Κωνσταντίνος ο Μέγας και η ιστορική αλήθεια

Κωνσταντίνος ο Μέγας και η ιστορική αλήθεια

 

Του παπα – Γιώργη  Δ. Μεταλληνού

 

Η σωστή χρήση των πηγών

 

Είναι γεγονός ότι η στάση των ιστορικών απέναντι στο Μέγα Κωνσταντίνο είναι αντιφατική. Για άλλους υπήρξε μέγα αίνιγμα ή στυγνός δολοφόνος και καιροσκόπος, για άλλους δε, το μέγα θαύμα της ιστορίας. Αυτό συμβαίνει διότι επικρατούν συνήθως ιδεολογικά κριτήρια και παραταξιακές εκτιμήσεις ερήμην των πηγών. Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στο χώρο της ιστορίας, που οδηγεί αυτόχρημα στην αυτοκατάργηση του ιστορικού και των ερευνών του, είναι η χρησιμοποίηση της ιστορίας με οποιεσδήποτε διασκευές της κατά το δοκούν, ώστε να χρησιμοποιείται για να αποδειχθούν πράγματα που ιστορικά δεν θεμελιώνονται.

Ένα άλλο επίσης πρόβλημα είναι όχι μόνον η ιδεολογική χρήση της ιστορίας και των πηγών ακόμη, αλλά είναι και ο ιστορικός αναχρονισμός. Να επιχειρούνται δηλαδή ερμηνευτικές προσβάσεις στα ιστορικά γεγονότα και στα ιστορικά πρόσωπα μέσα από κρίσεις και προϋποθέσεις του παρόντος, του οποιουδήποτε παρόντος. Γνωρίζετε ασφαλώς όλοι ότι όταν συντάσσει κανείς μια ιστορική διατριβή και μάλιστα αν είναι διδακτορική διατριβή που είναι η σημαντικότερη εργασία ενός επιστήμονος, παραθέτει ένα εισαγωγικό ή πρώτο κεφάλαιο που αναφέρεται στην εποχή μέσα στην οποία τοποθετούνται τα θέματα με τα οποία ασχολείται. Αυτή η τοποθέτησις είναι απολύτως αναγκαία, σφαιρική από πάσης πλευράς τοποθέτηση, για να μπορεί κανείς τα συμπεράσματα τα οποία θα συναγάγει, να τα τεκμηριώνει και μάλιστα κατά τρόπον αναμφισβήτητον. Ο ιστορικός αναχρονισμός και η ιδεολογική χρήση της ιστορίας, επαναλαμβάνω, είναι από τις μεγαλύτερες αρρώστιες των ασχολουμένων με την ιστορία, στην εποχή μας περισσότερο. Επίσης, είναι δυνατόν, να στοχάζεται κανείς εις τα ιστορικά γεγονότα ερήμην των πηγών. Αυτό είναι μυθιστόρημα, δεν είναι ιστορία. Μυθιστόρημα σημαίνει, ή ιστορικό ρομάντσο ακόμη, σημαίνει ότι χρησιμοποιεί κανείς κάποια γεγονότα τα οποία έστω, στηρίζονται στις πηγές και τα συνδέει με έναν αυθαίρετο τρόπο. Αυτό ακριβώς είναι πάλι άλλη νόσος της ιστορικής επιστήμης. Ο μακαρίτης, ο μέχρι του θανάτου του πατριάρχης των εκκλησιαστικών ιστορικών στον τόπο μας, ο Απόστολος Βακαλόπουλος, μ' ένα κλασικό έργο που μας έδωσε για την ιστορία, πολύτομο, του νέου ελληνισμού, αναγκάζεται να απολογηθεί στην επανέκδοση του πρώτου και δευτέρου τόμου και να πει το εξής, ότι «με κατηγορείτε διότι δεν στοχάζομαι επί των γεγονότων, αλλά νομίζω ότι επιστήμη είναι πρώτον η έρευνα και η παρουσίαση των πηγών αναλυτικά, κριτικά, και εν συνεχεία ο στοχασμός. Αφήστε με λοιπόν εγώ να ασχοληθώ με τις πηγές», έλεγε ο Βακαλόπουλος, «και εν συνεχεία σεις, κάμνετε τους στοχασμούς σας».

Επαναλαμβάνω λοιπόν,  ιδεολογική χρήση της ιστορίας, ιστορικός αναχρονισμός, παραταξιακή νοοτροπία, και εν συνεχεία ανέρειστος, αθεμελίωτος στοχασμός, καταργούν τον ιστορικό και την έρευνά του.

 

Οι πηγές

 

Μιλώντας για τον Μέγα Κωνσταντίνο, ποιες είναι οι πηγές από τις οποίες αντλούμε πληροφορίες; Ο σύγχρονος ιστορικός, ο πατέρας της εκκλησιαστικής ιστορίας, είναι ο ιστορικός Ευσέβιος, ο οποίος συνεδέετο με φιλικούς δεσμούς με τον Μέγα Κωνσταντίνο και γι' αυτό το λόγο και οι δικές του πληροφορίες πρέπει να κρίνονται και να διασταυρώνονται με άλλες πηγές. Αν δεν μπορούν να διασταυρωθούν παραμένουν ως μαρτυρίες αλλά που δε μπορεί να τις επικαλείται κανείς και να υποστηρίξει αυτό το οποίον θέλει.

Ένας άλλος σύγχρονος ιστορικός, φίλος του γιου του Κωνσταντίνου, του Κρίσπου, ήταν ο Λακτάντιος. «Περί του θανάτου των διωκτών», του Χριστιανισμού προφανώς, έχει γράψει. Είναι όμως και ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος ο οποίος εις τα έπη του ασχολείται με τις δύο Ρώμες, την Παλαιά και τη Νέα Ρώμη. Θεωρεί την δευτέρα, Νέα Ρώμη, ως σύνδεσμο Ανατολής και Δύσεως, θα επανέλθω σ' αυτό. Αυτές είναι οι ασφαλέστερες, σύγχρονες πηγές.

 

Ζώσιμος

 

Από την άλλη πλευρά, πηγή που περιέχει όποιο αρνητικό στοιχείο επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα για τον Μέγα Κωνσταντίνο, είναι ο ειδωλολάτρης, ο εθνικός και φανατικός μάλιστα ειδωλολάτρης ιστορικός, ο Ζώσιμος. 425 περίπου με 518. Γράφει δηλαδή ένα, ενάμιση αιώνα μετά τον Μέγα Κωνσταντίνο.

Ο Ευσέβιος όπως είπαμε είναι ο πατέρας της Εκκλησιαστικής ιστορίας και κοιμάται, αποθνήσκει, περί το 339, 340. Το 337 πεθαίνει ο Μέγας Κωνσταντίνος, άρα είναι σύγχρονος. Ο Zώσιμος ήταν φανατικός οπαδός της αρχαίας θρησκείας και έγραψε το έργο «Ιστορία Νέα» που αρχίζει από τον Αύγουστο και τελειώνει το 410, σε έξι βιβλία. Οι πηγές του είναι παγανιστικές. Οι πληροφορίες τις οποίες δίδει δεν διασταυρώνονται. Αλλά εκείνοι που θέλουν να εκμεταλλευτούν την περίπτωση εναντίον του Μεγάλου Κωνσταντίνου, αντλούν συνεχώς από αναπόδεικτα στοιχεία τα οποία παραδίδει ο Ζώσιμος. Βλέπετε πως προσπαθώ να μείνω αντικειμενικός, δεν είναι αν εμάς μας ενδιαφέρει  ο Κωνσταντίνος να φανεί καλός ή κακός. Το πρόβλημα στην έρευνα είναι τι λέγουν οι πηγές. Επομένως, και ο Ευσέβιος σε πολλά σημεία πρέπει να δεχθεί αυτή τη διασταύρωση για το έγκυρο των πληροφοριών του, αλλά πολύ περισσότερο ο Ζώσιμος που είναι και μεταγενέστερος. Είναι απορριπτικός έναντι του Μεγάλου Κωνσταντίνου και είναι συγχρόνως λιβελογράφος. Η επιστήμη σήμερα δέχεται, κριτικά, ότι ο Ζώσιμος πραγματικά δεν υπήρξε ιστορικός επιστήμων. Γράφει συναισθηματικά πολλές φορές, είναι ηθικολόγος περισσότερο παρά επιστήμων. Υπάρχει ένα καταπληκτικό άρθρο, του Ντίντλεϋ, σε ένα περίφημο γερμανικό περιοδικό του 1972. Όπως επίσης ένα σπουδαίο άρθρο, που έχει τον Ντίντλεϋ υπόψιν, εις το παγκόσμιο βιογραφικό λεξικό της Εκδοτικής Αθηνών, του κυρίου Τσακανίκα. Ο φανατισμός του Ζωσίμου και η λιβελογραφική επίθεση εναντίον του Κωνσταντίνου, φαίνεται στο ότι του αποδίδει την παρακμή της αρχαίας θρησκείας και της αυτοκρατορίας σε στιγμή όπου στην εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου η αυτοκρατορία, της Ρώμης, αποκτά τη μεγαλύτερη έκταση και τη μεγαλύτερη ενότητα και αίγλη. Εντελώς διαφορετικά δηλαδή είναι τα πράγματα απ' ό,τι τα παρουσιάζει ο Ζώσιμος.

Σημασία έχει ότι άκριτα αναπαράγονται από τους μεταγενεστέρους, και μάλιστα από τους συγχρόνους μας νεοπαγανιστές ή νεοειδωλολάτρες, οι απόψεις του Ζωσίμου. Σκόπιμα για να στιγματιστεί και απορριφθεί ο Μέγας Κωνσταντίνος και το έργο του. Να σπιλωθεί και να υποτιμηθεί το πρόσωπό του. Η κορύφωση είναι η ύπουλη πραγματικά και αδίωκτη, ακαταδίωκτη δικαστικά, μετά, τι να κάνεις, που να προσφύγεις σε ποια δικαιοσύνη σ' αυτό το χώρο, είναι τα όσα δημοσιεύονται, ανώνυμα τις περισσότερες φορές. Πόσες φορές μου στέλνουν κείμενα, από το ίντερνετ, άλλοι με επαινούν αλλά οι περισσότεροι, κυρίως οι νεοειδωλολάτρες, με κατηγορούν και μου αποδίδουν απόψεις που ποτέ δεν τις σκέφτηκα. Άλλοι το κάνουν ίσως για να αποκτήσουν κύρος, να μην τους αδικήσω. Έ, γεράσαμε τώρα στην έρευνα, σου λέει το λέει και ο Μεταλληνός. Κι αυτό είναι τιμή μου. Αλλά δε με τιμά το ότι μου αποδίδουν απόψεις που δεν τις γνωρίζω εγώ ο ίδιος. Δε θέλω τώρα να φέρω… έτσι δουλεύει και ο… θα πω το όνομα διότι είναι δημόσια πράγματα, ο κύριος Γεωργαλάς, ο παλαιός συνεργάτης του Παπαδοπούλου, είναι ανέντιμο διότι αποδίδει σε κάποιο βιβλίο ανθελληνικές θέσεις τις οποίες ποτέ δε σκέφτηκα. … (απάντηση σε ακροατή: Ο Γεωργαλάς… ζει… και να 'ναι καλά ο άνθρωπος και να ζήσει και να μετανοήσει πριν φύγει από τον κόσμο για τα ψέματα τα οποία λέει.) Μένει όμως το κείμενο και το παίρνουν φοιτητές. Αυτό γίνεται γενικά και με τον Ζώσιμο. Ο Βολταίρος επί παραδείγματι, τοποθετείται αρνητικά απέναντι στον Κωνσταντίνο. Ο Γίββων τοποθετείται αρνητικά και θα το δούμε αυτό στη συνέχεια. Αμέσως τώρα, ποιοι είναι εκείνοι οι οποίοι διαχρονικά και συγχρονικά στην εποχή μας, κατηγορούν και απορρίπτουν τον Μέγα Κωνσταντίνο.

Ο Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, τον 19ο αιώνα, ο πρώτος μεγάλος ιστορικός μας, πολλά πράγματα πρέπει να ανανεωθούν σήμερα, αλλά βασικά το έργο του παραμένει πολύτιμη πηγή διότι, το λέγω γι' αυτούς που ίσως δεν το γνωρίζουν, ο Παπαρηγόπουλος έχει ένα προσόν: δε στοχάζεται κυρίως αλλά ακολουθεί τις ιστορικές πηγές. Το έργο του είναι ανάπτυξη των ιστορικών πηγών. Άρα και να μη βρει κανείς όλες τις πηγές, μπορεί πιστότατα να τις μελετήσει όπως αποδίδονται από τον Κωνσταντίνο Παπαρηγόπουλο. Λέγει λοιπόν.  Πρώτη ομάδα, που εμίσησε τον Μέγα Κωνσταντίνο, ως πρόμαχο του νέου θρησκεύματος, είναι οι του αρχαίου θρησκεύματος οπαδοί. Οι ειδωλολάτρες της εποχής, όπως ο Ζώσιμος. Ο Ζώσιμος του αποδίδει όλες τις συμφορές, κατά τον Ζώσιμο, συμφορές του κράτους. Και σήμερα λοιπόν αποδίδονται στον Κωνσταντίνο, αναπόδεικτα, όλα αυτά τα οπαία επικαλείται ο Ζώσιμος και οι νεοειδωλολάτρες. Κατά πόσον έχουν δίκιο, θα το δούμε στη συνέχεια. Δεύτερο, επιτίθενται στον Μέγα Κωνσταντίνο, από τον 18ο κυρίως αιώνα, οι οπαδοί του Διαφωτισμού. Μια γνώμη του Ζωσίμου, που διέφυγε, την υπογραμμίζω: «εγκατέλειπε το πάτριον δόγμα και ησπάσθη την ασέβεια». Βλέπετε πόσο σχετικά είναι τα πράγματα. Ασέβεια είναι ο Χριστιανισμός. Και η πάτρια θρησκεία τιμάται! Βέβαια ένας ερευνητής της ιστορίας όπως ο ομιλών, δεν ασχολείται με συναισθηματικά πράγματα. Αλλά καταλαβαίνετε, πώς ανατρέπεται η προοπτική και πως περιμένεις να επαινέσει κάποιος τον Κωνσταντίνο όταν έχει αυτή τη βασική προοπτική στην προσέγγισή του. Παρόλα αυτά, σπεύδω να πω ότι πολλές φορές ο Ζώσιμος ή αποσιωπά σημαντικά έργα του Κωνσταντίνου ή τον επαινεί για τις αρετές τις οποίες διέθετε. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλώντας για τον Μέγα Βασίλειο χρησιμοποιεί την εξής παροιμία που ίσως είναι δική του: «θαυμάζει ανδρός αρετήν και πολέμιος». Τη λεβεντιά ενός ανθρώπου τη θαυμάζει και ο αντίπαλός του. Όταν σε επαινεί ο αντίπαλός σου σημαίνει ότι κάτι αξίζεις. Και δεν είναι λίγες οι φορές που αναγκάζεται ο Ζώσιμος να επαινέσει τον Κωνσταντίνο.

 

Διαφωτιστές

 

Οι Διαφωτιστές λοιπόν, ο Γίββων, ο Βολταίρος. Ο Βολταίρος συνεχώς απορρίπτει το Βυζάντιο ο δε Γίββων ακόμη και στον τίτλο του βιβλίου του, ναι μεν δεν αρνείται ότι το όνομα της αυτοκρατορίας δεν είναι Βυζάντιο αλλά είναι Νέα Ρώμη, είναι συνέχεια από πλευράς πολιτικής και εδαφικής αλλά όχι και πολιτιστικής και πνευματικής, της παλαιάς Ρώμης, μιλεί για την Decline and Fall of the Roman Empire. Δηλαδή είναι το κατρακύλισμα και η πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Κι αυτό οφείλεται κατ' αυτόν, κατά τον Γίββωνα, στον Χριστιανισμό. Το έργο του είναι σπουδαίο, αλλά όταν έχει συγκεκριμένη προοπτική, καταλαβαίνετε το βασικό μειονέκτημά του. Στη διαστροφή των πνευμάτων κατά τον Παπαρηγόπουλο, ουκ ολίγον συνετέλεσε και η παπική αρχή. Μπορεί να είναι ο Μέγας Κωνσταντίνος αναγεγραμμένος εις το αγιολόγιο του παπισμού (σημ. ΟΟΔΕ: τουλάχιστον στους Ουνίτες), αλλά δεν παύει να μισείται ή να τον αποστρέφονται οι ρωμαιοκαθολικοί επειδή μετέφερε την πρωτεύουσα στη Νέα Ρώμη και οδήγησε στην αφάνεια την Παλαιά Ρώμη. Αν γινότανε κάτι τώρα σε μας, λέγω τώρα μια σκέψη, η πρωτεύουσα να μεταφερθεί στη Θεσσαλονίκη, τι θα κάναμε κύριε δήμαρχε εμείς, οι χαμουτζήδες, όπως μας λένε οι βόρειοι, σ' αυτή τη μεταβολή; Σημασία τώρα ουσιαστικότερη έχει το εξής: το όνομα Κωνσταντίνος μολονότι εννοιολογικά προέρχεται από την ελληνική γλώσσα. Κώνστας είναι η constantia είναι η σταθερότης, η δύναμη του χαρακτήρος, και τα δύο από το ρήμα ίσταμαι και ίστημι, επομένως η προέλευση εννοιολογικά είναι αρχαιοελληνική, ελληνική, αλλά το όνομα Κωνσταντίνος επεκράτησε στη Δύση. Από το σχίσμα και μετά, ουδείς πάπας και ουδείς ηγεμόνας της Δύσεως, έλαβε το όνομα Κωνσταντίνος. Έγινε το μισητότερο όνομα εις την Δύση εν αντιθέσει με την Ανατολή που φθάσαμε πριν από κάποια χρόνια από τον ανώτατο άρχοντα και όχι μόνο τον πρώην, τον τέως βασιλέα, αλλά και πρόεδρο δημοκρατίας μέχρι τους αρχηγούς των κομμάτων, να έχουν όλοι το όνομα Κωνσταντίνος. Και η μακαρίτισσα η Μαλβίνα η Κάραλη, είπε κάποτε με κάποια αγανάκτηση, καλά βρε παιδιά, δεν υπάρχει κανένας Βρασσίδας, Επαμεινώνδας, μόνο Κωνσταντίνοι υπάρχουν. Έγινε το αγαπητότερο όνομα, κι επειδή έχω και τον γαμπρό μου Κωνσταντίνο, συγνώμη γι' αυτό που λέγω, το έζησα και προχτές, οι Κωνσταντίνοι έγιναν, δόξα τω Θεώ, περισσότεροι από τους Γιώργηδες και τους Γιάννηδες. Αυτό σημαίνει πόσο αγαπήθηκε, λαογραφικά μιλώ αυτή τη στιγμή, πόσο αγαπήθηκε αυτό το όνομα.

Και τέταρτη ομάδα που στρέφεται εναντίον του είναι οι δυτικόφρονες οι οποίοι, ακρίτως, ακολουθούν πάντοτε κάποιαν Ευρώπη, κάποια Δύση, χωρίς να ενδιαφέρονται αν αυτά που λέγονται είναι ορθά ή όχι.

 

Βιογραφικά στοιχεία

 

Δύο τρία βιογραφικά στοιχεία πριν προχωρήσω σε κάποιες απολογητικές θέσεις. Το όνομα του ήταν Imperator Ceasar Clavdius Valerius Constantinus Augustus – το πλήρες όνομα όταν από το 324 έγινε μονοκράτωρ. Γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου περί το 280. Κατ' άλλους λίγο ενωρίτερα, κατ' άλλους λίγο αργότερα. Στη Ναϊσό, εις την Νίσσα της Σερβίας. Τα νεανικά του χρόνια τα πέρασε ως όμηρος εις την αυλή του αυτοκράτωρος Διοκλητιανού ή στην αυλή του συναυτοκράτωρος Γαλερίου. Όμηρος ώστε να εμποδιστεί ο πατέρας του που ήταν Καίσαρ, ο Κωνστάντιος ο Χλωρός, να επαναστατήσει εναντίον του αυτοκράτωρος. Ίσως γνώρισε το μαρτύριο του αγίου Γεωργίου και τα θαύματά του στην Ανατολή, γιατί η αγάπη του προς τους μάρτυρες πρέπει να έχει κάποιο ουσιαστικό έρεισμα. Υπήρξε γενναίος πολεμιστής με πολλά προσόντα, με ηρωικό φρόνημα. Στην αρχή ενυμφεύφθει τη σεμνή Νινευίνα και απέκτησε τον Κρίσπο, το πρώτο παιδί του. Για πολιτικούς λόγους, όπως και ο πατέρας του, αναγκάστηκε να χωρίσει τη Νινευίνα και να νυμφευθεί την κόρη του συναυτοκράτωρος Μαξιμιανού, την Φαύστα. Η Φαύστα προφέρεται λατινιστί Φάουστα και πραγματικά ήταν η Φάουστα της οικογενείας. Ο Βοσταντζόγλου έχει γράψει ο μακαρίτης σχετικά με την Φαύστα. Απέκτησε από την Φαύστα τρεις γιους. Τον Κωνσταντίνο, τον Κωνστάντιο και τον Κώνσταντα που βασίλευσαν και οι τρεις. Βλέπετε, όλα τα ονόματα στρέφονται γύρω από την ίδια ρίζα. Ο Διοκλητιανός εφήρμοσε ένα νέο σύστημα διοικήσεως, την Renovatio Imperius, την ανανέωση της αυτοκρατορίας από το 285, την τετραρχία.

Ο Διοκλητιανός ήταν ο πρώτος Αύγουστος και Καίσαρ, δεύτερος Αύγουστος θα λέγαμε, ο Γαλέριος. Βοηθός του στην Ανατολή. Ο Μαξιμιανός επίσης συναύγουστος, είχε καίσαρα τον Κωνστάντιο Χλωρό, τον πατέρα του Κωνσταντίνου στη Νίσσα. Το 305, την 1η Μαΐου, παραιτήθηκε ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός και ο Χλωρός ανακυρήχθηκε Αύγουστος στην Δύση και ο Γαλέριος στην Ανατολή. Ο Κωνσταντίνος τότε εκλήθη στη Δύση, κοντά στον πατέρα του. Το 306 επέρχεται ο θάνατος του Κωνσταντίου Χλωρού και στις 25 Ιουλίου του 306, ο στρατός ανεκύρηξε τον Κωνσταντίνο αυτοκράτορα. Πρέπει να λάβουμε υπ' όψη κάτι εδώ. Δεν υπήρχε κληρονομικότητα της βασιλείας, όπως όλη την περίοδο του Βυζαντίου, της Νέας Ρώμης δηλαδή, της Ρωμανίας, όπως δεν υπήρχε και στην αρχαία Ελλάδα. Κληρονομικοί θεσμοί δεν υπήρχαν, θεσμοθετημένη κληρονομική διαδοχή. Απλούστατα, ο στρατός η σύγκλητος και ο λαός μπορούσαν να δεχθούν το γιο κάποιου να τους διαδεχθεί, αλλά όχι κληρονομικώ δικαιώματι. Αυτή είναι η δημοκρατία του ελληνισμού και όχι το όνομα βασιλεύς. Έχω πει και άλλες φορές σ' αυτή την αίθουσα, ας λέγεται όπως θέλει να λέγεται, αρκεί να εκλέγεται. Αυτή είναι η δημοκρατία. Ο Κωνσταντίνος λοιπόν ανακηρύχθηκε από τον στρατό και την σύγκλητο αυτοκράτωρ. Αλλά και ο Μαξέντιος, ο γιος του Μαξιμιανού, το ίδιο έτος στις 28 Οκτωβρίου, ανακηρύχθηκε και αυτός αυτοκράτορας. Το 311 αποθνήσκει ο Γαλάριος και τον διαδέχεται ο Λικίνιος που έλαβε ως σύζυγο την Κωνσταντία – Κωνσταντία και αυτή – θετή αδερφή του Κωνσταντίνου. 28 Οκτωβρίου του 312 ο Κωνσταντίνος ενίκησε τον Μαξέντιο – θα το δούμε γιατί – στη Μιλβία, κατ' άλλους Μουλβία, γέφυρα. Η σύγκλητος ανακήρυξε τότε πρώτον Αύγουστο τον Κωνσταντίνο. Το 313 ο Λικίνιος ενίκησε τον Μαξιμίνο. Και μένουν τώρα δύο Αύγουστοι. Ο Κωνσταντίνος ο πρώτος Αύγουστος και ο Λικίνιος δεύτερος Αύγουστος. Έτσι το 313 εκδίδεται το περιβόητο διάταγμα των Μεδιολάνων, που θα δούμε πια είναι η σημασία του. Το 321 ο Λικίνιος επαναφέρει τους διωγμούς με νέο διάταγμα εναντίον των χριστιανών ενώ το 313 είχε αποφασιστεί, με πρώτον τον Κωνσταντίνο, να πάψουν οι διωγμοί. Επέρχεται η σύγκρουση μεταξύ των δύο και η ήττα του Λικινίου. Το 324 ο Κωνσταντίνος γίνεται μονοκράτορας, η αυτοκρατορία αποκτά ενότητα σε μία αχανή έκταση. Από την Θούλην, που μπορεί να ήταν η σημερινή  Ισλανδία, ή τουλάχιστον η Ιρλανδία, μέχρι την Περσία και την Ινδία. Επομένως γίνεται ένα ενιαίο κράτος, με μία κεντρική εξουσία, έναν κεντρικό αυτοκράτορα. Το 325 συγκαλεί την Α' Οικουμενική Σύνοδο και το 330 εγκαινιάζει τη νέα πρωτεύουσα, τη Νέα Ρώμη. Στις 22 Μαΐου του 337 πεθαίνει στο Δρέπανο της Βιθυνίας – Μικρασία – που ήταν η πόλις καταγωγής της Αγίας Ελένης και γι' αυτό ονόμασε την πόλην αυτήν Ελενούπολη. Βαπτίστηκε από τον φίλο του, Ευσέβιο Νικομηδείας, με λευκή εσθήτα, ως κατηχούμενος και μετά από λίγο αρρώστησε και πέθανε σε ηλικία περίπου εξήντα ετών. Η σωρός του μεταφέρθηκε και ετάφη στη νέα πρωτεύουσα, τη Νέα Ρώμη.

 

Κατηγορίες από τον Ζώσιμο

 

Αυτά είναι τα τυπικά ιστορικά. Ο Κωνσταντίνος κατηγορήθηκε από τον Ζώσιμο για τη δολοφονία και εξόντωση των αντιπάλων του.

Τι μαρτυρούν οι πηγές; Κάποια πράγματα τα οποία λέγονται από τους αντιπάλους του, και μάλιστα το Ζώσιμο που είναι η πηγή των συκοφαντιών κατά του Κωνσταντίνου, μένουν στο χώρο του θρύλου. Όταν είναι κάτι αναπόδεικτο το αναφέρει μεν ο ιστορικός όπως κάνω και 'γω τώρα, χωρίς όμως να μπορεί να στηρίξει οποιαδήποτε συμπεράσματα σε αμέριστες υποθέσεις ή σκέψεις.

 

Η περίπτωση του Μαξιμιανού

 

Η περίπτωση του Μαξιμιανού, για να μείνω σε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ο Μαξιμιανός ήθελε να γίνει αύγουστος, αυτοκράτορας και διώχθηκε από τον γιο του Μαξέντιο. Έτσι κατέφυγε στην κόρη του, ήταν πεθερός του Κωνσταντίνου, στην κόρη του Φαύστα και ζήτησε προστασία από τον Κωνσταντίνο. Το 310 όμως οργάνωσε συνωμοσία και κίνημα για ανατροπή του Κωνσταντίνου. Αυτή ήταν η κατάσταση της εποχής. Ξέρετε, κανείς, όσο μεγάλος κι αν είναι, δε μπορεί να πάψει να είναι τέκνο της εποχής του. Γι' αυτό σας είπα ότι όταν εφαρμόζεται ο λεγόμενος ιστορικός αναχρονισμός, είναι αποτυχία της ιστορικής έρευνας. Εμείς θα ερμηνεύσουμε τα πράγματα της εποχής εκείνης, μεθιστάμενοι σ' αυτή την εποχή κι όχι μεταφέροντας την εποχή στις δικές μας συνθήκες σήμερα. Ο Μαξιμιανός διέδωσε ότι ο Κωνσταντίνος φονεύθηκε στον πόλεμο κατά των Φραγκογερμανών στα βόρεια σύνορα, και πήρε ένα μέρος του στρατού με το μέρος του και αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας. Ο Κωνσταντίνος επέστρεψε και ο Μαξιμιανός κλείστηκε στο φρούριο της Μασσαλίας. Ο Κωνσταντίνος τον αιχμαλωτίζει, τον συγχωρεί όμως, με τη μεσολάβηση και της γυναίκας του της Φαύστας. Νέα συνωμοσία του Μαξιμιανού και της Φαύστας τώρα, για να δολοφονηθεί ο Κωνσταντίνος. Αποτυγχάνει η προσπάθεια. Η Φαύστα τότε, η Φάουστα όπως είπα της οικογένειας, ενοχοποιεί τον πατέρα της. Ο Μαξιμιανός αναγκάστηκε να αυτοαπαγχονιστεί, κρεμάστηκε δηλαδή, γιατί κατάλαβε ότι τα πράγματα έγιναν σκληρότερα γι' αυτόν. Κατηγορούν γι' αυτό τον Κωνσταντίνο. Κοιτάξτε, όταν κάποιος είναι ανώτατος άρχων, και δεν είναι απλώς πολιτικά και διοικητικά ανώτατος άρχων, αλλά συγκεντρώνει όλες τις εξουσίες ονομάζετο Rectus Totius Omnis, δηλαδή ο κυβερνήτης, ο διοικητής ολοκλήρου του κόσμου. Ο Κωνσταντίνος λοιπόν είναι εκείνος ο οποίος ήταν ο Ανώτατος Δικαστής. Ήταν Pontifex maximus, ο ανώτατος αρχιερεύς. Αυτά δεν τα μετέφερε ο ίδιος στον εαυτό του, τα βρήκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Επομένως, πάσα πράξις έπρεπε να δικαστεί από τον ανώτατο δικαστή. Ο οποίος βέβαια περιεστοιχίζετο από τον στρατό αλλά στα πολιτικά πράγματα από την σύγκλητο. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να αποδίδουμε μονομερώς την ευθύνη, όπως όταν κανείς είναι πρόεδρος της δημοκρατίας και υπογράψει θανατική ποινή η οποία ορίζεται από το δικαστήριο, είναι υποχρεωμένος να το πράξει. Αν αρνηθεί ο ανώτατος άρχων, βασιλιάς παλαιότερα, πρόεδρος της δημοκρατίας, να δεχθεί αυτό που προτείνει η δικαστική εξουσία καταλαβαίνετε ποιες επιπτώσεις θα γίνουν.

 

 Η περίπτωση του Βασσιανού

 

Δεύτερο, η περίπτωση του Βασσιανού. Θ' αποφύγω τις λεπτομέρειες, διότι, εις την στάση του Βασσιανού, κι εδώ ο Κωνσταντίνος έδειξε μεγαθυμία κι όταν αποκαλύφθηκε η συνωμοσία – πάλι συνωμοσία – εναντίον του ανωτάτου άρχοντος, ο Βασσιανός εξετελέσθη με την εφαρμογή των νόμων του κράτους. Είναι δυνατόν λοιπόν, εν ψυχρώ, να αποδοθεί η κατηγορία στον Κωνσταντίνο και να θεωρηθεί δολοφόνος; Κάθε ανώτατος άρχων τότε θα έπρεπε να ονομάζεται δολοφόνος, εκτός και αν ο ανώτατος άρχων χρησιμοποιεί τους νόμους. Αλλά η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία γι' αυτό κατόρθωσε τόσα χρόνια να επιβιώσει ' δεν ενεργούσε κατ' αυτόν τον τρόπο.

 

«Τούτω Νίκα» περίπτωση του Μαξεντίου

 

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Μαξεντίου, του κουνιάδου του Κωνσταντίνου. Ο Μαξέντιος επεθύμησε να γίνει ο μόνος αυτοκράτορας και εστράφη κατά του Κωνσταντίνου επικαλούμενος τον θάνατο – την δολοφονία κατ' αυτόν – του πατέρα του, του Μαξιμιανού. Διατάζει την καταστροφή των αγαλμάτων του Κωνσταντίνου. Ο Κωνσταντίνος μέσω των Άλπεων έρχεται στην Ιταλία και συναντώνται οι δύο στρατοί στην ιδία γέφυρα του Τίβερη, δύο χιλιόμετρα έξω από τη Ρώμη. Εδώ εμφανίζεται η γνωστή θεοσημία, όπως το περιγράφει ο ιστορικός Ευσέβιος, κατά το απομεσήμερο. Βλέπει δηλαδή στον ουρανό τον Σταυρό και τα γράμματα που έλεγαν «Τούτω Νίκα», όχι δηλαδή «Εν Τούτω Νίκα». Με αυτό το σύμβολο θα μπορείς να νικάς, ας νικάς. Ο Λακτάντιος παραθέτει το κείμενο εις τα Λατινικά. Και λέει πάλι ότι ήταν Σταυρός, ότι το είδε σε ενύπνιον ο Κωνσταντίνος, βλέπετε  υπάρχουν διάφορες εκδοχές, και είπε ότι τα γράμματα ήσαν In Hoc Vincas, Εν τούτω, εδώ δηλαδή υπάρχει το In. Εν αυτώ, δηλαδή να νικάς. Ο Άγιος Αρτέμιος και ο στρατός, υπάρχουν σχετικές πηγές, εβεβαίωσαν πως το είδαν και αυτοί το σύμβολο, άρα το είδε ολόκληρος ο στρατός και όχι μόνον ο Κωνσταντίνος. Γεγονός είναι ένα. Είτε ως ενύπνιον το είδε, είτε μέρα μεσημέρι στον ουρανό, σημασία έχει ότι από τότε ο Κωνσταντίνος κατασκευάζει το λάβαρο του Σταυρού με το μονόγραμμα, το Χριστόγραμμα ΧΡ, Χριστός. Σε ένα στεφάνι. Και εις τις ασπίδες των στρατιωτών εμφανίζεται το μονόγραμμα.

Ο Ζώσιμος αποσιωπά το γεγονός, ενώ θα μπορούσε να το διαψεύσει, αλλά δε μπορεί. Αποσιωπά το γεγονός όπως και άλλοι παγανιστές συγγραφείς. Το επιβεβαιώνουν όμως μεταγενέστεροι ιστορικοί, ο Φιλοστόργιος, ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος, ο ησυχαστής του 14ου αιώνος. Ο δε Σωζομενός, ιστορικός του 5ου αιώνος, έναν αιώνα μετά τον Κωνσταντίνο μαζί με τον Σωκράτη τον σχολαστικό, λέγει ότι οι λέξεις «Τούτω Νίκα» ήσαν άγγελοι. Όπως το αστέρι της Βηθλεέμ, κατά τον Ιερό Χρυσόστομο, ήταν υπερφυές θαύμα, δηλαδή άκτιστη ενέργεια του Τριαδικού Θεού, το ίδιο και ο Σωζομενός, το ερμηνεύει με το δικό του τρόπο. Στις 28 Οκτωβρίου του 312 γίνεται η μάχη. Ο Κωνσταντίνος είχε 25.000 στρατό, ο Μαξέντιος 100.000 και κυριολεκτικά συνετρίβη ο στρατός του Μαξεντίου. Σπάζει μια γέφυρα του Τιβέριου ποταμού και πολλοί στρατιώτες πέφτουν στο ποτάμι και πνίγονται και μαζί τους και ο Μαξέντιος. Πάλι κατηγορούν τον Κωνσταντίνο. Εμένα με ενδιαφέρει στην έρευνά μου ο όρος που χρησιμοποιείται: «δολοφόνος ο Κωνσταντίνος». Ξέρετε τι σημαίνει δολοφόνος. Να πείτε ότι με τον τρόπο που επετέθη κατόρθωσε κλπ να πέσει ο Μαξέντιος στο ποτάμι και να πνιγεί, εντάξει το δέχομαι. Αλλά δολοφόνος από πού ως που; Όταν είναι μία μάχη κατά την οποία αντιμετωπίζεται στάσις, επανάσταση εναντίον του ανωτάτου άρχοντος. Τρία χρόνια μετά ο Κωνσταντίνος έχτισε τη Θριαμβική Αψίδα η οποία υπάρχει μέχρι σήμερα στη Ρώμη. Τώρα μια αντίφαση, στους αντιπάλους του Κωνσταντίνου είναι ότι δεν κατεδίκασε κανένα στρατιώτη του αντιπάλου στρατεύματος. Δεν εφήρμοσε κανένα μέτρο εναντίον τους. Καταλαβαίνετε λοιπόν ποιες αντιφάσεις υπάρχουν εις την κρίση του Κωνσταντίνου.

 

Κρίσπος – Φαύστα

 

 Χαρακτηριστικότερες από αυτές – να ολοκληρώσω αυτές τις αναφορές – είναι η περίπτωση του γιου του του Κρίσπου και η περίπτωση της Φαύστας, της δεύτερης συζύγου του. Το 316 γιόρταζε τα δέκα χρόνια της ανόδου του εις τον θρόνο, στα ανάκτορα. Και εξαπλώνεται αυτόματα η είδηση ότι συνελήφθη ο Κρίσπος και εφυλακίσθη εις την φυλακήν της Πόλας εις την Ίστρια – από εκεί κατήγετο ο Ιωάννης Καποδίστριας και η οικογένειά του, την Ίστρια. Ο Κρίσπος ήταν ένας σοβαρός και αξιοπρεπής νέος με πολλά ηγετικά χαρίσματα. Δεκαεπτάχρονος, είχε περιβληθεί ανώτατα στρατιωτικά αξιώματα και ήταν μάλιστα και αρχηγός του στόλου της αυτοκρατορίας. Μη σας φαίνεται περίεργο, ο Γκουαρνέ της Ιωσηφίνας, ο θετός γιος του Ναπολέοντος, δεκαέξι χρονών ηύρε να καταλάβει τα Επτάνησα με τους δημοκρατικούς Γάλλους. Εδώ φαίνεται το μίσος της Φαύστας. Ο Κρίστπος υπερτερούσε έναντι των τριών δικών της γιων. Ετίθετο θέμα διαδοχής. Επίσης η αγία Ελένη, αγαπούσε τον Κρίσπο για τα προσόντα, της θύμιζε τον γιο της στα νεανικά του χρόνια. Γίνεται μια σατανική ενέργεια. Ένα μήνα πριν από τον θάνατο του Κρίσπου ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε εκδώσει ένα νόμο εναντίον της μοιχείας. Μοιχεία με έγγαμη γυναίκα, όχι απλώς πορνεία. Η τιμωρία ήταν ο θάνατος. Με ψευδομάρτυρες κατηγορήθηκε από την Φαύστα ο Κρίσπος, πρώτον για συνωμοσία εναντίον του Κωνσταντίνου και δεύτερον ότι της επετέθη, στη μητριά του δηλαδή, με ανήθικους σκοπούς. Ο Ζώσιμος, προσέξτε, ο ειδωλολάτρης ιστορικός, και ο Ιωάννης Ζωναράς τον δωδέκατο αιώνα δέχονται ως αβάσιμες τις πληροφορίες και όλοι οι σοβαροί ερευνητές δέχονται ότι αυτά μένουν στο χώρο του θρύλου. Δεν μπορεί να συναγάγει κανείς σοβαρά συμπεράσματα. Το δίλημμα που είχε ο Κωνσταντίνος σε αυτή την περίπτωση ήταν ανάλογο εκείνο ενός μεγάλου νομοθέτη του ελληνισμού. Τον έβδομο αιώνα ο Ζάλευκος – Ζάλευκος σημαίνει Πάλευκος, όμως λέμε ζάπλουτος (παρακαλώ όσους δεν το ξέρουν να μη λένε ζάμπλουτος – ζα σημαίνει πάρα πολύ, ζάπλουτος και ζάλευκος). Ο Ζάλευκος είναι σύγχρονος του Χαμουραμπί, ή Χαμουράμπι και εκδίδει την πρώτη ελληνική νομοθεσία – είναι αρχαιότερος του Σόλωνος. Είχε λοιπόν ένα νόμο που έλεγε: ο κατηγορούμενος και συλλαμβανόμενος για μοιχεία καταδικάζεται με την εξόρυξη των δύο οφθαλμών. Ο πρώτος που συνελήφθη για μοιχεία ήταν ο γιος του Ζαλεύκου. Έρχεται λοιπόν ο βασιλεύς, όπως ο Κωνσταντίνος ανώτατος δικαστής, να δικάσει. Τι να κάνει; Να τυφλώσει το γιο του που ο στρατός τον ήθελε ως διάδοχό του και η εκκλησία του δήμου; Ρωτάει λοιπόν σοφότατα ο Ζάλευκος την σύναξη: πόσα μάτια απαιτεί ο νόμος στην περίπτωση αυτή ως τιμωρία; Και του είπαν δύο. Ε, λέει, ένα μάτι του γιου μου και ένα μάτι δικό μου. Τυφλώθηκε και αυτός κατά το ένα μάτι για να μην καταδικάσει με την εξόρυξη των δύο οφθαλμών το γιο του.

Αυτό το επικαλούμεθα συνήθως, ο Δημινιάτης και ο Κωνσταντίνος Καλλίνικος για να δικαιώσουν την περί ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης θεολογική, δυτική, παπική δηλαδή θεωρία – αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο και άλλο θέμα.

Δεν εκτελεί τον Κρίσπο, απλώς τον φυλακίζει ο Κωνσταντίνος. Ο νέος εκτελέστηκε με άγνωστο τρόπο και δεν βρέθηκε διάταγμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου που να καταδικάζει τον Κρίσπο σε θάνατο, όπως έπρεπε να υπάρχει. Οι ιστορικοί μας λέγουν ότι η μόνη που μπορούσε να χρησιμοποιήσει την σφραγίδα του αυτοκράτορος ήταν η γυναίκα του η Φαύστα και σ' αυτήν αποδίδεται η δολοφονία. Η απάντηση λοιπόν είναι αδύνατη και ανεύθυνη και προς πάσα κατεύθυνση. Η Ελένη επέστρεψε από τη Ρώμη και πληροφορήθηκε τη συνωμοσία της Φαύστας και απεκάλυψε τα πράγματα στον Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος τότε διέταξε την σύλληψη της Φαύστας. Ο Ζώσιμος αυθαίρετα λέει ότι ο Κωνσταντίνος διέταξε να πνιγεί η Φαύστα στο λουτρό με καυτό νερό. Προχθές μου έστειλαν ένα άρθρο – θα το επικαλεστώ για ολίγο στη συνέχεια – που επαναλαμβάνει ένας εχθρός του Χριστιανισμού, τα όσα γράφει ο Ζώσιμος. Χωρίς καμία άλλη πηγή, χωρίς διασταύρωση της πληροφορίας. Αναπαράγεται λοιπόν αυτή η κρίση αναπόδεικτα. Αλλά το μύθο του Ζωσίμου καταρρίπτει ο Ιερώνυμος. Εκκλησιαστικός συγγραφέας (366 – 419 μ.Χ). Άριστος ελληνιστής, είχε ζήσει κοντά σε πατέρες στην ανατολή και μάλιστα κοντά  στον Ιωάννη το Χρυσόστομο – ανατολικός, Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος, ανήκουν στην ίδια ομάδα από πλευράς Ορθοδοξίας – έζησε ο Ιερώνυμος τα γεγονότα, και αυτός παρέχει την πληροφορία ότι ο θάνατος της Φαύστας επήλθε τρία ή τέσσερα έτη μετά το θάνατο του Κρίσπου. Πως είναι δυνατόν λοιπόν να συνδέονται, και μάλιστα άμεσα, τα δύο γεγονότα; Ακόμη και ο ιστορικός Γίββων εις την ιστορία του καταθέτει την αμφισβήτησή του για ένα τέτοιο θάνατο της Φαύστας. Και ο Παπαρηγόπουλος επίσης απορρίπτει μια τέτοια θεωρία. Τις περιπτώσεις λοιπόν, κυρίως, του Κρίσπου και της Φαύστας, καλύπτει θρύλος.

 

Η στάση του Μ. Κωνσταντίνου έναντι της ειδωλολατρείας

 

Ποια ήταν η στάση τώρα του Κωνσταντίνου έναντι της ειδωλολατρίας. Ένα χρόνο μετά τη Σύνοδο της Νικαίας το 326, ο Κωνσταντίνος έρχεται στη Ρώμη για να γιορτάσει τα εικοσάχρονα της Βασιλείας του, τα δεύτερα δεκενάλια. Κλήθηκε στο Καπιτώλιο να συμμετάσχει σε μια στρατιωτική, ειδωλολατρική γιορτή και να προσφέρει τις νενομισμένες θυσίες. Αρνήθηκε. Καταλαβαίνετε, έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία η άρνηση του αυτοκράτορος να τελέσει τα καθήκοντά του ως εθνικός, ως ειδωλολάτρης αυτοκράτορας. Μάλιστα πρέπει να ξέρουμε, θα το πω παρενθετικά, γιατί εδιώκετο ο Χριστιανισμός, κυρίως τους τρεις πρώτους αιώνες; Αλλά δεν σταμάτησαν ποτέ οι διωγμοί αυτοί, μέχρι σήμερα. Εδιώκετο διότι δεν απεδέχετο άλλες θεότητες. Η φράσις της λειτουργίας: «εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός», κατά τους μεγάλους λειτουργιολόγους, εισήλθε εις την θεία λειτουργία ήδη από τον πρώτο αιώνα. «Εις Άγιος», ήταν απάντηση στους Εβραίους' ένας είναι ο Άγιος που αγιάζει, ο Τριαδικός Θεός. «Εις Κύριος», ένας βασιλιάς, ένας αυτοκράτορας, απευθύνεται στους Ρωμαίους. Ένας είναι εκείνος ο οποίος είναι ο βασιλιάς ο δικός μας. Κι αυτό το επαναλαμβάνει το 160 περίπου στη δίκη του, ο άγιος Πολύκαρπος, επίσκοπος Σμύρνης. Τι του είπε ο Στάτιος ο Κονδράτιος, ο διοικητής της Σμύρνης; «Ώμοσον του Καίσαρος Τίτου». Θυσίασε στο άγαλμα του Καίσαρα. Διότι ο Καίσαρ ήταν Θεός επί της γης.

Τιμούσαν το πνεύμα του Καίσαρος και το πνεύμα της Ρώμης, με αγάλματα με θυσίες, ετιμώντο ως θεότητα. Άρα δεν θα είχε αντίρρηση η Ρώμη οι Χριστιανοί να εισαγάγουν μια νέα θεότητα εις την πανσπερμία των θεοτήτων – ο Οράτιος έλεγε την εποχή αυτή «υπάρχουν περισσότεροι θεοί απ' όσον άνθρωποι» – οπότε δε θα ηρνείτο η Ρώμη εάν πρώτα εδέχοντο τη θεότητα του Καίσαρος και της Ρώμης. Γι' αυτό εδιώκοντο οι Χριστιανοί. Ήταν απηγορευμένη εταιρεία – ομάδα διότι δεν εδέχετο «ους η πόλις», για να επαναλάβω το Σωκράτη, «ους η πόλις ενόμιζε θεούς», κατά νόμον εδέχετο ως θεότητες. Αυτό λοιπόν λειτουργεί μ' έναν τρόπο περίεργο στη συνείδηση των ειδωλολατρών όταν ο αυτοκράτωρ που ετιμάτο ως θεός – και ο Κωνσταντίνος μέχρι τότε ετιμάτο – αρνείται να προσφέρει τα νενομισμένα όπως επέβαλε η θρησκεία της Ρώμης. Ύστερα απ' όσα είχε βιώσει εις την Σύνοδο της Νικαίας, δεν μπορούσε να δεχθεί όλα αυτά.

Επίσης κατά τον Ζώσιμο, προκάλεσε το μίσος των ειδωλολατρών, οι οποίοι για να τον εκδικηθούν και να τον προσβάλουν, εβεβήλωσαν τα αγάλματά του. Δηλαδή χρησιμοποίησαν κάθε μέσο κατά του προσώπου στα αγάλματα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, αλλά εκείνος, ειρηνικότατα, όταν του είπαν τι είχε γίνει, έπιασε το πρόσωπό του και είπε «ευτυχώς εγώ δε βλέπω κανένα τραύμα στο πρόσωπό μου». Δεν καταδίωξε τους ειδωλολάτρες, αλλά ούτε και τήρησε ιδιαίτερα φιλική στάση απέναντί τους. Με επιστολές του συμβούλευε τους κατοίκους της χώρας και των περιοχών που υπήρχαν ειδωλολάτρες να στραφούν προς τη χριστιανική πίστη. Πως είναι δυνατόν να τον αγαπήσουν οι εθνικοί; Αυστηρότητα έδειξε μόνον προς τους αιρετικούς. Γι' αυτό πότε εξόριζε το Μέγα Αθανάσιο, πότε εξόριζε τον Άρειο. Διότι ένας άρχοντας, για να καταλαβαίνουν οι διοικούντες, ενδιαφέρεται σε κάθε εποχή γι' αυτό που λέει η λαϊκή φράση: ησυχία, τάξη και ασφάλεια. Ήθελε δηλαδή να αποφύγει τις άκαιρες διενέξεις και τις συγκρούσεις. Γι' αυτό και ο Μέγας Αθανάσιος, για να προφυλαχθεί κατά πολλούς ιστορικούς, επειδή τον απειλούσαν με δολοφονία οι Αρειανοί, εστάλη εις την Δύση. Εξόριστος στη Ρώμη, 335-36, και στα Ρέμιδα το σημερινό Πριρ, τη γενέτειρα του Μαρξ. Εκεί ακριβώς εστάλη ο Μέγας Αθανάσιος και  μετέφερε το μοναχισμό του αγίου Αντωνίου και του αγίου Παχωμίου, το κοινοβιακό μοναστήρι. Δεν αδίκησε την εθνική θρησκεία. Κατά τον Ζώσιμο επέβλεψε την ανοικοδόμηση εθνικών ναών.

Η συνάδελφος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στη Φιλοσοφική, η κυρία Πολύμνια Αθανασιάδη, έχει μια σπουδαία εργασία εις την οποία λέει ότι αμέσως μετά τη Νίκαια ο Κωνσταντίνος χρηματοδότησε, ως αρχηγός του κράτους, τέσσερις ναούς. Δύο ειδωλολατρικούς και δύο χριστιανικούς. Δηλαδή προσπαθούσε να τηρήσει την ισορροπία και να εξασφαλίσει την ισότητα και ενότητα των πολιτών. Επίσης χρηματοδότησε τους ναούς της αγίας Ελένης, την Εκατονταπυλιανή της Πάρου, τους ναούς εκεί που βρίσκονται και σήμερα στα Ιεροσόλυμα, στη Βηθλεέμ, στο Σταυροβούνι, στη σκήτη που μετέφερε η αγία Ελένη μεγάλο τμήμα του Τιμίου Σταυρού και ούτω καθεξής. Συγχωρήστε με, βλέπω σ' αυτό το άρθρο, και δε θα το διαβάσω ολόκληρο, και πολλοί νεοπαγανιστές μας κατηγορούν λέγοντας «δεν είναι Τίμιος Σταυρός αυτό, αλλά δάσος ολόκληρο». Μη νομίσητε ότι όποιος έχει Τίμιο Ξύλο είναι απευθείας από το Σταυρό του Χριστού. Έχουμε τα λεγόμενα κατασκευαζόμενα φυλαχτά, με το άγγιγμα του αίματος των μαρτύρων και με το άγγιγμα του Σταυρού του Χριστού, το ξύλο αγιάζεται και λέγεται και αυτό Τίμιο Ξύλο αλλά δεν ανήκει στο Σταυρό του Χριστού. Προσέξτε τώρα. Άλλο στη Μονή Ξηροποτάμου και στη Μονή Σταυροβουνίου στην Κύπρο που υπάρχει μεγάλο τμήμα του Σταυρού. Δεν είναι λοιπόν πολλοί σταυροί που κόπτονται, αλλά με αυτόν τον τρόπο παράγονται φυλαχτά που έχουν άμεση σχέση εξ επαφής με τον Σταυρό του Χριστού. Αλλά και ο πατέρας του Κωνσταντίνου είχε ευνοήσει τους Χριστιανούς με την έννοια ότι δεν εφήρμοζε τα διωκτικά διατάγματα του Διοκλητιανού απέναντί τους. Την ίδια πολιτική ακολούθησε και ο Κωνσταντίνος.

Ο Κωνσταντίνος συνέβαλε στη νίκη του Χριστιανισμού. Ένα τεράστιο εγκληματικό λάθος – μακάρι να οφείλεται σε άγνοια – είναι το διαθρυλούμενο και επαναλαμβανόμενο πολλάκις ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος ανεκήρυξε επίσημη θρησκεία το Χριστιανισμό – άπαγε της βλασφημίας! Αυτό θα γίνει στις 28 Φεβρουαρίου του 380 από τον Ισπανικής προελεύσεως και θερμόαιμο αυτοκράτορα τον Θεοδόσιο τον Α', αλλά όχι από τον Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος εξησφάλισε ελευθερία σε κάθε θρήσκευμα, οπότε και οι Χριστιανοί απέκτησαν το δικαίωμα να λατρεύουν ελεύθερα το Θεό τους. Όχι ότι ο Χριστιανισμός ανακηρύχθηκε επίσημη θρησκεία του Κράτους. Αυτό είναι τεράστιο ιστορικό λάθος και ψέμα συγχρόνως. Ο Κωνσταντίνος ο Παπαρηγόπουλος λέγει ότι «προς τον Χριστιανισμό ο Κωνσταντίνος ηδύνατο να πολιτευτεί και άλλως ή όπως επολιτεύθη, ηδύνατο να μην προστατεύσει και να τον καταδιώξει». Άρα μόνο σε μεταφυσικές, κυρίως υπερφυσικές παρεμβάσεις μέσα στην καρδιά του Κωνσταντίνου βλέπει ο Παπαρηγόπουλος την στάση του έναντι των Χριστιανών. Και κάτι σημαντικό. Κανείς πολιτικός δεν στηρίζεται ποτέ εις την μειοψηφία αλλά πάντα στην πλειοψηφία. Είτε για να επιτύχει στις εκλογές είτε για να επιτύχει τους δικούς του στόχους. Και η εποχή που ο Μέγας Κωνσταντίνος μέχρι την Α' Οικουμενική Σύνοδο που δείχνει το ενδιαφέρον του για τον Χριστιανισμό, ποιος ήταν ο αριθμός των Χριστιανών στην Αυτοκρατορία; Οκτώ με δέκα τοις εκατό. Αυτό το μαρτυρεί σε μια σπουδαιότατη εργασία του ο Άντολφ φον Χάρμερ, ένας μεγάλος ιστορικός φιλευθέρας ιδεολογίας εις την Ευρώπη, εις την Γερμανία «Η εξάπλωσις του Χριστιανισμού κατά τους πρώτους αιώνες». Οκτώ με δέκα τοις εκατό. Μειοψηφία ήσαν αυτή την εποχή οι Χριστιανοί.

Επίσης ο Κωνσταντίνος, ο Μέγας Κωνσταντίνος, για μένα, και μόνο γι' αυτό είναι Μέγας και άγιος της εκκλησίας. Άγιος σημαίνει ότι έχει τη Χάρη του Θεού μέσα του, αυτό σημαίνει, όχι αλάθητος. Έχει τη Χάρη του Θεού, ζωντανή και αισθητή. Ο Μέγας Κωνσταντίνος αυτοκαταργήθηκε σε κάποια στιγμή ως αυτοκράτωρ, δεχόμενος τον δημοκρατικότερο θεσμό της Ιστορίας που είναι η Σύνοδος, το Συνοδικό σύστημα. Το 311 και εν συνεχεία 313 – 14 ξέσπασε μια μεγάλη διένεξις, για το σχίσμα των Δονατιστών. Μάλωναν μεταξύ τους οι Χριστιανοί που ανήκαν στον Δονάτο και οι άλλοι στον νόμιμο επίσκοπο σε ποιον ανήκουν οι ναοί και οι περί τους ναούς τίτλοι και τα αγροτεμάχια. Ο Μέγας Κωνσταντίνος που έπρεπε να δικάσει την υπόθεση, αυτοκαταργείται από «Ύψιστος Δικαστής» και λέγει εις τον Μιλτιάδη – Έλληνα – επίσκοπο Ρώμης, της Παλαιάς Ρώμης : «έχετε σύλλογο, δικάστε με τον συνοδικό σύλλογο». Έτσι φθάσαμε στην Α' Οικουμενική Σύνοδο. Όταν λέμε δε ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν πρόεδρος της Συνόδου – με συγχωρείτε αλλά δεν ξέρω γράμματα, να διαβάσω τα κείμενα – ο καθηγητής Βλάσιος Φειδάς, συνάδελφός μας έχει δημοσιεύσει ένα βιβλίο για την προεδρία της Α' Οικουμενικής Συνόδου. Οι πηγές μας λένε, αναλυόμενες κριτικά από τον κύριο Φειδά και από άλλους επιστήμονες, τελευταίος είναι αυτός που γράφει ο κύριος Φειδάς, ότι πρόεδρος υπήρξε ο Αντιοχείας Ευστάθιος.

Άλλο ο πρόεδρος που συντονίζει τις συζητήσεις και άλλο ο συγκαλέσας τη Σύνοδο. Μόνο ο αυτοκράτωρ είχε δικαίωμα να δώσει άδεια στους επισκόπους από όλο το μήκος και πλάτος της αυτοκρατορίας να κινηθούν προς την πρωτεύουσα και μάλιστα εδώ προς τη Νίκαια της Βιθυνίας. Ξέρετε αυτό και επί Ιουστινιανού ισχύει και επί Παλαιάς Ρώμης ίσχυε και επί Κατοχής. Μπορούσε να κυκλοφορήσει κανείς αν δεν είχε άδεια της γερμανικής διοικήσεως και στη Σοβιετική Ένωση μπορούσε να πει κανείς «πετάγομαι μέχρι τη Ρώμη για ψώνια» αν δεν είχε άδεια της αστυνομίας; Διότι εφοβούντο στάση, εξεγέρσεις. Αυτό ίσχυε πολύ περισσότερο στην αχανή Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ο Κωνσταντίνος όμως και οι μετέπειτα αυτοκράτορες δίνει την άδεια να συγκληθεί η Σύνοδος. Προσφωνεί τους Πατέρες της Συνόδου σε άπταιστα ελληνικά, ήταν εγκρατέστατος της ελληνικής γλώσσης, και εν συνεχεία αποσύρεται και το έργο της Συνόδου διεξάγεται από τους αγίους Πατέρες μεταξύ των οποίων ο άγιος Νικόλαος, ο άγιος Σπυρίδων, ο Αλέξανδρος Θεσσαλονίκης, ο Αλέξανδρος Αλεξανδρείας, διάκονος ακόμη ο Μέγας Αθανάσιος – καταλαβαίνετε για ποια πρόσωπα μιλούμε. Αλλά δεν υπήρξε πρόεδρος της Α' Οικουμενικής Συνόδου. Όπως θα συμβεί και στη μετέπειτα ιστορία της Εκκλησίας. Θα μου πει κανείς, συζητήσεις, επηρεασμοί εις τα μετόπισθεν μπορούσαν να υπάρχουν πάντοτε. Αλλά όταν στις Οικουμενικές Συνόδους μπορούσαν να υπάρχουν άγιοι, έτοιμοι να θυσιαστούν για την πίστη του Θεού, ουδεμία επιρροή είναι δυνατή. Αυτό είναι το πρόβλημα σήμερα. Μπορεί να συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος; Αν δεν έχουμε θεουμένους, δε μπορούμε να έχουμε Οικουμενική Σύνοδο. Ή, αν δεν έχουμε επισκόπους που αγωνίζονται για την πίστη του Χριστού και ακολουθούν τους αγίους τους θεουμένους, διαφορετικά όποια Σύνοδος που θα γίνει στο μέλλον που θα διεκδικήσει τον τίτλο Πανορθοδόξου και Οικουμενικής Συνόδου και θα εναντιώνεται εις τον λόγο και την πολιτεία και την πράξη των θεουμένων, δηλαδή των αγίων, θα αποδειχθεί και εύχομαι να μη γίνει αυτό, ψευδοσύνοδος, ληστρική σύνοδος. Επίσης, από ελληνολάτρης ο Μέγας Κωνσταντίνος έγινε πραγματικά πιστός εις τον Ήλιον της δικαιοσύνης, τον Ιησού Χριστό. Έγινε υπέρμαχος της χριστιανικής θρησκείας όπως αποδεικνύει ήδη το 313 με το διάταγμα των Μεδιολάνων, χωρίς, όπως είπα, να διακηρύξει επίσημη και μοναδική θρησκεία τον Χριστιανισμό.

 

Το διάταγμα των Μεδιολάνων

 

Το διάταγμα των Μεδιολάνων, ο Λακτάντιος το περιέχει στο έργο του και ο Ευσέβιος εις την Ιστορία του. Τι περιείχε το διάταγμα. Παρείχε ελευθερία λατρείας. Γενικά, σε κάθε θρησκεία. Κατήργησε τους νόμους οι οποίοι ίσχυαν εναντίον των Χριστιανών και οι τόποι λατρείας – που τους είχαν αρπάξει οι ειδωλολάτρες – επεστράφησαν στους Χριστιανούς. Ή, όπου δεν ήταν δυνατό αυτό, οι Χριστιανοί έπαιρναν αποζημίωση για τους τόπους λατρείας που είχαν αρπαγεί. Είπαμε για την Α' Οικουμενική Σύνοδο. Ανύψωσε συγχρόνως τον ελληνισμό σε πολιτική και εκπολιτιστική δύναμη. Τεράστια προβλήματα. Ο Κωνσταντίνος χρησιμοποιεί τη γλώσσα της Ρωμανίας, της αυτοκρατορίας, της Ελληνικής δηλαδή αυτοκρατορίας η οποία εκτεινόταν απ' τη Δύση μέχρι το βάθος της Ανατολής. Οι γλώσσες ήταν δύο, λατινικά και ελληνικά. Ο Κωνσταντίνος μιλεί ελληνικά στη Σύνοδο όπως και στη Σύνοδο το 324, στην Αντιόχεια. Εκεί ακριβώς ολοκληρώνει την αυτοταπείνωσή του και την αποδοχή της Συνόδου, του Συνοδικού θεσμού, όταν λέγει στους επισκόπους το περίφημο εκείνο: «Εσείς είστε επίσκοποι των εντός, μέσα δηλαδή στα πνευματικά, στα sacra interna της Εκκλησίας. Εγώ, ο αυτοκράτωρ, υπό του Θεού καθιστάμενος επίσκοπος των εκτός αν είη». Όσοι είστε φιλόλογοι ξέρετε τι σημαίνει αυτό το «αν είη». Θα μπορούσα να είμαι εφόσον μου το αναγνωρίζετε, επίσκοπος, που θα επιβλέπω δηλαδή τα εκτός της Εκκλησίας, τα εκτός του αγίου βήματος. Μπορούμε να συναγάγουμε τα συμπεράσματα από τις μετέπειτα επιδρομές κυριολεκτικά όχι μόνο στην Ελλάδα, εις τα sacra interna της Εκκλησίας. Το πρόβλημα των σχέσεων εκκλησίας – πολιτείας σήμερα, ξανατοποθετεί την στάση του Μεγάλου Κωνσταντίνου και πολλών άλλων αυτοκρατόρων μας στην αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης. Δύο τρία πραγματάκια για να κλείσω.

 

Έργα του Μ. Κωνσταντίνου

 

Ανέτρεψε την πορεία της ιστορίας, με τις θρησκευτικές και αστικές αλλαγές τις οποίες επέφερε. Μια απ' αυτές ήταν η απελευθέρωση, η δυνατότητα στους δούλους να γίνουν απελεύθεροι. Δεν καταργεί τη δουλεία, δηλαδή δεν ήταν δυνατόν να καταργηθεί, αλλά όπως ο απόστολος Παύλος με την προς Φιλήμονα επιστολή, αλλάζει το περιεχόμενο της δουλείας. Γίνεται αδελφός ο δούλος. Γίνεται δηλαδή συνεργάτης κι όπως εμείς οι δημόσιοι υπάλληλοι κύριε πρόεδρε δεν είμαστε δούλοι κανενός – όποια στιγμή θέλουμε λέμε τα βροντάω και φεύγω – κατά τον ίδιο τρόπο, όταν ο δούλος ανεγνωρίζετο ως άνθρωπος, ως ανθρώπινον πρόσωπον, δεν ήταν πλέον δούλος αλλά συνεργάτης προς τους πρώην κυρίους του. Είναι ο πρώτος έπειτα Ρωμιός αυτοκράτορας, δηλαδή ορθόδοξος αυτοκράτορας στην Ιστορία, με ποιαν έννοια: είναι αυτός ο οποίος χτίζει τη Νέα Ρώμη, τη νέα πρωτεύουσα. Από το 326 αρχίζει η αναζήτηση πόλεως – δεν ικανοποιείτο με το λατινόφωνο περιβάλλον της Δύσεως και κατάλαβε ότι η τύχη της αυτοκρατορίας μετεφέρετο πλέον στην ανατολή. Εκεί θα έτρεχε το μεγάλο παιχνίδι που το έπαιξε για χίλια εκατό χρόνια και περισσότερο – μέχρι σήμερα το παίζει, οικουμενικά. Ο Ελληνισμός διατηρεί την οικουμενικότητά του συνδεδεμένος πνευματικά με τη Νέα Ρώμη, με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Ο Κωνσταντίνος είχε επιλέξει, τόσο ανθέλληνας ήταν, είχε επιλέξει στην αρχή την Τροία. Εκεί ήθελε να χτίσει την πρωτεύουσα. Τα λέει ο ιστορικός Σωζομενός. Εν συνεχεία όμως κατάλαβε τη σημασία της περιοχής του παλαιού Βυζαντίου, που ήταν ερείπια τώρα, που έλεγχε το πέρασμα προς τη Μαύρη θάλασσα, τα στενά δηλαδή του Βοσπόρου. Ο Παπαρηγόπουλος το είχε επιχειρήσει, ο Γίββων το είχε επιχειρήσει και πολλοί άλλοι ιστορικοί, μέτρησαν την απόσταση από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τη Θούλη της Ισλανδίας και από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Κίνα. Είναι περίπου τα ίδια χιλιόμετρα. Αντελήφθη ο Κωνσταντίνος ότι το κέντρο του κόσμου ήταν αυτή η νέα πόλη. Μάλιστα όταν εχάρασε την πόλη, τον ρωτούσαν οι αξιωματικοί: «που μας πας, πολύ μακριά χαράσσεις τα όρια της πόλης». Έχουμε δεύτερη χάραξη με τον Θεοδόσιο και τρίτη χάραξη με τον Ιουστινιανό και μετέπειτα. Ο Κωνσταντίνος είπε : «δεν μπορώ να σταματήσω γιατί με οδηγεί αυτός μπροστά». Δηλαδή επεκαλέσθει υπερφυσικές παρεμβάσεις, κάποιος άγγελος, που οδηγούσε τον Μέγα Κωνσταντίνο. Αυτό ή είναι αλήθεια ή είναι ψέμα δεν είναι το πρόβλημά μας. Το πρόβλημα είναι η διορατικότητα και η οξυδέρκεια αυτού του πολιτικού να αναγνωρίσει τον ρόλο που επρόκειτο να παίξει η Κωνσταντινούπολη, η Νέα Ρώμη δηλαδή, στην περιοχή αυτή.

Έγινε ο αυτοκράτωρ ο οποίος δεν έχασε κανένα πόλεμο. Δε νικήθηκε ποτέ ούτε εσωτερικά, ούτε εξωτερικά. Κατήργησε το σώμα των πραιτοριανών, που είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούνται οι κύριοι των αυτοκρατόρων, κατήργησε την ποινή του σταυρικού θανάτου, ανανέωσε το οικογενειακό δίκαιο, κατεδίκασε τη μοιχεία όπως είδαμε, με νόμους ανύψωσε τη θέση της μητέρας, προστάτεψε την οικογένεια και τα παιδιά απ' την κατάχρηση της πατρικής εξουσίας και τα κορίτσια απ' την απαγωγή. Ρύθμισε τα ζητήματα διαζυγίου, κληρονομίας, προίκας, κοκ. Όλη η πολιτεία του δείχνει ότι ενεργούσε ως χριστιανός. Με νόμο τιμωρούσε εκείνους που προξενούσαν τον θάνατο των σκλάβων και περιόρισε τη βία και τη σωματική τιμωρία. Μάλιστα κάτι σημαντικότατο για τον 4ο αιώνα: απαγορεύει τον στιγματισμό στα πρόσωπα των σκλάβων. Είχαν τη συνήθεια δηλαδή να στιγματίζουν με σπαθί, καμένο σπαθί, τα πρόσωπα των σκλάβων. Και έλεγε ότι το πρόσωπο είναι εκείνο που μας φέρει εις τον Θεόν. Το κατ' εικόνα Θεού, αφού πλαστήκαμε έτσι. Πως είναι δυνατόν λοιπόν να αχρειώνεται η εικόνα του Θεού στους σκλάβους; Δεν ξέρω πόσοι χριστιανοί ενεργούν κατ' αυτόν τον τρόπο. Επέφερε την ειρήνευση και το τελευταίο ερώτημα:

 

Ποια η σχέση του με τον Χριστιανισμό

 

Ποια η σχέση του με τον Χριστιανισμό. Έχουν γραφεί πολλά. Εκατοντάδες, για να μην πω χιλιάδες βιβλία και άρθρα. Μιλούν για σκοπιμότητα, και σας μίλησα ήδη για τον Χριστιανισμό ως μειοψηφία. Ο δάσκαλός μας, ο μακαρίτης Ανδρέας Φυτράκης, το 1945 κατέθεσε τη διδακτορική του διατριβή με τον τίτλο «Η πίστις του Μεγάλου Κωνσταντίνου κατά τα τελευταία έτη της ζωής του» Μελετώντας όλες τις αρχαίες και τις νεότερες πηγές, υπογραμμίζει την τιμή του Μεγάλου Κωνσταντίνου προς τους μάρτυρες. Απεδέχετο πληρέστατα την περί μαρτυρείν και μαρτύρων θεολογία της Εκκλησίας και του απλού λαού του Θεού. Μάλιστα γονυπετής προσήυχετο μπροστά στους μάρτυρες, κατεσκεύασε δε μαρτύριον, τόπον συναγωγής λειψάνων – ήθελε να συναγάγει, να συγκεντρώσει τα λείψανα των αποστόλων – σ' αυτό θα προχωρήσει ο Κωνστάντιος ο γιος του, δεν ετελεσφόρησε: έξι αποστόλων βρήκαν τα λείψανα – δεν είναι ανάγκη να σας απασχολήσω τώρα με αυτό, για να ταφεί μεταξύ των μαρτύρων. Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι εξέφρασε την επιθυμία να βαπτισθεί στον Ιορδάνη διότι έμαθε ότι ο Ιορδάνης έχει αγιαστικά ύδατα λόγω της εκεί Βαπτίσεως του Ιησού Χριστού. Προσέξτε: κι αν βαπτίστηκε περί το τέλος της ζωής του, που δεν ήξερε ο Κωνσταντίνος πότε θα έρθει – όπως κανείς μας δεν ξέρει, εγώ δεν ξέρω αν θα βγω έξω από τη θύρα ζωντανός όρθιος και αν δεν πάω για να κηδευθώ στην Αθήνα. Κανείς δεν ξέρει την τελευταία στιγμή της ζωής του.

Ο Κωνσταντίνος εφήρμοζε την πρακτική των Χριστιανών της εποχής του. Είναι παιδί της εποχής του. Θέτω ερώτημα σεβαστοί πατέρες και θεολόγοι, θέτω ερώτημα πολλές φορές στη σχολή, χάριν λογοπαιγνίου, που κοινωνούσαν στην Αθήνα ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος; Πουθενά δεν κοινωνούσαν. Εκκλησιάζοντο εις τους αγίους Ισιδώρους που λέμε σήμερα, στο εκκλησάκι εκεί στο Λυκαβηττό, αλλά εβαπτίστηκαν γύρω στα τριανταδύο τους χρόνια. Εάν δεν γύριζαν από όλους τους πνευματικούς να αισθανθούν ότι προχωρούν στην κάθαρση της καρδιάς, δεν εβαπτίζοντο. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι ήταν κοινή συνήθεια. Ποιος ήταν ο πνευματικός του Κωνσταντίνου. Δεν ήταν ο Ευσέβιος Νικομηδείας. Ήσαν φίλοι, γνωρίζωντο από την ειδωλολατρική του περίοδο. Γι' αυτό το λόγο ζήτησε στις τελευταίες στιγμές από τον επίσκοπο Νικομηδείας –  που ήταν διάμεσος πρωτεύουσα μεταξύ Παλαιάς και Νέας Ρώμης – να βαπτιστεί. Και λένε, μα πήρε βάπτισμα ειδωλολάτρη. Αφήστε τον Θεόν να κάνει αυτό που θέλει. Και θα σας πω γιατί ο Θεός κάνει αυτό που θέλει. Όταν ο ένας δεν έχει συνείδηση ότι ο άλλος είναι ειδωλολάτρης τότε κανείς λόγος δε μπορεί να γίνει γι' αυτό το θέμα. Απλούστατα, ο Μέγας Κωνσταντίνος πνευματικό σύμβουλο είχε μια μεγάλη ασκητική μορφή της εποχής, τον όσιο Κορδούη. Με αυτόν συνελέγετο, με έναν μεγάλο άγιο της Εκκλησίας, της Κόρδοβας της Ισπανίας, όσιος Κορδούης. Η Εκκλησία τον τιμά όχι γι' αυτά τα οποία λέγουν συνήθως, όχι γιατί προσέφερε ευεργεσίες και λοιπά.

Για να καταλάβετε γιατί τον τιμάμε ως ορθόδοξο, ανοίξτε το μηναίο της 21ης Μαΐου για να δείτε τις ακολουθίες, τα τροπάρια που αναφέρονται στον άγιο Κωνσταντίνο και στην αγία Ελένη. Πρώτος λόγος: «ως ο Παύλος ουρανόθεν την κλήσην εδέξατο.» Όταν ο απόστολος Πέτρος επήγενε εις τον Κορνήλιον, έλεγεν εις τον Χριστόν :«μα που να πάω;»  που του εμφανήσθη σε όραμα. Και του έλεγε « α ο Θεός εκαθάρισε, συ μη κοίνου » – μη μολύνεις τα πράγματα που ο Θεός εκαθάρισε. Και όταν πήγε στον Κορνήλιο τον εκατόνταρχο τον Ρωμαίο, τον βρήκε να έχει θεοπτικές εμπειρίες. Οπότε, τα είχε ετοιμάσει όλα ο ίδιος ο Θεός! Και τότε ο Πέτρος υποχώρησε και έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει, να βαπτίσει τον Κορνήλιο, που είχε χρόνο μπροστά του ζωής για να βαπτιστεί. Επομένως, και στην περίπτωση αυτή, ο Μέγας Κωνσταντίνος, «ουρανόθεν την κλήσην εδέξατο», όπως ο απόστολος Παύλος. Αυτό είναι σημαντικότατο. Βέβαια, κάποιος μου έλεγε, μα είναι βέβαιο; Αφού φτάνει στα όρια του θρύλου, κι αυτό μολονότι έχουμε αρχαίες πηγές που μαρτυρούν το όραμα ή το θεοπτικό βίωμα που έζησε ο Μέγας Κωνσταντίνος. Εμένα με ενδιαφέρουν, σεβαστοί πατέρες, τα αγιολογικά κριτήρια της Εκκλησίας. Που στηριζόμαστε. Όχι βοήθησε, έδωσε,  έχτισε καμπαναριά και ναούς και άλλα. Ξέρετε, η Ορθοδοξία σε αντίθεση με τον παπισμό, το λέγω γι' αυτούς που δεν το ξέρουν, δεν αγιοποιεί κανέναν. Αγιοποίηση, παρακαλώ να ξεχαστεί ο όρος. Είναι βλασφημία. Δεν υπάρχει αγιο-ποίηση στην Ορθόδοξη, στους αγίου Πατέρες. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία τι υπάρχει: αναγνώριση της αγιότητος. Ο Θεός με έκτατες επεμβάσεις, με λείψανα που ευωδιάζουν, που θαυματουργούν, με τα λείψανα και με τις θεοσημείες αυτές αποδεικνύει την επέμβασή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τότε τιμάμε τον υπό του Θεού διατηρηθέντα και αναγνωρισθέντα άγιο.

Το δεύτερο είναι, στην Κωνσταντινούπολη, οι ντόπιοι εκεί, έλεγαν και έψαλαν ότι η λάρνακά του Μεγάλου Κωνσταντίνου βρύει ιάματα. Εάν πάει κανείς στην Κέρκυρα, συγχωρήστε μου αυτή την αναφορά, και πει ότι η λάρναξ του Μεταλληνού βρύει ιάματα θα γελάσει ο κάθε ένας. Διότι όχι δεν πέθανα ακόμη αλλά διότι δεν είμαι άξιος να θεραπεύει το αγίασμα που βγαίνει από τον τάφο. Για να το λένε για τον Κωνσταντίνο δεν ξεγελιώνται οι ντόπιοι τουλάχιστον. Ο ιστορικός Σωζομενός λέγει πάλι για τον άγιο Σπυρίδωνα «τα δε θαυμάσια αυτού ίσασι… τα θαύματα του αγίου Σπυρίδωνα. Και το τρίτον είναι ότι ο Κωνσταντίνος «εκράτηνε την πίστην της Νικαίας» Με το να επιτρέψει να συγκληθεί η Σύνοδος και να αποφασίζει η Σύνοδος, με τη Χάρη του Θεού ανεδείχθη εκείνος ο οποίος εκράτηνε, ισχυροποίησε πραγματικά την πίστην των Ορθοδόξων Πατέρων της Εκκλησίας. Για τον άγιο Σπυρίδωνα ενθυμείσθε, λέγεται χαρακτηριστικά, και το σύμβολον επήρωσε. Ο άγιος Σπυρίδων επικυρώνει με το θαύμα της κεράμου το σύμβολο. Ο Κωνσταντίνος απλώς κρατύνει την ορθόδοξον πίστιν, επειδή είχε την έμπνευσιν να αυτοκαταργηθεί από κύριος του κόσμου και να δεχθεί τον Συνοδικόν θεσμόν. Μια τελική κρίση, δυο λόγια του Κωνσταντίνου Παπαρηγοπούλου. Έχω κάνει μια σχετική μελέτη στον Παπαρηγόπουλο και γι' αυτό το λόγο αναφέρομαι συχνά σ' αυτόν. Λέει ο Παπαρηγόπουλος: «και αν ακόμα διέπραξε και κάποια ανομήματα ο Κωνσταντίνος, αυτό δεν οφείλεται – απλουστεύω τη γλώσσα – σε αγριότητα της ψυχής, αλλά γιατί ο ίδιος γεννήθηκε και έζησε μέσα σε καθιερωμένες από αιώνες ολέθριες έξεις και παραδόσεις. Οι προκάτοχοι και οι συνάρχοντές του, κανένα δε σεβάσθησαν θείο ή ανθρώπινο νόμο. Είναι απορίας άξιο όμως και θαυμασμού, ότι κατανικώντας τόσο μεγάλους πειρασμούς, κατόρθωσε να κατανοήσει και να ομολογήσει τις αρχές του Ευαγγελίου.» Αυτά λέει ο Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος.

Ευχαριστώ.

 

* Ο π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός είναι τ. Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπ. Αθηνών.

 

Πηγή: Απομαγνητοφωνημένη ομιλία: Κωνσταντίνος ο Μέγας και η ιστορική αλήθεια

 

ΠΗΓΗ: Δημιουργία αρχείου:27-2-2008. Τελευταία ενημέρωση: 30-7-2008. http://www.oodegr.com/neopaganismos/sykofanties/kwnst2.htm

ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ των 30…

 KEIMENO 30 ΑΡΙΣΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ, ΤΗΝ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΣΤΟ Δ.Ν.Τ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΝΑΣΤΡΟΦΗΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΠΟΡΕΙΑ,

ΓΙΑ ΔΙΕΞΟΔΟ ΠΡΟΣ ΟΦΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ.

 

ΔΝΤ σημαίνει φτώχεια ανεργία, κατοχή κι επικυριαρχία

Δραματική επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων, της νεολαίας και των συνταξιούχων προοιωνίζεται η προσφυγή στο ΔΝΤ και το μηχανισμό διάσωσης της ΕΕ. Με αφορμή την δυσκολία δανεισμού του δημοσίου, επιχειρείται ένα πρωτοφανές για τα μεταπολεμικά δεδομένα πλήγμα στις κατακτήσεις των εργαζομένων.

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, μετά από ένα καταιγισμό αντιλαϊκών μέτρων (αύξηση του ΦΠΑ, την μείωση των μισθών των δημόσιων υπαλλήλων, κ.α.), με το μνημόνιο που ψήφισε στη Βουλή, φέρεται αποφασισμένη να επιβάλλει: καταστρατήγηση των συλλογικών συμβάσεων, δραματική συρρίκνωση σε βαθμό εξαφάνισης των ασφαλιστικών μας δικαιωμάτων, κατάργηση του ορίου απολύσεων που θα οδηγήσει σε έκρηξη την ανεργία, περαιτέρω ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας κ.α.

Ωστόσο, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, εκλέχτηκε με δέκα μονάδες διαφορά από τη ΝΔ τον Οκτώβρη υποσχόμενη αναδιανομή του εισοδήματος προς όφελος των εργαζομένων και πράττει ακριβώς τ' αντίθετο. Επομένως, δεν έχει καμιά νομιμοποίηση να σύρει τους εργαζόμενους στο σφαγείο του ΔΝΤ και του (κατ' ευφημισμό) μηχανισμού διάσωσης της ΕΕ.

Η προσφυγή στο μισητό ΔΝΤ ισοδυναμεί με κοινωνικό όλεθρο γιατί θα προκαλέσει έκρηξη της φτώχειας και συνεχή μέτρα λιτότητας, καθώς η ύφεση θα οδηγεί σε συνεχή συρρίκνωση τα δημόσια έσοδα. Τι θετικό άλλωστε βρίσκει η κυβέρνηση στην Ουγγαρία, τη Λετονία, την Ουκρανία, την Τουρκία και δεκάδες άλλες χώρες του κόσμου που υποβλήθηκαν στο παρελθόν στις θεραπείες σοκ του μισητού οργανισμού;

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είναι εκτεθειμένη πολύ περισσότερο μετά την απόφαση της ΕΕ στις 9 Μαΐου όταν έγινε εμφανές πως υπήρχαν κι άλλοι δρόμοι από την μετατροπή των εργαζομένων της Ελλάδας σε πειραματόζωα για την εφαρμογή των νέων αντι-εργασιακών μέτρων. Πρόκειται για εξέλιξη που διευκολύνει την Ελλάδα να ζητήσει ακύρωση των αντιλαϊκών μέτρων.

 

Ο νέος Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος δεν είναι μονόδρομος

 

Η κυβέρνηση εξ αρχής είχε κι άλλους δρόμους πριν οδηγήσει την Ελλάδα στο τελευταίο σκαλοπάτι του διασυρμού, εκεί που συνωστίζονται όλα τα αποτυχημένα κράτη του κόσμου. Μπορούσε: να προσφύγει σε εσωτερικό δανεισμό (κάτι που δεν έκανε για να μη δυσαρεστήσει τους τραπεζίτες που θα έχαναν μέρος των καταθέσεων), να απαιτήσει ευνοϊκό δανεισμό από την ΕΚΤ (με επιτόκιο 1% που δανείζει τις τράπεζες), να απευθυνθεί στην Κίνα (όχι μέσω της …Goldman Sachs), στη Ρωσία και στις αραβικές χώρες, να απαιτήσει διμερή δανεισμό από άλλες χώρες της ΕΕ ακόμη κι απ' τη Γερμανία με το επιτόκιο που δανείζεται η ίδια, ως ελάχιστη υποχρέωση τους για τη ζημιά που έχουν προκαλέσει στο εμπορικό ισοζύγιο της Ελλάδας από το 1981, να συμπτύξει μέτωπο διεκδίκησης φθηνών δανείων με άλλες χώρες του νότου που αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, κ.λπ), να αντιμετωπίσει τη φοροδιαφυγή, που αγγίζει τα 19 δισ. ευρώ (8% του ΑΕΠ), να φορολογήσει την εκκλησία, τις τράπεζες, τους εφοπλιστές, να μειώσει τους εξοπλισμούς, κ.α.

Αντί για τα παραπάνω η κυβέρνηση επέλεξε ένα νέο Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο υπό το μανδύα του ΔΝΤ, επικαλούμενη τα σπρεντς της δευτερογενούς αγοράς (που μόνο ενδεικτική σημασία έχουν) πριν καν εκδώσει ομόλογα! Μια επιλογή που αποδεικνύεται καταστροφική κι επίσης ατελέσφορη. Ιδιαίτερα, μετά την ολιγωρία της κυβέρνησης να βάλει πρακτικά εμπόδια στη συνεχή φυγή κεφαλαίων από τις τράπεζες που οξύνει τα πρόβλημα ρευστότητας αυξάνοντας τον κίνδυνο δέσμευσης των καταθέσεων των μικροαποταμιευτών από τους τραπεζίτες!

Η κυβέρνηση επομένως, με τη συνενοχή του ΛΑΟΣ, των ξένων πρεσβειών, την ουσιαστική συμφωνία της ΝΔ και με την ενθάρρυνση των ΜΜΕ που καλλιεργούν κλίμα πανικού επωμίζεται τεράστιες, ιστορικές ευθύνες που ισοδυναμούν με πρωτοφανή οπισθοδρόμηση στο επίπεδο της οικονομίας και των κοινωνικών δικαιωμάτων. Δραματικές είναι επίσης κι οι συνέπειες στο μέτωπο των δημοκρατικών ελευθεριών που σηματοδοτεί η ξένη κατοχή όπως φαίνεται από τις υπερεξουσίες που συγκεντρώνει ο υπουργός Οικονομικών, από την επίδειξη βίας των δυνάμεων καταστολής και τις επιθέσεις στην Αριστερά και σε τμήματα πρωτοπόρων εργατών που μάχονται για τα δικαιώματά τους, όπως οι ναυτεργάτες.

Σε αυτό το κλίμα προοδευτικοί οικονομολόγοι και επιστήμονες με διαφορετικές απόψεις κι από διαφορετικές πολιτικές διαδρομές:

  – απαιτούμε από την κυβέρνηση να ζητήσει αναθεώρηση των όρων δανειοδότησης από την ΕΕ αξιοποιώντας την απόφαση της 9ης Μαΐου.

  – καλούμαστε να σπάσουμε τη συνήθη σιωπή, να στηρίξουμε τους αγώνες των εργαζομένων για υπεράσπιση και διεύρυνση των κοινωνικών τους κατακτήσεων, για να μην περάσει ο νέος Μεσαίωνας.

  – θεωρούμε πλέον κοινωνική αναγκαιότητα την έξοδο από το ευρώ και την ΟΝΕ κι επίσης την παύση πληρωμών του χρέους και την επαναδιαπραγμάτευση του με στόχο την μείωση ή και τη διαγραφή του. Οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανένα λόγο να επωμίζονται κάθε χρόνο το τεράστιο βάρος εξυπηρέτησης ενός χρέους που δεν δημιούργησαν οι ίδιοι και παραλύει κάθε προσπάθεια άσκησης φιλολαϊκής πολιτικής. Αρκεί ν΄ αναφερθεί πως με βάση τον κρατικό προϋπολογισμό, που έχει ανατραπεί επί τα χείρω, οι πληρωμές τόκων (12,3 δισ. ευρώ) είναι διπλάσιες από τις πληρωμές συντάξεων (6,4 δισ.), ενώ τα χρεολύσια (29,1 δισ.) ξεπερνούν τις δαπάνες προσωπικού (26,5 δισ.)!

  – απαιτούμε από την κυβέρνηση να θέσει επιτέλους ένα φραγμό στη ασυδοσία των τραπεζών επιβάλλοντας απαγόρευση φυγής κεφαλαίων, να προχωρήσει στην κρατικοποίηση των μεγάλων τραπεζών, την επαναφορά στο δημόσιο των στρατηγικής σημασίας ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων (ΟΤΕ, Ολυμπιακή κ.α.) την εφαρμογή μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων μιας μακρόπνοης βιομηχανικής πολιτικής.

  – άμεσα δε, διεκδικούμε την αύξηση των συντελεστών φορολόγησης των μεγάλων επιχειρήσεων, στο 45%, όπως ήταν μέχρι το 1981. Με βάση υπολογισμούς του σημερινού υπουργού Οικονομικών, από την μείωση των συντελεστών φορολόγησης των ΑΕ (από 35% στο 25%) που ανακοίνωσε ο Κ. Καραμανλής από τη ΔΕΘ το 2004, το δημόσιο χάνει κάθε χρόνο 5 δισ. Επομένως, τα διαφυγόντα έσοδα την τελευταία 6ετία είναι ίσα με το έλλειμμα του προϋπολογισμού. Γι' αυτό ζητάμε άμεση αύξηση της φορολόγησης κεφαλαίου για να στηριχθεί η δημόσια υγεία και παιδεία. Επίσης ζητάμε μείωση του ΦΠΑ και των έμμεσων φόρων και αύξηση του αφορολόγητου ορίου για τους εργαζόμενους. Αυτά τα μέτρα μπορούν να λύσουν το πρόβλημα χρηματοδότησης της οικονομίας κι αποτελούν αφετηρία μιας γενναίας αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου που έχουν ανάγκη οι εργαζόμενοι.

  – καλούμε τον ελληνικό λαό να ανατρέψει τη νέα κατοχή. Να ακυρώσει τα εξευτελιστικά, αντιλαϊκά σχέδια υποταγής στο ΔΝΤ και τον μηχανισμό εξόντωσης της ΕΕ.

  – Τέλος, αναγνωρίζοντας την ανάγκη διεύρυνσης του μετώπου δηλώνουμε την πρόθεσή μας να συμβάλουμε στο μέτρο των δυνάμεών μας σε κάθε ευρύτερη πρωτοβουλία που θα κινείται στην κατεύθυνση στήριξης των λαϊκών αγώνων και καταγγελίας της κυβερνητικής πολιτικής.

 

Αθήνα, 15 Μαΐου 2010

 

1. Βατικιώτης Λεωνίδας

 

2. Γαϊτανίδου Ευανθία

 

3. Γάτσιος Βασίλης

 

4. Γεωργίου Γιώργος

 

5. Γκαγκάτσος Γιάννης

 

6. Γρόλλιος Γιώργος

 

7. Διαβολάκης Θανάσης

 

8. Δημητούλης Δημήτρης

 

9. Ζέρβας Μάκης

 

10. Καζάκης Δημήτρης

 

11. Κόκκορης Μάκης

 

12. Κοσμάς Πέτρος

 

13. Κουτσομπίνα Καίτη

 

14. Κυράνας Μιχάλης

 

15. Κυριακάκης Γιάννης

 

16. Λάλος Κώστας

 

17. Μαρκέτος Σπύρος

 

18. Μπαλιώτης Θόδωρος

 

19. Μπιτσάκης Ευτύχης

 

20. Μωραϊτου Ευγενία

 

21. Παπαλεξίου Γιώργος

 

22. Παπανικολάου Νίκος

 

23. Παππάς Κώστας

 

24. Παυλόπουλος Γιώργος

 

25. Ρεκλείτης Αλέξανδρος

 

26. Ρούσης Γιώργος

 

27. Σκαμνάκης Θανάσης

 

28. Τασιάκος Χρίστος

 

29. Τρικαλινός Γιώργος

 

30. Χρήστου Ευαγγελία

 

ΠΗΓΗ: Μάιος 2010,  http://antarsya-patras.blogspot.com/2010/05/blog-post_17.html

Αυτομόρφωση ή… συμ-μόρφωση

Αυτομόρφωση ή… συμ-μόρφωση


Του Γιώργου Καββαδία*


Το θέμα της Ν. Γλώσσας των Πανελλαδικών εξετάσεων βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων. Πρόκειται για μια απροκάλυπτη προπαγανδιστική επιλογή που δεν αφορά μόνο την αυτομόρφωση και τη διά βίου εκπαίδευση, αλλά γενικότερα τη μόρφωση, την εργασία και τη ζωή.

Είναι αλήθεια ότι η Ν. Γλώσσα – Εκθεση αποτελεί προνομιακό μάθημα αναπαραγωγής και εμπέδωσης της κυρίαρχης ιδεολογίας. Με αποτέλεσμα να καταπνίγεται ο αυθορμητισμός και να εθίζονται οι μαθητές στην ανειλικρίνεια και την υποκρισία. Ακόμα περισσότερο ναρκώνεται η κριτική σκέψη και παθητικά γίνονται αποδεκτές οι υποτιθέμενες «αιώνιες και γενικού κύρους αλήθειες», ενώ παράλληλα διαμορφώνονται ανελεύθερες προσωπικότητες.

Ομως το συγκεκριμένο θέμα αποτελεί πρόκληση. Η μετονομασία του υπουργείου Παιδείας σε υπουργείο Διά Βίου Μάθησης και, κυρίως, η πολιτική του έπρεπε να προπαγανδιστεί και στους υποψηφίους από τους «πρόθυμους» θεματοθέτες του ΥΠΔΜΘ. Οι υποψήφιοι κλήθηκαν να απαντήσουν σε ένα κείμενο που συρρικνώνει την έννοια της αυτομόρφωσης και της διά βίου Παιδείας σε επαγγελματική ειδίκευση και κατάρτιση προκειμένου να έχουν εφόδια για την αγορά εργασίας, όπου θεωρείται λογικό να μην έχουν δικαίωμα στη σταθερή εργασία.

Μέσα από το κείμενο της Α. Κορωναίου οι αξίες της αυτομόρφωσης και της διά βίου Παιδείας, όπως εκφράζονται με το «γηράσκω αεί διδασκόμενος», ευτελίζονται. Ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως παραγωγική μονάδα, όπως επιτάσσουν οι κυρίαρχες νεο- ή σοσιαλ-φιλελεύθερες πολιτικές και σκοπός της ζωής του είναι συνεχώς να εξειδικεύεται, αφού δεν πρέπει να έχει μόνιμη και σταθερή εργασία, αλλά να αλλάζει δύο – τρία επαγγέλματα.

Οι διαπρύσιοι κήρυκες της νέας τάξης πραγμάτων απαιτούν κείμενα που να προπαγανδίζουν τον μονόδρομο του νεοφιλελευθερισμού, χωρίς τις όποιες ανθρωπιστικές ευαισθησίες. Μιλώντας με φιλολογικούς όρους το κείμενο θα μπορούσε να θωρηθεί ως δείγμα του άδικου λόγου, της γλώσσας της εξουσίας, αφού εκφράζει ένα τεχνοκρατικό πνεύμα, υποβαθμίζει την ανθρώπινη οντότητα σε παραγωγική μονάδα. Η θεοποίηση της αγοράς, για την οποία θα πρέπει να θυσιαστεί ο άνθρωπος, είναι ένα από τα μηνύματα του κειμένου.

Η γενική – ανθρωπιστική Παιδεία και ως έννοια χρησιμοποιείται όλο και λιγότερο και ανασημασιοδοτείται, ώστε μαζί με την κατάρτιση να αποτελούν εργαλεία στην υπηρεσία της οικονομίας. Η παροχή γενικής εκπαίδευσης πρέπει να ενσωματώνει την εκπαίδευση των δεξιοτήτων, την «εκμάθηση της μάθησης» και ο μαθητής να συνηθίζει την ιδέα της διαρκούς ανασφάλειας και της εργασιακής περιπλάνησης.

Η εύηχη προοπτική της «διά βίου εκπαίδευσης» είναι συμπληρωματική της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και της κυρίαρχης τάσης να καταργηθεί κάθε έννοια εργασιακού δικαιώματος. Η μόρφωση από κοινωνικό αγαθό και δικαίωμα μετατρέπεται σε ατομική δυνατότητα και ευθύνη, και εν τέλει σε παρα-μόρφωση και συμ-μόρφωση που αλλοτριώνει τον άνθρωπο.

 

* O Γιώργος Καββαδίας είναι εκπαιδευτικός- ερευνητής.

Τι μας κρύβουν Λοβέρδος και Κουτρουμάνης

Τι μας κρύβουν, αδέξια, οι κ.  Λοβέρδος και Κουτρουμάνης

 

Του Κώστα Νικολάου*

 

Σε κύμα εξόδου από τις εργασίες τους οδηγούνται οι εργαζόμενοι καθώς δεν ξέρουν τι θα ξημερώσει. Οι απεγνωσμένες προσπάθειες του υπουργού και υφυπουργού ότι «όσοι έχουν τεκμηριώσει δικαίωμα σύνταξης δεν κινδυνεύουν» δεν πείθουν κανέναν. Άλλωστε ο υπουργός Εργασίας έχει διαψευσθεί τόσες φορές που το όνομά του εξελίχθηκε σε σλόγκαν. Προσοχή. Όταν δεσμεύεται ο κ. Λοβέρδος φυλαχτείτε!

Ας τα πάρουμε με τη σειρά.

Συνέχεια →

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ «ΙΟΥΔΑΙΟ-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ»!

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ «ΙΟΥΔΑΙΟ-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ»!

Μια Πλαστή Ιστορία που Καταρρίπτει η Άμεση, Ζωντανή Εμπειρία

Της Μαρίας Σταματιάδου *

 

 Τα τελευταία χρόνια υποστηρίζεται και προβάλλεται από κάποιους ερευνητές η ελληνική καταγωγή του Ιησού, ως απόδειξη της «συγγένειας» του ελληνικού πνεύματος με το Χριστιανισμό. Εμείς, σ’ αυτό το άρθρο, δεν θα ασχοληθούμε με αυτού του είδους την καταγωγή του Ιησού. Άλλωστε, προσωπικά, πιστεύω ότι ο Ιησούς, ως ενσαρκωμένος Θεός, δεν έχει κανενός είδους ανθρώπινη καταγωγή.

Εις τους ελληνικούς αιώνας των αιώνων…

Εις τους ελληνικούς αιώνας των αιώνων…*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Τι πρέπει να συμβεί σ' αυτήν τη χώρα για να επέλθουν επιτέλους ουσιαστικές εξυγιαντικές αλλαγές στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα; Από τον Δεκέμβρη του 2008 στον Μάιο του 2010 φαίνεται να μην έχει αλλάξει τίποτα. Οι συνθήκες ειρωνικά πανομοιότυπες. Οι τραγωδίες επαναλαμβάνονται με την απώλεια ανθρώπινων ζωών: πριν από ενάμιση χρόνο ήταν ένας έφηβος. Σήμερα τρεις νέοι άνθρωποι στην πιο δημιουργική ηλικία, μεταξύ των οποίων μία έγκυος. Οι πρωταγωνιστές του πολιτικού σκηνικού εξακολουθούν να επιπλέουν στην αφασική τους απάθεια. Συνεχίζουν στον δρόμο που μόνοι τους επέλεξαν, χωρίς καμία λαϊκή ετυμηγορία, σαν να μην τρέχει τίποτα.



* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 295, 16/5/2010.

Παράλληλα, ομάδες αυτόκλητων «τιμωρών» περιφέρουν τις λεηλασίες και τις πυρπολήσεις τους κατά δικαίων και αδίκων, μετά την «επιτυχημένη» εξαγωγή τους από το πολυτεχνείο, τους κάδους απορριμμάτων και τα γήπεδα. Οι μέσοι πολίτες, υπό την πίεση του σύγχρονου ελληνικού κερδοσκοπικού κατεστημένου, το οποίο υποβαθμίζει συνεχώς την αξία τους, και των άγνωστων(;) προθέσεων και ταυτότητας βανδάλων, περιέρχονται σε ασφυκτικό αδιέξοδο.

Είναι ποτέ δυνατόν τη λύση στο αδιέξοδο να την παράσχουν οι ίδιοι που το προκάλεσαν; Ο λόγος δεν αφορά μόνο το πολιτικό κατεστημένο αλλά και τους παράγοντες που αυτό υπηρετεί. Ο τραγικός θάνατος τριών υπαλλήλων της τράπεζας «Marfin Egnatia» στο υποκατάστημα τής Σταδίου, εναντίον του οποίου εκτοξεύτηκε μολότοφ, δεν νομιμοποιεί σε καμία περίπτωση τους ιδιοκτήτες της τράπεζας να προβαίνουν σε κατανομή ευθυνών εξαιρώντας προκλητικά τον εαυτό τους. Πόσο θράσος πρέπει να 'χει ο κ. Βγενόπουλος για να παραδίδει μαθήματα πολιτικού ήθους, επιτιθέμενος μ' ανακοινώσεις τύπου διαγγέλματος στο ίδιο σύστημα του οποίου είναι κινητήριος τροχός; Δεν δικαιούται ο κ. Βγενόπουλος να «οργίζεται» για τα «ξύλινα πολιτικά λόγια και τις αντιδικίες σκοπιμότητας ορισμένων πολιτικών στη Βουλή», καταλογίζοντάς τους ευθύνη «ηθικών αυτουργών», οι οποίοι «δυστυχώς δεν θα τιμωρηθούν ποτέ» (5/5/2010). Δεν δικαιούται να «οργίζεται» όχι γιατί το πολιτικό σύστημα δεν είναι όντως ο ηθικός αυτουργός του εγκλήματος, μα γιατί, όπως προαναφέρθηκε, ο κ. Βγενόπουλος είναι ο προστατευόμενος του συστήματος, άρα συνυπεύθυνος.

Δεν χρειαζόταν να κυκλοφορήσει στα μέσα ενημέρωσης η καταγγελία εργαζόμενης στη Marfin, όπου αποκαλυπτόταν η τρομοκρατική απαγόρευση της τράπεζας στους εργαζομένους τόσο να απεργήσουν, όσο και να εγκαταλείψουν το κατάστημα, αν και ο κίνδυνος από την – κυριολεκτικά, όχι μεταφορικά – φλεγόμενη διαδήλωση ήταν ολοφάνερος. Ούτε χρειαζόταν να γνωστοποιηθεί το όνομα της εργαζόμενης. Όσοι διατηρούν στοιχειώδη επαφή με την πραγματικότητα των ιδιωτικών τραπεζών γνωρίζουν το κλίμα «εργασίας». Η ουσία έγκειται στο γεγονός πως αν οι τριτοκοσμικές εργασιακές συνθήκες εφαρμόζονται με στόχο την αχαλίνωτη κερδοφορία του μεγαλοεπιχειρηματικού κύκλου, τούτο συμβαίνει μόνο χάρη στην υπόθαλψη του εν λόγω κύκλου απ' το πολιτικό σύστημα. Το πολιτικό σύστημα είναι εκείνο που ανέχεται όποια άνομη κερδοσκοπική πρακτική επιβάλλουν οι τράπεζες στους υπαλλήλους τους προς άγρα πελατών. Το πολιτικό σύστημα είναι εκείνο που εκχώρησε την Ολυμπιακή στον ιδιώτη χωρίς τους υπεράριθμους υπαλλήλους της, άρα εξυγιασμένη, δηλαδή κερδοφόρα. Το πολιτικό σύστημα ανέχτηκε το καρτέλ των γαλακτοβιομηχανιών κι εξακολουθεί ν' ανέχεται την κοροϊδία της δήθεν μείωσης των τιμών στο γάλα, τη στιγμή που εκτοξεύονται οι τιμές στα τυριά και στα γιαούρτια. Ποιοι ωφελούνται απ' το παιχνίδι; Ας λείπουν, λοιπόν, οι αφ' υψηλού ηθικολογικές καταγγελίες του κ. Βγενόπουλου, και κάθε άλλου ταξικού συνοδοιπόρου του.

Είναι πασίδηλο ποιοι εξυπηρετούνται από το σύστημα. Η υπόθεση της Siemens, άλλωστε, κατέδειξε εμφανώς τις σχέσεις αλληλοεξυπηρέτησης και αλληλοσυντήρησης μεταξύ του μεγαλοεπιχειρηματικού και του πολιτικού κόσμου. Από εδώ ο πολίτης δεν μπορεί να περιμένει τίποτα. Τότε όμως από πού να περιμένει; Σε μια κρίσιμη καμπή των πολιτικοοικονομικών εξελίξεων, που ο κοινωνικός ιστός θα 'πρεπε να χαρακτηρίζεται από ενότητα και συνοχή, προκαλούν ανατριχίλα οι μαρτυρίες από την τραγωδία της «Marfin». Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, τη στιγμή της πυρπόλησης πολλοί διαδηλωτές έξω από την τράπεζα αποδοκίμαζαν τους υπαλλήλους της που κινδύνευαν από τις φλόγες, επειδή εκείνοι δεν συμμετείχαν στην απεργία! Πρόκειται για το απόλυτο σκηνικό αναλγησίας, αιμοβορίας, κυνισμού, ηθικού εκπεσμού κι αποσάθρωσης…

Ποιος, αλήθεια, είναι τόσο ακέραιος ηθικά, ώστε να μέμφεται ειδικά τους ανθρώπους τούτους, που εργάζονται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις υπό καθεστώς διαρκούς ομηρίας; Πόσο εύκολη είναι η διαμαρτυρία για έναν δημόσιο υπάλληλο, για έναν επαγγελματία που την επομένη θα ανοίξει και πάλι το κατάστημά του, και για έναν ιδιωτικό υπάλληλο που απροσχημάτιστα τρομοκρατείται; Ο τελευταίος αναμφίβολα γνωρίζει πως η κατάκτηση μίας θέσης εργασίας, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, προϋποθέτει επάρκεια προσόντων, αγωνία κι ανασφάλεια. Ο δημόσιος υπάλληλος που διορίστηκε πριν από την ίδρυση του Α.Σ.Ε.Π., και σε αρκετές περιπτώσεις και μετά απ' αυτήν, τι ακριβώς γνωρίζει σχετικά με την επαγγελματική αποκατάσταση; Μήπως ότι επιτυγχάνεται χάρη στο πλεύρισμα των κομματικών μηχανισμών, και με μοναδικό προσόν την κομματική ταυτότητα; Με κριτήριο την ευκολία και την ασφάλεια είναι απλό να διεκδικεί κανείς τα κεκτημένα του. Το ζητούμενο όμως εδώ δεν είναι ο διχασμός και η καταβαράθρωση των εργαζομένων που δεν τολμούν να απεργήσουν, αλλά η κατανόηση κι ο αγώνας ακόμη και για λογαριασμό τους.

Μαθημένοι ωστόσο οι περισσότεροι να πορευόμαστε σε λεωφόρους ανέσεων, διολισθαίνουμε αβασάνιστα σε τιμητές ανθρώπων υποταγμένων στην ανάγκη. Και διολισθαίνουμε εκ του ασφαλούς, καθώς το «δικό μας σύστημα» θα 'ναι πάντα στη θέση του να μας στηρίζει: το σύστημα των πελατειακών σχέσεων κομμάτων και ψηφοφόρων. Αλήθεια, μέσα στο άθλιο πελατειακό πολιτικό σύστημα, απ' το οποίο απουσιάζει κάθε ουσιαστικός έλεγχος, πόσοι θα τολμούσαν να δηλώσουν αθώοι; Πόσοι δεν επιδίωξαν ποτέ τους κάποια εξυπηρέτηση; Πόσοι δεν επιζήτησαν σύμβαση εργασίας ή διορισμό στο δημόσιο; Πόσοι δεν μεταχειρίστηκαν πολιτικές γνωριμίες για να εργαστούν έστω και στον «επισφαλή» ιδιωτικό τομέα; Πόσοι δεν χρησιμοποίησαν τον κομματικό συνδικαλισμό για να πετύχουν μετάθεση ή απόσπαση; Πόσοι δεν εξασφάλισαν αναρρωτικές άδειες που δεν αντιστοιχούσαν σε πραγματικό πρόβλημα; Πόσοι δεν διεκδίκησαν ευνοϊκή μεταχείριση κατά τη στρατιωτική τους θητεία; Και πόσοι δεν δοκίμασαν – χωρίς να υπολογίζονται καν οι μεγαλόσχημοι επιτήδειοι που λεηλατούν το δημόσιο – να εξοικονομήσουν έστω κάποιο απειροελάχιστο κέρδος, ακόμη και βγάζοντας φωτοτυπίες στα μηχανήματα των δημόσιων υπηρεσιών ή χρησιμοποιώντας τα υπηρεσιακά τηλέφωνα για προσωπικές ανάγκες;

Να λοιπόν από πού πηγάζει η πλημμύρα απύθμενου θράσους στη νεοελληνική κοινωνία: από τις πελατειακές σχέσεις. Οι πελατειακές σχέσεις καταλύουν κάθε νομιμότητα κι επιβαρύνουν οικονομικά την πολιτεία μέσα από την ανεξέλεγκτη σπατάλη. Συνάμα αποτελούν την κοινή συνισταμένη καί των δύο αντιπαρατιθέμενων ομάδων στην παρούσα κρίση: καί των μεγαλοεπιχειρηματιών καί των απλών εργαζομένων που πλήττονται από τα μέτρα, με κίνδυνο να βρεθούν ακόμη κι άνεργοι. Το τραγικό είναι πως η συνισταμένη αυτή, που στην πραγματικότητα συνιστά την ταφόπλακα της νεοελληνικής κοινωνίας, εκλαμβάνεται από τις προηγούμενες ομάδες, και παρά τα ετερόκλητα χαρακτηριστικά τους, σαν μελλοντική τους ελπίδα, σαν αγ-Ελλάδα που προσφέρεται για άρμεγμα! Πώς όμως θα συνεχίσει ν' αποδίδει η αγελάδα, όταν περιτριγυρίζεται από λύκους έτοιμους όχι απλώς να την αρμέξουν μα να την κατασπαράξουν, και μάλιστα από λύκους που δεν αντιλαμβάνονται το στοιχειώδες, ότι δηλαδή είναι κενό νοήματος να ελπίζουν σε κάτι που το απομυζούν, οδηγώντας το σε εξάντληση και κατάρρευση;

Είναι δυνατόν ποτέ ν' αλλάξει η παραπάνω αρρωστημένη νοοτροπία; Ας ανεμίζει ο πρωθυπουργός για σημαία του την αξιοκρατία υποσχόμενος πως θα την εφαρμόσει. Ας βαυκαλίζονται οι αναλυτές ότι η παρούσα κρίση θα προκαλέσει την κατάρρευση του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος, όπως συνέβη σε αντίστοιχες περιπτώσεις άλλων χωρών. Στην Ελλάδα δεν θ' αλλάξει το σκηνικό, γιατί είναι αδύνατο να υπάρξει εναλλακτική πρόταση: κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν πρόκειται να εκθέσει τον εαυτό του επιφυλάσσοντάς του τη γελοιοποίηση μέσα από την όποια σύγκρουση με το ανίατο περιβάλλον· το πολύ πολύ να εκφραστεί η δυσαρέσκεια με αποχή από τις κάλπες, γεγονός όμως που δεν θα επηρεάσει τη δύναμη των κομμάτων. Προπάντων όμως το σκηνικό δεν θ' αλλάξει, γιατί η ελπίδα μιας βολεμένης οικονομικοπολιτικής κλίκας και μιας βολεμένης κοινωνίας θα είναι πάντα η πλάγια εξυπηρέτηση μέσω των νομοθετικών παραθύρων που εντέχνως θα εξακολουθούν να διατηρούνται ανοιχτά. Με πρωτεύοντα εκ μέρους της κοινωνίας στόχο τη συντήρηση της πρότερης κατάστασης, φυσιολογικότερη πρόβλεψη τόσο για το εγγύς όσο και το απώτερο μέλλον θα ήταν να αναλάβει την πρωθυπουργία ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, με πρόεδρο της Δημοκρατίας τον αειθαλή πατέρα του κ. Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Εις τους ελληνικούς αιώνας των αιώνων…

 

Γιάννης Στρούμπας

Κοινή Συνέντευξη στο περιοδικό «κόκκινο»

Κοινή Συνέντευξη στο περιοδικό «κόκκινο»

 

Των Κώστα Λαπαβίτσα και Σταύρου Τομπάζου

 

 

Κώστας Λαπαβίτσας


"Η συμμετοχή στην ΟΝΕ αποτέλεσε μόνο πηγή κακών για την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Όπως ήδη εξήγησα, η ΟΝΕ είναι μηχανισμός γερμανικής κυριαρχίας, ένα σιδερένιο χέρι που συντρίβει τους ευρωπαϊκούς λαούς. Η έξοδος της Ελλάδας είναι απαραίτητη για να αναπνεύσει η οικονομία και η κοινωνία."

"Η παύση πληρωμών κατά πάσα πιθανότητα θα γίνει, είτε το απαιτήσει η Αριστερά είτε όχι. Το πραγματικό ζητούμενο είναι να γίνει με όρους που θα θέσει η Αριστερά και το λαϊκό κίνημα, όχι με όρους της κυβέρνησης ή των δανειστών. Αυτό σημαίνει πρώτα πρώτα εθνικοποίηση των τραπεζών, διότι στην πράξη θα χρεοκοπήσουν μόλις γίνει η παύση πληρωμών, δεδομένου ότι κατέχουν μεγάλο όγκο χρεογράφων του ελληνικού Δημοσίου."

 

Σταύρος Τομπάζος


"Ουσιαστικά η παρούσα κρίση είναι η διαδικασία εξόφλησης των ποσοστών μεγέθυνσης του ΑΕΠ που το οικονομικό παρελθόν «δανείστηκε» από το οικονομικό μέλλον."

"Για να εκφραστούμε απλά: Μια άλλη Ευρώπη είναι εφικτή, ενώ μια άλλη Ελλάδα δεν είναι. Ο ταξικός αγώνας, όπως και ο πολιτικός, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εγκλωβισμένοι στο εθνικό πλαίσιο, ενώ τα πράγματα διαμορφώνονται σε ένα ευρύτερο επίπεδο, ηπειρωτικό και παγκόσμιο."

 

Ερώτηση: Η καπιταλιστική κρίση διαρκεί. Εκτιμάτε ότι η διαφαινόμενη ανάκαμψη από την ύφεση του 2009 μπορεί να προδιαγράφει μια τροχιά εξόδου απ' αυτήν;


ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΜΠΑΖΟΣ

 


Η απάντηση είναι αρνητική. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια απλή ύφεση ή με μια κρίση περιοδικού χαρακτήρα. Δεν έχουμε να κάνουμε ούτε με μια απλή κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος που έχει επιπτώσεις στη λεγόμενη πραγματική οικονομία. Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι οι νομισματικές αρχές, οι κεντρικές τράπεζες και τα κράτη επιτύχουν μιαν αποτελεσματική ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, και πάλιν δεν θα έπρεπε να αναμένει κανείς μια νέα, μακροχρόνια περίοδο οικονομικής άνθησης.

Πρόκειται για μια κρίση δομικού χαρακτήρα, δηλαδή, πιο συγκεκριμένα, για μια κρίση των σχημάτων αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Απέτυχαν οι νεοφιλελεύθερες προσπάθειες εξόδου από το μακροχρόνιο καθοδικό κύμα της μεταπολεμικής περιόδου που, στον ανεπτυγμένο κόσμο, χρονολογείται από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Αυτό το καθοδικό κύμα προήλθε από μιαν αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, χωρίς αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης ικανής να την εξουδετερώσει. Το αποτέλεσμα ήταν η πτώση του ποσοστού κέρδους και του ποσοστού συσσώρευσης του κεφαλαίου, η μείωση των ρυθμών μεγέθυνσης, η μαζική ανεργία και φτώχεια ως δομικά πλέον χαρακτηριστικά του συστήματος.

Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές από τις αρχές του 1980, περιλαμβανομένης της «παγκοσμιοποίησης», επιδίωξαν την ανάκαμψη του ποσοστού του κέρδους διαμέσου της καθήλωσης του ρυθμού αύξησης των πραγματικών μισθών σε σχέση με το ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας. Πράγματι, στις μεγάλες τουλάχιστον ανεπτυγμένες οικονομίες, είτε βασιστεί κανείς στα δεδομένα των εθνικών στατιστικών είτε σ' αυτά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρατηρείται μιας σαφής ανάκαμψη του ποσοστού του κέρδους.

Ωστόσο, παρά το επίσημο «αυτονόητο», ούτε η συσσώρευση παγίου κεφαλαίου ούτε η μεγέθυνση του ΑΕΠ ακολούθησαν την ανοδική πορεία του ποσοστού του κέρδους, διότι ο τρόπος με τον οποίο αυξήθηκε το κέρδος συρρίκνωνε τη ζήτηση ή, με μαρξιστικούς όρους, δημιουργούσε προβλήματα στη διαδικασία πραγματοποίησης της αξίας. Βέβαια η ίδια η δομή της ζήτησης άλλαξε. Τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα κατανάλωναν ένα μεγαλύτερο μέρος της υπεραξίας σε πολυτελή προϊόντα αντί σε επενδύσεις παγίου κεφαλαίου σε σχέση με τον παρελθόν. Επειδή όμως τα ανώτερα στρώματα δεν μπορούσαν ούτε να επενδύσουν (ελλείψει παραγωγικών επενδυτικών ευκαιριών που να υπόσχονται ψηλά κέρδη) ούτε να καταναλώσουν το σύνολο της διαθέσιμης υπεραξίας, διατήρησαν, μέσα στη δεκαετία του 2000, τους ρυθμούς μεγέθυνσης τεχνητά ψηλούς μεταφέροντας ένα μέρος της υπεραξίας στους μισθωτούς εργάτες υπό μορφή δανείων. Το απορυθμισμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα, με τα διάφορα παράγωγα προϊόντα του (ABS, CDO, MBS, CDS κ.λπ.), δημιουργώντας μια ψευδαίσθηση ασφάλειας στους δανειστές που ουσιαστικά, ενώ πίστευαν ότι ανακάλυψαν τον τρόπο να ξεφορτώνονται τον κίνδυνο, τον διέχεαν και από ατομικό τον καθιστούσαν κοινωνικό, υπήρξε η μέθοδος αυτής της τεχνητής μεγέθυνσης.

 Τα όλο και περισσότερο χρεωμένα νοικοκυριά υποθήκευαν τα μελλοντικά τους εισοδήματα. Κατανάλωναν δηλαδή στο παρόν, αυτό που θα έπρεπε υπό ομαλές συνθήκες να καταναλώσουν στο μέλλον. Είναι φανερό ότι ένα τέτοιο σχήμα κοινωνικής αναπαραγωγής δεν θα μπορούσε να διαρκέσει: όσο χρεώνονται τα νοικοκυριά των μισθωτών, τόσο μειώνεται η φερεγγυότητά τους, κι όσο μειώνεται η τελευταία, τόσο πιο ευάλωτο καθίσταται στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο, εν τέλει, κατέρρευσε παρά το γεγονός ότι η χρηματοπιστωτική κρίση εκδηλώθηκε αρχικά σ' ένα μικρό τμήμα της αγοράς (ενυπόθηκα δάνεια για αγορά ακινήτων). Ουσιαστικά η παρούσα κρίση είναι η διαδικασία εξόφλησης των ποσοστών μεγέθυνσης του ΑΕΠ που το οικονομικό παρελθόν «δανείστηκε» από το οικονομικό μέλλον.

Ως εκ τούτου, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα ρυθμίζεται αποτελεσματικά,δεν θα έχουμε οικονομική ανάπτυξη, αλλά σταθερή στασιμότητα του ΑΕΠ σε ένα κοινωνικό φόντο διαιωνιζόμενων ανισοτήτων στο εισόδημα και τον πλούτο, στη μόρφωση και την υγεία, στην ποιότητα του ελεύθερου χρόνου. Βέβαια η πραγματοποίηση αυτής της υπόθεσης είναι εξαιρετικά απίθανη. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν πρόκειται να ρυθμιστεί ούτε λίγο ούτε πολύ αποτελεσματικά. Οι υπεύθυνοι, στην καλύτερη περίπτωση κατά την εκτίμησή μου, θα ρυθμίσουν κάπως αυστηρότερα το τραπεζικό σύστημα, που αποτελεί μόνο ένα από τα τρία μεγάλα κεφάλαια του χρηματοπιστωτικού συστήματος (τα άλλα δύο κεφάλαια είναι τα παράγωγα προϊόντα όπως π.χ τα CDS και τα προθεσμιακά συμβόλαια και οι φορολογικοί παράδεισοι). Αν έτσι έχουν τα πράγματα, θα πρέπει να αναμένουμε ρυθμούς μεγέθυνσης πολύ χαμηλούς και μεγάλη οικονομική αστάθεια, δηλαδή έντονες διακυμάνσεις του ΑΕΠ, κατά τα επόμενα χρόνια.  


ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑΣ

 


Η κρίση ξεπήδησε μέσα από το χρηματοπιστωτικό σύστημα μετά τη φούσκα ακινήτων στις ΗΠΑ και εξελίχθηκε σε βαθιά ύφεση κυρίως των αναπτυγμένων χωρών. Τα πιο ακραία φαινόμενα αποφεύχθηκαν μέσω της κρατικής παρέμβασης, η οποία διέσωσε τις τράπεζες και στήριξε τη ζήτηση. Αλλά δεν υπάρχει πραγματική ανάκαμψη. Αυτό που συμβαίνει είναι επαναφορά της κερδοφορίας των τραπεζών σε απίστευτα επίπεδα, καθαρά και μόνο λόγω της κρατικής παρέμβασης. Όμως οι επενδύσεις, η κατανάλωση και η παραγωγή παραμένουν άκρως προβληματικές στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες. Αυτό σημαίνει ότι και η θέση των τραπεζών δεν έχει πραγματικά βελτιωθεί. Από το τέλος του 2009 μάλιστα περάσαμε σε καινούργια φάση της κρίσης, που επικεντρώνεται στο δημόσιο χρέος. Το νέο ξέσπασμα οφείλεται στις δαπάνες του κράτους για να διασωθεί ο χρηματοπιστωτικός τομέας, αλλά και στην κατάρρευση των δημόσιων εσόδων λόγω ύφεσης. Η κατάσταση, εν ολίγοις, παραμένει εξαιρετικά επισφαλής και δεν είναι καθόλου απίθανο η εξελισσόμενη κρίση δημόσιου χρέους να οδηγήσει σε νέα τραπεζική κρίση στο άμεσο μέλλον.


Ερώτηση: Πώς αξιολογείτε την κρίση της ελληνικής οικονομίας; Οφείλεται στην κρίση του μοντέλου ανάπτυξης, στην κρίση χρέους, στην επίδραση της ΟΝΕ; Πώς σχετίζονται αυτές οι πλευρές μεταξύ τους;


ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΜΠΑΖΟΣ

 


Το εθνικό νόμισμα είναι ένα προστατευτικό μέτρο. Στο πλαίσιο της Ε.Ε., μετά τη «μεγάλη, ενιαία αγορά» και την απελευθέρωση της διακίνησης των κεφαλαίων, το εθνικό νόμισμα ήταν το τελευταίο προστατευτικό μέτρο.

Η εμπειρία των πρώτων δεκαετιών της μεταπολεμικής περιόδου, ιδιαίτερα στις χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας, έδειξε ότι το νόμισμα και η συναλλαγματική πολιτική, όταν εντάσσονται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης βιομηχανικής πολιτικής ή ενός στρατηγικού οικονομικού σχεδιασμού, μπορούν να έχουν θεαματικά αποτελέσματα.

Η ΟΝΕ καταργεί για τα κράτη-μέλη της αυτό το ύστατο προστατευτικό μέτρο, χωρίς να προβλέπονται μηχανισμοί ενίσχυσης των οικονομιών που δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν τον «ελεύθερο» ανταγωνισμό που προκύπτει. Ως εκ τούτου, η ΟΝΕ είναι μια ημιτελής νομισματική ένωση. Σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού, είναι φυσικό και αναμενόμενο οι διάφορες εθνικές οικονομίες να γίνονται όλο και πιο συμπληρωματικές διαμέσου μιας διαδικασίας ειδίκευσής τους σε κάποιους τομείς εις βάρος άλλων. Προκύπτει δηλαδή ένα σύστημα διαφορετικών εθνικών ειδικεύσεων ανάλογα με τα «συγκριτικά πλεονεκτήματα» των κρατών-μελών της ζώνης του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ωστόσο, δεν παρουσιάζουν όλες οι εθνικές ειδικεύσεις τον ίδιο δυναμισμό. Κάποια κράτη ευνοούνται, κάποια άλλα δέχονται τις αρνητικές επιπτώσεις της «οπισθοδρομικής» τους ειδίκευσης.

Στην περίπτωση της ΟΝΕ, τα δύο ακραία παραδείγματα είναι η Γερμανία της οποίας η ειδίκευση μπορεί να χαρακτηριστεί ευνοϊκή και η Ελλάδα με ιδιαίτερα δυσμενή ειδίκευση. Αν αυτές οι δύο χώρες αποτελούσαν πολιτείες ενός ομόσπονδου ευρωπαϊκού κράτους, οι διαφορετικές τους ειδικεύσεις δεν θα αποτελούσαν ένα τόσο μεγάλο πρόβλημα όπως σήμερα. Διαμέσου του ενιαίου φορολογικού συστήματος η ελληνική πολιτεία θα τύγχανε οικονομικής στήριξης από την γερμανική πολιτεία. Η ΟΝΕ όμως δεν παραπέμπει σε μια ομοσπονδία 16 πολιτειών, αλλά σε μια ζώνη που δεν διέπεται καν από την αρχή της κοινωνικής και οικονομικής εναρμόνισης, αλλά από την αρχή της «ανταγωνιστικής λιτότητας» ανάμεσα στα κράτη-μέλη της.

Η Ελλάδα όχι μόνο δεν επωφελείται σήμερα από την κοινοτική αλληλεγγύη, αλλά υφίσταται, όπως και η υπόλοιπη νότια Ευρώπη (και ως ένα βαθμό ακόμη και η Γαλλία), τις δυσμενείς επιπτώσεις της γερμανικής οικονομικής πολιτικής. Η «μεγάλη συμμαχία», πριν την παρούσα γερμανική κυβέρνηση, επέβαλε μια πολιτική δρακόντειας μισθολογικής λιτότητας. Ο πραγματικός μισθός του Γερμανού εργάτη δεν αυξήθηκε σχεδόν καθόλου κατά τη δεκαετία του 2000, παρά την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Η γερμανική αγορά είναι η μεγαλύτερη της Ευρώπης από την οποία, ιδιαίτερα οι χώρες της νότιας Ευρώπης, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

Την πολιτική και την οικονομική ήττα της γερμανικής εργατικής τάξης της δεκαετίας του 2000 πληρώνει σήμερα όλη η νότια Ευρώπη και ιδιαίτερα η Ελλάδα. Όπως και η Ισπανία και η Πορτογαλία, η Ελλάδα είδε τα ελλείμματα στις τρέχουσες συναλλαγές της να διευρύνονται αδιάκοπα μέσα στη δεκαετία του 2000. Ωστόσο, αυτά τα ελλείμματα χρηματοδοτούνται υποχρεωτικά από το εξωτερικό και κυρίως από άλλες ευρωπαϊκές χώρες που παρουσιάζουν πλεόνασμα αποταμίευσης (μεγαλύτερη αποταμίευση απ' ό,τι επένδυση). Ιδού γιατί το χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, παρουσίασε αυξητική τάση μέσα στη δεκαετία του 2000.

Στο πλαίσιο της ευρωζώνης, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθορίζει ένα ενιαίο βραχυπρόθεσμο ονομαστικό επιτόκιο για ολόκληρη τη ζώνη. Δεδομένου όμως ότι τα ποσοστά πληθωρισμού διαφέρουν στα κράτη-μέλη της ζώνης, οι χώρες που παρουσιάζουν πιο ψηλά ποσοστά πληθωρισμού από το μέσο όρο επωφελούνται από πιο χαμηλά πραγματικά επιτόκια, με αποτέλεσμα τα χρέη επιχειρήσεων και νοικοκυριών να παρουσιάζουν αυξητική τάση. Αυτή ήταν και η περίπτωση της Ελλάδας, όπου τα χαμηλά πραγματικά επιτόκια (μεταξύ άλλων λόγων, όπως π.χ. η προετοιμασία των ολυμπιακών αγώνων) οδήγησαν σε μιαν υπερθέρμανση της οικονομίας πριν την κρίση. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα, δανείστηκε στα χρόνια της δεκαετίας του 2000 πριν την κρίση, περισσότερο από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, ποσοστά μεγέθυνσης από το μέλλον. Το ίδιο, και σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό, ισχύει για την Ισπανία, η περίπτωση της οποίας δεν προκάλεσε καμία ανησυχία στις ευρωπαϊκές αρχές. Το ιδιωτικό χρέος, σε αντίθεση με το δημόσιο, δεν ρυθμίζεται από κανένα κριτήριο του Μάαστριχτ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να αυξάνεται ανεξέλεγκτα χωρίς επιπτώσεις.

Πρέπει να προσθέσουμε, όμως, ότι και οι ελληνικές άρχουσες ελίτ, πολιτικές και οικονομικές, φέρουν ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την παρούσα κατάσταση. Η διαφθορά, η διασπάθιση δημόσιων πόρων, η φοροδιαφυγή, οι πελατειακές σχέσεις, η ανοχή προνομίων οθωμανικής προέλευσης όπως π.χ. το φορολογικό καθεστώς της εκκλησίας, όλοι αυτοί οι παράγοντες συνέβαλαν στην εικόνα που παρουσιάζει σήμερα η ελληνική οικονομία. Επιπλέον, το κράτος δεν ανέπτυξε καμιά μακροχρόνια οικονομική στρατηγική βελτίωσης της παραγωγικότητας, παρά το γεγονός ότι το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ εντόπισε πολύ νωρίς και πολύ εύστοχα τις δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.


ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑΣ

 


Η ελληνική οικονομία χτυπήθηκε καταρχήν από την πτώση των εξαγωγών λόγω της διεθνούς κρίσης. Τα αποτελέσματα δεν ήταν έντονα και γι' αυτό διάφοροι ισχυρίζονταν ότι η Ελλάδα θα απέφευγε τα χειρότερα. Όταν όμως περάσαμε στη φάση της κρίσης δημόσιου χρέους, η Ελλάδα χτυπήθηκε με εξαιρετική οξύτητα και τότε φάνηκαν όλες οι αδυναμίες της ένταξης του ελληνικού καπιταλισμού στην παγκόσμια οικονομία τα τελευταία χρόνια. Η ΟΝΕ αποδείχτηκε παντελώς αποτυχημένη επιλογή για το ελληνικό κεφάλαιο, φέρνοντας κατάρρευση των εξαγωγών, αποδυνάμωση του παραγωγικού ιστού και σταδιακή διόγκωση του εξωτερικού δανεισμού. Το μοντέλο συσσώρευσης των τελευταίων ετών δεν έχει πλέον κανένα μέλλον. Δεν μπορεί ο ελληνικός καπιταλισμός να επιβιώνει με κατανάλωση ύψους 70% του ΑΕΠ, χαμηλές επενδύσεις, χαμηλούς μισθούς, αρνητική αποταμίευση, υπερδανεισμό των εργαζομένων, και αδυναμία εξαγωγών. Είμαστε σε σημείο καμπής. Το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα εξαρτάται από πλήθος υποκειμενικών παραγόντων, πάνω απ' όλα την αντίδραση της εργατικής τάξης.


Ερώτηση: Ότι η ΟΝΕ έχει λειτουργήσει σαν μηχανισμός απόκλισης, προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία των χωρών-μελών. Με βάση αυτή τη διαπίστωση, ποιες είναι οι προοπτικές της ΟΝΕ και κατ' επέκταση της Ε.Ε.;


ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΜΠΑΖΟΣ

 


Η απόκλιση την οποία αναφέρετε δεν επιβεβαιώνεται από όλα τα σημαντικά στατιστικά δεδομένα. Πριν την κρίση τουλάχιστον, παρουσιάζονται πιο ψηλοί ρυθμοί μεγέθυνσης του ΑΕΠ στην Ισπανία και την Ελλάδα απ' ό,τι ο μέσος όρος της ευρωζώνης. Ως εκ τούτου, το κατά κεφαλή εισόδημα σ' αυτές τις δύο χώρες μάλλον συγκλίνει ελαφρά με το μέσο όρο της ευρωζώνης. Αυτό όμως οφείλεται στην υπερθέρμανση αυτών των οικονομιών που αναφέραμε πιο πάνω. Τώρα που η κρίση προσγειώνει απότομα αυτές τις οικονομίες, είναι πολύ πιθανή η δυσμενής απόκλιση των προαναφερθέντων δεικτών σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης κατά τα επόμενα χρόνια. Η ΟΝΕ αυξάνει την ένταση τόσο των ανοδικών φάσεων όσο και των υφέσεων των βραχέων οικονομικών κύκλων στις χώρες με σχετικά ψηλά ποσοστά πληθωρισμού και χαμηλά πραγματικά επιτόκια. Σε τέτοιες χώρες, μεγεθύνει αντί να μειώνει την οικονομική αστάθεια.

Το μέλλον της ΟΝΕ εξαρτάται κυρίως από την πολιτική βούληση των ισχυρών κρατών της Ευρώπης που είναι σε θέση να επηρεάζουν ουσιαστικά τα ευρωπαϊκά όργανα. Αν αυτά τα κράτη αφήσουν τα πιο αδύνατα στην τύχη τους, αν συνεχίσουν να τα πιέζουν να φορτώσουν το κόστος της κρίσης στους απλούς μισθωτούς και φορολογούμενους, τότε αναλαμβάνουν ρίσκα για την ευρωζώνη δημιουργώντας δυναμικές που δεν είναι βέβαιο ότι θα μπορέσουν να ελέγξουν.

Αν δεν θέλουν να διακινδυνεύσουν τη συνοχή της ευρωζώνης ή ακόμη την ύπαρξη του ίδιου του ευρώ, πρέπει να αλλάξουν στάση. Αυτό που δεν φαίνεται να κατανοούν σήμερα κάποιες γερμανικές ελίτ είναι ότι η ύπαρξη του ευρώ χωρίς τη νότια Ευρώπη είναι πολύ αμφίβολη και για οικονομικούς, αλλά κυρίως για γεωπολιτικούς λόγους. Θα μείνει η Γαλλία στη ζώνη ευρώ χωρίς τη νότια Ευρώπη;

Αν λοιπόν τα ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη θέλουν να διασφαλίσουν το ευρώ χωρίς να ποντάρουν σε ένα επικίνδυνο στοίχημα, υπάρχουν πολλά λογικά πράγματα τα οποία θα μπορούσαν να κάνουν, εκ των οποίων μερικά αποτελούν μέρος των ηχηρών τους διακηρύξεων. Ας αρχίσουν π.χ. καταστέλλοντας την κερδοσκοπία στα ελληνικά ομόλογα Δημοσίου από την οποία κερδίζουν αυτοί που προκάλεσαν την κρίση ευθύς εξαρχής: οι επενδυτικές τράπεζες, τα κερδοσκοπικά ταμεία, τα ταμεία συντάξεων, οι ασφαλιστικές εταιρείες που καταβροχθίζουν αυτή τη στιγμή το μόχθο και τον ιδρώτα του Έλληνα απλού φορολογούμενου.

Όταν μια επενδυτική τράπεζα με διεθνείς δραστηριότητες, ας πούμε π.χ. η Goldman Sachs, έχει το δικαίωμα να πουλά ομόλογα ελληνικού δημοσίου που δεν έχει στην τρέχουσα τιμή τους, δεσμευόμενη να τα παραδώσει σε κάποιο χρονικό διάστημα, δεν εισπράττει μόνο προμήθεια για τις «καλές της υπηρεσίες», αλλά κερδίζει και κάθε φορά που η τιμή των τίτλων μειώνεται. Τα αγοράζει για να τα παραδώσει πιο φθηνά απ' ό,τι τα πούλησε. Όταν όμως πουλά μαζικά τα ομόλογα που δεν έχει ακόμη, δημιουργεί μιαν υπερπροσφορά που συρρικνώνει την τιμή των ομολόγων και άρα αυξάνει το επιτόκιο στην τιμή αγοράς. Το ελληνικό κράτος υποχρεώνεται έτσι να αυξάνει αδιάκοπα το επιτόκιο στα νέα ομόλογα που εκδίδει και να υποθηκεύει έτσι ακόμη περισσότερο το μελλοντικό εισόδημα του Έλληνα φορολογούμενου. Η προφητεία της επενδυτικής τράπεζας είναι αυτοεπιβεβαιωνόμενη προφητεία και το ελληνικό Δημόσιο καταντά όμηρος της τραπεζικής κερδοσκοπίας. Τόσο δύσκολο είναι να ρυθμιστούν τέτοιου είδους δραστηριότητες των επενδυτικών τραπεζών; Το μόνο που χρειάζεται είναι πολιτική βούληση κι όχι μόνο μεγάλα λόγια.

Τέτοιου είδους δραστηριότητες των επενδυτικών τραπεζών είναι όμως μόνο το ορεκτικό στο κερδοσκοπικό τσιμπούσι. Μετά κερδοσκοπούν οι ασφαλιστικές εταιρείες και τα ταμεία συντάξεων που πουλούν ασφαλιστικούς τίτλους CDS στους δανειστές του ελληνικού Δημοσίου και σε άλλους κερδοσκόπους, οι οποίοι τους αγοράζουν όλο και πιο ακριβά όσο το ενδεχόμενο παύσης πληρωμών του ελληνικού Δημοσίου θεωρείται πιθανό.

Τα κερδοσκοπικά ταμεία, που δεν ασχολούνται με ομόλογα Δημοσίου αλλά με πιο βραχυπρόθεσμες και ριψοκίνδυνες «επενδύσεις», αγοράζουν τα CDS του ελληνικού δημόσιου χρέους, χωρίς να δανείζουν τα ίδια το ελληνικό κράτος. Τι ασφαλίζουν αλήθεια αυτά τα ταμεία; Δεν ασφαλίζουν απολύτως τίποτα. Αγοράζουν τίτλους CDS τώρα για να τους πουλήσουν πιο ακριβά στο μέλλον, εκτιμώντας ότι η φημολογία περί πτώχευσης της Ελλάδας θα οδηγήσει σε περαιτέρω αύξηση της τιμής αυτών των τίτλων. Τόσο δύσκολο είναι αλήθεια να ρυθμιστούν αυτοί οι ασφαλιστικοί τίτλοι; Αφού δεν μπορώ να ασφαλιστώ κατά της καταστροφής του αυτοκινήτου του γείτονά μου ποντάροντας σ' αυτήν, γιατί να μπορώ να ποντάρω στην καταστροφή του ελληνικού Δημοσίου με το οποίο δεν έχω καμιά σχέση; Όσο βέβαια αυξάνεται η τιμή των CDS στα ελληνικά ομόλογα, τα ομόλογα χάνουν την αξία τους στις δευτερογενείς αγορές και το ελληνικό κράτος υποχρεώνεται να υπόσχεται όλο και ψηλότερα επιτόκια. Ιδού γιατί το περίφημο spread έσπασε όλα τα ρεκόρ.

Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς δεκάδες εναλλακτικά μέτρα προκειμένου να κατασταλεί αυτού του τύπου η κερδοσκοπία. Είναι δυνατό να κατασταλεί μέσα σε τρεις μέρες. Μήπως, όμως, προέχει η ανάγκη «αποκατάστασης» των κερδοσκοπικών οργανισμών κάθε λογής, που κατέγραψαν υπερβολικές ζημιές με την κρίση των subprimes και ό,τι επακολούθησε, από την ανάγκη διάσωσης της Ελλάδας, των άλλων χωρών της ευρωζώνης με παρόμοια προβλήματα και, εν τέλει, του ίδιου του ευρώ;

Είναι άμεση ανάγκη το άρθρο 122 (παρ. 2) της Συνθήκης της Λισσαβόνας να ερμηνευθεί «μεγαλόψυχα». Το άρθρο προβλέπει ευρωπαϊκή βοήθεια σε χώρες που έχουν να αντιμετωπίσουν φυσικές καταστροφές, αλλά διατυπώνεται με τρόπο που να μην αποκλείονται κι άλλες καταστροφές. Βέβαια, ακόμη και με τέτοιου είδους ερμηνεία του εν λόγω άρθρου, η Συνθήκη της Λισσαβόνας δεν εξασφαλίζει τις νομικές προϋποθέσεις για ανάπτυξη μηχανισμών στήριξης, γιατί βάσει του άρθρου 122 δεν μπορεί να δοθεί βοήθεια σ' ένα κράτος παρά μετά την «καταστροφή».      
Πιο μακροπρόθεσμα η ζώνη ευρώ πρέπει να αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των πιο αδύνατων χωρών και των πιο οπισθοδρομικών ειδικεύσεων. Βέβαια αυτό το θέμα, η ολοκλήρωση δηλαδή μιας ημιτελούς ΟΝΕ, προϋποθέτει βήματα πολιτικής ολοκλήρωσης και εκδημοκρατισμού της Ε.Ε., όπως π.χ. τη φορολογική και την προοδευτική κοινωνική εναρμόνιση, τη δημιουργία μιας δημοκρατικά ελεγχόμενης οικονομικής κυβέρνησης και μηχανισμών επιτήρησης που προϋποθέτουν μερική κατάλυση των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων κ.λπ.  


ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑΣ

 


Για την ακρίβεια η ΟΝΕ έχει λειτουργήσει ως μηχανισμός δημιουργίας πλεονασμάτων για τη Γερμανία και ελλειμμάτων για τις υπόλοιπες χώρες, συμπεριλαμβανομένων των χωρών της εσωτερικής περιφέρειας, δηλαδή Πορτογαλία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία κ.λπ. Ο λόγος είναι απλός. Η ΟΝΕ άσκησε μεγάλη πίεση στο εργατικό εισόδημα γενικά, αλλά με ιδιαίτερη ένταση στη Γερμανία. Το γερμανικό κεφάλαιο έχει πετύχει την καθήλωση των μισθών για πολλά χρόνια λόγω κυβερνητικών πολιτικών αλλά και υποχώρησης των συνδικάτων. Αυτός είναι αποκλειστικά ο λόγος που έχει ανεβάσει την ανταγωνιστικότητά του σε σχέση με τα κεφάλαια άλλων χωρών της ευρωζώνης. Και επειδή δεν υπάρχει δυνατότητα υποτίμησης, η Γερμανία αποσπά τεράστια πλεονάσματα μέσα στην ευρωζώνη. Πλενάσματα έχει επίσης και με την υπόλοιπη Ευρώπη, πλην Ρωσίας και Νορβηγίας, απ' όπου προμηθεύεται ενέργεια. Να σημειωθεί ότι με την Ασία έχει ελλείμματα. Με δυο λόγια, η περίφημη γερμανική αποτελεσματικότητα δεν είναι η πηγή των γερμανικών πλεονασμάτων μέσα στην Ε.Ε. Είναι το ευρώ που δίνει τη δυνατότητα στη Γερμανία να κυριαρχήσει στην εσωτερική αγορά, υπό την προϋπόθεση ότι η γερμανικοί μισθοί μένουν καθηλωμένοι. Τα εμπορικά πλεονάσματα μετατρέπονται κατόπιν σε κεφάλαια προς εξαγωγή από τη Γερμανία προς την υπόλοιπη Ευρώπη. Πρόκειται για μια νέα μορφή γερμανικής κυριαρχίας στην Ευρώπη που διεκπεραιώνεται μέσω των μηχανισμών της Ε.Ε. και της ΟΝΕ. Είναι εμφανές ότι δεν μπορεί διατηρηθεί για πολύ η κατάσταση αυτή. Η ΟΝΕ οδεύει προς βαθύτατη κρίση και πιθανώς διάσπαση ή κατάρρευση. Το τι θα συμβεί με την Ε.Ε. είναι ακόμη άδηλο.


Ερώτηση: Ποια πρέπει να είναι η θέση της Αριστεράς για την ελληνική κρίση χρέους και την προσφυγή στο «μηχανισμό  στήριξης» (ΔΝΤ, Κομισιόν και ΕΚΤ); Ποια είναι η γνώμη σας για προτάσεις όπως εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος ή παύση πληρωμών;


ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΜΠΑΖΟΣ

 


Το ζήτημα της εθνικοποίησης του τραπεζικού συστήματος πρέπει να αποτελεί πάγιο αίτημα της ελληνικής, ευρύτερα της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας Αριστεράς. Το χρήμα παρουσιάζει σήμερα πολλά εμπορευματικά χαρακτηριστικά, αν και το ίδιο δεν είναι ένα απλό, ιδιαίτερο εμπόρευμα μεταξύ των άλλων ιδιαίτερων εμπορευμάτων. Αγοράζεται και πωλείται στην «ελεύθερη» αγορά, στις εθνικές αγορές υπό μορφή δανείων-χρεών με αντίτιμο ένα επιτόκιο (ή ένα μέρισμα κ.λπ.) που εξαρτάται από κοινωνικούς συσχετισμούς δυνάμεων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και ανάμεσα σε κοινωνικές κατηγορίες που ανήκουν στην ίδια τάξη (π.χ. βιομήχανοι, τραπεζίτες), στις συναλλαγματικές αγορές με σκοπό την κερδοσκοπία κ.λπ. Η αριστερή πολιτική διέπεται από την αρχή ότι το χρήμα πρέπει να τυγχάνει μεταχείρισης ως να ήταν δημόσιο αγαθό κι όχι εμπόρευμα και ως εκ τούτου πρέπει να υπόκειται στο δημοκρατικό έλεγχο. Σ' αυτό το πλαίσιο, η εθνικοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι αναγκαία.

Ωστόσο ούτε η παύση πληρωμών ούτε η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος ούτε η προσφυγή στο ΔΝΤ είναι άμεσα αναγκαίες προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι επιπτώσεις της κρίσης. Όσο πιο «γενικού περιεχομένου» είναι τα αιτήματα της Αριστεράς, τόσο πιο δύσκολο είναι να δημιουργηθούν οι συσχετισμοί δυνάμεων για να αποτύχει η προσπάθεια των κυρίαρχων οικονομικών και πολιτικών ελίτ να φορτώσουν το κόστος της κρίσης στους εργαζόμενους. Σε μια φάση άμυνας της εργατικής τάξης, τα αιτήματα πρέπει να είναι πραχτικά, συγκεκριμένα και να πείθουν το ευρύ κοινό σχετικά με τη δυνατότητα άμεσης υλοποίησής τους. Μια ταξικά προσανατολισμένη φορολογική μεταρρύθμιση που να περιλαμβάνει κατάργηση των εκκλησιαστικών φορολογικών προνομίων και δραστική μείωση των στρατιωτικών δαπανών, σε συνδυασμό με μια μεσοπρόθεσμη καλλιέργεια συμμαχιών σε ευρωπαϊκή κλίμακα (όχι μόνο σε επίπεδο κυβερνήσεων) για στήριξη της Ελλάδας διαμέσου π.χ. δανείων με ευνοϊκούς όρους και χαλιναγώγησης της κερδοσκοπίας εις βάρος της, θα είχαν πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα επιτυχίας στον αγώνα κατά της επίθεσης που δέχονται σήμερα οι εργαζόμενοι απ' ό,τι εύηχα αιτήματα που δεν πείθουν κανένα ότι μπορούν να υλοποιηθούν στο παρόν στάδιο. Όταν κανένα σχέδιο επίθεσης δεν παρουσιάζει υψηλή πιθανότητα επιτυχίας, ο καλύτερος τρόπος άμυνας είναι η άμυνα. Χρειαζόμαστε μιαν προσγειωμένη και πειστική πολιτική άμεσης εφαρμογής. Όσο πιο πραχτικά και απλά είναι τα αιτήματα τόσο το καλύτερο. Όταν επιτίθενται στο κεκτημένο υπερασπιζόμαστε το κεκτημένο.    


ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑΣ

 


Η κυβέρνηση Παπανδρέου ταλαντεύτηκε για ένα διάστημα, αλλά τελικά υιοθέτησε σκληρή λιτότητα, περικοπές, και πίεση επί των εργαζομένων. Από τη στιγμή που πήρε αυτήν την απόφαση ήταν αναπόφευκτο ότι θα κατέληγε σε βοηθητικό δανεισμό. Όλη αυτή η φιλολογία ότι η Ελλάδα μπορεί μόνη της, τα γεμάτα πιστόλια κ.λπ. κ.λπ. ήταν βλακώδης και εκ του πονηρού. Δεδομένου του όγκου του χρέους, της όξυνσης της κερδοσκοπίας στις διεθνείς αγορές, του μεγέθους του δημοσίου ελλείμματος και του μαγειρέματος των στοιχείων, εκεί θα καταλήγαμε. Η προσφυγή στον μηχανισμό απλώς σημαίνει ότι η κυβέρνηση πιθανότατα θα αναγκαστεί να εντείνει την πίεση επί των εργαζομένων. Ο κεντρικός πυρήνας της πολιτικής όμως παραμένει ο ίδιος.

Πρόκειται για τραγική εξέλιξη για την ελληνική κοινωνία, και η Αριστερά προφανώς πρέπει να την απορρίψει χωρίς συμβιβασμούς. Έρχεται ύφεση, ανεργία και φτώχεια. Το χειρότερο είναι ότι μάλλον δεν θα λυθεί και το πρόβλημα του δημόσιου χρέους, δεδομένου ότι τα δημόσια έσοδα θα συρρικνώνονται. Αυτά που ακούγονται για ανάπτυξη μέσω των χαμηλών μισθών και της απελευθέρωσης των κλειστών επαγγελμάτων είναι παντελώς αβάσιμα.

Η πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση οδηγεί σε στάση πληρωμών, όσο κι αν δηλώνουν κυβερνητικά στελέχη ότι ούτε τους περνάει απ' το μυαλό. Θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο για την Ελλάδα να συνεχίσει να εξυπηρετεί το χρέος της το 2011 με τις παρούσες συνθήκες. Η παύση πληρωμών κατά πάσα πιθανότητα θα γίνει, είτε το απαιτήσει η Αριστερά είτε όχι. Το πραγματικό ζητούμενο είναι να γίνει με όρους που θα θέσει η Αριστερά και το λαϊκό κίνημα, όχι με όρους της κυβέρνησης ή των δανειστών. Αυτό σημαίνει πρώτα πρώτα εθνικοποίηση των τραπεζών, διότι στην πράξη θα χρεοκοπήσουν μόλις γίνει η παύση πληρωμών, δεδομένου ότι κατέχουν μεγάλο όγκο χρεογράφων του ελληνικού Δημοσίου. Η εθνικοποίηση θα διασώσει τις τράπεζες και ταυτόχρονα θα τις φέρει κάτω από δημόσιο έλεγχο ώστε να συμβάλουν στην ανάκαμψη και το μετασχηματισμό της οικονομίας.

Πώς κρίνετε την πρόταση για έξοδο της Ελλάδας από την ΟΝΕ;


ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΜΠΑΖΟΣ

 


Το εθνικό νόμισμα είναι βέβαια ένα προστατευτικό μέτρο το οποίο όμως δεν εξασφαλίζει αποτελεσματική προστασία από τις διεθνείς επιπτώσεις της κρίσης. Άλλες χώρες της Ε.Ε. εκτός ευρωζώνης υφίστανται την κρίση σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ' ό,τι η Ελλάδα. Τα βαλτικά κράτη (Λετονία, Εσθονία, Λιθουανία) είναι τα πιο απτά παραδείγματα μεταξύ πολλών άλλων.

Ποιες θα ήταν οι επιπτώσεις μιας άμεσης, μονομερούς εξόδου της Ελλάδας από την ΟΝΕ; Η υποτίμηση της δραχμής σε σχέση με το ευρώ θα καθιστούσε πολύ πιο δύσκολη την εξόφληση του εξωτερικού χρέους και θα καθιστούσε, γενικότερα, την Ελλάδα συγκριτικά φτωχότερη απ' ό,τι σήμερα σε σχέση με την ευρωζώνη. Το έλλειμμα στις τρέχουσες συναλλαγές – που είναι και η αιτία της αύξησης του χρέους – θα μειωνόταν βέβαια, με τίμημα όμως την άμεση, δραστική μείωση της ευημερίας όλων των εισοδηματικών τάξεων (περιλαμβανομένων και των μη μισθωτών τάξεων). Η έξοδος από την ΟΝΕ ισοδυναμεί με αποδοχή ότι ένα μέρος τουλάχιστον του κόστους της κρίσης πρέπει να το πληρώσουν και οι μισθωτοί εργάτες.

Βέβαια, το εθνικό νόμισμα παρουσιάζει κι ένα πλεονέκτημα: Μπορεί να συμβάλει μακροπρόθεσμα, εάν και εφόσον συνοδευτεί από κρατικό παρεμβατισμό και αναπτυξιακή στρατηγική, στη βελτίωση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Το πλεονέκτημα της υιοθέτησης της δραχμής είναι υποθετικό, για να επιβεβαιωθεί ως τέτοιο πρέπει να ικανοποιηθούν κάποιο όροι και προϋποθέσεις, ενώ τα μειονεκτήματα είναι απτά και άμεσα. Κι εδώ μιλούμε μόνο για τα οικονομικά μειονεκτήματα, παραλείποντας να αναφέρουμε τα πολιτικά.

Το ερώτημά σας, αν και είναι πολύ συγκεκριμένο, παραπέμπει σε ένα ευρύτερο ερώτημα: Είναι δυνατό να φανταστεί κανείς σήμερα μια εθνική πορεία προς μια λιγότερο άδικη κοινωνία; Η ελληνική οικονομία, ακόμη κι αν αποκτήσει εθνικό νόμισμα, δεν θα πάψει να είναι συμπληρωματική και εξαρτώμενη από την ευρωπαϊκή και ευρύτερα την παγκόσμια οικονομία. Θα συνεχίσει να υφίσταται το διεθνή ανταγωνισμό της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου. Σε αντίθεση με το εθνικό πλαίσιο των ευρωπαϊκών κρατών, το πλαίσιο της Ε.Ε. είναι αρκετά μεγάλο και αρκετά ισχυρό για να «αντέξει», ακόμη και αν εγκαταλείψει μονομερώς τη νεοφιλελεύθερη πορεία των τελευταίων δεκαετιών. Για να εκφραστούμε απλά: Μια άλλη Ευρώπη είναι εφικτή, ενώ μια άλλη Ελλάδα δεν είναι. Ο ταξικός αγώνας, όπως και ο πολιτικός, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εγκλωβισμένοι στο εθνικό πλαίσιο, ενώ τα πράγματα διαμορφώνονται σε ένα ευρύτερο επίπεδο, ηπειρωτικό και παγκόσμιο. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί προβλήματα στον στρατηγικό σχεδιασμό των αντιστάσεων, τα οποία όμως δεν είναι δυνατό να υπερπηδηθούν με μέτρα που ενισχύουν κάπως την ήδη περιορισμένη κρατική κυριαρχία, όπως η υιοθέτηση εθνικού νομίσματος. Η εποχή της κρατικής κυριαρχίας έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί με ή χωρίς εθνικό νόμισμα.

Καταληχτικά πρέπει να σημειώσουμε ότι, καλώς ή κακώς, το ευρώ είναι πλέον σε μεγάλο βαθμό πολιτικά νομιμοποιημένο, ακόμη και στην Ελλάδα. Αν πρόκειται να καταρρεύσει γιατί οι ελίτ της Ευρώπης αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της ΟΝΕ και της κρίσης και επιχειρούν να το φορτώσουν στους εργαζόμενους, ας καταρρεύσει. Ας αναλάβουν όμως και την πολιτική ευθύνη αυτής της κατάρρευσης και ας αφήσουν τη φιλολογία σχετικά με μιαν ευρωπαϊκή ενοποίηση που θα είναι κάτι πέραν από μια ημιτελή οικονομική ένωση, δηλαδή κάτι πέραν από μια ελεύθερη αγορά που διέπεται από την αρχή του «ανόθευτου ανταγωνισμού» που καθηλώνει τους μισθούς και αποδομεί το κοινωνικό και δημοκρατικό κεκτημένου.

Αν δεν υπήρχε Ε.Ε., η Αριστερά και το εργατικό κίνημα θα έπρεπε να την είχαν εφεύρει, όχι βέβαια για να δημιουργήσουν την Ε.Ε. όπως την ξέρουμε σήμερα αλλά για να δημιουργήσουν μιαν άλλη Ευρώπη βασισμένη σε ένα αριστερό αξιακό υπόβαθρο. Τώρα που η Ευρώπη υπάρχει ως δημιούργημα των ελίτ, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να αγωνιστούμε, εκμεταλλευόμενοι τα εσωτερικά της προβλήματα και αντιθέσεις, για να της αλλάξουμε το περιεχόμενο.

Η Ελλάδα χρησιμοποιείται σήμερα σαν ένα ευρωπαϊκό, πειραματικό εργαστήριο μελέτης των ορίων πολιτικής και κοινωνικής ανοχής των εργαζομένων. Ας τους δείξουμε με την αντίσταση στο δρόμο ότι η κόκκινη γραμμή του κοινωνικά απαράδεκτου έχει προ πολλού παραβιασθεί στην Ελλάδα (όπως και στη νότια Ευρώπη και στο σύνολο της Ε.Ε. γενικότερα). Αυτή η αντίσταση προϋποθέτει όμως εναλλακτικές προτάσεις απλού και πρακτικού περιερχομένου, ικανές να πείσουν το ευρύ κοινό ότι η αντεργατική λιτότητα δεν είναι μονόδρομος. Εάν δεν περάσουν τα μέτρα λιτότητας στην Ελλάδα, οι ελίτ της Ευρώπης θα σκεφτούν και δεύτερη φορά αν πράγματι πρέπει να εγκαταλείψουν το ευρώ στην τύχη του με το να αρνούνται κάθε ουσιαστική βοήθεια στην Ελλάδα.

Αυτή τη στιγμή τουλάχιστον, η αιχμή του δόρατος της αριστερής πολιτικής είναι η φορολογική πολιτική, ούτως ώστε να μην επωμισθούν το βάρος της κρίσης οι εργαζόμενοι. Μια εναλλακτική φορολογική πολιτική είναι άλλωστε και η μόνη πολιτική που μπορεί να ενώσει την Αριστερά και να αποκτήσει λαϊκό έρεισμα σε ένα πολύ ευρύτερο κοινωνικό στρώμα που επηρεάζεται σήμερα από το κυβερνητικό κόμμα και την παραδοσιακή δεξιά. Αν δεν επικεντρωθούμε σ' αυτήν, κινδυνεύουμε να αναλωθούμε σε ατέρμονες συζητήσεις περί πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων του ευρώ, της συμμετοχής στην Ε.Ε. κ.λπ. που δεν θα έχουν κανένα απτό αποτέλεσμα στη μάχη που ήδη διεξάγεται. Άλλωστε, η συζήτηση για την ΟΝΕ και την Ε.Ε. εγγράφεται σε ένα χρονικό ορίζοντα πολύ διαφορετικό απ' αυτόν του βραχέως χρόνου που θα καθορίσει την έκβαση της επίθεσης που δέχονται σήμερα οι εργαζόμενοι.   


ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑΣ

 


Η συμμετοχή στην ΟΝΕ αποτέλεσε μόνο πηγή κακών για την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Όπως ήδη εξήγησα, η ΟΝΕ είναι μηχανισμός γερμανικής κυριαρχίας, ένα σιδερένιο χέρι που συντρίβει τους ευρωπαϊκούς λαούς. Η έξοδος της Ελλάδας είναι απαραίτητη για να αναπνεύσει η οικονομία και η κοινωνία. Θέλω όμως να τονίσω ότι μπορεί να φτάσουμε στη έξοδο απλώς και μόνο διότι η πολιτική λιτότητας θα αποτύχει, αναγκάζοντας την ελληνική αστική τάξη σε αποχώρηση. Κάτι τέτοιο θα ήταν κακή εξέλιξη, γιατί πιθανώς θα σήμαινε συνέχιση των περιοριστικών πολιτικών χωρίς ουσιαστικές κοινωνικές αλλαγές αλλά με κερδοσκοπία κατά του εγχώριου νομίσματος. Η Αριστερά πρέπει να είναι προετοιμασμένη και να προτείνει προοδευτική έξοδο. Το σοκ θα είναι αναμφίβολα μεγάλο. Η έξοδος θα φέρει υποτίμηση και βέβαια στάση πληρωμών, αν κάτι τέτοιο δεν έχει ήδη συμβεί. Θα πρέπει αμέσως να γίνουν εθνικοποιήσεις τραπεζών, άλλων μεγάλων κλάδων, καθώς και επιβολή δημόσιου ελέγχου επί της οικονομίας συνολικά. Στη βάση αυτή θα μπορέσει να προστατευτεί το εργατικό εισόδημα και η απασχόληση. Θα μπορέσουν επίσης να ληφθούν μέτρα βιομηχανικής πολιτικής για να προχωρήσει η τόνωση της παραγωγής.

Η έξοδος από την ΟΝΕ μπορεί να αποτελέσει έναυσμα μεγάλων κοινωνικών αλλαγών, και η Αριστερά δεν πρέπει να τη φοβάται. Απαραίτητη συνθήκη για προοδευτική έξοδο είναι φυσικά η ύπαρξη ισχυρών κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών. Στο κοινωνικό επίπεδο χρειάζεται συμμαχία της εργατικής τάξης με τα μικροαστικά στρώματα των πόλεων και της υπαίθρου τα οποία συντρίβονται από την κρίση. Υπάρχουν, για παράδειγμα, εκατοντάδες χιλιάδες μικροεπιχειρήσεις που επιθυμούν δημόσιο έλεγχο των τραπεζών και τόνωση της ζήτησης. Η εργατική τάξη είναι ο φυσικός ηγέτης μιας τέτοιας συμμαχίας που μπορεί να πάει την κοινωνία μπροστά. Στο πολιτικό επίπεδο χρειάζεται ευρύ μέτωπο βασισμένο στην Αριστερά το οποίο θα έχει τη δυνατότητα να ελκύσει τις εργατικές μάζες που βρίσκονται στο ΠΑΣΟΚ. Ένα αυθεντικό ενιαίο μέτωπο φτιαγμένο από τα κάτω θα έπαιζε καταλυτικό ρόλο στα ελληνικά πολιτικά πράγματα σήμερα, δεδομένης της απαξίωσης του σημερινού πολιτικού συστήματος. Βγάζοντας τη χώρα από την ΟΝΕ θα είχε τη δυνατότητα να θέσει την οικονομία σε άλλες βάσεις, ωθώντας τη χώρα σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Θα μπορούσε ακόμη να βρει στήριξη από τους εργαζόμενους των υπόλοιπων χωρών της Ε.Ε., τη φορά αυτή σε πραγματική βάση αμοιβαιότητας και αλληλεγγύης. Οι δυνατότητες υπάρχουν. Αυτό που χρειάζεται είναι να θυμηθεί η Αριστερά τα οράματά της και να ανακτήσει την αυτοπεποίθησή της.

 

ΠΗΓΗ: Κυριακή, 02 Μάιος 2010 22:27, (Κόκκινο, τεύχος 47-8), http://www.kokkino.org/index.php?option=com_content&view=article&id=1746:———qq&catid=16:-&Itemid=39

Η Εικασία – του Γιάννη Ποτ.

Η Εικασία

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

 

(Αφιερωμένο στον Grigory Perelman*)

 

 

Ρίχνει το λάσο του στο Αχανές

Θηλιές κρεμάει στις μορφές του

Τα μέτρα παίρνει στο άμορφο

με  ευκλείδειες μεζούρες

Κουστούμι να του ράψει

Τεντώνει, στρεβλώνει,

συρρικνώνει τα μπαλόνια

των πολλαπλοτήτων

 

Ταξινομεί τα σχήματά τους

Σμιλεύει με εξισώσεις

τις ανωμαλίες τους

 

Πετάει τις μάσκες μια – μια

Θωπεύει λάγνα, τις καμπύλες τους

Καθώς ναρκισσεύονται

στους καθρεπτισμούς τους

Πανέμορφες ατίθασες γυναίκες

 

Την εντροπία του Σύμπαντος

θερμομετρεί

Ψηλαφεί την ευστάθειά του

 

Καθώς χορεύει στις στροφές του

αναλλοίωτο

Το ακρωτηριάζει αδυσώπητα 

 

Στην Προκρούστεια κλίνη

των θεωρημάτων του

Ταΐζοντας με τα κομμάτια του

την κουκουβάγια της αφαίρεσης

 

Με τους θεούς του τα βολεύει

Όμως οι καιροί ου μενετοί

Έρχονται ανατροπές

Ανυπότακτοι γαλαξίες

παίρνουν την εκδίκησή τους

 

Αέναη η πάλη του Αχανούς

με τους κορσέδες των θεωριών

 

Άσπιλος και αμόλυντος

Χωρίς χρήματα και βραβεία πορεύεται

Μηρυκάζοντας σεμνά τα μανιτάρια

της αθανασίας του

Κράτησε την αξιοπρέπειά του ανεκποίητη

ο Grigory Perelman

 

                           3 Μαΐου 2010, Γιάννης Ποταμιάνος

 

Σημείωση:  Αφιερωμένο στον Grigory (Grisha) Perelman που μετά από 100 και πλέον χρόνια άκαρπων προσπαθειών της μαθηματικής κοινότητας απέδειξε την εικασία του Jules Henry Poincare.

Ο Grisha κράτησε την αξιοπρέπεια στο ύψος της, αρνήθηκε το ανώτερο βραβείο μαθηματικών και το χρηματικό έπαθλο του ενός εκατομμυρίου δολαρίων. Προτίμησε να ζει με την μητέρα σε ένα μικρό διαμέρισμα της Πετρούπολης φτωχός. Και να μαζεύει μανιτάρια στα γύρω δάση της πόλης του.  

 

Σημείωση admin: δείτε σχετικά στη διεύθυνση http://episkiasis.wordpress.com/2010/03/25/grigori-perelman/

Πολιτικές – Πρακτικές Διαρκούς Εκπαίδευσης

Πολιτικές και Πρακτικές της Διαρκούς ή δια βίου  Εκπαίδευσης

 

Της Αμαλίας  Κ. Ηλιάδη*

 

 

  Όταν  λέμε  «πολιτικές  της  διαρκούς  εκπαίδευσης»   εννοούμε  τις  πολιτικές  που  καταστρώνονται  από  τα  διάφορα  αρμόδια  υπουργεία  (Παιδείας, Εργασίας, Γεωργίας, Βιομηχανίας  κτλ.),  καθώς  και  από  κοινωνικές  και  οικονομικές  δυνάμεις  (συνδικάτα, συνεταιρισμοί, πολιτιστικές  κινήσεις  κτλ.), σχετικά  με  την  εκπαίδευση  παιδιών, νέων  και  ενηλίκων  στη  φάση  της  αρχικής  και   της  πρόσθετης  κατάρτισης  στους  τυπικούς  και  μη  τυπικούς  τομείς  της  εκπαίδευσης. 

Όταν   λέμε  «πρακτικές  της  διαρκούς  εκπαίδευσης»   εννοούμε  επίσης την  εκπαίδευση  όπως  παρέχεται  από  ιδρύματα, ανεξάρτητες  συλλογικές  κινήσεις κτλ., καθώς  και  την  ίδια  την  αυτομόρφωση.  Με  τον  όρο  «πολιτική»    εννοούμε  τόσο  την  πολιτική  επιστήμη  όσο  και  την  πολιτική  δράση-δραστηριότητα.

Κάνοντας   έναν  απολογισμό των  πολιτικών  και  πρακτικών  της  διαρκούς  εκπαίδευσης σε διεθνές επίπεδο  τα  τελευταία  χρόνια,  δεν  μπορούμε  να  μη  λάβουμε  υπόψη:

1.      Τις  αλλαγές  που  πραγματοποιούνται  στις  σχέσεις  ανάμεσα  στις  διάφορες  χώρες  αυτού  του  πλανήτη

2.        Την  ανεξαρτησία  που  κατέκτησαν  ορισμένες  χώρες  οι  οποίες  παλαιότερα  ήταν  κυριαρχούμενες

3.      Τις  νέες  δυνατότητες  αναπτυξιακών  επιλογών

4.      Τη  δυναμική  των  σχέσεων  ανάμεσα  σ' αυτούς  που  ελέγχουν  και  αυτούς  που  δεν  ελέγχουν  τα  μέσα  παραγωγής

5.      Τη  συσσωμάτωση  των   και  πολιτικών  συστημάτων  σε  περιφερειακό  και   διεθνές  επίπεδο  και  τον  διεθνή  καταμερισμό  της  εργασίας

6.      Τη  συλλογική  διάσταση  της  πολιτιστικής  και  εκπαιδευτικής  δράσης.

Ιστορικά μιλώντας,  δεν υπάρχει  μια  ενιαία  ιδεολογία  της  διαρκούς  εκπαίδευσης  αλλά  αρκετές  ιδεολογίες,  που  σχετίζονται  με  συγκεκριμένες  ιστορικές  καταστάσεις.  Για  παράδειγμα,  στις  εκβιομηχανισμένες  χώρες,  στον  καιρό  τις  οικονομικής  έξαρσης  της  δεκαετίας  του  1960, η  ιδεολογία  του  «διαρκής  εκπαίδευση = γενική  μόρφωση»  αντανακλούσε  στην  πραγματικότητα  την  ανάγκη  ταχύρρυθμης  επαγγελματικής  κατάρτισης  των  εργατών  στις  μεσαίες  και  ανώτερες  βαθμίδες.  Δεν  ήταν  τελείως  τυχαίο  που  ορισμένες  χώρες  ευνοούσαν  περισσότερο  από  άλλες  τις  πολιτικές  διαρκούς  εκπαίδευσης. Αυτό  σχετιζόταν  με  την  επιτάχυνση  της  βιομηχανικής  ανάπτυξης.  Ούτε  είναι  τυχαίο  που  στις  εκβιομηχανισμένες  χώρες, σε  περιόδους  ανεργίας, η ιδεολογία  του  «διαρκής  εκπαίδευση = κατάρτιση  για  δουλειά  και  απάντηση  στην  ανεργία»  έρχεται  στο  προσκήνιο,  έστω  κι  αν  η  παρεχόμενη  εκπαίδευση  είναι  κυρίως  προσανατολισμένη  προς  τη  γενική  μόρφωση, και  μάλιστα  ακόμα  και  η  επαγγελματική  εκπαίδευση  έχει  περιορισμένη  επίδραση  στην  απασχόληση.

Δεν  υπάρχει  και  ούτε  πρόκειται  να  υπάρξει  ένα  μόνο  μοντέλο  για  τη  μετουσίωση  της  ιδέας  της  διαρκούς  εκπαίδευσης  σε  συγκεκριμένες εκπαιδευτικές  πολιτικές και πρακτικές.  Ωστόσο,  αρκετές  τάσεις  έχουν  διαμορφωθεί  και  εξακολουθούν  να  διαμορφώνονται  κατά  την  απόκτηση  διάφορων  εμπειριών  σε  εκπαιδευτικά  ιδρύματα  ή  έξω  απ'  αυτά – τάσεις  που  προδικάζουν  ότι  στις  κοινωνίες  μας  υπάρχει  και  θα  υπάρχει  η  δυνατότητα  συγκρότησης  και  επιδίωξης  μιας  εκπαίδευσης  η  οποία  προϋποθέτει  έναν  μετασχηματισμό  του  κοινωνικού  περιβάλλοντος  και  του  τρόπου  ζωής,  επίσης την  πλήρη  χρήση  των  ικανοτήτων  μας,  τη  μάθηση  μέσω  της  συλλογικής  ζωής,  τη  δημιουργικότητα  (ένας  τομέας  που  δεν  θα  επιφυλάσσεται  πια  μόνο στους  «καλλιτέχνες»),  την  κατοχή  της  κοινωνικής,  τεχνικής,  επιστημονικής  και  καλλιτεχνικής  γνώσης,  που  μπορεί  να  κάνει  τον  καθένα,  και  όχι  μόνο  τους  «ειδικούς», ικανό  να  συμμετάσχει  στην  οικοδόμηση  και  τη  διοίκηση  των  σύγχρονων   κοινωνιών  μας.

Εξάλλου, η  εκπαίδευση  ως  «προσαρμογή  στην  αλλαγή»,  «απάντηση  στις  συγκρούσεις», «όργανο  ένταξης»,  συχνά  φαίνεται  να  εξαντλεί  την  κοινωνιολογική της  διάσταση.  Η  εκπαιδευτική  και  πολιτιστική  μάθηση  μέσω  της  ατομικής  και  συλλογικής  δημιουργίας  δεν πρέπει να παραβλέπεται,  γιατί ακριβώς  αυτό  το  είδος  μάθησης  φαίνεται  να  είναι  το  πιο  παραγωγικό.  Η  κοινωνική  μάθηση  συχνά  διαφεύγει  από  την  πολυμαθή  ανάλυση  των  λογίων  της  εκπαίδευσης.  Έτσι  χάνεται  μία  διάσταση  της  μορφωτικής  εμπειρίας,  δηλαδή  μια  παιδεία  που  αναπτύσσεται  μέσα  στα  συστήματα  παραγωγής, στα  εκπαιδευτικά  συστήματα  καθώς  και  στην  καθημερινή  ζωή  έξω  από  την  παραγωγή  και  την  εκπαίδευση,  όπως  στην  πολιτιστική  ζωή,  στον  ελεύθερο   χρόνο κτλ.

Η  εκπαίδευση  του  μέλλοντος  είναι  στενά  συνυφασμένη  με  τους  μετασχηματισμούς  που  συντελούνται  στο  κοινωνικό,  οικονομικό  και  πολιτικό  πεδίο.  Κατά  συνέπεια,  η  ανάπτυξη  εκπαιδευτικών  πολιτικών  και  μιας  εκπαιδευτικής  «μελλοντολογίας»  είναι  αδύνατη  αν  δεν  συνδέεται  με  προβλέψεις  για  το  μετασχηματισμό  της  εθνικής  και  διεθνούς  τάξης  πραγμάτων.  Τα  σενάρια  ίσως  να  μην  είναι  πλήρως  προβλέψιμα  στις  διάφορες  κοινωνίες,  αλλά  είναι  πάντως  αναγκαίο  να  προβλεφθεί  η  πιθανότητα  ορισμένων,  έστω  κι  αν  γνωρίζουμε  ότι  η  ανάπτυξή  τους  δεν  είναι  γραμμική .  Απ'  αυτή τη διαπίστωση  πηγάζει  η  ανάγκη  διεύρυνσης  των  οριζόντων  ως  προς  το  σχεδιασμό  και  την  ανάπτυξη  εκπαιδευτικών  πολιτικών.  Μια  ανάγνωση  της  βιβλιογραφίας  των  δεκαετιών  του  1960  και  '70  σχετικά  με  τον  εκπαιδευτικό  σχεδιασμό  συχνά  αποκαλύπτει  την  περιορισμένη  οπτική  της,  εφόσον  οι  κοινωνικές  καινοτομίες  και  τα  κοινωνικά  και  πολιτιστικά  κινήματα  δεν  λήφθηκαν  υπόψη  (και  αυτή  η  διάσταση  είναι  σημαντική, όταν  εξετάζουμε  την  εκπαίδευση).

Τα  θεμέλια  όπου  στηρίζονται  οι  νέες  εκπαιδευτικές  πολιτικές  συχνά  φαίνονται  ελλιπή.  Οι  επενδύσεις  στο  πεδίο  της  εκπαιδευτικής  έρευνας  ως τώρα  αφορούσαν  περισσότερο  τους  τομείς  της  ψυχολογίας  της  μάθησης, της  ψυχολογίας  των  ομαδικών  διεργασιών, της  εκπαιδευτικής  τεχνολογίας, ή  ακόμα  ορισμένους  προνομιούχους  τομείς  του  εκπαιδευτικού  συστήματος  (ανώτατη  εκπαίδευση).

Η  διαλεκτική  ανάμεσα  στις  εκπαιδευτικές  πολιτικές  και  τις  εκπαιδευτικές  πρακτικές  χρειάζεται  κι  αυτή  να  μελετηθεί εκ νέου.  Μια  εκπαιδευτική  πρακτική  θεμελιωμένη  στην  «αυτοκαθοριζόμενη»  μάθηση, στην  ελεύθερη  σωματική  και  πνευματική  έκφραση, στη  δημιουργικότητα, στη λειτουργική  σχέση  μεταξύ  εκπαιδευτικών  ιδρυμάτων  μεταξύ τους,  στη  ζωντανή  κουλτούρα, στο περιβάλλον, ενθαρρύνει  εκπαιδευτικές πολιτικές  που  υπερβαίνουν  το  σχολικό  σύστημα, και  αντιστρόφως. Οι ακόλουθες σοφές σκέψεις του Μπέρναρντ Σω είναι ενδεικτικές και ταυτόχρονα αποδεικτικές της σοβαρότητας του ζητήματος: «Σε  λίγο  όλοι  θα  εκπαιδεύονται, διανοητικά  και   σωματικά, από  την  κούνια  μέχρι  το  τέλος  της  περιόδου  της  υποχρεωτικής  στρατιωτικής  θητείας  και, τελικά, της  υποχρεωτικής  πολιτικής  θητείας,  που  θα  διαρκεί  μέχρι  την  ηλικία  της  συνταξιοδότησης.  Ολοένα   περισσότερη  εκπαίδευση, περισσότερος  καταναγκασμός.  Πρόκειται  να  γιατρευτούμε  με  μια  αύξηση  της  δόσης  που  μας  δηλητηρίασε…  Είναι  φανερό  πως  αυτό  δεν  βγάζει  πουθενά.  Πρέπει  να  συμφιλιώσουμε  τη  μόρφωση  με   την  ελευθερία».

 

Επικριτές της τάσης της Διαρκούς ή Δια Βίου Εκπαίδευσης και μια συναινετική προοπτική

 

Ένας  από  τους  πρώτους  επικριτές  της  τάσης  προς  την  ισόβια  ή  διαρκή  εκπαίδευση  ήταν  ο   Χέρμαν  Φρέζε  από  το  Πανεπιστήμιο του  Λέιντεν  (Ολλανδία).  Όπως  γράφει  ο  ίδιος  «αρχικά  ενθουσιάστηκα  με  την  ιδέα  ενός  ολοκληρωμένου  συστήματος  εκπαιδευτικών  υποδομών  για  ισόβια  μάθηση»,  αλλά  κατέληξα  να  δυσπιστώ  απέναντι  στη  συγκεντροποίηση  εξουσίας  που  εμφανώς  εκδηλώνουν  τα  συστήματα».  Επίσης  τον  ανησυχούσαν  τα  «εμπορικά  επιχειρηματικά  συμφέροντα»  που,  όπως  πίστευε,  θα  οδηγούσαν  σε  «μονοπώληση  της  αγοράς  από  γιγαντιαίους  παραγωγούς». Και  πρόσθεσε : «Η  κατάσταση  γίνεται  πραγματικά  κρίσιμη, αν  τα  νέα  συστήματα  της  διαρκούς  εκπαίδευσης, που  σχεδιάστηκαν  για  να  χρησιμοποιηθούν  στην  ελεύθερη  επιμόρφωση  ενηλίκων,  εφαρμοστούν  στην  υποχρεωτική  εκπαίδευση».

Ένας  άλλος  από  τους  πρώτους  επικριτές  ήταν  ο  Ντένις  Σάλιβαν,  συνεργάτης  του  Ιβάν  Ίλιτς.  Ο  Σάλιβαν  είπε  στην  Ουνέσκο  ότι  η  μόνη  αποτελεσματική  απάντηση  στους  υπέρμαχους  της  ισόβιας  εκπαίδευσης, οι  οποίοι  απέτιαν  υποκριτικά  φόρο  τιμής  ή  και  προσεταιρίζονταν  την  έννοια  της  «απο-εκπαίδευσης»  του  Ίλιτς, θα  ήταν  να  πούμε: «Εκπαιδεύστε  λιγότερο!».

Ο  Μπέι  ορίζει  την  ελευθερία  ως  ουσιωδώς  συναρτημένη  με  την  αυτοέκφραση,  η  οποία  απαιτεί : « 1. την  ικανότητα  να  εκφράζει  κανείς  τον  εαυτό  του,  2.  την  ευκαιρία  να  το  κάνει, κι  ακόμα  3.  τον  «επαρκή  λόγο»  ή  το  κίνητρο  για  να  εκφράσει  και  να  προαγάγει  κανείς  περαιτέρω  τον  εαυτό  του».  Η  «ευκαιρία»  σημαίνει  πως  οι  άλλοι  άνθρωποι   και  οι  περιστάσεις  επιτρέπουν  την  αυτοέκφραση.  Το  «κίνητρο»  εξαρτάται  απ'  το  κατά  πόσον  η  κουλτούρα  ή  η  γνώση  κάποιου  την  ενθαρρύνει.  

Από  τη  μια  πλευρά,  σκέφτομαι  πως  είναι  πολύ  καλό  να  παροτρύνουμε  τους  ανθρώπους  να  συνεχίσουν  να  μαθαίνουν.  Από  την  άλλη,  πρέπει να διερωτηθούμε   αν  η  εγγραμματοσύνη  βοηθάει  σ' όλες  τις  περιπτώσεις.  Ποιος  μπορεί  να  αρνηθεί  ότι  ενδέχεται  κάποιος  να  είναι  σοφός – μια πολύ  σημαντική  μα  παραγνωρισμένη  μορφή  γνώσης – χωρίς  να  είναι  εγγράμματος ; Αδιαμφισβήτητα, υπάρχουν πολλές μορφές εγγραμματοσύνης.

Οι  άνθρωποι θα πρέπει   να  διαλέξουν  τις  «εγγραμματοσύνες»  τους  και  να  αναγνωρίσουν  της  περιορισμένη  τους  αξία.  Απ'  τη  δική  μου  σκοπιά  υπάρχουν,  πρώτον, αισθήματα. Δεύτερον, σκέψεις. Τρίτον, λέξεις.  Τέταρτον, «μέσα» αυτομόρφωσης  συμπεριλαμβανομένων  των  βιβλίων.  Και  οι  τέσσερις  περιπτώσεις  ενέχουν  δράση.  Δεν  πρόκειται  για  επιθυμία  «παλιών  καλών  ημερών»,  «νοσταλγία  του πρωτόγονου νου»,  εξύμνηση  του  πρωτογονισμού,  απόδοση  της  ευδαιμονίας  στην  αμάθεια, ή  γενική  απαγγελία  κατηγορίας  κατά  των  αξιών του δυτικού πολιτισμού.  Είναι  μια  αναζήτηση  του  υπόβαθρου  για  ό,τι  ο  Ίλιτς  και  άλλοι  αποκαλούν  «το  πηγαίο»  (vernacular).  Η  ακόμα  του  υπόβαθρου  της  πίστης  πως  «μυστηριακός  είναι  ο  δεσμός  που  κάνει  όλους  τους  ανθρώπους  ένα».

Η  πίστη  αυτή  στην  ενότητα  της  ανθρωπότητας  είναι  μια  από  τις  ωραίες  ιδέες    στο κίνημα  της  ισόβιας-δια βίου  εκπαίδευσης.  Το  «ένα  βήμα  μπρος»   μαθαίνοντας  να  ζούμε  είναι  η  αναγνώριση  του  γεγονότος  πως  όλη  η  ζωή,  από  την  κούνια  μέχρι  τον  τάφο,  είναι  ένα  είδος  «συνεχούς»,  όχι  ακολουθία  ευδιάκριτων,  ασυνεχών  σταδίων.  Οι  διδάσκοντες  της  ισόβιας-δια βίου  εκπαίδευσης  είχαν  «μάθει  το  μάθημα»  που ο  Μπέρναρντ Σω  προσπάθησε  να  μεταδώσει: «Ο  κόσμος  κατοικείται, όχι  από  δύο  ξεχωριστές  φυλές  που  αποκαλούνται  παιδιά  και  ενήλικοι, αλλά  από  ανθρώπινα  πλάσματα  διάφορων  ηλικιών,  από  ενός  δευτερολέπτου  μέχρι  ενός  αιώνα».  Αλλά  οι  διδάσκοντες  της  ισόβιας -δια βίου  επιμόρφωσης  θα  μπορούσαν  να  έχουν  αναγνωρίσει  πως  όλα  τα  ανθρώπινα  πλάσματα  μπορούν  να  μάθουν  το  ένα  απ'  το  άλλο και  πως  μαθαίνουν  καλύτερα  σε  άτυπα  περιβάλλοντα.

 

* Η Αμαλία  Κ. Ηλιάδη είναι φιλολόγου-ιστορικού (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ' το Α.Π.Θ.), Υπεύθυνη  Σχολικής Βιβλιοθήκης 2ου Ε.Π.Α.Λ.  Τρικάλων, πιστοποιημένη  επιμορφώτρια Ενηλίκων του Ε.ΚΕ.ΠΙς.  ailiadi@sch.gr, http://users.sch.gr/ailiadi, http://blogs.sch.gr/ailiadi,  http://www.matia.gr,  

http://www.emy67.wordpress.com

Παύση πληρωμών – έξοδος από την ευρωζώνη

Παύση πληρωμών και έξοδος από την ευρωζώνη

 

Του Κώστα Λαπαβίτσα *

 

 

Η πολιτική του ΔΝΤ, την οποία αποδέχτηκε η κυβέρνηση Παπανδρέου, είναι σκληρή, άδικη και οδηγεί σε αδιέξοδο. Η περικοπή των δημόσιων δαπανών, η μείωση των μισθών και η αύξηση της φορολογίας θα οδηγήσουν την κατανάλωση σε κατάρρευση. Το κλίμα ανασφάλειας και ανησυχίας θα περιορίσει τις επενδύσεις. Οι εξαγωγές δύσκολα θα αυξηθούν σημαντικά, δεδομένου ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα υποτίμησης.

Κατά συνέπεια η Ελλάδα θα μπει σε βαθύτατη ύφεση, με μεγάλη άνοδο της ανεργίας και συρρίκνωση του ΑΕΠ. Θα μειωθεί βέβαια το δημόσιο έλλειμμα, επιτυγχάνοντας πιθανώς τη σταθεροποίηση που επιδιώκει το ΔΝΤ. Αλλά η πτώση του ΑΕΠ θα κάνει το βάρος του χρέους ακόμη μεγαλύτερο για την ελληνική οικονομία. Το ίδιο το ΔΝΤ υπολογίζει ότι, με τις καλύτερες προοπτικές, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα ανεβεί στο 149% το 2013.

Για να αποκτήσει ξανά πρόσβαση στις χρηματοπιστωτικές αγορές, δεδομένων των πολύ υψηλών αυτών ποσοστών χρέους, η Ελλάδα θα πρέπει να παρουσιάσει ταχείς ρυθμούς ανάπτυξης στο άμεσο μέλλον. Συνεπώς θα έρθει αντιμέτωπη με τα βαθύτερα αίτια της κρίσης, τα οποία δεν έχουν να κάνουν με τον όγκο του δημόσιου χρέους, αλλά με την εξασθένηση του παραγωγικού της ιστού τα τελευταία χρόνια.

Η είσοδος της Ελλάδας, όπως και άλλων χωρών της περιφέρειας, στην ευρωζώνη σήμανε σταθερή απώλεια ανταγωνιστικότητας. Ο κύριος λόγος ήταν οι παγωμένοι μισθοί των Γερμανών εργαζομένων που επέτρεψαν στο γερμανικό κεφάλαιο να κυριαρχήσει στην ευρωζώνη. Το αποτέλεσμα ήταν τεράστια ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών και συνεχής φθορά του παραγωγικού ιστού για τις χώρες της περιφέρειας. Το ελληνικό έλλειμμα έφτασε στο γιγαντιαίο ύψος του 15% του ΑΕΠ το 2008. Η κοινωνία αντιλαμβάνεται την κατάσταση αυτή με το γνωστό «δεν παράγουμε τίποτε».

Το ΔΝΤ φαίνεται να πιστεύει ότι ο φθαρμένος παραγωγικός ιστός της Ελλάδας θα αναζωογονηθεί και θα σηκώσει το τρομακτικό βάρος του χρέους, αρκεί να υπάρξει μείωση μισθών, άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων και αποκρατικοποιήσεις. Θα ήταν χαριτωμένη η αφέλεια της προσέγγισης αυτής, αν δεν ήταν τόσο επικίνδυνη. Λες και δεν υπήρξε ποτέ ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, πόσω μάλλον ο Καρλ Μαρξ και άλλοι αιρετικοί. Εν μέσω ύφεσης, το ΔΝΤ περικόπτει δραστικά τη συνολική ζήτηση και προσβλέπει σε ανάκαμψη μέσω της αυτόνομης πρωτοβουλίας του ήδη εξασθενημένου ιδιωτικού κεφαλαίου. Πρόκειται για τις χειρότερες πρακτικές της δεκαετίας του 1920 και του 1930, μόνο που αντί για τον κανόνα του χρυσού τώρα έχουμε το ευρώ.

Το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα. Είναι άκρως απίθανο να μπορέσει η Ελλάδα να επιστρέψει στις διεθνείς αγορές με την πολιτική που ακολουθείται. Και αυτό χωρίς καν να υπολογίσουμε τις επιπτώσεις από την απολύτως δικαιολογημένη λαϊκή αντίδραση στα μέτρα. Στην πράξη η χώρα θα αντιμετωπίσει το φάσμα της χρεοκοπίας στο άμεσο μέλλον, ίσως και το 2011.

Υπάρχει άμεση ανάγκη εναλλακτικής πολιτικής, η οποία στις σημερινές συνθήκες μπορεί να προέλθει από την Αριστερά. Το πρώτο βήμα θα είναι παύση πληρωμών και δραστική αναδιάρθρωση του χρέους. Αυτό θα πρέπει να γίνει με όρους που θα προστατεύουν τα συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων, χωρίς να κάνουν την Ελλάδα έρμαιο των δανειστών. Στη Ρωσία του 1998, το λεγόμενο «κούρεμα», δηλαδή η ζημία των δανειστών, ήταν της τάξης του 60%, ενώ περίπου το ίδιο συνέβη και στην Αργεντινή μετά το 2001. Το «κούρεμα» των δανειστών της Ελλάδας θα πρέπει να κινηθεί τουλάχιστον σε αντίστοιχα ποσοστά για να μπορέσει να ανασάνει η ελληνική οικονομία.

Η παύση πληρωμών θα οδηγήσει βεβαίως σε κατάρρευση των τραπεζών, δεδομένου ότι κατέχουν μεγάλους όγκους αξιογράφων του Δημοσίου και δανείζονται στο εξωτερικό. Υπάρχει κίνδυνος να εξαγοραστούν οι ελληνικές τράπεζες από ξένες για ένα κομμάτι ψωμί, εξέλιξη που θα ήταν καταστροφική για την οικονομία. Η εναλλακτική πολιτική θα είναι να τεθούν οι τράπεζες υπό δημόσιο έλεγχο ώστε να διασωθούν και να λειτουργήσουν ως μοχλός οικονομικής αναδιάρθρωσης.

Αυτομάτως θα τεθεί θέμα παραμονής στη νομισματική ένωση. Η είσοδος της Ελλάδας στην ευρωζώνη είναι ιστορική αποτυχία και όσο συντομότερα αντιστραφεί τόσο το καλύτερο για τη χώρα. Οι μηχανισμοί του ευρώ και κυρίως ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποκλείουν τη λειτουργία των τραπεζών με όρους που επιτρέπουν την αναζωογόνηση της οικονομίας. Η έξοδος από το ευρώ θα κόψει τον γόρδιο δεσμό, δίνοντας παράλληλα ανάσα ζωής στον παραγωγικό τομέα μέσω της υποτίμησης. Η εμπειρία από προηγούμενες στάσεις πληρωμών που ακολουθήθηκαν από υποτίμηση δείχνει ότι μπορεί να υπάρξει ταχεία ανάκαμψη και επιστροφή στις χρηματαγορές χωρίς απαγορευτικό κόστος.

Είναι βεβαίως προφανές ότι θα χρειαστεί να μπουν αμέσως έλεγχοι επί των κεφαλαιακών ροών για να αποφευχθούν η κερδοσκοπία και η έξοδος κεφαλαίου από τη χώρα. Παράλληλα θα πρέπει να τεθούν υπό δημόσιο έλεγχο ευρύτεροι τομείς της οικονομίας για να προστατευτούν, αλλά και για να υπάρξει η δυνατότητα παραγωγικής ανασυγκρότησης. Στη βάση αυτή θα μπορέσει να υιοθετηθεί βιομηχανική πολιτική, η οποία θα ευνοήσει νέους τομείς παραγωγής επιδιώκοντας την άνοδο της παραγωγικότητας. Θα χρειαστούν επίσης αναδιανομή του εισοδήματος και μέτρα προστασίας των φτωχότερων στρωμάτων από το πλήγμα της υποτίμησης μέσω φορολογίας και επιδομάτων. Οι ριζοσπαστικές αυτές αλλαγές δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν με τους υπάρχοντες διεφθαρμένους και αναποτελεσματικούς κρατικούς μηχανισμούς. Θα χρειαστεί λοιπόν ολική αναδιάρθρωση του κράτους με διαφάνεια και δημοκρατία.

Να τονίσω ότι η εναλλακτική πολιτική που προτείνεται εδώ δεν έχει τίποτε να κάνει με την αυτάρκεια. Η Ελλάδα πρέπει να διατηρήσει τις προσβάσεις της στις διεθνείς ροές εμπορίου, ανθρώπινου δυναμικού και κεφαλαίου. Το ζητούμενο είναι να υπάρξει ελεγχόμενη και οργανωμένη πρόσβαση.

Η κρίση που ζει η χώρα είναι δομική και ιστορική. Οι μηχανισμοί κοινωνικής και κρατικής εξουσίας που κυριάρχησαν τις τελευταίες δεκαετίες αποσυντίθενται μπροστά στα μάτια μας. Η κρίση μπορεί να λειτουργήσει ως ευκαιρία για να αλλάξει η ισορροπία ισχύος προς όφελος της εργασίας και κατά του κεφαλαίου. Μια τέτοια αλλαγή θα μπορούσε να μας βγάλει από το σημερινό αδιέξοδο ανοίγοντας νέες προοπτικές κοινωνικής εξέλιξης.

Τη στιγμή αυτή δεν τίθεται θέμα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της χώρας. Η εναλλακτική πολιτική μπορεί όμως να δώσει λύση στην κρίση βγάζοντας την κοινωνία από το αδιέξοδο και επιτρέποντας την κοινωνική πρόοδο. Το όραμα της σοσιαλιστικής αλλαγής θα ανακτήσει τη χαμένη αξιοπιστία του και θα γίνει πιο ελκυστικό στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Απομένει να δούμε αν η Αριστερά και ο κόσμος της εργασίας έχουν τη δύναμη να το επιτελέσουν.

 

* Ο Κώστας Λαπαβίτσας είναι Καθηγητής Οικονομικών στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου

 

ΠΗΓΗ: Ελευθεροτυπία, 19-05-2010, http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=19/05/2010&id=163738