπούλημα της πατρίδα μας στους σταυρωτές της!

Και μπαίνει – και για μας τους υπόλοιπους – το οδυνηρό ερώτημα:  Αλήθεια, ποια σχέση με την Ανάσταση μπορεί να έχουμε εμείς οι ζωντανοί νεκροί; Εμείς οι νωθροί και κοιμισμένοι στα άγρια μεσάνυχτα του τοκογλυφικού Μεσαίωνα. Καθώς η πατρίδα μας σύρεται στο σταυρικό της θάνατο….

Κι εξακολουθούμε ν’ ακολουθούμε και να φωνάζουμε ωσαννά στο τρισάθλιο τσούρμο των αδίστακτων αρνητών και προδοτών και σταυρωτών της! Διαθέτοντας, μολαταύτα, την απύθμενη υποκρισία να προφέρουμε ή και κραυγάζουμε το: Χριστός Ανέστη!…

Παπα-Ηλίας, http://papailiasyfantis.wordpress.com, 27-4-2011

Η ζωωδία του τετριμμένου – του Γιάννη Ποτ.

Η ζωωδία του τετριμμένου

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου


 

Με τη χαίτη ολόρθη

                       καλπάζει

στις λεωφόρους, η ζωωδία

Στην πρωινή καταχνιά

θολώνουν οι ματιές μας

Αφού οξειδώνεται, στην ψυχή

                       του ανθρώπου

το άγουρο όνειρο

Σπρώχνει η ανατολή

το σαρκίο μας

                   στη λαιμητόμο

 

Όταν, κατεβαίνοντας

στις υπόγειες

                    διαδρομές

της ημέρας η θυσία, η πρώτη

 

Πόσο γνώριμη αλήθεια

η πικρή γεύση

                    της αλλοτρίωσης

Συνθλίβεται η φαντασία

                     στο τετριμμένο

Καθώς σφραγίζεις ολημερίς

                      το αδιάφορο

 

Ανεξίτηλο το σημάδι

                       της μαχαιριάς

Απ’ τη βαθιά πληγή

                       της ματαιότητας

Δραπετεύει η ζωή

                       μπρος στην ανία

Σαν επιστρέφεις ανεκποίητο,

το τάλαντο

                       της δημιουργίας

 

                          28 Οκτωβρίου 2010, Γιάννης Ποταμιάνος

Γεωπολιτική σκακιέρα – Αθήνα – Μη … ουδετερότητα

Γεωπολιτική σκακιέρα: Γιατί η ουδετερότητα δεν συμφέρει την Αθήνα

Του Σταύρου Λυγερού


Εάν δεν υπάρξουν σύντομα νέες πρωτοβουλίες εκ μέρους της Δύσης, η ισχύουσα σήμερα διχοτόμηση της Λιβύης θα αρχίσει να παγιώνεται. Είναι αξιοσημείωτο ότι η Γαλλία και η Βρετανία έχουν αρχίσει να θέτουν ζήτημα κλιμάκωσης της επέμβασης με τη χρήση και ειδικών χερσαίων δυνάμεων. Το είπε ευθέως ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της γαλλικής Βουλής Άλεξ Πονιατόφσκι.

Συνέχεια

Κοινωνιολογία & Πολιτική Οικονομία Ν. Λυκείου

Η κοινωνιολογία και η πολιτική οικονομία του Νέου Λυκείου

 

Του Κώστα Θεριανού


 

Το Νέο Λύκειο είναι ουσιαστικά ένα νέο σύστημα διαχείρισης της ροής τους μαθητικού πληθυσμού προς τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, καθώς και ένα νέο σύστημα πρόσβασης. Αν η συζήτηση περιορισθεί στα κέρδη και τις ζημίες της κάθε ειδικότητας και στις δήθεν νέες ερευνητικές προσεγγίσεις που εισάγει η ερευνητική εργασία, τότε είναι δύσκολο να γίνουν αντιληπτές οι νέες συνθήκες στην οικονομία και την κοινωνία που συμπυκνώνει το Νέο Λύκειο.

Πάντως, στο ζήτημα των ειδικοτήτων, η σημερινή ηγεσία του υπουργείου πληρώνει γραμμάτια της μεταρρύθμισης Αρσένη (του ΠΑΣΟΚ δηλαδή), η οποία διέλυσε και την γενική και την τεχνική εκπαίδευση. Με τις ανακατανομές των μαθημάτων πέτυχε και την εξής μοναδικότητα σε όλο τον πλανήτη: να έχει εκπαιδευτικούς χωρίς ωράριο (π.χ. κοινωνιολόγοι, ξενόγλωσσοι, τεχνικές ειδικότητες κ.ά.) και την ίδια στιγμή, στο ίδιο σχολείο, μαθητές χωρίς εκπαιδευτικούς!

Η κ. Διαμαντοπούλου στις 28/2/2011 στην ημερίδα ενημέρωσης και διαλόγου του Υπουργείου Παιδείας με τους Δημάρχους της χώρας δήλωσε ότι «Το επόμενο διάστημα μέχρι το 2020 υπολογίζουμε 370.000 θέσεις εργασίας που θα αφορούν τεχνικά επαγγέλματα». Έδωσε με αυτόν τον τρόπο το στίγμα της βασικής αιτίας της νέας εκπαιδευτικής πολιτικής που δεν είναι άλλο από τον δραστικό περιορισμό των πανεπιστημιακών σπουδών ή με άλλα λόγια την ανακοπή της κοινωνικής ζήτησης για πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Έδωσε, επίσης, και το στίγμα της αναδιάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας. Σε ποια όμως κατεύθυνση; Μήπως, η Ελλάδα του καλά εκπαιδευμένου εργατικού δυναμικού με τους χαμηλούς μισθούς και τα σταδιακά ανύπαρκτα εργασιακά δικαιώματα θα αποτελέσει έναν σημαντικό πόλο έλξης για βιομηχανικές επενδύσεις πολυεθνικών εταιρειών που εκτός από το χαμηλό κόστος εργασίας θα κερδίζουν και από το κόστος μεταφοράς (η Ελλάδα είναι πιο κοντά από τον Τρίτο Κόσμο και τις Ανατολικές Χώρες); Πέρα βέβαια από τις στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας που θα ιδιωτικοποιηθούν.  

Η κοινωνική ζήτηση για ανώτατες σπουδές στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ σε οικονομικό και κοινωνικό κενό. Είναι σφάλμα να αποδώσουμε το φαινόμενο αυτό σε κάποια ιδιαίτερη εθνική νοοτροπία των Ελλήνων που θέλουν το παιδί τους να σπουδάσει και να μην κάνει χειρωνακτικές εργασίες. Επειδή το φαινόμενο είναι παλιό, κατά καιρούς διάφοροι αναλυτές έχουν καταφύγει σε ερμηνείες που σχετίζονται με την ιδεολογική υποτίμηση της χειρωνακτικής εργασίας, αλλά και η ίδια η κ. Διαμαντοπούλου το απέδωσε στην νοοτροπία της ελληνικής οικογένειας: «Αντί να συνδέουμε τις ανάγκες της οικονομίας με την κλίση και την ευτυχία του παιδιού, λειτουργούμε με πολύ συγκεκριμένα στερεότυπα. Βάζω τον εαυτό μου πρώτο. Ο άντρας μου και εγώ είμαστε μηχανικοί και θέλαμε σώνει και καλά ο γιος μας να γίνει μηχανικός. Επειδή δεν μας άκουγε, ο άντρας μου, τελικά, του είπε: «Γίνε μηχανικός και μετά κάνε ό,τι θέλεις» (Συνέντευξη στο «Κ» της Καθημερινής της Κυριακής Κυριακή, 17 Απριλίου 2011).

Όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Μια νοοτροπία ή ένα στερεότυπο δεν μπορεί να επιβιώσει για μεγάλο χρονικό διάστημα αν δεν υπάρχουν στοιχεία στην οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα που να το στηρίζουν υλικά και να το αναπαράγουν. Στην περίπτωση που συζητάμε, η κοινωνική ζήτηση για ανώτατες σπουδές τροφοδοτούνταν διαχρονικά από το ότι οι απόφοιτοι των πανεπιστημίων σε μια χώρα με συρρικνωμένο πρωτογενή και δευτερογενή τομέα είχαν καλύτερες ευκαιρίες απασχόλησης και καλύτερες συνθήκες εργασίας από τους τεχνίτες. Για παράδειγμα, το 1977 ο μέσος όρος των αποφοίτων της ΤΕΕ είχε εισόδημα υψηλότερο από το μέσο όρο των αποφοίτων Α.Ε.Ι. Όμως, το 1979 μόλις το 9% των αγοριών και το 6% των κοριτσιών που φοιτούσαν στο Γυμνάσιο δήλωναν ότι σκέφτονταν να ακολουθήσουν το Τεχνικό Επαγγελματικό Λύκειο. Πρόκειται δηλαδή για μια ανορθολογική, από οικονομική άποψη, συμπεριφορά. Όμως, αν αναλογιστούμε τις συνθήκες εργασίας στον τομέα των υπηρεσιών (εκπαίδευση, υπηρεσίες υγείας, υπάλληλοι στο δημόσιο) με τις ανάλογες των τεχνικών επαγγελμάτων τότε η απάντηση είναι πολύ λογική. Ο Stenhouse κάνει μια οξυδερκέστατη παρατήρηση σχετικά με τους παιδαγωγούς που αναλύουν τα επαγγέλματα, πίσω από τα παράθυρα της σχολικής αίθουσας και τα γραφεία των πανεπιστημίων, μέσα στη ζεστασιά και την ασφάλεια: «Πιθανώς μόνο η μειοψηφία των εκπαιδευτικών μπορεί να αξιολογήσει τα υπέρ και τα κατά διαφόρων επαγγελμάτων, ή να κατανοήσει τις απολαβές ή το άγχος που έχουν οι οδηγοί φορτηγών μεγάλων αποστάσεων ή όσοι απασχολούνται στην κηπουρική και στα εργοστάσια αυτοκινήτων». Εδώ να προσθέσουμε την εργασιακή ανασφάλεια του πρωτογενή και του δευτερογενή τομέα, την μικρή κλίμακα των δραστηριοτήτων στην χώρα μας κ.λπ.

Αυτό σημαίνει ότι δεν χρειάζεται η ΤΕΕ;

Αντίθετα. Η ΤΕΕ είναι απολύτως αναγκαία, αλλά στο πλαίσιο ενός σχεδιασμού που θα προτάσσει το 12χρονο ενιαίο πολυτεχνικό σχολείο και θα ακολουθεί μετά τα 18 η επιλογή είτε των σπουδών είτε του επαγγέλματος. Ακόμη και στο πλαίσιο του καπιταλισμού, όπου το εκπαιδευτικό σύστημα αναπαράγει στο εσωτερικό του τις ταξικές ανισότητες που παράγονται στην οικονομία, ένα τέτοιο μέτρο θα λειτουργούσε υπέρ της ΤΕΕ με την έννοια ότι δεν θα ήταν η δεύτερη και υποδεέστερη σχολική διαδρομή.

Τα περί ανεργίας των αποφοίτων των πανεπιστημίων αποτελούν την μισή αλήθεια. Γιατί ολόκληρη η αλήθεια είναι ότι η ανεργία πλήττει τους πάντες! Θα είχε τεράστια αξία να μάθουμε – αν είναι δυνατόν – ποιος είναι ο αριθμός,  ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, των υδραυλικών (άλλο ένα επάγγελμα που στο νεοελληνικό φαντασιακό έχει καταγραφεί σαν Ελντοράντο) που διαμαρτύρονται ότι ο κύκλος εργασιών τους έχει περιορισθεί ασφυκτικά και βγάζουν ίσα ίσα τα προς το ζην! Ή των μηχανικών που είναι άνεργοι και των μηχανικών που εργάζονται σε μεγάλα συνεργεία ολόκληρη την ημέρα για 800 ευρώ. Διότι και στα τεχνικά επαγγέλματα … υπάρχει καπιταλισμός, δηλαδή ανεργία και συνθήκες συγκεντροποίησης κεφαλαίων! 

Όμως, ας γυρίσουμε στην πραγματική αιτία της δημιουργίας του Νέου Λυκείου που είναι, όπως αναφέραμε, η μείωση της κοινωνικής ζήτησης για πανεπιστημιακές σπουδές. Η κυβέρνηση απέναντι σε αυτή την επιλογή έχει ένα σοβαρό εμπόδιο: την δομή της ελληνικής οικονομίας και την δομή της απασχόλησης εντός των κλάδων των τεχνικών επαγγελμάτων. Για αυτό και ενδεχομένως να μεταφέρει την σημερινή τεχνολογική κατεύθυνση των Γενικών Λυκείων στα νέα Τεχνολογικά Λύκεια προκειμένου να τα κάνει περισσότερο ελκυστικά.

Πιο αναλυτικά:

 – Τα τεχνικά επαγγέλματα στην χώρα μας στηρίχθηκαν κυρίως στον ελευθεροεπαγγελματισμό. Για αυτό και στις αρχές της δεκαετίας του ’80, το 11% των μαθητών του Τ.Ε.Λ. ήθελε να εργασθεί σε κάποια επιχείρηση ενώ το 70% επιθυμούσε να ανοίξει δική του δουλειά (αυτοαπασχόληση). Η επαγγελματική αυτή προοπτική – που τροφοδοτούσε τόσο το μεγαλύτερο εισόδημα σε σχέση με κάποιες πανεπιστημιακές σπουδές όσο και την εικόνα του επιτυχημένου επαγγελματία – έχει σήμερα ανατραπεί. Λόγω της οικονομικής ύφεσης και της σταδιακής ανακατανομής της αγοράς εργασίας προς όφελος των μεγάλων επιχειρήσεων, δύσκολα μπορεί να σταθεί ένα μικρό εργαστήρι ή συνεργείο που επισκευάζει τηλεοράσεις, ψυγεία, αυτοκίνητα σε μια συνοικία. Αυτός ο κύκλος εργασιών περνά σταδιακά στις αντιπροσωπείες ή καθίσταται ασύμφορος στον καταναλωτή λόγω της πτώσης της τιμής των ηλεκτρικών ειδών. Ουσιαστικό, ο νέος απόφοιτος της ΤΕΕ θα είναι ευέλικτο και φθηνό εργατικό δυναμικό που, σε χειρότερες εργασιακές συνθήκες από αυτές των αποφοίτων πανεπιστημίων, θα κερδίζει τα ίδια λιγοστά χρήματα.

– Πέρα, όμως, από την εσωτερική δομή της απασχόλησης μπαίνει το ζήτημα της διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας με την συρρίκνωση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα τα τελευταία χρόνια. Σήμερα, μπαίνει επιτακτική η ανάγκη της ανασυγκρότησης των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας. Μπορεί όμως αυτό να γίνει στο πλαίσιο των σημερινών δεσμεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση; Και μπορεί να γίνει σε πλαίσιο εξυπηρέτησης του λαού και όχι των μονοπωλίων που θα εμφανισθούν για να επενδύσουν στους τομείς αυτούς; Μπορεί να γίνει στο πλαίσιο των σημερινών ιμπεριαλιστικών πιέσεων και εξαρτήσεων;   

Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, με αφορμή την συζήτηση και για το Νέο Λύκειο, μπορεί να αποτελέσει έναν άξονα για μια αντίπαλη πρόταση της αριστεράς: για την αναδιάρθρωση της οικονομίας και της εκπαίδευσης προς όφελος, όμως, του λαού.

22-4-2011

ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΩΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ IΙ

ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΩΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ:

  η επιθυμητή πολιτική των χαμηλών επιτοκίων, το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο και η έξοδος της χώρας μας από την παγίδα του χρέους – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι… ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ

 Η μεγάλη δυσκολία τώρα των διεθνών κερδοσκόπων, το πρόβλημα τους καλύτερα, εάν μπορεί κανείς να το χαρακτηρίσει έτσι, είναι το γεγονός ότι μπορούν να παίξουν το παραπάνω παιχνίδι μόνο μία φορά, με κάθε χώρα. Επομένως, είναι «υποχρεωμένοι» να αναζητούν συνεχώς νέα «θύματα» – καινούργια κράτη δηλαδή για να δραστηριοποιηθούν επιχειρηματικά (business), στηριζόμενοι στο φόβο της χρεοκοπίας, τον οποίο οι ίδιοι καλλιεργούν συστηματικά.

Συμπερασματικά λοιπόν, μετά από ένα απαραίτητο διάλλειμα, κατά τη διάρκεια του οποίου σχεδιάζουν να κερδίζουν από τις αποκρατικοποιήσεις στις χώρες που έχουν υπαχθεί ήδη στο ΔΝΤ (Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία κλπ), ή από τις διασώσεις των τραπεζών τους, θα συνεχίσουν την επίθεση τους στην Ισπανία, στο Βέλγιο, στην Ιταλία και αλλού. Οι επιθέσεις αυτές θα αποδυναμώνουν συνεχώς τις χώρες που συμμετέχουν στο ταμείο διάσωσης (EFSF), με αποτέλεσμα να είναι η μία μετά την άλλη υποψήφια θύματα – χωρίς να εξαιρείται φυσικά η Γερμανία.  

Για την καταπολέμηση της θανατηφόρας αυτής επιδημίας, δεν βοηθάει η θεραπεία των συμπτωμάτων – όπως για παράδειγμα η αύξηση του ποσού που διαχειρίζεται το ταμείο διάσωσης της Ευρωζώνης ή η επί πλέον αγορά ομολόγων εκ μέρους της ΕΚΤ, όπως συμβαίνει σήμερα. Όσο και αν κάτι τέτοιο φαίνεται βραχυπρόθεσμα αποτελεσματικό, σε μακροπρόθεσμη βάση είναι αδύνατον να σταματήσει τους κερδοσκόπους – πόσο μάλλον όταν πια έχει επιτραπεί στο ΔΝΤ η «απόβαση στις χώρες του Ευρώ», στις οποίες πλέον εγκαθιστά τυπικές κυβερνήσεις (άρθρο μας).   

Αυτό που φαίνεται απαραίτητο λοιπόν εκ μέρους της Ευρωζώνης, ειδικά επειδή ο πλανήτης «καίγεται», η μάστιγα των τόκων καταστρέφει τη συνοχή των κοινωνιών και το ΔΝΤ δεν φαίνεται πρόθυμο να επιστρέψει στις ιδρυτικές του αξίες, είναι η «συστημική» θεραπεία του προβλήματος.

Στα πλαίσια αυτής της «θεραπείας», τα οικονομικά κίνητρα οφείλουν να αλλαχθούν σε τέτοιο βαθμό, έτσι ώστε να είναι ξανά προτιμότερη η επιχειρηματική δραστηριοποίηση στην πραγματική οικονομία – ενώ ο χρηματοπιστωτικός κλάδος πρέπει να περιορισθεί δραστικά, να «ρυθμισθεί» όπως λέγεται, με στόχο να μην αποδίδουν πλέον τα χρηματοπιστωτικά του τεχνάσματα.

Σε τελική ανάλυση η Πολιτεία, με την ενεργό συμμετοχή των Πολιτών της (άμεση δημοκρατία), πρέπει να επανακτήσει την εξουσία και να «σταθεροποιήσει τις τιμές» μεταξύ της πραγματικής και της χρηματοπιστωτικής Οικονομίας – οι οποίες έχουν διαστρεβλωθεί σε τεράστιο βαθμό.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΧΑΜΗΛΩΝ ΕΠΙΤΟΚΙΩΝ

«Η κερδοσκοπία ενδυναμώνει μία ήδη υφιστάμενη τάση – είτε πρόκειται για τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, είτε για τις τιμές των πρώτων υλών και εμπορευμάτων, είτε για τα επιτόκια, είτε για τα ομόλογα. Ο στόχος της είναι να εκμεταλλευθεί κερδοφόρα τις διαφορές στις τιμές, οι οποίες είναι το αποτέλεσμα της σκόπιμης ενδυνάμωσης των ήδη υφισταμένων τάσεων. Πρόκειται λοιπόν για μία απλούστατη λογική, η οποία πρέπει να αντιμετωπισθεί επίσης απλά».

Σύμφωνα με τον παραπάνω κανόνα, η πραγματική λύση για την κρίση χρέους της Ευρώπης είναι ουσιαστικά πολύ απλή: Το ταμείο στήριξης της Ευρωζώνης (EFSF), το οποίο δημιουργήθηκε με τα χρήματα που διέθεσε αφενός μεν η κεντρική τράπεζα, αφετέρου τα κράτη-μέλη της, οφείλει να «μεταλλαχθεί» σε ένα Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο (ΕΝΤ) – στα ίχνη του ΔΝΤ, έτσι όπως αυτό λειτούργησε την πρώτη περίοδο της ίδρυσης του (από το 1945 έως το 1971).

Το ταμείο αυτό θα πρέπει να προσφέρει τα απαραίτητα χρηματοπιστωτικά μέσα στις χώρες του Ευρώ, με τη βοήθεια της έκδοσης ευρωομολόγων. Ταυτόχρονα, τόσο το ΕΝΤ, όσο και η ΕΚΤ, οφείλουν να εγγυώνται για τα δημόσια χρέη όλων των χωρών-μελών τους. Κατ’ αυτόν τον απλούστατο τρόπο, δεν θα υπάρχει κανένας λόγος ύπαρξης υψηλών «προμηθειών ρίσκου» (Spreads, CDS), καθώς επίσης τοκογλυφικών επιτοκίων 

Συνεχίζοντας, τόσο η ΕΚΤ, όσο και το ΕΝΤ, θα πρέπει να καθορίζουν από κοινού τα επιτόκια των ευρωομολόγων – ειδικότερα, λόγω του αυξημένου επιπέδου των δημοσίων χρεών, ελαφρά χαμηλότερα από το μέσο ρυθμό ανάπτυξης της Ευρωζώνης (2-3%). Το μακροπρόθεσμο επιτόκιο οφείλει να καθορίζεται από μία διαδικασία, ανάλογη με αυτήν που αποφασίζεται το εκάστοτε βραχυπρόθεσμο βασικό επιτόκιο από την ΕΚΤ (1,25% σήμερα).

Στην περίπτωση τώρα που εκδίδονται νέα ομόλογα δημοσίου από τις χώρες της ζώνης του ευρώ, χωρίς να υπάρχουν ενδιαφερόμενοι από τις αγορές κεφαλαίου, θα πρέπει να αγοράζονται από το ΕΝΤ (αν και στην περίπτωση αυτή θα ήταν μάλλον απίθανο να μη βρεθούν αγοραστές, αφού υπάρχουν τεράστιες ποσότητες κεφαλαίων διεθνώς, τα οποία αναζητούν διαρκώς σίγουρες τοποθετήσεις – τα συναλλαγματικά διαθέσιμα μόνο της Κίνας υπερβαίνουν τα 3 τρις $).

Τα κριτήρια τώρα, με τα οποία θα παρέχονται πιστώσεις στις χώρες-μέλη της ένωσης, θα πρέπει να είναι ανάλογα με αυτά του ΔΝΤ – προσαρμοσμένα στις ιδιαίτερες συνθήκες της Ευρώπης. Με τον τρόπο αυτό ο κύκλος του διαβόλου, ο οποίος ξεκινάει με την απαίτηση τοκογλυφικών επιτοκίων εκ μέρους των αγορών και συνεχίζει με τις προσπάθειες υπερβολικών μέτρων άμεσης μείωσης των ελλειμμάτων, τα οποία οδηγούν σε καταστροφικές υφέσεις (στασιμοπληθωρισμός – η απόλυτη συνταγή χρεοκοπίας), σε περαιτέρω αύξηση των δημοσίων χρεών, καθώς επίσης σε ακόμη υψηλότερα επιτόκια δανεισμού, θα πάψει πια να υφίσταται.

Ο στόχος της Ευρώπης θα έπρεπε λοιπόν να είναι η διατήρηση των επιτοκίων δανεισμού σε ένα επίπεδο της τάξης του 1,5% – με αποτέλεσμα τη φυσιολογική αύξηση του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, τον περιορισμό της ανεργίας, καθώς επίσης τη μείωση τόσο των ελλειμμάτων, όσο και των δημοσίων χρεών όλων των χωρών-μελών της Ευρωζώνης. Κατ’ επακόλουθο, όσο υψηλότερο είναι σήμερα το δημόσιο χρέος ή/και τα επιτόκια δανεισμού μίας χώρας, τόσο γρηγορότερα θα μειωνόταν.

Για παράδειγμα, εάν η Ελλάδα δανειζόταν με 1,5%, αντί με περίπου 5,2% που δανείζεται σήμερα, η επιβάρυνση των τόκων του χρέους της στον προϋπολογισμό της, θα μειωνόταν αισθητά – από τα 17 δις € ετησίως (340 δις € δημόσιο χρέος), στα 5,1 δις € ετησίως. Επομένως, κατά περίπου 12 δις € – όσο είναι δηλαδή το μισό του σημερινού μας ελλείμματος, με αποτέλεσμα να διαμορφωνόταν, χωρίς καμία άλλη ενέργεια, στο 5% επί του ΑΕΠ (από 10,4% σήμερα).

Έτσι, υπό την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα θα μείωνε παράλληλα τις υπερβολικές δαπάνες του δημοσίου (προερχόμενες κυρίως από τη διαπλοκή, από τη διαφθορά κλπ), καθώς επίσης το αρνητικό ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών (χωρίς τους απίστευτους  φόρους της κυβέρνησης μας, οι οποίοι μας οδηγούν, σκόπιμα ή μη, στη υποδούλωση), θα μπορούσε να ισοσκελίσει σχετικά εύκολα τον προϋπολογισμό της – μειώνοντας στη συνέχεια το δημόσιο χρέος της, χωρίς φυσικά να ξεπουλήσει δημόσια περιουσία, υπακούοντας άβουλα στις εντολές των συνδίκων του διαβόλου. Όπως έχουμε άλλωστε επανειλημμένα τονίσει, το πρόβλημα της χώρας μας δεν είναι τόσο το χρέος, όσο οι τόκοι, με τους οποίους επιβαρυνόμαστε.

Περαιτέρω, εκτός από τις ελλειμματικές χώρες της Ευρωζώνης, οι υπόλοιπες, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, θα είχαν επίσης σημαντικά πλεονεκτήματα. Σε αντίθεση με την πολιτική της μείωσης των δαπανών ή της αύξησης των φόρων που ακολουθούν σήμερα, η στρατηγική των χαμηλών επιτοκίων οδηγεί επίσης στη σταθεροποίηση της οικονομίας, όπως πολύ σωστά επιθυμεί η Γερμανία  – δια μέσου όμως της ανάπτυξης. Εκτός αυτού, αφενός μεν οι εξαγωγές τους στις ελλειμματικές χώρες θα συνέχιζαν, χωρίς το φόβο της απώλειας χρημάτων, αφετέρου δεν θα διακοπτόταν η εγκατάσταση των εταιρειών τους (Lidl, Carrefour κλπ) σε αυτές.   

Ταυτόχρονα, με τον τρόπο αυτό, όπως έχουμε αναφέρει αρκετές φορές (άρθρο μας), μπορεί (και πρέπει) να αποφευχθεί η διαγραφή (haircut) των δημοσίων χρεών της Ελλάδας, της Ιρλανδίας κλπ – η οποία θα ζημίωνε τους διεθνείς επενδυτές, ενώ θα απειλούσε πολλές μικρές τράπεζες, ιδιώτες επενδυτές και ασφαλιστικά ταμεία.

Συνεχίζοντας, η διαγραφή ύψους 30-40% επί των δημοσίων χρεών της Ελλάδας ή της Ιρλανδίας, δεν θα είχε ουσιαστικά κανένα αποτέλεσμα – αφού το δημόσιο χρέος τους θα αυξανόταν πολύ γρήγορα, τουλάχιστον για εκείνο το χρονικό διάστημα που το επιτόκιο δανεισμού θα παρέμενε υψηλότερο από τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης τους (με αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης -4% και επιτόκιο 5% στην Ελλάδα, καθώς επίσης με την ανεργία στο 20%, η διαγραφή χρεών, ακόμη και του 50%, θα καθυστερούσε ελάχιστα το μοιραίο).

Ολοκληρώνοντας, από την θέση των δανειστών, η πολιτική χαμηλών επιτοκίων δεν θα ήταν λιγότερο προτιμητέα. Από τη μία πλευρά βέβαια θα έπρεπε να «διαγράψουν» ένα μέρος των «επιτοκιακών» κερδών τους – την τοκογλυφική τρόπον τινά υπεραξία τους. Από την άλλη πλευρά όμως, θα διευκόλυναν τις υπερχρεωμένες χώρες στην μακροπρόθεσμη αποπληρωμή των χρεών τους, χωρίς να υποχρεωθούν σε απώλεια των κεφαλαίων τους. Επομένως, η συνολική ζημία τους θα ήταν χαμηλότερη, από αυτήν της ενδεχόμενης (και πολύ πιθανής) διαγραφής ενός μεγάλου μέρους (έως και 70%) των απαιτήσεων τους.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 Κατά την άποψη μας, τελικά θα επικρατήσει η κοινή λογική στην Ευρώπη – οπότε θα επιλεχθεί η πολιτική των χαμηλών επιτοκίων, ταυτόχρονα με την εκδίωξη του ΔΝΤ, καθώς επίσης με την ίδρυση ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου, το οποίο θα «συνεπικουρείται» από την ίδρυση και λειτουργία ευρωπαϊκών εταιρειών αξιολόγησης (με απώτερο στόχο την πολιτική ένωση της Ευρώπης και την απεξάρτηση τις από τις Η.Π.Α.).

Παράλληλα, πιστεύουμε ότι τελικά θα δοθεί στη χώρα μας η δυνατότητα της μακροπρόθεσμης αποπληρωμής των συνολικών δημοσίων χρεών της (340 δις €) –  με επιτόκιο που δεν θα υπερβαίνει το 1,5% ετησίως. Επομένως, τυχόν ενέργειες της όποιας κυβέρνησης μας, οι οποίες ενδεχομένως θα θελήσουν να επιταχύνουν την αποκρατικοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων μας, ειδικά σε μία εποχή, κατά την οποία έχουν σκόπιμα εντελώς απαξιωθεί, μόνο σαν άκρως ενδοτικές θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν (τονίζουμε ξανά ότι, η ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών επιχειρήσεων, όπου και αν αυτή δρομολογείται, είναι μια εντελώς απαράδεκτη διαδικασία συλλογικής εξαθλίωσης)

Περαιτέρω, η ανάπτυξη που οφείλουμε να επιδιώξουμε δεν θα μπορέσει ποτέ να επιτευχθεί, εάν δεν διαθέτουμε καμία μεγάλη εταιρεία στη χώρα μας – με τις κοινωφελείς να αποτελούν την «αιχμή του δόρατος». Σε κάθε περίπτωση βέβαια, οφείλουμε να δραστηριοποιηθούμε όλοι παράλληλα, έτσι ώστε να καταπολεμηθεί η γραφειοκρατία, να μηδενισθούν τα ελλείμματα του προϋπολογισμού μας, να αυξηθούν οι εξαγωγές μας, καθώς επίσης να περιορισθούν όσο το δυνατόν περισσότερο οι εισαγωγές μας.

Είναι επιεικώς απαράδεκτο να εισάγουμε αγροτικά προϊόντα στη χώρα μας, να καταναλώνουμε περισσότερα από όσα κερδίζουμε, να ξεπουλάμε τη δημόσια περιουσία μας, να αισχροκερδούμε στην τουριστική βιομηχανία μας, να φοροδιαφεύγουμε, να δωροδοκούμαστε, να απασχολούμε ξένους εργάτες, απλά και μόνο για να μην εργαζόμαστε οι ίδιοι, να μην απαιτούμε την τιμωρία των επίορκων «δημοσίων λειτουργών», να μην αντιδρούμε στην «κατάργηση» της συνταγματικής τάξης από ένα απαράδεκτο «μνημόνιο υποτέλειας», να ανεχόμαστε ανεπαρκείς ή ενδοτικούς πολιτικούς και τόσα πολλά άλλα, τα οποία μας «ανάγκασαν» να επαιτούμε διεθνώς, αντί να απαιτούμε – καθώς επίσης να διακινδυνεύσουμε την εθνική μας κυριαρχία, καταντώντας τα ανόητα θύματα μίας ενορχηστρωμένης επίθεσης των κερδοσκόπων, οι οποίοι δικαίως θεώρησαν ότι είμαστε ανίκανοι να προστατέψουμε σωστά την πάμπλουτη χώρα μας. 

Ολοκληρώνοντας, ανεξάρτητα από τις τελικές αποφάσεις της Ευρωζώνης, οι οποίες πιστεύουμε ότι θα «σεβασθούν» τελικά την κοινή λογική και δεν θα υποταχθούν στην τευτονική Γερμανία ή στο μονοπώλιο των κεντρικών τραπεζών υπό την BIS, επιθυμούμε να τονίσουμε ξανά ότι, η πλέον ανώδυνη και έντιμη ταυτόχρονα λύση για τη χώρα μας, είναι ο διακανονισμός της αποπληρωμής του συνολικού δημοσίου χρέους μας μακροπρόθεσμα – ή δυνατόν σε σαράντα ισόποσες ετήσιες δόσεις, με επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε βασικό της ΕΚΤ.

Για όσους θεωρούν αδιανόητο ένα τόσο χαμηλό επιτόκιο (1,25%), είναι ίσως αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι, η ΕΚΤ δανείζει σήμερα τις εμπορικές τράπεζες με ανάλογα χαμηλό επιτόκιο – επιτρέποντας τους να δανείζουν αυτές το κράτος, με κατά πολύ μεγαλύτερο (άνω του 5%). Με τον τρόπο αυτό συνεχίζουν να ισχυροποιούνται οι τράπεζες, εις βάρος των Ελλήνων Πολιτών – κάτι που μάλλον πολύ δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί δίκαιο ή έντιμο, οπότε δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συνεχίσουμε να το ανεχόμαστε.

Με το ίδιο τρόπο (άδικη, καταστροφική, εάν όχι «ενδοτική») θα χαρακτηρίζαμε και την περίπτωση της πληρωμής μόνο των τόκων των δανείων μας, με μία περίοδο χάριτος για την εξόφληση των χρεολυσίων, η οποία δυστυχώς φαίνεται, σύμφωνα με δημοσιεύματα του Τύπου, να συζητείται από την κυβέρνηση μας – αφού κάτι τέτοιο απλά θα ανέβαλλε τη χρεοκοπία της χώρας μας για κάποια χρόνια, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η υποδούλωση της, καθώς επίσης η λεηλασία της δημόσιας, αλλά και της ιδιωτικής περιουσίας μας, από το διεθνές Καρτέλ των τοκογλύφων. 

Η καθυστέρηση της πληρωμής ενός δανείου απλά «συσσωρεύει» τόκους, οι οποίοι στη συνέχεια καθιστούν ανέφικτο τον περιορισμό του χρέους – επιβαρύνοντας το με επιτόκια που είναι αδύνατον ποτέ να εξοφλήσει ο οφειλέτης, παραμένοντας αιώνια στον ορό των τοκογλύφων (σε μνημόνια που διαδέχονται τα επόμενα, ακόμη πιο καταστροφικά και εγγυημένα με περιουσιακά στοιχεία, η αξία των οποίων μειώνεται τεχνητά διαρκώς – έτσι ώστε να διευκολύνεται η πώληση τους σε εξευτελιστικές τιμές).         

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 17. Απριλίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2328.aspx

ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΩΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ I

ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΩΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ:

Η επέλαση του μονοπωλιακού καπιταλισμού, τα ασφαλιστήρια έναντι πιστωτικών κινδύνων, οι αγορές,… – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Οι αμερικανοί Πολίτες χρειάστηκαν είκοσι ολόκληρα χρόνια, καθώς επίσης τη χρηματιστηριακή καταστροφή του 2008, για να καταλάβουν τις αληθινές επιπτώσεις των αποκρατικοποιήσεων, καθώς επίσης για να αποδεχθούν τη θλιβερή πραγματικότητα, σύμφωνα με την οποία: ο ταχύτερος τρόπος της ιδιωτικοποίησης του πλούτου είναι η κλοπή”.

Το σύστημα της ελεύθερης αγοράς, το οποίο οδήγησε τις Η.Π.Α. σε μία από τις καλύτερες περιόδους της ιστορίας της, έπαψε πια να υπάρχει – πριν από τριάντα περίπου χρόνια. Στη θέση του εγκαταστάθηκε, με την «αμέριστη» βοήθεια της Πολιτικής, των διατεταγμένων πολιτικών καλύτερα, ο μονοπωλιακός καπιταλισμός – στηριζόμενος στη «νεοφιλελεύθερη θεωρεία», έτσι όπως αυτή μεταφέρεται στην πράξη από το Καρτέλ (ειδικά από το τραπεζικό). Το νέο αυτό οικονομικό σύστημα οδήγησε την υπερδύναμη, όπως είναι πλέον εμφανές, στο δίλημμα: «Επέκταση ή Χρεοκοπία;». Η μονοδρομημένη απάντηση δόθηκε σύντομα, ενώ έγινε «αισθητή» στην Ευρώπη μετά την εισβολή του ΔΝΤ στην Ελλάδα – στα πλαίσια της απόβασης του στην Ευρωζώνη. Η χώρα μας, ευρισκόμενη στο μάτι του κυκλώνα, διαδραμάτισε ακόμη μία φορά έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο, «εκ διαμέτρου» αντίθετο δυστυχώς με αυτόν στο 2ο Παγκόσμιο πόλεμο – τον οποίο πρόσφατα, σχεδόν εβδομήντα χρόνια αργότερα, ακολούθησε ο 1ος Οικονομικός.      

Ειδικότερα, η δεκαετία του 1980 ήταν η εποχή που επικρατούσε γενική ευφορία σε όλο το «δυτικό» κόσμο – ο οποίος τότε άρχισε να αυξάνει τα χρέη του. Κάτω από τις «οδηγίες» της νεοφιλελεύθερης σχολής, κυρίως οι Η.Π.Α., θεώρησαν την επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων, την έντεχνη υπεξαίρεση, την κλοπή της δημόσιας περιουσίας καλύτερα, καθώς επίσης τη δυστυχώς «ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση» της οικονομίας, ως αναπότρεπτες εξελίξεις. Στα πλαίσια αυτά οι «αγγλοσάξονες» τραπεζίτες, καθώς επίσης οι συνάδελφοί τους διαχειριστές κερδοσκοπικών κεφαλαίων, κατασκεύασαν ένα απίστευτο «νομικό πλαίσιο κλοπής» – διαλύοντας το υπάρχον μέχρι τότε αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο, το οποίο είχε προστατέψει την χώρα (Η.Π.Α.) από τη λεηλασία της ελίτ (εκείνων των ανθρώπων δηλαδή, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από τα προσόντα της διάνοιας και της θέλησης άνω του κανονικού).

Εκατό χρόνια νομικών περιορισμών σε χρηματιστηριακούς Οίκους, ανακηρύχθηκαν αυθαίρετα ως εμπόδια στην ελευθερία των επιχειρήσεων – από τις «δυνάμεις της αγοράς». Εκτός αυτού, τα πολιτικά κόμματα έπαψαν πια να υπηρετούν την Πολιτεία – ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους απλά και μόνο για το ποιο θα εξυπηρετούσε καλύτερα τη Wall Street (γεγονός που συμβαίνει σήμερα, εν μέρει βέβαια, και στην Ελλάδα). Λίγα χρόνια αργότερα η νέα κυβέρνηση των Η.Π.Α. (B.Clinton), αναζήτησε στην Goldman Sachs «ταλέντα» ικανά για να διαχειριστούν την οικονομία – παράλληλα, για να διδάξουν στους εκλεκτούς της άρχουσας τάξης πώς να δανείζονται, πώς να διαχειρίζονται το «πλαστό» χρήμα, πως να κρύβουν την οικονομική τους αδυναμία, πως να μην «αναλώνονται» στην παραγωγή, καθώς επίσης πώς να μετατρέψουν την μεσαία τάξη σε δουλοπάροικους υψηλής τεχνολογίας και καταναλωτές, βαθειά εθισμένους στην χρήση των πιστωτικών καρτών.

Έτσι, στο τέλος της προηγούμενης δεκαετίας, το 2% του Αμερικανικού πληθυσμού έλεγχε άνω του 90% του πλούτου της χώρας (συνυπολογίζοντας τον πληθωρισμό, οι μισθοί της μεσαίας τάξης παρέμεναν στα επίπεδα του 1970). Χρειάστηκαν άλλα δέκα χρόνια για να συντελεστεί, με την κατάργηση του ρυθμιστικού πλαισίου που αφορούσε στις τράπεζες, η μεγαλύτερη «αρπαγή» της ιστορίας: ένας πλούτος αξίας περίπου 14 τρις $ (συνολικές αμερικανικές αποταμιεύσεις), κατέληξε στα «χρηματοφυλάκια» έξι τραπεζών – με τη βοήθεια της FedΌταν συνήλθαν οι αμερικανοί από το σοκ, διαπίστωσαν έντρομοι ότι οι τράπεζες ελέγχουν το 60% περίπου του ΑΕΠ. Παράλληλα, συνειδητοποίησαν ότι ο τομέας της ανώτατης παιδείας είχε σοβαρά ελαττώματα – αφού ο πνευματικός υποβιβασμός των πολιτών προηγήθηκε της υπεξαίρεσης του δημόσιου πλούτου και της αναβίωσης των επεκτατικών πολέμων. Η εκπαίδευση (επαγγελματική εξειδίκευση) αντικατέστησε ουσιαστικά την παιδεία (καλλιέργεια, ευρύτερη μόρφωση), όπως ο αμοραλισμός τους ηθικούς κανόνες. Η κλασσική φιλοσοφία εκδιώχθηκε από τις εκπαιδευτικές αίθουσες, ενώ τα διδάγματά της θεωρήθηκαν μη εφαρμόσιμα την εποχή του «ευ ζην» (της χωρίς προσπάθεια καλοπέρασης) και της κουλτούρας των ναρκωτικών.

Από την άλλη πλευρά τώρα το αμερικανικό Καρτέλ, έχοντας λεηλατήσει εντελώς την ίδια του τη χώρα, ήταν υποχρεωμένο πια να επεκταθεί οικονομικά στον υπόλοιπο κόσμο, με τον παράλληλο στόχο να αποφευχθεί η μητέρα των κρίσεων (Η.Π.Α.) – πόσο μάλλον αφού είχε ήδη χρηματοδοτήσει (2008) τις επόμενες «πρωτοβουλίες» του με τη μεγαλύτερη ληστεία όλων των εποχών (άρθρο μας), την οποία ανέλαβε να «μεταφέρει ανώδυνα» στους συμμάχους της υπερδύναμης ένας εντελώς διαφορετικός, «νέος» Πρόεδρος (τον οποίο δυστυχώς πίστεψαν, πέφτοντας στην παγίδα). Τα γεγονότα λοιπόν πήραν το δρόμο τους, όπως έχουμε αναφέρει στα κείμενα μας «Σκάκι με το διάβολο» και «Το χρονικό της αποτυχίας» – αφού ο «κύβος είχε ριφθεί». Τα αδύναμα ευρωπαϊκά κράτη, τα οποία είχαν υιοθετήσει επιπόλαια ένα κοινό νόμισμα, παρά το ότι γνώριζαν ότι δεν αποτελούν έναν «άριστο νομισματικό χώρο», ενώ δεν διέθεταν τα απαραίτητα εφόδια για να ανταγωνιστούν τα ισχυρότερα, δεν είχαν καμία επιλογή – με αποτέλεσμα να οδηγούνται, το ένα μετά το άλλο, στο «ικρίωμα».

Το πρόσφατο, ευρύτατο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, το οποίο ανακοίνωσε η Ελληνική κυβέρνηση, προφανώς κατ’ εντολή της σκιώδους, είναι χαρακτηριστικό, όσον αφορά το συγκεκριμένο γεγονός (υπεξαίρεση της δημόσιας περιουσίας, προς όφελος του Καρτέλ, κατά το «πρότυπο» των νεοφιλελεύθερων Η.Π.Α.) – ειδικά όταν αποφασίζεται μέσα στα πλαίσια ενός απίστευτου αφελληνισμού, ο οποίος «επιδοτείται» από μία άνευ προηγουμένου λαθρομετανάστευση, με την «ύποπτη» ανοχή των κομμάτων εξουσίας. Δυστυχώς όλοι οι Έλληνες, όπως οι αμερικανοί στο παρελθόν, θα καταλάβουν πολύ αργότερα ότι, τα όποια έσοδα από αυτού του είδους τις «πρωτοβουλίες», όχι μόνο δεν θα καταλήξουν στα δημόσια ταμεία, μειώνοντας τις επιβαρύνσεις τους αλλά, αντίθετα, θα συμβάλουν στην περαιτέρω επιδείνωση των σημερινών τους δυσκολιών – αφού θα πάψουν πια να εισπράττονται μερίσματα, θα περιορισθούν οι θέσεις απασχόλησης (η αύξηση της ανεργίας κατά 1% κοστίζει πάνω από 400 εκ. € ετησίως), θα μειωθούν τα φορολογικά έσοδα (φοροαποφυγή των πολυεθνικών), θα συρρικνωθεί το κοινωνικό κράτος κλπ.

Όπως έχουμε άλλωστε αναφέρει (άρθρο μας), «Εάν δεν ελεγχθούν οι αγορές, θα ιδιωτικοποιηθούν τα κράτη, μετατρέποντας τους Πολίτες είτε σε θλιβερά, εξαθλιωμένα υποζύγια των αυτονομημένων κεφαλαίων τους, είτε σε υπηκόους απολυταρχικών καθεστώτων». Από την άλλη πλευρά τώρα, παρά το ότι αρκετά από τα ισχυρά κράτη της ζώνης του Ευρώ  φαντάζονται ότι θα καταφέρουν να αποφύγουν το μοιραίο, στηριζόμενα στην «πρόσκαιρη» οικονομική υπεροχή τους, η «αλυσιδωτή» διαδικασία των «συγκοινωνούντων δοχείων», η οποία είναι προφανώς σε εξέλιξη, δεν πρόκειται στο τέλος να τους επιτρέψει να «αποδράσουν» – ενδεχομένως με την επί πλέον «συμβολή» του δομικού πληθωρισμού (αύξηση του εργατικού κόστους), ο οποίος σύντομα θα «προσβάλλει» απειλητικά την παραγωγική μηχανή τους.  

Έτσι λοιπόν, αν και ο βασικός «πυρήνας» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Γερμανία (εννοούμε πάντοτε τους Πολίτες και όχι τα κράτη, τα οποία διευθύνονται πλέον από τις αγορές), θέλει να πιστεύει ότι τελικά θα μπορέσει να τα καταφέρει, η «πτώση» της, εάν δεν λειτουργήσει συλλογικά, είναι προδιαγεγραμμένη. Άλλωστε εκεί βρίσκονται τα περισσότερα «λάφυρα» (ιδιωτικές καταθέσεις άνω των 4,5 τρις € κλπ), τα οποία είναι αδύνατον να μην στοχοποιήσουν οι «αγορές» – πόσο μάλλον όταν ο πραγματικός εχθρός του μονοπωλιακού καπιταλισμού, ο «απολυταρχικός» με έδρα την Κίνα, είναι αρκετά ισχυρός για να μπορεί να προστατεύει το «ζωτικό» χώρο του. 

ΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ (CDS) ΚΑΙ ΤΑ SPREADS

 Πριν ακόμη αναλύσουμε τον τρόπο, με τον οποίο επιχειρείται η «άλωση της Ευρωζώνης», θεωρούμε σκόπιμη την περιληπτική, μικρή αναφορά μας στα ασφαλιστήρια πιστωτικών κινδύνων (CDSCredit Default Swaps). Ειδικότερα λοιπόν, αυτός που παρέχει σε κάποιον άλλο ένα δάνειο, διατρέχει τον κίνδυνο να χάσει τα χρήματα του. Έναντι του ρίσκου που αναλαμβάνει, χρεώνει με τόκους αυτόν, στον οποίο εγκρίνει τη συγκεκριμένη πίστωση (αυτή τουλάχιστον είναι η «επίσημη ερμηνεία», η δικαιολογία καλύτερα των τοκογλύφων). Όσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να χάσει τα χρήματα του ο δανειστής, τόσο υψηλότερο είναι το επιτόκιο που χρεώνει.

Με τη βοήθεια των ασφαλιστηρίων πιστωτικών κινδύνων τώρα οι δανειστές, οι οποίοι αγοράζουν ένα τέτοιο συμβόλαιο, προστατεύονται από την ενδεχόμενη απώλεια των χρημάτων, τα οποία δανείζουν. Έναντι αυτού (προστασία), πληρώνουν ένα συγκεκριμένο ασφάλιστρο, το οποίο βασίζεται στην ονομαστική αξία των πιστώσεων που παρέχουν (κεφάλαιο). Όταν τώρα ο δανειστής πληρώνει ασφάλιστρα κινδύνου ίσα με 1.000 μονάδες βάσης (10% του κεφαλαίου), τότε είναι ουσιαστικά υποχρεωμένος να τα χρεώσει στον οφειλέτη – επί πλέον του επιτοκίου, το οποίο θα ήθελε να κερδίσει. Θεωρώντας αυτό το επιτόκιο ίσο με το 3%, όσον αφορά τα ομόλογα της Ευρωζώνης, με αυτό δηλαδή που «χρεώνεται» το γερμανικό ομόλογο, τότε ο δανειστής θα πρέπει να χρεώσει τον οφειλέτη το λιγότερο με 13% (το 10% για τα ασφάλιστρα που πληρώνει και το 3% για το «κέρδος» του – για το «ρίσκο» του, όπως χαρακτηρίζουν έντεχνα το κέρδος τους οι διεθνείς τοκογλύφοι).

Η διαφορά αυτή «εμφανίζεται» στα γνωστά μας (Credit) Spreads («διαφορικά» επιτόκια») – μία ονομασία, η οποία στα ομόλογα δεν αναφέρεται στην απόλυτη κερδοφορία τους, αλλά στον επί πλέον τοκισμό τους, σε σχέση με το επιτόκιο ενός άλλου ομολόγου ιδίας διαρκείας (10ετές κλπ), το οποίο θεωρείται «μηδενικού ρίσκου» (στην περίπτωση της Ευρωζώνης το ομόλογο του γερμανικού δημοσίου, με επιτόκιο περί το 3%). Όταν λοιπόν τα Spreads των δεκαετών ομολόγων του Ελληνικού δημοσίου καταγράφουν την τιμή των 1.075 μονάδων βάσης, με τα CDS στις 1.000 μονάδες βάσης (για παράδειγμα), τότε το επιτόκιο, με το οποίο θα μπορούσε (θεωρητικά) να δανεισθεί το Ελληνικό δημόσιο, θα ήταν 13,75% και όχι 13%. 

Περαιτέρω, εάν ο οφειλέτης (κράτη, επιχειρήσεις κλπ) δεν μπορέσει να επιστρέψει το δάνειο του, εάν χρεοκοπήσει δηλαδή, τότε ο δανειστής πληρώνεται από τον ασφαλιστή. Κατ’ επέκταση, τα εξασφαλισμένα με CDS δάνεια που παρέχουν οι τράπεζες δεν εγγράφονται σαν τέτοια στα βιβλία τους – οπότε συνήθως δεν απαιτείται η διατήρηση του ελάχιστου αποθεματικού (fractional reserve) στις κεντρικές τράπεζες (αυτός ήταν ο κύριος λόγος της επιτυχίας των CDOs, των χρηματοπιστωτικών προϊόντων δηλαδή που είχαν «συσκευάσει» μαζί πολλές δανειακές «συμβάσεις» διαφορετικού ρίσκου και τα οποία οδήγησαν το σύστημα σχεδόν στην κατάρρευση του).   

Ίσως οφείλουμε να προσθέσουμε εδώ το τεράστιο ρίσκο των ασφαλιστικών εταιρειών, στην περίπτωση της χρεοκοπίας ενός κράτους – το οποίο είχαμε τονίσει, όσον αφορά την Ελλάδα, στο άρθρο μας «Ασφαλιστική βόμβα μεγατόνων» (επίσης σε προηγούμενο, το οποίο αφορούσε την AIG σε σχέση με τη Lehman Brothers). Για παράδειγμα, εάν μία χώρα ασφαλισμένη με CDS 1.000 μονάδων βάσης (10%) χρεοκοπήσει τον πρώτο χρόνο της ασφάλισης της, τότε η ασφαλιστική εταιρεία είναι υποχρεωμένη να πληρώσει το δεκαπλάσιο των ασφαλίστρων που έχει εισπράξει – ενώ οι διεθνείς κερδοσκόποι, οι οποίοι αγοράζουν τα ασφάλιστρα «μοχλευμένα» (leverage), επενδύοντας ελάχιστα χρήματα (έως και 1%) στην αγορά παραγώγων, θα υποχρεώνονταν σε πολλαπλάσιες ζημίες.

Όμως, η ενδεχόμενη χρεοκοπία της Ελλάδας τον Μάιο του 2010, εντός του πρώτου έτους δηλαδή της ασφάλισης της με CDS χαμηλότερα των 200 μονάδων βάσης (2%) κατά μέσον όρο, θα κόστιζε στις ασφαλιστικές εταιρείες το 50πλάσιο – στους δε κερδοσκόπους ασύλληπτα ποσά (σήμερα, στις ασφαλιστικές εταιρείες, «μόλις» τα δεκαπλάσια – αντίστοιχα χαμηλότερα στους κερδοσκόπους). Επομένως, η «διάσωση» της ήταν το λιγότερο υποχρεωτική – γεγονός που δυστυχώς δεν «εκμεταλλεύθηκε» (σκόπιμα ή λόγω ανεπάρκειας) η κυβέρνηση μας, εις βάρος όλων των Ελλήνων Πολιτών.   Κλείνοντας, τα ασφαλιστήρια (CDS) διαπραγματεύονται στις χρηματιστηριακές αγορές ελεύθερα – χωριστά δηλαδή από τα δάνεια (ομόλογα κλπ), τα οποία ασφαλίζουν, ενώ χρησιμοποιούνται τόσο για τον περιορισμό των επενδυτικών ρίσκων, όσο και για τη διασπορά των κινδύνων. Μπορούν όμως επίσης να χρησιμοποιηθούν με στόχο την κερδοσκοπία – για παράδειγμα, ως στοιχήματα σε σχέση με την πτώχευση μίας επιχείρησης ή ενός κράτους. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι σαν να ασφαλίζει κάποιος το σπίτι του γείτονα έναντι πυρκαγιάς – με αποτέλεσμα να έχει σημαντικό κίνητρο, για να το «πυρπολήσει» ο ίδιος.

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΩΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ

 Μεταξύ των ετών 2003 και 2007 οι τρείς μεγάλες επενδυτικές αγορές (ακίνητα, μετοχές και πρώτες ύλες) παρουσίασαν σημαντικές αυξήσεις – ανερχόμενες έτσι σε επίπεδα, τα οποία παρουσίαζαν μεγάλες «πτωτικές» δυνατότητες (οι αγορές κερδίζουν από την κινητικότητα και τις έντονες διακυμάνσεις – ποτέ από τη σταθερότητα). Όταν λοιπόν το 2007 οι τιμές των ακινήτων άρχισαν να μειώνονται, ακολούθησαν οι τιμές των μετοχών, ενώ ο κύκλος ολοκληρώθηκε, με τη ραγδαία πτώση των τιμών των πρώτων υλών. Έτσι, για πρώτη φορά μετά το 1929, «απαξιώθηκαν» σχεδόν ταυτόχρονα τρία από τα σπουδαιότερα «περιουσιακά» προϊόντα – με αποτέλεσμα η κρίση των ενυπόθηκων δανείων στις Η.Π.Α. (subrimes) να εξελιχθεί σε μία παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.     

Οι κυβερνήσεις, διακρίνοντας τον κίνδυνο να οδηγηθεί σε εκτεταμένη ύφεση η παγκόσμια οικονομία, επένδυσαν τεράστια ποσά στη διάσωση (bailout) των μεγάλων (too big to fail) τραπεζών, καθώς επίσης στην σταθεροποίηση της ανάπτυξης. Κατ’ επακόλουθο, τα δημόσια χρέη αυξήθηκαν σε μεγάλο βαθμό σε εκείνες τις χώρες, όσον αφορά την Ευρωζώνη, στις οποίες «έσπασε» η φούσκα των ακινήτων – στην Ιρλανδία και στην Ισπανία. Αντίστοιχη αύξηση παρουσίασαν και τα χρέη εκείνων των κρατών, τα οποία υπέφεραν πριν από την κρίση, τόσο από τα αρνητικά ισοζύγια των εξωτερικών συναλλαγών τους, όσο και από τα μεγάλα ελλείμματα των ετησίων προϋπολογισμών τους – της Ελλάδας και της Πορτογαλίας.

Οι διεθνείς κερδοσκόποι, με τη συντονισμένη χρήση των «όπλων» τους (εταιρείες αξιολόγησης, ΜΜΕ κλπ), εκμεταλλεύθηκαν αμέσως το γεγονός αυτό, αυξάνοντας τα επιτόκια των ομολόγων του δημοσίου των συγκεκριμένων χωρών, με τη βοήθεια των ασφαλιστηρίων πιστωτικών κινδύνων (CDS) – ξεκινώντας τις επιθέσεις τους από την πιο αδύναμη χώρα (Ελλάδα). Αφού τα επιτόκια λοιπόν στην Ελλάδα αναρριχήθηκαν σε επίπεδα που ξεπέρασαν το 10%, οι επιθέσεις των κερδοσκόπων κλιμακώθηκαν – με αποτέλεσμα να πλησιάσουν τα επιτόκια στην Ιρλανδία το 9% και στην Πορτογαλία το 8%. Η Ευρωζώνη, στην προσπάθεια της να αντισταθεί στην «επιδημία», υποχρεώθηκε στην δημιουργία ενός μηχανισμού στήριξης – δυστυχώς πολύ συντηρητικά, ενεργώντας πάντοτε εκ των υστέρων (πολύ συχνά, οι εταιρείες αξιολόγησης υποτιμούσαν την πιστοληπτική ικανότητα χωρών και τραπεζών την Παρασκευή το απόγευμα, σχεδόν πάντοτε πριν από την εκάστοτε σύνοδο των Ευρωπαίων το επόμενο Σαββατοκύριακο). Αναλυτικότερα, οι επιθέσεις «ενορχηστρώνονταν» στα εξής τέσσερα στάδια:     

(α) Για όσο χρονικό διάστημα δεν είχαν ασκηθεί κερδοσκοπικές πιέσεις στα ομόλογα του δημοσίου κάποιας χώρας, βασιζόμενες στο υψηλό δημόσιο χρέος της, σε συνδυασμό με τα μεγάλα ελλείμματα του προϋπολογισμού της, οι διεθνείς «επενδυτές», όπως η Goldman Sachs και η Deutsche Bank, έκλειναν ένα συμβόλαιο (CDS) με κάποιον λιγότερο έξυπνο επενδυτή – συνήθως με κάποιο συνταξιοδοτικό ταμείο ή με μία τοπική τράπεζα. Ο επενδυτής διαβεβαίωνε τον εκδότη ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος χρεοκοπίας μίας χώρας της Ευρωζώνης και αγόραζε το συμβόλαιο, έναντι ενός πολύ μικρού ασφαλιστηρίου (1-2% επί του κεφαλαίου) – ασφαλίζοντας έτσι το σπίτι του γείτονα, έναντι πυρκαγιάς.

(β) Σε δεύτερο στάδιο άρχιζαν οι επιθέσεις στη δύστυχη χώρα (η «πυρπόληση» του σπιτιού του γείτονα), στην οποία είχε στηριχθεί το ασφαλιστικό συμβόλαιο – κατ’ αρχήν με τη βοήθεια των ΜΜΕ και στη συνέχεια με τις «εκτιμήσεις» των αμερικανών οικονομολόγων, των μεγάλων επενδυτικών ονομάτων (G.Soros), των εταιρειών αξιολόγησης κλπ. Ο στόχος αυτών των επιθέσεων ήταν να αυξηθεί κατά το δυνατόν ο φόβος, σε σχέση με το ενδεχόμενο χρεοκοπίας (στάσης πληρωμών) της συγκεκριμένης χώρας – έτσι ώστε να ακολουθήσει η ανοδική πορεία των τιμών των ασφαλιστηρίων (CDS), καθώς επίσης των επιτοκίων δανεισμού. Η αξία λοιπόν των αρχικών ασφαλιστηρίων, τα οποία είχε συνάψει ο διεθνής επενδυτής (Goldman Sachs κλπ) με το λιγότερο έξυπνο «συνάδελφο» του αυξανόταν σε σημαντικό βαθμό – με αποτέλεσμα, όταν η άνοδος είχε φτάσει σε κάποιο αξιόλογο επίπεδο, να πουλάει ο διεθνής επενδυτής το συμβόλαιο (CDS), με τεράστιο κέρδος.    

(γ) Στη συνέχεια, ο διεθνής επενδυτής αγόραζε μόνος του τα υψηλών αποδόσεων (επιτοκίων) δημόσια ομόλογα, δανειζόμενος με φθηνό χρήμα από την κεντρική τράπεζα. Ταυτόχρονα, έντεινε τις πιέσεις του στην Ευρωζώνη, με στόχο να μην επιτραπεί εκ μέρους της η χρεοκοπία ενός κράτους-μέλους της, έτσι ώστε να εξασφαλίσει ένα ακόμη κέρδος. Για παράδειγμα, έχοντας αγοράσει τα ομόλογα του Ελληνικού δημοσίου στο 70% της αρχικής τους αξίας, έχει κάθε λόγο να μην επιθυμεί πλέον τη χρεοκοπία της – την πυρκαγιά δηλαδή στο σπίτι του γείτονα, αφού είναι πλέον ο ίδιος ιδιοκτήτης του. Έτσι, θα μπορεί να εισπράξει το 100% της αξίας των ομολόγων του Ελληνικού δημοσίου (συν τους τόκους), τα οποία έχει αγοράσει στο 70% – επιτυγχάνοντας τεράστιο κέρδος.  

(δ) Τέλος, οι δυνατότητες εξασφάλισης περαιτέρω κερδών, από τη συγκεκριμένη χώρα, προϋποθέτουν προφανώς την εισβολή του ΔΝΤ. Μέσω του Ταμείου, οι διεθνείς επενδυτικές τράπεζες έχουν την προοπτική να κερδίσουν για μία ακόμη φορά, από την «επιβεβλημένη» αποκρατικοποίηση των εταιρειών που ανήκουν στο δημόσιο της συγκεκριμένης χώρας – αφενός μεν από τις προμήθειες επί των τιμών της πώλησης τους προς τις πολυεθνικές, την οποία οργανώνουν/μεθοδεύουν οι ίδιες, αφετέρου από την υπεραξία των μετοχών που συνήθως αγοράζουν σε χαμηλές τιμές, όταν το χρηματιστήριο καταρρέει λόγω της υπαγωγής της χώρας στο ΔΝΤ.

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 17. Απριλίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2328.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Η ελληνική δίνη θανάτου και οι προϋποθέσεις…

Η ελληνική δίνη θανάτου και οι προϋποθέσεις μιας ενδεχόμενης σωτηρίας

Έντεκα μήνες μετά το μνημόνιο: που πάει η Ελλάδα;


Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου


 

Πριν συμπληρωθεί χρόνος από την υπογραφή του Μνημονίου και της Δανειακής Σύμβασης, είναι σαφές, ακόμα και σε όσους την επέβαλαν, ότι οδηγεί σε ανήκεστο βλάβη, αν όχι καταστροφή της ελληνικής οικονομίας-κοινωνίας. Ο πραγματικός σκοπός τους δεν είναι η έξοδος μιας Ελλάδας στο επίπεδο περίπου που την ξέραμε στις αγορές, μετά από μια περίοδο θυσιών, αλλά η μετατροπή της σε χώρα του Τρίτου Κόσμου, υπό συγκαλυμμένο αποικιακό έλεγχο.

Αν η ελληνική κοινωνία δεν βρει τρόπο αντίδρασης, θα καταστραφούν οι οικονομικές προϋποθέσεις ύπαρξης στοιχειωδώς κυρίαρχου, ανεξάρτητου, δημοκρατικού κράτους. Η ύπαρξη τέτοιου κράτους, στην ουσία, όχι μόνο στον τύπο, είναι προϋπόθεση για την προκοπή, αν όχι επιβίωση του ελληνικού λαού.

Tρεις από τους πέντε «σοφούς», για οικονομικά θέματα, που συμβουλεύουν τη Μέρκελ, διατύπωσαν δημοσίως την πεποίθηση ότι το μνημόνιο «δεν βγαίνει». Τα ίδια δηλώνει η Βάσω Παπανδρέου, ιστορικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ. Σε πρόσφατο «γκάλοπ» του BBC μεταξύ αναλυτών, η πλειοψηφία προέβλεψε ελληνική χρεωκοπία. ‘Οσοι λένε ακόμα ότι το μνημόνιο μπορεί να βγει, να αντιμετωπίσει το πρόβλημα χρέους και ελλειμμάτων, πρέπει να θεωρηθούν είτε ανόητοι, είτε, πιθανότερο, απατεώνες.

Ο ελληνικός λαός γνωρίζει την πραγματικότητα, ακόμα κι όταν την κρύβει από τον εαυτό του. Μαρτυρά την επίγνωση αυτή το «βλέμμα μελλοθανάτων» των επιβατών σε κάθε βαγόνι του μετρό, ο διπλασιασμός των αυτοκτονιών στη χώρα, το 80% των νέων που δηλώνει ότι θάθελε να φύγει από τη χώρα. ‘Oλοι ξέρουμε τι σημαίνουν τα ενεχυροδανειστήρια που ξεφυτρώνουν σε κάθε γειτονιά, οι διαφημίσεις των κορακιών που αγοράζουν χρυσαφικά κι ασημικά. Κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε, αλλά πίσω από κάθε «ενοικιάζεται» κλειστού μαγαζιού, κρύβονται ανθρώπινες και οικογενειακές τραγωδίες. Σύντομα, ορισμένοι ήδη από τώρα, εκατομμύρια συμπολίτες, βρίσκονται ή θα βρεθούν προ της “επιλογής” να πεθάνουν από ασιτία ή από έλλειψη φαρμάκων, που δεν μπορούν ή δεν θα μπορούν να αγοράσουν. Θα χρειαζόμαστε βιβλίο για να περιγράψουμε αναλυτικά την ταχύτατη, συστηματική κατεδάφιση της χώρας, στην οποία επιδίδονται, με τόση επιτυχία, τα ανθρωπάκια μιας υποτελούς κυβέρνησης, άψογης σε ρόλο “διαχειριστή πτωχευμένης επιχείρησης”, για λογαριασμό των δανειστών. Αφού γκρέμισαν, σε λιγότερο από χρόνο, το υποτυπώδες κοινωνικό κράτος που απέκτησαν οι ¨Ελληνες σε διάστημα ενός αιώνα, ετοιμάζονται τώρα να οργανώσουν την λεηλασία της χώρας με το πρόγραμμα των “50 δισεκατομμυρίων”.

Γράφω από παιδί, είναι η δουλειά μου. Αλλά τώρα δυσκολεύομαι κι εγώ, δεν ξέρω τι να γράψω. Διαλέγω την αλήθεια, τρέμοντας μήπως ενισχύσω άθελά μου τη μαζική κατάθλιψη, κατ’ εξοχήν όπλο των εχθρών μας, στοιχείο ενός ψυχολογικού πολέμου κατά του ελληνικού λαού που στηρίζεται στην καθολική ενοχοποίηση, στην ιδιοτελή αντιπαράθεση ενός στρώματος στο άλλο, στην καλλιέργεια φόβου και πανικού, για να παραλύσουν τους ¨Ελληνες, “σακατεύοντας” κάθε εθνική αυτοπεποίθηση (και καταστρέφοντας, en passant, τη διεθνή εικόνα της χώρας). Tο σχέδιο αυτού του πολέμου εκτελεί, υπό την καθοδήγηση μιας στρατιάς ξένων συμβούλων, η παρούσα “ελληνική κυβέρνηση”. Σχέδιο που εκπονήθηκε στα «στρατηγεία» μιας παγκόσμιας «Αυτοκρατορίας του Χρήματος», του τέρατος του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου που προέκυψε από τέσσερις δεκαετίες αποφορολόγησης του κεφαλαίου, διαρκών “απελευθερώσεων” και “απορρυθμίσεων” “αγορών”, ροών κεφαλαίων και εμπορευμάτων.

Απαλλαγμένες από το αντίπαλο σοβιετικό δέος, με υποταγμένους και εξαγορασμένους ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και συνδικάτα, οι “αγορές” επιχειρούν να κατεδαφίσουν ότι απέμεινε από τον μεταπολεμικό ιστορικό συμβιβασμό Κεφαλαίου-Εργασίας, το κοινωνικό κράτος, τη Δημοκρατία, τον πολιτισμό της Ευρώπης. Επιχειρούν, με την καιροσκοπική συνδρομή της γερμανικής ηγεσίας, να ευθυγραμμίσουν ευρωπαϊκούς οικονομικοπολιτικούς θεσμούς με τον νέο συσχετισμό δυνάμεων, που προέκυψε από τη γιγάντωση του χρηματιστικού κεφαλαίου, τη σοβιετική κατάρρευση, την ευρωπαϊκή παρακμή.

Η Ιστορία, και οι επόμενες γενιές των Ελλήνων, θα καταγράψουν την κολοσσιαία ευθύνη της παρούσας ηγεσίας της ελληνικής κυβέρνησης και του ΠΑΣΟΚ, όχι μόνο στην ελληνική καταστροφή, αλλά και γιατί επέτρεψε, από δω, να εκδηλωθεί ευκολότερα ο μεγάλος πόλεμος κατά της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, που συνεχίζεται ήδη σε Ιρλανδία και Πορτογαλία, αύριο Ισπανία, μεθαύριο Ιταλία, κάποια στιγμή Γαλλία. Σύμμαχος σήμερα των “αγορών”, το Βερολίνο κινδυνεύει να συνειδητοποιήσει πολύ αργά, το φοβερό τίμημα του Φάουστ για τη συμμαχία του με τις “αγορές” και τις πρόσκαιρες επιτυχίες εις βάρος της ευρωπαϊκής περιφέρειας.

Αυτό το γενικό πλαίσιο “υπερκαθορίζει” την ελληνική κρίση. Χωρίς το πρώτο δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη δεύτερη. Αλλά δεν μπορούμε να την ερμηνεύσουμε κι αν αγνοήσουμε τρεις παράγοντες, χωρίς τους οποίους η Ελλάδα δεν θα ήταν πιθανώς η πρώτη που θα υφίστατο την επίθεση:

α) την κατάρρευση όχι μόνο της ελληνικής παραγωγικής-εξαγωγικής βάσης, αλλά και του συνόλου των ελληνικών δομών και συστημάτων συλλογικών αξιών, καθώς η χώρα ολοκλήρωνε τον μετασχηματισμό της σε απέραντο “λαμογιστάν, εργολαβιστάν, ρουσφετιστάν”. Αναγκαστική ή οικειοθελής, η προσχώρηση ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων στις πρακτικές και την ιδεολογία του “λαμογιστάν”, ο εξωφρενικός κυνισμός, η ιδιοτέλεια, ο ξετσίπωτος ατομικισμός, η κουλτούρα της απάτης που χαρακτηρίζουν σημαντικό τμήμα των μεσαίων και ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων, σήμερα περισσότερο από χθες, όταν δεν θίγονται άμεσα τα ίδια, εμποδίζουν την ελληνική κοινωνία να αμυνθεί.

β) τη γεωπολιτική θέση της χώρας, που αλληλεπιδρά πολύπλευρα με την οικονομική της θέση. Π.χ. η Ελλάδα υφίσταται μια γεωπολιτική πίεση που οδήγησε στην παροχέτευση τεράστιων πόρων στην άμυνα. ‘Εγινε η κύρια πύλη εισόδου μεταναστών από τις ζώνες των πολέμων και της εξαθλίωσης. Η επιλογή των ελληνικών κυβερνήσεων να στηρίξουν ενθουσιωδώς την αμερικανική πολιτική τουρκικής ένταξης στην ΕΕ, προσέθεσε και άλλα σοβαρά κίνητρα στη Μέρκελ να επιτεθεί στην Ελλάδα. Αν η Αθήνα έπαιζε το γεωπολιτικό “χαρτί” της έξυπνα, θα βελτίωνε ασφαλώς τη διαπραγματευτική της θέση. Θα την έπαιρναν στα σοβαρά και θα τη λογάριαζαν πολύ περισσότερο, αν αρνούνταν αίφνης τη χρήση του ελληνικού χώρου στον πόλεμο κατά της Λιβύης, σε συμμαχία με σημαντικές διεθνείς δυνάμεις που δεν θέλουν τον πόλεμο, παρά παίζοντας διαρκώς ρόλο δουλοπρεπούς “προθύμου”, χωρίς καν να διαπραγματεύεται αντάλλαγμα. Μια μικρή χώρα πρέπει να είναι απρόβλεπτη, είπε ο Ανδρέας σε μια ιστορική συνέντευξη στο Τάιμ, λίγο μετά την ανάληψη της εξουσίας, επί των ημερών όμως του Γιώργου η χώρα είναι απολύτως προβλέψιμη .

γ) τα πνευματικά, ηθικά, ψυχολογικά χαρακτηριστικά της σημερινής ηγεσίας κυβέρνησης και ΠΑΣΟΚ, την καθιστούν ιδεώδη “φορέα αυτοκαταστροφής” του ελληνικού “συστήματος”, κατά το κλασικό πρότυπο Γκορμπατσώφ. Το ότι το κάνει αυτό χωρίς ενδεχομένως πλήρη συνείδηση των συνεπειών, την καθιστά περισσότερο, όχι λιγότερο επικίνδυνη, γιατί είναι πιο αποφασισμένη και γιατί μπορεί, με την επιμέρους ειλικρίνειά της, να εξαπατά αποτελεσματικότερα. Δεν υπάρχει μόνο το Μνημόνιο, υπάρχει και το “Μνημόνιο πίσω από το Μνημόνιο”, το πρόγραμμα διαχείρισης της ελληνικής κατάστασης και των αντιδράσεων του ελληνικού λαού και στην εκτέλεσή του η κυβέρνηση τα κατάφερε καλύτερα κι από ότι με το ίδιο το Μνημόνιο.

Για να εξηγήσουμε το τελευταίο σημείο, πολιτικοί όπως οι Γκορμπατσώφ ή Παπανδρέου οδηγούν σε αυτά τα αποτελέσματα γιατί μπερδεύουν τον εχθρό με τον φίλο. Πάρτε το παράδειγμα μιας επιχείρησης που έχει πρόβλημα με την τράπεζά της. Η επιχείρηση και η τράπεζα επιχειρούν να βρουν έναν συμβιβασμό, έχοντας συνείδηση ότι βασικά είναι αντίπαλοι, αφού ο ένας θέλει να αυξήσει το βάρος του άλλου στον διακανονισμό. Τι θα συνέβαινε όμως στην επιχείρηση αν ο ιδιοκτήτης της πίστευε ότι η τράπεζα είναι βασικά καλοί άνθρωποι που θέλουν να βοηθήσουν την επιχείρησή του, που είναι μόνη υπεύθυνη για το πρόβλημά της; Τι θα συνέβαινε στην επιχείρηση, αν ο ιδιοκτήτης της έβγαινε και έλεγε στον κόσμο ότι είναι υπερχρεωμένη, στην εντατική, Τιτανικός, διεφθαρμένη και κακοδιοίκητη; Το πιθανότερο είναι ότι μια τέτοια επιχείρηση θα έκλεινε σε σύντομο χρονικό διάστημα, ακόμα κι αν δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα. Ασφαλώς τα προβλήματα της Ελλάδας είναι πολύ προγενέστερα της κυβέρνησης Παπανδρέου. Αλλά η κυβέρνηση αυτή έδρασε και δρα όπως ένας γιατρός που τον φωνάζουν για εγκεφαλική αιμορραγία και δίνει αντιπηκτικά στον ασθενή, οδηγώντας τον μια ώρα αρχύτερα στα θυμαράκια. Το πρώτο πράγμα που πρέπει κάποιος να κάνει σε έναν τέτοιο περιστατικό, είναι να διώξει τον γιατρό.

¨Όταν αντιμετωπίζουν κίνδυνο τα ζώα είτε φεύγουν, είτε παλεύουν. Το χειρότερο που μπορεί να τους συμβεί, και συμβαίνει τώρα στον ελληνικό λαό, είναι να παραλύσουν. Αλλά για να μπορέσει να αντιδράσει ο ελληνικός λαός και να είναι κάπως αποτελεσματική η αντίδρασή του, χρειάζεται, ούτε λίγο, ούτε πολύ, να βρει τη δύναμη, τη φαντασία, το κουράγιο, τις ιδέες να “επανιδρύσει” τη χώρα του, πρωταγωνιστώντας ταυτόχρονα στην ευρωπαϊκή επανίδρυση. Nα αποκαταστήσει συλλογικότητες, να ξαναβρεί την αλληλεγγύη, να αποκτήσει νέα πολιτικά υποκείμενα, που θα αποσπάσουν το ελληνικό κράτος και την κυβέρνηση από τον έλεγχο των ξένων δανειστών και δυνάμεων, ώστε να μπορέσει ο ελληνικός λαός να υπερασπισθεί τον εαυτό του διεθνώς. Θα χρειαστούν ίσως οι ¨Ελληνες τις ηρωϊκές παραδόσεις τους, για να στηρίξουν τον αγώνα τους, στις πολύ διαφορετικές σημερινές συνθήκες, θα χρειαστούν όμως να τον συνδέσουν με τον ευρύτερο αγώνα για μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της Ευρώπης, μόνο πλαίσιο που, αν φαίνεται κάπως ουτοπικό σήμερα, μπορεί να αποβεί μακροπρόθεσμα νικηφόρο. Είμαστε ακόμα πολύ μακριά από αυτά. Ούτε φως, ούτε άκρη δεν φαίνεται στο τούνελ. Η ιστορία όμως είναι καμιά φορά πονηρή. Ϊσως, αν υπάρχει μια πιθανή παρηγοριά μέσα στη μαυρίλα, την προσφέρει παραδόξως το ίδιο το πάχος του σκοταδιού. Είναι τόσο σοβαρή, σχεδόν θανάσιμη η απειλή, που ενδέχεται να προκαλέσει, στο τέλος, σωτήρια έγερση.

Επίκαιρα, 14.4.2011

 ΠΗΓΗ: Κυριακή, 24 Απριλίου 2011, http://konstantakopoulos.blogspot.com/2011/04/h.html