Πομακοχώρια: Κατάργηση μον. ελλ. βιβλιοθήκης

Καταργούν τη μοναδική Ελληνική βιβλιοθήκη στα Πομακοχώρια

Κατρακύλα χωρίς σταματημό!


 Του Κεμάλ Φαρζλή

 

 

Ένα νέο χτύπημα – από μία σειρά μειοδοτικών ενεργειών – δέχονται τα Πομακοχώρια, τη στιγμή που η εκτουρκιστική παρουσία της Άγκυρας διογκώνεται ποσοτικά και ποιοτικά. Αναφερόμαστε στη μοναδική Ελληνική (Ελληνόφωνη) βιβλιοθήκη των Πομακοχωριών της Ξάνθης και της Ροδόπης, η οποία λειτουργεί στο χωριό Μύκη από το 2004, με 7.000 βιβλία.

Η Βιβλιοθήκη δεν αποτελεί μόνο χώρο παράταξης βιβλίων, αλλά έχει αναλάβει πλήθος πρωτοβουλιών στις οποίες συμμετέχουν τα παιδιά της Μύκης, όπως κουκλοθέατρο, μαθήματα ζωγραφικής και άλλες δημιουργικές δραστηριότητες. Μέχρι και τις «Όρνιθες» του Αριστοφάνη παρουσίασαν τα μικρά Πομακόπουλα. Πολλοί επισκέπτες από άλλες περιοχές της Ελλάδας, έχουν μείνει άφωνοι με το χώρο και τις δράσεις της βιβλιοθήκης, η οποία απασχολεί μόνο μία υπάλληλο και μία καθαρίστρια.

Οι μητέρες του χωριού, παρά την αρχική προπαγάνδα των γενίτσαρων, αγκάλιασαν τη βιβλιοθήκη και πλέον αποτελεί ένα αγαπημένο προορισμό για τα νεαρά Πομακόπουλα.

Ό,τι δεν πέτυχε η Άγκυρα σε όλα τα χρόνια της λειτουργίας της, το κάνει τώρα η Αθήνα. Στα πλαίσια της πολιτικής οικονομικών περικοπών, επίκειται, η κατάργηση του «Οργανισμού Παιδικών και Εφηβικών Βιβλιοθηκών», (μη κερδοσκοπικού Ν.Π.Ι.Δ. ο οποίος χρηματοδοτείται και εποπτεύεται από το Υπουργείο «Εθνικής» Παιδείας) ή, στην καλύτερη περίπτωση, η κατάργηση πολλών βιβλιοθηκών, ώστε από τις 24 εν λειτουργία να απομείνουν 12. Έτσι, και η βιβλιοθήκη της Μύκης, ένα παράθυρο στον κόσμο για τα Πομακόπουλα, κινδυνεύει να κλείσει.

Την ίδια στιγμή, στα Πομακοχώρια οι τουρκικές βιβλιοθήκες αυξάνονται και ενισχύονται με χιλιάδες τουρκικά βιβλία (πρωτίστως εθνικιστικού χαρακτήρα). Πρόσφατα στον Κένταυρο ανοικοδομήθηκε εκ βάθρων νέα Τουρκική βιβλιοθήκη, η οποία εσωτερικά απαστράπτει από πολυτέλεια, αφού διαθέτει αίθουσα σ ύ γ χ ρ ο ν ω ν  π ρ ο δ ι α γ ρ α φ ώ ν, με αναγνωστήριο, υπολογιστές και πάμπολλους τίτλους τουρκικών βιβλίων και φυσικά μόνιμο προσωπικό. Το κόστος ανοικοδόμησης είναι τεράστιο για τα δεδομένα του χωριού. Πού άραγε βρέθηκαν τα χρήματα;

H βιβλιοθήκη έλκει τον μαθητή και δημιουργεί μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα πολυτέλειας, αλλά και συνθήκες (τουρκικής) μάθησης πρωτόγνωρης για την ορεινή περιοχή. Εκτός, από αυτήν λειτουργεί και η βιβλιοθήκη του Εχίνου, η ιδεολογία της οποίας απεικονίζεται στην επιγραφή της. Αν και είναι δημοτική βιβλιοθήκη, φέρει τον τίτλο της και στα …τουρκικά! (βλ. φωτο) 

Απέναντι, λοιπόν, σε αυτήν την πραγματικότητα, η βιβλιοθήκη της Μύκης ήταν το μοναδικό αντίβαρο κοινωνικοποίησης των Πομακόπουλων. Τώρα, που κινδυνεύει με κλείσιμο, η γνώση, σε αυτό το επίπεδο τουλάχιστον (δεν θα μιλήσουμε προς το παρόν για την παρεχόμενη δημόσια ή μειονοτική εκπαίδευση στα Πομακοχώρια), παραχωρείται μονοπωλιακά στην τουρκική βιβλιοθήκη του Κενταύρου και την … Belediye Kütüphanesi του Εχίνου…

Τα Πομακόπουλα θα πάψουν να διαβάζουν Ελληνικά…

Αναρωτιόμαστε: μεγαλοσχήμονα στελέχη της σημερινής κυβέρνησης, όπως ο Ξανθιώτης υπουργός κ. Σωκράτης Ξυνίδης, πάτησαν ποτέ το πόδι τους, στην βιβλιοθήκη, ώστε να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι και να αξιολογήσουν το παραγόμενο έργο; Ποιοι θα κρίνουν τι πραγματικά συμβαίνει; Άνθρωποι που ούτε το κτήριο, όπου στεγάζεται, δεν γνωρίζουν;

Φυσικά, την ίδια στιγμή, θλιβερά μπουλούκια χριστιανών υποψηφίων παντός πολιτικού χρώματος, περιφέρονται από Πομακο-χωρίου εις Πομακο-χωρίον, περιβεβλημένοι με βλακώδη χαμόγελα και εμετική διαχυτικότητα, χωρίς να τους καίγεται καρφί για την ορεινή Ροδόπη, την οποία παραδίδουν αμαχητί στην σφαίρα πολιτικής και πολιτισμικής επιρροής της Άγκυρας.

Αμφιβάλουμε, αν γνωρίζουν καν, τι συμβαίνει εκεί πάνω. Όλοι τους, επιβεβαιώνουν τον Θεμελιώδη Νόμο της Ανθρώπινης Βλακείας (Θ.Ν.Α.Β.), σύμφωνα με τον οποίο οι Βλάκες είναι πιο επικίνδυνοι και από τους Κακοποιούς. Εμείς, θα λέγαμε ότι, στη Θράκη, οι Βλάκες είναι πιο επικίνδυνοι (για την Ελλάδα) ακόμα και από τους Πράκτορες της Άγκυρας… Εκεί, έχουμε φθάσει! Και δεν τελειώσαμε, έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας…Η κατρακύλα, που πλέον έχει παραδοθεί εξολοκλήρου, όχι μόνο στον προαναφερθέντα Θ.Ν.Α.Β., αλλά και στο νόμο της βαρύτητας, έχει μέλλον…

Και για να μην παρεξηγηθούμε, είμαστε βέβαιοι ότι οι νοήμονες αναγνώστες της Ζαγάλισα, δεν πληρούν τους όρους του Θ.Ν.Α.Β. και γι’ αυτό θα πιέσουν αυτόβουλα και με σθένος, προς κάθε κατεύθυνση, ώστε να μην κλείσει η Βιβλιοθήκη της Μύκης. Τα μεταξύ μας σχόλια είναι Παντελώς Άχρηστα (Π.Α.), αν δεν μετατραπούν σε πιέσεις προς βουλευτές, περιφερειάρχες, δημάρχους και κομματικά επιτελεία…


Άρθρο του Κεμάλ Φαρζλή


ΠΗΓΗ: "Ζαγάλισα" (Τεύχος 47, Νοέμβριος 2010) – Το είδα: Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011, http://ethnologic.blogspot.com/2011/01/blog-post_28.html

Στους Τρεις Ιεράρχες: Μακάριοι…

Μακάριοι… (Στους Τρεις Ιεράρχες)

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

 

Μακάριοι:

Αυτοί, που παιδικά έμαθαν να σκέφτονται
Κι ο στοχασμός τους
Αναβλύζει, σαν το πρόσχαρο νερό
Απ’ τη χαλικόστρωτη βρυσούλα,
Όπως το άρωμα απ’ το βυσσινί γαρύφαλλο
Και η γλυκάδα απ’ το κέρινο σταφύλι.

Μακάριοι:

Αυτοί, που έμαθαν να χειρουργούν
Με το νυστέρι του θαύματος
Και να βλέπουν,
Πέρα απ’ τα σύνορα του κόσμου και της ιστορίας,
Το απέριττο εργαστήρι του Θεού,
Όπου υφαίνονται
Τα πράγματα και τα γεγονότα
Με τον αέρα της ελευθερίας
Και τη φλόγα του πνεύματος.

 

Μακάριοι:

Αυτοί, που μπόρεσαν να πιστέψουν τα απίστευτα,
Να δουν τη δύναμη μες στην αδυναμία,
Το μεγαλείο μες στην αθλιότητα…
Και, πέρα απ’ το σκοτεινό ερωτηματικό του θανάτου,
Τον ολόλαμπρο ήλιο της Ανάστασης!…

 

παπα-Ηλίας, http://papailiasyfantis.wordpress.com, 29-1-2011.

 

Οι Τρεις Ιεράρχες «στα αζήτητα» (;) μιας γιορτής …

Οι Τρεις  Ιεράρχες «στα αζήτητα» (;) μιας γιορτής (;) για την Παιδεία

 

Του Χριστόφορου Γ. Παπασωτηρόπουλου*

 

Έπρεπε να μιλήσω για τους Τρεις Ιεράρχες, όμως είχα κουραστεί ν’ ακούω μεγάλες κουβέντες και να μιλώ για ανθρώπους άγιους, πανάκριβους, ανεκτίμητους σαν να διαφημίζω ένα προϊόν στο ραδιόφωνο. Είναι κι η εποχή που πάσχει από πολυλογία, κι έτσι βάλθηκα να περπατώ στα σοκάκια της σημερινής ελληνικής κοινωνίας, με προσοχή να μη χαθώ και με σκοπό να φτάσω στην πλατεία, στο ξέφωτο της παρουσίας των Αγίων, που και σήμερα τιμά η παιδεία μας – Του Μεγάλου Βασιλείου, του Ιερού Χρυσοστόμου, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου – και να ψηλαφίσω τη σχέση τους με τον σημερινό μας βίο.

Προχώρησα κι είδα ένα λαό να έχει κάνει την πίστη του στο Θεό ζήτημα προσωπικού γούστου. Μια θάλασσα από άγνοια, ημιμάθεια ή αδιαφορία, μια που ο λόγος της Εκκλησίας φαίνεται να μην προκαλεί πια κανένα ενδιαφέρον. Φταίει άραγε μόνον η Εκκλησία ή κι η δική μας τρυφηλότητα;

Προχώρησα κι είδα ανθρώπους να τρέχουν να προλάβουν τη ζωή τους, να τυραννιούνται από το κυνήγι του χρόνου για να είναι «εντάξει». Και θυμήθηκα τον Ελύτη: «Δώσε δωρεάν το χρόνο σου αν θέλεις να σου μείνει λίγη αξιοπρέπεια».

Είδα τους άρχοντες, εκκλησιαστικούς και μη, να μας μαλώνουν, να μας κουνάνε το δάχτυλο επιτακτικά στο πρόσωπο μπροστά μας, γιατί δεν είμαστε αρκετά υπάκουοι, δεν είμαστε όσο θα έπρεπε υποτακτικοί, γιατί δεν τους σεβόμαστε όσο θα έπρεπε και θυμήθηκα ένα παλιό σύνθημα γραμμένο στον τοίχο: «Αγάπη που’ ναι η εκκλησιά σου; Βαρέθηκα πια στα μετόχια».

Είδα ανθρώπους σκυφτούς να κλαίνε, να πεινούν, ν’ απελπίζονται, να μαζεύονται φοβισμένοι, να βράζουν από θυμό και πόνο και να περιμένουν πότε ο πόνος θα γίνει δημιουργία.

Είδα  παιδιά να με κοιτούν καχύποπτα, σαν προδομένα από εμάς τους μεγαλύτερους, που τους παραδίνουμε αυτόν τον κόσμο , θυμωμένα, που σκοτώνουμε «κατά λάθος» παιδιά στα Εξάρχεια, που σιχαινόμαστε τους «λαθραίους» ανθρώπους που ζητούν καταφύγιο στη χώρα μας κυνηγημένοι, που ξεπουλήσαμε χωρίς καλά καλά να το καταλάβουμε τις αξίες μας για μια περίοπτη θέση σε μια εταιρία, για ένα τζιπ, για μια βίλλα παραπάνω.

Είδα δασκάλους να κάνουν αυτό που «πρέπει», να είναι αρκούντως υπηρεσιακοί – με καθαρά, μεν αλλά άδεια χέρια! – να τρέχουν να προλάβουν την ύλη τους, να οδηγούν με ταχείς ρυθμούς τους μαθητές τους στην κρεατομηχανή της επιτυχίας, στις εξετάσεις. Με την ψυχή αφυδατωμένη, τσακισμένη και την αγάπη και το μεράκι καλά κρυμμένο βαθιά μέσα τους, μη τύχει και κατασπαταληθεί τσάμπα, μια που η καρδιά και το συναίσθημα χρειάζεται κι έξω από τη δουλειά. Και σκέφτηκα τον Μίλτο Κουντουρά: «όποιος αγωνίζεται για τα παιδιά, αγωνίζεται για την ανθρωπότητα».

Κι είδα γονείς πιο κάτω, στραμένους στα παιδιά τους να τους μιλούν με φόβο κι αγωνία για το αύριο που έρχεται σαν καταιγίδα καταπάνω τους. Κι όταν αυτά ζητούσαν «μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο», μια ελπίδα για να παλέψουν, ο πατέρας δάκρυζε κι η μάνα σιωπηλή αγκάλιαζε. Η κραυγή της σιωπής σκέφτηκα…

Κι είδα γονείς να ορμούν στους καθηγητές των παιδιών τους – με θάρρος ή με θράσος; – γιατί δε δίνουν όσα θα ήθελαν  κι όχι γνώσεις μόνο μα κι αγωγή και κοινωνικοποίηση κι ιδέες κι ελπίδες και οράματα κι αξίες … κι όλα αυτά που οι ίδιοι δεν πρόλαβαν να δώσουν. Και βρήκαν κι έβαζαν στο στόμα τους τους τεμπέληδες που δουλεύουν λίγο, που δεν ελέγχει κανείς τη δουλειά τους, που ρουφάνε άδειες και διακοπές για να βολεύονται και σκέφτηκα και πάλι τον Ελύτη: «Ιδιώτευε μες στο Ανερυθρίαστο».

Κι είδα την Εκκλησία να ταπεινώνεται, να απαξιώνεται μες στις κραυγές του ορθού λόγου και της συλλογικής λήθης  και να πληρώνει σκληρά το τίμημα χρόνιων παθογενειών, ακέραιων καρκινωμάτων στο σώμα της που άλλες φορές  η αγάπη της κι άλλες φορές  η αδυναμία της, τα σκέπαζε  για να μη φαίνονται. Κι έτσι βαυκαλιζόταν πως δεν υπήρχαν…

Κι είδα πιο κάτω ένα φως αχνό, μάλλον σα φωτοστέφανο, αλλά δεν ήμουν σίγουρος-λες κι έχω δει φωτοστέφανο για να ξέρω;-…

Ένας παπάς μοίραζε τη νύχτα φαγητό και κουβέρτες στους άστεγους που είχαν κάνει τα παγκάκια σπίτια τους, ένας άλλος τραβούσε από μια τρύπια βάρκα μια γυναίκα μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά της που έφτασαν από απέναντι, πεθαμένοι σχεδόν από το φόβο κι από τα παγωμένα μαύρα νερά του Αιγαίου, κι ένας άλλος μέχρι αργά τη νύχτα φόρτωνε στο πετραχήλι του καημούς κι απελπισία από πρεζόνια κι αλαφιασμένους απόκληρους. Και σκέφτηκα τη μωρία του σταυρού, τη σαλότητα των αγίων, την πίστη στην Ανάσταση, όταν όλα μυρίζουν θάνατο…

Κι έκανα «ένα βήμα πιο γρήγορο απ’ τη φθορά». Κι είδα στο ξέφωτο τρεις δεσποτάδες, χωρίς πλουμιστά άμφια και μίτρες χρυσοκέντητες, μα με ράσα φθαρμένα αλλά καθαρά και μια μαγκούρα ξύλινη ο καθένας για να ακουμπάει. Κοιτούσαν σιωπηλοί κι ολόμονοι, κρυμμένοι θαρρείς, κουρασμένοι, μα μ’ ένα πεισματάρικο χαμόγελο, αυτό που έχουν οι άνθρωποι που αγάπησαν κι αγαπήθηκαν.

Εκεί πλησίασα, γονάτισα  κι αφέθηκα στην παραμυθία τους:

Μου ψιθύρισε ο άγιος Γρηγόριος, για το Θεό που κρύβεται – «Θεέ μου, πόσο μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!» –  στα μικρά ασήμαντα πράγματα, στους ανθρώπους που προσπερνάμε, στο σπόρο που φυτεύουμε περιμένοντας ν’ ανθίσει.

Μου είπε για τις δικαιολογίες των ανθρώπων που δεν απλώνουν το χέρι τους να μοιραστούν.

Για την απελπισία της φτώχιας, της ορφάνιας, της ερήμωσης.

Κι ο Μέγας Βασίλειος, μου θύμισε για τους ψευτο-ευλαβείς που αρκούνται στην ελεημοσύνη – άλλοθι της αδικίας και για τους πλούσιους που χαρίζουν για να βολέψουν τη συνείδησή τους.

Κι ο ιερός Χρυσόστομος, αργά και σταθερά μου διηγήθηκε ιστορίες για την Εκκλησία, που πάντα στους κόλπους της μέσα είχε κι ανθρώπους που της τρώγανε τις σάρκες και  για το Χριστό που πάντα μεταμόρφωνε το σώμα της με την πεισματάρικη αγάπη του.

Μου είπαν για τους ανθρώπους τους αμόρφωτους, –  όχι αυτούς που δεν ξέρουν γράμματα – τους άλλους, που ξέρουν ότι έχουν πάντα δίκιο και κρίνουν με άνεση κάθε στραβό ανθρώπινο σα να μη είδαν ποτέ τις δικές τους συμφορές, γερασμένοι δικαστές μιας ζωής τσιγγούνικης…

Μου είπαν για τις ελπίδες και τα όνειρα του κόσμου, τις ουτοπίες που δεν έχουν ακόμη τόπο. Για τον Καινούργιο Κόσμο του Θεού που αγκαλιάζει όλους, κι αυτούς που θέλουμε κι αυτούς που θ’ αποφεύγαμε ακόμη και καλημέρα να τους πούμε, για το σταυρό και τη θυσία αυτού που αγωνίζεται όχι για να κερδίσει, αλλά από έρωτα, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσε να ζήσει.

Για το σταυρό που παραλάβαμε όχι για να τον κάνουμε κόσμημα, μα για να προκαλέσουμε την ανάσταση εδώ και τώρα.

Για τις ελπίδες που δε χάθηκαν κι ούτε ποτέ θα χαθούν όσο οι άνθρωποι παλεύουν, αγωνίζονται, αγαπούν.

Με παρηγόρησαν, όλες οι εποχές μοιάζουν, μου είπαν, μη σκιάζεσαι γιατί ο θάνατος είναι πάντα προσωρινός, φαίνεται δυνατός μα είναι σκόνη μπροστά στη χάρη του Θεού!

Και μου ψιθύρισαν κι ένα στιχάκι για τους δασκάλους που πάντα παλεύουν μαζί με τους μαθητές  τους, σ’ αυτά τα σχολεία, μ’ αυτές τις συνθήκες, μ’ αυτές τις ανημποριές:

«και τι δεν κάνατε για να με θάψετε, όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος…».

Σηκώθηκα να φύγω, μου δώσαν την ευχή τους κι ένα χαρτί τυλιγμένο να το διαβάζω κάθε φορά που θα φοβόμουν και θα δείλιαζα. Απομακρύνθηκα, το άνοιξα με λαχτάρα και το διάβασα. Ήταν δυο στίχοι του Μπέρτολτ Μπρεχτ (!):

«Κι όταν θα έχετε καλυτερέψει τον κόσμο,

Να συνεχίσετε να τον καλυτερεύετε αυτόν τον καλύτερο κόσμο.

Κι αν καλυτερεύοντας τον κόσμο, συμπληρώσετε την αλήθεια

λοιπόν, συμπληρώστε κι άλλο τη συμπληρωμένη αλήθεια.

Κι αν συμπληρώνοντας την αλήθεια, αλλάξατε την ανθρωπότητα,

Λοιπόν,

αλλάξτε κι άλλο την αλλαγμένη ανθρωπότητα.»

 

                                    Πάτρα, Ιανουάριος 2011

 

σημείωση: ευτυχώς που για να γραφτούν αυτές οι λιγοστές αράδες εκτός από τους Τρεις Ιεράρχες, τα όσα είπαν και κυρίως τα όσα έκαναν και μας άφησαν κληρονομιά, βοήθησαν και ο Οδυσσέας Ελύτης (Μαρία Νεφέλη), ο Μίλτος Κουντουράς (Κλείστε τα σχολειά), ο Γιώργος Σεφέρης (Fog), ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ και ο Παύλος Σιδηρόπουλος (εν Κατακλείδι).

 

* Ο Χριστόφορος Γ. Παπασωτηρόπουλος είναι εκπαιδευτικός θεολόγος.

ΟΧΙ ΑΣΥΛΙΑ ΣΤΟ ΚΑΘΕ ΛΟΓΗΣ ΚΑΠΡΙΤΣΙΟ

ΟΧΙ ΑΣΥΛΙΑ ΣΤΟ ΚΑΘΕ ΛΟΓΗΣ ΚΑΠΡΙΤΣΙΟ

 

Του Βασίλη Μακρή

 

 Τα γεγονότα είναι πια γνωστά. Εκείνο που δεν είναι γνωστό όμως είναι μέχρι ποιού βαθμού θα εμφανίζεται η κατάπτωση αυτού που θεσμικά ονομάζουμε Ελληνικό Κράτος. Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ελληνική Αστυνομία, Άρειος Πάγος συνθέτουν το παζλ μιας τραγελαφικής οπερέτας και αποδεικνύουν περίτρανα σε πόσο επικίνδυνο βαθμό αυτο-απαξίωσης έχει περιέλθει το Ελληνικό κράτος.

Καινοφανείς δολιχοδρομίες υιοθετούνται εκ μέρους των διευθυνόντων όλων αυτών των φορέων μόνο και μόνο για να δικαιολογηθεί η παραλυτική τους τιποτοπραξία. Κατέχουν θώκους και θέσεις δήθεν υπευθύνων μόνον και μόνον για την ψιλή απόλαυση των προνομίων που τους προσδίδει η κατοχή και νομή εξουσίας. Η κατοχή της εξουσίας ως αυτοσκοπός και μόνον ! Τα κύματα της καθημερινής ζωής  ξεβράζουν την αδράνειά τους, την ανικανότητά τους, την μικρονοϊκή τους μεγαλομανία, την αλαζονεία της αδαοσύνης τους, την επικινδυνότητα που εκπέμπουν για την χώρα.

Μια ομάδα τριακοσίων μεταναστών που βιούν και εργάζονται λάθρα στην Κρήτη, αποφασίζουν να εκδράμουν από το λιμάνι της Σούδας προς την Αθήνα και να καταστήσουν την καίρια απαίτησή τους κέντρο του πολιτικού ενδιαφέροντος της Ελλάδας ! Καταλαμβάνουν τον ιστορικό χώρο της Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και απαιτούν στανικά να νομιμοποιηθούν με τίτλους παραμονής και εργασίας. Αυτά βέβαια ισχύουν στις κεφαλές αυτών που εργολαβικώ δικαιώματι έχουν θέσει τον εαυτόν τους στην υπηρεσία προβολής και διεκπεραίωσης των αιτημάτων των 300 καταληψιών. Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να αρνείται το οποιοδήποτε οργανωτικό καπέλωμα των 300 καταληψιών, αλλά οι μετωπικές τους σφραγίδες αποδεικνύουν το τελείως αντίθετο. Το “Φόρουμ μεταναστών των Χανίων”, η “Επιτροπή Αλληλεγγύης”, το “Δίκτυο για τα ανθρώπινα δικαιώματα” είναι μετωπικές οργανώσεις που στελεχώνονται και εκφράζουν πολιτικά τον ευρύτερο χώρο του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι ηλίου φαεινότερον ότι χωρίς την καθοδηγητική προώθηση εκ μέρους όλων αυτών “των εργολάβων της νέας ανθρωπιάς” , οι ταλαίπωροι αυτοί άνθρωποι δεν θα είχαν αποτολμήσει όχι μόνον να φύγουν από τα Χανιά, αλλά ούτε και στο γειτονικό Ρέθυμνο να μεταβούν εν σώματι. Τώρα το Λιμενικό Χανιών καταγράφει τα ονόματά τους και μετά αυτοί φθάνουν εν χορώ στην Αθήνα. Στο μεταξύ η “Αριστερή Ενότητα” έχει ζητήσει με γραπτή αίτησή της την διάθεση χώρου της Νομικής Αθηνών για την διοργάνωση εκδήλωσης με θέμα την μετανάστευση. Ο σύλλογος φοιτητών της Νομικής δεν εκδίδει απόφαση παραχώρησης. Η πρυτανικές αρχές είναι εις γνώσιν του τι πρόκειται να ακολουθήσει. Η Ελληνική Αστυνομία δεν ποιεί το παραμικρό για να αποτρέψει την προσέγγιση των 300 λαθρομεταναστών στη Νομική. (Αλήθεια με τι ευκολία η ΕΛΑΣ καταστέλλει διαδηλώσεις εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων που διαμαρτύρονται δίκαια κατά της νέας οικονομικής κατοχής της πατρίδας μας…). Και αίφνης εγένετο κατάληψις !!! Και όλοι νίπτουν τας χείρας των. Οι καταληψίες υποβάλλουν στανικώ δικαιώματι τα αιτήματά τους. Οι “εργολάβοι της νέας ανθρωπιάς” συνασπίζονται για να αποτελέσουν την ασπίδα καθ’ οιουδήποτε ήθελε να χρησιμοποιήσει βία ή να αντιταχθεί στο παράλογο της κατάληψης. Από την άλλη πλευρά βέβαια ένα νοσηρό μέτωπο άρχισε να εκστομίζει άναρθρες κραυγές για βίαιη καταστολή του ασύλου και για ουσιαστική κατάργησή του. Βέβαια για τους ιδεολογικούς απογόνους της ΕΚΟΦ, το πανεπιστημιακό άσυλο δεν λέει απολύτως τίποτα και ουσιαστικά τα παραληρήματά τους διευκολύνθηκαν τα μέγιστα από την πρακτική των ΣΥΡΙΖΑΙΩΝ. Ο πρύτανης δίνει την έγκρισή για την ειρηνική απομάκρυνση των καταληψιών και ζητεί εχέγγυα από την ΕΛΑΣ να μην υπάρξει βία. Όμως βία δεν είναι και η πράξη της κατάληψης από 300 “τσαμπουκάδες” ενός πανεπιστημιακού χώρου στον οποίο θα έπρεπε να καλλιεργείται η επιστημονική έρευνα και η ελευθερία του λόγου ; Ζούμε στην εποχή όπου τα αυτονόητα θα πρέπει να επαναδιατυπώνονται, και στην θέση τους βλέπουμε να ορθώνονται με θράσος απύθμενης ύβρεως το ψέμμα, η στρέβλωση της αλήθειας, η παραχάραξη των σημασιών, η απώλεια κάθε νοήματος των λόγων που εκστομίζονται. Μια ανείπωτη αηδία διακατέχει τον απλό εργαζόμενο κόσμο. Βλέπει κανείς τους “εργολάβους της νέας ανθρωπιάς” να διαπραγματεύονται με τους υπεύθυνους της ΕΛΑΣ και τους 5 (ναι πέντε!) εισαγγελείς. Οι ΣΥΡΙΖΑΙΟΙ παίζουν τον ρόλο του κομιστή των αιτημάτων και μεταφέρουν στις αρχές ποιο είναι το κτίριο επιλογής τους στο οποίο θα μετεγκατασταθούν, και διεκδικούν επίσης την απρόσκοπτη προσπέλαση σε αυτό όλων των ομοεθνών του που το επιθυμούν. Οι τηλεοπτικοί μαϊντανοί των ΜΜΕ  εξορκίζουν για ειρηνική λύση και ομιλούν για την ανάδειξη των αιτημάτων των 300 καταληψιών. Η ΕΛΑΣ περιμένει την έγκριση της συγκλήτου, η σύγκλητος μεμψιμοιρεί αντιφάσκουσα, η Υπουργός της δια βίου μάθησης ζητεί να τηρηθούν οι νόμοι και τελικώς κανείς νόμος δεν τηρείται. Εκείνο που τηρείται είναι η διαφύλαξη της γενικευμένης αδράνειας των κρατούντων και η πατεντάτη ανικανότητά τους να ασκήσουν διοίκηση και να δώσουν λύση και στα πιο στοιχειώδη προβλήματα ανακύπτουν. Όπως είχε γράψει ο σπουδαίος θεολόγος της Δογματικής πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης “Οι γραικύλοι είναι οσφυκάμπτες στους εκ δύσεως Φράγκους και πωλούν τσαμπουκάν εις τους συμπατριώτας των”. Τώρα θα προσέθετε κάποιος ότι οι νέο-γραικύλοι εκτός από οσφυοκάμπτες στου δυτικούς είναι και θεραπαινίδες των εξ ανατολών λαθρομεταναστών (και όχι μόνον αυτών). Συντελούν οι κρατούντες δια της πρακτικής τους στο να μεταβληθεί η πατρίδα μας σε χωματερή ψυχών, σε νεκροταφείο ελπίδων, σε παγκόσμιο περίγελω με τις οπερετικές καταστάσεις που ζει η Αθήνα. Όμως η κατάσταση αυτή έχει την ρίζα της στην δική μας απουσία λόγου και αντιστασιακής δράσης. Μια πρωτοφανής ανημπόρια κυριαρχεί. Είναι σίγουρο ότι κάθε μέρα ζούμε και βλέπουμε κραυγαλαίες εκτροπές, απίθανα σκάνδαλα των ελίτ που μας κυβερνούν, πρωτοφανείς μειώσεις κάθε έννοιας εθνικής κυριαρχίας, καινοφανείς απεμπολήσεις όλων των εργασιακών δικαιωμάτων ακόμη και των πιο στοιχειωδών.  Όμως οι αντιδράσεις είναι επιδερμικές λες και ένας ανείπωτος αβδηρητισμός διακατέχει τους πάντες. Η ανεργία μαζί με την ετεροαπασχόληση και την μαύρη εργασία ξεπερνά το 1.000.000 άτομα. Όλοι στενάζουμε κάτω από το βάρος μιας πίεσης που απομυζά τις ζωτικές δυνάμεις. Όμως το ζήτημα αυτό δεν είναι ούτε μόνον πολιτικό, ούτε κοινωνικό, αλλά καθαρά πνευματικής υφής. Έχουμε να αντιπαλαίψουμε με το μικρόβιο της δήθεν “political correct” συμπεριφοράς που πόρρω απέχει από την λεβεντιά του φιλότιμου που τόσα αναστήματα έχει αναδείξει στην πατρίδα μας. Ο τόπος δυστυχώς έχει περιέλθει σε μιαν απίστευτη κατωφέρεια στην οποία μόνον ο Θεός μπορεί να θέσει ένα τέρμα.             

 27-1-2011 

Σημείωση admin: Το άρθρο εκφράζει μόνο τις απόψεις του συγγραφέα και δημοσιεύεται για λόγους ελέυθερης έκφρασης.                       

… Το Καθεστώς Ξένης Οικονομικής Κατοχής…

Σε Κατάσταση Πολιορκίας: Το Καθεστώς Ξένης Οικονομικής Κατοχής της Ελληνικής Δημοκρατίας.

 

Του Μίκη Θεοδωράκη

[Από την ιστοσελίδα του]*


 

Βαθιές πολιτικές αναλύσεις από ηγετικές φυσιογνωμίες του ελληνικού προοδευτικού πνεύματος όπως αυτή της ιδρυτικής διακήρυξης του κ. Μίκη Θεοδωράκη, αλλά και ευάριθμες έγκριτες οικονομικές αναλύσεις μας υποδεικνύουν ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας πρωτόγνωρης στα χρονικά  κατάστασης. Πολιτικά είμαστε επί ξύλου κρεμάμενοι. Οικονομικά, αφού εκχωρήσαμε τον έλεγχο της νομισματικής μας πολιτικής, άρα και την ανεξαρτησία της οικονομικής μας πολιτικής στην κεντρική ευρωπαϊκή τράπεζα με την ένταξή μας στο ευρώ, μετά την απαράδεκτη δανειακή σύμβαση που υπογράψαμε το καλοκαίρι του 2010 μετατρέποντας το δημόσιο χρέος προς ιδιώτες (τράπεζες και επενδυτές) σε διακρατικό, προς τα κράτη-δανειστές μας της Ευρωπαϊκής Ένωσης,  πλέον βρισκόμαστε στο απόλυτο έλεος των αδυσώπητων δανειστών.

Αν δεν κάνουμε κάτι να ανατρέψουμε τις καταστροφικά ασύμφορες αυτές συμφωνίες, οι αβάσταχτα υψηλοί τόκοι των δανείων που αυξάνονται με ληστρική γεωμετρική πρόοδο θα οδηγήσουν, όπως έχουν ήδη αρχίσει να μας προϊδεάζουν οι Ευρωπαίοι τραπεζίτες και τα ντόπια επιτελεία τους, στην ελεγχόμενη πτώχευση, προς όφελος των δανειστών μας. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό;

Με απόλυτους οικονομικούς όρους η Ελλάδα έχει χρεωκοπήσει από το 2007, οπότε και η διόγκωση των επιτόκιων των χρεών κατέστησαν απαγορευτική την αποπληρωμή των πρώτων, αφού τα κεφάλαια των χρεών τα είχαμε ήδη αποπληρώσει. Σε μια τέτοια περίπτωση, η δανειζόμενη χώρα μπορεί ανά πάσα στιγμή να βγει και να κηρύξει στάση πληρωμών προς τους δανειστές-τοκογλύφους, προκειμένου να ανταπεξέλθει στις εσωτερικές ανάγκες του κράτους. Αυτό είναι μια «μη ελεγχόμενη» στάση πληρωμών, όπου ο λαός και το κράτος μένουν αλώβητα. Αν όμως για οποιονδήποτε λόγο το κράτος δεν έχει το θάρρος ή την βούληση να προασπίσει το λαϊκό συμφέρον, οι δανειστές εξυπηρετούνται κατά προτεραιότητα, δημεύοντας και ξεπουλώντας, όπως ακριβώς συνήθως γίνεται και για τα ιδιωτικά χρέη, την περιουσία του οφειλέτη, ο οποίος μένει στον δρόμο. Θα μου πείτε είναι παράδοξο να πετάξουν έναν ολόκληρο λαό στον δρόμο, αλλά θα σας απαντήσω ότι είναι προφανές ότι με το ενάμισυ εκατομμύριο ανέργων αυτό έχουν ήδη αρχίσει να κάνουν. Το κατάφωρο της αδικίας καθίσταται πιο ευκρινές αν αναλογιστούμε ότι ακόμα και σε επίπεδο χρεών ιδιώτη η ελληνική νομοθεσία προστατεύει τον οφειλέτη, αφού απαγορεύει την δήμευση της περιουσίας του, αν αυτή συνιστά το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο. Δεν είναι άραγε και η Ελλάδα ως επικράτεια το μοναδικό μας περιουσιακό στοιχείο, το μοναδικό σπιτάκι από την μάνα μας που ως Έλληνες έχουμε; Δεν αξίζει η εθνική μας ακεραιότητα μια προστασία ανάλογη με αυτή που αναγνωρίζει η ελληνική νομοθεσία σε έναν απλό ιδιώτη;

Η απάντηση είναι ότι το Διεθνές Δίκαιο αλλά και Διεθνείς αποφάσεις του ΟΗΕ θεωρούν τελείως άδικες και έκνομες τέτοιες παραχωρήσεις εθνικής κυριαρχίας και τέτοιες συμφωνίες λιμοκτονίας του λαού. Ακόμα και αν όλοι οι Έλληνες, όχι μια γλίσχρα κυβερνητική μειοψηφία, αποφασίζαμε με δημοψήφισμα κάτι τέτοιο, πάλι θα θεωρείτο παράνομο σύνφωνα με το Διεθνές Δίκαιο. Όσον αφορά στο θέμα του απεχθούς χρέους, είναι αδήριτη αναγκαιότητα να προτάξουμε την απαλλαγή της χώρας μας από το παράνομο και απεχθές χρέος που μας φορτώνουν οι δανειστές, με την συνενοχή των αστικών (και ανθελληνικών) κυβερνήσεων. Η ανάκληση του αντισυνταγματικού Μνημονίου στην ολότητά του είναι συνυφασμένη με αυτό τον οικονομικό στόχο, αφού το τελευταίο αποτελεί ένα όργιο παραβίασης του Διεθνούς Δικαίου και του δικού μας Συντάγματος, όπως έχουν υποδείξει και αποδείξει σεβαστοί νομικοί και συνταγματολόγοι όπως ο κ. Κασιμάτης.

Ένα από τα αδιάσειστα και καίρια επιχειρήματά έγκριτων  οικονομολόγων με ακαδημαϊκή εξειδίκευση και διεθνή εμπειρία όπως ο κ. Καζάκης της «Σεισάχθειας», σχετικά με την άρνηση του χρέους από πλευράς της χώρας μας,  είναι ότι το περιώνυμο χρέος μας είναι παράνομο και καταχρηστικό, αφού ήδη έχουμε αποπληρώσει το κεφάλαιο των δανείων μας δυόμισυ φορές! Γι'αυτό το λόγο δικαιούμαστε, αν δεν υποχρεούμαστε πρακτικώς, και από διεθνείς συμβάσεις του ΟΗΕ, να αρνηθούμε το χρέος. Δεν χρειάζεται και δεν πρέπει να εξοφλήσουμε τα ληστρικά και καταχρηστικά πανωτόκια. Ο λαός θα καταστραφεί, η χώρα θα ξεπουληθεί και όσοι μείνουμε θα δουλεύουμε ως δουλοπάροικοι και κολλίγοι για να πληρώνουμε τα παράνομα επιτόκια των δανειστών, που θα πλουτίζουν χωρίς να κουνούν ούτε το μικρό τους δαχτυλάκι, από τον ιδρώτα και την δυστυχία μας.

Εξάλλου η άρνηση χρέους είναι μια συνήθης πρακτική διεθνώς. Πάνω από τριάντα χώρες έχουν προβεί σε ολική άρνηση χρέους, χωρίς καμία ιδιαίτερη συνέπεια. Πρόσφατα – τα τελευταία δέκα χρόνια – άρνηση χρέους (μερική ή ολική) έκαναν η Αργεντινή, η Βολιβία, η Βενεζουέλα, η Ισλανδία των 360.000 κατοίκων, ο Ισημερινός μόλις το Δεκέμβρη του 2009 χωρίς καμιά επίπτωση ή επίθεση από αγορές ή κράτη. Εξάλλου, στην παγκόσμια ιστορία και πρακτική ένα κράτος όπου ο μέσος όρος καταναλωτικών αναγκών υπερβαίνει τον μέσο όρο εισοδήματος (κοινώς δεν πληρώνονται οι εργαζόμενοι με μισθούς που τους επαρκούν για να επιβιώσουν), όπως εδώ,  συνήθως προβαίνει σε ολική άρνηση χρέους, μάλιστα θεωρείται πρακτικά και ηθικά υποχρεωμένο από Διεθνείς Συμβάσεις να να το πράξει αυτό, αλλιώς οι κυβερνήτες δικαίως πρέπει να κατηγορηθούν επί εσχάτη προδοσία. Η ίδια η Ελλάδα προέβη σε άρνηση πληρωμής χρέους προς τους Βέλγους το 1936 με τον δικτάτορα Μεταξά, χωρίς ούτε καν να κατορθώσει το Βέλγιο να καταδικάσει την Ελλάδα στο τότε Διεθνές Δικαστήριο. Μάλιστα η άρνηση αυτή του Μεταξά χρησιμοποιήθηκε ως νομολογία από την Αργεντινή του Κίχνερ για την δική της άρνηση και επέτυχε.

Το χρέος που διατυμπανίζουν λοιπόν πως έχουμε είναι ουσιαστικά τα ληστρικά πανωτόκια που απαιτούν οι προστάτες και προαγωγοί μας δανειστές, όχι το κεφάλαιο των δανείων. Χειραγωγηθήκαμε εντέχνως να πειστούμε ότι η νέα ληστρική καταχρέωση και η υποθήκευση της εθνικής ακεραιότητας της χώρας μας που πλέον κινδυνεύει να δημευτεί ολόκληρη ή σε πιο εύπεπτα για τους τοκογλύφους καρχαρίες κομμάτια ήταν υποτίθεται αναγκαία. Ψέμα στο ψέμα.

Είναι ψέμα καταρχάς είναι ότι χρειαζόταν να δανειστούμε. Μεγάλο ψέμα, διότι τα έσοδα του ΑΕΠ, που είναι γύρω στα 45 με 50 δις, αρκούν και με το παραπάνω για να καλύψουν τα πάγια έξοδα του κράτους, που είναι περίπου 27 δις. Αν την τελευταία δεκαετία αφαιρέσουμε από τις δαπάνες του κράτους τις δαπάνες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, τότε το έλλειμμα του προϋπολογισμού δεν υπερβαίνει ούτε καν το 1% του ΑΕΠ σε ετήσια βάση. Αυτό σημαίνει ότι χωρίς τα δάνεια, μπορούμε να διαχειριστούμε εύκολα το έλλειμμα του προϋπολογισμού χωρίς να βάλουμε χέρι σε μισθούς, συντάξεις, εργασιακά, κοινωνικές δαπάνες. Άλλωστε από το σύνολο των νέων δανείων που την τελευταία δεκαετία σύναψε το κράτος, το 97% πήγε σε εξυπηρέτηση παλιότερων δανείων και μόλις το 3% στην κάλυψη του κρατικού ελλείμματος. Δηλαδή δανειζόμαστε για να πληρώνουμε παλιότερα δάνεια και όχι για να πληρώνουμε μισθούς και συντάξεις, όπως ψευδώς ισχυρίζεται η κυβέρνηση. Με άλλα λόγια δανειστήκαμε υποθηκεύοντας την εθνική μας κυριαρχία και την ύπαρξή μας για να πληρώσουμε προηγούμενους τ ό κ ο υ ς ληστρικών δανείων, όχι το κεφάλαιο, γιατί αυτό το έχουμε ήδη αποπληρώσει! Από αυτή την κωμωδία του ψεύδους ωφελημένοι βγαίνουν μόνο οι ξένοι τραπεζικοί κύκλοι. Το κεφάλαιο ανοίγει μια νέα σελίδα υπερεκμετάλλευσης των ευρωπαϊκών, πλέον, λαών.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα που ακόμα και σήμερα κατατάσσεται 25η στην παγκόσμια οικονομία. Δεν είναι μια εξευτελισμένη ψωροκώσταινα όπως θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε, για να ρίξουν το ηθικό μας, να παραιτηθούμε από τα κεκτημένα αλλά και από την ίδια την χώρα μας και μετά να μας αγοράσουν για ένα κομμάτι ψωμί και να παρουσιαστούν τα «ξένα κεφάλαια» ως σωτήρες που θα τους φιλάμε και το χέρι. Υπάρχει λύση που μπορεί να μας βγάλει από αυτό το αδιέξοδο. Αλλά δεν υπάρχει ακόμη η κυβέρνηση που θα την εφαρμόσει. Η παρούσα κυβέρνηση αποτελεί, αντιθέτως, ένα μεγάλο τμήμα του προβλήματος αλλά ακόμα και γενεσιουργός αιτία του.

Την επιζητούμενη λύση αυτή, η οποία θα προστατεύσει τον λαό και το εθνικό συμφέρον και όχι τα υπερκέρδη και τις επενδύσεις των νόμιμων τοκογλύφων  μπορεί να την προωθήσει μόνο μια κυβέρνηση που ενδιαφέρεται για το συμφέρον του τόπου, μια κυβέρνηση που θα προκύψει ας ευχηθούμε μέσα από τον ίδιο το λαό.

Τον περασμένο χρόνο ολόκληρη η χώρα βρέθηκε μπροστά σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση. Η πλειοψηφία του κοινοβουλίου ψήφισε υπέρ της επιβολής καθεστώτος κατοχής με πρόσχημα το δημόσιο χρέος. Απέναντι σ' αυτή την πλειοψηφία, έχουμε μια κοινοβουλευτική μειοψηφία που συμπεριφέρεται λες και δεν συνέβη τίποτε σημαντικό. Κι έτσι συνεχίζουν να ασκούν αντιπολίτευση όπως και πριν. Όμως, ο λαός γνωρίζει πολύ καλά το εξής: ένα καθεστώς κατοχής δεν εξωραΐζεται, δεν βελτιώνεται, δεν εξανθρωπίζεται. Μόνο ανατρέπεται από τον ίδιο τον λαό. Κι επομένως όποιος νομιμοποιεί με την πρακτική του αυτό το καθεστώς, όποιος συμπεριφέρεται αγνοώντας το, έστω κι αν το αντιπολιτεύεται, είναι συνεργός στη νέα κατοχή. Όπως ακριβώς συνέβη και με την παλιά κατοχή με όλους εκείνους, που αν και δεν ήταν  επίσημα δωσίλογοι, όμως δεν τολμούσαν να θέσουν ως πρώτη προτεραιότητα την ανατροπή της από τον ίδιο τον λαό.

Δεν έχει άδικο λοιπόν που η μεγάλη πλειοψηφία του λαού που τους βάζει όλους στο ίδιο τσουβάλι. Όσο δεν προτάσσουν την εδώ και τώρα ανατροπή του καθεστώτος της νέας κατοχής, σ' αυτό το τσουβάλι ανήκουν όλοι τους, συμπολιτευόμενοι και αντιπολιτευόμενοι, δεξιοί και δήθεν αριστεροί. Και τι σημαίνει ανατροπή της σημερινής κατοχής; Σημαίνει ότι ο λαός ανατρέπει και δικάζει τους ενόχους και τους δωσίλογους. Σημαίνει ότι ο λαός επιβάλει τη μη αναγνώριση του χρέους για να διαπραγματευθεί από θέση ισχύος την ακύρωσή του. Σημαίνει ότι ο λαός ανακτά τον έλεγχο της οικονομίας για να κερδίσει και να θωρακίσει την εθνική κυριαρχία και ανεξαρτησία του. Δίχως τον έλεγχο της οικονομίας από τα λαϊκά συμφέροντα, κάθε έννοια εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας είναι εξωπραγματική, εικονική και απατηλή.

Η πρώτη κίνηση λοιπόν της επόμενης ημέρας θα πρέπει να είναι μια οικονομική ανάσα, η οποία φυσικά θα πρέπει να συνοδευτεί από μια σειρά μεταρρυθμίσεων σε όλα τα πεδία, ώστε να ανακτήσουμε τελικά την πατρίδα μας. Το μέλλον των παιδιών μας, στα οποία οφείλουμε να αναγνωρίσουμε το ίδιο δικαίωμα που αναγνωρίζουμε αβίαστα σε τόσους χιλιάδες μετανάστες, να ζήσουν δηλαδή στην Ελλάδα,  να έχουν δηλαδή το αυτονόητο δικαίωμα να ζήσουν και τα παιδιά των Ελλήνων στην χώρα που γεννήθηκαν, είναι στα χέρια μας. Ο λαός και μόνον ο λαός μπορεί να δώσει την λύση.

 

* ΠΗΓΗ: 25.01.2011, http://www.mikis-theodorakis-kinisi-anexartiton-politon.gr/el/articles/?nid=405

ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ

ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ:

 

Οι τρόποι αντιμετώπισης της κρίσης, η εξέλιξη των επιτοκίων, οι κίνδυνοι από τη βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση, η λογική των ευέλικτων επενδύσεων, οι δέκα χώρες με τα ασφαλέστερα ομόλογα και οι προοπτικές της Ελλάδας

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*


 

Ο πληθωρισμός, σαν αποτέλεσμα πολλών διαφορετικών παραγόντων (μεταξύ άλλων της υπερβάλλουσας προσφοράς χρημάτων από τις κεντρικές τράπεζες, της αύξησης των τιμών των πρώτων υλών, όπως το πετρέλαιο, παράλληλα με αυτήν των εμπορευμάτων, των ακριβότερων εισαγωγών, κατά περίπου 7,8% το 2010 από την Ασία κλπ), λειτουργεί, υπό προϋποθέσεις, προς όφελος των οφειλετών και εις βάρος των δανειστών.

Η σταδιακή μείωση της αγοραστικής αξίας των χρημάτων (πληθωρισμός) είναι μακροπρόθεσμα υπέρ των οφειλετών (ελλειμματικές χώρες και υπερδανεισμένα κράτη, επιχειρήσεις ή νοικοκυριά) – εφ όσον βέβαια τα «εισοδήματα» τους (το ΑΕΠ για τα κράτη), ακολουθούν την πορεία του πληθωρισμού. Είναι δε εις βάρος των δανειστών, εάν τα χρήματα τους ή οι επενδύσεις τους δεν αποδίδουν περισσότερο, από το ρυθμό μείωσης της αγοραστικής τους αξίας.

Κατ’ επακόλουθο, ο ελεγχόμενος πληθωρισμός (σταδιακή, περιορισμένη μείωση της αγοραστικής αξίας των χρημάτων), επιδιώκεται κυρίως από τους οφειλέτες, ενώ ο επίσης ελεγχόμενος αποπληθωρισμός (αύξηση της αγοραστικής αξίας των χρημάτων, λόγω μείωσης των τιμών) από τους δανειστές – οι οποίοι υπερασπίζονται εξ αυτού τις πάσης φύσεως πολιτικές λιτότητας, όπως αυτές που επιβάλλονται στις υπερχρεωμένες χώρες (Ελλάδα, Ιρλανδία κλπ), από εκείνα τα πλεονασματικά κράτη-δανειστές, τα οποία προσπαθούν να «κατοχυρώσουν» την οικονομική τους εξουσία (Γερμανία, Κίνα κλπ), «ασφαλίζοντας» παράλληλα τα δάνεια τους. Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί, «σημειώνει» τις διαφορές μεταξύ των κρατών, «επιμερίζοντας» τα σε ευρύτερες περιοχές αντικρουόμενων συμφερόντων:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Πλεονασματικές – Ελλειμματικές χώρες σε δις $ – Εκτιμήσεις 2009

 

Α/Α

Χώρα

Ισοζύγιο

Α/Α

Χώρα

Ισοζύγιο

 

 

 

 

 

 

1

Κίνα

297,10

1

Η.Π.Α.

-419,90

2

Ιαπωνία

140,60

2

Ισπανία

-74,47

3

Γερμανία

135,10

3

Ιταλία

-66,57

4

Νορβηγία

55,32

4

Γαλλία

-56,13

5

Ρωσία

48,97

5

Καναδάς

-36,13

6

Ολλανδία

42,72

6

Ελλάδα

-34,30

7

Νότια Κορέα

42,67

7

Μ. Βρετανία

-32,68

8

Ταϊβάν

42,57

8

Ινδία

-31,54

9

Ελβετία

35,91

9

Αυστραλία

-29,89

10

Κουβέιτ

32,01

10

Βραζιλία

-24,30

11

Μαλαισία

30,46

11

Πορτογαλία

-23,38

12

Σουηδία

29,50

12

Ιράκ

-19,90

13

Σαουδική Αραβία

26,50

13

Τουρκία

-13,96

14

Σιγκαπούρη

25,35

14

Ν. Αφρική

-11.53

15

Χονγκ Κονγκ

18,40

15

Μεξικό

-10.12

Πηγή: The World Factbook

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος          

Περαιτέρω η δεκαετία μας, η οποία ξεκίνησε με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, είναι η εποχή των προσπαθειών αναθέρμανσης των ανεπτυγμένων δυτικών Οικονομιών – είτε με τη βοήθεια της αυξημένης προσφοράς χρήματος, είτε με τον περιορισμό των φόρων. Ο όρος που συνηθίζεται για την περιγραφή αυτής της «μεθοδολογίας» είναι «επαναπληθωρισμός» (reflation) και χρησιμοποιείται σαν αντίδοτο, απέναντι στον αποπληθωρισμό (deflation). Οι Η.Π.Α., ένα εξαιρετικά ελλειμματικό κράτος δηλαδή, είναι η χώρα που ακολουθεί κυρίως αυτήν την, μάλλον επικίνδυνη, οικονομική πολιτική, στην προσπάθεια της να αποφύγει την «ιαπωνική ασθένεια» της τελευταίας εικοσαετίας – με επόμενη τη Μ. Βρετανία.

Πρόκειται ουσιαστικά για το ακριβώς αντίθετο της λέξης «υποπληθωρισμός» (Disinflation), η οποία χαρακτηρίζει μία μείωση του ρυθμού αύξησης των τιμών – έναν περιορισμό δηλαδή των «τιμολογιακών» πληθωριστικών πιέσεων (προφανώς και του ΑΕΠ), ο οποίος όμως δεν καταλήγει σε αποπληθωρισμό (ύφεση, αρνητικό ΑΕΠ). Ο υποπληθωρισμός (disinflation) χρησιμοποιείται σαν αντίδοτο στον υπερπληθωρισμό (hyperinflation) – ο οποίος είναι μία αντίστοιχα επικίνδυνη ασθένεια για την Οικονομία (καταστροφική, σύμφωνα με τον Keynes), όπως ο αποπληθωρισμός.

Συνεχίζοντας, θεωρείται ότι ξεκίνησε η εποχή του μεγάλου «επαναπληθωρισμού» (reflation), περισσότερο στις Η.Π.Α. και λιγότερο στην Ευρώπη, επειδή το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα έχει υποστεί σοβαρότατες ζημίες – ενώ δεν έχει θεραπευτεί φυσικά η κρίση των τραπεζών. Οι κεντρικές τράπεζες της «δύσης» οι οποίες, κατά την άποψη μας, είναι οι πλέον επικίνδυνες όλων σήμερα, συνεχίζουν να τροφοδοτούν με μεγάλες ποσότητες χρημάτων το σύστημα (άρθρο μας), στην προσπάθεια τους ουσιαστικά να γεμίσουν ξανά με αέρα τη «φούσκα», η οποία «έσπασε» το 2008 (μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers) – παρά τις διαβεβαιώσεις του παρελθόντος, σε σχέση με την «έγκαιρη απόσυρση» της υπερβάλλουσας ποσότητας χρήματος, η οποία θα μπορούσε να καταλήξει σε υπερπληθωρισμό.  

Η «υπερβάλλουσα» αυτή προσφορά χρημάτων στο σύστημα, από τις κεντρικές τράπεζες, είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση των τιμών των εταιρικών μετοχών και των εμπορευμάτων (commodities), καθώς επίσης την «επαναφορά» του ρυθμού ανάπτυξης στις ισχυρότερες οικονομίες (περί το 3,5% στη Γερμανία, 3% στις Η.Π.Α. κλπ). Εν τούτοις, είναι μάλλον απίθανο να επιδιορθωθούν με αυτή τη μέθοδο οι «βλάβες» που υπέστη το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα, επανερχόμενο στην ομαλότητα του παρελθόντος – ενώ παραμένει ανοιχτή η «παγίδα των ομολόγων», με τις «αγορές» να αυξάνουν τα επιτόκια δανεισμού των κρατών (spreads), στην εύλογη προσπάθεια τους να προστατεύσουν την αγοραστική αξία των χρημάτων τους (πόσο μάλλον όταν η εμπιστοσύνη των καταναλωτών έχει υποστεί μεγάλο πλήγμα – γεγονός που τεκμηριώνεται από την «καταναλωτική αποχή» των αμερικανών ή την αποφυγή επενδύσεων των γερμανών, όπου 500 χιλιάδες άτομα «εξαργύρωσαν» ήδη τις μετοχές τους το 2010).   

Ειδικότερα, τόσο τα χαμηλά βασικά επιτόκια, όσο και τα συνεχώς αυξανόμενα χρέη των δυτικών Οικονομιών, είναι μεν σε θέση να αναθερμάνουν την Οικονομία, αλλά δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να επιλύσουν το πρόβλημα: την υπερχρέωση της δύσης. Κατά την άποψη μας δε, το να προσπαθεί κανείς να καταπολεμήσει τα χρέη, με νέα χρέη (για παράδειγμα με ευρωομόλογα), απλά αναβάλλει το πρόβλημα για το μέλλον – με ενδεχομένως καταστροφικές πλέον συνέπειες για το σύστημα.

Από την άλλη πλευρά βέβαια, οι ασθενέστερες οικονομίες της δύσης, ειδικότερα αυτές που ανήκουν στην Ευρωζώνη και δεν έχουν τις δυνατότητες χάραξης μίας «αυτόνομης» πολιτικής χρήματος (Ιρλανδία, Ελλάδα, Βέλγιο, Ισπανία, Πορτογαλία κλπ), δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το «αντίδοτο» – βυθιζόμενες, η μία μετά την άλλη, στον αποπληθωρισμό. Πόσο μάλλον αυτές που είναι στα νύχια του ΔΝΤ, η πολιτική του οποίου είναι εκ των πραγμάτων αποπληθωριστική και εις βάρος της ανάπτυξης – ενώ οι υψηλοί φόροι, στους οποίους υποχρεώνονται, δημιουργούν ένα εξαιρετικά εκρηκτικό μίγμα στασιμοπληθωρισμού (φορολογικός πληθωρισμός, με έντονη ύφεση και συνεχώς μεγαλύτερη ανεργία) το οποίο, σε συνδυασμό με την (καλώς ή κακώς) επιβαλλόμενη μείωση των εισοδημάτων του μεγαλύτερου μέρους των Πολιτών τους, τις οδηγεί σε μία άνευ προηγουμένου καταστροφή.          

Συμπερασματικά λοιπόν και χωρίς καμία διάθεση περιττής καταστροφολογίας διαπιστώνουμε ότι, επάνω από τη δύση έχουν μαζευτεί τεράστια, σκοτεινά σύννεφα, τα οποία προαναγγέλλουν μία επερχόμενη, πολύ μεγαλύτερη καταιγίδα, από αυτήν που ζήσαμε στο πρόσφατο παρελθόν.

Φυσικά, όσον αφορά τουλάχιστον τους επενδυτές, αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να παραμένουν στο λιμάνι, χωρίς να τολμούν να βγουν στο πέλαγος με το «σκάφος» τους. Οφείλουν όμως να μην απομακρύνονται πολύ από την ακτή, έτσι ώστε να είναι σε θέση να επιστρέψουν γρήγορα – προτού ξεσπάσει η καταιγίδα, βυθίζοντας τα πλοία που αψήφησαν εντελώς τον κίνδυνο. Δηλαδή, οι τοποθετήσεις τους πρέπει να είναι ευέλικτες και βραχυπρόθεσμες, έτσι ώστε να εκμεταλλεύονται τις ευκαιρίες, χωρίς να αναλαμβάνουν υψηλό ρίσκο.

Όσον αφορά δε τα υπερχρεωμένα, ασθενέστερα και ελλειμματικά κράτη, οφείλουν να αναζητήσουν το συντομότερο δυνατόν μία ριζική λύση στα προβλήματα τους, πριν βυθιστούν εντελώς στο τέλμα του στασιμοπληθωρισμού και αντιμετωπίσουν το τέρας της ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας.

 

ΤΑ ΕΠΙΤΟΚΙΑ

 

Η αυξημένη προσφορά χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες της δύσης (reflationquantitative easing), η οποία χρησιμοποιείται σαν αντίδοτο απέναντι στο φόβο του αποπληθωρισμού (deflation), «απορροφάται» από τους υπόλοιπους συμμετέχοντες στην αγορά (πιστωτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις κλπ), με τη «βοήθεια» των χαμηλών επιτοκίων – τα οποία σήμερα είναι σχεδόν μηδενικά.

Μπορεί όμως να διατηρηθεί αυτή η κατάσταση στο μέλλον, ειδικά όταν οι πληθωριστικές πιέσεις, τόσο από τις υπέρ-θερμαινόμενες οικονομίες (Γερμανία, Ασία), όσο και από τις πρώτες ύλες ή τα εμπορεύματα, «απειλήσουν» τα ισχυρά δυτικά κράτη με υπερπληθωρισμό; Επίσης, όταν οδηγήσουν τα αδύναμα κράτη σε ταυτόχρονη ύφεση με πληθωρισμό; (στη Μ. Βρετανία σημειώθηκε περιορισμός του ΑΕΠ κατά 0,5% και πληθωρισμός 3,7%). Κυρίως δε, θα παραμείνει το «υπερβάλλον» κεφάλαιο στη δύση, όταν οι αποδόσεις του εκεί είναι χαμηλότερες, ενώ είναι συνδεδεμένες με πολύ υψηλότερο ρίσκο;    

Ειδικότερα, από ιστορικής πλευράς, τόσο τα οικονομικά, όσο και τα κοινωνικά συστήματα, προσανατολίζονται στους αντικειμενικά περιορισμένους «συντελεστές παραγωγής» (φύση, εργασία, κεφάλαιο). Ο καπιταλισμός του 19ου αιώνα λοιπόν χαρακτηρίσθηκε από τη μαζική αύξηση των αναγκών κεφαλαίων στη δύση, τα οποία συμβάδιζαν με τις απαιτήσεις της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης. Δηλαδή, οι συνεχώς περισσότερες βιομηχανίες που κατασκευάζονταν, καθώς επίσης η τεράστια ανοικοδόμηση και τα έργα υποδομής, απαιτούσαν διαρκώς πιο πολλά χρήματα – με αποτέλεσμα να τα λαμβάνουν μόνο όσοι εξυπηρετούσαν καλύτερα τις ανάγκες των ιδιοκτητών κεφαλαίων (αυτοί δηλαδή που «προσέφεραν» υψηλότερα επιτόκια, είχαν καλύτερη πιστοληπτική ικανότητα, παρουσίαζαν μεγαλύτερες προοπτικές ανάπτυξης ή κερδοφορίας  κλπ).  

Τις περασμένες δεκαετίες συνέβη ουσιαστικά κάτι αντίστοιχο, στα πλαίσια της ασύμμετρης παγκοσμιοποίησης. Λόγω του «ανοίγματος» των αναπτυσσομένων οικονομιών, οι αγορές διευρύνθηκαν ραγδαία – οπότε αυξήθηκαν οι κεφαλαιακές ανάγκες, σε τεράστιο βαθμό. Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις επεκτάθηκαν σε χώρες όπως η Ινδία, η Κίνα, η Βραζιλία κλπ, αυξάνοντας τόσο τα μεγέθη, όσο και τις ανάγκες τους σε κεφάλαια – με αποτέλεσμα τα «οφέλη για τους μετόχους» (shareholder value) να αναδειχθούν σε κεντρική τους επιδίωξη, αφού μόνο έτσι μπορούσαν να προσελκύσουν περισσότερα ξένα κεφάλαια.

Συνέβη επομένως αυτό που κάποτε είχε προβλέψει ο Χόμπσον, θέτοντας την εξής ερώτηση στον εαυτό του: «Όταν η πλειονότητα τω ανθρώπων αδυνατεί να αγοράσει όλα τα προϊόντα που παράγονται στην αγορά, επειδή τα εισοδήματα της είναι πολύ μικρά λόγω της άνισης κατανομής τους, πως είναι δυνατόν ένας λογικός καπιταλιστής να επενδύσει σε εξοπλισμό, ο οποίος θα παρήγαγε ακόμη περισσότερα αγαθά, σε μία ήδη παραφορτωμένη αγορά, χωρίς προοπτικές ανάπτυξης και κερδοφορίας;». Η απάντηση του, η οποία σηματοδοτούσε τη γένεση του καπιταλιστικού επεκτατισμού, ήταν απλούστατη: «Οι αυτόματες αποταμιεύσεις των πλουσίων μπορούσαν να επενδυθούν με έναν τρόπο που θα τις αξιοποιούσε, χωρίς το συνακόλουθο πρόβλημα της αυξημένης εγχώριας παραγωγής. Θα μπορούσαν να επενδυθούν στο εξωτερικό».            

Όπως φαίνεται λοιπόν, αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι μόνο η εισαγωγή του δράματος – το «πρελούντιο» όπως θα λέγαμε στη μουσική. Αναλυτικότερα, για τα επόμενα χρόνια προβλέπεται μία «μαζική» αύξηση των επενδύσεων στις αναπτυσσόμενες χώρες (επομένως μία άνευ προηγουμένου έξοδος των κεφαλαίων από τη δύση), οι οποίες θα επικεντρωθούν τόσο στην βιομηχανοποίηση, όσο και στις υποδομές τους – με αποτέλεσμα την αντίστοιχη αύξηση της ζήτησης κεφαλαίων εκ μέρους τους.

Από την άλλη πλευρά, οι πηγές προέλευσης των κεφαλαίων, οι αποταμιεύσεις, θα περιορίζονται συνεχώς, λόγω της αύξησης του μέσου όρου ζωής στις δυτικές κοινωνίες – αφού οι ηλικιωμένοι αποταμιεύουν πολύ λιγότερα, σε σχέση με τους νεώτερους. Παράλληλα, θα αυξάνονται οι απαιτήσεις από την κοινωνική ασφάλιση, επειδή όλο και περισσότεροι θα εντάσσονται στους συνταξιούχους ασφαλισμένους – ενώ όλο και λιγότεροι στο ενεργό εργατικό δυναμικό, μεταξύ άλλων λόγω της υφιστάμενης υπογεννητικότητας.

Πρόκειται λοιπόν για μία πολύ σημαντική «δομική» αλλαγή του καπιταλισμού, εις βάρος της ανεπτυγμένης «δύσης» (Η.Π.Α., ΕΕ, Ιαπωνία), αφού αντιστρέφονται τα «δεδομένα». Δηλαδή, ενώ οι περασμένες δεκαετίες στη «δύση» χαρακτηρίζονταν από συνεχώς μειούμενες επενδύσεις, απέναντι στις οποίες ευρίσκονταν αυξημένες αποταμιεύσεις, σήμερα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Από την εποχή των πλεονασμάτων λοιπόν των παγκοσμίων αποταμιεύσεων, εισερχόμαστε στην εποχή των πλεονασμάτων των επενδύσεων, με την παράλληλη μείωση των υφισταμένων αποταμιεύσεων.

Επομένως, η περίοδος των χαμηλών επιτοκίων, η οποία διήρκεσε περίπου 30 έτη, φτάνει στο τέλος της – ακολουθούμενη προφανώς από μία εποχή, κατά την οποία το κεφάλαιο θα γίνεται όλο και πιο ακριβό. Η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού είναι μάλλον δεδομένη, με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται για τις επιχειρήσεις με περιορισμένα Ίδια Κεφάλαια – κυρίως βέβαια για τα υπερχρεωμένα κράτη, τα οποία σύντομα θα βρεθούν αντιμέτωπα με κατά πολύ μεγαλύτερα προβλήματα, αφού το τέλος της εποχής των χαμηλών επιτοκίων συμπίπτει με τον υπερδανεισμό της «δύσης».

Όσον αφορά δε τις τράπεζες, η αύξηση των επιτοκίων θα λειτουργήσει προσθετικά στις ήδη υψηλές επισφάλειες τους, με αποτέλεσμα να περιορίσουν ακόμη περισσότερο τα δάνεια τους – τόσο προς τους καταναλωτές, όσο και προς την πραγματική οικονομία. Το γεγονός αυτό θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τις επενδύσεις, ιδιαίτερα την οικοδομική δραστηριότητα, εντείνοντας τις «υφεσιακές» πιέσεις και σηματοδοτώντας το ξεκίνημα ενός νέου «κύκλου του διαβόλου».  

 

Η ΒΡΑΧΥΠΡΟΘΕΣΜΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ

 

Υπάρχουν φυσικά και άλλα «δεδομένα», τα οποία συνηγορούν υπέρ της αύξησης των επιτοκίων. Ένα από αυτά, το οποίο συμπεραίνεται από τα παραπάνω, είναι η μελλοντική προσπάθεια της δύσης να συγκρατήσει την έξοδο των κεφαλαίων προς τις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Ένα δεύτερο, είναι η βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση των χρεών επιχειρήσεων και κρατών, η οποία θα ωθήσει υποχρεωτικά τις τιμές (επιτόκια) προς τα επάνω – σαν αποτέλεσμα της αυξημένης ζήτησης, όπως φαίνεται από το παράδειγμα της Γερμανίας που ακολουθεί.

Ο Πίνακας ΙΙ αναδεικνύει τις ιδιαιτερότητες των γερμανικών επιχειρήσεων οι οποίες, έχοντας μικρότερα Ίδια κεφάλαια από αυτά των ανταγωνιστών τους, θα αναζητήσουν περισσότερα χρήματα – πριν βρεθούν αντιμέτωπες με μεγαλύτερο κόστος, όταν θα αρχίσουν να αυξάνουν τα επιτόκια:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Κεφαλαιακή δομή δείγματος αντιπροσωπευτικών επιχειρήσεων 2009, χωρίς τράπεζες και ασφάλειες

 

Χώρες

Ίδια Κεφάλαια

Μακροπρόθεσμες Υπ.

Βραχυπρόθεσμες Υπ.

 

 

 

 

Γερμανία

23%

40%

37%

Ισπανία

26%

47%

27%

Ιταλία

28%

45%

27%

Γαλλία

30%

39%

31%

Ιαπωνία

37%

32%

31%

Κίνα

37%

21%

41%

Η.Π.Α.

38%

43%

19%

Μ. Βρετανία

38%

34%

28%

Ινδία

39%

38%

23%

Ελλάδα*

42%

35%

22%

* Από τις επιχειρήσεις του ΧΑΑ 20, εκτός τραπεζών και holding

Πηγή: McCinsey & Company

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως φαίνεται καθαρά από τον Πίνακα ΙΙ, οι γερμανικές εταιρείες έχουν πολύ μικρά Ίδια Κεφάλαια. Επίσης, υψηλές συγκριτικά βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις,  γεγονός που σημαίνει ότι, θα χρειασθούν σύντομα νέα, επί πλέον χρήματα – πόσο μάλλον εάν συνεχίσουν να επεκτείνονται στις αναπτυσσόμενες οικονομίες.

Από την άλλη πλευρά, το γερμανικό δημόσιο χρέος, όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙΙ που ακολουθεί, είναι βραχυπρόθεσμα χρηματοδοτημένο – οπότε θα απαιτήσει επίσης μεγαλύτερα κεφάλαια,

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Διαπραγματεύσιμα ομόλογα του γερμανικού δημοσίου (συνολικού ύψους 1,1 τρις €), με ημερομηνία καταγραφής τις 12.12.2010

 

Χρόνος λήξης

Ποσοστό επί του συνόλου

 

 

0-2    έτη

34%

2-5    έτη

26%

5-10   έτη

25%

10-30 έτη

15%

Σημείωση: Η μέση απόδοση των ομολόγων είναι 1,86% – μία αύξηση των επιτοκίων μόλις κατά 150 μονάδες βάσης, θα σήμαινε αύξηση των τόκων κατά 14,4 δις € ετησίως, σύμφωνα με τη σημερινή δομή του γερμανικού χρέους. Η Γερμανία θα χρειασθεί δάνεια ύψους 302 δις € για το 2011 – η Ιταλία και η Γαλλία ακόμη περισσότερα.

Πηγή: McCinsey & Company

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Κλείνοντας, ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, η χρηματοδότηση τόσο των επιχειρήσεων, όσο και των κρατών είναι βραχυπρόθεσμη – κυρίως λόγω των συνεχώς χαμηλότερων επιτοκίων του παρελθόντος. Στην περίπτωση όμως που θα αλλάξει η τάση, γεγονός που προβλέπεται να συμβεί πολύ σύντομα, η δομή αυτή των χρεών θα προκαλέσει αφενός μεν άνοδο του κόστους δανεισμού, αφετέρου δε θα αυξήσει ακόμη περισσότερο τα επιτόκια, λόγω της μεγαλύτερης ζήτησης που θα ακολουθήσει.

 

Ο ΥΠΕΡΔΑΝΕΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ

 

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, τόσο η υπερχρέωση, όσο και η προβλεπόμενη «μετανάστευση» των κεφαλαίων στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, θα δυσχεράνει τις προσπάθειες εξόδου των ισχυρών κρατών από την χρηματοπιστωτική κρίση, με τη βοήθεια του «επαναπληθωρισμού» (reflation) – ενώ θα λειτουργήσει υπέρ της αύξησης των επιτοκίων. Ο Πίνακας ΙV τώρα είναι χαρακτηριστικός, σε σχέση με τους τόκους που καλούνται σήμερα να πληρώσουν τα κράτη – όταν τα βασικά επιτόκια των δυτικών κεντρικών τραπεζών είναι σχεδόν μηδενικά.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙV: Τόκοι χρηματοδότησης των ελλειμμάτων προϋπολογισμού, στις χώρες του ΟΟΣΑ* για το 2010 (εκτιμήσεις), σε ποσοστά επί του ΑΕΠ

 

Χώρα

Τόκοι σε ποσοστά επί του ΑΕΠ

 

 

Ιρλανδία

5,5%

Ελλάδα

5,3%

Ιταλία

4,3%

Βέλγιο

3,3%

Πορτογαλία

2,9%

Γερμανία

2,2%

Γαλλία

2,1%

Μ. Βρετανία

2,1%

Η.Π.Α.

1,7%

Ισπανία

1,6%

Ιαπωνία

1,2%

Σουηδία

0,7%

Δανία

0,5%

Καναδάς

0,4%

* Ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ είναι 1,7%

Πηγή: ΟΟΣΑ

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Από τον Πίνακα ΙV διαπιστώνουμε σχετικά εύκολα, αφενός μεν ποιες χώρες είναι σε δύσκολη θέση, αφετέρου το πρόβλημα που θα δημιουργηθεί σε πολλές άλλες, εάν υποχρεωθούν να διασώσουν τον ασθενή ιδιωτικό τους τομέα (Μ. Βρετανία. Ισπανία κλπ), με την ταυτόχρονη αύξηση των επιτοκίων δανεισμού.   

Συνεχίζοντας, θεωρούμε σκόπιμο να συμπληρώσουμε τον Πίνακα V, στον οποίο αναφέρονται οι πιο ασφαλείς χώρες, όσον αφορά τις τοποθετήσεις σε ομόλογα του δημοσίου τους.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ V: Οι 10 πλέον ασφαλείς χώρες για τους διεθνείς επενδυτές, το 2010

 

Α/Α

Χώρα

Μονάδες βάσης πιστωτικών παραγώγων

 

 

 

1

Νορβηγία

23

2

Φιλανδία

34

3

Σουηδία

34

4

Ελβετία

41

5

Η.Π.Α.

42

6

Χονγκ Κονγκ

45

7

Δανία

46

8

Αυστραλία

50

9

Γερμανία

59

10

Σαουδική Αραβία

75

Πηγή: Financial Times

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Από τον Πίνακα V φαίνεται καθαρά ότι, οι πλέον ασφαλείς χώρες παραμένουν οι Σκανδιναβικές για τους επενδυτές – παρά το μεγάλο κοινωνικό κράτος τους. Η Γερμανία είναι η μοναδική χώρα της Ευρωζώνης με παρουσία στον πίνακα προτίμησης, έχοντας όμως χάσει σε σχέση με το παρελθόν (ήταν στην 5η θέση) – γεγονός που οφείλεται κυρίως στην κρίση χρέους, η οποία «μαστίζει» τη ζώνη του Ευρώ, χωρίς δυστυχώς να αναζητούνται ριζικές λύσεις. Εάν συνυπολογίσουμε δε την παγίδα των ομολόγων, στην οποία φαίνεται να είναι εκτεθειμένες οι ευρωπαϊκές τράπεζες, η κατάσταση θα γίνει «αποπνικτική» για την ηγετική δύναμη της Ευρωζώνης –  φυσικά και για όλες τις υπόλοιπες. 

Ας ελπίσουμε τουλάχιστον ότι δεν θα υπάρξει συμμαχία των δύο υπερδυνάμεων, των Η.Π.Α. δηλαδή με την Κίνα – γεγονός που θα έκανε ακόμη δυσκολότερη τη θέση της Ευρώπης (άρθρο μας). Εν τούτοις, επειδή είναι ένας «αστάθμητος παράγοντας», ο οποίος όμως οφείλει να συνυπολογισθεί στο σχεδιασμό των περαιτέρω «βημάτων» της ΕΕ (τα οποία πρέπει να πάψουν πλέον να καθυστερούν επικίνδυνα), δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να τον παραβλέψουμε. Ιδιαίτερα επειδή ένα τέτοιο σενάριο «ταιριάζει» με το παρελθόν – όπου η τότε «παρακμάζουσα» Μ. Βρετανία συμμάχησε με τις Η.Π.Α., εξελισσόμενη στη συνέχεια σε «προτεκτοράτο» της υπερδύναμης.

 

ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

‘Όπως έχουμε τονίσει πολλές φορές στο παρελθόν θεωρούμε ότι η χώρα μας, εάν δεν οδηγούταν στο ΔΝΤ (άρθρο μας), θα μπορούσε κάλλιστα να ανταπεξέλθει με τα προβλήματα της Οικονομίας της – τα οποία θα προέκυπταν, ακόμη και αν δεν είχε μεσολαβήσει η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Απαραίτητη προϋπόθεση θα ήταν βέβαια η θέληση να αντιμετωπισθούν ενεργητικά και υπεύθυνα – τόσο από τους Πολίτες, όσο και από την κυβέρνηση μας, χωρίς να απαιτείται η μεσολάβηση τρίτων (ΔΝΤ, ΕΕ).

Θα μπορούσε ίσως να ισχυρισθεί κανείς ακόμη ότι, η κρίση μάλλον ωφέλησε, παρά έβλαψε την Ελλάδα, αφού το βασικότερο πρόβλημα της ήταν η σχεδόν τριακονταετής «κακοδιαχείριση», η λεηλασία καλύτερα του κράτους, από μία «ομάδα» ιδιοτελών «πολιτικών», οι οποίοι «σφετερίζονταν» την εξουσία για την εξουσία – με τη βοήθεια φυσικά ενός αριθμού ιδιοτελών επιχειρηματιών, ΜΜΕ και απλών πολιτών, οι οποίοι αποκόμιζαν οφέλη από τη στήριξη που παρείχαν, στα πλαίσια μίας «συλλογικής» διαπλοκής και διαφθοράς (άρθρο μας). Ουσιαστικά βέβαια το σημαντικότερο πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι το οικονομικό, αλλά το πολιτισμικό – πιθανότατα σαν επακόλουθο της «υποδούλωσης» της χώρας μας για πάρα πολλούς αιώνες, σε έναν κατά πολύ χαμηλότερο, ασιατικό «πολιτισμό».   

Ευτυχώς λοιπόν, παραδόξως με τη βοήθεια της κρίσης (με την έννοια ότι δεν είναι το μοναδικό κράτος σήμερα, το οποίο αντιμετωπίζει προβλήματα επιβίωσης) προσφέρεται μία μοναδική δυνατότητα στην Ελλάδα, να επιλύσει «δομικά» προβλήματα πολλών δεκαετιών. Επίσης, η κρίση βοήθησε να συνειδητοποιήσουν οι Πολίτες της ότι, με την ψήφο τους, επιλέγουν αυτούς που διαχειρίζονται τα οικονομικά του σπιτιού τους, ενώ φροντίζουν για το μέλλον των παιδιών τους – καθώς επίσης τόσο για την ελευθερία, όσο και για την κοινωνική «δομή» ή την εθνική τους κυριαρχία, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλών συνόρων της πατρίδας τους.       

Περαιτέρω, για να μπορέσει η Ελλάδα να λειτουργήσει σωστά, αξιοποιώντας στο έπακρο τόσο το φυσικό, όσο και τον ανθρώπινο πλούτο της, χωρίς να λεηλατηθεί από τους συνδίκους του διαβόλου, οφείλει να παραμείνει ενωμένη σε όλα τα επίπεδα της (συναίνεση των πολιτικών κομμάτων, πειθαρχία των Πολιτών, υιοθέτηση κάποιων επώδυνων αλλά απαραίτητων μέτρων με δική της πρωτοβουλία κλπ). Επίσης, να εκμεταλλευθεί όλες τις δυνατότητες που έχει στη διάθεση της, λαμβάνοντας θαρραλέες αποφάσεις – όπως η διαγραφή μέρους των χρεών της, των επαχθών φυσικά, διαπραγματευόμενη σωστά με τους δανειστές της και παραμένοντας μέλος της Ευρωζώνης (μέχρι τη στιγμή που ενδεχομένως θα αποσύρονταν όλα μαζί τα κράτη-μέλη ή θα λαμβάνονταν ριζικές αποφάσεις).

Άλλωστε ο προϋπολογισμός επιτρέπει την περαιτέρω διατήρηση της αυτονομίας της χώρας μας, αφού τα έσοδα μπορούν να καλύψουν όλες τις δαπάνες – με εξαίρεση τα υψηλά χρεολύσια, καθώς επίσης τους τοκογλυφικούς τόκους, οι οποίοι επιβαρύνουν δυσανάλογα την εξόφληση των χρεών μας.

Ο Πίνακας VΙ που ακολουθεί είναι χαρακτηριστικός, σε σχέση με τη θέση της χώρας μας η οποία, όπως έχουμε επανειλημμένα αναφέρει, έχει το μικρότερο συνολικό χρέος στην Ευρωζώνη – καθώς επίσης πάρα πολλά δημόσια περιουσιακά στοιχεία:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ VI: ΑΕΠ, έσοδα και δαπάνες σε εκ. € – ποσοστά επί του εκάστοτε ΑΕΠ

 

Στοιχεία

2009

% επί ΑΕΠ

2010 (Εκτιμήσεις)

% επί ΑΕΠ

 

 

 

 

 

ΑΕΠ

237.494

 

236.100

 

 

 

 

 

 

Έσοδα

48.491

20,42%

52.700

22,32%

 

 

 

 

 

Δαπάνες

 

 

 

 

Μισθοί

17.989

7,57%

15.790

6,69%

Ασφάλιση*

16.875

7,11%

15.089

6,39%

Συντάξεις

6.487

2,73%

6.230

2,63%

Λειτουργικές**

9.425

3,97%

8.702

3,69%

 

 

 

 

 

Ενδιάμεσο σύνολο

50.776

21,38%

45.811

19,40%

 

 

 

 

 

ΠΔΕ

9.588

4,04%

9.000

3,81%

Τόκοι

12.325

5,19%

13.209

5.59%

* Ασφάλιση, περίθαλψη, κοινωνική προστασία

** Λειτουργικές, επιχορηγήσεις, καταναλωτικές

Πηγή: Προσχέδιο προϋπολογισμού 2011

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα VI, τα δημόσια έσοδα υπερκαλύπτουν το 2010 τις δαπάνες για μισθούς, ασφάλιση, συντάξεις και επιχορηγήσεις, καθώς επίσης ένα μέρος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Μία καλύτερη δε διαχείριση των δαπανών, χωρίς περαιτέρω «επιδείνωση» των φόρων, σε συνδυασμό με την αύξηση των εσόδων, μέσα από την καλύτερη λειτουργία του δημοσίου, θα έλυνε ένα μεγάλο μέρος των προβλημάτων μας. Σε κάθε περίπτωση, ο δανεισμός μας από τους ΔΝΤ-ΕΕ εξυπηρετεί μόνο την αποπληρωμή των πιστωτών μας – όπως τεκμηριώνεται από τις υποχρεώσεις μας απέναντι τους.

Σε σχέση τώρα με τα επί μέρους μεγέθη του Πίνακα VI, καθώς επίσης με τον τρόπο που μπορούν να διαμορφωθούν, τα εξής:    

(α)  Η αύξηση των δημοσίων εσόδων: Θα μπορούσε να προέλθει τόσο από την αποτελεσματικότερη λειτουργία του δημοσίου, όσο και από την άνοδο του ΑΕΠ. Έχοντας εξαγωγές της τάξης των 25,76 δις $ το 2007 (άρθρο μας), έναντι 50,72 δις $ της Πορτογαλίας, θα μπορούσαμε προφανώς να τις διπλασιάσουμε, επιτυγχάνοντας μία αύξηση του ΑΕΠ μας κατά 20 δις € (μόνο από τις εξαγωγές).

Με έσοδα που αντιστοιχούν στο 22,32% του ΑΕΠ μας το 2010, η άνοδος του κατά 20 μόνο δις €, θα συνεισέφερε στον προϋπολογισμό περί τα 4,46 δις € – περίπου δηλαδή όσο και η μείωση των μισθών, συντάξεων, ασφαλιστικών εισφορών και επιχορηγήσεων που δρομολογήθηκε το 2010, προκαλώντας ύφεση της τάξης του -4,5% (η οποία ουσιαστικά μας κόστισε ονομαστική απώλεια του ΑΕΠ κατά 10 δις € – επομένως εσόδων κατά 2,2 δις €, συν το κόστος της ανεργίας). Εάν απλά προσθέσουμε τα δύο αυτά νούμερα, τότε θα μπορούσαμε να είχαμε 6,66 δις € περισσότερα έσοδα, χωρίς να χρειασθούν καθόλου περικοπές.    

(β)  Οι μισθοί: Δαπανήθηκαν 15,79 δις € σε καθαρούς μισθούς, οι οποίοι αφορούν το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων (760.000). Επομένως, ο μέσος καθαρός μισθός του εκάστοτε ΔΥ ανέρχεται (2010) στα 20.776 € ετήσια ή στα 1.731 € μηνιαία (12 μήνες). Μία ενδεχόμενη περικοπή τους κατά 20%, θα «εξοικονομούσε» 3,15 δις € ετήσια, συν τις ανάλογες κρατήσεις – ήτοι περί τα 6,3 δις €, περιορίζοντας τους καθαρούς μισθούς στα επίπεδα του 2003 (12,079 δις €). Όμως, ποτέ μέχρι σήμερα οι εργαζόμενοι δεν αποδέχθηκαν μείωση των ονομαστικών αμοιβών τους, ενώ θα είχε αρνητικά αποτελέσματα στην ανάπτυξη και στο ΑΕΠ της Ελλάδας.

Εναλλακτικά θα μπορούσε να επιλέξει κανείς τις απολύσεις – αυτών βέβαια που προσλήφθηκαν με «κομματικά κριτήρια», χωρίς να είναι απαραίτητοι. Εν τούτοις, δεν νομίζουμε ότι θα ήταν ένα περισσότερο αποτελεσματικό μέτρο, αφού θα επιβάρυνε κατ’ αρχήν τον προϋπολογισμό, με τα κόστος των ανέργων και στη συνέχεια τα νοικοκυριά – τα οποία θα έπρεπε να φροντίζουν τους ανέργους από τα δικά τους έσοδα ή περιουσιακά στοιχεία.

Το ίδιο ποσόν χρημάτων θα μπορούσε να «εξοικονομηθεί» από τη φορολόγηση των πολυεθνικών επί του τζίρου τους, κατά το παράδειγμα της Ουγγαρίας – κάτι που θα ήταν ασφαλώς προτιμότερο, αφού δεν θα επιβάρυνε άδικα τους Έλληνες Πολίτες, οπότε δεν θα είχε «επακόλουθα» στην κατανάλωση και στο ΑΕΠ της Ελλάδας

(γ) Οι συντάξεις και οι επιχορηγήσεις: Θεωρούμε κοινωνικά άδικο τον περαιτέρω περιορισμό των συντάξεων, ενώ οι «επιχορηγήσεις» θα μπορούσαν να μειωθούν ανάλογα με τους μισθούς – ήτοι κατά 20% (1,74 δις €).    

(δ) Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων: Όπως γνωρίζουμε, ο κρατικός προϋπολογισμός περιλαμβάνει δύο «σκέλη»: τον Τακτικό Προϋπολογισμό (ΤΠ) και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ). Οτιδήποτε χρεώνει κάποιος δημόσιος φορέας (Υπουργείο κτλ.) στον Τακτικό Προϋπολογισμό, πρέπει να εγγραφεί σε κάποιον ΚΑΕ (Κωδικός Αριθμός Εξόδου) και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αντίθετα, ότι χρεώνει κάποιος φορέας στο ΠΔΕ, εγγράφεται σε κάποια ΣΑΕ (Συλλογική Απόφαση Έργου) και δεν ανήκει στη «δημοσιευτέα ύλη» της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως.

Το ποιά ακριβώς είναι τα «νομικά πρόσωπα» (Κρατικά ΝΠΙΔ και Α.Ε. του Δημοσίου στην πλειοψηφία τους), στα οποία τελικά καταλήγουν τα χρήματα του ΠΔΕ, υπάρχει μόνο σε εσωτερικά έγγραφα κάθε Υπουργείου, τα οποία δεν δίνονται στη δημοσιότητα (είναι σχεδόν αδύνατον να τα βρει κάποιος πολίτης). Αρκετοί Πολίτες όμως, όταν ακούν τη λέξη «Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων», νομίζουν ότι πρόκειται για χρήματα που οδηγούνται αποκλειστικά σε δημόσια έργα. Στην πραγματικότητα βέβαια, ένα μεγάλο μέρος του ΠΔΕ αποτελεί τη μισθοδοσία των κρατικών «λειτουργών», οι οποίοι απασχολούνται στα Κρατικά ΝΠΙΔ και στις Α.Ε. του Δημοσίου (πιστεύεται ότι οι διαδικασίες εδώ δεν είναι τόσο διαφανείς, ενώ εξυπηρετούνται άλλοι, μάλλον «παραπολιτικοί» σκοποί).

Ειδικά όσον αφορά τα Κρατικά ΝΠΙΔ και τις Α.Ε. του Δημοσίου, πρόκειται για την προσπάθεια του κράτους να «συνδυασθεί» η ευελιξία του ιδιωτικού τομέα, με τη θεσμική και οικονομική ενίσχυση από το Δημόσιο (εποπτεία από τον αρμόδιο υπουργό, ίδρυση αποκλειστικά με κεφάλαια ή/και με περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου, το οποίο καταβάλλει επίσης τυχόν ελλείμματα κλπ) – κάτι που συνεπάγεται την υπαγωγή τους σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο αρχών και αξιών.

Φυσικά, το γεγονός της πραγματικής και «νοητικής» σύνδεσης με το δημόσιο τομέα, ουσιαστικά «νοθεύει» τη λειτουργία τους, ως προς την «αμιγώς» υπαγωγή τους στους κανόνες της  ιδιωτικής οικονομίας – ενώ θα έπρεπε να επιβάλλει την τήρηση κανόνων  δεοντολογίας και γενικών αρχών περί διαφάνειας και λογοδοσίας της διαχείρισης δημοσίου χρήματος.

Χωρίς να επεκταθούμε σε περισσότερες «ιδιότυπες» λεπτομέρειες, θεωρούμε ότι μία περισσότερο «ορθολογική» διαχείριση του ΠΔΕ, στο οποίο «εισρέουν» αρκετά χρήματα από την ΕΕ, μειώνοντας τα ελλείμματα του (περί τα -7,5 δις € το 2009), θα μπορούσε να εξοικονομήσει τουλάχιστον 30% στον προϋπολογισμό, χωρίς να επηρεάσει τα έργα του δημοσίου – ήτοι, περί τα 2,7 δις €.

(ε)  Οι τόκοι: Φαίνεται ότι, το μέσο επιτόκιο για συνολικό δανεισμό του δημοσίου περί τα 340 δις €, διαμορφώθηκε στο 3,89% το 2010. Εάν υποθέσουμε ότι, το επιτόκιο θα αυξηθεί κάποια στιγμή στο 5,3% (δάνειο μηχανισμού στήριξης), τότε ο προϋπολογισμός θα επιβαρυνθεί στο μέλλον με περίπου 18 δις € (4,8 δις € περισσότερα από το 2010), συν το κόστος των ελλειμμάτων των επομένων ετών – ενώ υπάρχει ο φόβος περαιτέρω αυξήσεων των επιτοκίων, όπως αναλύσαμε στο κείμενο μας.

Επομένως, θα είναι πάρα πολύ δύσκολο να καλυφθούν οι τόκοι, εάν δεν μηδενισθεί το χρέος με τη δική μας συμβολή (άρθρο μας) ή εάν δεν περιορισθεί με τη διαγραφή μέρους του – σύμφωνα φυσικά με τα «δικαιώματα μας» (επαχθές χρέος από την «πολιτική διαφθορά» και τις υπερτιμολογήσεις των πολυεθνικών), ταυτόχρονα με την εύλογη εξόφληση των γερμανικών αποζημιώσεων, οι οποίες υπολογίζεται ότι ξεπερνούν σημαντικά τα 70 δις € (ενδεχομένως πλησιάζουν τα 160 δις €).

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Είναι εμφανές ότι, ο προϋπολογισμός μας έχει τη δυνατότητα να καλύψει τα βασικά έξοδα της χώρας μας – ενώ μπορούν να αυξηθούν τα έσοδα κατά τουλάχιστον 6,66 δις € χωρίς επί πλέον φόρους, καθώς επίσης να μειωθούν οι δαπάνες κατά 10,74 δις € – έστω με μεγάλες προσπάθειες εκ μέρους όλων μας, κυρίως βέβαια της κυβέρνησης μας. Συνολικά δηλαδή, τα έσοδα θα μπορούσαν να ανέλθουν στα 59 δις €, ενώ οι δαπάνες (χωρίς τους τόκους) στα 44 δις € (στα επίπεδα περίπου του 2004). Η διαφορά εσόδων-εξόδων, τα πρωτογενή πλεονάσματα δηλαδή ύψους 15 δις € (5,77% επί ενός εφικτού ΑΕΠ, ύψους 260 δις €), θα μας επέτρεπαν την πληρωμή ανάλογων τοκοχρεολυσίων – με αποτέλεσμα να πάψει επιτέλους να αυξάνεται το δημόσιο χρέος, αρχίζοντας να μειώνεται σταδιακά.     

Επομένως, έχουμε την ευκαιρία να ξεφύγουμε από την κρίση, ανακτώντας την εθνική μας κυριαρχία, καθώς επίσης δημιουργώντας εκείνες τις προϋποθέσεις ανάπτυξης, τις οποίες έχει απόλυτη ανάγκη η χώρα μας. Έτσι, θα μπορούσαμε να γίνουμε πράγματι η ωραιότερη, η πλουσιότερη, καθώς επίσης η πιο πολιτισμένη χώρα της Ευρώπης (άρθρο μας) – αρκεί φυσικά να βιαστούμε, με έργα και όχι με λόγια, πριν μας εμποδίσουν οι προβλεπόμενες εξελίξεις (τόσο στους τομείς των επιτοκίων, όσο και σε αυτούς των δανειακών κεφαλαίων).   

Ολοκληρώνοντας, οφείλουμε να προσθέσουμε ότι, η επαναγορά ομολόγων εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου από τη δευτερογενή αγορά, με έκπτωση 20-30%, με τη βοήθεια του μηχανισμού στήριξης (EFSF), έτσι όπως σχεδιάζεται σήμερα, είναι μάλλον αδύνατον να λειτουργήσει. Η επιτυχία του «σχεδίου» αυτού προϋποθέτει την ύπαρξη αγορών χαμηλού διανοητικού επιπέδου, τις οποίες μπορεί κανείς να «ξεγελάσει» – γεγονός που θεωρούμε ότι αποτελεί μεγάλη πλάνη, κρίνοντας από τις μέχρι σήμερα «κινήσεις» αυτών που «κατευθύνουν» τα διεθνή κεφάλαια. Εκτός αυτού, τέτοιες «κινήσεις» δεν προαναγγέλλονται, αφού τότε η αξία των ομολόγων, «ενδυναμωμένη» από τις καλύτερες προοπτικές εξόφλησης τους, αυξάνεται ανάλογα – όπως εύκολα αποδεικνύεται από τη μείωση των Ελληνικών spreads, ερμηνεύοντας την ταυτόχρονα.

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 27. Ιανουαρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.x-hellenica.gr/PressCenter/Articles/2270.aspx

Κατρακυλάμε συνεχώς στα εθνικά θέματα

Κατρακυλάμε συνεχώς στα εθνικά θέματα

 

Του Βασίλειου Μαρκεζίνη

[Συνέντευξη στο Νίκο Μελέτη]


 

Με την προειδοποίηση ότι, «από την απαράδεκτη συναινετικότητα, κυλάμε στην εύκολη παράδοση» ο ακαδημαϊκός Βασίλειος Μαρκεζίνης παρεμβαίνει στις πολιτικές εξελίξεις με τη συνέντευξή του στο «Εθνος της Κυριακής». Ο γνωστός ακαδημαϊκός, απαντώντας στις ερωτήσεις που θέσαμε υπόψη του, περιγράφει το δυσμενές πλαίσιο που διαμορφώνεται για τα εθνικά ζητήματα, υποβάλλει προτάσεις και απευθύνεται προς την κοινή γνώμη, με το μήνυμα ότι το μνημόνιο δεν σημαίνει και αποδοχή απεμπόλησης κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Τέσσερα χρόνια μιλάτε και γράφετε με κεντρικό μοτίβο την ιδέα ότι η εξωτερική μας πολιτική δεν είναι ελληνική αλλά ξενοκίνητη. Πού στηρίζετε αυτήν τη μελαγχολική σκέψη;


Σε τέσσερα επιχειρήματα. Πρώτον: στο γεγονός ότι, ενώ η Αμερική μάς χαρακτηρίζει συνεχώς «στρατηγικούς εταίρους», δεν παύει ούτε στιγμή να κινείται εναντίον των συμφερόντων μας. Θυμηθείτε τον ρόλο της στα Ιουλιανά, στη δικτατορία, στην επιχείρηση της Κύπρου το ’74, στην προσπάθεια να εμποδίσει τον ερχομό του Ανδρέα το ’81, στον πόλεμο κατά της Σερβίας, στη βοήθεια προς την πΓΔΜ (ακόμα και στη σύνταξη των επιστολών των Σκοπιανών προς την ελληνική κυβέρνηση), στην αναγνώριση του Κοσσυφοπεδίου (με όλες τις συνέπειες που αυτή μπορεί να έχει μια μέρα για εμάς), στις συνεχείς προσπάθειες να εμποδίσει τις πρωτοβουλίες μας στο πεδίο των αγωγών, στα εμπόδια που έθεσε στην πρόθεσή μας να προμηθευτούμε ρωσικούς οπλισμούς. Θυμηθείτε, λοιπόν, αυτές και τόσες άλλες περιπτώσεις και θα δείτε πόσο αφερέγγυα, κυνική και αδίστακτη είναι η «φίλη» αυτή χώρα στις δημόσιες σχέσεις της. Οποιος θεωρεί άδικη αυτή την κρίση, ας διαβάσει την Wikileaks για να δει τους Αμερικανούς μέσα από τα δικά τους λόγια!

Δεύτερον: φοβάμαι όμως ακόμη περισσότερο εκείνους τους Ελληνες – πολιτικούς, δημοσιογράφους και κρατικά επιδοτούμενους (απαράδεκτο σε στιγμές μεγάλης φτώχειας) οργανισμούς (ως, π.χ., το ΕΛΙΑΜΕΠ) που πείθουν τον εαυτό τους ότι συμφέρει την πατρίδα τους να είναι οι ίδιοι αρεστοί (αν όχι, ίσως, και υποχωρητικοί) στους Αμερικανούς. Οι κυνικά διακείμενοι θα μπορούσαν να διατυπώσουν τη γνώμη ότι οι φαντασιώσεις αυτές δεν διαφέρουν και τόσο από την εγκληματική άγνοια του συμφέροντος της πατρίδας μας, αλλα ας το αφήσουμε αυτό γι’ άλλη συζήτηση.

Τρίτον: φοβάμαι την αυξανόμενη λαιμαργία των Τούρκων, ορατή σε όλα τα σύγχρονα πεδία δράσης τους και γνωστή υπό το όνομα «νεο-οθωμανισμός», η οποία λαμβάνει τρομακτική υποστήριξη από τους Αγγλοσάξoνες.

Τέλος, με ανησυχεί η (επιτυχημένη) επικοινωνιακή πολιτική της παρούσας κυβέρνησης, η οποία χρησιμοποιεί την οικονομική κρίση τόσο ως μοχλό εκφοβισμού και πειθάρχησης των δυστυχούντων συμπολιτών μας όσο και ως δικαιολογία για μια πιθανή απεμπόληση των εθνικών δικαιωμάτων μας. Και αν τολμήσει κάποιος να διατυπώσει άλλη σκέψη, αμέσως θα τον «λεκιάσουν» ως φιλοπόλεμο. Αυτή δεν είναι δημοκρατία, είναι τρομοκρατία!


Αναφέρεστε σε κάτι συγκεκριμένο;


Σε δύο χτυπήματα που προβλέπω ότι θα έλθουν απανωτά. Το πρώτο το προβλέπω εδώ και καιρό. Αναφέρομαι στη συνεκμετάλλευση στο Αιγαίο. Το δεύτερο είναι το μειονοτικό «θέμα» στη Θράκη, το οποίο σιγά σιγά μεταμορφώνεται σε «πρόβλημα» πρώτου μεγέθους, αν και λίγοι το καταλαβαίνουν και ακόμη λιγότεροι θέλουν καν να το σκέφτονται!
Για περισσότερες λεπτομέρειες ως προς το πρώτο θέμα, παραπέμπω στο αποκαλυπτικό άρθρο των κ. Λυγερού και Κωνσταντακόπουλου στον «Κόσμο του Επενδυτή» της 27ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με «άκρως απόρρητο» κείμενο του υπουργείου Εξωτερικών, το περιεχόμενο του οποίου και ο δημόσια μη γνωστός τρόπος γενέσεώς του, όμως, είναι ενδεικτικά του πώς δουλεύει (ή δεν δουλεύει) το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών. Επιπλέον, η υβριστική αντίδραση του εκπροσώπου του τελευταίου αποδεικνύει -για πολλούς- ότι ο συντάκτης του κειμένου ευθαρσώς προειδοποίησε τους διαπραγματευτάς μας για τους κινδύνους που συνεπάγονται για τα εθνικά συμφέροντα αυτά που συζητούν με τους Τούρκους.

Για το «Θρακικό Πρόβλημα» παρατηρώ τρία πράγματα. Πρώτον: το θέμα των μειονοτικών ομάδων της Θράκης ?και υπενθυμίζω ότι είναι τρεις, όχι μία? όπως άλλωστε και το θέμα της πΓΔΜ, το έχουμε κάνει πιο δυσχερές εμείς οι Ελληνες, είτε με το να αφήνουμε την κατάσταση να χειροτερεύει μόνη της με την πάροδο του χρόνου είτε με το να ενεργούμε οι ίδιοι με κομματικά ή προσωπικά κριτήρια. Περαιτέρω, με το να φοβόμαστε να αναγνωρίσουμε σε μειονοτικές ομάδες δικαιώματα που επιβάλλουν όχι μόνο οι διεθνείς μας υποχρεώσεις αλλά και ο ίδιος ο πολιτισμός μας και συγχρόνως να είμαστε εξαιρετικά ενδοτικοί στις δραστηριότητες του Τουρκικού Προξενείου της Κομοτηνής.
Δεύτερον: δεν βλέπω, αλλά και αμφιβάλλω εάν υπάρχουν σχέδια για το μέλλον, όταν οι Τούρκοι, έχοντας (με τη βοήθειά μας) «λύσει» τα προβλήματά τους στο Αιγαίο, στρέψουν την προσοχή τους στη Θράκη, όπως μας έχει ήδη προειδοποιήσει ο κ. Νταβούτογλου.
Είναι αίσχος πλην όμως αληθές το να πει κανείς ότι μια τέτοια εξέλιξη (εμμέσως) ενθαρρύνεται από το ελληνικό κράτος το οποίο συνεχώς: (α) παραχωρεί τις εξουσίες του σε θεσμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης χωρίς να διασφαλίσει ότι ακραίοι κύκλοι που κινούνται στους κόλπους και των κομμάτων δεν θα τους μετατρέψουν σε θεσμούς «αυτονομίας» ειδικά σε περιοχές που τους ευνοεί η συγκέντρωση πληθυσμού, (β) παραβλέπει τη δημογραφική εξέλιξη στην περιοχή, η οποία ΔΕΝ ευνοεί τους Ελληνες χριστιανούς.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, πόσος άραγε χρόνος θα χρειαστεί προτού οι Τούρκοι αρχίσουν να μιλούν περί «αυτόνομου» ή «ανεξάρτητου κρατιδίου (το οποίο σε πρώτη φάση θα περιλαμβάνει τις ελληνικές μουσουλμανικές περιοχές και σε δεύτερη θα προσθέσει τους γειτονεύοντες μουσουλμάνους της Βουλγαρίας) με βάση τις αρχές του Κοσσυφοπεδίου; Βεβαίως, τις αρχές αυτές οι Αγγλοσάξονες τις απορρίπτουν όταν δεν τους συμφέρουν (βλ. αίτημα Σέρβων της Βοσνίας).  Σίγουρα, όμως, θα έβλεπαν με «καλό μάτι» οτιδήποτε ευχαριστούσε τη «φίλη Τουρκία».

Και μία τελευταία σκέψη-ερώτηση: κινδυνολογώ χωρίς λόγο; Οχι. Προειδοποιώ, δεν κινδυνολογώ.
Αλλά, και αν ακόμη το δεύτερο συμβαίνει στα μάτια όσων εξ επαγγέλματος έχουν την πρόθεση να παρεξηγούν και την ικανότητα να απλοποιούν, αναλαμβάνω την ευθύνη των απόψεών μου, μια και θεωρώ αναγκαίο αυτά τα θέματα να συζητηθούν εγκαίρως και ευρέως και να μην αποφασίζονται από μια κυβέρνηση που, προφανώς πλέον, δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι έχει τη στήριξη της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού!


Οι απόψεις σας αυτές πιστεύετε ότι μπορεί να έχουν απήχηση και να βρίσκουν υποστηρικτές;

Θα ήθελα να πιστεύω ότι η καλοζωία, ο καταναλωτισμός και ο υλισμός της εποχής μας, σε συνδυασμό με τη συμφεροντολογία ενός εν πολλοίς ανυπόληπτου Τύπου, δεν έχουν διαβρώσει εντελώς τη φιλοπατρία και τη λεβεντιά της πατρίδας μου. Αλλά, και αν κάνω λάθος, δεν με νοιάζει. Γιατί υπάρχουν στιγμές στη ζωή κάθε ανθρώπου ?εξαιρουμένων, βεβαίως, των φιλοχρήματων οπορτουνιστών? όπου έκαστος κάνει αυτό που του υπαγορεύουν η συνείδησή του, η παράδοσή του, η φιλοπατρία του και η όση συναίσθηση καθήκοντος μπορεί να έχει.

Τι σημαίνει αυτό; Aς μην ξεχνάμε ότι μπορεί να υπογράψαμε -καλώς ή κακώς – το μνημόνιο, που συνεπάγεται απαράδεκτους περιορισμούς στην άσκηση της οικονομικής μας πολιτικής. Ουδέποτε όμως, εξ όσων γνωρίζω, υπογράψαμε μνημόνιο που μας αναγκάζει να απεμπολήσουμε τα εθνικά μας συμφέροντα.

Ως εδώ, λοιπόν, κύριοι και μη παρέκει! Η στιγμή που αυτό το σύνθημα θα γίνει δεκτό πλησιάζει και θα ακουσθεί τρανταχτά στους δρόμους.

 

Ερχονται χτυπήματα σε Θράκη και Αιγαίο.

 

Για να επανέλθουμε στο Καστελόριζο: η τμηματική, ας την ονομάσουμε έτσι, διαπραγμάτευση θεωρείτε ότι διευκολύνει την επίλυση των προβλημάτων των δύο χωρών;

Οχι, για δύο λόγους.Πρώτον: γιατί πάντα λέγαμε, μέχρις ότου άλλαξε τα πράγματα ο κ. Σημίτης στη Μαδρίτη, ότι εμείς ένα πρόβλημα παραδεχόμαστε μόνο και αυτό ήταν το πρόβλημα της υφαλοκρηπίδας. Σταδιακά, η λίστα de facto διευρύνθηκε, όπως ήθελαν οι Τούρκοι, οι οποίοι ιστορικά πορεύονται «σιγά σιγά», χωρίς όμως ποτέ να κάνουν πίσω!

Εάν έτσι, λοιπόν, μας κληροδότησαν τα Ιμια και τη Μαδρίτη, τότε πρέπει και εμείς να διατυπώσουμε τα δικά μας «παράπονα» και αυτά δεν αφορούν μόνο τα ζητήματα του Πατριαρχείου που εξάλλου είναι θέματα θρησκευτικών ελευθεριών. Και, ενδεχομένως, θα συμπλήρωνα: «Εφόσον θέλετε να συμπεριφέρεστε έτσι, δεν βλέπουμε για ποιον λόγο εμείς πρέπει να σπεύδουμε, όπως κάκιστα πράττει σήμερα ο κ. Δρούτσας (εντείνων την πολιτική Μπακογιάννη), να πρωτοστατούμε στον ευρωπαϊκό χώρο για την αποδοχή σας ως πλήρους μέλους της ΕΕ».

Αναφορικά τώρα με το νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελόριζου, εάν δεχτούμε να το αποσυνδέσουμε από τα Δωδεκάνησα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι αργότερα η Τουρκία θα εμφανίσει την περιοχή ως νησίδες που επικάθονται στην τουρκική υφαλοκρηπίδα, με απώτερο σκοπό να τους αρνηθεί το δικαίωμα να διεκδικήσουν τη δική τους Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Μπορεί, δηλαδή, η ελληνική παραχώρηση (σήμερα) να διευκολύνει την Τουρκία (αύριο) να επικαλεστεί την αρχή της αναλογικότητας, για να αποκτήσει το υπέδαφος μεγάλης θαλάσσιας περιοχής που από καιρό (και με σχετική ευκολία) οφείλαμε να είχαμε διεκδικήσει και κατοχυρώσει εμείς. Εναλλακτικά ή και επιπλέον οι Τούρκοι θα προσπαθήσουν να εφαρμόσουν στο Καστελόριζο τις ίδιες αρχές που προσπαθούν να μας πείσουν να δεχθούμε ως βάση του διαμελισμού του Αιγαίου. Οπως, λοιπόν, πρότεινα σε πρόσφατη επιστολή που έγραψα με τον Ελληνοαμερικανό καθηγητή κ. Καριώτη, η Ελλάς πρέπει να προχωρήσει στην οριοθέτηση της ΑΟΖ της, τουλάχιστον με την Κυπριακή Δημοκρατία.


Λέτε συχνά ότι η «παράδοση» θα παρουσιασθεί στο κοινό ωραιοποιημένη. Πώς το φαντάζεστε ακριβώς;


Πρώτα απ’ όλα θα βασίζεται σε δύο πυλώνες: τα χρήματα και τους φόβους των ταλαιπωρημένων συμπολιτών μας. Ο πρώτος θα υπερβάλλει πόσο θα ωφεληθούμε από τις γεωτρήσεις.

Ο δεύτερος πυλώνας θα είναι η παρούσα «μουγκαμάρα» των φοβισμένων Ελλήνων που θα υποστούν καταιγισμό δημοσιευμάτων για το πόσο αναγκαίο είναι να δώσουμε ένα τέλος σε μια ατυχή σειρά «πολεμικών συρράξεων» -όπως πρόσφατα και τόσο άστοχα χαρακτήρισε η κυρία Μπακογιάννη την Αλωση της Κωνσταντινουπόλεως και την Επανάσταση του 1821- που αδίκως οι «γλαφυροί πατριώτες» -βλέπε φανατισμένοι προγονοί μας- κατ' επανάληψη παρερμήνευσαν!

Βεβαίως, τι μπορεί ο «κακόμοιρος» Ελληνας να αντιτάξει σ’ έναν τέτοιο καλά χρηματοδοτούμενο -γιατί «λεφτά υπάρχουν» για τέτοιες προσπάθειες- πόλεμο; Θα μπει, λοιπόν, στο καβούκι του, δίκαια θα γίνει ακόμη πιο κυνικός και, δίκαια πάλι, θα ονειρεύεται την ημέρα που αυτός πια θα επιβάλλει από τα κάτω τη δίκαιη τιμωρία.

 

Τι ακριβώς θα κάνατε διαφορετικό από ό,τι πράττει σήμερα ο κ. Δρούτσας;

Εννοείτε τον κ. Παπανδρέου, μια και ο κ. Δρούτσας, ως γνωστόν, είναι ετερόφωτος επιστάτης των πρωθυπουργικών διαταγών.

Πρώτον: θα προκαλούσα -δεν θα απέφευγα- μια δημόσια συζήτηση για όλα αυτά τα θέματα. Το σκότος αρέσει μόνο στους συνωμότες.

Δεύτερον: θα αντέκρουα αυτή την αηδή και συνεχώς προβαλλόμενη φενάκη, από τις γνωστές επιδοτούμενες δεξαμενές σκέψης ότι η Τουρκία τάχα άλλαξε και αιφνιδίως μεταβλήθηκε σε επιστήθια φίλη μας.

Τρίτον: θα καθυστερούσα την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ, επικαλούμενος το συμφέρον της Ευρώπης να μην κληρονομήσει τα προβλήματα που -καθ’ ομολογίαν του ίδιου του κ. Νταβούτογλου- θα έφερνε μαζί της μια πλήρης ένταξη.

Τέταρτον: θα προετοίμαζα, με διάφορους τρόπους, τη μονομερή διακήρυξη των δικαιωμάτων μου στην ΑΟΖ μας και μετά θα προχωρούσα στην οριοθέτησή της.

Πέμπτον: εν συνδυασμώ με τα ανωτέρω, θα ενίσχυα τις δικές μας διαπραγματευτικές δυνατότητες, πλησιάζοντας όλους όσοι μπορούν να μας βοηθήσουν, και δεν θα βασιζόμουν μόνο σ’ αυτούς που μας εγκατέλειψαν στο παρελθόν.

Εκτον: μαζί με όλα τα προηγούμενα, θα ξαναέδινα στους συμπατριώτες μου αυτοπεποίθηση, ενισχύοντας την πίστη τους στο παρελθόν τους, την ιστορία και τη θρησκεία τους, και θα «ξήλωνα» τάχιστα την προπαγάνδα ξένων αλλά και Ελλήνων, η οποία έχει δημιουργήσει αυτό το «κόμπλεξ» ενοχής και κατωτερότητας που μας διακατέχει απέναντι στην Τουρκία.

Τέλος, θα προειδοποιούσα τόσο τους ενδοτικούς πολιτικούς όσο και τα δημοσιοϋπαλληλικά (και επιδοτούμενα) «ακαδημαϊκά δεκανίκια» τους ότι με την παρούσα συμπεριφορά τους πλησιάζουν το οριακό σημείο όπου η πολιτική ευθύνη ενδέχεται να μετατραπεί σε ποινική.

                                                                                                       

ΠΗΓΗ: «E» 8/1/2011, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11378&subid=2&pubid=49734948

Πολιτικό χρέος για την Αριστερά η σύνθεση

Πολιτικό χρέος για την Αριστερά η σύνθεση

 

Της Σοφίας Σακοράφα – Συνέντευξη

[στον Μιχάλη Σιάχο]


 

«Υπάρχει ένα πολιτικό χρέος για τις δυνάμεις της Αριστεράς: να αφουγκραστούν και να κατανοήσουν ότι η κοινωνική ανάγκη για σύνθεση υπερβαίνει την πολιτική λογική του κατατεμαχισμού. Η σύνθεση, όμως, προϋποθέτει κοινή δράση, κοινό μέτωπο. Από τα κάτω ισχυροποιείται η κοινή δράση, από τα πάνω, όμως, διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις», τονίζει μιλώντας στον Δρόμο η ανεξάρτητη βουλευτής Σοφία Σακοράφα.

Αναφερόμενη στην πρωτοβουλία για τη σύσταση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ) για το χρέος, σημειώνει ότι «σε λίγες ημέρες θα βγει και το κείμενο διακήρυξης, μαζί με τις πρώτες υπογραφές από Ελλάδα κι εξωτερικό», υπογραμμίζοντας ότι «στρατηγικός στόχος είναι η απελευθέρωση δυνάμεων από το φόβο του μονόδρομου». Μιλώντας για την κρίση του πολιτικού συστήματος επισημαίνει ότι «προσπαθεί να αναδιατάξει δυνάμεις. Ήδη έχει παρουσιαστεί μια έντονη κινητικότητα στην κατεύθυνση της διατήρησής του, της διάσωσής του». Σε ό,τι αφορά τις πρωτοβουλίες οργάνωσης πολιτών απέναντι σε συγκεκριμένα ζητήματα, υπογραμμίζει ότι είναι «οι πυρήνες ενός κινήματος που αυτοργανώνεται κάθετα και θέτει αιτήματα» και συμπληρώνει ότι «αυτό που είναι κρίσιμο να γίνει, είναι αυτά τα κινήματα να συνδεθούν κι οριζόντια, ώστε να μπορέσουν να εξελιχθούν σε δύναμη κρούσης και να αναδείξουν πολιτικές λύσεις».

 

Το πολιτικό σύστημα βρίσκεται στο επίκεντρο της κριτικής και της αμφισβήτησης. Πολλοί ζητούν τη σαρωτική κατεδάφισή του. Βλέπετε μια καινούργια διάταξη στο πολιτικό τοπίο; Τι χρειάζεται για να γίνει αυτή;


To πολιτικό σύστημα, ακριβώς επειδή γνωρίζει αυτήν την κρίση, προσπαθεί να αναδιατάξει δυνάμεις. Ήδη έχει παρουσιαστεί μια έντονη κινητικότητα στην κατεύθυνση της διατήρησής του, της διάσωσής του. Αναμφισβήτητοι πυλώνες του είναι οι μηχανισμοί προπαγάνδας που προσπαθούν –και μέχρι σήμερα το καταφέρνουν– να εμπεδώσουν το δόγμα του μονόδρομου, την αντίληψη της συνένοχης κοινωνίας και φυσικά τη λογική του κοινωνικού αυτοματισμού.

Κρίσιμο παραμένει, εάν από την άλλη μεριά θα διαμορφωθεί μία πρόταση με διαφορετικό προσανατολισμό, μια πρόταση πειστική και ταυτόχρονα δυναμική. Και με απόλυτη αγωνία και ειλικρίνεια σας λέω, εάν όχι σήμερα τότε πότε… Υπάρχει ένα πολιτικό χρέος για τις δυνάμεις της Αριστεράς: να αφουγκραστούν και να κατανοήσουν ότι η κοινωνική ανάγκη για σύνθεση υπερβαίνει την πολιτική λογική του κατατεμαχισμού. Η σύνθεση, όμως, προϋποθέτει κοινή δράση, κοινό μέτωπο. Από τα κάτω ισχυροποιείται η κοινή δράση, από τα πάνω, όμως, διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις.

Η στάση σας στο Μνημόνιο ανέσυρε στην επιφάνεια ζητήματα συνείδησης, πειθαρχίας, κομματικών πιέσεων, ρόλου του βουλευτή, μετατροπής των Κοινοβουλευτικών Ομάδων σε λόχους. Πώς αποτιμάτε σήμερα όλα αυτά; Στην καθημερινότητά σας, στη Βουλή, στη σχέση με τον κόσμο είχατε προβλήματα;


Σήμερα οι επιλογές της κυβέρνησης βρίσκονται σε απόλυτη αναντιστοιχία με την κοινωνία, για το λόγο αυτό άλλωστε έχει δώσει συγκεκριμένο περιεχόμενο στη διαδικασία του «κατά συνείδηση». Κατά συνείδηση για την κυβέρνηση σημαίνει καθ’ υποταγή. Καθ’ υποταγή στο ΔΝΤ και σε ξένα πολιτικά διευθυντήρια.

Η συνείδηση όμως και η πειθαρχία στην πολιτική έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο κι αναφορά. Το περιεχόμενο είναι οι πολιτικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει κανείς και η αναφορά του είναι πάντα η ίδια η κοινωνία, που του έδωσε την εντολή υλοποίησης αυτών των δεσμεύσεων. Η πολιτική μου επιλογή, από το Μνημόνιο και μετά, ακουμπάει με απόλυτη συνέπεια σε αυτά τα δύο κι αυτό αναγνωρίζεται από ένα μεγάλο μέρος του κόσμου, μεταξύ των οποίων και ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ. Η λειτουργία μου στη Βουλή έχει πολλά προβλήματα, ακριβώς γιατί είμαι εκτός κάποιας Κοινοβουλευτικής Ομάδας (Κ.Ο.) και για τους ανεξάρτητους δεν προβλέπονται από τον Κανονισμό αυτά που προβλέπονται για τις Κ.Ο. Τονίζω, όμως, ότι αυτή η τεχνική δυσκολία δεν πρέπει να οδηγήσει στη σύσταση Κ.Ο. από τους ανεξάρτητους. Ακόμη κι εάν αυτό εξυπηρετεί τη μορφή, τη διαδικασία δηλαδή, υπονομεύει το περιεχόμενο, την πολιτική δηλαδή. Θεωρώ εγκληματικό για να έχω κάποιες διευκολύνσεις παραπάνω, να συμπράξω με πολιτικούς που μας χωρίζει η άβυσσος.

Θεωρώ, ταυτόχρονα, εξαιρετικά επικίνδυνο στις μέρες μας, με πρόσχημα διαδικαστικά θέματά να καταλύονται διαχωριστικές γραμμές. Εκτός κι αν αυτό για κάποιους είναι ένας πιλότος για τα μελλούμενα. Τότε δεν είναι απλώς επικίνδυνο, αλλά και πολιτικά χυδαίο.


Στη Βουλή θέσατε το ερώτημα της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ) του χρέους. Πείτε μας περισσότερα για την ιδέα και την πρωτοβουλία…


Καταρχήν δεν ανακαλύπτουμε τον τροχό. Η ΕΛΕ έχει συσταθεί σε κράτη με διαφορετικά χαρακτηριστικά και με σημαντικά αποτελέσματα. Στόχος είναι αυτή η επιτροπή να αναδείξει ποιο μέρος του χρέους είναι παράνομο ή απεχθές και να το αρνηθούμε. Στόχος, δηλαδή, δεν είναι εάν η Ελλάδα μπορεί να πληρώσει το χρέος, αλλά τι πρέπει να πληρώσει από αυτό.

Η ΕΛΕ είναι μια επιτροπή διεθνής, που αποτελείται από ειδικούς λογιστές του χρέους και των δημόσιων οικονομικών, από νομικούς, οικονομολόγους, αντιπρόσωπους των εργατικών οργανώσεων και μέλη των οργανώσεων την κοινωνίας των πολιτών. Θα είναι ανεξάρτητη από τα πολιτικά κόμματα, αλλά δεν θα αποκλείει τη συμμετοχή πολιτικών.
Η ΕΛΕ θα διασφαλίζει την πρόσβαση σε εξειδικευμένη γνώση και θα εγγυάται τον δημοκρατικό έλεγχο, καθώς και το υπόλογο όλων των εμπλεκομένων.
Είναι αυτονόητο ότι για να επιτύχει το στόχο, θα πρέπει να έχει πλήρη πρόσβαση στις συμβάσεις δημόσιου χρέους από τη μεταπολίτευση, συμπεριλαμβανομένων των εκδόσεων ομολόγων, αλλά και χρέους που είναι διμερές, πολυμερές, ή άλλης μορφής. Θέλω να τονίσω ότι δεν μιλάμε για μια επιτροπή περιχαρακωμένη, αλλά για μια επιτροπή δυναμική, που θα πλαισιωθεί από την ίδια την κοινωνία.

Το ζητούμενο είναι αφενός η ενημέρωση του ελληνικού λαού, αφετέρου η με καλύτερους όρους διαπραγμάτευση της Ελλάδας με τους πιστωτές της, αλλά και η απόδοση ευθυνών σε όσους δημιούργησαν αυτήν την κατάσταση.
Διαφάνεια, ενδυνάμωση της Ελλάδας κι απόδοση ευθυνών είναι το τρίπτυχο αυτής της τακτικού χαρακτήρα πρότασης.  Ο στρατηγικός, όμως, στόχος είναι η απελευθέρωση δυνάμεων από το φόβο του μονόδρομου. Η ΕΛΕ, επί της ουσίας, είναι ένα τακτικό βήμα στα όρια των αστικών θεσμών και της διαφάνειας και παράλληλα ένα στρατηγικό βήμα συγκρότησης ενός κινήματος με ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά. Σε λίγες ημέρες θα βγει και το κείμενο της διακήρυξης, μαζί με τις πρώτες υπογραφές από Ελλάδα κι εξωτερικό.

Πολλές φορές υπάρχουν αντιδράσεις στο χώρο του ΠΑΣΟΚ, άλλοτε αυθεντικές κι άλλοτε συνδεμένες με χειρισμούς που επιδιώκουν να εγκλωβίσουν το ριζοσπαστισμό στο πλαίσιο του δικομματισμού. Από την άλλη, η Αριστερά προσπαθεί συχνά να εκμεταλλευτεί, κυρίως εκλογικά, τις διαφοροποιήσεις. Υπάρχει προοπτική μέσα από τέτοιες εύκολες συναντήσεις;


Η ελληνική κοινωνία έχει φτάσει στην πιο δύσκολη φάση της από τη μεταπολίτευση και μετά. Αυτό βοηθά, ώστε να αναγνωρίζει πιο εύκολα και τις κινήσεις ενσωμάτωσης αλλά και τις εκλογικές συμμαχίες που δεν έχουν πολιτικό βάθος. Και τις αναγνωρίζει γιατί πολύ απλά βλέπει ότι η επόμενη ημέρα παραμένει ίδια.

Αυτή τη στιγμή η κοινωνία βρίσκεται ένα βήμα πιο μπροστά κι από ευκαιριακές συγκολλήσεις κι από επικοινωνιακούς ελιγμούς εκτόνωσης. Βρίσκεται πιο μπροστά, γιατί η ανάγκη της είναι μεγάλη. Κι αυτή η ανάγκη ορίζει το μέτρο κάποιων συμμαχιών. Και το μέτρο σήμερα δεν είναι ούτε η διαχείριση, ούτε η συγκόλληση, αλλά η προοπτική της ανατροπής, η οποία όμως προϋποθέτει ισχυρό μέτωπο.


Οι φωνές ενάντια στο Μνημόνιο και το χρέος πληθαίνουν. Σιγά-σιγά διαμορφώνονται εναλλακτικές προτάσεις για το τι θα έπρεπε να κάνει η κυβέρνηση και το κράτος. Υπάρχουν, άραγε, προτάσεις για το τι πρέπει να κάνει η κοινωνία σ’ αυτή τη δύσκολη περίοδο; Αν μιλάμε για συλλογική δράση, τι είδους κινήματα, τι αντιδράσεις χρειαζόμαστε;

 

Για πολλά χρόνια είτε από απογοήτευση, είτε από στρεβλή αντίληψη περί κατακτήσεων, ο ατομικισμός και η αφασία ήταν στην πρώτη γραμμή.

Σήμερα, λοιπόν, αυτό που είναι ικανό να συσπειρώσει, είτε είναι τα διόδια, είτε η προστασία του δημόσιου χώρου, είτε αύριο οι φοιτητικές κινητοποιήσεις, είτε η άρνηση του απεχθούς χρέους, είτε οι αγρότες της Στυλίδας είναι οι πυρήνες ενός κινήματος που αυτοργανώνεται κάθετα και θέτει αιτήματα.

Προσωπικά είμαι αντίθετη στην περιγραφή χαρακτηριστικών, στην ερώτηση τι είδους κίνημα χρειαζόμαστε. Νομίζω, άλλωστε, ότι αυτή η αυστηρή περιγραφή έχει οδηγήσει σε περιχαρακώσεις, ενώ σήμερα είναι η εποχή της πολύμορφης αυτοργάνωσης.
Αυτό που είναι κρίσιμο να γίνει, είναι αυτά τα κινήματα να συνδεθούν κι οριζόντια, ώστε να μπορέσουν να εξελιχθούν σε δύναμη κρούσης και να αναδείξουν πολιτικές λύσεις. Και βέβαια, όσο πιο ριζοσπαστικές δυνάμεις βρίσκονται μέσα στα κινήματα αυτά, τόσο πιο ριζοσπαστική θα είναι και η πολιτική λύση που θα διεκδικήσουν.

 

ΠΗΓΗ: Δευτέρα, 24 Ιανουάριος 2011 11:32, http://edromos.gr/index.php?option=….temid=51

Λυκοκρατία…

Λυκοκρατία…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

«Η δημοκρατία δεν είναι χριστιανική»!…

Τόνισε, μεταξύ άλλων, ο Πρωθυπουργός στην ομιλία του προς τους Τούρκους πρέσβεις, στο Ερζερούμ. Και έχει δίκιο! …

Γιατί βέβαια η «δημοκρατία» του ελλαδικού δικομματισμού, προφανώς, δεν είναι χριστιανική. Ούτε ασφαλώς των, λεγόμενων, χριστιανοδημοκρατικών ή σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Ευρώπης. Ή του δημοκρατικού και ρεπουμπλικανικού κόμματος των ΗΠΑ, κλπ.

Γιατί ουσιαστικά πρόκειται για ολιγαρχίες. Εκ των οποίων κάποιες – όπως η πλειονότητα των Ελλήνων πρέπει να έχει αντιληφθεί – είναι κλεφτοκρατίες και ληστοκρατίες. Κι ακόμη πιο πέρα εφιαλτοκρατίες….

Κι ακόμη, αν θέλετε ούτε το πολίτευμα της Εκκλησίας – όπως προϋποθέτει το όνομά της – είναι δημοκρατικό. Γιατί η, λεγόμενη, Ιερά Σύνοδος, είναι μια αυτοαναπαραγόμενη ολιγαρχία. Ο καθένας δεσπότης – όπως και η λέξη υποδηλώνει και η πραγματικότητα, συχνά, αποδεικνύει μπορεί να είναι ένας τύραννος. Κι όσο για τον πατερούλη του καθολικισμού, τον Πάπα; Είναι ένας απόλυτος – κατά τα μεσαιωνικά πρότυπα – μονάρχης.

Για να είναι μια δημοκρατία χριστιανική, πρέπει, βασικά, να μην είναι κάλπικη, αλλά αληθινή. Και είναι αληθινή, όταν συντεταγμένες της είναι η ελευθερία και η κοινωνική δικαιοσύνη.

Όπως ακριβώς την προσδιόρισε ο Χριστός, όταν στους μαθητές του, που ονειρεύονταν εξουσίες και προνόμια, είπε χαρακτηριστικά:

Οι κοσμικοί άρχοντες καταπιέζουν και καταληστεύουν τους λαούς. Και θέλουν από πάνω να παρουσιάζονται και ευεργέτες τους…

Εσείς όμως δεν θα κάνετε το ίδιο! Εσείς δεν θα ληστεύετε, αλλά θα προσφέρετε στους λαούς. Κι, αντί να είστε αφεντικά, θα είστε υπηρέτες τους”!…

Και τέτοια δημοκρατία υπήρχε στην πρωτοχριστιανική κοινωνία. Όπου ήταν όλα για όλους κοινά. Και δεν υπήρχε κανένας φτωχός ανάμεσά τους. Γιατί ο καθένας πρόσφερε σύμφωνα με τις δυνάμεις του και έπαιρνε ανάλογα με τις ανάγκες του….

Και κάτω απ’ αυτό το πρίσμα ούτε η αθηναϊκή ούτε ούτε ρωμαϊκή δημοκρατία ήταν αληθινές. Δεδομένου ότι περιορίζονταν στις μειοψηφίες των ελευθέρων πολιτών, οι οποίοι είχαν στο εξευτελιστικό περιθώριο τις συντριπτικές πλειοψηφίες των δούλων…

Έχει, λοιπόν, δίκιο ο Πρωθυπουργός… Η οποιαδήποτε κάλπικη «δημοκρατία» σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι χριστιανική.

Κι αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο οι σύγχρονες κάλπικες «δημοκρατίες» πολεμούν με λύσσα το Ευαγγέλιο. Συγκεκαλυμμένα ή και απροκάλυπτα. Και προσπαθούν με κάθε τρόπο να το θάψουν. Όπως οι πάλαι ποτέ ομοϊδεάτες τους έκαμαν για τον ίδιο το Χριστό.

Γιατί το Ευαγγέλιο – και, κατά συνέπεια, η χριστιανική δημοκρατία – δίνει απόλυτη προτεραιότητα στον Άνθρωπο. Γεγονός, που χαλάει τη μισάνθρωπη συνταγή του καπιταλιστικού Μεσαίωνα. Η Ιερή εξέταση του οποίου θέλει να δολοφονεί ολοένα και περισσότερους ανθρώπους. Προκειμένου να σωριάζει ολοένα και περισσότερο το μαμωνά…

Για να μπορεί, έτσι, η λυκόστανη της λυκοκρατίας να ληστεύει όσο γίνεται περισσότερο ασύδοτα και ν’ ασωτεύει, όσο γίνεται περισσότερο πλουσιοπάροχα…

 

παπα-Ηλίας, http//papailiasyfantis.wordpress.com, 26-1-2011

Χρυσ. Σταμούλη: Έρως και θάνατος II

Χρυσ. Σταμούλη: Έρως και θάνατος*

 

Του Θεόφιλου Αμπατζίδη

 

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ   ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ:

ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ,

Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης,

Ακρίτας 2009, σελ.434.

 

 Λίγα βιβλία, ιδίως της νεοελληνικής θεολογικής μας παραγωγής, κομίζουν την ποιότητα αλλά και την βαρύτητα του θεολογικού προβληματισμού, που συναντά ο αναγνώστης στον ανά χείρας τόμο.

Ο γνωστός για τις ευαισθησίες του εκδοτικός οίκος του «Ακρίτα», φιλοξενεί στον καλαίσθητο αυτό τόμο μονογραφία του καθηγητή Σταμούλη που θέτουν ευθύς εξαρχής τον αναγνώστη αντιμέτωπο με την γόνιμη δυναμική της ορθόδοξης θεολογίας, αλλά και τον ρόλο που καλείται να παίξει σήμερα.

Με προσφυή αφετηρία την αριστοτεχνική περιγραφή της διακεκριμένης ταινίας «Οι ζωές των άλλων», του Florian von Donnersmark, αφορμάται ο συγγραφέας στη «Μεθιστορία» του σε μια πράξη περισσότερο κατανόησης και έπειτα ερμηνείας – με κλειδί πάντοτε την ορθόδοξη θεολογία – της παθολογίας του συστήματος και της ανάγκης δραπέτευσης απ’ αυτό. Μια κατανόηση του τρόπου με τον οποίο κάθε κοινωνία, περισσότερο ή λιγότερο, μεταποιεί το δυναμικό περιεχόμενο της ζωής σε σύστημα, ταυτόχρονα με την απαίτηση, έστω μόνον (;) των χαρισματικών και ριψοκίνδυνων, απεξάρτησης απ’ αυτό. Η πίστη και η αγάπη, αποσπασμένες από την ελευθερία του προσώπου, καταλήγουν υπηρετικές του συστήματος, του «τέρατος της αφομοιωμένης ειδωλολατρίας και υποκρισίας» (σελ. 72). Έτσι που η αποδόμηση, ακόμη και η πιο σκληρή ή η πιο ιδεολογικοποιημένη, όπως αυτή του M. Onfray, μοιάζει με επιτακτική ανάγκη.

Η κατανόηση της αποδομητικής τάσης της μετανεωτερικότητας ως πλεονέκτημα για την άσκηση ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας (ο όρος του συγγραφέα από παλαιότερο βιβλίο του), πέρα από ότι μας βρίσκει απολύτως αλληλέγγυους, συνιστά εφαλτήριο δημιουργικής πνοής της θεολογικής σκέψης, μακριά από φοβικά και ενοχικά σύνδρομα προδοσίας της Ορθοδοξίας ή αλλοίωσης της φυσιογνωμίας της. Πράγματι, μπορεί πτυχές της πατερικής σκέψης που ταυτίζονται με ποιμαντικά προβλήματα του καιρού της να είναι σήμερα εν πολλοίς ξεπερασμένες (σελ. 80). Αυτό όμως δεν σημαίνει την υιοθέτηση μιας μετα-πατερικής θεολογίας αποκομμένης από την ιστορική της διαδρομή. Το τελευταίο μοιάζει, κατά το συγγραφέα, με «επιστημονική αίρεση» (σελ. 80). Παρ’όλα αυτά, η ανάγκη για μια θεολογία «υψηλού ρίσκου» που θα τολμά να καταδείξει τις νοσηρές αγκυλώσεις του εξιδανικευμένου παρελθόντος ή τις άνευρες συμβολοποιήσεις του, μοιάζει με σανίδα σωτηρίας για τη σημερινή ορθόδοξη θεολογία.

Συνεκτικός ιστός ενότητας του «θεολογείν», σ’ όλη την έκταση του βιβλίου, παραμένει ο πολιτισμός της σάρκωσης που επιτρέπει στον Σταμούλη, όχι μόνον την ανασημασιοδότηση της πλατωνικής και ντεριντιανής «χώρας», αλλά και την έξοδο από την ενδημική του συστήματος με βάση το πρόσωπο του σαρκωθέντος Λόγου, που ζωοποιεί τα σύμβολα.

Στο πλαίσιο αυτό κατανοείται και η ποιμαντική ειδωλολατρία του καιρού μας η οποία χαρακτηρίζεται από την ψυχολογική ανάγκη βεβαιοτήτων, που αποστεώνουν τη ζωή και εξορκίζουν, ψυχαναγκαστικά, τον πόνο, μπρος την επιδίωξη ενός πλασματικού πνευματικού νιρβάνα. Μια πνευματικότητα που αρνείται, στις συνέπειές της, τη σάρκωση, την ολοποιητική δυναμική της ζωής εγκεντρισμένη στην πρόσληψή της από τον Λόγο, είναι φυσικό να δογματίζει, αιώνες πριν τον Διαφωτισμό και από μια ριζικά ανεστραμμένη αφετηρία, την απόσχιση της πραγματικότητας σε ιερή και βέβηλη, την αποϊεροποίηση του κόσμου. Και χρειάζεται να αφιερώσει ο συγγραφέας μέρος από τις καλύτερες σελίδες του βιβλίου του, στην ανασκευή των παρεξηγήσεων που φαίνεται να φυλακίζουν τη θεολογική σκέψη στην προαναφερθείσα διελκυστίνδα.

Με τέτοια προαπαιτούμενα μπορούμε να κατανοήσουμε τη θεολογία  του πολιτισμού ως εκθεολόγηση του πολιτισμού της σάρκωσης, ως δεξίωση όλων των εκφάνσεων της ανθρώπινης ζωής στην προοπτική της μεταμόρφωσής τους, δια της σχέσεως με το Πρόσωπο του Σαρκωθέντος, ως συνέχεια και προέκταση της δημιουργίας.

Με απόλυτη σαφήνεια καταφάσκει ο ορθόδοξος διανοητής και δογματολόγος ότι «ο Χριστός ήλθε και για τον πολιτισμό» (σελ. 123), χωρίς να ταυτίζει ή να εγκλωβίζει τον Χριστό στην ιστορία. Η απόρριψη τόσο του υπεριστορισμού όσο και του υπερεσχατολογισμού, μοιάζει να συνιστά τη χρυσή τομή καταξίωσης της δημιουργίας και της ιστορίας, όπως φωτίζονται και ζωοποιούνται από την παρεμβολή των εσχάτων στο κοσμικό γίγνεσθαι.

Στο κρίσιμο κεφάλαιο για τη φύση του έρωτα – κατά τη γνώμη μας το πιο δημιουργικό – ο συγγραφέας, με καθοδηγητικό νήμα και πάλι τη σάρκωση και τη συνακόλουθη αποδοχή της ύλης και του ανθρώπινου σώματος, εκφράζει μια ριζοσπαστική θεολογία, γόνιμη αλλά και προκλητική, με στόχο την «αποκατάστασή» τους, – άρα και του ανθρώπου ως προσώπου συνολικά – στις ολοποιητικές δυνατότητες και ορθόδοξες διαστάσεις τους. Δυστυχώς, μετά από δεκαετηρίδες νεοπατερικής αναγέννησης και επιστημονικής εμβάθυνσης, το ζήτημα του έρωτος παραμένει θεμελιώδες taboo και παράγοντας αποστέωσης της εν Χριστώ ζωής.

            Με έκδηλη παρρησία και συστηματική ακρίβεια ο Σταμούλης θα ξεκαθαρίσει πως δεν είναι άλλο πράγμα ο έρωτας και άλλο η αγάπη (σελ. 148-149), ούτε ότι η αγαπητική τάση του ανθρώπου, ο έρως, είναι ένα αρνητικό γεγονός, που πρέπει να εξαφανισθεί στο τέλος μιας στωικής απάθειας. Αυτή η «ολιστική κατανόηση και καταξίωση του ενός και μόνου έρωτα» αναδεικνύει τον τελευταίο ως «δυνατότητα για τη φανέρωση και τη γνώση τόσο του ανθρώπινου προσώπου όσο και του θεϊκού», sic (σελ. 149). (Στο πλαίσιο αυτό η δίωξη και ο προπηλακισμός όσων πίστεψαν και έγραψαν για την ενότητα και τη γνωσιοθεωρητική του αναφορικότητα, όπως ο καθηγητής Γιανναράς, μόνον ως προϊόν ενός αθεολόγητου πουριτανισμού και μιας εξουσιαστικής αντιμετώπισης της πνευματικότητας μπορούν να κατανοηθούν).

Δεν είναι εφικτό να παρακολουθήσουμε, στα ασφυκτικά περιθώρια ενός βιβλιοκριτικού δοκιμίου, την ανάπτυξη της σκέψης του συγγραφέα αλλά και την πατερική και επιστημονική της πλαισίωση, στην περιγραφή της ενοχοποίησης της ύλης, του σώματος, της επιθυμίας και της ηδονής. Στη δαιμονοποίηση της σεξουαλικής ζωής, την αφαίρεση του μυστηριακού της περιεχομένου και την κατανόηση της άσκησης και της πνευματικότητας ως στέρησης, έλλειψης ή απόρριψης. Ο αναγνώστης μπορεί να τα δει όλα αυτά, κι αν ακόμη διατρέξει και μόνον, τις σελίδες του βιβλίου.

 Εκεί που πρέπει κάπως να σταθούμε είναι στο πρόβλημα – που με πρωτοποριακότητα για τα ακαδημαϊκά μας δεδομένα – αναδεικνύει ο συγγραφέας: Αυτό της διαφοροποίησης της πατερικής παράδοσης στο ζήτημα της εκθεολόγησης του ανθρώπινου έρωτα. Είναι, λοιπόν, ο έρωτας προϊόν της πτώσης και της αμαρτίας; Συνιστά μεταπτωτική συγκατάβαση του Θεού ή ανήκει στην προαιώνια βουλή και επιλογή Του, εξ ου και η δημιουργία των ανθρώπινων φύλων αλλά και των φύλων των ζώων; Μπορούμε να αναγνωρίσουμε την ερωτική δύναμη στη δημιουργία, πριν την πτώση του ανθρώπου και την αμαρτία;

Στα προαναφερθέντα ερωτήματα ακόμη και η πατερική σκέψη παρουσιάζει αποκλίσεις που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, διαιωνίζονται και σήμερα. Αυτονόητα, δεν είναι ίδιες οι θέσεις του Κυρίλλου Αλεξανδρείας ή του Χρυσοστόμου, μ’ εκείνες του Γρηγορίου Νύσσης, του Βασιλείου Αγκύρας ή και του Μαξίμου ακόμη. Αν και, απαρέγκλιτα, κανείς από τους πατέρες δεν διδάσκει την οντολογικοποίηση του κακού, τον εντοπισμό του στην κτίση, το σώμα και τις λειτουργίες του, εν τούτοις δεν ταυτίζονται ως προς το εάν ο έρωτας και οι διαφυλικές σχέσεις είναι προϊόν της πτώσης ή συνιστούν αυτονόητα αμαρτία. (Αν και ως προς το δεύτερο τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα).

Το ζήτημα για τον συγγραφέα, προφανώς και για τη θεολογία και την ορθόδοξη παράδοση, παραμένει ανοικτό. Η ιστορία του προβλήματος απόρριψης του έρωτος από μερίδα των πατέρων κατανοείται, είτε ως απάντηση σε αιρετικές αλλά και ενδοεκκλησιαστικές ομάδες που υποσκάπτουν τον μοναχισμό και την παρθενία, είτε ως εξουσιαστική απαίτηση του άγαμου κλήρου για έλεγχο  της πνευματικής (και όχι μόνον) ζωής. Η ανάλυση αυτή, μολονότι έχει τεράστια σημασία, δεν εξαντλεί την κατανόηση του φαινομένου σήμερα. Εκείνο που, ίσως, χρειάζεται είναι η πληρέστερη θεολογική κατανόηση της δημιουργίας, της πτώσης και της αμαρτίας και, εξάπαντος, της άσκησης στο σημερινό πολιτισμικό περιβάλλον, που μπορεί να καταξιώσει την ύλη, το σώμα και τον έρωτα, ταυτόχρονα με τον απεγκλωβισμό του ανθρώπου από την αμαρτία. Και αυτό φαίνεται να’ ναι το στοίχημα του συγγραφέα.

Ίσης πρωτοποριακότητας αλλά και δυσκολίας με το ζήτημα του έρωτος φαίνεται πως είναι εκείνο του θανάτου. Γι’ αυτό, άλλωστε, αποτελούν νοηματικό αλλά και λογοτεχνικό δίδυμο, το οποίο ο συγγραφέας υιοθετεί και στον τίτλο του βιβλίου του. Ύλη αδίδακτη ο θάνατος. Και έτσι όπως οι μαθητές την φοβούνται, την αποστρέφονται και την ξορκίζουν, ξορκίζει  – όμως χωρίς καμιά διάκριση μαθητείας – και ο τρυφηλός μας πολιτισμός την παρουσία του, με πράξεις υστερίας και τρόμου, υπό τον μανδύα, πάντοτε, του καθωσπρεπισμού. Κι’ όμως, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, η εξορία του θανάτου σημαίνει ξόρκι της ζωής. Γιατί μέχρι την εσχατολογική του κατάργηση (έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος), παραμένει σχολείο και στίβος για να μάθουμε τη ζωή, τόσο πριν όσο και μετά την παρουσία του.

Στη συνέχεια ο καθηγητής Σταμούλης καταπιάνεται με ένα διαχρονικά ακανθώδες, αλλά ταυτόχρονα και εξαιρετικά σύγχρονο στην επαναδιατύπωσή του, πρόβλημα: Το πρόβλημα του κακού και της πτώσης. Στον 21ο αιώνα της ανθρωπολογίας το ζήτημα αναδιατυπώνεται με όρους που θέτει η σύγχρονη επιστήμη. Πρόκειται στην ουσία περί αμφισβήτησης και άρνησης της ιστορικότητας της πτώσης από τη μεριά των φυσικών επιστημών και της πρόκλησης που η θέση αυτή συνεπάγεται για έναν γόνιμο και σύγχρονο θεολογικό λόγο. Μια πρόκληση που, συγγραφέας, την αναλαμβάνει στο έπακρο, προκείμενου να επανατοποθετήσει μια σειρά από θεολογικά ζητήματα όπως: τη φύση και το νόημα του προπατορικού αμαρτήματος, την κληρονομική και ενοχική του διάσταση, την ύπαρξη και το νόημα του κακού, το πρόβλημα της θεοδικίας και τόσα άλλα. Ανατέμνοντας  χειρουργικά έναν διάλογο που μόλις ξεκίνησε στην ελληνόφωνη Ορθοδοξία, ξαναθυμίζει σημαντικότατες πατερικές παραμέτρους όπως: Την εγγενή αδυναμία αυθυπαρξίας του κτιστού, άρα και τη δυνατότητα του θανάτου προπτωτικά στην περίπτωση διακοπής της σχέσης κτιστού-ακτίστου, το απροϋπόθετο της σάρκωσης, την απενοχοποίηση του Θεού για το κακό και το θάνατο, αλλά και την απενοχοποίηση του ανθρώπου για τον τελευταίο, μια και δεν τον εισήγαγε ο άνθρωπος αλλά συνιστά ιδίωμα της κτιστότητος.

Ο συγγραφέας φαίνεται ότι ακολουθεί στο ζήτημα αυτό τη θέση του Μάξιμου του Ομολογητή και ευάριθμων σύγχρονων ερμηνευτών του, περί μη ιστορικότητας της συγκεκριμένης βιβλικής διήγησης. Αν και η άποψη αυτή, πέρα από την καταφανή της τόλμη και ριζοσπαστικότητα, δεν είναι άμοιρη προβλημάτων τα οποία επιχειρήσαμε να δείξουμε αλλού, δεν παύει να αποτελεί, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης επεξεργασίας της από τον Σταμούλη, όχι μόνον γόνιμη και δημιουργική παρέμβαση, αλλά και ικανή συνεισφορά στη σύγχρονη θεολογική ανθρωπολογία και τις προκλήσεις της.

Στα δύο τελευταία κεφάλαια του βιβλίου, ο συγγραφέας θέτει σε κίνηση τη νέα χριστοκεντρική αρχιτεκτονική, αυτή που θα καταδείξει τον πολιτισμό της σάρκωσης. Όμως, για να κτίσεις πρέπει πρώτα να γκρεμίσεις. Να απο-δομήσεις όλες τις βεβαιότητες του συστήματος, τις παραδεδομένες αγκυλώσεις, τις φθαρμένες αποσκευές. Η ευκαιρία, όμως, μιας τέτοιας αποδόμησης δεν μπορεί παρά να είναι ανοικτότητα και ετοιμότητα διαλόγου, με το σήμερα των ραγδαίων εξελίξεων. Η ετοιμότητα να ανακαλύψεις τον μαργαρίτη, όπου κι αν αυτός βρίσκεται. Ακόμη και μέσα στην αμφισβήτηση ή την άρνηση.

Έτσι, ο θεολόγος μας, ξεκινά έναν δύσκολο μα και ελπιδοφόρο διάλογο με κάθε χώρο του επιστητού, με τη «νέα αθεΐα» και τους bright και ιδιαιτέρως με τον κύριο εκπρόσωπό της, τον M. Onfray. Η δίστομη μάχαιρα της κριτικής του θα στηλιτεύσει το νέο δογματισμό και ολοκληρωτισμό, στην απολυτότητα με την οποία ο Γάλλος στοχαστής εκφράζει τις απόψεις του, θα αναδείξει, όμως, ακόμη και σ’ αυτήν, την πρόκληση αποδόμησης κατεστημένων βεβαιοτήτων της Ορθοδοξίας. Η ίδια πρόκληση αποδόμησης αναφαίνεται στο τέλος της βεβαιότητας και της απολογητικής στράτευσης που, δια στόματος Prigogine, εκφράζει η επιστήμη, στην αγωνία της για τη νοηματοδότηση του υπαρκτού. Κατά συνέπεια, η δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης δεν μπορεί παρά να εκκινεί από την ανοικτότητα και ετοιμότητα ενός διαλόγου-συνάντησης, με οτιδήποτε κομίζει την αγωνία της ύπαρξης για νόημα, σκοπό και αλήθεια. Είτε αυτή εκφράζεται μέσα από την ποίηση ενός Hoelderlin και την οντολογική της ερμηνεία από τον Heidegger, είτε από την συνάντηση του ορθόδοξου με τον ξένο στη σημερινή κοινωνία της πολυπολιτισμικότητας, είτε από τον αγώνα ενάντια στην κυριαρχία του ηθικισμού, που συνιστά αφαίμαξη της εν Χριστώ αγάπης και ελευθερίας, δηλαδή του εκκλησιαστικού ήθους.

Σ’ έναν τόμο, όπως αυτός, τετρακοσίων και πλέον σελίδων, πληθώρα ζητημάτων μπορούν να τεθούν και να συζητηθούν. Το σημαντικό όμως είναι ότι, με το πέρας της ανάγνωσης, δεν ενεργοποιείται η «επαγγελματική διαστροφή» του ειδικού για ατέρμονες συζητήσεις, αλλά μπολιάζεται ο μέσος αναγνώστης με  εκείνην την γονιμοποιητική αύρα  η οποία τον οδηγεί στη σημασία ή την ανασημασιοδότηση όσων συνιστούν τα μέγιστα της ζωής.

 

* Σύναξη 115 (2010), σ. 101-103.

                                                                          Με ευχαριστίες για τη φιλοξενία,

                                                                              Αμπατζίδης  Θεόφιλος.
 

Σημείωση admin: Ο Θεόφιλος Αμπατζίδης  είναι θεολόγος-εκπαιδευτικός.