Το Συμβάν – Κεφ 4ο – 6ο

Το Συμβάν – Κεφ 4ο, 5ο, 6ο

 

(προδημοσίευση μυθιστορήματος)

 

Της Βασιλικής Νευροκοπλή

 

 

Κεφ. 4ο

 

4. Όταν σχολούσα από το σχολείο πετούσα την τσάντα στην κουζίνα κι έτρεχα στο περιβόλι να βοηθήσω τον πατέρα. Ήμουν μοναχογιός και οι δουλειές στο κτήμα πολλές. Κάθε εποχή είχε και τις δικές της. Νοέμβρη και Δεκέμβρη μαζεύαμε τα πορτοκάλια, Γενάρη, Φλεβάρη τα λεμόνια και τα μανταρίνια, τον Μάρτη κλαδεύαμε και τον Απρίλη που ήταν η περίοδος του νοικοκυρέματος, όλα τα πεσμένα κλαδιά τα στοίβαζα σε μεγάλα σακιά για να τα χρησιμοποιήσει η μάνα μου στο φούρνο για το μαγείρεμα και στη ξυλόσομπα να ζεσταθούμε το χειμώνα. Μάζευα και τα πεσμένα φύλλα να έχουν φαγητό τα ζώα και να 'ναι το κτήμα καθαρό.

Η δουλειά μας δεν ήταν μια κοινή αγροτική δουλειά όπως σε άλλα μέρη της χώρας. Για μας ήταν κηπουρική. Άστραφταν από καθαριότητα τα περιβόλια του Κάμπου, σε κάποια ούτε πέτρες δεν θα έβρισκες, τις μάζευαν κι αυτές. Όλα ήταν σα ζωγραφιά, σα βιτρίνα πολυτελούς κατάστηματος, και συναγωνίζονταν οι καλλιεργητές μαζί με τα αφεντικά τους, ποιος θα έχει το πιο όμορφο κτήμα και ποιος θα βγάλει τα ωραιότερα πορτοκάλια, γιατί αυτή είναι η αλήθεια: όσο πιο φροντισμένο το περιβόλι τόσο πιο καλοί οι καρποί του. Σήμερα μάλλον ακούγεται παρανοϊκό, αλλά, τότε τους εργάτες που μάζευαν πολλά πορτοκάλια τους έδιωχναν απ' τη δουλειά γιατί αυτό σήμαινε πως ήταν απρόσεχτοι. Καλός εργάτης ήταν αυτός που μάζευε τα λιγότερα. Έπρεπε προσεχτικά με το τσιμπίδι να τα κόβουν ένα ένα και να μην έχουν νύχια στα χέρια που θα τα πλήγωναν.

 Τον Μάη άρχιζε το σκάψιμο του περιβολιού με τα τσατάλια, για ν' ανοίξουμε τα αυλάκια, να προετοιμάσουμε το χώμα για το πότισμα του Ιούνη που βαστούσε όλο το καλοκαίρι. Άμα είχαμε πότισμα και γυρνούσε ο μάγγανος έπρεπε να τον προσέχω με τις ώρες να μην καβαλήσει ο λιμπάς, γιατί η ζημιά θα ήταν μεγάλη. Ο λιμπάς ήταν η καδένα του μάγγανου, σα συρματόσχοινο που κρεμόταν κι ανεβοκατέβαινε μαζί του. Φρόντιζα να γεμίσει η στέρνα, να πάει το νερό στους κεφαλοποτιστάδες, –  τους κεντρικούς δρόμους του νερού, μέσα απ' τα κανάλια, από κει στους ποτιστάδες και μετά στ' αυλάκια. Με το αξινογύρι στο χέρι, – το κατάλληλο εργαλείο για το τσάπισμα και το αυλάκιασμα -, καθάριζα τα χώματα για να ποτιστεί κάθε δέντρο και μετά ν' αλλάξει κατεύθυνση το νερό για το επόμενο. Έπρεπε η γη να πίνει πολύ νερό και σε αραιά διαστήματα. «Σα λάδι να τρέχει το νερό», έλεγε ο πατέρας μου. Ώρες πολλές δουλειά που σταματούσε με τη δύση του ήλιου. Κι άλλες τόσες ώρες που δεν έκανες τίποτα άλλο από το να κοιτάς να δουλεύουν όλα με ρέγουλα. Πολλές φορές κόντεψα να κοιμηθώ όρθιος από τη ζέστη. Τέσσερα οχτάωρα βαστούσε ένα πότισμα. Και μέσα στο νερό να ρίχνεις σερμπέτια και κοπριά.

 Τα πορτοκαλάκια του Ιούνη τα διαλέγαμε προσεκτικά και τα στέλναμε στη Θεσσαλονίκη για να γίνουν γλυκό. Για ένα χαρτζιλίκι το κάναμε. Ήταν σκληρός ο αγώνας και οι καλές εποχές είχαν περάσει. Κάποτε η α΄ κατηγορία πορτοκαλιών πήγαινε στους συνεταιρισμούς κι εκεί αφού πρώτα στέγνωναν και σκουπίζονταν ένα ένα, τα χάρτωναν οι χαρτότριες στο ψιλόχαρτο και μετά τα έπαιρναν οι στοιβαδόρες να τα τοποθετήσουν σε ειδικές κάσες που φτιάχνονταν στην Τεργέστη για να φύγουν τα πολύτιμα φορτία στο εξωτερικό σε τιμές πολύ υψηλές. Είδος πολυτελείας ήταν στις αρχές του αιώνα τα εσπεριδοειδή, όπως το μετάξι και η μαστίχα. Και οι Χιώτες έμποροι ήταν πρώτοι. Τώρα τα πράγματα ήτανε δύσκολα. Αν κάποτε περίμεναν πώς και πώς οι έμποροι της Χώρας να κατέβουν οι Καμπούσοι για να αφήσουν χρήματα, τώρα ο πατέρας μου έκανε κι άλλες δουλειές για να τα βγάλουμε πέρα. Δεν πουλιόταν πια το πορτοκάλι μια δραχμή το τεμάχιο και χίλια πορτοκάλια μεταφραζόταν σε χίλιες δραχμές τη στιγμή που το μεροκάματο του εργάτη ήταν τριάντα. «Πρώτα να κάνεις αποθήκη κι ύστερα σπίτι», έλεγαν τότε. Εδώ κι ένα χρόνο ο πατέρας μου είχε αγοράσει ένα φορτηγό-ψυγείο κι εκτός από τα εσπεριδοειδή, πορτοκάλια, μανταρίνια, λεμόνια, γυρνούσε και πουλούσε κατεψυγμένο κρέας Αργεντινής και ψάρια Ευαγγελιστρίας μαζί με δικά μας κοτόπουλα. Ο Γενάρης του 1968 έφερε πρωτόγνωρες παγωνιές. Σφοδροί άνεμοι, βροχές και χαλάζι έπληξαν τις δενδροκαλλιέργειες. Μεγάλο μέρος της παραγωγής μας καταστράφηκε. Ακόμη και σπίτια έπεσαν.

Πολλές οι δουλειές χειμώνα καλοκαίρι και τα χέρια λίγα. Κι ο υφυπουργός της Κυβέρνησης Σιδεράτος έκανε δηλώσεις στις εφημερίδες, με τις οποίες γελούσαμε: «Η νεολαία πρέπει να προσκολληθεί εις τάς σπουδάς και να μείνει μακράν των κομμάτων». Ποιες σπουδές και ποια κόμματα; Τα αγόρια του Κάμπου συνήθως δεν ήταν καλοί μαθητές στο σχολείο. Εργατικά χέρια ήταν. Και με τα κόμματα καμία ανάμιξη βέβαια. Κι αν εγώ δεν αγαπούσα τόσο πολύ τα γράμματα ώστε τις νύχτες να ξαγρυπνώ κάτω από τη Λουξ ενώ τα μάτια μου έκλειναν από την κούραση, ούτε εγώ θα ήμουν καλός μαθητής. Μα ούτε τον πατέρα μου μπορούσα ν' αφήσω αβοήθητο ούτε τα γράμματα ν' αποχωριστώ που τόσο μ' έκανε ν' αγαπήσω ο παππούς μου. Το χαρτζιλίκι μου όλο πήγαινε στο βιβλιοπωλείο του Χαβιαρά ν' αγοράζω λογοτεχνικά βιβλία με δόσεις.

 Πώς και πώς περιμέναμε το φθινόπωρο. Μετά του Σταυρού, που ήταν το τελευταίο πότισμα, μ' έπαιρνε ο πατέρας μου και καβάλα στα γαϊδούρια ξεκινούσαμε μεγάλες παρέες για κυνήγι στα Δότια. Αυτή ήταν η ανάσα μας και η ξεκούραση όλου του χρόνου. Μα απ' την ώρα που αγάπησα την Ελισώ έπαψα να πηγαίνω. Δεν ξέρω γιατί και πώς ακριβώς συνδυάστηκε το ένα με το άλλο, αλλά εγώ ορτύκια πια πουλιά δεν μπορούσα να χτυπήσω. Απ' την άλλη είναι ίσως παράξενο, αλλά θαρρείς πως ήδη από τότε που πήρα αυτή την απόφαση ήρθα αντιμέτωπος με τη μοίρα μου. Ίσως αν εξακολουθούσα να κυνηγώ, όλα να ήταν πολύ διαφορετικά σήμερα. Μα δεν μπορούσα. Ήταν σαν κάποιος να μου είχε θέσει το δίλημμα: την Ελισώ ή το κυνήγι. Κι εγώ δίχως στιγμή να το σκεφτώ, απάντησα: την Ελισώ!

Όποτε μπορούσα κατέβαινα τις Κυριακές στη Χώρα κι έπαιρνα το ψαροκάικο του θείου μου, του καπετάν Θοδωρή, να πάω για ψάρεμα. Ήταν ο μικρός αδερφός του πατέρα μου και είχε μείνει ανύπαντρος. Μου είχε μεγάλη αδυναμία. Δεν μου χαλούσε χατίρι. Εξέταζε προσεκτικά τον καιρό σαν έμπειρος παλιός ναυτικός και μου έλεγε: «Πήγαινε και μη φοβάσαι τίποτα» ή « μη το συζητάς, ούτε που να το σκέφτεσαι». Καθαρές κουβέντες.

Αυτή ήταν η πιο δική μου ώρα: η θάλασσα μπροστά μου, η πετονιά στα χέρια μου και η σκέψη μου στην Ελισώ. Όσα ακόμα δεν μπορούσα να της πω τα έλεγα στη θάλασσα. Σηκωνόμουν όρθιος πάνω στη βάρκα και πρόσταζα τον άνεμο να πάρει τα λόγια μου και να της τα ψιθυρίσει στ' αφτί. Να μην ακούσει άλλος κανείς. Έτσι με είχε συμβουλέψει ο παππούς να κάνω για να μην στεναχωριέμαι που δεν μπορώ όλα να της τα πω ή να τα γράψω. Και ο παππούς ήξερε. Στον παππού τα έλεγα όλα. Μόνο σ' αυτόν. Τρεις θυγατέρες είχε η μάνα μου. Ήταν αρκετές για να την βοηθούν στο σπίτι, να της κρατούν παρέα, να λένε τα δικά τους. Εμείς ήμασταν άντρες. Με τον πατέρα μου όλη μέρα στο περιβόλι ή για δουλειές στην αγορά, ήταν άλλο. Κι αν αργούσα να πάω στη θάλασσα γιατί ο καιρός δε βοηθούσε, τότε, τα έλεγα στην πορτοκαλιά μου. Μέσα στο μεγάλο περιβόλι μας είχα μια πορτοκαλιά που ήταν όλη δική μου. Μπορεί όλα τα δέντρα να τα φρόντιζα κι όλα να τα αγαπούσα, αλλά κανένα δεν ήταν σαν την πορτοκαλιά μου. Καμιά φορά σκεφτόμουν πώς αν ποτέ συναντιόταν η θάλασσα με την πορτοκαλιά, οι δυο μαζί θα μπορούσαν να διηγηθούν όλη την ιστορία της παιδικής Καμπούσικης ζωής μου σε κάποιον που νιώθει τη γλώσσα των δέντρων και του νερού.

Η Καμπούσικη ζωή ήταν μια ζωή απλή και ήσυχη. Όλα κυλούσαν αργά σαν το νερό που πότιζε το καλοκαίρι τα περιβόλια. Σα λάδι κυλούσαν. Όλα είχαν τη θέση τους, την αξία τους, τη σημασία τους. Σπάνιζαν οι θόρυβοι από αυτοκίνητα όπως του πατέρα μου κι ακόμα θυμάμαι πως όταν περνούσε ένα κάρο βγαίναμε τα παιδιά στο δρόμο και τρέχαμε ξοπίσω του να χαιρετίσουμε τον καροτσέρη, που το οδηγούσε όρθιος φορώντας ένα μαντήλι δεμένο στο κεφάλι. Στα μάτια μας ήταν θεός.

Η Ελισώ ζούσε στη Χώρα. Εκείνη πήγαινε στο Θηλέων, εγώ στην Εμπορική Σχολή. Ο πατέρας της ήταν ένας απ' τους τρεις φαρμακοποιούς της Χίου κι αυτό ήταν που εξηγούσε τον αλλιώτικο αέρα της κόρης του, τόσο διαφορετικό απ' των άλλων κοριτσιών, καθώς και τις ελευθερίες που απολάμβανε που για τις περισσότερες Χιώτικες οικογένειες τότε ήταν αδιανόητες. Ο γιος του, ο Γιώργης, δεν πρόλαβε να γνωρίσει τη μάνα του. Πέθανε πάνω στη γέννα. Από τότε τα παιδιά τα ανέλαβε η οικονόμος ή «νταντά» όπως τη φώναζαν τα δυο αδέρφια, η κυρα-Φωτούλα. Αυτή ορμήνευε σα μάνα την Ελισώ, αυτή κρατούσε σφραγισμένα τα μυστικά της, αυτή τη δικαιολογούσε όταν έλειπε την ώρα που ο φαρμακοποιός επέστρεφε σπίτι και γύρευε τη θυγατέρα του. Ονειρευόταν να δώσει στην κόρη του άντρα επιστήμονα. Να ζήσει άνετη και πλούσια ζωή. Ποτέ δεν σκέφτηκε ενός ψαρά το γιο, ούτε περιβολάρη.

Το σπίτι τους ήτανε στην Απλωταριά: τον δρόμο που πήρε το όνομά του επειδή εκεί άπλωναν οι έμποροι και οι βιοτέχνες πήλινα σκεύη και μεταξωτά υφάσματα για να στεγνώσουν και στη συνέχεια να τα πουλήσουν. Έτσι έγινε ένας δρόμος καθαρά εμπορικός γεμάτος από καταστήματα υφασμάτων, νεωτερισμών κλπ.

Εκεί περνούσε η Ελισώ τον χειμώνα χαζεύοντας συνήθως απ' το παράθυρό της το δρόμο, την κίνηση των εμπορικών και τους διαβάτες. Εκεί κλώθονταν η ζωή της, όχι γιατί δεν θα μπορούσε να βγει έξω και να κάνει ό, τι θέλει, μα γιατί ο θάνατος της μητέρας της την είχε αλλάξει μεγαλώνοντάς την απότομα. Οι παρέες με τις συνομήλικες δεν της άρεσαν πια, προτιμούσε να μένει στο σπίτι, να διαβάζει, να κεντά, να πλέκει πλεξούδες τα μακριά μαλλιά της και να κοιτά τη ζωή κάτω απ' το παράθυρό της να περνά. Έτσι κυλούσαν οι μέρες και οι νύχτες της οι σιωπηλές μέχρι ν' αγαπηθούμε. Έτσι κυλούσαν και αφότου αγαπηθήκαμε με τη διαφορά πως κάτω στο δρόμο εκτός από τους διαβάτες έβλεπε τους δυο μας να περπατάμε αγκαλιασμένοι κι αυτό ήταν αρκετό για να την κάνει να χαμογελά.

 

Κεφ. 5ο:

 

5. Με τον καιρό αρχίσαμε να ξεμακραίνουμε απ' τους ασφυκτικούς μαντρότοιχους και τις σκιές τους. Τις συμπεριφορές των ντόπιων. Τις χειρονομίες τους. Όλα τους τα ενδιαφέροντα. Τους αφήναμε πίσω, τους ξεχνούσαμε. Εμείς ξεχνούσαμε. Οι άλλοι, οι πολλοί, δεν συγχωρούν όποιον τους λησμονεί. Οι πολλοί τους θέλουν όλους δικούς τους. Μαζί τους. Όμοιους. Ένα μ' αυτούς. Και δεν ξεχνούν, δεν συγχωρούν, δεν επιτρέπουν την αποχώρηση από την ομάδα ούτε τη διαφοροποίηση.

 

Τα σκόρπια λευκά σύννεφα άρχισαν να μαυρίζουν, πλησίασαν το ένα το άλλο και στο τέλος ενώθηκαν. Ξέσπασε η μπόρα. Αυτή που σαν όχλος οργανώνουν οι πολλοί, οι ισχυροί, οι ενωμένοι.

 Έγιναν εχθρικοί οι παλιοί μου φίλοι. Αυτοί που χτυπούσαν για πλάκα τα πουλιά με τις σφενδόνες, έβαζαν παγίδες στα μικρά ζώα, έπαιζαν πετροπόλεμο, κυνηγούσαν με τα φλόμπερ. Κάποτε ήμουν κι εγώ ανάμεσά τους. Εδώ κι δύο χρόνια όμως που αγάπησα την Ελισώ αποτραβήχτηκα. Δεν μπορούσα να πάω με τον πατέρα μου στα Δότια για κυνήγι, που ήταν οι μόνες ώρες του χρόνου που ήμασταν τόσο κοντά ο ένας στον άλλον, θα πήγαινα με τους συνομήλικους με τους οποίους δεν ένιωθα πλέον να με συνδέει τίποτα; Ακόμα και τις μέρες που ήμουν χωρίς την Ελισώ, -και δεν ήταν λίγες αυτές-, μαζί τους δεν πήγαινα. Στο σχολείο μου σκάρωναν φάρσες. Στο δρόμο με τρόμαζαν. Άλλοτε σιγοψιθύριζαν κι άλλοτε κάγχαζαν όταν περνούσα απ' τις συντροφιές τους στα διαλείμματα. Προσπαθούσαν διαρκώς να με γελοιοποιούν.Τα λόγια τους άρχισαν να πέφτουν πάνω μου βέλη φαρμακερά. Και ήξεραν καλό σημάδι. Δεν άργησαν να φτάσουν στις οικογένειές μας.

Όταν βρισκόμασταν με την Ελισώ και της έλεγα όλα όσα μας καταλόγιζαν, δεν μου απαντούσε. Σαν να μην άκουγε. Σαν να μην την άγγιζε τίποτα απ' τα φαρμακερά λόγια, τις ειρωνείες, τα κακόβουλα σχόλια. Εξάλλου τα νέα είχαν φτάσει και στο σχολείο της, όπως και στον αδερφό της και στους φίλους του που φοιτούσαν στο Αρρένων. Ο Γιώργης έψαχνε αφορμή να μιλήσει εναντίον μου. Έβαζε λόγια στον πατέρα της κι εκείνος άρχισε να της μιλά με αυστηρότητα που μέχρι τότε δεν είχε φανερώσει.

Εκείνη, με κανέναν δεν ερχόταν σε αντιπαράθεση. Ποτέ δεν υπεράσπιζε τον εαυτό της. Έτσι κι αλλιώς η Ελισώ σπάνια μιλούσε. Σχεδόν όλα με τα μάτια τα έλεγε. Εκείνα τα μεγάλα μαύρα μάτια ίδια με τα μαύρα βότσαλα του Εμπορειού που μόνο μια έκρηξη ηφαιστείου μπορεί να τα φτιάξει τόσο μαύρα. Και η Ελισώ είχε ζήσει την έκρηξη του θανάτου της μητέρας της στα έξι της χρόνια. Είδε τη λάβα του θανάτου στην αρχή να κατακαίει κι ύστερα να πετρώνει το σπίτι. Να κάθεται καταχνιά πάνω στα έπιπλα, στα κουφώματα, στο νεροχύτη, στα κρεβάτια, στο πρόσωπο του πατέρα της. Της αδερφής του, της θείας Φρόσως που δεν την άντεξε για πολύ. Έμεινε στην αρχή μαζί τους να βοηθήσει στα πρακτικά και μόλις η Ελισώ πάτησε τα δώδεκα, έφυγε στον Βροντάδο που ήταν το σπίτι της. Είπε πως η ανιψιά της μεγάλωσε πια και πως η κυρα-Φωτούλα μπορούσε μια χαρά να τους φροντίζει. Κι ακόμα είπε πως είχε να κοιτάξει τη ζωή της, που κόντευε τα τριάντα κι ήταν ακόμα ανύπαντρη. Αυτά είπε κι έφυγε.

 

Η Ελισώ δεν παραπονέθηκε για τίποτα. Μια λέξη ποτέ δεν είπε για όλη αυτή την αντάρα. Εξάλλου δεν είχε και λίγες μέριμνες. Είχε το σχολείο, τον πατέρα της που ζητούσε για παρηγοριά την συντροφιά της, να βοηθάει όπως μπορούσε τη νταντά της και να παίζει με τον Γιώργη που μέρα με τη μέρα αναλάμβανε τον ρόλο του προστάτη της, ιδίως τον καιρό που έλειπε ο πατέρας τους στην Αθήνα για δουλειές. Δεν γνώρισε το χάδι της μάνας του. Το στήθος της δεν το γεύτηκε. Δεν νανουρίστηκε στην αγκαλιά της. Γινόταν άντρας προτού γίνει αγόρι. Κι αυτό, όπως και να 'χει, ήτανε πράγμα αφύσικο.

 

Κεφ. 6ο:

 

6. Άνθρωποι ήσυχοι ήτανε οι γονείς μας που ήξεραν να κοιτάζουν τη δουλειά τους. Και οι δικοί μου, και ο πατέρας της Ελισώς, κι ας τον είχε σκληρύνει ο θάνατος της γυναίκας του. Μα άνθρωποι που στο πάρε δώσε με τους άλλους πείθονταν εύκολα ή κι αν δεν πείθονταν δεν ήθελαν να έρχονται σε ρήξη. Ο νους τους δεν τους βοηθούσε να υπερασπίσουν τα παιδιά τους ούτε την αγάπη τους σε μια τέτοια ηλικία. Και μάλιστα, τόσο διαφορετικά παιδιά που δεν ήταν σαν όλα τα παιδιά του κόσμου. Κι ακόμα χειρότερα: Η μία κόρη Χιώτη φαρμακοποιού κι ο άλλος κάποιου πρόσφυγα επιστάτη γιος.

Κόσμος ολόκληρος ήταν ο Κάμπος. Και μέσα σ' αυτόν ήταν τόσο εύκολο να ονομάσεις «παράξενο», ύστερα «αλλόκοτο» και στο τέλος «κακό», αυτό που δεν καταλαβαίνεις. Που ξεφεύγει απ' τον κανόνα ενός κόσμου ολόκληρου. Διαφορετικός ήταν ο κόσμος της Χώρας, ίσως πιο ανοιχτός, με πιο φιλελεύθερες απόψεις, αλλά όχι ικανές να υπερασπίσουν ό, τι ξεχώριζε. Γιατί όλα τα κάναμε και σε όλα βοηθούσαμε, όμως το βλέμμα μας ήταν απόμακρο. Αυτό μας καταλόγιζαν. Η σκέψη μας αλλού. «Πετάτε στα σύννεφα», μας έλεγαν. Το νιώθαμε. Δεν έλεγαν ψέματα, ούτε υπερβολές. Τα λόγια μας λίγα και κάποτε ακατανόητα. Ο ένας ζούσε για τον άλλον κι αυτό δεν κρύβεται. «Τι δουλειά έχεις εσύ με την πριγκιπέσσα», έλεγαν σ' εμένα. «Από πού κι ως πού εσύ με τον πρόσφυγα», έλεγαν σ' εκείνη, και πολλά άλλα παρόμοια που στ' αφτιά μας ακούγονταν άλλοτε αστεία, άλλοτε πικρά, μα πάντα οπωσδήποτε παράλογα.

Μόνον ο παππούς Νικήτας καταλάβαινε. Αυτός όμως ήταν από άλλον κόσμο. Άνθρωπος γραμματιζούμενος ήτανε, είχε τελειώσει την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, μα δεν ήταν αυτό που τον είχε καθορίσει. Ήταν η ζωή του όλη. Μια ζωή γεμάτη περιπέτειες, πολέμους και μετά στα ποντοπόρα πλοία, είδε πολλά. Ταξίδεψε. Γνώρισε κόσμους μεγαλύτερους από τον κόσμο του Κάμπου και τον κόσμο της Χώρας. Κάποιοι ήταν και ομορφότεροι. Ανθρώπους κάθε λογής, καταγωγής, κάθε φυλής, συναναστράφηκε. Μίλησε με φτωχούς και πλούσιους. Σοφούς ανθρώπους, έξυπνους εμπόρους, ανίκανους και αλαζόνες, απατεώνες, λωποδύτες και ανάλγητους. Όταν γέρασε πια και δεν τον κρατούσαν και πολύ τα πόδια του, όσο κι αν το 'λεγε η καρδιά του, τ' άφησε όλα τούτα πίσω του. Και στο λιμάνι της Μασσαλίας μια γυναίκα μαζί με ένα κομμάτι της καρδιάς του. Τι είχε αυτή η γυναίκα που δεν το είχε η Μαρικούλα του;

Αυτό δεν το μαρτύρησε ποτέ. Ακόμα κι εγώ το έμαθα, αφότου εκείνος έφυγε απ' τη ζωή και η δική μου άλλαξε όπως αλλάζει η μέρα με τη νύχτα.

Ίσως γι' αυτό έκανε τα πάντα για να προμηθεύεται βιβλία. Να διαβάζει τα βράδια ανενόχλητος ξανά και ξανά τα ίδια μυθιστορήματα και τους μεγάλους ποιητές. Φαίνεται πως εκεί την συναντούσε. Ήταν θαρρείς η πρωταγωνίστρια των ιπποτικών μυθιστορημάτων, η μούσα των ποιητών, το ανέφικτο που γεννιέται απ' το ποτάμι του λόγου προσωποποιημένο γι' αυτόν σε μιαν ανάμνηση. Μια γυναίκα απ' αυτές που πολλοί θα ήθελαν δίπλα τους μα μόνο οι ποιητές κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν. Τις περισσότερες φορές κι αυτοί ακόμα, μόνο μέσα στην παγίδα των γραφτών τους: το αντικείμενο του μεγάλου πόθου που μένοντας ανεκπλήρωτος συχνά ελκύει την μεγάλη τέχνη. Σαν αυτήν του Έλιοτ και του Πεσόα. Των δύο συνομήλικών του μεγάλων ποιητών.

«Υπάρχουν γυναίκες που δε πιάνονται», μου είπε ένα βράδυ, λίγο πριν αρρωστήσει. «Δεν είναι όλες οι γυναίκες ίδιες κι ας λένε αυτοί που τάχα γνώρισαν πολλές. Καμιά δεν γνώρισαν στ' αλήθεια και καμιά δεν κατάλαβαν. Είναι κάτι γυναίκες αλλιώτικες. Περνούν από μπροστά σου ίδια αστραπή. Αν απλώσεις το χέρι ή θα καείς ολόκληρος ή θα γλιτώσεις με κανένα έγκαυμα βαθιά στην καρδιά σου, απ' το οποίο δε θα γιατρευτείς ποτέ. Αυτές, καλύτερα να τις αφήνεις να περνούν. Να μην απλώνεις το χέρι. Γιατί αν καείς από δαύτες η μόνη σου παρηγοριά θα είναι κάποτε να λες πως, μπορεί να κάηκα, αλλά, τουλάχιστον άγγιξα τον κεραυνό…». Όσο τον άκουγα τόσο βεβαιωνόμουν πως ο δικός μου κεραυνός ήταν η Ελισώ. Ένα κορίτσι τόσο διαφορετικό από όλα τα άλλα. Ένα κορίτσι που όταν το έβλεπες να περπατά άστραφτε στο πέρασμά του ο κόσμος. Γιατί όμως θα έπρεπε να την αφήσω; Γιατί να μην απλώσω το χέρι μου να την κάνω δική μου; Δε θα μπορούσα άραγε μέσα από την αγάπη μου να μεταμορφώσω τον κεραυνό σε φλόγα ήπια και ζεστή που μόνο ζεσταίνει; Αναρωτιόμουν μέσα μου και μόνος μου απαντούσα πως, είτε είναι κεραυνός είτε οχι, εγώ δεν μπορώ παρά να την αγαπώ τρελά και να ζω μόνο γι' αυτήν νύχτα και μέρα. Ο παππούς, σαν να άκουσε τις μύχιες σκέψεις μου, κατέληξε: «Μα πάλι, τι είναι ο άνθρωπος και τι το μερτικό του… Μπορείς να πεις σε κάποιον: μην το κάνεις αυτό; Όχι, δεν το μπορείς. Αν είσαι πλασμένος ν' αγγίξεις κεραυνό θα τον αγγίξεις, πάει τέλειωσε. Κότσια να 'χεις μετά να ζήσεις καμένος, μισός, σακατεμένος…». Ήμουν, λοιπόν, κι εγώ πλασμένος ν' αγγίξω τον κεραυνό. Θα τον άγγιζα και μετά ας καιγόμοουν ολόκληρος. Ήμουν αποφασισμένος για όλα.

Έτσι η ζωή του παππού γινόταν υποφερτή μέσα στον πανέμορφο και ασφυκτικό Κάμπο, αφότου έφυγε απ' τα καράβια. Έτσι μπορούσε να κρατά κλεισμένο στο σεντούκι της καρδιάς του το βαρύ μυστικό θησαυρό του. Διαβάζοντας βιβλία που κανείς δε διάβαζε τότε σε όλο το νησί. Νόμιζα στην αρχή πως διάβαζε να παρηγορηθεί για τον θάνατο της γιαγιάς μου. Δεν ήξερα τον άλλον του βαθύ καημό. Γιατί ακόμα και τον καημό της αγάπης διπλό τον είχε αυτός ο άνθρωπος.

Σαν ήμουνα μικρό παιδί ακόμα, μ' έπαιρνε αγκαλιά τις νύχτες, καλά καλά σχολειό δεν πήγαινα, και μου διάβαζε τα βιβλία που κρατούσαν άσβηστη τη φλόγα της αγάπης του. Νωπό το έγκαυμα του έρωτα που τον σημάδεψε ανεξίτηλα. Του έρωτα που άφησε πίσω για πάντα, σαν την χερσόνησο της Ερυθραίας, σ' ένα άλλο λιμάνι πολύ πιο μακρινό, στο οποίο, όπως και στην πατρίδα του, ποτέ δεν θα επέστρεφε.

Δεν κατάλαβα για πότε ο σπόρος της ποίησης με μεταμόρφωσε σ' ένα πλάσμα διαφορετικό για το οποίο θα καμάρωναν μόνον δυο άνθρωποι: Ο παππούς μου και η Ελισώ. Ίσως, τώρα που το σκέφτομαι ξανά, να μην ήταν αιτία για την αποχή μου από το κυνήγι ο έρωτάς μου, αλλά η ποίηση που με διαπότισε ως το μεδούλι της ψυχής μου. Γιατί η ποίηση είναι ίσως το μόνο πράγμα στον κόσμο που στέκεται στον αντίποδα της βίας, ως απόλυτος έρωτας των πάντων.

 

 

ΠΗΓΗ: Κεφ. 4ο:  Sunday, December 20, 2009, http://animusanimus.blogspot.com/2009/12/4.html

 

Κεφ. 5ο:  Tuesday, December 22, 2009, http://animusanimus.blogspot.com/2009/12/5.html

 

Κεφ. 6ο: Wednesday, December 23, 2009, http://animusanimus.blogspot.com/2009/12/6_23.html

O Οικολογικός λόγος του Οικ. Πατριαρχείου

O Οικολογικός λόγος του Οικουμενικού Πατριαρχείου

(Νεότερες πτυχές)*

 

Του Πρωτοπρ. Παναγιώτη Καποδίστρια**

 

Είναι στις μέρες μας παγκοίνως γνωστές οι προσπάθειες και πρωτοβουλίες του Φαναρίου, ιερού Κέντρου και φωταγωγού της απανταχού Ορθοδοξίας, προς την κατεύθυνση του συναγερμού της ανθρωπότητας έναντι του ορατού κινδύνου της γης μας, εξαιτίας των πολυειδών και δυσεπίλυτων οικολογικών προβλημάτων.

Ο πρώτος διδάξας, μακαριστός Πατριάρχης Δημήτριος Α΄, παρέδωσε την ευθυνοφόρο σκυτάλη στον διάδοχό του, σημερινό Πρωθιεράρχη της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας κ. Βαρθολομαίο Α΄, ο οποίος κατά την τελευταία εικοσαετία, μαζί με τους πολύτιμους συνεργάτες του εντός κι εκτός Φαναρίου, έχουν επιδοθεί σε συγκεκριμένες αξιοπρόσεκτες και ιστορικής σημασίας κινήσεις ευαισθητοποίησης της παγκόσμιας κοινότητας, δεδομένων των περιβαλλοντικών προβλημάτων, συσσωρευμένων ήδη και ιδιαίτατα ανησυχητικών.

Βέβαια, εκ προοιμίου χρειάζεται να έχουμε κατά νου, ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν διαθέτει δύναμη κοσμική, ούτε μπορεί να επηρεάσει τους ηγέτες των λαών hic et nunc, μεταχειριζόμενο πιέσεις οικονομικής, κοινωνικής μορφής. Η ισχύς του, πνευματική μονάχα, απορρέει από την δισχιλιετή εμπειρία μέσα στην αγαπητική ατμόσφαιρα της Χριστιανικής Κοσμολογίας και Ανθρωπολογίας, απ' όπου αντλεί μηνύματα για μιαν αυθεντική ζωή μέσα σ' ένα περιβάλλον, το οποίο προήλθε «εκ του μη όντος εις το είναι» από την πηγή της Αγάπης, που ΕΙΝΑΙ ο Θεός Δημιουργός.
Δύναμη λοιπόν του Φαναρίου είναι ο λόγος του, εμβαπτισμένος πάντοτε στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, αλλά κι εκφραζόμενος ολοένα με νεότερες μεθόδους και σύγχρονες πρακτικές.

Ήδη ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος Α΄, με τη ρομφαία του ευθαρσούς λόγου και των σοφών σκέψεών του υπέρ αδυνάτου (του φυσικού περιβάλλοντος, εννοείται) έχει αποσπάσει την καθολική αναγνώριση από την παγκόσμια κοινότητα ως «Πράσινος Πατριάρχης» (1). Τούτο σημαίνει, ότι όλοι πλέον γνωρίζουν (έστω και αν κάποιοι εθελοτυφλούν, κυρίως λόγω του αδιέξοδου εγκλωβισμού τους στην αυτάρεσκη μικρο-πνευματικότητά τους), ότι εκεί στην Πόλη του Κωνσταντίνου και δη στο ταπεινό και περίκλειστο Φανάρι, επιβιώνει μια σπίθα αγωνιώδους ελπίδας για το Περιβάλλον, ένας πνευματικός ηγέτης, ο οποίος ξαγρυπνά «επί σκοπόν», επισημαίνοντας όπου δει τους inter portas κινδύνους.

Αξίζει εδώ ν' αναφερθεί, ότι τον Απρίλιο 2008, το αμερικανικό περιοδικό ΤΙΜΕ συμπεριέλαβε τον κ. Βαρθολομαίο μεταξύ των εκατό προσωπικοτήτων «με τη μεγαλύτερη επιρροή» στον κόσμο. Ο Αρχιεπίσκοπος του Canterbury Rowan Williams, σ' ένα μικρό σημείωμα παρουσίασης του τιμώμενου, αναγράφει: «Όσο κανένας άλλος θρησκευτικός ηγέτης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης πέτυχε να αποδείξει την πνευματική διάσταση του περιβαλλοντικού ζητήματος. Η προστασία και η διάσωση του πλανήτη αποτελούν τους κύριους άξονες του πνευματικού του οράματος. Ο γενναίος αυτός και οραματιστής κληρικός έδωσε εντελώς νέα σημασία και περιεχόμενο στον πανάρχαιο τιμητικό τίτλο [του Πατριάρχη ΚΠ] το έργο του θέτει ξεκάθαρα στην ημερήσιά μας διάταξη το ζήτημα της πνευματικής μας ευθύνης για τον κόσμο στον οποίο ζούμε» (2).

Κάποιοι θα μιλήσουν σε διάφορα διαδικτυακά fora περί «πατριαρχειολατρίας» όλων ημών, οι οποίοι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αναδεικνύουμε τις εν γένει πατριαρχικές κινήσεις, εν προκειμένω το μεγάλο του ενδιαφέρον για τα οικολογικά μας προβλήματα. Έχει όμως πλέον καταστεί σαφές, ότι αδικούν και τον ίδιο τον Πατριάρχη και την όλη προσπάθεια της Ανατολικής Εκκλησίας. Δεν υφίσταται θέμα προσωποληψίας. Χθες, στο πηδάλιο της Ορθοδοξίας, ήταν ο Δημήτριος, σήμερα ο Βαρθολομαίος, αύριο οι όποιοι διάδοχοί τους. Ο εκάστοτε Πατριάρχης συνοψίζει κι εκφράζει με νηφαλιότητα -είτε το θέλουμε, είτε όχι- την αμερόληπτη ορθόδοξη στάση για τα πράγματα του κόσμου μας, ισορροπώντας μεταξύ της πείρας του Παρελθόντος και των προοπτικών του Μέλλοντος. Το Φανάρι επισημαίνει πράγματα -προφητικώ τω τρόπω-, και «ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω» (3). Όσο για την όποια εναντίωση και τις μεμψιμοιρίες, δεν μπορούμε να λησμονήσουμε, ότι και η Ιερουσαλήμ απέκτεινε τους Προφήτες της, επειδή δεν άντεχε την Αλήθεια των λόγων τους.

 Παλαιότερα ασχοληθήκαμε εκτενώς με τις «πράσινες» ευαισθησίες του Οικουμενικού Πατριάρχη (4). Είχαμε την ευκαιρία να καταγράψουμε σε αδρές γραμμές τους τρόπους του οικολογικού φαίνεσθαι και φέρεσθαι τόσο του πρωτεργάτη μακαριστού Δημητρίου, όσο και του συνεχιστή των πρωτοβουλιών σημερινού Πατριάρχη:

1. Καθιέρωση της 1ης Σεπτεμβρίου ως Ημέρας Προσευχής για το Περιβάλλον,

2. Πέντε θεολογικο-οικολογικά Σεμινάρια στη Χάλκη (1994-1998), αναφερόμενα στη σχέση του Περιβάλλοντος με τη Θρησκευτική Εκπαίδευση, την Ηθική, την Κοινωνία, την Δικαιοσύνη και τη Φτώχεια,


3. Οκτώ μέχρι σήμερα Διεθνή Οικολογικά εν πλω Συμπόσια σ' ευαίσθητες περιοχές του πλανήτη (1995 Αιγαίο-Πάτμος, 1997 Μαύρη Θάλασσα, 1999 Δούναβης, 2002 Αδριατική, 2004 Βαλτική, 2006 Αμαζόνιος, 2007 Αρκτική), 2009 Μισισιπής), ήδη μάλιστα έχει εξαγγελθεί το ανάλογο στον Νείλο,


4. Υπογραφή της «Διακήρυξης της Βενετίας» για το Περιβάλλον (Βενετία / Ρώμη, 10 Ιουνίου 2002) μεταξύ Βαρθολο
μαίου και Πάπα Ιωάννη-Παύλου Β΄. Πρόκειται για ένα βαρυσήμαντο κείμενο, το οποίο αξίζει να γνωσθεί και προσεχθεί απ' όλους (5) .

Ο Πατριάρχης εξάλλου έχει κατά καιρούς τιμηθεί με σημαντικά διεθνή Βραβεία, σε αναγνώριση των προσπαθειών του, όπως π.χ. το Νορβηγικό «Πράσινο Νόμπελ» της Οργάνωσης Sophie (2002), το Βραβείο «Υπέρμαχοι της Γης» (2005), το Βραβείο «Woodrow Wilson» (2008). Άλλωστε, πολλά πανεπιστημιακά τμήματα ανά τον κόσμο, σχετικά με το Περιβάλλον, του έχουν απονείμει τον επίζηλο τίτλο του επίτιμου Διδάκτορα.

Εν τω μεταξύ οι πατριαρχικές ενέργειες έχουν λειτουργήσει θετικά προς δύο κατευθύνσεις: 

Α) Έχουν συνεισφέρει καθοριστικά στον διαθρησκειακό και διαπολιτικό διάλογο σχετικά με τη στάση όλων των εταίρων του γίγνεσθαι των τοπικών ανά την οικουμένη στενών ή πλατύτερων κοινωνιών, σε σχέση με το φυσικό περιβάλλον και τις επιπτώσεις από την καταστροφή του. 

Χάριν παραδείγματος αναφέρουμε μονάχα το «Ευρωπαϊκό Χριστιανικό Περιβαλλοντολογικό Δίκτυο», το οποίο από δεκαετίας δραστηριοποιείται στο πλαίσιο του «Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Εκκλησιών», όπου μετέχουν ενεργά και Ορθόδοξες -εννοείται- Εκκλησίες. Κατά την Ζ΄ Συνέλευση του ΕΧΠΔ (Μιλάνο, 24-28.9.2008) (6), αφού συζητήθηκαν καίρια θέματα (7), κατέληξαν σε μια σημαντική «Έκκληση προς τις Εκκλησίες», μέσω της οποίας επιδιώκεται ο διάλογος προς κάθε κατεύθυνση, προτρέπονται τα μέλη των Εκκλησιών γι' απλούστερο τρόπο ζωής, εξοικονόμηση του νερού και των ενεργειακών πηγών και μη κατάχρηση των ιδιωτικών αυτοκινήτων, γίνεται πρόταση για εισαγωγή ειδικών μαθημάτων σχετικών με την Οικολογία σε Θεολογικές Σχολές και Σεμινάρια, καταλήγοντας, ότι «η νέα κοινωνία, την οποία οφείλομε να δημιουργήσωμε, πρέπει να είναι καρπός πνευματικής μεταστροφής και μετανοίας» (8).

Β) Έχουν επηρεάσει κατά πολύ κι επί τα βελτίω, αφ' ενός μεν την αντιμετώπιση του οικολογικού προβλήματος από πλευράς των κατά τόπους Εκκλησιών (Μητροπόλεων, Ενοριών, Μοναστηριών), όσον αφορά στην εν γένει οικολογική τους συμπεριφορά και τις ποιμαντικές πρακτικές τους στους τομείς διακονίας ενός εκάστου (στις οικοδομήσεις κτιρίων ή τη συνετή διαχείριση των όποιων εκτάσεων, στα κηρύγματα, τις κατασκηνώσεις ή νεανικές συντροφιές (9), την ένταξη Μονών σε προγράμματα ανακύκλωσης, βιολογικής καλλιέργειας, κομποστοποίησης ή περιβαλλοντικής εκπαίδευσης (10), αφ' ετέρου δε την Ορθόδοξη Βιβλιογραφία, πλουτίζοντάς την ήδη με θεολογικά κείμενα σημαντικά και αξιομνημόνευτα, είτε αυτοτελή, είτε θησαυρισμένα σε διάφορα περιοδικά, συλλογικούς τόμους ή επετηρίδες, τα οποία αξίζει κάποτε να συγκεντρωθούν σ' ενιαίο corpus, γενόμενα κτήμα του κάθε ενδιαφερόμενου (11).

Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι στο Μήνυμα, το οποίο εξαπέλυσαν οι Προκαθήμενοι των Ορθοδόξων Εκκλησιών κατά την Ιερά Σύναξή τους στο Φανάρι μεταξύ 10ης και 12ης Οκτωβρίου 2008 (12), και αφού ο ίδιος ο Πατριάρχης αναφέρθηκε απολογιστικά στις οικολογικές του δραστηριότητες (13), πήραν θέση επ' αυτών και μάλιστα στην από μέρους τους πρόσληψη των πατριαρχικών ενεργειών ως προς το Περιβάλλον, εκφράζοντας μ' έμφαση την αμέριστη υποστήριξη και στοίχισή τους στην όλη προσπάθεια. Ιδού η σχετική εύγλωττη παράγραφος:

«[…] 13. Οι Προκαθήμενοι και οι Αντιπρόσωποι των Αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών έχοντες πλήρη επίγνωσιν της σοβαρότητος των ανωτέρω προβλημάτων και αγωνιζόμενοι δια την άμεσον αντιμετώπισίν των ως "υπηρέται Χριστού και οικονόμοι μυστηρίων Θεού" (Α Κορ. 4,1), διακηρύττομεν εξ αυτής της έδρας της Πρωτοθρόνου Εκκλησίας και επαναβεβαιούμεν:
[…]

δ) Την υποστήριξιν ημών προς τας πρωτοβουλίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καθώς και άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, δια την προστασίαν του φυσικού περιβάλλοντος. Η σημερινή οικολογική κρίσις, ως οφειλομένη και εις πνευματικούς και ηθικούς λόγους, καθιστά επιτακτικόν το χρέος της Εκκλησίας όπως συμβάλη δια των εις την διάθεσιν αυτής πνευματικών μέσων, εις την προστασίαν της δημιουργίας του Θεού εκ των συνεπειών της ανθρωπίνης απληστίας. Προς τούτο επαναβεβαιούμεν τον καθορισμόν της 1ης Σεπτεμβρίου, πρώτης ημέρας του εκκλησιαστικού έτους, ως ημέρας ειδικών προσευχών δια την προστασίαν της δημιουργίας του Θεού, και υποστηρίζομεν την εισαγωγήν του θέματος του φυσικού περιβάλλοντος εις την κατηχητικήν, κηρυγματικήν και εν γένει ποιμαντικήν δράσιν των Εκκλησιών ημών, ως τούτο ήδη συμβαίνει εις ωρισμένας εξ αυτών. […]» (14)

Ο εκ του Φαναρίου οικολογικός λόγος είναι κατά βάσιν θεολογικός. Στο Πατριαρχικό Μήνυμα για την 1η Σεπτεμβρίου 2007, ένα κείμενο βαθύ κι ευθύβολο, οριοθετείται κατ' αρχήν η διαφορά μεταξύ Κτίσεως και Κόσμου, προκρίνοντας μάλλον την Κτίση. Η Κτίση προϋποθέτει δημιουργική πράξη απ' τον Θεό. Πριν από αυτήν υπήρχε η ανυπαρξία. Αντίθετα, ο Κόσμος παραπέμπει στην αρχαιοελληνική φύση ως αντιγράφου των αγεννήτων ιδεών.

Κατόπιν φωτίζεται η διαφορά μεταξύ του βασιλείου και της Βασιλείας του Θεού. Η Κτίση είναι το βασίλειο, όπου υπάρχει και φανερούται η ενέργειά Του, ενώ η Βασιλεία Του είναι η μέθεξη της θεοποιού ενεργείας του Θεού. Έτσι, ο άνθρωπος μετέχει της Βασιλείας, ο δε κόσμος καθίσταται βασίλειο του Θεού. Αυτές οι θεολογικές διευκρινήσεις οδηγούν στην αποφυγή και του πανθεϊσμού και του ουμανισμού.

Η ελεύθερη βούληση όμως του πεπτωκότος ανθρώπου συνεπήρε την άβουλη Κτίση, με αποτελέσματα οδυνηρά σε όλα τα επίπεδα. Κατά συνέπειαν, τα οικολογικά προβλήματα είναι κυρίως θεολογικά, οπότε η επίλυσή του προϋποθέτει πρωταρχικά αναγέννηση του ανθρώπου και ας ακολουθήσει η λογική και νομοθετική αντιμετώπιση. 

Ύστερα θυμίζει, ότι η Κτίση στη ζωή των Αγίων εξαγιάζεται, υπακούοντας μάλιστα σε αυτούς, επειδή – ως αναγεννημένοι – έχουν επανέλθει στην προ της παρακοής κατάσταση, ενώ την ίδια στιγμή, στη ζωή των εμπαθών ανθρώπων η Κτίση αμαυρώνεται, εξαιτίας των ανάρμοστων συμπεριφορών των βιαστών της, αυτών των ιδίων δηλαδή, οι οποίοι εντέλει και αυτοτιμωρούνται, παραπέμποντας με την τακτική τους στο προπατορικό αμάρτημα (15).

Σε άλλη περίπτωση καταδεικνύεται ο εγωκεντρισμός του σύγχρονου ανθρώπου («η άλλη όψις της αυτονομήσεώς του από τον Θεόν και η προσπάθεια αυτοθεώσεώς του») ως κύριο αίτιο της καταστροφικής του συμπεριφοράς έναντι του Περιβάλλοντος. Και προχωρεί ο πατριαρχικός λόγος ακόμη περισσότερο. Θέτει ευθαρσώς το πρόβλημα της χρησιμοποίησης των καθυποταγμένων φυσικών δυνάμεων στη θανάτωση ή καθυπόταξη του συνανθρώπου, μέσω π.χ. της κατανάλωσης ενέργειας για πολεμικούς σκοπούς (16). 

Ο εκ του Φαναρίου οικολογικός λόγος συνεχίζει να είναι ζωντανός και δυναμικός, εκπέμποντας μηνύματα προς την Οικουμένη, χριστιανούς και μη. Θεμελιακή νουθεσία του Πατριάρχη και μάλιστα από το επίσημο βήμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς την Ολομέλειά του (στις 24 Σεπτεμβρίου 2008), είναι η συνεργασία μεταξύ των κοινωνιών, πέραν των θρησκειακών ή εθνικών οριοθετήσεων. Όλοι βρισκόμαστε στον ίδιο «οίκο», στο ίδιο καράβι και όλοι έχουμε κοινό το μέλλον μας (17).

Θυμίζει προς τα οικονομικώς ανεπτυγμένα κράτη, «ότι ο υποτιμητικώς αποκαλούμενος "Τρίτος Κόσμος", δηλαδή εκείνα τα κράτη που υστερούν εις οικονομικήν ανάπτυξιν, δεν διατηρούν απλώς πολιτισμικόν, αλλά και φυσικόν πλούτον, ο οποίος είναι κρίσιμος δια την σωτηρίαν ολοκλήρου του πλανήτου μας.» (18)

 Ο εκ του Φαναρίου οικολογικός λόγος δεν είναι μονάχα καταγγελτικός ή παιδαγωγικά αυστηρός (ως άλλωστε και χρειάζεται να είναι), αλλά συγχρόνως παρηγορητικός κι ελπιδοφόρος. Ευρισκόμενος ο κ. Βαρθολομαίος πάνω από τ' αποκαΐδια της Πάρνηθας (στις 16 Μαΐου 2008) εστιάζει την ελπίδα για διέξοδο, στην αλλαγή – στροφή στην κατανόηση της σχέσης μας με τον περιβάλλοντα κόσμο, ενθυμούμενοι σε κάθε περίπτωση, ότι τίποτε από τα στοιχεία του δεν μάς ανήκει ως παιχνίδι ή ιδιοκτησία μας (19).

Ομιλώντας, εξάλλου, κατά την απονομή σε Αυτόν του Βραβείου «Woodrow Wilson» (Αθήνα, 15 Μαΐου 2008), επισημαίνει πού βρίσκεται η ρίζα του κακού, ήτοι στον διχασμό του πολύφερνου τεχνικού πολιτισμού μας από την Ηθική, παραθέτοντας μάλιστα συγκεκριμένα κραυγαλέα παραδείγματα προς αποφυγήν.

Υπεραμύνεται της αξίας του Μικρού κι Ελάχιστου, θυμίζοντας, ότι η κάθε μας πράξη κρίνεται υπό το φως της Αιωνιότητας, όταν μάλιστα επιφέρει όχι ευχάριστα αποτελέσματα. Αίφνης, η παράνομη ξύλευση των βροχόφιλων δασών στη Βραζιλία συνεπάγεται κλιματικές ακρότητες στον πλανήτη, η δε τήξη των πάγων στη Γροιλανδία απειλεί με πλημμύρες πλείστες όσες παράκτιες περιοχές. Και βεβαίως δεν ενέχονται οι εμπλεκόμενοι φτωχοί λαοί, οι οποίοι χρησιμοποιούνται σε τέτοιες καταστροφικές δράσεις από τους επιτήδειους.

Εδώ υπερτονίζει, ότι το πρόβλημα έγκειται στον απερίσκεπτο καταναλωτισμό μας και είναι κυρίως δεοντολογικό και ηθικό, καταθέτοντας την διαπίστωσή του, ότι οι (δήθεν πρωτόγονοι) αυτόχθονες Βραζιλίας και Γροιλανδίας έχουν καλύτερη θέαση των σχέσεών τους με τον Θεό και τον Κόσμο, απ' ότι οι δυτικόφρονες «ανεπτυγμένοι». Γι' αυτό ακριβώς και η σύγχρονη επιστήμη σέβεται ιδιαίτερα πλέον την παραδοσιακή γνώση (20).

Τα ερανίσματα πατριαρχικού – οικολογικού λόγου θα μπορούσαν να πληθυνθούν, παρέχοντάς μας αξιόπιστα εναύσματα για προβληματισμό και γόνιμες σκέψεις. Όμως οι παραπάνω πτυχές είναι -θεωρούμε- αρκετές, ώστε να καταδείξουν δύο τινά:

α) Ότι από πλευράς της κορυφής της Ορθοδοξίας υπάρχει ανήσυχη ευαισθησία για τα πολυτραύματα του φυσικού μας περιβάλλοντος, εκφραζόμενη με όλα τα μέσα που έχει στην διάθεσή της και
β) Ότι υψώνεται λόγος προφητικός από το ιερό της Κέντρο, ο οποίος απευθύνεται, όχι μονάχα προς τους θεσμικούς, οικονομικούς ή κοινωνικούς ηγήτορες του σύγχρονου κόσμου, αλλά και προς τον κάθε άνθρωπο, με την έννοια ότι ο καθένας μας μπορεί να συμβάλει απ' την δική του γωνιά και ιδιώτευση προς την ωφέλεια του δημόσιου συμφέροντος, αναγεννώμενος πρώτιστα ο ίδιος.

Ελπίζουμε και πιστεύουμε όλοι σε συνέχεια των οικολογικών πρωτοβουλιών της Μητέρας Εκκλησίας!


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

 

1. Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Καποδίστρια, Κεφάλαια Θεολογίας του Περιβάλλοντος, εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, Ζάκυνθος 2006, σσ. 93-135.

2. Βλ. Μερόπης Αναστασιάδου, «Βαρθολομαίος και "Χρόνος": Τα πράσινα μονοπάτια του Οικουμενισμού», Εφημερίδα Απογευματινή Κωνσταντινουπόλεως, 1 Ιουλίου 2008.

3. Λουκ 8, 8.

4. ό.π.

5. ό.π., 131-135.

6. Βλ. σχετικά, Περιοδικό Επίσκεψις, τεύχ. 691, Chambésy – Genève 30.9.2008, σ. 9-11.

7. α) «Η Φύση στη Λατρεία»,

β) «Η θεολογία της Δημιουργίας»,

γ) «Οι Κλιματικές αλλαγές»,

δ) «Παιδεία και Περιβάλλον»,

ε) «Η Αξία του ύδατος»,

στ) «Εκκλησιαστική Οικο-νομία» (eco-management),

ζ) «Το Κυκλοφοριακό πρόβλημα» και

η) «Βιο-ποικιλία (bio-diversity) και προστασία του περιβάλλοντος». Βλ. ό.π., σ. 10.

8. ό.π., σ. 11.

9. Βλ. τον Φάκελο με πλούσιο σχετικό υλικό των: π. Ευαγγέλου Μαρκαντώνη – Αυγερινού Γεωργοπούλου – Ιωάννη Ζαμπέλη, Τα φυτά στη λατρεία της Εκκλησίας, εκδ. Γραφείου – Ιδρύματος Νεότητος Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Αθήνα 2006.

10. Βλ. το παράδειγμα της Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Χρυσοπηγής Χανίων. Πρόκειται για μια δυναμική γυναικεία Μονή, η οποία έχει τις ιστορικές της καταβολές στον 16ο αιώνα και σήμερα αριθμεί περί τις τριανταπέντε Μοναχές. Πρβλ. ότι στις 26 Νοεμβρίου 2008 ο Δημήτριος Λούκας, τελειόφοιτος (τώρα πτυχιούχος) του Τμήματος Οικολογίας και Περιβάλλοντος (πλέον Τεχνολογίας του Περιβάλλοντος) του Α.Τ.Ε.Ι. Ιονίων Νήσων – Παραρτήματος Ζακύνθου, παρουσίασε την πολύ ενδιαφέρουσα πτυχιακή εργασία του, με θέμα: «Συνολική Εκτίμηση Εισροών, Εκροών και Περιβαλλοντικών Πιέσεων σε κλειστές Μοναστηριακές Κοινότητες. Περίπτωση μελέτης: Ι. Μ. Παντοκράτορος Αγίου Όρους».

11. Τούτο επισημαίνεται με σαφήνεια στο: Μητροπολίτου Ζακύνθου Χρυσοστόμου, «Εκκλησία και Περιβάλλον. Συμβολή του θεολογικού λόγου στη δημιουργία οικολογικής συνειδήσεως», Η Τακτική Σύγκλησις της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (Αθήναι, 9-10 Οκτωβρίου 2007) Εισηγήσεις και Ανακοινωθέντα, εκδ. Επικοινωνιακή και Μορφωτική Υπηρεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος – Κλάδος Εκδόσεων, Αθήναι 2008, σσ. 53-66.
 
12. Βλ. σχετικά, Περιοδικό Επίσκεψις, Chambésy – Genève 31.10.2008, τεύχ. 692, σσ. 2-16.

13. Βλ. ό.π., σ. 10.

14. ό.π., σ. 27 εξ.

15. Βλ. Περιοδικό Επίσκεψις, 30.9.2007, τεύχ. 678, σσ. 2-4.

16. Βλ. Πατριαρχικόν Μήνυμα 1ης Σεπτεμβρίου 2006, ό.π., 30.9.2006, τεύχ. 665, σ. 7.

17. «Πρόκειται για θέμα που αφορά όλους- χριστιανούς και μη- διότι ο πλανήτης είναι ο κοινός μας οίκος, το σπίτι μας. Η λέξη "οικολογία" προέρχεται άλλωστε από τη λέξη "οίκος", το σπίτι: είμαστε όλοι στο ίδιο καράβι επομένως και ή θα σωθούμε ή θα βουλιάξουμε όλοι μαζί. Όταν έρχεται ο τυφώνας, δεν κάνει διάκριση…» [Από την Ελληνική Ιστοσελίδα Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου]. Τα της ιστορικής αυτής επίσκεψης του Πατριάρχη στις Βρυξέλλες και της ομιλίας του στη Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (είχε προηγηθεί ανάλογη στο Στρασβούργο, τον Απρίλιο του 1994), βλ. στο: Περιοδικό Επίσκεψις, ό.π., σ. 5 εξ.

18. «Μήνυμα της Α. Θ. Παναγιότητος, του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου δια την Παγκόσμιον Ημέραν Περιβάλλοντος (5.6.2008)», Περιοδικό Εκκλησία 85 (2008) 405.

19. « μεγάλη λπίδα βρίσκεται στή δική μας λλαγή. Στή δική μας προσωπική στροφή πρός μία λλη κατανόηση τς σχέσης μας μέ τόν φυσικό κόσμο. ς θυμόμαστε κάθε μέρα πώς τά δάση, ο λίμνες, τά ποτάμια, ο θάλασσες καί λα τά εδη ζως δέν μς νήκουν. Δέν ποτελον δικά μας παιγνίδια προσωπική μας περιουσία. ποτελον δημιουργία το Θεο, τήν ποία μες χουμε κληθε νά φροντίσουμε καί νά προστατεύσουμε. σημερινή περιβαλλοντική κρίση ποτελε δυστυχς πόδειξη τι κληροδοτομε στά παιδιά μας, στίς πόμενες γενεές, ναν κόσμο τόν ποον δέν σεβαστήκαμε». [Από τον ιστότοπο NaturaZante:

http://theoperiv.blogspot.com/2008/05/blog-post_8470.html 

20. Από τον ιστότοπο NaturaZante:

http://theoperiv.blogspot.com/2008/05/woodrow-wilson.html.

 

* [Το κείμενο αυτό, σε συντομευμένη μορφή, πρωτοδημοσιεύτηκε στο Περιοδικό ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ 58 (Νοέμβριος 2009), τεύχ. 9, σσ. 18-23. Εδώ δημοσιεύεται ολόκληρο. Σημειωτέον, ότι γράφτηκε την Άνοιξη του 2009, που σημαίνει ότι δεν συμπεριλαμβάνει τα του Οικολογικού Συμποσίου στον Μισισιπή Ποταμό. Η πατριαρχική φωτό είναι του Νικολάου Μαγγίνα.]

 

** Ο Πρωτοπρεσβύτερος Παναγιώτης Καποδίστριας είναι Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 07 Ιανουαρίου 2010, και με επιλογές λόγων και του πατριάρχου περισσότερα,  http://fanarion.blogspot.com/2010/01/blog-post_1746.html

 

Η ανισότητα στις διακρατικές σχέσεις

Η  ανισότητα στις διακρατικές σχέσεις

 

Του Χρήστου Τσουκαλά

 

 «Ζούμε σε ένα κόσμο ανισότητας και ποικιλότητας». Σ' ένα πλανητικό χωριό των μέγιστων   διαστάσεων και του ελάχιστου χρόνου  για τη διάνυσή τους. Παγκοσμιοποιημένο και ιμπεριαλιστικό.  Με ποικίλες αλληλεξαρτήσεις, αντιπαραθέσεις, συγκρούσεις,    τοπικούς πολέμους ενταγμένους σε πλανητικές  και πάλι στρατηγικές. «Σκέψου πλανητικά, δράσε τοπικά» παροτρύνει εξ άλλου ένα οικολογικό σύνθημα. Με τις αναγκαίες προσαρμογές θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης,  των πολέμων, των δημογραφικών ανισορροπιών και άλλων ίσως μεγάλων προκλήσεων. Αν δεν σκεφθούμε πλανητικά, διαλεκτικά και ολιστικά  δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε, να ερμηνεύσουμε, τις εξελίξεις, τις μεγάλες ανατροπές της εποχής μας και να απαντήσουμε αποτελεσματικά.

Αν εξαιρέσουμε τους κροίσους και αυτούς που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα,  που μπορούν  να ζήσουν ή και να μη ζήσουν οπουδήποτε σχεδόν,  οι υπόλοιποι κοινοί θνητοί ζούμε σε  κράτη και η ζωή μας επηρεάζεται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, κάποτε η ίδια η ύπαρξή μας, από τη γενικότερη δομή τους, τις σχέσεις τους, τις συγκρούσεις τους, από τη θέση τους, από το ρόλο τους στην παγκόσμια σκακιέρα και τελικά  από την όλη τους ισχύ.

Συγκεκριμένα  ανάμεσα στις περίπου διακόσιες (200) χώρες του πλανήτη παρατηρούνται πολλαπλές ανισότητες:

      α) στον πληθυσμό : 1η η Κίνα  με  1. 324. 655. 000 κατοίκους, ενώ το Λιχτενστάιν έχει μόνο 35.000 , είναι δηλαδή 37.847 φορές μικρότερο(!)  και υπάρχουν δεκάδες χώρες με πληθυσμό λιγότερο από ένα εκατομμύριο. Τελικά οι (6) έξι μεγαλύτερες σε πληθυσμό χώρες έχουν το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού και οι υπόλοιπες 200 το άλλο το 50%.

      β) στο ρυθμό αύξησης  του πληθυσμού που κυμαίνεται από  +10% (ετήσια μεταβολή) για το  Κατάρ  έως  -1%   για τη  Γεωργία (στοιχεία 2008)

    γ) στη γεννητικότητα που ποικίλει από τα 7,15 παιδιά ανά γυναίκα στο Νίγηρα έως τα  1,02 στο Χονγκ Κονγκ (2008)

    δ) στο Μέσο Όρο Ζωής που κυμαίνεται από τα  82,7 χρόνια για την  Ιαπωνία έως τα 44  για το Αφγανιστάν

      ε) στην  έκταση  που η Ρωσική Ομοσπονδία είναι το μεγαλύτερο κράτος της Γης με 17.075.200 χλμ², ενώ το Ναούρου είναι το μικρότερο με 21 μόνο τετραγωνικά χιλιόμετρα.

   στ)στην οικονομία (ΑΕΠ)  που έρχονται  1ες οι   Ηνωμένες Πολιτείες  με 14,204,322 εκατομμύρια $ και  182η   το Κιριμπάτι  με 131  εκατομμύρια $.  Οι πλουσιότερες 6 χώρες (το παλιό G6) διαθέτουν το 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ, αν και έχουν μόνο το 10,2% του παγκόσμιου πληθυσμού.  Τώρα  μέσα σε αυτό το πλούσιο 10% υπάρχει άλλο ένα 10%  αυτού,  που καρπώνεται το 50% του ΑΕΠ των πλουσίων χωρών (δηλαδή το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού καρπώνεται τουλάχιστον το 1/4 (25%) του παγκόσμιου πλούτου)1*.  Μια ανισότητα,  μια ίδια σχέση, μια ίδια δομή στη μικρή και στη μεγάλη κλίμακα,  και εντός των κρατών  μα και μεταξύ τους, πλανητικά.  Αλλιώς: στο πεδίο της οικονομίας οι διακρατικές σχέσεις είναι εξίσου άνισες  με τις ταξικές σχέσεις εντός των χωρών ή εξίσου ταξικές. Αυτό το 1% κατορθώνει να κυριαρχεί πάνω σε ολόκληρο τον πλανήτη χρησιμοποιώντας ως μηχανισμούς, ως όργανά του, μια σειρά  από  διεθνείς οργανισμούς,   συμμαχίες,  περιφερειακές καπιταλιστικές  ολοκληρώσεις,  τα ίδια τα κράτη, τους φορολογικούς παραδείσους ακόμα.  (Κατά το  περιοδικό  Forbes    οι δισεκατομμυριούχοι του πλανήτη ήταν 800 το 2009 και οι πρώτοι από αυτούς διέθεταν περιουσίες 40 δις $ την ίδια στιγμή που ένα σχεδόν δισεκατομμύριο  άνθρωποι πεινούν.)

      ζ)   στο  κατά κεφαλήν  εισόδημα  με 69,737 $ που αναλογούν στον κάτοικο του Λουξεμβούργου  ενώ στον Αιθίοπα μόνο 113 $ ετήσιο εισόδημα.(2008)

 η) στο ρυθμό αύξησης του  ΑΕΠ  που παίζει από το -13.79% (Ισλανδία)  μέχρι +8.23% για το  Αζερμπαϊτζάν  (2008)

     ι) στη στρατιωτικές δαπάνες  με 1η   χώρα τις ΗΠΑ  οι οποίες δαπανούν το 41.5% του 1.464 δις $ που δαπανάται παγκοσμίως, με 2η την  Κίνα με  5.8%,  3η τη  Γαλλία με 4.5% ,  4η το  Ηνωμένο Βασίλειο με 4.5%,  5η τη  Ρωσία με 4.0%.  Έτσι που οι (15)  πρώτες  σε εξοπλισμούς χώρες δαπανούν το 81,4%  του παγκόσμιου ποσού και  όλες οι άλλες 190 χώρες το υπόλοιπο 18,6%.(2*)(αποκαλυπτική της σύμφυτης με τον πόλεμο απάτης είναι και  το γεγονός ότι οι δαπάνες αυτές ονομάζονται αμυντικές. Σαν να μπορούσε το  81,4  να απειληθεί από το 18,6.)

Οι παραπάνω ανισότητες  αποτελούν  μικρό μόνο δείγμα  του σχεδόν ανεξάντλητου κατάλογου των ανισοτήτων που παρατηρούνται στις παγκόσμιες διακρατικές σχέσεις. Ας σκεφθούμε ακόμα τις διαφορές στα κρατικά χρέη, στα συναλλαγματικά αποθέματα, στις  πολυεθνικές, στην ανεργία, στα ποσοστά φτώχειας, στα καθεστώτα, στην εγκληματικότητα, στην κοινωνική συνοχή, στην ανισοκατανομή του πλούτου, στις μεταναστευτικές ροές, στις θρησκείες, στις γλώσσες κλπ, κλπ.

Όλη αυτή η τεράστια ποικιλομορφία έχει βέβαια τη θετική της  πλευρά (αποτελεί μάλιστα ανασταλτικό παράγοντα στη βολική ομοιομορφία, που απαιτεί η εμπορευματική παραγωγή, η ‘'αγορά'').Τα κράτη όμως  μετατρέπουν όλες σχεδόν τις  ανισότητες, άλλες σε μεγαλύτερο άλλες σε μικρότερο βαθμό, σε συντελεστές ισχύος, σχηματίζοντας  έναν πλανήτη κρατών με άνιση ισχύ, άδικο και εκμεταλλευτικό.

Όταν λοιπόν τα κράτη συγκρούονται, συγκρίνονται, έρχονται σε επαφή, αναπτύσσουν σχέσεις, συμμαχούν,  σημαντικό κριτήριο αποτελεί και  παίζει σπουδαίο ρόλο η ισχύς τους. Και είναι αυτή που καθορίζει τη μορφή, το είδος, την ίδια την ανισότητα των σχέσεών τους. Έτσι  όταν «οι κεφαλαιοκράτες μοιράζουν τον κόσμο, τον μοιράζουν ανάλογα με τα κεφάλαιά τους, ανάλογα με τη δύναμή τους»      

Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι πανάρχαια επιδίωξη των κρατών είναι η απόκτηση, η αύξηση και η διαρκής διεύρυνση της δικιάς τους ισχύος, εκμηδενίζοντας παράλληλα αυτή των αντιπάλων καθώς και η αποδυνάμωση ή έστω η αποτροπή ισχυροποίησης  των συμμάχων τους.  Αυτή η παμπάλαια επιδίωξη, στην εποχή του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού (ιμπεριαλισμού, αν δεν ενοχλεί), γίνεται επιτακτική ανάγκη, όρος απαράβατος  τόσο για την επικράτηση σε ολόκληρο τον πλανήτη, όσο και για την απλή     επιβίωση.  Τώρα «μια χούφτα (λιγότερο από το ένα δέκατο του πληθυσμού της γης, …….) πολύ πλούσια και ισχυρά κράτη  ληστεύουν όλο τον κόσμο «κόβοντας» απλώς κουπόνια».(3*)…. Εδώ και έναν αιώνα έχει ακόμα  γραφεί: «Η εκμετάλλευση ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού μικρών ή αδύναμων εθνών από μια χούφτα πλουσιότατα ή ισχυρότατα έθνη…»(3*).  Αυτό ισχύει περισσότερο τώρα που  η  ‘‘Αγορά'' είναι παγκόσμια και τείνει να γίνει  σε μεγαλύτερο βαθμό, για τα  καταναλωτικά αγαθά, τις  υπηρεσίες, τα εμπορεύματα, την ενέργεια, τα δάνεια, τα ομόλογα, τις μετοχές, τις προθεσμιακές αγορές κλπ.

Επίκαιρο παράδειγμα ανισότητας και εκμετάλλευσης των αδύναμων μικρών χωρών από τις πλουσιότερες και ισχυρότερες  είναι  και τα επιτόκια με τα οποία δανείζονται τα κράτη από τις διεθνείς αγορές. Πχ το  Ελληνικό  κράτος  δανείζεται  με επιτόκιο ως και 3% παραπάνω από όσο δανείζεται η Γερμανία και κάθε (1%) μονάδα-πανωτόκι  κοστίζει στα φορολογικά υποζύγια της χώρας μας  900 εκατμ ευρώ.  Η δε «φίλη» και «σύμμαχος» Γερμανία  απαιτεί θυσίες, αποκρατικοποιήσεις (όπως του ΟΤΕ, του Αεροδρομίου της Αθήνας) και συμβάσεις (όπως με τη Siemens).Ανάλογη (με τη δύναμή τους και τη δικιά τους θέση) στάση έχουν και οι άλλες χώρες της Ε.Ε. 

Γενικότερα οι χώρες που θα βρεθούν σε κατάσταση αδυναμίας είτε χρεοκοπούν ( όπως Αργεντινή) είτε υποδουλώνονται από στρατούς κατοχής ( όπως Ιράκ, Αφγανιστάν) είτε απειλούνται στρατιωτικά (όπως Β.Κορέα, Ιράν) είτε εκβιάζονται (όπως Λιβύη, Κούβα) είτε  οι εκλεγμένες τους κυβερνήσεις ανατρέπονται με πραξικοπήματα (όπως παλιότερα στην Ελλάδα, στη Χιλή, πρόσφατα στην Ονδούρα) είτε διαμελίζονται (όπως  η Γιουγκοσλαβία) κλπ.  Έχουμε έτσι την ταυτόχρονη λειτουργία δυο αντιθετικών διαδικασιών: την συντριβή του εκάστοτε αδύναμου κρίκου από τη μια και την ανάδυση νέων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων καθώς οι παλιές παρακμάζουν από την άλλη.

Ιδιομορφία της μετά το 1945 εποχής  η αποφυγή  παγκόσμιων πολέμων. Μόνο που οι στρατιωτικές αναμετρήσεις έχουν αντικατασταθεί σε μεγάλο βαθμό από τον αδυσώπητο οικονομικό ανταγωνισμό.

Οι συνέπειες όμως και τα θύματα του οικονομικού πολέμου   δεν είναι λιγότερα. Υπάρχουν τα δισεκατομμύρια των πεινασμένων, οι οικονομικοί ‘‘λαθρο''μετανάστες, οι φτωχοί εργαζόμενοι, οι άνεργοι, οι ανασφάλιστοι, οικονομικοί κολοσσοί (Lehman Brothers) , ολόκληρες αυτοκρατορίες (όπως η Σοβιετική Ένωση).

Οι χώρες που καταρρέουν οικονομικά ακολούθως   χάνουν και την πολιτική τους ανεξαρτησία. Κάποτε    διαμελίζονται κιόλας. «Διεμερίσαντο τά ιμάτιά μου   'εαυτοίς και επί τον    'ιματισμόν μου έβαλον κλήρον».  Γιατί υπάρχουν και σήμερα σταυρωτήδες.

Ο ιμπεριαλισμός  λοιπόν είναι ο συνδυασμός   της ταξικής διάρθρωσης των κοινωνιών,  του κεφαλαίου που ‘'ξεχειλίζει''  και ξεχύνεται στο εξωτερικό μέχρι τις άκρες του πλανήτη,  της υπερεθνικής φύσης του κεφαλαίου, της συσσώρευσης πλούτου σε λίγα χέρια και της ανισότητας ισχύος των κρατών. Πιο απλά  είναι η ανισότητα των διακρατικών σχέσεων

 

1* Παγκόσμια Τράπεζα 2008

2*Οι δέκα πρώτες χώρες σε εξοπλιστικές δαπάνες και η Ελλάδα Χώρα / Αμυντικές δαπάνες (εκατ. δολ.) / Κατά κεφαλήν δαπάνες (δολ.) / % ΑΕΠ

ΗΠΑ / 552.568 / 1.835 / 3,99

Ρωσία / 32.215 / 228 / 1,54

Γαλλία / 60.662 / 993 / 2,37

Γερμανία / 42.108 / 511 / 1,27

Βρετανία / 63.258 / 1.041 / 2,28

Σαουδική Αραβία / 35.446 / 1.284 / 9,40

Ισραήλ / 11.607 / 1.806 / 7,17

Κίνα / 46.174 / 35 / 1,42

 Ινδία / 26.513 / 23 / 2,32

Ιαπωνία / 41.039 / 322 / 0,93

Ελλάδα / 7.000 / 636 / 2,9 Πηγή: Sipri, Institute for Strategic Studies

3*Λένιν «ο ιμπεριαλισμός ανώτερο στάδιο του καπιταλισμού»

Η απογοήτευση … από τη Κοπεγχάγη

Η απογοήτευση εκ της συνόδου στη Κοπεγχάγη

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

 

            Την είχαν αναγγείλει από έτους και πλέον και συχνές ήσαν οι αναφορές σ' αυτήν, όσο πλησίαζαν οι ημέρες για την έναρξή της. Με ανταποκρίσεις από διάφορα σημεία του πλανήτη τα ΜΜΕ συντηρούσαν ακέραιες τις ελπίδες ότι εκείνοι που επρόκειτο να συμμετάσχουν θα αίρονταν στο ύψος των κρισίμων περιστάσεων και θα ελάμβαναν τα απαραίτητα προς αποφυγή του ολέθρου μέτρα. Οι ελπίδες για μια ακόμη φορά διαψεύσθηκαν. Ούτε η βουβή προσδοκία των πολλών ούτε οι θεατρινίστικες εκδηλώσεις των ακτιβιστών ενώπιον τις συνόδου στάθηκαν ικανές να εμπνεύσουν όραμα στους "ισχυρούς" της γης. Η παταγώδης αποτυχία ήταν αναμενόμενη και ευεξήγητη, απλώς εμείς μάθαμε να συντηρούμαστε με φρούδες ελπίδες μη έχοντας τη διάθεση να εγκύψουμε επάνω από το πρόβλημα του πλανήτη μας και να το ερευνήσουμε σε όλες του τις διαστάσεις.

Κατ' αρχήν πρέπει να παρατηρήσουμε ότι κάποιοι είχαν εκφράσει τις επιφυλάξεις τους για τη δυνατότητα συμφωνίας λόγω των αντικρουομένων συμφερόντων μεταξύ πλουσίων και φτωχών χωρών. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι οι ηγέτες συμμετείχαν στη σύνοδο με πάθος προς προάσπιση συμφερόντων των λαών που εκπροσωπούσαν. Στην πραγματικότητα εκπροσωπούσαν οικονομικά συμφέροντα υπερεθνικά και αντικρουόμενα, καθώς οι πολιτικοί από δεκαετιών έχουν καταστεί αθύρματα του μεγάλου κεφαλαίου έχοντας παραδόσει άνευ όρων σ' αυτό την ισχύ που παρέχει στους εκλεγμένους η λαϊκή ετυμηγορία, εξασφαλίζοντας πλέον τους θώκους με την ισχύ του κεφαλαίου. Αν αυτό ισχύει για τις οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες ισχύει πολύ περισσότερο για τις υπό ανάπτυξη ή τις υπανάπτυκτες. Βέβαια η Κίνα φαίνεται να αποτελεί εξαίρεση στη διαπίστωση αυτή, αλλά μόνο εφ' όσον γίνεται επιφανειακή εξέταση των πραγμάτων. Το σύστημα μπορεί να φαντάζει κομμουνιστικό, η δυνατότητα όμως που αυτό παρέχει στο διεθνές κεφάλαιο για επενδύσεις στην αχανή ασιατική χώρα, μαρτυρεί ότι και εκεί το αδηφάγο κεφάλαιο υπερασπίζεται συμφέροντα που δεν έχουν να κάνουν με το καλό του κινεζικού λαού. 

            Η Ευρωπαϊκή Ένωση φάνηκε και αυτή τη φορά να διακατέχεται από τη μεγαλύτερη ευαισθησία και διακήρυξε ότι μονομερώς θα προβεί στη λήψη μέτρων που θα υπερβούν κατά τις συνέπειες τα όποια μέτρα κοινής αποδοχής. Είναι η θέση αυτή προϊόν οικολογικής ευαισθησίας, που λείπει από τους άλλους, ή μη συναισθήσεως των συνεπειών των μέτρων για την ευρωπαϊκή ήπειρο; Η Ευρώπη, καπιταλιστική και κομμουνιστική, έχει πελώρια ευθύνη για την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, καθώς πρώτη ανέπτυξε τη βιομηχανία παράλληλα προς τις χώρες της βόρειας Αμερικής. Θα ήταν επαινετή η απόφασή της, αν αυτή συνδέονταν με δύο ουσιώδη μέτρα που όφειλε να λάβει.

 Το πρώτο είναι η καταγγελία της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς και η επάνοδος στον προστατευτισμό. Με το μέτρο αυτό θα ενίσχυε την παραπαίουσα ευρωπαϊκή βιομηχανία και θα τιμωρούσε τόσο την αλαζονεία των ΗΠΑ, οι οποίες επίσης κόπτονται υπέρ της οικονομίας της αγοράς, αλλά γνωρίζουν άριστα να προστατεύουν την εγχώρια παραγωγή. Παράλληλα θα έθετε φραγμό στην εκμετάλλευση των φθηνού εργατικού δυναμικού των φτωχών χωρών από το διεθνές κεφάλαιο, που έχει ως συνέπεια να κατακλύζεται η ευρωπαϊκή αγορά από πάμφθηνα προϊόντα, τα οποία πάντως ο ευρωπαίος καταναλωτής προμηθεύεται αρκούντως υπερτιμημένα.

 Το δεύτερο είναι η στήριξη των οικονομιών των υπαναπτύκτων χωρών, ως αποζημίωση για την καταλήστευση των πλουτοπαραγωγικών τους πηγών επί αιώνες και την επιβάρυνση του περιβάλλοντος τους λόγω αδιαφορίας προς λήψη μέτρων για την προστασία του. Η υποσαχάρια Αφρική δοκιμάζεται ήδη από τα πρώτα έτη της δεκαετίας του 1970. Τα υδάτινα αποθέματα έχουν μειωθεί δραματικά, το ζωικό κεφάλαιο και οι καλλιέργειες έχουν συρρικνωθεί και η φυγή προς τα αστικά κέντρα του αγροτικού πληθυσμού έχει λάβει τρομακτικές διαστάσεις. Αποτέλεσμα αυτού είναι ένα το διαρκώς εντεινόμενο μεταναστευτικό κύμα. Αυτό ενισχύεται από το ασιατικό αντίστοιχο, το οποίο προκαλεί η χρόνια αστάθεια λόγω πολεμικών συρράξεων, στις οποίες εμπλέκονται ευρωπαϊκές χώρες στο πλαίσιο της επίδειξης ισχύος εκ μέρους των αλαζόνων πλανηταρχών και της έκδηλης δουλικότητας των "συμμάχων" τους.

Το οικολογικό πρόβλημα είναι πρωτίστως ηθικό. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη ροπή του δυτικού ανθρώπου προς συσσώρευση πλούτου με μεθόδους, οι οποίες καταστρατηγούν κάθε ηθικό κανόνα. Ο καπιταλισμός έχει εμφυσήσει στα μέλη των δυτικών κοινωνιών τον άκρατο καταναλωτισμό ως υποκατάστατο ενός άνευ νοήματος βίου. Φυσικά και είναι ουτοπικό να προσδοκούμε από αυτούς που ενσπείρουν πολέμους σε όλη την έκταση που πλανήτη, που οδηγούν στην έντεχνη υπερτίμηση βασικών ειδών διατροφής δισεκατομμυρίων συνανθρώπων μας, που εκμεταλλέυονται άγρια, μέσω εγκαθέτων κυβερνήσεων, τον πλούτο πλείστων όσων χωρών να εκδηλώσουν ευαισθησία προς διάσωση του πλανήτη. Όποιος αδιαφορεί για το ανθρώπινο πρόσωπο που πεθαίνει καθημερινά λόγω πείνας ή μη διαθέσεως ποσίμου νερού, δεν θα συγκινηθεί από την τήξη των πάγων της αρκτικής ή την άνοδο της θερμοκρασίας της ατμόσφαιρας κατά μερικούς βαθμούς. Το πλέον ουτοπικό είναι να ελπίζουμε ότι ο Ομπάμα ή οποιοσδήποτε άλλος ηγέτης είναι σε θέση να τιθασεύσει αυτές τις δυνάμεις της απληστίας.

Η αποτροπή της κατάρρευσης του πλανήτη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αναθεώρηση του τρόπου ζωής μας. Τόσο η Εκκλησία, όσο και αρκετές θρησκευτικές δοξασίες προβάλλουν το ασκητικό πρότυπο βίου και τον σεβασμό της φύσης ως θείου δημιουργήματος. Ο δυτικός "ορθολογικός" άνθρωπος αισθάνεται ως απόλυτος δυνάστης φύσεως και ανθρώπων. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές κάθε σύνοδος θα οδηγείται σε παταγώδη αποτυχία. Ας πάψουμε να εκδηλώνουμε αφέλεια θέτοντας το ερώτημα "γιατί";

 

                                                                    "ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ", 03-01-2010  

Ο μικρός Αλή – Γιάννη Ποτ.

Ο μικρός Αλή

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

Έπλενε τα τζάμια,

Όλο το πρωί

Δίπλα στα φανάρια

Πούλαγε λουλούδια,

Ο μικρός Αλή

Τα βράδια στις ταβέρνες

Ξέφευγε τα μπλόκα

της αστυνομίας

Ο μικρός Αλή,

Πήδαγε τις μάντρες

 

Έκλαιγε τα βράδια

μέχρι την αυγή

Μέσα στα σκοτάδια

Ο μικρός Αλή

Έβλεπε στον ύπνο του,

Τη μικρή Φατμέ

Πρόσωπο φεγγάρι

 

Σταυρώστε τον

εφώναξαν

Φαρισαίοι αστοί,

Θρήσκοι, πατριώτες

Στο μικρό Αλή

Είδαν απειλή

Θρησκείας, κοινωνίας,

τάξης

 

Γύρισε στις θάλασσες,

Κάτω απ' τη βροχή

Στο κύμα του Αιγαίου

Γαντζώνονταν στα βράχια

Ο μικρός Αλή

Κοιμόνταν στα αμπάρια,

 

Φλέγεται το μέτωπο

Καίγεται το σώμα

Κρεμάστηκε σε ένα γκρεμό

Ο μικρός Αλή

Έγινε ποτάμι

Χάθηκε στη θάλασσα

 

Πλήρωσε με τη ζωή,

Ο μικρός Αλή

Το όνειρο να ζήσει

 

                                         4  Ιανουαρίου 2010, Γιάννης Ποταμιάνος

Αιματοστάλαχτοι… π.Ηλία Υφ.

Αιματοστάλαχτοι…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 
 

 

Σήμερα είν' τα Φώτα
Κι ο φωτισμός:
Για όλους τους ανθρώπους
Χαρά και λυτρωμός
Και για τους αφεντάδες
Τύφλα και ξεπεσμός…

Περπατεί η κυρά μας
Κι η Παναγιά
Να φέρει την ελπίδα
Και την παρηγοριά
Στη μυριοαδικημένη
Τη φτωχολογιά.

Και λέει στους αφεντάδες
Τους άδικους,
Που πάντοτε ψηφίζουν
Νόμους ληστάδικους:

 

Όσοι σκάβουν απάτης
Για άλλους βάραθρα
Στης Νέμεσης και Άτης
Θα ζουν τα Τάρταρα…

Ως και του Αϊ-Γιάννη
Το κεφάλι του
Στον καθένα αφέντη
Μηνάει το χάλι του…

 

Που ίδιοι στους αιώνες
Και απαράλλαχτοι
Φονιάδες και ακούργοι
Κι αιματοστάλαχτοι…

 

Παπα-Ηλίας, 05-01-2010

 

http://papailiasyfantis.blogspot.com

http://papailiasyfantis.wordpress.com

e-mail: papaliasyfantis@gmail.com

Ο Μέγας Αγιασμός των Θεοφανείων

Ο Μέγας Αγιασμός των Θεοφανείων

 

Του Αλέξανδρου Φ. Καραμπάτσου

 

Μία από τις πιο γνωστές και λαοφιλείς ακολουθίες της Εκκλησίας μας είναι αυτή του αγιασμού των υδάτων. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η ακολουθία αυτή παρουσιάζεται σε δύο τύπους, τον μεγάλο και τον μικρό αγιασμό, ανήκει δε στην κατηγορία των μυστηρίων.

Μυστήρια καλούνται οι ακολουθίες μέσω των οποίων παρέχεται αοράτως η θεία χάρη με αισθητούς χειρισμούς και σημεία, δεν έχουν συσταθεί όμως από τον Κύριο ούτε είναι αναγκαίες προς σωτηρία όπως τα μυστήρια.

Είναι γνωστές σε όλους οι διάφορες ευλαβείς παρανοήσεις που υφίστανται σε σχέση με τον αγιασμό γενικώς, ιδίως δε με τον μεγάλο. Για τον λόγο αυτό κρίνεται σκόπιμο προς άρση των παρεξηγήσεων να παρουσιαστούν ακροθιγώς τα όσα σχετικά ισχύουν.

 

1. Διάκριση μεταξύ μεγάλου και μικρού αγιασμού

 

Μέγας αγιασμός ονομάζεται η ακολουθία που τελείται στο ναό δύο φορές το έτος (5 και 6 Ιανουαρίου) σε ανάμνηση της βαπτίσεως του Χριστού στον Ιορδάνη. Μικρός Αγιασμός είναι ο συνήθως τελούμενος στους ναούς κατά την 1η εκάστου μηνός και σε διάφορες άλλες περιπτώσεις (θεμελιώσεις οίκων, εγκαίνια καταστημάτων, δημοσίων έργων κτλ.).

Γίνεται σαφές λοιπόν ότι κακώς νομίζεται ότι ο αγιασμός της παραμονής των Θεοφανείων είναι ο μικρός αγιασμός και της κυρίας ημέρας ο μέγας. Κατά τις δύο αυτές ημέρες τελείται η ακολουθία του μεγάλου αγιασμού. Η τέλεση του μεγάλου αγιασμού την παραμονή της μεγάλης εορτής είναι συνήθεια που επικράτησε κατά τους νεότερους χρόνους χάριν εξυπηρέτησης των πιστών. Η όποια διάκριση μεταξύ της αγιαστικής χάριτος του αγιασμού της παραμονής και της ημέρας των Θεοφανείων είναι λανθασμένη αν όχι απαράδεκτη.

 

2. Φύλαξη αγιασμού κατ' οίκον

 

Ο μέγας αγιασμός δύναται να φυλάσσεται κατ' οίκον προς εξυπηρέτηση των αναγκών των πιστών. Αυτό αναφέρεται ρητώς στο κείμενο της ακολουθίας: «ίνα πάντες οι αρυόμενοι και μεταλαμβάνοντες έχοιεν αυτό προς ιατρείαν παθών, προς αγιασμόν οίκον, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον» καθώς επίσης και στον λόγο του Ι. Χρυσοστόμου ο οποίος γράφει σχετικά: «κατά την εορτήν ταύτην άπαντες υδρεύονται, οίκαδε τα νάματα φέροντες και εις ενιαυτόν φυλάττουσιν».

Απαραίτητη βεβαίως προϋπόθεση για την κατ' οίκον διατήρηση του καθαγιασμένου ύδατος είναι η ευλαβής και μετά μεγίστης προσοχής φύλαξή του.

 

3. Μέγας αγιασμός και νηστεία

 

Επικρατεί η αντίληψη ότι η νηστεία της 5ης Ιανουαρίου έχει οριστεί λόγω της επικείμενης μετάληψης του μεγάλου αγιασμού της επομένης. Μία τέτοια εκδοχή όμως δεν μαρτυρείται από την παράδοση της Εκκλησίας μας, αλλά προέρχεται από παρανόηση μιας άλλης αρχαιότατης πράξης.

 

Από τους πρωτοχριστιανικούς ήδη χρόνους, της μεγάλης Δεσποτικής εορτής των Θεοφανείων προηγούνταν προπαρασκευαστική νηστεία που αφορούσε το ομαδικό βάπτισμα των κατηχουμένων που γινόταν κατά την ημέρα αυτή. Τότε νήστευαν όχι μόνον ο βαπτιζόμενος και ο βαπτίζων αλλά και σύμπασα η Εκκλησία. Την αιτιολόγηση της νηστείας της παραμονής λόγω της λήψης αγιασμού δεν δικαιολογεί ούτε η σύγχρονη πράξη κατά την οποία τελείται μέγας αγιασμός και κατά την παραμονή.

Ο λαός μεταλαμβάνει του μεγάλου αγιασμού της παραμονής χωρίς να νηστεύει την προηγουμένη (4η Ιανουαρίου), αλλά ούτε καταλύει την νηστεία της παραμονής των Θεοφανείων (5ης Ιανουαρίου) μετά την λήψη του. Μολαταύτα η νηστεία της παραμονής, αν και δεν συνδέεται όπως αναφέραμε παραπάνω, με την μετάληψη του αγιασμού, πρέπει σε κάθε περίπτωση να τηρηθεί ως προπαρασκευή για την μεγάλη Δεσποτική εορτή των Θεοφανείων που ακολουθεί.

Αυτό άλλωστε συμβαίνει με όλες τις μεγάλες εορτές του εκκλησιαστικού έτους. Για την μετάληψη του μεγάλου αγιασμού απαιτείται τέλεια αποχή τροφής και ποτού από του δείπνου ή του μεσονυκτίου της προηγούμενης ημέρας μέχρι της μεταλήψεως. Εξαίρεση αποτελεί η έκτακτη μετάληψη αγιασμού σε περιπτώσεις ασθενειών, κινδύνων κτλ.. Και εκεί όμως η πνευματική νηστεία όπως ορίζεται από τον απόστολο Παύλο (Β΄ Κορ. 7,1) είναι απαραίτητη.


4. Μέγας Αγιασμός και Θ. Κοινωνία

 

 

Μέγας αγιασμός φυλάσσεται στον ναό καθ' όλο το έτος σε ειδική φιάλη. Σκοπός της πράξης αυτής είναι η διευκόλυνση των πιστών και η εξυπηρέτηση των αναγκών τους.

Πιο συγκεκριμένα ο μέγας αγιασμός δίδεται συνήθως ως ευλογία σε πιστούς που βρίσκονται υπό επιτίμιο του πνευματικού και δεν επιτρέπεται να κοινωνήσουν. Η πράξη αυτή όμως εάν δεν κατανοηθεί ορθά γεννά ακραίες παρεξηγήσεις. Μια όμοια παρανόηση έγκειται στην αντίληψη ότι η Θ. Κοινωνία κατά τα Θεοφάνεια δεν είναι απαραίτητη αφού υποκαθίσταται από την λήψη αγιασμού.

Ο μέγας αγιασμός σε καμία περίπτωση δεν δύναται να υποκαταστήσει τη μετάληψη του Κυριακού σώματος και αίματος. Δεν θεωρείται υποκατάστατο ούτε όμοιο και ισότιμο. Ο αγιασμός είναι το δεύτερο μετά από την Θ. Κοινωνία ιερό μυστηριακό είδος.

 

5. Διαφορά αγιαστικής χάριτος μεγάλου και μικρού αγιασμού

 

Ένα θέμα το οποίο απασχολεί τους πιστούς είναι η διαφορά της παρεχόμενης δια των δύο τύπων του αγιασμού χάριτος. Σε κάθε περίπτωση το ερώτημα για την ορθόδοξη παράδοση και θεολογία θεωρείται σχολαστικό.

Στην συνείδηση της Εκκλησίας τόσο ο μέγας όσο και ο μικρός αγιασμός είναι ύδωρ καθαγιασμένο δια της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος παρεχόμενο στους πιστούς «πρός πάσαν ωφέλειαν». Η όποια διαφορά δεν έγκειται στην παρεχόμενη χάρη αλλά στην χρήση του καθαγιασμένου ύδατος, η οποία αποκαλύπτεται μέσω των κειμένων των ακολουθιών του αγιασμού.

Η έμφαση στον μικρό αγιασμό δίδεται στην ίαση των σωματικών και ψυχικών ασθενειών και στην θεραπεία των παθών και των αλγηδόνων ενώ στον μεγάλο αγιασμό στα αιτήματα τούτα προστίθενται και άλλα παρόμοια και ποικίλα.

Εάν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι κατά τα πρωτοχριστιανικά χρόνια ο καθαγιασμός του ύδατος των Θεοφανείων ήταν ο καθαγιασμός του ύδατος του αγίου βαπτίσματος εντός του οποίου βαπτίζονταν οι κατηχούμενοι μετά την άντληση ενός μέρους του από τους πιστούς για ευλογία, ίσως έχουμε την απάντηση στο ερώτημα γιατί ο μεν ένας ονομάζεται «μέγας» ο δε άλλος «μικρός».

 

6. Άντληση του αγιασμού και διατήρησή του από τους πιστούς

 

Σε μεγάλες πόλεις και ενορίες όπου η προσέλευση των πιστών είναι μεγάλη θα ήταν σκόπιμο και εύτακτο να γίνει από τον λειτουργό ιερέα μια επισήμανση προς τους πιστούς οι οποίοι συνωστίζονται για να γεμίσουν πλήρως μεγάλα σκεύη και φιάλες με τα γνωστά σε όλους επακόλουθα.

Οι προσερχόμενοι θα μπορούσαν να παίρνουν μια μικρή ποσότητα καθαγιασμένου ύδατος και να προσθέσουν σε αυτό κοινό (μη καθαγιασμένο) ύδωρ κατ' οίκον. Αναμειγνύοντας αγιασμό με κοινό ύδωρ μετατρέπεται και το κοινό ύδωρ σε αγιασμό και έτσι οι πιστοί έχουν όση ποσότητα αγιασμού επιθυμούν. Το ίδιο μπορούν να πράξουν επίσης όταν η ποσότητα του αγιασμού που φυλάσσεται κατ' οίκον φαίνεται ότι εξαντλείται. Απαραίτητη προϋπόθεση όμως είναι να μην έχει ολοτελώς εξαντληθεί το καθαγιασμένο ύδωρ. Τον μεγάλο αγιασμό που λαμβάνουν από τον ναό μπορούν οι πιστοί να τον προσθέσουν στην φιάλη του αγιασμού που τυχόν διατηρούν κατ' οίκον από προηγούμενα έτη.

Ένας άλλος τρόπος οικονομίας των πραγμάτων είναι να αδειάσουν τη φιάλη χρησιμοποιώντας τον παλαιό αγιασμό σε κάποια ιερή χρήση (ραντισμό κτλ.) και κατόπιν να γεμίσουν την φιάλη με αγιασμό που μόλις έλαβαν από τον ναό.

 

7. «Σήμερον των υδάτων αγιάζεται η φύσις…»

 

Μία λιγότερο διαδεδομένη πλην όμως σοβαρή παρανόηση αφορά την λαϊκή αντίληψη ότι κατά την ημέρα των Θεοφανείων όλα αδιακρίτως τα ύδατα είναι καθαγιασμένα. Το όλο θέμα εδράζεται στην παρανόηση της έννοιας των ποιητικών εκφράσεων «Σήμερον των υδάτων αγιάζεται η φύσις…» κτλ. Επ' ουδενί λόγω όμως μπορεί να υποστηριχθεί ότι όλα τα ύδατα καθαγιάζονται αυτομάτως κατά την ημέρα αυτή και ότι έχουν την δύναμη και την χάρη του μεγάλου αγιασμού.

Εξάλλου εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο η τέλεση του αγιασμού θα ήταν άνευ νοήματος. Η ως άνω υμνολογική έκφραση και όλες οι όμοιες με αυτή αναφέρονται στην φύση του ύδατος ως υλικού στοιχείου η οποία εξαγιάστηκε μέσω του βαπτίσματος του Χριστού.

Η έννοια του «σήμερον» άλλωστε αφορά την σχετικοποίηση του χρόνου εντός της θείας λατρείας και εμφανίζεται στην υμνολογία πολλών άλλων μεγάλων εορτών. Τα μέλη της Εκκλησίας πλησιάζουν τα θεία γεγονότα ως γενόμενα «σήμερον» και μη δεσμευόμενα από τον ανθρώπινο χρόνο αφού η σωστική τους χάρη «διαμένει εις τον αιώνα του αιώνος».

 

8. Λειτουργικά Θέματα

 

Τελειώνοντας την διαπραγμάτευση του ζητήματος θα αναφερθούμε σε τρία σημεία που αφορούν την λειτουργική υφή της ακολουθίας του μεγάλου αγιασμού.

Α) Ο Πρόλογος της καθαγιαστικής ευχής

Της ευχής «Μέγας εί Κύριε», που είναι η καθαγιαστική του ύδατος, προηγείται ένα κείμενο («Τριάς υπερούσιε…») που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ευχή διότι δεν περιλαμβάνει καμία επίκληση ή αίτηση. Πρόκειται για ένα εγκώμιο πομπώδους ύφους που γράφτηκε με σκοπό να εκφωνηθεί ως ένα είδος εγκωμιαστικού ή κηρυγματικού λόγου. Σε κάποια χειρόγραφα υπάρχει, σε άλλα όμως όχι. Σήμερα έχει επικρατήσει να διαβάζεται μόνον κατά τον αγιασμό της ημέρας των Θεοφανείων και όχι κατ' αυτόν της παραμονής. Σε κάθε περίπτωση δεν ανήκει στον οργανικό άξονα της ακολουθίας.

Β) Η επίκληση του Αγίου Πνεύματος

Η ευχή «Μέγας εί Κύριε», που κατά μία εκδοχή είναι έργο του Μεγ. Βασιλείου, ως έχει σήμερα στα έντυπα λειτουργικά βιβλία περιλαμβάνει δύο επικλήσεις του Αγίου Πνεύματος («αυτός ούν φιλάνθρωπε βασιλέυ…» και «Αυτός και νυν, δέσποτα, αγίασον το ύδωρ τούτο…»). Κάτι τέτοιο όμως φαίνεται λογικά και λειτουργικά άτοπο αφού ο καθαγιασμός θα γίνει μόνον μια φορά και σε συγκεκριμένη στιγμή.

Η πιθανότερη εξήγηση του παραδόξου αυτού θέματος είναι η πιθανότητα αντιγραφικού σφάλματος σε κάποιο χειρόγραφο που μετέπειτα χρησιμοποιήθηκε για την έντυπη έκδοση. Η επίκληση γινόταν μόνον μία φορά κατά την φράση «αυτός ούν φιλάνθρωπε βασιλεύ…» ενώ όπως φαίνεται σε πολλά παλαιά χειρόγραφα η δεύτερη φράση δεν ήταν επίκληση αφού η ορθή μορφή της είναι «Αυτός και νυν, δέσποτα, αγιάσας το ύδωρ τούτο… δος πάσι…».

Γ) Η εμβάπτιση του Τιμίου Σταυρού

Η εμβάπτιση του Τιμίου Σταυρού στο ύδωρ του μεγάλου αγιασμού είναι μεταγενέστερη και εισήχθη για να εικονιστεί παραστατικότερα η βάπτιση του Κυρίου στον Ιορδάνη. Σε καμία περίπτωση δεν καθαγιάζει το ύδωρ το οποίο είναι ήδη καθαγιασμένο από την ευχή «Μέγας εί Κύριε» που προηγήθηκε. Από επίδραση του μεγάλου αγιασμού εισήχθη προοδευτικά και στον μικρό αγιασμό.

 

Επίλογος

 

Ο αγιασμός είναι πράγματι ένα πολύτιμο και ιερότατο μυστηριακό είδος το οποίο με πολύ σοφία προσφέρει η Εκκλησία στον λαό της. Μέσω αυτού ο πιστός εξαγιάζεται, χαριτώνεται και ενδυναμώνεται στον πνευματικό αγώνα του. Σε κάθε περίπτωση όμως απαιτείται από όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς, μεγάλη προσοχή στην συντήρηση των ορθών παραδόσεων που συνοδεύουν αυτό το θείο δώρο, το πλήρες χάριτος και θεϊκής ευλογίας, ώστε να αποφεύγονται παρερμηνείες και παρεξηγήσεις που όσο ευλαβείς και αν είναι δεν συνάδουν με τα παραδεδομένα.

 

ΠΗΓΗ: http://www.enoriaka.gr/index.php?option=content&task=view&id=1097&Itemid=58,

 

Σημείωση: Την ενημέρωση μας έδωσε – και γι' αυτό ευχαριστούμε,  ο + πρεσβύτερος Παναγιώτης Βούρκος, 5-01-2010

Πιο αντιδραστική τομή στην Τοπική Αυτοδιοίκηση

Kαποδίστριας II : Νέα πιο αντιδραστική τομή στην Τοπική Αυτοδιοίκηση


      Του Κώστα Διον. Κορδάτου*

 
 

– Οι συγχωνεύσεις του «Καποδίστρια ΙΙ» θα προκαλέσουν ανατροπές στα σχολεία, κάποια από τα οποία θα βάλουν λουκέτο ενώ οι περισσότερες δημόσιες υπηρεσίες θα συγχωνευτούν!

– Αλλάζουν την κοινωνική συνοχή, από το επίπεδο της συντροφικότητας και της αλληλεγγύης της γειτονίας στη μαζοποίηση και ουδετεροποίηση των πόλεων.

– Μέσα σε αυτές τις νέες χωρικές συντεταγμένες δεν θα μπορεί να υπάρξει κάθε μεμονωμένη και ανυπότακτη φωνή παρά μόνο ο χαμένος κύκλος των κομμάτων.

– «Το δημόσιο και η αυτοδιοίκηση θα δεχθούν μεγάλες περικοπές εκεί που πρέπει, δηλαδή στις σπατάλες»: αυτό δήλωσε πρόσφατα ο υπουργός Εσωτερικών Γιάννης Ραγκούσης

– Οι αποφάσεις για τον χωροταξικό σχεδιασμό θα ληφθούν από τις κατά τόπους τοπικές ενώσεις δήμων και κοινοτήτων (ΤΕΔΚ).

Η ύπαιθρος απειλείται από οικονομικό μαρασμό, που έχει ως αποτέλεσμα την ανεξέλεγκτη μετανάστευση προς τα αστικά κέντρα και τη δημιουργία των μελλοντικών παγκοσμιοποιημένων «mega-cities». Την ίδια στιγμή, η αβεβαιότητα για το μέλλον και το δύσκολο παρόν συμβάλλουν στη διάλυση του κοινωνικού ιστού και στη διαμόρφωση μιας χαμηλού επιπέδου αυτοεκτίμησης από πλευράς των κατοίκων, με αποτέλεσμα την ψευδεπίγραφη δυτικοποίηση του λαϊκού πολιτισμού αλλά, συχνά, και την ιδιαίτερα έντονη και με ανεξέλεγκτα αντικοινωνικά χαρακτηριστικά παραβατικότητα.

 Φαίνεται να βιάζεται η κυβέρνηση στην υλοποίηση του δεύτερου βήματος για την αλλαγή του διοικητικού χάρτη της χώρας, μετά τον Kαποδίστρια I.
Στα συρτάρια του Yπουργού Εσωτερικών Pαγκούση είναι έτοιμο το νομοσχέδιο και, εκτός απροόπτου, θα προχωρήσει το 2010, έτσι ώστε οι επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές να γίνουν με βάση τη νέα δομή της χώρας, αλλά και οι εθνικές εκλογές με ένα καινούργιο -«γερμανικό»- περισσότερο καλπονοθευτικό και αντιδημοκρατικό, πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα.
Συναινούν σε μια τέτοια κατεύθυνση, «σαν έτοιμες από καιρό», και οι κεντρικές αυτοδιοικητικές ενώσεις, KEΔKE, ENAE, αρκεί να πάρουν τα «όβολα» από το κεντρικό κράτος. Ταυτόχρονα δέχονται να γίνουν συνδιαχειριστές των καταργήσεων δήμων και κοινοτήτων για μια ακόμη φορά αφού και τώρα οι αποφάσεις για τον χωροταξικό σχεδιασμό θα ληφθούν από τις κατά τόπους τοπικές ενώσεις δήμων και κοινοτήτων (ΤΕΔΚ)!

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό της κυβέρνησης οι 52 νομοί περιορίζονται σε 14 περιφέρειες από 13 που υπάρχουν τώρα, και οι 1.033 δήμοι δεν θα υπερβαίνουν τους 380. Στόχος είναι οι δήμοι και οι νομαρχίες να μειωθούν και να μετεξελιχθούν σε μικρά «ευέλικτα» σχήματα, στα πρότυπα των άλλων ευρωπαϊκών κρατών, με αυξημένη επιχειρησιακή ικανότητα, λειτουργική και οικονομική αυτοδυναμία… 

Οι Νομαρχίες υποβιβάζονται ως παραρτήματα (ανταποκριτές) των περιφερειών. Ταυτόχρονα μετατρέπονται σε μητροπολιτικές περιφέρειες η ευρύτερη περιοχή του λεκανοπεδίου Αττικής και το πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης. Θεσπίζονται οι Περιφερειακές εκλογές, όπου οι περιφερειάρχες και οι δήμαρχοι θα εκλέγονται με ποσοστό 50% συν ένα (καταργείται το ανεδαφικό 42%). Ο Καποδίστριας ΙΙ αποτελεί οργανωτική – διοικητική ρύθμιση της διαδικασίας καπιταλιστικής ανασυγκρότησης των θεσμών της Τ.Α, σε συνδυασμό με τα φιλελεύθερα προγράμματα αντικατάστασης του κοινωνικού-αναπτυξιακού Δήμου με Δήμο επιχειρηματία που θα είναι απ΄ ευθείας συνδεδεμένος με τα κέντρα των Βρυξελών και θα διαμορφώνεται πλέον σε τοπικό κράτος. 


«Η Ανοιχτή Πόλη το νέο όραμα»

 


Αποφεύγουν επιμελώς ΚΕΔΚΕ, ΤΕΔΚ και κυβέρνηση τη δημιουργία των «Ανοιχτών Πόλεων», δηλαδή ενός δικτύου τοπικού και υπερτοπικού οικιστικού περιβάλλοντος που θα ενισχύει τις δραστηριότητες για την ανόρθωση της αγροτικής οικονομίας στις περισσότερες περιοχές του νομού. Μία ανοιχτή διαδικασία που θα συνδέει το χωριό με την πόλη, που δεν θα καταργεί την οργανική υπόσταση κάθε περιοχής αλλά θα ενιαιοποιεί όλες τις διοικητικές και αναπτυξιακές λειτουργίες σε μια μητροπολιτική διαδημοτική νομική μορφή.

Με ένα κεντρικό συμμετοχικό όργανο αποφάσεων με αναλογικό αντιπροσωπευτικό δημόσιο προϋπολογισμό σύμφωνα με το μέγεθος κάθε περιοχής, χωρίς  να λειτουργεί ισοπεδωτικά στην τοπική κοινωνία, που να μην καταργεί τις υπάρχουσες ενότητες, που θα έχουν θέσει στο νέο δήμο με το δικό τους χρώμα, την δικιά τους ιστορίας και τα «βάσανα» που σέρνουν. Αυτοί γνωρίζουν το πρόβλημα και τις λύσεις καλύτερα από το κέντρο.
Σε αντίθεση με όλα αυτά, που σχεδιάζουν οι ευρωπαίοι «εταίροι» μας, αυτή η πρόταση του αείμνηστου «Αντώνη Τρίτση» φαντάζει ακόμα και σήμερα πιο επίκαιρη ιδιαίτερα τώρα που θέλουν να εκθεμελιώσουν τα πάντα. Αλλά πώς τέτοιες ρηξικέλευθες απόψεις να ευδοκιμήσουν; Βλέπεις, κοστίζουν σε πολλά επίπεδα για την κυρίαρχη αστική αντίληψη των ευρωσκεπτικιστών ενώ οι σχεδιασμοί των Βρυξελών θέλουν την αποδέσμευση της Ευρωπαϊκής τράπεζάς τους από το κόστος λειτουργίας των τοπικών κοινωνιών υπέρ των μονοπωλιακών συγκροτημάτων.  Με τον σχεδιασμό του «Καποδίστρια ΙΙ» των Βρυξελών θα οδηγηθούν οι περισσότεροι δήμοι σε πτώχευση αφού δεν θα μπορούν να ανταπεξέλθουν στα υπέρογκα έξοδα ενός τέτοιου γεωγραφικού και πολεοδομικού μορφώματος.    

Οι αλλαγές που προωθούνται δεν είναι αποκλειστικότητα του ΠAΣOK. Ανάλογες αλλαγές υπάρχουν και στους σχεδιασμούς της NΔ και στις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στόχος τους είναι: η βελτίωση της ικανότητας του αστικού κράτους να ενσωματώνει, να χειραγωγεί και να υποτάσσει τη λαϊκή συνείδηση στους στόχους του κεφαλαίου.  Όλα αυτά βέβαια έχουν τις ερμηνείες τους, όπως  είναι και η απώλεια του πλεονεκτήματος που είχε η αριστερά στο θεσμό. Σήμερα η Τ.Α. αντί να αγωνίζεται για τη διεύρυνση της κοινωνικής συνοχής, βρίσκεται έξω από τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες των δημοτών, όπου δύσκολα διακρίνεις το ιδιωτικό από το κοινωνικό συμφέρον.

Το εφήμερο και το αυτονόητο παρουσιάζεται για έργο «πνοής», τα δομικά υλικά και το τσιμενταρισμένο αμμοχάλικο έχουν γίνει η κυρίαρχη ιδεολογία της λεγόμενης τοπικής «ανάπτυξης». Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα έργα και όλες οι πόλεις μοιάζουν μεταξύ τους και, όταν ταξιδεύεις σε κάποια άλλη πόλη, νομίζεις ότι βρίσκεσαι ακόμα στο δικό σου δήμο!  Και όλο αυτό το οικοδόμημα το χρυσώνουν με το «χάπι» της περιφερειακής αποκέντρωσης σε μια «βιώσιμη» ανάπτυξη ! Ωραία λόγια! Μόνο που η βιωσιμότητα των δημοτών δεν φαίνεται εξασφαλισμένη.   


Ο «Καποδίστριας ΙΙ» θα προκαλέσει ανατροπές στα σχολεία! 

 


H κατεύθυνση αυτή συνεπάγεται ότι αρμοδιότητες Παιδείας, Yγείας, Πρόνοιας, Περιβάλλοντος κ.α. περνούν στην ευθύνη της περιφερειακής τοπικής διοίκησης, διευκολύνοντας μέσω και των ΣΔIT την ανάπτυξη επιχειρηματικής δραστηριότητας σε αυτούς τους τομείς (καλώς τα, τα παιδιά τους εργολάβους!).

Ο «Καποδίστριας ΙΙ» θα προκαλέσει ανατροπές στα σχολεία, κάποια από τα οποία στην αρχή θα βάλουν λουκέτο ενώ πολλές δημόσιες υπηρεσίες θα συγχωνευτούν και θα χαθούν εκατοντάδες οργανικές θέσεις !

Αυτό το ζήτημα οφείλουν να αναδείξουν στο συνέδριο της ΤΕΔΚ Ν. Αιτωλ/νίας (16-1-2010) οι σύνεδροι και όχι εάν θα συνενώσουν τα «κοιμητήρια» των χωριών τους!  Μακροπρόθεσμα το αποτέλεσμα θα είναι ο μαρασμός και το κλείσιμο πολλών σχολείων, κυρίως των περιφερειακών και αυτά των αγροτικών περιοχών, αφού οι μικρότεροι δήμοι δεν θα μπορούν ν' ανταπεξέλθουν στα έξοδα λειτουργίας τους, την ώρα που οι ποικιλώνυμοι «τοπικοί παράγοντες» θα ενδιαφέρονται για τη βιτρίνα τους, τα «καλά» σχολεία της κάθε αστικής περιοχής.

Έχω την εκτίμηση, σύμφωνα με την οικονομική και κοινωνική συγκυρία καθώς και με τις μετακινήσεις του πληθυσμού που θα γίνουν ακόμη πιο έντονα, ότι στην Αιτωλ/νία το επόμενο βήμα του περιφερειακού σχεδιασμού είναι να παραμείνουν μόνο 8-10 Λύκεια από τα 22 που λειτουργούν σήμερα!   
Οι διακηρύξεις της νέας υπουργού παιδείας φανερώνουν αυτούς τους σχεδιασμούς για την υπαγωγή των σχολείων στην αυτοδιοίκηση. Φανταστείτε στην Αιτωλ/νία τι έχει να γίνει όταν θα αναλάβουν οι δήμοι με την περιφέρεια την μισθοδοσία του προσωπικού, τις νέες προσλήψεις και τα διάφορα λειτουργικά έξοδα των σχολείων, εκτός των υποδομών που έχει σήμερα.  
Ανάλογα προβλήματα θ' αντιμετωπίσουν και πολλά σχολεία των αστικών κέντρων (στο Αγρίνιο, Μεσολόγγι, Ναύπακτο, Πάτρα, Ιωάννινα, Νησιά κ.λ.π.), ιδιαίτερα των υποβαθμισμένων περιοχών τους, που θα εξελιχθούν σε σχολεία αλλοδαπών, μεταναστών και φτωχών Ελλήνων, κατά τα πρότυπα των ΗΠΑ ή της Αγγλίας. Θα αντιμετωπίζονται ως πελάτες και παραγόμενα εμπορεύματα αφού θα προετοιμάζονται έτσι ώστε να κυκλοφορήσουν στην αγορά με καλύτερους όρους (βλέπε έκθεση ΟΟΣΑ: Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία & Ανάπτυξη).  

Μια ματιά στη διεθνή εκπαιδευτική εμπειρία είναι διαφωτιστική και δεν επιδέχεται αυταπάτες. Όπου εφαρμόζεται η «αποκέντρωση», έχει ολέθριες συνέπειες στο χαρακτήρα του σχολείου, χειροτερεύει τους όρους μόρφωσης των παιδιών της λαϊκής οικογένειαςΕπιδιώξεις που δυστυχώς βρίσκουν σύμφωνους και πολλούς αυτόδιοικητικούς παράγοντες οι οποίοι, όπως φαίνεται ενδιαφέρονται μόνο για μια θέση στον ήλιο.

Ιδιαίτερα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η υλοποίηση του «αποκεντρωμένου – διαφοροποιημένου σχολείου» έχει οδηγήσει κατά καιρούς σε αντιδράσεις απέναντι στις συνέπειες της στρατηγικής αυτής. Για παράδειγμα στη Γερμανία οι μαθητές φώναζαν πρόσφατα «ένα σχολείο για όλους – έξω από το πολυμερές σχολείο», αφού πληρώνουν για χρόνια τώρα το αποκεντρωμένο ταξικό σχολείο ως κοινωνία. 

 

Παραχώρηση των λειτουργιών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε ιδιώτες !

 

Tο αστικό κράτος, μετά τον Kαποδίστρια I, σίγουρο, πλέον, για το ποιόν των νέων Δήμων, θέλει να τους δώσει κι άλλες αρμοδιότητες, να ξεφορτωθεί και άλλους δαπανηρούς γι' αυτό τομείς, την Παιδεία, την Yγεία, την Πρόνοια, με στόχο την εμπορευματοποίηση αυτών των κοινωνικών αγαθών. Mε τη λεγόμενη «αποκέντρωση εξουσιών, αρμοδιοτήτων και πόρων», θέλει να ισχυροποιήσει περιφερειακούς πυλώνες, ώστε πιο αποτελεσματικά να παρεμβαίνουν για λογαριασμό της οικονομικής κυριαρχίας του κεφαλαίου ως θεσμικοί παράγοντες (βλέπε ΣΔΙΤ), στη μείωση του δημοσίου τομέα και έξαρση των ιδιωτικοποιήσεων, δηλαδή πλήρη διάλυση του κοινωνικού κράτους. 
Οι νέοι Δήμοι γίνονται ακόμη πιο απόμακροι και απρόσωποι για τον πολίτη, δηλαδή ανώνυμες Εταιρείες, που θα λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, με τη φορομπηξία και την καταστολή (βλέπε Δημοτική Αστυνομία). 
Αποκλείουν τη δυνατότητα ριζοσπαστικών και ανεξάρτητων φωνών στη Τ.Α. για να σβήσουν από το χάρτη τους μικροαγρότες και την μισθωτή εργασία! 
Μέσα σε αυτές τις νέες χωρικές συντεταγμένες των νέων ΟΤΑ δεν θα μπορεί να υπάρξει κάθε μεμονωμένη και ανυπότακτη φωνή παρά μόνο ο «χαμένος» κύκλος των κομμάτων. Δηλαδή δεν θα υπάρχει ούτε για δείγμα κάποιος εκπρόσωπος σε αυτά τα συμβούλια ο οποίος θα αμφισβητεί την κυρίαρχη ιδεολογία της περιφερειακής «αποκέντρωσης» και ταυτόχρονα της ύπαρξης μιας νέας εξουσίας, όπου οι ελίτ κάθε περιοχής θα έχουν το απάνω χέρι.
Η σύγχρονη φτώχια θα οδηγεί όλο και περισσότερους να παραχωρούν τη γη των πατεράδων τους έναντι πινακίου φακής, στα νέα και παλιά τζάκια για να τα βγάζουν πέρα (βλέπε νέα Σχέδια Χωροταξικού Σχεδιασμού, Σύμφωνο σταθερότητας, πρόωρη συνταξιοδότηση αγροτών, νέο φορολογικό, κ.α). Η συγκέντρωση θα οδηγήσει στη λεηλασία της γης με τη Βιομηχανική Γεωργία της Τεχνοεπιστήμης της Κυριαρχίας και την πλήρη αλλαγή της διατροφικής αλυσίδας των πληθυσμών και της περιβαλλοντικής υποβάθμισης.  
Για το λόγο αυτό, προτείνεται με τον Καποδίστριας 2 να μεγαλώσουν ακόμα περισσότερο τα γεωγραφικά όρια κάθε νέου Δήμου (πρόταση Ινστιτούτου ΚΕΔΚΕ) στο επίπεδο των παλιών επαρχιών, με ταυτόχρονη αστικοποίηση (ερημοποιήσεις) των αγροτικών περιοχών και την αποδέσμευσή τους από πιθανές διεκδικήσεις για μελλοντικές επιδοτήσεις… και εγκατάσταση νέων αγροτών προς όφελος των εμπορικών συνεταιρισμών (βλέπε πρόταση Τζανέτου Καραμίχα Προέδρου ΓΕΣΑΣΕ για φαλκίδευση προγράμματος Αλ. Μπαλτατζή υπέρ των εμπορικών κρατικοδίαιτων συνεταιρισμών).  

Ένας άλλος άξονας της αντιδραστικής αυτής «μεταρρύθμισης» είναι η εφαρμογή σε όλα τα επίπεδα οργάνωσης αυτών των οργανισμών, την παραχώρηση των λειτουργιών σε ιδιώτες, για παράδειγμα όπως η  καθαριότητα. Είσπραξη δημοτικών φόρων, ύδρευση, φύλαξη δημοτικών χώρων κ.α.  με τις ελαστικές σχέσεις εργασίας, κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων για τους εργαζόμενους ΟΤΑ, ανασφάλιστη εργασία, χαμηλοί μισθοί και συντάξεις πείνας, που περιμένουν όλους τους εργαζόμενους στις νέες αυτές διοικητικές δομές που έρχονται.

Για όλα τα θέματα αυτά οι ΤΕΔΚ και οι «συμπαθείς» δήμαρχοι δεν λένε κουβέντα. Το μόνο που ακούγεται είναι πόσο μεγάλος θα γίνει ο νέος δήμος και εάν οι ίδιοι θα έχουν ρόλο στο νέο καταμερισμό της τοπικής εξουσίας. Δεν διστάζουν να συμμετέχουν σε κάθε ετερόκλητη συμμαχία προκειμένου να επιτύχουν αυτόν τον ιδιοτελή σκοπό τους αφήνοντας στην άκρη ακόμα και τις δήθεν… κομματικές τους διαφορές και τους δημότες τους.  

Tο σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος, που προωθεί τη συγκέντρωση σε όλα τα επίπεδα, συγκέντρωση παραγωγής, συγκέντρωση και συγκεντροποίηση κεφαλαίου, συγκέντρωση πληθυσμού (φοβούμαι ότι τα περισσότερα χωρία θα κατοικούνται μόνο από οικονομικούς μετανάστες) κ.λπ., δεν θα μπορούσε να μην προχωρήσει κι άλλο: και στη συγκέντρωση εξουσίας, για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του.  

 

Ξεχνούν όμως ότι: «ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΝΟΥΝ ΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ». 

 

Αυτή η «αναδόμηση του κράτους» δεν έχει καμιά σχέση με την λαϊκή αυτοδιοίκηση της εθνικής αντίστασης ούτε με τις ανάγκες των εργαζομένων, των νέων και των ανέργων κάθε περιοχής. Για όλους αυτούς τους λόγους, πρέπει μέσα από ένα νέο μορφωτικό, πολιτιστικό και κοινωνικό μέτωπο να αποκαλυφθεί ο χαρακτήρας των νέων ρυθμίσεων, να αντιπαλευτεί η νέα επέλαση του κεφαλαίου και της αγοράς και τα νέα χαράτσια στους δημότες και να μην περάσει τελικά αυτός ο νέος Προκρούστης και η μεγαλυτέρων διαστάσεων παραχάραξη της λαϊκής θέλησης.  

Σε τελική ανάλυση, ο λογαριασμός είναι ανοιχτός και το παιχνίδι θα κρατήσει για πολύ, αρκεί να σκεφτούμε πλατειά και να πράξουμε τοπικά, συνταιριάζοντας τις προσδοκίες με τις ανάγκες μας και τη ζωή την ίδια.   
Ο καθένας φυσικά μπορεί να διαλέξει το δρόμο του.  

 

ΠΗΓΗ: (04-01-2010),  http://www.anaitolika.gr/article.php?artro=7488


Κώστας Διον. Κορδάτος είναι καθηγητής. Μέλος του Δ.Σ. της Β' ΕΛΜΕ Αιτωλ/νίας και Πρόεδρος της ΠΕΤΕΕΜ – ΣΕΛΕΤΕ. Πρόεδρος Δ.Ε. ΠΙΕΤΕ (Μη κερδοσκοπικό σωματείο). Δραστηριοποιείτε και για την Τ.Α. εκ του συστάδην.

Το Συμβάν – κεφ. 1ο, 2ο, 3ο

Το Συμβάν – κεφ. 1ο, 2ο, 3ο

(προδημοσίευση μυθιστορήματος)

 

Της Βασιλικής Νευροκοπλή

 

 

Κεφ. 1ο

1. «Να βουτάς στη θάλασσα με τα μάτια ανοιχτά. Μέσα στο διάφανο νερό τα χρώματα έχουν άλλη λάμψη. Ηλεκτρική». Αυτά τα λόγια μου ψιθύρισε στο αφτί ο παππούς όταν άνοιξα πρώτη φορά τα μάτια μου στο ήσυχο απογευματινό φως της τελευταίας μέρας του Ιούλη του 1953.

Γεννήθηκα στον Κάμπο της Χίου από τον Μελιώτη Ευάγγελο Μοσχούρη και την Μικρασιάτισσα Αλεξάνδρα, μοναδική κόρη του Νικήτα Ξενάκη. Μετά την Αγγελική, την Ιουλία και την Καλλιόπη, μοναχογιός. Στο προσκεφάλι μου ένα καλάθι γεμάτο νεράντζια, πορτοκάλια και κίτρα άγουρα ακόμα, για το «καλωσόρισες». Το άρωμά τους θα με επισκεπτόταν πάντα στις πιο τρυφερές στιγμές της ζωής μου.

Όταν όμως θα μου έλειπε – και εδώ και πολλά χρόνια λείπει – τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει αυτήν την παράδοξη συζυγία της σωματικής αίσθησης και της ψυχικής ευφροσύνης. Δυο μήνες αργότερα θα με βάφτιζαν Ισίδωρο στον άγιο Ταξιάρχη, στο καστροχώρι των Μεστών. Ένα όνομα τόσο συνηθισμένο στη Χίο και τόσο ασυνήθιστο σε μια άοσμη μεγαλούπολη.

Στον Ταξιάρχη με έταξε η μάνα μου γιατί γεννήθηκα πρόωρα και λίγο έλειψε να με χάσει. Ο πατέρας μου είχε το δικό του τάμα, κάτι που έμαθα αφότου πέθανε: να γεννηθώ αγόρι. Ο άγιος δε χάλασε σε κανέναν απ' τους δύο χατίρι. Από τότε κάθε χρόνο στη γιορτή του πηγαίναμε στην εκκλησία του και μετά ανοίγαμε το σπίτι και γιορτάζαμε τον ερχομό μου στον κόσμο. Τέτοια μέρα όλος ο Κάμπος ερχόταν σπίτι μας να κεραστεί και να ευχηθεί. Έτσι ξεπλήρωνε η μάνα μου το τάμα της. Ο πατέρας μου δεν μαρτύρησε ποτέ το δικό του αντίτιμο στον άγιο.

 Ένας μαντρότοιχος περιφρουρούσε το πατρικό μου, το αρχοντικό του Παπαντωνάκη στο οποίο δούλευε ο πατέρας μου ανεστάτης. Το αφεντικό ζούσε στη Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Εκεί ήταν οι δουλειές του, δυο χιλιάδες στρέμματα βαμβάκι και πατάτα, δυο χιλιάδες εργάτες. Στον Κάμπο ερχόταν πολύ σπάνια, κανένα καλοκαίρι να ξεκουραστεί. Ανύπαντρος ήτανε, παιδιά δεν είχε, αγάπησε τη χήρα οικονόμο του και προίκισε τις δυο της κόρες με ό, τι είχε και δεν είχε. Ο μαντρότοιχος του σπιτιού μας, -που για μας ήτανε περισσότερο σπίτι μας από ότι το λογάριαζε δικό του ο Παπαντωνάκης, αφού εκεί ρίζωσε απ' την αρχή η οικογένειά μου-, ήταν σαν όλους των αλλοτινών ενετικών πύργων του δεκάτου τέταρτου αιώνα, φτιαγμένος κι αυτός όπως όλοι, από ακατέργαστους πολύχρωμους πωρόλιθους. Οι εξοχικές κατοικίες των Γενοβέζων τρεις και τέσσερις αιώνες αφότου έφυγαν απ' το νησί, μετασκευάστηκαν στις περίφημες επαύλεις του Κάμπου, αυτές που σήμερα αποτελούν τα καμπούσικα αρχοντικά, ένα Χιωτογενοβέζικο αρχιτεκτονικό μόρφωμα των αρχών της όψιμης Οθωμανικής περιόδου. Ζεστό, απομονωμένο, αυτάρκες. Λαξευμένο από χέρια υπομονετικά που την υψηλή αισθητική την είχαν θαρρείς στα κύτταρά τους.

 Σα φρούρια οι δίμετροι τοίχοι έκλειναν μέσα τους έναν κόσμο ολόκληρο: το διώροφο σπίτι από την ίδια πέτρα των μαντρότοιχων, όχι όμως ακατέργαστη αλλά λαξευμένη, την εσωτερική αυλή με τη δεξαμενή, το μαγγανοπήγαδο και τα παράσπιτα των καλλιεργητών. Έκλειναν μέσα τους εμένα και τα πρώτα μου βήματα στη βοτσαλωτή αυλή αριστοτεχνικά φτιαγμένη από βότσαλα μαύρα και λευκά μέσα σε κονίαμα από άμμο, ασβέστη και πορσελάνη, ζωγραφίζοντας ανάγλυφα πουλιά, ήλιους, κυπαρίσσια, γεωμετρικά σχήματα. Αυτά όλα τα παρατήρησα πολύ αργότερα. Όταν για λίγο τα έχασα κι όταν για λίγο περισσότερο τα ξαναβρήκα. Αυτό που αποτελεί ίσως την πιο παλιά μου μνήμη, χαραγμένη μέσα μου με τρόπο ανεξίτηλο, είναι η στιλπνή υφή των βοτσάλων στα γόνατά μου καθώς αρκούδιζα σερνάμενος πάνω τους και τα ατέλειωτα παιχνίδια των δακτύλων μου στα βαθουλώματα των αρμών τους καθώς διέγραφα ξανά και ξανά ακούραστα και επίμονα το σχήμα της κάθε πέτρας. Σ' αυτή την αυλή έμαθα από πολύ νωρίς τι θα πει μαύρο και τι άσπρο, πόσο αντίθετα είναι και πόσο ταιριαστά, πόσο το καθένα από μόνο του μισό και πόσο τα δυο μαζί ζευγάρι αχώριστο στη ζωή και στην τέχνη.

 Στο πέτρινο κουκούλι τους τ' αρχοντικά του Κάμπου έκλειναν τις χαρές και τις λύπες μας. Έκλειναν και το περιβόλι με τα εσπεριδοειδή, κι αν φτιάχτηκαν τόσο ψηλοί οι μεγαλοπρεπείς μαντρότοιχοι δεν ήταν μόνο για να προστατέψουν την ιδιωτική ζωή των κατοίκων τους -που κάποτε ανέβαζαν το ύψος των τοίχων για να τονίσουν την υψηλή κοινωνική τους θέση-, αλλά κυρίως για να προστατέψουν από τους παγετούς, τους ανέμους και τη σκόνη των δρόμων τα δέντρα του περιβολιού: λεμονιές, πορτοκαλιές, μανταρινιές, νεραντζιές, κουμ κουάτ και κίτρα. Δέντρα που άνθιζαν κάθε άνοιξη αρώματα, κάρπιζαν τα φρούτα του φθινοπώρου, τα χειμωνιάτικα γλυκά του κουταλιού. Όλα τα παράθυρα, οι πόρτες, οι βεράντες όλες, το περιβόλι κοιτούσαν. Όλο το περιβόλι, τον ουρανό.

 Παιχνίδια με τις τρεις αδερφές μου οι πέτρες και τα χώματα. Το νερό. Τα δέντρα και οι μυρωδιές τους. Αυτοσχέδια παιχνίδια με τα υλικά από τα οποία πλάστηκε ο κόσμος και τα όνειρά του. Ο άνθρωπος: άντρας-γυναίκα.

 Τα μάτια τους στον ουρανό των περίκλειστων αρχοντικών του Κάμπου δυο παιδιά κάθε τόσο τα σήκωναν. Ο μαντρότοιχος που χώριζε τα σπίτια τους δεν εμπόδιζε τα βλέμματά τους να συναντιούνται εκεί ψηλά ελεύθερα πουλιά. Στ' αστέρια της νύχτας σεργιάνιζαν. Στο φως της μέρας φτεροκοπούσαν, όπως τα περισσότερα πουλιά της Χίου: τα αποδημητικά. Το ένα το έλεγαν Ισίδωρο, το άλλο Ελισώ.

 

Κεφ. 2ο

 

2. «Κάθε εποχή θέλει τον τρόπο της», έλεγε ο παππούς Νικήτας, πρόσφυγας από την Ερυθραία. «Έχει τα δικά της μυστικά. Το δικό της χτυποκάρδι. Το άρωμά της. Το δέρμα της. Για να την αγγίξεις, να τη νιώσεις, να την καταλάβεις, σκύβεις στο χώμα της όπως πάνω στις ράγες του τρένου, να ακούσεις αν έρχεται. Σε πόση ώρα καταφθάνει. Με τι ταχύτητα και από ποια κατεύθυνση. Η μόνη διαφορά είναι πως όταν πλησιάσει το τρένο πρέπει γρήγορα να απομακρυνθείς μη σε πατήσει. Στον ερχομό της εποχής όμως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Αν αποτραβηχτείς δεν θα τη ζήσεις. Και όλος ο θάνατος είναι εκεί: στην απόσυρση. Αν πατήσεις με τα δυο σου πόδια πάνω στις ράγες των ημερών της θα μπεις στο σώμα της κι εκείνη στο δικό σου. Κι έτσι, εποχή την εποχή, θα γίνεσαι ο άνθρωπος που μια μέρα θα τα χωρέσει όλα άφοβα. Μέχρι τον φόβο. Θα τα αγαπήσει όλα, μέχρι το θάνατο. Θα νανουρίσει τα μυστικά της ζωής χωρίς εφιαλτικές ερωτήσεις που ταράζουν τον ύπνο τους. Και θα 'ρθει κάποτε μια ώρα που τόσο θα γλυκαθούν τα μυστικά, που θα σου αποκαλυφτούν μέσα δίχως να το προσμένεις. Μέχρι το πιο βαρύ μυστικό. Το πιο ανεξήγητο. Αυτό που λίγοι μπόρεσαν να σηκώσουν…»

Παράξενος ο παππούς. Παράξενα και τα λόγια του. Γεννήθηκε το 1888. Μια χρονιά σημαδιακή για την ιστορία του κόσμου, όχι από πολέμους, διαμάχες, ίντριγκες, ξεριζωμούς και γεγονότα που δεν φτιάχνουν Ιστορία παρά τους εφιάλτες της, αλλά από τέχνη και ποίηση. Τον Μάρτη θα γεννηθεί ο ρώσος χορευτής Βάσλοβ Νιζίνσκι, τον Ιούνιο ο πορτογάλος συγγραφέας Φερνάντο Πεσόα και τον Σεπτέμβρη ο ποιητής Τόμας Στερν Έλιοτ.

Ξημερώματα της τελευταίας μέρας αυτού του χρόνου, στις 30 του Δεκέμβρη, θα έρθει στη ζωή ο παππούς μου. Θαρρείς και η δική του γέννηση έκλεισε τη μεγάλη παρένθεση αυτού του ξεχωριστού χρόνου. Δεν έγινε βέβαια χορευτής, συγγραφέας ή ποιητής. Άλλο ήταν το γραφτό του. Είχε όμως πάνω του, θαρρείς ίδια μ' αυτούς, τη σφραγίδα του αόρατου βαθιά χαραγμένη. Αυτήν που σε κάνει να μην περπατάς με βεβαιότητα και αυταρέσκεια στο έδαφος, αλλά σε μεταμορφώνει σε σχοινοβάτη της ζωής: αμφιταλαντευόμενος διαρκώς προχωράς πάνω στα αισθήματα, στις σκέψεις, στη λογική του κόσμου. Πάνω στα όνειρα που υπερβαίνουν τους νόμους της βαρύτητας και σε οδηγούν σε μονοπάτια δυσκολοδιάβατα για τους πολλούς, κάνοντάς σε οδηγό τους.

Ο παππούς Νικήτας ήταν ένας αλλιώτικος άνθρωπος. Πιο άνθρωπος απ' τους ανθρώπους. Πιο σύγχρονος απ' τους συγχρόνους του. Πιο μελλοντικός απ' τους επερχόμενους. Μ' ένα βλέμμα που έβλεπε πέρα απ' το παρόν, κάτω από την επιφάνεια των συμβάντων, πίσω απ' τα πάθη. Ήξερε να χαμογελά μ' αυτό το χαμόγελο που δικαιολογεί τις αδυναμίες, συγχωρεί τα ασυγχώρητα, αγκαλιάζει το ίδιο ανεπιφύλαχτα τα πιο ετερόκλητα και αντιφατικά πρόσωπα της ζωής. Είχε, με άλλα λόγια, τη στόφα του ελεύθερου ανθρώπου: στόφα των ποιητών. Ας μην έγραψε ποτέ του ένα ποίημα. Ποίημα είχε κάνει τη ζωή του και τη ζωή όσων αγάπησε και τον αγάπησαν.

Με τους πρώτους διωγμούς, απ' τη χερσόνησο της Ερυθραίας ήρθε στη Χίο. Με την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη το 1919 η οικογένειά του, όπως και πολλές άλλες, αποφασίζει να γυρίσει πίσω και να ξαναρχίσει εκεί τη ζωή της μιας και τα δικά τους μέρη είχαν καταστραφεί ολοσχερώς. Ποτέ δεν διανοήθηκαν πως η μοίρα τούς είχε ήδη ορίσει να περάσουν όλη τους τη ζωή στη Χίο. Ο νους τους, η καρδιά τους, το βλέμμα τους πάντα στραμμένα στην πατρίδα. Δεν πέρασαν καλά καλά δυο χρόνια. Το '22 επέστρεψαν στη Χίο για να στεριώσουν μια για πάντα εδώ -όσο μπορούν να στεριώσουν σ' ένα τόπο άνθρωποι ξένοι. Όπως και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, έτσι και στο νησί, δεν ήταν καλοδεχούμενοι. Παρέμειναν μέχρι το τέλος της ζωής τους οι «πρόσφυγες» κι ας ήταν αυτοί που ανάστησαν τον τόπο, που έμαθαν στους ντόπιους να καλλιεργούν τα χωράφια, να καζανίζουν το ούζο, να φτιάχνουν το λουκούμι και τα γλυκά του κουταλιού.

Αυτή τη φορά τον Νικήτα συνόδευε η γιαγιά μου. Είχε ήδη παντρευτεί την Μαρικούλα, Σμυρνιά από πλούσια οικογένεια. Μόνο το νυφικό της πρόλαβε να πάρει φεύγοντας. Μια κόρη κατάφεραν να αποκτήσουν κι αυτήν με χίλια βάσανα, τη μάνα μου την Αλεξάνδρα που παντρεύτηκε με το νυφικό της μάνας της τον πατέρα μου. Άνθρωποι του γλεντιού και της χαράς οι παππούδες. Νοικοκύρηδες άνθρωποι.

Ο παππούς έζησε τους πολέμους όλους. Δυο φορές τον διωγμό. Την προσφυγιά άλλες δύο. Την μετοικεσία για το υπόλοιπο της ζωής του. Ίσως γι' αυτό δυο χρόνια μετά την εγκατάστασή τους στη Χίο έκλεισε το ραφτάδικο που είχε ανοίξει στη Χώρα κι έφυγε στα καράβια. Προτιμούσε να γυρνά όλον τον κόσμο από το να μένει σε μια πατρίδα που δεν ήταν πατρίδα του. Ίσως και να λαχταρούσε να κάνει πατρίδα του όλον τον κόσμο, μιας και πολύ νωρίς κατάλαβε πως η πατρίδα έχει και μιαν άλλη διάσταση απ' αυτήν που οι γύρω του ένιωθαν. Μια διάσταση που δεν υποτάσσεται σε κατακτητές. Δεν αλώνεται από εξωτερικούς εχθρούς παρά μόνον από τον μέσα μας άνθρωπο: αυτόν που κάποτε αποδεικνύεται ανάξιός της, λησμονώντας. «Αν καταφέρεις να σηκώσεις τα μυστικά των εποχών αδιαμαρτύρητα, τότε, μια μέρα ακαθόριστη, θα σε οδηγήσουν σαν ίχνη αλαφροπάτητου πουλιού εκεί που λίγοι κατάφεραν να φτάσουν: στον κόσμο της σοφίας. Κατοικεί στην καρδιά της ζωής. Εκεί η φωτιά και το νερό. Εκεί η ειρήνη. Η πληρότητα», έλεγε.

Ξέρω γιατί διάλεξε την Μαρικούλα. Ήταν από τα μέρη του. Αυτός λεβέντης άνθρωπος κι εκείνη γυναίκα με τα όλα της. Καρδιά μπαξές, μυαλό καθαρό, προκομένη σε όλα. Στο τραγούδι δεν την έφτανε κανείς. Όταν τραγουδούσε έκανε τους ανθρώπους να κλαίνε. Τόσο κεντούσε την καρδιά τους η λυγιστή φωνή της. Και όταν γελούσε το γέλιο της σκορπούσε παντού τη χαρά. Αν κάτι δεν ήταν στη θέση του ή της ανακάτευαν τα ταψιά στην κουζίνα την έπιαναν τα μπουρίνια και φώναζε ξεσηκώνοντας όλη τη γειτονιά. Μπορούσε να βάλει σε τάξη ολόκληρο σύνταγμα. Ήξερε να συγχωρεί. Να λησμονεί τις πίκρες. Αγόγγυστα να σηκώνει τα βάρη τα δικά της και των άλλων. Την απουσία του Νικήτα που ταξίδευε μήνες ολόκληρους με τα ατμόπλοια από τα μεσογειακά λιμάνια μέχρι τις Ινδίες, τις Αυστραλίες και τις Αμερικές.

Ήμουνα δέκα χρονών όταν η γιαγιά αποχαιρέτησε τις χαρές και τις λύπες αυτού του κόσμου. Όταν κράτησε τελευταία φορά το χέρι του παππού που δεν μπόρεσε να την γλιτώσει απ' το δρεπάνι του χάρου όπως απ' τις φλόγες της Σμύρνης. Χαμογελαστή έφυγε:

«Εσύ θα προλάβεις να γυρίσεις πίσω… άναψε ένα κερί σ' αυτούς που αφήσαμε… σ' αγάπησα… ήσουν καλός… μη λυπάσαι…είτε έτσι είτε αλλιώς, θα ξανανταμώσουμε……». Τα τελευταία λόγια στον άντρα της.

Ποτέ δε θα ξεχάσω τα παραμύθια της. Μας μάζευε ένα γύρο τα βράδια στην αυλή, ενώ κάτω απ' τον μεγάλο πεύκο μαζεύονταν οι μεγάλοι για τις βεγγέρες τους, να πιούνε, να φάνε, να κουβεντιάσουνε και να διασκεδάσουν. Η γιαγιά μάς κάθιζε στην πεζούλα του μάγγανου κι άρχιζε παραμύθια που κάποτε κρατούσαν και δυο ολάκερες ώρες. Δεν έλεγε απλώς λέξεις καλοβαλμένες στη σειρά. Δε διηγιόταν ξερά μια ιστορία παλιά που φανταζόταν ή που και η ίδια είχε ίσως ακούσει από τη γιαγιά της. Ό, τι έλεγε το ζούσε στο πετσί της όσο κι ένας καλός ηθοποιός στη σκηνή. Ό, τι παλιό ήξερε το έκανε καινούριο προσθέτοντας λόγια δικά της, αυτοσχεδιάζοντας σα συγγραφέας. Κρεμόμασταν απ' τα χείλη της σε κάθε λέξη, σε κάθε ανάσα της. Στις παύσεις της δεν αναπνέαμε. Ήξερε να γλυκαίνει τα όνειρά μας όπως κανείς. Ναι, αυτό ήξερε και το ήξερε καλά.

Εμένα δεν ξέρω γιατί με διάλεξε ο παππούς. Ήμουν ακόμα τόσο μικρός. Σαν παραμύθι μου διηγιόταν τη ζωή του αφότου η γιαγιά δεν μπορούσε πια από κει που ήταν να μου πει τα δικά της παραμύθια.

Σίγουρα είχε τους λόγους του όπως κι εγώ τους δικούς μου όταν διάλεξα την Ελισώ.

 

Κεφ. 3ο

 

3. Ακουμπισμένος στον μαντρότοιχο που χώριζε τα σπίτια μας κι ενώ ξεκουραζόμουν μετά το πότισμα του περιβολιού, την άκουσα να τραγουδά. Μια φωνή λεπτή, δειλή και τόσο απαλή, μ' έκανε να σηκωθώ αθόρυβα και να τρυπώσω το κεφάλι μου σ' ένα μικρό άνοιγμα του τοίχου για να δω από πού ερχόταν αυτό το μαγευτικό κελάηδημα. Την είδα να μαζεύει χαμομήλια μ' ένα φόρεμα λευκό σαν τα πέταλά τους και κίτρινη κορδέλα στα μαλλιά σαν την καρδιά τους. Μόλις τέλειωσε το τραγούδι, έτρεξα στο σπίτι, πήρα ένα βιβλίο απ' αυτά που μου είχε χαρίσει ο παππούς με ποιήματα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και γύρισα πίσω. Κόλλησα την πλάτη μου στον τοίχο κι άρχισα να διαβάζω δυνατά ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματα. Το τραγούδι της σταμάτησε πάνω που είχε ξαναρχίσει. Τώρα ήταν εκείνη που έστηνε αφτί για να μ' ακούσει κι εγώ διάβαζα όσο πιο όμορφα μπορούσα γιατί ήμουν πολύ καλός στην απαγγελία και μου το έλεγαν όλοι οι δάσκαλοι στο σχολείο. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει από ντροπή κι άρχισε να χάνει τη σταθερότητά της η φωνή μου και να τρεμουλιάζει. Όταν τέλειωσα την ανάγνωση έπεσε σιωπή. Βγήκα από την πίσω αυλόπορτα και πλησίασα το σπίτι της. Κοντοστάθηκα στην είσοδο κι εκείνη έμεινε αποσβολωμένη να με κοιτά.

 

– Σε άκουσα που τραγουδούσες, της είπα.

– Εσύ ήσουν που διάβαζες Βαλαωρίτη; μου απάντησε.

-Ναι, εγώ. Πού κατάλαβες πως ήταν Βαλαωρίτης; τη ρώτησα.

– Είναι από τους αγαπημένους μου, είπε κι έσκυψε το κεφάλι.

 

Είχα μείνει παγωμένος σαν άγαλμα κάτω απ' την αψιδωτή αυλόπορτα να κοιτώ ένα χαμομήλι μες στα χαμομήλια, το μεγαλύτερο και ομορφότερο απ' όλα, ίδια Χιονάτη των παραμυθιών. 

 

– Μένεις εδώ δίπλα;, με ρώτησε.

– Ναι, αλλά δεν σ' έχω ξαναδεί.

– Μένουμε στη Χώρα, εκεί είναι το σπίτι μας. Φέτος ο πατέρας μου αγόρασε το κτήμα και είναι η τρίτη φορά που ερχόμαστε τους τελευταίους δυο μήνες. Δεν ξέρω καθόλου τον Κάμπο.

– Θέλεις να πάμε μια βόλτα; Εγώ εδώ γεννήθηκα, τον Κάμπο τον γνωρίζω σπιθαμή προς σπιθαμή ή σωστότερα πέτρα προς πέτρα, είπα και χαμογέλασα.

– Πάμε, μου είπε κι αφού πρώτα έβαλε τα χαμομήλια που είχε μαζέψει σ' ένα μικρό διάφανο βαζάκι στο τραπέζι της βεράντας ήρθε σε μένα τρέχοντας.

 

Κάναμε μια μεγάλη βόλτα. Μιλούσαμε σαν να ήμασταν από πάντα μαζί. Δεν ήθελε πολύ να γεννηθεί η αγάπη μας. Ήταν σαν να κατοικούσε μέσα μας, σ' ένα δωμάτιο μυστικό και κλειδαμπαρωμένο και ήταν απλώς θέμα χρόνου να βρεθεί το κλειδί για να δούμε πως ήταν το πιο δικό μας, το πιο κοινό, το πιο φωτεινό δωμάτιο του κόσμου μας.

Δυο χρόνια το κατοικήσαμε. Λίγα Σαββατοκύριακα χειμωνιάτικα και δυο καλοκαίρια. Το μικρό δωμάτιο της μεγάλης αγάπης μας.

Συχνά μου έλεγε πως της μιλώ λίγο παράξενα. Δεν καταλάβαινε όλα όσα της έλεγα, όμως της άρεσε να μ' ακούει όσο παράδοξα κι αν ήταν τα λόγια μου. Να την παίρνω από το χέρι και να περπατάμε ανάμεσα στους ψηλούς μαντρότοιχους, δίχως να βλέπουμε πίσω απ' αυτούς. Δίχως να μας βλέπουν όσοι κλείνονταν μέσα τους.

Μα πιο πολύ της άρεσε το καλοκαίρι που έρχονταν απ' τη Χώρα στον Κάμπο να παραθερίσουνε και πηγαίναμε με το λεωφορείο στη θάλασσα. Σ' εμένα άρεσαν όλα. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο μάθημα που μου είχε διδάξει ο παππούς: όλα να τ' αγαπώ και σε όλα να βλέπω την καλή πλευρά τους. Μέσα στις στάχτες να βρίσκω αυτό που σώθηκε. Μέσα στους καταποντισμούς ό, τι δεν πνίγηκε. Μέσα στο θάνατο ό, τι απόμεινε ζωντανό. «Πάντα κάτι μένει», μου έλεγε, «αυτό να ψάχνεις κάθε φορά που ο καιρός ανταριάζει και φαίνεται πως όλα χάνονται. Και όταν το βρίσκεις να το φυλάς σα θησαυρό αυτό που σώζεται, αυτό που μένει, αυτό που αντέχει στη φωτιά, στο μαχαίρι, στο θάνατο». Τα έλεγα στην Ελισώ κι εγώ με τη σειρά μου κι εκείνη δε μιλούσε, δεν έλεγε τίποτα. Πέρασαν μέρες να καταλάβω γιατί. Για μένα όλα αυτά ήταν ωραία λόγια, ήταν μια ποιηση γεμάτη γοητευτικές λέξεις. Μα εκείνη είχε ζήσει το θάνατο κι ακόμα προσπαθούσε να διακρίνει τι σώθηκε μέσα της, τι άντεξε στη βάρβαρη λεηλασία του.

«Να βουτάς στη θάλασσα με τα μάτια ανοιχτά. Μέσα στο διάφανο νερό τα χρώματα έχουν άλλη λάμψη. Ηλεκτρική», της έλεγα μετά από τόσες φορές που το είχα ακούσει απ' το στόμα του παππού ύστερα από τη γέννησή μου . Η Ελισώ το δοκίμασε μια φορά και δεύτερη δεν το κατάφερε. Έτσουξαν τα μάτια της και φοβήθηκε. Προτιμούσε να τα έχει κλειστά. Εξάλλου, από το να βλέπει την ηλεκτρική λάμψη του θαλάσσιου κόσμου που έκρυβε ο βυθός, έλεγε πως προτιμά να ακούει τις περιγραφές μου. Έτσι μου έλεγε κι ήταν αλήθεια.

Ήξερα πως δεν άντεχε να ανοίγει τα μάτια. Ήξερα πως δεν καταλάβαινε όλα όσα της έλεγα. Λίγα απ' αυτά ήταν δικά μου. Με τον καιρό λίγα παραπάνω. Τα περισσότερα ήτανε λόγια του παππού που της τα μετέφερα αυτούσια.

Δεν με πείραζε που δεν καταλάβαινε. Εξάλλου κι εγώ δεν καταλάβαινα, τότε, περισσότερα απ' αυτήν. Δεν με πείραζε που έκλεινε τα μάτια όταν από τον θεόρατο βράχο που υψώνεται πάνω απ' την πιο μαγευτική παραλία του κόσμου, τα Μαύρα Βόλια, στον ηφαιστειογενή Ψαρώνα του Εμπορειού, πηδούσαμε για μακροβούτια. Εξάλλου κι εγώ συχνά τα έκλεινα κι ας μην της το μαρτυρούσα. Ούτε στα Βρουλίδια τα άνοιγε, ούτε στην αγιά Φωτιά. Καθόλου δεν με πείραζε. Αντίθετα. Μ' έκανε να προσπαθώ περισσότερο γι' αυτήν. Να παραληρώ συχνά ανεξέλεγκτα. Να της μιλώ για τα κατάμαυρα βότσαλα που μέσα στη θάλασσα του Εμπορειού γινόταν αστραφτερά σκοτεινά πεφταστέρια που σαν ουρές από ασημένιους γαλαξίες τα μικρά ευκίνητα ψαράκια διέσχιζαν. Για τα όστρακα και τα φύκια της μιλούσα, τις πολύχρωμες πέτρες που σαν καρποί ενός θαλάσσιου περιβολιού γέμιζαν τις άλλες παραλίες που πηγαίναμε. Έφτιαχνα ιστορίες για όλα όσα δεν έβλεπε, ούτε εκείνη και συχνά ούτε κι εγώ, και τα πίστευε όλα, αφού τίποτα δεν είχε δει κι αφού με πίστευε όσο κι εγώ εκείνη.

Όταν με άκουγε διαγραφόταν στο πρόσωπό της η λάμψη που εκπέμπουν οι ανοιχτές καρδιές. Ένα χωράφι γινόταν που τα λόγια μου γεννοβολούν καρπούς. Θαύμαζα τότε το μυστήριο που νικά τους κανόνες της φύσης και τον χρόνο. Την λογική αλληλουχία και το αναμενόμενο: σαν να το ακουμπούσε το μαγικό ραβδάκι μιας νεράιδας, έβλεπα το χωράφι να χρυσίζει φορτωμένο στάχυα στο φως. Μια διαρκής έκπληξη έκρυβε η ανοιχτή καρδιά της και η αδιάκοπη καρποφορία της μου γεννούσε τον θαυμασμό: το πιο ανθρώπινο και μαζί το πιο υπερφυσικό αίσθημα της ζωής.

«Θα φτιάξουμε ένα σπίτι μέσα στο βυθό», μου έλεγε όταν τελείωνα τις περιγραφές μου. «Θα το χτίσουμε με όστρακα και πολύχρωμες πέτρες. Οι πόρτες του θα είναι από σφουγγάρια και τα έπιπλα από κοράλλια. Ο δικός μας κήπος θα είναι όλο το περιβόλι της θάλασσας. Χωρίς μαντρότοιχους, χωρίς σοκάκια ανήλιαγα, δίχως σκιές». «Εσύ θα είσαι η γοργόνα μου κι εγώ ο αναστημένος βασιλιάς Αλέξανδρος, όλος δικός σου για πάντα!», της απαντούσα.

Όσο της μιλούσα τόσο πίστευα όλα όσα της έλεγα. Άλλο τόσο καταλάβαινα τα μυστήρια πιο βαθιά. Όσα ήταν ακόμα αινιγματικά. Και σχεδόν όλα τέτοια ήταν. Όχι μόνο όσα έκρυβε ο βυθός, αλλά και η επιφάνεια. Η ανοιχτή καρδιά της. Τα λόγια του παππού που συχνά γίνονταν αφορμή για ατέλειωτες συζητήσεις, σκέψεις και όνειρα.

Τα λόγια του παππού συνήθως ήταν αινιγματικά. Όπως αυτά για τις εποχές και τα μυστικά τους. Τις ράγες των τρένων. Τον κόσμο της σοφίας. Την ηλεκτρική λάμψη του βυθού. Μα τότε δεν ζητούσαμε ακόμα εξηγήσεις σε όλα. Μας άρεσε να δίνουμε τις δικές μας ερμηνείες, όσο παιδιάστικες και παράλογες κι αν ήταν. Ήμασταν στα δεκάξι. Και καθώς τα μοιραζόμασταν όλα με την Ελισώ, κάναμε ανεπαίσθητα βήματα μέσα στο μυστήριο της αγάπης. Στο σκοτεινό του λαβύρινθο, που όσο προχωράς τόσο ξεχωρίζεις στο βάθος του τούνελ ένα αχνό φωτάκι που σε οδηγεί ολοένα πιο βαθιά. Τι ήταν αυτό το φως; Ήταν η λύση; Η έξοδος σ' έναν κόσμο διαφορετικό; Μια απάντηση που έφεγγε εκεί δειλά αλλά άσβηστα; Ακόμη δεν γνώριζα. Πήγαινα όμως. Και δεν πήγαινα μόνος.

Προχωρώντας όμως στο έδαφος του ανεξήγητου και αφήνοντάς το να σε παρασύρει, λίγο λίγο, δίχως να το πάρεις είδηση, χωρίζεσαι απ' τον κόσμο. Και αν το μοιραστείς με άλλον έναν τότε τον παίρνεις κι αυτόν μαζί σου. Αν μάλιστα πρόκειται γι' αυτόν που μόνο μια φορά, με τρόπο απόλυτο, μονάχα μία, ενδέχεται να συναντήσεις στη ζωή σου, τότε ο δρόμος αυτός δεν έχει επιστροφή.

Στους περισσότερους δεν συμβαίνει ποτέ. Ούτε να συναντήσουν τον έναν και μοναδικό που θα είναι το απόλυτο συμπλήρωμά τους, ούτε να μπουν στη χώρα του μυστηρίου μαζί του. Το ακόμα πιο σπάνιο είναι αν τον συναντήσουν να καταφέρουν να διασχίσουν το τούνελ μαζί του μέχρι το τέλος, εκείνο το αχνό φως.

Δεν ήξερα πολλά για τη ζωή κι ας νόμιζα συχνά πως τα γνωρίζω όλα. Ήξερα όμως πως η Ελισώ ήταν για μένα. Ένα παρθένο χωράφι του Κάμπου στο οποίο έσπερνα σκέψεις του παππού και δικές μου. Τις πιο λεπτές αποχρώσεις των αισθημάτων μου. Ξετύλιγα την καρδιά μου και την ίδια στιγμή την άφηνα στα χέρια της να την πλάσει σαν τα κεραμικά που φτιάχνουν οι μεγάλοι μάστορες στ' Αρμόλια. Είχα μια καρδιά από άργιλο και νερό και τα χέρια της ήταν αυτά του αγγειοπλάστη. Ήταν και το καμίνι που την έψηνε. Της έδινε σχήμα, τη σκάλιζε, τη χρωμάτιζε και την έψηνε όπως εκείνη ήθελε. Κι εγώ στα χέρια της έτρεμα όσο μ' έπλαθε, έτοιμος ανά πάση στιγμή να διαλυθώ, να πέσω, να χαθώ. Όμως εκείνη ήξερε να με κρατά και στον τροχό της αγάπης της να με πλάθει με σιγουριά σαν να ήταν χρόνια εξασκημένη σ' αυτήν την τόσο σπάνια και μεγάλη τέχνη.

Τρέξαμε πολύ εκείνο το απόγευμα. Σταματούσαμε κατά διαστήματα και παίζαμε κρυφτό. Εκείνη κρυβόταν πίσω από χαλάσματα κι εγώ γεμάτος αγωνία πως την έχασα, πως δεν την έχω πια, την γύρευα παντού. Πεταγόταν τότε ξαφνικά μπροστά μου και με κατατρόμαζε. Έφευγε γελώντας προτού προλάβω να αντιδρασω, τρέχοντας πιο γρήγορα κι απ' τον άνεμο. Όσο καλός κι αν ήμουν στο τρέξιμο πρέπει να παραδεχθώ πως τις περισσότερες φορές με νικούσε. Με νικούσε και μετά ξεκαρδιζόταν με την απελπισία μου. Κοτζάμ αγόρι να το παραβγαίνει ένα κορίτσι στο τρέξιμο; Κι όμως στην πραγματικότητα ήμουν βαθιά περήφανος γι' αυτήν μιας και ήδη την ένιωθα δική μου. Καθώς η νύχτα έπεφτε δίχτυ για τα θαλασσινά μας όνειρα προτού πούμε άλλη μια φορά «καληνήυχτα», της έβαλα στο χέρι διπλωμένο στα τέσσερα, ένα μικρό χαρτάκι. Χαμήλωσα ντροπαλά το κεφάλι κι αυτή τη φορά έφυγα εγώ τρέχοντας πριν προλάβει να αντιδράσει. «Η αγάπη έχει μια λάμψη σαν αυτή του κόσμου του βυθού. Ηλεκτρική. Μα είναι βυθός και ουρανός μαζί», έγραφε το μικρό χαρτί που της έδωσα εκείνο το σούρουπο μετά το πρώτο μας φιλί.

 

 

Σημείωση: Δημοσιεύεται με την ευγενή παραχώρηση της συγγραφέως…

 

ΠΗΓΗ: κεφ. 1ο, Tuesday, December 15, 2009, http://animusanimus.blogspot.com/2009/12/1.html,

κεφ. 2ο, Tuesday, December 17, 2009, http://animusanimus.blogspot.com/2009/12/2.html,

κεφ. 3ο, Tuesday, December 19, 2009, http://animusanimus.blogspot.com/2009/12/3.html

Συναντήσεις στον Ιορδάνη ποταμό της ιστορίας

Η συνάντηση Ανθρώπου, Νερού και Πνεύματος στον Ιορδάνη ποταμό της ιστορίας

 Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα *

 

Στη μετανεωτερική εποχή που πορευόμαστε και ανεξάρτητα από το πώς τοποθετείται κανείς στα κοινωνικά ζητήματα «εφ’ όλης της ύλης», δεν μπορεί παρά να δεχτεί ότι πολιτισμός, τα κοινωνικά ζητήματα και οι οικολογικές καταστροφές συνδέονται πια άρρηκτα σε ένα ενιαίο και παγκόσμιο πρόβλημα. Θα τολμούσα να ισχυριστώ πως τρία υγρά της ανθρώπινης βιολογικής ζωής συμπλέκουν άρρηκτα τον συνεκτικό ιστό πολλαπλής ενότητας και των τριών ζητημάτων, πραγματικά και συμβολικά.

Πρόκειται για τον ιδρώτα, τα δάκρυα και το αίμα [1]. Ο πολιτισμός χωρίς τον ιδρώτα των δημιουργών δεν παράγεται, τα κοινωνικά ζητήματα δεν επιλύονται χωρίς το αίμα των αδικουμένων, η οικολογική διάρρηξη των οικοσυστημάτων δεν πρόκειται να αντιστραφεί, εάν τα δάκρυά μας για το σημερινό παγκόσμιο υπόδειγμα δεν συγκινήσουν και σχίσουν κατάβαθα τις καρδιές μας.

 Ι. Το νερό

Συνέχεια