Να ζει κανείς ή να μη ζει;
Του Χρήστου Σκανδάμη*
Μονολογούσε ο Άμλετ.
Κι απάντηση δεν έβρισκε.
Ολόιδιο το δίλλημα
Που μας προβάλλουν οι (θ) Εσμοί.
Και πώς να απαντήσεις;

Μονολογούσε ο Άμλετ.
Κι απάντηση δεν έβρισκε.
Ολόιδιο το δίλλημα
Που μας προβάλλουν οι (θ) Εσμοί.
Και πώς να απαντήσεις;


Πώς αλλιώς, με ποιά άλλη αλληγορία να μιλήσει κανείς για την απώλεια του τόπου; Ποιός άλλος έρωτας, παρά ο έρωτας στο χώμα που πατάς, μπορεί να συμβολίσει το χάσιμο του τόπου; Και τι να κάνει κανείς αν του τραβήξουν το χώμα κάτω απ’ τα πόδια;
Και ξαφνικά μια μέρα, μια ωραία μέρα, δεν έχεις τι να πεις. Νιώθεις ότι βουβαίνεσαι ή ότι πρέπει με κάποιο τρόπο να βγάλεις το σκασμό. Είπες πολλά και στην πραγματικότητα οι λέξεις σου δεν καταφέρνουν να κινητοποιήσουν ούτε εσένα τον ίδιο. Είναι λες και οι λέξεις έχασαν την πανάρχαια δύναμη τους να αφυπνίζουν τους νεκρούς. Τσιμουδιά λοιπόν. Σαν ένας ερωτευμένος που ξαφνικά σταματά να είναι. Παύει να είναι. Δεν είναι πια. Όχι μόνο ερωτευμένος, αλλά δεν «είναι» καν.


Η πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης, έκτασης 47 σελίδων, μια πρόταση εφ όλης της ύλης και συνολικής παραβίασης όλων των λεγόμενων κόκκινων γραμμών, παραδόθηκε στους «θεσμούς» την 1η Ιουνίου και έγινε γνωστή μερικές μέρες αργότερα. Η νέα αυτή πρόταση, και πάλι, συνοδεύτηκε από αυξημένες κυβερνητικές προσδοκίες για άμεση συμφωνία. Και όμως, η μη αποδοχή της πρότασης από τους λεγόμενους θεσμούς, θα έπρεπε να είναι αναμενόμενη. Έχει αποδειχτεί πολλές φορές ότι οι υποχωρήσεις κατά κανόνα συνοδεύονται από ένταση της επίθεσης από την άλλη πλευρά. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τέτοιου μεγέθους και τέτοιας ποιότητας υποχωρήσεις.


Θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε πως είχαμε προειδοποιήσει έγκαιρα την κυβέρνηση, όσον αφορά το τετράμηνο ναρκοπέδιο, με το οποίο θα ήταν αντιμέτωπη μετά τις εκλογές (άρθρο) –ειδικά επειδή αναίρεσε τότε τη βασικότερη προεκλογική της δέσμευση, τη διαγραφή μέρους του χρέους. Τονίσαμε δε από τις αρχές Φεβρουαρίου ότι, η Ελλάδα κινδυνεύει πολύ σοβαρά να μετατραπεί στην «Ουκρανία της Μεσογείου» –εάν συνεχιστεί η λανθασμένη γεωπολιτική εκ μέρους της (άρθρο).


«Γράφοντας κατά της ιδιοκτησίας εγείρω δίκη για κυριότητα σε ολόκληρη την κοινωνία και συνεπώς όσοι δεν κατέχουν σήμερα τίποτα είναι εξίσου ιδιοκτήτες με εκείνους που κατέχουν. Αντί όμως να συμπεράνω ότι η ιδιοκτησία πρέπει να μοιραστεί σε όλους προτείνω, με μέτρο τη γενική ασφάλεια, να καταργηθεί για όλους»
Πιέρ Ζοζέφ Προυντόν
Η έννοια της πραγματικής, αντικειμενικής ελευθερίας ορίζεται ως το δικαίωμα των ατόμων και των κοινωνικών συνόλων να μπορούν να κάνουν όλα όσα θεωρούν αναγκαία για την απρόσκοπτη εξέλιξη και ευημερία τους, χωρίς ωστόσο να παραλείπουν την υποχρέωσή τους αυτές οι ενέργειές τους να μην εμποδίζουν, αντίθετα πρέπει να συμβάλλουν για, την απρόσκοπτη εξέλιξη και ευημερία όλων των άλλων. Είναι σαφές ότι η απαίτηση κάποιων ατόμων, κοινωνικών τάξεων ή εθνών να επιδιώκουν με δόλιους, παράνομους και βίαιους τρόπους τη δική τους εξέλιξη και ευημερία σε βάρος άλλων ατόμων, τάξεων και εθνών δεν ορίζεται ως ελευθερία, αλλά ως εχθρική, κατακτητική, εκμεταλλευτική, υποδουλωτική και σε τελική ανάλυση εγκληματική ενέργεια που στερεί την ελευθερία και την ευημερία των άλλων, οπότε μιλάμε για ατομική, ταξική και ιμπεριαλιστική εξουσία που εδράζεται σε συνθήκες βίαιης κοινωνικής ανισότητας.


«Το επίπεδο, η σύνθεση και η άκρα σπουδαιότητα του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος ευθύνονται για μια από τις πιο διαδεδομένες μορφές κοινωνικού ψέματος»
Τ. Κ. Γκαλμπαίιθ
Η τυραννία της οικονομίας, η θεολογία της ανάπτυξης, έχει οδηγήσει στην οικοδόμηση ενός ανθρώπινου φαντασιακού που έχει καταληφθεί από την παράλογη ιδέα ότι κάθε ανθρώπινη επιλογή καθοδηγείται από την οικονομική λογική και που ταυτίζει την απόλαυση και την ευτυχία με την απεριόριστη κατανάλωση και κατοχή πραγμάτων. Για κοινωνικούς, περιβαλλοντικούς και ανθρωπολογικούς λόγους απαιτείται σήμερα μια άμεση από-αποικιοποίηση του ανθρώπινου φαντασιακού από την αναπτυξιολαγνεία και τον καταναλωτικό ηδονισμό, μια επανανοηματοδότηση της ύπαρξης.


Διαψεύδεται το σύνθημα «Μένουμε Ευρώπη», αφού, σύμφωνα με το Bloomberg, πάνω από τους μισούς Έλληνες ηλικίας 25-34 ετών μένουν στο σπίτι των γονιών τους, και αυτό δεν είναι καθόλου ευρωπαϊκό.
Όλο και περισσότεροι Έλληνες επιστρέφουν στο πατρικό τους, καθώς είναι άνεργοι και δεν πρόκειται να βρουν δουλειά ποτέ.


Την περίοδο της κρίσης το υπουργικό επιτελείο αποφάσισε να περικόψει τα πάντα. Αρκούσε, όπως όλα έδειχναν, να εξασφαλιστεί η καταβολή των μισθών και των συντάξεων. Η εικοστή δόση ήταν προ των πυλών. Απλά, απαιτούσε κάποια νέα μέτρα.
Φυσικά δεν υπήρχαν περιθώρια νέων περικοπών, ή φορολογικών νεωτερισμών. Αυτό δεν το επέτρεπε ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων, που είχε περιοριστεί στο ελάχιστο. Τον ακριβή αριθμό δεν τον γνωρίζαμε αλλά ξέραμε, ότι ακόμη και τα σχολεία λειτουργούσαν με την εθελοντική συμμετοχή και συμβολή, μορφωμένων μακροχρόνια ανέργων. Υπήρχε μάλιστα και επετηρίδα. Κάποιοι φυσικά, εμποτισμένοι με την ελληνική συνήθεια, που καμία κρίση δεν μπόρεσε να αποβάλλει, κατάφερναν να προσπερνούν την σειρά προτεραιότητας και να αποκτούν το δικαίωμα στην απασχόληση, γρηγορότερα. Το αντίτιμο ένα πιάτο φαί. Προσωπικά δεν γνώριζα κανέναν του καθεστώτος. Έτσι συνέχεια με προσπερνούσαν. Περιοριζόμουν λοιπόν στην κηπουρική.


Το μέλλον της παρουσίας της Εκκλησίας στη δημόσια σφαίρα κατά την νεωτερική και μετα-νεωτερική εποχή εξαρτάται εν πολλοίς από τον τρόπο με τον οποία αυτή καταθέτει την μαρτυρία της στο σύγχρονο κόσμο. Πριν από μερικές δεκαετίες σημαίνων κοινωνιολόγος της θρησκείας, ο Peter Berger, οριοθετώντας τη σχέση της Εκκλησίας με τη σύγχρονη νεωτερική πραγματικότητα, διέκρινε δύο κύριες συμπεριφορές της Εκκλησίας: εκείνη της προσαρμογής και εκείνη της αντίστασης. Στο βιβλίο μου Μετανεωτερικότητα και Εκκλησία. Η Πρόκληση της Ορθοδοξίας (εκδόσεις Ακρίτας, Αθήνα 2002), ανέλυσα διεξοδικά τους λόγους για τους οποίους η «προσαρμογή» είναι ασύμβατη με την φύση και την ταυτότητα της Εκκλησίας, τονίζοντας ότι η Εκκλησία οφείλει πάντοτε να αντιπαραθέτει το όραμα μιας άλλης οικουμένης, που θεμελιώνεται στο σύνολο των σχέσεων και όχι των δομών, το όραμα μιας οικουμένης που είναι έκφραση ζωντανής αλληλεπίδρασης, και όχι αυτονομίας των νόμων που οδηγούν στο θάνατο, το όραμα μιας οικουμένης, στην οποία όλοι οι άνθρωποι πάσης φυλής και γλώσσας, ο κόσμος των Ορθοδόξων και των ετεροδόξων, των χριστιανών και των πιστών των άλλων θρησκευμάτων, των πιστών και των απίστων, των δικαίων και των αμαρτωλών, είναι δημιουργήματα του ενός Θεού.

Οι εντατικές συζητήσεις των τελευταίων ημερών και η ανταλλαγή προτάσεων ως βάση για συμφωνία μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των «θεσμών» προϊδεάζουν ότι επίκειται η κατάληξη των συνομιλιών και η υπογραφή συμφωνίας. Απ’ ότι φάνηκε επίσης από την πρόταση των «θεσμών», αυτοί δεν δείχνουν διατεθειμένοι να δεχτούν, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, κάποιο συμβιβασμό. Προβάλλουν όλο και περισσότερες αντιλαϊκές απαιτήσεις. Αν επιμείνουν σε αυτή τη λογική μέχρι το τέλος δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει το αδιέξοδο και την προκήρυξη εκλογών από την κυβέρνηση. Εκείνο που πρέπει να αποκλειστεί είναι η εκ μέρους της κυβέρνησης διακοπή των συνομιλιών, η σύγκρουση και η ρήξη και η αποχώρηση από την ευρωζώνη και την ΕΕ.