Στην αυλή ενός Αγίου… (Νεκταρίου)

Στην αυλή ενός Αγίου…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Η συγγραφέας Σοφία Ξένη μου έστειλε ένα πανέμορφο βιβλίο, που έχει τον ίδιο τίτλο με το άρθρο αυτό. Δηλαδή, «στην αυλή ενός αγίου». Και αναφέρεται στον Άγιο Νεκτάριο. Όπου η συγγραφέας αναλύει ενδοσκοπικά διάφορες περιπτώσεις προσκυνητών. Των οποίων τα ενδιαφέροντα πορτραίτα κινούνται ανάμεσα στην ετεροπαρατηρησία, αλλά και την αυτοπαρατηρησία.

Που, σε μένα, τουλάχιστο, θύμισαν τις «Εξομολογήσεις» του Αγίου Αυγουστίνου. Αλλά και παράλληλα μου θύμισαν περιστατικά, που έχω ζήσει κι ο ίδιος στο χώρο αυτό. Σε κάποια απ' αυτά θα ήθελα στη συνέχεια να αναφερθώ:

1ο περιστατικό:

Ήταν ένα πανέμορφο δειλινό. Και είχαμε πάει, μια παρέα προσκυνητές, στον Άγιο. Οι λόφοι γύρω από το μοναστήρι, καθώς φωτίζονταν απ' τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, έμοιαζαν με πέταλα ανεμώνης. Κάποιος απ 'την παρέα έβαλε το αυτί του στον τάφο. Και κάλεσε κι εμένα ν' ακούσω το χτύπο, που ακούγεται από μέσα. Του είπα ότι εκείνη τη στιγμή άκουγα τα πουλάκια που τιτίβιζαν πάνω στο πεύκο. Μια γυναίκα διαμαρτυρήθηκε και είπε:

Έχουν δίκιο αυτοί, που λένε ότι οι παπάδες χάλασαν τη θρησκεία!

Δεν της αποκρίθηκα. Γιατί θα ήταν δύσκολο να της δώσω να καταλάβει ότι το θαύμα βρίσκεται παντού. Κι, όπως θα 'λεγε κι ο ποιητής «σε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει». Και ότι, σε τελική ανάλυση, κολυμπάμε μέσα στο θαύμα, όπως τα ψάρια μέσα στο νερό…

2ο περιστατικό:

Με είχε καλέσει ο πρώην Μητροπολίτης της Αίγινας μακαριστός Ιερόθεος στο μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. Τον βρήκα να συντρώγει με φίλους του. Μεταξύ των οποίων και ο συχωρεμένος συγγραφέας Σώτος Χονδρόπουλος. Μου ανέθεσε το πανηγύρι της Μεταμόρφωσης στη Σουβάλα της Αίγινας. Και, καθώς έφευγα, με ρώτησε πώς πάει η ενορία.

– Φκιάσαμε, του είπα, τον πρόναο του ενοριακού ναού…. Έγινε θηρίο!

– Πού το βρήκες γραμμένο, μου είπε, ότι έπρεπε να φκιάσετε τον πρόναο, αφού δεν τον προβλέπει το σχέδιο!

Έτσι μου είπαν οι επίτροποι, τόλμησα να ψελλίσω…

 – Και δεν ντρέπεσαι, μορφωμένος άνθρωπος, να σε κοροϊδεύουν οι χωριάτες!… Είπε και άλλα χλευαστικά και προσβλητικά σε βάρος μου…. Όλη τη μέρα δεν μπόρεσα να φάω και να πιω νερό απ' τη στενοχώρια μου. Και περασμένα μεσάνυχτα δεν μ' έπαιρνε ο ύπνος.

Διαρκώς έλεγα και ξανάλεγα: «Δεν ήταν σωστό, Άγιε Νεκτάριε, να μου συμβεί αυτή η προσβολή στο δικό σου το σπίτι. Ιδιαίτερα μάλιστα, όταν εσύ – όσο ελάχιστοι – έχεις υποστεί διωγμούς και εξευτελισμούς απ' τη δεσποτική ασυδοσία»..

Και, να, που σε κάποια στιγμή μου φάνηκε πως άκουσα: «Πάρε και γράψε»! Και πήρα κι έγραψα μια επιστολή, που δημοσιεύτηκε στη «Χριστιανική». Όπου μεταξύ άλλων – αν καλά θυμάμαι – έγραφα:

"Υπάρχουν δεσποτάδες που είναι νηστευτές και εγκρατείς. Που όμως έχουν περιορίσει την ηθική τους στην γαστέρα και το υπογάστριο. Γιατί, ενώ τις σαρακοστές νηστεύουν τα συκωτάκια, τρώνε ολοχρονίς τις καρδιές των παπάδων. Και αυτό, βέβαια, οπουδήποτε κι αν συνέβαινε, θα ήταν πολύ άσχημο. Όταν όμως συμβαίνει στο χώρο, που ο Άγιος Νεκτάριος άφθονη γεύτηκε την πίκρα απ' τους διωγμούς εκ μέρους της δεσποτοκρατίας, είναι εξωφρενικό και ακατανόητο"!…

Ο Δεσπότης πήρε το μήνυμα. Κάποιος άλλος στη θέση του μικρόνους και μικρόψυχος, με αγιάτρευτη εμπάθεια και αβυθομέτρητη βλακεία, θα εξαπέλυε αδυσώπητο διωγμό εναντίον μου. Όμως…

Ο μακαριστός Δεσπότης της Αίγινας δεν ανήκε στην κάστα των εστεμμένων-ή μη- απάνθρωπων και ανόητων. Ήταν έξυπνος άνθρωπος και κατάλαβε το λάθος του. Και, όχι μόνο ζήτησε συγνώμη για τη συμπεριφορά του, αλλά έκαμε και στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών.

Οι παπάδες, που δεν ήξεραν το περιστατικό, συνέκριναν την προηγούμενη με τη μετέπειτα συμπεριφορά του και έτριβαν τα μάτια τους. «Τι συνέβη, έλεγαν και ξανάλεγαν, και άλλαξε τόσο πολύ ο Μητροπολίτης! Και η αλλαγή αυτή δεν ήταν μια περιστασιακή και προσωρινή παρένθεση. Αλλά τον συνόδεψε, όπως φαίνεται, σε όλη τη μετέπειτα αρχιερατική του πολιτεία. Και αυτό ήταν, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ένα ακόμη, ανάμεσα στα πολλά, θαύματα του Αγίου…

3ο περιστατικό:

Είχα μετατεθεί απ' την Αίγινα στην Αθήνα ως καθηγητής, αλλά υπηρετούσα ακόμη την ενορία μου στην Αίγινα. Μια και οι δεσποτάδες του λεκανοπεδίου της Αττικής δεν δέχονταν με κανένα τρόπο στη μητρόπολή τους έναν «αντάρτη» παπά. Επισκέφτηκα, στο μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου, τον μακαριστό Μητροπολίτη της Αίγινας για κάποιο υπηρεσιακό θέμα:

– Θα σου βρω εγώ ενορία στην Αττική, μου είπε. Αρκεί να μου υποσχεθείς ότι θα κάνεις τυφλή υπακοή στο Δεσπότη.

-Εσείς, του είπα, έναντι ποίου τιμήματος θα θυσιάζατε την ελευθερία σας;

-Έναντι κανενός, μου αποκρίθηκε.

-Το ίδιο κι εγώ! Του είπα.

Και, αφού με κοίταξε καλά-καλά με τα πανέξυπνα του μάτια, μου είπε:  «Θα έλεγα πως έχεις μέσα σου το διάβολο, αν δεν φοβόμουνα πως έχεις το Θεό»!  Πάντως το βιβλίο της Σοφίας Ξένης έχει μέσα του σίγουρα το Θεό και τον Άγιο Νεκτάριο. Και το συνιστώ, με όλη μου την καρδιά, σε όσους αγαπούν το καλό βιβλίο…


παπα-Ηλίας, Νοεμβρίου 8, 2012, http://papailiasyfantis.wordpress.com

Το τέλος των Θρησκευτικών στο σχολείο – εικόνες

Το τέλος των Θρησκευτικών στο σχολείο-εικόνες από ένα ζοφερό μέλλον

 

Του Μάριου Κουκουνάρα – Λιάγκη*

 

                                                                                                                                           …Μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο…  

                                                                                                                                    Ν. Καρούζος

 Παρακολουθούμε τον τελευταίο καιρό μία έντονη συζήτηση για το νέο Πρόγραμμα Σπουδών (ΠΣ) του μαθήματος των Θρησκευτικών στην υποχρεωτική εκπαίδευση, που γίνεται ανάμεσα σε άμεσα και έμμεσα ενδιαφερομένους. Διαβάζουμε απόψεις των ενώσεων των θεολόγων, θεολόγων, από αυτούς άλλοι εκπαιδευτικοί και άλλοι όχι, δασκάλων, κάποιων καθηγητών των θεολογικών σχολών και άλλων σχολών και τμημάτων Πανεπιστημίων, λίγων εκπροσώπων της Ορθόδοξης Εκκλησίας κ.ά.

Μέρος αυτών των επικριτικών, βέβαια, βρίσκουν πρόσφορο έντυπο, τηλεοπτικό και ηλεκτρονικό βήμα και εκφράζουν συχνότερα την προσωπική – συνήθως ματιά τους. Αυτή πολλάκις αναπαράγεται από άλλους που είτε τη δημοσιοποιούν άκριτα είτε τη χρησιμοποιούν ως «έγκυρη» πηγή, για να εκφράσουν τις απόψεις τους. Δυστυχώς χωρίς να έχουν ασχοληθεί βασικά με το ΠΣ, το οποίο κρίνουν. Ομολογούν στα κείμενά τους ότι «κάπου πληροφορηθήκαμε για το νέο Πρόγραμμα…» ή «σύμφωνα με τον κ. τάδε ή τον π. τάδε καταστρέφεται το μάθημα» και άλλα παρόμοια. Ενίοτε αναφέρονται σε ονόματα και προβαίνουν σε χαρακτηρισμούς που δεν τιμούν ούτε τους ίδιους ούτε όλους όσοι τους αναπαράγουν στα επί της γης blogs.

Σε αυτό το τοπίο διακρίνουμε δύο ουσιαστικά απόψεις: Υπάρχουν αυτοί που θεωρούν ότι το νέο ΠΣ πρέπει να αποσυρθεί, διότι μεταλλάσσει το μάθημα των Θρησκευτικών από Ορθόδοξο σε θρησκειολογικό. Υπάρχουν και αυτοί που θεωρούν ότι το νέο ΠΣ πρέπει να εφαρμοσθεί, αφού αξιολογηθεί κατά την πιλοτική του εφαρμογή. Για τους δεύτερους το μάθημα με το νέο ΠΣ γίνεται γνωσιακό, ανοιχτό στους άλλους, χωρίς όμως να χάνει το Χριστιανικό-Ορθόδοξο χαρακτήρα του. Είναι σαφές ότι, εφόσον το αντικείμενο κριτικής είναι κοινό, μεταξύ τους υπάρχει διαφορά στην οπτική τους για το ρόλο του μαθήματος στο σχολείο και στην κοινωνία. Οπωσδήποτε διαφορετικές είναι και οι επιστημονικές προϋποθέσεις στις αιτιάσεις τους για την απόρριψη ή μη του συγκεκριμένου ΠΣ, αλλά και των προτάσεων που διατυπώνουν για το μάθημα. Τέλος, μερίδα αυτών αντιλαμβάνονται διαφορετικά τον αγώνα για τις απόψεις τους, αφού η κριτική γίνεται στο στόμα τους επίθεση, κάποιες φορές προσωπικά στοχοποιημένη και ανήθικη.

Οφείλουμε να αναφέρουμε ότι το ευρύτερο περιβάλλον, όσοι δε σχετίζονται άμεσα με τη Θρησκευτική Εκπαίδευση (ΘΕ), παρατηρεί μόνο τον καπνό της «μάχης», αφού δεν ενδιαφέρεται για τα όπλα – και το είδος τους – της μίας ή της άλλης πλευράς. Αντίθετα, είναι σε κάποιο βαθμό εχθρικό με την παρουσία και μόνο της ΘΕ στο σχολείο και αναμένει για να επιχειρηματολογήσει, όχι προς υπεράσπιση της μίας από τις δύο πλευρές, αλλά για να διατρανώσει την αντίθεσή του και με τις δύο. Παράλληλα, στους παρατηρητές της διαμάχης για την ευρεία εφαρμογή ή μη του νέου ΠΣ βρίσκουμε τους πολιτικούς που σχετίζονται με την απόφαση της εφαρμογής ή όχι (Υπουργός και Υφυπουργοί παιδείας, βουλευτές κ.ά.) και άλλες ομάδες, θρησκευτικές ή πολιτιστικές, οι οποίες ενδιαφέρονται, άλλες πολύ και άλλες λίγο ακόμη, να εισέλθουν στο σχολείο προσφέροντας εκείνες, και όχι η επίσημη Πολιτεία, τη ΘΕ στα παιδιά μας.

Όσοι γνωρίζουν τι συμβαίνει τα τελευταία είκοσι χρόνια στον κόσμο και στην Ευρώπη, έχουν υπόψη τους την ιστορία και την εμπειρία του μαθήματος στο ελληνικό σχολείο και μελετούν τις πτυχές της σύγχρονης πραγματικότητας ίσως να συμφωνήσουν ότι μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον της ΘΕ στην Ελλάδα και το τέλος της διαμάχης. Πρόκειται για το τέλος του μαθήματος των Θρησκευτικών. Ή θα εξοβελιστεί από το κανονικό πρόγραμμα του σχολείου και ουσιαστικά θα καταργηθεί ως μάθημα ή θα παραδοθεί στις θρησκευτικές ομάδες και θα μετατραπεί σε κατήχηση. Φυσικά δε θεωρούμε καμία από τις δύο εξελίξεις επιστημονικά, παιδαγωγικά, θεολογικά και εκπαιδευτικά βιώσιμη και κυρίως ζητούμενη για τη ΘΕ στο ελληνικό σχολείο.

Η απόσυρση του ΠΣ ή η εκ θεμελίων αναδιαμόρφωσή του αποτελεί ήττα της ΘΕ για την Ελλάδα και την Ευρώπη. Θα προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις των «προοδευτικών», που θα δικαιωθούν πλήρως. Έτσι, θα οδηγηθούμε, σε επόμενο στάδιο, στην κατάργησή του ή στην παράδοσή του στις θρησκευτικές κοινότητες, στο πνεύμα δήθεν της ισοτιμίας. Στην πρώτη περίπτωση η εξέλιξη είναι ζοφερή, αν και ξέρουμε καλά ότι υπάρχουν χριστιανοί με φόβο Θεού που ομολογούν μέσα τους ότι, αν είναι να γίνουν τα Θρησκευτικά «Παν-Θρησκευτικά», σύμφωνα με την κριτική τους, καλύτερα να καταργηθούν. Στη δεύτερη περίπτωση, το μάθημα θα μετατραπεί σε προαιρετικό, διαχωρίζοντας ουσιαστικά τα παιδιά σε ομάδες άθεων ή πιστών και μη πιστών, με πιθανότητες να γίνουν βορά διαφόρων φονταμενταλιστών ή δασκάλων με πιστοποιητικά και υπογραφές υψηλής πίστης. Μάλιστα κάποιοι ανεύθυνα, ακόμη και στους κόλπους ενώσεων θεολόγων, εργάζονται με αυτό το σκοπό, ξεχνώντας ότι στο ομολογιακό μάθημα που ανήκει στις θρησκείες, εισέρχονται στο σχολείο όλες οι γνωστές θρησκείες και επιλέγει ο γονέας και, μετά την εφηβεία, ο ίδιος ο μαθητής αν θα παρακολουθήσει και ποιας θρησκευτικής κοινότητας μάθημα θα παρακολουθήσει, ανεξάρτητα από την ένταξη του παιδιού σε μία θρησκεία. Έχουμε αναρωτηθεί στο «εχθρικό» για την Ορθόδοξη Εκκλησία περιβάλλον, που ζούμε, πόσοι έφηβοι θα επιλέξουν να έρθουν στο μάθημα της Ορθοδοξίας και πόσοι απόφοιτοι του σχολείου, έλληνες πολίτες, αν επιλέξουν να μην κάνουν καθόλου Θρησκευτικά, θα γνωρίζουν στα αλήθεια τι πρεσβεύει η θρησκεία του Ισλάμ και πώς ερμηνεύονται σύγχρονα φαινόμενα που την αφορούν;

Το τέλος του μαθήματος των Θρησκευτικών δεν θα οφείλεται μόνο στους «προοδευτικούς» πολέμιους του. Αυτοί λαθεμένα το θεωρούν τόσα χρόνια, εξαιτίας κυρίως κακών προσωπικών εμπειριών, παράσιτο στη φιλελεύθερη και δημοκρατική εκπαίδευση των Ελλήνων. Εκτιμούμε το ίδιο καταστροφική τη στάση αυτών που, ενώ φαινομενικά είναι υπερασπιστές του μαθήματος, στην πραγματικότητα γοητεύονται από τις λύσεις, που σας παρουσιάσαμε, και χρησιμοποιούν τα όπλα τους προς λάθος κατεύθυνση. Οι ίδιοι από το παρελθόν προετοιμάζουν το τέλος των Θρησκευτικών στην κανονική σχολική εκπαίδευση. Πολέμησαν την εφαρμογή των προηγούμενων Αναλυτικών Προγραμμάτων (2003) και τα βιβλία που προέκυψαν, με αποτέλεσμα να μην αποδώσει όσα στόχευε η αλλαγή, και τώρα αντιπαλεύουν ό,τι καινούριο ενστερνίζεται το νέο ΠΣ, επιχειρηματολογώντας θετικά για το προηγούμενο Α.Π., που πρότινος πολεμούσαν. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι οι ίδιοι μάχονται εναντίον των ίδιων των σκοπών που επιδιώκουν. Εξηγείται μόνο από τυφλό και υπερβάλλοντα ζήλο. Αποτελειώνουν ένα από τα πιο σημαντικά και ιστορικά μαθήματα της ελληνικής εκπαίδευσης. Ένα μάθημα που ακολούθησε το δικό του εθνικό δρόμο, αφομοιώνοντας τις τελευταίες δεκαετίες επιρροές από τις εμπειρίες των υπόλοιπων χωρών. Και το οποίο κατάφερε, τέλος, να διατηρήσει την συνολική λειτουργία του, τον καθορισμό του περιεχομένου του και αντίστοιχα τον διορισμό των εκπαιδευτικών, που το υπηρετούν, στην ευθύνη αποκλειστικά του  κράτους. Οι κατακτήσεις αυτές θα μείνουν στην ιστορία της εκπαίδευσης και τα Θρησκευτικά στο παρελθόν.

Αυτό είναι το ζοφερό μέλλον. Τελικά, όταν θα κοπάσει ο καπνός της μάχης δε θα υπάρχουν σίγουρα θριαμβευτές ανάμεσα στις δύο πλευρές, αφού το θύμα θα είναι η ΘΕ και οι νέοι της Ελλάδας. Δάφνες θα δρέψουν οι παρατηρητές, που κατονομάστηκαν παραπάνω.

Είναι όμως δυνατόν οι θεολόγοι να επιθυμούν το τέλος του μαθήματος των Θρησκευτικών στο σχολείο;

Δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι πολλοί θεολόγοι επιδιώκουν να καταργηθεί το μάθημα ή να παραδοθεί στις θρησκευτικές κοινότητες και να αποσπασθεί από το κανονικό πρόγραμμα του σχολείου. Μπορούμε όμως να πούμε με βεβαιότητα ότι πολλοί θεολόγοι, παρόλο που οι προθέσεις τους είναι αγαθές είτε από ζήλο είτε από ελλιπή  πληροφόρηση είτε από περιορισμένη ή παλαιωμένη επιστημονικότητα είτε από έλλειψη εκπαιδευτικής εμπειρίας, υποσκάπτουν ουσιαστικά την ύπαρξη του σχολικού μαθήματος των Θρησκευτικών.

Ακτινογραφώντας αυτήν την ομάδα διακρίνουμε αρχικά αυτούς που απορρίπτουν την αλλαγή του μαθήματος, γιατί υποθάλπουν ιδέες και οράματα, που βρίσκονται πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Αυτά συνήθως έχουν την αναφορά τους στο παρελθόν, το βυζαντινό ή του κρυφού σχολειού -στην χειρότερη περίπτωση. Η λέξη «παράδοση» γι' αυτούς περιλαμβάνει τα πάντα και, αντίθετα, η λέξη «νεωτερικότητα» αποτελεί εχθρό ολκής. Δεν αντιλαμβάνονται ότι αυτή είναι η ιστορική πραγματικότητα και μέσα στον ρου της οφείλουμε όλοι να βρούμε την πορεία μας. Αντίθετα, βρίσκουν βράχους και κρατιούνται με όνειρο να πάνε αντίθετα στο ρεύμα. Το μόνο που καταφέρνουν, βέβαια, είναι να καθυστερούν. Μάλιστα, αγρεύουν και άλλους, για τους παραπάνω λόγους και ονειρεύονται όλοι μαζί κάτι που δεν υπάρχει. Αυτοί οι θεολόγοι προτείνουν αλλαγές, περιεχόμενα και στόχους, για το μάθημα που απλά δεν υπάρχουν πουθενά στον κόσμο, δεν έχουν εφαρμοσθεί ποτέ και δε στηρίζονται συνήθως σε καμία σοβαρή επιστημονική θεωρία. Δεν υπάρχει όμως τόπος στις επιστήμες της αγωγής για θεωρίες που δεν δοκιμάζονται και υφίστανται μόνο σε ένα φανταστικό χωροχρόνο. Έτσι, αυτό που πετυχαίνουν είναι σύγχυση, προσωπική και ομαδική, καθολική αντίθεση και τελικά περιθωριοποίηση και μαρασμό της θρησκευτικής αγωγής.

Υπάρχουν, ακόμη, θεολόγοι που στον αγώνα τους κατά της αλλαγής βρίσκουν δυνατούς συμπαραστάτες και αδελφούς, ιεράρχες συνήθως, που αντιστέκονται σθεναρά στο ρεύμα. Σε αυτούς είναι έτοιμοι να χαρίσουν τα πάντα και, γιατί όχι, να τους αφήσουν να εισέλθουν οι ίδιοι στο σχολείο. Κι αν ακόμη αυτοί δεν μπορούν να διδάξουν, τους παραχωρούν το δικαίωμα να επιλέγουν εκείνοι τους θεολόγους του σχολείου, που θα είναι «τα δικά μας πιστά παιδιά». Βέβαια, αγνοούν ότι υπάρχουν επίσημα κι άλλοι δυνατοί. Άλλοι με ξυρισμένο κεφάλι ή άλλοι με φέσι, που έχουν κι αυτοί έτοιμους πιστούς φίλους να λάβουν υπογραφή, για να μπουν στο σχολείο να κατηχήσουν τα δικά τους παιδιά. Πρόκειται γι' αυτούς που ομολογήσαμε από την αρχή ότι ενδιαφέρονται άμεσα να αναλάβουν την κατήχηση των πιστών τους μέσα στους τέσσερις τοίχους του σχολείου. Δηλαδή, άλλες γνωστές θρησκείες, αιρέσεις και ομάδες. Αυτοί οι θεολόγοι που είναι έτοιμοι να εκχωρήσουν το μάθημα των Θρησκευτικών στις θρησκευτικές ομάδες δεν αντιλαμβάνονται τι σημαίνει η είσοδος των θρησκευτικών κοινοτήτων στο ελληνικό σχολείο. Πρώτον, οι μαθητές θα διαχωρίζονται στις τάξεις ανάλογα με τη θρησκεία, που θα διαλέγουν. Δεύτερον το μάθημα θα μετατραπεί σε κατήχηση της κάθε θρησκείας, συνήθως στο παρα-πρόγραμμα του σχολείου. Και τέλος, οι θεολόγοι θα πάψουν να είναι επαγγελματίες διορισμένοι εκπαιδευτικοί του ελληνικού κράτους.

Υπάρχουν, σήμερα, κι αυτοί οι θεολόγοι που δεν τους ενδιαφέρει τίποτα σχετικό με το μάθημά τους. Βασικό θέμα τους είναι η συνταξιοδότηση ή η διεκδίκηση κάποιας θέσης διευθυντή. Είναι συνήθως οι κατά λάθος θεολόγοι, οι οποίοι αντιδρούν σε ο,τιδήποτε τους προκαλεί να σκεφτούν ή να εργαστούν. Υπάρχουν, τέλος, κι αυτοί που κραυγάζουν άκριτα, οι «επαναστάτες» θεολόγοι, που σηκώνουν το λάβαρο σε οποιαδήποτε αλλαγή γενικά και κυρίως σε αυτές που δεν τους θυμίζουν κάτι από το παρελθόν, το πρόσφατο βέβαια της δεκαετίας του 1970 ή προηγούμενων νοσταλγικών ετών. Αυτοί, βέβαια, δεν προτείνουν τίποτε, απλά αντιδρούν.

Δεν υπάρχουν, όμως, θεολόγοι που αντιλαμβάνονται το ρόλο του μαθήματος των Θρησκευτικών και επιθυμούν τη διατήρηση του μαθήματος στο σχολείο;

Όλα αυτά τα χρόνια το μάθημα διατηρείται ζωντανό και πετυχαίνει παιδαγωγικά πολλά και σημαντικά ακριβώς γιατί υπάρχουν και θεολόγοι που βλέπουν μπροστά στον ορίζοντα. Αυτοί σκέφτονται και εργάζονται περισσότερο επιστημονικά και σαφώς κατά βάσει παιδαγωγικά. Και οι μεν και οι δε τα ίδια Πανεπιστήμια τέλειωσαν, αλλά φαίνεται ότι κάποιοι φωτισμένοι δάσκαλοι τους προκάλεσαν περισσότερο και τους έμαθαν να μελετούν, να αναζητούν την ποικιλία απόψεων, να μην πείθονται εύκολα και να σκέφτονται πρώτα από όλα τους μαθητές τους, τι θα μάθουν αυτοί και πώς θα ανοίξει το μυαλό τους. Έμαθαν ότι τα κριτικά πνεύματα γίνονται καλοί πολίτες, ηθικοί άνθρωποι και ίσως πραγματικά καλοί πιστοί. Ευτυχώς τρεις δεκαετίες τώρα στο, διαλυμένο πια, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο επικράτησε -όχι εύκολα- αυτή η θεολογία.

Η άλλη πλευρά, βέβαια, έκανε και κάνει περισσότερη φασαρία. Βρίσκει ισχυρούς συμμάχους και μπαίνει με ερωτήσεις στη βουλή ή με κηρύγματα στους ναούς. Παρόμοια βρίσκει συμμάχους στην δημοσιογραφία, στον Τύπο ή στο διαδίκτυο και δημοσιοποιεί επανειλημμένα την αντίθεσή της. Δημιουργεί ομάδες με διάθεση αντίδρασης και καλλιεργεί παρασκηνιακά, με ραντεβού και επισκέψεις σε επίσημα γραφεία, φήμες και κατηγορίες, πολλές φορές επί προσωπικού.

Όμως, στην εποχή που ζούμε, ευτυχώς ακόμη, επικρατεί – όχι χωρίς κριτική οπωσδήποτε – η λογική. Αυτή η κυρίαρχη, σήμερα, τάση στους θεολόγους είναι φανερή και στην κρατική μηχανή και στα περισσότερα πανεπιστημιακά τμήματα και στους εκπαιδευτικούς κύκλους. Από αυτούς, προφανώς, προήλθε και η ομάδα εμπειρογνωμόνων που σχεδίασε το νέο ΠΣ της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Γι' αυτό και το νέο ΠΣ δεν είναι κατηχητικό, αλλά παραμένει Χριστιανικό και Ορθόδοξο, ενώ εμπνέεται από σύγχρονες παιδαγωγικές προσεγγίσεις της ΘΕ, δοκιμασμένες σε άλλες χώρες και προσαρμοσμένες σε κάποιο βαθμό στην εμπειρία του ελληνικού σχολείου και στην παράδοση του τόπου. Δεν είναι θρησκειολογικό-ενώ κατηγορείται άκριτα ότι είναι, αλλά περιέχει σε κάποιο περιορισμένο ποσοστό μόνο γνώσεις για τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου. Είναι πρωτοποριακό, γιατί είναι ένα πρόγραμμα διαδικασίας, αφήνει, δηλαδή, στους θεολόγους την ευθύνη να διαμορφώσουν, ανάλογα με τους μαθητές τους, το περιεχόμενο του μαθήματος, κάνοντας προτάσεις για θέματα και δραστηριότητες, που δεν είναι δεσμευτικές

Η άλλη πλευρά, όμως, που ζητά με πάθος την απόσυρση ή την εκ θεμελίων αναδιαμόρφωση εμμένει μόνο σε επιμέρους στοιχεία του ΠΣ και δεν κατανοεί ότι η παιδαγωγική γενικά του Νέου Σχολείου ξεπερνά το περιεχόμενο όλων των μαθημάτων και επιδιώκει όλα τα μαθήματα-και τα Θρησκευτικά- να προσφέρουν αγωγή κριτικής, διαλόγου και κατανόησης. Αυτή η πλευρά κρίνει το Πρόγραμμα όχι από την φιλοσοφία και το περιεχόμενό του, αλλά απομονώνοντας φράσεις, λέξεις, δραστηριότητες ή θέματα και βλέποντας σε αυτά τα επιμέρους, που δεν τα εγκρίνουν, γιατί είναι «βλάσφημα» ή «αντιχριστιανοπαιδαγωγικά» ή «ετερόθρησκα και αλλόδοξα», βράχους για να κρατηθούν να μην παρασυρθούν από το ρεύμα. Να σώσουν τι; Κάτι αποτελεσματικό και επιτυχημένο; Όχι βέβαια. Ακολουθούν απλά και παραδοσιακά τις τακτικές που αναφέραμε παραπάνω που οδηγούν αναπόδραστα στο τέλος.

Στο Νέο Σχολείο, ευτυχώς, με το νέο ΠΣ το μάθημα των Θρησκευτικών εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο της εκπαίδευσης. Αν ισχύσει αυτό υπάρχει πολύ σοβαρός λόγος να γίνονται τα Θρησκευτικά μέσα στο κανονικό πρόγραμμα του σχολείου και να αποτελεί κανονικό μάθημα, όπως όλα τα άλλα. Μπορεί μάλιστα να προσφέρει πολλά στη θρησκευτική, κοινωνική και ηθική μόρφωση όλων ανεξαιρέτως των πολιτών της Ελλάδας, ανεξάρτητα αν πιστεύουν, ακολουθούν μία θρησκεία ή καμία θρησκεία. Βέβαια, το νέο ΠΣ παρόλες τις μεγαλόστομες εξαγγελίες των σχεδιαστών και συγγραφέων του Οδηγού του εκπαιδευτικού-αυτές φόβισαν πιο πολύ τους επικριτές-παραμένει χριστιανικό και δεν αφήνει πολλά περιθώρια, αν εμμείνει ο θεολόγος στο περιεχόμενό του και μόνο, να γίνει ένα μάθημα για όλους ανεξαιρέτως. Επιπλέον, πιστεύουμε πως το ΠΣ επιδέχεται βελτιώσεων (περιεχομένου, παιδαγωγικών επιλογών, υλικού), αλλά αυτές θεωρούμε ότι θα γίνουν, αφού εφαρμόζεται πιλοτικά, θα αξιολογηθεί και θα μελετηθεί ξανά από τους εμπειρογνώμονες, οι οποίοι διαβεβαιώνουν ότι θα λάβουν σοβαρά υπόψη τους όλες τις εμπεριστατωμένες κριτικές.

Έφτασε το τέλος;

Διατυπώσαμε δραματικά τις απόψεις μας ακριβώς γιατί ως χριστιανοί με φόβο Θεού διατηρούμε την ελπίδα ακόμα ζωντανή. Παρόλο που οι δύο πλευρές διαφωνούν δε φαίνονται ότι είναι και οι δύο στα άκρα. Τουλάχιστον οι θιασώτες της αλλαγής, όπως εξηγήσαμε, δεν έφτασαν στα άκρα με αυτό το ΠΣ και στη ριζική αλλαγή του μαθήματος των Θρησκευτικών, αν και κατηγορούνται  – άδικα – για αυτό. Αν αυτό γίνει κατανοητό από τους επικριτές τους θα βρεθούν πολλά περιθώρια προόδου που μπορούν να σημειώσουν και οι δύο.

Αν και δεν φαίνεται φως στον ορίζοντα, ελπίζουμε ότι είναι δυνατόν οι θεολόγοι να αποφασίσουν να αφήσουν τους βράχους και να κάνουν ένα βήμα μπροστά. Με κριτική, με άποψη, αλλά και με διαλλακτικότητα, χωρίς φανατισμό και μεγαλοστομίες. Η πόλωση οδηγεί σε ήττα όλων και κυρίως σε ήττα του ίδιου του μαθήματος στο σχολείο. Άμεσα πρέπει να σταματήσουν οι παρασκηνιακές ενέργειες που σχετίζονται με πολιτικούς και πνευματικούς ανθρώπους. Να προχωρήσουμε σε εποικοδομητική κριτική και συνεννόηση. Να αποδεχτούμε, τελικά, όλοι ότι το νέο ΠΣ είναι ένα βήμα αναβάθμισης του μαθήματος και ότι θα ενσκήψουμε στα προβλήματά του, με σκοπό την αξιολόγηση και την διόρθωσή του.

Θεολόγοι το νέο ΠΣ είναι η ευκαιρία μας και πρέπει να εφαρμοσθεί, αφού αξιολογηθεί. Η μάχη για την απόσυρσή του μας οδηγεί στο τέλμα και στο τέλος από την κανονική σχολική εκπαίδευση. Θα βρεθούμε στο μέλλον σε ένα σημείο που ποτέ άλλοτε δεν ήμασταν οι θεολόγοι και το μάθημα μας στην ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης.

                                                                                                                                  

… Ώρα να πηγαίνω δεν έχω άλλο στήθος. 

                                                                                                                                        Ν. Καρούζος

 

7-11-2012

 

* Ο Μάριος Κουκουνάρας-Λιάγκης είναι υ.δ. Λέκτορας Διδακτικής Θρησκευτικών Τμ. Θεολογίας ΕΚΠΑ.

 

Σημείωση: Ευχαριστώ τον συγγραφέα για την αποστολή του άρθρου για δημοσίευση στην Αποικία μας.

Ελλάδα: Δημοσιονομική κρίση – κοινωνικός μισθός

Κρίση, δημοσιονομική κρίση και κοινωνικός μισθός στην Ελλάδα

 

Του Θανάση Μανιάτη[1]

 

 

Οποιοσδήποτε είναι οπαδός της αντικαπιταλιστικής κατεύθυνσης, του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της οικονομίας και της κοινωνίας δεν μπορεί παρά να υποστηρίζει την έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη και την αποδέσμευση από την ΕΕ επειδή ρήξη με το κεφάλαιο και τον αστισμό δεν μπορεί να γίνει με επιτυχία χωρίς τα ελάχιστα απαιτούμενα εργαλεία της αυτόνομης βιομηχανικής πολιτικής, αγροτικής πολιτικής, πολιτικής διεθνούς εμπορίου, συναλλαγματικής πολιτικής, με την ΕΚΤ να είναι υπεύθυνη για τη νομισματική πολιτική και το Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας να εκμηδενίζει ουσιαστικά την άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής.   

Όμως είναι άλλο αυτό το ζήτημα και άλλο η ανίχνευση και η αποτίμηση της διαδικασίας ή των διαδικασιών που μας έφεραν μέχρι εδώ, στη χειρότερη κρίση της ιστορίας του ελληνικού καπιταλισμού. Με άλλα λόγια δεν ταυτίζονται απαραίτητα το ζήτημα των αιτιών της τρέχουσας κρίσης γύρω από τις οποίες οφείλει να περιστραφεί η ιδεολογική διαπάλη με τις δυνάμεις του αστισμού για όσο διάστημα διαρκεί η κρίση, και το ζήτημα της τοποθέτησης μας για τη συμμετοχή της χώρας στην ευρωζώνη.  Η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα μπορεί να προκύψει αβίαστα από τα προαπαιτούμενα για μια αντικαπιταλιστική διέξοδο από την κρίση χωρίς απαραίτητα να είναι το ευρώ και η αρχιτεκτονική της ευρωζώνης η κύρια αιτία της κρίσης που βιώνει η ελληνική κοινωνία. Σε κάθε περίπτωση για να αλλάξουμε πορεία και να πάμε κάπου αλλού, σε μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση πρέπει να ξέρουμε όσο το δυνατόν καλύτερα πως φτάσαμε, τι μας οδήγησε ως εδώ.

 Και για να γίνει αυτό,  είναι απαραίτητο ένα σαφές θεωρητικό πλαίσιο εντελώς διακριτό και διαφορετικό από τα αστικά συμβατικά οικονομικά, που στην περίπτωση μας δεν μπορεί να είναι άλλο από αυτό της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας συνδέοντας έτσι την ελληνική κρίση με την κατάσταση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας και την τρέχουσα θεωρητική και εμπειρική συζήτηση που διεξάγεται γύρω από αυτήν στη μαρξιστική βιβλιογραφία.

Η τρέχουσα κρίση λοιπόν είναι έκφραση των νόμων κίνησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, μια δομική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος συνολικά, και δη του πυρήνα του, της διαδικασίας συσσώρευσης και κερδοφορίας του κεφαλαίου, έχοντας τρεις κύριες διαστάσεις που αλληλοτροφοδοτούνται στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας. Η πρώτη, που εκδηλώθηκε το 2007 έχει να κάνει με την κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου και ανεπαρκούς κερδοφορίας στον πυρήνα της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας (ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνία) μέσω του μηχανισμού του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και που έχει  φέρει την παγκόσμια ανάπτυξη σχεδόν σε μηδενικό σημείο,                   

Διάγραμμα 1: Μειούμενοι ρυθμοί ανάπτυξης σε ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνία 1960-2011 (Από το Monthly Review Vol 64, No 1)

Source: Data for U.S. from Bureau of Economic Analysis, National Income and Product Accounts, Table 1.1.1. Percent Change from Preceding Period in Real Gross Domestic Product, http://bea.gov/national/nipaweb/SelectTable.asp; Data for Japan and the European Union from World Bank, WDI database, http://databank.worldbank.org.

η δεύτερη με την κρίση υπερσυσσώρευσης και κερδοφορίας του κεφαλαίου της ελληνικής οικονομίας που οφείλεται στον ίδιο μηχανισμό, και η τρίτη με τη δημοσιονομική κρίση του ελληνικού κράτους που οξύνθηκε ιδιαίτερα από τις δύο προηγούμενες πτυχές της κρίσης.      

Αντίθετα, η κρίση δεν είναι δεν οφείλεται ή δεν οφείλεται κυρίως στις παρακάτω διαδεδομένες και στο εσωτερικό της αριστεράς αντιλήψεις για τα αίτια της:

α) Χρηματοπιστωτική/τραπεζική κρίση προερχόμενη από την απληστία και αβλεψία των τραπεζιτών λόγω και της έλλειψης κατάλληλης  ρύθμισης, δηλαδή του φαινομένου της χρηματιστικοποίησης (financialization)  της οικονομίας κατά την τελευταία περίοδο,

β) Δημοσιονομική κρίση με τη μορφή της συσσώρευσης ενός υπέρογκου δημοσίου χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ κυρίως λόγω της υπερεπέκτασης του «σπάταλου κράτους»,

γ) Κρίση που οφείλεται στη συμμετοχή στην ευρωζώνη και απορρέει από τη δομή της ευρωζώνης με κοινό νόμισμα, χωρίς κοινή δημοσιονομική δομή που ευνοεί τις πιο ανταγωνιστικές οικονομίες της ζώνης και επιτείνει τα ανταγωνιστικά τους πλεονεκτήματα απέναντι στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου,

δ) κρίση δυσαναλογιών (disproportionality) που εμφανίζονται αναπόφευκτα σε μια άναρχη ασυντόνιστη καπιταλιστική οικονομία όταν κάποιος τομέας (στην περίπτωση μας ο χρηματοπιστωτικός) επεκτείνεται αδικαιολόγητα σε σχέση με τους υπόλοιπους, παραβιάζοντας τις απαιτούμενες συνθήκες/αναλογίες αναπαραγωγής του συστήματος,

ε) Κρίση του Νεοφιλελευθερισμού που  έχοντας σαν βασικό συστατικό στοιχείο την επίθεση στους μισθούς και τις κοινωνικές παροχές της εργατικής τάξης καθήλωσε την αγοραστική δύναμη της πλειοψηφίας του πληθυσμού δημιουργώντας προβλήματα υποκατανάλωσης ή έλλειψης επαρκούς ενεργού ζήτησης, μια προσέγγιση εστιασμένη στη σφαίρα της κυκλοφορίας και της διανομής. Βέβαια το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα κατασκευάστηκε σαν απάντηση του συστήματος στην προτελευταία κρίση, αυτή των δεκαετιών 1960-70. Έτσι, η τρέχουσα κρίση μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κρίση του νεοφιλελευθερισμού μόνο με την έννοια ότι αποδεικνύεται η οριστική αδυναμία του να λύσει τα προβλήματα της προηγούμενης κρίσης συσσώρευσης κεφαλαίου.                     

Συνεπάγεται ότι η έξοδος από την κρίση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από τις συνταγές που προτείνονται, δηλαδή 

α) την κατάλληλη ρύθμιση ή προσαρμογή του μεγέθους του χρηματοπιστωτικού συστήματος,

β) τη μείωση του δημόσιου τομέα και των ελλειμμάτων του

γ) μια «νέα Ευρώπη» ή ευρωζώνη της αλληλεγγύης, της δημοσιονομικής ενοποίησης, κλπ.,

δ)  την εγκατάλειψη της «νεοφιλελεύθερης λιτότητας» για χάρη ενός νέου σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου, απασχόλησης ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής με άμεσα μέτρα την αύξηση μισθών και κοινωνικών δαπανών ε) περιορισμού της χρηματιστικοποίησης του συστήματος με στροφή στον «παραγωγικό προσανατολισμό».

Στο εσωτερικό λοιπόν της Ελλάδας η κρίση είναι το συνδυασμένο αποτέλεσμα της κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου και της δημοσιονομικής κρίσης δηλαδή μιας (για μια ακόμη φορά) συστημικής αποτυχίας και μιας (αστικής) ταξικής επιτυχίας στη μετα-δημοσιονομική διανομή του εισοδήματος. Η τελευταία αποτελεί την πιο ορατή πλευρά της κρίσης και την αιχμή του δόρατος της επίθεσης κράτους και κεφαλαίου στην εργατική τάξη (στο σύνολό της και όχι μόνο στους μισθωτούς του δημόσιου τομέα όπως θα περίμενε κανείς αν το πρόβλημα ήταν κυρίως δημοσιονομικό) και γι' αυτό χρήζει λεπτομερειακής διερεύνησης και αποσαφήνισης.    

Τι είναι λοιπόν αυτό το τεράστιο δημόσιο χρέος και πως δημιουργήθηκε;  Η εξέταση του κρατικού προϋπολογισμού από ταξική σκοπιά υποδηλώνει κατ' αρχήν ότι συστηματικά δημόσια ελλείμματα και συσσώρευση χρέους μπορούν να προκύψουν από ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω ενδεχόμενα: α) μεγάλες παροχές στην εργατική τάξη β) μεγάλες παροχές στο κεφάλαιο και τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα ή/και μεγάλες δαπάνες για στρατό-αστυνομία-γραφειοκρατία γ) χαμηλή φορολόγηση της εργατικής τάξης και δ) χαμηλή φορολόγηση του κεφαλαίου και των ανώτερων εισοδηματικά στρωμάτων.

Για την πιο πρόσφατη περίοδο 1995-2011 το ελληνικό κράτος κάθε άλλο παρά σπάταλο μπορεί να χαρακτηρισθεί γενικά, καθώς οι δημόσιες δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν 46.6% έναντι 48.0% του μέσου όρου των χωρών της ΕΕ-15. Οι μισθοί των ΔΥ ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν σχεδόν ίσοι με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 11%, ενώ οι δαπάνες στα παραδοσιακά πεδία του κράτους πρόνοιας υστερούσαν του ευρωπαϊκού μέσου όρου κατά 1.7% του ΑΕΠ στην εκπαίδευση, 1.2% στην υγεία και 2.7% στην κοινωνική πρόνοια και προστασία. Αντίθετα, οι δαπάνες για τόκους δημοσίου χρέους στην Ελλάδα ήταν 6.7% του ΑΕΠ δηλαδή κατά 3.2% υψηλότερες του ευρωπαϊκού μέσου όρου ενώ οι στρατιωτικές δαπάνες ήταν 1.2% του ΑΕΠ μεγαλύτερες αντίστοιχα. Να σημειωθεί εδώ ότι οι τόκοι δημοσίου χρέους είναι σχεδόν ίσοι με το δημόσιο έλλειμμα της περιόδου (6.9% του ΑΕΠ) υποδηλώνοντας ότι ο πρωτογενής προϋπολογισμός ήταν ισοσκελισμένος για τα τελευταία δεκαέξι χρόνια.

Αντίθετα, είναι στην πλευρά των φορολογικών εσόδων όπου εντοπίζεται η μεγάλη διαφορά της ελληνικής δημοσιονομικής δομής από την αντίστοιχη ευρωπαϊκή καθώς το σύνολο φόρων και εισφορών στην κοινωνική ασφάλιση στην Ελλάδα υστερεί σημαντικά, κατά 7.2% του ΑΕΠ του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η διαφορά αυτή οφείλεται κυρίως (5.8 ποσοστιαίες μονάδες από τις 7.2 συνολικά) στην εντυπωσιακά χαμηλή φορολόγηση εισοδήματος και πλούτου των μη μισθωτών δηλαδή εκείνου του συνασπισμού κοινωνικών στρωμάτων που στήριξε και στηρίζει το κυρίαρχο πολιτικό μπλοκ εξουσίας σε όλη σχεδόν την περίοδο της μεταπολίτευσης. Καθώς οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα είναι ίσοι με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και οι εισφορές στην κοινωνική ασφάλιση υστερούν μόνο κατά 1.5% του ΑΕΠ του ευρωπαϊκού μέσου όρου είναι σαφές ότι η σημαντική απόκλιση προς τα πάνω του δημοσίου χρέους στην Ελλάδα σε σχέση με την Ευρώπη οφείλεται στην επιτυχία των κυρίαρχων τάξεων να αποποιηθούν τα φορολογικά βάρη που τους αντιστοιχούν. Σημαντικό ρόλο σε αυτήν την καθαρά ταξική επιτυχία έχει παίξει η εμπέδωση και κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας με την αποστροφή της για τους φόρους αλλά και οτιδήποτε συλλογικό, με τη διαφορά βέβαια ότι η ιδιαίτερα χαμηλή φορολόγηση αφορούσε μόνο συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες ισχυρών και σε καμία περίπτωση την εργατική τάξη. Το αποκορύφωμα αυτής της συνεχιζόμενης επίθεσης και ενδεικτικό του βαθμού της ιδεολογικής υπεροχής του αστισμού ακόμη και στο χειρότερο σημείο της κρίσης είναι τα τρέχοντα σχέδια για περαιτέρω μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων και των εισοδημάτων άνω των 100.000 ευρώ με παράλληλη αύξηση της φορολογίας ολόκληρου σχεδόν του υπόλοιπου πληθυσμού.. Με βάση τα παραπάνω θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι μια «δημοσιονομική προσαρμογή» που και κοινωνικά δίκαιη θα ήταν και θα αναγνώριζε τα αίτια της δημιουργίας του υπέρογκου δημόσιου χρέους θα μείωνε τις στρατιωτικές δαπάνες τουλάχιστον κατά 1% του ΑΕΠ, θα αύξανε τη φορολογία εισοδήματος και πλούτου των μη μισθωτών καθώς και τους φόρους κερδών των Α.Ε. κατά 4-5% του ΑΕΠ και ή θα προχωρούσε σε παύση πληρωμών για τόκους και χρεολύσια (6-7% του ΑΕΠ) ή θα τα μείωνε στον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 3%. 

Εξετάζοντας το ταξικό πρόσημο του κρατικού προϋπολογισμού από μια άλλη σκοπιά βρίσκουμε ότι ο καθαρός κοινωνικός μισθός δηλαδή η διαφορά ανάμεσα στις κάθε είδους κρατικές μεταβιβάσεις και παροχές σε είδος προς την εργατική τάξη (δαπάνες για υγεία, παιδεία, πολιτισμό, αναψυχή, στέγαση, συντάξεις μισθωτών, επιδόματα ανεργίας, προνοιακά επιδόματα, και όλες οι άλλες δαπάνες που αποτελούν οφέλη της εργατικής τάξης) και τους φόρους που πληρώνει σε ετήσια βάση (φόροι προσωπικού εισοδήματος, εισφορές στην κοινωνική ασφάλιση, έμμεσοι φόροι, φόροι ακίνητης περιουσίας, για άδειες, κλπ) ήταν συστηματικά αρνητικός για ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο και εδικά για τα έτη 1995-2011ήταν κατά μέσο όρο 5.3% του ΑΕΠ. Η εργατική τάξη επιδοτεί το κράτος και πιθανά και το κεφάλαιο. Το δημόσιο χρέος δεν έχει σε τίποτα να κάνει με καθαρά οφέλη της εργατικής τάξης από το κράτος, αντίθετα έχει προκύψει κυρίως από τη χαμηλή φορολόγηση κεφαλαίου και πλούσιων στρωμάτων παρά τη «φορολογική εκμετάλλευση» των μισθωτών. Το πρωτογενές έλλειμμα του προϋπολογισμού για την περίοδο αυτή είναι μηδενικό μόνο χάρη στην καθαρή επιδότηση του κρατικού προϋπολογισμού από την εργατική τάξη. 

Το πολιτικό παρεπόμενο όλων των παραπάνω για μια κυβέρνηση που εκφράζει τα λαϊκά συμφέροντα είναι είτε η ολική άρνηση του χρέους και η παύση πληρωμών, είτε η προσπάθεια να εξυπηρετηθεί αποκλειστικά από τα εισοδήματα και κυρίως τον πλούτο εκείνων των κοινωνικών στρωμάτων και τάξεων που είναι υπεύθυνα για τη δημιουργία του. 

Στην πράξη βέβαια η ιδεολογική υπεροχή του αστισμού, η κατάσταση του εργατικού κινήματος και οι θεωρητικές αδυναμίες της αριστεράς που είχαν οδηγήσει σε υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων του συστήματος έστρωσαν το δρόμο για την επανάληψη του σκηνικού μέσω του οποίου επιχειρήθηκε η έξοδος από την κρίση της δεκαετίας του 1970. Όπως τότε που οι ψηλοί μισθοί και οι μεγάλες κοινωνικές παροχές ενοχοποιήθηκαν ως οι βασικές αιτίες της κρίσης έτσι και τώρα έπειτα από την αρχική αμηχανία και τις κατηγορίες εναντίον του «άπληστου» και αναποτελεσματικού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των εκπροσώπων του, η αντεπίθεση του συστήματος χωρίς ισχυρή αντίσταση πήρε πάλι τη μορφή της μείωσης μισθών και κοινωνικών παροχών, της μεγάλης αύξησης της ανεργίας έτσι ώστε η αύξηση του ποσοστού υπεραξίας να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερη.  Η δραματική μείωση της ζήτησης που προέκυψε μαζί με την εκμηδένιση των επενδύσεων λόγω της χαμηλής κερδοφορίας δημιούργησε συνθήκες «Μεγάλης Ύφεσης» βάζοντας σε κίνδυνο την ίδια την αναπαραγωγή του ελληνικού καπιταλισμού. Έτσι, η κρίση χρέους έγινε η αφορμή και το όπλο για το επιχείρημα της ριζικής καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. η  προσπάθεια για μείωση των δημόσιων ελλειμμάτων και του χρέους σε συνθήκες διεθνούς ύφεσης και κρίσης πήρε τη μορφή επίθεσης ενάντια κύρια στο εισόδημα και τις εργασιακές συνθήκες της εργατικής τάξης αλλά και στις πιο αδύναμες μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου με σκοπό να ενεργοποιηθούν οι «εκκαθαριστικές λειτουργίες» της κρίσης σε όφελος κυρίως του ξένου ευρωπαϊκού κεφαλαίου το οποίο με τη θεσμοθέτηση και την εγκατάσταση των ειδικών οικονομικών ζωνών σχεδιάζει να μετατρέψει την Ελλάδα και ολόκληρο το Μεσογειακό Νότο σε αποθήκη εφεδρικού στρατού εργασίας, υπερεκμετάλλευσης και παραδειγματισμού και εκφοβισμού για την εργατική τάξη των χωρών του ευρωπαϊκού κέντρου.

Το ότι η συνταγή του διεθνούς κεφαλαίου και των εγχώριων συμμάχων του για τη μείωση του χρέους προφανώς και δεν το μειώνει, το αντίθετο μάλιστα, δεν έχει να κάνει ούτε με λαθεμένες πολιτικές ούτε με νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες αλλά με το βασικό σχέδιο των κυρίαρχων κύκλων που προσπαθεί να ανιχνεύσει την έξοδο από την κρίση με την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος συσσώρευσης ακόμη πιο βάρβαρου από την εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού που έχουμε γνωρίσει.

Η Αριστερά και το εργατικό κίνημα οφείλουν να αναγνωρίσουν το βάθος, την έκταση  αλλά και την ακριβή φύση της τρέχουσας κρίσης. Οι όποιες πρόχειρες εκκλήσεις και υποσχέσεις για «ανάπτυξη» εκστομίζονται από τους πολιτικούς εκπροσώπους των κυρίαρχων τάξεων αποσκοπούν απλώς στο να κερδηθεί χρόνος, παραγνωρίζοντας τη σοβαρότητα της δομικής κρίσης και τις δυσκολίες αναπαραγωγής του ελληνικού καπιταλισμού αλλά και της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας που βάζει έτσι κι αλλιώς σοβαρούς περιορισμούς στην όποια ελληνική προσπάθεια εξόδου από την κρίση στο πλαίσιο του συστήματος. Η απάντηση της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς πρέπει να βασίζεται στη δική της ξεχωριστή ανάγνωση της ιστορικής συγκυρίας. Ξεχωρίζοντας τις μορφές εκδήλωσης της κρίσης στη χρηματοπιστωτική/τραπεζική που απαιτεί την εθνικοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, στη δημοσιονομική, που νομιμοποιεί την άρνηση του χρέους από μια εργατική κυβέρνηση, και στη δομική κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου που έχει δείξει για μια ακόμη φορά την αναποτελεσματικότητα και τον ανορθολογισμό της υφιστάμενης κοινωνικοοικονομικής οργάνωσης πρέπει να προχωρήσει στην αμφισβήτησή της και στη ρήξη ιδεολογικά, κοινωνικά και πολιτικά με το σύστημα που έχει αρχίσει να δείχνει τα ιστορικά του όρια.

Σημείωση: Στηρίζεται στην εισήγηση στην εκδήλωση του Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής για το Σχέδιο Β.

[1] Διδάσκει στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών

ΠΗΓΗ: Mon, 2012-11-05, http://aristeroblog.gr/node/1130

Όταν αφοπλίζεσαι – του Γιάννη Ποτ.

Όταν αφοπλίζεσαι

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου


Όταν αφοπλίζεσαι
οι εχθροί σου φορούν
το προσωπείο του φίλου
σε χτυπούν στην πλάτη
και χαμογελώντας σε παρηγορούν
Λένε πως δεν έφταιγες εσύ
αλλά οι στόχοι σου
 που ήταν ακραίοι και ανέφικτοι

Όταν αφοπλίζεσαι
Οι εχθροί που έγιναν φίλοι σου
ψάχνουν τα τιμαλφή σου
σκυλεύουν τις ιδέες σου
λοιδορούν τα όνειρά σου

Όταν αφοπλίζεσαι
Οι εχθροί σου που έγιναν φίλοι
 συστήνουν
τις αναγκαίες προσαρμογές
 στην πραγματικότητα
Συμβουλεύουν θυσίες και ευελιξία
κι αγάλι αγάλι χωρίς εξάρσεις
με βήματα μικρά να προχωράς
  να μη τρομάξει ο λαός

Όταν αφοπλίζεσαι
Οι εχθροί σου που έγιναν φίλοι
  μειλίχιοι συμβουλεύουν
 την υποταγή σου

1 Νοεμβρίου 2012, Γιάννης Ποταμιάνος

Σκέψεις: η ψευδεπίγραφη χριστιανικότητα του φασισμού

«Η γυναίκα Ιεζάβελ»: Σκέψεις πάνω στην ψευδεπίγραφη χριστιανικότητα του φασισμού…

 

Των Μιλτιάδη Κωνσταντίνου & Ευσταθίου Χ. Λιανού Λιάντη


Αλλά έχω κατά σου ολίγα, ότι αφείς την γυναίκά Ιεζάβελ,

η λέγει εαυτήν προφήτιν, και διδάσκει και πλανά τους εμούς δούλους

Αποκ. 2,20

 

Οφείλουμε να ξεκινήσουμε το παρόν άρθρο με μία έμπονη ιστορική παραδοχή: Οι μεγάλες χριστιανικές ομολογίες της Ευρώπης δεν αντιστάθηκαν στον φασισμό και τον ναζισμό, τον καιρό που αυτά τα ιδεολογήματα είχαν καταστεί κυρίαρχες κρατικές ιδεολογίες. Δεν προέταξαν τον σταυρωμένο Χριστό έναντι των φασκών και της σβάστικας, ούτε έθεσαν τον λόγο του Ευαγγελίου σε αντιδιαστολή με τα κηρύγματα μίσους των φασιστών. Σιώπησαν, συμπορεύτηκαν, ευλόγησαν, αλλά δεν αντιτάχθηκαν. Και αυτό αποτέλεσε και θα αποτελεί για πάντα μια σελίδα ντροπής για τα κυρίαρχα χριστιανικά ιερατεία εκείνων των δίσεκτων χρόνων.

Όμως, Εκκλησία δεν είναι (μόνον) τα ιεραρχικά σώματα και η διοίκηση· Εκκλησία είναι, κυρίως, οι άγιοι και οι μάρτυρες της κάθε εποχής. Στο αίμα των μαρτύρων της θεμελιώθηκε και θεμελιώνεται αιώνια η Εκκλησία, και οι χριστιανοί, που ομολόγησαν την αλήθεια του Χριστού και διώχθηκαν, φυλακίσθηκαν και εξοντώθηκαν από τον φασισμό, είναι η σύγχρονη δόξα της. Όπως πάντα συνέβαινε στην Ιστορία, η χριστιανική αλήθεια επαληθευόταν στη γενναιότητα και το μαρτύριο των λίγων.

Καμία χριστιανική ομολογία δεν θέλει σήμερα να θυμάται τους συνεργάτες των ναζιστών, ούτε, επίσης, να αποδέχεται χωρίς κριτήρια αληθείας την άτολμη συγγνώμη των μελών της που τους υποστήριξαν. Όλοι, ή σχεδόν όλοι, αν σκεφθούμε την ιδιόμορφη περίπτωση του καρδινάλιου Stepinac, έχουν καταδικασθεί στην απαξίωση της λησμονιάς. Και θα πίστευε κανείς, ότι μετά την αποκάλυψη των τερατωδών εγκλημάτων του φασισμού κατά αμάχων μειονοτήτων και του Ολοκαυτώματος στην ολότητά του, ο χριστιανικός κόσμος διέγραψε οριστικά κάθε ιδεολογικό συσχετισμό ή συμπάθεια προς αυτόν. Για κάποιους, όμως, υφίσταται ακόμα η «κρυφή γοητεία» του φασισμού.

Παρά την εγγενή αντιχριστιανικότητά του, ο φασισμός ασκεί έλξη προς τα συντηρητικά ακροατήρια ως ένα κίνημα που εκμεταλλεύεται τραντισιοναλιστικές αξίες και «θεοποιεί» την έννοια του έθνους, και, άρα, το υπερεγώ ενός λαού, καταξιώνοντας το κοινωνικό υποκείμενο, επειδή και μόνον ανήκει σε μία ορισμένη φυλετική ομάδα. Σε αυτά τα σημεία έγκεινται οι κύριες αντιστοιχίες του με τις idées fixes ενός μέρους της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, το οποίο αφήνοντας κατά μέρος την πανανθρώπινη προοπτική του χριστιανικού μηνύματος και τη ριζοσπαστική ισότητα, που εξήγγειλαν ο Χριστός και οι μαθητές του, επαναλαμβάνει τα ιστορικά processus και, εντελώς αυθαίρετα, προτιμά να περικλείσει την Εκκλησία στα όρια του έθνους-κράτους, στρέφοντάς τη εχθρικά προς τον ξένο, τον ανόμοιο. Κι εδώ εμφανίζεται η αντινομία και η ματαίωση της χριστιανικής ταυτότητας, τουλάχιστον του συνειδητού μέλους της Εκκλησίας, τη στιγμή που υιοθετεί τον φασισμό.

Όταν στα 1933 την εύθραυστη δημοκρατία της Βαϊμάρης διαδέχθηκε ο ναζιστικός ολοκληρωτισμός, οι εθνικοσοσιαλιστές θεωρητικοί προσπάθησαν να κατασκευάσουν μια ψευδεπίγραφη χριστιανική ομολογία, η οποία θα εξυπηρετούσε τη φασιστική κρατική μηχανή. Οι κύριοι άξονες αυτού που ονόμασαν «θετικό χριστιανισμό» ακύρωναν, ουσιαστικά, τις βασικές αρχές της χριστιανικής πίστης, αντικαθιστώντας τη με ένα ρατσιστικό, νεο-παγανιστικό μόρφωμα, που χρησιμοποιούσε κατ' επίφαση το όνομα του Χριστού. Ως στόχους τους διακήρυξαν την απόρριψη της Παλαιάς Διαθήκης ως χριστιανικού συγγράμματος και την «απο-εβραιοποίηση» της Καινής Διαθήκης (ειδικότερα του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου και των Παύλειων Επιστολών)· την επιβολή της θέσης για εκπλήρωση της Μεταρρύθμισης στο «μεσσιανικό» πρόσωπο του Αδόλφου Χίτλερ· τη φυλετική ταυτοποίηση του Ιησού ως Άριου, και την εισαγωγή αρχαίων γερμανικών παραδόσεων και δρυϊδικών μύθων σε αντικατάσταση των ιουδαϊκών στοιχείων του χριστιανισμού.

Σε αυτές τις θέσεις, αλλά και στη δημιουργία της Reichskirche, της ναζιστικής «εκκλησίας», αντέδρασε μια μικρή μερίδα Γερμανών ιερωμένων, θεολόγων και πιστών, που συγκρότησε την Bekennende Kirche (Ομολογούσα Εκκλησία) σε μια προσπάθεια να αντισταθεί στον εκφασισμό της προτεσταντικής ομολογίας. Στη Διακήρυξη Πίστεως του Barmen οι ηγέτες της Bekennende Kirche σημείωναν: «Απορρίπτουμε το ψευδές δόγμα ότι η Εκκλησία με ανθρώπινη αλαζονεία μπορεί να θέσει τον Λόγο και το έργο του Κυρίου στην υπηρεσία οποιωνδήποτε αυθαίρετα επιλεγμένων επιθυμιών, επιδιώξεων και σχεδίων». Οι ηγετικές φυσιογνωμίες της μικρής αυτής χριστιανικής ομάδας εξορίσθηκαν, οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και ορισμένοι εκτελέσθηκαν εκεί μέχρι το τέλος του Πολέμου. Από αυτούς ξεχώρισαν, για τη ρωμαλεότητα του πνεύματός τους, ο μεγάλος Karl Barth και ο «μάρτυρας» Dietrich Bonhoeffer. Αλλά, ακόμα, και η κατοπινή δικαίωση της χριστιανικής αντίστασης δεν ήταν πλήρης, μιας και ποτέ δεν αποδόθηκαν ευθύνες στα μέλη της Εκκλησίας, τον απλό λαό, που απορρίπτοντας τη χριστιανική αγάπη, αγάπησε ένα μεταφυσικό «εγώ» του έθνους ή της φυλής.

Ο χριστιανισμός μπορεί να είναι αληθινός μόνον όταν επιλέγεται, υφίσταται και διακονείται με απόλυτη ελευθερία και εμπνέεται από την αγάπη, όπως την περιέγραψε εν ανθηρώ έλληνι λόγω ο Παύλος. Οποιαδήποτε άλλη μορφή του είναι ψευδεπίγραφη, γιατί αμαυρώνει την εικόνα του ανθρώπου ως δημιουργήματος της αγάπης του Θεού και ακυρώνει την προοπτική του στην έκφραση της λυτρωτικής, αγαπητικής θυσίας του Λόγου. Ο φασισμός δεν μπορεί να συμβαδίσει μ' αυτή την ελευθερία της αγάπης –ούτε και με την ελευθερία της έκφρασης και της συνείδησης-, και για τούτο δεν μπορεί να είναι χριστιανικός. Η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού, όταν δέχεται και αγκαλιάζει τους πάντες, και εδώ είναι χαρακτηριστική η θέση των Πατέρων, που ακόμα και αυτούς οι οποίοι συνειδητά θέτουν τον εαυτό τους εκτός Εκκλησίας, δεν τους θεωρούν υπενάντιους αλλά «εν δυνάμει» μέλη της. Ο φασισμός δρα, πάντοτε, αποκλείοντας ένα κοινωνικό σύνολο, παρουσιάζοντάς το ως «εχθρικό», προκειμένου να διεγείρει πάθη και ένστικτα αυτοσυντήρησης και να συσπειρώσει τους οπαδούς του. Η Εκκλησία – η πραγματική και ακέραια – αγκαλιάζει τους εχθρούς της· ο φασισμός κατασκευάζει τους εχθρούς του και, έπειτα, τους εκτελεί.

Στο εξαιρετικής ποιητικότητας ιδιόμελο που ψάλεται στην εκφορά του Επιταφίου τη Μεγάλη Παρασκευή, ο Αριμαθαίος Ιωσήφ εμφανίζεται να παρακαλεί τον Πιλάτο να του παραδώσει το νεκρό σώμα του Ιησού με τα παρακάτω λόγια: «Δος μοι τούτον τον ξένον, τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω. Δος μοι τούτον τον ξένον, ον ομόφυλοι, μισούντες θανατούσιν ως ξένον». Ο πρώτος ξένος της χριστιανοσύνης είναι ο ίδιος ο Χριστός· αυτός που στην επίγεια ζωή του υπήρξε πρόσφυγας, διωκόμενος, πολιτικός κατάδικος, και πέθανε ως εγκληματίας στον σταυρό, μιλώντας για τη δική του «βασιλεία» σ' έναν ληστή.

Ο ξένος, ο «άλλος», ο διαφορετικός είναι πρόσωπο ιερό μέσα στον ζωντανό εκκλησιαστικό οργανισμό. Είναι αυτός που η κοινότητα των πιστών θα βοηθήσει και θα αγκαλιάσει σαν να είναι ο Χριστός, όπως Εκείνος είπε: «ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός, και περιεβάλετέ με, ησθένησα, και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην, και ήλθετε προς με [] αμήν λέγω υμίν, εφ' όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Μπορεί αυτή η πρακτική αποδοχής και ενεργού συμπαράστασης προς τον ξένο να συνυπάρξει με το αβυσσαλέο μίσος και τη βία, που ασκεί ο φασισμός;

Σήμερα, που ο φασισμός εμφανίζεται και πάλι στον κοινωνικό χάρτη, απειλώντας τον «συν-άνθρωπο» οι ηγεσίες των Εκκλησιών δεν πρέπει να σιωπήσουν. Η επανάληψη του λάθους του Μεσοπολέμου και η ποιμαντική αδιαφορία θα οδηγήσει σε δεινή απαξίωση των εκκλησιαστικών ταγών και, ίσως, του ίδιου του χριστιανισμού. Άλλωστε, η Ορθοδοξία, που είναι η κυρίαρχη πίστη στον τόπο μας, δοξάσθηκε όταν ταύτισε τον λόγο της με το δίκαιο του αδύναμου, όταν επέλεξε να είναι διωκόμενη για την αλήθεια. Όπως ωραία το περιγράφει ο Φώτης Κόντογλου σ' ένα διήγημά του: «Η ορθοδοξία τότες ήτανε σαν και κείνη τη μάνα τη βασανισμένη, που την πονάνε τα παιδιά της πιότερο, παρά σαν είναι καλοπερασμένη. Αγάπη αληθινή είναι μονάχα κείνη πούνε πονεμένη αγάπη, απάνου σε τέτοιαν αγάπη θεμέλιωσε ο Χριστός τη γλυκιά την πίστη του».

[Συζήτηση και σχόλια για το άρθρο στο ιστολόγιο των Ενθεμάτων]

* Ο Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι καθηγητής στο Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ. Ο Ευστάθιος Χ. Λιανός Λιάντης είναι θεολόγος, επιμελητής εκδόσεων, υπ. δρ. στο ΑΠΘ.

ΠΗΓΗ: Ημερομηνία δημοσίευσης: 04/11/2012,  http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=725536

Ευαγγέλιο: βίωση της αποφατικής ψηλάφησής του

Από την ιδεολογική και δικανική, φαντασιακά, ερμηνεία του ευαγγελίου, στη βίωση της αποφατικής ψηλάφησης του

 

Του π. Δημητρίου Θεοφίλου [M. D.]

 

 

Είναι παρήγορο και ελπιδοφόρο το γεγονός ότι για πρώτη φορά στην νεώτερη ελληνική ιστορία έλληνες ιεράρχες, με μαζικότητα και κατηγορηματικότητα (εξαιρώντας φυσικά κάποιες αμετανόητες γραφικές πλέον περιπτώσεις), καταδικάζουν απερίφραστα το φασισμό και τα παράγωγά του στον ελλαδικό χώρο. Σε περιόδους κρίσεων και παρακμής ευδοκιμούν ακραία φαινόμενα είτε πολιτικής είτε θρησκευτικής προέλευσης. Δεν είναι τυχαίο πως ο φονταμενταλισμός στις διαφορετικές θρησκευτικές εκδοχές του (χριστιανική, ισλαμική, ιουδαϊκή),, συναντιέται και συνοδοιπορεί αντάμα με τον φασισμό.

Και οι δύο αυτές ακραίες τάσεις, αν αναλυθούν από ψυχολογική άποψη θα οδηγηθούμε στο ίδιο συμπέρασμα, σχετικά με την δημιουργία και την διατήρηση, τέτοιων και παρόμοιων, δυσπροσάρμοστων και αντικοινωνικών δράσεων και συμπεριφορών, που ενώ δρουν στο σκοτεινό παρασκήνιο της κοινωνίας και της ζωής διεκδικούν όλο και περισσότερο συχνά πυκνά τον τελευταίο καιρό, να «πατούν» σε κάποια αφορμή και να ξεπροβάλλουν από τις «αραχνώδεις» σπηλιές τους  και τα «ανήλια υποσυνείδητα» υπόγεια τους. Είναι διαπιστωμένες καταστάσεις διαταραχής που μετεξελίσσεται και μεταλλάσσεται σε σύνδρομο «σωτηρίας» του κόσμου, της πατρίδας, της πίστης, της οικογένειας.

Η ιδεολογικοποίηση του ευαγγελίου, και η μετατροπή της εκκλησίας από βίωση ορθόδοξης εμπειρίας και αποφατικής ψηλάφησης (η ψηλάφηση του Θωμά αποτελεί ένα τέτοιο διαπιστωμένο γεγονός), σε εγχειρίδιο κανονικού και ποινικού δικαίου  παραπέμπουν σε μια παραχαραγμένη «εκκλησιολογία» εξατομικευμένης ιδιωτικής θρησκευτικότητας, που όταν όλη αυτή η έκπτωση και εκτροπή  συναντήσει το «βρικόλακα» του φασισμού με ταυτόχρονο έλλειμμα θεολογικής αυτοσυνειδησίας και ιστορικής μνήμης, επιτρέπει στη συγκεκριμένη συγχρονία, να δημιουργηθεί ένα εκρηκτικό μίγμα μέσα σε ένα εξαιρετικά παθογόνο  περιβάλλον, που θυμίζει ένα σπίτι γεμάτο με υγραέριο και κάποιον να προσπαθεί να ανάψει ένα σπίρτο για να φωτιστεί «δήθεν» το σπίτι. Οι όποιες διαπιστώσεις και επισημάνσεις όμως, θα ήταν στείρες και ατελέσφορες, αν έμεναν στο διαγνωστικό επίπεδο, δίχως θέσεις και προτάσεις θεραπείας και αποκατάστασης. Η κοινωνία και η ζωή μας τούτη την ώρα την δύσκολη και κρίσιμη συνάμα, το τελευταίο που θα είχε να κάμει θα ήταν «μνημόσυνα» του ένδοξου παρελθόντος της, θα ήταν να ομφαλοσκοπεί υπνωτισμένη στο χθες και το πριν.

Η κοινωνία μας καλείται να δώσει «εξετάσεις» για το αύριο και το μετά, σε «άγνωστο κείμενο» που δεν διδάχθηκε ποτέ, σε ύλη που όταν διδάσκονταν  εμείς κάναμε «σκασιαρχείο» στις καφετέριες και την «dolce vita». Είναι μπροστά σε μια διαχείριση κρίσης, ασύμμετρα μεγαλύτερης, από αυτή που φαντάζονταν, ακόμα και στους χειρότερους εφιάλτες της και χρειάζεται «εδώ και τώρα» λήψη άμεσων μέτρων και αποφάσεων αυτοσυνειδησίας και αυτοεπίγνωσης, σταματώντας να αναζητεί «αποδιοπομπαίους τράγους» που θα τους φορτώσει της κάθε λογής και εποχής ανομίες και αμαρτίες της, αρνούμενη με επίταση να μετατραπεί η ζωή μας σε αρένα που διψάει για αίμα (habitare – to iuguolo)  και πεδίο σκοποβολής που ο ένας θα «στοχεύει» και θα «πυροβολεί» τον άλλο. Δεν μας φταίει η τύχη μας, οι οικονομικές συνθήκες, οι τράπεζες, το ΔΝΤ, η ΕΕ, οι ξένοι γενικώς ή οι μετανάστες ειδικώς, οι πολιτικοί, οι πολιτικές ή οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί και να υποθέσει ο καθένας με ρεαλιστικά ή εξωπραγματικά κριτήρια. Ένας και μοναδικός είναι ο αίτιος, ο εαυτός μας, αν δεν περάσουμε σε μια «μεταπολίτευση» από την ασύστολη δικτατορία του «εγώ» μας, Θεού πρόσωπο δεν πρόκειται να δούμε.

Αν δεν δικάσουμε και καταδικάσουμε τον εαυτό μας για πράξεις και για παραλείψεις ιδιαζόντως ειδεχθείς που μπορεί να είναι αργά μα ίσως και νωρίς, δεν έχουμε ελπίδα να αποτελματωθεί και να εξυγιανθεί η ζωή και η κοινωνία μας. Αν δεν αλλάξουμε, δεν μετανιώσουμε για τα διαγνωσμένα λάθη και πάθη μας, αναγνωρίζοντας ως κύριο υπαίτιο για τα χάλια και την κατάντια μας, τον εαυτό μας, μέσα από μια ειλικρινή αυτοκριτική, δεν έχουμε ελπίδα σωτηρίας (όλες οι πόρτες κινδύνου έχουν σφραγιστεί μην το ξεχνάς…), ούτε με τη φυσική αλλά ούτε με τη μεταφυσική έννοια του όρου.

 

ΠΗΓΗ: Ημ. Δημοσίευσης: Nov 3, 2012, http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=10944

 

ΥΓ: Το αρθρο δημοσιευεται με αδεια του υπ. της ιστοσελίδας της πηγης.

Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα της αριστεράς

Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα της αριστεράς

 

Του Πάνου Παπανικολάου

 

 

Βαρίδια από το παρελθόν που ταλαιπωρούν την ρεφορμιστική αριστερά, με αντανάκλαση και στην αντικαπιταλιστική πτέρυγα, σε μια εποχή «ή του ύψους ή του βάθους» όπως η σημερινή που μπορεί να οδηγήσει γρήγορα είτε σε επαναστατική ρωγμή ή σε στρατηγική ήττα.

1) Η κοινοβουλευτική αποχαύνωση.

Την ίδια στιγμή που καταρρέουν με εκκωφαντικό τρόπο στα μάτια της κοινωνικής πλειοψηφίας όλα τα στερεότυπα και τα ιδεολογήματα του αστικού κοινοβουλευτισμού, η αριστερά όχι μόνο δεν κάνει το αποφασιστικό βήμα από εργατική – επαναστατική σκοπιά, δηλαδή να κάνει μαζικό αίτημα πάλης την ανατροπή του σάπιου πολιτεύματος και την αντικατάστασή του από θεσμούς άμεσης εργατικής δημοκρατίας, αλλά αντίθετα το … «υπερασπίζεται» ενάντια στην «υποβάθμισή» του από τις «μνημονιακές κυβερνήσεις» !.

Και αυτό σε μια περίοδο που από την μία η σήψη του αστικού κοινοβουλευτισμού αλλά και ο ταξικός του χαρακτήρας βγαίνουν στην επιφάνεια με αποκαλυπτικό τρόπο (σκάνδαλα, χρηματισμός, λίστες κλπ) ενώ από την άλλη στο λαϊκό κίνημα ωριμάζει η προοπτική της άμεσης δημοκρατίας (π.χ. λαϊκές συνελεύσεις στο Σύνταγμα και γενικά στις πλατείες).

Έτσι, η αριστερά αντί να αποτελεί την συγκροτημένη, ταξική, ριζοσπαστική πτέρυγα του λαϊκού αντικοινοβουλευτικού αισθήματος, φαντάζει σαν μέρος του πολιτικού συστήματος αφήνοντας ανοικτό το πεδίο στην συντηρητική και ακροδεξιά προπαγάνδα. Η αντικαπιταλιστική αριστερά, το ΝΑΡ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, πρέπει τολμηρά και επειγόντως να βάλουν στην κορυφή της πολιτικής τους αντζέντας την διεκδίκηση ανατροπής του αστικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και την αντικατάστασή του από θεσμούς άμεσης δημοκρατίας (ηλεκτρονικά δημοψηφίσματα, λαϊκή εθνοσυνέλευση, λαϊκές συνελεύσεις στις γειτονιές και τους χώρους εργασίας κλπ) που θα συγκεντρώνουν στα χέρια τους όλη την εξουσία – νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική.

2) Η ευρωλαγνεία.

Ενώ η χούντα κεφαλαίου – ΕΕ – ΔΝΤ – τρικομματικής συγκυβέρνησης διαρκώς εξαπολύει τον γνωστό εκβιασμό («ή αυτή η πολιτική ή αλλιώς έξω από το ευρώ») η αριστερά αντί να σηκώσει τολμηρά το «γάντι» που πετά ο αντίπαλος και να του το επιστρέψει «στα μούτρα», διαρκώς υπεκφεύγει και δίνει την εντύπωση πως «μασάει» στον εκβιασμό. Πρώτα και κύρια η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ με το σχήμα «αυτή η αντιλαϊκή πολιτική είναι που θα μας πετάξει έξω από το ευρώ» (το οποίο εμείς το θέλουμε, όπως προκύπτει αυτονόητα). Στη συνέχεια το αριστερό ρεύμα του ΣΥΝ και συνιστώσες όπως η ΚΟΕ και η ΔΕΑ που τρέχουν να … εξαφανίσουν πρόσφατες τοποθετήσεις τους υπέρ της εξόδου από την ευρωζώνη για να «προστατεύσουν» την ηγεσία από την πολεμική των καθεστωτικών δυνάμεων.

Έπειτα το ΚΚΕ, που ενώ έχει αντι – ΕΕ φρασεολογία παραπέμπει το αίτημα εξόδου από την ευρωζώνη στην στρατηγική θέση εξόδου από την ΕΕ στα πλαίσια συνολικής αντιμονοπωλιακής διεξόδου και δεν το προκρίνει σαν αυτοτελές σημερινό πεδίο ταξικής πάλης.

Τέλος δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που επίσης μιλούν γενικά και αόριστα για «ρήξη» με το ευρώ και όχι για ΜΟΝΟΜΕΡΗ ΕΞΟΔΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ ΑΜΕΣΑ ΜΕ ΛΑΪΚΗ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ. Έτσι, δίνεται το δικαίωμα στα κυβερνητικά στελέχη και στα καθεστωτικά ΜΜΕ να προπαγανδίζουν καθημερινά τον εκβιασμό, τονίζοντας πως «σε μια επτακομματική βουλή που εκφράζει όλο το πολιτικό φάσμα, κανένας δεν θέτει θέμα εξόδου από την ευρωζώνη» (π.χ. Βορίδης στην ΕΡΤ 3, 19-10).

Κοντά στα άλλα, έτσι συγκαλύπτεται ο φιλοσυστημικός ρόλος της ακροδεξιάς που φυσικά δεν λέει κουβέντα για ευρώ και ΕΕ. Η αντικαπιταλιστική αριστερά πρέπει άμεσα να αναβαθμίσει την υπάρχουσα «πρωτοβουλία ενάντια στο ευρώ και στην ΕΕ» σε ΜΑΖΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ – ΚΙΝΗΜΑ, που από την μια θα αναδεικνύει τον αντιδραστικό – ταξικό χαρακτήρα της ΕΕ και από την άλλη θα προωθεί το αίτημα μονομερούς εξόδου από την ευρωζώνη, περιγράφοντας πλήρως και πρακτικά τους όρους με τους οποίους αυτό μπορεί να γίνει πράξη. Στο μέτωπο – κίνημα αυτό φυσικά έχουν θέση δυνάμεις προερχόμενες από το «μέτωπο ΑΑ» ή αποχωρήσαντες από το ΕΠΑΜ κλπ, αλλά φυσικά με αίτημα την άμεση έξοδο από την ευρωζώνη και όχι τη θολή «ρήξη με το ευρώ και την ΕΕ».

3) Η περί των εκλογών αυταπάτη.

Στις εκλογές του Ιουνίου αναδείχτηκε ένα πολύ επικίνδυνο και ανησυχητικό φαινόμενο : η ιδεολογική συριζοποίηση του κόσμου της αριστεράς. Η αυταπάτη της άμεσης εκλογικής – κυβερνητικής λύσης κυριάρχησε συντριπτικά, με αποτέλεσμα ένας στους δύο ψηφοφόρους του ΚΚΕ και δύο στους τρεις ψηφοφόρους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (σε σχέση με τον Μάϊο) να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ. Και αυτό σε μια αριστερά όπως η ελληνική που είχε δώσει για δεκαετίες σκληρό αγώνα ενάντια στην εκλογικίστικη λογική του «μικρότερου κακού» στην διακυβέρνηση … Σήμερα, τέσσερεις μήνες μετά, δεν έχει γίνει κανένα σοβαρό βήμα για τον απεγκλωβισμό της αγωνιστικής αριστερής συνείδησης από τον αστικό εκλογικό κρετινισμό.

Ο ΣΥΡΙΖΑ καλλιεργεί την προοπτική του «ώριμου φρούτου», φαντασιώνεται την ομαλή εκλογική μετάβαση και αδυνατεί να μετασχηματίσει την γενική εκλογική επιρροή σε δυναμική οργανωτική συγκρότηση. Η πολιτική αυτή υπνηλία εκφράζεται και στην αντικαπιταλιστική αριστερά, που με τη σειρά της αδυνατεί να μετασχηματίσει σε επαναστατική – πολιτική συγκρότηση την συνδικαλιστική της επιρροή.

Αντίθετα οι καθεστωτικές δυνάμεις ανασυγκροτούνται με ταχύτατους ρυθμούς. Κατ' αρχήν, Οικοδομείται ένα πανίσχυρο ολοκληρωτικό κράτος και από κοντά του ένα ισχυρό ακροδεξιό παρακράτος με αλληλοδιαπλεκόμενους μηχανισμούς καταστολής, τρομοκρατίας και προβοκάτσιας. Το σύμπλεγμα εξουσίας – ΜΜΕ προπαγανδίζει τόσο ασύστολα την κυρίαρχη πολιτική, ώστε καθημερινά και ο πιο δύσπιστος διαπιστώνει την ύπαρξη ενιαίου κέντρου καθοδήγησης με 24ωρη λειτουργία. Το κόμμα της ΝΔ με δόλωμα την «κουτάλα» της εξουσίας ξαναφτιάχνει τους μηχανισμούς του, σε αγαστή συνεργασία με το μεγάλο κεφάλαιο, την αστυνομία και τις ακροδεξιές συμμορίες.

Σε αυτό το περιβάλλον, η αριστερά φαντάζει να βαδίζει αμέριμνη με αφέλεια χειρότερη από αυτήν της ΕΔΑ την δεκαετία του ΄60. Η αντικαπιταλιστική αριστερά πρέπει άμεσα να πάρει δραστικά μέτρα ενάντια στην ιδιότυπη αυτή «υπνηλία», που πρώτα και κύρια πρέπει να είναι πολιτικά και ιδεολογικά. Οι πρωτοπόροι αγωνιστές του λαϊκού και εργατικού κινήματος πρέπει επειγόντως να συνειδητοποιήσουν πως η ροή της ιστορίας θα κριθεί ανάλογα με τον βαθμό ταξικής πολιτικής συγκρότησης της κοινωνικής πλειοψηφίας, από την οποία προκύπτουν οι πραγματικοί συσχετισμοί. Πως η «εκλογική ανάθεση» σε έναν πολιτικό σχηματισμό της αριστεράς «να κυβερνήσει» με το λαϊκό κίνημα στον ρόλο του παρατηρητή, δεν είναι απλά αδιέξοδη αλλά κυριολεκτικά καταστροφική -είναι συνταγή στρατηγικής ήττας στις σημερινές συνθήκες.

4) Η έλλειψη μάχιμης αντικαπιταλιστικής πολιτικής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ με το ιδεολογικό σχήμα «τα κακά μνημόνια που πνίγουν την οικονομία» συσκοτίζει την απλή αλήθεια : το Δ΄ Ράϊχ του γερμανικού κεφαλαίου βασίζεται στην ιστορική συμμαχία του κεφαλαίου αυτού με τις τοπικές πλουτοκρατίες των επιμέρους χωρών. Η συμμαχία αυτή είναι ολοκληρωτική και συντριπτική. Εκφράζεται με μηχανισμούς οικονομικούς (τραπεζικό σύστημα κλπ) και πολιτικούς.

Η ντόπια αστική τάξη προς όφελος της συμμαχίας αυτής αδίστακτα σπάζει όλους τους παλιούς δεσμούς με τη μεσαία τάξη και την πάλαι ποτέ εργατική αριστοκρατία. Έχει αποδειχτεί περίτρανα τα 3 τελευταία χρόνια πως δεν υπάρχει κανένα σοβαρό κομμάτι της αστικής τάξης που να αντιτίθεται στην πολιτική ΕΕ – ΔΝΤ ούτε στην Ελλάδα, ούτε στην Ισπανία ούτε στην Πορτογαλία.

Χαρακτηριστικά, τις τελευταίες μέρες η τρόϊκα «πιέζει» για μέτρα που αποτελούν αποκλειστικά «δωράκι» στους ντόπιους μεγαλοεργοδότες (π.χ. αναδρομική περικοπή αποζημιώσεων για απολύσεις που έχουν ήδη γίνει). Δεν μπορεί να υπάρχει αντιμνημονιακή – και φυσικά πολύ περισσότερο αντι ΕΕ – πολιτική που να μην είναι ταυτόχρονα αντικαπιταλιστική πολιτική.

Και όμως : η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ στον πολιτικό της λόγο ταυτίζεται με τους Ανεξάρτητους Έλληνες καλλιεργώντας μια γενική αντιμνημονιακή θολούρα, ενώ το ΚΚΕ παραπέμπει την επαναστατική αντικαπιταλιστική προοπτική στην «άλλη ζωή» αφού πρώτα «ωριμάσει» ο ανώριμος λαός. Είναι χαρακτηριστικό πως συγκεκριμένες καταγγελίες (π.χ. το σκάνδαλο με τη βίλα της κ. Γιάννας Αγγελοπούλου πρόσφατα) που αποκαλύπτουν τον ρόλο συγκεκριμένων εκπροσώπων της πλουτοκρατίας γίνονται πιο συχνά από άλλους (π.χ. πρώην σοσιαλδημοκράτες συνδικαλιστές όπως ο Φωτόπουλος) παρά από την κοινοβουλευτική αριστερά.

Οι δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, παρά το γεγονός πως ομολογουμένως προβάλλουν την αντικαπιταλιστική ανατροπή στον καθημερινό τους λόγο, αδυνατούν να την εντάξουν πειστικά σε ένα άμεσο πρόγραμμα λαϊκής – εργατικής επαναστατικής προοπτικής. Π.χ. διστάζουν να προβάλλουν σαν άμεσο αίτημα που θα τίθεται προς ψηφοφορία στις συνελεύσεις των σωματείων την κοινωνικοποίηση – κατάσχεση ολόκληρου του ΑΕΠ υπέρ της επιβίωσης του λαού και της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας.

5) Το σύμπλεγμα ελιτισμού, αβανγκαρντισμού και ανθρωποφοβίας.

Η σοβαρή αυτή «αρρώστια» έχει μεταδοθεί από την ηγεσία του ΚΚΕ σε όλη την αριστερά. Ο περιορισμός της παρέμβασης σε ένα ευνοϊκό, προνομιακό ακροατήριο «που καταλαβαίνει», για να προλάβουμε πριν μας το φάνε οι άλλοι …

Με την ίδια λογική, ενώ (σωστά) η αριστερά καταγγέλλει την προσπάθεια των καθεστωτικών δυνάμεων να σπείρουν την αμορφωσιά, την θρησκοληψία, την μεταφυσική και την συνωμοσιολογία, από την άλλη πολύ συχνά εγκαταλείπει κάθε προσπάθεια παρέμβασης σε κοινωνικές μάζες ευάλωτες ακριβώς σε αυτόν τον σκοταδισμό, θεωρώντας σημαντικότερη την στοχοπροσήλωση σε στρώματα και ομάδες πιο "εύκολες", με τις οργανώσεις της αριστεράς αλληλοδιαγκωνιζόμενες στις ομάδες αυτές για την αύξηση της επιρροής τους.

Παρά τα τεράστια βήματα που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, η αντικαπιταλιστική αριστερά έχει ακόμα πολλά να διορθώσει τόσο όσον αφορά την τόλμη, όσο και την τέχνη της επαναστατικής πολιτικής στα πιο πλατειά στρώματα, στα "βαθειά νερά" της κοινωνικής πλειοψηφίας, στα σχολεία, στις γειτονιές, στους ανέργους κλπ. Η εμπειρία π.χ. από τις πλατείες πέρισυ είναι πολύτιμη και πρέπει ιδιαίτερα να συζητηθεί και να αξιοποιηθεί. Επίσης, να συζητηθεί και να αξιοποιηθεί με τον ίδιο τρόπο κάθε εμπειρία από χώρους εργασίας και κατοικίας που έχει κατακτηθεί αυτό το ζητούμενο, δηλαδή της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής παρέμβασης με καθολικούς όρους.

6) Η οραματική νεκροφιλία.

Πάλι με βασική ευθύνη του ΚΚΕ, η αριστερά έχει την τάση να προσκολλάται με αντιδιαλεχτικό τρόπο σε "πρόσωπα" και "περιόδους" της ιστορίας, με νοοτροπία οπαδού ποδοσφαιρικής ομάδας και όχι με αντίληψη εργατικής πολιτικής. Η νοοτροπία αυτή αφορούσε και την "ευρωκομμουνιστική" αριστερά (προνομιακές σχέσεις με το καθεστώς Τσαουσέσκου, "κινεζούπολη" στα φεστιβάλ του "Ρήγα Φεραίου" κλπ) αλλά αφορά και τμήματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς – "θρησκευτικού" τύπου προσωπολατρεία για προσωπικότητες όπως ο Μάο, ο Τρότσκι, ακόμα και ο Κιμ – ιλ – Σουνγκ.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην κεντρική προεκλογική της συγκέντρωση τον περασμένο Μάη διακήρυξε για άλλη μια φορά πως "εμείς είμαστε με τον ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΥΠΑΡΞΕΙ ΑΚΟΜΑ". Αυτό πρέπει να γίνει "φραγκοδίφραγκα" μάχιμης ιδεολογικής γραμμής. Να ξεκαθαρίζεται καθημερινά πως η αντικαπιταλιστική αριστερά σε αντίθεση με την ρεφορμιστική δεν έχει "όραμα" ούτε το καθεστώς του Μπρέζνιεφ, ούτε αυτό του Τενγκ – Τσιάο – Πινγκ, πως αυτά αποτελούσαν ουσιαστικά καπιταλισμό με σοσιαλιστικό μανδύα γι' αυτό είχαν την εξέλιξη που είδαμε (από την μία … εκούσια παράδοση και κατάρρευση, και από την άλλη εισαγωγή του φριντμανισμού και των πιο άγριων αγοραίων ρυθμίσεων από την δεκαετία του '90).

Παραπέρα, να γίνει επιτέλους (και αν όχι τώρα, πότε; ) μια συντροφική συγκροτημένη συζήτηση για τον απολογισμό του κομμουνιστικού κινήματος του 20ου αιώνα που άμεσα θα καταλήξει σε ορισμένες βασικές "θέσεις αρχής", που θα μπορούν να διατυπώνονται στην καθημερινή πολιτική διαπάλη. Το απλώς να "προσπερνάμε" τα ζητήματα αυτά σε μια εποχή που η πολιτική συζήτηση στις μάζες έχει ανέβει σε ΑΣΥΛΛΗΠΤΟ βαθμό και που κυκλοφορούν και παγιώνονται συντηρητικές -απλοϊκές (π.χ. "Στάλιν και Χίτλερ ήταν οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος", "ο κομμουνισμός απέτυχε, το μαγαζί έκλεισε") ή ακροδεξιές – φασιστικές απόψεις, είναι ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟ. Ούτως ή άλλως ακόμα και στον πιο στενό περίγυρο της αντικαπιταλιστικής αριστεράς αυτή η συζήτηση ΓΙΝΕΤΑΙ "στα κεφενεία", στο ίντερνετ κλπ. Είναι ζωτική ανάγκη να γίνει οργανωμένα με κριτήριο και ζητούμενο την συγκρότηση ΜΑΧΙΜΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ.

7) Ο σεχταρισμός.

Παρά τα τεράστια βήματα υπέρβασης που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια (η ίδια η συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι το καλύτερο παράδειγμα), υπάρχουν ομάδες στην "μικρή" αριστερά που σαφώς κινούνται με κριτήριο τον ατομικισμό και τους μικροεγωισμούς, ενώ η επίκληση ιδεολογικής ή όποιας καθαρότητας είναι τελείως προσχηματική. Το σημαντικότερο, υπάρχουν οργανώσεις ΠΟΥ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΑΡΣΥΑ οι οποίες δίνουν την εντύπωση πως κάνουν το δικό τους "παιχνιδάκι" χρησιμοποιώντας απλά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σαν όχημα στενών και οργανωτίστικων επιδιώξεων.

Το σπουδαιότερο που πρέπει να χαρακτηρίζει μια πολιτική συνεργασία αντικαπιταλιστών επαναστατών είναι ΝΑ ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ χωρίς κουτοπονηριές. Οι νοοτροπίες αυτές αποτελούν ΒΡΑΧΝΑ και ΤΡΟΧΟΠΕΔΗ στην ανάπτυξη της επαναστατικής πτέρυγας. Ο νοών νοείτο …

Η επαναστατική υπέρβαση των παραπάνω είναι στις σημερινές συνθήκες ζήτημα ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΥ. Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται κυριολεκτικά στην άκρη του γκρεμού, και πολύ σύντομα θα κριθεί αν θα πάει μπροστά ή πισω, προς την ελπιδοφόρα επαναστατική προοπτική της νέας εποχής ή προς την πιο μαύρη νύχτα του σκοταδισμού, αν θα αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση ή προς αποφυγή για τους λαούς της ευρώπης και του κόσμου.

ΠΗΓΗ: 2012-11-05, http://aristeroblog.gr/node/1131

ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ NOBEL ΕΙΡΗΝΗΣ

ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ NOBEL ΕΙΡΗΝΗΣ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

«Σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης 2012. Με τη σημαντική αυτή διάκριση ανταμείβεται για την εξηκονταετή συμβολή της στην ειρήνη και συμφιλίωση των λαών, τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα» (12.10.1912). Είναι απόσπασμα από ανακοίνωση στο διαδίκτυο της Ευρωπαϊκής επιτροπής, ανακοίνωση μέσω της οποίας η ΕΕ αυτοεγκωμιάζεται!  Ίσως κάποιος σκεφθεί: Αν πρέπει να επιρριφθεί μομφή σε κάποιους, αυτοί είναι οι της επιτροπής απονομής του βραβείου και όχι οι παραλήπτες αυτού. Ας εξετάσουμε τα πράγματα διεξοδικότερα.

Το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης είναι ένα από τα πέντε βHYPERLINK "http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%B5%CE%AF%CE%B1_%CE%9D%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B5%CE%BB"ραβεία Νόμπελ, που θεσπίστηκε από το Σουηδό βιομήχανο και εφευρέτη ΆλφρεντHYPERLINK "http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%86%CE%BB%CF%86%CF%81%CE%B5%CE%BD%CF%84_%CE%9D%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B5%CE%BB" Νόμπελ. Με βάση τη διαθήκη του Νόμπελ το βραβείο αυτό πρέπει να δίνεται «στο πρόσωπο που είχε τη μεγαλύτερη συνεισφορά στην αδελφοποίηση των εθνών, στην κατάργηση ή τη μείωση των στρατιωτικών δυνάμεων και στη διεξαγωγή και προώθηση ειρηνευτικών διαδικασιών». Το Νόμπελ Ειρήνης απονέμεται σε ετήσια βάση στο Όσλο, πρωτεύουσα της Νορβηγίας. Τα μέλη της επιτροπής κρίσεως διορίζονται από το νορβηγικό κοινοβούλιο. Η πρώτη απονομή στον Ερρίκο Ντυνάν, ιδρυτή του «Ερυθρού Σταυρού», υπήρξε άκρως επιτυχής.

Η Νορβηγία είναι χώρα, η οποία δια του κοινοβουλίου της αποφάσισε την ένταξή της στο ΝΑΤΟ (1949), τη συντήρηση στρατευμάτων της συμμαχίας στο έδαφος της, τη διάθεση λιμανιών και χωρικών υδάτων στα βαλλιστικά υποβρύχια των ΗΠΑ (1983). Ποια η σχέση της Νορβηγίας με την ΕΕ; Τόσο το 1973 όσο και το 1995 παρά την υπογραφή των αντίστοιχων Συνθηκών προσχώρησης, δεν κατάφεραν οι τότε κυβερνήσεις να τις επικυρώσουν λόγω αρνητικών δημοψηφισμάτων. Η προσφυγή σε δημοψήφισμα μαρτυρεί το επίπεδο δημοκρατίας μιας χώρας και στην περίπτωση της Νορβηγίας αυτό δείχνει να είναι πολύ υψηλό. Δεν είναι όμως και το ιδανικό. Για την ένταξη στο ΝΑΤΟ δεν διεξήχθη δημοψήφισμα. Δεν διεξήχθησαν επίσης δημοψηφίσματα για τη συμμετοχή στρατευμάτων της χώρας στους πολέμους του ΝΑΤΟ στη Σερβία και στο Αφγανιστάν. Ας μη φανταστούμε όμως ότι οι αντιρρήσεις που εξέφρασε ο νορβηγικός λαός στα δύο δημοψηφίσματα για την ένταξη στην ΕΕ οφείλονται στο ισχυρό κομμουνιστικό-«αντιευρωπαϊκό» κίνημα της χώρας. Ο νορβηγικός λαός, που έδειξε ηρωικό φρόνημα κατά τον Β΄ μεγάλο πόλεμο και υπέστη πολλές θυσίες λόγω της αντίστασής του στις δυνάμεις του «Άξονα», δεν υιοθέτησε τη ρήξη που χαρακτήρισε σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο τους λαούς της Νότιας Ευρώπης. Αγωνίζεται όμως να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Αυτό το γνωρίζουν οι κυβερνήσεις του, οι υποταγμένες ασφαλώς, όπως και όλες οι άλλες στα ισχυρά υπερεθνικά κέντρα εξουσίας. Γι' αυτό και προς το παρόν αποφεύγουν να τον προκαλέσουν κατά το ανάλογο της πρόκλησης των λαών του Νότου από τις κυβερνήσεις των χωρών αυτών. Όταν η πρόκληση καταστεί πολύ ισχυρή, τότε κάποιοι λαοί αντιδρούν απρόβλεπτα για τους παγκόσμιους διαφεντευτές της εξουσίας. Αυτό συνέβη πρόσφατα στην Ισλανδία, στην οποία ο λαός κατήγαγε θριαμβευτική νίκη κατά των διεθνών τοκογλύφων και των εντοπίων πολιτικών, πρακτόρων των συμφερόντων εκείνων.

Η Νορβηγία είναι από τις λίγες χώρες που δεν πέρασε τη θηλιά του εξωτερικού δανεισμού στον λαιμό της! Πονοκέφαλο για την κυβέρνηση αποτελεί το πλεόνασμα. Κατά το παρελθόν θέρος απασχόλησε τη νορβηγική Βουλή, αν θα έπρεπε να χαριστεί το υπόλοιπο του φόρου, ως τη λήξη του έτους, στους πολίτες ή να διατεθεί το πλεόνασμα ως ανθρωπιστική βοήθεια σε φτωχή χώρα. Λόγω αδυναμίας του κοινοβουλίου να αποφασίσει, το θέμα παραπέμφθηκε στον νορβηγικό λαό, ο οποίος με ποσοστό 72% αποφάνθηκε να διατεθεί το πλεόνασμα ως ανθρωπιστική βοήθεια. Και αυτή αποφασίστηκε να δοθεί στο Βιετνάμ! (Μάλιστα Έλληνες, άρχοντες και αρχόμενοι).

Η Νορβηγία είναι χώρα που προκαλεί τα διεθνή κέντρα εξουσίας. Αφού οι προσπάθειες να υποταχθεί στην ΕΕ απέτυχαν, πρέπει το κύρος της να εξανεμίζεται με τις άστοχες αποφάσεις της επιτροπής απονομής του βραβείου Νόμπελ ειρήνης. Και δεν υπήρξαν αυτές λίγες. Σημειώνουμε κατ' αρχήν ότι οι πλείστοι από τους τιμηθέντες ανήκουν σε χώρες της Δύσης, υπεύθυνες για την αθλιότητα στον πλανήτη μας, και μάλιστα είναι και πολιτικοί. Κάποιοι μη πολιτικοί είναι παντελώς άγνωστοι στο ευρύ κοινό. Αναφέρουμε κάποιους βραβευθέντες: Χένρυ Κίσινγκερ (!!!) (1973), Μοχάμεντ HYPERLINK "http://el.wikipedia.org/w/index.php?title=%CE%9C%CE%BF%CF%87%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CF%84_%CE%91%CE%BD%CE%BF%CF%85%CE%AC%CF%81_%CE%B5%CE%BB-%CE%A3%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%84&action=edit&redlink=1"Σαντάτ και ΜεναχέμHYPERLINK "http://el.wikipedia.org/w/index.php?title=%CE%9C%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CF%87%CE%AD%CE%BC_%CE%9C%CF%80%CE%AD%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CE%BD&action=edit&redlink=1" HYPERLINK "http://el.wikipedia.org/w/index.php?title=%CE%9C%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CF%87%CE%AD%CE%BC_%CE%9C%CF%80%CE%AD%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CE%BD&action=edit&redlink=1"Μπέγκιν (1978) (ο ξεπουλητής του λαού του και το γεράκι), Λεχ Βαλέσα (1983) (εμφανώς πολιτικοί οι λόγοι), EιρηνευτικέςHYPERLINK "http://el.wikipedia.org/w/index.php?title=E%CE%B9%CF%81%CE%B7%CE%BD%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82_%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9F%CE%97%CE%95&action=edit&redlink=1" δυνάμεις του ΟΗΕ (1988) (να γελάσουμε ή να κλάψουμε;), ΤενζίνHYPERLINK "http://el.wikipedia.org/w/index.php?title=%CE%A4%CE%B5%CE%BD%CE%B6%CE%AF%CE%BD_%CE%93%CE%BA%CE%B9%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%BF&action=edit&redlink=1" HYPERLINK "http://el.wikipedia.org/w/index.php?title=%CE%A4%CE%B5%CE%BD%CE%B6%CE%AF%CE%BD_%CE%93%CE%BA%CE%B9%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%BF&action=edit&redlink=1"Γκιάτσο, ο 14ος Δαλάι Λάμα (1989) (σαφώς πολιτική η απόφαση. Σήμερα το διεθνές κεφάλαιο εγκωμιάζει το ωμό κινεζικό καθεστώς!), Μιχαήλ HYPERLINK "http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B9%CF%87%CE%B1%CE%AE%CE%BB_%CE%93%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%83%CF%8E%CF%86"Γκορμπατσώφ (1990) (ευτυχώς δεν συνέχισαν με τον Γιέλτσιν!), ΓιασέρHYPERLINK "http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%AD%CF%81_%CE%91%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AC%CF%84" Αραφάτ, Σιμόν HYPERLINK "http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%B9%CE%BC%CF%8C%CE%BD_%CE%A0%CE%AD%CF%81%CE%B5%CF%82"Πέρες, Γιτζάκ HYPERLINK "http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BA_%CE%A1%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%BD"Ράμπιν (1994) (τα αποτελέσματα τα βλέπουμε σήμερα στη λωρίδα της Γάζας!), Ηνωμένα ΈθνηΚόφιHYPERLINK "http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%8C%CF%86%CE%B9_%CE%91%CE%BD%CE%AC%CE%BD" Ανάν (2001) (δεν πρόλαβε να ειρηνεύσει και την Κύπρο! Το δημοψήφισμα χάλασε το σχέδιο!), ΤζίμHYPERLINK "http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%B6%CE%AF%CE%BC%CE%B9_%CE%9A%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B5%CF%81"υHYPERLINK "http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%B6%CE%AF%CE%BC%CE%B9_%CE%9A%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B5%CF%81" Κάρτερ (2002) (ουδέν σχόλιο), Διακυβερνητική HYPERLINK "http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AE_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%91%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82"εHYPERLINK "http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AE_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%91%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82"πιτροπή για την HYPERLINK "http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AE_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%91%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82"κHYPERLINK "http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AE_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%91%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82"λιματική HYPERLINK "http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AE_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%91%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82"αHYPERLINK "http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AE_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%91%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82"λλαγήΑλ HYPERLINK "http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BB_%CE%93%CE%BA%CE%BF%CF%81"Γκορ (2007) (εμπορεύτηκε πολύ καλά την υποκριτική ευαισθησία του!), ΜάρτιHYPERLINK "http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B9_%CE%91%CF%87%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%AC%CE%B1%CF%81%CE%B9" HYPERLINK "http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B9_%CE%91%CF%87%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%AC%CE%B1%CF%81%CE%B9"Αχτισάαρι (2008) (το 1999 είχε ισοπεδωθεί από το ΝΑΤΟ η Σερβία. Είχε βάλει και αυτός το χέρι του!), ΜπαράκHYPERLINK "http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA_%CE%9F%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BC%CE%B1" HYPERLINK "http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA_%CE%9F%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BC%CE%B1"Ομπάμα (2009) (ουδέν σχόλιο!).

Ο νορβηγικός λαός δεν ευθύνεται για τις προγραμματισμένες αυτές αστοχίες. Η στάση του όμως γενικά είναι ενοχλητική για τους παγκόσμιους εξουσιαστές. Η αποσταθεροποίηση είναι ένα από τα μέσα που χρησιμοποιούν για να αναγκάσουν έναν λαό να υποκύψει. Και δεν είναι άσχετο με την επιδίωξη αυτή το φονικό που έσπειρε ο Άντερς Μπέρινγκ Μπρέιβικ σε κατασκήνωση νέων τον Ιούλιο του 2011 με 77 θύματα. Ο διεθνής τύπος πρόβαλε τον οπωσδήποτε ψυχικά διαταραγμένο εκτελεστή ως κλασικό ναζιστή και ρατσιστή. Όμως σε βιβλίο του αυτός εκφράζει συμπάθεια προς τον σιωνισμό, τον οποίο προβάλλει ως πρότυπο, και καταφέρεται κατά του Χίτλερ. Στην κατασκήνωση οι νέοι του σοσιαλιστικού κόμματος  μεταξύ άλλων κατήγγειλαν την πολιτική του Ισραήλ, όπως κάνουν κατά καιρούς κάποιοι αξιοπρεπείς Σκανδιναβοί. Μήπως λοιπόν…

Όσο για την τιμημένη Ευρωπαϊκή Ένωση, που κοντέψαμε να λησμονήσουμε, ο αναγνώστης ας αναρωτηθεί αν πληροί κάποιον από τους όρους που έθεσε στη διαθήκη του ο Άλφρεντ Νόμπελ. Και για πολλά άλλα πρέπει να αναρωτούμαστε.

 

 Μακρυγιάννης, 5-11-2012

Παλαιότερα ιεράρχες υμνούσαν δικτάτορες – ΟΧΙ πάλι…

Παλαιότερα ιεράρχες υμνούσαν δικτάτορες – αυτό δεν πρέπει να ξαναγίνει

 

Συνέντευξη του Μητρ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιεροθέου (Βλάχου) [στον Κώστα Παπαγιάννη]

 

«Αντιχριστιανικές κι απάνθρωπες» χαρακτηρίζει τις πράξεις βίας κατά των μεταναστών ο μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος μιλώντας στην "Αυγή" της Κυριακής. Ο ιεράρχης τονίζει ότι το μεταναστευτικό πρέπει να επιλυθεί από ένα οργανωμένο κράτος κι όχι από οργισμένους πολίτες και με βία. Παράλληλα σημειώνει ότι πρέπει να διδασκόμαστε από την Ιστορία κι ότι δεν πρέπει να επαναληφθούν φαινόμενα ιεραρχών που συνεργάστηκαν με δικτατορικά καθεστώτα.

Ο μητροπολίτης Ιερόθεος μιλά ακόμη για την κρίση αποδίδοντας σημαντική ευθύνη για τη δημιουργία της στη φιλαυτία των ανθρώπων, ενώ επισημαίνει ότι η φιλανθρωπία της Εκκλησίας δεν είναι η λύση στην κρίση, καθώς «ο άνθρωπος δεν θέλει να γίνει ζητιάνος, θέλει να οικονομεί τα προς το ζην με αξιοπρέπεια».

 

* Η χώρα αντιμετωπίζει μια πρωτοφανή οικο­νο­μική κρίση. Τι ρόλο μπορεί να παίξει η Εκκλησία στην αντιμετώπιση της κρίσης; Το φιλανθρωπικό έργο αρκεί;

Η πρόσφατη οικονομική κρίση πράγματι είναι πρωτοφανής, όπως τη χαρακτηρίζετε. Πολλοί θεωρούν ότι έχει γεωπολιτικά χαρακτηριστικά και συνδέεται με ανταγωνισμούς μεταξύ δυτικών και ανατολικών οικονομιών. Οι γεωπολιτικές στρατηγικές θέλουν να έχουν το πάνω χέρι στην περιοχή μας, ειδικά γύρω από τη Μεσόγειο Θάλασσα, και οι παγκόσμιες κοινωνίες έχουν τα σχέδιά τους.

Η Εκκλησία δεν μπαίνει σε τέτοιες αναλύσεις, αλλά νοηματοδοτεί τον βίο των ανθρώπων, συνέχει τον κοινωνικό ιστό. Βεβαίως, δεν είναι θρησκεία για να ικανοποιεί απλώς τα θρησκευτικά συναισθήματα των ανθρώπων, γιατί τότε όντως θα ήταν το «όπιο του λαού», για να αποκοιμίζει τους ανθρώπους, ώστε να επιβιώνουν οι ισχυροί που εκμεταλλεύονται τον λαό. Η Εκκλησία είναι κοινότητα, όπως την αισθανόταν ο στρατηγός Μακρυγιάννης, ο οποίος στο όνομα αυτής της Εκκλησίας αγωνίστηκε εναντίον κάθε κατεστημένου, όπως φαίνεται στα απομνημονεύματά του. Η Εκκλησία πρέπει να λειτουργεί με την αρχαία έννοια του όρου, ως συνάντηση των ανθρώπων, ως εκκλησία του Δήμου, έχοντας κέντρο τον Θεό.

Έτσι η Εκκλησία, ως μεγάλη οικογένεια και πνευμα­τικό ιατρείο, προσπαθεί να θεραπεύσει τα προβλήματα των ανθρώπων. Άλλωστε ο άνθρωπος δεν έχει μόνον ψυχή, αλλά και σώμα, δεν έχει μόνον πνευματικές, αλλά και υλικές ανάγκες. Έτσι η Εκκλησία εξασκεί φιλανθρωπία σε όσους έχουν ανάγκη, όπως πολλές φορές έχει ανακοινωθεί.

Αλλά αυτό δεν είναι λύση. Ο άνθρωπος δεν θέλει να γίνει ζητιάνος, αλλά θέλει να δουλεύει και να οικονομεί τα προς το ζην με μόχθο και αξιοπρέπεια, ζητά δουλειά και δικαιοσύνη, απαιτεί το κράτος να διοργανωθεί, για να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του, όχι μόνον να εισπράττει τους φόρους, αλλά οι φόροι να είναι ανταποδοτικοί στην κοινωνία.

* Τι οδήγησε στην κρίση; Η Εκκλησία υποστηρίζει ότι δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και πνευματική. Τι σημαίνει αυτό ακριβώς για τις αιτίες της κρίσης;

Το θέμα έχει πολλές πλευρές και ο καθένας μπορεί να δώσει τη δική του ερμηνεία. Αν δούμε το θέμα από κοινωνικής πλευράς, τότε διαπι­στώνεται ότι φταίνε οι πολιτικοί, τουλάχιστον όσοι άσκησαν αμέσως ή εμμέσως εξουσία όλα αυτά τα χρόνια και δεν μπόρεσαν να προβλέψουν ή να ανατρέψουν τα επερχόμενα. Και δεν μπορούν να δικαιολογούνται ότι η αντιπο­λίτευση, τα συνδικάτα, οι δημοσιογράφοι κ.λπ. δεν τους επέτρεψαν να κάνουν ορθή πολιτική, γιατί ο ηγέτης ψηφίζεται από τον λαό για να ηγείται και όχι να άγεται και φέρεται από διάφορες δυνάμεις.

Όμως, η Εκκλησία βλέπει τα πράγματα και πέρα από αυτά. Βέβαια, θα πρέπει να κάνω μια διευκρίνιση. Όταν κάνουμε λόγο για Εκκλησία, δεν πρέπει να εννοούμε τους κληρικούς ή μερικούς που εκκλησιάζονται, αλλά όλους εκείνους που είναι βαπτισμένοι και ζουν δυνάμει και ενεργεία στον εκκλησιαστικό χώρο.

Πάντως, η κρίση δεν είναι έξω από εμάς, αλλά μέσα μας. Πρόκειται για μια νοοτροπία ευδαιμονίας, εκμετάλλευσης, ευμάρειας, συσσώρευσης υλικών αγαθών εις βάρος του λαού και της ίδιας της κοινωνίας. Αυτό δείχνουν η φοροδιαφυγή, τα καταναλωτικά δάνεια, η αδιαφάνεια στα οικονομικά. Πάντως, δεν μπορεί κάποιος κληρικός να ζει με άνεση, όταν άνθρωποι γύρω του πεινάνε και υποφέρουν.

Τελικά, ένα βασικό αίτιο της πνευματικής κρίσης που έχει και συνέπειες στην κοινωνία είναι το υπαρξιακό κενό, η φιλαυτία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αυτή η φιλαυτία είναι αντίθετη με τη φιλοθεΐα και τη φιλανθρωπία, είναι μισοθεΐα και μισανθρωπία.

* Πρόσφατα, μαζί με αρκετούς ακόμα μητροπολίτες, ταχθήκατε δημοσίως κατά της Χρυσής Αυγής. Έχει διατυπωθεί το επιχείρημα ότι οι πρακτικές και οι πολιτικές απόψεις της οργάνωσης αυτής είναι αντίθετες με την ουσία της χριστιανικής διδασκαλίας. Συμφωνείτε;

Θα έχετε προσέξει ότι εκφράσθηκα εναντίον του ρατσισμού και της βίας από οπουδήποτε και αν προέρχονται. Δεν μπορώ ως ιεράρχης να αποδεχθώ ιδεολογικά συστήματα που έχουν φασιστικές και ναζιστικές νοοτροπίες, συστήματα νιτσεϊκά και απάνθρωπα, που χρησιμοποιούν διάφορες μεθόδους βιολογικής και κοινωνικής ευγονικής για να υπερισχύσει μια ράτσα εις βάρος άλλων ανθρώπων. Δεν μπορώ να δεχθώ βιαιότητες εναντίον απλών, φτωχών, ασθενών και απροστά­τευτων ανθρώπων. Με συγκλονίζουν πολύ τέτοιες συμπεριφορές, γιατί όλα αυτά είναι αντιχρι­στιανικά και απάνθρωπα.

Όμως, προβληματίζομαι έντονα από το ότι η γενιά του Πολυ­τεχνείου εξεγέρθηκε εναντίον της χούντας ζητώντας ένα καλύτερο μέλλον και όμως στη Μεταπολίτευση μερικοί από αυτούς που απέκτησαν εξουσία και κυβέρνησαν τη χώρα οδήγησαν τον λαό σε αυτήν τη μεγάλη κοινωνική και οικονομική κρίση. Προβληματίζομαι γιατί γκρεμίζονται τα οράματα του λαού με ωραίες λέξεις, όπως «μεταπολίτευση», «αλλαγή», «σοσιαλισμός», «κάθαρση», «εκ­συγ­χρο­νισμός», «επανίδρυση του κράτους», «Χρυσή Αυγή» κ.λπ. Με αυτά που λέω δεν σημαίνει ότι υιοθετώ τον συμψηφισμό, αλλά όλα αυτά τα χρόνια το σύστημα ήταν άρρωστο.

Τελικά, είναι αρμοδιότητα της δημο­κρατικής πολιτείας να θέτει δημοκρατικούς κανόνες για τη διαχείριση των κοινών, να φροντίζει για την ασφάλεια των πολιτών και να καλλιεργεί στους ανθρώπους αληθινή δημοκρατική συνείδηση με τη σωστή παιδεία.

* Από την άλλη μεριά κάποιοι ιεράρχες δείχνουν να συμπλέουν με τη Χρυσή Αυγή και να επικροτούν κάποιες από τις πολιτικές της. Πώς σχολιάζετε αυτήν την επιλογή;

Η Εκκλησία δεν είναι πολιτικός σχηματισμός για να επιβάλλει κομματική πειθαρχία στα μέλη της και να τους υποδεικνύει πώς να εκφράζονται. Ο κάθε ιεράρχης αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα στη Μητρόπολή του και εκφράζεται ανάλογα. Δεν κρίνω δηλώσεις των ιεραρχών. Εκφράζω την άποψή μου και προσπαθώ να συντονίζω την πράξη με τον λόγο ή μάλλον προσπαθώ ο λόγος να είναι απόρροια της πράξης.

Νομίζω ότι πρέπει να σεβόμαστε το δημοκρατικό σύστημα, όπως αυτό εκφράζεται στο κοινοβούλιο με τη συμπολίτευση και την αντιπο­λίτευση. Το πώς όμως θα λειτουργεί το κοινοβούλιο θα πρέπει να το ρυθμίσουν οι ίδιοι οι πολιτικοί. Εμείς δεν μπορούμε να υιοθετούμε πρακτικές που υπονομεύουν τη Δημοκρατία.

Σε παλαιότερους χρόνους υπήρξαν ιεράρχες οι οποίοι συμμετείχαν στο «ανάθεμα» του Βενιζέλου, ύμνησαν δικτα­τορικά καθεστώτα, συνεργά­στηκαν με τη χούντα. Τέτοια φαινό­μενα δεν πρέπει να επαναληφθούν σήμερα από τους ιεράρχες. Πρέπει να διδασκόμαστε από την Ιστορία.

* Το ζήτημα της μετανάστευσης διχάζει την κοινωνία. Πώς πιστεύει η Εκκλησία ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί αυτό το ζήτημα;

Ο Έλληνας από αρχαιοτάτων χρόνων έκρυβε μέσα του έναν «μετανάστη» και ταξίδευε σε όλο τον κόσμο. Γινόταν πολίτης κάθε χώρας, χωρίς να χάνει την εθνική του ταυτότητα και τη φιλοπατρία του. Σήμερα ο κόσμος, με τα μέσα που διαθέτει, συνεχώς μετακινείται.

Νομίζω δεν δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα η νόμιμη μετανάστευση, όταν γίνεται μέσα στα πλαίσια που θέτει η σωστά οργανωμένη πολιτεία, αλλά προβλήματα δημιουργεί η κατευθυνόμενη από διάφορα κέντρα λαθρο­μετανά­στευση, που κάνει τους λαθρομετανάστες θύματα και τις χώρες προτεκτοράτα.

Νομίζω ότι η μετανάστευση και η λαθρομετανάστευση αντιμετω­πίζονται από ένα οργανωμένο κράτος και όχι από τους οργισμένους πολίτες του, από νόμιμους θεσμούς με αρχές και όραμα, προοπτική και ευαισθησία και όχι με τη βία. Το θέμα αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα και υπευθυνότητα και όχι με επιπόλαιες κινήσεις. Με ενοχλεί πολύ το ότι άνθρωποι και λαοί θεωρούνται πιόνια στη διεθνή σκακιέρα των ποικιλώνυμων συμφερόντων.

ΠΗΓΗ: Ημερομηνία δημοσίευσης: 04/11/2012, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=725196

Χρωστούμε την πάλη (+) του Νίκου Καρούζου

Χρωστούμε την πάλη

 (+) Του Νίκου Καρούζου*

 Σύντροφε,

θα κατεδαφίσουμε ποτέ την κοινωνική δυστυχία;

Χρωστούμε την πάλη, βεβαίως.

Αύριο περιμένω να συνταχθούμε χαρούμενοι,

για να γλυτώσουμε τη διαλεκτική

της επαναστατικής αιθρίας

από τις ανούσιες θεωρητικές συζητήσεις.

  Συνέχεια