Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ:

Η ειρηνική συνύπαρξη του φιλελευθερισμού με τον μερκαντιλισμό, με τον κρατικό καπιταλισμό καλύτερα, φαίνεται πως πλησιάζει στο τέλος της – ενώ οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις, όπως επίσης οι συναλλαγματικές συρράξεις, ευρίσκονται προ των πυλών

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

"Εάν καταρρεύσει το ευρώ, η γερμανική επέλαση θα συνεχισθεί, με τη δημιουργία δορυφόρων (Ολλανδία, Αυστρία κλπ.), καθώς επίσης «οικονομικών ζωνών» – προτεκτοράτων δηλαδή ολοκληρωτικής επιρροής της Γερμανίας (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία κοκ), άμεσα εξαρτημένων από τη βιομηχανία της.

Εάν δεν καταρρεύσει το ευρώ, η Γερμανία θα αναδειχθεί στον αδιαφιλονίκητο ηγεμόνα της Ευρώπης – με την δουλική υποταγή όλων των «εταίρων» της, στις δικές της επιθυμίες και στα δικά της σχέδια.

Όπως έχει πει άλλωστε ο J. Adams, ο δεύτερος πρόεδρος των Η.Π.Α.: Υπάρχουν δύο δυνατότητες για να λεηλατήσεις και να υποδουλώσεις μία χώρα ή μία ήπειρο: Η πρώτη από αυτές είναι το ξίφος, τα όπλα. Η δεύτερη είναι η υπερχρέωση".  

Ανάλυση

Η γνωστή διαδικασία, σύμφωνα με την οποία ο γερμανικός «λαός», ερμηνευμένος, ως συνήθως αυθαίρετα, από τα ΜΜΕ, διαμαρτύρεται για κάτι και ζητάει απαιτητικά τη διόρθωση του από την εκάστοτε κυβέρνηση, τηρήθηκε επακριβώς και στο θέμα του χρυσού. Έτσι λοιπόν, μετά από τις μέσω των ΜΜΕ «λαϊκές επιθέσεις» εναντίον της κεντρικής τράπεζας (Bundesbank), ζητήθηκε εκ μέρους των Πολιτών η επιστροφή του χρυσού στη Γερμανία από τις χώρες, στις οποίες ήταν αποθηκεμένος: από τις κεντρικές τράπεζες της Γαλλίας (374 τόνοι ή 11% των συνολικών αποθεμάτων), της Μ. Βρετανίας (450 τόνοι ή 13% των αποθεμάτων) και των Η.Π.Α. (1.536 τόνοι ή 45% των αποθεμάτων) – με το υπόλοιπο 31% (1.036 τόνοι) να είναι ήδη στα θησαυροφυλάκια της γερμανικής κεντρικής τράπεζας στη Φρανκφούρτη.

Ουσιαστικά λοιπόν φαίνεται πως το μεγαλύτερο μέρος του γερμανικού χρυσού είναι ακόμη αποθηκεμένο στα θησαυροφυλάκια των νικητριών δυνάμεων του 2ου Παγκοσμίου πολέμου, τουλάχιστον όσον αφορά την πρώην Δ. Γερμανία – ενώ για την πρώην Ανατολική δεν υπάρχουν ανάλογες πληροφορίες.   

Σύμφωνα τώρα με πρόσφατες αναφορές των ΜΜΕ, η Γερμανία απαίτησε την επιστροφή του χρυσού της, καταρχήν από την κεντρική τράπεζα της Γαλλίας – ενώ ενδεχομένως θα ακολουθήσει την ίδια τακτική και με τις δύο άλλες χώρες, παρά το ότι, κατά την επίσημη ανακοίνωση, θα συνεχίσει να διατηρεί αποθέματα χρυσού στους τόπους που κυρίως διαπραγματεύεται το πολύτιμο μέταλλο: στο Λονδίνο και στη Ν. Υόρκη.

Ανεξάρτητα δε από το γεγονός ότι, κατά τη γνώμη μας η Γερμανία προετοιμάζεται κρυφά για το ενδεχόμενο της υιοθέτησης του μάρκου (η αξία του οποίου θα ήταν πολύ μεγαλύτερη, εάν συνδεόταν με το χρυσό), ειδικά εάν η κατάσταση στην Ιταλία, καθώς επίσης στην Ισπανία επιδεινωθεί (κάτι που φαίνεται εξαιρετικά πιθανόν), θεωρούμε πως το ξαφνικό ενδιαφέρον για την επιστροφή του χρυσού στα εδάφη της, είναι ένα ακόμη δείγμα της μερκαντιλιστικής («Μερκελντιλιστικής») πολιτικής της καγκελαρίου – γεγονός που έχουμε επισημάνει σε πολλές αναλύσεις μας, όπως για παράδειγμα στα κείμενο «Μέρκελ η μερκαντιλίστρια» και «Η επέλαση του Βερολίνου».

Από την άλλη πλευρά ο χρυσός, στη φυσική του μορφή, θα είναι πιθανότατα ο μοναδικός κερδισμένος στα πλαίσια του συναλλαγματικού πολέμου που μαίνεται – αφού ανήκει σε εκείνα τα ελάχιστα περιουσιακά στοιχεία, απέναντι από τα οποία δεν υπάρχουν χρέη (με αποτέλεσμα να αυξάνεται η ζήτηση του από τους επενδυτές που δεν θέλουν να είναι αντιμέτωποι με πιστωτικά ρίσκα).

Επομένως, ο χρυσός είναι εξαιρετικά σημαντικός για τα κράτη σήμερα – γεγονός που τεκμηριώνεται, μεταξύ άλλων, από την αυξημένη ζήτηση του εκ μέρους της Κίνας, ενώ αιτιολογεί διαφορετικά την πρόθεση «επαναπατρισμού» του από τη Γερμανία. 

ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΡΚΑΝΤΙΛΙΣΜΟΣ

Η οικονομική ιστορία διέπεται πρωτίστως από τη διαμάχη μεταξύ δύο κεντρικών καπιταλιστικών ιδεολογιών: του φιλελευθερισμού και του μερκαντιλισμού – ενώ σε όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα έχει αναμφίβολα επικρατήσει ο φιλελευθερισμός, «εξελισσόμενος» πολύ συχνά στο νεοφιλελευθερισμό των παιδιών του Σικάγου.

Ειδικότερα, ο φιλελευθερισμός πιστεύει στην ιδιωτική πρωτοβουλία, καθώς επίσης στην ελευθερία των αγορών. Κατά το συγκεκριμένο σύστημα, ένα μικρό μέρος των επιχειρήσεων (κοινωφελείς, μονοπωλιακές κερδοφόρες, στρατηγικές) μπορεί να παραμένει στην ιδιοκτησία του κράτους – ενώ όλες οι υπόλοιπες πρέπει να ανήκουν σε ιδιώτες.

Η «εξέλιξη» του, ο νεοφιλελευθερισμός, απαιτεί να είναι ιδιωτικά τα πάντα, ακόμη και ο στρατός – με το κράτος να παραμένει ως ο «εγγυητής» της λειτουργίας της οικονομίας, ο αυστηρός επιτηρητής δηλαδή, με την υποχρέωση της τοποθέτησης και την ευθύνη της τήρησης των κανόνων που την διέπουν.      

Αντίθετα, ο (νεο)μερκαντιλισμός πρεσβεύει ουσιαστικά ένα είδος κρατικού καπιταλισμού, το οποίο δίνει μεγάλη σημασία σε μία εθνική πολιτική, στα όρια ίσως της εθνικιστικής – στηριζόμενης οικονομικά, συναλλαγματικά επίσης, στα αποθέματα πολυτίμων μετάλλων (όπως λέγεται, "η εθνική πολιτική θα πρέπει να έχει στόχο τη συγκέντρωση όσο το δυνατόν μεγαλύτερων ποσοτήτων χρυσού και αργύρου").    

Το (νέο)φιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο αντιμετωπίζει το κράτος, το δημόσιο τομέα δηλαδή, σαν από τη φύση του ληστρικό, διεφθαρμένο, ανεπαρκή και ανίκανο – ενώ θεοποιεί ουσιαστικά τον ιδιωτικό τομέα, ο στόχος του οποίου είναι το μέγιστο δυνατό κέρδος, με το ελάχιστο κόστος. Στα πλαίσια αυτά απαιτεί έναν αυστηρό και σαφή διαχωρισμό του κράτους από την ιδιωτική οικονομία ("η ελευθερία ως έσχατος στόχος και το άτομο ως έσχατη οντότητα της κοινωνίας").

Από την άλλη πλευρά, ο μερκαντιλισμός θεωρεί τόσο τον κρατικό, όσο και τον ιδιωτικό τομέα ως συνεργάτες, οι οποίοι έχουν κοινούς στόχους – όπως, για παράδειγμα, την εσωτερική οικονομική ανάπτυξη ή την εθνική ισχύ. Αν και πολλοί δε χαρακτηρίζουν ειρωνικά το μερκαντιλισμό ως αναποτελεσματικό κρατικό καπιταλισμό, όταν λειτουργεί σωστά (όπως συμβαίνει σήμερα κυρίως στην Κίνα, σε κάποιο βαθμό στη Γερμανία) είναι εξαιρετικά αποτελεσματικός.

Ιστορικά, ο μερκαντιλισμός προηγείται του φιλελευθερισμού – ο οποίος ακόμη και στη Μ. Βρετανία, στην πατρίδα του, υιοθετήθηκε μετά την ανάδειξη της σε μία παγκόσμια βιομηχανική δύναμη (στα μέσα του 17ου αιώνα).

Περαιτέρω, ο φιλελευθερισμός στηρίζεται στη ζήτηση, στην κατανάλωση κατά κάποιον τρόπο, θεωρώντας τον πελάτη βασιλιά – οπότε ο στόχος της φιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής είναι η αύξηση των καταναλωτικών δαπανών των νοικοκυριών, γεγονός που απαιτεί την όσο το δυνατόν ανεμπόδιστη πρόσβαση τους σε φθηνά αγαθά και υπηρεσίες, καθώς επίσης τη μειωμένη φορολόγηση (το σημερινό αμερικανικό μοντέλο).

Ακολουθώντας τους κανόνες του «ιδρυτή» της ελεύθερης οικονομίας (A. Smith), πιστεύει πως τα προϊόντα πρέπει να παράγονται σε εκείνες τις χώρες, οι οποίες έχουν συγκριτικά μεγαλύτερα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα – ενώ να εισάγονται από τις άλλες, ανταλλασσόμενα ουσιαστικά με τα προϊόντα που αυτές παράγουν φθηνότερα.     

Αντίθετα, ο μερκαντιλισμός στηρίζεται στην προσφορά, στην παραγωγή δηλαδή – οπότε ο στόχος της μερκαντιλιστικής πολιτικής είναι η αριστοποίηση της δομής του εκάστοτε παραγωγικού μηχανισμού, έτσι ώστε να αυξάνεται συνεχώς η παραγωγικότητα του συνόλου της οικονομίας. Η κατανάλωση εδώ προϋποθέτει ότι, οι απασχολούμενοι θα εργάζονται συνεχώς περισσότερο, με μισθούς οι οποίοι θα τους εξασφαλίζουν απλά και μόνο την επιβίωση – έτσι ώστε τα προϊόντα που παράγουν να είναι όλο και πιο ανταγωνιστικά.

Συνεχίζοντας, ο φιλελευθερισμός πιστεύει ότι, η οικονομική ωφέλεια του εμπορίου πηγάζει από τις εισαγωγές – με την έννοια πως όσο πιο φτηνά είναι τα εισαγόμενα προϊόντα, τόσο το καλύτερο για την οικονομία, ακόμη και αν το αποτέλεσμα είναι ένα ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο.

Ο μερκαντιλισμός, εντελώς αντίθετα, αντιμετωπίζει το εμπόριο σαν μέσο για την ισχυροποίηση της παραγωγής στο εσωτερικό, έτσι ώστε να αυξάνεται συνεχώς η απασχόληση – με αποτέλεσμα να προωθεί τις εξαγωγές (εισαγωγή θέσεων εργασίας), περιορίζοντας παράλληλα τις εισαγωγές (εξαγωγή θέσεων εργασίας).

Ουσιαστικά λοιπόν θεωρεί το παγκόσμιο εμπόριο σαν μία «διαδικασία μηδενικού αθροίσματος», με νικητές και ηττημένους – όπου οι χώρες που στηρίζονται στις εξαγωγές ζουν εις βάρος αυτών που είναι υποχρεωμένες να εισάγουν περισσότερα, από όσα εξάγουν.  

ΛΟΙΠΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΤΙΜΑΧΟΜΕΝΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ

Η πλέον αντιπροσωπευτική χώρα του (νέο)φιλελευθερισμού είναι σήμερα οι Η.Π.Α. – ενώ του μερκαντιλισμού η Κίνα (η Γερμανία επίσης), η οποία ενισχύει και επιδοτεί όσο μπορεί την παραγωγή και τις εξαγωγές, διατηρώντας χαμηλή την εσωτερική κατανάλωση και τους μισθούς των εργαζομένων της (οι χαμηλοί μισθοί εδώ έχουν διπλή ωφέλεια για το κράτος: από τη μία πλευρά αναγκάζουν τα νοικοκυριά να καταναλώνουν λιγότερο, οπότε να εισάγονται ανάλογα μικρότερες ποσότητες, ενώ από την άλλη αυξάνουν την παραγωγικότητα των εργαζομένων, περιορίζοντας το κόστος παραγωγής των εγχωρίων προϊόντων). 

Η κυβέρνηση της Κίνας χειραγωγεί στην κυριολεξία το νόμισμα της, έτσι ώστε να εξασφαλίζει την κερδοφορία των εξαγωγικών της επιχειρήσεων – ενώ η Γερμανία εφαρμόζει, πολύ πιο έξυπνα αλλά έμμεσα, την ίδια πολιτική, με τη βοήθεια της διατήρησης του ευρώ σε ανταγωνιστικά χαμηλή ισοτιμία, μέσω των οικονομικών προβλημάτων των «εταίρων» της.

Και οι δύο αυτές μερκαντιλιστικές χώρες διακρίνονται αφενός μεν για τις κρυφές επιδοτήσεις των εξαγωγικών τους επιχειρήσεων, αφετέρου για τα μεγάλα πλεονάσματα (Πίνακας Ι) των εμπορικών ισοζυγίων τους – ενώ οι Η.Π.Α., επίσης πολλά άλλα φιλελεύθερα κράτη, έχουν μεγάλα ελλείμματα στα ισοζύγια τους (όπως έχουμε αναλύσει στα άρθρα: Ευρωπαϊκές ασυμμετρίες και Ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση).

ΠΙΝΑΚΑΣ I: Οι πιο πλεονασματικές και ελλειμματικές οικονομίες παγκοσμίως, με κριτήριο το εμπορικό ισοζύγιο – σε εκ. $ το 2010

Χώρα

Πλεόνασμα

Χώρα

Έλλειμμα

 

 

 

 

Γερμανία

201.737

Η.Π.Α.

-689.932

Κίνα

182.725

Μ. Βρετανία

-152.830

Σ. Αραβία

152.000

Ινδία

-106.540

Ρωσία

151.621

Γαλλία

-85.325

Ιαπωνία

77.218

Τουρκία

-71.598

Πηγή: WP. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Τα πλεονάσματα της Ρωσίας και της Σ. Αραβίας προέρχονται από τις εξαγωγές ενέργειας, οπότε δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αμιγώς μερκαντιλιστικές. Η Ιαπωνία είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση, ειδικά μετά την οικονομική επίθεση που δέχθηκε από τις Η.Π.Α. τη δεκαετία του 80 – η οποία την καταδίκασε σε μία υπερεικοσαετή ύφεση. 

Από την (νέο)φιλελεύθερη πλευρά, οι επιδοτήσεις των μερκαντιλιστικών χωρών κάνουν φτωχούς τους πολίτες τους – ενώ παράλληλα κερδίζουν οι καταναλωτές των άλλων κρατών, δαπανώντας πολύ λιγότερα χρήματα για τα προϊόντα που αγοράζουν (αφού τα εισάγουν σε πολύ χαμηλότερες τιμές, οι οποίες ουσιαστικά είναι χαμηλότερες λόγω της επιδότησης τους, μέσω του κρατικού μηχανισμού, από τους φορολογούμενους της Κίνας ή της Γερμανίας).   

Από μερκαντιλιστικής πλευράς, οι επιδοτήσεις αφενός μεν εξασφαλίζουν τις θέσεις εργασίας, αφετέρου οικοδομούν μία σύγχρονη οικονομία, η οποία μπορεί να εξασφαλίζει τη μακροπρόθεσμη ευημερία των πολιτών.

Ουσιαστικά λοιπόν, οι φιλελεύθεροι επιτυγχάνουν την (μεσοπρόθεσμη) ευημερία των πολιτών τους εις βάρος των μερκαντιλιστών, οι οποίοι την επιδοτούν – με τους τελευταίους να προσβλέπουν σε μακροπρόθεσμα οφέλη.

Στο παράδειγμα της Ευρωζώνης, οι χώρες του Νότου (φιλελεύθερες) ευημερούσαν τα πρώτα χρόνια μετά την εισαγωγή του ευρώ, εις βάρος της Γερμανίας και των υπολοίπων μερκαντιλιστικών κρατών του Βορά – με την κατάσταση σήμερα να έχει αντιστραφεί.

Στα πλαίσια αυτά, όταν κρίνουμε, θετικά ή αρνητικά, την πολιτική λιτότητας που απαιτεί η Γερμανία να εφαρμόζουν απαρέγκλιτα οι χώρες του Νότου, οφείλουμε να την εξετάζουμε σε σχέση με το είδος του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο επιλέγεται. Εάν λοιπόν επρόκειτο για τη φιλελεύθερη εκδοχή του, τότε η πολιτική λιτότητας είναι πράγματι καταστροφική.

Αντίθετα, εάν ο απώτερος στόχος είναι η «μετάλλαξη» της ευρωπαϊκής οικονομίας σε μερκαντιλιστική, ανάλογη με αυτήν της Γερμανίας, τότε η πολιτική λιτότητας είναι απολύτως σωστή – αφού δημιουργούνται σταδιακά οι κατάλληλες προϋποθέσεις, με τη βοήθεια της «εσωτερικής υποτίμησης» (χαμηλοί μισθοί, περιορισμένες δημόσιες παροχές, αύξηση της παραγωγικότητας κλπ.), οι οποίες εξασφαλίζουν την ανάπτυξη μέσω της αύξησης των εξαγωγών, καθώς επίσης της μείωσης των εισαγωγών. 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η ειρηνική συνύπαρξη των δύο παραπάνω διαφορετικών καπιταλιστικών μοντέλων φαίνεται πως πλησιάζει στο τέλος της – γεγονός που οριοθετεί το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Όπως διαπιστώνεται, «το καταναλωτικό πάρτι» των φιλελεύθερων κρατών, όπου επί πλέον η μη ισορροπημένη κατανομή των εισοδημάτων οδήγησε τους φτωχότερους στην κατανάλωση με δανεικά, με αποτέλεσμα την υπερχρέωση τους, σταμάτησε ξαφνικά – ενώ κινδυνεύει να καταρρεύσει η μεσαία τάξη, παρασέρνοντας μαζί της τα πάντα.

Στα πλαίσια αυτά, οι προοπτικές της φιλελεύθερης Δύσης είναι μάλλον δυσοίωνες – με εξαίρεση ίσως τη μερκαντιλιστική Γερμανία («ίσως», επειδή θα κληθεί να πληρώσει μεγάλο μέρος του λογαριασμού, ανήκοντας στη Δύση – εκτός εάν απομονωθεί με βιώσιμο τρόπο, επιστρέφοντας τάχιστα στο μάρκο). Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι, εκλείπουν οι δυνατότητες ανάπτυξης – χωρίς την οποία είναι αδύνατον να εξοφληθούν ποτέ τα συσσωρευμένα δημόσια και ιδιωτικά χρέη. Παράλληλα, η ανεργία καλπάζει, με πιθανότερο αποτέλεσμα το ξέσπασμα μεγάλων κοινωνικών αναταραχών και εξεγέρσεων.

Από την άλλη πλευρά, η μερκαντιλιστική Ανατολή (Κίνα, Κορέα, Ταιβάν κλπ.) θα αντιμετωπίσει επίσης δυσκολίες, λόγω των προβλημάτων των χωρών της Δύσης, οι οποίες καταναλώνουν τα προϊόντα της – προσπαθώντας πιθανότατα να καλύψει τη διαφορά με τη βοήθεια της αύξησης της εσωτερικής κατανάλωσης. Εν τούτοις, καμία από τις δύο περιοχές του πλανήτη δεν μπορεί να νοιώθει ασφάλεια – αφού είναι μάλλον απίθανο να μην υπάρξουν μεγάλες γεωπολιτικές εντάσεις, με άγνωστα αποτελέσματα.

ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΙΔΙΑΤΕΡΟΤΗΤΕΣ

Είναι προφανές ότι σε γενικές γραμμές οι χώρες, οι οποίες στηρίζονται στο (νέο)φιλελεύθερο μοντέλο, έχουν ανάγκη από ισχυρά νομίσματα – αφού με τον τρόπο αυτό μπορούν να εισάγουν φθηνότερα τα αγαθά που έχουν ανάγκη. Αντίθετα, τα μερκαντιλιστικά κράτη είναι υποχρεωμένα να διατηρούν χαμηλή την ισοτιμία των νομισμάτων τους, έτσι ώστε να «επιδοτούνται» οι εξαγωγές τους.

Υπάρχει όμως και μία ενδιάμεση κατηγορία – εκείνα τα μερκαντιλιστικά κράτη που εξάγουν προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας (όπως μηχανήματα, αυτοκίνητα, τεχνολογία κλπ.), τα οποία μπορούν να πουλούν σε αυξημένες τιμές, μη έχοντας ανταγωνισμό.

Επειδή τώρα η παραγωγή των προϊόντων αυτών απαιτεί εισαγωγές πρώτων υλών (ενέργεια, μέταλλα κλπ.), ωφελούνται περισσότερο από ένα ισχυρό νόμισμα, αρκεί να μην υπερβαίνει κάποια ανώτατα όρια (στο παράδειγμα της Γερμανίας, το ευρώ να μην είναι υψηλότερο από το 1,50 σε σχέση με το δολάριο). Ειδικά όσον αφορά τη Γερμανία, διαθέτει ένα ακόμη πλεονέκτημα: το ότι σε ποσοστό άνω του 50% εξάγει σε χώρες της Ευρωζώνης, με τις οποίες έχει το ίδιο νόμισμα (οπότε η αύξηση της ισοτιμίας του δεν επιβαρύνει τις συνολικές εξαγωγές της). 

Συνεχίζοντας, σε αντίθεση με τη Γερμανία, η Κίνα εξάγει κυρίως καταναλωτικά προϊόντα, τα οποία μπορούν να παραχθούν από κάθε άλλη χώρα. Το μοναδικό πλεονέκτημα της λοιπόν είναι η φθηνότερη, η ανταγωνιστικότερη δηλαδή παραγωγή και πώληση τους – επομένως, δεν έχει την πολυτέλεια της διατήρησης ενός ισχυρού νομίσματος, το οποίο θα έκανε ακριβότερα τα προϊόντα της στο εξωτερικό. Ευτυχώς δε για την ίδια, διαθέτει ενεργειακά αποθέματα και πρώτες ύλες – οπότε δεν είναι σε τέτοιο βαθμό εξαρτημένη από τις εισαγωγές τους, όπως η Γερμανία.

Με βάση τα παραπάνω και με δεδομένο το ότι, η χώρα που εισάγει τα περισσότερα προϊόντα παγκοσμίως είναι οι Η.Π.Α., ακολουθούμενη από την ΕΕ, διαπιστώνονται οι παρακάτω ιδιαιτερότητες: 

(α) Οι Η.Π.Α. είναι υποχρεωμένες να έχουν ένα ισχυρό νόμισμα, εάν βέβαια παραμείνουν στο σύστημα του (νέο)φιλελευθερισμού – αφού διαφορετικά οι τιμές των προϊόντων που εισάγουν (θα) αυξάνονται συνεχώς. Πόσο μάλλον όταν οι Η.Π.Α. δεν είναι πλέον ενεργειακά αυτόνομες – γεγονός που προσπαθούν να καλύψουν με την εισβολή (άλλοτε οικονομική, άλλοτε πολεμική), σε χώρες που διαθέτουν ενέργεια, όπως στο Ιράκ.

Η ανάγκη αυτή επιτείνεται από το ότι, εάν το δολάριο θέλει να διατηρήσει τη θέση του (παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα), η οποία εκτός των πολλών άλλων πλεονεκτημάτων, εξασφαλίζει στην υπερδύναμη πολύ χαμηλά επιτόκια δανεισμού, παράλληλα με το ότι δεν μπορεί να χρεοκοπήσει (αφού οι υποχρεώσεις της εξοφλούνται σε δολάρια, τα οποία «τυπώνει» μόνη της), τότε δεν πρέπει να απαξιωθεί.  

Εν τούτοις, η υπερχρέωση της υπερδύναμης, καθώς επίσης τα τεράστια ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού, σε συνδυασμό με τον περιορισμό του ρυθμού ανάπτυξης και την κλιμακούμενη μετανάστευση των αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων προς την αναπτυσσόμενη Ασία, την υποχρεώνουν να αυξάνει την ποσότητα χρήματος (πακέτα στήριξης QE) – μεταξύ άλλων, για να επιλυθεί το πρόβλημα της υπερχρέωσης πληθωριστικά, με αποτέλεσμα όμως να μειώνεται συνεχώς η ισοτιμία του δολαρίου.

Παράλληλα το ΔΝΤ, μη έχοντας προφανώς κατανοήσει τις παρενέργειες της πολιτικής λιτότητας που επέβαλλε στην Ελλάδα (στην Ιρλανδία, στην Πορτογαλία κλπ.), λειτούργησε αρνητικά για τα συμφέροντα της υπερδύναμης – αφού με τον τρόπο αυτό (πόσο μάλλον όταν πάψουν να επηρεάζουν οι εταιρείες αξιολόγησης με τις εκτιμήσεις τους την ευρωπαϊκή οικονομία), ενισχύεται το ευρώ.

Η ενίσχυση αυτή του ευρώ είναι εις βάρος φυσικά του δολαρίου – γεγονός που σημαίνει ότι, το ΔΝΤ έπεσε στην παγίδα της Γερμανίας και έπαιξε το παιχνίδι της (πιθανότατα αυτή είναι η πραγματική αιτία της αλλαγής της στάσης του ΔΝΤ, όσον αφορά τα ελλειμματικά κράτη της Ευρωζώνης, όπως την είδαμε εν πρώτοις στην Ιρλανδία – σήμερα στην Ελλάδα και στην Πορτογαλία).

Η εναλλακτική λύση τώρα των Η.Π.Α., η «μετάλλαξη» τους δηλαδή σε μία μερκαντιλιστική καπιταλιστική οικονομία, δεν είναι καθόλου εύκολη – αφού η χώρα έχει σε μεγάλο βαθμό αποβιομηχανοποιηθεί, ευρισκόμενη σε πορεία παρακμής. Παρά τις προσπάθειες λοιπόν κάποιων εταιρειών της, οι οποίες έχουν κατανοήσει το πρόβλημα (όπως, για παράδειγμα, της Apple, η οποία μεταφέρει την παραγωγή της πίσω στις Η.Π.Α.), η κατάσταση δεν είναι εύκολα ανατρέψιμη.

(β) Οι μεγάλες ελλειμματικές και υπερχρεωμένες χώρες της Ευρωζώνης, ειδικά η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, είναι υποχρεωμένες να έχουν ένα ασθενές νόμισμα, εάν θέλουν να επιλύσουν τα προβλήματα τους πληθωριστικά, επιβοηθούμενες από τις εξαγωγές.

Η μετάλλαξη τους όμως σε μερκαντιλιστικές οικονομίες (οι οποίες θα μπορούν αργότερα να παράγουν προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως η Γερμανία, οπότε να αντέχουν ένα ισχυρότερο νόμισμα), είναι εξαιρετικά δύσκολη – επειδή έχουν σε μεγάλο βαθμό αποβιομηχανοποιηθεί.

Δυστυχώς για τις χώρες αυτές, οι εντελώς αντίθετες επιδιώξεις της Γερμανίας εμποδίζουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο – με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να μετατραπούν σε «τευτονικούς» δορυφόρους, απολύτως εξαρτημένες από την ευρύτερη οικονομική πολιτική της Γερμανίας (πακέτα διάσωσης, δανεισμός από την ΕΚΤ κοκ.).

(γ) Οι μικρότερες χώρες της Ευρωζώνης, όπως για παράδειγμα η Ελλάδα, στις οποίες επιβλήθηκε εκβιαστικά μία πολιτική λιτότητας άνευ προηγουμένου, σχεδιάζεται, όπως φαίνεται, να μετατραπούν σε μικρές μερκαντιλιστικές οικονομίες, εξαρτημένα προτεκτοράτα της Γερμανίας (με τη δημιουργία ειδικών οικονομικών ζωνών κλπ.).

Εάν δε διαθέτουν ενεργειακά αποθέματα, τότε μάλλον θα «κατασχεθούν» – με την έννοια του ότι θα χρησιμοποιηθούν για την εξόφληση των υποχρεώσεων τους, οι οποίες συνεχώς θα αυξάνονται (μέσω της καταδίκης τους σε ύφεση, η οποία περιορίζει τα φορολογικά έσοδα, της εκποίησης της δημόσιας περιουσίας τους κοκ.)

(δ) Οι χώρες τώρα της ΕΕ, οι οποίες έχουν τα ίδια προβλήματα με τις Η.Π.Α., όπως για παράδειγμα η Μ. Βρετανία, ευρίσκονται σε πολύ πιο δύσκολη θέση από την υπερδύναμη – ενώ απειλείται τα μέγιστα η βιωσιμότητα τους από τη Γερμανία.

(ε) Η Κίνα και οι υπόλοιπες μερκαντιλιστικές ασιατικές οικονομίες κινδυνεύουν πολλαπλά – αφενός μεν από την υποτίμηση του δολαρίου (μείωση της αξίας των συναλλαγματικών αποθεμάτων τους, εισαγωγή πληθωριστικών πιέσεων κλπ.), αφετέρου από το ενδεχόμενο της επιστροφής του προστατευτισμού στις Η.Π.Α. (αύξηση των δασμών, εμπόδια στις εισαγωγές κλπ.). 

(στ) Τέλος, οι υποανάπτυκτες οικονομίες του πλανήτη έχουν ήδη οδηγηθεί σε επισιτιστικές κρίσεις, τις οποίες έχει προκαλέσει η διοχέτευση της υπερβάλλουσας ρευστότητας στα χρηματιστήρια – ενώ κινδυνεύουν με πολεμικές εισβολές εκείνων των χωρών της Δύσης ή της αναπτυσσόμενης Ανατολής (Κίνα), οι οποίες θα θελήσουν να «υπεξαιρέσουν» το φυσικό πλούτο τους (ενεργειακά αποθέματα κλπ.). Η επέμβαση της Γαλλίας στο Μαλί το οποίο διαθέτει, μεταξύ άλλων, μεγάλα αποθέματα ουρανίου, απαραίτητα για τα πυρηνικά της εργοστάσια, είναι μάλλον ενδεικτική του τι θα συμβεί στο μέλλον.

ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΡΑΙΧ

 Όπως είναι γνωστό το πρώτο Ράιχ (αυτοκρατορία), η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους καλύτερα (962-1806), δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε με τη βοήθεια συμβατικών πολέμων. Αντίθετα, το δεύτερο Ράιχ, η αυτοκρατορία που ίδρυσε ο Μπίσμαρκ δηλαδή (1871-1918) στηρίχθηκε αρχικά στην οικονομία – ενώ κατέρρευσε με τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Όσον αφορά την περίοδο αυτή, το 2ο Ράιχ, ο Keynes την περιγράφει ως εξής:

"Από αγροτική και κυρίως αυτοσυντήρητη, η Γερμανία μετασχηματίσθηκε σε μία απέραντη και περίπλοκη βιομηχανική μηχανή – εξαρτώμενη για τη λειτουργία της από την ισορροπία πολλών παραγόντων εκτός της Γερμανίας και εντός αυτής.

Μόνο λειτουργώντας αυτή η μηχανή αδιάκοπα και σε πλήρη δράση, μπορούσε να βρει απασχόληση στο εσωτερικό για τον αυξανόμενο πληθυσμό της και τα μέσα για να αγοράζει τα προς το ζην από το εξωτερικό (όπως και τότε, έτσι και σήμερα η Γερμανία δεν είναι μόνο πρωταθλήτρια στις εξαγωγές, αλλά και στις εισαγωγές). Η γερμανική μηχανή έμοιαζε με μία σβούρα, η οποία για να διατηρήσει την ισορροπία της έπρεπε να προοδεύει ολοένα και γρηγορότερα.

Γύρω από τη Γερμανία, σαν κεντρικό υποστύλωμα, συναθροίστηκε το υπόλοιπο του ευρωπαϊκού οικονομικού συστήματος – ενώ από την ευημερία και την επιχειρηματικότητα της Γερμανίας εξαρτιόταν κυρίως η ευημερία των υπολοίπων χωρών της ηπείρου.

Ο αυξανόμενος βηματισμός της Γερμανίας έδωσε στους γείτονες της μία διέξοδο για τα προϊόντα τους – σε αντάλλαγμα για την οποία, η επιχειρηματικότητα του Γερμανού εμπόρου τις εφοδίαζε για τις βασικές ανάγκες τους, σε χαμηλές τιμές.

Η Γερμανία δεν τροφοδοτούσε μόνο το εμπόριο χωρών της Ευρώπης, αλλά, στην περίπτωση μερικών από αυτές, προμήθευε ένα μεγάλο μέρος του απαιτουμένου για την ανάπτυξη τους κεφαλαίου, καθώς επίσης της οργάνωσης – γεγονός που ερμηνεύθηκε ως ένα σύστημα ειρηνικής διείσδυσης της σε ολόκληρη την Ευρώπη.  Όλη η ήπειρος λοιπόν ανατολικά του Ρήνου περιήλθε με τη μέθοδο της ειρηνικής διείσδυσης σε γερμανική βιομηχανική τροχιά".  

Θεωρώντας αυτονόητες και δεδομένες τις ομοιότητες της σημερινής εποχής με τότε, οφείλουμε να προσθέσουμε ότι το τρίτο Ράιχ ακολούθησε τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης (1918-1933). Πρόκειται για την εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία του Χίτλερ (1933-1945), η οποία δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε με τη βοήθεια συμβατικών πολέμων, όπως επίσης το πρώτο Ράιχ – ενώ κατέρρευσε με την ήττα της Γερμανίας στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Σήμερα, όπως έχουμε ήδη αναφέρει σε προηγούμενες αναλύσεις μας (Το τέταρτο Ράιχ, οι Η.Π.Α. και η Ελλάδα), βιώνουμε τις προσπάθειες ίδρυσης του 4ου Ράιχ, ερήμην των Γερμανών πολιτών – το οποίο, όπως και το δεύτερο, στηρίζεται στον οικονομικό και όχι στο συμβατικό πόλεμο (ειρηνική διείσδυση).

Ειδικά όσον αφορά την πολιτική, έχει αρκετές ομοιότητες με το 3ο Ράιχ (εθνικοσοσιαλισμός, με την έννοια της μερκαντιλιστικής συνεργασίας επιχειρήσεων και κράτους για εθνικούς σκοπούς, όπου τη θέση των SS έχει αναλάβει η οικονομική αστυνομία, σε συνδυασμό με τις γερμανικές μυστικές υπηρεσίες – BND).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Είναι προφανές ότι είμαστε αντιμέτωποι με πάρα πολλές και εξαιρετικά επικίνδυνες προκλήσεις – οι κυριότερες των οποίων είναι αφενός μεν ο συνεχιζόμενος πόλεμος μεταξύ των δύο βασικών καπιταλιστικών συστημάτων (φιλελευθερισμός και μερκαντιλισμός), ειδικά μετά την κατάρρευση της εναλλακτικής δυνατότητας, του τρίτου δρόμου (κομμουνισμός), αφετέρου η παρακμή της υπερδύναμης, σε συνδυασμό με την άνοδο της Γερμανίας και της Κίνας (με τους ακούσιους ή εκούσιους δορυφόρους τους).

Στα πλαίσια αυτά, οι επιλογές των μικρότερων κρατών, αλλά και των κάπως μεγαλύτερων (Γαλλία, Βρετανία, Ιταλία κλπ.), είναι εξαιρετικά δύσκολες – πόσο μάλλον των υπερχρεωμένων και βυθισμένων σε υφέσεις, από τις οποίες δεν φαίνεται να υπάρχει διέξοδος. Σε κάθε περίπτωση, οι «μονομερείς» δρόμοι δεν φαίνεται να έχουν λογική – αφού καμία από αυτές τις χώρες δεν έχει το κρίσιμο μέγεθος που προϋποθέτει η επιβίωση της στη σημερινή εποχή των έντονων «αναταράξεων» και της ασύμμετρης παγκοσμιοποίησης.   

Ειδικά όσον αφορά την Ευρώπη, η μοναδική δυνατότητα που φαίνεται πως έχει στη διάθεση της, είναι η ένωση των ανεξάρτητων εθνικών κρατών μεταξύ τους, με αλληλεγγύη και χωρίς την πρωσική πλέον Γερμανία – αφού τα συμφέροντα τους είναι κοινά, αλλά ακριβώς αντίθετα από τις επιδιώξεις και τα σχέδια της Γερμανίας, τα οποία ευρίσκονται σε πορεία σύγκρουσης με τις Η.Π.Α. (ενώ οφείλει να αποφευχθεί αυτή τη φορά το οδυνηρό τέλος των προηγούμενων γερμανικών «αυτοκρατοριών»).

Στη συνέχεια η επιθετική αντιμετώπιση της κρίσης, με τη βοήθεια του παγώματος μέρους των χρεών, της υποτίμησης του ευρώ, του ελεγχόμενου πληθωρισμού, της ολοκληρωμένης λειτουργίας της ΕΚΤ, της διάσωσης των τραπεζών, της ρύθμισης του ασύδοτου χρηματοπιστωτικού συστήματος κλπ.

Η επιστροφή στη φιλελεύθερη οικονομία, σε περιβάλλον άμεσης δημοκρατίας μίας ενωμένης Ευρώπης, μακριά από τις παγίδες του νεοφιλελευθερισμού και του μερκαντιλισμού, η καλύτερη αναδιανομή των εισοδημάτων μέσω του ασφαλιστικού συστήματος (Σουηδικό μοντέλο) και όχι του φορολογικού, καθώς επίσης η οικοδόμηση σε σταθερά, βιώσιμα θεμέλια του κοινωνικού κράτους, θα ήταν τότε ρεαλιστικές και εφικτές προοπτικές – αρκεί φυσικά να μην καθυστερήσουμε και να μην προλάβει η Γερμανία να καταστρέψει ξανά την ειρήνη, καθώς επίσης την ήπειρο μας.

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 19. Ιανουαρίου 2013, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι, οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2790.aspx

Μετάλλαξη ευρώ: από εργαλείο νομισματ. πολιτικής σε όπλο επιβολής

Η μετάλλαξη του ευρώ από εργαλείο νομισματικής πολιτικής σε όπλο επιβολής

 

Του Γιάννη Τόλιου

 

Η νέα γενικευμένη κρίση του συστήματος που βιώνουν τα τελευταία χρόνια οι ευρωπαϊκοί λαοί και με ιδιαίτερη σφοδρότητα ο ελληνικός, έχει τη διεθνή, ευρωπαϊκή και εθνική της διάσταση. Στην ουσία πρόκειται για κρίση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος, ενός τρόπου παραγωγής, διανομής και αναδιανομής εισοδήματος σε βάρος της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών και υπέρ των κατόχων του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Ειδικότερα στις χώρες της «ευρωζώνης» η κρίση χρέους και η κρίση των τραπεζών, αποτελούν σε μεγάλο βαθμό εκδήλωση της δομικής κρίσης της ΟΝΕ (Οικονομικής Νομισματικής Ενοποίησης) και του «ενιαίου νομίσματος» (ευρώ) που έχει τις ρίζες της στις ενδογενείς αντινομίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τόσο σε οικονομικό όσο σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

1. Το σαθρό οικοδόμημα της ΟΝΕ και του ενιαίου νομίσματος

Για την αναζήτηση των αιτίων της κρίσης στη «ζώνη του ευρώ», χρειάζεται να γυρίσουμε το ρολόι του χρόνου πίσω κατά μια εικοσαετία, όταν στη μικρή πόλη Μάαστριχτ της Ολλανδίας οι αρχηγοί των ευρωπαϊκών κρατών υπέγραφαν (Δεκέμβρης '91) τη γνωστή Συνθήκη του Μάαστριχτ που οδήγησε στη μεταμόρφωση της ΕΟΚ σε «Ευρωπαϊκή Ένωση» (ΕΕ) και άνοιξε το δρόμο δημιουργίας της ΟΝΕ, σε τρία στάδια, με τελευταίο το «ενιαίο νόμισμα». Να σημειώσουμε ότι ως τότε οι συναλλαγές μεταξύ των χωρών στηρίζονταν σε ένα «νόμισμα αναφοράς» τη λεγόμενη «ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα» ή ECU (European Unit of Account) και ένα «μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών» (ΜΣΙ), όπου τα εθνικά νομίσματα είχαν όριο διακύμανσης μεταξύ τους +/- 2,25% (με ορισμένες εξαιρέσεις), ενώ μετά το 1993 το όριο διευρύνθηκε σε +/-15%. Η πορεία προετοιμασίας της ΟΝΕ είχε υποτίθεται στόχο την επίτευξη «οικονομικής σύγκλισης» μεταξύ των χωρών με βάση ορισμένους δείκτες, τα λεγόμενα «ονομαστικά κριτήρια σύγκλισης» (ισοτιμίες, επιτόκια, πληθωρισμός, ελλείμματα και δημόσιο χρέος).[1]

Τα κύρια ντοκουμέντα που σηματοδότησαν την πορεία προς το «ενιαίο νόμισμα» ήταν η Συνθήκη Μάαστριχτ (1992) , «τα κριτήρια της Κοπεγχάγης» (1993) τα οποία αποσαφήνισαν τους γενικούς στόχους της Συνθήκης και η «Σύμβαση Πλαίσιο» για ένταξη μιας χώρας στην ΕΕ. Αντίστοιχα τα τρία στάδια της ΟΝΕ συνδέονταν κατ' αρχήν με εκπλήρωση κριτηρίων της «Κοπεγχάγης», δεύτερον με ένταξη στο Μηχανισμό Νομισματικών Ισοτιμιών ΙΙ δύο χρόνια πριν τη είσοδο στο τρίτο στάδιο και τέλος την ικανοποίηση των «ονομαστικών» κριτηρίων σύγκλισης για ένταξη στο ευρώ. Παράλληλα δημιουργήθηκαν και δύο «πυλώνες» στήριξης της, το «Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης» (ΣΣΑ) και η «Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα» (ΕΚΤ). Το πρώτο είχε αποστολή τη διασφάλιση των δημοσιονομικών κριτηρίων (έλλειμμα κάτω από 3% του ΑΕΠ και δημόσιο χρέος κάτω από 60% του ΑΕΠ), τα οποία μετά το 2004 «χαλάρωσαν» στις περιπτώσεις υπερβολικών ελλειμμάτων λόγω ύφεσης. Όσον αφορά την ΕΚΤ είχε βασική αποστολή τον έλεγχο της ποσότητας του χρήματος, διατήρηση χαμηλού πληθωρισμού, χαμηλού βασικού επιτοκίου και συντονισμού της νομισματικής με τη γενικότερη οικονομική πολιτική. Οι χώρες που εντάχτηκαν στο «ενιαίο νόμισμα» το 1999 ήταν 11 και στην πορεία προστέθηκαν άλλες έξι.[2] Ωστόσο πολλές από τις «περιφερειακές» χώρες μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, δεν εκπλήρωναν ούτε τα «ονομαστικά», ούτε πολύ περισσότερο τα «πραγματικά» κριτήρια σύγκλισης (επίπεδο ανάπτυξης). Η ένταξη έγινε με μεθόδους «δημιουργικής λογιστικής» (αλλοίωση στοιχείων)[3] και την ανοχή των ισχυρών χωρών, κυρίως Γερμανίας και Γαλλίας, διότι αυτό εξυπηρετούσε τα συμφέροντα τους. Το ενιαίο νόμισμα ως «ευρώ» (€) τέθηκε σε κυκλοφορία (χαρτονομίσματα και κέρματα) στις αρχές του 2001.

Στην πορεία η Συνθήκη για την ΟΝΕ ενισχύθηκε και από άλλες αποφάσεις νεοφιλελεύθερης πάντα έμπνευσης. Πολύ συνοπτικά σημειώνουμε τη «Συνθήκη Άμστερνταμ» (1997) που τροποποίησε τις διατάξεις των συνθηκών για την ΕΕ, χάραξε πλαίσιο «κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτική ασφάλειας» (ΚΕΠΠΑ), έκανε ρυθμίσεις στη λειτουργία των θεσμικών οργάνων και τέθηκε σε ισχύ αρχές Μάη 1999. Η «Ατζέντα 2000» (1997) προσδιόρισε ενιαίο πλαίσιο ανάπτυξης της ΕΕ από τις αρχές του νέου αιώνα, μεταρρύθμισε την «κοινή αγροτική πολιτική» (ΚΑΠ) και αναδιάρθρωσε τον προϋπολογισμό για στήριξη της διεύρυνσης. Η «στρατηγική της Λισαβόνας» (2000) έβαλε στόχο να γίνει η «Ένωση» ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία της γνώσης, με άρση εμποδίων μετακίνησης φυσικών προσώπων, εργατικού δυναμικού και ακαδημαϊκού προσωπικού, κά. Τέλος η Συνθήκης Λισαβόνας ή Μεταρρυθμιστική Συνθήκη (2008) τέθηκε σε ισχύ το 2009 (υποκατέστησε το απορριφθέν σχέδιο Ευρωσυντάγματος από Γαλλία και Ολλανδία), επέφερε αλλαγές στον τρόπο λήψης των αποφάσεων σε βάρος των μικρών χωρών και ενίσχυσης των μεγάλων,[4] καθιέρωσε θέση Προέδρου Συμβουλίου και θέση Ύπατου σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, ρύθμισε ζητήματα ασφάλειας και δικαιοσύνης, ρητή αναγνώριση δικαιώματος αποχώρησης ενός κράτους-μέλους από την Ένωση, κά.

Όλα παραπάνω κυλούσαν σχετικά «ομαλά» με «ελεγχόμενες» εντάσεις και αντιθέσεις, μέχρι τη στιγμή της «μεγάλης έκρηξης».! Το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης με αφορμή την κατάρρευση της τράπεζας «Leman Brothers» στις ΗΠΑ, όπου το «κρισιακό τσουνάμι» διέσχισε γρήγορα τον Ατλαντικό και «σάρωσε» όλες τις οικονομίες της ΕΕ. Η «εύφλεκτη ύλη» υπήρχε και στις δύο όχθες. Ήταν η φούσκα των τοξικών «χρημαπιστωτικών παραγώγων».[5] Αρχικά τα μέτρα στήριξης των τραπεζών (πακέτα διάσωσης ή προσωρινής κρατικοποίησης τους) έδωσαν την εντύπωση ότι η κρίση στην τέθηκε υπό έλεγχο. Σύντομα όμως φάνηκε ότι το πρόβλημα της ευρωζώνης είχε βαθύτερες αιτίες δείχνοντας στο πρόσωπο της κρίσης χρέους των «περιφερειακών» οικονομικών, ότι το βάθος και η ένταση της ήταν απόρροια του «σαθρού οικοδομήματος» της ΟΝΕ όπως χαρακτηριστικά διαπιστώνει ο γερμανός διανοητής Γιούργκεν Χάμπερμας.[6] Δυστυχώς τα αντανακλαστικά αντίδρασης των κυρίαρχων ελίτ της ευρωζώνης ήταν υποτονικά και η συνειδητοποίηση του προβλήματος έγινε αργοπορημένα. Ιδιαίτερα στην περίπτωση της κρίσης χρέους της Ελλάδας, οι κυρίαρχοι κύκλοι της Γερμανίας και των βόρειων συμμάχων τους, κατέφυγαν σε ρηχές και ευτελείς ερμηνείες, χαρακτηρίζοντας PIIGS (γουρουνάκια) τις χώρες της «περιφέρειας», «τεμπέληδες και καλοπερασάκηδες» τους έλληνες που ζουν με δανεικά, «μεθύστακες» τους ιρλανδούς, κοκ.

Σε τι ακριβώς συνίσταται η «σαθρότητα» του οικοδομήματος της ΟΝΕ; Στην ύπαρξη θα λέγαμε επτά τουλάχιστον «θανάσιμων αμαρτημάτων».! Πρώτον, στην απουσία δυνατότητας δανεισμού «τελευταίας καταφυγής» των κρατών-μελών. Η ΕΚΤ δεν παρείχε όπως όλες οι κεντρικές τράπεζες, χαμηλότοκο δανεισμό για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους στα πλαίσια μιας αντικυκλικής πολιτικής, αλλά φθηνές πιστώσεις στις τράπεζες (1%) και οι τελευταίες με πολλαπλάσια επιτόκια δάνειζαν τα κράτη-μέλη. Δεύτερον, η «ανεξαρτησία» της ΕΚΤ και η απουσία ουσιαστικού ελέγχου της πιστωτικής επέκτασης των τραπεζών οδήγησαν σε «κερδοσκοπικές φούσκες» και «κόκκινα δάνεια» τα οποία σήμερα καλούνται οι λαοί να πληρώσουν με «πακέτα» διάσωσης» με αποτέλεσμα την αύξηση του δημόσιου χρέους. Τρίτον, απουσία «κοινοτικής αλληλεγγύης» στις χώρες που αντιμετώπιζαν έκτακτες δυσκολίες, ενώ όταν εκδηλώθηκε ήταν αργοπορημένη και με επαχθείς όρους. Ταυτόχρονα τα ακραία μέτρα λιτότητας τις βούλιαξαν στην ύφεση, την ανεργία και φτωχοποίηση λαϊκών στρωμάτων. Τέταρτον, απουσία μηχανισμών ελέγχου της κερδοσκοπίας των αγορών και των οίκων αξιολόγησης σχετικά με την πιστοληπτική ικανότητα των κρατών, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού τους. Πέμπτον, το «κλείδωμα» των νομισματικών ισοτιμιών και η απώλεια της δυνατότητας χάραξης εθνικής νομισματικής πολιτικής αφαίρεσε τη δυνατότητα υποτίμησης του νομίσματος και ενίσχυσης μεσοπρόθεσμα της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και της βελτίωσης του εμπορικού ισοζυγίου. Έκτον, συρρίκνωση αντί για αύξηση των κονδυλίων του κοινοτικού προϋπολογισμού προκειμένου να στηριχτεί η οικονομική σύγκλιση και η κοινωνική συνοχή. Οι πόροι του προϋπολογισμού από 1,27% του ΑΕΠ το 1999, μειώθηκαν σε 1,14% το 2004 και προβλέπονται κάτω από 1% το 2013. Έβδομον, απουσία ενιαίας, κοινής και ομοσπονδιακού τύπου μακροοικονομικής και διαρθρωτικής πολιτικής (δημοσιονομικής, νομισματικής, εισοδηματικής, βιομηχανικής, περιφερειακής, κοινωνικής, κά), για μείωση των διαφορών στο επίπεδο ανάπτυξης, αύξησης της απασχόλησης, βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου, κά.

2. Η κρίση της ευρωζώνης και νέοι πυλώνες στήριξης του ευρώ

Η δημιουργία του οικοδομήματος της ευρωζώνης, ήταν κατ' αρχήν σε όφελος των ισχυρών χωρών (όχι όμως των εργαζόμενων)[7] και σε βάρος των αδύναμων οικονομιών και αντίστοιχα των λαών τους. Ειδικότερα στις διεθνείς συναλλαγές οι χώρες με υψηλότερη ανταγωνιστικότητας είχαν πλεονεκτήματα τόσο στο σκέλος των εισαγωγών όσο και των εξαγωγών, εξασφαλίζοντας «πλεονάσματα», ενώ αντίθετα οι αδύναμες είχαν αυξανόμενα «ελλείμματα». Για παράδειγμα η Γερμανία με το «σκληρό» ευρώ (στη θέση του «σκληρού» γερμανικού μάρκου), εξασφάλιζε φθηνότερες εισαγωγές (καύσιμα, πρώτες ύλες, ημικατεργασμένα, αγροτικά, κά), ενώ παράλληλα είχε μεγάλα οφέλη από εξαγωγές βιομηχανικών, παρ' ότι ήταν ακριβότερα όμως ανταγωνιστικότερα. Το αντίθετο συνέβαινε με τις αδύναμες οικονομίες. Οι εισαγωγές γίνονταν μεν φθηνότερες αλλά έπλητταν την εγχώρια παραγωγή, ενώ οι εξαγωγές λόγω χαμηλής ανταγωνιστικότητας έχαναν έδαφος, «παράγοντας» διευρυνόμενα εμπορικά ελλείμματα, αύξηση δανεισμού (δημόσιου και ιδιωτικού) και τελικά δημόσιου χρέους.[8] Κατά συνέπεια η απώλεια της συναλλαγματικής πολιτικής ως μέσου στήριξης της ανταγωνιστικότητας (τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα), δεν αφήνει στις αδύναμες οικονομίες άλλο μοχλό ενίσχυσης εκτός από την εισοδηματική πολιτική, δηλ. την πολιτική «εσωτερικής υποτίμησης» της αξίας της εργατικής δύναμης, ένα ιδιόμορφο «εργασιακό ντάμπινγκ» μεταξύ χωρών, το οποίο με τη σειρά του συρρικνώνει την αγοραστική δύναμη, μειώνει τη ζήτηση, επιδεινώνει την ύφεση, αυξάνει την ανεργία, ελλείμματα, χρέος, κοκ.

Κατά συνέπεια ο γενικότερος νόμος της «ανισόμετρης οικονομικής ανάπτυξης», σύμφυτος στο καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (ανισομέρεια ανάπτυξης κλάδων, περιφερειών, χωρών), αποκτά στα πλαίσια της ευρωζώνης πρόσθετους μηχανισμούς αναπαραγωγής της. Εξ' αιτίας του εγκλωβισμού των «περιφερειακών» χωρών στη «θεσμική αρχιτεκτονική της ευρωζώνης»,[9] εμφανίζονται ισχυρές τάσεις παραγωγικής παρακμής, υψηλής ανεργίας, διαχρονικής λιτότητας, αυξανόμενων ελλειμμάτων, κά, κάνοντας την παραμονή στη «ζώνη του ευρώ» όλο και πιο προβληματική. Στην ουσία η ευρωζώνη μετατρέπει χώρες και λαούς σε οιονεί «ομήρους» που καλούνται να υπηρετήσουν τα συμφέροντα των ισχυρών, κυρίως της Γερμανίας που με το «σκληρό» ευρώ γίνεται «de facto» αλλά και «de jure» επικυρίαρχος της ευρωζώνης. Εκδήλωση αυτής της «επικυριαρχίας» είναι ο αυξανόμενος ρόλος της στη λήψη των αποφάσεων και στη μετατροπή «περιφερειακών» χωρών όπως η Ελλάδα σε «μεταμοντέρνα» γερμανικά φέουδα. Ταυτόχρονα αποκομίζει πρόσθετα οικονομικά οφέλη από την τοκογλυφική «ανακύκλωση των πλεονασμάτων της»,[10] μέσω της χορήγησης δανείων με πολύ υψηλότερα επιτόκια σε σχέση με αυτά που δανείζεται από τις αγορές (τα δεκαετή της ομόλογα έχουν λιγότερο από 2% επιτόκιο). Είναι χαρακτηριστικό ότι κάθε χρόνο η Γερμανία από τη συμμετοχή της στα δύο δάνεια της «τρόϊκας» προς την Ελλάδα, κερδίζει πάνω από 1 δις €,[11] λόγω διαφοράς επιτοκίων.!

Κατά συνέπεια οι χώρες της «περιφέρειας» ωθούνται αντικειμενικά εκτός ευρωζώνης. Το νεοφιλελεύθερο όχημα της ΟΝΕ αποδείχτηκε άκρως «ελαττωματικό» για προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ακόμα και με όρους κεφαλαίου.!! Η κρίση έδειξε καθαρά ότι υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες αντί για την ενίσχυση των «κεντρομόλων» τάσεων δημιουργούνται «κεντρόφυγες», τόσο στις 17 χώρες της «ευρωζώνης», όσο στο σύνολο των 27 χωρών της ΕΕ. Οι αποφάσεις των Συνόδων Κορυφής και τα «διθυραμβικά» ανακοινωθέντα δεν διασφάλισαν βιώσιμη έξοδο από την κρίση. Η ευρωζώνη ομοιάζει σαν τον πύργο της Πίζας, που για την αποφυγή κατάρρευσης βάζουν διαρκώς νέους «πυλώνες» γύρω του. Έτσι μετά το «Σύμφωνο Σταθερότητας» και την «ΕΚΤ», οι νέοι πυλώνες είναι «Μηχανισμός Στήριξης» (EFSF/ESM), το «Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας» (ή «Σύμφωνο για το Ευρώ+»), το «Δημοσιονομικό Σύμφωνο», τα «εξάμηνα συντονισμού των οικονομικών πολιτικών» και πρόσφατα η «συμφωνία εποπτείας των τραπεζών».[12] Όλα αυτά δημιουργούν ένα ιδιότυπο «στρατόπεδο συγκέντρωσης» για τις χώρες και τους λαούς της ευρωζώνης υπό την ηγεμονία της Γερμανίας που δεν έχουν ουδεμία σχέση με το όραμα της «Ευρώπης των λαών και των εργαζόμενων».!

Ειδικότερα ο «Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης» (ESM/EFSF) παρέχει περιορισμένες πιστώσεις [13] στις χώρες που αντιμετωπίζουν κρίση δημόσιου χρέους με την υπογραφή ειδικών δανειακών συμβάσεων και την εφαρμογή ακραίων νεοφιλελεύθερων μέτρων στα πλαίσια «Μνημονίων», υπό τη στενή παρακολούθηση της «τρόίκας» (ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ). Η Ελλάδα και άλλες χώρες βιώνουν τις συνέπειες τέτοιων δανείων με την εφαρμογή όπως θα δούμε πιο κάτω αντίστοιχων Μνημονίων. Επίσης το «Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας» ή «Σύμφωνο για το Ευρώ+», έχει στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και κερδοφορίας των επιχειρήσεων σε βάρος της εργασίας, με την ευελιξία και την εντατικοποίηση εργασίας, μείωση του εργατικού κόστους, προσαρμογή συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης στις ανάγκες της αγοράς εργασίας, καθορισμός ορίων σύνταξης με βάση το προσδόκιμο όριο ζωής, εναρμόνιση προς τα κάτω των φορολογικών συντελεστών των επιχειρήσεων, κά. Όλα αυτά στην «απλή» γλώσσα σημαίνουν διαχρονική λιτότητα, «κινεζοποίηση» μισθών, μεγαλύτερη αποδιάρθρωση εργασιακών σχέσεων, «κατεδάφιση» βασικών εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, κά.

Επίσης το «Δημοσιονομικό Σύμφωνο»,[14] προβλέπει οι προϋπολογισμοί των κρατών-μελών να είναι ισοσκελισμένοι και το διαρθρωτικό έλλειμμα (μέσος όρος ελλείμματος στη διάρκεια του κύκλου) να μην ξεπερνά το 0,5% του ΑΕΠ. Σε περίπτωση «υπερβολικού ελλείμματος» οι χώρες θα υποβάλλουν προγράμματα διόρθωσης του με αυστηρή εποπτεία της Επιτροπής και του Συμβουλίου. Σε περίπτωση μη διόρθωσης η Επιτροπή θα επιβάλλει αυτόματες κυρώσεις και πρόστιμα ύψους 0,2% του ΑΕΠ, εκτός κι αν ειδική πλειοψηφία του Συμβουλίου (85%) δεν τις υιοθετήσει. Επίσης προβλέπει ότι οι κανόνες «υπερβολικού ελλείμματος» θα γίνουν πιο αυστηροί. Η Επιτροπή μόλις διαπιστώνει ότι υπάρχει υπέρβαση του ορίου ελλείμματος (το επιτρεπόμενο ετήσιο όριο με βάση τη συνθήκη Μάαστριχτ είναι 3% του ΑΕΠ, ενώ το προτεινόμενο «διαρθρωτικό» είναι 0,5% του ΑΕΠ), θα επιβάλλει αυτόματες κυρώσεις και πρόστιμα ύψους 0,2% του ΑΕΠ, εκτός κι αν ειδική πλειοψηφία του Συμβουλίου (85%) δεν τις υιοθετήσει. Οι χώρες με δημόσιο χρέος πάνω από 60% του ΑΕΠ, δεσμεύονται για μείωση του χρέους (άνω του συγκεκριμένου ορίου) κατά 1/20 το χρόνο (δηλ. κατά 5%).

Ενισχύεται επίσης ο συντονισμός οικονομικής πολιτικής με καθιέρωση των εξάμηνων συνόδων όπου θα παίρνονται οι σημαντικότερες αποφάσεις. Στους κανόνες ψηφοφορίας στα πλαίσια του «μηχανισμού στήριξης» (ΕΜΣ) θα περιληφθούν διαδικασίες εκτάκτου ανάγκης για παροχή «χρηματοδοτικής συνδρομής» με ειδική πλειοψηφία 85%, όταν υπάρχει αμοιβαία συμφωνία μεταξύ Επιτροπής και ΕΚΤ. Τέλος θεσπίστηκε για πρώτη φορά «διαδικασία υπερβολικών ανισορροπιών» στη βάση ορισμένων οικονομικών δεικτών. Σε περίπτωση διαπίστωσης «υπερβολικών ανισορροπιών», κατόπιν πρότασης της Επιτροπής και απόφασης του Συμβουλίου, επιβάλλονται πρόστιμα ύψους 0,1% του ΑΕΠ με μορφή άτοκης κατάθεσης, τα οποία σε περίπτωση μη συμμόρφωσης μετατρέπονται σε χρηματικά πρόστιμα, εκτός αν αποτραπούν με ειδική πλειοψηφία 85% του Συμβουλίου, κά.

Όλα τα παραπάνω μέτρα αποπνέουν, ιδιαίτερα για τις αδύναμες οικονομίες, κανόνες «στρατοπέδου συγκέντρωσης» και μια νοοτροπία αντιμετώπισης οικονομικών προβλημάτων με «διατάγματα», αντί επιλογών οικονομικής πολιτικής. Οι ανεδαφικοί και «εν πολλοίς» ανιστόρητοι ισχυρισμοί επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων, ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, κά, ανάγουν κρίσιμα ζητήματα δημοσιονομικής διαχείρισης (πολιτικής εσόδων και δημοσίων δαπανών) σε τεχνικά θέματα λογιστικού ισοζυγίου εσόδων-εξόδων. Το ίδιο ισχύει για το μεγάλο θέμα της ανάπτυξης και της απασχόλησης, που η επίλυση τους επαφίεται και πάλι στο «μηχανισμό της αγοράς», ενώ η εισοδηματική πολιτική του χαμηλού εργατικού κόστους, παραμένει βασικός μοχλός στήριξης της ανταγωνιστικότητας των αδύναμων οικονομιών. Στο λεξικό της «νέας οικονομικής διακυβέρνησης», οι έννοιες της ανακατανομής, της οικονομικής σύγκλισης, της περιφερειακής ανάπτυξης, της πλήρους απασχόλησης, της διασφάλισης κοινωνικών δικαιωμάτων, της δικαιότερης κατανομής πλούτου, της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου, κά, παραμένουν οιονεί άγνωστες.!

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η ΟΝΕ και η εξέλιξη της «σε ζώνη του ευρώ», με τους παλαιούς και νέους «πυλώνες» στήριξης, δεν περιορίζεται στενά το ενιαίο νόμισμα (ευρώ) αλλά αγκαλιάζει το σύνολο των οικονομικών, κοινωνικών και άλλων πολιτικών, καθώς και θεμελιώδη ζητήματα εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας. Πρόκειται για ένα υπερεθνικό νεοφιλελεύθερο «σομπρέρο» που μπαίνει όλο και πιο βαθιά στα κεφάλια των λαών και των εργαζόμενων, το οποίο σε κάθε νέο βήμα ευρωπαϊκής ενοποίησης γίνεται πιο ασφυκτικό και επώδυνο. Το αντιδραστικό και αυταρχικό πλαίσιο οικοδόμησης της ΟΝΕ, δεν μπορεί να διασφαλίσει την επίλυση κανενός προβλήματος, ούτε του χρέους, ούτε της ανάπτυξης, ούτε της απασχόλησης, ούτε της ασυδοσίας των αγορών, ενώ αντίθετα γυρίζει στο πεδίο των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων το «ρολόι της ιστορίας» σε καταστάσεις 19ου αιώνα.

3. Τα Μνημόνια παραμορφωτικός καθρέπτης της «κοινοτικής αλληλεγγύης»

Πριν την ένταξη στο «ενιαίο νόμισμα» αλλά και αργότερα, τα κυρίαρχα στερεότυπα που προβάλλονταν από κοινοτικούς επίσημους και κυβερνητικούς εκπροσώπους καθώς από ελεγχόμενα μέσα ενημέρωσης, ήταν ότι η συμμετοχή στην ευρωζώνη συνεπάγεται σύγκλιση οικονομιών με διάθεση επαρκών κοινοτικών κονδυλίων, βαθμιαία εξίσωση κοινωνικών κατακτήσεων, σύγκλιση μισθών, συντάξεων, αναβάθμιση κοινωνικών δικαιωμάτων, κοινοτική συνδρομή και αλληλεγγύη σε έκτακτες καταστάσεις κά. Δυστυχώς όλα τα παραπάνω διαψεύστηκαν οικτρά. Οι ευρωπαϊκοί λαοί κυρίως του ευρωπαϊκού νότου και πρώτα απ' όλα ο ελληνικός, βιώνει μια «κοινωνική αντεπανάσταση» που έχει στόχο να μην αφήσει «λίθον επί λίθου» από το λεγόμενο «κοινωνικό κράτος», ενώ τα δικαιώματα των εργαζόμενων, γίνονται θυσία στο βωμό του κέρδους των τραπεζιτών και του χρηματιστικού κεφαλαίου. Η κρίση θίγει άμεσα ή έμμεσα και μερίδες του εγχώριου κεφαλαίου, κυρίως μικρομεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες λόγω κρίσης κινδυνεύουν με αφανισμό, είτε με τη μορφή χρεοκοπίας, είτε περιθωριοποίησης, είτε εξαγοράς από ξένες επιχειρήσεις.

Ειδικότερα οι «δανειακές συμβάσεις» και τα συνακόλουθα «Μνημόνια» επιβάλλουν καθεστώς «δήμευσης των λαών» υπέρ των πιστωτών, χωρίς ταυτόχρονα να εξασφαλίζουν τη «βιωσιμότητα» (δυνατότητα αποπληρωμής) του χρέους, ούτε διέξοδο των οικονομιών από την κρίση. Χαρακτηριστικό όλες οι χώρες που μπήκαν στο «Μηχανισμό Στήριξης» (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία), είχαν μείωση ΑΕΠ, αύξηση ανεργίας, μείωση μισθών-συντάξεων, «ακαμψία» μείωσης των ελλειμμάτων και δημόσιου χρέους κά. Την ίδια τύχη έχουν και οι χώρες που δεν μπήκαν ακόμα στο «μηχανισμό» (Ισπανία, Ιταλία, Κύπρος) αλλά εφαρμόζουν παρόμοιες πολιτικές. Ωστόσο η εμπειρία της Ελλάδας είναι ιδιαίτερα διδακτική. Τα τελευταία χρόνια (2010-12), το ΑΕΠ μειώθηκε γύρω στο 18%, η ανεργία ανέβηκε στο 25%, η ανεργία των νέων στο 55%, μπήκαν «λουκέτα» σε 500.000 επιχειρήσεις, οι μισθοί και συντάξεις μειώθηκαν τουλάχιστον 35-40%, το 31% του πληθυσμού ζει στο όριο της φτώχειας, καταγράφηκαν πάνω από 3.000 αυτοκτονίες, οι εργασιακές σχέσεις επιστρέφουν στις αρχές του 1900, ενώ οι ΔΕΚΟ και τα καλύτερα «φιλέτα» της δημόσιας περιουσίας ξεπουλιούνται.! Πρόκειται για δραματικό απολογισμό που ούτε σε συνθήκες πολέμου δεν είχαμε στη διάρκεια του αιώνα.

Παρά τις τεράστιες θυσίες του ελληνικού λαού, το πρόβλημα του χρέους παραμένει άλυτο. Το γνωστό PSI επέφερε μικρό «κούρεψε» (μόλις 15 δις), ενώ με τη νέα δανειακή σύμβαση των 130 δις το χρέος αυξήθηκε. Ακόμα κι αν εφαρμοστεί πλήρως το νέο «Μνημόνιο» και έχουμε επίτευξη των στόχων του (πρωτογενή πλεονάσματα από το 2014 και ρυθμοί ανάπτυξης 2-2,5% το χρόνο ως το 2020), σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του ΔΝΤ και της ΕΕ, το χρέος δεν θα είναι στο θεωρητικό όριο βιωσιμότητας 120% του ΑΕΠ, ούτε και στο 124% με το νέο μικρό «κούρεμα» της εξαγοράς των ομολόγων και απομείωσης του κατά 20 δις με πρόσθετο δανεισμό. Από την άλλη οι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί και η δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων, δεν κλείνουν τις τρύπες δημιουργίας του χρέους. Πρώτον γιατί βυθίζουν την οικονομία στην ύφεση, μειώνουν το εθνικό εισόδημα και αυξάνουν την αναλογία χρέους προς ΑΕΠ. Δεύτερον, διότι τα ελλείμματα στο ισοζύγιο πληρωμών «παράγουν» συνεχώς την ανάγκη δανεισμού (κράτους και επιχειρήσεων), ενώ η συρρίκνωση των επενδύσεων (δημόσιων και ιδιωτικών) αποτρέπουν την ανάπτυξη, διαιωνίζοντας το φαύλο κύκλο, ύφεσης, ανεργίας, φτώχειας, ελλειμμάτων, χρέους, κοκ.

Συνοψίζοντας, οι δεσμεύσεις του Μνημονίου δεν αποτελούν βιώσιμο όχημα εξόδου της ελληνικής οικονομίας από την κρίση. Αντίθετα έχει γίνει καθαρό ότι στόχος τους είναι η δήμευση του ελληνικού λαού προς χάριν των πιστωτών και όχι η σωτηρία του. Χωρίς υπερβολή η νέα δανειακή σύμβαση και το συνακόλουθο «Μνημόνιο» λειτουργούν ως νέα «βόμβα νετρονίου» που «σκοτώνει» λαούς και εργαζόμενους, αφήνοντας άθικτα τα συμφέροντα του χρηματιστικού κεφαλαίου. Το έλλειμμα ρεαλιστικότητας των στόχων τους αναγνωρίζουν οι πρωταγωνιστές της σύνταξης του οι οποίοι ταυτόχρονα επιμένουν στην αυστηρή στην εφαρμογή του.! Η βαθύτερη αντίφαση βρίσκεται ανάμεσα στους «σκοπούς» και στις «δυνατότητες» επίτευξης τους.

Από τη μια η ηγετική ελίτ της ευρωζώνης δεν θέλει να προχωρήσει σε ουσιαστική αντιμετώπιση του ελληνικού προβλήματος με τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους και ριζοσπαστικές αλλαγές στο οικοδόμημα της ΟΝΕ, ούτε και επιθυμεί την αποχώρηση της Ελλάδας από την ευρωζώνη προκειμένου να αποφύγει το «ντόμινο» της διάλυσης της. Από την άλλη οι αστικές δυνάμεις στην Ελλάδα έχοντας ως στρατηγική την «πάση θυσία» παραμονή στην ευρωζώνη δέχονται δουλικά κάθε μέτρο που υποδεικνύει η «τρόϊκα», χωρίς ωστόσο να επιλύουν τη βιωσιμότητα του χρέους, ούτε την έξοδο της οικονομίας από την κρίση, αλλά αναπαράγουν το «φαύλο κύκλο» λιτότητας, υπανάπτυξης, υπερχρέωσης, κά, που μοιραία την οδηγεί σε έξοδο από την ευρωζώνη.!

4. Η ευρωζώνη «έκτρωμα» της ιστορικής τάσης δημιουργίας ενιαίας κοινότητας των ευρωπαϊκών λαών

Τα προβλήματα βιωσιμότητας της ευρωζώνης εντείνονται όσο αποτυγχάνουν τα «μέτρα» στήριξης της, δεδομένου ότι δεν επιλύουν τα ενδογενή της προβλήματα. Δεν είναι τυχαίο που όλο και περισσότερο ακούγονται εγκλίσεις από γνωστούς «ευρωπαϊστές» για την επίδειξη ψυχραιμίας και την ανάληψη πρωτοβουλιών σωτηρίας της ευρωζώνης.[15] Στα πλαίσια αυτά εντάσσεται και το άρθρο του πρώην προέδρου της Κομισιόν Ρομάνο Πρόντι στη αμερικάνικη εφημερίδα «Christian Science Monitor»,[16] ο οποίος καλεί τη Γερμανία να παίξει τον ηγετικό της ρόλο προς μια ομοσπονδιακή Ευρώπη. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και ένα «μανιφέστο» τριών γερμανών διανοούμενων (Χάμπερμας-Μποφίνγκερ-Ρίμελιν),[17] οι οποίοι αναγνωρίζοντας ότι η ΟΝΕ δεν είναι πλέον βιώσιμη, προτείνουν την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης με την πολιτική ενοποίηση τουλάχιστον των χωρών της ευρωζώνης και υιοθέτηση Ευρωσυντάγματος με την πραγματοποίηση δημοψηφίσματος σε όλες τις χώρες. Επίσης προτείνουν την προσωρινή αναστολή του δημοσιονομικού συμφώνου, καθώς και την αναδιάρθρωση του χρέους των χωρών της ευρωζώνης που αντιστοιχείς στη συμφωνία Μάαστρχτ, καθώς και την κοινή εγγύηση των κρατικών ομολόγων ώστε να αποφευχθεί το ρίσκο της χρεοκοπίας ενός κράτους. Για να διασφαλισθεί ότι η χορήγηση συλλογικών εγγυήσεων δεν θα αναστείλει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και τη δημοσιονομική εξυγίανση, ενώ θα πρέπει να υπάρχει αυστηρός συλλογικός έλεγχος των εθνικών προϋπολογισμών. Σε συντομία αυτό που στην ουσία προτείνουν είναι η ενίσχυση της διαδικασίας «ομοσπονδιοποίησης» της ευρωζώνης.

Ωστόσο η πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν είναι απλά υπόθεση αφηρημένων οραματισμών και «καλών προθέσεων», αλλά συνδέεται στενά με ένα ευρύτερο πλέγμα διακρατικών και ταξικών σχέσεων και αντίστοιχων συμφερόντων. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση ως πολιτική «συνεργασίας» κυρίαρχων αστικών τάξεων γίνεται με βάση «το κριτήριο της ισχύος». Όσο πιο ισχυρή είναι μια χώρα σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, τόσο πιο βαρύνουσα θέση κατέχει στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η ισχύς των μεγαλύτερων και πλουσίων χωρών εκδηλώνεται στο θεσμικό πεδίο με τις αποφάσεις που λαμβάνονται για το μέλλον της συγκεκριμένης ενοποίησης. Η «μεγάλη πατρίδα» (Γερμανία) επιχειρεί μέσω κυρίως του ενιαίου νομίσματος (ευρώ) να διεμβολίσει τις «μικρές πατρίδες» θέτοντας την οικονομία της ΕΕ υπό γερμανική σκέπη.[18]

Οι αντιθέσεις μεταξύ κυρίαρχων εθνικών ελίτ για το ρόλο της «ηγεμονίας», αλλά και η αποφυγή ανάληψης αντίστοιχων «υποχρεώσεων» (ανακατανομής πόρων μέσω ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, έκδοση «ευρωομόλογου» για στήριξη αδύναμων οικονομιών, κά), φρενάρει την ιδέα της «ομοσπονδιακής ένωσης». Αυτή η αντίφαση επιτείνει τα φαινόμενα «απόκλισης» αντί «σύγκλισης» των οικονομιών, ενίσχυσης των «κεντρόφυγων» αντί των «κεντρομόλων» τάσεων και την «ανισόμετρη οικονομική ανάπτυξη» στα πλαίσια της Ένωσης. Γιαυτό και η ΕΕ, πολύ περισσότερο η ευρωζώνη, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις εξωπραγματικές διακηρύξεις και ουτοπικά οράματα περί «οικονομικής σύγκλισης», «κοινωνικής συνοχής» και «Ευρώπης των λαών», όταν κυρίαρχο ρόλο παίζουν κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που ενεργούν με όρους ισχύος, ανταγωνισμού και ηγεμονίας, αντί ισότιμης συνεργασίας, αλληλεγγύης, κοινωνικής δικαιοσύνης, ουσιαστικής δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας. Κατά συνέπεια η σημερινή διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης αντί για ένωση λαών και εργαζόμενων, προωθεί την ηγεμονία των ισχυρών ελίτ των ευρωπαϊκών πολυεθνικών στις αδύναμες οικονομίες και μετατρέπει με διαφορετικές ταχύτητες τους ευρωπαϊκούς λαούς σε «υποζύγια» τους. Η νέα υπερεθνική δομή της ευρωζώνης καταργεί την εθνική και λαϊκή κυριαρχία, επιβάλει πολιτική λιτότητα για τους λαούς και υποταγή των εθνικών ελίτ των αδύναμων χωρών στις ελίτ των ισχυρών χωρών και κυρίως της Γερμανίας. Η αδύναμες χώρες μετατρέπονται σε πολιτικά προτεκτοράτα με ουσιαστική συρρίκνωση της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας».

Οι αλλεπάλληλες σύνοδοι των ηγετών της ευρωζώνης για αναζήτηση λύσης στη βαθειά κρίση, εκτός από τις αποφάσεις ενίσχυσης της «οικονομικής ενοποίησης», έφεραν στο προσκήνιο και προτάσεις για πιθανές αλλαγές στη Συνθήκη της Ένωσης.[19] Η λεγόμενη «μερική τροποποίηση» των Συνθηκών, αφορά μεγάλη «γκάμα» θεμάτων, που στην ουσία αλλάζουν προς το «αντιδραστικότερο» (πολιτικά και κοινωνικά) την ΕΕ. Ειδικότερα πρόκειται πρώτον, για δημιουργία ενός μηχανισμού αυτόματων κυρώσεων μακράς διάρκειας σε όσες χώρες δεν τηρούν τους περιορισμούς στο έλλειμμα και το χρέος, δεύτερον, δυνατότητα τα «απείθαρχα» κράτη να οδηγούνται στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, τρίτον, δυνατότητα «έξωσης» (ως έσχατης λύση) κρατών από την ευρωζώνη που παραβιάζουν τους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας, τέταρτο, δημιουργία θέσης υπουργού Οικονομικών της ευρωζώνης με αυξημένες αρμοδιότητες ή δημιουργία θέσης «υπερ-επιτρόπου» που θα αναλαμβάνει την εποπτεία των χωρών που παραβιάζουν το Σύμφωνο Σταθερότητας, με δικαίωμα παρέμβασης σε όλες τις οικονομικές και νομικές αποφάσεις τους, πέμπτον, μέτρα ενίσχυσης της διακυβέρνησης με δημιουργία στενότερου πυρήνα θεσμικών οργάνων (πρόεδρου Συμβουλίου Ευρωζώνης, πρόεδρου Eurogroup, πρόεδρου ομάδας εργασίας ευρωζώνης) στα πλαίσια των ήδη υπαρχόντων θεσμικών οργάνων (Συμβούλιο, Κομισσιόν και Ecofin).

Το τελευταίο αναδεικνύει ένα ακόμα μεγάλο πρόβλημα της πολιτικής «νομιμοποίησης» των διαδικασιών της ευρωπαϊκής ενοποίησης, που αφορά το ζήτημα της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας. Δηλαδή εκτός από τις αντιφάσεις «αυτής καθ' αυτής» της «οικονομικής διακυβέρνησης», έχουμε ταυτόχρονα και μεγάλα ελλείμματα δημοκρατίας («πολιτικής διακυβέρνησης»), με την πλήρη περιθωριοποίηση τόσο των εθνικών κοινοβουλίων, όσο και αυτού του Ευρωκοινοβουλίου και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, με τη μετατόπιση όλο και περισσότερο των κέντρων λήψης των αποφάσεων από την Ένωση στην ευρωζώνη και από εκεί στον σκληρό της πυρήνα, το γερμανογαλλικό άξονα, προορίζοντας τις άλλες χώρες και λαούς στο ρόλο του «αρχαίου χορού»…… που σχολιάζει άβουλος και χωρίς θέληση, «τις πράξεις και τα πάθη» των βασικών πρωταγωνιστών του «δράματος» της ευρωζώνης.!

Μια τέτοια ποιότητα ευρωπαϊκής ενοποίησης, σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, δεν μπορεί να εμπνεύσει λαούς και εργαζόμενους της Ευρώπης, να δημιουργήσει δυναμική για οικονομική σύγκλιση και κοινωνική συνοχή, να οικοδομήσει κοινή ευρωπαϊκή συνείδηση και συναδέλφωση των λαών. Η διατήρηση και ενίσχυση της σημερινής αρχιτεκτονικής της ευρωζώνης, ουσιαστικά αντιστρατεύεται την ιστορική τάση για προσέγγιση λαών και χωρών και δεν είναι ούτε φερέγγυα, ούτε και βιώσιμη. Ο ελληνικός λαός, αμήχανος, φοβισμένος αλλά και οργισμένος, βιώνει τα τεκταινόμενα και αναρωτιέται αν υπό αυτές τις συνθήκες υπάρχει εναλλακτική διέξοδος τουλάχιστον λιγότερη επώδυνη από τη σημερινή πορεία. Απαντάμε κατηγορηματικά ΝΑΙ.! Υπάρχει ασύγκριτα καλύτερη διέξοδος, με λιγότερες θυσίες και εξασφάλιση ταυτόχρονα του δικαιώματος «αποφασίζειν» του λαού, ανοίγοντας ελπιδοφόρους δρόμους στη νέα γενιά και στην ελληνική κοινωνία.

5. Αναζήτηση εναλλακτικής στρατηγικής Όραμα, στόχοι και μέσα

Η κρίση της ευρωζώνης έφερε στο προσκήνιο διάφορα σενάρια ριζικών «αλλαγών» στην ευρωζώνη, που καλύπτουν όλο το φάσμα, από μετριοπαθή ως ριζοσπαστικά, με όρους βελτίωσης όσο και όρους υπέρβασης της.[20] Στα πρώτα, είναι κατ' αρχήν το σενάριο της «ομοσπονδοποίησης» με τα ίδια νεοφιλελεύθερα υλικά, το σενάριο «επιστροφής ο καθένας στο σπίτι του» (εθνικά νομίσματα πριν την ένταξη στο ευρώ), το σενάριο διχοτόμησης της ευρωζώνης με «σκληρό» και «μαλακό» ευρώ, το σενάριο διατήρησης του ευρώ στις εξωτερικές συναλλαγές και στις εγχώριες το εθνικό νόμισμα, κά. Στα δεύτερα, είναι τα σενάρια της ύπαρξη του «ενιαίου νομίσματος» ως στοιχείο μιας νέας αρχιτεκτονικής, με ανατροπή του σημερινού οικοδομήματος και επαναθεμελίωση του με όρους λαών και εργαζόμενων. Το σενάριο αυτό έχει δύο εκδοχές. Όλες μαζί οι χώρες ή διάρρηξη ευρωζώνης με αποχώρηση ενός, δύο ή περισσότερων με ανατροπή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και την ανάπτυξη ισότιμων σχέσεων μεταξύ τους και με τις άλλες χώρες του κόσμου. Πρόκειται για ένα ζήτημα πολιτικά ανοικτό. Χωρίς αμφιβολία το «ιστορικό αναγκαίο» της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν είναι η σημερινή ευρωζώνη, αλλά μια «Ένωση» που θα εξασφαλίζει μια ανώτερη δημοκρατία, κοινωνική δικαιοσύνη, βιώσιμη ανάπτυξη, διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των εργαζόμενων, αμοιβαία επωφελή συνεργασία μεταξύ χωρών και λαών, παράγοντας ειρήνης στην ευρωπαϊκή ήπειρο και σε όλο τον κόσμο.

Κατά συνέπεια οι απόψεις που μιλούν για παραμονή «πάση θυσία» στην ευρωζώνη, δεν σηματοδοτούν φερέγγυα απάντηση στα πλαίσια της σημερινή κρίσης. Αντίθετα με αφετηρία την ανατροπή του Μνημονίου και τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, ανοίγονται ελπιδοφόρες προοπτικές που διευκολύνουν την προοδευτική έξοδο από την κρίση, με ανάκτηση ελέγχου βασικών μοχλών οικονομικής πολιτικής (συναλλαγματικής, νομισματικής, πιστωτικής, δημοσιονομικής, αναπτυξιακής), την εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση των τραπεζών, έλεγχο της κίνησης κεφαλαίων, επεξεργασία ανορθωτικού προγράμματος για αύξηση της απασχόλησης και δικαιότερη κατανομή εισοδήματος. Ριζική εξυγίανση δημόσιων οικονομικών με αύξηση εσόδων και δικαιότερος επιμερισμός των φορολογικών βαρών. Πολιτική δαπανών με αναπτυξιακά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια. Στήριξη αγοραστικής δύναμης μισθών και συντάξεων, ενίσχυση κοινωνικών δαπανών, ειδικά προγράμματα στήριξης οικογενειακής γεωργίας και μικρο-μεσαίων επιχειρήσεων. Δημιουργία θεσμών λαϊκού ελέγχου και συμμετοχής των εργαζόμενων στα βασικά κέντρα των λήψης αποφάσεων, κά.

Οι παραπάνω άξονες αμφισβητούν τον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και είναι αφετηρία προωθημένων μετασχηματισμών με ορίζοντα μια ανώτερη κοινωνία. Οι εφαρμογή τους δεν αποτελεί «περίπατος», ενέχει δυσκολίες και «πιέσεις», δίνουν ωστόσο ελπιδοφόρα προοπτική, για ανάκαμψη σε 1-1,5 χρόνια, έναντι του δρόμου της διαχρονικής λιτότητας, της παραγωγικής παρακμής, της υψηλής ανεργίας, της φτωχοποίησης του λαού και απώλεια της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας. Δεν έχουν αποκλειστικά εθνοκεντρικό προσανατολισμό, αλλά στο σύνολο τους μπορούν να εφαρμοστούν σε υπερεθνικό επίπεδο, στα πλαίσια μιας αληθινά δημοκρατικής ένωσης χωρών και λαών ομοσπονδιακού χαρακτήρα τόσο σε πολιτικό όσο και οικονομικό επίπεδο. Οι συγκεκριμένοι άξονες εναλλακτικής πρότασης αποτελούν την «κόκκινη γραμμή» για μια ελπιδοφόρα προοπτική της ελληνικής κοινωνίας και δεν μπορούν να τεθούν υπό την «αίρεση» της παραμονής ή μη στο πλαίσιο της ευρωζώνης. Στο βαθμό που το συγκεκριμένο πλαίσιο θέτει (και όπως είναι σήμερα θέτει) ουσιαστικά εμπόδια σε αυτήν την προοπτική, η υπέρβαση του αποτελεί αδήριτη ανάγκη.

Παραπομπές

[1]. Κάθε χώρα που επιθυμούσε την ένταξη στο ενιαίο νόμισμα, έπρεπε να πληροί τα λεγόμενα «κριτήρια σύγκλισης» της Συνθήκης του Μάαστριχτ τα οποία αφορούσαν: Πρώτον, οι «ισοτιμίες του νομίσματος» κάθε χώρας έπρεπε να παραμείνουν μέσα στη ζώνη που ορίζει ο Μηχανισμός Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ) για δύο τουλάχιστον χρόνια. Δεύτερον, τα «μακροπρόθεσμα επιτόκια» δεν μπορούσαν να ξεπερνούν περισσότερο από δύο ποσοστιαίες μονάδες τα επιτόκια των τριών πιο αποδοτικών κρατών μελών. Τρίτον, ο «πληθωρισμός» έπρεπε να είναι κάτω από μια τιμή αναφοράς (μέσα σε 3 χρόνια οι τιμές δεν έπρεπε να ήταν περισσότερο από 1,5% των αντίστοιχων του πιο αποδοτικού κράτους μέλους). Τέταρτον, το «δημόσιο χρέος» έπρεπε να είναι μικρότερο από το 60% του ΑΕΠ ή να βαίνει προς αυτόν το στόχο (δηλαδή αν ήταν μεγαλύτερο έπρεπε να έχει πτωτική τάση και να τείνει προς αυτό). Και πέμπτον, «τα ελλείμματα» του κρατικού προϋπολογισμού της υπό ένταξη χώρας, να είναι μικρότερα από 3% του ΑΕΠ.

[2]. Από αρχές Ιανουαρίου 1999, έντεκα χώρες υιοθέτησαν το ευρώ (Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Κάτω Χώρες (Ολλανδία), Λουξεμβούργο, Πορτογαλία και Φινλανδία). Η Ελλάδα εισήλθε στις αρχές 2001, ενώ η Κύπρος και Μάλτα το 2004, η Σλοβενία το 2007, η Σλοβακία το 2009 και η Εσθονία το 2010 (;).

[3]. Από πολλούς αναλυτές των ευρωπαϊκών εξελίξεων και κοινοτικούς παράγοντες έχει εκφραστεί η άποψη ότι η Ελλάδα και άλλες χώρες δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις ένταξης στο «ενιαίο νόμισμα». (Αναλυτικότερα βλ. Johan Van Overtveldt, "The end of the Euro, The Uneasy Future of the European Union", Chicago 2011, p.205)

[4]. Αναλυτικότερα βλ. Τρύφωνας Κωστόπουλος, «Τοπική Κοινωνία και Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση», εκδ. «Παπαζήσης», Αθήνα, 2010, σελ. 273-290

[5]. Σύμφωνα με στοιχεία της «Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών» (BIS), ενώ το 2010 το παγκόσμιο ΑΕΠ ήταν 62 τρις δολ., η αξία των παντός είδους «χρηματοπιστωτικών» παραγώγων» ανήλθε σε 1.062 τρις δολάρια, δηλαδή 16 φορές μεγαλύτερη αποκαλύπτοντας το μέγεθος της διόρθωσης που έπρεπε να γίνει μέσω της κρίσης.

[6]. Ο Γιούρκεν Χάμπερμας σε πρόσφατο βιβλίο του «Για ένα Σύνταγμα της Ευρώπης», μιλάει για «κατασκευαστικό λάθος» της ευρωζώνης, τονίζοντας ότι κινδυνεύει να καταρρεύσει διότι τα θεμέλια της αποδείχτηκαν σαθρά. «Καθημερινή», 16.9.12

[7]. Η Γερμανία προκειμένου να μειώσει την ανταγωνιστικότητα του χαμηλού εργατικού κόστους των «περιφερειακών» οικονομιών, με την είσοδο στην ευρωζώνη εφάρμοσε πολιτική «παγώματος» μισθών. Έτσι παρά τα «πλεονάσματα» της Γερμανίας, οι γερμανοί εργαζόμενοι δεν είχαν κανένα όφελος.

[8]. Τα αυξανόμενα εμπορικά ελλείμματα «περιφερειακών» οικονομιών (Ισπανίας, Πορτογαλίας, Ελλάδας, κά), έγιναν βασική αιτία υπερβολικής αύξησης του δανεισμού, (δημόσιου και ιδιωτικού) την τελευταία δεκαετία. Σύμφωνα με έκθεση του «Research on Money and Finance» (παρουσιάστηκε στην Ελλάδα 15.9.10 από τον καθηγητή Κ.Λαπαβίτσα, κά), το συνολικό χρέος της Ισπανίας (δημόσιο και ιδιωτικό) ανήλθε το 2009 σε 5.315 δις € (ή 506% του ΑΕΠ), της Πορτογαλίας 783 δις € (ή 479% του ΑΕΠ) και της Ελλάδας 703 δις € (ή 296% του ΑΕΠ).

[9]. Σχετικά με τη θεσμική αρχιτεκτονική της ευρωζώνης βλ. Γ.Αργείτης, «Χρεοκοπία και οικονομική κρίση», εκδ. «Αλεξάνδρεια», Αθήνα, 2012, σελ.79-85

[10]. Για την «ανακύκλωση των πλεονασμάτων» βλ. Γ.Βαρουφάκης, «Παγκόσμιος Μινώταυρος. Οι πραγματικές αιτίες της κρίσης», εκδ. «Λιβάνη», Αθήνα 2011, σελ. 220-223 και 396-402.

[11]. «Εφημερίδα των Συντακτών», 15.11.12

[12]. Το συμβούλιο οικονομικών υπουργών της EE (Ecofin) αποφάσισε (13.12.12) μετά από συμβιβασμό Γερμανίας και Γαλλίας, τη σύσταση ενιαίου μηχανισμού εποπτείας των ευρωπαϊκών τραπεζών υπό την εποπτεία της ΕΚΤ, από 1ης Μαρτίου 2014. Η άμεση εποπτεία θα αφορά 200 μεγάλες τράπεζες (με ενεργητικό πάνω από 30 δις €), ενώ στις υπόλοιπες την εποπτεία θα έχουν οι εθνικές αρχές με δικαίωμα παρέμβασης από την ΕΚΤ όταν το κρίνει αναγκαίο. «Ναυτεμπορική», 14.12.12

[13]. Το σύνολο των κονδυλίων στήριξης του EMS/EFSF δεν ξεπερνά τα 700 δις € τα οποία μπορεί να επαρκούν για στήριξη μικρών οικονομιών όχι όμως μεγάλων, όπως η Ιταλία και Ισπανία που το χρέος τους ανέρχεται περίπου σε 2 τρις και 900 δις € αντίστοιχα.

[14]. Για αναλυτικότερη παρουσίαση, βλέπε δύο κείμενα. Το πρώτο, αφορά τη «Δήλωση των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ» (Statement by the Euro Area Heads of States or Government», «European Council», Brussels, 9 December 2011) και το δεύτερο, τα «Συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής» (Conclusions of European Summit, EUCO 139/11, Brussels, 9 December 2011).

[15]. Ο πρώην καγκελάριος της Γερμανίας Χέλμουτ Σμιθ, μιλώντας στο γερμανικό κανάλι ARD, απέδωσε τις αιτίες της κρίσης της ευρωζώνης στην πολιτική της γερμανικής κυβέρνησης και ζήτησε «μερική αμοιβαιοποίηση του ευρωπαϊκού χρέους», κά. («Τα Νέα», 9.8.12)

[16]. Αναδημοσίευση «Αυγή», 14.8.12

[17]. Ολόκληρο το κείμενο του «Μανιφέστου» δημοσιεύεται στο site της «Αυγής». www.avgi.gr, 19.8.132

[18]. Αναλυτικότερα βλ. Τρύφωνας Κωστόπουλος, «Τοπική Κοινωνία και Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση», εκδ. «Παπαζήσης», Αθήνα, 2010, σελ σελ.23.

[19]. «Ελευθεροτυπία», 29-30/10/11

[20]. Αναλυτικότερα βλ. Γ.Τόλιος, «Κρίση, απεχθές χρέος και αθέτηση πληρωμών. PSI, νέο Μνημόνιο και εναλλακτική στρατηγική», εκδ. «Τόπος», Αθήνα 2012, κεφ. 7 (ηλεκτρονική έκδοση. Για προμήθεια στα ελληνικά: http://www.readpoint.com/book.aspx?id=521494, και στα αγγλικά: http://www.readpoint.com/book.aspx?id=523687)

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύθηκε στο ειδικό ένθετο του «ΕΠΕΝΔΥΤΗ» (18.1.2013) με γενικό τίτλο: «ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ ΤΗΣ ΜΕΡΚΕΛ». Το είδα:  Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013, http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=10718:metallaxi-euro-oplo-epivolis&catid=71:dr-kinitopoiisis&Itemid=278

Εκκλησία και Αριστερά ΙΙ

Εκκλησία και Αριστερά

 

Του Χρυσόστομου Α. Σταμούλη

 

Οι  σχέσεις της Εκκλησίας με την Αριστερά στην Ελλάδα έρχονται από μια σκοτεινή μήτρα. Στηρίζονται σε αδιάψευστες ιστορικές πράξεις, σε ανομίες και αστοχίες, που έχουν χαράξει ανεπανόρθωτα το κοινό σώμα, αλλά και σε ένα πλήθος προκαταλήψεων και παρεξηγήσεων – αποτέλεσμα  απουσίας διάθεσης ανοικτού διαλόγου -, που μεγιστοποιεί το χάσμα που επέβαλε η αγριότητα της Ιστορίας.

Κάποιες ενδιαφέρουσες και σημαντικές προσπάθειες του νεότερου παρελθόντος κινήθηκαν καθαρά σε θεωρητικό επίπεδο και άφησαν τους λογαριασμούς με την εναρκτήρια διάθεση  ανοικτούς. Μαζί, όμως, και μια παρακαταθήκη για συνέχεια.

Το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, στο πλαίσιο μιας ανειλημμένης ευθύνης απομάκρυνσης από οποιαδήποτε στανική και ως εκ τούτου «ειδωλολατρική» εσωστρέφεια, αποφάσισε, σε συνέχεια άλλων δραστηριοτήτων του, ομόφωνα, τη διοργάνωση επιστημονικού Συνεδρίου με γενικό τίτλο Εκκλησία και Αριστερά. Πράξη που αποδεικνύει τη διαλογική φύση του Πανεπιστημίου γενικότερα, αλλά και της θεολογίας ειδικότερα. Μια πράξη παρεμβατική, η οποία στηρίζεται στην βαθιά πεποίθηση, πως από τον διάλογο κανείς δεν κινδυνεύει. Τουναντίον, η αδυναμία διαλόγου, η άρνηση της συνάντησης, είναι εκείνη η διαβρωτική πραγματικότητα, που ισχυροποιεί τη δαιμονοποίηση και ανακηρύσσει τον δογματισμό σε κυρίαρχο παράγοντα της ενορχηστρωμένης καθημερινότητας. Στον αντίποδα, η γνώση που προκύπτει από την άμεση συνάντηση με τα πρόσωπα και τα πράγματα αποτελεί τον οντολογικό πυρήνα που επιτρέπει την ανοικοδόμηση κοινού οίκου. Επιτρέπει, με άλλα λόγια, την αξιοποίηση των διαφορετικών υλικών, προκειμένου να πραγματωθεί μια φυσιολογία ελεύθερη, λειτουργική και ρεαλιστική. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο απέναντι, ο ξένος, ο διαφορετικός, ο οποιοσδήποτε άλλος, δεν αποτελεί απειλή, αλλά τόπο συνάντησης, τόπο διάνοιξης του κλειστού εαυτού στον πληθυντικό αριθμό. Μια πραγματικότητα, που επιτρέπει τη διάλυση της  ιδιώτευσης, αλλά και της μοναξιάς των τσαλακωμένων του κόσμου, με το χτίσιμο του μυστηρίου της αξιοπρέπειας και της κοινωνίας.

Βέβαια, μια τέτοια προσπάθεια δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θεωρεί δεδομένη τη φωνή της πανεπιστημιακής θεολογίας, η οποία κρατά το αυτονόητο δικαίωμα και την ευθύνη της κριτικής διάθεσης με την οποία αντιμετωπίζει τα δεδομένα του διαλόγου. Η πρόσκληση του Τμήματος Θεολογίας προς τη θεσμική Εκκλησία, δηλαδή την Ιεραρχία, αλλά και τη θεσμική, δηλαδή την κοινοβουλευτική, Αριστερά, δεν έχει ουδεμία σχέση με «λήψεις του ζητούμενου». Πολύ περισσότερο, δεν προδικάζει προαποφασισμένες συγκλίσεις ή αποκλίσεις. Σε καμία περίπτωση δεν υπάρχουν προσυμφωνημένα υπονοούμενα. Μοναδικό  προσύμφωνο η διάθεση ουσιαστικής γνωριμίας και η ψηλάφηση συγκεκριμένων πρακτικών θεμάτων, όπως η Βασιλεία του Θεού και η λαϊκή εξουσία, τα θρησκευτικά σύμβολα και η θρησκευτικότητα στο δημόσιο χώρο, η εκκλησιαστική περιουσία και η μισθοδοσία του κλήρου, τα κοινωνικά προβλήματα και το μεταναστευτικό ζήτημα, τα οποία κομματιάζουν την ενότητα του τρόπου μας. Δοκιμή, με άλλα λόγια, αντοχής των υλικών, που συνιστούν το νεότερο ελληνικό πολιτισμό. Και είναι σαφές πως η Ορθοδοξία «δεν είναι απλώς κάποιες χρηστομάθειες ή μια απλή θρησκευτική πίστη, ιδιωτικής υπόθεσης» (Ν. Ματσούκας), αλλά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι αυτού του πολιτισμού, συνεπώς της κοινωνικής πράξης – χωρίς βέβαια να εξαντλείται σε αυτόν, καθώς ο χαρακτήρας της ήταν και παραμένει, σε πείσμα πολλών, οικουμενικός.

Η συζήτηση, στον δημόσιο χώρο, πραγματικοτήτων με δημόσιο χαρακτήρα, καθώς εντός αυτού αναπτύσσονται, με αυτόν διαλέγονται, από αυτόν επηρεάζονται και αυτόν συνδιαμορφώνουν, δεν αποτελεί πολυτέλεια, πολύ περισσότερο δεν αποτελεί ύποπτη υπερβολή, απερισκεψία, αλλά βαθιά αναγκαιότητα η οποία κυρίως και πάνω από όλα συνδέεται με την ιστορική στιγμή. Τόσο η Εκκλησία, όσο και η Αριστερά, αποτελούν  σημεία αναφοράς μεγάλων τμημάτων του ελληνικού λαού, από τα οποία απαιτείται τολμηρή και ξεκάθαρη κατάθεση θέσεων. Βέβαια, μια τέτοια προσπάθεια προϋποθέτει κατάφαση στην αλλαγή ενός κόσμου που αλλάζει και μας αλλάζει, τη στιγμή που όσο εμείς αλλάζουμε τον αλλάζουμε. Ένα πέρασμα, δηλαδή, από την ανεύθυνη παρακολούθηση-ενοχοποίηση της ζωής των άλλων, στην έμπονη ζωή με τον άλλο, ζωή για τον άλλο, ζωή στον άλλο. Μια αναχώρηση από την εργαλειακή-συστημική κατανόηση του ανθρώπου και μια αυτοπαράδοση στο θαύμα του κοινού, όχι κατ' ανάγκην ταυτόσημου, βηματισμού.

Σκοπός του Συνεδρίου δεν είναι να πείσει η Εκκλησία την Αριστερά για τη θεότητα του Χριστού. Ούτε, βέβαια, η Αριστερά την Εκκλησία για το αντίθετο. Μπορεί, όμως, αυτή η συνάντηση να αξιοποιήσει τις συνέπειες ενός πολιτισμού της σάρκωσης, ο οποίος συγκροτείται στη βάση της κένωσης του  εαυτού και στην πρόσληψη του εντελώς διαφορετικού. Στο άδειασμα, δηλαδή, των ιστορικών ατομικών ή συλλογικών βεβαιοτήτων, προκειμένου να μείνει χώρος για τη συνάντηση με το ελάχιστο. Και είναι σαφές, πως τούτο το Συνέδριο δεν  αναζητά το ανέφικτο, αλλά το εφικτό. Εξάπαντος δεν θέλει να σώσει τον κόσμο και πολύ περισσότερο δεν θέλει, καταπώς γράφει ο Τάσος Λειβαδίτης, να τον σώσει την  ερχόμενη Τρίτη. Θέλει, απλά και μόνο, να δώσει μια ευκαιρία στην έκπληξη. Σαν εκείνη που ένιωσαν εκπρόσωποι της Αριστεράς, όταν σε ερώτησή τους για τη διάθεση της θεολογίας να υποστηρίξει την ανέγερση τζαμιού στον τόπο μας, τους είπαμε ότι στη Θεολογική Σχολή, εδώ και τριάντα περίπου χρόνια, λειτουργεί χώρος προσευχής των μουσουλμάνων. Έτσι, ίσως να έχουμε μια δυνατότητα να δούμε αυτό που  «χρόνια πολεμάει μέσα στη σκοτεινή μήτρα» των ανομιών της Ιστορίας, «να ξετυλιχθεί και να καρπίση» (Ν. Καζαντζάκης).

 

* Ο Χρυσόστομος Α. Σταμούλης διδάσκει στο Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, του οποίου είναι και πρόεδρος. [Σημ. από τΜτΒ: http://users.auth.gr/stamchr/

Το συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά», που οργανώνει το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, σε συνεργασία με την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, πραγματοποιείται τη Τρίτη 22 και την Τετάρτη 23 Ιανουαρίου (ώρες 10.00-22.00), στην αίθουσα τελετών της Παλιάς Φιλοσοφικής. Αναλυτικά το πρόγραμμα στο goo.gl/cgezZ

ΠΗΓΗ: ΑΥΓΗ/ΕΝΘΕΜΑΤΑ, 20 Ιανουαρίου 2013, https://enthemata.wordpress.com/2013/01/20/ekklisia/ 

Εκκλησία & Αριστερά: Aνάμεσα στον ακαδημαϊσμό & το δεσποτισμό I

Εκκλησία και Αριστερά ανάμεσα στον ακαδημαϊσμό και το δεσποτισμό: Προσέγγιση 1η

 

Από το Μανιτάρι του Βουνού

 


Όταν ό άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής επιμένει στη σύζευξη θεωρίας και πράξης, πράξης και θεωρίας δεν ενδιαφερόταν μόνο για την εξέλιξη της προσωπικής αγιοσύνης. Το ίδιο και ο κοινός ευαγγελικός, πατερικός, οσιακός λόγος. Μα και η λαϊκή ορθόδοξη εκκλησιαστική συνείδηση.

Από την κάπως, κάποτε θεωρούμενη «αντίπερα» όχθη της αριστεράς (του μαρξιστικού κομμουνισμού ή και του αναρχισμού) τα ίδια διδάγματα. Πράξη με όσο γίνεται καλή θεωρητική ματιά και όχι θεωρίες του σαλονιού, του αστακού και των χρυσών…

Ταυτόχρονα σε ένα επιστημονικό συνέδριο είναι δυνατόν να απουσιάζουν τα πρόσωπα της διπλής πράξης, δηλ. Όσα βιώνουν την προσπάθεια της εκκλησιαστικής συνείδησης και ζωής και ταυτόχρονα την «αριστερή» προσωπική και συλλογική δράση; Και ανάποδα: Είναι δυνατόν να υπάρχει ολική εκκλησιαστική προσέγγιση μόνο με θεολόγους ακαδημαϊκούς και επισκόπους, όπου το σύνηθες – παρά κάποιες εξαιρέσεις – επικρατεί ο βυζαντινός και οθωμανικός δεσποτισμός; Γι' αυτό ανησυχούμε σφόδρα…

Πριν τη δεκαετία του 1980 συναντήθηκαν στη διάρκεια της χούντας (όταν κάποιοι δήθεν μόνο διάβαζαν…) και κατόπιν βρέθηκαν στους κοινούς δρόμους για το στήσιμο μιας βιώσιμης κατά το μάλλον ή ήττον δημοκρατίας, συζήτησαν ατέρμονα στα αμφιθέατρα του μεταχουντικού πανεπιστήμιου σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα και Γιάννενα, δοκίμασαν διστακτικές συνεργασίες (Συμμαχία Αριστερών και Προοδευτικών Δυνάμεων, Συνεργασία ΧΣΚ με Φοιτητικές Συσπειρώσεις). Μια ιστορία που ξεκίνησε από τα Κάτω και στο καμίνι της πράξης. Όταν πήρε μια διεύρυνση υπήρξαν ορισμένα πρόσωπα που προσπάθησαν να ποδηγετήσουν, εκμεταλλευτούν, εμπορευματοποιήσουν και θεωρητικοποιήσουν μέσα και μετά τον «Χριστιανομαρξιστικό Διάλογο».

Ας θυμηθούμε ορισμένα πρόσωπα για να δούμε ποιοί και μέχρι που πήγαν αυτή την υπόθεση από τα πάνω και με θεωρίες: Κωστής Μοσκώφ, Κώστας Ζουράρις, Χρήστος Γιανναράς, Διονύσης Σαββόπουλος, κ.λ.π. από τα πιο γνωστά ονόματα. Αν εξαιρέσουμε τον πρώτο που έδειξε μια αξιοπρεπή στάση, οι άλλοι που; Θυμάστε επίσης κάποιον επίσκοπο; Θυμάστε κάποιον ακαδημαϊκό της θεολογίας; Θυμάστε κάποιους να συνέχισαν να δρουν αγωνιστικά μέσα από τους πολυποίκιλους δρόμους της αριστεράς; Απ' αυτούς κανένας!!!

Υπήρξαν όμως λιγότερο ή περισσότερο γνωστά ονόματα που έχουν σημαδέψει μέσα από την πράξη κυρίως, αλλά και από τη θεωρητική επεξεργασία αυτό το δρόμο 25 με 30 χρόνια τώρα. Στα συνδικάτα γνωρίζω αρκετούς, Στην τοπική αυτοδιοίκηση επίσης. Παπάδες με τοπική δράση σε κοινωνικά ή περιβαλλοντικά προβλήματα. Κάποιοι έδρασαν και δρούν και στην κεντρική πολιτική κονίστρα αφήνοντας διαφορετικά, αλλά ενδιαφέρονται σημάδια, χωρίς να μετατρέψουν τη δράση τους σε σκαλοπάτι για καριέρα ή πλουτισμό. Δεν θέλω να αναφέρω σ' αυτή τη φάση ονόματα.

Γύρισε όμως ο τροχός της ιστορίας, μετατράπηκε από τους διεφθαρμένους του κεφαλαίου, της πολιτικής, της δημοσιογραφίας, του ακαδημαϊσμού, του καριερισμού και της θρησκείας η χώρα μας σε «Αποικία χρέους», μπήκαν οι εμπράγματες Υποθήκες σε ό,τι κρατικό, δημόσιο και ιδιωτικό και ο λαός και η νεολαία στενάζει στη φτωχοποίηση, την ανεργία, την απελπισία και την οργή. Και το σύστημα δείχνει «βελάκι αριστερά».

Η αριστερά της καριέρας και του σαλονιού είναι μέρος της άθλιας εξουσίας. Και ο ΣΥΡΙΖΑ ζυγίζεται στη γκρίζα ζώνης συστήματος και λαού, Γερμανικής Ευρώπης και Χώρας… Την ώρα αυτή δυνάμεις που βρίσκονται μακριά από τα κινήματα του λαού προσπαθούν να  στήσουν το 2ο ημίχρονο ενός «Διαλόγου» στη Θεσσαλονίκη αυτή τη φορά, μετά από 30 χρόνια καθόλου από τα κάτω και μακριά από τους ανθρώπους της τριαντάχρονης πράξης. Η εσχάτη πλάνη πιθανά θα είναι χειρότερη της πρώτης. Η πρώτη απέτυχε γιατί έμεινε στις συζητήσεις. Κάποιοι την πήραν για προσωπική ανέλιξη. Κάποιοι άλλοι αντίθετα έπαιξαν στους χώρους εργασίας ή τοπικών κοινωνιών αργά και σταθερά έχοντας στο σακούλι τους τόνους εμπειριών. Επιτυχίες και αποτυχίες.

Μια μεγάλη χούφτα ΤΩΡΑ ακαδημαϊκών, εκκλησιαστικών και ολίγων επιλεγμένων πολτικών ή συνδικαλιστών μιας συγκεκριμένης τάσης της αριστεράς*, με χαιρετισμούς των ηγεσιών των τριών κοινοβουλευτικών κομμάτων της αριστεράς, στήνουν το νέο διάλογο χωρίς καν να απευθυνθούν, ούτε για δείγμα, στους ανθρώπους της πράξης που πάλεψαν ως μέλη της εκκλησίας, αριστερά και από τα κάτω… Και  κατανοούμε αρκετοί γιατί αγνοήθηκαν.

Το λάθος δεν είναι το τώρα, ούτε το γιατί μόνο. Είναι ότι μυρίζει «καμαρίλα», «συμφέροντα», «εξουσία», «συμμαχίες» και «άγνοια». Πολύ θα ήθελα αυτές οι σκέψεις να είναι πλήρως λανθασμένες, να αποτελούν μια προσωπική μου πικρία και το μόνο στοιχείο να είναι μια «αθέλητη άγνοια» όσων στήνουν το πανηγύρι της Θεσσαλονίκης.

Ο λογισμός μου όμως διαισθάνεται ολική ή μερική αποτυχία. Και δεν θα το ήθελα. Και δεν συμφέρει.. Οι της γνωστής «δεξιάς» με τα γνωστά «ελληνοχριστιανικά» ιδεώδη καραδοκούν… Για να έχει πιθανότητες επιτυχίας όφειλε να ήταν μια υπόθεση από την αριστερά των αγώνων και την εκκλησία όλων, λαού και κλήρου… Τελικά και αυτή φαίνεται ότι μπορεί να γίνει μόνο από τα κάτω και … αριστερά…

 

* ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

 

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

 

10:00-12:00 Χαιρετισµοί:

Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυµος

Εκπρόσωποι πολιτικών και κρατικών οργανισµών

Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ.κ. Άνθιµος

Εκπρόσωποι άλλων Ορθοδόξων διοικήσεων της Ελλάδας

Περιφεριάρχης Κεντρικής Μακεδονίας κ. Απόστολος Τζιτζικώστας

Πρυτανικές Αρχές Α.Π.Θ.

Πρόεδρος του Τµήµατος Θεολογίας Α.Π.Θ. κ. Χρυσόστοµος Σταµούλης

12:00-12:20 Διάλειµµα/Καφές-Τσάι

ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ: Η «Βασιλεία του Θεού» και η Λαϊκή Εξουσία. Ιστορικές επισηµάνσεις από τις παράλληλες πορείες Εκκλησίας και Αριστεράς στον 20ό και τον 21ο αιώνα.

Συντονισµός: Μαρία Αντωνιάδου (Δηµοσιογράφος, Γ. Γραµµατέας Ε.Σ.Η.Ε.Α.)

12:20-12:40 Μιλτιάδης Κωνσταντίνου (Καθηγητής Α.Π.Θ.) & Ευστάθιος Χ. Λιανός Λιάντης (υ.δρ. Α.Π.Θ)

12:40-13:00 Παναγιώτης Αρ. Υφαντής (Επ. Καθηγητής Α.Π.Θ.)

13:00-13:20 Χρήστος Λάσκος (Δρ. Φιλοσοφίας – Μέλος Π.Γ. του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.)

13:20-13:50 Συζήτηση

14:00-16:30 Γεύµα

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ: Θρησκευτικά Σύµβολα και Θρησκευτικότητα στον δηµόσιο χώρο

Συντονισµός: Παντελής Σαββίδης (Δηµοσιογράφος)

17:00-17:20 Νίκη Παπαγεωργίου (Αν. Καθηγήτρια Α.Π.Θ.)

17:20-17:40 Μητροπολίτης Δηµητριάδος κ.κ. Ιγνάτιος

17:40-18:00 Γιάννης Παπαθεοδώρου (Επ. Καθηγητής Πανεπιστηµίου Ιωαννίνων)

18:00-18:20 Ιφιγένεια Καµτσίδου (Επ. Καθηγήτρια Α.Π.Θ.)

18:20-18:50 Συζήτηση

18:50-19:10 Διάλειµµα/Καφές-Τσάι

ΤΡΙΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ: Θέµατα εκκλησιαστικής περιουσίας και µισθοδοσίας του κλήρου
Συντονισµός: Στέλιος Κούλογλου (Δηµοσιογράφος)

19:10-19:30 Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ.κ. Χρυσόστοµος (Καθηγητής Ε.Κ.Π.Α.)

19:30-19:50 Τάσος Κουράκης (Αν. Καθηγητής Α.Π.Θ. – Βουλευτής ΣΥ.ΡΙΖ.Α.)

19:50-20:10 π. Βασίλειος Καλλιακµάνης (Καθηγητής Α.Π.Θ.)

20:10-20:30 Κώστας Παπαγεωργίου (Λέκτορας Α.Π.Θ.)

20:30-21:00 Συζήτηση

21:15 Δείπνο

 

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

 

ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ: Εκκλησία και Αριστερά εν µέσω κρίσης: Δράσεις έναντι των κοινωνικών προβληµάτων

Συντονισµός: Κλέαρχος Τσαουσίδης (Δηµοσιογράφος)

10:00-10:20 Κώστας Σταµάτης (Καθηγητής Α.Π.Θ.)

10:20-10:40 Μητροπολίτης Νεαπόλεως κ.κ. Βαρνάβας

10:40-11:00 Χρήστος Τσιρώνης (Λέκτορας Α.Π.Θ.)

11:00-11:30 Συζήτηση

11:30-12:00 Διάλειµµα/Καφές-Τσάι

ΠΕΜΠΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ: Εκκλησία και Αριστερά έναντι του µεταναστευτικού ζητήµατος

Συντονισµός: Νίκος Παπαχρήστου (Δηµοσιογράφος)

12:00-12:20 Παύλος Χαραµής (Πρόεδρος ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ.)

12:20-12:40 Μητροπολίτης Σιατίστης κ.κ. Παύλος

12:40-13:00 Στυλιανός Τσοµπανίδης (Επ. Καθηγητής Α.Π.Θ.)

13:00-13:30 Συζήτηση

13:45-16:30 Γεύµα

ΕΚΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ: Ο σύγχρονος λόγος της Εκκλησίας και της Αριστεράς. Από τη συγκρουσιακή στη συνεργατική ρητορική

Συντονισµός: Βασίλης Κεχαγιάς (Δηµοσιογράφος)

17:00-17:20 Μητροπολίτης Γόρτυνος κ.κ. Ιερεµίας (Καθηγητής Ε.Κ.Π.Α.)

17:20-17:40 Νικόλας Σεβαστάκης (Αν. Καθηγητής Α.Π.Θ.)

17:40-18:00 Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου κ.κ. Ανδρέας (Καθηγητής Α.Π.Θ.)

18:00-18:20 Ανδρέας Καρίτζης (Δρ. Φιλοσοφίας – Μέλος Κ.Ε. του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.)

18:20-18:50 Συζήτηση

18:50-19:10 Διάλειµµα/Καφές-Τσάι

ΕΒΔΟΜΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ: Η Θρησκευτική Εκπαίδευση στο σύγχρονο ελληνικό σχολείο
Συντονισµός: Σταύρος Τζίµας (Δηµοσιογράφος)

19:10-19:30 Κωστής Παπαϊωάννου (Πρόεδρος Ε.Ε.Δ.Α.)

19:30-19:50 Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως κ.κ. Άνθιµος
19:50-20:10 Τριαντάφυλλος Μηταφίδης (Εκπαιδευτικός – Επικεφ. της δηµ. Παρ. "Θεσ/νίκη Ανοιχτή Πόλη")

20:10-20:30 Νικόλαος Μαγγιώρος (Επ. Καθηγητής Α.Π.Θ.)

20:30-21:00 Συζήτηση

21:15 Δείπνο

ΠΗΓΗ: Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013, http://e-theologia.blogspot.gr/2013/01/blog-post_11.html?spref=fb

Πρώτη δημοσίευση: Posted on Ιανουαρίου 16, 2013 by manitaritoubounou,

Οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;»: Με αφορμή ένα περιστατικό…

Με αφορμή ένα περιστατικό . . . «Ο  δ  ννέα πο;»*

 

Του Αθανάσιου Μουστάκη**


Αφορμή μας έδωσε η συζήτηση για την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας στους οικονομικούς μετανάστες. Παραμένει όμως πάντοτε επίκαιρο ιδιαίτερα μετά το περιστατικό κατά το οποίο δύο νεαροί Πακιστανοί έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να σώσουν δύο Έλληνες που είχαν "κολλήσει" σε σιδηροδρομικές γραμμές.

«Οχ ο δέκα καθαρίσθησαν; Ο δ ννέα πο;

Οχ ερέθησαν ποστρέψαντες δοναι δόξαν τ Θε

ε μ λλογενς οτος;»

(Κατά Λουκάν 17:17-18)

Τις τελευταίες ημέρες έχει ανακινηθεί στην πατρίδα μας το θέμα των παρανόμως ή μη διαβιούντων μεταναστών. Μετά την εκδήλωση της προθέσεως εκ μέρους της κυβέρνησης να δοθεί εν συνόλῳ -ή όχι- σε αυτούς η ελληνική ιθαγένεια άνοιξε για μία ακόμη φορά η συζήτηση σχετικά με το τι πρέπει να πράξουμε απέναντι σε αυτό το θέμα. Μάλιστα, κατά καιρούς ακούγονται δηλώσεις, πολιτικών και πνευματικών ηγετών, καθώς και ποιμένων της Εκκλησίας, οι οποίοι καταθέτουν την άποψή τους εκφράζοντας την αγωνία τους για το τι μέλλει γενέσθαι. Επιπροσθέτως το τελευταίο δεκαήμερο γίναμε γνώστες δύο προσπαθειών συλλογής υπογραφών η μία για διενέργεια δημοψηφίσματος η άλλη για να πούμε ναι ή όχι στην απόδοση ιθαγένειας στους μετανάστες που κατοικούν στην πατρίδα μας.

Η κατάσταση αυτή μας έβαλε σε σκέψεις και μας οδήγησε στο να αναζητήσουμε τι στάση θα κρατούσε ο Χριστός που παραμένει το αξεπέραστο πρότυπο κάθε ανθρώπου που σέβεται την ελευθερία του, όχι τη λίγη, την περιορισμένη, που μας αφήνει ο εγωκεντρικός τρόπος ζωής, αλλά την απροσμέτρητη που μας δώρισε ο Κύριος με τη δημιουργία μας.

Από μία πρόχειρη, μάλλον δειγματοληπτική, έρευνα στην Καινή Διαθήκη αποκομίσαμε τα εξής περιστατικά:

1) Ματθαίου 8:5-10 (και Λουκά 7:2-10). Πρόκειται για το περιστατικό της θεραπείας του δούλου του εκατοντάρχου, ο οποίος δείχνει τέτοια πίστη που ο Κύριος αναφωνεί «οδ ν τ σραλ τοσαύτην πίστιν ερον».

2) Ματθαίου 15:21-28 (και Μάρκου 7:24-30). Η θεραπεία του παιδιού της Συροφοινίκισσας, Ελληνίδας, «τ γένει».

3) Λουκά 17:12-19. Τ ο περιστατικό της θεραπείας των δέκα λεπρών, αλλά της μετ' ευγνωμοσύνης επιστροφής του ενός, του μόνου που δεν ήταν Ιουδαίος.

4) Ιωάννου 4:4-42. Ο διάλογος του Κυρίου με τη Σαμαρείτιδα, την αγία Φωτεινή την ισαπόστολο, η οποία ήταν το πρόσωπο που ο Κύριος επέλεξε για να αποκαλύψει το γεγονός ότι ήταν ο Μεσσίας.

5) Λουκά 10:30-37. Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη, όπου ο εθνικά εχθρός είναι ο εκφραστής της αγάπης.

6) Ματθαίου 3:9. Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, στηλιτεύοντας τον εγωισμό των φαρισαίων για την εθνολογική και θρησκευτική τους καθαρότητα, λέει ότι ο Θεός και από τις πέτρες «δύναται . . . γεραι τέκνα τ βραάμ».

 

 Ποιο είναι το κοινό χαρακτηριστικό αυτών των βιβλικών περιστατικών; Μα το γεγονός ότι δείχνουν τη στάση του Χριστού, και όχι μόνο, απέναντι στον ξένο, τον πάροικο, τον κοινωνικά απόβλητο. Η στάση του είναι ξεκάθαρη: αγάπη, σεβασμός, προσφορά βοήθειας, θαυμασμός και προβολή της πίστεώς τους. Εμείς σήμερα ίσως δεν μπορούμε να κατανοήσουμε το μέγεθος της επανάστασης της αγάπης που έκανε με αυτές τις επιλογές του ο Κύριος, διότι δεν μπορούμε να αντιληφθούμε σε όλη του την έκταση το φαινόμενο, αφενός της αίσθησης των Ισραηλιτών για τη μοναδικότητά τους και της προνομιακής θέσης του λαού τους στην ιστορία, και μάλιστα, στο λεπτό και ευαίσθητο θέμα της σωτηρίας, και αφετέρου της τελείας περιφρόνησης και απαξίωσης προς καθένα που δεν ήταν μέλος του Ισραήλ. Φυσικά εμείς δεν σκεπτόμαστε ούτε ζούμε όπως οι Ισραηλίτες του 1ου μ.Χ. αι., αλλά από την άλλη δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τη δυναμική αντιμετώπιση του Κυρίου, μα και των Αποστόλων, στο θέμα των ξένων, των μη Ισραηλιτών. Ένα θέμα δυσχερές, δύσκολο και ακανθώδες, το οποίο οδήγησε σε διαφωνία τους κορυφαίους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο (Γαλ. 2:11-14), αλλά τελικά ξεπεράστηκε κατά τον καλύτερο τρόπο: με την πλήρη, ισότιμη και απροϋπόθετη αποδοχή των εθνικών στην Εκκλησία. Η μόνη προϋπόθεση που ετέθη ήταν η πλήρης διακοπή των σχέσεων τους με τα είδωλα.

Αυτή λοιπόν πρέπει να είναι και η δική μας σχέση, τουλάχιστον ως μεμονωμένες προσωπικότητες, προς όσους δεν ανήκουν στο λαό μας: αγάπη, σεβασμός, κατανόηση, προσπάθεια να μεταδώσουμε με ευγένεια την πίστη μας, αλλά και την ελληνική παιδεία.

Στο σημείο αυτό κάποιος εύλογα θα μπορούσε να πει τα εξής: Εντάξει, ως μέλη της Εκκλησίας πρέπει να τα κάνουμε αυτά, αλλά το κράτος μας πρέπει να ακολουθήσει την ίδια πρακτική; Μήπως αυτό μας ζημιώσει ως λαό; Μήπως μας βλάψει ως έθνος; Μήπως η πολιτεία μας πρέπει να ακολουθήσει παραδείγματα άλλων εθνών, τα οποία φέρθηκαν με σκληρότητα στους προσεγγίζοντες τα σύνορά τους μετανάστες;

Οπωσδήποτε, λόγῳ θέσεως, η ευθύνη του κράτους μας είναι διαφορετική. Έπρεπε από την πρώτη στιγμή να είχε βάλει κανόνες και όρια, ώστε να εισέλθουν στη χώρα μας όσοι είχαν σκοπό να εργασθούν και με αυτόν τον τρόπο να ζήσουν τις οικογένειές τους και, γιατί όχι, να πλουτίσουν. Έπρεπε από την πρώτη στιγμή να υπάρχει αυστηρός έλεγχος στους ημεδαπούς εργοδότες, ώστε να εξασφαλιστεί περίθαλψη, ασφάλιση, δικαιοσύνη στις συνθήκες εργασίες και ανάλογη, προς τα προσόντα και τις ικανότητες, αμοιβή. Πρέπει σήμερα, έστω, να ελέγξει η πολιτεία ποιοι μπαίνουν στην πατρίδα μας και με ποιο σκοπό. Πρέπει να φροντίσει να τους προσφέρει σωστή ελληνική παιδεία και να τους κάνει κοινωνούς του ελληνικού πολιτισμού. Πρέπει να τους προσφέρει ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης για να αποφευχθούν φαινόμενα εκμετάλλευσης από ασυνείδητους, π.χ. ιδιοκτήτες ακατάλληλων οικημάτων τα οποία προσφέρονται σε αλλοδαπούς ως κατοικίες. Πρέπει τα κριτήρια για την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας να προστατεύσουν και αυτούς και εμάς από τα κακοποιά στοιχεία που «παρεισλθον κατασκοπσαι τν λευθερίαν μν», όπως σημειώνει ο απ. Παύλος.

Δεν πρέπει εν ονόματι της πολυπολιτισμικότητας να απεμπολήσουμε την παράδοσή μας, την πίστη μας και την αγάπη προς την αλήθεια που κουβαλάμε μέσα μας ως λαός από την αυγή της ιστορίας. Δεν πρέπει να χάσουμε τη συνείδηση του ποιοι είμαστε, τι προσφέραμε στο παρελθόν στον κόσμο και τι μπορούμε να προσφέρουμε σήμερα. Δεν πρέπει όμως και να αποκτήσουμε φοβία απέναντι στον άλλο, ο οποίος σε τελική ανάλυση είναι η σωτηρία μας, δεν πρέπει να νιώσουμε μίσος, το οποίο αν και υπαρκτό σε κάποιες περιπτώσεις δεν τολμούμε να το ομολογήσουμε ούτε στον εαυτό μας.

Υποχρέωση και του κράτους και ημών προσωπικά είναι να προσφέρουμε κάτι και από τη δική μας, τότε σημαντική εξάλλου, παιδεία σε όσους ζουν κοντά μας. Να τους βοηθήσουμε να μάθουν την ελληνική ιστορία και να την βάλουν δίπλα στη ιστορία της πατρίδας τους, να τους κάνουμε υπερήφανους που βρέθηκαν εδώ και όχι κάπου αλλού. Να τους δείξουμε την πίστη μας όχι με λόγια, αλλά με έργα, καθώς προκαλεί αλγεινή εντύπωση να λέμε κάποτε ότι τους αγαπάμε, ενώ από την άλλη να θέλουμε να τους απομακρύνουμε.

Υποχρέωση και του κράτους και ημών προσωπικά είναι να προσφέρουμε παιδεία στα παιδιά μας, στα Ελληνόπουλα. Να τα ωθήσουμε να αγαπήσουν την ιστορία μας, να ζήσουν μυστηριακή ζωή, να αγαπήσουν την πατρίδα μας και να νιώσουν περήφανα γι' αυτή. Να τους θυμίσουμε αυτό που μας έλεγαν οι γονείς μας «καμία δουλειά δεν είναι ντροπή». Να τους δείξουμε ότι η ελευθερία από κάθε εξάρτηση και η αγάπη είναι η βάση για ένα επιτυχημένο πέρασμα από τούτη τη ζωή.

Ο άνθρωπος με πίστη, αγάπη και ε λπίδα δεν έχει να φοβηθεί τίποτα.

Φρονούμε ότι, μέσα από το αγαπητικό πρίσμα της Εκκλησίας, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα της μετανάστευσης. Αγάπη, όμως, δεν σημαίνει ενδοτικότητα ούτε παράδοση άνευ όρων. Το κράτος πρέπει να θέσει τους κανόνες του. Εμείς πρώτοι πρέπει να τους σεβαστούμε και έπειτα να απαιτήσουμε το σεβασμό τους και από τους άλλους.

Θα μου πείτε είναι δυνατό να γίνουν αυτά ή μήπως όσα αναφέρουμε είναι μία ουτοπία; Αν πίστευα ότι ήταν ουτοπία δεν θα τα έγραφα. Αν δεν εμπιστευόμουν την ανακαινιστική δύναμη της Εκκλησίας δεν θα τα έλεγα. Αν δεν γνώριζα τον καταλυτικό ρόλο που η ελληνική παιδεία έπαιξε στον εκπολιτισμό λαών και λαών στο παρελθόν (π.χ. Μέγας Αλέξανδρος, Βυζάντιο) δεν θα έκανα την παραμικρή αναφορά.

Επιτρέψτε μου όμως να έχω έναν φόβο μήπως ο κανένας από εμάς που δεν θέλει τους ξένους γίνει αιτία να επαληθευτεί το βιβλικό: «λίθον ν πεδοκίμασαν ο οκοδομοντες, οτος γενήθη ες κεφαλν γωνίας», το οποίο ο Κύριος συμπλήρωσε λέγοντας «ρθήσεται φ' μν βασιλεία το Θεο κα δοθήσεται θνει ποιοντι τος καρπος ατς» (Ματθαίου 21:42-43).


* Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2010 στην εφημερίδα "Το Βήμα της Κω" με τίτλο «Ο  δ  ννέα πο;».


** http://amoustakis.wordpress.com/for_me/ και http://www.facebook.com/athanasios.moustakis


ΠΗΓΗ: Τρίτη 10 Απριλίου 2012, http://amoustakis.wordpress.com/2012/04/10/ten_lepers_imigrants/

Παγκοσμιοποίηση-ΕΕ-καταστροφή ή Αυτοδυναμία;

Παγκοσμιοποίηση-ΕΕ-καταστροφή ή Αυτοδυναμία;

 

Του Τάκη Φωτόπουλου*

 

Ενώ οι συνέπειες της συντελούμενης καταστροφής όχι μόνο στην οικονομία, αλλά και, συνακόλουθα, στην απασχόληση, τις  εργασιακές σχέσεις, τα εισοδήματα και τις κοινωνικές υπηρεσίες, συνειδητοποιούνται καθημερινά και περισσότερο από τη μεγάλη πλειοψηφία των ελληνικού λαού, η παράλληλη ριζοσπαστικοποίηση της συλλογικής συνείδησης είναι το μόνο θετικό στοιχείο σε όλη αυτή την ολέθρια διαδικασία.

Ποιος θα το φανταζόταν πριν λίγα χρόνια ότι ο Ελληνικός λαός που, μέσα στην άγνοια που τον είχαν καταδικάσει οι ελίτ και τα ελεγχόμενα από αυτές ΜΜΕ, είχε ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά επιδοκιμασίας της καταστροφικής ένταξης της χώρας μας στην ΕΕ, τώρα έχει ένα από τα χαμηλότερα; Και ποιος θα πίστευε τότε  ότι ένα μαζικό, αλλά άμορφο ακόμη, κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης γενικά (η οποία στην καπιταλιστική οικονομία της αγοράς μόνο νεοφιλελεύθερη μπορεί να είναι παρά τα παραμύθια της ρεφορμιστικής «αριστεράς») και της ΕΕ ειδικότερα, θα άνθιζε «από κάτω»; Και αυτό,  παρά το γεγονός ότι ακόμη και η κομουνιστική Αριστερά στην Ελλάδα (αλλά όχι και σε χώρες όπως η Ρωσία) δεν έχει πάρει είδηση για την πρωταρχική σημασία της παγκοσμιοποίησης στη Νέα Διεθνή Τάξη (ΝΔΤ) που σήμερα επιβάλλεται είτε με οικονομικούς πολέμους κατά των λαϊκών στρωμάτων, είτε με σφαγές λαών, που τις μεταμφιέζουν σε «επαναστάσεις»; Έτσι, αδυνατούν να αντιληφθούν ότι οι σημερινές έμμεσες συγκρούσεις μεταξύ π.χ. Ρωσίας και υπερεθνικής ελίτ που διαχειρίζεται την ΝΔΤ, οι οποίες αύριο μπορεί να γίνουν ανοικτές στη περιοχή μας, δεν έχουν σχέση με «ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις» όπως προσπαθούν να τις ερμηνεύσουν με θεωρητικά εργαλεία που αναπτυχθήκαν πολλές δεκαετίες πριν να αναδυθεί το νέο φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης.

Δεν θα αναφερθώ στις καταστροφικές συνέπειες της ένταξης στην παραγωγική δομή της χώρας που ανέπτυξα συστηματικά αλλού [1]. Αρκεί να αναφέρω ότι οι χώρες που εντάσσονται στους θεσμούς της παγκοσμιοποίησης (Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ), ΕΕ, NAFTA κ.λπ.) χαρακτηρίζονται από πολύ διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης, όπως εκφράζονται για παράδειγμα από τις πελώριες διαφορές στην παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα που έχει καθιερώσει η ανισόμερη καπιταλιστική ανάπτυξη. Όταν όμως ενσωματώνονται στην ΝΔΤ  υποχρεώνονται να εφαρμόσουν τους ίδιους κανόνες για το άνοιγμα και την απελευθέρωση των αγορών τους (ιδιαίτερα κεφαλαίου και εμπορευμάτων). Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα είναι ότι χώρες όπως η Γερμανία, με υψηλά επίπεδα ανταγωνιστικότητας λόγω παραγωγικότητας (εξαιτίας των προχωρημένων επιπέδων ανάπτυξης στην έρευνα και τεχνολογία) και χώρες όπως η Ινδία και η Κίνα με υψηλά επίπεδα ανταγωνιστικότητας, λόγω του πολύ χαμηλού κόστους παραγωγής και των άθλιων μισθών και εργασιακών συνθηκών, επιβάλλουν τα πρότυπα τους στη διαδικασία αυτή.

Αυτή είναι η βασική αιτία για την οποία όταν μια χώρα εντάσσεται στον ΠΟΕ, ή ακόμη χειρότερα σε οικονομικές ενώσεις όπως η ΕΕ, και συνακόλουθα ανοίγει και απελευθερώνει τις αγορές της, ο μόνος τρόπος για να επιβιώσει στον εξοντωτικό ανταγωνισμό, εάν δεν ανήκει ήδη στις μητροπολιτικές χώρες με τα υψηλά επίπεδα παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, είναι να ελαχιστοποιήσει το κόστος παραγωγής, βασικά εξαθλιώνοντας τους μισθούς και τις εργασιακές συνθήκες, αλλά και  μειώνοντας στο έπακρο τους φόρους πάνω στο κεφάλαιο, στις εργοδοτικές εισφορές κ.λπ. Και αυτό ακριβώς γίνεται σήμερα στην Ελλάδα!

Το αβίαστο συμπέρασμα είναι ότι η μόνη επιλογή σήμερα για τους λαούς, που δεν θέλουν να συντριβούν μέσα σε αυτή τη διαδικασία και να αναγκαστούν να παραδώσουν την οικονομική και επομένως την εθνική τους κυριαρχία, είναι να αποκόψουν τους δεσμούς τους με τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και να υιοθετήσουν πολιτικές οικονομικής αυτοδυναμίας (όχι αυτάρκειας), καθώς και να σχηματίσουν οικονομικές ενώσεις χωρών στο ίδιο επίπεδο ανάπτυξης. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί σήμερα μόνο μέσα από Λαϊκά Μέτωπα που θα ένωναν τα λαϊκά στρώματα, τα οποία υποστηρίζουν όλο το φάσμα απο την αντισυστημική αριστερά μέχρι τον πατριωτικό χώρο, που είναι τα θύματα της παγκοσμιοποίησης – πάνω σε συγκεκριμένο πρόγραμμα με βραχύ/μέσο/μάκρο/πρόθεσμους στόχους για την ριζική αλλαγή της παραγωγικής και της καταναλωτικής δομής της κάθε χώρας. Ο απώτερος στόχος θα ήταν να ικανοποιούνται οι βασικές (τουλάχιστον) ανάγκες όλων των πολιτών και όχι, όπως σήμερα, όλες οι ανάγκες των ελίτ και των προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων, σε βάρος ακόμη και των βασικών αναγκών των λοιπών.  Αυτή είναι η αναγκαία προϋπόθεση και για οποιαδήποτε συστημική αλλαγή στο μέλλον, εφόσον θα δημιουργούσε τόσο τις αντικειμενικές όσο και τις υποκειμενικές συνθήκες για αυτήν. Αντίστροφα, εάν περιμέναμε τη συστημική αλλαγή για να βγούμε από την ΕΕ και να αποκοπούμε από την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, τα λαϊκά στρώματα θα είχαν οδηγηθεί στο μεταξύ στην ολοκληρωτική καταστροφή. Αλλά θα χρειαστεί να επανέλθουμε.

* http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/

[1] Η Ελλάδα σαν προτεκτοράτο της υπερεθνικής ελίτ (Γόρδιος 2010) που για ευνόητους λόγους θάβεται κανονικά από την «Αριστερά» (Βλ. π.χ. The Press Project , Κυριακάτικη «Ε», 13/1/2013).

ΠΗΓΗ: Ελευθεροτυπία, Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013. Το πήρα: http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2013/2013_01_19.html

Πολιτικό Σύστημα: Πρωτοφανής πράξη εθν. υποτέλειας

Πρωτοφανής πράξη εθνικής υποτέλειας από όλο το πολιτικό σύστημα

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 

Σήμερα έχουν κατατεθεί στην Βουλή και πρόκειται να ψηφιστούν με την μορφή νομοσχεδίου και με την διαδικασία του κατεπείγοντος τα εξής: Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, τροποποιήσεις του ν. 4093/2012, κύρωση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Έγκριση των Σχεδίων των Συμβάσεων Τροποποίησης της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ), της Ελληνικής Δημοκρατίας, του Ελληνικού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Τ.Χ.Σ) και της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), με τίτλο «Κύρια Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης», της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ε.Τ.Χ.Σ., της Ελληνικής Δημοκρατίας και της ΤτΕ, με τίτλο «Σύμβαση Διευκόλυνσης Διαχείρισης Υποχρεώσεων ΣΙΤ» και της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ε.Τ.Χ.Σ., της Ελληνικής Δημοκρατίας και της ΤτΕ με τίτλο «Διευκόλυνση αποπληρωμής Τόκων Ομολόγων», παροχή εξουσιοδοτήσεων για την Υπογραφή Συμβάσεων» και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις.

Μέσα σε λίγες ώρες δήθεν κοινοβουλευτικής διαβούλευσης, κουβέντας δηλαδή για το θεαθήναι, έτσι για να περνά η ώρα χωρίς κανένα πρακτικό αντίκρισμα καθότι όλα έχουν προαποφασιστεί, θα ψηφιστούν μέτρα και δεσμεύσεις που μετατρέπουν την Ελλάδα σε επίσημο προτεκτοράτο των ξένων δανειστών της. Για μια ακόμη φορά οι βουλευτές της συμπολίτευσης θα δηλώσουν ότι δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά γιατί αν δεν ψηφίσουν η χώρα θα χρεοκοπήσει, ενώ οι Ηρακλήδες της αντιπολίτευσης θα αρκεστούν στη γνωστή κοινοβουλευτική πρόζα διανθισμένη με πύρινες καταγγελίες. Κι όλοι μαζί θα νομιμοποιήσουν για μια ακόμη φορά την παραβίαση κάθε έννοιας συνταγματικής τάξης ενός τύποις ανεξάρτητου κράτους. Βλέπετε για να νομιμοποιηθεί η όλη διαδικασία δεν αρκεί η κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Χρειάζεται εξίσου και η κοινοβουλευτική μειοψηφία. Απαιτούνται και οι δυο να αναγνωρίζουν ότι όλα έγιναν νομότυπα. Και η συμπολίτευση και η αντιπολίτευση. Γι' αυτό και κανένας δεν πρόκειται να κουνηθεί από την θέση του. Δεν πρόκειται ούτε κατά διάνοια να ρισκάρει για χάρη της χώρας και του λαού της την παρουσία και τις απολαβές του από αυτό το νόθο, βαθιά αντιλαϊκό και  αντεθνικό κοινοβούλιο. Ας πάει να πνιγεί η χώρα και ο λαός της.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται απλά στο «αγγλικό δίκαιο» και την δικαιοδοσία των δικαστηρίων, η οποία ανατίθεται στα δικαστήρια του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου όπου βρίσκεται η έδρα των δανειστών, δηλαδή του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, αλλά στο γεγονός ότι η Ελλάδα – κι όχι απλά το ελληνικό κράτος – απεμπολεί κάθε μορφή ασυλίας. Ακόμη και υπό το αγγλοσαξονικό δίκαιο (Βρετανία, ΗΠΑ) η άρση της ασυλίας ενός κράτους δεν αφορά στην εθνική του κυριαρχία, αλλά στις εμπορικές δραστηριότητες του εν λόγω κράτους. Έτσι ακόμη κι όταν υποχρεώνεται από τους δανειστές του να υπογράψει σε «αγγλικό δίκαιο» προκειμένου να άρει την ασυλία του οικειοθελώς αυτό αφορά πρώτα και κύρια στην αποδοχή της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του δανειστή. «Τα κράτη συνήθως εξαιρούν: (1) την περιουσία στο εξωτερικό των διπλωματικών αποστολών, (2) την στρατιωτική περιουσία, (3) τα περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται εντός της επικράτειάς τους και είναι αφιερωμένα σε δημόσια ή κυβερνητική χρήση, και (4) κληρονομική περιουσία.»[1]

Προβλέπεται κάτι τέτοιο από την υπάρχουσα σύμβαση που ψηφίζεται σήμερα; Ούτε κατά διάνοια. Αντίθετα, η Ελλάδα απεμπολεί άνευ όρων και αμετάκλητα την ασυλία της έναντι των δανειστών για όλα τα περιουσιακά της στοιχεία όχι μόνο ως κράτος, αλλά και ως επικράτεια αποδεχόμενη όχι μόνο την δικαιοδοσία των δικαστηρίων του Μεγάλου Δουκάτου, αλλά και την αμετάκλητη εφαρμογή των αποφάσεών τους στο έδαφός της. Ο τρόπος που συντάχθηκε και διατυπώθηκε η συγκεκριμένη σύμβαση μας ξαναγυρίζει πίσω στον 19ο αιώνα όταν αποτελούσε «καθαρή αρχή του Διεθνούς Δικαίου πώς η περιουσία του υπηκόου είναι υπόχρεη για τα δάνεια που έχει συνάψει το Κράτος του οποίου είναι μέλος.[2] Βέβαια, την εποχή εκείνη δινόταν η δυνατότητα στο Κράτος να μην θεωρεί τα δάνεια που συνάπτει δεσμευτικά. «Τα αγγλικά δικαστήρια έχουν αποφασίσει ότι τα πληρωτέα ομόλογα στον κομιστή τους, τα οποία έχουν εκδοθεί από την κυβέρνηση ενός Κράτους, δημιουργούν μόνο ένα χρέος με χαρακτήρα χρέους τιμής, το οποίο δεν μπορεί να επιβάλει κανένα ξένο δικαστήριο, ούτε καν από τα δικαστήρια του ίδιου του δανειζόμενου Κράτους, εκτός κι αν υπάρχει συγκατάθεση από την κυβέρνησή του.» [3]

Η προϊούσα μερική εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας υπέρ των δανειστών, μετατρέπεται τώρα σε ολοκληρωτική κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας αν και όποτε το θελήσουν οι δανειστές. Το ελληνικό κράτος και οι θεσμοί της χώρας δεν μπορούν να επικαλεστούν κανενός είδους ασυλία έναντι των δανειστών. Ολόκληρη η δημόσια περιουσία και η εθνική επικράτεια, ο κάθε έλληνας πολίτης και η προσωπική του κοινωνική, εργασιακή και περιουσιακή κατάσταση μαζί και των οικείων του τίθενται στην διακριτική διάθεση των δανειστών της ευρωζώνης. Με τις πράξεις αυτές θεσμοθετείται ως υπέρτατος νόμος της χώρας η εξυπηρέτηση των δανειστών έναντι όλων των άλλων αναγκών και προτεραιοτήτων της επικράτειας και του λαού. Και μάλιστα υιοθετείται με τέτοιον τρόπο ώστε να περάσει στο εσωτερικό δίκαιο της χώρας υπερισχύοντας κάθε άλλου κανόνα εσωτερικού δικαίου με βάση το άρθρο 28 του Συντάγματος. Έτσι ολόκληρη η χώρα και ο λαός της τίθενται σε επίσημο καθεστώς πεονίας, δηλαδή σε καθεστώς δουλοπαροικίας του χρέους προκειμένου να διασφαλιστούν οι δανειστές.

Με άλλα λόγια όχι μόνο τα δημοσιονομικά του ελληνικού κράτους μαζί με την δημόσια περιουσία και την εθνική επικράτεια, αλλά και ο μισθός, η σύνταξη, το εισόδημα, η δουλειά, η προσωπική περιουσία, η κατάσταση της ίδιας της οικογένειας και του ατόμου, τίθενται σε δεύτερη μοίρα προκειμένου οι δανειστές να διασφαλίσουν τα δάνειά τους. Κανένα θεμελιώδες ή μη δικαίωμα της χώρας και του λαού της δεν είναι ανώτερο από τα δικαιώματα του δανειστή. Κι επομένως ολόκληρη η χώρα, ο πλούτος που διαθέτει καθώς και οι πολίτες της τίθενται επισήμως στην διάθεση των δανειστών ως ενέχυρα.

Πότε ξανάγινε κάτι τέτοιο; Ποτέ ξανά σ' ολόκληρη την ιστορία του δημόσιου δανεισμού της επίσημης Ελλάδας δεν έχει γίνει κάτι παρόμοιο. Παρά το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος έχει υποστεί στην ιστορία του τέσσερις επίσημες χρεοκοπίες (1827, 1845, 1893, 1932). Μόνο με τις εγγυήσεις των αποκαλούμενων «δανείων της ανεξαρτησίας» (1824 και 1825) μοιάζει η σημερινή Σύμβαση, μιας και στα ομόλογα αυτών των δανείων υπήρχε η εξής ρήτρα: «Οι Πρόσοδοι θα είναι πληρωτέες τόσο σε περίοδο ειρήνης, όσο και σε περίοδο πολέμου χωρίς διάκριση, σε όλους τους δικαιούχους, ανεξάρτητα από το αν ανήκουν σε φιλικό ή εχθρικό κράτος. Για την πληρωμή των Προσόδων έχουν δεσμευτεί όλα τα έσοδα της Ελλάδας. Το σύνολο της εθνικής περιουσίας της Ελλάδας δια του παρόντος υποθηκεύεται στους κατόχους όλων των υποχρεώσεων που χορηγήθηκαν δυνάμει του παρόντος Δανείου έως ότου ολόκληρο το ποσό του κεφαλαίου που αυτές οι υποχρεώσεις αντιπροσωπεύουν, θα πληρωθεί σύμφωνα με παρεχόμενο Χρεολυτικό Κεφάλαιο…»[4] Το Χρεολυτικό Κεφάλαιο της εποχής εκείνης ήταν κάτι περίπου σαν τον σημερινό Ειδικό Λογαριασμό που έχει ανοιχθεί στην Τράπεζα της Ελλάδας μετά από απαίτηση και υπό τον έλεγχο της τρόικας, δηλαδή των δανειστών.

Η νέα Σύμβαση που περνά με την διαδικασία του κατεπείγοντος μας ξαναγυρίζει πολύ πίσω. Στην εποχή όπου το ελληνικό κράτος δεν είχε επίσημη υπόσταση, δεν υπήρχε ουσιαστικά και επομένως οι δανειστές μπορούσαν να απαιτήσουν τα πάντα. Κι όχι μόνο αυτό. Η παρούσα συμφωνία επιβάλλει επίσημο καθεστώς «δουλείας για χρέη» σε έναν ολόκληρο λαό. Η έννοια της «δουλείας για χρέη» έχει αποτυπωθεί από την Συμπληρωματική Συνθήκη για την κατάργηση της Δουλείας, της εμπορίας των Δούλων και παρεμφερών προς την Δουλεία θεσμών και πρακτικής, η οποία εγκρίθηκε από τη διάσκεψη των πληρεξουσίων που συγκλήθηκαν από την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή του ΟΗΕ της 30ης Απριλίου 1956 και συνήλθε στη Γενεύη στις 7 του Σεπτεμβρίου 1956. Η διεθνής αυτή Σύμβαση επικυρώθηκε από την Ελλάδα με το Νομοθετικό Διάταγμα υπ' αριθ. 1145 στις 29 Απριλίου του 1972. Το άρθρο 1 παράγραφος (α) της Σύμβασης προβλέπει την κατάργηση «της δουλείας δια χρέη, ήτοι της θέσεως ή καταστάσεως της προκυπτούσης εκ του γεγονότος ότι εις οφειλέτης είναι ηναγκασμένος να παράσχη ως εγγύησιν ενός χρέους τας προσωπικάς του υπηρεσίας ή τας υπηρεσίας προσώπου επί του οποίου ασκεί εξουσίαν, εις περίπτωσιν καθ' ήν η κατά δικαίαν κρίσιν αξία των υπηρεσιών του δεν προορίζεται εις την εξόφλησιν του χρέους, ή εάν η διάρκεια των υπηρεσιών του δεν είναι περιωρισμένη και δεν έχει προσδιορισθή ο χαρακτήρ τούτων.» [5]

Ποιος μας επιβάλει το σημερινό καθεστώς «δουλείας για χρέη»; Η ίδια η ευρωζώνη. Τέτοια σύμβαση δεν έχει επιβληθεί σε κανένα άλλο κράτος στον κόσμο. Ο λόγος είναι απλός. Στην μεταπολεμική περίοδο επιβλήθηκε ως απαράβατο αξίωμα του διεθνούς δικαίου η αρχή που θέλει να μην ασκείται βία ενάντια σε κράτη προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα εξωτερικά τους χρέη. Η αρχή αυτή συζητιέται στο δημόσιο διεθνές δίκαιο από την εποχή της Συνδιάσκεψης της Χάγης του 1907. Τότε ένας από τους πρωτομάχους της επιβολής της αρχής αυτής ήταν οι ΗΠΑ. Στις 16 Ιουλίου 1907 ο στρατηγός Χόρας Πόρτερ, μιλώντας εκ μέρους της κυβέρνησης των ΗΠΑ υπέρ της κατάργησης της βίας για την συλλογή συμβεβλημένων χρεών ανάμεσα σε κράτη, έλεγε χαρακτηριστικά: «Οι εκστρατείες συγκομιδής χρεών πολύ σπάνια είχαν επιτυχία. Στην εποχή μας το να παραπέμψει κανείς τις διαφιλονικούμενες χρηματικές απαιτήσεις στο πεδίο της δύναμης αντί του νόμου και να υποκαταστήσει την επιστήμη της καταστροφής έναντι των δημιουργικών δυνάμεων της ειρήνης, συνιστά τεράστια ευθύνη. Η αρχή της μη επέμβασης με την βία θα έχει αμέτρητες ωφέλειες για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Πρώτο, για το έθνος του οποίου οι υπήκοοι ή οι πολίτες έχουν γίνει πιστωτές μιας ξένης κυβέρνησης, μιας και θα αποτελέσει προειδοποίηση για μια τάξη προσώπων πολύ ικανή να εμπορεύεται τις ανάγκες αδύναμων και αμήχανων κυβερνήσεων και ύστερα να περιμένουν από την κυβέρνησή τους να είναι υπεύθυνη για την επιτυχία των επιχειρήσεών τους. Θα λειτουργούσε ως αποτροπή για τέτοιες δοσοληψίες… Δεύτερο, η αναγνώριση αυτής της αρχής θα αποτελούσε μια ουσιαστική ανακούφιση για τις ουδέτερες χώρες, των οποίων η αναταραχή στις συναλλαγές από αποκλεισμούς και εχθρικές επιχειρήσεις που αποτελούν μια σοβαρή απειλή για το εξωτερικό εμπόριο. Τρίτο, θα αποτελούσε πλεονέκτημα για τα υπόχρεα κράτη, καθώς θα υποχρεώσει τους δανειστές χρημάτων να βασίσουν τις δραστηριότητές τους αποκλειστικά πάνω σε εκτιμήσεις για την καλή πίστη της κυβέρνησης, το εθνικό χρέος, τη απόδοση δικαιοσύνης από το τοπικά δικαστήρια και την οικονομία στη διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων. Αυτό θα απαλλάξει αυτά τα κράτη από την δυστυχία του κερδοσκόπου τυχοδιώκτη που τα δελεάζει με την πρόταση μεγάλων δανείων, τα οποία μπορούν να οδηγήσουν σε εθνικές υπερβολές και στο τέλος να απειληθούν με την κατάσχεση της περιουσίας τους και την παραβίαση της εθνικής τους κυριαρχίας.'[6]  

Αυτοί ήταν οι λόγοι που επέβαλαν την κατάλυση κάθε μορφής βίας και επιβολής εναντίον κρατών-οφειλετών για την συλλογή χρεών. Το διεθνές δίκαιο δεν αποδέχεται να πέσει θύμα ένα κράτος, ακόμη κι αν έχει ανίκανες, αδύναμες, ή πολύ περισσότερο διεφθαρμένες κυβερνήσεις, να γίνει έρμαιο τυχοδιωκτών κερδοσκόπων που εκμεταλλεύτηκαν την κατάστασή του και του πούλησαν δάνεια. Αυτό το νόημα είχε και έχει η αρχής της μη επέμβασης στα εσωτερικά μιας χώρας και μάλιστα με την βία προκειμένου να πληρωθούν τα χρέη. Μέσα όμως στην ευρωζώνη η εθνική κυριαρχία έχει πάει περίπατο προ πολλού. Κι έτσι επανερχόμαστε στην κατάσταση που υπήρχε πριν την Χάγη του 1907 όπου κράτη μπορούν να αναμιχθούν σε βαθμό κακουργήματος υπέρ των ιδιωτών δανειστών μέχρις του σημείου να κατάσχουν την περιουσία του κράτους-οφειλέτη και να καταλύσουν την κυριαρχία του. Όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα με την Ελλάδα. Κι όλα αυτά θα πρέπει να ανεχθούμε στο όνομα της «ευρωπαϊκής προοπτικής».

Φυσικά τίποτε απ' όλα αυτά δεν νοιάζει τους κυβερνώντες. Κι αυτό είναι λογικό. Είναι τόσο ταυτισμένοι με τα αλλότρια συμφέροντα που κάνουν τους παλιούς δωσίλογους της ναζιστικής κατοχής να ωχριούν. Όμως το ίδιο συμβαίνει και με την αντιπολίτευση. Ακούσατε κανέναν να θέτει από θέση αρχής το απαράδεκτο της σύμβασης. Όχι γιατί είναι παράνομη η κοινοβουλευτική διαδικασία που εφαρμόζεται για την αποδοχή της, αλλά γιατί μας γυρίζει πίσω σε καταστάσεις επίσημης «δουλείας δια του χρέους» με μεθόδους βίαιης επιβολής και εκβιασμών. Ο λόγος είναι απλός. Αν θέσει η αντιπολίτευση από θέση αρχής την αντίθεσή της με την δανειακή σύμβαση, τότε ο κάθε επίδοξος επιβήτορας της εξουσίας σαν τον Τσίπρα δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι θα διαπραγματευθεί αυτό το τερατούργημα που από θέση αρχής καταργεί κάθε έννοια δημοκρατικής έννομης τάξης. Όχι μόνο από την σκοπιά του εθνικού, αλλά και από την σκοπιά του διεθνούς δικαίου. Ούτε βέβαια θα μπορούσαν να μιλάνε για επαναδιαπραγμάτευση του χρέους της χώρας. Η δανειακή σύμβαση δεν μπορεί παρά μόνο να καταγγελθεί στο σύνολό της διότι βασίζεται σε αρχές που δεν συνάδουν ούτε καν με το διεθνές δίκαιο. Και καταγγελία αυτής της σύμβασης σημαίνει αναγκαστικά και καταγγελία του δημόσιου χρέους της χώρας μιας και είναι κατά τα ¾ απόρροια του μηχανισμού στήριξης της ευρωζώνης που επιβάλει τέτοιες δανειακές συμβάσεις. Όλα τα άλλα είναι εκ του πονηρού.

Το παιχνίδι είναι στημένο. Το ματς στο κοινοβούλιο είναι σικέ. Ο λαός θα πρέπει να πάψει να τους αναγνωρίζει. Δεν έχουν νόημα οι συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα πια. Η διαμαρτυρία δεν αρκεί. Όταν ο λαός θα πρέπει να κατέβει στο Σύνταγμα είναι μόνο για έναν και μόνον ένα λόγο: για να πάρει εξουσία, για να τους τελειώσει όλους τους. Αλλιώς με εκδηλώσεις διαμαρτυρίας τους αναγνωρίζει, τους αποδέχεται ως εκπροσώπους του. Δεξιούς κι αριστερούς. Μνημονιακούς και αντιμνημοιακούς. Έστω κι αν όλοι τους θα κάθονται βολικά στα κοινοβουλευτικά έδρανα, θα εισπράττουν την κρατική επιδότηση για να νομιμοποιούν μια πρωτοφανή πράξη σε διεθνές επίπεδο, την επίσημη επιβολή καθεστώτος «δουλείας δια του χρέους» για όλο τον λαό. Δεν τους αναγνωρίζουμε. Ότι κι αν ψηφίσουν είναι άκυρο. Το ίδιο το κοινοβούλιο όπως λειτουργεί και υφίσταται είναι άκυρο, δοτό και νόθο. Δεν εκφράζει την θέληση του ελληνικού λαού, ούτε την υπόσταση του ελληνικού έθνους. Δεν έχει καμιά νομιμοποιητική βάση, μιας και δεν μπορεί ούτε καν να προστατεύσει ακόμη και το δικαίωμα σε μια αξιοπρεπή ζωή του έλληνα πολίτη. Οφείλουμε λοιπόν να βρούμε τον τρόπο να συγκροτηθεί το ταχύτερο δυνατό ένα άλλο αυθεντικά λαϊκό κοινοβούλιο που να εκφράζει στ' αλήθεια τον ελληνικό λαό. Κι αυτό μπορεί να συγκροτηθεί μόνο παρά και ενάντια στο σημερινό δοτό, νόθο και άκυρο κοινοβούλιο, αλλά και τις δυνάμεις που το υπηρετούν, που να είστε σίγουροι θα έρθει η ώρα να λογοδοτήσουν στον ελληνικό λαό. Δεξιοί και αριστεροί. Κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι. Η αντίστροφη μέτρηση, αργά, αλλά σταθερά, έχει ξεκινήσει.

 

[1] Philip Wood, Law and Practice of International Finance, Thomson Reuters, 2008, σελ. 535.

[2] Sir Robert Phillimore, Commentaries upon International Law, vol. II (third edition), London, 1882, σελ. 17.

[3]Στο ίδιο, σελ. 18.

[4] W. Wynne, State Insolvency and Foreign Bondholder, Vol.II, (Yale University Press, 1951), σελ. 283 (υπος. 2)

[5] Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, 30 Ιουνίου 1972, αρ. Φύλλου 105 (τεύχος Πρώτο)

[6] James Brown Scott, American Addresses at the Second Hague Peace Conference, Boston: World Peace Foundation, 1916, σελ. 32.

ΠΗΓΗ: Δευτέρα 14-01-2013, http://dimitriskazakis.blogspot.gr/2013/01/blog-post_14.html#more

Η Βίλα Αμαλίας & ο Μασκοφόρος Εκδικητής

Η Βίλα Αμαλίας και ο Μασκοφόρος Εκδικητής

 

Της Εύης Βουλγαράκη-Πισίνα*

 

Οι αγαπημένοι ήρωες των παιδιών, ο Ζορό, ο Σούπερμαν, ο Μπάτμαν, ο Σπάιντερμαν, κάτω από το μυστήριο της μυστικής τους ταυτότητας αγωνίζονται για την αποκατάσταση του δίκιου στην κοινωνία… Μια τυπολογία βαθιά χαραγμένη στο νου των πιο ανήσυχων, των πιο γενναιόψυχων, των πιο ηρωικών ψυχών είναι ο μασκοφόρος εκδικητής.

Και η τυπολογία αυτή συνοδεύει τη νιότη και κατά το πέρασμα από την παιδική ηλικία και την εφηβεία σε μια πορεία προς την ενηλικίωση. Ιδιαίτερα σήμερα, όπου οι ζωές μας καθημάζονται, ο μύθος του μασκοφόρου εκδικητή αποκτά διαστάσεις αντιστρόφως ανάλογες με τη δυναμική των πραγματικών πολιτικών προτάσεων για την άρση του αδιεξόδου, δηλαδή γιγαντώνεται… Το όραμα μιας άλλης κοινωνίας πραγματώνεται συμβολικά στο χώρο ενός μικρόκοσμου επιμέρους πράξεων, που αποκτούν σχεδόν θρησκευτική λειτουργία… Αν όμως ο Μαρξ έλεγε τη θρησκεία «όπιο του λαού», μήπως τυχόν ισχύει ότι η συμβολική λειτουργία μιας κουκουλοφορίας είναι ένα «όπιο της αριστεράς»;

Την ώρα που ο Αλέξης Τσίπρας συνομιλεί με τον Πέρεζ, ρίχνει γέφυρες πέραν του Ατλαντικού, προσπαθεί να διατυπώσει προτάσεις κυβερνησιμότητας, τα παιδιά μας οχυρώνονται και συσπειρώνονται πίσω από αναρχικά στέκια και αιτήματα ασύλου, αιτήματα τα οποία στο βάθος τους αφορούν τη δυνατότητά τους να υπάρξουν. Και δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί το δίκιο τους στην επιθυμία, λαχτάρα και διεκδίκηση του χώρου για να υπάρξουν… Η συνθήκη των εραστών, αλλά και των επαναστατών, είναι χώρος. Πώς όμως διαμορφώνονται οι όροι και οι χώροι αυτής της ύπαρξης, είναι το καίριο ερώτημα.

Με την «εκκαθάριση» στη βίλα Αμαλίας και τη μόνιμη εγκατάσταση της αστυνομίας σε άλλα νεανικά στέκια – άσυλα πολιτικών εκφράσεων, έρχεται ο Αντώνης Σαμαράς να φανεί συνεπής με τις προεκλογικές του εξαγγελίες, ότι αυτωνών «τις κουκούλες τους θα τις κατεβάσει»… Και πόσο ανώδυνα αποδεικνύεται συνεπής στα εύκολα, ώστε να ξεχνούμε την ασυνέπεια σε όλα τα δύσκολα… Πόσο πολλαπλό το κέρδος για μια δεξιά, που ο αυταρχισμός της δεν εκπλήσσει διόλου ούτε όσους γνωρίζουν από παλιά την πολιτική πορεία του Α. Σαμαρά, αλλά ούτε και όσους αντιλαμβάνονται ότι οι πολιτικές φοροεπιδρομής, λιτότητας, διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων στην κατεύθυνση ενός ολιγαρχισμού και εκχώρησης του πλούτου της χώρας δεν γίνεται να περάσουν συναινετικά.

Έχοντας πάθει άσθμα από τους τόνους δακρυγόνων που έχω δεχτεί σε διαδηλώσεις του τελευταίου καιρού, σκέφτομαι κι εγώ να προμηθευτώ μια μάσκα, αχρείαστη να είναι… Και γιατί όχι και ένα κράνος… Εντούτοις, καμία μάσκα και κανένα κράνος δεν πρέπει να περιορίσει τη θέα της αριστεράς, του όποιου πολιτικού χώρου επιθυμεί να δει να εφαρμόζεται μια άλλη πολιτική, από το κέντρο της στόχευσης.

Και ως προς το χαμένο ή ζητούμενο κέντρο, ήδη προβληματίζεται η ηγεσία του Σύριζα… Και μαζί ο λαός και η πολύ απαισιόδοξη και θυμωμένη νεολαία, για τα κλεμμένα της όνειρα, για την ενεχειριασμένη ζωή της.

Οι πολίτες θέλουν να βοηθήσουν. Θέλουν να συνταχθούν. Θέλουν να συμμετέχουν στο πολιτικό γίγνεσθαι… Όσο πικραίνονται από τη θεσμική «εκπροσώπηση» μιας «άλλης πρότασης», η μάχη για την προσαρμογή και ενσωμάτωση της οποίας στο σύστημα είναι το μείζον πολιτικό διακύβευμα του συστήματος, τόσο οργανώνονται αθόρυβα σε μία μικροκλίμακα… Οι μικροοικονομίες των οικογενειών αναπροσαρμόζονται και επανασχεδιάζονται. Νέες μορφές αλληλεγγύης, σιωπηλές, αναζητώνται και δοκιμάζονται. «Οα τ νί» ή «κανένας μόνος στην κρίση» είναι το σύνθημα που κυριαρχεί μεταξύ των ανθρώπων εκείνων που δεν θέλουν μια ατομική διάσωση σε βάρος του διπλανού τους, αλλά επιλέγουν να υπάρχουν ως κοινωνία.

Αυτοί οι άνθρωποι, οι λιγότερο θορυβώδεις, αυτοί που δεν αρέσκονται στη βία και τον μοιραίο κύκλο της, είναι που πρέπει να ακουστούν περισσότερο… Και αυτών των ανθρώπων τα προτάγματα εναντίωσης, το κύριο θέμα, ο στόχος που αντιπαλεύουν είναι η βίαιη αναδιανομή και φτωχοποίηση, η φαυλοκρατία, η παράδοση του εθνικού πλούτου στο κεφάλαιο με κορυφαία δείγματα την πώληση του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου αλλά οσονούπω και των νερών ακόμα…

Φτάνει με τα ποικίλα παιχνίδια αποπροσανατολισμού. Ας εκφραστεί η βούληση της κοινωνίας…

 * Δρ Θεολογίας, εκπαιδευτικός και συγγραφέας

ΠΗΓΗ: 17/01/2013,  http://www.efsyn.gr/?p=16015#.UPg6lAZinnw.facebook

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από το ΜτΒ.

ΚΚΕ: Όλη η εξουσία στο κόμμα

ΚΚΕ: Όλη η εξουσία στο κόμμα

 

Των Αλέκου Αναγνωστάκη και Βασίλη Γάτσιου

 

 

Η πολιτική της μοναδικής εκπροσώπησης του κινήματος από το ΚΚΕ, σε συνδυασμό με το οπορτουνιστικό δούναι και λαβείν που κατά καιρούς είχε η ηγεσία του με την αστική τάξη (συγκυβερνήσεις), αναζωπυρώνει τον κίνδυνο νέων περιπετειών για την Αριστερά. Αποτελεί στην ουσία μεταφορά των αντιλήψεων που επικράτησαν στην Αριστερά μετά το μαρασμό των σοβιέτ και της αντικατάστασής τους από το «πάνσοφο» κόμμα.

Το πολιτικό πρόγραμμα και το ιστορικό μανιφέστο της εργατικής τάξης του 21ου αιώνα δεν μπορεί παρά να αποτελούν, τελικά, μια διελκυστίνδα ανάμεσα στην αγωνία για επιβίωση της εργατικής οικογένειας που χτυπιέται αλύπητα από την αστική πολιτική και στη δίψα για ζωή. Τη δουλεία της υποταγής και την ελευθερία της χειραφέτησης. Την αμεσότητα ικανοποίησης των λαϊκών αναγκών και την αναγκαία αλλά δύσκολη αντικαπιταλιστική ανατροπή, τη στηριγμένη αποφασιστικά και καθοριστικά στον οργανωμένο λαό.

Σε αυτές τις ιστορικές στιγμές, τα συνέδρια των κομμάτων της Αριστεράς μπορεί να επανεμπνεύσουν ή να απογοητεύσουν, να περάσουν χωρίς να αφήσουν ίχνη ή να χαράξουν νέες ελπιδοφόρες πορείες.

Το ΚΚΕ δημοσίευσε τις Θέσεις για το 19ο Συνέδριό του οι οποίες αποτελούνται από τρία μέρη: Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει τον απολογισμό δράσης από το 18ο Συνέδριο και τα πολιτικά καθήκοντα του ΚΚΕ έως το επόμενο. Το δεύτερο μέρος, το σχέδιο Προγράμματος που αναπτύσσει και παίρνει τη θέση του προγράμματος που ίσχυε από το 10o (1978) και 15ο Συνέδριο (1996). Το τρίτο μέρος περιέχει το σχέδιο νέου Καταστατικού.

Το πρόγραμμα ενός κόμματος απευθύνεται στον λαό. Άρα δεν είναι εσωτερική υπόθεσή του, αλλά η αμφίδρομη σχέση του με την εργατική τάξη. Με καθοριστικό το ρόλο του κόμματος και αποφασιστικό το ρόλο του ίδιου του αγωνιζόμενου λαού, του τελικού κριτή. Ακριβώς γι' αυτό οποιαδήποτε αλλαγή πρέπει να αιτιολογείται πλήρως. Η ηγεσία του ΚΚΕ προτείνει σοβαρές αλλαγές στην πολιτική και το καταστατικό του. Έτσι, αναιτιολόγητα. Ως να μην οφείλει να δώσει εξήγηση σε κανέναν. Δίχως το στοιχείο της επαναστατικής αυτοκριτικής.

Στις θέσεις υπάρχει η εκτίμηση πως και στην Ελλάδα, ιμπεριαλιστική χώρα μεσαίου επιπέδου που υποβαθμίζεται από την κρίση, είναι ώριμες οι υλικές αντικειμενικές συνθήκες για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Επιχειρείται επίσης η επεξεργασία μιας πολιτικής επαναστατικής μετάβασης στο σοσιαλισμό – κομμουνισμό.

Η όλη φιλοσοφία των θέσεων είναι μια μηχανιστική προσπάθεια μεταφοράς και προσαρμογής στο σήμερα μιας πολιτικής πρότασης και ενός πολιτικού ρόλου του κομμουνιστικού κόμματος, όχι της πιο γόνιμης περιόδου του κομμουνιστικού κινήματος -αρχές του 20ού αιώνα ως την περίοδο της Οκτωβριανής Επανάστασης- αλλά έτσι όπως διαμορφώθηκαν και κληρονομήθηκαν «μετά». Μετά την πρώιμη ήττα και την υποχώρηση της πολιτικής των μπολσεβίκων στη δεκαετία 1930-1940. Και τελικά περιορίζεται σε μια αλληλοσυγκρουόμενη πολιτική, αποδυναμωμένη όσον αφορά το σήμερα του κινήματος και ακρωτηριασμένη όσον αφορά τη σοσιαλιστική του προοπτική.

Η πολιτική του ΚΚΕ συμπυκνωνόταν για χρόνια στο Αντιμονοπωλιακό, Αντιιμπεριαλιστικό, Δημοκρατικό Μέτωπο (ΑΑΔΜ). Το ΑΑΔΜ έκρυβε, όπως η πράξη αποκάλυψε, τη δυνατότητα πολλαπλών ερμηνειών και πολιτικών επιλογών, ανάλογα σε πιο επίθετο έπεφτε ο τόνος (δημοκρατικό, αντιμονοπωλιακό, αντιιμπεριαλιστικό). Με αποτέλεσμα πότε να προτείνει την «ευρύτερη δημοκρατική συνεργασία με όλα τα δημοκρατικά αντιπολιτευτικά κόμματα … για την επίλυση μια σειράς από ευρύτερα λαϊκά και δημοκρατικά προβλήματα που ενδιαφέρουν αριστερές και αντιπολιτευόμενες αστικές πολιτικές δυνάμεις» (10ο Συνέδριο Μάης 1978) και πότε να περιχαρακώνεται σε ένα βλαπτικό για το λαό σεχταρισμό. Η πολιτική αυτή οδήγησε σε από δεξιά και από αριστερά διασπάσεις. Γέννησε πολιτικούς όρους και στόχους τερατουργήματα όπως: «Δημοκρατική στροφή», «πραγματική αλλαγή», το Κοινό πόρισμα ΚΚΕ-ΕΑΡ, ψευδοέννοιες όπως «νέου τύπου ανάπτυξη» για τις οποίες πλέον ουδείς ασχολείται. Ούτε καν το ίδιο το ΚΚΕ.

Στο 15ο Συνέδριο (1996) το ΚΚΕ αρχίζει να απομακρύνεται, με αντιφατικό όμως τρόπο, από τις ψευδαισθήσεις και την περιπέτεια συσπείρωσης μη μονοπωλιακών, αστικών, κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Τέτοιες δυνάμεις και πολιτικές επιδιώξεις δεν περιλαμβάνονται πλέον στη μετωπική πολιτική του.

Το ΑΑΔΜ, σύμφωνα με τις αποφάσεις των συνεδρίων, ήταν μέτωπο πολιτικών και όχι μόνο κοινωνικών δυνάμεων: «Στις γραμμές του συμπαρατάσσονται κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις ανομοιογενείς από άποψη κοινωνικής θέσης και ιδεολογικοπολιτικής στάσης … που υποστηρίζουν την ανάγκη του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού αγώνα» (16ο Συνέδριο). Στη συνέχεια και στην πράξη, ακόμη και αυτή του η μετωπική πολιτική αυτοκαταργείται από μια πολιτική που περιστρέφεται γύρω από το ίδιο το κόμμα.

Και τώρα η ηγεσία του ΚΚΕ επιχειρεί διά των Θέσεων να επικυρώσει συνεδριακά αυτή την αδιέξοδη πολιτική πρακτική. Αντικαθιστά τη μετωπική του πολιτική με ένα συνδυασμό που αποτελείται από ένα κοινωνικό μέτωπο – κίνημα, τη Λαϊκή Συμμαχία (εργατική τάξη, μισοπρολετάριοι, φτωχοί αυτοαπασχολούμενοι και αγρότες) και τον πολιτικό εκφραστή αυτής της κοινωνικής συμμαχίας που είναι, κατά το ΚΚΕ, το ίδιο το ΚΚΕ. Η Λαϊκή Συμμαχία δεν έχει πολιτική μετωπική έκφραση. Μπορεί όμως να υπάρχει, ειδικά μάλιστα στην εποχή μας, μέτωπο κοινωνικών δυνάμεων δίχως αντίστοιχη πολιτική μετωπική έκφραση;

Η εργατική τάξη συγκροτείται αντικειμενικά ως τέτοια. Στην εποχή μας είναι ένας πολυκόσμος (κυρίως χειρώνακτες, σύνθετα πνευματικά και χειρωνακτικά εργαζόμενοι, πνευματικά κυρίως εργαζόμενοι, νέα κύματα προλεταριοποιούμενων, εργαζόμενοι σε νέους τομείς εργασίας). Πλουτίζεται από μεσαία στρώματα που φτωχοποιούνται, προσβλέποντας ακόμη στην προηγούμενη κοινωνική τους θέση. Αναδιατάσσεται από τα εκατομμύρια μετανάστες που φέρουν μαζί τους το δικό τους τρόπο ζωής και εργασίας. Η ίδια η διαμόρφωσή της είναι αντιφατική αφού αντιφατική είναι η σχέση κεφαλαίου – εργασίας ως σχέση πρωτίστως ασυμφιλίωτης αντίθεσης, αλλά ταυτόχρονα και αμοιβαίας εξάρτησης.

Αυτή η πολύμορφη εργατική τάξη χαρακτηρίζεται από διαιρέσεις. Διακρίνεται από πολλαπλές πολιτικές συμπεριφορές. Μόνο στις κορυφαίες στιγμές των εργατικών αγώνων προβάλλει ενιαία, όχι απλώς ως εκμεταλλευόμενη, αλλά ως δημιουργός της ιστορίας.

Στα μεσαία στρώματα, ακριβώς γιατί πλήττονται από τις πολιτικές που προωθούνται, η ανάγκη αυτοτελούς μετωπικής πολιτικής έκφρασης είναι μια διαρκής διελκυστίνδα.

Επομένως, αν στην Αριστερά δεν είχε εμφανισθεί ποτέ η ενωτική πολιτική των πολιτικών μετώπων, στη σημερινή εποχή της κρίσης και αντιδραστικής ανασυγκρότησης του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, αυτή έπρεπε να «ανακαλυφθεί» και προωθηθεί ακριβώς λόγω των ποιοτικών και ποσοτικών εξελίξεων στην εργατική τάξη, τα μεσαία στρώματα, στην ίδια την παραγωγική διαδικασία.

Το πολιτικό υποκείμενο από το σημερινό αγώνα για «να φάει ψωμί ο εργάτης» ως την επανάσταση, αποτελείται από την ενότητα, συμπόρευση και βαθύτατη αλληλεπίδραση, τη διαλεκτικά ιεραρχημένη σχέση, τριών παραγόντων: Πρώτο, τη μερική, ειδική στρατηγική πρωτοπορία, το κόμμα – ηγεμόνα που είναι ο πρωταρχικός και καθοριστικός παράγοντας. Δεύτερο, τη γενική πρωτοπορία, το πολιτικό μέτωπο των αντικαπιταλιστικών τάσεων των αγωνιζόμενων εργατικών – λαϊκών μαζών που είναι ο πολιτικά αποφασιστικός παράγοντας. Και τρίτο, την αριστερή αντικαπιταλιστική συγκροτημένη πτέρυγα του μαζικού κινήματος, που είναι ο βασικός κρίκος σύνδεσης της πρωτοπορίας με την τάξη.

Η αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης, πολύ περισσότερο η επανάσταση, η εργατική εξουσία και η μετάβαση προς την κομμουνιστική διεθνιστική απελευθέρωση είναι έργο όχι γενικά και αφηρημένα του εργατικού κινήματος, αλλά του μετασχηματιζόμενου, με την παρέμβαση της πρωτοπορίας, κινήματος της εργατικής τάξης. Είναι, τελικά, έργο της επαναστατικοποιημένης πλειοψηφίας της εργατικής τάξης και των σύμμαχων φτωχών μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων της πόλης και του χωριού.

Η οικοδόμηση επομένως πολιτικών και όχι μόνο κοινωνικών συμμαχιών του σύγχρονου προλεταριάτου με τα άλλα μη προλεταριακά καταπιεζόμενα μεσαία στρώματα σε συνδυασμό με την εργατική πολιτική που ενισχύει την εσωτερική ενότητα της εργατικής τάξης, αποτελεί την καθοριστική πλευρά για την ανάπτυξη του κοινωνικού και πολιτικού αγωνιστικού μετώπου απόκρουσης της επίθεσης.

Η μετωπική πολιτική δοκιμάζεται και κατακτιέται με το βλέμμα στραμμένο στις τάσεις του μέλλοντος. Εκεί κατοχυρώνεται ο ρόλος του «ενός κόμματος – έμπρακτα αναγνωρισμένου ηγεμόνα» μέσα στην υπάρχουσα, πάντα, βεντάλια κομμάτων εργατικής και κομμουνιστικής αναφοράς. Αντίστροφα δηλαδή από την εκ των προτέρων αυτoανακήρυξη του κόμματος ως πολιτική πρωτοπορία η οποία επαληθεύεται ως τέτοια «εκ των υστέρων». Από τη δράση των μελών.
Το ΚΚΕ αδυνατεί να χαράξει ένα τέτοιο δρόμο. Στην ουσία η λογική του είναι η παρακάτω: Θεωρεί τον εαυτό του ως τη μοναδική πολιτική πρωτοπορία. Άρα δεν χρειάζεται πολιτική συμμαχιών με άλλες πολιτικές πρωτοπορίες γιατί αυτές απλά δεν υπάρχουν.

Τι απομένει; Μόνο μια πολιτική κοινωνικών συμμαχιών που θα βρίσκει πολιτική αντιστοίχηση στο ίδιο το ΚΚΕ. Με δυνάμεις που έφυγαν κατά καιρούς από το ΚΚΕ; «Καμία πολιτική συνεργασία … ούτε σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης»!!! Με αγωνιστές άλλων αντικαπιταλιστικών κομμάτων που «τυχόν θα εμφανιστούν»; (τώρα κατά το ΚΚΕ δεν υπάρχουν). Θα συνεργάζεται κατά μόνας στη Λαϊκή Συμμαχία. Με οπορτουνιστές; Καμία συμπόρευση. (Το 1917 θα είχε δραπετεύσει από τα Σοβιέτ των μπολσεβίκων, των σοσιαλεπαναστατών, των μενσεβίκων).

Επομένως, καμιά μετωπική ενωτική πολιτική. Άρα περιττή και η διαμόρφωση ενιαίου οργάνου πολιτικής συμμαχίας, ακόμη και με δυνάμεις που τυχόν αποδέχονται τη βασική πολιτική κατεύθυνση του ίδιου του ΚΚΕ!

Αυτή η αντίληψη διατρέχει, ανομολόγητα, το σώμα του κειμένου για όλες τις φάσεις ανάπτυξης της ταξικής πάλης, από το σήμερα ως στην επαναστατική περίοδο. Αυτή η πολιτική της μοναδικής εκπροσώπησης του κινήματος από το ίδιο, σε συνδυασμό με το οπορτουνιστικό δούναι και λαβείν που κατά καιρούς είχε η ηγεσία του ΚΚΕ με την αστική τάξη (συγκυβερνήσεις), αναζωπυρώνει τον κίνδυνο νέων περιπετειών για την Αριστερά. Μια τέτοια θέση αποτελεί άρνηση του ίδιου του ιστορικού φορτίου της Αριστεράς στην ελληνική πραγματικότητα. Αφού, από ό,τι θυμάται η ιστορία, το ίδιο το ΚΚΕ δημιούργησε το δομημένο ΕΑΜ, όχι λιγότερο από ό,τι το συγκροτημένο σε όργανα ΕΑΜ δημιούργησε το ΚΚΕ.

Αποτελεί στην ουσία μεταφορά των αντιλήψεων που επικράτησαν στην Αριστερά μετά το μαρασμό των σοβιέτ και της αντικατάστασής τους από το «πάνσοφο» κόμμα. Αυτών των ανεξάρτητων οργάνων άσκησης εργατικής πολιτικής και υποδοχής της εξουσίας, που συμπυκνώνουν κατά τον Γκράμσι την πολιτική συμπεριφορά της εργατικής τάξης ως τάξης για τον εαυτό της. Οδηγεί στην αυτοαναίρεση της θέσης του 19ου Συνεδρίου για την ανάγκη συγκρότησης ανεξάρτητων οργάνων εργατικής πολιτικής. Γι' αυτές τις αντιλήψεις, η ηγεσία του ΚΚΕ, θέλει δεν θέλει, θα κριθεί.
Στις Θέσεις, οι σχέσεις παραγωγής αντιμετωπίζονται ως εξωτερικό περίβλημα των παραγωγικών δυνάμεων, που επηρεάζει την ανάπτυξή τους. Οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται, η προσαρμογή σε αυτές των σχέσεων παραγωγής έπεται. Αυτή η αντίληψη διασπά τη δυναμική, αντιφατική ενότητα παραγωγικών σχέσεων – παραγωγικών δυνάμεων, η οποία συγκροτεί τον εκάστοτε τρόπο παραγωγής. Οδηγεί στον προσδιορισμό των παραγωγικών δυνάμεων με διαταξικό τρόπο. Στην αποκοπή και απομόνωση των σχέσεων ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής από το σύνολο των παραγωγικών σχέσεων.

Ουσιαστικά, επιπλέον, συστατικά των παραγωγικών σχέσεων είναι: Η οργάνωση της εργασίας, οι σχέσεις διεύθυνσης και ιεραρχίας, ο καταμερισμός εργασίας, η σχέση ανάμεσα στην εργασία με εξωτερικό καταναγκασμό και την εργασία με εσωτερική υποκίνηση, η σχέση ανάμεσα στον αναγκαίο και τον πρόσθετο χρόνο εργασίας, ανάμεσα στον εργάσιμο και ελεύθερο χρόνο. Οι σχέσεις αυτές, κάτω από το βάρος της αντίληψης του ΚΚΕ πως οι χώρες της «Ανατολής» ήταν σοσιαλιστικές, αντιμετωπίζονται όπως εκεί αντιμετωπίσθηκαν. Υποτιμούνται, θεωρούνται σχεδόν ουδέτερα, τεχνικά χαρακτηριστικά των παραγωγικών σχέσεων.

Προέκταση αυτής της αντίληψης είναι η ταύτιση σχεδόν των σχέσεων παραγωγής με τη νομική μορφή ιδιοκτησίας, την κρατική ιδιοκτησία. Η κρατική ιδιοκτησία και ο κρατικός σχεδιασμός αποτελούν πρώτο ποιοτικό βήμα για τη δυνητική εμφάνιση κοινωνικών σχέσεων σοσιαλιστικού προσανατολισμού. Από μόνες τους όμως δεν αναιρούν τους όρους διατήρησης και αναπαραγωγής των εκμεταλλευτικών σχέσεων και τάξεων.

Στο κείμενο, αποδεσμεύεται ο απαραίτητος σχεδιασμός, ως στοιχείο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, από τον πυρήνα του κομμουνισμού: Την αυτοδιεύθυνση της παραγωγής.

Η συμβολή του σχεδιασμού στην αλλαγή του εκμεταλλευτικού χαρακτήρα των σχέσεων παραγωγής καθορίζεται από το κατά πόσο το σχέδιο είναι αποτέλεσμα της συλλογικής θέλησης, δράσης, απόφασης και υλοποίησης των ίδιων των εργαζόμενων. Και επομένως έχει ως εσωτερική αναγκαιότητα την ανάπτυξη σχέσεων συνεργασίας των παραγωγών, τον πανκοινωνικό συνειδητό σχεδιασμό της παραγωγής με βάση τις ανάγκες τους. «Αυτοδιευθύνω» σημαίνει συναποφασίζω ο ίδιος τι, πώς, πόσο και για ποιο σκοπό θα παραχθεί, έχοντας -με την παρέμβαση της πρωτοπορίας- πλήρη γνώση των στοιχείων και των γεγονότων.

Πιστοί στο μοντέλο του «υπαρκτού σοσιαλισμού»

Στις θέσεις, η πρώτη περίοδος, αυτή που ακολουθεί αμέσως μετά την επανάσταση, ταυτίζεται ουσιαστικά με την περίοδο του σοσιαλισμού. Η προσέγγιση αυτή είναι αποτέλεσμα των ιδεοληψιών που κυριάρχησαν στην ΕΣΣΔ μετά τις δεκαετίες 1930-1940. Οι ιδεοληψίες αυτές οδήγησαν και οδηγούν στη συσκότιση των ταξικών συσχετισμών μετά το πρώτο άλμα, στην απομάκρυνση από τη μαρξική διαρκή επανάσταση και τα αναγκαία άλματα του μέλλοντος. Όμως η πρώτη τομή-άλμα, η επαναστατική κοινωνική και πολιτική ανατροπή, σημαίνει ουσιαστική βελτίωση της συνολικής θέσης των εργαζομένων. Έναρξη της μεγάλης μεταβατικής περιόδου προς τον κομμουνισμό. Εμφάνιση για πρώτη φορά κοινωνικών σχέσεων σοσιαλιστικού – κομμουνιστικού προσανατολισμού μη κυρίαρχων ακόμα. Πυρήνας αυτών των σχέσεων είναι η διαδικασία κατάκτησης από τους άμεσους παραγωγούς της κυριότητας, της κατοχής και του ελέγχου πάνω στα μέσα παραγωγής. Είναι η προώθηση οργάνωσης της εργασίας και αυτοδιεύθυνσης της παραγωγής από τους άμεσους παραγωγούς. Είναι η ανάπτυξη της πάλης για συντονισμό και παγκοινωνικό συνειδητό σχεδιασμό της παραγωγής με βάση τις ανάγκες των εργαζομένων.

Οι κοινωνίες, επομένως, που προκύπτουν αμέσως μετά την επανάσταση και για μια περίοδο δεν είναι σοσιαλιστικές. Είναι κοινωνίες με διαταραγμένα τα βασικά καπιταλιστικά χαρακτηριστικά τους. Κοινωνίες που ανάλογα με τον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων ή θα μετεξελιχθούν προς το σοσιαλισμό – κομμουνισμό ή θα οπισθοχωρήσουν στον καπιταλισμό.

Ιδιομορφία αυτής της περιόδου είναι η επιτακτική πλευρά τσακίσματος του εκφυλισμένου αστικού κράτους και αντικατάστασής του από τα όργανα της εργατικής πολιτικής που μετασχηματίζονται σε κρατική εξουσία. Το μεταβατικό αυτό κράτος είναι και δεν είναι ακόμα εργατική δημοκρατία (δικτατορία του προλεταριάτου) και ταυτόχρονα είναι και δεν είναι αστικό κράτος. Παραμένει οξύτατο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στις κλονιζόμενες, αλλά επικρατούσες ακόμα στο οικονομικό και στο κοινωνικό επίπεδο αστικές σχέσεις και τάξεις και στα εργατικά συμφέροντα που ηγεμονεύουν πλέον πολιτικά μέσα στην καταπιεζόμενη πλειοψηφία της κοινωνίας και μέσα στη νέα επαναστατική κρατική μηχανή.

Το έλλειμμα μιας σύγχρονης θεωρίας μετάβασης

Η δεύτερη, ανώτερη τομή – άλμα της διαρκούς, κατά τον Μαρξ, επανάστασης, είναι η ανάδειξη της εργατικής τάξης όχι μόνο σε ηγεμονική αλλά και σε πολιτικά κυρίαρχη τάξη με την πλήρη έννοια: Tην καθοριστική οικονομικοκοινωνική διάσταση. Οι σχέσεις παραγωγής σοσιαλιστικού – κομμουνιστικού προσανατολισμού αναπτύσσονται σε ανώτερο βαθμό. Κατακτούν ηγεμονική θέση. Κυριαρχούν στον χαρακτήρα της κοινωνικής παραγωγής. Οι καπιταλιστικές σχέσεις εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά είναι συνολικά καταπιεζόμενες και ηγεμονευόμενες με παρούσα την τάση ανάπτυξης και αναπαραγωγής τους. Ολοκληρώνεται το τσάκισμα της αστικής κρατικής μηχανής, αναπτύσσεται η πλευρά της απονέκρωσης του κράτους. Το επαναστατικό εργατικό κράτος μετατρέπεται τελικά σε εργατική δημοκρατία (δικτατορία του προλεταριάτου) με την πλήρη έννοια. Βασική αντίθεση γίνεται πλέον η αντίθεση ανάμεσα στον εργατικό χαρακτήρα του και στις τάσεις απονέκρωσής του. Το «ποιος ποιον» κλίνει προς τον σοσιαλισμό αλλά δεν έχει κριθεί ακόμη.

Στην τρίτη ανώτατη τομή αυτής της χειραφετητικής διαδικασίας καταργούνται οι κυριαρχούμενες και μεταμορφωμένες εκμεταλλευτικές σχέσεις. Καταργείται η εργατική τάξη ως τάξη, οι τάξεις συνολικά. Η πολιτική ως διαμεσολαβητική σχέση. Καταργούνται οι πρωτοπορίες ακριβώς γιατί η κοινωνία αποτελείται πλέον από «ανεπανάληπτες ξεχωριστές προσωπικότητες – πρωτοπορίες». Το κράτος ως όργανο ταξικής κυριαρχίας δεν έχει κοινωνική βάση ύπαρξης. Απονεκρώνεται και μετατρέπεται σε «κοινωνική υπηρεσία». Η εργασία αποκτά το δημιουργικό χαρακτήρα της. Ο χρόνος που ελευθερώνει η εργασία και η επιστήμη αποκτά την απελευθερωτική του διάσταση. Καταργείται ο νόμος της αξίας, οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, ο διαχωρισμός χειρωνακτικής – πνευματικής εργασίας.

Η καμπή αυτή σημαίνει τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Την ανεπίστρεπτη πλέον κυριαρχία του κομμουνισμού σε διεθνές επίπεδο, στην πρώτη, τη σοσιαλιστική βαθμίδα ωριμότητάς του. Και οι τρεις αυτές μεγάλες τομές στη διαλεκτική τους ενότητα ανοίγουν, κορυφώνουν και κλείνουν τη μεταβατική περίοδο.
Οι Θέσεις για το 19ο Συνέδριο όμως ταυτίζουν, στην ουσία, το σοσιαλισμό με την αμέσως μετά την επανάσταση μεταβατική (προς αυτόν) κοινωνία. Η κοινωνία αυτή αντιμετωπίζεται δηλαδή ως κοινωνία μετάβασης ανάμεσα σε διαφορετικές φάσεις – βαθμίδες του ίδιου τρόπου παραγωγής, του σοσιαλιστικού. Και οδηγούνται αναγκαστικά στην ταύτιση του μεταβατικού κράτους που προκύπτει από την ανατροπή με την εργατική δημοκρατία (δικτατορία του προλεταριάτου). Η θεώρηση αυτή είναι προϊόν άρνησης των διδαγμάτων της ιστορίας. Συσκοτίζει την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, τους κινδύνους και τις δυνατότητες όπως προκύπτουν σε αυτήν την περίοδο. Μήτρα της έχει τη θεωρία που προκύπτει από το ιστορικά ανέκδοτο ιδιότυπο εκμεταλλευτικό καθεστώς που παγιώθηκε στην ΕΣΣΔ στα μέσα της τέταρτης δεκαετίας του περασμένου αιώνα. Η προσέγγιση αυτή δεν έχει σχέση με τον πυρήνα της μαρξικής θεωρίας.

Η ανάγκη ανάπτυξης μιας σύγχρονης θεωρίας μετάβασης προς τον κομμουνισμό, από τη σκοπιά των επαναστάσεων του 21ου αιώνα, αποκαλύπτεται άλλη μια φορά. Η ανάγκη αυτή προέκυψε νωρίς: Από τις αναταράξεις στην ΕΣΣΔ στην πρώτη, τη μεταβατική φάση της Οκτωβριανής Επανάστασης, όπου επιφανείς επαναστάτες αντιπαρατίθενται: Το 1919 οι Μπουχάριν, Τρότσκι και Πρεοπραζένσκι ζητούν άμεσο πέρασμα στον κομμουνισμό με αυστηρή εργασιακή πειθαρχία. Το 1923 η πλατφόρμα των 46 (Καγκάνοβιτς, Πιατακόφ κ.ά.) καταγγέλλει «την έλλειψη σχεδιασμού». Ο Ζηνόβιεφ καταγγέλλει τη Νέα Οικονομική Πολιτική ως «κρατικό καπιταλισμό». Το '26 οι Τρότσκι, Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ προτείνουν «άμεσα μέτρα εναντίον της γραφειοκρατίας κ.ά.».

Οι αναταράξεις αυτές οφείλονται και στα κενά στη θεωρία της μετάβασης σε μια συνταρακτική πορεία από δρόμους μάλιστα απάτητους. Η ίδια ανάγκη ενισχύεται από τα μετέπειτα δραματικά ιστορικά γεγονότα. Αναβλύζει από τις σύγχρονες δυνατότητες και αναγκαιότητες.

Στις συνεδριακές θέσεις του ΚΚΕ «οι νεκροί βαραίνουν στους ζωντανούς». Οι αναγκαίοι πολιτικοί δρόμοι νικηφόρων εργατικών αγώνων με προοπτική τον κομμουνισμό και τις επαναστάσεις του 21ου αιώνα δεν βρίσκουν τη θέση τους. Στη σημερινή, την κατεξοχήν εργατική εποχή, το κρίσιμο ζήτημα της έκβασης της ταξικής αναμέτρησης είναι πολύ «πεισματάρικο» για να ανεχτεί, από τον οιονδήποτε, πλασματικές ή ημιτελείς απαντήσεις.

ΠΗΓΗ: January 14, 2013, http://prin.gr/?p=655

Καταναλωτισμός, περιβάλλον, κοιν. & αλληλέγγυα οικονομία

Καταναλωτισμός, περιβάλλον, κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία

 

Του Πάνου Τότσικα

 

Από τα μέσα της δεκαετίας του '80, θεώρησα σκόπιμο να συμμετέχω σε όσες πρωτοβουλίες κινήσεις, επιτροπές πολιτών που αγωνίζονταν για …την προστασία των ελεύθερων χώρων, του αστικού και περιαστικού περιβάλλοντος, των δασών και των ορεινών όγκων της Αττικής.

Μέσα απ' αυτή την διαδικασία και εμπειρία, συνειδητοποίησα ότι «αντίπαλος» δεν ήταν μόνο όσοι διαχειρίζονταν την κεντρική ή την τοπική εξουσία, όχι μόνο τα εκάστοτε σχέδια «ανάπτυξης» και «αξιοποίησης» που προωθούνταν από κυβερνητικά κόμματα και δημοτικά σχήματα, πλειοψηφούντα ή μειοψηφούντα, αλλά και ένας μεγάλος αριθμός συμπολιτών μου, σχετικά βολεμένων με την υπάρχουσα κατάσταση, που διεκδικούσαν, υποτίθεται, καλύτερη «ποιότητα ζωής».

Οι συμπολίτες μου αυτοί, έχοντας περιπέσει σε κατάσταση καταναλωτικής υστερίας, δεν δίσταζαν να αγοράζουν πράγματα ελάχιστα ή καθόλου αναγκαία γι' αυτούς, με αποτέλεσμα να γεμίζουν οι ντουλάπες τους, τα πατάρια, οι αποθήκες και να μην ξέρουν που να βάλουν πια τα άχρηστα γι' αυτούς πράγματα, τα …. οποία επιπλέον δεν είχαν και εμπορική αξία, ώστε να τα μεταπουλήσουν.

Ακόμη, αρκετοί από τους συμπολίτες μου, διεκδικούσαν το δικαίωμα να καταναλώνουν τον δημόσιο χώρο της πόλης για να εξυπηρετήσουν τα προσωπικά τους συμφέροντα. Έτσι δεν δίσταζαν να καταλαμβάνουν δημόσιους χώρους σε πεζοδρόμια και πλατείες, παρκάροντας το όχημά τους ή επεκτείνοντας το μαγαζί τους, δεν δίσταζαν να καλύπτουν αυθαίρετα ημιυπαίθριους χώρους, βεράντες και μπαλκόνια, πρασιές, ισόγειους και υπόγειους χώρους, υποβαθμίζοντας τις συνθήκες διαβίωσης των γειτόνων τους αλλά και της πόλης συνολικά. Επίσης, δεν δίσταζαν να χτίζουν αυθαίρετα σπίτια σε δασικές περιοχές, ακόμη και σε καμένες και κηρυγμένες αναδασωτέες περιοχές, δεν δίσταζαν να καταπατούν παραλιακούς χώρους και να περιορίζουν την ελεύθερη πρόσβαση προς τη θάλασσα.

Και όλα αυτά δεν τα έκαναν μόνο κάποιοι που ανήκαν στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις, αλλά, σε διαφορετικό βαθμό βέβαια, και κάποιοι που ανήκαν στις μεσαίες και κατώτερες. Συνήθως, για λόγους απληστίας οι πρώτοι, μαγκιάς οι δεύτεροι και επιβίωσης οι τρίτοι (ή με ένα δικό του "κοκτέϊλ" ο καθένας).

Και τότε ήρθε η «κρίση». Για πολλούς, αυτό σήμαινε μείωση του καταναλωτικού τους επιπέδου. Μείωση της δυνατότητας να καταναλώνουν εμπορεύματα που δεν τα είχαν ανάγκη, για κάποιους, αλλά και αδυναμία κάλυψης βασικών βιοποριστικών αναγκών, για κάποιους άλλους. Και τότε εμφανίστηκε το φαινόμενο της προσφοράς ,της αναδιανομής και της επανάχρησης μεταχειρισμένων ειδών και αντικειμένων πρώτης ανάγκης: Εκκλησίες και δημοτικές υπηρεσίες παραλαμβάνουν είδη που προσφέρονται από όσους δεν τα χρειάζονται και τα διανέμουν σε όσους τα χρειάζονται, οι οποίοι τα επαναχρησιμοποιούν. Έτσι βολεύονται όλοι: Και αυτοί που αδειάζουν οι ντουλάπες τους από περιττά πράγματα, και αυτοί που έχει μειωθεί το εισόδημά τους σε βαθμό που αδυνατούν να αγοράσουν ακόμα και τα αναγκαία.

Και ενώ η κατανάλωση ειδών πρώτης ανάγκης έχει εκ των πραγμάτων περιοριστεί, η κατανάλωση του δημόσιου χώρου, του αστικού και περιαστικού περιβάλλοντος συνεχίζεται ακάθεκτα, από τα μεγάλα, τα μεσαία και τα μικρά συμφέροντα:

Την ίδια στιγμή, ανατρέπεται η όποια νομοθεσία προστασίας του περιβάλλοντος που υπήρχε μέχρι σήμερα και δίνεται η δυνατότητα στους επίδοξους ιδιώτες «επενδυτές» να κάνουν ό,τι θέλουν, όπου θέλουν, υπερβαίνοντας τον ισχύοντα χωροταξικό σχεδιασμό.

Την ίδια στιγμή, ξένες και ελληνικές κοινοπραξίες ετοιμάζονται να κατασπαράξουν τον χώρο του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού και την παραλία του Αγίου Κοσμά αντί πινακίου φακής, όπως και άλλους παραλιακούς χώρους στο Σαρωνικό, όπως και τη Βόρεια Κέρκυρα, τη Νότια Ρόδο και τόσες άλλες περιοχές.

Την ίδια στιγμή εξαθλιωμένοι οικονομικά πολίτες αλλά και αδίστακτοι κερδοσκόποι, αποτελειώνουν τους εναπομείναντες δασικούς χώρους, κόβοντας και πουλώντας για καυσόξυλα τα δέντρα που απέμειναν από τις πυρκαγιές και τους εμπρησμούς.

Ακόμη, ο Αρχιεπίσκοπος προωθεί την προσωρινή παραχώρηση δημόσιας γης που διεκδικείται από την εκκλησία σε ακτήμονες για καλλιέργεια, «με την προϋπόθεση να αρθούν οι ισχύοντες εκ της νομοθεσίας περιορισμοί», δηλαδή να αποχαρακτηριστεί και να μην θεωρείται πλέον ως δημόσια και, σε πολλές περιπτώσεις, δασική..

Ως συμπέρασμα, θα μπορούσαμε να πούμε: Μέχρι πρότινος, θεωρούσαμε ως κεντρικό το ζήτημα της υπεράσπισης των δημόσιων, ελεύθερων αστικών και περιαστικών χώρων από τα «μεγάλα συμφέροντα» αλλά και από την καταναλωτική υστερία κάποιων συμπολιτών μας, με ότι αυτή συνεπάγονταν.

Σήμερα, δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για «κρατική αδράνεια» «κυβερνητική αδιαφορία» και «ανεπάρκεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης». Σήμερα μπορούμε πλέον να μιλάμε για συνειδητό ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, για συνειδητή καταστροφή του εναπομείναντος φυσικού περιβάλλοντος, για συνειδητή συγκάλυψη του συντελούμενου εγκλήματος από τους κυβερνώντες αλλά και πολλούς διαχειριστές της τοπικής εξουσίας.

Σήμερα που θίγεται οικονομικά και ο λεγόμενος «μεσαίος χώρος», οι φωνές για την προστασία του περιβάλλοντος, μειώνονται ακόμη περισσότερο.

Πολλοί από αυτούς που μέχρι πρότινος ανήκαν στην «μεσαία τάξη», βρίσκονται μαζί με αυτούς που πάντα ανήκαν στην «κατώτερη τάξη» στην ίδια λίστα ή ουρά για το συσσίτιο, στην ίδια ουρά για να πάρουν μια σακούλα με τρόφιμα ή ρούχα. Βρίσκονται στο ίδιο δασάκι για να κόψουν ξύλα για να ζεσταθούν.

Αυτό σημαίνει ότι διευρύνεται το μέτωπο των «από κάτω»; Ναι αλλά προς πια κατεύθυνση; Να ανακτήσουμε το χαμένο καταναλωτικό μας επίπεδο ή να αναζητήσουμε ένα νέο μοντέλο κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας; Που δεν θα στηρίζεται στην φιλανθρωπία και την ελεημοσύνη όσων έχουν διατηρήσει το καταναλωτικό τους επίπεδο συμμετέχοντας στην εκμετάλλευση των ανθρώπων και της φύσης, αλλά θα στηρίζεται σε μια οικονομία ελεγχόμενη άμεσα από τους ίδιους τους παραγωγούς και τους καταναλωτές, χωρίς μεσάζοντες κερδοσκόπους.

Το ζητούμενο είναι μια νέου τύπου κοινωνική οργάνωση που θα έχει ως υπόβαθρο την κοινωνική δικαιοσύνη και την Άμεση Δημοκρατία.

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύτηκε στον Δρόμο της Αριστεράς το Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012. Το είδα: Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013, http://kostaskordatos.blogspot.gr/2013/01/blog-post_2589.html