Ουρανίωνες – του Γιάννη Ποτ.

Ουρανίωνες

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

Με το κεφάλι σκυμμένο βαδίζουν

στο ηλιοβασίλεμα

ανεμίζοντας το σύνθημα

«Ψωμί Παιδεία Ελευθερία»

Οι χθεσινοί φίλοι γερτοί

βαδίζουν δίπλα δίπλα

πάντα φωνάζοντας όπως παλιά

«θάνατος στο φασισμό»

Με το δισάκι της μνήμης ζαλωμένοι

στην αιώρα του χρόνου να λικνίζεται

αφουγκράζονται

την ηχώ των ονείρων τους

ακούνε τις ψυχές των αδικαίωτων

που πίσω απ' τα κάγκελα

πόθησαν ουρανό

 

Οι εποχές που εμπορεύονται

τα όνειρα, ήρθαν

Όμως περνούν δίπλα τους

χωρίς να τους αγγίζουν

αφού ύαινες οι μνήμες τους

αλυχτάνε στο φεγγάρι

 

Θέλει σοφία να καταλάβεις

πως τα όνειρα δεν εκποιούνται

πως τα όνειρα είναι

πολύχρωμα λιβάδια

για να καλπάζει η σκέψη,

σε  πολιτείες ιδανικές κι ολόφωτες

 

Ας βουίζει το ανεκπλήρωτο

στους πόθους τους,

αυτό είναι που γονιμοποιεί

τον ύπνο τους

και μοσχομυρίζουν τα όνειρά τους

ως την ανατολή

νυχτολούλουδο και γιασεμί

 

18 Νοέμβρη 2012,  Γιάννης Ποταμιάνος

ΟΙ ΔΙΕΛΚΥΣΤΙΝΔΕΣ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ

ΟΙ ΔΙΕΛΚΥΣΤΙΝΔΕΣ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ:

Οφείλει κανείς να είναι πάρα πολύ προσεκτικός με ένα πληγωμένο θηρίο – πόσο μάλλον με μία στρατιωτική και χρηματοπιστωτική υπερδύναμη, σε πορεία παρακμής, η οποία θα μπορούσε να καταστρέψει μέσα σε ελάχιστες ώρες οποιοδήποτε κράτος του πλανήτη, χωρίς να κινδυνεύσει

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

"Η διελκυστίνδα, γνωστή από τα παιδικά μας χρόνια, είναι ένα παιχνίδι έντονου ανταγωνισμού μεταξύ δύο αντιπάλων, με στόχο την τελική επικράτηση – ενώ διεξάγεται συνήθως με τη βοήθεια ενός σχοινιού, στα άκρα του οποίου ευρίσκονται δύο αντιμαχόμενα άτομα ή ισάριθμες ομάδες που προσπαθούν, τραβώντας τον αντίπαλο με δύναμη, να τον παρασύρουν προς το μέρος τους.  

Στα πλαίσια τώρα της οικονομίας συμβαίνει κάτι ανάλογο, αφού οι περισσότερες χώρες του πλανήτη αγωνίζονται, στη μία και στην άλλη πλευρά της διελκυστίνδας, είτε εναντίον του (υπερ)πληθωρισμού, είτε εναντίον του αποπληθωρισμού – ο οποίος συνήθως καταλήγει σε μία καταστροφική ύφεση. Το ίδιο συμβαίνει και με τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, από τις οποίες κρίνονται οι εξαγωγικές επιδόσεις των κρατών, οι αγοραστικές αξίες και πάρα πολλά άλλα – επίσης με τα ισχυρά, παγκόσμια νομίσματα, τα οποία πολεμούν μεταξύ τους για τη χρηματοπιστωτική ηγεσία του πλανήτη.       

Αντίστοιχα με το παιχνίδι, στην αρχή δεν παρατηρούνται σημαντικές κινήσεις, αφού οι δύο ομάδες είναι εξίσου «επανδρωμένες» – αν και οι δυνάμεις έλξης που ασκούνται στο σχοινί αυξάνονται συνεχώς. Κάποια στιγμή όμως, η μία από τις δύο ομάδες αδυνατεί να ανταπεξέλθει – με αποτέλεσμα να παρασύρεται από την άλλη, προς τη δική της πλευρά, περνώντας τη μεσαία γραμμή ισορροπίας και χάνοντας το παιχνίδι". 

Ανάλυση

Μεταφορικά, το παραπάνω «παιχνίδι» παίζεται σήμερα εντός των Η.Π.Α. από την Fed, η οποία θεωρεί ότι, είναι υποχρεωμένη να «ενθαρρύνει» τον πληθωρισμό, πριν οδηγηθεί η αμερικανική οικονομία στην ύφεση – γεγονός που θα συνοδευόταν από μία έκρηξη της ανεργίας, ακολουθούμενη από αιματηρές κοινωνικές εξεγέρσεις.

Η «ενθάρρυνση» αυτή επιτυγχάνεται με τη «συγκράτηση» του βασικού επιτοκίου στο μηδέν, καθώς επίσης με τα συνεχώς νέα πακέτα ρευστότητας (Quantitative Easing ή QE 1,2,3, κλπ.) – με την κλιμακούμενη «διόγκωση» καλύτερα της ποσότητας χρήματος, μέσω αγοράς ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου (όπου διατηρούνται παράλληλα χαμηλά τα επιτόκια δανεισμού των Η.Π.Α., λόγω της αυξημένης ζήτησης από τη Fed  των ομολόγων που εκδίδει η κυβέρνηση).

Το αποτέλεσμα πιθανότατα θα είναι ο υπερπληθωρισμός – κυρίως επειδή οι Η.Π.Α., έχοντας βιώσει μία καταστροφική ύφεση στο παρελθόν (1929-1933), επιθυμούν πάση θυσία να αποφύγουν μία ανάλογα οδυνηρή εμπειρία (η αντίστοιχη πρόβλεψη για την Ευρώπη είναι αποπληθωρισμός και ύφεση – ενδεχομένως δε στασιμοπληθωρισμός).

Στη διελκυστίνδα τώρα, το σχοινί είναι ουσιαστικά το μέσον, με τη βοήθεια του οποίου μεταφέρονται οι δυνάμεις έλξης μεταξύ των δύο αντιπάλων – όπου στην περίπτωση της Fed (Η.Π.Α.) το σχοινί, το μέσον δηλαδή με το οποίο έρχεται αντιμέτωπος ο πληθωρισμός με τον αποπληθωρισμό, είναι το δολάριο. Το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα λοιπόν, το αμερικανικό δολάριο, «επιβαρύνεται» από τις αντιμαχόμενες δυνάμεις – «μεταφέροντας» στη συνέχεια αυτά τα βάρη στον υπόλοιπο πλανήτη.

Περαιτέρω, από την αγοραστική αξία του δολαρίου (ισοτιμία) μπορεί κανείς να καταλάβει ποιά από τις δύο αντίπαλες δυνάμεις κερδίζει στο παιχνίδι της διελκυστίνδας – όπου όμως εδώ δεν πρόκειται για ένα παιχνίδι, αλλά για έναν συναλλαγματικό πόλεμο, καθώς επίσης για μία κατά μέτωπο, δριμεία επίθεση εναντίον των μετοχών, των ομολόγων, των εμπορευμάτων και όλων των υπολοίπων οικονομικών προϊόντων ολόκληρου του πλανήτη.

Εν τούτοις, εάν η συνεχώς αυξανόμενη εκτύπωση νέων χρημάτων δεν προκαλέσει μεγάλο πληθωρισμό, τότε θα αποδειχθεί ότι η Fed κέρδισε το παιχνίδι – αφού θα αυξηθούν οι αξίες των περιουσιακών στοιχείων, οι αμερικανικές τράπεζες θα εξυγιανθούν, το δημόσιο χρέος θα συρρικνωθεί και η ανεργία θα διατηρηθεί σε φυσιολογικά επίπεδα, χωρίς να γίνει τίποτα αντιληπτό από την πλειονότητα των ανθρώπων. Βέβαια, κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο να συμβεί – ενώ φαίνεται πως η κεντρική τράπεζα των Η.Π.Α. ελπίζει για το καλύτερο, χωρίς να είναι προετοιμασμένη για το χειρότερο.

Αναλυτικότερα, ο κίνδυνος της πρόκλησης υπερπληθωρισμού στις Η.Π.Α., μέσα από τη συνεχή εκτύπωση νέων χρημάτων εκ μέρους της Fed, δεν είναι καθόλου «αμελητέος» – ειδικά μετά την πρόσφατη ανακοίνωση της τέταρτης πιστωτικές διευκόλυνσης (QE 4), για το επόμενο έτος. Σύμφωνα δε με πολλούς οικονομολόγους, ακόμη και αν υποθέσουμε ότι δεν θα επηρεασθούν σημαντικά οι τιμές των καταναλωτικών προϊόντων, λόγω της συνεχούς συμπίεσης του κόστους παραγωγής τους στις αναπτυσσόμενες οικονομίες (Ασία, Αφρική κλπ.), δεν πρόκειται να μείνουν ανεπηρέαστες οι υπόλοιπες τιμές.

Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει επικίνδυνες «φούσκες» (υπερβολές) στις αγορές μετοχών, πρώτων υλών, ακινήτων και διάφορων άλλων περιουσιακών στοιχείων, αντίστοιχες με τις προηγούμενες – όπως με τη φούσκα του διαδικτύου το 2000 ή των ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης (sub primes) το 2007. Αν και η Fed ισχυρίζεται λοιπόν ότι, διαθέτει τα μέσα για την αντιμετώπιση τέτοιων κινδύνων, δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ποτέ στην πράξη ούτε κάτω από τις παρούσες προϋποθέσεις, ούτε στην έκταση που βιώνουμε σήμερα.  

Αντίθετα, τα μέσα αυτά (αύξηση των βασικών επιτοκίων, περιορισμός της ποσότητας χρήματος), θα μπορούσαν να οδηγήσουν πολύ γρήγορα στην κατάσταση εκείνη, την οποία προσπαθεί να αποφύγει η Fed – στον αποπληθωρισμό και στην ύφεση. Παράλληλα, θα προκαλούσαν μεγάλη αύξηση του επιτοκίου δανεισμού του δημοσίου των Η.Π.Α., αφού η «αναρρόφηση» της υπερβάλλουσας ποσότητας χρήματος προϋποθέτει την πώληση εκ μέρους της Fed των ομολόγων του δημοσίου (treasuries) – κάτι που θα κόστιζε στον ήδη ελλειμματικό προϋπολογισμό της υπερδύναμης τεράστια ποσά, λόγω των αυξημένων τόκων (πάνω από 500 δις $ ετήσια).

Τέλος, θα μπορούσε να συμβεί ένα χρηματιστηριακό κραχ άνευ προηγουμένου – ένας σοβαρότατος κίνδυνος που δεν τοποθετείται στη σφαίρα της φαντασίας, ενώ δεν είναι καθόλου εύκολο να προσδιορισθεί χρονικά, αφού τα χρηματιστήρια λειτουργούν «προεξοφλητικά».

Όλα τα παραπάνω σημαίνουν ότι, η κεντρική τράπεζα των Η.Π.Α. βαδίζει στην κόψη του ξυραφιού – γεγονός που είναι χωρίς καμία αμφιβολία γνωστό στους επενδυτές, στις επιχειρήσεις και στους εργαζομένους, οι οποίοι αναρωτιούνται για πόσον καιρό ακόμη η Fed θα διατηρήσει την ισορροπία της.

Συνεχίζοντας, το χειρότερο είναι το ότι, όλα αυτά δεν συμβαίνουν μέσα σε ένα «κενό αέρος» – δηλαδή, όλες αυτές οι «μονεταριστικές επεμβάσεις» της Fed, η χειραγώγηση καλύτερα της αγοράς χρήματος δεν περιορίζεται εντός των Η.Π.Α., αφήνοντας ανεπηρέαστο τον υπόλοιπο πλανήτη. Αντίθετα, η συνεχιζόμενη «στρατηγική» της πιστωτικής διευκόλυνσης σημαίνει πως η κεντρική τράπεζα των Η.Π.Α. έχει κηρύξει έναν συναλλαγματικό πόλεμο εναντίον όλων των υπολοίπων χωρών – αφού τα αποτελέσματα της έχουν ήδη «εξαχθεί», σχεδόν παγκοσμίως.    

Αναλυτικότερα, όταν τυπώνονται αφειδώς δολάρια, αυξάνεται, για παράδειγμα, επικίνδυνα ο πληθωρισμός στην Κίνα, εκτοξεύονται στα ύψη οι τιμές των τροφίμων στην Αφρική (προκαλώντας επισιτιστικές κρίσεις και κοινωνικές εξεγέρσεις), δημιουργούνται «φούσκες» στη Βραζιλία ή στη Ρωσία κλπ. – όπως έχουμε ήδη αναφέρει σε προηγούμενα άρθρα μας.

Ουσιαστικά δε, οι Η.Π.Α. εξοφλούν τις οφειλές τους στο εξωτερικό πολύ φθηνά, τυπώνοντας απλά δολάρια – με την προκαλούμενη υποτίμηση όμως του δολαρίου να αυξάνει την ανεργία στις αναπτυσσόμενες χώρες, αφού δεν μπορούν να εξάγουν τα προϊόντα τους στις Η.Π.Α., λόγω της ανατίμησης των νομισμάτων τους.

Παράλληλα ακριβαίνουν οι πρώτες ύλες, η ενέργεια κοκ. σε όλες αυτές τις χώρες, λόγω της υποτίμησης του δολαρίου, με το οποίο συναλλάσσονται διεθνώς – οπότε αυξάνεται το κόστος παραγωγής των προϊόντων τους το οποίο, αργά ή γρήγορα, θα μεταφερθεί στις χώρες εισαγωγής, με αποτέλεσμα την κλιμάκωση του πληθωρισμού.

Ο ΥΠΕΡΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ

Το αντίθετο ακριβώς από αυτό που συμβαίνει στις Η.Π.Α. επιδιώκει, μεταξύ άλλων, η Γερμανία, έχοντας βιώσει έναν τρομακτικό υπερπληθωρισμό στο παρελθόν (1923), με εξαιρετικά οδυνηρά επακόλουθα – αφού μέρα με την ημέρα το τότε γερμανικό μάρκο έχανε ραγδαία την αξία του. Στο τέλος, για την αγορά ενός δολαρίου έπρεπε να διατεθούν περισσότερα από 4 τρις μάρκα – με αποτέλεσμα οι μηχανές εκτύπωσης χρημάτων να μην προλαβαίνουν τη ζήτηση χαρτονομισμάτων, τυπώνοντας μόνο τη μία τους πλευρά.

Εκείνη την εποχή, επειδή η γερμανική κυβέρνηση δεν έβρισκε αγοραστή για τα ομόλογα του δημοσίου, υποχρέωσε την κεντρική της τράπεζα να τα αγοράζει, προμηθεύοντας το κράτος με «φρέσκα χρήματα». Κατ' επακόλουθο, η ποσότητα χρήματος αυξήθηκε σε μεγάλο βαθμό, θέτοντας σε κίνηση τον ανοδικό σπειροειδή κύκλο «μισθών-τιμών» – ο οποίος κατάληξε στην πλήρη καταστροφή της οικονομίας της. 

Με στόχο τη διερεύνηση του υπερπληθωρισμού, δύο οικονομολόγοι του Πανεπιστημίου της Βαλτιμόρης δημιούργησαν έναν λεπτομερή κατάλογο, από τον οποίο τεκμηριώνεται ότι, ο υπερπληθωρισμός δεν είναι ένα σπάνιο φαινόμενο – αφού ανέδειξαν 56 διαφορετικές εμφανίσεις του, από τις Φιλιππίνες το 1944 (μηνιαία αύξηση των τιμών της τάξης του 60%), έως την Ουγγαρία το 1946 (διπλασιασμός των τιμών ανά 15 ώρες!).

Ο πρώτος ιστορικά τεκμηριωμένος υπερπληθωρισμός εμφανίσθηκε στη Γαλλία το 1795 – όπου, μέσα σε ένα μήνα, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 304%. Στη δεκαετία του 1980 και εντεύθεν πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής επλήγησαν από το ίδιο φαινόμενο, με αποτέλεσμα την εμπλοκή του ΔΝΤ – από το οποίο υπέφεραν τα πάνδεινα. Το ίδιο συνέβη και σε αρκετές χώρες της Αφρικής, καθώς επίσης στην Κίνα πριν από 55 περίπου χρόνια – η οποία αντιμετώπισε ποσοστά αύξησης των τιμών της τάξης του 5.000% μηνιαία!

Σήμερα κάτι ανάλογο συμβαίνει στη Β. Κορέα, αν και οι πληροφορίες από εκεί, λόγω του καθεστώτος της, το οποίο κατηγορείται για κακοδιαχείριση των δημοσίων οικονομικών, δεν έρχονται στην επιφάνεια – επίσης στο Ιράν, όπου ο υπερπληθωρισμός υπολογίζεται στο 70% μηνιαία, κυρίως λόγω του εμπάργκο που του έχει επιβληθεί από πολλές χώρες.

Από τις 56 περιπτώσεις υπερπληθωρισμού που ερευνήθηκαν, οι 43 έχει αποδειχθεί πως οφειλόταν σε μεγάλες «πολιτικές ανακατατάξεις» – όπως συνέβη με το τέλος των παγκοσμίων πολέμων. Για παράδειγμα η Γερμανία, μετά το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, υποχρεώθηκε να πληρώσει πολεμικές επανορθώσεις στις νικήτριες συμμαχικές δυνάμεις – ενώ παράλληλα η κυβέρνηση της επιθυμούσε να καθησυχάσει τους εργαζομένους της χώρας, οι οποίοι είχαν επαναστατικές διαθέσεις. 

Επειδή όμως τα φορολογικά έσοδα δεν αρκούσαν για την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων της, ενώ η πιστοληπτική ικανότητα της δεν της επέτρεπε να δανεισθεί με βιώσιμα επιτόκια, η κυβέρνηση αναμίχθηκε στη νομισματική πολιτική – αναγκάζοντας την κεντρική τράπεζα να εκτυπώσει μεγάλες ποσότητες νέων χρημάτων (όπως ουσιαστικά συμβαίνει σήμερα, όσον αφορά τα δημόσια έσοδα, στις Η.Π.Α. ή θα μπορούσε να συμβεί στην Ελλάδα, εάν επέστρεφε τη δραχμή). Είκοσι χρόνια αργότερα η ιστορία επαναλήφθηκε, με τον υπερπληθωρισμό να καταστρέφει τις οικονομίες της Ουγγαρίας, της Ταιβάν, της Κίνας, της Ελλάδας και της Ιαπωνίας.

Μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, επανήλθε ο υπερπληθωρισμός στις πρώην δορυφορικές χώρες της Ρωσίας – όπως στην Ουκρανία, στη Γεωργία και στη Λευκορωσία, οι οικονομολόγοι των οποίων δεν κατάφεραν δυστυχώς να σταθεροποιήσουν τις τιμές, κατά τη μετάβαση από την κεντρικά κατευθυνόμενη οικονομία στον καπιταλισμό. Το ίδιο συνέβη και στη Ρωσία, η οποία ήλθε αντιμέτωπη με αυξήσεις των τιμών της τάξης του 245% μηνιαία.

Ολοκληρώνοντας, το συμπέρασμα των ερευνητών ήταν το ότι, ο υπερπληθωρισμός είναι μία πολύ βαριά οικονομική ασθένεια, η οποία όμως προέρχεται από «εξτρεμιστικές» πολιτικές συγκυρίες – όπως ο πόλεμος ή η μετάβαση από ένα καθεστώς κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας, σε μία οικονομία της ελεύθερης αγοράς. Μέχρι στιγμής δε, σε περιόδους ειρήνης ή/και μη κατάρρευσης ενός κράτους (χρεοκοπία κλπ.), καμία κεντρική τράπεζα δεν προκάλεσε υπερπληθωρισμό.

Επομένως, οι φόβοι εμφάνισης υπερπληθωρισμού στην Ευρώπη ή στις Η.Π.Α. είναι, πάντοτε κατά τους ερευνητές, υπερβολικοί – πόσο μάλλον όταν τα νέα χρήματα που εκτυπώνονται και στις δύο περιοχές, δεν έχουν βρει μέχρι σήμερα το δρόμο τους προς τη πραγματική οικονομία. 

Η ΕΥΡΩΖΩΝΗ

Η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών από την πολιτική, θεωρείται απολύτως απαραίτητη για την εξασφάλιση της νομισματικής σταθερότητας – γεγονός που έχει τεκμηριωθεί σε πολλές περιπτώσεις από την ιστορία. Στα πλαίσια αυτά και σε αντίθεση με τις Η.Π.Α., η ΕΚΤ δεν επιτρέπεται να αγοράζει απ' ευθείας ομόλογα των κρατών-μελών της Ευρωζώνης, αλλά μόνο να δανείζει τις εμπορικές τράπεζες με το βασικό επιτόκιο – οι οποίες μπορούν να επενδύουν σε ομόλογα του δημοσίου, χρεώνοντας επιτόκια ανάλογα με το ρίσκο που αναλαμβάνουν (πιστοληπτική αξιολόγηση των κρατών).

Κατά την άποψη μας, η συγκεκριμένη λειτουργία της ΕΚΤ δημιούργησε το τεράστιο τραπεζικό πρόβλημα της Ευρωζώνης – την υπερδιόγκωση του χρηματοπιστωτικού της κλάδου, η οποία (σύνολο ισολογισμών) πλησιάζει τα 30 τρις €, έναντι 17 δις $ περίπου των Η.Π.Α. Όπως φαίνεται, όλες οι ενέργειες συνοδεύονται με παρενέργειες, οι οποίες δεν επιτρέπουν σωστές προβλέψεις ή αλάνθαστο προγραμματισμό στους οικονομολόγους και στους πολιτικούς.     

Περαιτέρω, στα πλαίσια της παρούσας κρίσης υπερχρέωσης και δανεισμού της Ευρώπης, η ΕΚΤ αποφάσισε πρόσφατα να επέμβει στη δευτερογενή αγορά ομολόγων, ενισχύοντας κυρίως τις κυβερνήσεις της Ιταλίας και της Ισπανίας – γεγονός που δημιούργησε πλέον μεγάλες αμφιβολίες διεθνώς, όσον αφορά την ανεξαρτησία της από την Πολιτική. Κατά την ίδια, η επέμβαση της οφείλεται στην αδυναμία της πολιτικής να βρει λύσεις στο πρόβλημα της υπερβολικής αύξησης των επιτοκίων δανεισμού των χωρών του Νότου – με βάση τα οποία, η εξυπηρέτηση των χρεών τους δεν είναι δυνατή, οπότε το δημόσιο χρέος τους παύει να είναι βιώσιμο.

Επίσης, στην απροθυμία των εμπορικών τραπεζών να δανεισθούν μεταξύ τους (γνωρίζοντας προφανώς το μεγάλο τραπεζικό πρόβλημα της ΕΕ), να δανείσουν τις επιχειρήσεις της πραγματικής οικονομίας (ενδεχομένως λόγω του αποπληθωρισμού και της ύφεσης που προβλέπουν, στα πλαίσια της πολιτικής λιτότητας που απαιτεί η Γερμανία), καθώς επίσης να αγοράσουν ομόλογα του δημοσίου (πιθανότατα επειδή δεν θεωρούν καθόλου απίθανη τη χρεοκοπία κάποιων κρατών).

Στα πλαίσια αυτά, τέλη Σεπτέμβρη του 2012 οι καταθέσεις των δώδεκα μεγαλύτερων εμπορικών τραπεζών της ΕΕ στις κεντρικές τράπεζες έφτασαν στα 1,43 τρις $ (1,12 τρις €) – μία αύξηση της τάξης του 84% από το 2010, παρά το ότι οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες της ΕΕ δεν πληρώνουν πάνω από 1% επιτόκιο για τις συγκεκριμένες καταθέσεις. Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί είναι αποκαλυπτικός:

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Εξέλιξη των καθαρών καταθέσεων των δώδεκα μεγαλύτερων εμπορικών τραπεζών στις κεντρικές, σε δις $

Τράπεζα

30.09.2012

31.12.2010

 

 

 

Deutsche Bank

206,1

92,2

Barclays

165,2

155,6

BNP Paribas

160,3

42,7

HSBC

138,6

57,4

Lloyds

129,9

60,8

RBS

127,7

90,9

Santander

122,1

98,9

Societe Generale

103,3

17,9

UBS

93,3

28,4

Credit Suisse

91,8

69,1

Credit Agricole

55,3

37,3

BBVA

35,9

25,4

 

 

 

Σύνολα

1.429,4

776,6

Πηγή: WSJ. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος  

 

Από τον Πίνακα Ι διαπιστώνει κανείς, μεταξύ άλλων ότι, οι πλέον «φοβισμένες» τράπεζες είναι οι δύο γαλλικές και η μία γερμανική. Το γεγονός αυτό μπορεί να μας οδηγήσει σε πολλά και διάφορα συμπεράσματα, σχετικά με τις προβλέψεις τους – οι οποίες αφορούν τόσο τις χώρες τους, όσο και την Ευρωζώνη στο σύνολο της (το μέλλον του ευρώ).

 Ολοκληρώνοντας εμείς τουλάχιστον θεωρούμε ότι, η «παρεμβατική» λειτουργία της Fed οδήγησε στην αύξηση των ελλειμμάτων και του δημοσίου χρέους της υπερδύναμης – κάτι που δεν θα είχε συμβεί, εάν είχε αποφευχθεί ο υπερδανεισμός ή/και η διάσωση των υπερχρεωμένων τραπεζών, παράλληλα με την «εκλογίκευση» του άκρως νεοφιλελεύθερου φορολογικού συστήματος. Κάτι ανάλογο υποθέτουμε ότι θα προκληθεί και στην Ευρωζώνη – αφού η «υποχρεωτική» διάσωση των τραπεζών από τα κράτη, οδηγεί επίσης στην αύξηση των ελλειμμάτων και του δημοσίου χρέους τους.

Επομένως, οι Η.Π.Α. απλά προηγούνται στη συγκεκριμένη «διαδικασία», ενώ η ΕΕ ακολουθεί – έχοντας όμως να αντιμετωπίσει πολύ μεγαλύτερα προβλήματα, τα οποία είναι μάλλον δύσκολο να επιλυθούν, εάν δεν ακολουθήσει άμεσα η τραπεζική ένωση της Ευρωζώνης, η δημοσιονομική (αμοιβαιοποίηση του χρέους) και η πολιτική. Επειδή δε κάτι τέτοιο δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται, ειδικά λόγω των υπόγειων επιδιώξεων της Γερμανίας, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης της ΕΚΤ (άρθρο μας), υπάρχουν δύο κυρίως εναλλακτικές δυνατότητες:

(α)  Η επιστροφή στην αφετηρία – η ελεγχόμενη διάλυση δηλαδή της Ευρωζώνης και η «επαναφορά» της στην εποχή πριν την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος (ευέλικτη σύνδεση των εθνικών νομισμάτων με το Ecu), καθώς επίσης

(β)  Η έξοδος της Γερμανίας από το Ευρώ, όπου όλες οι υπόλοιπες χώρες θα παραμείνουν στην Ευρωζώνη, εφαρμόζοντας ένα μίγμα ήπιας πολιτικής λιτότητας και μεθοδικής ανάπτυξης – παράλληλα με την απαγόρευση των πλεονασμάτων στα ισοζύγια εξωτερικών συναλλαγών μεταξύ των μελών της, με τη ελεγχόμενη υποτίμηση του ευρώ, με τη διευκόλυνση της χρεοκοπίας των προβληματικών τραπεζών, με την ενίσχυση του πληθωρισμού για την καταπολέμηση της υπερχρέωσης, με την προσεκτική υιοθέτηση των ευρωομολόγων κλπ.  

ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΔΟΛΑΡΙΟ

Το δολάριο είναι το κυριότερο παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, έχοντας μερίδιο πάνω από  70% διεθνώς – ακολουθούμενο από το ευρώ, με μερίδιο περίπου 30%. Το γεγονός αυτό, η «ηγεμονία» του δολαρίου δηλαδή, είναι εξαιρετικά σημαντική για τη «βιωσιμότητα» των Η.Π.Α. – ενώ κινδυνεύει τα μέγιστα από την πολιτική χρήματος που εφαρμόζει σήμερα η Fed (πόσο μάλλον όταν ο κυριότερος δανειστής της υπερδύναμης είναι η Κίνα, ακολουθούμενη από την υπερχρεωμένη επικίνδυνα και γηρασμένη Ιαπωνία).

Το ίδιο σημαντική για τις Η.Π.Α. είναι και η διατήρηση του ευρώ στη δεύτερη θέση – αφού είναι καλύτερα να έχει κανείς έναν σχετικά ελεγχόμενο ανταγωνιστή, ο οποίος δεν θα θελήσει ποτέ να διεκδικήσει τη θέση σου, παρά έναν εχθρικό, ανεξέλεγκτο αντίπαλο, ο οποίος θα επιδιώξει την παγκόσμια ηγεμονία.      

Στα πλαίσια αυτά, ας φανταστούμε μία άλλη διελκυστίνδα, από τη μία πλευρά της οποίας ευρίσκεται η «συνεκτική» ομάδα του δολαρίου (κυβέρνηση, ΔΝΤ, ηγετικές τράπεζες όπως η Goldman Sachs, εταιρείες αξιολόγησης, επενδυτικά κεφάλαια, προβεβλημένοι οικονομολόγοι, ΜΜΕ κλπ.), ενώ από την άλλη η αντίστοιχη, αλλά μη συνεκτική ομάδα του ευρώ (ελλειμματικά και πλεονασματικά κράτη, αντιμαχόμενα ΜΜΕ, ανεξάρτητα μεταξύ τους έθνη κλπ.).   

Το μέσον τώρα, το σχοινί δηλαδή με το οποίο προσπαθεί η μία ομάδα να τραβήξει την άλλη, χωρίς όμως την πρόθεση να νικήσει ή να ηττηθεί καμία εκ των δύο, περνώντας την οριζόντια διαχωριστική γραμμή ισορροπίας, είναι η κρίση χρέους της Ευρωζώνης – η οποία προφανώς προκλήθηκε από τις Η.Π.Α., κυρίως με τη βοήθεια της εισβολής του ΔΝΤ στην Ελλάδα (Ευρώπη, το χρυσόμμαλο δέρας) και στη συνέχεια μέσω των επιθέσεων στην πιστοληπτική ικανότητα των διαφόρων χωρών της Ευρωζώνης (πρόσφατα εναντίον της Γαλλίας).

Στην προκειμένη περίπτωση, δεν πρόκειται για μία μάχη του δολαρίου εναντίον του ευρώ ή για κάποια σκοτεινή ιστορία συνωμοσίας – αλλά για ένα «παιχνίδι διελκυστίνδας», με απώτερο στόχο τη διατήρηση των δύο παγκοσμίων αποθεματικών νομισμάτων σε μία προκαθορισμένη θέση ισορροπίας, έτσι ώστε να στηρίζεται σε ελεγχόμενα, σταθερά θεμέλια η ηγεμονία του δολαρίου. Εάν δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, τόσο το ένα, όσο και το άλλο νόμισμα θα κινδύνευαν με κατάρρευση – με το κινεζικό γουάν να διεκδικεί το μεγάλο βραβείο. 

Δυστυχώς όμως, η αλαζονική Γερμανία φαίνεται να διεκδικεί περισσότερα οφέλη από το παιχνίδι – «καταλαμβάνοντας» την ΕΚΤ και ερχόμενη σε αντιπαράθεση τόσο με τους «εταίρους» της, συμπεριλαμβανομένης της Μ. Βρετανίας, όσο και με τις Η.Π.Α. (ενδεχομένως με σύμμαχο την Κίνα, αλλά επίσης σε αντίθεση με τη Ρωσία, όπως διακρίνεται από την κρίση της Κύπρου).

Εν τούτοις, κατά την άποψη μας, παρά το ότι φαίνεται να έχει πάρει με το μέρος της την Ελλάδα, δεν έχει διαφυλάξει «τα νώτα της», ούτε όσον αφορά την Ισπανία, ούτε την Ολλανδία ή την Ιταλία – ενώ προκαλεί τη Γαλλία, ανακοινώνοντας δημόσια πως ανησυχεί για την οικονομική της κατάσταση, έτσι ώστε να επιτεθούν οι αγορές στη γείτονα της χώρα.  

Ολοκληρώνοντας η, εθελούσια ή μη, «απόσχιση» της Γερμανίας από την Ευρωζώνη δεν είναι εκτός πραγματικότητας – αφού είναι μάλλον αδύνατον να ανταγωνισθεί τις Η.Π.Α., έχοντας ταυτόχρονα αντιπάλους εντός και εκτός Ευρώπης. Σε κάθε περίπτωση, η μονομερής έξοδος της Γερμανίας δεν θα ήταν αρνητική για την υπόλοιπη Ευρωζώνη, αφού μάλλον θα έπαυε να υφίσταται τις επιθέσεις της υπερδύναμης στο νόμισμα της – με αποτέλεσμα την ειρηνική, ελεγχόμενη «σύμπλευση» του δολαρίου με το ευρώ.     

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι Η.Π.Α. ευρίσκονται αναμφίβολα σε μία πάρα πολύ δύσκολη θέση, βαδίζοντας στην κυριολεξία στην κόψη του ξυραφιού – γεγονός που έχουμε διαπιστώσει από πολύ πριν (Η μητέρα των κρίσεων). Όπως αναφέρουν δε αρκετοί Αμερικανοί οικονομολόγοι,

"Οι Η.Π.Α. θεωρούνται πια άδικα ως η χώρα των απεριόριστων δυνατοτήτων και ευκαιριών – αφού η Πολιτική της υπερδύναμης φροντίζει οι πλούσιοι να γίνονται πλουσιότεροι, ενώ οι φτωχοί να παραμένουν φτωχοί. Οι χαμηλότερες εισοδηματικές τάξεις μένουν σε φτωχές περιοχές, με άσχημα σχολεία και με ανύπαρκτες κοινωνικές παροχές. Τα παιδιά μεγαλώνουν με γονείς συχνά ανέργους, άρρωστους, χωρισμένους ή φυλακισμένους – ένας κύκλος του διαβόλου, ο οποίος είναι διαχρονικός, μεταφερόμενος από γενιά σε γενιά.

Μία χώρα η οποία, έχοντας το μεγαλύτερο ποσοστό φυλακισμένων παγκοσμίως (743 άτομα ανά 100.000 κατοίκους), επενδύει για τη φυλάκιση 2,3 εκ. ανθρώπων κάθε χρόνο τεράστια ποσά, χωρίς να ενδιαφέρεται για την παιδεία και την υγεία των πολιτών της, πολύ δύσκολα αποφεύγει τις βίαιες κοινωνικές εξεγέρσεις – οι οποίες οδηγούν στην παρακμή, στην κατάρρευση της οικονομίας και στην ολοκληρωτική καταστροφή" (J.Sachs, με παρεμβάσεις).

Εν τούτοις, ο ιδιωτικός πλούτος της χώρας (περί τα 38 τρις $ ή πάνω από το 200% του ΑΕΠ και του δημοσίου χρέους της), σε συνδυασμό με την απίστευτη στρατιωτική υπεροχή της (πολλαπλάσια της αμέσως επόμενης χώρας), καθώς επίσης με την ηγετική θέση της σε πάρα πολλούς «νευραλγικούς» τομείς (χρηματοπιστωτικό σύστημα, ηλεκτρονική δικτύωση κλπ.), την καθιστούν έναν μάλλον ανίκητο «ανταγωνιστή» – παράλληλα, έναν άκρως επικίνδυνο αντίπαλο, εάν θελήσει κανείς να του επιτεθεί σε εκείνα τα «μέσα», τα οποία είναι απολύτως απαραίτητα για τη συντήρηση του (όπως για παράδειγμα στο δολάριο). 

Επομένως, η Γερμανία παίζει με τα φωτιά, συμπεριφερόμενη με αυτόν τον αλαζονικό τρόπο σε εκείνη τη χώρα, στην οποία ουσιαστικά οφείλει τη «διάσωση» της μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο – χωρίς αυτό φυσικά να σημαίνει ότι, τοποθετούμαστε υπέρ των Η.Π.Α. και των εγκληματικών επιθέσεων του ΔΝΤ στην πατρίδα μας, καθώς επίσης σε ένα μεγάλο μέρος του υπολοίπου πλανήτη (Βραζιλία, Αργεντινή, Ασία, Τουρκία, Αφρική, Α. Ευρώπη κλπ.).    

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 18. Νοεμβρίου 2012, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος (μακροοικονομία), πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2742.aspx

Μισογεμάτη κανάτα γάργαρης ποίησης

Μισογεμάτη κανάτα γάργαρης ποίησης*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Τι συγγένεια έχουν οι περιπτώσεις με τις περιστάσεις; Πώς θα γινόταν να ανοίξει η συζήτηση περί κατολισθήσεων, καταπτώσεων και άλλων δεινών; Πώς να ανασυντεθεί η πέτρα από την άμμο, κατά παράβαση της φυσικής πορείας που, μέσω της διάβρωσης, διαλύει την πέτρα σε άμμο; Και πόσο απέχει η παύση από την τριβή;



* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 355, 16/11/2012.

Προβληματισμοί απαιτητικοί, γεννημένοι από διαλογισμούς ποιητικούς, και προορισμένοι να φωτιστούν από τον ίδιο τον γεννήτορά τους, τον ποιητικό λογισμό. Εμπνεόμενος ποίηση από τον κοινωνικό περίγυρο κι εμπλουτίζοντάς τον ο ίδιος, με τη σειρά του, με τις δικές του ποιητικές προεκτάσεις, ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου, στη δεύτερή του ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Μισές αλήθειες», ανατέμνει την ποιητική δημιουργία μέσα στον ασφυκτικό χώρο της παραγωγής της, περιφερόμενος από λεωφόρους σε αδιέξοδα, όπου εύκολα καταντά κανείς αγνοούμενος.

Ο χώρος του Συφιλτζόγλου, μία ατελεύτητη μετακίνηση από το επαρχιακό αστικό τοπίο και το υπαίθριο περιβάλλον του προς το πρωτεύον, τερατώδες «κλεινόν άστυ» και αντίστροφα, είναι γεμάτος παγίδες. Η ασφυξία κι ο πνιγμός καραδοκούν εκεί όπου η ρομαντική διάθεση μιας ειλικρινούς μα αδικαίωτης μοναχικής πορείας, κόντρα στο ρεύμα, παρασύρεται και καταποντίζεται: «όλοι περάσανε με κόκκινο/ και σώθηκαν/ και γω ξεχάστηκα/ νομίζοντας ηλιοβασίλεμα/ το πορτοκαλί»· αν πάλι προτιμηθεί η συμπόρευση με τη μάζα («έτσι πάμε, έτσι ερχόμαστε»), οι μηχανικές διαδρομές βαλτώνουν στη ματαιότητα της καθημερινότητας. Πώς λοιπόν να δραπετεύσει κανείς από το τέλμα; Ο Συφιλτζόγλου εδώ επιστρατεύει το ακατανίκητο όπλο της ποίησης: με άλματα στη φαντασία, αξιοποιώντας τις δυνατότητες των σχηματικών ποιημάτων με τη δημιουργία μιας οπτικής ποιητικής σκάλας μέσω της κλιμακωτής παράθεσης των στίχων του, χρίζει τον ποιητή σαλταδόρο. Εύλογη συνεπώς η συμβουλή «να δένετε σφιχτά τα κορδόνια»: για να μην τα πατήσουν οι σαλταδόροι και γκρεμιστούν αποπειρώμενοι τ' άλματά τους.

Ο ποιητής επιζητά το ύψος όντας σαλταδόρος, όντας εναερίτης. Μα τα πετάγματα τούτα φαίνονται παράταιρα με τη σύγχρονη πεζή εποχή, που 'χει εξαφανίσει το ύψος· «το κατάλαβαν καλά// οι εναερίτες/ εμφανώς// καψαλισμένοι». Κι ούτε καν η φύση δεν τους δροσίζει πλέον, «πιο άγονη και απ' τους ανθρώπους». Έτσι φυσιολογικά εκδηλώνεται η αμφισβήτηση, προϊόν της τραγικής διάψευσης, για τα ποιήματα «που μας βόλευαν κάποτε/ πιο άγρια και από/ την άγρια δύση», για τα ποιητικά ρεύματα και τους ποιητές, όπως ο Σολωμός, που ύμνησαν τους «τάχα ξανθούς απρίληδες». Πώς όχι «τάχα», λοιπόν, όταν ασφυκτιούν μέσα στο σύγχρονο φυσικό, αστικό, κοινωνικό, ποιητικό τοπίο; Γι' αυτό ο Συφιλτζόγλου αρπάζει το όπλο και το κολλά «στον κρόταφο/ των ποιημάτων» αυτών.

Η διαφαινόμενη αμφισβήτηση του Συφιλτζόγλου φαντάζει προκλητική, αν αναλογιστεί κανείς το ποιητικό μέγεθος του Σολωμού και τη νιότη (γεννημένος το 1983) του αμφισβητία. Καμία ωστόσο δήλωση του νέου ποιητή δεν περιορίζεται στη φαινομενική της μονοσημία. Πρόκειται διαρκώς για τη «μισή αλήθεια», όπως αποκαλύπτει άλλωστε ο τίτλος της ποιητικής συλλογής. Εξού και το προηγούμενο σχόλιο της «τραγικής διάψευσης», που σε δεύτερη προσέγγιση διαγιγνώσκει την πίκρα για ό,τι λαμπρό τείνει σήμερα να σβήσει, άρα το υπερασπίζεται. Πού γέρνει επομένως η πλάστιγγα κατά το ζύγισμα της αμφισβήτησης και της υπεράσπισης; Ο Συφιλτζόγλου δεν επιδιώκει κάποια άμεση απάντηση. Επιλέγει να συμπλέκει αξεδιάλυτα όσα σκαλώνουν στα γρανάζια της ποίησης, εφόσον «ανάμεσα σε γρανάζια/ γραφομηχανής/ ένας σκορπιός αναπαύεται/ στη μια δαγκάνα κρατά/ τη μισή αλήθεια/ με την άλλη/ ένα πούρο Αβάνας». Ιδού το ποιητικό εποικοδόμημα: η ποίηση-σκορπιός στο υπόγειο εργαστήριο της σύνθεσής της (τα γρανάζια της γραφομηχανής) αναπαύεται, μα και καραδοκεί· ανεμίζει τη μισή αλήθεια, άρα και το μισό ψέμα· κρύβεται, μα και επιδεικνύεται· αποκαλύπτει, μα και θολώνει, πίσω από ένα παραπέτασμα καπνού πολυτελείας («πούρο Αβάνας»).

Τα αναδυόμενα από τα σκοτεινά «γρανάζια» φιλοσοφικά ερωτήματα του Συφιλτζόγλου εκδηλώνονται σε κάθε ευκαιρία σαν μετεωρίτες έτοιμοι να εκραγούν, συνταράσσοντας τον τόπο, πνευματικό ή ψυχικό, όπου θα σκάσουν: «το μέτρο περιέχει/ την έννοια/ του λιγότερου»; Ή, «το νούμερο υποτάσσεται στα μέρη του»; Η σοβαρότητα των αναζητήσεων καταποντίζεται στο χειμαρρώδες γέλιο του ποιητικού συνομιλητή: «γιατί γελάς;», ρωτά αμφίσημα ο Συφιλτζόγλου, χωρίς να διευκρινίζει αν ζητά το λόγο καταρρακωμένος εμπρός στον αμφισβητούμενο και ακυρωμένο στοχασμό του από το γέλιο της αντίπερα όχθης ή αν κλείνει το μάτι στην αυτοϋπονόμευση που ο ίδιος προκαλεί αυτοσαρκαζόμενος. Τι είδους γέλιο εκδηλώνεται, κατά συνέπεια, εδώ; Σαρδόνιο; Κυνικό; Χλευαστικό, για την αφέλεια των «ρομαντικών» σκέψεων; Ισοπεδωτικό, μιας επίπεδης και πεζής πραγματικότητας; Ή, ίσως, αμηχανίας, από τη συναίσθηση της ανεπάρκειας εμπρός στον βαθύ ποιητικό στοχασμό; Τίποτα ξεχωριστά κι όλα μαζί, στο διαρκώς επιβεβαιωνόμενο αξεδιάλυτο τοπίο.

«Αν πάρετε απάντηση, να μου τρυπήσετε τη μύτη», επιβεβαιώνει εξάλλου ο ποιητής, μεταφέροντας τον προβληματισμό του στον ίδιο τον χώρο της συγγραφής. Ο Συφιλτζόγλου καταθέτει ένα σχόλιο ποιητικής, που αντιμετωπίζει την ποίηση σαν φορέα προβληματισμών, κι όχι σαν τυφλοσούρτη απαντήσεων. Κι όλα αυτά μέσα από αλλεπάλληλους συνειρμούς, που προωθούν τον στοχασμό, σε συνεργασία με την εξοντωτική – σε βαθμό επιστημονικής πραγματείας, θα 'λεγε κανείς – αξιοποίηση των πολυσημιών, των παρηχήσεων, των λογοπαιγνίων: αφορμώμενος από την εικόνα του Πρινολόφου, του χωριού της Δράμας που πλαγιάζει μες στο φυσικό τοπίο και παίρνει τ' όνομά του από τους πρίνους, δηλαδή τα πουρνάρια, ο ποιητής διαβλέπει στο «πλάγιασμα» του χωριού μια «ανοιξιάτικη τεμπελιά», μια τεμπελιά που ανακαλεί σκύλο ο οποίος λιάζεται νωχελικά. Ο σκύλος πυροδοτεί τη διάθεση του «σκυλεύω». Τα πουρνάρια, πάλι, προσφέρονται για «ξύλευση». Έτσι ανακύπτει το υπαρξιακό δίλημμα «σκυλεύω ή ξυλεύω;». Και σε ελεύθερη μετάφραση, «τεμπελιάζω ή παράγω ποίηση;». Η τεμπελιά προφανώς είναι το προϊόν της «σκύλευσης», της λεηλασίας μίας άσκοπης ζωής. Η παραγωγή ποίησης δοκιμάζεται επί χάρτου, δηλαδή επί του προϊόντος της «ξύλευσης»! Ενώπιον επομένως της ατιθάσευτης λευκότητας του άγραφου χαρτιού, που απειλεί με πνιγμό εξαιτίας της απεραντοσύνης του, το προσκλητήριο προς ποιητική δημιουργία μετεωρίζεται αναπάντητο.

Οι συνειρμοί του Συφιλτζόγλου, φαινομενικά αβίαστοι, ελέγχονται αυστηρά από μία τετράγωνη λογική. Η αναφορά στο «κλεινόν άστυ» επιφέρει τεχνηέντως την απόρριψη του συσχετισμού τόσο με τις κλινάμαξες στο Λιανοκλάδι («κλεινός»-«κλιν-άμαξα») όσο και με την «όμορφη Αστυπάλαια» («άστυ»-«Αστυ-πάλαια»), εφόσον το τοπίο της ελληνικής πρωτεύουσας δεν είναι σε θέση να ανακαλέσει καμία εικόνα θαλπωρής, καμία νοσταλγία: το περιβάλλον της είναι αβίωτο· η ηθική της αχώνευτη ή, πολύ περισσότερο, «δεν τρώγεται» καν· οι διαδρομές της ανυπόφορες. Κι εκεί που ο Συφιλτζόγλου σκιαγραφεί ένα βίωμα συλλογικό, μεταπηδά στην αυτοκριτική μέσω των αναφορών στην προσωπική του ταυτότητα: εκείνη του δικηγόρου («είναι η αστική ευθύνη που δεν ευθύνεται») αλλά κι εκείνη του ποιητή («είναι και αυτό το ποίημα που/ δεν κλειδώνεται…»). Και πώς να «κλειδωθεί» το ποίημα άλλωστε, όταν για μία ακόμη φορά οι διαπιστώσεις μετεωρίζονται αναποφάσιστες;

Ο υποδόριος, δηκτικός σχολιασμός, επικουρούμενος από τον αχαλίνωτο σαρκασμό, τιμά τον ποιητικό του πρόγονο στο πρόσωπο του Κώστα Καρυωτάκη («ποιο περίστροφο και/ ποια μπαλάντα»). Δεν πρόκειται για την απλή συνάντηση προγόνου κι επιγόνου στην ασφυξία του επαρχιακού αστικού περιβάλλοντος (των διάφορων πόλεων της επαρχίας όπου περιπλανήθηκε ο Καρυωτάκης διοικητικά διωκόμενος, με κατάληξη την Πρέβεζα, και της γενέθλιας Δράμας για τον Συφιλτζόγλου)· η συνομιλία με τον Καρυωτάκη επεκτείνεται «στην ταράτσα κάποιας νομαρχίας», όπου το ασφυκτιών ποιητικό υποκείμενο, σαφώς ταυτισμένο με τον Συφιλτζόγλου («στη μέσα τσέπη/ το βιβλιάριο υγείας/ δικηγόρων επαρχίας/ […] η σφραγίδα το λέει ρητά/ υπάγεσαι στη Δ.Ο.Υ. Δράμας»), μοιάζει να καθηλώνεται στη ματαιότητα: το ποιητικό πέταγμα («γυαλιά αεροπορίας») είναι καταδικασμένο σε συντριβή· μάταιη επίσης η προσμονή για τον αέρινο καλπασμό, για την «αντιλόπη απ' την/ κοιλάδα των θαυμάτων».

Είναι συνεπώς η ποίηση το κατά Καρυωτάκη καταφύγιο που φθονούμε; Είναι όλα ένας διαρκής ευφημισμός καταδικασμένος σε οικτρή διάψευση; «το Θησείο δεν είχε ανάγκη ποτέ/ ηρωισμούς ή πεσόντες»· «ο ευαγγελισμός/ δεν έγινε ποτέ η καθαρεύουσα της καλής είδησης»· και δίπλα σ' όλες τις διαψεύσεις των πολλά υποσχόμενων ονοματοθεσιών, εμφαντικότερη όλων η αυτοαναφορική κι αυτοσαρκαστική «Κυριάκος όπως όνομα Κυρίου/ και… από δω περάσαν κι άλλοι». Οι τόσες ακυρώσεις δημιουργούν παράκρουση. Κι όταν «η παράκρουση βροντά την πόρτα», «επείγει μια Ανάσταση». Το αίτημα της Ανάστασης ο Συφιλτζόγλου το απευθύνει στα θεία, σε επίκληση προς τον Κύριο. Ελλείψει όμως ανταπόκρισης, ο γενικός διακόπτης της ανθρώπινης λειτουργίας κατεβαίνει, και η επιλογική της συλλογής απόφανση βροντά σαν ταφόπλακα που σφραγίζει: «Κύριε/ σ' εγκαταλείπουμε».

Παράδοση στον μαρασμό, λοιπόν; Η διάψευση των προσδοκιών διατυπώνεται κατηγορηματικά. Όσο ρητή όμως είναι, τόσο διεκδικεί υπόσταση ως μια από τις «μισές αλήθειες» του ποιητή. Η μισή ως προς το περιεχόμενό της κανάτα που θέτει ο Συφιλτζόγλου στην ποιητική του τάβλα σαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης δεν είναι μισοάδεια· είναι μισογεμάτη από λαγαρή, γάργαρη ποίηση. Κι αυτό όχι μόνο επειδή το ακυρωμένο πέταγμα του ποιητή-αεροπόρου πραγματοποιείται εντέλει μέσω της παρούσας συλλογής, μα κυρίως επειδή παρά τους εύστοχους προβληματισμούς και την ειλικρίνειά τους, η θέαση του Συφιλτζόγλου, σε αντιδιαστολή με την πικραμένη σάτιρα του ποιητικού προγόνου Καρυωτάκη, φορτίζεται τελικά θετικά, χάρη στο σφρίγος, το χιούμορ και την απολαυστική παιγνιώδη διάθεση, που, πέρα από τους όποιους υπαινιγμούς ή τις «αδιαφιλονίκητες» δηλώσεις, καταφάσκει στη ζωή.

 

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, «Μισές αλήθειες», εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2012, σελ. 40.

 

8.

«κλεινόν άστυ»

όχι δεν έχει καμία σχέση

με την παλιά κλινάμαξα στο Λιανοκλάδι

ούτε με την όμορφη Αστυπάλαια

 

είναι το αστικό τοπίο που δεν βιώνεται

είναι η αστική ηθική που δεν τρώγεται

είναι οι μικροαστοί που δεν αναστατώνονται

είναι η αστυνομία που δεν διώκεται

είναι το αστικό 31 Βούλγαρη-Σφαγεία που

δεν υποφέρεται

είναι η αστική ευθύνη που δεν ευθύνεται

 

είναι και αυτό το ποίημα που

δεν κλειδώνεται…

 

11.

ο λόγος για έναν περίεργο εστέτ

                        στον χώρο των μετάλλων

-ένα δηλητήριο μπλαζέ-

 

στην αγορά τον ξέρανε καλά

καλύτερα μόνο όσοι κουβάλαγαν φακό

στην αντανάκλαση

                              ανταποκρίνονταν

διαφορετικά ήθελε γάντι

 

η αλήθεια είναι πως εξατμίζονταν

πολύ εύκολα      μέχρι τότε

κάτι μπαταρίες   λάμπες φθορίου

 

οι καλύτερες στιγμές του

 

οι πιο προσωπικές

          αυτές υπό μάλης

38 και 8

39 και 9

                (ψήνεται το παιδί

                 ακούγονταν απ' το βάθος)

 

κι έπειτα

κατέβαινε σιγά σιγά

                                  μειδιώντας

 

γιόρταζε των Αγίων Αναργύρων

 

Για τους Σπαρτιάτες, Είλωτες & για τους Είλωτες, Σπαρτιάτες

"Για τους Σπαρτιάτες, Είλωτες. Και για τους Είλωτες, Σπαρτιάτες…"

 

Του Χρύσανθου Λαζαρίδη*

 

Ακούω διάφορους σήμερα να βρίζουν τη λεγόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου». Ανήκω – θέλοντας και μη – σε εκείνη της γενιά. Μιλάω σπάνια για τα γεγονότα εκείνα, κι όταν το κάνω αμφισβητώ όλους τους μύθους που επικράτησαν έκτοτε. Κυρίως για το ρόλο που διαδραμάτισε η τότε Αριστερά…

Αυτή η αμφισβήτηση εκ μέρους μου εκφράζεται δημόσια και γίνεται από τότε, όταν δεν ήταν εύκολο να ειπωθούν, να γραφούν ή να ακουστούν, πράγματα που τώρα τα λένε πολλοί. Και κάποιοι, μάλιστα, καθ' υπεροβολήν…

Και δεν εξαργύρωσα τη συμμετοχή μου στα «γεγονότα του Πολυτεχνείου». Συνειδητά, από την πρώτη στιγμή, κράτησα τις αποστάσεις μου και αποδοκίμασα όσους το έκαναν. Και μάλιστα σε εποχές που αυτό είχε και κόστος και ρίσκο: Το κόστος να απομονωθείς από παντού. Και το ρίσκο να φανείς «γραφικός».

 Ό,τι έκανα στη ζωή μου το έκανα όχι επικαλούμενος τη «συμμετοχή» μου σε εκείνη την εξέγερση, αλλά μάλλον… αποσιωπώντας την. Ό,τι έκανα έκτοτε το κατάφερα όχι επειδή «ήμουν κι εγώ εκεί», αλλά παρά το γεγονός ότι ήμουν κι εγώ εκεί…

Και τέλος μίλησα από τους πρώτους για τη χρεοκοπία της μεταπολίτευσης του 1974 και για την ανάγκη μιας «νέας μεταπολίτευση». Σε καιρούς (πριν δέκα χρόνια περίπου) που κι αυτό δεν ήταν εύκολο να το πει κανείς…

Νιώθω, λοιπόν, την ανάγκη να γράψω σήμερα αυτές τις γραμμές, όχι «απολογητικά» με την έννοια της «απολογίας», ούτε καν με την έννοια του «απολογισμού». Μάλλον «παρεμβατικά», με την έννοια να βάλουμε κάποια πράγματα στη θέση τους.

Κάποτε ήταν «μόδα» να δηλώνεις «γενιά του Πολυτεχνείου» ακόμα κι αν δεν πέρασες ούτε απ' έξω. Τώρα έγινε μόδα να βρίζεις τη «γενιά του Πολυτεχνείου». Ακόμα κι αν δεν ξέρεις πολλά για το τι ακριβώς έγινε τότε…

Ποτέ δεν μου άρεσε να ακολουθώ τους «συρμούς». Δεν το έκανα τότε, όταν ήταν «πολιτικώς ορθόν» να γράφεις κατεβατά επικολυρικού θαυμασμού για ό,τι έγινε στο «Πολυτεχνείο». Δεν το κάνω ούτε και τώρα, όταν «γύρισαν» τα πράγματα και είναι «πολιτικώς ορθόν» να αναθεματίζουμε όλοι μαζί, ότι ως πριν λίγο προσκυνούσαμε.

Η αλήθεια – και εν πάση περιπτώσει η δική μου, γιατί αυτήν μόνο μπορώ να καταθέσω  – είναι αρκετά διαφορετική:

* Την εξέγερση του Πολυτεχνείου δεν την ήθελε κανείς. Και δεν την «προετοίμασε» κανείς. Η ίδια η Αριστερά που βροντοφώναζε και υπερηφανευόταν για τη συμμετοχή της και για τον… «καθοδηγητικό της ρόλο», εκ των υστέρων, στη διάρκεια της εξέγερσης την είδε με επιφυλακτικότητα και καχυποψία. Κάποιοι μάλιστα ζήτησαν από τους φοιτητές να βγουν έξω και αμέσως μετά καταδίκασαν την εξέγερση ως έργο «300 προβοκατόρων»

Ξέρετε τι θα πει να είσαι 19 ετών στην πιο βαθιά παρανομία μετά την εξέγερση, και κάποια κόμματα της Αριστεράς να σε θεωρούν «προβοκάτορα» την ώρα που η χούντα σε κυνηγάει παντού;

* Δεύτερον, τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, όντως κάποιοι πήγαν να τα εκμεταλλευτούν. Τα εκμεταλλεύθηκε πρώτος ο δικτάτορας Ιωαννίδης για να ρίξει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο. Μετά τα εκμεταλλεύθηκε η Αριστερά κυρίως (αλλά και το ΠΑΣΟΚ πλαγίως), για να εδραιώσουν την παρουσία τους μετά την κατάρρευση της χούντας. Αλλά στην εξέγερση δεν πρωτοστάτησε ούτε ο… Ιωαννίδης, ούτε το ΠΑΣΟΚ (που δεν υπήρχε τότε), ούτε η Αριστερά (μέρος της οποίας απέσυρε τις δυνάμεις της, ενώ κάποιο άλλο μέρος είχε ταυτιστεί με το «πείραμα Μαρκεζίνη» που το ακύρωσε η εξέγερση).

* Τρίτον, το «Πολυτεχνείο» σίγουρα δεν έριξε τη χούντα. Αλλά την κλόνισε σοβαρά, και έπαιξε το ρόλο του «καταλύτη» για την εσωτερική της διάσπαση. Η «πολιτικοποίηση» της δικτατορίας (με τις εκλογές Μαρκεζίνη που ήταν προγραμματισμένες για τον Ιανουάριο του 1974) ματαιώθηκε μια βδομάδα μετά την εξέγερση. Ενώ η κατάρρευση της δικτατορίας προέκυψε μετά την τραγωδία της Κύπρου τον Ιούλιο του 1974.

Για το Πολυτεχνείο το μόνο που μπορούμε να πούμε ήταν ότι κλόνισε το δικτατορικό καθεστώς, το διέσπασε, το αποδυνάμωσε και επέτεινε τις εσωτερικές του αντιφάσεις. Κι αυτό δεν ήταν λίγο. Αλλά ήταν πολύ διαφορετικό απ' το μύθο που πλάστηκε όλα τα επόμενα χρόνια…

* Τέταρτον, η «αντίσταση του λαού κατά της χούντας» δεν υπήρξε τόσο «παλλαϊκή», τόσο «μαζική» και τόσο «ομόθυμη» όσο παρουσιάστηκε μετά. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ενέκριναν τη δικτατορία τα πρώτα χρόνια. Αρκετοί ακόμα την ανέχονταν αγόγγυστα. Ακόμα περισσότεροι ένιωθαν απλώς φόβο. Πολλοί λίγοι είχαν διάθεση για αντίσταση. Όπως λίγοι ήταν κι αυτοί που είχαν διάθεση να βοηθήσουν τους τότε αντιστασιακούς…

Στις αρχές του 1973 αυτό άρχισε να αλλάζει. Και καταλύτης υπήρξε το φοιτητικό κίνημα, πράγματι. Με την κατάληψη (τις δύο καταλήψεις για την ακρίβεια) της Νομικής Σχολής, το Φεβρουάριο και το Μάρτιο του 1973. Και, βέβαια, με την κατάληψη του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο της χρονιάς εκείνης. Αλλά απλώς άρχισε να αλλάζει το κλίμα…

* Μετά τον Ιούλιο του 1974 γεμίσαμε με «αντιστασιακούς κατόπιν εορτής»! Από ανθρώπους που υπηρέτησαν το δικτατορικό καθεστώς και ύστερα διαφήμιζαν την αντιδικτατορική τους δράση, μέχρι ανθρώπους που απλώς δεν έκαναν τίποτε και ύστερα εμφανίζονταν ως περίπου… «οπλαρχηγοί» μιας «παλλαϊκής αντίστασης» που δεν υπήρξε ποτέ!

Μετά από πολλά χρόνια γνώρισα κάποιο γνωστό άρθρογράφο – μακαρίτη εδώ και καιρό – που τόλμησε να γράψει: «εγώ παιδιά δεν ήμουν αντιστασιακός επί χούντας!» Ξαφνικά τον εκτίμησα πολύ. Όχι γιατί δεν έκανε αντίσταση. Αλλά γιατί δεν ήταν «δήθεν»….

* Η Γιορτή του Πολυτεχνείου – και όλη η μυθολογία που πλάστηκε σχετικά – υπήρξε ένας καθεστωτικός μύθος. Ήταν η τελετουργία που νομιμοποιούσε την εγκαθίδρυση της Κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αναδείκνυε «σύμβολα» και «ήρωες» – θεμέλια απαραίτητα για κάθε καθεστώς που διψά για νομιμοποίηση.

Άλλα καθεστώτα θεμελιώθηκαν σε αληθινά μεγάλα γεγονότα. Εδώ βολεύτηκαν με ένα «συμβάν»! Το οποίο είχε και μια ακόμα λυτρωτική λειτουργία. Ξέπλυνε τις τύψεις ενός λαού, που δίψαγε για αντιστασιακούς μύθους στη διάρκεια μιας περιόδου που ελάχιστοι έκαναν πραγματική αντίσταση.

* Το Πολυτεχνείο δεν συγκρίνεται – ούτε θα μπορούσε, άλλωστε – με κανένα από τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν τη νεοΕλληνική Ιστορία. Η 25η Μαρτίου και η 28η Οκτωβρίου δεν μπορούν να έχουν την παραμικρή σύγκριση με την 17η Νοεμβρίου. Είναι γελοίο και να το λέμε…

Δεν συγκρίνεται ούτε με άλλα ιστορικά γεγονότα, όπως οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο Κυπριακός αγώνας της δεκαετίας του '50, ή με μεγάλες στιγμές όπως η παλλαϊκή αντίσταση του 1943 κατά της «πολιτικής επιστράτευσης» που προσπάθησαν να επιβάλουν τότε οι αρχές της Κατοχής. Η Ελλάδα είναι μια από τις ελάχιστες χώρες της κατεχόμενης Ευρώπης, όπου οι Ναζί δεν μπόρεσαν να κάνουν πολιτική επιστράτευση. Και η μόνη, ίσως, που αυτό ματαιώθηκε μετά από αληθινά παλλαϊκή και όντως πολυαίμακτη εξέγερση του λαού. Κι όμως, όλα αυτά αποσιωπώνται και γιορτάζουμε κάθε χρόνο το …Πολυτεχνείο! Αυτό δεν είναι γελοίο πια. Είναι τραγικό! Και καθόλου κολακευτικό για όλους μας.

* Η γιορτή του Πολυτεχνείου, λοιπόν, δεν έχει καμία ιστορική αντιστοίχηση με τα πραγματικά γεγονότα. Υπήρξε καθαρά καθεστωτικό σύμβολο και για ένα λόγο ακόμα: Σηματοδοτεί μια περίοδο, όπου οι «ηττημένοι» του Εμφύλιου, κερδίζουν την ηγεμονία μέσα στη χώρα. Δεν άσκησαν ποτέ την διακυβέρνηση, αλλά επέβαλαν τη δική τους λογική στο καθεστώς και στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του: τα Πανεπιστήμια, τα σχολεία, τη διανόηση, τον Τύπο, τα ΜΜΕ. Είμαστε μια μοναδική περίπτωση που την πρόσφατη ιστορία την έγραψαν τελικά οι ηττημένοι, όχι οι νικητές. Και την έγραψαν εξ ίσου στρεβλά

Το Πολυτεχνείο λοιπόν, όχι ως γεγονός αλλά ως επέτειος, μύθος, σύμβολο, υπήρξε μια «κολυμβήθρα του Σιλωάμ», για να δώσει στην Αριστερά, μετά από 27 χρόνια παρανομίας, μια «ηθική νίκη».

Ήταν μια «νίκη», μετά από μια εξέγερση που η ίδια η Αριστερά δεν την ήθελε, δεν τη στήριξε, κάποια στιγμή την κατήγγειλε κι όλα, και στη συνέχεια τν οικειοποιήθηκε πλήρως!

Κρίμα, γιατί η Αριστερά είχε πραγματικούς αγώνες, σύμβολα και ήρωες, που τους παραμέρισε, για να τιμήσει ένα πολύ μικρότερης σημασίας γεγονός από το οποίο η ίδια επισήμως μάλλον απείχε.

Ή μάλλον ακριβώς γι' αυτό: Διότι όλα τα άλλα που είχε στο «ενεργητικό» της ήταν γραμμένα ταυτόχρονα και στο «παθητικό» της! Ήταν γεγονότα και σύμβολα που δίχαζαν τον ελληνικό λαό. Ενώ το Πολυτεχνείο, ή μάλλον ο μύθος που πλάστηκε γι' αυτό, λειτουργούσε ενωτικά ως σύμβολο.

Και γι' αυτό ήταν πολύ βολικό. Αλλά ελάχιστα αληθινό

Αυτό δεν σημαίνει ότι υπήρξε ένα «ψέμα»! Ήταν μια εξέγερση της νεολαίας για Δημοκρατία και Ελευθερία. Τίποτε παραπάνω και τίποτε λιγότερο. Και δεν είναι μικρό πράγμα.

Η «γενιά του Πολυτεχνείου», δηλαδή οι άνθρωποι που πρωταγωνίστησαν δεν είναι αυτές οι καρικατούρες που εμφανίζονται σήμερα, που άρχισε η αποδόμηση του μύθου. Ήταν παιδιά ανάμεσα στα 19 και τα 25 χρόνια τους τότε, που διψούσαν για Ελευθερία, οργανώθηκαν χωρίς βοήθεια, εξεγέρθηκαν και ρίσκαραν, όταν κάθε συμβατική λογική γύρω τους – αριστερή και δεξιά – τους έλεγε «να κάτσουν στα αυγά τους»! Γιατί αυτό τους έλεγαν.

Κι από τότε παραμένουν, όπως θα 'λεγε ο Άρης Αλεξάνδρου:

«Για τους Σπαρτιάτες, Είλωτες και για τους Είλωτες, Σπαρτιάτες»

Το τι έκανε ο καθένας τους μετά δεν έχει και πολύ σημασία. Οι ήρωες είναι «τυχεροί» όταν πεθαίνουν. Γιατί μένει το «φωτοστέφανο». Όσοι αγωνίστηκαν για κάτι μεγάλο κι έχουν την… «ατυχία» να επιζήσουν, τότε ακολουθούν ο καθένας τον δρόμο του, άλλος καλύτερο άλλο χειρότερο, άλλος αξιοπρεπέστερο, άλλος όχι. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πράξη της νιότης τους απαξιώνεται. Κάποιοι από τους «πρωταγωνιστές» μπορεί να απαξιώθηκαν. Το ξέσπασμα Ελευθερίας, όχι…

Όσους αληθινά πρωτοστάτησαν στα γεγονότα τότε, δεν τους ξέρετε. Γιατί προτίμησαν να μείνουν στην αφάνεια. Οι περισσότεροι αηδιασμένοι από τη μυθοπλασία, δηλαδή από το προπαγανδιστικό «περιτύλιγμα» με το οποίο περιβλήθηκε η δική του νεανική εξέγερση. Άλλοι, πάλι, διακρίθηκαν στη ζωή τους, χωρίς να διαφημίσουν την τότε συμμετοχή τους. Ελάχιστοι – αληθινά ελάχιστοι – έκαναν το Πολυτεχνείο καριέρα. Και σήμερα το έχουν μετανιώσει.

Είναι, λοιπόν, κατάντημα, να φτύνουμε σήμερα εκεί που κάποτε όλοι προσκυνούσαν.

Οι περισσότεροι που έπαιξαν κάποιο ρόλο τότε, δεν προσκύνησαν ποτέ το είδωλο – το φετίχ – που περιφέρεται κάθε χρόνο τέτοια μέρα στους δρόμους.

 Κι αυτοί που προσκύνησαν το «φετίχ», κατά κανόνα δεν είχαν καμία σχέση με το «έγκλημα». Γίνονταν φαντασιακοί μέτοχοι ενός μύθου, ακριβώς γιατί δεν μετείχαν στα πραγματικά γεγονότα…

* Η χρεοκοπία της μεταπολίτευσης, είναι γεγονός. Η νέα μεταπολίτευση που έχει ανάγκη ο τόπος είναι ακόμα ζητούμενο. Σε αυτό το μεσοδιάστημα καταρρέουν οι παλαιοί μύθοι, χωρίς να εδραιώνονται οι νέες αλήθειες.

Αυτό αναδεικνύει μια σύγχυση αναπόφευκτη. Αλλά για κάποιους είναι λυτρωτικό. Κυρίως για την ίδια «τη γενιά του Πολυτεχνείου»

Ναι, συμφωνώ προφανώς, με όσους υποστηρίζουν ότι πρέπει να τελειώνουμε με τέτοιες επετειακές εκδηλώσεις. Να βρούμε το κουράγιο να εξηγήσουμε ότι τιμούμε κάθε ξέσπασμα ελευθερίας της Ελληνικής νεολαίας, αλλά δεν διογκώνουμε τα γεγονότα, ούτε προσβάλλουμε τη μνήμη άλλων σημαντικότερων αγώνων που έχουν περιέλθει στη λήθη. Το έχω υποστηρίξει ενυπόγραφα, εδώ και πολλά χρόνια. Όταν ακόμα ήταν δύσκολο. Κι εγώ απελπιστικά μόνος τότε…

Αλλά όχι να περνάμε από τη μυθοποίηση στο… ανάθεμα!

Πρέπει άραγε, να ντρεπόμαστε που αγωνιστήκαμε κάποτε για Ελευθερία;

Πρέπει να απολογούμαστε, γιατί κάποιοι, ελάχιστοι, οικειοποιήθηκαν τους αγώνες μας ή τους μετέτρεψαν σε εφαλτήριο καριέρας;

Ως πότε σε αυτή τη χώρα όσοι αγωνίστηκαν για κάτι σημαντικό θα πρέπει συνεχώς να καλούνται σε απολογία;

Φυσικά κάθε λαός έχει ανάγκη από σύμβολα.

Αλλά εδώ δεν κατεδαφίζουμε φθαρμένα σύμβολα. Τρώμε τα παιδιά μας!

Και τώρα τα τρώμε όταν έχουν πάψει προ πολλού να είναι «παιδιά».

Η «γενιά του Πολυτεχνείου» μπήκε πράγματι, μαζικά, στα κόμματα της ευρύτερης Αριστεράς το 1974 και λίγο αργότερα.

Όπως μπήκε-βγήκε! Οι περισσότεροι τουλάχιστον…

Γιατί όσοι έχουν ζήσει από τα μέσα μια εξέγερση εκτός από απροσκύνητοι ήταν πλέον και ψυλλιασμένοι.

Κι ανθρώπους που είναι απροσκύνητοι και ψυλλιασμένοι, δεν μπορούν να τους «φάνε» έτσι εύκολα. Ιδιαίτερα οι άκαπνοι…

Και παραμένουμε από τότε «για τους Σπαρτιάτες Είλωτες, και για τους Είλωτες Σπαρτιάτες». Παλαιότερα μας πετροβολούσε η Αριστερά για την είχαμε ξεπεράσει ή εγκαταλείψει. Σήμερα μας πετροβολούν και πολλοί άλλοι, γιατί ήμασταν τα θύματα ενός μύθου, που κάποιοι άλλοι έπλασαν στην καμπούρα μας…

Όσοι από μας δεν καταδέχθηκαν να γίνουν «παιδιά του κομματικού σωλήνα» και δεν ενέδωσαν στις σειρήνες του life style – δηλαδή οι συντριπτικά περισσότεροι – έχουν κρατήσει δύο πράγματα. Που το καθένα από μόνο τους είναι πολύτιμο, αλλά και τα δύο μαζί «δεν παίζονται»:

-Έχουν εμπειρία ρήξης με ένα ανελεύθερο καθεστώς. Δηλαδή έχουν γευτεί αυτό που λέμε «Ελευθερία» και το ξέρει μόνο όποιος ρίσκαρε γι' αυτό. Όχι όποιος έμαθε να το θεωρεί «δεδομένο»…

-Κι έχουν κρατήσει κάτι άλλο, που το λένε Αξιοπρέπεια. Και που μπορεί να το καταλάβει μόνον όποιος το έχει.

Ελευθερία και Αξιοπρέπεια δεν είναι μόνο δύο λέξεις. Το πρώτο είναι εμπειρία ζωής και το δεύτερο είναι τρόπος ζωής.

Αυτά τα δύο κουβαλάμε. Κι αυτά τα δύο παραδίδουμε σε όποιους τα θέλουν. Και σε όποιους τα εκτιμούν.

Οι υπόλοιποι μπορούν να μας πετροβολούν.

Αντέξαμε απέναντι σε θηρία. Δεν μας φοβίζουν οι ψείρες…

Είμαστε και Σπαρτιάτες και Είλωτες!

            «Σπαρτιάτες» γιατί μάθαμε να πολεμάμε.

            Και «Είλωτες» γιατί μάθαμε να υπομένουμε…        

Και δεν έχουμε πει ακόμα την τελευταία μας λέξη

 

ΠΗΓΗ: 17-11-2012, http://www.antinews.gr/2012/11/17/190157/ 

 

* Σημείωση admin: Ο Χρύσανθος Λαζαρίδης ήταν στέλεχος της ΕΚΟΝ "Ρήγας Φερραίος', Στέλεχος κατα την διασπασή της σε Β΄ Πανεελαδική. Αργότερα έφυγε στις ΗΠΑ όπου και ασχοληθηκε με το χρηματιστηριακό Κεφάλαιο. Ερχόμνος στην Ελλάδα ήταν ένας απο τους επιφανείς του "Δικτύου 21". Σύντομα βρέθηκε στενός συνεργάτης του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος στις τελευταίες εκλογές τον αντάμειψε σε εκλόγιμη θέση στο Επικρατίας της ΝΔ

Σκέψεις για την απριλιανή δικτατορία

Σκέψεις για την απριλιανή δικτατορία

 

Του Δημήτρη Μπελαντή

 

Η επιβολή της δικτατορίας το 1967 ήταν από την μια πλευρά συνέχεια και από την άλλη τομή σε σχέση με το προδικτατορικό κοινοβουλευτικό καθεστώς.

Ήταν σε μεγάλο βαθμό συνέχεια, καθώς το καθεστώς ανάμεσα στο 1949 και το 1967 είχε έντονα αυταρχικά και αντιδημοκρατικά χαρακτηριστικά και στηριζόταν στον πλήρη αποκλεισμό της ηττημένης Αριστεράς από την κοινωνική και πολιτική ζωή  και την καταστολή της (διαρκής εφαρμογή του ν. 509/47 κατά της νομιμοποίησης του ΚΚΕ). Ήταν μια μορφή κοινοβουλευτικού κράτους έκτακτης ανάγκης, όπου το κοινοβούλιο είχε έναν αντικειμενικά συρρικνωμένο ρόλο.

Όπως έχουν δείξει αρκετοί αναλυτές (ενδεικτικά σε: Δ. Χαραλάμπη «Στρατός και πολιτική εξουσία», Αθήνα 1985 κ.π.α.), το  μετεμφυλιακό καθεστώς στηρίχθηκε σε μια τριαδική εξισορρόπηση ανάμεσα στα βασικά κέντρα εξουσίας του στρατού, του παλατιού και του αμερικάνικου παράγοντα. Οποιαδήποτε απόπειρα να πληγεί καθοριστικά ο ένας από τους τρεις πυλώνες, ενείχε τον κίνδυνο κατάργησης του συνολικού μετεμφυλιακού οικοδομήματος. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι η έντονη λαϊκή αμφισβήτηση του ρόλου της μοναρχίας το 1965-1966 (Ιουλιανά), και λόγω των «ακροτήτων» της τελευταίας, όξυνε την κρίση πολιτικής εκπροσώπησης, αποδιάρθρωσε τα αστικά κόμματα και απονομιμοποίησε τον επιδιαιτητικό ρόλο του παλατιού μέσα στην ηγεμονική πολιτική οργάνωση αλλά και την όλη ηγεμονική οργάνωση. Η κινητοποίηση των μαζών σε αντιμοναρχική βάση έθετε σε δύσκολη θέση όχι μόνο την Δεξιά αλλά και το Κέντρο, στον βαθμό που η σύγκρουσή του με την μοναρχία κινητοποιούσε τάξεις και στρώματα που παλαιότερα εκφράζονταν μέσα από την Αριστερά, και αργότερα και μέσα από την Αριστερά του Κέντρου, σε μια δημοκρατική τροχιά κατάργησης των δομών του μετεμφυλιακού κράτους. Μια εκλογική νίκη του Κέντρου τον Μάιο του ΄67 θα βιωνόταν ως το τέλος της «αντικομμουνιστικής έκτακτης ανάγκης» (βλ. και σε Χρ. Βερναρδάκη – Γ.Μαυρή «Κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα», Αθήνα 1991). 

Καθώς η άρχουσα τάξη δεν είχε μάθει ακόμη να κυβερνά διαφορετικά, αναγόρευσε τον στρατό σε βασικό σωτήρα και συνεχιστή του μετεμφυλιακού κράτους (έναντι του «κομμουνιστικού κινδύνου»). Αυτή η γραμμή δεν επιβλήθηκε απλώς στην άρχουσα τάξη από τον αμερικάνικο παράγοντα, αλλά συγκαθορίσθηκε από την σύγκλιση  των συμφερόντων του αστισμού με τα πολιτικά συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή.   

Από την άλλη πλευρά, η δικτατορία του 1967-1974 αποτελούσε και τομή, αφού ο πυρήνας της «εξαίρεσης» αποδεσμευόταν και απαλλασσόταν από την κοινοβουλευτική νομιμοποίηση και τις ελάχιστες ελευθερίες πολιτικής οργάνωσης και δράσης, που εμπεριείχε το Σύνταγμα του 1967. Ο στρατός καλούνταν τώρα να εκφράσει το σύνολο των ηγεμονικών αστικών πολιτικών, να νομιμοποιήσει και επιβάλει το αστικό καθεστώς, να το προσδέσει στην δική του λογική διακυβέρνησης, αλλά και να συμπεριλάβει/ διαχειριστεί στο εσωτερικό του (του στρατού) τις αντιφάσεις του συνασπισμού εξουσίας. Καθώς οι αντιφάσεις αυτές αντανακλώνταν πλέον εντός του στρατού, τέθηκε ζήτημα να αποκτήσει το καθεστώς γραμμή στρατηγικής επιβίωσης. Αυτή η σύγκρουση από ένα σημείο και μετά εκφράσθηκε ως σύγκρουση ανάμεσα στην διατήρηση του καθεστώτος σε μια «σκληρυμένη» μορφή (π.χ. κατά το πρότυπο της πρώτης εικοσαετίας του Φράνκο), και στον σταδιακό μετασχηματισμό του σε έναν κοινοβουλευτισμό υπό τον έλεγχο του στρατού, όπως συνέβη και στην Τουρκία μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Η διαμάχη αυτή αποδόθηκε από τον Ν. Πουλαντζά στην αντιπαράθεση μιας εξαρτημένης και κομπραδόρικης  αστικής μερίδας  και μιας ενδογενούς και πιο ανεξάρτητης αστικής μερίδας («Κρίση των Δικτατοριών», Αθήνα 1977).  Θεωρούμε ότι αυτή η προσέγγιση δεν ήταν πειστική, αλλά ότι οι διαφωνίες μέσα στην αστική τάξη και στην μονοπωλιακή ηγεμονική μερίδα αφορούσαν κυρίως τον τρόπο και την δυνατότητα κατάκτησης μιας  κοινωνικής συναίνεσης, που θα έδινε  ανάσα στο μετεμφυλιακό κράτος και στον κυρίαρχο ρόλο του στρατού για αρκετά χρόνια.

Ιδίως με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και την πρώτη ανάπτυξη κοινωνικών αγώνων μετά το 1971-72, αλλά και λόγω της διεθνούς απομόνωσης της χώρας καθώς και της ανάπτυξης θυλάκων αστικής  αντιπολίτευσης μέσα στις ένοπλες δυνάμεις (κίνημα Ναυτικού), το ζήτημα της προοπτικής του καθεστώτος απέκτησε βαρύνουσα σημασία. Εδώ, ας επισημανθεί ότι το πείραμα «φιλελευθεροποίησης της δικτατορίας» με τον Παπαδόπουλο «Πρόεδρο Δημοκρατίας» (καλοκαίρι 1973) και την προοπτική  ελεγχόμενων εκλογών, έθελξε τμήματα των αστών πολιτικών, αλλά και σημαντικά  τμήματα της Αριστεράς (ιδίως την πλειοψηφούσα μετά το 72-73 «δεξιά» τάση του ΚΚΕ Εσωτερικού), με την θεώρηση ότι ο «μετασχηματισμός» χωρίς ρήξη θα οξύνει τις αντιφάσεις της δικτατορίας και θα ευνοήσει την αποσάρθρωσή της. Τελικά, συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Η μαζική λαϊκή εξέγερση της Αθήνας (δηλαδή το Πολυτεχνείο, που δεν περιείχε μόνο φοιτητική αντίσταση αλλά και όψεις άμεσης βίαιης σύγκρουσης των εργατικών μαζών με τους πραιτωριανούς του καθεστώτος, όπως επισημαίνουν τα χρονικά αυτού του αγώνα) ανέτρεψε την «φιλελευθεροποίηση Μαρκεζίνη» και έκοψε την δυνατότητα να «ομαλοποιηθεί» η εξουσία του στρατού και η σχέση της με τα κυριαρχούμενα στρώματα και τάξεις. Ο στρατός πέρασε  μετά τον Νοέμβρη σε μια πιο σκληρυμένη μορφή διακυβέρνησης (Ιωαννίδης), που οδήγησε στο Κυπριακό και  την κατάρρευση της χούντας. Το ότι το Πολυτεχνείο ανέτρεψε τον σχεδιασμό του στρατού χωρίς να νικήσει στρατηγικά, συνδέεται τόσο με ανωριμότητες κοινωνικές/αντικειμενικές, όσο και με την υποκειμενική  στρατηγική αδυναμία των αριστερών σχηματισμών μέσα στην δικτατορία, σχηματισμών που μέσα στα όρια μιας γενιάς υπέστησαν δυο συντριπτικές ήττες (1949, 1967). Η μη νίκη του Πολυτεχνείου καθόρισε και τα ταξικά όρια της Μεταπολίτευσης.

Ένα τελευταίο ζήτημα αφορά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της απριλιανής χούντας, που στον καιρό της χαρακτηρίσθηκε από την Αριστερά συνθηματολογικά ως «φασιστική». Πέρα από την θετική αξία και χρήση αυτού του συνθήματος τότε, η δικτατορία (όπως και η προηγούμενη του Μεταξά – αν και εδώ η επιρροή του φασισμού ήταν εντονότερη) δεν είχε φασιστικό χαρακτήρα. Όπως έχει πειστικά εξηγηθεί, η δικτατορία  του '67 κυριαρχούνταν από το ακροδεξιό ιδεολογικό υπόστρωμα του Εμφυλίου (επιθετικός εθνικισμός, αντικομμουνιστικό κράτος, θρησκευτικές και οικογενειακές αξίες κλπ), αλλά  οι συγκυριακές της τοποθετήσεις και εκφορές δεν είχαν άμεσα φασιστικά στοιχεία (π.χ. αντιπλουτοκρατισμός, αντίθεση στο χρηματιστικό κεφάλαιο, αντισημιτισμός, ρητή λατρεία της βίας κλπ), πολύ περισσότερο δε, δεν υπήρξε μαζική κινητοποίηση/οργάνωση  του πληθυσμού και της νεολαίας υπέρ του καθεστώτος ούτε ένα πραγματικό μαζικό κίνημα αναφερόμενο σε μια «κοινότητα των ισχυρών» (όπως η Φάλαγγα στην δικτατορία του Φράνκο). Αντίθετα, η δικτατορία καλλιέργησε την πλήρη παθητικότητα, τον ατομικισμό και την λογική του ατομικού και ανταγωνιστικού μοντέλου ευημερίας-με επίκεντρο τα μεσαία στρώματα. Όσο για την ακραία βία που άσκησε πάνω στην Αριστερά (βασανιστήρια, δολοφονίες κλπ), μάλλον την απέκρυψε παρά βγήκε να την διαλαλήσει, όπως οι κλασικοί παράγοντες του φασισμού.

Πέρα από τις «εθνικές αξίες», η έμπρακτη ιδεολογία της χούντας ήταν η ψυχροπολεμική αναφορά στον «ελεύθερο κόσμο» και τις αξίες του, η προβολή των δημοσίων έργων και η καλλιέργεια μιας ψευδαίσθησης ευημερίας του «μεσαίου χώρου», την ίδια στιγμή που η πολιτική της καθήλωσε για χρόνια τα μεροκάματα και τις εργατικές διεκδικήσεις.

 

ΠΗΓΗ: http://www.rednotebook.gr/details.php?id=7731

Άφρονες και παράφρονες…

Άφρονες και παράφρονες…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Πριν είκοσι μέρες, στις 28 Οκτωβρίου, τιμήσαμε τους ήρωες του έπους του '40. Και θυμηθήκαμε και τους παράφρονες, που κατέστρεψαν λαούς και χώρες. Για να τελειώσουν τη ζωή τους, ο ένας (ο Μουσολίνι) κρεμασμένος ανάποδα και ο άλλος (ο Χίτλερ) αυτοκτονώντας με υδροκυάνιο.

Την Κυριακή, που μας έρχεται (18-11-12) γιορτάζουν εκτός από τους παράφρονες και οι άφρονες. Και λέω γιορτάζουν, γιατί έναν τέτοιο χαρακτηριστικό «τύπο» μας παρουσιάζει η ευαγγελική περικοπή της ημέρας.

Πρόκειται για κάποιον, που περνάει ώρες έντονης αγωνίας. Θα μπορούσε, με τα σημερινά δεδομένα να είναι κάποιος άνεργος, κάποιος πολύτεκνος, κάποιος υπερήλικας άρρωστος και εγκαταλελειμμένος….

Όμως τίποτε απ' αυτά δεν συμβαίνει. Αντίθετα μάλιστα: Είναι πλούσιος τσιφλικάς. «Πόθεν έσχε» τα πλούτη και τα τσιφλίκια του; Με αδικίες, κλοπές, ληστείες, τοκογλυφίες. Όπως, συνήθως, συμβαίνει… Κι εδώ βρίσκεται το πρώτο σκαλοπάτι της αφροσύνης των πλουσίων: Μαζεύουν τροφές και ενδύματα για δεκάδες και εκατοντάδες και χιλιάδες ανθρώπους.

Αλλά, δυστυχώς γι' αυτούς, δεν έχουν δεκάδες και εκατοντάδες και χιλιάδες σώματα να ντύσουν και στομάχια να χορτάσουν. Παρά μόνο ένα σώμα και ένα στομάχι. Και σκεφθείτε το μέγεθος της βλακείας ενός Ρότσιλντ, για παράδειγμα, ή ενός Ροκφέλερ, που όπως λέγεται κατέχουν τα μεγαλύτερα πλούτη του κόσμου.

Και, για να επανέλθουμε στον πλούσιο της παραβολής, ας δούμε ποιο ήταν το πρόβλημά του: Ήτανε, λέει, το ότι η παραγωγή του τσιφλικιού του ήταν πολύ μεγαλύτερη απ' τη συνηθισμένη.

Και δεν ήξερε τι να κάμει τα περισσεύματα. Θα μπορούσε βέβαια να τα διαθέσει σε κάποιους, που δεν είχαν.  Αλλά τέτοιου είδους ευαισθησίες δεν απασχόλησαν ποτέ την καρδιά και τη σκέψη του. Κι αφού, όπως φαίνεται, επί ώρες και μέρες βασάνισε το μυαλό του, βρήκε επιτέλους την πολυπόθητη λύση: Να τι θα κάμω, είπε: Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα χτίσω άλλες μεγαλύτερες. Για να συγκεντρώσω εκεί όλα τα γεννήματα και τ' αγαθά μου….

Κι εδώ βρίσκεται ένα άλλο σκαλοπάτι της βλακείας του. Γιατί, αν κάθε επόμενη χρονιά η παραγωγή του τσιφλικιού του ήταν μεγαλύτερη απ' την προηγούμενη, θα γκρέμιζε κάθε χρονιά και θα ξανάχτιζε τις αποθήκες του;

Και, προχωρώντας πιο πέρα, αποτείνεται στην ψυχή του και της λέει: Ψυχή μου έχεις πολλά αγαθά, που θα επαρκέσουν για πολλά χρόνια. Αναπαύσου, λοιπόν, φάγε, πιες, γλεντοκόπα! Σάμπως η ψυχή να μπορεί να χορτάσει με τα φαγητά και τα ποτά. Και ν' αναπαυθεί με τα γλεντοκόπια, όπως συνήθως πιστεύεται…

Αλλά εκεί, που βρίσκεται στο μεσουράνημα των μεγαλεπήβολων σχεδίων του, μια περίεργη φωνή έρχεται να ταράξει τη ναρκισσιστική του ευδαιμονία: Άφρον, του λέει η φωνή, τα πράγματα δεν τα υπολόγισες σωστά: Μπορεί τα γεννήματά σου και τ' αγαθά σου να είναι πολλά. Αλλά ποιος σου είπε ότι θα είναι και τα χρόνια σου πολλά; Δεν μπόρεσες να καταλάβεις ότι το πιο σίγουρο γεγονός στη ζωή του ανθρώπου είναι ο θάνατος! Ο οποίος μάλιστα έρχεται τη στιγμή, που δεν τον περιμένουν οι άνθρωποι…

 Κι ακόμη ποιος σου είπε ότι η ψυχή σού ανήκει! Δεν την πούλησες στους διαβόλους, για να δημιουργήσεις τα τσιφλίκια και τα πλούτη σου; Ε, λοιπόν, όχι ύστερα από μέρες και μήνες και χρόνια πολλά, αλλά αυτήν κιόλας τη νύχτα θα ‘ρθουν οι διάβολοι, για να πάρουν την ψυχή σου. Αφού τους την έδωσες αντιπαροχή για τα πλούτη και τα τσιφλίκια, που σου πρόσφεραν. Αλλά, για να καταλάβεις πόσο απέραντη είναι η αφροσύνη σου, μπορείς να μου πεις τι θα γίνουν όλα αυτά, που δημιούργησες με τα μεγαλεπήβολα σχέδιά σου;

Βέβαια εμείς μπορεί να διερωτηθούμε και να πούμε: Ποια σχέση μπορεί να έχει με μας η παραβολή του άφρονα πλουσίου; Εμείς κινούμαστε, λίγο-πολύ, μέσα στα πλαίσια της επιβίωσης. Και δεν έχουμε καμιά σχέση με τα πλούτη και με τα τσιφλίκια.

Και όμως έχουμε! Και μάλιστα είμαστε άπειρες φορές πιο άφρονες από τον άφρονα πλούσιο. Γιατί, ενώ δεν είμαστε πλούσιοι, εντούτοις υποστηρίζουμε τους άφρονες πλουσίους και τους παράφρονες πολεμοκάπηλους. Καταστρέφοντας και δολοφονώντας, όχι μόνο τους συνανθρώπους μας, αλλά και τους ίδιους τους εαυτούς μας!…


παπα-Ηλίας, Νοεμβρίου 16, 2012,  http://papailiasyfantis.wordpress.com

Διομήδη, έμαθα ότι ΖΕΙΣ

Διομήδη, έμαθα ότι ΖΕΙΣ

Της Νίνας Γεωργιάδου

 Αγαπημένε μου Διομήδη,

Επανέρχομαι με μια δεύτερη επιστολή διότι έχω μείνει εμβρόντητη!

Διαβάζω και ξαναδιαβάζω το πόρισμα του Τσεβά για τους νεκρούς του Πολυτεχνείου, βλέπω το όνομά σου ανάμεσα σε τόσα άλλα κι όμως μαθαίνω πως δεν είσαι νεκρός. Πώς μπόρεσες να συμβάλεις σ’ αυτή την ιστορική παραχάραξη;

Δεν ξέρω πια τι να υποθέσω. Όμως ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή γιατί η συναισθηματική μου φόρτιση κάνει τον πρόλογο δυσνόητο.

Συνέχεια

Ευρωζώνη: ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ:

Εάν η Γερμανία δεν εγκαταλείψει το ευρώ, υιοθετώντας ξανά το μάρκο, δεν πρόκειται να υπάρξει λύση ούτε για την Ελλάδα, ούτε για το Νότο, ούτε για την Ευρωζώνη – περί της ανακεφαλαιοποίησης και κρατικοποίησης των τραπεζών

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

"Εάν η παραμονή μας στην Ευρωζώνη θα είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια την υποταγή μας στην πρωσική Γερμανία, την ολοκληρωτική απώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας, την κατάλυση της Δημοκρατίας, τις προσβολές στην υπερηφάνεια και στην αξιοπρέπεια μας, τη λεηλασία των δημοσίων επιχειρήσεων, την καταστροφή των μικρομεσαίων ελληνικών εταιρειών, τη συνέχιση της νόμιμης φοροδιαφυγής των ξένων πολυεθνικών, τη φορολογική «υφαρπαγή» της περιουσίας μας, το συνεχή περιορισμό του κοινωνικού κράτους και τη διαρκή μείωση των αμοιβών, μέχρι τo σημείο που η πιο κουραστική και εξοντωτική εργασία να μην μπορεί, με βεβαιότητα, να μας εξασφαλίσει καν τα απολύτως απαραίτητα – εάν οι εναλλακτικές λύσεις ήταν είτε αυτή η κατάσταση, είτε η εγκατάλειψη της Ευρωζώνης, όλες οι δυσκολίες, μεγάλες ή μικρές, της υιοθέτησης ενός εθνικού νομίσματος, θα έμοιαζαν να είναι σταγόνα στον ωκεανό" (από τον J. S. Mill, με παραλληλισμό στο σήμερα).

Άρθρο

Η Ελλάδα, ευρισκόμενη στο μάτι του κυκλώνα και κινδυνεύοντας να καταστραφεί εντελώς από δύο αντιμαχόμενες δυνάμεις (Η.Π.Α. και Γερμανία), οι οποίες έχουν επιλέξει να πολεμήσουν στα εδάφη της, υποχρεώθηκε σε μία εξαντλητική πολιτική λιτότητας και εξαθλίωσης των πολιτών της – με βάση την οποία έχει καταρρεύσει τόσο το ΑΕΠ, όσο και η οικονομία της συνολικά.

Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής, έχει επιβληθεί στην πατρίδα μας η ιδιωτικοποίηση όλων ανεξαιρέτως των επιχειρήσεων του δημοσίου της, σε εξευτελιστικές τιμές – συμπεριλαμβανομένων δυστυχώς των κοινωφελών (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ κλπ.), των μονοπωλιακών κερδοφόρων (ΟΠΑΠ, λαχεία) και των στρατηγικών (λιμάνια, αεροδρόμια, τηλεπικοινωνίες κα). Ο δήθεν σκοπός δε των αποκρατικοποιήσεων είναι ο περιορισμός του δημοσίου χρέους της, το οποίο χαρακτηρίζεται, εύλογα ή μη, ως μη βιώσιμο.

Τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις αυτές υπολογίζονται στα 9 δις € – οπότε το χρέος της πατρίδας μας θα μειωθεί ανάλογα. Την ίδια στιγμή όμως ή, μάλλον, λίγο πιο πριν, η Ελλάδα υποχρεώνεται να κρατικοποιήσει τις τράπεζες της – για τις οποίες έχει εγγραφεί ήδη το ποσόν των 49 δις €, το οποίο αυξάνει το δημόσιο χρέος της ανάλογα, χωρίς παραδόξως να αναφέρεται στο έλλειμμα του προϋπολογισμού (όπως συνέβη στην Ιρλανδία).  

Υποχρεώνεται λοιπόν να εκποιήσει τις πολυτιμότερες επιχειρήσεις της για να μειώσει κατά 9 δις € το δημόσιο χρέος της, το οποίο όμως αύξησε κατά 49 δις €, «εξαγοράζοντας» τις χρεοκοπημένες ιδιωτικές τράπεζες – εν πρώτοις, αφού η κρατικοποίηση των τραπεζών (στη συνέχεια, με κριτήριο τους όρους της ανακεφαλαιοποίησης, θα «ξεπουληθούν» στις πολυεθνικές), θα κοστίσει δυστυχώς στους Έλληνες φορολογουμένους, στους οποίους συνεχίζει να επικρατεί η σιωπή των αμνών,  πολύ περισσότερα.

Οφείλουμε να υπενθυμίσουμε εδώ ότι, οι τράπεζες οδηγήθηκαν στη χρεοκοπία μετά την διαγραφή του χρέους της Ελλάδας, στα πλαίσια του PSI – όπου η Ελλάδα μείωσε αυθαίρετα πάνω από 50% τις απαιτήσεις τους απέναντι της, οι οποίες είχαν προέλθει από την αγορά ομολόγων του δημοσίου, για την ενίσχυση του ίδιου του δημοσίου!  

Περαιτέρω, οι ίδιες χρεοκοπημένες ελληνικές τράπεζες, οι οποίες θα κρατικοποιηθούν στα πλαίσια της ιδιωτικοποίησης ολόκληρης της υπόλοιπης οικονομίας, θα δανείσουν σήμερα το ελληνικό δημόσιο με 5 δις €, για να μη χρεοκοπήσει – έτσι ώστε να μπορέσει να καθυστερήσει η δόση των 31,5 δις €, η οποία είχε συμφωνηθεί να εκταμιευθεί τον Ιούνιο, για τις αρχές Δεκεμβρίου (παράλληλα, ο «μύθος» συνεχίζεται, αφού θα πρέπει να αποφασίσουν ξανά τα κοινοβούλια για τη δόση, η οποία είχε προ πολλού εγκριθεί – οπότε είχε ήδη αποφασιστεί!).

Το μεγαλύτερο τώρα μέρος της δόσης της ντροπής, τα 24-26 δις € δηλαδή,  θα αποδοθούν από το κράτος στις τράπεζες – οι οποίες όμως θα δώσουν τα χρήματα με τη σειρά τους στην ΕΚΤ, έτσι ώστε να μειωθεί η ενίσχυση τους από αυτήν (στα πλαίσια του ELA). Η ΕΚΤ βέβαια δεν θα κρατήσει τα χρήματα, αλλά θα τα δώσει πίσω στη γερμανική κεντρική τράπεζα, από την οποία τα έχει ουσιαστικά δανειστεί (target II).

Από τα υπόλοιπα 5,5 περίπου δις € της δόσης, τα 3,4 δις € θα επιστραφούν επίσης στην ΕΚΤ την Παρασκευή (άρα στην Bundesbank), για την εξόφληση του αντίστοιχου ομολόγου, το οποίο η ΕΚΤ έχει αγοράσει πιθανότατα στο 70% της αξίας του – με αποτέλεσμα να κερδοσκοπήσει εις βάρος μας, αποκομίζοντας 1 δις € από τους Έλληνες φορολογουμένους.  

Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν, δυστυχώς «ερήμην» των λαών, μέσα σε μια «καταδικασμένη» νομισματική ζώνη, τα κυριότερα προβλήματα της οποίας είναι:

(α) Η πλεονασματική, μερκαντιλιστική Γερμανία, η οποία «κλέβει» πλούτο, καταθέσεις, ανάπτυξη και θέσεις εργασίας από όλους τους «εταίρους» της και

(β) Ο υπερδιογκωμένος τραπεζικός της τομέας (άρθρο μας), ο οποίος πρέπει να εξυγιανθεί άμεσα, μειώνοντας απαραίτητα το μέγεθος του.

Ο περιορισμός όμως του επικίνδυνου μεγέθους του τραπεζικού τομέα, οφείλει να είναι το αποτέλεσμα της μείωσης της μόχλευσης (leverage) και των χορηγήσεων – όχι των καταθέσεων, όπως συμβαίνει σήμερα σε όλες τις χώρες του Νότου, στις οποίες οι εκροές καταθέσεων με προορισμό κυρίως τον ευρωπαϊκό Βορά, έχουν σπάσει όλα τα ρεκόρ (επίσης, της προσεκτικής «κατάτμησης» των συστημικών τραπεζών και όχι της «συγκέντρωσης» τους σε ακόμη μεγαλύτερες «too big to fail», όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα). 

Η ελάττωση τώρα των χορηγήσεων οφείλει να προέλθει από την επιστροφή των δανείων των νοικοκυριών, καθώς επίσης από τη μη έγκρισή νέων καταναλωτικών – όχι από τις παραγωγικές επιχειρήσεις, όπως συμβαίνει σήμερα, με αποτέλεσμα να μην γίνονται επενδύσεις και να χρεοκοπούν η μία μετά την άλλη, μειώνοντας τα έσοδα του δημοσίου (φορολογία κερδών) και αυξάνοντας τις δαπάνες του (ανεργία κλπ.).

Τα νοικοκυριά όμως αδυνατούν να περιορίσουν τα δάνεια τους, αφενός μεν λόγω της πολιτικής λιτότητας (μειώσεις μισθών, κατάρρευση του κοινωνικού κράτους κλπ.), αφετέρου λόγω της ανεργίας που προκαλούν οι απολύσεις δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων, το κλείσιμο των επιχειρήσεων κλπ. – με αποτέλεσμα να συνεχίσουν να αυξάνονται οι επισφάλειες των κρατικοποιημένων πλέον τραπεζών, οι οποίες εξαγοράστηκαν με τα χρήματα των φορολογουμένων.

Επομένως, θα χρειαστούν και άλλα χρήματα για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών (υπολογίζουμε ότι θα ξεπεράσουν σωρευτικά τα 100 δις €), τα οποία θα «πρέπει» να προέλθουν από τους ανόητους φορολογουμένους – οπότε θα χρεοκοπήσουν ακόμη περισσότερα νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ανακυκλώνοντας αυξημένο το πρόβλημα.

Εάν λοιπόν αυτό δεν είναι το θέατρο του παραλόγου, εάν θεωρεί κανείς ότι μπορεί να υπάρξουν προοπτικές, καθώς επίσης ότι αξίζουν τον κόπο όλες οι θυσίες, η λεηλασία, η εξαθλίωση και οι αυτοκτονίες των πολιτών, τότε εμείς είμαστε αυτοί που δυστυχώς δεν καταλαβαίνουν – ενώ ευχόμαστε φυσικά να κάνουμε λάθος, όσον αφορά τα συμπεράσματα μας. 

Ολοκληρώνοντας, κατά την υποκειμενική μας άποψη, εάν η Γερμανία δεν εγκαταλείψει το ευρώ, υιοθετώντας ξανά το μάρκο, δεν πρόκειται να υπάρξει λύση ούτε για την Ελλάδα, ούτε για το Νότο, αλλά ούτε και για την Ευρωζώνη στο σύνολο της – η οποία θα μπορούσε στη συνέχεια να λειτουργήσει σωστά, απαγορεύοντας τα πλεονάσματα στα ισοζύγια εξωτερικών συναλλαγών μεταξύ των μελών της, υποτιμώντας το ευρώ, «επιτρέποντας» τη χρεοκοπία τραπεζών, ενισχύοντας τον πληθωρισμό για να καταπολεμηθεί η υπερχρέωση («εκτύπωση» νέων χρημάτων, ευρωομόλογα)  και καταργώντας τα εξαντλητικά προγράμματα λιτότητας χωρίς αναπτυξιακά μέτρα.

 

ΥΓ: Όταν οι όροι της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, με κριτήριο τους οποίους καταρρέουν εύλογα οι τιμές τους, ανακοινώνονται κατά τη διάρκεια των χρηματιστηριακών συναλλαγών από την κυβέρνηση και όχι μετά το τέλος τους, όπως συμβαίνει παντού, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι ζούμε σε ένα ευνομούμενο, ορθολογικό κράτος ή/και ότι δεν πρόκειται για μία, «άπρεπο» να χαρακτηρισθεί ως οφείλει, σκοπιμότητα;  

Αξίζει αλήθεια να αγωνίζεται κανείς για έναν λαό, για έναν «όχλο» δυστυχώς, ο οποίος δεν καταλαβαίνει ότι η έννοια Πολίτης είναι το ανώτατο αξίωμα σε μία χώρα; Για ανθρώπους που, ενώ οι διαρρήκτες καταληστεύουν το σπίτι τους, κάθονται φοβισμένοι στο ερμητικά κλειστό δωμάτιο τους, παρακολουθώντας με αδιαφορία ορισμένους χειραγωγούς της τηλεόρασης, οι οποίοι τους διαβεβαιώνουν ότι πρόκειται για τη φαντασία τους;  

Για το δήθεν στρατό μας, για τα συνδικάτα δηλαδή τα οποία, ενώ βλέπουν πως «καταλύεται» η ίδια η ύπαρξή τους, έχοντας παράλληλα χάσει κάθε ίχνος αξιοπιστίας τους, αδιαφορούν ουσιαστικά, επιλέγοντας να ασχολούνται με το μικρόκοσμό τους; Για τους υπόλοιπους «Θεσμούς», οι οποίοι κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου; 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 13. Νοεμβρίου 2012, viliardos@kbanalysis.com.  Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος (μακροοικονομία), πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

1967-1973: Εκκλησία & χούντα – οι δύο όψεις

1967-1973: Εκκλησία και χούντα – οι δύο όψεις

Από το Μανιτάρι του Βουνού

Το ποστ αυτό χαρίζεται ειδικά στον από τροχαίο «χαμένο» – το πιθανότερο δολοφονημένο –  π. Τιμόθεο Λαγουδάκη, τον ανεξάντλητο αγωνιστή π. Γεώργιο Πυρουνάκη και τον εξορισμένο στη Γυάρο αγωνιστή Νίκο Ψαρουδάκη!

  Όσοι είναι σχετικοί με τον αντιδικτατορικό αγώνα ξέρουν τι εννοώ. Βεβαίως ισχύουν και τα λόγια του π. Γ. Μεταλληνού: ««Δυστυχώς, οι ιεράρχες δεν ετήρησαν δημοκρατική στάση και δεν αφουγκράστηκαν τους παλμούς του λαού κατά την περίοδο της δικτατορίας, όπως το έπραξαν -με πολλούς τρόπους- οι απλοί παπάδες. Το μεγάλο έγκλημα της Ιεράς Συνόδου ήταν που δεν πήγε σύσσωμη στο Πολυτεχνείο. Αν το έκανε, η εξέλιξη θα ήταν βέβαια πολύ διαφορετική»[1].

Συνέχεια

Πολυτεχνείο ’73: ΠΟΡΙΣΜΑ ΤΣΕΒΑ ΓΙΑ ΝΕΚΡΟΥΣ & ΤΡΑΥΜΑΤΙΕΣ

ΤΟ ΠΟΡΙΣΜΑ ΤΣΕΒΑ, ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΡΑΥΜΑΤΙΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

 

ΜΙΑ «ΕΠΙΣΗΜΗ» ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΠΑΡΑΧΑΡΑΚΤΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΑΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ

 Προς Τον κ. Προϊστάμενον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών

ΘΕΜΑ: «Υποβολή φακέλλου ενεργηθείσης προκαταρκτικής εξετάσεως».

Δια της υπ’ αριθμ. 1868 / 5-9-1974 παραγγελίας υμών έλαβον την εντολήν όπως ενεργήσω προκαταρκτικήν εξέτασιν προς διακρίβωσιν τυχόν τελέσεως, αξιοποίνων πράξεων εξ αφορμής των περί το Πολυτεχνείον γνωστών αιματηρών εκδηλώσεων του Νοεμβρίου 1973. Επιληφθείς ούτω της ερεύνης εξήτασα πλήθος μαρτύρων, συνέλεξα έγγραφα, ενήργησα αυτοψίας και αλλάς έρευνας, ήκουσα μαγνητοταινίας και παρηκολούθησα την προβολήν κινηματογραφικών ταινιών, ληφθεισών κατά τας ερευνωμένας εκδηλώσεις. Υποβάλλων ήδη υμίν τον σχηματισθέντα ογκώδη φάκελλον αναφέρω τα ακόλουθα επί των εκ της ερεύνης ταύτης διαπιστωθέντων [….]

II. ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ

Συνέχεια