Εκπλήξεις από την Ουγγαρία

Εκπλήξεις από την Ουγγαρία

 

Του Δημήτρη Καζάκη *

 

Τι συμβαίνει με την Ουγγαρία; Τόλμησε να αγνοήσει το ΔΝΤ και να αψηφήσει τα «αιτήματα» των δανειστών της. Όπως έγραψε ο ανταποκριτής των Times του Λονδίνου (25/7), «οι κραυγές οργής αντηχούν από τις Βρυξέλλες έως την Ουάσιγκτον. Όπως οι πειθήνιοι σκλάβοι στον Πλανήτη των Πιθήκων, η Ουγγαρία ψέλλισε την απαγορευμένη λέξη: Όχι.»

Αμέσως μετά τη διακοπή των συνομιλιών ΔΝΤ και ΕΕ με την κυβέρνηση του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία, λόγω του ότι ο τελευταίος αρνήθηκε κατηγορηματικά να συνεχίσει την πολιτική λιτότητας που απαιτούσαν οι δανειστές της χώρας του, οι δυσοίωνες προβλέψεις για την Ουγγαρία έδιναν κι έπαιρναν. Οι κατάρες του Υψίστου, οι λιμοί, σεισμοί και καταποντισμοί όλης της Υφηλίου επρόκειτο να επιπέσουν στον άμοιρο τόπο των δύστυχων Μαγιάρων, επειδή – άκουσον, άκουσον – τόλμησε η κυβέρνησή τους να αρνηθεί να υπακούσει στις άνωθεν και έξωθεν εντολές.

Τα διεθνή πρακτορεία Reuters, AFP, AP (20/7) εξέδωσαν, εν είδει πολεμικού ανακοινωθέντος, τις εξελίξεις από το Ουγγρικό μέτωπο: «Με πτώση του ουγγρικού νομίσματος έναντι του ευρώ κατά 2,9%, αύξηση των spreads και εκτίναξη των αποδόσεων των ομολόγων της Ουγγαρίας, αντέδρασαν οι αγορές στην είδηση ότι πάγωσαν -επισήμως μέχρι τον Σεπτέμβριο- οι συνομιλίες ανάμεσα στην ουγγρική κυβέρνηση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για την παροχή της οικονομικής βοήθειας.

 

Σθεναρή αντίσταση

 

Έχοντας να αντιμετωπίσει δημοτικές εκλογές στις αρχές Οκτωβρίου, o κεντροδεξιός Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπάν προέβαλε σθεναρή «αντίσταση» στο επίμονο αίτημα των δανειστών της χώρας για περαιτέρω περικοπές δαπανών. Υπήρξε, άλλωστε, προεκλογική του υπόσχεση η απομάκρυνση από την ακραία πολιτική λιτότητας την οποία εφήρμοσε ο προκάτοχός του σοσιαλδημοκράτης Φέρεντς Γκιουρτσάνι και είχε ως αποτέλεσμα την καταβαράθρωσή του στις εκλογές, την ανάδειξη του κεντροδεξιού κόμματος σε νικητή των εκλογών, αλλά και την ενίσχυση των ακροδεξιών κομμάτων. Η αποχώρηση του ΔΝΤ συνεπάγεται πως η Ουγγαρία, της οποίας το δημόσιο χρέος ανέρχεται στο 80% του ΑΕΠ της και είναι το υψηλότερο στην κεντρική Ευρώπη, δεν μπορεί να εκταμιεύσει την επόμενη δόση του δανείου συνολικού ύψους 20 δισ. ευρώ που συμφώνησε το 2008 με το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Σημείο τριβής με το Ταμείο ήταν η άρνηση του κυβερνώντος κεντροδεξιού κόμματος Fidesz να προχωρήσει σε περαιτέρω λιτότητα και η επιμονή του να επιβάλει υψηλό φόρο στις τράπεζες, στον οποίο προέβαλαν αντιρρήσεις οι δανειστές.»

Ιδού το μέγα έγκλημα του Βίκτορ Όρμπαν και της κυβέρνησης της Ουγγαρίας! Αρνήθηκε να προχωρήσει σε περαιτέρω λιτότητα και επέμεινε να επιβάλει υψηλή φορολογία στις τράπεζες. Ίσως να μην υπάρχει μεγαλύτερο ανοσιούργημα από αυτά τα δύο σήμερα. Εκτός βέβαια από το να αρνηθείς να πληρώσεις το καταχρηστικό χρέος με βάση το οποίο λεηλατείται η χώρα και τσακίζεται ο λαός σου. Φανταστείτε λοιπόν τι περίμενε αυτούς τους βέβηλους. Όλα πλέον ήταν ανοιχτά. Οι αγορές θα έδιναν ένα μάθημα στην Ουγγαρία και στους Ούγγρους, που θα τους έκαναν παράδειγμα αποτροπής για όποιον λαό και χώρα θα σκεφτόταν από εδώ και πέρα να σηκώσουν το κεφάλι τους ή θα τολμούσαν έστω να ξεστομίσουν την απαγορευμένη λέξη.

 

Εκβιαστικές…προβλέψεις

 

Οι μαύρες προβλέψεις των ειδικών έπεσαν βροχή. Η Moody's και η Fitch ανακοίνωσαν ότι σκέφτονται να υποβιβάσουν την πιστοληπτική ικανότητα της Ουγγαρίας στο επίπεδο που είναι ήδη η Ελλάδα. «Η Ουγγαρία βρέθηκε χθες σε δυσχερή θέση, καθώς άντλησε -με μεγάλη δυσκολία- 10 δισ. φιορίνια λιγότερα από όσα ζητούσε στην έκδοση τρίμηνων εντόκων γραμματίων, μία μέρα μετά την απομάκρυνση από τη στήριξη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ)», μας πληροφορούσε το Bloomberg στις 21/7. Ενώ την επομένη έκανε τον γύρο του κόσμου η εκτίμηση της Ιαπωνικής τράπεζας Nomura ότι «η Ουγγαρία δεν θα έχει πρόσβαση στις αγορές αν δεν κατορθώσει να συμφωνήσει ξανά με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Ένωση σε ό,τι αφορά τους όρους του δανείου της.»

Με άλλα λόγια, η Ουγγαρία, αν δεν ξαναγυρίσει στο μαντρί και δεν φορέσει το κολάρο της υποτέλειας, δεν πρόκειται να δει άσπρη μέρα, δεν πρόκειται να βρει χρήματα για την οικονομία της και το νόμισμά της, το φόριντ, θα καταλήξει στα τάρταρα. Είναι δύσκολο κανείς να διακρίνει αν όλα αυτά είναι όντως εκτιμήσεις, απειλές, ή μύχιες επιθυμίες.

Ας αφήσουμε τα σκοτεινά χαιρέκακα αισθήματα όλων εκείνων που προτιμούν να δουν μια χώρα και έναν λαό να υπομένει τον όλεθρο παρά να θιγούν αγορές και τράπεζες, και ας μπούμε στο ψητό. Τι έγινε αλήθεια στην Ουγγαρία;

Στις τελευταίες εκλογές το κεντροδεξιό κόμμα Fidesz, του οποίου ηγείται ο Βίκτορ Όρμπαν, πέτυχε σαρωτική νίκη έναντι του πρώην «κυβερνώντος» κόμματος των σοσιαλιστών, καταλαμβάνοντας τα δύο τρίτα των εδρών στη Βουλή. Βάζουμε εισαγωγικά στο πρώην «κυβερνών» σοσιαλιστικό κόμμα, διότι αυτοί που κυβερνούσαν στ' αλήθεια τη χώρα ήταν οι εγκάθετοι του ΔΝΤ και της ΕΕ. Η συντριπτική αυτή νίκη οφείλεται κατά κύριο λόγο στην υπόσχεση που έδωσε ο Όρμπαν στον Ουγγρικό λαό ότι θα σταματήσει τη λιτότητα και τις περικοπές, θα φορολογήσει τις τράπεζες και τις μεγάλες περιουσίες και θα επαναφέρει μισθούς, συντάξεις και δικαιώματα στην προ του ΔΝΤ εποχή.

 

Λαϊκή οργή

 

Το μίσος και η εκτεταμένη δυσαρέσκεια που είχε πυροδοτήσει στον πληθυσμό η εφαρμογή των προγραμμάτων χημειοθεραπείας του ΔΝΤ και της ΕΕ ήταν τέτοια, που και μόνο τα προεκλογικά επαινετικά σχόλια του Στρος-Καν προς την ηγεσία του σοσιαλιστικού κόμματος για το πόσο καλά «συνεργάστηκε» λειτούργησαν καταλυτικά στην εκλογική καταβαράθρωση των «κυβερνώντων».

Αυτή τη λαϊκή δυσαρέσκεια εισέπραξε ο δεξιός Όρμπαν, αλλά και το Jobbik, η εθνικιστική και ανοιχτά φασιστική δεξιά, η οποία εισέπραξε το 17% των ψήφων. Το κεντρικό ζήτημα που κυριάρχησε στις εκλογές, πέρα από τις τραγικές συνέπειες των εφαρμοζόμενων πολιτικών, ήταν το πρόβλημα της αυτοτέλειας και της κυριαρχίας της χώρας, κυρίως μέσα από τη σχέση της με την ΕΕ και το ΔΝΤ. Τα δεξιά κόμματα έκαναν σημαία την ανάγκη να ανακτήσει η χώρα την εθνική της κυριαρχία, πράγμα που μίλησε στο νου και την καρδιά του Ουγγρικού λαού, που βλέπει εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες να ισοπεδώνεται κυριολεκτικά η χώρα του και ο ίδιος από τα δυτικά αφεντικά.

Μόνο που, ως δεξιά κόμματα, έδωσαν μια έντονη εθνικιστική χροιά στο αίτημα της εθνικής κυριαρχίας, αναφερόμενα στις «ιστορικές αδικίες» εναντίον των Ούγγρων, όπως η συνθήκη του Τριανόν το 1920, που απέσπασε πολλές εθνικές περιοχές από τη «μητέρα πατρίδα», η καταπίεση των «ομογενών» στις όμορες χώρες, κοκ. Δεν είναι τυχαίο ότι στην προεκλογική του εκστρατεία ο Όρμπαν μιλούσε στο όνομα του «Ουγγρισμού».

Με ανύπαρκτες τις όποιες αληθινά δημοκρατικές και αριστερές δυνάμεις, οι οποίες μπορούν να σηκώσουν ψηλά το αίτημα της εθνικής κυριαρχίας και να του δώσουν ένα αυθεντικά λαϊκό και δημοκρατικό περιεχόμενο, είναι μοιραίο να μετατρέπεται σε πρόσχημα για κάθε είδους σοβινιστική, ακόμη και φασιστική, ερμηνεία.

Παρ' όλα αυτά, το πρόβλημα της εθνικής κυριαρχίας δεν παύει να αποτελεί το κυρίαρχο ζήτημα της πολιτικής διαπάλης σήμερα στην Ουγγαρία. Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, πάνω από το 80% του Ουγγρικού λαού αναπολεί την εποχή του Γιάνος Κάνταρ, δηλαδή την εποχή του υπαρκτού σοσιαλισμού, όταν η χώρα έχαιρε οικονομικής και λαϊκής ευημερίας και, προπαντός, εθνικής αξιοπρέπειας. Τουλάχιστον έτσι νιώθουν οι Ούγγροι μετά από δύο δεκαετίες καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι η πλειοψηφία των Ούγγρων νιώθουν επίσης ότι το βασικό πρόβλημα με τον υπαρκτό σοσιαλισμό ήταν η υποταγή τους στους Ρώσους. Όταν η Die Welt (26/7) ρώτησε «πώς γίνεται αυτός [ο κομμουνιστής δικτάτορας Γιάνος Κάνταρ] περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον – όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις – να είναι, για μια Ουγγαρία που αγαπά την ελευθερία, ο συμπαθέστερος πολιτικός του 20ου αιώνα;», έφερε τον Όρμπαν σε πολύ δύσκολη θέση, οπότε για να ξεφύγει απάντησε παραπλανητικά: «Οι νεκροί έχουν πάντα ένα πλεονέκτημα έναντι των ζωντανών. Τους αντιμετωπίζει κανείς πιο ήπια και τείνει να τους εξωραΐζει. Ο θάνατος βελτιώνει την ετυμηγορία της αιωνιότητας. Αυτό συμβαίνει με όλους τους πολιτικούς, αυτό ίσως να συμβεί και με εμένα.»

Η αλήθεια είναι ότι ο Ουγγρικός λαός δεν αντέχει άλλο. Δεν αντέχει τη διαρκή λιτότητα, τα μεροκάματα πείνας, το ανύπαρκτο κοινωνικό κράτος, τη διάλυση της χώρας του, το ξεπούλημα των πάντων, την περιθωριοποίηση μεγάλου ποσοστού του πληθυσμού, την καταστροφήεκπόρνευση μεγάλου μέρους του γυναικείου πληθυσμού προκειμένου να τα βγάλει πέρα, την μετατροπή του εργαζόμενου σε κούλη των εργοδοτών, των επενδυτών και κυρίως των πολυεθνικών που αναζητούν κερδοφόρες τοποθετήσεις στη χώρα. Αυτό το «φτάνει πια», που βγαίνει από τα κατάβαθα της Ουγγρικής ψυχής, απηχεί η στάση της κυβέρνησης Όρμπαν. της υπαίθρου, την

Και τι έγινε; Ο ανταποκριτής των Times (25/7) εξηγεί: «Ο Βίκτορ Όρμπαν, ο πρωθυπουργός, απέκρουσε τα αιτήματα του ΔΝΤ και της ΕΕ για μεγαλύτερες περικοπές στον προϋπολογισμό και περισσότερα μέτρα λιτότητας. Οι χρηματοκράτες πήγαν σπίτι τους μουρμουρίζοντας για καταρρεύσεις νομισμάτων και δημοσιονομική ανευθυνότητα. Σε όλα αυτά, η ένδοξη απάντηση της Βουδαπέστης ήταν "καλό κατευόδιο". Το φόριντ, το Ουγγρικό νόμισμα, έπεσε, ανέκαμψε, ξανάπεσε, αλλά η χώρα παραμένει σταθερή.» Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το μυστικό: όσο πιο σταθερή και αποφασισμένη είναι μια χώρα και ένας λαός στην πορεία που έχουν αποφασίσει να ακολουθήσουν, τόσο λιγότερες συνέπειες θα έχουν από τις πιέσεις των αγορών.

Αν κάποιος υπήρξε θύμα της κυρίαρχης προπαγάνδας, θα νόμιζε ότι μια τέτοια ενέργεια της Ουγγαρίας θα οδηγούσε το νόμισμά της να στροβιλίζεται σε μια καθοδική διψήφια πτώση. Κάθε άλλο παρά αυτό έγινε. Το φόριντ υποτιμήθηκε αυτή την περίοδο όχι περισσότερο από 4-5% και παραμένει σε πολύ καλύτερη ισοτιμία με το ευρώ από αυτήν με την οποία προσχώρησε η ελληνική δραχμή στην ευρωζώνη. Η ισοτιμία του ευρώ με το φόριντ είναι 1 ευρώ: 281,83, φόριντ (3.8.2010), παρά το γεγονός ότι η Ουγγαρία διαθέτει μόλις το 39% του ΑΕΠ της Ελλάδας.

Τις τελευταίες μάλιστα ημέρες παρατηρείται μια ανοδική τάση στο φόριντ έναντι του ευρώ, λόγω κυρίως δύο εντελώς αντιφατικών προσδοκιών της διεθνούς αγοράς. Από τη μια, υπάρχει η εκτίμηση σε κύκλους της αγοράς ότι τον Σεπτέμβρη η κυβέρνηση της Ουγγαρίας θα επανέλθει στον «ίσιο δρόμο» υπό την κηδεμονία του ΔΝΤ και της ΕΕ. Από την άλλη, σε άλλους κύκλους της αγοράς, διαμορφώνεται η πεποίθηση ότι η κυβέρνηση της Ουγγαρίας θα αναγκαστεί να φτάσει την κόντρα της με το ΔΝΤ και την ΕΕ έως το τέλος και έτσι, ενισχύοντας την οικονομία της, το φόριντ μπορεί να αποτελέσει ένα από τα καταφύγια ευκαιρίας που αναζητούν οι διεθνείς επενδυτές έναντι του παραπαίοντος ευρώ. Έτσι, έχει δημιουργηθεί μια συγκυρία που εξυπηρετεί την άνοδο του φόριντ.

Αυτό τι αποδεικνύει; Δύο κυρίως πράγματα:

Πρώτο, ότι όλοι αυτοί που προδικάζουν «ενιαιομετωπικές» κινήσεις της αγοράς, που φαντάζονται ότι η αγορά κινείται σαν μια συμπαγής μάζα προς μια κατεύθυνση, στην καλύτερη περίπτωση δεν ξέρουν για τι μιλάνε. Οι αγορές, ιδίως σήμερα που υπάρχουν τεράστιες ποσότητες λιμναζόντων κεφαλαίων, δεν λειτουργούν σε μια ενιαία κατεύθυνση, αλλά σε συγκυριακές κατευθύνσεις αντίθετων και αλληλοσυγκρουόμενων προσδοκιών, στρατηγικών και τακτικών κινήσεων κάθε είδους επενδυτικού κεφαλαίου.

Δεύτερο, ότι όλοι αυτοί που θεωρούν αυτονόητη μια μεγάλη διψήφια υποτίμηση στην περίπτωση που η Ελλάδα απαλλαγεί από το ευρώ και υιοθετήσει δικό της εθνικό νόμισμα, δεν έχουν την παραμικρή ιδέα για το πώς κινούνται οι αγορές. Αν μια χώρα, μια οικονομία, εμφανιστεί αποφασισμένη να στηρίξει το νόμισμά της με πολιτικές παραγωγικής ανασυγκρότησης και εσωτερικής συσσώρευσης, ακόμη και οι όποιες αρνητικές αντιδράσεις της διεθνούς αγοράς είναι σίγουρο ότι γρήγορα θα καμφθούν και θα προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα.

Αυτό συνέβη και στην περίπτωση της Ουγγαρίας. Η κυβέρνηση Όρμπαν δεν σταμάτησε μόνο στη διαφωνία της με τα κλιμάκια του ΔΝΤ και της ΕΕ, αλλά προχώρησε άμεσα και στην επιβολή ειδικού φόρου στις τράπεζες, παρά τις οργισμένες αντιδράσεις από τις Βρυξέλλες και την Ουάσιγκτον. Μάλιστα, ο φόρος αυτός επιβλήθηκε στο κεφάλαιο των τραπεζών και όχι στα κέρδη τους. Πρόκειται για ένα είδος έκτακτου φόρου που στην οικονομική φιλολογία αποκαλείται «εισφορά κεφαλαίου» (capital levy) και αποτελεί μια από τις πιο άμεσες και δραστικές παρεμβάσεις του κράτους στην κεφαλαιακή συγκρότηση των επιχειρήσεων στις οποίες επιβάλλει αυτόν τον φόρο. Η εισφορά αυτή απέδωσε άμεσα πάνω από 200 δις φόριντ, αρκετά για να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι περιορισμού του ελλείμματος του κρατικού προϋπολογισμού δίχως νέες περικοπές και νέα μέτρα λιτότητας.

Οι τράπεζες ζήτησαν εναγωνίως την παρέμβαση του ΔΝΤ και της ΕΕ για να μην πληρώσουν την έκτακτη εισφορά, αλλά ματαίως. Παρά τις απειλές και τις προφητείες για ανήκουστες συνέπειες στο νόμισμα, η Ουγγρική κυβέρνηση προχώρησε και δεν συνέβη καμμιά καταστροφή στο φόριντ. Η αποφασιστικότητα και η συνέπεια νίκησαν τις κασσάνδρες της αγοράς, όπως άλλωστε συμβαίνει πάντα.

Η αγορά, παρά την τεράστια υπερτροφία της σήμερα, ή πιο σωστά λόγω κυρίως αυτής της υπερτροφίας, που έχει οδηγήσει σε μια πρωτοφανή εσωτερική αστάθεια, μπορεί να πιέζει, να εκβιάζει και να απαιτεί μόνο εκεί που την παίρνει. Όσο υπάρχουν κυβερνήσεις, οικονομίες και χώρες που ξέρουν μόνο να υποτάσσονται σ' αυτήν, που νιώθουν ότι δεν μπορούν να τα βάλουν μαζί της, που βιάζονται να υποχωρήσουν σε κάθε απαίτηση των αρπαχτικών της, οι πιέσεις, οι εκβιασμοί και οι απαιτήσεις της αγοράς γίνονται όλο και πιο ασφυκτικές. Όταν μια κυβέρνηση, μια οικονομία, μια χώρα εμφανιστεί αρκετά αποφασισμένη να κρατήσει άλλη ρώτα από αυτήν που απαιτείται έξωθεν και άνωθεν, τότε η αγορά γρήγορα προσαρμόζεται στη νέα κατάσταση. Η αγορά, ειδικά με τη σημερινή μορφή της, δεν είναι διατεθειμένη να κρατά «μανιάτικο», ούτε να διεξαγάγει βεντέτες με απώτερους στόχους. Δεν έχει την πολυτέλεια να το κάνει διότι τρέμει το κατρακύλισμα σ' ένα νέο μεγάλο κραχ που μπορεί να πυροδοτηθεί ανά πάσα στιγμή και «δια ασήμαντον αφορμήν». Έτσι, βιάζεται πάντα να προσαρμοστεί στη νέα κατάσταση και να ανακαλύψει άλλους τρόπους άλωσης του φρουρίου. Γι' αυτό, και ενώ φάνηκε στην αρχή ότι η αγορά δεν πρόκειται να ανταποκριθεί στις εκδόσεις ομολόγων του Ουγγρικού κράτους, τελικά έφτασε να υπερκαλύπτει τις προσφερόμενες εκδόσεις του, κάνοντας το Bloomberg (3/8) να σχολιάσει με έκπληξη ότι «η Ουγγαρία αντλεί περισσότερα κεφάλαια απ' ότι σχεδίαζε, με τα κόστη να πέφτουν.» Βάζοντας τέρμα στις παπαρολογίες ότι η Ουγγαρία θα αποκλειόταν από τις αγορές κεφαλαίου αφού τα έσπασε με το ΔΝΤ και την ΕΕ.

Δεν γνωρίζουμε μέχρι που θα φτάσει η κόντρα της Ουγγαρίας με το ΔΝΤ και την ΕΕ. Το σίγουρο είναι ότι ο Όρμπαν, αν και τυπικός δεξιός δημαγωγός, αποδείχτηκε πολύ πιο συνεπής για τη χώρα του από όλους μαζί τους σοσιαλιστές και τους κεντροαριστερούς που συνωστίζονται σήμερα στις κυβερνήσεις της ΕΕ. Όπως είναι σίγουρο ότι με τη στάση του αυτή άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου. Έθεσε εκ των πραγμάτων ένα ζήτημα πολύ ευρύτερο από τις όποιες πολιτικές σκοπιμότητες του ίδιου του Όρμπαν και το οποίο, σύμφωνα με τον ανταποκριτή των Times, είναι το εξής: «Η εθνική ανεξαρτησία, ειδικά των μικρότερων εθνών. Στον σημερινό παγκοσμιοποιημένο κόσμο και σε μια ευθυγραμμισμένη Ευρώπη, όπου οι Βρυξέλλες και το Στρασβούργο ασχολούνται συγκαλυμμένα με μια πρωτοφανή απαλλοτρίωση της πολιτικής και νομικής εξουσίας, η εθνική ανεξαρτησία έχει με κάποιο τρόπο μετατραπεί σε βρώμικη λέξη. Μπορεί η μοίρα μας να διαμορφώνεται όλο και πιο πολύ από τους παγκόσμιους χρηματιστές και τα πολυεθνικά ιδρύματα, αλλά δεν θυμάμαι κανέναν να έχει ψηφίσει γι' αυτή τη διαδικασία, ή έστω να του δόθηκε αυτή η ευκαιρία.»

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι Οικονομολόγος-αναλυτής.

 

ΠΗΓΗ: Το Ποντίκι, Πέμπτη 5/08/2010, ανάρτηση,  Κυριακή, 08 Αυγούστου 2010, http://www.topontiki.gr/articles/view/8597

Ο αντιδραστικός ορθολογισμός (β')

Για την οπισθοδρόμηση στα “ορθολογιστικά φώτα” του 18ου αιώνα (μέρος Β’)

 

       
Του φιλαλήθη/philalethe00

 

Ήδη είπαμε στο προηγούμενο μέρος για την πασιφανή “ήττα των ορθολογιστικών φώτων” προς κάτι ανώτερο· ήδη λίγο πριν, οπότε, για ένα ολόκληρο αιώνα (17ο), όπως το λέει ο d’Alembert στα “στοιχείRomanticismα φιλοσοφίας” του*, είχε κυριαρχήσει στην Δύση η φιλοσοφία του Καρτέσιου, υπήρχε αναγνώριση στο τέλος ενός έργου του περί Φιλοσοφίας, ότι το σίγουρο είναι, ότι πολύ πιο βέβαια από ό,τι αναφερόταν εκεί ήσαν αυτά που αποκαλύπτει ο Θεός. Τώρα, ερχόμαστε σε μία νέα σύνθεση που είναι κοντά σε αυτήν την παραδοχή του Καρτέσιου**, είναι μία νέα σύνθεση και είναι μία μετεπαναστατική σύνθεση. Ας το πούμε και αλλιώς: στους αντιδιαφωτιστές δεν υπάρχουν παρά ελάχιστοι αποκαταστασιακοί, δηλαδή αυτοί που θα ήθελαν να επαναφέρουν κάποιους θεσμούς ή όλους του Παλαιού Καθεστώτος (ancien regime), παρά την ατελεύτητη βαρβαρότητα που φτάνει σε ένα ολοκληρωτισμό χωρίς όρια, που εγκαινιάζουν οι Νέοι Χρόνοι στο όνομα του Διαφωτισμού, στο όνομα της Πατρίδας και της Δημοκρατίας. Παρ’ όλ’ αυτά σήμερα, εν Ελλάδι, παρατηρούμε την δράση κάποιων ακαδημαϊκών ή αρθρογράφων που, από την δεκαετία του ’90 εντονότερα, μας κήρυτταν την – εξ ορισμού αντιδραστική – επιστροφή στον ορθολογισμό, τον Ορθό Λόγο, την επιστήμη, δηλαδή την επιτομή της αστικής ιδεολογίας.

 

Η ευγονική κ ατάγεται από τον Διαφωτισμό, όπως επισημαίνει ο Χορκχάιμερ στο "τέλος του Λόγου"

Πολλοί μπορεί να απορήσουν λίγο με αυτήν την επισήμανση· διότι πρωί και βράδυ, οι αναγνώστες-κατηχητές της κατηχητικής βίβλου της κοινωνίας, όπως και οι φορείς ενός διανοητικού “ακαδημαϊκού ψευδοριζοσπαστισμού”, μας γαλουχούν στην ιδέα, ότι η “επιστήμη”, ο Ορθός Λόγος, δηλαδή η αποθέωση της σωστής συλλογιστικής κττ, όλα αυτά, λοιπόν, είναι κάποια επιτομή, πεμπτουσία του ό,τι είναι σωστό, του ό,τι αναδεικνύεται τώρα από τα πράγματα, εκ των πραγμάτων, ως αξία για την οποία αξίζει η μεταξίωση/απαξίωση των αξιών. Δεύτερον, αρκετοί συκοφαντούν με τον πιο χυδαίο και εξωπραγματικό τρόπο κάθε ιδέα που κρίνει, ασκεί κριτική ή απορρίπτει τον αστικό Διαφωτισμό, χωρίς να γνωρίζουν το τεράστιο εύρος αυτής της ομάδας. Μάλιστα, κάποιοι θα θυμούνται, ότι ο Λεωνίδας Κύρκος,  σε παρουσίαση βιβλίου νεοφιλελεύθερου-ακραιοκαπιταλιστή διαφωτιστή μας μίλησε για το μέγιστο ανόμημα του τότε μισητού αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου: ήταν, ότι άσκησε κριτική στον Διαφωτισμό. Και συμπλήρωσε με το μαργαριτάρι που θα έπρεπε να μας κάνει να ψυχανεμιστούμε, ότι η παίδευση του προσώπου αυτού είναι μάλλον άκρως χαμηλή: ότι “επιστρέψαμε στον Μεσαίωνα” (sic). Άλλοι, από την νεοφιλελεύθερη άκρα Δεξιά ως την ανανεωτική αριστερά και υποστηρικτές της Ντόρας Μπακογιάννη, θεωρούν, ότι οι “αντιδιαφωτιστές” είχαν κύρια γνωρίσματα αυτά τα οποία τα είδαμε στις φασιστικές ιδεολογίες. Βεβαίως, πρόκειται για την πλήρη αντιστροφή της κριτικής της σχολής της Φραγκούρτης του δυτικού μαρξισμού, που είδε στον φασισμό ακριβώς τον Διαφωτισμό, ή ένα νομοτελειακά εξελιγμένο Διαφωτισμό και “εργαλειακό ορθολογισμό”.

 

Ως “πολιτισμικό υπόστρωμα του καπιταλισμού”

 

Ο αστικός/δυτικός Διαφωτισμός δεν είναι ένας ούτε έχει μια μονοτροπία. Ακόμη, υπάρχουν διάφορες ποικιλίες Διαφωτιστών· δεν μπορούμε να συγκρίνουμε τον Βολταίρο με τον Ντενί Ντιντερό και τους Εγκυκλοπαιδιστές(στους οποίους ανήκε) ούτε μπορούμε να συγκρίνουμε τον Βολταίρο με τον Ρουσσώ, ο οποίος ήταν ένα μίγμα Διαφωτιστή και αντιδιαφωτιστή/Ρομαντικού. Γεγονός, όμως, δείχνει να είναι αυτό που είπε ο Ζακ Ελλύλ για τον αστό με μία λεπτή ειρωνεία, ότι “έχει πάρει στα σοβαρά τον Ρουσσώ, τους Εγκυκλοπαιδιστές και τους Οικονομολόγους.” Αυτό, νομίζω, ότι θα μπορέσουν να το αποδεχθούν και ορισμένοι (ή όλοι) οι ακραιφνείς υποστηρικτές του δυτικού Διαφωτισμού, πλην με κάποια εντιμότητα και όχι σκοπιμότητα. Με άλλα λόγια, οι σκοποί και τα γνωρίσματα του Διαφωτισμού συνδέονται στενά με την οικονομική ανάπτυξη και, ουσιαστικά, την αποδέσμευση της οικονομίας και των σκοπών της από αυτό που υπήρξε στην Δυτική Ευρώπη, δηλαδή την ασφυκτική και ανίερη εξουσία του “Κλήρου”. Οι Εγκυκλοπαιδιστές το τονίζουν αυτό ξεκάθαρα και εξ αρχής: η οικονομία πρέπει να είναι αυτόνομη και όχι εξαρτώμενη από την γαλλική “Εκκλησία”·ο δε Βολταίρος είναι ο ίδιος ένας περιώνυμος καπιταλιστής.

Μεγάλο ενδιαφέρον και επικαθοριστική σημασία παρουσιάζει, ότι η σχολή της Φραγκφούρτης, με βασικούς της συγγραφείς τον Χορκχάιμερ, Αντόρνο και Μαρκούζε(μπορούμε να επεκτείνουμε πολύ την λίστα με δευτερεύοντα ονόματα) και κύριο έργο(opus magnum) την “Διαλεκτική του Διαφωτισμού” , ασκεί κριτική στον Διαφωτισμό ως περίπου πολιτισμικό υπόστρωμα του καπιταλισμού. Ο Χορκχάιμερ θα μιλήσει στην “Έκλειψη του Λόγου” για την “ορθολογικότητα που είναι το υπόστρωμα της σύγχρονης βιομηχανικής κουλτούρας”, ενώ, από την άλλη, για το πώς η (δυτική) “Εκκλησία” διαδραμάτισε ρόλο διαφωτιστή, δηλαδή διαχωριστή της πίστης από την δεισιδαιμονία(αυτό που ευαγγελίστηκε ο Βολταίρος ακριβώς, με άλλα λόγια, διάκριση που χάθηκε βαθμιαία έπειτα) τους αιώνες πριν τον 18ο, ενώ βλέπει στην καταδίκη του Γαλιλαίου κ.α. μία επιστημολογική και όχι “θεολογική” διαμάχη. Στο “τέλος του Λόγου” μας μιλάει για το πώς θεμελιώδη στοιχεία του Ναζισμού βρίσκονται εν σπέρματι στον Διαφωτισμό, όπως η Ευγονική ή ο “αντισημιτισμός”. Η κριτική που γίνεται είναι συντριπτική, μάλλον αναπάντητη, και καταδεικνύει την νομοτελειακή φύση του περάσματος από τον Διαφωτισμό στον φασισμό· όπως δηλαδή το είπε και ο G. Therborn: “Ο φασισμός είναι η αλήθεια ολόκληρης της προσπάθεια ς του αστικού Διαφωτισμού από την εποχή του Βάκωνα να απελευθερώσει τον άνθρωπο από τα δεσμά της προκατάληψης”.

Ο Γκαίτε, πρόδρομος του αντιδιαφωτισμού και του Ρομαντισμού

Είναι προφητικό αυτό που έγραψε ο Γκαίτε κάπου εναντίον του αστικού Διαφωτισμού, κινούμενος στο πνεύμα της τοτινής καθολικής αντίδρασης: “ο Λόγος γίνεται ανοησία/ γεννά μάστιγες” (=“Reason becomes nonsense/boons afflictions”). Το ίδιο και η σχολή της Φραγκφούρτης: “ο Λόγος γίνεται Μύθος”.

Πρόκειται για δεινή αλήθεια, για όσους μπορούν και θέλουν να κατανοήσουν εις τέλος… (συνεχίζεται)


 

* το αναφέρει ο Ernst Cassirer στο “Διαφωτισμός και θρησκεία”, εκδ. Έρασμος.

 

** αναφέρεται από τον Norman Hampson στο βιβλίο του “Ο διαφωτισμός” (εκδ. Παπαζήση),  στην εισαγωγή.

***

 

Βιβλιογραφία:

 

1) “Έκλειψη του Λόγου”, Μαξ Χορκχάιμερ, εκδ. Κριτική

 

2) “Το τέλος του Λόγου”, Μαξ Χορκχάιμερ, εκδ. Έρασμος

 

3) “Διαλεκτική του Διαφωτισμού”, Τέοντορ Αντόρνο-Μαξ Χορκχάιμερ, εκδ. Ύψιλον

 

4) “Εξέγερση και μελαγχολία: ο ρομαντισμός στους αντίποδες της νεωτερικότητας”, Michael Löwy- Robert Sayre, μτφ. Εναλλακτικές εκδόσεις

 

5) “The essential Drucker”, Πήτερ Ντράκερ, εκδ. HarperBusiness

 

6) “Διαφωτισμός και θρησκεία”, E. Cassirer, εκδ. Έρασμος

 

7) “Μεταμόρφωση του αστού”, Ζακ Ελλύλ, εκδ. Νησίδες

 

8 ) “Εθνισμός και Αριστερά”, Θ. Ζιάκας, εκδ. Πελεκάνος

 

9) “Οι εγκυκλοπαιδιστές”, Φίλιπ Μπλόμ, εκδ. Ωκεανίδα

 

10) “Ο διαφωτισμός: Μία αποτίμηση για τις παραδοχές, τις θέσεις και τις αξίες του”, Νόρμαν Χάμπσον, εκδ. Παπαζήση

Κλιμακώνονται οι προκλήσεις με το «Τσεσμέ»

Κλιμακώνονται οι προκλήσεις με το «Τσεσμέ»

 

Του Πέτρου Κοσμά

 

Μετά την αιφνιδιαστική έξοδο του ερευνητικού σκάφους «Πίρι Ρέις» σε περιοχές νοτίως της Ρόδου και του Καστελόριζου, η Τουρκία έβγαλε και το υδρογραφικό πλοίο «Τσεσμέ» στο Βόρειο Αιγαίο. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα δύο «ερευνητικά» σκάφη κινούνται εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.

Η διαρκώς εντεινόμενη, τις τελευταίες ημέρες, τουρκική παρουσία στο Αιγαίο, με δύο «ερευνητικά» σκάφη της γείτονος να κινούνται εντός των ορίων της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, θέτει και πάλι επί τάπητος το ζήτημα της προκλητικότητας της Άγκυρας και των επιδιώξεών της στην ευρύτερη περιοχής της ΝΑ Μεσογείου.

Στρατηγικός στόχος της Άγκυρας είναι η δημιουργία τετελεσμένων, αμφισβητώντας εμπράκτως το δικαίωμα των νησιών του Αιγαίου σε υφαλοκρηπίδα. Αν επιτευχθεί αυτό θα ακολουθήσει μία σειρά επιπλέον διεκδικήσεων στα χωρικά ύδατα, στον εναέριο χώρο και στην αποκλειστική οικονομική ζώνη (ΑΟΖ).

Το σουλάτσο των ωκεανογραφικών σκαφών στο Αιγαίο αποτελεί μία επίδειξη ισχύος της γείτονος και αγγίζει την επιβολή του τουρκικού στρατηγικού στόχου για το χάρτη του Αιγαίου. Απ' ότι διαφαίνεται η Άγκυρα με τα σκάφη επαναοριοθετεί τις προτεραιότητες της σε ό,τι αφορά τις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο, με το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας να αποκτά κυρίαρχη θέση – σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τα χρόνια που ακολούθησαν τα Ίμια, όπου οι «γκρίζες ζώνες» είχαν την πρωτοκαθεδρία ή τα πιο πρόσφατα, όπου το FΙR και ο εναέριος χώρος έδειξαν να απασχολούν περισσότερο, βάσει και της σωρείας των παραβάσεων και παραβιάσεων, αλλά και των υπερπτήσεων.

Η Τουρκία θέλει να αναγκάσει την Ελλάδα να αναδιπλωθεί για να δείξει τη θέση της για τις συντεταγμένες της υφαλοκρηπίδας κι αυτό γιατί έχει ήδη οριοθετήσει αυθαίρετα και μονομερώς την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) την οποία διεκδικεί μεταξύ Καστελορίζου και Κύπρου. Παράλληλα, έχει ορίσει επί χάρτου τρεις περιοχές έρευνας για την Τουρκική Εταιρεία Πετρελαίων (ΤΡΑΟ).

Εγείρει όμως παράλληλα και πολλά ερωτήματα για το χειρισμό του θέματος και την αντιμετώπιση των τουρκικών προκλήσεων από πλευράς ελληνικής κυβέρνησης, η οποία επιδεικνύει χαλαρά αντανακλαστικά απέναντι σε ενέργειες που υποκρύπτουν σαφή σκοπιμότητα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μεγάλη κρίση του Μαρτίου 1987 σημειώθηκε όταν η Άγκυρα τότε ανακοίνωνε ότι το «Σισμίκ» θα βρισκόταν γύρω από τη Θάσο.

 

ΠΗΓΗ: ΠΡΙΝ, Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010,  http://www.prin.gr/2010/07/tsesme.html

Η ΑΡΑΧΝΗ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ

Η ΑΡΑΧΝΗ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ:

 

Τα κέρδη των τραπεζών, οι αποδοχές στελεχών τους, ο μηχανισμός κερδοφορίας, οι γερμανικές συντάξεις, ο πίνακας με τα τεστ κοπώσεως των ιδρυμάτων, οι δυνατότητες της πολιτικής και οι υποχρεώσεις των πολιτών

 

Του Βασίλη Βιλάρδου *

 

 

Όπως έχουμε αναφέρει στο παρελθόν, μία από τις σημαντικότερες αιτίες της χρηματοπιστωτικής κρίσης, ήταν η εμφάνιση του ιού του «ετεροβαρούς ρίσκου» («ηθικός κίνδυνος» στην οικονομική θεωρία – ένας όρος προερχόμενος από τις ασφάλειες), σε μία «εκλεπτυσμένη» του παραλλαγή. Για να γίνει περισσότερο κατανοητή η σημερινή του εξέλιξη, ειδικά στο χώρο των τραπεζών, οφείλουμε να επαναλάβουμε ξανά ένα μέρος της προηγούμενης ανάλυσης μας:

"Η έννοια «ετεροβαρές ρίσκο» που χρησιμοποιούμε εμείς εδώ, αναφέρεται σε οποιαδήποτε κατάσταση, στην οποία ένα πρόσωπο αποφασίζει πόσο ρίσκο θα αναλάβει, ενώ κάποιο άλλο πρόσωπο πληρώνει το κόστος, όταν τα πράγματα δεν εξελιχθούν θετικά και καταλήξουν σε ζημίες. 

Εξετάζοντας τη σημερινή χρηματοπιστωτική κρίση από το συγκεκριμένο πρίσμα, θα διαπιστώσουμε αμέσως πως από το ξεκίνημα της (ενυπόθηκα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης στις Η.Π.Α.), η εσφαλμένη αξιολόγηση του «ετεροβαρούς ρίσκου» από τις τράπεζες ήταν εξαιρετικά βαρύνουσα. Με δεδομένο το ότι οι πελάτες των τραπεζών δανείζονταν χρήματα για την «κερδοσκοπική» αγορά ακινήτων, στο 100% της «αγοραίας» αξίας τους (πολλές φορές ακόμη και της μελλοντικής, αφού αναμενόταν η συνεχής αύξηση των τιμών πώλησης τους), χωρίς να συμμετέχουν με δικά τους κεφάλαια και χωρίς να εγγυώνται με άλλους τρόπους (για παράδειγμα με τις καταθέσεις ή με τους μισθούς τους), ο κίνδυνος που ανελάμβαναν ήταν μηδενικός ενώ, αντίθετα, η ευκαιρία μεγάλη.

Από την άλλη πλευρά, όλοι όσοι προωθούσαν τα δάνεια, αμειβόμενοι με ποσοστά επί των πωλήσεων και χωρίς να είναι υπεύθυνοι για την είσπραξη των τοκοχρεολυσίων, κέρδιζαν σημαντικά ποσά, χωρίς να αναλαμβάνουν τον παραμικρό κίνδυνο. Στη συνέχεια οι τράπεζες, «εμπνευσμένες» από τα αποτελέσματα και «εφευρίσκοντας» τη δυνατότητα της μαζικής πώλησης αυτών των δανείων σε επενδυτικές εταιρείες, επίσης δεν αναλάμβαναν κανένα συνειδητό ρίσκο, έχοντας μόνο ωφέλεια. Οι επενδυτικοί οργανισμοί, ενώνοντας τα πάσης φύσεως δάνεια σε CDOs, δημιουργούσαν «ασφαλή» (μέσω των CDS) και «ποιοτικά» (ΑΑΑ από τις αμειβόμενες επί τούτου εταιρείες «αξιολόγησης») «χρηματοοικονομικά προϊόντα», πουλώντας τα πίσω στις τράπεζες ή αλλού – έχοντας μόνο ωφέλεια και καθόλου κινδύνους.

Το «ετεροβαρές ρίσκο» έφτασε τελικά στο απόγειο του όταν, οι τελικοί αποδέκτες των δανείων μειωμένης εξασφάλισης (οι τράπεζες δηλαδή που ζήτησαν να εισπράξουν τις δόσεις από τους δανειολήπτες), διαπιστώνοντας ότι δεν ήταν ούτε ασφαλή (δεν μπορούσαν να εισπράξουν τις δόσεις), ούτε ασφαλισμένα (οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν πλήρωναν όλα αυτά που δεν μπορούσαν να πληρώσουν οι δανειολήπτες), αναγκάσθηκαν να τα αποσβέσουν από τους ισολογισμούς τους, εμφανίζοντας ως εκ τούτου τεράστιες ζημίες. 

Αμέσως μετά οι τράπεζες, για να καλύψουν τις τεράστιες ζημίες τους, κατέφυγαν στη βοήθεια των κρατών, μεταβιβάζοντας πλέον τον κίνδυνο στους πολίτες τους – χωρίς μάλιστα να αποδέχονται ούτε ευθύνες, ούτε και μειώσεις των αμοιβών των στελεχών τους. Προφανώς, οι πολίτες δεν είχαν τη δυνατότητα να συνεχίσουν το πιστωτικό «παιχνίδι» των τραπεζών (να μεταβιβάσουν δηλαδή την ευθύνη της πληρωμής των ζημιών τους σε κάποιους άλλους), αφού ήταν ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας (η βάση καλύτερα της μεγαλύτερης οικονομικής «πυραμίδας» τύπου Madoff που δημιούργησε ποτέ ο άνθρωπος).

Από τη στιγμή δε και μετά που τα κράτη ανέλαβαν τις ευθύνες χωρίς να έχουν καμία ωφέλεια, είτε εθνικοποιώντας κάποιες τράπεζες, είτε με οποιουσδήποτε άλλους τρόπους (Bad Bank, χαμηλότοκη ενίσχυση της ρευστότητας των ιδρυμάτων μέσω των κεντρικών τραπεζών κλπ), το «ετεροβαρές ρίσκο» εδραιώθηκε δυστυχώς στο καπιταλιστικό σύστημα, με ανυπολόγιστες συνέπειες για το μέλλον του".

Σήμερα γνωρίζουμε ότι η εμπειρία ωφέλησε τις κυβερνήσεις, οι οποίες προφανώς δεν θα ήθελαν να επαναλάβουν τα λάθη του παρελθόντος – τα οποία πλήρωσαν οι Πολίτες τους, ενώ θα συνεχίσουν να τα πληρώνουν για πολλά χρόνια ακόμη (αν και οι εμπειρίες, όπως πολύ σωστά αναφέρει ο Πιραντέλο, «είναι φρούτο που γεννιέται σύμφωνα με το φυτό που το γεννά και το έδαφος, στο οποίο αυτό μεγαλώνει»). Εν τούτοις, υπάρχουν τεκμηριωμένες αμφιβολίες, σε σχέση με την ικανότητα τους να ανταπεξέλθουν με το πρόβλημα, αφού οι τράπεζες δεν φαίνεται να έχουν καμία διάθεση να συμβιβαστούν – ενώ τα κράτη δεν κατάφεραν ή, έστω, άργησαν πολύ να τις διαχωρίσουν σε μικρότερες, περιορίζοντας το «συστημικό» τους ρίσκο.

Όπως λέει δε χαρακτηριστικά ο ίδιος συγγραφέας «Είναι βέβαιο πως εμείς ζούμε, κατά προσέγγιση βέβαια, δυνάμεις αστάθμητες, ανυπολόγιστες….αν επιτρέπεται ο συλλογισμός, δρουν μόνες τους όλες αυτές οι δυνάμεις, αναπτύσσονται, κατά προσέγγιση πάντα, και σου φτιάχνουν μία παγίδα, την οποία εσύ δεν μπορείς να διακρίνεις αλλά, στο τέλος, σε τυλίγει, σε σφίγγει. Τότε βρίσκεσαι εγκλωβισμένος μέσα, έχεις πιαστεί στον ιστό της αράχνης, χωρίς να έχεις τη δυνατότητα να εξηγήσεις το πώς και το γιατί».      

Ολοκληρώνοντας τον πρόλογο μας, αυτό που στην πραγματικότητα βιώνουμε σήμερα, είναι ένας πόλεμος των κρατών με τις «ηγεμονικές» τράπεζες (παράλληλος με το «σκάκι» μεταξύ τους), οι οποίες έχουν απόλυτα κατανοήσει ότι, ο δρόμος που οδηγεί στην επικράτηση τους, δεν είναι άλλος από την αύξηση των οικονομικών μεγεθών τους – μέσω εξαγορών, συγχωνεύσεων ή άλλων μεθόδων και πρακτικών. Στα πλαίσια αυτά, η ύψιστη επιδίωξη των τραπεζών δεν είναι τόσο η κερδοφορία τους, όσο η ανάδειξη τους σε ιδρύματα, η ενδεχόμενη πτώχευση των οποίων δεν είναι δυνατόν να «επιτραπεί» από το «σύστημα», αφού θα είχε σαν αποτέλεσμα την ολοκληρωτική κατάρρευση του (too big to fail).       

Ίσως δεν πρέπει να ξεχνάμε εδώ πως η Παγκόσμια Τράπεζα, εκτελεστικό όργανο της οποίας θεωρείται το ΔΝΤ, είναι επίσης μία τράπεζα, η οποία μάλλον δεν είναι αντίθετη με τα συμφέροντα του κλάδου. Επί πλέον, δεν πρέπει να υποβαθμίζουμε τη σημασία της «υπερχρέωσης» των κεντρικών τραπεζών (τόσο ο Ισολογισμός της ΕΚΤ, όσο και αυτός της Fed, έχουν υπερδιπλασιασθεί), καθώς επίσης το τεράστιο πρόβλημα της απόσυρσης της υπερβάλλουσας ρευστότητας από το σύστημα, η οποία έχει καθυστερήσει πάρα πολύ – ενώ δεν φαίνονται ρεαλιστικές δυνατότητες έγκαιρης «αντίδρασης» των κεντρικών τραπεζών της δύσης, με τις αγορές πιθανότατα «εκτός ελέγχου». Τέλος, τουλάχιστον όσον αφορά την Ελλάδα, δεν πρέπει να υποτιμάμε την απειλή της ανεργίας, η εξέλιξη της οποίας (υπολογίζεται να πλησιάσει «επίσημα» το 20%), θα είναι «αποφασιστική» για το μέλλον της χώρας μας.         

 

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ

 

Η επίκαιρη «βεντέτα» της αμερικανικής υπηρεσίας χρηματοπιστωτικού ελέγχου με την Goldman Sachs, «φωτίζει» τις πρακτικές ενός θεμελιώδους κλάδου, ο οποίος έχει χάσει πριν από πολλά χρόνια κάθε είδους ηθική. Η πρώτη, αν όχι η μοναδική προτεραιότητα των επενδυτικών τραπεζών, δεν είναι άλλη από το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος – με ποιόν τρόπο ή με ποια μέσα, είναι εντελώς αδιάφορο. 

Η «αποδεσμευμένη απληστία», το χωρίς ηθικούς φραγμούς «κυνήγι» του κέρδους, φαίνεται ότι έχει «ισοπεδώσει» εντελώς το χρηματοπιστωτικό κλάδο, παίρνοντας τα χαρακτηριστικά μία παγκόσμιας επιδημίας. Ακόμη και οι μεγάλες εμπορικές τράπεζες, όπως η αμερικανική J.P. Morgan Chase, η ελβετική Credit Suisse ή η γερμανική Deutsche Bank, λειτουργούν πλέον σαν υπερμεγέθη Hedge funds – με το μεγαλύτερο μέρος των κερδών τους να προέρχεται από τις κεφαλαιαγορές (Πίνακας Ι).

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Προ φόρων Κέρδη πρώτου τριμήνου 2010, σε δις $

 

ΤΡΑΠΕΖΑ

Συνολικά κέρδη*

Επενδυτικά κέρδη

Εμπορικά κέρδη

 

 

 

 

Goldman Sachs

5,2

4,9

0,3

J.P. Morgan

4,5

3,9

0,6

Deutsche Bank

3,8

3,6

0,2

Barclays

2,7

2,2

0,5

Credit Suisse

2,7

1,7

1,0

UBS

2,6

1,1

1,5

Πηγή: MM

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

*Συνολικά κέρδη: Επενδυτικά συν εμπορικά

** Οι δύο τελευταίες ελβετικές τράπεζες φαίνεται να ακολουθούν μία πιο «συνετή» πολιτική, αφού τα κέρδη τους από την κανονική αγορά είναι αυξημένα – με ενδεχομένως πιο «σταθερές» προοπτικές εξέλιξης των τιμών των μετοχών τους (πρόβλεψη).

 

Συνεχίζοντας οι υπερτράπεζες, χρησιμοποιώντας τη δυνατότητα τους να έχουν σαφή εικόνα των «ροών» των κεφαλαίων διεθνώς, την οποία τους προσφέρει η κυρίαρχη θέση τους στις αγορές, καθώς επίσης τις εύλογες ικανότητες τους να «αποσταθεροποιούν» το σύστημα, με στόχο την αποκόμιση προβλεπομένων υπερκερδών (προκαλώντας «ελεγχόμενες» από τις ίδιες κρίσεις), έχουν μάλλον ξεπεράσει σε ισχύ την Πολιτική ακόμη και των μεγαλύτερων κρατών. Το γεγονός αυτό είναι από μόνο του εξαιρετικά επικίνδυνο, αφού είναι γνωστό το ότι, όσοι δραστηριοποιούνται στις «αγορές» είναι στην ουσία κοινωνικά ανεύθυνοι, εξαιτίας του ίδιου τους του πάθους για το χρήμα, το οποίο κάποιες φορές τους καταβροχθίζει και κάποιες άλλες τους καταστρέφει (Lehman Brothers).    

Όπως ήταν αναμενόμενο λοιπόν, η πλέον επώδυνη κρίση των τελευταίων δεκαετιών, δεν έχει αλλάξει σχεδόν καθόλου τις επιθετικές, τις «πολεμοχαρείς» καλύτερα πρακτικές των μεγάλων τραπεζών. Το αργότερο από εκείνη τη στιγμή, κατά την οποία έγινε σαφές το ότι, οι κυβερνήσεις των δυτικών κρατών δεν θα επέτρεπαν τη χρεοκοπία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, όλοι οι επαγγελματίες των κεφαλαιαγορών άρχισαν να επενδύουν χωρίς κανέναν ενδοιασμό, στην προοπτική οικονομικής βοήθειας εκ μέρους των φορολογουμένων. Ακόμη και στην περίπτωση που κινδύνευαν με χρεοκοπία ολόκληρες χώρες, όπως για παράδειγμα η Ελλάδα, οι επενδυτικές τράπεζες κέρδιζαν τεράστια ποσά – στοιχηματίζοντας στο ότι η «διεθνής κοινότητα» θα επενέβαινε, σώζοντας τα επαπειλούμενα κράτη και διασφαλίζοντας τις πολυποίκιλες κερδοσκοπικές τους τοποθετήσεις (ομόλογα, CDS κλπ).

Το ότι ο κίνδυνος έκρηξης μίας «ασφαλιστικής βόμβας μεγατόνων» έχει σε μεγάλο βαθμό αυξηθεί, δεν εμπόδισε τις τράπεζες στην «κλιμάκωση» των «στοιχημάτων»  τους – πόσο μάλλον όταν η ίδια η κυβέρνηση των Η.Π.Α. διέσωσε «σιωπηλά» τη μεγαλύτερη ασφαλιστική εταιρεία του κόσμου (AIG), «δαπανώντας» τα χρήματα των αμερικανών φορολογουμένων. Λειτουργώντας από καιρό τώρα απίστευτα ευφάνταστα και «δημιουργικά», σαν βιομηχανίες παραγωγής κερδοσκοπικών προϊόντων, συνεχίζουν ανενόχλητες το καταστροφικό παιχνίδι τους, χωρίς να δίνουν καμία σημασία στους «υποτελείς» τους – στους Πολίτες δηλαδή και στις κυβερνήσεις τους. 

Ουσιαστικά, η ονομασία αυτού του «παιχνιδιού» είναι: «Έξυπνοι επαγγελματίες επενδυτές, εναντίον των επαρχιωτών τραπεζιτών και των ανεπαρκών κυβερνήσεων» – ένα επικίνδυνο παιχνίδι, το οποίο χωρίς καμία αμφιβολία κερδίζουν οι πολυεθνικές τράπεζες, σε απόλυτη συνεργασία με τα μεγάλα Hedge funds (J.Paulson, Magnetar κλπ). Δηλαδή, όχι μόνο δεν περιορίσθηκε η κερδοσκοπία, αλλά, αντίθετα, επεκτάθηκε, αφού τους επαρχιώτες τραπεζίτες, οι οποίοι οδηγήθηκαν στην παγίδα των «δομημένων προϊόντων», συμπλήρωσαν οι ανεπαρκείς κυβερνήσεις – με τη βοήθεια των δημοσιονομικών κρίσεων, τις οποίες οι ίδιες προκάλεσαν, με αρχή την Ελλάδα (κρίση των κρίσεων).    

Περαιτέρω, οι επενδυτικές τράπεζες έχουν ανακαλύψει πια μία νέα μέθοδο, με τη βοήθεια της οποίας «πολλαπλασιάζουν μαγικά» (leverage, μόχλευση) τα κεφάλαια τους: τροφοδοτούνται με τεράστιες ποσότητες φθηνού χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες, στοιχηματίζοντας στο ότι, οι κυβερνήσεις δεν θα επιτρέψουν σε κανένα, σημαντικό για το σύστημα, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα να χρεοκοπήσει – πόσο μάλλον σε μία ολόκληρη χώρα, όπως η Ελλάδα, η Ισπανία ή η Πορτογαλία. Με απλά λόγια, η ίδια η χρηματοδοτούμενη από το φορολογούμενο «επιχειρηματική ευκαιρία» (business), φροντίζει να έχουν ξανά ονειρεμένα κέρδη οι τράπεζες – καθώς επίσης  απίστευτα μεγάλες αμοιβές τα υψηλόβαθμα στελέχη τους (Πίνακας ΙΙ):

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Ετήσιες αποδοχές 2009

 

Εταιρεία

Όνομα

Ετήσιες Αποδοχές

 

 

 

Credit Suisse

Brady Dougan

12,5 εκ. €

Deutsche Bank

Anshu Jain*

10,3 εκ. €

Deutsche Bank

Joseph Ackermann

9,4 εκ. €

Santander

Alfredo Abad

9,3 εκ. €

HSBC

Michael Geoghegan

8,6 εκ. €

Πηγή: Spiegel

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* Υπεύθυνος του επενδυτικού τμήματος

 

Την ίδια στιγμή βέβαια, επιχειρείται να πεισθούν οι Πολίτες για τις ανάγκες στήριξης των εθνικών τους οικονομιών, μέσω της μείωσης των αμοιβών τους (στη Γερμανία οι καθαρές ωριαίες αποδοχές του 20% των εργαζομένων υπολείπονται των 5 €, όταν αυτές των παραπάνω τραπεζικών στελεχών ξεπερνούν τα 5.000 € την ώρα), του περιορισμού των συνταξιοδοτικών απαιτήσεων τους (Πίνακας ΙΙΙ), του ανοίγματος των κλειστών επαγγελμάτων, προς όφελος του ανταγωνισμού ή των τιμών (όταν προηγουμένως οι τιμές αυξήθηκαν μέσω της φορολόγησης, όπως στο παράδειγμα της Ελλάδας, όπου ο πληθωρισμός «οδεύει» προς το 8%) και πολλών άλλων «θυσιών».

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Μέσες μικτές μηνιαίες συντάξεις σε €, με ημερομηνία 31.12.2008, στη Γερμανία

 

Περιοχή

Άνδρες

Γυναίκες

 

 

 

Βαυαρία

983,41

496,12

Βερολίνο

1.039,27

684,06

Αμβούργο

1.069,70

596,02

Ρηνανία Βεστφαλία

1.118,28

457,83

Σάαρλαντ

1.119,18

390,32

Πηγή: Υπηρεσία κοινωνικής ασφάλισης Γερμανίας

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* Οι πολύ υψηλές συντάξεις (άνω των 1.500 € μικτά μηνιαία), αφορούν μόλις το 10% των ανδρών για τη Δ. Γερμανία και το 5,3% για την πρώην Ανατολική

Ταυτόχρονα, για να «επιδράσει» σίγουρα το «φάρμακο», με το οποίο επιχειρείται η εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών (με τη βοήθεια φυσικά των μικρομεσαίων «στρωμάτων» και της «αναδιανομής εισοδημάτων» μεταξύ τους), επιλέγονται οι σωστές εποχές, το ιδανικό σύστημα (σοσιαλισμός) και οι κατάλληλες μέθοδοι σύγκρουσης των δύστυχων επί μέρους κοινωνικών ομάδων μεταξύ τους – ιδιωτικοί υπάλληλοι εναντίον δημοσίων υπαλλήλων, μικροέμποροι και τουρίστες εναντίον ιδιοκτητών φορτηγών (προετοιμασία εισόδου των πολυεθνικών) κλπ.

 

Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΚΕΡΔΟΦΟΡΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

 

Όπως έχουμε αναφέρει παλαιότερα, ο «μεταλλαγμένος ιός» ευρίσκεται σε πορεία αυτονόμησης. Δυστυχώς, οι κεντρικές τράπεζες έχουν «πολιτικοποιηθεί» αρκετά, θυσιάζοντας σε κάποιο βαθμό την ανεξαρτησία τους – με δυσμενείς, κατά την άποψη μας, συνέπειες για το σύστημα. Οι αδυναμίες τους είναι πλέον ορατές στις επενδυτικές τράπεζες, οι οποίες τις εκμεταλλεύονται στο έπακρο.

Για παράδειγμα, οι μεγάλες επενδυτικές τράπεζες αγοράζουν μαζικά ομόλογα αδύναμων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (ή κρατών), σε «εκπτωτικές» τιμές – δηλαδή, σε πολύ χαμηλότερες από την τιμή έκδοσης τους. Τα ομόλογα αυτά, τα τοποθετούν στη συνέχεια σαν εγγύηση στις κεντρικές τράπεζες, λαμβάνοντας έναντι «φθηνή ρευστότητα» (δάνεια με 1% επιτόκιο). Στη συνέχεια, εγγράφουν τα ομόλογα στους Ισολογισμούς τους, με την περιγραφή «held to maturity» (θα κρατηθούν μέχρι τη λήξη τους). Έντεχνα λοιπόν, εμφανίζουν κάθε χρόνο μεγάλα λογιστικά κέρδη, μέσω της συνεχούς αύξησης της αξίας των παραπάνω ομολόγων. Αναλυτικότερα, «εκτελούνται»  τα παρακάτω βήματα:

(α)  Το κράτος βοηθάει τις αδύναμες τράπεζες ή τα άλλα κράτη, με τη βοήθεια των χρημάτων των φορολογουμένων του.

(β)  Η επενδυτική τράπεζα αγοράζει τα ομόλογα των αδύναμων ιδρυμάτων ή κρατών, σε χαμηλές τιμές. Για παράδειγμα, ένα ομόλογο αξίας έκδοσης 100 €, το αγοράζει έναντι 70 €.

(γ)  Η επενδυτική τράπεζα εγγράφει τα ομόλογα στον Ισολογισμό της, με την προϋπόθεση ότι θα τα κρατήσει έως τη λήξη τους – οπότε, αυτά που αγόρασε με 70 € θα έχουν τότε αξία 100 € (συν τους τόκους). 

(δ)  Η επενδυτική τράπεζα προσφέρει τα ομόλογα στην κεντρική τράπεζα, η οποία της δίνει έναντι αυτών δάνειο (ρευστότητα), με χαμηλό επιτόκιο. Το δάνειο αυτό χρησιμοποιείται για την αγορά νέων «εκπτωτικών» ομολόγων, οπότε συνεχίζεται ο «φαύλος κύκλος» παραγωγής χρημάτων χωρίς αντίκρισμα. 

Όπως διαπιστώνεται λοιπόν, πρόκειται για μία εξαιρετικά απλή τακτική – για έναν «ευρηματικό» τρόπο επίτευξης «πλασματικών» κερδών, χωρίς την ανάληψη του παραμικρού ρίσκου. Σε τελική ανάλυση, οι τράπεζες-πιστωτές εισπράττουν ολόκληρη την αξία των ομολόγων στο τέλος της λήξης τους, οπότε δεν υφίσταται κανένας λόγος εγγραφής μικρότερης αξίας στους Ισολογισμούς τους – υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι οι εκδότες των ομολόγων, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή κράτη, δεν πρόκειται να χρεοκοπήσουν.

Η εξάλειψη του δυνητικού αυτού ρίσκου άλλωστε εξασφαλίζεται, σε περίπτωση ανάγκης, από τους φορολογουμένους – μέσω των κυβερνήσεων τους οι οποίες, με βάση την εμπειρία του πρόσφατου παρελθόντος, δεν διακινδυνεύουν την πτώχευση υπερχρεωμένων ιδρυμάτων ή κρατών (επίσης, εξασφαλίζεται από το «σύνδικο πτώχευσης», στην περίπτωση των κρατών – δηλαδή, από το ΔΝΤ).

Δυστυχώς, με το ετεροβαρές ρίσκο στο απόγειο του, η εξειδικευμένη αυτή κερδοσκοπία έχει διευρυνθεί, λαμβάνοντας τεράστιες διαστάσεις. Κάποιες μεγάλες επενδυτικές τράπεζες λοιπόν αγοράζουν μαζικά «τοξικά» ομόλογα σε χαμηλές τιμές, ενώ κάποιες άλλες επενδύουν, στοιχηματίζουν καλύτερα, στην πτώχευση των πρώτων – ακόμη και στην κατάρρευση της Ευρωζώνης. Άλλωστε, ανεξάρτητα από το ποιες κερδοσκοπικές τοποθετήσεις θα αποδειχθούν τελικά σωστές, το τίμημα δεν θα πληρωθεί από αυτούς που αναλαμβάνουν το ρίσκο, αλλά από τους φορολογουμένους πολίτες.

Επομένως, η κρίση της Ευρωζώνης έχει συμβάλλει τα μέγιστα στην κερδοφορία των τραπεζών – κυρίως σε αυτήν της γερμανικής Deutsche Bank, τα κέρδη πρώτου τριμήνου της οποίας προερχόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου (95%) από τις κερδοσκοπικές επενδύσεις. Ήταν αυτονόητη λοιπόν η ενέργεια του προέδρου της να βοηθήσει την Ελλάδα να αποφύγει τη χρεοκοπία, ζητώντας τη συμπαράσταση τόσο της γερμανίδας καγκελαρίου, όσο και των γερμανικών πολυεθνικών.

 

ΤΑ ΤΕΣΤ ΚΟΠΩΣΕΩΣ

 

Όπως είχαμε ήδη προβλέψει, τα τεστ που διενεργήθηκαν δεν άφησαν εκτεθειμένο το τραπεζικό σύστημα, το οποίο δεν θα μπορούσε να επιβιώσει τυχόν αναταράξεων στο εσωτερικό του. Θεωρούμε όμως απαραίτητο να αναφερθούμε σε κάποιες βασικές πτυχές τους, εάν δεν θέλουμε να βρεθούμε στο μέλλον προ απροόπτου. Η κυριότερη από αυτές είναι τα παρακάτω τρία σενάρια, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την αξιολόγηση των 91 ευρωπαϊκών τραπεζών:

(α)  Πρώτο στάδιο: Σύμφωνα με αυτό το «βασικό σενάριο», εξετάσθηκε η εξέλιξη των ιδίων κεφαλαίων, καθώς επίσης μερικών άλλων μεγεθών των τραπεζών, υπό την προϋπόθεση ότι η οικονομία της Ευρωζώνης θα αναπτυχθεί τόσο ισχυρά, όσο προβλέπεται από την Κομισιόν – τόσο για το 2010, όσο και για το 2011. Η πρόβλεψη ήταν ανάπτυξη 1% για το 2010 και 1,7% για το 2011 (για την ΕΕ των 27 ήταν 1% για το 2010 και 1,5% για το 2011.

(β)  Δεύτερο στάδιο: Αφορά ένα «σενάριο κρίσης», όπου η εξέταση γίνεται υπό την προϋπόθεση ότι η Οικονομία της Ευρωζώνης θα εξελιχθεί χειρότερα από τις προβλέψεις της Κομισιόν (για παράδειγμα, η δυσμενής πρόβλεψη για τη Γερμανία ήταν 0,2% αύξηση του ΑΕΠ για το 2010 και -0,6% για το 2011).

Πιθανολογείται ότι, στο σενάριο αυτό συμπεριελήφθη μία «επίπεδη» εξέλιξη της δομής των επιτοκίων όπου, οι τραπεζικοί Ισολογισμοί τέθηκαν αντιμέτωποι με μία κατάσταση, κατά την οποία θα υπήρχαν ενδεχομένως «αναταραχές» στην αγορά ομολόγων (bond market). Ένας μεγάλος αριθμός τραπεζών διαθέτει αυξημένες ποσότητες αυτού του είδους των χρεογράφων, οπότε αντιδρά με ευαισθησία στις διακυμάνσεις των τιμών τους ή σε άλλες δυσκολίες της αγοράς αυτής. 

(γ)  Τρίτο στάδιο:  Βασιζόμενο στο δεύτερο στάδιο, αφορά το «σενάριο κραχ», όπου «προσομοιώνεται» επί πλέον μία κατάρρευση της αγοράς ευρωπαϊκών ομολόγων του δημοσίου. Κατά το «κρίσιμο» αυτό σενάριο, οι τράπεζες τίθενται απέναντι σε ένα σοκ, παρόμοιο με αυτό που διαπιστώθηκε στο ζενίθ της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Τότε, τα «διαφορικά επιτόκια» (spreads) των προβληματικών χωρών έφτασαν στα ύψη, ενώ σχεδόν έπαψε να λειτουργεί η αγορά κρατικών ομολόγων.

Το «μοντέλο» που χρησιμοποιήθηκε στηρίχθηκε στις παραπάνω προϋποθέσεις, με τις τράπεζες να αξιολογούνται, λαμβάνοντας ως δεδομένη μία πτώση της αξίας των ομολόγων κάποιων κρατών, μέχρι και -30%. Όποιο πιστωτικό ίδρυμα λοιπόν είχε στο χαρτοφυλάκιο του ομόλογα της Ελλάδας, της Ισπανίας ή της Πορτογαλίας, αξιολογούταν δυσμενέστερα, σε σχέση με τα υπόλοιπα. Στον Πίνακα IV που ακολουθεί, παραθέτουμε τα αποτελέσματα του «τεστ κοπώσεως» των ελληνικών τραπεζών:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ IV: Αποτελέσματα του τεστ κοπώσεως των Ελληνικών τραπεζών (σε δις €, με κριτήριο αρνητικής κατάταξης την τελευταία στήλη), με βάση τα παρακάτω σενάρια:

 

Βασικό σενάριο: Οι «ανοιξιάτικες» προβλέψεις ανάπτυξης της οικονομίας 

Σενάριο κρίσης: -3% ύφεση, υποτιμήσεις των οίκων αξιολόγησης, καθώς επίσης διάφορες άλλες δυσμενείς εξελίξεις.

Σενάριο κραχ: Μεγάλη μείωση της αξίας των ομολόγων δημοσίου

 

Τράπεζα

Κεφάλαιο*

Ρίσκο Ενεργητ.

Κεφαλ. Επάρκεια

Βασικό σενάριο

Σενάριο κρίσης

Σενάριο κραχ

 

 

 

 

 

 

 

ΑΤΕ

1,3

15,1

8,4%

10,7%

8,9%

4,4%

Πειραιώς

3,4

37,4

9,1%

10,9%

8,3%

6,0%

Εθνική

7,6

67,4

11,3%

11,7%

9,6%

7,4%

Eurobank

5,3

47,8

11,2%

11,7%

10,2%

8,2%

Alphabank

5,9

51,1

11,6%

12,3%

10,9%

8,2%

Ταχ.Ταμ.

1,3

7,5

17,1%

17,0%

15,0%

10,1%

* Τα κεφάλαια στο τέλος του 2009, τα σενάρια για το 2011 

Πηγή: MM

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα IV, το ρίσκο στο ενεργητικό των τραπεζών (επισφάλειες κλπ) είναι αρκετά μεγάλο – με εξαίρεση το ΤΤ, το οποίο ουσιαστικά έχει λάβει μία άριστη αξιολόγηση (η ΑΤΕ δεν πέρασε στις «εξετάσεις»). Στα σενάρια που χρησιμοποιήθηκαν, η Πειραιώς είχε τη δεύτερη δυσμενέστερη αξιολόγηση (στο σύνολο τους) – γεγονός που ασφαλώς προβληματίζει, σε σχέση με την πρόταση εξαγοράς που υπέβαλλε, για την ΑΤΕ και το ΤΤ.

Για μερική σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ («μερική» επειδή διαφοροποιούνται οι εκάστοτε τοπικές προϋποθέσεις), ο Πίνακας V:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ V: Αποτελέσματα του τεστ κοπώσεως των μεγαλύτερων ανά χώρα τραπεζών (σε δις €, με κριτήριο τα ίδια κεφάλαια)

 

Τράπεζα

Κεφάλαιο*

Ρίσκο Ενεργητ.

Κεφαλ. Επάρκεια

Βασικό σενάριο

Σενάριο κρίσης

Σενάριο κραχ

 

 

 

 

 

 

 

BCP Portugal

6,1

65,6

9,3%

9,4%

8,4%

8,4%

Santander Sp.

56,0

562,6

10,0 %

11,0%

10,2%

10,0%

Unicredit It.

39,0

452,4

8,6%

10,0%

8,1%

7,8%

Bank Ireland

9,6

104,6

9,2%

9,0%

7,6%

7,1%

BNP Paribas

62,9

620,7

10,1%

11,4%

9,7%

9,6%

HSBC

122,2

1133,2

10,8%

11,7%

10,4%

10,2%

Deutsche Bank

34,4

237,5

12,6%

13,2%

10,3%

9,7%

* Τα κεφάλαια στο τέλος του 2009, τα σενάρια για το 2011 

Πηγή: MM

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως φαίνεται, παρά τις «πομπώδεις» αναγγελίες εκ μέρους της ΕΕ, καθώς επίσης τα «εξευγενισμένα» ονόματα των «τεστ κοπώσεως ή αντοχής», δεν ελήφθη καθόλου υπ' όψιν το ενδεχόμενο χρεοκοπίας κάποιων κρατών ή χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Επομένως, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνέχισαν ατυχώς να «τροφοδοτούν» την περαιτέρω διεύρυνση του «ετεροβαρούς ρίσκου», αφού διεμήνυσαν επίσημα ότι δεν πρόκειται να επιτρέψουν τη χρεοκοπία κανενός – συνεχίζοντας να χρησιμοποιούν τα χρήματα των φορολογουμένων πολιτών τους, για την ενίσχυση αδύναμων χωρών ή προβληματικών τραπεζών (HRE στη Γερμανία, ΑΤΕ στην Ελλάδα κλπ).   

Το γεγονός αυτό προφανώς θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο την κερδοσκοπία που αναφέραμε παραπάνω στα κρατικά και λοιπά ομόλογα αφού, όπως φαίνεται, οι μεγάλες επενδυτικές τράπεζες θα εντείνουν το «παιχνίδι» των λογιστικών κερδών. Σε κάθε περίπτωση, έχουμε την άποψη ότι, επιβοηθούν την ισχύ των μεγαλυτέρων του κλάδου – αφού οι επενδυτές θα προτιμήσουν λογικά την τοποθέτηση τους σε μετοχές ή άλλου είδους αξιόγραφα αυτών των τραπεζών, οι οποίες «παρουσίασαν» τα καλύτερα αποτελέσματα.

 

ΟΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

 

Τουλάχιστον θεωρητικά, η ευρωπαϊκή Πολιτική θα μπορούσε να κερδίσει τη μάχη με τις τράπεζες (επίσης με τις πολυεθνικές), εάν οι Πρώσοι, οι Γαλάτες και οι Σάξονες μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους – επιθυμώντας πράγματι να μην καταρρεύσει ο «κοινωνικός καπιταλισμός» και η ζώνη του Ευρώ. Εν τούτοις, υπάρχουν πάρα πολλές αντιθέσεις και διαφορές μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, οι οποίες πολύ δύσκολα θα μπορέσουν να εκλείψουν. Πόσο μάλλον όταν πλέον φαίνεται καθαρά ότι, η Γερμανία θα κυριαρχήσει στα επόμενα χρόνια, αφού η εξέλιξη του πολέμου οδηγεί σε τέτοιου είδους συμπεράσματα.

Με τους νεαρούς Γάλλους να ενδιαφέρονται κυρίως για μία θέση στο δημόσιο και τους μεγαλύτερους για τη συνταξιοδότηση τους, με τους Βρετανούς να αποτελούν τους «μπάτλερ» των Η.Π.Α., με την «ελλειμματική διακυβέρνηση» των Ελλήνων να μην μπορεί να διακρίνει τα πλεονεκτήματα του εξαιρετικά χαμηλού ιδιωτικού χρέους, με τους Ισπανούς να ευρίσκονται σε κατάσταση «αποσύνθεσης» και τους Ιταλούς υπερχρεωμένους, αδιάφορους για την ουσία, οι Γερμανοί, εργατικοί, μεθοδικοί, επιθετικοί και φιλόδοξοι, ενισχύουν συνεχώς την ηγεμονική θέση τους.

Ειδικά το μισθολογικό dumping που εφαρμόζει η Γερμανία, «ερήμην» της ΕΕ, καθώς επίσης οι συνεχώς μειούμενες αμοιβές των εργαζομένων της (κάτω των 3,5 € καθαρά), ισχυροποιούν τα μέγιστα τις επιχειρήσεις της οι οποίες, ακόμη και «ιδιωτικοποιημένες», παραμένουν πάντοτε στον έλεγχο Γερμανών επιχειρηματιών (κατάφεραν να εκδιώξουν ακόμη και τη WalMart των 400 δις $ τζίρου). Σχεδόν το σύνολο του χρηματοπιστωτικού κόσμου, τοποθετείται σήμερα (σωστά) στα ομόλογα του δημοσίου και στις μετοχές των γερμανικών επιχειρήσεων, θέλοντας να διατηρήσει μειωμένο το ρίσκο του, καθώς επίσης αυξημένες τις προοπτικές μακροπρόθεσμων κερδών.

Επομένως, οι όποιες δυνατότητες επικράτησης της Πολιτικής επί των τραπεζών, προϋποθέτουν τη δραστηριοποίηση της Γερμανίας προς αυτήν την κατεύθυνση. Ανεξάρτητα τώρα από το εάν θα το επιχειρήσει ή όχι (ενδεχομένως δεν είναι ακόμη προς το συμφέρον της, εάν θεωρήσουμε ότι σκοπεύει ξανά να ηγηθεί ολοκληρωτικά της Ευρώπης), αυτά που απαιτούνται είναι τα εξής:

(α)  Ο διαχωρισμός των επενδυτικών τραπεζών από τις εμπορικές – δηλαδή, η υιοθέτηση του «Glass Steagall Act», έτσι όπως ίσχυε στις Η.Π.Α. μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990. Σε μία τέτοια περίπτωση, τα κράτη θα προστάτευαν μόνο τις εμπορικές τράπεζες, ενώ θα επέτρεπαν τη χρεοκοπία εκείνων των αμιγώς επενδυτικών τραπεζών, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν – χωρίς να υπάρχει πια κανένας «συστημικός» κίνδυνος. Προφανώς τότε θα μηδενιζόταν το «ετεροβαρές ρίσκο», οπότε οι επενδυτικές τράπεζες, γνωρίζοντας ότι θα πληρώσουν οι ίδιες για τα λάθη τους και όχι οι φορολογούμενοι πολίτες, θα ήταν πολύ πιο προσεκτικές στην ανάληψη κινδύνων.

(β)  Η επαναφορά του σκοπού, για τον οποίο «επιτράπηκαν» αρχικά οι συναλλαγές με τα πιστωτικά παράγωγα  (Credit Default Swaps) – δηλαδή, η χρήση τους μόνο για την ασφάλεια των πιστώσεων και όχι η κερδοσκοπία. Εάν οι συναλλασσόμενες τράπεζες υποχρεώνονταν να αυξήσουν τα κεφάλαια τους, έτσι ώστε να είναι πιο ασφαλείς οι συναλλαγές τους, η κερδοσκοπία θα μειωνόταν σε μεγάλο βαθμό.

(γ)  Ο περιορισμός της «μόχλευσης» (leverage) – της χρήσης δηλαδή των ξένων κεφαλαίων, για την αύξηση των επενδυτικών τοποθετήσεων. Για παράδειγμα σήμερα, με κεφάλαιο 1.000 €, έχει τη δυνατότητα να τοποθετηθεί κανείς σε επενδυτικά προϊόντα αξίας 50.000 € – με αποτέλεσμα τα κέρδη ή οι ζημίες του να πολλαπλασιάζονται σε μεγάλο βαθμό. Στις Η.Π.Α., μέχρι το 2004, επιτρεπόταν (ανώτατο όριο) η επένδυση του 12πλασίου των ιδίων κεφαλαίων. Όταν καταργήθηκε ο περιορισμός αυτός, το ποσοστό χρέωσης των επενδυτικών τραπεζών αυξήθηκε δραματικά.        

Προφανώς, εάν η Πολιτική ήταν πρόθυμη να επιβάλλει αυτούς τους περιορισμούς, οι κίνδυνοι για το χρηματοπιστωτικό σύστημα θα ελαχιστοποιούταν – με εξαιρετικά ευεργετικές συνέπειες για τους Πολίτες και τη φορολόγηση τους. Όμως, η κερδοφορία των μεγάλων τραπεζών θα υπέφερε σε μεγάλο βαθμό, αφού αυτή θα ήταν η τιμή, η οποία θα έπρεπε να πληρωθεί για να υπάρξει περισσότερη ασφάλεια. Επομένως, η αντίσταση του απίστευτα «δικτυωμένου» τραπεζικού κλάδου, ο οποίος σαν την αράχνη έχει απλώσει παντού τον ιστό του, είναι δεδομένη – γεγονός που ήδη συμβαίνει στις Η.Π.Α., όπου καταγράφεται ως «Ο πόλεμος της Ουάσινγκτον εναντίον της Wall Street» (η Ευρώπη είναι ακόμη πολύ πίσω).     

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 

Χωρίς καμία αμφιβολία δεν έχει έλθει η «συντέλεια του κόσμου», αφού απέναντι σε τόσα πολλά προβλήματα υπάρχουν ακόμη περισσότερες λύσεις, τόσο για την Ελλάδα και την Ευρώπη, όσο για τις Η.Π.Α. ή για τον υπόλοιπο κόσμο – έστω και αν είναι φανερό πια πως το «υποζύγιο» του καπιταλισμού, ο αμερικανός καταναλωτής δηλαδή, είναι πλέον «εξουθενωμένος», με την «εντάσεως ανεργίας» οικονομία της υπερδύναμης να «παραπαίει» για κάποια χρόνια ακόμη (ειδικά εάν μειωθούν ακόμη περισσότερο οι τιμές των ακινήτων στις Η.Π.Α., ή διευρυνθούν οι κατασχέσεις). 

Εν τούτοις, «κυοφορούνται» πάρα πολλές ανακατατάξεις διεθνώς – οικονομικές, κοινωνικές και γεωπολιτικές. Θωρούμε λοιπόν ότι πρόκειται για μία «Οριακή ιστορική περίοδο», την οποία ευχόμαστε να ακολουθήσει η «αναβάθμιση» των Πολιτών και όχι ο θάνατος της δημοκρατίας ή κάποιες επόμενες υπερβολές (φούσκες) των αγορών – οι οποίες θα σήμαιναν ξανά την έναρξη μίας νέας «κυνηγετικής σεζόν» για τους κερδοσκόπους. 

Εξετάζοντας τα γεγονότα λοιπόν από αυτήν την πλευρά, ελπίζουμε να είμαστε αντιμέτωποι με τη συντέλεια ενός κόσμου – του κόσμου της υπερβάλλουσας ρευστότητας, της υπερχρέωσης και της ασύστολης κερδοσκοπίας εις βάρος αδύναμων κρατών ή πολιτών. Του κόσμου επίσης της απαξίωσης της Πολιτικής, της ανεπάρκειας των πολιτικών και των κομμάτων εξουσίας, της εξαπάτησης των Πολιτών και της κλοπής των καταναλωτών – ειδικά αυτών με τη μικρή αγοραστική δύναμη. Βέβαια, η ελπίδα μας αυτή στηρίζεται απλά στο ότι, είναι μάλλον λογικό να «αναδιπλωθεί» ο ανεπτυγμένος δυτικός κόσμος, μετά το πλεόνασμα αισιοδοξίας και το αντίστοιχο της απαισιοδοξίας που ακολούθησε.      

Εάν θα έπρεπε όμως να επισπευσθεί το τέλος της κρίσης, έτσι ώστε να μην γίνουν ακόμη πιο οδυνηρά τα αποτελέσματα της ή να μην μας ξεφύγει από τον έλεγχο, καθώς επίσης να σταματήσει η αράχνη των αγορών να υφαίνει τον ιστό της εις βάρος μας, οφείλουν να δραστηριοποιηθούν οι Πολίτες, τουλάχιστον στα παρακάτω:

(α)  Να υπερισχύσει η Πολιτική της οικονομικής εξουσίας των τραπεζών και των μονοπωλίων, ταυτόχρονα με τον έλεγχο των κυβερνώντων εκ μέρους συνειδητών και ενεργών Πολιτών – με τη ανιδιοτελή βοήθεια των διακρατικών (ΕΕ) ελεγκτικών οργάνων.  

(β)  Να επιβάλλουν οι Πολίτες στις κυβερνήσεις τη διαφάνεια στη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών, όπως επίσης την αξιοκρατία (επάρκεια) στη στελέχωση των κρατικών υπηρεσιών. Η μακροπρόθεσμη καταπολέμηση της αδιαφάνειας και της πολιτικής αυθαιρεσίας, αυτή δηλαδή που δεν στηρίζεται στις «διαθέσεις» των εκάστοτε κυβερνώντων, θα εξασφαλισθεί μόνο μέσω της δια νόμου υποχρέωσης όλων ανεξαιρέτως των δημοσίων οργανισμών (υπουργεία, επιτροπές, κόμματα, δήμοι, κοινότητες, επιχειρήσεις κλπ) να τηρούν το υποχρεωτικό για τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα διπλογραφικό λογιστικό σύστημα – καθώς επίσης να συντάσσουν ετησίους Ισολογισμούς, με περιουσιακά στοιχεία (ενεργητικό), με υποχρεώσεις (παθητικό), με αριθμό προσωπικού, με μισθούς, με παραγωγικότητα και με αποτελέσματα χρήσεως (τζίρος, κέρδη, ζημίες κλπ).

Εκτός των υπολοίπων πλεονεκτημάτων, θα πάψουμε πια να είμαστε το ανυπεράσπιστο θύμα, «έρμαιο» των αγορών καλύτερα, μέσω των αυθαίρετων εκτιμήσεων των εταιρειών αξιολόγησης. 

Όλοι αυτοί οι Ισολογισμοί, καθώς επίσης ο κεντρικός του κράτους (Holding), ο οποίος οφείλει να συμπεριλαμβάνει όλα τα επί μέρους «μεγέθη» του, πρέπει να δημοσιεύονται με διαφάνεια στο διαδίκτυο έτσι ώστε, αφενός μεν να έχουν τη δυνατότητα να ενημερώνονται οι Πολίτες, αφετέρου δε να μην έχουν καμία «δικαιολογία» οι νέες κυβερνήσεις – να μην ισχυρίζονται κάθε φορά δηλαδή «κοινότυπα» ότι, δεν γνωρίζουν τι ακριβώς παραλαμβάνουν από τις προηγούμενες.

(γ)  Ειδικά όσον αφορά τα πολιτικά κόμματα, τόσο το διπλογραφικό λογιστικό σύστημα, όσο και οι ετήσιοι Ισολογισμοί στο διαδίκτυο, θα πρέπει να υιοθετηθούν άμεσα – εάν θεωρούμε ότι οφείλουν να εφαρμόζονται οι ελάχιστα απαιτούμενες δημοκρατικές διαδικασίες, τουλάχιστον από αυτούς που θέλουν να μας διοικούν.  

(δ)  Να εφαρμόζονται επακριβώς τα προεκλογικά προγράμματα διακυβέρνησης, από τα κόμματα που αναλαμβάνουν την ηγεσία. Η πιστή εφαρμογή των προγραμμάτων αυτών θα πρέπει να είναι υποχρεωτική από το Νόμο – ο οποίος οφείλει να προβλέπει ποινικές συνέπειες, σε σχέση με την ενδεχόμενη μη τήρηση του. Όπως ακριβώς δηλαδή οι επιχειρηματίες και οι λοιποί Πολίτες πληρώνουν οι ίδιοι για τα σφάλματα και τις λανθασμένες επιλογές τους, έτσι θα πρέπει να γίνεται και με τους πολιτικούς, οι οποίοι θα πρέπει να πάψουν να ευρίσκονται στο απυρόβλητο – αποτελώντας το ιδανικό παράδειγμα προς αποφυγή, την «ενσάρκωση» καλύτερα του «ετεροβαρούς ρίσκου». 

 

Σημείωση: Οι λέξεις με διαφορετικό χρώμα είναι και σύνδεσμοι (link), οι οποίοι παραπέμπουν σε προηγούμενα σχετικά άρθρα μας. 

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 02. Αυγούστου 2010,  viliardos@kbanalysis.com                                                    

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, σύμβουλος επιχειρήσεων, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

Στον καιρό της σύγχυσης

Στον καιρό της σύγχυσης

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

Ο ελληνισμός διέρχεται μία από τις σοβαρότερες κρίσεις της μακροχρόνιας ιστορίας του. Από τους κρατούντες τείνει να προβληθεί ως οικονομική και μόνον κρίση υπό τις δυσμενείς συγκυρίες στην παγκόσμια οικονομία. Ανυποψίαστοι όντες για τα αίτια της διαφθοράς, τα οποία οδήγησαν στη διασπάθιση του δημοσίου χρήματος και την εκποίηση του πλούτου της χώρας στο αδηφάγο κεφάλαιο, εντόπιο και ξένο, επιχειρούν να πείσουν τον λαό ότι καταβάλλουν το άπαν των δυνάμεών τους με καλή προαίρεση και φιλοπατρία, ώστε να εξέλθει η χώρα από την κρίση, ενώ και ο πλέον απληροφόρητος είναι πλέον πεισμένος ότι η χώρα έχει παραδοθεί στα χέρια των δανειστών της, οι οποίοι δεν θα αποχωρήσουν, αν δεν λάβουν και τον "έσχατον κοδράντην".

Προκειμένου να ανακουφίζονται από την αναμφίβολα εξαιρετικά δύσκολη θέση, στην οποία βρίσκονται, οι κρατούνες επωφελούνται από τα συμβαίνοντα είτε εξ αιτίας της κρίσεως αξιών είτε εξ αιτίας της απόγνωσης, στην οποία περιέρχονται μέρα με τη μέρα ευρύτερα στρώματα του λαού. Θα αναλύσουμε ένα από τα πρόσφατα συμβάντα.

Είναι η εν ψυχρώ και με γκαγκστερικό τρόπο δολοφονία του δημοσιογράφου Σωκράτη Γκιόλια. Ο Γκιόλιας ήταν διευθυντής του ραδιοφωνικού σταθμού «Θέμα 98,8 FM», το οποίο ανήκει σε γνωστό μεγαλοεπιχειρηματία. Επίσης φημολογείται ότι συνεργαζόταν με το μπλογκ Troktiko, πληροφορία που δεν υιοθετεί επισήμως το ιστολόγιο, το οποίο όμως σε ανάρτησή του αναφέρει ότι «η ιδέα και το όραμα αυτού του blog άνηκε στον Σωκράτη Γκιόλια». Υπήρξε στενός συνεργάτης πολύκροτου δημοσιογράφου, με τον οποίο βρέθηκε σε αντιπαράθεση που τους οδήγησε μέχρι τα δικαστήρια. Αναφέρεται ακόμη ότι ο θανών υπήρξε πνευματικό τέκνο του ηγουμένου της μονής Βατοπεδίου. Το θύμα δέχθηκε 16 βλήματα σε διάφορα σημεία του σώματός του. Η Αστυνομία ενοχοποιεί για το έγκλημα την αναρχική οργάνωση "Σέχτα επαναστατών".

Τί συμπέρασμα να βγάλει ο εθισμένος στη μεσημβρινή ζώνη του εκμαυλιστικού τηλεθεάματος από τα ανωτέρω, από τα οποία τα περισσότερα άντλησα από το διαδίκτυο; Ας επιχειρήσουμε να βάλουμε τα πράγματα σε κάποια σειρά. Είναι πασίγνωστο ότι οι επιχειρηματίες ελέγχουν τόσο στην Ελλάδα, όσο και σ' ολόκληρο τον κόσμο τον τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό, και μέσω αυτού ελέγχουν και τις κυβερνήσεις, καθώς οι πολιτικοί έχουν παραδώσει από καιρού την εξουσία, η οποία βαυκαλιζόμαστε να διακηρύσσουμε ότι απορρέει από τον λαό! Όσο και αν φαίνεται ότι οι ισχυροί του κεφαλαίου τα βρίσκουν μεταξύ τους, προκειμένου να εκμεταλλευτούν τον λαό με τρόπους που αποφέρουν σ' αυτούς μεγαλύτερα κέρδη, δεν πρέπει να παραβλέπουμε και τις έχθρες που αναπτύσσονται μεταξύ τους για λόγους γοήτρου, απληστίας, διαφορετικού πολιτικού χώρου και τόσους άλλους. Και ενώ η αντιπαλότητα εξελίσσεται στα παρασκήνια, στο προσκήνιο προβάλλονται διαμάχες δημοσιογράφων ανεξήγητες για τους αγνοούντες το παρασκήνιο.

Το "τρωκτικό" ήταν (γιατί ήδη έκλεισε) από τις ιστοσελίδες με τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα νέων ανθρώπων, οι οποίοι επιλέγουν με αυξανόμενο ρυθμό το διαδίκτυο ως αποκλειστικό μέσο ενημέρωσης. Και εδώ ορθώνεται το κύριο ερώτημα: Είναι το διαδίκτυο ανεξέλεγκτο ή ελέγχεται; Είναι έγκυρες οι πληροφορίες που αναρτώνται ή η "μαύρη" προπαγάνδα θα βρει προσφορότατο έδαφος εκεί στο εγγύς μέλλον. Αν ελέγχεται, ποιοί το ελέγχουν και πόσο πολέμιοι της εξουσίας μπορεί να είναι αυτοί; Το παρελθόν του θύματος και οι σχέσεις του με πρόσωπα, τα οποία έδωσαν λαβή για δυσμενή σε βάρος τους σχόλια, μπορούν να παραβλεφθούν, ώστε να λογισθεί ο Γκιόλιας θύμα του ιδανικού της χωρίς σκοπιμότητες πληροφόρησης του λαού για σοβαρά θέματα, που θα έπρεπε να τον απασχολούν και, δυστυχώς, δεν τον αποσχολούν; Ερώτημα δύσκολο στην απάντησή του.

Ας έρθουμε και στους φερόμενους ως δράστες. Γράφηκε για τη "Σέχτα επαναστατών" ότι αποτελείται από οπαδούς του μηδενιστού Ρώσου αναρχικού Νετσάγιεφ. Μοναδικός σκοπός της ζωής αυτού, για τον οποίο κάθε μέσο είναι θεμιτό (απο την αυτοθυσία, τον φανατισμό, την πειθώ μέχρι το ψέμα και τον καταναγκασμό) υπήρξε η καταστροφή του ρωσικού status quo. Καθώς ενωρίς αντιλήφθηκε την παταγώδη αποτυχία της αστικής επανάστασης ο Νετσάγιεφ επέλεξε ως λύση την καταστροφή του σάπιου χωρίς όραμα για έναν καινούριο κόσμο. Ο Αλμπέρ Καμύ, αν και υλιστής, παρουσιάζει γλαφυρότατα τη δραματική ιστορία της μεταφυσικής εξέγερσης στη Δύση στο έργο του "Ο επαναστατημένος άνθρωπος" και γράφει: "Έτσι όπου και να στραφούμε στην καρδιά της άρνησης και του μηδενισμού, το έγκλημα κατέχει προνομιούχα θέση".

Αλλά γιατί ο Γκιόλιας υπήρξε στόχος αυτών των απεγνωσμένων επαναστατών; Ήταν ισχυρός μοχλός του συστήματος, που πρέπει να κατεδαφιστεί; Και αν δεν ήταν παρά ένας υπηρέτης, αν δεχθούμε ότι ως τέτοιον τον εξέλαβαν οι δολοφόνοι, παρέχει άραγε σ' αυτούς "αγωνιστική" ικανοποίηση η αφαίρεση της ζωής ενός υπηρέτη; Το μεγαλύτερο κακό που συνέβαινε μέχρι πρότινος στη χώρα μας ήταν η λειτουργία της ιστοσελίδας "τρωκτικό"; Ερωτήματα αυτού του είδους έπρεπε να τεθούν και όταν οι άλλοι "επαναστάτες" της 17ης Νοέμβρη αφαιρούσαν τη ζωή από κάποιους ανθρώπους όπως ο Μπακογιάννης και ο υπάλληλος της τουρκικής πρεσβείας στην Αθήνα. Επίσης ερωτήματα γεννά οπωσδήποτε και η "άδοξη" εξάρθρωση της οργάνωσης! Είχαμε γράψει σε άρθρο του παρελθόντος ότι στο στρατόπεδο των αναρχικών υπάρχουν άνθρωποι που υιοθετούν τον δυτικό μηδενισμό του 19ου αιώνα, άλλοι που έχουν σιχαθεί την αθλιότητα του μεγαλοαστικού οικογενειακού περιβάλλοντος τους, αλλά και στρατευμένοι πράκτορες διαφόρων συμφερόντων, κυρίως ξένων. Κάποιους από τους πρώτους μπορεί να τους συναντήσουμε στο μέλλον σε κελλί του Αγίου Όρους. Από τους δεύτερους αρκετοί θα επανέλθουν στο περιβάλλον τους "ιματισμένοι και σωφρονούντες" και θα ενταχθούν στο σύστημα. Τέλος από τους τρίτους κάποιοι θα γράψουν στα γεράματα τα απομνημονεύματά τους, ώστε να μάθουμε, αν θα έχουμε την περιέργεια, ποιός και ποιές εντολές του έδωσε.

Διάβασα στο διαδίκτυο την ανακοίνωση της οικογενείας του θανόντος. Την παραθέτω ως κατακλείδα του άρθρου. Ενώπιον του θανάτου όλοι μας γινόμαστε περισσότερο ειλικρινείς.

       Σωκράτη μας, 

πριν οκτώ χρόνια που σε παντρέψαμε είχες γεμίσει μια μεγάλη εκκλησία με φίλους και γνωστούς για να σου ευχηθούν να ζήσεις. Χθες, γέμισες πάλι εκτός από την εκκλησία και όλη την πλατεία για το τελευταίο αντίο. Θέλουμε να ευχαριστήσουμε από την ψυχή μας όλους, γνωστούς και άγνωστους, που συμμετέχουν στον πόνο μας για τον άδικο χαμό σου. Τα στοιχεία της ψυχής σου, η βαθειά σου πίστη, η καθαρότητα της ζωής σου και η φιλάνθρωπη καρδιά σου μας βεβαιώνουν ότι είσαι στην αγκαλιά του Θεού και αυτό είναι η μόνη μας παρηγοριά. Ευχόμαστε η θυσία σου να λειτουργήσει σαν ξυπνητήρι στη συνείδηση του ελληνικού λαού.

Η γυναίκα σου, οι γονείς σου και τα αδέρφια σου σαν το καλύτερο μνημόσυνο ζητούν από το Θεό να συγχωρέσει τους φονιάδες σου, όπως και συ θα ήθελες.

 

                        Γιά τήν αντιγραφή "ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ", 02-08-2010

Η ύφεση μια μακροχρόνια οπτική

Η ύφεση μια μακροχρόνια οπτική

 

Του Immanuel Wallerstein *

 

Η ύφεση έχει αρχίσει. Ορισμένοι δημοσιογράφοι εξακολουθούν διστακτικά να ρωτούν τους οικονομολόγους αν θα εισέλθουμε ή όχι σε μια μεγάλη κάμψη. Μην τους πιστεύετε ούτε για ένα λεπτό. Βρισκόμαστε ήδη στην αρχή μιας πλήρους παγκόσμιας ύφεσης με εκτεταμένη ανεργία σχεδόν παντού. Ίσως πάρει τη μορφή ενός κλασικού «ξεφουσκώματος», με όλες τις αρνητικές συνέπειες για τους κοινούς ανθρώπους. Ή ίσως πάρει τη μορφή – λιγότερο πιθανό – ενός ξέφρενου πληθωρισμού, ο οποίος αποτελεί απλά έναν άλλο τρόπο με τον οποίο απομειούνται οι αξίες και είναι ακόμα χειρότερος για τους κοινούς ανθρώπους.

Όλοι βέβαια αναρωτιούνται τι πυροδότησε αυτή την ύφεση. Είναι τα παράγωγα, τα οποία ο Γουώρεν Μπάφετ αποκάλεσε «χρηματοπιστωτικά όλα μαζικής καταστροφής»; Ή είναι τα δευτερογενή ενυπόθηκα δάνεια; Ή είναι οι κερδοσκόποι του πετρελαίου; Πρόκειται για ένα παιχνίδι ευθύνης χωρίς καμία πραγματική σημασία. Πρόκειται για την επικέντρωση στη σκόνη των βραχυχρόνιων γεγονότων, όπως συνήθιζε να λέει ο Φερνάρντ Μπροντέλ. Αν θέλουμε να καταλάβουμε το τι συμβαίνει πρέπει να δούμε δύο άλλες συνιστώσες, οι οποίες είναι πολύ πιο αποκαλυπτικές. Η μία αφορά τις μεσοπρόθεσμες κυκλικές διακυμάνσεις. Η άλλη αφορά τις μακροχρόνιες δομικές τάσεις.

Η καπιταλιστική κοσμο-οικονομία είχε για αρκετές εκατοντάδες χρόνια δύο, τουλάχιστον, μορφές κυκλικών διακυμάνσεων. Η μία είναι οι αποκαλούμενοι κύκλοι Κοντρατίεφ, οι οποίοι ιστορικά είχαν διάρκεια 50-60 έτη. Και η άλλη είναι οι ηγεμονικοί κύκλοι που είναι πολύ πιο μακροχρόνιοι.

Με όρους ηγεμονικών κύκλων, οι ΗΠΑ ήταν ένας αναδυόμενος διεκδικητής της ηγεμονίας από το 1873, επέτυχαν την πλήρη ηγεμονική επικυριαρχία από το 1945 και άρχισαν να κάμπτονται σταδιακά από το 1970. Οι ανοησίες του Τζωρτζ Μπους μετέτρεψαν μια αργή πτώση σε μια διαρκώς επιταχυνόμενη. Και από εδώ και πέρα έχουμε ξεπεράσει κάθε ομοιότητα με την αμερικανική ηγεμονία. Έχουμε εισέλθει, όπως συμβαίνει φυσιολογικά, σε έναν πολυπολικό κόσμο. Οι ΗΠΑ παραμένουν μια ισχυρή δύναμη, ίσως ακόμα η ισχυρότερη, αλλά θα συνεχίσουν την πτώση τους συγκριτικά με τις άλλες δυνάμεις στις δεκαετίες που έρχονται. Δεν υπάρχουν πολλά που μπορεί κάποιος να κάνει για να αλλάξουν αυτά τα δεδομένα.

Οι κύκλοι Κοντρατίεφ έχουν έναν διαφορετικό συντονισμό. Ο κόσμος εξήλθε από την τελευταία Κοντρατίεφ Β-φάση το 1945 και μετά υπήρξε ι ισχυρότερη Α-φάση ανόδου στην ιστορία του σύγχρονου κοσμο-συστήματος. Έφθασε στο απόγειό της γύρω στο 1967-1973 και μετά άρχισε την κάθοδό της. Αυτή η Β-φάση έχει διαρκέσει πολύ περισσότερο από ότι οι προηγούμενες Β-φάσεις και εξακολουθούμε να βρισκόμαστε μέσα σε αυτή.

Τα χαρακτηριστικά μιας Β-φάσης Κοντρατίεφ είναι γνωστά και ταιριάζουν με ότι έχει βιώσει η κοσμο-οικονομία από το 1970. Τα ποσοστά κέρδους από τις παραγωγικές δραστηριότητες μειώνονται, ιδιαίτερα σε αυτούς τους τύπους της παραγωγής που ήταν περισσότερο κερδοφόροι. Κατά συνέπεια οι καπιταλιστές που επιθυμούν να έχουν μεγαλύτερα κέρδη στρέφονται στη χρηματοπιστωτική αρένα, εμπλεκόμενοι σε ότι θεωρείται βασικά ως κερδοσκοπία. Οι παραγωγικές δραστηριότητες, για να μη γίνουν πολύ ζημιογόνες, μετακινούνται από τις ζώνες του κέντρου σε άλλες περιοχές του κοσμο-συστήματος, ανταλλάσσοντας τα χαμηλά κόστη συναλλαγών με χαμηλά κόστη προσωπικού. Για αυτό το λόγο οι δουλειές εξαφανίζονται από το Ντιτρόιτ, το Έσσεν και τη Ναγκόγια και αυξάνονται τα εργοστάσια στην Κίνα, την Ινδία και τη Βραζιλία.

Όσο για τις κερδοσκοπικές φούσκες, κάποιοι κερδίζουν πολλά χρήματα από αυτές. Αλλά αργά ή γρήγορα οι κερδοσκοπικές φούσκες πάντα σπάζουν. Αν κάποιος ρωτήσει γιατί αυτή η Κοντρατίεφ Β-φάση διήρκεσε τόσο πολύ είναι γιατί οι θεσμοί -η Fed, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, το ΔΝΤ και οι συνεργάτες τους στη Δυτική Ευρώπη και την Ιαπωνία- έχουν παρέμβει στην οικονομία συστηματικά και ουσιαστικά για να υποστυλώσουν την κοσμο-οικονομία: 1987 (πτώση του χρηματιστηρίου), 1989 (κατάρρευση των αποταμιεύσεων-δανείων), 1997 (χρηματοπιστωτική κρίση στη Νοτιοανατολική Ασία), 1998 (κακοδιαχείριση του Ταμείου Μακροχρόνιας Κεφαλαιακής Διαχείρισης), 2001-2002 (Enron). Έχουν διδαχθεί τα μαθήματα από προηγούμενες Κοντρατίεφ Β-φάσεις και οι έχοντες την εξουσία θεωρούν ότι μπορούν να αντιμετωπίσουν το σύστημα. Υπάρχουν όμως εσωτερικά όρια στο να γίνει αυτό. Και τώρα τα έχουμε προσεγγίσει, όπως μαθαίνουν ο Χένρυ Πόλσον και ο Μπεν Μπέρνακι προς μεγάλη τους έκπληξη. Αυτή τη φορά δεν θα είναι τόσο εύκολο, πιθανόν αδύνατο, να αποφευχθούν τα χειρότερα.
Στο παρελθόν μόλις μια ύφεση έφθανε στο κατώτατο σημείο της, η κοσμο-οικονομία άρχιζε να ξανανεβαίνει στη βάση των καινοτομιών που μπορούσαν να είναι ημι-μολοπωλιακές για λίγο χρονικό διάστημα. Έτσι όταν οι άνθρωποι λένε ότι το χρηματιστήριο θα ανέβει ξανά, είναι αυτό που σκέπτονται ότι θα συμβεί όπως και στο παρελθόν, αφού όλες οι ζημιές θα έχουν γίνει στους λαούς του κόσμου. Και ίσως έτσι να γίνει σε λίγα χρόνια.

Υπάρχει βέβαια κάτι νέο το οποίο εμπλέκεται σε αυτό το ωραίο κυκλικό πρότυπο που συντήρησε το καπιταλιστικό σύστημα για 500 χρόνια. Οι δομικές τάσεις ίσως να αλληλοδιαπλέκονται με τα κυκλικά πρότυπα. Τα βασικά δομικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού ως κοσμο-συστήματος λειτουργούν με συγκεκριμένους κανόνες, που μπορούν να σχεδιαστούν σε ένα διάγραμμα σαν μία ανοδικά κινούμενη ισορροπία. Το πρόβλημα, όπως με όλες τις δομικές ισορροπίες όλων των συστημάτων, είναι ότι με την πάροδο του χρόνου οι καμπύλες τείνουν να κινούνται μακριά από την ισορροπία και γίνεται αδύνατο να τις επαναφέρουμε σε κατάσταση ισορροπίας.

Τι έκανε το σύστημα να μετακινηθεί τόσο μακριά από την ισορροπία; Πολύ σύντομα αυτό συμβαίνει γιατί για περισσότερο από 500 χρόνια τα τρία βασικά κόστη της καπιταλιστικής παραγωγής -προσωπικό, εισροές και φορολογία- έχουν αυξηθεί σταθερά ως ποσοστό των πιθανών τιμών πώλησης, έτσι ώστε σήμερα γίνεται αδύνατο να εξασφαλιστούν τα μεγάλα κέρδη από την ημι-μονοπωλιακή παραγωγή, τα οποία αποτελούσαν πάντα τη βάση μιας σημαντικής κεφαλαιακής συσσώρευσης. Δεν είναι το ότι ο καπιταλισμός αποτυγχάνει σε αυτό που κάνει καλύτερα. Είναι ακριβώς το ότι το κάνει τόσο καλά που τελικά υπονομεύει τη βάση της μελλοντικής συσσώρευσης.

Αυτό που συμβαίνει όταν φθάσουμε σε ένα τέτοιο σημείο είναι ότι το σύστημα διακλαδώνεται (στη γλώσσα των σπουδών συνθετότητας). Οι άμεσες συνέπειες είναι μεγάλες χαοτικές αναταραχές, τις οποίες υφίσταται αυτή τη στιγμή το κοσμο-σύστημά μας και θα συνεχίσει να τις υφίσταται για τα επόμενα 20-50 χρόνια. Καθώς όλοι σπρώχνουν προς όλες τις κατευθύνσεις που θεωρούν καλύτερες για τους ίδιους, μια νέα τάξη θα προκύψει από το χάος μέσα από μια εκ των δύο εναλλακτικών και πολύ διαφορετικών διεξόδων.

Μπορούμε να υποστηρίξουμε με βεβαιότητα ότι το παρόν σύστημα δεν μπορεί να επιβιώσει. Αυτό που δεν μπορούμε να προβλέψουμε είναι ποια νέα τάξη θα επιλεγεί για να το αντικαταστήσει, γιατί θα είναι το αποτέλεσμα αναρίθμητων ατομικών πιέσεων. Αλλά αργά ή γρήγορα το νέο σύστημα θα εγκαθιδρυθεί. Αυτό δεν θα είναι ένα καπιταλιστικό σύστημα, αλλά μπορεί να είναι πολύ χειρότερο (ακόμα πιο πολωτικό και ιεραρχικό) ή πολύ καλύτερο (σχετικά δημοκρατικό και εξισωτικό), σε σύγκριση με την υπάρχουσα κατάσταση. Η επιλογή ενός νέου συστήματος αποτελεί τον σημαντικότερο πολιτικό αγώνα της εποχής μας σε παγκόσμια κλίμακα.

Όσο για τις άμεσες βραχυπρόθεσμες εσωτερικές μας προοπτικές, είναι φανερό το τι συμβαίνει παντού. Κινούμαστε προς έναν κόσμο προστατευτισμού (ας ξεχάσουμε την αποκαλούμενη παγκοσμιοποίηση). Κινούμαστε προς έναν μεγαλύτερο ρόλο των κυβερνήσεων στην παραγωγή. Ακόμα και οι ΗΠΑ και η Βρετανία εθνικοποιούν μερικώς τις τράπεζες και τις θνήσκουσες μεγάλες βιομηχανίες. Κινούμαστε προς λαϊκίστικες κυβερνο-κεντρικές αναδιανομές, που μπορεί να πάρουν αριστερές σοσιαλδημοκρατικές μορφές ή ακροδεξιές αυταρχικές μορφές. Και κινούμαστε τέλος σε οξυμένες κοινωνικές συγκρούσεις μέσα στα κράτη, καθώς όλοι ανταγωνίζονται για μια μικρότερη πίτα. Βραχυχρόνια η εικόνα δεν θα είναι καθόλου ωραία.

 

ΠΗΓΗ: (17/10/2008), http://www.monthlyreview.gr/antilogos/greek/diktuo/arxeio_sxoliwn/fullstory_html?obj_path=docrep/docs/diktuo/20081017_03/gr/html/index

 

Wallerstein, Immanuel

Ο Ιμμάνουελ Βάλλερσταϊν γεννήθηκε το 1930 στη Νέα Υόρκη. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης, απ' όπου και έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα (1959). Στο ίδιο πανεπιστήμιο δίδαξε έως το 1971, ενώ από το 1976 έως το 1999 διετέλεσε επίτιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Binghamton και, παράλληλα, διευθυντής του "Fernand Braudel", του διάσημου ερευνητικού κέντρου "για τη Μελέτη των Οικονομιών, των Ιστορικών Συστημάτων και των Πολιτισμών". Από το 2000 είναι επίτιμος καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Yale.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Βάλλερσταϊν εστιάζει την έρευνά του στα αφρικανικά κράτη, πριν και μετά την εποχή της αποικιοκρατίας. Σύντομα, κρίνει ανεπαρκή την εξέταση ενός ή λίγων κρατών σε μία δεδομένη χρονική στιγμή και, έτσι, στρέφει τη μεθοδολογική του προσέγγιση στη μακρά διάρκεια και στην ευρύτητα του συνόλου.

Το 1974 εκδίδει τον πρώτο τόμο του -προς το παρόν τρίτομου και υπό ολοκλήρωση- έργου του "The modern world system", το οποίο και θα τον καταστήσει κύριο ανανεωτή της νεομαρξιστικής σκέψης. Στην ίδια δεκαετία, και αφού έχει προηγουμένως συμμετάσχει ενεργά στο μεταρρυθμιστικό κίνημα της αμερικανικής πανεπιστημιακής κοινότητας του 1968, θα στρέψει, επιπλέον, το ενδιαφέρον του στη μελέτη των "αντισυστημικών" κινημάτων, όρος του οποίου η πατρότητα του ανήκει.

 

ΠΗΓΗ Βιογραφικού: http://www.skroutz.gr/books/a.22509.Wallerstein-Immanuel.html

Πρώτοι και με διαφθορά!

Πρώτοι και με διαφθορά!

 

ΔΙΑΦΘΟΡΑ KAI ΔIAΠΛOKH: OΨEIΣ TΩN ΦAINOMENΩN

 

Του Γιώργου Καββαδία

 

 

Tα συνθήματα των πρόσφατων διαδηλώσεων αντηχούν ακόμα και στις παραλίες. Συνθήματα, όπως «να καεί η βουλή» και «κλέφτες – κλέφτες», όσο γενικευτικά και απλουστευτικά ακούγονται, άλλο τόσο αποτυπώνουν με τον πιο δραματικό τρόπο τη βαθιά κρίση και τη διαφθορά του πολιτικού συστήματος. H διαφθορά είναι μέσα στα γονίδια όχι μόνο του καπιταλισμού, αλλά και κάθε εκμεταλλευτικού συστήματος. Ως έννοια και φαινόμενο είναι σύμφυτη με την άσκηση της εξουσίας και τη διαπλοκή με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα. Eίναι στερεότυπη, αλλά δραματικά δικαιωμένη η ρήση ότι «η εξουσία διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα».

Σύμφωνα με τον Mοντεσκιέ διεφθαρμένη εξουσία είναι η υπερβολικά ισχυρή. Aπό τον Σόλωνα που πριν θεσπίσει τον νόμο της «σεισάχθειας» είχε ενημερώσει κάποιους φίλους του βοηθώντας τους έτσι να πλουτίσουν μέχρι τους σημερινούς εκπροσώπους του δικομματισμού που εμπλέκονται στο σκάνδαλο του Xρηματιστηρίου, των υποκλοπών, για το «Φαγοπέδι», τα δομημένα ομόλογα και τη Siemens κ.ά., αλλά και τους «σοσιαλιστές του κότερου και της σαμπάνιας» και τους εκπροσώπους της «Aριστεράς του χαβιαριού» αποδεικνύεται η διαχρονικότητα της διαφθοράς και της διαπλοκής.
Aυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι η διαφθορά και η απάτη δικαιολογούνται, επειδή «πάντα έτσι ήτανε». Πολύ περισσότερο που σε συνθήκες κρίσης τα λαϊκά στρώματα εξωθούνται στη φτώχεια και την ανεργία, ενώ οι νέοι βλέπουν ότι η ζωή τους θα είναι χειρότερη από των γονιών τους. Πολύ χειρότερα που η κοινωνία οδηγείται σε κατάσταση «έκτακτης ανάγκης», όπου τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα και στοιχειώδεις ελευθερίες, ακόμα και στα πλαίσια της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας μπαίνουν στο γύψο. Aυτό δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα κοινωνικών αντιδράσεων.
H Eλλάδα είναι πρώτη και με διαφορά στην κατάταξη της διαφθοράς στην E.E. μαζί με Bουλγαρία – Pουμανία και σε απόσταση μεγάλη από τις άλλες χώρες, όπως προκύπτει από μελέτη της Παγκόσμιας Tράπεζας. Σύμφωνα με σχετικά πρόσφατες εκτιμήσεις του αμερικανικού ινστιτούτου μελετών Brooking Institution το ελληνικό κράτος χάνει κάθε χρόνο 20 δις ευρώ εξαιτίας της διαφθοράς στο Δημόσιο. Ποσό που αντιστοιχεί στο 8% του AEΠ.

Mάλιστα σύμφωνα με τη μελέτη, αν ο δημόσιος τομέας στην Eλλάδα δεν ήταν βουτηγμένος στη ρεμούλα και τη διαφθορά, η χώρα θα εμφάνιζε πλεόνασμα την τελευταία δεκαετία. Aυτό και μόνο δείχνει ότι άδικα περικόπτονται οι μισθοί και οι συντάξεις και ότι το Mνημόνιο συνολικά αποσκοπεί στο γκρέμισμα του «κράτους – πρόνοιας» και στην κατεδάφιση δικαιωμάτων και κατακτήσεων των εργαζομένων προκειμένου να γονιμοποιηθεί το έδαφος για την κερδοφορία του κεφαλαίου. Aπό τα στοιχεία της Oργάνωσης «Διεθνής Διαφάνεια» προκύπτει ότι τα έτη 2004 και 2009 σημειώθηκε στην Eλλάδα η μεγαλύτερη αύξηση της διαφθοράς σε σύνολο 180 κρατών με αποτέλεσμα από την 49η θέση να βρεθεί στην 71η.

Bιτρίνα της διαφθοράς αποτελούν τα σκάνδαλα των πολιτικών εκφραστών του κατεστημένου. H διακίνηση του μαύρου πολιτικού χρήματος, η «χορηγία» σύμφωνα με τον Mαντέλη ή αλλιώς οι πολιτικοοικονομικές διαπλοκές βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Kαι το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό. H αυξανόμενη διαπλοκή των επιχειρηματιών με τον πολιτικό κόσμο στις αναπτυσσόμενες και βιομηχανικές χώρες είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης της «Διεθνούς Διαφάνειας». Eκτιμάται ότι οι διεφθαρμένοι πολιτικοί και κυβερνητικοί αξιωματούχοι παίρνουν «δώρα» συνολικής αξίας μεταξύ 20 – 40 δις δολαρίων ετησίως!

Πάμπολλα είναι τα παραδείγματα πολιτικών που μετά την πολιτική τους σταδιοδρομία βρήκαν ανοιχτές αγκάλες στους κόλπους μεγάλων επιχειρήσεων. Eξάλλου είναι κοινή διαπίστωση ότι η πολιτική για την πλειονότητα των πολιτικών με εξαιρέσεις από χώρους της Aριστεράς είναι ένα προσοδοφόρο επάγγελμα, εφαλτήριο οικονομικής και κοινωνικής ανόδου. H δίψα για εξουσία, η διασπάθιση του δημοσίου χρήματος και περιουσίας, η απληστία στη συσσώρευση ακινήτων, ο ανεξέλεγκτος πλουτισμός και ο νεποτισμός, δηλαδή το βόλεμα των δικών τους παιδιών και συγγενών, το ρουσφέτι και η υπεράσπιση των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης με νύχια και δόντια είναι βασικά χαρακτηριστικά.

Aσφαλώς και δεν είναι όλοι οι πολιτικοί διεφθαρμένοι, άτιμοι και απατεώνες. Όσοι, όμως, βρίσκονται σε υψηλές κρατικές θέσεις θέλουν δε θέλουν διαφθείρονται με την έννοια ότι μετατρέπονται σε υπηρέτες ενός φθαρμένου πολιτικού συστήματος. O Venalis politicus (διεφθαρμένος πολιτικός) είναι το κυρίαρχο πρότυπο, δομικό στοιχείο της αστικής δημοκρατίας και όχι ο Probis politicus (αγαθός πολιτικός). Tο θέμα της διαφθοράς δεν είναι ηθικό, αλλά πολιτικό. Στο σημερινό πολιτικό σύστημα το κράτος και τα κόμματα εξουσίας μετατρέπονται σε επιχειρήσεις. Oι όροι χρηματοδότησης των κομμάτων είναι ένα από τα «νόμιμα» σκάνδαλα. Tα ίδια τα κόμματα εξουσίας λειτουργούν ως φυτώρια διαφθοράς. Tο φαινόμενο δεν είναι σημερινό. Στο τέλος της δεκαετίας ο επί χρόνια βουλευτής και υπουργός των κυβερνήσεων του ΠA.ΣO.K., Γ. Kαψής δημοσίευσε τον Nοέμβριο του 1999 άρθρο με τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Πωλείται κόμμα, ενοικιάζονται βουλευτές». Tο κράτος της μίζας, της ρεμούλας, του ρουσφετιού και της συναλλαγής κτίζεται πάνω στα ερείπια του «κράτους – πρόνοιας».

H κρίση του πολιτικού συστήματος επιβεβαιώνεται και ερευνητικά. Περισσότεροι από τους μισούς Έλληνες ή το 52% δεν εμπιστεύονται ποτέ (ή σχεδόν ποτέ) τις κυβερνήσεις στην Eλλάδα, ενώ είναι καθολική σε ποσοστό 89% η πεποίθηση ότι οι κυβερνήσεις εξυπηρετούν τα μεγάλα συμφέροντα. Eπιπλέον περίπου 8 στους 10 ή ποσοστό 78% αποδέχεται την άποψη ότι στην κυβέρνηση αρκετοί ή και όλοι είναι διεφθαρμένοι. (Έρευνα Public Issue, «H Kαθημερινή» Kυρ. 13 – 6-2010). H διαπλοκή κομμάτων και βουλευτών με την οικονομική ελίτ διασφαλίζει τα οικονομικά συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων, διευρύνοντας τις κοινωνικές ανισότητες, αυξάνοντας την κοινωνική αδικία και παράγοντας διαρκώς σκάνδαλα.

 

Οι ψευδαισθήσεις περί κάθαρσης ή «θα μας πάρουν όλους με τις πέτρες» Γ. Παπανδρέου

 

Όσο και αν τα κόμματα εξουσίας προσπαθούν να βρουν δυο – τρεις «ενόχους», να προσφέρουν «αίμα», να προσωποποιήσουν τις ευθύνες για να πειστεί ο λαός ότι το σύστημα έχει τη δυνατότητα αυτοκάθαρσης και τιμωρίας των ενόχων, η πραγματικότητα δεν κουκουλώνεται. Πέρα από τη φανερή προσπάθειά τους για συμψηφισμούς σκανδάλων, προσπαθούν να αποκρύψουν τις ευθύνες τους και τις πραγματικές αιτίες της διαφθοράς και της διαπλοκής. Aπό κοντά και η πλειονότητα των MME βοηθούν να στηθούν τελετές για τηλεοπτική κατανάλωση και να λειτουργήσουν οι μηχανισμοί εκτόνωσης με διάφορους κουτσομπολίστικους ή ατομικούς τρόπους. Tροφοδοτούν σενάρια και ψευδαισθήσεις κάθαρσης. Aπώτερος στόχος να μετατραπεί η λαϊκή οργή και αγανάκτηση σε παθητικοποίηση και απογοήτευση, να παραιτηθούν τα άτομα από συλλογικές δράσεις και αντιστάσεις και να εγκλωβιστούν στο καβούκι ενός μίζερου ατομισμού και γιατί όχι να αυτό-ενοχοποιηθούν.

Σε όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο η συντριπτική πλειονότητα των εμπλεκομένων πολιτικών αποκαθάρθηκαν στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και αποδόθηκαν ως λευκές περιστερές στην κοινωνία. Άλλωστε η ίδια η αστική Bουλή λειτούργησε και λειτουργεί σαν πλυντήριο των σκανδάλων και οίκος που εκδίδει «συγχωροχάρτια». Kαι πώς να μη συμβαίνει αυτό σε ένα πρωθυπουργοκεντρικό και κομματικοκεντρικό κοινοβουλευτικό σύστημα που κυριαρχεί η λογική του πολιτικού κόστους και η δημιουργία εντυπώσεων με απώτερο στόχο τη διατήρηση ή την απόκτηση της εξουσίας από του δίδυμους πύργους του δικομματισμού. Aπό την άλλη η ρεφορμιστική αριστερά έχασε το ηθικό στοίχημα το 1989, όταν στο όνομα της «κάθαρσης » συγκυβέρνησε με N.Δ. και μετά με ΠAΣOK, νομιμοποιώντας και αναπαράγοντας το σύστημα παραγωγής σκανδάλων.

Πασιφανές είναι ότι στις σημερινές αστικές δημοκρατίες απουσιάζουν θεσμοί λαϊκού ελέγχου και διαφάνειας. Παράλληλα η καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας με σημαία το κέρδος ευνοεί τη διαπλοκή των θεσμών και των εκπροσώπων της κρατικής εξουσίας με τα ιδιωτικά συμφέροντα. Σ' αυτό το έδαφος ευδοκιμούν και αναπτύσσονται οι «εθνικοί προμηθευτές» και οι «εθνικοί εργολάβοι» που τροφοδοτούν την μπαταρία των σκανδάλων. Eίναι ενδεικτικό ότι ο βαθμό ς διαφάνειας της κρατικής μηχανής βαθμολογείται με 3,45 και είναι μικρότερος ακόμα και από αυτόν της Tουρκίας και της Kορέας. [Eπιτροπή Oικονομικής Πολιτικής της E.E. (EPC) 2008].

Aπό τη δεκαετία του '80 μέχρι σήμερα έχουν συσταθεί δεκάδες εξεταστικές επιτροπές στη λογική «μία σου, μία μου» που αναπαράγουν την ασυλία και την ατιμωρησία. O ένας αθωώνει τον άλλο για την επόμενη φορά που οι ρόλοι αντιστραφούν, σύμφωνα με την αρχαία παροιμία «κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει». Ένας μόνο υπουργός καταδικάστηκε στην περιβόητη «κάθαρση – φούσκα» του 1989, ο Γ. Aποστολόπουλος κι αυτός μετά από μερικά χρόνια βραβεύτηκε επί πρωθυπουργίας K. Σημίτη με μια θέση στην Tράπεζα Aττικής. Πριν από λίγες μέρες η «υπόθεση Zαχόπουλου» μπήκε από τη Δικαιοσύνη στο αρχείο. Άλλωστε η ατιμωρησία των πολιτικών είναι και θεσμικά κατοχυρωμένη. Tο άρθρο 86 του Συντάγματος προβλέπει την παραγραφή των ποινικών αδικημάτων πρώην υπουργών ή μελών της κυβερνήσεως σε σύντομο χρονικό διάστημα. Για να μην αναφερθούμε και στον νόμο «περί ευθύνης υπουργών».

 

Tο σκάνδαλο του συστήματος ή το σύστημα – σκάνδαλο

 

H διαφθορά και η αδιαφάνεια είναι θεσμοθετημένα και δομικά στοιχεία του πολιτικού συστήματος. Tα σκάνδαλα αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου. Στη βάση του συμπεριλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι προϋπολογισμοί και οι ειδικοί λογαριασμοί (χωρίς διαχειριστικό έλεγχο) όλων των υπουργείων, οι αποικιοκρατικές συμβάσεις που συνάπτει ο δημόσιος τομέας με το μεγάλο κεφάλαιο, το ξεπούλημα δημοσίων οργανισμών, οι ιδιωτικοποιήσεις και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, όπως επιτάσσει το Mνημόνιο – μνημείο ξενόδουλης διακυβέρνησης της χώρας από ΔNT και E.E.  

Ωστόσο, είναι εξίσου αλήθεια ότι η σκανδαλολογία χρησιμοποιείται ως μέσο αποπροσανατολισμού και πρόκλησης τεχνητής πόλωσης διευκολύνοντας την λήθη και την εναλλαγή των κομμάτων εξουσίας. Eυνοεί τον μιθριδατισμό της «κοινής γνώμης», νομιμοποιεί την λαμογιά και τον εύκολο και ανέντιμο πλουτισμό. Tαυτόχρονα κρύβει την άλλη όψη των σκανδάλων και, κυρίως, το μέγα σκάνδαλο που είναι η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και παράγει όλα τα «μικρότερα»: προκλητική κερδοφορία και «ρυθμίσεις» χρεών μεγάλων επιχειρήσεων, φοροαπαλλαγές των λίγων και ισχυρών και, κυρίως, των εφοπλιστών, καθήλωση μισθών και περιστολή δικαιωμάτων και ελευθεριών για τους εργαζομένους.

Γράφει ο Brice de Tours («Mικρός οδηγός της πολιτικής διαφθοράς», εκδόσεις Kέδρος): «Tα MME λατρεύουν να καταγγέλλουν τις μικρές δοσοληψίες που εντοπίζονται εύκολα. Ένας φάκελος 10.000 ευρώ που βρέθηκε στο σπίτι ενός υπουργού πυροδοτεί υστερία, αλλά μια υπουργική απόφαση που έχει ως αποτέλεσμα να αλλάξουν χέρια εκατομμύρια ευρώ θα αποσιωπηθεί ή ακόμα καλύτερα θα λιβανιστεί». Πίσω από την άλλη πλευρά του φεγγαριού κρύβεται η νόμιμη ληστεία του κοινωνικού πλούτου που παράγουν οι εργαζόμενοι σωρεύοντας αμύθητα κέρδη για τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις πολυεθνικές. Mε άλλα λόγια τα σκάνδαλα είναι η άλλη και λιγότερο ορατή όψη της κοινωνίας της εκμετάλλευσης, της φτώχειας και της ανεργίας.

 03-08-2010

 

ΠΗΓΗ: http://www.alfavita.gr/artro.php?id=6529  

Εκκλησιολογική κόντρα Μεσσηνίας-Τσελλεγίδη Ι

Σας απαντώ για τελευταία φορά

 

Του Σεβ. Μεσσηνίας Χρυσόστομου ( Σαββάτου) στον Καθηγητή Τσελεγγίδη

 

[Στο τέλος η επιστολή – αφορμή – του κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη]*

 

Καλαμάτα  15  Ιουλίου 2010

Προς Τον Ελλογιμώτατον Καθηγητήν κ.  Δημ. Τσελεγγίδην

Αριστοτέλειον Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης, Θεολογική Σχολή

Τμήμα Θεολογίας, Τομέα Δογματικής Θεολογίας

54124  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

 

Ελλογιμώτατε Κύριε Καθηγητά,

Έλαβα την από 7-7-2010 επιστολή Σας και προσπάθησα να απαντήσω όσο το δυνατόν γρηγορότερα, και όχι όπως Εσείς μετά από παρέλευση περίπου ενός έτους, με δικαιολογίες, τις οποίες μπορώ να χαρακτηρίσω τουλάχιστον παιδαριώδεις.

Α.  Σας διαφεύγει, Κύριε Καθηγητά, ότι:

1) Κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα συναντηθήκαμε μία φορά δια ζώσης στην Αθήνα, ως μέλη Εκλεκτορικού Σώματος, και επικοινωνήσαμε τηλεφωνικώς άλλες δύο φορές για ανάλογη υπόθεση και ουδεμία συζήτηση η υπόδειξη μου κάνατε  ή κάποια επιφύλαξη μου εκφράσατε για το σχετικό θέμα.

2) Ορθώς αναφέρατε στην επιστολή της 5-10-2009, ότι σκοπός Σας ήταν, όπως «εν όψει της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών στην Κύπρο, ουσιαστικά», να υπενθυμίσετε ο,τι «η Κανονική τάξη της Εκκλησίας επιβάλλει:

α) Να γνωστοποιηθεί το θέμα στους σεπτούς Ιεράρχες μας.

β) Να τεθεί το θέμα στην Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, προκειμένου να συζητηθεί με βάση τον υπάρχοντα σχεδιασμό (προσχέδιο) της Επιτροπής, να τοποθετηθεί η Ιεραρχία και να εκδώσει τη Συνοδική της πρόταση.  Και

γ) ο εκπρόσωπος της Ελλαδικής Εκκλησίας να μεταφέρει στην Κύπρο τη Συνοδική της τοποθέτηση, και εντός των ορίων της να κινηθεί και ο ίδιος», (αυτό άλλωστε ήταν και το μοναδικό αίτημά Σας).

Όπως καλώς γνωρίζετε η ΙΣΙ του μηνός Οκτωβρίου (16/2009) σε δύο πολύωρες Συνεδρίες της (μία απογευματινή και μία πρωϊνή), συνεζήτησε το θέμα επί μακρόν και εξέδωσε το παρακάτω Ανακοινωθέν, με το οποίον και έδωσε απαντήσεις προς τα αιτήματά Σας. Ειδικότερα στο Ανακοινωθέν μεταξύ άλλων αναφέρεται, ότι:

«Οι Εκπρόσωποι της Εκκλησίας μας στον συγκεκριμένο διάλογο έχουν σαφή γνώση της Ορθοδόξου Θεολογίας, της Εκκλησιολογίας και της Εκκλησιαστικής Παραδόσεως και προσφέρουν τις γνώσεις και τις δυνάμεις τους προς το σκοπό «της των πάντων ενώσεως», «εν αληθεία» και μέσα στα απαραίτητα θεολογικά πλαίσια και τις αποφάσεις των Πανορθοδόξων Συνδιασκέψεων».
Εσείς βέβαια και οι ομόφρονές Σας έχετε το δικαίωμα να διαφοροποιηθήτε από την παρούσα Συνοδική απόφαση και επίσης να την αμφισβητείτε, αλλά και μετά την διαφοροποίησή Σας να συνεχίζετε να ανήκετε στην Εκκλησία (!!!)


2) Κατά την ίδια Συνεδρία εξέφρασαν τις απόψεις τους αρκετοί Αρχιερείς και σε κανένα από τα μέλη της ΙΣΙ δεν απαγορεύτηκε ο λόγος, δεν κατάλαβα λοιπόν γιατί ο Σεβ. Κυθήρων δεν ζήτησε επί πλέον διευκρινήσεις, είτε εν συνεδρία, είτε κατ' ιδίαν (όπως έκανε ο Σεβ. Πειραιώς), αλλά επέλεξε να επαναφέρει το θέμα λίγες μέρες προ της συγκλήσεως της εκτάκτου Ιεραρχίας, κατά μήνα Ιούνιον 2010, μετά παρέλευση ενός έτους και όταν το ζήτημα είχε πλέον κλείσει, ενώ προ των πυλών υπάρχει η προσεχής σύγκλησις της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής του Διαλόγου;  Εσείς βεβαίως περισσότερο σώφρων καταλάβατε, ότι μετά το παραπάνω Ανακοινωθέν ουδένας διάλογος χωρεί, ξαφνικά όμως, ένα χρόνο μετά (!!!), αντιληφθήκατε ότι δεν Σας ικανοποιούσαν εκκλησιολογικά τα όσα η ΙΣΙ του Οκτωβρίου 2009 απεφάσισε σχετικά «με το εκκλησιολογικό αυτό θέμα, που αφορά καίρια την ταυτότητα και την αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας» (σελ. 2, επιστολής 7-7-2010, προς τον γράφοντα) και αποφασίσατε να σπάσετε τη σιωπή Σας και να θέσετε και πάλιν το ζήτημα (!!!).

Μου γεννάται όμως μία απορία. Πως αντέξατε Κύριε Καθηγητά έναν ολόκληρο χρόνο να δοκιμάζεται η θεολογική Σας αγωνία,  και πως υπομείνατε τη δοκιμασία της εκκλησιολογικής Σας αυτοσυνειδησίας, ως πιστό και ενεργό μέλος του Σώματος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και δεν αντιδράσατε; Είμαι σίγουρος, ότι και του χρόνου αλλά και κάθε χρόνο, λίγο πριν τη σύγκληση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής θα Σας υπομιμνήσκουν οι ομόφρονές Σας τη θεολογική Σας αγωνία και τη τρωθείσα εκκλησιολογική Σας αυτοσυνειδησία, προς αφύπνιση του ορθο-δόξου φρονήματός Σας (!!!).

Επιπλέον δεν αποτελούν άλλοθι για Σας, τα όσα δηλώνετε στην παράγραφο 1, της επιστολής της 7-7-2010 προς τον γράφοντα, σχετικά με την Εισήγησή Σας, σε Ημερίδα, στην Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς (28-4-2010), κατευθυνόμενης και ποδηγετούμενης νοοτροπίας, στην οποίαν δεν εκλήθησαν και  «άλλες» φωνές, ώστε να γίνει διάλογος. Δεν είμαι υποχρεωμένος να ασχολούμαι και να παρακολουθώ με ο,τι μπορείτε να εκφράζετε και να δηλώνετε. Στη παραπάνω Ημερίδα μόνοι Σας τα είπατε, μόνοι Σας τα ακούσατε (!!!), σε αντίθεση με την Ημερίδα της Θεσσαλονίκης (20-5-2009), όπου κληθήκατε, προκειμένου ελεύθερα να εκφράσετε τις απόψεις Σας και μάλιστα «εν πομπή».

Φρονώ ότι από έναν ακαδημαϊκό διδάσκαλο και άνθρωπο της επιστήμης, τέτοιου είδους ενέργειες απάδουν, τουλάχιστον ως προς την ιδιότητά Του.


Β.  Έρχομαι τώρα στα όσα με κατηγορείτε Εσείς,
ο Σεβ. Κυθήρων και οι ομόφρονές Σας, τα οποία μάλιστα συνεπάγονται «κατά τα Πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων………… καθαίρεση και αφορισμό κατά περίπτωση σ' όποιον εμμένει στη θεώρηση αυτή» (σελ. 4, επιστολή 7-7-2010 προς τον γράφοντα).
1) Από την εποχή ήδη του Ιγνατίου Αντιοχείας και του Κυπριανού Καρθαγένης η Καθολικότητα της Εκκλησίας δεν προσδιορίζετο στη βάση της διαφοροποίησής της από τα σχίσματα και τις αιρέσεις, αλλά αποκλειστικά και μόνο στη βάση της θείας Ευχαριστίας. Η «καθόλου» Εκκλησία εκφράζεται στην Ευχαριστία, στην οποία προΐσταται ο επίσκοπος, περιστοιχιζόμενος από τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους. Η τοπική Εκκλησία δεν είναι μέρος της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά είναι η Καθολική Εκκλησία καθαυτή. Η Καθολική Εκκλησία συνηγμένη γύρω από τον Χριστό είναι ταυτόσημη με την τοπική Εκκλησία που συνάζεται γύρω από τον επίσκοπό Της. Κάθε τοπική Εκκλησία με τον επίσκοπό Της είναι η Καθολική Εκκλησία, γιατί πραγματώνει την απτή παρουσία του όλου Χριστού. Επιπλέον η Καθολικότητα της Εκκλησίας συνδέεται και με την ορθοδοξία, ενώ συνεχίζει να συσχετίζεται με την τοπική Εκκλησία, γι'αυτό η τοπική Εκκλησία ταυτίζεται με την Καθολική Εκκλησία και η Καθολικότητα της Εκκλησίας συνδέεται όλο και πιο συχνά με την ορθοδοξία. Σύμφωνα μάλιστα με τον Κυπριανό, η ορθόδοξη πίστη δεν είναι το μόνο γνώρισμα της Καθολικότητας της Εκκλησίας, γιατί η Καθολική Εκκλησία είναι το κριτήριο για την ορθοδοξία, ενώ δεν ισχύει το αντίστροφο, αφού η Καθολική Εκκλησία κατέχει την πληρότητα του Σώματος του Χριστού, η οποία συγκροτείται στην ευχαριστιακή σύναξη των ορθοδόξων υπό τον κανονικό επίσκοπο. Υπ' αυτήν την προϋπόθεση οι σχιματικοί είναι εκτός της μίας Ευχαριστίας υπό τον ένα και κανονικόν επίσκοπον της Καθολικής Εκκλησίας, γεγονός το οποίον επιβεβαιώνει ότι οι σχισματικοί δεν ανήκουν στην Εκκλησία και τα μυστήριά τους δεν έχουν καμία ισχύ. Η ορθοδοξία και η μυστηριακή ζωή λοιπόν βρίσκονται σε μία αμοιβαία εξάρτηση και ενυπάρχουν στην Εκκλησία της οποίας είναι επικεφαλής ο ένας και μοναδικός κανονικός επίσκοπος.


Ανάλογη είναι και η θέση σχετικά προς την Ενότητα της Καθολικής Εκκλησίας. Η Ενότητα συνδέεται με την Ευχαριστία όπως και το λειτούργημα του επισκόπου, ενώ οποιαδήποτε αποκοπή από την Ευχαριστία σημαίνει αποκοπή από την τοπική αλλά και από  την  οικουμενική Εκκλησία, δηλαδή σχίσμα. Η σχισματική αυτή διάσπαση η η αιρετική αυτή διαίρεση δεν συνεπάγεται ούτε μία νέα «καθολική» Εκκλησία, ούτε μία διάσπαση της Ενότητας της Εκκλησίας, ενώ η ύπαρξη της νέας ομάδας, υπό τον αντικανονικόν επίσκοπον, δεν διαταράσσει την Ενότητα της τοπικής Εκκλησίας. Γιατί συμβαίνει αυτό ; Διότι είναι γνωστόν, από την Εκκλησιαστική Ιστορία (βλ. Αντιοχειακό Σχίσμα),  ότι η κανονικότητα του επισκόπου  κάθε τοπικής Εκκλησίας είναι αποτέλεσμα  όχι μόνο της αποστολικής διαδοχής, της χειροτονίας και της κοινής ομολογίας της πίστεως, αλλά και της αδιακόπου και συνεχούς συμμετοχής του εις την επισκοπικήν σύνοδον, των λοιπών τοπικών Εκκλησιών, μέσα από την οποίαν εκφράζει και επιβεβαιώνει την κανονικότητα του επισκοπικού του λειτουργήματος, γι' αυτό και η ευχαριστιακή κοινωνία μεταξύ των τοπικών Εκκλησιών καθίσταται η υπέρτατη έκφραση της Ενότητάς τους και της Καθολικότητάς τους.

Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίον να κάνουμε την εξής διευκρίνηση. Η νέα πραγματικότητα, η οποία προήλθε από την σχισματική διάσπαση η την αιρετική απόκλιση είναι ελευθέρα να εκφράζει την εκκλησιολογική της αυτοσυνειδησία σε σχέση και αναφορά προς το ποίμνιό της και όχι προς την «καθόλου» Εκκλησία, γι' αυτό και δεν συνεπάγεται ότι κλονίζεται η Ενότητα της Εκκλησίας καθεαυτή.

Οποιαδήποτε λοιπόν σχισματική διαίρεση ή αιρετική διάσπαση δεν αλλοιώνει ούτε τη Μοναδικότητα, ούτε την Καθολικότητα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ούτε την Ενότητά της. Η δημιουργία μετά το σχίσμα μίας νέας εκκλησιαστικής πραγματικότητας δεν συνεπάγεται και αλλοίωση της Καθολικής Εκκλησίας. Όσο και αν οι πιστοί η οι επίσκοποι διασπώνται από τον κανονικό τρόπο έκφρασης της εκκλησιαστικής ενότητας και της καθολικότητας, εντούτοις η Ενότητα και η Καθολικότητα της Εκκλησίας παραμένει αναλλοίωτη. Αυτό αποδεικνύει η εκκλησιαστική ιστορία, αυτό επιβεβαιώνουν κάθε φορά οι Οικουμενικές και οι Τοπικές Σύνοδοι όταν κατεδίκαζαν τις αιρέσεις και τα σχίσματα της εποχής τους και συγχρόνως διακήρυτταν την πίστιν τους στην Μία, Αγία, Καθολική και  Αποστολική Εκκλησία.

Η Ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι προϊόν μιας αθροιστικής ένωσης επιμέρους τοπικών Εκκλησιών, όπως αφήνετε να εννοήσουν οι αναγνώστες της Επιστολής Σας, ( 7-7-2010 προς τον γράφοντα), ούτε η Καθολικότητα της Εκκλησίας είναι άθροισμα επιμέρους αριθμητικών εκκλησιαστικών μονάδων, γι' αυτό˙ και το οποιοδήποτε ιστορικό σχίσμα η η οποιαδήποτε διαίρεση στο σώμα της αδιαίρετης Εκκλησίας δεν συνεπάγεται και την διατάραξη της Ενότητας, της Καθολικότητας και της Μοναδικότητας της Εκκλησίας, όπως και η οποιαδήποτε αιρετική απόκλιση δεν συνεπάγεται την αλλοίωση της ορθοδοξίας καθεαυτή.  Ποιό είναι λοιπόν το κριτήριο όλων αυτών και η ασφαλιστική δικλείδα;  Ο κανονικός επίσκοπος, ο οποίος είναι τόσο ο προεστώς της Ευχαριστίας όσο και ο θεματοφύλακας της ορθοδοξίας γι' αυτό και είναι ο υπεύθυνος και ο εγγυητής για την πραγμάτωση της Ενότητας και της Καθολικότητας της Εκκλησίας. Για να συνδέσει τον επίσκοπο με την Ενότητα της Εκκλησίας ακόμη πιο ξεκάθαρα ο Κυπριανός, αναφέρει, «episcopum in ecclesia esse, et si qui cum episcopo non sit in ecclesia non esse» [ο επίσκοπος είναι εν τη Εκκλησία και αν κάποιος δεν είναι με τον επίσκοπο δεν είναι ούτε με την Εκκλησία], και συνεχίζει, «ecclesia super episcopos  constituatur» [η Εκκλησία είναι οικοδομημένη πάνω στους επισκόπους]. Χωρισμός από τον επίσκοπο σημαίνει χωρισμός από την Εκκλησία. Όσοι θέλουν λοιπόν να ανήκουν στην Εκκλησία, πρέπει να δεσμεύονται και να σέβονται, αλλά και να διαφυλάττουν την Ενότητα της Εκκλησίας, η οποία πραγματώνεται και εκφράζεται στο πρόσωπο του εκάστοτε κανονικού επισκόπου και σε αναφορική σχέση προς το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Αυτός που δεν είναι με τον επίσκοπο, ακόμη και οι χαρισματούχοι και οι «άγιοι»,  δεν είναι ούτε  με την Εκκλησία και αυτοί που δεν είναι με την Εκκλησία δεν είναι ούτε με τον Χριστό.


2)  Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι, σύμφωνα με τον Τερτυλλιανό, ο όρος «καθολική Εκκλησία» είναι συνώνυμος με τον όρο «ορθόδοξη Εκκλησία», ώστε αυτή να διακριθεί από τις αιρέσεις και τα σχίσματα, τα οποία δεν έχουν Καθολικότητα, ενώ η  Ευχαριστία  και η Καθολικότητα της Εκκλησίας συνεχίζουν να παραμένουν άρρηκτα συνδεδεμένες. «Η Ορθοδοξία είναι αδιανόητη χωρίς την Ευχαριστία» και το αντίστροφο. Εκφράζεται δε περίφημα με τα λόγια του Ειρηναίου  «Ημών σύμφωνος η γνώμη τη ευχαριστία και η ευχαριστία βεβαιοί την γνώμην». Έτσι λοιπόν η ορθοδοξία ήταν το προαπαιτούμενο για τη συμμετοχή στην Ευχαριστία και η Ευχαριστία «επιβεβαίωνε» τη μετοχή στην κοινή ορθόδοξη πίστη, ενώ για τον Ωριγένη, η ευχαριστιακή προσευχή έπρεπε να συμφωνεί με το ορθόδοξο δόγμα. Η ορθοδοξία όμως, δεν εκλαμβάνεται ως μία  ιδεολογοποιημένη αλήθεια, η οποία αποτελεί την συνθηματολογία μιας εκκλησιαστικής ομάδας η παρατάξεως, αλλά, είναι το αγιοπνευματικό εκείνο βίωμα της ευχαριστιακής εμπειρίας και κοινωνίας του αγίου Πνεύματος αλλά και η πραγματικότητα εκείνη, η οποία ενσαρκώνεται στο μυστήριο της Ευχαριστίας, το οποίον τελείται από τον κανονικό επίσκοπο και μέσα στο οποίο φανερώνεται η Ενότητα της Εκκλησίας, όπως και στο βάπτισμα και στην πίστη. Όλα αυτά είναι τα στοιχεία εκείνα μέσα από τα οποία αναδεικνύεται ότι  η Καθολικότητα της Εκκλησίας ταυτίζεται με το αυθεντικό και γνήσιο περιεχόμενο της εις Χριστόν πίστης.  Η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, δεν μπορεί να εκφράζεται σε κάθε εκκλησιαστική ομάδα, η οποία  βρίσκεται σε σχίσμα η αίρεση, έστω και αν χρησιμοποιεί τον τίτλο "Ορθόδοξη Εκκλησία" και μάλιστα με τον επιπλέον χαρακτηρισμό "Γνήσια", γιατί τότε  θα είμεθα υποχρεωμένοι να δεχθούμε και να αναγνωρίσουμε ως κανονικά και γνήσια και τα μυστήρια κάθε εκκλησιαστικής κοινότητας η ομάδας, η οποία θα αυτοχαρακτηρίζεται Ορθόδοξη και θα παρουσιάζει  εκκλησιαστική δομή και ιεραρχία όμοια με αυτή της κανονικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, πολλώ δε  μάλλον, όταν εκφράζει και την ίδια πίστη. Είναι αναγκαίον λοιπόν, όχι μόνο να δηλώνουμε πιστοί αλλά και να βρισκόμαστε σε εκκλησιαστική κοινωνία με την Καθολική Εκκλησία, προκειμένου να είμαστε ενταγμένοι στη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Τι σημαίνει αυτό; Ότι η οποιαδήποτε διαίρεση, είτε ως προς την πίστη (αίρεση), είτε ως προς την κανονικότητα (σχίσμα), ανεξάρτητα εάν είναι κατάτμηση ενός όλου σε δύο η περισσότερα μέρη (βλ. Λεξικό Γ. Μπαμπινιώτη), και η οποία θεολογικά είναι δυνατόν να δηλώνει και τη διαφορά και τη διάκριση, δεν μπορεί να δρα διαλυτικά στην Ενότητα και στην Καθολικότητα της Εκκλησίας καθεαυτήν (βλ. G.W.H. Lampe, A Patristic Greek Lexicon, Oxford 2001, σελ. 349, και σελ. 33, αναφορικά με τον όρο "αδιαίρετος"), γι' αυτό και ο Κυπριανός Καρθαγένης, δηλώνει : extra Ecclesia nulla salus.  Η θέση αυτή ισχύει πάντοτε και παντού, ακριβώς γιατί η διαίρεση, η διάσταση η η διάκριση δεν αναιρεί τον σωτηριολογικό ρόλο της Εκκλησίας, ενώ έχει αρνητικές συνέπειες για τους διασπώμενους η αποσχιζόμενους, τους ευρισκομένους δηλαδή εκτός Εκκλησίας. Ενώ αυτή η θεολογική αρχή ισχύει κατανοείται υπό διαφορετικές προϋποθέσεις, όταν η ορθοδοξία εκλαμβάνεται ως ιδεολογία και όχι ως ένα ευχαριστιακό γεγονός στην ζωή της Εκκλησίας.

Άρα η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, δεν είναι μία γενική και αόριστη Εκκλησία, όπως Εσείς Κύριε Καθηγητά την προσδιορίζετε (βλ. § 13 του άρθρου Σας, στο περιοδικό "Εν Συνειδήσει"), αλλά η κάθε τοπική Εκκλησία, η οποία λειτουργεί υπό τον κανονικόν Επίσκοπον και με συγκεκριμένο τρόπο, το μυστήριο δηλαδή της Θείας Ευχαριστίας, όπου βλέπει να εκφράζεται το "όλον", όχι με γεωγραφικούς προσδιορισμούς (Ανατολή-Δύση, Βορράς-Νότος) η χρονικούς (πριν-μετά), αλλά ως Σώμα Χριστού, στο οποίο περιλαμβάνονται απείρως περισσότερα μέλη από αυτά, τα οποία η ευχαριστιακή εμπειρία και η ορατή Εκκλησία μπορεί να αριθμίσει μέχρι και σήμερα.


Γ.  Το σχίσμα του 1054, σημαίνει διαίρεση της Εκκλησίας.
Νομίζω ότι ουδεμία αμφισβήτηση υφίσταται, πολλώ μάλλον όταν ολόκληρη η πατερική γραμματεία του ΙΕ  αἰῶνος αποδέχεται ότι έχουμε διηρημένη την Εκκλησία του Χριστού, την ευρισκομένην υπό την Μίαν Κεφαλήν του Σώματος, τον Χριστό. (βλ. Μάρκος Εφέσου ο Ευγενικός).

Ήταν δυνατόν να είχαμε σχίσμα /  διαίρεση, διάκριση η διαφοροποίηση χωρίς διαίρεση;  Νομίζω όχι. Η διαίρεση αυτή διετάραξε η αλλοίωσε την Ενότητα και Καθολικότητα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, όπως αυτή περιγράφεται και σημαίνεται στο Σύμβολο της Πίστεως, το Σύμβολο της Β΄  Οἰκουμενικής Συνόδου; Όχι βέβαια, γιατί κάθε διαίρεση η διάσπαση δεν σημαίνει αλλοίωση της Ενότητας, (όχι της εκκλησιαστικής ένωσης, εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή ως προς την διάκριση και τη χρήση των δύο αυτών όρων), ούτε της Καθολικότητας, την οποίαν εκφράζει η υπό τον κανονικόν επίσκοπον Ορθόδοξη Εκκλησία, γιατί οι εκκλησιολογικές συνέπειες οποιασδήποτε διαφοροποίησης δεν  αποδίδον-ται προς το Καθολικό Σώμα της Εκκλησίας, αλλά προς αυτόν, ο οποίος αποσχίζεται η διαφοροποιείται από το Καθολικό Σώμα της Εκκλησίας.

 

Δ.  Στα όσα αναφέρετε, με τόση επιμονή και αποκλειστικότητα, σχετικά με την έννοια της ΜΙΑΣ Εκκλησίας, θα Σας συνιστούσα να βάζετε πάντοτε τα παραπάνω όρια (κανονικά και χρισματικά) και τις θεολογικές προϋποθέσεις που προανέφερα, γιατί κινδυνεύετε να πέσετε Εσείς η να παρασύρετε και άλλους σε μία αντίληψη περί ΜΙΑΣ Εκκλησίας,  μοναδικής και αποκλειστικής, η οποία είτε κατανοείται αθροιστικά, οπότε η ΜΙΑ Εκκλησία ταυτίζεται με το άθροισμα των τοπικών Εκκλησιών, είτε εμφανίζεται ως ομοσπονδία τοπικών Εκκλησιών. Τι σημαίνει αυτό εκκλησιολογικά; Ότι η ΜΙΑ αυτή μοναδική και αποκλειστική  Εκκλησία είναι η γενική, αόρατη και υπερβατική Εκκλησία, η οποία καθίσταται η ΜΙΑ καθολική Εκκλησία, η ΜΙΑ "Υπέρ-Εκκλησία", με τις άλλες τοπικές Εκκλησίες να φέρονται απλά και μόνο ως "επαρχίες" της ΜΙΑΣ καθολικής – οικουμενικής Εκκλησίας.

Και γίνομαι πιο συγκεκριμένος. Χρειάζεται να επεξηγήσετε. Τι πραγματικά σημαίνεται/περιγράφεται  με τον όρο Εκκλησία η ΜΙΑ Εκκλησία; Είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία η η ΜΙΑ Εκκλησία, η οποία είναι μία κοινωνία από τοπικές Εκκλησίες; Ποιά είναι τα όρια – κανονικά και χαρισματικά – της  ΜΙΑΣ Εκκλησίας; Ταυτίζονται με τα όρια της Καθολικής Εκκλησίας; Η τοπική και η Μία Εκκλησία αλληλοπεριχωρούνται; Ισχύει δηλαδή και το Ecclesia in et ex Ecclesiis αλλά και το Ecclesiae in et ex Ecclesia;

Η κοινωνία των τοπικών Εκκλησιών είναι ο τρόπος φανέρωσης της Ενότητας, και της Καθολικότητας των τοπικών Εκκλησιών, η απλά ο τρόπος έκφρασης της Ενότητας ως Πολλαπλότητας;

Θέτω όλα αυτά τα ερωτήματα γιατί με την εμμονή Σας στην έκφραση, ότι «Η Μία και μόνη – αδιαίρετη πάντοτε – Εκκλησία γεννά μυστηριακώς "δι' ύδατος και Πνεύματος", τα μέλη της, δεν γεννά άλλες Εκκλησίες», χωρίς τα διευκρινιστικά όρια (κανονικά και χρισματικά), προϋποθέτει την αντίληψη του Αυγουστίνου, ο οποίος, επηρεασμένος από το εν του Νεοπλατωνισμού και με βάση τις νεοπλατωνικές  απορροές, προσπάθησε να ερμηνεύσει την μοναδικότητα της Εκκλησίας και οδηγήθηκε στην αποκλειστικότητα της ΜΙΑΣ και μοναδικής (ορατής η αόρατης) Εκκλησίας. Με βάση όμως τις ίδιες αυγουστίνειες αρχές, στη Δύση εμφανίστηκε όχι μόνο η ΜΙΑ παγκόσμια Εκκλησία αλλά και μία ακόμη θεωρητική διάκριση, μεταξύ της ουσίας και της υπάρξεως της Εκκλησίας ( Rahner και Ratzinger), μέσα από την οποίαν η ουσία της MIAΣ Εκκλησίας βρίσκεται στην παγκόσμια Εκκλησία. ΜΙΑ Εκκλησία δηλαδή αόριστη και αόρατη, κατά την ουσία της, καθίσταται ορατή, μόνο αθροιστικά κατά την ύπαρξή της, και φανερώνεται στο άθροισμα των επιμέρους τοπικών Εκκλησιών.

Νομίζω όμως, ότι ύστερα από όσα Σας ανέφερα καθίσταται κατανοητό, από έναν Καθηγητή της Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας, τι συνεπάγονται όλα αυτά !!!

α)  Καθολικότητα αθροιστικού τύπου,

β) Ενότητα μελών και μερών ως άθροισμα, η οποία προϋποθέτει  την πολλαπλότητα των Εκκλησιών.

γ) Επισκοπικό λειτούργημα, το οποίο οδηγεί αναγκα-στικά σε ένα πρωτείο εξουσίας και αλαθήτου, του ενός επισκόπου στην Καθόλου Εκκλησία.


Καταλαβαίνετε λοιπόν γιατί όλες οι επιφυλάξεις μου, γι' αυτή την έννοια της μοναδικότητας (ΜΙΑ Εκκλησία) και της αποκλειστικότητας της ΜΙΑΣ Εκκλησίας, την οποίαν προσπαθείτε να επιβάλλετε κατ' εφαρμογήν του Συμβόλου της Πίστεως, Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως και μόνον, το οποίον βέβαια και αναγνωρίζουμε και ομολογούμε.

Ότι η Εκκλησία είναι Μία, είναι μία εκκλησιολογική αρχή την οποίαν όλοι αποδεχόμαστε, η Μία όμως αυτή Εκκλησία ταυτίζεται με την ΜΙΑ – παγκόσμια Εκκλησία, όπως την εξέλαβαν οι Α  καί Β  Βατικανές Σύνοδοι;  Η Δυτική Εκκλησία, μετά το κείμενο της Ραβέννας, βρίσκεται σε μία θεολογική αμηχανία, γιατί τόσο στο συγκεκριμένο κείμενο, όσο και στα προηγούμενα κείμενα του Διαλόγου (Μονάχου, Bari, Νέου Βαλάμου), χωρίς να αναγνωρίζεται η προτεραιότητα της Καθολικότητας της παγκόσμιας Εκκλησίας τονίζεται και αναγνωρίζεται η Καθολικότητα της τοπικής Εκκλησίας έναντι της Καθολικότητας της παγκόσμιας Εκκλησίας.


Ε. Έρχομαι τώρα στα μεθοδολογικά Σας λάθη,
Κύριε  Καθηγητά, τα οποία δεν θα ήθελα  να Σας τα αναφέρω, και τόσο καιρό σιωπώ, ένεκα σεβασμού σε ένα πρόσωπο το οποίο στον πανεπιστημιακό χώρο τρεις φορές με ψήφισε στην εξελικτική μου διαδικασία και μάλιστα στις δύο ως μέλος της Εισηγητικής Επιτροπής και ανεπιφυλάκτως  υπέγραψε και εψήφισε για την εξέλιξή μου.

Δυστυχώς όμως ο τρόπος με τον οποίον προσπαθείτε, στη τελευταία επιστολή Σας (7-7-2010), να στηρίξετε τις ανυπόστατες αντιλήψεις του Σεβ. Κυθήρων και των ομοφρόνων Σας, για αιρετική απόκλισή μου από την εκκλησιολογία των πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων, μου επιβάλλει να αντισταθώ, σύμφωνα άλλωστε και με την προτροπή των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι ορίζουν ότι κάθε κατηγορία μπορούμε να υπομείνουμε εκτός από την κατηγορία της αίρεσης.

α)  Όπως Σας ανέφερα στην πρώτη Επιστολή μου (1-10-2009) κάνετε ένα σοβαρό μεθοδολογικό λάθος, το οποίο δυστυχώς το επαναλαμβάνετε συνεχώς, σε κάθε τοποθέτησή Σας στα κείμενα του Θεολογικού Διαλόγου, ανεπίτρεπτο για έναν επιστήμονα!

Το κείμενο της Ραβέννας (2008), όπως και τα προηγούμενα τρία θεολογικά κείμενα (Μονάχου, Bari, Νέου Βαλάμου), αναφέρονται σε εκκλησιολογικά θέματα της πρώτης χιλιετίας, δηλαδή προ του 1054, περίοδο της Αδιαίρετης Εκκλησίας σε Ανατολή και Δύση. Οποιαδήποτε λοιπόν θεώρηση λειτουργίας του πρωτείου του επισκόπου Ρώμης, με βάση τα κείμενα της Α'  καί Β'  Βατικανής Συνόδου, είναι εκτός του ορίζοντος ερεύνης των   συγκεκριμένων κειμένων, γι' αυτό και δεν καταλαβαίνω ποιά σημασία έχουν τα όσα αναφέρετε στην δεύτερη παράγραφο της τελευταίας σελίδας του άρθρου Σας (<<Άλλωστε, ποτέ η Ορθόδοξη Εκκλησία… –  έχει πάρει αυθαιρέτως τη θέση του Πνεύματος της Αληθείας στην Παγκόσμια Εκκλησία>>). Τα ίδια και για τα περί αλαθήτου (19ος αιώνας) και κτιστής χάριτος (15ος αιώνας), τα οποία επισημαίνετε στην § 5 του άρθρου Σας, θέματα επίσης τα οποία αφορούν την δεύτερη χιλιετία.


Θεωρώ ότι υποπίπτετε στο ίδιο μεθοδολογικό λάθος με τα όσα κριτικά δηλώνετε στην § 7 του άρθρου, σχετικά με τις §§ 9-11 και 18-33 του κειμένου της Ραβέννας. Στα πλαίσια εξετάσεως του πρωτείου του επισκόπου Ρώμης κατά τη δεύτερη χιλιετία, θα εξετασθεί οπωσδήποτε και το θέμα της Ουνίας, ως πρόβλημα καθαρώς εκκλησιολογικό.


Είναι άξια παρατηρήσεως και σχολιασμού τα όσα διαπραγματεύεσθε στη § 6 του άρθρου Σας, με μία υπόθεση η οποία δεν επιβεβαιώνεται από το ίδιο το κείμενο της Ραβέννας, όπου προσπαθείτε να οδηγήσετε τον αναγνώστη στις ατραπούς της έννοιας της <<Παγκόσμιας Εκκλησίας>>, άποψη η οποία δεν είναι παραδεκτή ούτε κατ' έννοιαν, ούτε κατά περιεχόμενο από το συγκεκριμένο κείμενο.Στην § 13 του άρθρου Σας δεν κατανοώ εις τι έγκειται η επιφύλαξή Σας και <<το εκκλησιολογικό απαράδεκτο και το αντιφατικό>>. Η Εκκλησία του Χριστού, είναι Μία και Αδιαίρετη, πριν το σχίσμα, σήμερα είναι διηρημένη, αφού βρισκόμαστε σε σχίσμα, αυτό επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της  § 41 του Κειμένου της Ραβέννας, εκτός εάν ιστορικά δεν υφίσταται σχίσμα, οπότε έχουμε ένωση των Εκκλησιών !!!

Δεν νοείται από έναν έγκριτο Καθηγητή της Δογματικής και της Συμβολικής Θεολογίας να διατυπώνει <<ότι παρέχεται σαφώς η εντύπωσις στον αναγνώστη, πως υπάρχει Μία αόριστη, αλλά υπερκείμενη όλων των επί μέρους Εκκλησιών, Εκκλησία του Θεού. Αυτό όμως κατανοείται μάλλον προτεσταντικώς>>. Σας διαφεύγει ότι δεν υπάρχει Μία αόριστη Εκκλησία, αλλά η Μία και Αδιαίρετη Εκκλησία, η οποία εκφράζεται σε κάθε τοπική Εκκλησία και δεν θεωρείται αθροιστικώς ούτε η Ενότητά της, ούτε η Καθολικότητά της. Για παράδειγμα, υπήρχε η τοπική Εκκλησία της Καρθαγένης υπό τον Κυπριανόν, όπου εξεφράζετο η Καθολικότητα της Εκκλησίας όπως υπήρχε και η τοπική Εκκλησία της Σμύρνης υπό τον Πολύκαρπον, όπου επίσης εξεφράζετο η Καθολικότητα της Εκκλησίας.
Αυτή είναι πεποίθηση η οποία υπάρχει σ' Ανατολή και Δύση, πριν το σχίσ

μα, δηλαδή πριν το 1054. Μετά το σχίσμα, ουδέποτε υπήρξε στην Ανατολή η αντίληψη ότι υπάρχει Μία Εκκλησία ως υπερκείμενη όλων των άλλων επί μέρους Εκκλησιών (!!!). Η τοπικότητα  των Εκκλησιών δεν καταργήθηκε και μάλιστα σε σχέση προς την Καθολικότητα της Εκκλησίας. Η αντίληψη αυτή δεν ισχύει βέβαια, μετά το 1054, στην Δύση, γιατί διαμορφώθηκαν άλλες αρχές και όροι κατανόησης και προσέγγισης της <<Καθολικότητας>>, αλλά αυτά θα μελετηθούν όταν θα συζητηθεί, η έννοια του πρωτείου στη δεύτερη χιλιετία. Αυτό δηλώνει η § 3 του κειμένου της Ραβέννας, την οποίαν προκειμένου να την αποδυναμώσετε στο άρθρό σας (σελ. 104) προσπαθείτε να την κρίνετε, όχι με τις αρχές και τις εκκλησιολογικές δομές, τις υφιστάμενες στην πρώτη χιλιετία, αλλά με την υφιστάμενη εκκλησιολογική διαφοροποίηση της δεύτερης χιλιετίας.

Η διευκρινιστική υποσημείωση περί της Εκκλησίας (υποσ. 1) είναι ακριβώς η έκφραση της αυτοσυνειδησίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, σε σχέση προς την πίστη Της και σε αναφορά προς το Σύμβολο της Πίστεως Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως και όχι σε αντιδιαστολή προς την εκκλησιολογική συνείδηση των κειμένων της Β  Βατικανής Συνόδου. Με την παραπάνω παράγραφο διατυπώνεται η θέση των ορθοδόξων Αντιπροσώπων, σε αναφορά προς την εκκλησιολογική τους αυτοσυνειδησία, εκτός εάν και αυτό είναι κατά τη γνώμη Σας αίρεσι (!!!)

β) Ευτυχώς τις ίδιες απόψεις με μένα, ως προς τα μεθοδολογικά Σας λάθη, εκφράζει και ο Καθηγητής κ. Γ. Μαρτζέλος, συνάδελφός Σας στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης. Συγκεκριμένα στο άρθρό του, στο περιοδικό "Θεολογία" (81/2010, σελ. 46-47 υποσ. 37), σημειώνει με έμφαση τη σύγχυση, την οποίαν δημιουργούν οι εσφαλμένες αυτές αφετηριακές και μεθοδολογικές προϋποθέσεις Σας.

γ)  Στην επιστολή Σας (7-7-2010) αναφέρετε ότι προσπαθώ να στηρίξω την εκκλησιολογική μου τοποθέτηση, όχι στο Σύμβολο της Πίστεως αλλά στην § 41 του κειμένου της Ραβέννας, το οποίο κάνει λόγο για την «εποχή της αδιαίρετης Εκκλησίας», και συνεχίζετε, «έτσι, δίνετε την εντύπωση ότι αποδίδετε μεγαλύτερη σημασία σε ένα Κοινό Κείμενο μιας Διεθνούς Επιτροπής για το Θεολογικό Διάλογο, συνισταμένης από ανθρώπους που αναζητούν την αλήθεια, παρά τις αποφάσεις και Όρους Οικουμενικών Συνόδων, οι οποίες αποφαίνονται εν Αγίω Πνεύματι για την αλήθεια της Εκκλησίας. Πάντως, από τη διατύπωση του Κοινού Κειμένου γίνεται, πράγματι, σαφές ότι για τα Μέλη της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής δεν υφίσταται σήμερα η αδιαίρετη Εκκλησία. Η Εκκλησία δηλαδή σήμερα είναι διηρημένη, παρά την δογματική αλήθεια της ίδιας της Εκκλησίας, που ομολογούμε λεκτικά στο Σύμβολο της Πίστεώς μας. Αυτό όμως έχει ως συνέπεια την αποκοπή από την Εκκλησία όλων εκείνων, που συνειδητά υποστηρίζουν όσα διαλαμβάνει το κείμενο της Ραβέννας για την ταυτότητα της Εκκλησίας, επειδή εμμέσως πλην σαφώς, δεν αποδέχονται μέρος της δογματικής διδασκαλίας της Β  Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Όμως, Σεβασμιώτατε, κανένα απολύτως κείμενο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από την Εκκλησία, εφόσον αυτό αντίκειται στο Σύμβολο της Πίστεως, στον Όρο δηλαδή της Β' Οικουμενικής Συνόδου» (σελ. 4).

Πρέπει να ξεκαθαρίσετε Κύριε Καθηγητά, με ποιό κείμενο εργάζεσθε όταν κάνετε θεολογικές αναλύσεις, (Ραβέννας η Συνοδικά Κείμενα, γιατί η ανάμιξη στοιχείων από το ένα κείμενο στο άλλο απαιτεί κάθε φορά τον καθορισμό του ιστορικού πλαισίου συντάξεως του κάθε κειμένου, των αιτίων που προκάλεσαν την σύνταξη του κάθε κειμένου, τις συνθήκες αλλά και τις προϋποθέσεις συντάξεώς τους.

Μπορεί ο δικός Σας σκοπός να ήταν πολεμικός – αντιρρητικός, ως προς το κείμενο της Ραβέννας,  ώστε να αποδείξετε το μη σύμφωνο του κειμένου της Ραβέννας με το Σύμβολο της Πίστεως, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει και εγώ να ακολουθήσω την ίδια μέθοδο, ούτε είμαι υποχρεωμένος να αποδεχθώ την ίδια την σκοποθεσία με τη δική Σας. Η θεολογική προσέγγιση του κειμένου της Ραβέννας, σημαίνει ότι παρουσιάζω το περιεχόμενο του κειμένου και το αναλύω θεολογικά, όχι αποκλειστικά, αντιρρητικά, η πολεμικά. Και βέβαια έχετε την δυνατότητα να επιλέξετε  οποιαδήποτε μέθοδο θέλετε και ίσως διευκολύνει και τις επιδιώξεις Σας, αυτό όμως δεν Σας επιτρέπει να αμφισβητήσετε τη δική μου μεθοδολογική  προσέγγιση και ανάλυση, ώστε να μου προσδώσετε την κατηγορία της αιρέσεως !!!

δ)  Τα περί «μητέρων, αδελφών, θυγατέρων και εγγονών Εκκλησιών» ως και τα «περί συμπροσευχής» αποτελούν δικές Σας προσωπικές προεκτάσεις, και προσωπικούς θεολογικούς ακροβατισμούς (σελ. 45), οι οποίοι δεν απηχούνται ούτε στο κείμενο της Ραβέννας, ούτε με εκφράζουν θεολογικά, αλλά δεν θα τις ανέφερε ούτε πρωτοετής μεταπτυχιακός φοιτητής της Δογματικής. Η επιπολαιότητα με την οποία χειρίζεσθε τους όρους και ερμηνεύετε τους ι. Κανόνες σας οδηγεί να αμφισβητήσετε και αυτόν τον Μάρκο Εφέσου τον Ευγενικό !!!

Ελλογιμώτατε Κύριε Καθηγητά,

Ύστερα από όσα ανέλυσα δια μακρόν, το θέμα για μένα έχει κλείσει και ο μεταξύ μας διάλογος σταματά εδώ. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή Σας και την κατανόησή Σας.

 

Κοινοποιήσεις:
1. Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Πρόεδρον της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

2. Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτας Μέλη της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.      

 

ΠΗΓΗ: Amen, Τελευταία Ενημέρωση: Aug 2, 2010,

http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=2984

 

 

* Θεσσαλονίκη, 7-7-2010

 

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ, ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

ΤΟΜΕΑΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ


———–
541 24 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Τηλ. Γραφ. 2310-996957

Οἰκ. 2310-342938

Προς τόν Σε­βα­σμι­ώ­τα­το Μη­τρο­πο­λί­τη Μεσ­ση­νί­ας κ. Χρυ­σό­στο­μο

Μη­τρο­πο­λί­του Με­λετίου13, 24100 ΚΑ­ΛΑ­ΜΑ­ΤΑ


Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε,

Μοῦ γνω­στο­ποι­ή­θη­κε ἀ­πό Ἱ­ε­ράρ­χες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας ἡ ἐ­πι­στο­λή σας πρός τόν Μα­κα­ρι­ώ­τα­το Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο Ἀ­θη­νῶν καί πά­σης Ἑλ­λά­δος κ. Ἱ­ε­ρώ­νυ­μο μέ κοι­νο­ποί­η­σή της πρός ὅ­λους τούς Μη­τρο­πο­λί­τες τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, ἀ­ριθ. πρωτ. 311/17-6-2010…….ι Στήν ἐ­πι­στο­λή σας αὐ­τή ἀ­να­φέ­ρε­σθε καί στό ὄ­νο­μά μου, σελ. 2, παρ. 3, ἐδάφ. α. Συγ­κε­κρι­μέ­να, γρά­φε­τε τά ἑ­ξῆς: «Τήν ἐ­πι­φύ­λα­ξη τοῦ Σεβ. Κυ­θή­ρων δέν τήν ἔ­χει ἐκφρά­σει μέ­χρι σή­με­ρα οὔ­τε προ­φο­ρι­κά οὔ­τε γρα­πτά ὁ Ἐλ­λο­γιμ. Κα­θη­γη­τής κ. Δη­μή­τριος Τσελεγ­γί­δης, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­λα­βε τήν ἐ­πι­στο­λή, τήν ὁ­ποί­α ἐ­πι­κα­λεῖ­ται ὁ Σεβ. Κυ­θή­ρων, καί μέ τόν ὁ­ποῖ­ον κα­τ' ἀν­τί­λη­ψιν ἐ­πι­κοι­νώ­νη­σα τό­σο τη­λε­φω­νι­κά ὅ­σο καί διά ζώ­σης, ἐξ ἀ­φορ­μῆς πα­νε­πι­στη­μια­κῶν θε­μά­των καί ὑ­πο­χρε­ώ­σε­ων.
Ἕ­να τέ­τοι­ου εἴ­δους σο­βα­ρό ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό ἀ­τό­πη­μα πέ­ρα­σε ἀ­πα­ρα­τή­ρη­το ἀπό τόν καταξιωμέ­νο Κα­θη­γη­τή τῆς Δογ­μα­τι­κῆς καί Συμ­βο­λι­κῆς Θε­ο­λο­γί­ας καί ἀ­σχο­λί­α­στο;
».

Νά ση­μειώσω δι­ευ­κρι­νι­στι­κά, ὅ­τι τό ἐ­πί­μα­χο ση­μεῖ­ο τῆς δι­α­φω­νί­ας ἐ­δῶ εἶ­ναι ἡ θε­ο­λο­γι­κή θέ­ση, πού δι­α­τυ­πώ­σα­τε σέ προ­η­γού­με­νη ἐ­πι­στο­λή σας (01-10-2009, σ.4) πρός ἐ­μέ, καί ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει ὡς ἑ­ξῆς: « κ­κλη­σί­α το Χρι­στο ε­ναι μί­α καί­ ­δι­αί­ρε­τη πρίν τό σχ­σμα, σή­με­ρα ε­ναι δι­η­ρη­μέ­νη, ­φο βρι­σκό­μα­στε σέ σχ­σμα, α­τό ­πι­βε­βαι­ώ­νει τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τς παρ. 41 το Κει­μέ­νου τς Ρα­βέν­νας».
Ἐ­πει­δή δέν θέ­λω, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, νά καλ­λι­ερ­γοῦν­ται καί νά δι­αδ­ίδον­ται ἐσφαλ­μέ­νες πλη­ρο­φο­ρί­ες γιά τήν το­πο­θέ­τη­σή μου σέ ἕ­να τό­σο σο­βα­ρό ἐκκλησι­ο­λο­γι­κό θέ­μα, ἀ­ναγ­κάζ­ομαι πλέ­ον τώ­ρα νά σᾶς γρά­ψω.

Κα­ταρ­χήν, νά σᾶς ἐ­νη­με­ρώ­σω, για­τί δέν ἀ­πάν­τη­σα τό­τε στήν ἀ­πό 01-10-2009 ἐ­πι­στο­λή σας. Τήν ἐ­πι­στο­λή σας αὐ­τή τήν ἔ­λα­βα, ὅ­λως πε­ρι­έρ­γως, μό­λις τήν πα­ρα­μο­νή τῆς Συ­νό­δου τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος. Ἀλ­λά ἐκεῖνο πού μέ ἐμ­πό­δι­σε κα­τε­ξο­χήν νά προ­χω­ρή­σω τό­τε σέ ἀ­παν­τη­τι­κή ἐ­πι­στο­λή ἦταν τό γε­γο­νός ὅ­τι ἡ ἐ­πι­στο­λή σας ἐ­κεί­νη κοι­νο­ποι­ή­θη­κε στόν Ἀρχιεπίσκοπο καί στούς Μη­τρο­πο­λί­τες, Μέ­λη τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Σκέ­φτη­κα τό­τε, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, ὅ­τι τό συγ­κλη­θέν σῶ­μα τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας εἶ­ναι τό πλέ­ον ἁρ­μό­διο νά κρί­νει τό ὀρ­θό ἤ τό ἐ­σφαλ­μέ­νο τῆς ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κοῦ χαρακτή­ρα δι­α­τυ­πώ­σε­ώς σας. Ἡ Ἱ­ε­ραρ­χί­α ἤ λει­τουρ­γεῖ μέ ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κά κρι­τή­ρια καί παίρ­νει θέ­ση στό θέ­μα – σκέ­φτη­κα – ἤ ἁ­πλῶς τό ἀντιπαρέρχεται. Για­τί, δη­λα­δή, θά ἔ­πρε­πε νά ἀ­παν­τή­σω ἐ­γώ, ὅ­ταν αὐ­τό τό καί­ριο πρό­βλη­μα ἦ­ταν ἤ­δη ἐκ­πε­φρα­σμέ­νο ἐγ­γρά­φως ἐ­νώ­πιόν της; Πί­στε­ψα, δη­λα­δή, συγ­κε­κρι­μέ­να, ὅ­τι ὁ Μα­κα­ρι­ώ­τα­τος Πρό­ε­δρος καί τά Μέ­λη τῆς Δια­ρκοῦς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου θά ἔ­θε­ταν ὡς πρῶ­το θέ­μα στήν Ἱ­ε­ραρ­χί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού συγ­κλή­θη­κε τόν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2009, «τό σο­βα­ρό ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό ἀ­τό­πη­μα», ὅ­πως ὁ ἴ­διος τό χα­ρα­κτη­ρί­σα­τε στήν ἐ­πι­στο­λή σας, καί ὅ­τι θά σᾶς κα­λοῦ­σε νά δώ­σε­τε τίς ἀ­πα­ραί­τη­τες δι­ευ­κρι­νί­σεις, καί νά τό ἀ­να­κα­λέ­σε­τε. Καί τοῦ­το, για­τί ὡς δογ­μα­το­λό­γος γνω­ρί­ζω, ὅ­τι ἐκ­πί­πτει ἀ­πό τό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὁ κά­θε πι­στός -καί πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὁ κλη­ρι­κός- πού συ­νει­δη­τά ἀμ­φι­σβη­τεῖ ἤ ἀ­πορ­ρί­πτει με­ρι­κῶς ἤ ὁ­λι­κῶς τήν πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­πως αὐ­τή δι­α­τυ­πώ­νε­ται μέ ἀ­κρί­βεια στούς Ὅ­ρους τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων. Για­τί, ἀ­σφα­λῶς, κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά κα­τα­λύ­ει οὔ­τε νά σχε­τι­κο­ποι­εῖ τήν ἀ­λή­θεια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἐ­πει­δή κα­νείς δέν βρί­σκε­ται ὑ­πε­ρά­νω αὐ­τῆς.

Δυ­στυ­χῶς, ἡ Ἱ­ε­ραρ­χί­α τό­τε δέν ἀ­σχο­λή­θη­κε μέ τό ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό αὐ­τό θέ­μα, πού ἀ­φο­ρᾶ καί­ρια τήν ταυ­τό­τη­τα καί τήν αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.


Με­τά ἀ­πό τίς πα­ρα­πά­νω ἐ­ξη­γή­σεις γιά τήν ἕ­ως τώ­ρα σι­ω­πή μου, θά πε­ρι­ο­ρι­στῶ νά ἀ­παν­τή­σω μέ τήν πα­ρού­σα ἐ­πι­στο­λή μό­νο στήν ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή ἄ­πο­ψη, πού δι­α­τυ­πώ­σα­τε στήν πρός ἐ­μέ ἐ­πι­στο­λή σας (01-10-2009). Καί αὐ­τό τό κά­νω γιά τρεῖς κυ­ρί­ως λό­γους:

Πρ­τον, γιά χά­ρη τῆς δογ­μα­τι­κῆς ἀ­λή­θειας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Δεύ­τε­ρον, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ση­μα­σί­ας πού ἔ­χει ἡ πα­ρα­πά­νω ἀ­λή­θεια στόν ἤ­δη δι­ε­ξα­γό­με­νο Θε­ο­λο­γι­κό Δι­ά­λο­γο μέ τούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους καί εἰ­δι­κό­τε­ρα μέ τούς Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κούς. Κα­τά σύμ­πτω­ση, τόν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό ἡ Ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γί­α εἶ­ναι ὁ πυ­ρή­νας τοῦ Δι­με­ροῦς Θε­ο­λο­γι­κοῦ Δι­α­λό­γου, ὁ ὁ­ποῖ­ος με­τά τήν μή ὁ­λο­κλή­ρω­σή του πέρυ­σι στήν Κύ­προ θά συ­νε­χι­στεῖ τόν Σε­πτέμ­βριο τοῦ 2010 στή Βι­έν­νη. Στήν πα­ρού­σα πε­ρί­στα­ση τό εὔ­λο­γο καί καί­ριο ἐ­ρώ­τη­μα πού τί­θε­ται εἶ­ναι: Μέ ποι­ά αἴ­σθη­ση αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας προ­σέρ­χον­ται οἱ ἐκ­πρό­σω­ποί της στόν Δι­με­ρῆ Θε­ο­λο­γι­κό Δι­ά­λο­γο; Ἀ­κό­μη πιό συγ­κε­κρι­μέ­να, προ­σέρ­χε­ται ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α μας διά τῶν ἐκ­προ­σώ­πων της ὡς ἡ «ΜΙΑ, ἁ­γί­α, κα­θο­λι­κή καί ἀ­πο­στο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α» ἤ ὡς δι­η­ρη­μέ­νη Ἐκ­κλη­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­να­ζη­τᾶ τήν ὀν­το­λο­γι­κή ἑ­νό­τη­τά της στήν ἕ­νω­σή της μέ τούς κα­τά και­ρούς ἀ­πο­κομ­μέ­νους ἀ­πό αὐ­τήν ἑ­τε­ρο­δό­ξους;  

Τρί­τον – μέ ὅ­λο τό σε­βα­σμό πρός τό πρό­σω­πο καί τό ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό ἀ­ξί­ω­μά σας – σᾶς γρά­φω αὐ­τήν τήν ἐ­πι­στο­λή, ἐ­πει­δή θε­ω­ρῶ ὅ­τι μέ τήν ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή το­πο­θέ­τη­σή σας ἀλ­λοι­ώ­νε­ται οὐ­σι­ω­δῶς ἡ δογ­μα­τι­κή ἀ­λή­θεια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί ἀ­δι­κεῖ­ται κα­τά­φω­ρα ὁ ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κός νοῦς σας, ἐ­νῶ δι­και­ώ­νε­ται ὁ κά­θε Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας, ἀλ­λά καί ὁ κά­θε ἁ­πλός πι­στός πού ὑ­πε­ρα­σπί­ζε­ται, ὡς ὀ­φεί­λει, τήν ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα τῆς ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῆς δι­α­τυ­πώ­σε­ως τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς ἀ­λή­θειας στόν Ὅ­ρο τῆς Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου ἀ­πό τούς θε­ο­φό­ρους Πα­τέ­ρες.


Τώ­ρα, ὡς πρός τό ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό ἐ­ρώ­τη­μα – ἄν δη­λα­δή ἡ Ἐκ­κλη­σί­α με­τά τό σχῖ­σμα τοῦ 1054 εἶ­ναι ΜΙΑ καί ἀ­δι­αί­ρε­τη ἤ δι­η­ρη­μέ­νη – ἔ­χω νά κα­τα­θέ­σω ἀ­πε­ρι­φρά­στως τά ἑ­ξῆς:

Στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως ὁ­μο­λο­γοῦ­με, ὅ­τι πι­στεύ­ου­με «εἰς μί­αν, .­.. Ἐκ­κλη­σί­αν». Ἀ­πό τήν δι­α­τύ­πω­ση αὐ­τή τοῦ Συμ­βό­λου προ­κύ­πτει ὅ­τι ἡ ἑ­νό­τη­τα, ὡς θε­με­λι­ώ­δης ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ ἑ­νός, στήν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ὡς ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τῆς ΜΙΑΣ Ἐκ­κλη­σί­ας, εἶ­ναι τό ἀ­σφα­λές δε­δο­μέ­νο τῆς πί­στε­ώς μας. Στή συ­νεί­δη­ση τοῦ σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἡ ἑ­νό­τη­τά της εἶ­ναι δε­δο­μέ­νο ὀν­το­λο­γι­κό, ἀ­πο­λύ­τως καί ἀ­με­τα­κλή­τως δι­α­σφα­λι­σμέ­νο ἀ­πό τήν κε­φα­λή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τόν Χρι­στό, διά τῆς συ­νε­χοῦς πα­ρου­σί­ας τοῦ Πα­ρα­κλή­του Πνεύ­μα­τός του σ' αὐ­τήν, ἤ­δη ἀ­πό τήν Πεν­τη­κο­στή. Ἡ ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὡς δογ­μα­τι­κή ἀ­λή­θεια ἐκ­φρά­ζει τό­σο τήν αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α της ὅ­σο καί τήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α της. Ἄν ὅ­μως ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ΜΙΑ κα­τά τό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως, τό­τε μέ τήν συ­νε­πῆ ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή ἔν­νοι­α καί κα­τά κυ­ρι­ο­λε­ξί­α δέν μπο­ροῦν νά ὑ­πάρ­χουν ἑ­τε­ρό­δο­ξες ἐκ­κλη­σί­ες, ἀλ­λά οὔ­τε μη­τέ­ρες, ἀ­δελ­φές, θυ­γα­τέ­ρες καί ἐγ­γο­νές ἐκ­κλη­σί­ες. Ἡ ΜΙΑ καί μό­νη -ἀ­δι­αί­ρε­τη πάν­το­τε- Ἐκ­κλη­σί­α γεν­νᾶ μυ­στη­ρια­κῶς «δι' ὕ­δα­τος καί Πνεύ­μα­τος» τά μέ­λη της, δέν γεν­νᾶ ἄλ­λες ἐκ­κλη­σί­ες. Οἱ κα­τά τό­πους (Ὀρ­θό­δο­ξες) Ἐκ­κλη­σί­ες ἀ­πο­τε­λοῦν φα­νέ­ρω­ση ἐν τό­πῳ καί χρό­νῳ τῆς ΜΙΑΣ καί μό­νης Ἐκ­κλη­σί­ας (βλ. ἐν­δει­κτι­κῶς, Α΄ Κορ. 1,2). Οὔ­τε βέ­βαι­α μπο­ρεῖ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α νά εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να ΜΙΑ καί δι­η­ρη­μέ­νη. Για­τί ἡ δι­αί­ρε­ση ση­μαί­νει κα­τά­τμη­ση ἑ­νός ὅ­λου σέ δύ­ο ἤ πε­ρισ­σό­τε­ρα μέ­ρη (βλ. Λε­ξι­κό, Γ. Μπαμ­πι­νι­ώ­τη). Κα­τά συ­νέ­πεια, ἡ θε­ώ­ρη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὡς δι­η­ρη­μέ­νης, σή­με­ρα, ἀν­τί­κει­ται σα­φῶς στή ρη­τή δι­α­τύ­πω­ση τοῦ Συμ­βό­λου τῆς Πί­στε­ως, πράγ­μα πού συ­νε­πά­γε­ται, κα­τά τά Πρα­κτι­κά τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, κα­θαί­ρε­ση καί ἀ­φο­ρι­σμό, κατά περίπτωση, σ' ὅ­ποι­ον ἐμ­μέ­νει στή θε­ώ­ρη­ση αὐ­τή.

Στήν ἐ­πι­στο­λή σας, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, ἐ­πι­χει­ρεῖ­τε νά θε­με­λι­ώ­σε­τε τήν ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή το­πο­θέ­τη­σή σας ὄ­χι στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως, ἀλ­λά στό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς παρ. 41 τοῦ Κει­μέ­νου τῆς Ρα­βέν­νας, τό ὁ­ποῖ­ο κά­νει λό­γο γιά τήν «ἐ­πο­χή τῆς ἀ­δι­αί­ρε­της Ἐκ­κλη­σί­ας». Ἔ­τσι, δί­νε­τε τήν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι ἀ­πο­δί­δε­τε με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σί­α σέ ἕ­να Κοι­νό Κεί­με­νο μιᾶς Δι­ε­θνοῦς Ἐ­πι­τρο­πῆς γιά τό Θε­ο­λο­γι­κό Δι­ά­λο­γο, συ­νι­στα­μέ­νης ἀ­πό ἀν­θρώ­πους πού ἀ­να­ζη­τοῦν τήν ἀ­λή­θεια, πα­ρά σέ ἀ­πο­φά­σεις καί Ὅ­ρους Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­πο­φαί­νον­ται ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι γιά τήν ἀ­λή­θεια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Πάν­τως, ἀ­πό τή δι­α­τύ­πω­ση τοῦ Κοι­νοῦ Κει­μέ­νου γί­νε­ται, πράγ­μα­τι, σα­φές ὅ­τι γιά τά Μέ­λη τῆς Μι­κτῆς Δι­ε­θνοῦς Ἐ­πι­τρο­πῆς δέν ὑ­φί­στα­ται σή­με­ρα ἡ ἀ­δι­αί­ρε­τη Ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α δη­λα­δή σή­με­ρα εἶ­ναι δι­η­ρη­μέ­νη, πα­ρά τήν δογ­μα­τι­κή ἀ­λή­θεια τῆς ἴ­διας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού ὁ­μο­λο­γοῦ­με λε­κτι­κά στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ώς μας. Αὐ­τό ὅ­μως ἔ­χει ὡς συ­νέ­πεια τήν ἀ­πο­κο­πή ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α ὅ­λων ἐ­κεί­νων, πού συ­νει­δη­τά ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­σα δι­α­λαμ­βά­νει τό Κεί­με­νο τῆς Ρα­βέν­νας γιά τήν ταυ­τό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἐ­πει­δή ἐμ­μέ­σως πλήν σα­φῶς δέν ἀ­πο­δέ­χον­ται μέ­ρος τῆς δογ­μα­τι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας τῆς Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου.


Ὅ­μως, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, κα­νέ­να ἀ­πο­λύ­τως κεί­με­νο δέν μπο­ρεῖ νά γί­νει ἀ­πο­δε­κτό ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἐ­φό­σον αὐ­τό ἀν­τί­κει­ται στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως, στόν Ὅ­ρο δη­λα­δή τῆς Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου.[1]

Τέ­λος, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, θε­ω­ρῶ ὅ­τι ἡ ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή ἄ­πο­ψη πού ἐκ­φρά­ζε­ται στήν ἐ­πι­στο­λή σας γιά τήν ἑ­νό­τη­τα καί ταυ­τό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ τήν πρω­το­γε­νῆ αἰ­τί­α τῆς σύγ­χρο­νης πρα­κτι­κῆς τῶν συμ­προ­σευ­χῶν ὁ­ρι­σμέ­νων Ὀρ­θο­δό­ξων – κλη­ρι­κῶν καί λα­ϊ­κῶν – μέ τούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους. Για­τί, ἔ­τσι ἑρ­μη­νεύ­ε­ται θε­ο­λο­γι­κῶς ἡ σα­φής πα­ρα­βί­α­ση Κα­νό­να Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου (2ου τῆς Πεν­θέ­κτης, μέ ἀ­να­φο­ρά στόν 10ο Κα­νό­να τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων), πού ἀ­πα­γο­ρεύ­ει τήν συμ­προ­σευ­χή, μέ ἐ­πι­τί­μιο τόν ἀ­φο­ρι­σμό ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α.


Μέ τόν προ­σή­κον­τα σε­βα­σμό
­σπά­ζο­μαι τήν δε­ξιά σας


Δη­μή­τριος Τσε­λεγ­γί­δης, Κα­θη­γη­τής τ
ς Θε­ο­λο­γι­κς Σχο­λς το Α.Π.Θ.

 

ΠΗΓΗ: 22/07/2010, http://thriskeftika.blogspot.com/2010/07/blog-post_9082.html

 

_______________________

[1] Γιά πε­ρισ­σό­τε­ρα, βλ. στήν Εἰ­σή­γη­σή μου μέ τί­τλο: «Ἡ λει­τουρ­γί­α τῆς ἑ­νό­τη­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Οἱ λαν­θα­σμέ­νες θε­ο­λο­γι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις τοῦ πα­πι­κοῦ πρω­τεί­ου»­, στήν Θε­ο­λο­γι­κή Ἡ­με­ρί­δα τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως Πει­ραι­ῶς (28-4-2010) μέ θέ­μα: «''Πρω­τεῖ­ον'', Συ­νο­δι­κό­της καί Ἑ­νό­της τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας»

Εκπαίδευση: Ο φαύλος κύκλος του προβλήματος

Ο φαύλος κύκλος του προβλήματος της Εκπαίδευσης

 

«Εν αρχή ην ο .. δάσκαλος» "Μεταρρυθμίσεων συνέχεια"

 

Συνέντευξη του Αριστοτέλη Ράπτη

 

Τι γίνεται κύριε Ράπτη με τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις; Είναι τόσο απαραίτητες κάθε τόσο;

«Τα προβλήματα του εκπαιδευτικού μας συστήματος και τα κενά των μεταρρυθμίσεων είναι πολλά και γίνοντα καθημερινά αντικείμενο κριτικής. Επιτρέψτε μου όμως να επικεντρωθώ σε ένα από αυτά, γιατί το θεωρώ πολύ σημαντικό για την υπόθεση της αναβάθμισης της Εκπαίδευσής μας και για το σπάσιμο του φαύλου κύκλου στον οποίο αυτή έχει μπει διαχρονικά μέχρι σήμερα.

Τα τελευταία 25 χρόνια κάθε υπουργός Παιδείας έκανε τη δική του «μεταρρύθμιση» εκτός από εκείνους που δεν προλάβαιναν και αναδομούνταν γρήγορα. Ο  επόμενος υπουργός συνήθως αμφισβητούσε την προηγουμένη "μεταρρύθμιση" (έστω και αν ήταν υπουργός της ίδιας κυβέρνησης). Η «μεταρρύθμιση» είναι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο και θλιβερό ελληνικό «προνόμιο» σε σύγκριση με όσα συμβαίνουν σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες, στον όμιλο των οποίων φιλοδοξεί και η χώρα μας να ανήκει.

Αυτές οι λεγόμενες «μεταρρυθμίσεις» περιορίζονται συνήθως σε επιφανεια­κές λύσεις, αφού ως επί το πλείστον έχουν στο επί­κεντρο του ενδιαφέροντός τους τη δομή των εκπαιδευτικών δικτύων, τις εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, τα συστήματα αξιολόγησης των μα­θητών και των εκπαιδευτικών (εντοπίζοντας σε αυτά τα αίτια και τα μέσα θερα­πείας των εκπαιδευτικών και οικο­νομικών κρί­σεων), την εκπόνηση γενικόλογων και κλειστών αναλυτικών προ­γραμ­μάτων συγκεντρω­τικού χαρακτήρα και, πάνω απ' όλα, τον καθορι­σμό και την ορ­γάνωση της διδακτέας ύλης με τη συγγραφή σχολικών εγχειριδίων, που συνο­δεύονται από μερικές σύντομες οδηγίες για τον εκπαιδευτικό. Εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις, παιδαγωγικά εμπνευσμένων σχολικών βιβλίων, το αποτέλεσμα ήταν ένα συνεχές ράβε- ξήλωνε, ένας θόρυβος για το αν θα πρέπει να γράφει αυτό ή εκείνο το βιβλίο της Ιστορίας, σε ποια σημεία του βρίσκονται οι σωστές απαντήσεις των εισαγωγικών εξετάσεων, πόσα χωριστά μαθήματα να προστεθούν ή να καταργηθούν, ποιες είναι οι σωστές απαντήσεις στις εισαγωγικές εξετάσεις κ.ά.

Εκείνο όμως που περιέργως διαφεύγει από τις περισσότερες μεταρρυθμίσεις, είναι ο βασικός μοχλός και καταλύτης της εκπαιδευτικής διαδικασίας: ο  δάσκαλος. Ως εκπαιδευτικός παράγοντας, δεν είχε μέχρι σήμερα σχεδόν καμία προτεραιότητα» .

 

Δηλαδή;

 

«Ο εκπαιδευτικός παρέμενε – και εξακολουθεί να παραμένει – στο περιθώριο του συστήματος, περιορι­σμέ­νος στο να ασκεί ένα ρόλο υπαλληλικό, χωρίς ου­σια­στικά εφόδια, χωρίς τη δυνατότητα να ανα­πτύσσει δημιουργικές πρωτο­βουλίες και να συμ­βάλλει δυναμικά στην παραγωγή της γνώσης από τους μαθητές και από τον ίδιο σε προωθημένα επίπεδα μάθησης με αναβαθμισμένες διδακτικές μεθοδολογίες και με δημιουργική αξιοποίηση της διαθέσιμης εκπαιδευτικής τεχνολογίας, σε αντίθεση με τις προσδοκίες που η πολιτεία και η κοινωνία έχουν από το σύγχρονο παιδαγωγικό του ρόλο. Είναι υπο­χρεωμένος να διδάσκει το περιεχόμενο που άλλοι έχουν επιλέξει γι' αυτόν, χωρίς να έχει λάβει ποτέ μέρος σε καμία διαδικασία σχεδιασμού, επιλογής και ανάπτυξης του περιεχομένου αυτού. Η παροχή σε αυτόν σχολικών βιβλίων με ορισμένες άνωθεν οδηγίες διδασκαλίας, οι επίσημες ολιγοήμερες ενημερώσεις για τις τυχόν επιχειρούμενες αλλαγές και η ύπαρξη παροπλισμένων σχολικών συμβούλων (προϊόν και αυτοί του ίδιου συστήματος, με ελάχιστες θεσμικές δυνατότητες ουσιαστικής υποστήριξης του σχολείου), φαίνεται ότι θεωρούνταν αρκετές ενέργειες, για να κυλήσουν τα πράγματα «όπως-όπως».

 

Γιατί νομίζετε ότι συνέβαινε αυτό;

 

«Η παραμέληση του εκπαιδευτικού δεν συνέβαινε οπωσδήποτε εξαιτίας κά­ποιων συνειδητών και κατακριτέων προθέσεων των πολιτικών ηγεσιών, όσο εξαιτίας διαφόρων ιδεολογικών μυθευμάτων και άλλων εμποδίων, όπως οι εκάστοτε κυρίαρχες κοινωνικο-πολιτικές δομές και οι δυναμικές της αγοράς εργασίας, οι ατελείς επιστημονικές και εκπαιδευτικές εμπειρίες των θεσμοθετούντων και των εκπαιδευτικών σχεδιαστών, οι ταξικές και οι συντεχνιακές πιέσεις της εποχής, οι αυξημένες βλέψεις της ελληνικής οικογένειας για πανεπιστημιακή εκπαίδευση, η έλλειψη συνέχειας της εκπαιδευτικής πολιτικής, έρευνας, συνέργιας και συστημικής οργάνωσης των εκπαιδευτικών φορέων κ.ά.»

 

Υποστηρίζετε λοιπόν ότι ότι η αναβάθμιση των διδακτικών και παιδαγωγικών δεξιοτήτων και εμπειριών του δασκάλου δεν έχει ακόμη τύχει της δέουσας προσοχής και της προτεραιότητας που της αξίζει από την πολιτεία;

 

«Ακριβώς. Ό,τι και να κάνουν οι «μεταρρυθμιστές», τίποτε ουσιαστικό δεν θα αλλάξει, αν δεν αναβαθμιστεί η ποιότητα της μαθησιακής διαδικασίας μέσα στην τάξη, αν ο εκπαιδευτικός δεν μάθει – και δεν υποστηριχθεί κατάλληλα, να διδάσκει αλλιώς! Πέρασε ο καιρός που θεωρούσαμε ότι η μάθηση των μαθητών, αλλά και των ίδιων των εκπαιδευτικών, είναι μία μηχανική διαδικασία παροχής οδηγιών, μία διαδικασία μετάδοσης ή απλής αναπαραγωγής έτοιμων γνώσεων. Τώρα πλέον γνωρίζουμε ότι η μάθηση και η διδασκαλία είναι διαπραγμάτευση δυσνόητων εννοιών και ιδεών, είναι σχέση και επικοινωνία, είναι κατάθεση ψυχής. Χρειάζεται γνώση, τέχνη και εμπειρία για να καταφέρουν οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί να δημιουργήσουν για τους μαθητές τους ένα γόνιμο μαθησιακό περιβάλλον αξιοποιώντας σημαντικές αρχές της παιδαγωγικής και της διδακτικής επιστήμης, εφαρμόζοντας τις κατάλληλες μεθοδολογίες, μετασχηματίζοντας τη διδακτέα ύλη σε ποικίλες μαθησιακές δραστηριότητες, ενεργοποιώντας και δίνοντας κατάλληλα κίνητρα και ευκαιρίες μάθησης σε όλους τους μαθητές – ανάλογα με τα ενδιαφέροντα, τις λανθάνουσες δυνατότητες και τους προσωπικούς τους τρόπους μάθησης – και καλλιεργώντας ένα κλίμα δημοκρατικό, ανθρώπινο, συνεργατικό μέσα στην τάξη.

Με λίγα λόγια, ο κατάλληλα εκπαιδευμένος δάσκαλος είναι εκείνος, που θα μπορέσει να δώσει στα διδακτικά μέσα πνοή, να αντισταθμίσει τις αδυναμίες του κακού βιβλίου, να αναλάβει πρωτοβουλίες, να επινοήσει λύσεις και να αναπτύξει καινοτομίες, να «σκηνοθετήσει» μαθησιακές δραστηριότητες, να αυτοσχεδιάσει επι­στημονικά με βάση την επι­καιρότητα και τις ανάγκες των μαθη­τών, να επι­λέξει το βάρος που θα δοθεί σε συγκε­κριμένους στόχους, να ανταποκριθεί στα κενά του απρόβλε­πτου, να προσφέρει την κατάλληλη σκα­λωσιά της μά­θησης τη στιγμή που υπάρχει η ανά­γκη, να μετα­τρέψει την ψυχρή τάξη σε παραγωγικό εργαστήρι και κόσμο δημιουργικό, να βελτιώνεται συνεχώς αξιοποιώντας τους διαθέσιμους θεσμούς και τα σύγχρονα μέσα αυτομόρφωσης.

 

Εκπαιδευτικός: ο κρίσιμος καταλύτης της μάθησης

 

Από ό,τι καταλαβαίνω, πιστεύετε ότι στη χώρα μας δεν παρέχονται στους εκπαιδευτικούς κατάλληλα εκπαιδευτικά και επαγγελματικά εφόδια για να ασκήσει το δύσκολο έργο του. Τα βιβλία, τα διδακτικά μέσα και οι υπολογιστές δεν βοηθούν την κατάσταση;

 

«Ασφαλώς όλα βοηθούν, όλα απαιτούν όραμα, σχεδιασμό και οργάνωση. Σε μια εποχή όμως που διακηρύττουμε την ανάπτυξη της κριτικής και δημιουργικής σκέψης, της ενίσχυσης των κοινωνικών, δεξιοτήτων και των πολύπλευρων προσωπικών δυνατοτήτων των μαθητών της συνεργατικής μάθησης και της διαφοροποιημένης διδασκαλίας, το ζήτημα δεν είναι τόσο αν έχουν οι μαθητές και οι δάσκαλοι βιβλία, διδακτικά μέσα και υπολογιστές, όπως ο περισσότερος κόσμος και οι πολιτικοί νομίζουν, αλλά το τι κάνουν με αυτά. Πώς θα καταφέρουν δηλαδή οι εκπαιδευτικοί να σχεδιάσουν δημιουργικά τις διδακτικές τους παρεμβάσεις, να διδάξουν και να μάθουν διαφορετικά από τον καθιερωμένο, συγκεντρωτικό και παθητικό τρόπο της παραδοσιακής διδασκαλίας, μιας και ο ρόλος τους σήμερα υποτίθεται ότι έχει αλλάξει από καιρό. Ας μην ξεχνάμε ότι το ευνοϊκό αυτό για τη μάθηση περιβάλ­λον δεν το δη­μιουρ­γούν οι υπουργοί και οι εκπαιδευτικοί σχε­διαστές με τις θεωρητικές προθέσεις τους, με τη λήψη διοικητι­κών μέτρων και με την εκ­πόνηση ενός συνόλου αφηρημένων ή απρόσωπων οδηγιών, που συνοδεύονται από σύντομα ενημερωτικά σεμινάρια και μόνον. Το δημιουργεί ο έμπειρος και παιδαγωγικά εμπνευσμένος δάσκαλος, σε συνεργασία με τους μαθητές και τους άλλους φο­ρείς της εκπαιδευτι­κής κοι­νότητας. Πρόκειται για το πιο κρίσμο σημείο οποιασδήδοπτε αλλαγής στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, το οποίο όμως προσεγγίζεται από την επίσημη εκπαιδευτική πολιτική επιφανειακά, πρόχειρα, αποσπασματικά, με παλαιωμένες αντιλήψεις».

 

Αφού εξηγήσετε γιατί θεωρείτε την πολιτική της ενίσχυσης της εκπαιδευτικής και επαγγελματικής ανάπτυξης των εκπαιδευτικών κομβικό στοιχείο μίας αναγκαίας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, μπορείτε να μας πείτε αν σας βρίσκουν σύμφωνο τα μέτρα που προτείνονται από το Υπουργείο Παιδείας  στον τομέα αυτό;

 

  «Ας δούμε πρώτα το ζήτημα της δυσκολίας και της μακροχρόνιας προετοιμασίας που προϋποθέτει η ανάπτυξη των διδακτικών, παιδαγωγικών και δια-προσωπικών δεξιοτήτων που αναφέραμε ότι απαιτεί σήμερα το έργο και ο ρόλος του σύγχρονου εκπαιδευτικού όλων των βαθμίδων: πρόκειται για γνώση και εμπειρία που δεν υπάρχει κάπου έτοιμη προς κατανάλωση, αλλά χρειάζεται να κατασκευαστεί ενεργά – και με κατάλληλη βοήθεια στην πράξη – από τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς, όπως ακριβώς συμβαίνει και με κάθε μαθητευόμενο. Σχολικά βιβλία μπορούν να γραφούν, κτίρια μπορούν να χτιστούν, εργαστήρια μπορούν να δημιουργηθούν, εκπαιδευτικά δίκτυα μπορούν να αναδομηθούν, αποφάσεις για τις εισαγωγικές εξετάσεις και για την αξιολόγηση εκπαιδευτικών και μαθητών μπορούν να νομοθετηθούν μέσα σε ένα χρόνο. Ο μετασχηματισμός όμως του ανθρώπινου δυναμικού της εκπαίδευσης δεν είναι τόσο εύκολη, ούτε απλή και ανώδυνη υπόθεση, όσο έχουμε αφεθεί να πιστεύουμε, ούτε πραγματώνεται αυτόματα και αυτονόητα από τον εκπαιδευτικό με τη λήψη ενός πτυχίου ή με την πάροδο του χρόνου μέσα στην τάξη, χωρίς τη συμβουλευτική υποστήριξη έμπειρων εκπαιδευτών, ακαδημαϊκών φορέων και συστηματικών, ανανεωμένων εκπαιδευτικών-επιμορφωτικών προγραμμάτων, χωρίς τη συνέργια πολλών εκπαιδευτικών και κοινωνικών φορέων. Πανεπιστήμια, Υπουργείο, σχολικοί σύμβουλοι, επιμορφωτικοί θεσμοί, τοπική αυτοδιοίκηση, όλοι χρειάζεται να ανανεωθούν, να εκσυγχρονιστούν και να συνεργαστούν σε οργανωμένα προγράμματα ως ένα βιώσιμο σύστημα με συνέχεια και συνέπεια, αν θέλουμε να προγματοποιήσουμε ένα από τα πολιτιστικά άλματα που έχει ανάγκη ο τόπος μας, επενδύοντας στο ανθρώπινο δυναμικό της εκπαίδευσής μας. Αυτού του είδους η συνέργια δυστυχώς απουσιάζει ακόμη στον τόπο μας με ευθύνη όλων των ενδιαφερομένων φορέων. 

Με όσα προανέφερα, επιχειρώ να δείξω, από τη μια πλευρά, ότι, σε τελευταία ανάλυση, η οποιαδήποτε με­ταρρυθμιστική προσπάθεια στο σχο­λείο δεν μπορεί παρά να περάσει παρά μέσα από τον εκπαιδευτικό και, από την άλλη, ότι η μέχρι τώρα αγνόηση των αναγκών του εκπαιδευτικού μάς οδηγεί στο να αναλογιστούμε τις ευθύνες της πολιτείας και της εκπαιδευτικής ηγεσίας, ειδικότερα, για τη μεγάλη υστέρηση που υπάρχει στον τομέα αυτό στη χώρα μας, αφού και η εκπαίδευση και τα συστήματα υποστήριξης και επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, για την ανταπόκρισή τους στις απαιτήσεις του σύνθετου, ευαίσθητου και απαιτητικού έργου τους, είναι ανεπαρκή. Έτσι ο φαύλος κύκλος της εκπαιδευτικής μας ανάπτυξης φαίνεται ότι θα μείνει για καιρό ακόμη μαζί μας, όσο τουλάχιστον οι εκπαιδευτικοί μας ταγοί θα συνεχίζουν να διαχειρίζονται τόσο επιπόλαια το πρόβλημα .  

       

Πώς ερμηνεύετε τη μειωμένη αυτή φροντίδα για την επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών;  Ισχύει αυτή και για τους πανεπιστημαικούς δασκάλους;

 

«Βεβαίως, το παιδαγωγικό έλλειμμα ισχύει και για τους εκπαιδευτικούς των ανωτάτων ιδρυμάτων. Μόνο που εκείνοι, λόγω της θέσης και της σχετικής αυτονομίας, των παρατεταμένων σπουδών και των μορφωτικών ευκαιριών και των προχωρημένων σπουδών που απολαμβάνουν, φέρουν μεγαλύτερο βάρος ευθύνης. Πολύ δε περισσότερο που εκείνοι δημιουργούν το φυτώριο των μελλοντικών εκπαιδευτικών του συστήματος. Γενικά, η τριτοβάθμια εκπαίδευση στη χώρα μας δεν είναι άμοιρη διαρθρωτικών προβλημάτων, όπως εξ' άλλου και όλοι οι άλλοι εκπαιδευτικοί και κοινωνικοί φορείς.

Οι λόγοι της παραμέλησης του παράγοντα του δασκάλου στην ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης έχουν επανειλημμένα αναφερθεί από πολλούς μελετη­τές. Οι κυριότεροι από τους λόγους αυτούς αποδίδονται στην προσπά­θεια του στρεβλά αναπτυσσόμε­νου νεοελ­ληνικού και μετεμφυλιακού κράτους για αυστηρό κοινωνικό και ιδεολο­γικό έλεγχο μέσα στην εκπαι­δευτική διαδικασία, πράγμα που θα εμποδιζόταν με έναν εκπαιδευμένο και σκεπτόμενο δάσκαλο και με ένα αποκεντρωμένο ανα­λυτικό πρόγραμμα, που θα του έδινε ελευθερία ιδεών, πρωτοβουλιών και δράσεων. Στις μέρες μας βέβαια αυτός ο λόγος έπαψε να υπάρχει, όμως τόσο οι τάσεις αυτοσυ­ντήρησης του συστήματος, όσο και η άγνοια των πολιτικών ιθυνόντων για το τι πραγματικά σημαί­νει μάθηση, πώς μαθαίνουν οι μαθητές και οι δάσκαλοι, ποιες οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη θετικού κλίματος και ανθρώπινης επικοι­νωνίας μέσα στην τάξη κτλ., τους κάνει να θεω­ρούν ικανοποιητικές τις πρόχειρες λύσεις που δί­νουν, όπως είναι τα  προγράμματα των Περιφερειακών Επιμορφωτικών Κέντρων (ΠΕΚ) και τα σύντομα σεμινά­ρια που γίνονται με την ευκαι­ρία της απορρόφησης των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Όλοι μας, ακόμη και οι πολιτικοί, είτε είμαστε δέσμιοι των δικών μας παλιομοδίτικων προτύπων εκπαίδευσης, είτε αδυνατούμε να μετατρέψουμε με συνέπεια και επιτυχία τη θεωρία σε πράξη.    

 

Ανάγκη συνθετικών και συναινετικών διαδικασιών.

 

Πώς βλέπετε όμως γενικά τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες της νέας κυβέρνησης ειδικά στο θέμα της εισαγωγής των Νέων Τεχνολογιών στην Εκπαίδευση;

 

Προσπάθειες γίνονται. Άλλες είναι ώριμες και διέπονται από μία καταξιωμένη φιλοσοφία, ενώ άλλες σκοντάφτουν σε ατελείς θεωρήσεις, εμπόδια, φοβίες και εσωτερικές αντιφάσεις. Κάτι προσπαθούν να βελτιώσουν στον τομέα της επιλογής και αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, όμως το πρόβλημα που προανέφερα παραμένει ανοιχτό. Θα φέρω μόνο ένα αρνητικό παράδειγμα, που σχετίζεται με όσα ανέφερα προηγουμένως. Πρόκειται για το ζήτημα της εκπαιδευτικής πολιτικής στον τομέα της ένταξης και αξιοποίησης των Νέων Τεχνολογιών στην ελληνική εκπαίδευση, που προβληματίζει ιδιαίτερα εδώ και πολλά χρόνια τους ειδικούς στο χώρο αυτό. Τολμώ μάλιστα να πω ότι η όλη φιλοσοφία και τα μέτρα που παίρνονται είναι εξαιρετικά λανθασμένα και απογοητευτικά, τα οποία μπορούν να αποδοθούν είτε σε άγνοια και επιπολαιότητα, είτε σε επιρροές άσχετων με τα εκπαιδευτικά ζητήματα ημετέρων που απαρτίζουν εισηγητικές επιτροπές, ακόμη και σε μη συνειδητή σύμπλευση με ισχυρούς παράγοντες που, διακατεχόμενοι από προσωπικά ή συντεχνιακά συμφέροντα βρίσκονται σε διάφορες θέσεις στα υπουργεία και επηρεάζουν τις πολιτικές αποφάσεις στο θέμα αυτό.

Παρόλο που δεν μου αρέσει να εκφράζομαι με τέτοιου χαρακτηρισμούς και με τέτοιο απόλυτο τρόπο, το κάνω εν γνώσει μου διότι πρόκειται για ένα από τα ακραία δείγματα παρανόησης, στενοκεφαλιάς και πεισματικής προσκόλλησης σε ακατάλληλες για την εκπαίδευση προσεγγίσεις  του εν δυνάμει ευεργετικής συμβολής των Νέων Τεχνολογιών στη μαθησιακή διαδικασία, που όχι μόνο ταλανίζει την εκπαίδευσή μας εδώ και πολλά χρόνια, αλλά ευθύνεται και για την απώλεια σημαντικών ευκαιριών αναγέννησης του εκπαιδευτικού και κοινωνικού μας συστήματος καθώς και για μία υστέρηση στη χώρα μας στον τομέα αυτό με απρόβλεπτες, επιπτώσεις σε όλους τους τομείς της παραγωγικής και κοινωνικής μας ζωής. Και δεν το υποστηρίζω μόνον εγώ, που ασχολούμαι με το θέμα από τις αρχές του '80, αλλά και όλη σχεδόν η σχετική με το θέμα πανεπιστημιακή κοινότητα, που έχει σχηματίσει  Ένωση ειδικών εμπειρογνωμόνων στο χώρο αυτό.

 

Πού βασίζετε αυτές τις σοβαρές καταγγελίες;

 

Είναι μια μακρά ιστορία, που θα μπορούσαμε ίσως να διαφωτίσουμε σε μία άλλη ευκαιρία. Για να γίνω περισσότερο κατανοητός, πολύ σύντομα και απλά, θα εξηγήσω μόνον ότι το ζήτημα της εισαγωγής των ΝΤ στην Εκπαίδευση έχει δύο όψεις:

α) τη διδασκαλία της Πληροφορικής ως γνωστικού αντικειμένου (που αφορά είτε την εκμάθηση της απλής χρήσης του υπολογιστή για  τις καθημερινές ανάγκες, είτε την εισαγωγή των μαθητών στην επιστήμη και τα επαγγέλματα της Πληροφορικής) και

β) την παιδαγωγική αξιοποίησή των ΝΤ σε όλα τα μαθήματα και όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες, Με βάση τη σχετική διεθνή βιβλιογραφία και εμπειρία, είναι πλέον γενικά παραδεκτό ότι οι ΝΤ διαθέτουν εξαιρετικές δυνατότητες και παρέχουν πρωτόγνωρες προκλήσεις στους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές για την αλλαγή του μαθησιακού περιβάλλοντος στο σχολείο και την αναβάθμιση της εκπαίδευσης γενικότερα. Οι διευκολύνσεις αυτές δεν αφορούν μόνον την πρόσβαση στις πληροφορίες και τη χρήση του Ίντερνετ, ούτε την αψυχολόγητη χρήση των διαφόρων ειδών λογισμικού του υπολογιστή και των πολυμέσων που μοιάζουν με πργραμματισμένη μάθηση ή απλά ηλεκτρονικά βιβλία. Αφορούν την παιδαγωγική χρήση δυναμικών, προσομοιωτικών και πειραμματικών εργαλείων του υπολογιστή στα διάφορα μαθήματα και τις λειτουργίες του σχολείου, που με τον κατάλληλο σχεδιασμό της διαδικασίας από τον εκπαιδευτικό, μπορούν να βοηθήσουν τους μαθητές να λειτουργήσουν σε επίπεδα περισσότερο κριτικής, διερευνητικής, ανακαλυπτικής, αυτόνομης και συνεργατικής μάθησης. Οι διευκολύνσεις αυτές δεν είναι τόσο γνωστές στο ευρύτερο κοινό, στους γονείς, ακόμη και σε πολλούς εκπαιδευτικούς και πολιτικούς ιθύνοντες.

Όπως εξήγησα και προηγουμένως, η ευεργετική χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας δεν είναι δεδομένη και αυτονόητη, αλλά συντελείται κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, που όταν απουσιάζουν, είναι δυνατόν να οδηγήσουν ακόμη και στην ενίσχυση των ανεπιθύμητων χαρακτηριστικών του παραδοσιακού σχολείου, αντί για την υπέρβασή τους. Αποτελεί μάλιστα το πιο τρανταχτό παράδειγμα συνάρτησης των αποτελεσμάτων της εκπαιδευτικής τεχνολογίας από την ποιότητα του διδακτικού πλαισίου που ο έμπειρος – τόσο εκπαιδευτικά όσο και τεχνολογικά – εκπαιδευτικός θα μπορέσει να σχεδιάσει και να εφαρμόσει για τους μαθητές του.  Διότι, εκείνο που θα προσδώσει αξία στις ΝΤ, είναι η παιδαγωγική μάλλον χρήση των δυνατοτήτων τους και όχι τόσο η τεχνολογική διάστασή τους καθ' εαυτή.

Δυστυχώς όμως οι διάφορες μέχρι τώρα κυβερνήσεις επιμένουν να προσεγγίζουν το θέμα μόνον με την πρώτη τους διάσταση, δηλαδή την καθαρά τεχνολογική και όχι την ολοκληρωμένη και παιδαγωγική. Αυτό φαίνεται από πολλά μέτρα που σχεδιάζονται ή που έχουν παρθεί, όπως ο διορισμός των ειδικών της Πληροφορικής στο Δημοτικό σχολείο, κάτι που με διάφορους τρόπους έχουμε υποστηρίξει ότι είναι άσκοπο και ασυνεπές με τους στόχους της δημοτικής εκπαίδευσης, τις ανάγκες των παιδιών μικρής ηλικίας, αλλά και τεράστια απώλεια ευκαιριών αναβάθμισης του μαθησιακού περιβάλλοντος με τις ποικίλες ευεργετικές συνέπειες για την πολύπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας των μαθητών. Επί πλέον, χωρίς παιδαγωγικά εκπαιδευμένους στην αξιοποίηση των ΝΤ εκπαιδευτικούς, οι κίνδυνοι από τις παρενέργειες της κακής χρήσης τους, όπως αυτοί της κατάχρησης του διαδικτύου, της εξάρτησης από τον υπολογιστή και της συνεχούς ενασχόλησης με αντιπαιδαγωγικά παιχνίδια, είναι ορατοί καθημερινά και αυξημένοι.

Ένα ακόμη δείγμα αυτής της στενόμυαλης τεχνοκεντρικής και επικίνδυνης για τους μικρούς μαθητές προσέγγισης του θέματος της ένταξης των ΝΤ στην εκπαίδευση, είναι και η απόφαση του Υπουργείου Παιδείας να αγοράσει με κρατικά κονδύλια ειδικούς φορητούς υπολογιστές υψηλού σχετικά κόστους για δωρεάν διανομή σε όλους τους μαθητές του Γυμνασίου. Αποτέλεσμα, χωρίς να έχει προηγηθεί κατάλληλη εκπαίδευση των εκπαιδευτικών, τα οφέλη της αξιοποίησής τους είναι δυσανάλογα μικρά σε ςσχέση με τα οφέλη της διάθεσης των κονδυλίων αυτών για τη δημιουργία γνωσιακής και εμπειρικής υποδομής των ίδιων των εκπαιδευτικών με κατάλληλα σχεδιασμένα προγράμματα, που συνδυάζουν την παιδαγωγική με την τεχνολογική κατάρτιση.

Χαρακτηριστικό της ασχετοσύνης και του γραφειοκρατικού συγκεκτρωτισμού του Υπουργείου στον τομέα αυτό είναι κάτι που και εγώ προσωπικά βιώνω εδώ και χρόνια: Το Υπουργείο υποτιμά την αξία των μεταπτυχιακών σπουδών διετούς διάρκειας των φοιτητών ειδικής κατεύθυνσης στα Παιδαγωγικά Τμήματα των πανεπιστημίων, τα οποία συνδυάζουν υψηλού επιπέδου παιδαγωγική και εμπειρική γνώση με την κατάλληλη για εκπαιδευτικούς τεχνολογική κατάρτιση (και θεωρούνται σε όλο τον κόσμο η ιδανική λύση για εκπαιδευτικούς) και αναγνωρίζεται το δικαίωμα της διδασκαλίας και χρήσης των σχολικών εργαστηρίων  μόνον από τους τεχνολόγους της Πληροφορικής ή όσους άσχετους εκπαιδευτικούς έτυχε να λάβουν κάποια από τις ταχύρρυθμες και χαμηλού επιπέδου επιμορφώσεις του Υπουργείου Παιδείας!

Η νοοτροπία αυτή δείχνει ακόμη μία φορά πόσο υποτιμάται η προϋπόθεση της παιδαγωγικής ενδυνάμωσης των εκπαιδευτικών και γενικότερα το πολιτιστικό έλλειμμα στο οποίο έχουν καταδικαστεί οι εκπαιδευτικοί. Αντανακλάται όμως και στο δημόσιο λόγο της πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΠΘ, που χωρίς, να έχουν επίγνωση του παιδαγωγικού ελλείμματος που προανέφερα και των κινδύνων που απορρέουν από αυτό, μιλούν για τη δημιουργία του ψηφιακού σχολείου, την προμήθεια των μαθητών με βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή, τον τεχνολογικό εξοπλισμό της τάξης για χωρίς βοήθεια προς τους εκπαιδευτικούς να μάθουν να τον χρησιμοποιούν παιδαγωγικά κτλ. Δυστυχώς, το ευρύ κοινό μην γνωρίζοντας τα νέα δεδομένα και τους συναφείς κινδύνους, υποδέχεται με χαρά αυτές τις εξαγγελίες τεχνολογικού χαρακτήρα, αποπροσανατολίζεται και αδυνατεί να ασκήσει κριτική στην κυβερνητική πολιτική και των δύο κομμάτων της εξουσίας, μια που η στενά τεχνοκεντρική φιλοσοφία φαίνεται να έχει υπερισχύσει και στα δύο κόμματα εξουσίας, ενώ η αντιπολίτευση παραμένει ανενημέρωτη και αδιάφορη πάνω στα θέματα αυτά

 

Συγκεκριμένες κρίσεις, αφηρημένες αναλύσεις

 Συγκεκριμένες κρίσεις, αφηρημένες αναλύσεις

 

Του Κώστα Λαπαβίτσα

 

 

Οι προτάσεις της αριστεράς στη συγκυρία που διανύουμε είναι απαραίτητο να στηρίζονται στην ανάλυση των αιτίων της κρίσης. Αν δεν προσδιορίσουμε τη φύση του προβλήματος, θα βρεθούμε εκτός θέματος. Δεν φτάνει βεβαίως να ειπωθεί ότι οι κρίσεις πηγάζουν από τις αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος και ότι θα εκλείψουν μόνο με την ανατροπή του. Αυτό είναι απλώς το σημείο εκκίνησης της μαρξιστικής ανάλυσης. Όπως μας έμαθε ο Λένιν, απαιτείται συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κρίσης. Τότε μόνο οι προτάσεις της αριστεράς θα έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο.

Η παρούσα κρίση έχει καταφανέστατο δημοσιονομικό και χρηματοπιστωτικό χαρακτήρα. Είναι συνέχεια της παγκόσμιας αναταραχής του 2007-9, που πήρε μορφή οξύτατης κρίσης δημόσιου χρέους στην Ευρωζώνη, φέρνοντας την Ελλάδα στο χείλος της χρεοκοπίας. Η προσωρινή αποφυγή της χρεοκοπίας έγινε με δανεισμό του οποίου το τίμημα ήταν εφιαλτική λιτότητα. Οι προτάσεις της αριστεράς θα πρέπει να ερμηνεύουν αυτά τα φαινόμενα, δίνοντας λύσεις και ωθώντας παράλληλα την κοινωνία προς την κατεύθυνση του σοσιαλισμού.

Σε άρθρο τους στην "Αυγή της Κυριακής" (18/7/2010) οι Γιάννης Μηλιός και Σπύρος Λαπατσιώρας, αφού μου άσκησαν εκτενή κριτική για την πρόταση παύσης πληρωμών και εξόδου από το ευρώ, κατέληξαν προτείνοντας την αναδιανομή, την οργάνωση της κοινωνικής αλληλεγγύης και την τόνωση του συλλογικού κοινωνικού ελέγχου. Η παραγραφή του χρέους είναι απλώς μια περίπτωση της απαραίτητης αναδιανομής. Η απάντηση στην κρίση είναι να πληρώσουν οι πλούσιοι. Η ερώτηση προκύπτει αναπόδραστα. Τι έχουν να κάνουν αυτές οι προτάσεις με τα συγκεκριμένα αίτια της συγκεκριμένης κρίσης; Σε ποια χρονική στιγμή των τελευταίων δεκαετιών δεν θα μπορούσαν κάλλιστα να αρθρωθούν από την αριστερά; Η απάντηση είναι προφανής. Εξαιρετικές μεν οι προτάσεις, αλλά δεν ανταποκρίνονται στη συγκυρία.

Από πού όμως προκύπτει η αφλογιστία των συγγραφέων; Πιστεύω ότι πηγάζει από την ανάλυσή τους για τα αίτια της κρίσης. Διατείνονται, λοιπόν, ότι η κρίση δεν οφείλεται στη χαμηλή ανταγωνιστικότητα του ελληνικού κεφαλαίου εντός της Ευρωζώνης και στο συναφές έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Αν κατάλαβα καλά, οφείλεται μάλλον στην ισχύ του ελληνικού κεφαλαίου. Επιχειρώντας ρήξη με την "αστική προβληματική", ισχυρίζονται ότι οι χώρες της Ευρωζώνης με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, όπως η Ελλάδα και η Ισπανία, στηρίχτηκαν σε δυναμική αναδιάρθρωση κεφαλαίου, βελτίωση της παραγωγικότητας και άνοδο του ποσοστού κέρδους. Τα υψηλά ποσοστά κέρδους συμπαρέσυραν και τις χρηματοπιστωτικές αποδόσεις, ελκύοντας έτσι κεφάλαια των χωρών του κέντρου. Το πλεόνασμα που δημιουργήθηκε στους κεφαλαιακούς λογαριασμούς επέτρεψε στις χώρες της περιφέρειας να εισάγουν περισσότερα απ' όσα εξήγαγαν. Με δυο λόγια, οι αθρόες εισροές δανειστικού κεφαλαίου από το κέντρο δημιούργησαν τα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών της περιφέρειας.

Καλή βέβαια η ρήξη με την "άστική προβληματική", καλύτερη όμως η θεμελιώδης οικονομική ανάλυση. Διότι όπως λέει η εισαγωγική θεωρία του ισοζυγίου πληρωμών, οι χρηματοπιστωτικές ροές έχουν μεν τη δική τους αυτοτέλεια, αλλά σε καθαρή βάση εξισορροπούν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Πράγμα που είναι λογιστικά απαραίτητο για να έρθει σε συνολική ισορροπία το ισοζύγιο πληρωμών. Η διακήρυξη του αντιθέτου δεν αποτελεί ρήξη με την "αστική προβληματική", αλλά παραλογισμό. Το λάθος είναι εμφανές, χωρίς καν αναφορά στη θεωρία. Ας υποθέσουμε ότι όντως η Ελλάδα εισήγαγε περισσότερα απ' όσα εξήγαγε, διότι παρατηρήθηκε άφθονη εισροή δανειστικού κεφαλαίου λόγω των υψηλών αποδόσεων στη χώρα μας. Και ερωτώ: γιατί οι δανειζόμενοι δαπάνησαν τα νεοαποκτηθέντα κονδύλια σε προϊόντα εισαγωγής και όχι εγχώριας παραγωγής; Και γιατί οι εξαγωγές δεν ανέβηκαν αντιστοίχως; Προφανώς διότι τα προϊόντα της αλλοδαπής ήταν φθηνότερα και καλύτερης ποιότητας. Ή αλλιώς, διότι το ελληνικό κεφάλαιο δεν ήταν επαρκώς ανταγωνιστικό. Καταλήγουμε λοιπόν εκεί ακριβώς που δεν θέλαμε να πάμε.

Τι επιδιώκουν οι συγγραφείς με το πολύπλοκο και λανθασμένο αυτό επιχείρημα; Πρώτον να προκαταλάβουν τις ευθύνες του ευρώ για την κρίση. Δεύτερον να τονίσουν την υποτιθέμενη ισχύ του ελληνικού κεφαλαίου και άρα να μην τους κολλήσει η ρετσινιά του "η Ελλάδα πάνω από όλα". Και καταλήγουν να προτείνουν την αναδιανομή ως λύση στο καυτό πρόβλημα χρεοκοπίας της ελληνικής οικονομίας! Πώς να μην πιστεύει μετά η κοινωνία ότι η αριστερά δεν έχει τίποτε να πει για τη συγκεκριμένη κρίση; Η πραγματικότητα είναι ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με δομική κρίση της Ευρωζώνης που πηγάζει από την απώλεια ανταγωνιστικότητας των περιφερειακών χωρών, η οποία με την σειρά της οφείλεται στην τεράστια πίεση επί των εργατών του κέντρου. Η κρίση αντανακλά τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της νομισματικής ένωσης και την αντίθεση κέντρου-περιφέρειας στην Ευρώπη. Το αίτημα της παύσης πληρωμών και εξόδου από το ευρώ καταδεικνύει τον ρόλο της Ευρωζώνης, ενώ αναγνωρίζει ευθέως τις νομισματικές και δημοσιονομικές πλευρές της κρίσης.

Ακριβώς επειδή η κρίση οφείλεται στον χαρακτήρα της Ευρωζώνης, οι περιφερειακές χώρες βρίσκονται μπροστά σε ένα αμείλικτο δίλημμα. Η αντιμετώπιση της κρίσης θα γίνει, είτε εντός της Ευρωζώνης, που σημαίνει τραγική λιτότητα για πολλά χρόνια, είτε μέσω εξόδου από την Ευρωζώνη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Το αδιαπραγμάτευτο του διλήμματος αυτού δεν έχει ακόμη γίνει επαρκώς αντιληπτό από την αριστερά. Πολλοί έχουν την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή μετάλλαξη της Ευρωζώνης, επιτρέποντας την αναδιανομή, και μάλιστα μέσα στα εξαιρετικά στενά χρονικά περιθώρια της κρίσης. Άλλοι πάλι προτείνουν αντίσταση στο Μνημόνιο, που είναι φυσικά απολύτως απαραίτητη, αλλά χωρίς εναλλακτική πρόταση. Δεν ξεφεύγουν δηλαδή από τα πλαίσια του συνδικαλισμού.

Η Πρωτοβουλία Οικονομολόγων δεν έκρυψε ποτέ ότι η έξοδος από το ευρώ θα έχει κόστος. Η υποτίμηση και μόνο θα φέρει άνοδο των τιμών των εισαγομένων, μειώνοντας το λαϊκό εισόδημα. Κόστος επίσης θα έχει και η αναπόφευκτη νομισματική αναταραχή. Κάνουν λάθος όμως οι Μηλιός και Λαπατσιώρας όταν ισχυρίζονται ότι η Πρωτοβουλία επιδιώκει την υποτίμηση. Το σωστό είναι ότι επιδιώκουμε την έξοδο από το ευρώ διότι έχουμε γνώση του διλήμματος που αντιμετωπίζει η κοινωνία. Η υποτίμηση είναι επακόλουθο της εξόδου, με θετικά και αρνητικά αποτελέσματα. Λάθος είναι επίσης ότι η έξοδος θα έχει συνέπειες χειρότερες του Μνημονίου για τους εργαζόμενους. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η παύση πληρωμών και η υποτίμηση έχουν σαφώς μικρότερο κόστος για την εργατική τάξη από την παρατεταμένη λιτότητα που υπόσχεται η συμμετοχή στην Ευρωζώνη. Εδώ ακριβώς μπορεί να παίξει ρόλο η αναδιανεμητική πολιτική, που θα γίνει δυνατή με την έξοδο από το ευρώ. Η μεταφορά εισοδήματος από τα πλουσιότερα στα φτωχότερα στρώματα μπορεί να μειώσει τα αρνητικά αποτελέσματα της υποτίμησης για την εργατική τάξη.

Όσον αφορά τώρα τους άλλους κινδύνους της εξόδου, όπως για παράδειγμα την κερδοσκοπία κατά της νέας δραχμής, την έξοδο κεφαλαίων, την κατάρρευση των τραπεζών, την πίεση επί των ασφαλιστικών ταμείων, κ.λπ., τους έχουμε αναφέρει επανειλημμένως. Ακριβώς γι' αυτό προτείνουμε τη διαμόρφωση συνολικού προγράμματος που θα επιφέρει κοινωνική αλλαγή υπέρ της εργασίας. Το ελάχιστο θα ήταν δημόσιος έλεγχος και ιδιοκτησία επί των τραπεζών και άλλων μεγάλων συγκεντρώσεων κεφαλαίου, έλεγχος των κεφαλαιακών ροών, έλεγχος των συναλλαγματικών ροών, ακόμη και έλεγχος ταξιδίων στο εξωτερικό για ένα διάστημα. Σε βάθος χρόνου θα χρειαστεί βιομηχανική πολιτική και συστηματική αλλαγή των δομών της οικονομίας προς πιο παραγωγική κατεύθυνση.

Θα κλείσω όμως με δυο λόγια για την "επαναστατική ρήξη με τον καπιταλισμό" που κάνει ξαφνική εμφάνιση στο κείμενο των Μηλιού και Λαπατσιώρα. Πώς είναι δυνατόν να υπάρξει τέτοια ρήξη χωρίς αντιπαράθεση με τη βασική επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης να συμμετέχει στο ευρώ με οποιοδήποτε κόστος; Τι επαναστατική ρήξη είναι αυτή που μπρος στη βαθύτερη κρίση του ελληνικού κεφαλαίου για δεκαετίες προτείνει αναδιανομή και οργάνωση της κοινωνικής αλληλεγγύης; Οι προτάσεις αυτές, εκτός του ότι είναι ανέφικτες εντός της Ευρωζώνης, περιορίζουν την αριστερά στον ρόλο του κοινωνικού σχολιαστή και της φωνής διαμαρτυρίας. Η πραγματική ρήξη βρίσκεται στις ιδέες της Πρωτοβουλίας, δηλαδή στον πυρήνα προγράμματος για την αλλαγή της ισορροπίας υπέρ της εργασίας. Είναι η βάση για τον σχηματισμό μετώπου που μπορεί να αντιμετωπίσει την κρίση μέσω της εξόδου από το ευρώ, προωθώντας παράλληλα τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Το κόστος της εξόδου θα το σηκώσει θεληματικά η εργατική τάξη, αρκεί να πειστεί ότι οδεύει προς την κοινωνική αλλαγή.

 

ΠΗΓΗ: ΑΥΓΗ 25/07/2010, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=557729