Χρ. Γιανναράς; Μια ιδιότυπη τύφλωση

Μια ιδιότυπη τύφλωση

 

Του Γιώργου Καραμπελιά

 

Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι πλέον οι οβιδιακές μεταμορφώσεις του Χ. Γιανναρά, δυστυχώς αυτές έχουν πραγματοποιηθεί, λιγοστεύοντας τους διανοουμένους που θα μπορούσαν να προβάλουν ένα ανάχωμα στις διάφορες μορφές του εθνομηδενισμού. [Και βέβαια αν αύριο αναιρέσει αυτές τις απόψεις, ακόμα και χωρίς αυτοκριτική -θα ήταν υπερβολικό να ζητήσεις κάτι τέτοιο από τον συγκεκριμένο άνθρωπο- θα είμαστε οι πρώτοι που θα το χαιρετίσουμε, και θα θάψουμε το τσεκούρι του πολέμου, όπως είχαμε κάνει στο παρελθόν μετά από κάποιες θετικές αναθεωρήσεις του Μίκη Θεοδωράκη. Άμποτες και αυτό το κείμενο να συμβάλει σε νηφαλιότερες  σκέψεις από την πλευρά του.]

Το ζήτημα πλέον έχει μετατεθεί αλλού, στο πως και γιατί ένας ιδεολογικός χώρος, με καταγωγή από τη νεο-ορθοδοξία κατ' εξοχήν, αλλά και ένα κομμάτι του «εθνικού χώρου», που γνώρισε τον Γιανναρά κυρίως από την πολιτική επιφυλλιδογραφία του, αρνείται να δεχθεί αυτή την προφανή μετάλλαξη και καταφεύγει σε υπεκφυγές του τύπου «δεν είναι όμως όλα τα κείμενά του έτσι», ή «εν συνεχεία έγραψε και κάποιο άλλο κείμενο που έλεγε τα αντίθετα», ή «τον Γιανναρά πρέπει να τον βλέπουμε ως φιλόσοφο και όχι ως πολιτικό», κ.ο.κ. Και όμως, τα τελευταία χρόνια, και είναι πολλά, γράφει κυρίως πολιτικές επιφυλλίδες και υποχρεωτικά θα πρέπει να κριθεί και από αυτές.

Θυμάμαι πως, επί αρκετά χρόνια, το ίδιο είχε συμβεί και με τον Σ. Ράμφο. Παρά την αδιαμφισβήτητη προσχώρησή του στον αμερικανισμό και τον «εκσυγχρονισμό», πάρα πολλοί ήταν εκείνοι και μάλιστα στον νεο-ορθόδοξο χώρο -­  που αρνούνταν πεισματικά να αποδεχτούν την πραγματικότητα μιας τέτοιας μετακίνησης. Και απεδείχθη δυστυχώς πως αυτή η απόρριψη των αυτονόητων δεν ήταν τόσο αθώα για όλους. Υπέκρυπτε, από ορισμένους, μια κατά βάθος αποδοχή της «στροφής» του Ράμφου, η οποία κατεδείχθη πανηγυρικά στη συνέχεια με την προσχώρηση ενός μεγάλου μέρους των νεο-ορθοδόξων διανοουμένων, αλλά και ενός σημαντικού μέρους της ιεραρχίας της εκκλησίας, στον «εκσυγχρονισμό».

Βέβαια, πάντα, σε αυτή τη δυσκολία της αποδοχής των αυτονοήτων,  βοηθάει και το δέος μπροστά στον  «διανοούμενο», τον «γκουρού», που μεταχειρίζεται όλους τους μηχανισμούς της αλλοτρίωσης των «οπαδών» – βαρύγδουπο και σιβυλλικό ύφος, περίπλοκος λόγος, ακόμα και όταν εκφέρονται κοινοτοπίες ή και αρλούμπες, κ.λπ. Και μόνον ο χρόνος κατέδειξε στους πολλούς πως δεν κριτικάραμε τον Ράμφο από κάποια ιδεοληπτική διάθεση της «κόντρας για την κόντρα», αλλά  μόνο αφ' ότου είχαμε πειστεί για την υλικότητα και το αμετάκλητο της μεταστροφής του.
Και σήμερα συμβαίνει κάτι ανάλογο, και μάλιστα σε μεγαλύτερη κλίμακα. Διότι, δυστυχώς, οι απόψεις του  δεν είναι μόνον δικές του, πίσω του βρίσκεται ένας μεγάλος πνευματικός θεσμός του γένους μας, ο προκαθήμενος της εκκλησίας της Νέας Ρώμης. Και είναι πάρα πολύ δύσκολο στον οποιοδήποτε Έλληνα να δεχτεί πως η αλλοτρίωση των ελίτ της χώρας μας δεν αφορά μόνο την ελλαδική πολιτική και πνευματική ηγεσία, αλλά έχει αγγίξει και το τελευταίο μεγάλο ανάγλυφο του ένδοξού μας βυζαντινισμού. Και αυτό, μπορώ εν πολλοίς να το κατανοήσω, αν όχι και να το συμμεριστώ. Ο Πατριάρχης ζει σε πνευματική -προπαντός- αιχμαλωσία. Και βλέπει τη νεο-οθωμανική προοπτική σαν μια ευκαιρία για ν' αποκτήσει και πάλι ποίμνιο και ρόλο, έστω υποταγμένο. Όμως δεν μπορώ καθόλου να δικαιολογήσω κάποιον που, πριν μόλις πέντε χρόνια, προωθούσε τη μόνη πρόταση που μπορούσε να λύσει τον γόρδιο δεσμό, δηλαδή την επανένωση του Πατριαρχείου με τον ελεύθερο ελληνισμό στη Θεσσαλονίκη, σήμερα να μας καλεί σε εθελοδουλία.

Καταλαβαίνω επίσης πως είναι δύσκολο, σε όλους εκείνους που το έργο του Γιανναρά τους έφερε σε επαφή με τη βυζαντινή μας πνευματικότητα, τόσο υποτιμημένη στο παρελθόν, να δεχθούν πως ο «δάσκαλος» τους καλεί πλέον όχι στην αντίσταση αλλά στην υποταγή. Και είναι πολύ δύσκολο να το αποδεχτούν.
Όλα αυτά είναι κατανοητά, και γι' αυτό, ενώ εδώ και χρόνια βλέπαμε αυτή την εξέλιξη, κάναμε μόνον επί μέρους κριτικές, ελπίζοντας σε κάποια θετική μεταστροφή. Όμως, πλέον, δεν έχουμε ως χώρος την πολυτέλεια της αναμονής, διότι σήμερα ο νεο-οθωμανισμός έχει υποκαταστήσει τον εκσυγχρονισμό, ως ο κύριος ιδεολογικός κίνδυνος και αντίπαλος. Κατά συνέπεια φίλτατος μεν ο Χ. Γιανναράς, φιλτάτη δε η αλήθεια. Αυτό θα έπρεπε να πρυτανεύει στη σκέψη όλων.
Φοβούμαι όμως υπάρχει κάτι βαθύτερο. Υπάρχει ο φόβος μπρος στη διατύπωση ενός εναλλακτικού οράματος, διότι ποιος ξέρει τι «καινούργια πράγματα θα δείξει» για τους ίδιους εμάς, για τις βεβαιότητές μας και τη ζωή μας.

Το όραμα Νταβούτογλου  για τη νεο-οθωμανική Τουρκία είναι κατ' εξοχήν γεωπολιτικής υφής, δεδομένου ότι στηρίζεται σε υπαρκτές οικονομικές, κοινωνικές και ιδεολογικές πραγματικότητες και η μέριμνά του είναι πως θα καταστήσει την Τουρκία μια σημαντική δύναμη στον 21ο αιώνα, μέσα από μια ιστορική αναθεώρηση της συρρίκνωσης των αρχών του 20ού αι. Αντίθετα, για μας, για την Ελλάδα και την Κύπρο, η διατύπωση ενός «αμυντικού και μόνο» δόγματος εθνικής ανεξαρτησίας, μοιάζει με τον τετραγωνισμό του κύκλου, και απαιτεί ένα όραμα κυριολεκτικά οικουμενικών διαστάσεων. Αν λοιπόν ο κύριος Γιανναράς βρίσκει «οικουμενικότητα» στο όραμα του Νταβούτογλου, εμείς το θεωρούμε αντίθετα ένα σοβινιστικό όραμα ισλαμοτουρκικού σουνιτικού χαρακτήρα – που δεν συμπεριλαμβάνει καλά-καλά, στην ίδια την Τουρκία, ούτε τους Κούρδους, ούτε τους Αλεβίτες. Χαρακτηριστικά αφιερώνει ελάχιστες σελίδες στο μεγαλύτερο εσωτερικό πρόβλημα της Τουρκίας, το κουρδικό, (σσ.  654-678), χωρίς να αναφέρει ούτε ένα στοιχείο για τα μεγέθη του κουρδικού έθνους, ενώ αποσιωπά εντελώς το αλεβίτικο ζήτημα και θεμελιώνει τη στρατηγική του στη χρήση του ισλάμ και των ισλαμικών μειονοτήτων στα Βαλκάνια.

Εκείνο που υποστηρίζουμε λοιπόν είναι πως το όραμα, που, πολιτικοί, διανοούμενοι, δημοσιογράφοι, ακόμα και άνθρωποι του χώρου μας, ισχυρίζονται πως δεν διαθέτει ο ελληνισμός, στην πραγματικότητα υπάρχει και μάλιστα είναι ενεργό σε ένα μέρος του λαϊκού σώματος, ενώ έχει διατυπωθεί έστω τμηματικά και από ένα μέρος της διανόησής μας στις καλύτερες στιγμές της. Είναι το όραμα που ενέπνευσε τον Ρήγα, τη γενιά του '30, την εθνική αντίσταση, τον κυπριακό απελευθερωτικό αγώνα, που διαπερνάει ακόμα και σήμερα τη σκέψη πολλών απλών ανθρώπων.

Το μεγάλο πρόβλημα λοιπόν δεν είναι η ανυπαρξία του οράματος, τουλάχιστον στις γενικές κατευθύνσεις του, αλλά η πλήρης έκλειψή του στους χώρους των διανοούμενων και των πολιτικών ελίτ κατ' εξοχήν. Χαρακτηριστική είναι περίπτωση του Ανδρέα Παπανδρέου, ενός πολιτικού που διετύπωσε στις γενικές του κατευθύνσεις ένα ανάλογο όραμα, τουλάχιστον στο πολιτικό πεδίο -η Ελλάδα στους Έλληνες, βαλκανική και μεσογειακή συνεργασία, άνοιγμα προς την ΕΣΣΔ, αντίσταση στον τουρκικό επεκτατισμό και το ΝΑΤΟ, κοινωνική και συνεταιριστική οικονομία στο εσωτερικό- αλλά το ευτέλισε σε τέτοια έκταση και σε τέτοιο βάθος ώστε το κατέστησε αναξιόπιστο· αυτό συνέβη διότι η υλοποίησή του προϋπέθετε μια ιδεολογική εμβάθυνση προς την ενοποίηση της ιστορικής μας παράδοσης και ταυτόχρονα μια ηθική επανάσταση. Εκεί ακριβώς απέτυχε παταγωδώς και έτσι κατέστρεψε και το ίδιο το γεωπολιτικό και το πολιτικό του εγχείρημα. Έκτοτε, ακολούθησε η διάλυση και η γενικευμένη αποσύνθεση, μέσα σε ένα κλίμα κυνισμού και γενικευμένης εξατομίκευσης, με Μητσοτάκηδες, Σημίτιδες και άλλους μεταπράτες.
Αυτή η διάλυση και η αποσύνθεση δημιούργησε μία παράδοξη ιδεολογική και πολιτική πραγματικότητα διχασμού, που επιτείνει το αλαλούμ και την αίσθηση της έλλειψης οράματος. Η Αριστερά αποεθνικοποιήθηκε σχεδόν στο σύνολό της και έτσι τα κοινωνικά της οράματα και κινητοποιήσεις όχι μόνο έπαψαν να συνδέονται με τον απαραίτητο τροφοδότη της, το έδαφος και τον «τόπο», αλλά και την προσέδεσαν με παρασιτικό τρόπο στη Δύση και τα «κινήματά» της, τα οποία και μαϊμουδίζει, οδηγώντας την ακόμα και σε αντεθνική κατεύθυνση, στο βαθμό που αρνείται την γεωπολιτική πραγματικότητα της χώρας της. Έτσι ο πατριωτικός χώρος συγκροτήθηκε προνομιακά από δυνάμεις που, όταν προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ ή την Αριστερά, έχουν εντελώς απορρίψει τις υποτιθέμενες κοινωνιο-κεντρικές αναφορές των μεταπρατικού τύπου κινημάτων, ή, αν προέρχονται από τον συντηρητικό χώρο και την Εκκλησία -εκτός από ένα σχετικά μικρό ρεύμα της κοινωνικής ορθοδοξίας- δεν κατανοούν καθόλου την ανάγκη της σύνδεσης των αιτημάτων κοινωνικού χαρακτήρα με το γεωπολιτικό όραμα της χώρας. Για είκοσι ολόκληρα χρόνια, φαντάζονται πως αρκεί να βρεθεί το κατάλληλο πολιτικό σχήμα ή ο κατάλληλος «αρχηγός», για να αναταχθεί η κατάσταση της χώρας. Παράλληλα, φαινόμενα ιδεολογικής αποσύνθεσης όπως η αρχαιολατρία, που όξυνε την ιδεολογική διάσπαση αυτού του χώρου, ανάμεσα στην αρχαιοελληνική και τη βυζαντινή-ορθόδοξη παράδοσή μας, επέτειναν το αδιέξοδο.

Γενικεύτηκε λοιπόν μια αίσθηση αδιεξόδου, διότι το «κοινωνικό κίνημα» αποσυνδέθηκε από το πατριωτικό-εθνικό, προκαλώντας μια απόλυτη ιδεολογική ασφυξία και στις δύο πτέρυγές του. Οι λίγες δυνάμεις, ανάμεσά τους και οι δικές μας, που, εδώ και δεκαετίες, προσπαθούν να επανενώσουν τα διεστώτα μέλη της κοινωνικής και της πατριωτικής ευαισθησίας, και επιχειρούν να ξαναπιάσουν και να εμβαθύνουν το χαμένο όραμα του ελληνισμού, παραμένουν μέχρι σήμερα εξαιρετικά μειοψηφικές, ιδιαίτερα στον χώρο των κάθε λογής «σπουδαγμένων» που κινούνται με μερικότητες και ιδεοληψίες. [Αντίθετα, στο λαϊκό σώμα, αυτό το όραμα αναδύεται σχεδόν φυσιολογικά, έλα όμως «που χρειάζεται κι η γραφειοκρατία».]

Γι' αυτό λοιπόν και στον πατριωτικό χώρο, ιδιαίτερα σε εκείνο το κομμάτι που προέρχεται από τον συντηρητικό, καθώς και από τον συντηρητικό ορθόδοξο χώρο, παρατηρούνται τέτοια φαινόμενα ιδεοληπτικής τύφλωσης απέναντι σε μείζονες ιδεολογικές αποσκιρτήσεις, όπως εκείνη του Ράμφου ή του Γιανναρά. Διότι ίσως θα έπρεπε να τεθούν εν αμφιβόλω κάποιες βεβαιότητες και να επιχειρηθούν συνθέσεις της πατριωτικής και της κοινωνικής διάστασης, που βέβαια δεν είναι καθόλου εύκολες και προφανείς.

Όταν λοιπόν ακούω από δημοσιογράφους, καθηγητάδες, και κάθε λογής γραφιάδες, το διαρκώς επαναλαμβανόμενο «δεν υπάρχει όραμα», πράγμα που τους επιτρέπει να εφησυχάζουν και να αρνούνται τις προσπάθειες και τις ρήξεις που απαιτούνται για την εμβάθυνση και την εφαρμογή αυτού του οράματος, γίνομαι κυριολεκτικώς έξω φρενών, διότι γνωρίζω πως αυτή η παράδοση σε έναν τέτοιο ιδιότυπο αγνωστικισμό οδηγεί συχνότατα και εν κατακλείδι στην προσχώρηση σε κάποιο άλλο «όραμα», είτε πρόκειται για εκείνο της παγκοσμιοποιητικής δύσης, είτε εσχάτως, όλο και περισσότερο, σε εκείνο του Νταβούτογλου.

Τα πράγματα είναι σαφή, το όραμα υπάρχει, το μεγάλο πρόβλημα είναι πως πολύ λίγοι μεταξύ των διανοουμένων και των ελίτ, το έχουν συλλάβει και μέχρι πρόσφατα πολύ λίγοι ήταν εκείνοι που έκαναν κάποια προσπάθεια για να το ενστερνιστούν και να το συνδιαμορφώσουν.

 

ΠΗΓΗ: Άρδην τ. 80, http://www.ardin.gr/node/3622

Από τον παλαιό στο νέο εκσυγχρονισμό

Από τον παλαιό στο νέο εκσυγχρονισμό

 

Του Νίκου Σεβαστάκη

 

Ζούμε μια παράδοξη επιστροφή. Ο παλιός εκσυγχρονισμός είναι νεκρός, ζήτω ο νέος και άφθαρτος! Ο παλιός τελειώνει στα δαιδαλώδη οδοιπορικά του μαύρου χρήματος, ο νέος ορκίζεται στη διαφάνεια του Καλού. Η ουσία βέβαια και των δυο μοιάζει να είναι ίδια: ολοκληρωτική καθυπόταξη του κράτους, των πολιτικών αποφάσεων, της κοινωνικής ζωής στις αξιολογήσεις των αγορών και στα δίκτυα εξουσίας και επιρροής που συγκροτούνται με τη σύμπραξη – για να μιλήσουμε στη γλώσσα που συνηθίζουν – δημόσιου τομέα και ισχυρών ιδιωτικών συμφερόντων.

Αυτή η ουσία δεν ήταν ποτέ ένα καπρίτσιο μιας παρέας ή η σκοτεινή, τάχατες, βούληση των περιβόητων «διακοσίων οικογενειών». Ούτε υπήρξε απλώς και μόνο μια ιδεολογική εμμονή και ένα αφηρημένο σχέδιο, παρά το ότι για κάποιους ήταν και είναι τέτοια. Ανταποκρίθηκε σε μια πραγματική συμμαχία των επωφελούμενων μερίδων της μεσαίας τάξης με τμήματα της πολιτικής ελίτ, του ακαδημαϊκού κόσμου, των επιτελείων της πολιτισμικής αγοράς (δημοσιογραφία, καθοδηγητές γνώμης κ.λπ.).

 

Ο μύθος του εκσυγχρονισμού

 

Οι συμμαχίες του παλιού εκσυγχρονισμού αποτέλεσαν το κέλυφος προστασίας για πρακτικές σαν και αυτές που άνθισαν την περίοδο της χρηματιστηριακής έκρηξης, της Ζίμενς, των ολυμπιακών ανδραγαθημάτων. Η «ιδέα» σφραγίστηκε με την συνάντηση λίγων ιδεολόγων και πολλών λαφυραγωγών, με τη συνδρομή ενός αναμνηστικού προοδευτικού μεγαλοϊδεατισμού ο οποίος μετατράπηκε σε εργαλείο ευφυούς κοινωνικής δικτύωσης. Στο τέλος βέβαια, η ιδέα και οι πρακτικές, ο εκσυγχρονισμός ως μύθος και οι εφαρμογές του έγιναν ένας κώδικας αναγνώρισης μεταξύ των ωφελημένων της περιόδου και των μαγεμένων ακολούθων τους.

Τώρα κατά πως φαίνεται το πράγμα επιστρέφει. Και επενδύεται, ξανά, στη ρητορική της ανανέωσης και της τομής, της ρήξης με το παρελθόν και της εγκαινίασης νέων κύκλων. Το τόξο της σύνεσης και του ρεαλισμού από τον Μπάμπη Παπαδημητρίου ως τους καθηγητές της μεταρρυθμιστικής σοφίας, από διάφορους Γεωργελέδες και άλλους κριτικούς υποστηρικτές του ΔΝΤ έρχεται για να συνετίσει όλους τους άλλους. Και ένας τέτοιος σωφρονιστικός ζήλος δεν αστειεύεται. Έχει αρχίσει να μιλά τη γλώσσα του Carl Schmitt (‘κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης',) και υποστηρίζει όχι μόνο τον αναγκαίο αλλά και τον επιθυμητό χαρακτήρα των μνημονίων της νέας απολυταρχίας. Ίσως δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει αλλά κάποιοι επιδιώκουν πλέον ανοιχτά μια «επιτροπή κοινής σωτηρίας» απαιτώντας κοινωνική σιωπή και τη συμβολική πολιτική εξουθένωση των αντίθετων φωνών. Ένα είναι βέβαιο: η νέα μεταπολίτευση εξαγγέλλεται μέσα από την επικοινωνία του φόβου και τις πληρωμένες υπηρεσίες των διαφόρων Civitas.

 

Όπλο του νεοεκσυγχρονισμού,  η ψυχολογία

 

Oι αιχμές της είναι η εμπέδωση της μέγιστης δυνατής ανασφάλειας μπροστά σε «ακόμα μεγαλύτερες» απώλειες, η άσκηση συστηματικής ψυχολογικής βίας στον πληθυσμό για παθητική αποδοχή της νέας θεολογικο-οικονομικής ορθοφροσύνης. Έξαφνα ας πούμε πληθαίνουν – τυχαία φυσικά – τα δημοσιεύματα για τις «βαριές» ψυχολογικές συνέπειες που έχει η σύνταξη στα 60 και την ευεξία την οποία αισθάνονται οι τυχεροί που εργάζονται στα 70. Την ίδια στιγμή αυξάνουν οι ευαισθησίες για τον τουρισμό/ πολιτισμό (αυτά τα δυο πάνε πλέον μαζί για τους μοντέρνους μας) με την υπενθύμιση, πάντοτε, ότι απεργίες και κινητοποιήσεις αμαυρώνουν την εικόνα της χώρας. Ενδεχομένως σε λίγο θα δούμε και κάποιες ποιοτικές έρευνες που θα βεβαιώνουν ότι η κουλτούρα των νέων εργασιακών σχέσεων προσδίδει περισσότερη ποιότητα στην ερωτική ζωή των ανθρώπων. Ή άλλες αναλύσεις που θα αποδεικνύουν ότι οι διαρθρωτικές αλλαγές διευρύνουν την ποικιλία των ατομικών επιλογών λυτρώνοντας τα άτομα και τις οικογένειες από τις μιζέριες της ρουτίνας. Δεν είναι άραγε απαράδεκτη και θλιβερή ρουτίνα η σταθερή εργασία;

Το πεδίο του νεοεκσυγχρονισμού καλύπτει ένα ευρύ φάσμα λόγων: εδώ βρίσκουν στέγη οι οπαδοί ενός αυταρχικού φιλελευθερισμού (νοσταλγοί των ασιατικών δυναμισμών και εσχάτως φίλοι του… Λούλα) αλλά και όσοι σπεύδουν να κακοποιήσουν τη νέα οικολογική ευαισθησία για να πλήξουν ηθικά και τις ελάχιστες κοινωνικές αντιστάσεις για τη σύνταξη και το μισθό. Ασκήσεις ανώδυνης πολιτισμικής κριτικής στις νεοελληνικές παθογένειες συνδυάζονται πλέον με δηλητηριώδεις δόσεις ταξικής αδιαφορίας και κοινωνικής σκληρότητας. Όλα όσα οργανώνουν την ποταπότητα και τη διάχυτη μικρότητα εμφανίζονται ως υποσχέσεις μιας νέας και πληρέστερης ιδιότητας του πολίτη, ενός νέου πατριωτισμού.

Ποιοι μπορεί να είναι όμως οι κοινωνικοί υποδοχείς του κηρύγματος των «συνετών»; Η υλική και ψυχική καθίζηση σημαντικού μέρους των μεσαίων τάξεων και των νέων μορφωμένων στρωμάτων στερεί από το «όραμα» αξιόπιστα κοινωνικά ερείσματα. Με ποιους λοιπόν θα κυβερνήσουν οι σωφρονιστές; Ούτε οι «καινοτομικοί» του πανεπιστημίου, ούτε οι ανάλαφροι κοσμοπολίτες των free press, ούτε καν οι ανησυχούντες ναυτοπρόσκοποι του Σκάι διαθέτουν την ικανότητα να στηρίξουν τη νέα «οικονομική διακυβέρνηση».
Πολύ πιθανό είναι έτσι, ότι σε βάθος χρόνου – και αν δεν υπάρξει κάποια απάντηση από τη βυθισμένη στα πάθη της Αριστερά – η «έκτακτη ανάγκη» θα συσπειρωθεί στην φυσική της κοίτη: σε μια ολίγον συμπονετική, πατριωτική δεξιά η οποία και ενδέχεται να ανακάμψει όταν πλέον θα έχει ναυαγήσει άλλο ένα μέτωπο της λογικής.

 

ΠΗΓΗ: Η Εποχή, Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010, http://www.epohi.gr/portal/politiki/7220-2010-06-20-15-13-41

 

Πώς εργαζόμενοι αυτοδιαχειρίστηκαν εργοστάσιο

Πώς οι εργαζόμενοι αυτοδιαχειρίστηκαν ένα εργοστάσιο

 

Συνέντευξη με τον αργεντινό συνδικαλιστή της «ΑΖΝΟΝ», Χόρχε Λουίς Βερμούδες

 

(Τη συνέντευξη πήραν o Μπάμπης Κοβάνης και o Στάθης Κουτρουβίδης)*

 

 

Η παρουσία του Χόρχε Βερμούδες μας έδωσε την ευκαιρία να συζητήσουμε για την οικονομία διότι η Αργεντινή θυμίζει αρκετά την ελληνική περίπτωση. Η Αργεντινή, όταν βρέθηκε σε ανάλογη θέση, κήρυξε στάση πληρωμών και προχώρησε σε αναδιαπραγμάτευση του χρέους. Ο λαός αντιμετωπίζοντας αυτήν την κατάσταση κατέβηκε στους δρόμους, αυτοοργανώθηκε, κατέλαβε εργοστάσια και χώρους δουλειάς. Ο συνομιλητής μας είναι μέλος της κατάληψης που λειτουργεί το εργοστάσιο, της Ζανόν.

Η συνέλευση εκλέγει το Δ.Σ. και καθορίζει τη στρατηγική της επιχείρησης. Επειδή οι περισσότεροι από τους εργαζομένους δεν ήταν απόφοιτοι λυκείου, ίδρυσαν στο χώρο του εργοστασίου σχολείο δεύτερης ευκαιρίας. Στη συζήτηση μας μετέφερε την εμπειρία πώς οι εργαζόμενοι πήραν τις τύχες στα χέρια τους, οι οποίοι ξεπέρασαν και τα ίδια τους τα λάθη μέσα από τις δημοκρατικές λειτουργίες, την αλληλεγγύη.

 

Από την περίοδο της κρίσης έχει βελτιωθεί η κατάσταση, έστω και στο ελάχιστο, και ειδικά για τους εργαζόμενους;

 

Μετά το 2001, με την υποτίμηση και την αλλαγή του νομίσματος, χάσαμε περίπου το 40% του μισθού, το οποίο δεν το ξανακερδίσαμε ποτέ. Η σχέση του «αργεντίνικου πέσος» με το δολάριο υποτιμήθηκε. Βέβαια, αυτό επέτρεψε να υπάρξει μια σχετική επαναβιομηχάνιση της χώρας, με αποτέλεσμα το ποσοστό ανεργίας από το 28% να περιοριστεί περίπου σε ένα ποσοστό της τάξης του 18%. Το ΑΕΠ της Αργεντινής, το 1950, πήγαινε 50% στο κεφάλαιο και 50% στην πλευρά των μισθωτών, τώρα οι μισθωτοί έχουν φτάσει να παίρνουν ποσοστό της τάξης του 26-28%. Άρα υπάρχει μια μεγάλη υποβάθμιση της δικής μας συμμετοχής στο αργεντίνικο ΑΕΠ.

 

Η αντιστοιχία αυτού του ποσοστού σε σχέση με τον πληθυσμό ποιά είναι;


Το 80% του πληθυσμού παίρνει το 28% του ΑΕΠ της Αργεντινής. Η Αργεντινή περηφανευόταν έως τότε, ότι είχε ισχυρή και δυναμική μεσαία τάξη, που ήταν και ο φορέας εκσυγχρονισμού της χώρας, στην οποία ανήκαν καθηγητές,  πανεπιστημιακοί, δικηγόροι. Αυτές οι επαγγελματικές κατηγορίες έχουν φτωχύνει σε μεγάλο βαθμό.

 

Ποιες άλλες είναι οι ορατές συνέπειες από το 2001 και μετά;


Η πρώτη και η σημαντικότερη αλλαγή είναι αυτό που θα λέγαμε συλλογική κουλτούρα. Έως τότε συνήθως, η συμπεριφορά των ανθρώπων διακρινόταν από μια έντονα ατομικιστική λογική που συνοψιζόταν στο «ου μπλέξεις», αντίθετα σήμερα έχει αυξηθεί τρομακτικά η έννοια της συλλογικής αλληλεγγύης. Για παράδειγμα: σε μια πόλη όταν φυλάκιζαν κάποιον, η πιο κοινή απάντηση ήταν «δεν με ενδιαφέρει τι συμβαίνει εκεί», στη συνέχεια φυλάκιζαν στη δική του πόλη κάποιον, γεγονός που πάλι περνούσε απαρατήρητο. Μετά πήγαινε στο σπίτι του και υπήρχε ένα μέλος της οικογένειας, που είχε συλληφθεί και δεν είχε κανέναν να πάρει κανέναν τηλέφωνο, διότι όλοι είχαν συλληφθεί…

Στο πολιτικό επίπεδο το σύνθημα της εξέγερσης του 2001, μπροστά στο κοινοβούλιο, ήταν «να φύγουν όλοι» αλλά δεν είχε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Οι ίδιες πολιτικές φιγούρες που υπήρχαν και τότε, υπάρχουν και σήμερα. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες, οι οποίες επίσης δεν άλλαξαν, έχουν ακόμα τη δύναμη να διαιρούν τους κοινωνικούς αγώνες και να τους αφαιρούν κάθε ταξικό χαρακτήρα. Οι εργαζόμενοι, όμως, έχουν αρχίσει να αυτοοργανώνονται και να επικοινωνούν μεταξύ τους σε επίπεδο βάσης, λειτουργούν ανεξάρτητα παρακάμπτοντας τις συνδικαλιστικές ηγεσίες. Αυτό που επίσης έμεινε σε πρακτικό επίπεδο είναι το εξής: το 2001 πολλές από τις επιχειρήσεις έκλεισαν διότι χρεοκόπησαν, καταλήφθηκαν από τους εργαζομένους και, σήμερα, συνεχίζουν να λειτουργούν υπό τον έλεγχο των εργαζομένων. Η λειτουργία αυτή όμως, σε περίοδο κρίσης, είναι ένα φόβητρο για τους εργοδότες, διότι, εάν κλείσει η επιχείρηση, υπάρχει ο «κίνδυνος» να την πάρουν στα χέρια τους οι εργαζόμενοι. Στη δική μας περίπτωση υπάρχει μια νομική μορφή κοπερατίβας. Λειτουργούν συνολικά περίπου 250 τέτοιες επιχειρήσεις σε διάφορους τομείς στην Αργεντινή, με διάφορες μορφές ανάμεσα στις οποίες και η δική μας.

 

Τα παλαιά αφεντικά τι έκαναν, ενσωματώθηκαν στις κοπερατίβες ή όχι;


Δεν κράτησαν ενιαία στάση. Θα ξεκινήσω από τη δική μας επιχείρηση, στην οποία δουλεύουν συνολικά 427 εργαζόμενοι. Πρόκειται για την επιχείρηση Ζανόν, που φτιάχνει κεραμικά. Ήταν η πιο σημαντική επιχείρηση στον κλάδο της κεραμικής στην Αργεντινή. Είναι μια κλασική περίπτωση, κατά την οποία η εργοδοσία σιγά – σιγά άδειαζε χρηματοοικονομικά την επιχείρηση. Έπαιρνε δάνεια, προχωρούσε σε μια μικρή επένδυση για να λειτουργεί και έπειτα τα κέρδη, τα έβγαζε στο εξωτερικό. Οι περισσότερες από τις επιχειρήσεις με αυτόν τον τρόπο, εμφάνιζαν παθητικό μεγαλύτερο από το ενεργητικό, ανάγκαζαν την επιχείρηση να μπει σε ένα ειδικό καθεστώς πρόληψης κρίσεων – όπως λεγόταν – που τους επέτρεπε να απολύσουν τους μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζόμενους, έπαιρναν νέους και στη συνέχεια την οδηγούσαν μεθοδικά και σταδιακά σε πλήρη χρεοκοπία. Έτσι, λάμβαναν δάνεια από τις τράπεζες με τις οποίες είχαν καλή συνεργασία, έφταναν με αυτές σε μια τελική συμφωνία, έπαιρναν ένα τελικό δάνειο, ζητούσαν μια επιμήκυνση αποπληρωμής του χρέους, έβγαζαν τα λεφτά έξω, κήρυσσαν πτώχευση και απέλυαν όλους τους εργαζόμενους ανοίγοντας μια νέα επιχείρηση. Ήταν μια μορφή δόλιας πτώχευσης.

 

Σε αυτό το δυσμενές πλαίσιο, πώς καταφέρατε να πάρετε στα χέρια σας την επιχείρηση και να τη λειτουργήσετε;


Το αφεντικό, όπως ξέρουμε, συνήθως δεν φεύγει, ακόμα και αν χρεοκοπήσει η επιχείρηση, επομένως κάτι τέτοιο δεν ήταν εύκολο. Οι διακόσιοι από τους 400-500 εργαζομένους μόλις έκλεισε το εργοστάσιο, κατασκηνώσαμε και το περικυκλώσαμε. Το βασικό μας επιχείρημα ήταν ότι δεν υπήρχε παθητικό, ενώ παράλληλα αρχίσαμε να παίρνουμε και άλλα νομικά μέτρα για να υπερασπιστούμε τα δίκαιό μας και να ενημερωθούμε για τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης. Υπήρχε, επίσης, ένα ισχυρό κοινωνικό δίκτυο στην πόλη που μας ενίσχυε συνεχώς. Για παράδειγμα οι κάτοικοι μιας παραγκούπολης μας στήριζαν οικονομικά, όπως συνέβη και με την τοπική φυλακή της περιοχής, οι κρατούμενοι της οποίας αποφάσισαν δύο μέρες την εβδομάδα να μην τρώνε το φαγητό τους και να μας το προσφέρουν. Υπήρξε και ένα στοιχείο που έκανε τη διαφορά, μια δικαστίνα έβγαλε απόφαση, ότι το λοκ-άουτ της εργοδοσίας συνιστούσε επιθετική ενέργεια ενάντια στους εργαζομένους και έβλαπτε τα συμφέροντά τους. Αυτή η απόφαση ήταν σημαντική για να αλλάξει το τοπίο. Πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη ότι η απόφαση αυτή υπήρξε προϊόν τεράστιας κοινωνικής πίεσης, και για έναν ακόμη λόγο, διότι δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί το κλείσιμο της επιχείρησης εκ μέρους της εργοδοσίας.

Επιπλέον, η απόφαση είχε ορισμένα πρακτικά αποτελέσματα τα οποία ήταν άμεσα εκτελεστέα. Υποχρέωνε την Ζανόν και την εργοδοσία να επιστρέψει στο εργοστάσιο με όλους τους εργαζομένους χωρίς να κάνει απολύσεις και παράλληλα, μας επέτρεπε να διασφαλίσουμε ότι δεν θα γίνει υφαρπαγή του μηχανολογικού εξοπλισμού, όπως επίσης, ότι θα μπορούσαμε να πάρουμε μέρος από τα στοκ που ήταν τεράστια να τα πουλήσουμε και να εισπράξουμε μέρος των καθυστερούμενων οφειλών της εργοδοσίας. Ήμασταν στους έξι μήνες, όταν η εργοδοσία πληροφορήθηκε τη δικαστική απόφαση, και αποφάσισε να απολύσει όλο το προσωπικό. Οι εργαζόμενοι είχαμε μπει ήδη μέσα, με βάση τη δικαστική απόφαση, και πουλήσαμε όλο το στοκ. Όταν τέλειωσε το στοκ, είχαν δύο δυνατότητες. Ή να βάλουν το εργοστάσιο να δουλέψει για λογαριασμό τους ή να εισπράξουν ένα αστείο πόσο με βάση το επίδομα ανεργίας, 150 πέσος, όταν το καλάθι της νοικοκυράς γέμιζε με 700 περίπου πέσος.

 

Η λειτουργία του εργοστασίου προφανώς δεν ήταν εύκολη…


Όχι, βέβαια, κάθε άλλο. Η εργοδοσία κινήθηκε νομικά και πέτυχε να ληφθεί απόφαση εκκένωσης του εργοστασίου, όμως ήταν πολύ δύσκολο να εφαρμοστεί μια τέτοια απόφαση. Δεν τολμούσε κανείς να επιβάλλει μια τέτοια απόφαση, και για έναν ακόμη λόγο. Διότι τα συνδικάτα των δημοσίων υπαλλήλων και των καθηγητών της περιοχής αποφάσισαν την ίδια περίοδο να προχωρήσουν σε απεργία και να κυκλώσουν το εργοστάσιο με περίπου 8.000 άτομα. Όπως καταλαβαίνετε, οποιαδήποτε προσπάθεια βίαιης εκκένωσης, θα οδηγούσε σε αιματοκύλισμα.

Η εργοδοσία υποστήριζε ότι οι εργαζόμενοι δεν είχαν τεχνικά τις ικανότητες να βάλουν μπροστά τα καμίνια του εργοστασίου. Αυτό δεν ήταν αλήθεια, ενώ και για τις πρώτες ύλες συνεισέφεραν οι ιθαγενείς της περιοχής, Μαπούτσε, που μας τις πρόσφεραν δωρεάν.

 

* Eυχαριστούμε πολύ τον Νίκο Πρατσίνη για τη βοήθειά του στη μετάφραση.

 

ΠΗΓΗ: κυρ. Εφημ. «Η Εποχή», Κυριακή, 11 Ιούλιος 2010, http://www.epohi.gr/portal/diethni/7363——-lr—

Ο αντιδραστικός ορθολογισμός (α')

Για την οπισθοδρόμηση στα “ορθολογιστικά φώτα” του 18ου αιώνα (μέρος Α’)

                                                                          

Του φιλαλήθη/philalethe00

 

"Θα ομολογήσουμε καταρχάς πως έχουμε τόσο παράξενα καταχρασθεί αυτές τις λέξεις, π ρ ό ο δ ο ς  τ ο υ   δ ι α φ ω τ ι σ μ ο ύ , σ ύ ν τ α γ μ α , ε λ ε υ θ ε ρ ί α , ι σ ό τ η τ α , ώστε να απαιτείται θάρρος σήμερα για να τις χρησιμοποιήσουμε με μια λογική έννοια. Τα πιο φρικτά εγκλήματα, οι πιο ολέθριες θεωρίες έχουν διαπραχθεί, έχουν εξαπλωθεί στο όνομα του διαφωτισμού.  Η γελοιότητα και η φρίκη έχουν συνδεθεί μ’αυτές τις φιλοσοφικές φράσεις, που δίχως μέτρο έχουν προφέρει λιβελογράφοι και δολοφόνοι. Σφαγιάστηκαν οι λευκοί, για να αποδειχθεί η αναγκαιότητα να απελευθερωθούν οι μαύροι· χρησιμοποιήθηκε η λογική για να εκθρονίσει τον Θεό· και η τελειοποίηση του ανθρώπινου είδους μας έκανε να κατεβούμε χαμηλότερα κι από το επίπεδο του κτήνους (Chateaubriand, σκέψεις και αφορισμοί, σ.127)".
Σας έχω πει, όπως νομίζω, ότι τον τελευταίο καιρό αφιερώνω κάποιον χρόνο να διαβάσω γαλλικά, έτσι είχα την ευκαιρία να έρθω σε επαφή με κάποια πολύ σημαντικά, και συν τοις άλλοις ωφέλιμα, κείμενα σε αυτήν την γλώσσα. Ως γνωστόν, κατά τον 18ο αιώνα, λόγω της “καθαρά ορθολογικής φιλοσοφίας του (18ου αιώνα)” (Μπερντιάεφ), θεωρείτο σε παραδοσιακούς κύκλους της Ρωμηοσύνης ότι “αθεΐζουσιν οι εν Φραγγία (=Γαλλία) σπουδάζοντες”. Διότι, εύλογα, από εκεί τότε ερχόταν, ένα φιλοσοφικό ρεύμα που αυτοαποκλήθηκε Διαφωτισμός, που δεν είχε, βέβαια, σχεδόν ποτέ αθεϊστικό χαρακτήρα, αλλά απλώς αντικαθολικό, πλην, όμως, είχε μια γνωσιολογική αφετηρία που η Δύση παραδεχόταν από τον Μεσαίωνα (πρβλ. νεοβαρλααμισμός) και, επίσης, είχε χάσει την ιεράρχηση μεταξύ ανθρώπινης και “κατά Θεόν φιλοσοφίας”*.

Ο Σατωμπριάν θεωρείται ευρέως ως ο μεγαλύτερος άνδρας των "γραμμάτων και των τεχνών"

της Γαλλίας του 19ου αι., ένας ακραιφνής αντιαστός και Χριστιανός Ρομαντικός.

 

 
Αλλά, όπως είδα εγώ μέσα από την σχετική μελέτη, και όπως μπορεί να δη ο όποιος μελετητής και όπως, τέλος, παρατηρείται γενικώς, από τις αρχές- αρχές του 190υ αιώνα (ας πούμε, το 1802), έχουμε μία τεράστια αναλαμπή του καθολικισμού. Έχουμε φαινόμενα τόσο χαρακτηριστικά και καταδεικτικά τούτου όπως τα παρακάτω αναφερόμενα…

1) Το 1800-1802 γράφεται και εκδίδεται όλο το μνημειώδες έργο του Φρανσουά-Ρενέ Σατωμπριάν που λέγεται “Το πνεύμα του Χριστιανισμού” (“Le Genie du Christianisme”) που περιλαμβάνει και τα δύο επεισόδια Ρενέ και Αταλά. Εκεί μιλάει για το πώς τα πάθη, οι καημοί θα λέγαμε, της ανθρώπινης καρδιάς και η φύση εναρμονίζονται απολύτως με τον Χριστιανισμό (“la religion chretienne”, όπως γράφει κάπου).

2) Ο Ναπολέων Βοναπάρτης ανακηρύσσεται βασιληάς το 1804 (1804-1789=15), διακηρύσσοντας και διατρανώνοντας την “συμφιλίωση της επανάστασης με την εκκλησία (=γαλλικός παπισμός)” και “την επιστροφή στην αγία θρησκεία των πατέρων”.

3) Αναδύονται τεράστιες μορφές όπως ο Lamennais ή ο “μεγάλος αντιδραστικός”  Ζοζέφ ντε Μαΐστρ. Ο Λαμενέ θα γράψει το “Paroles d’un croyant” (=λόγια ενός πιστού), όπου και θα υποστηρίξει, ότι ο Χριστιανισμός πρεσβεύει αποκλειστικώς την δημοκρατία(πράγμα που ισχύει, αν μιλάμε για την πιο πλατιά και βαθιά δημοκρατία, όπως λέει κάπου και ο π. Μεταλληνός, δηλαδή για ένα πολιτικό εξισωτισμό), δείχνει, μαζί με άλλους, πώς όλες οι δημοκρατικές αρχές προέρχονται από τον Χριστιανισμό και αποκαλύπτει τις συνωμοσίες των βασιληάδων και των μοναρχικών (Μποσυέ κ.α.). Αυτά, και όχι μόνο, έχουν ως αποτέλεσμα αυτό που θα ισχυριστεί ο πρώιμος Ορθόδοξος Μπερντιάεφ, ότι “ο καθολικισμός του 19ου αιώνα είναι ασύγκριτα βαθύτερος από τον καθολικισμό του 17ου και του 18ου“.

Πολύ όντως νηφάλια μελέτη επί του φαινομένου του "διαφωτισμού"

Καταλαβαίνουμε μετά από όλα αυτά, ότι στην Γαλλία των αρχών του 19ου αιώνα, είχαν ήδη νικηθεί τα (αστικά) διαφωτιστικά ιδεώδη, ή μάλλον είχαν υπερβαθεί προς κάτι (θεωρούμενο ως) ανώτερο – γεγονός αναμφισβήτητο, που, αν ήμασταν της “φιλοσοφίας της προόδου” θα έπρεπε να μας προξενή σίγουρα μεγάλη αμηχανία. Ο Σατωμπριάν θεωρούσε, ότι η Γαλλική Επανάσταση είχε προέλθει από κάποιες θαυμάσιες θεωρητικές αρχές, όπως την ελευθερία και την ισότητα, αλλά και μία τεράστια διαφθορά των ηθών· αυτό φαινόταν στο πόσο μισαλλόδοξη υπήρξε η “Επανάσταση”, όπως και η θρησκεία του Λόγου, απέναντι στον Χριστιανισμό, στο πόσα και πόσο φρικαλέα, ιδιαίτερα την περίοδο του Μεγάλου Τρόμου (1793 και εξής), εγκλήματα είχαν γίνει στο όνομα των αρχών αυτών και του Διαφωτισμού…

 

*όπως λέει ο Άγ. Αθανάσιος Πάριος στην “αντιφώνησιν” του, ένα από τα πλέον αγαπημένα βιβλία του μεγάλου Φώτη Κόντογλου, όπως μας αναφέρει ο φίλος του καθ. Φιλοσοφίας  στην Αμερική Κ. Καβαρνός στον οποίον το σύστησε.

O αναρχισμός στους «σύγχρονους καιρούς»

O αναρχισμός στους «σύγχρονους καιρούς»

Του Κώστα Παπουλή (Γέρου)

 

Το να μιλήσει κανείς για τον αναρχισμό, είναι ίσως το πιο δύσκολο πράγμα που μπορεί να επιχειρήσει. Είναι τόσο πλούσιος και τόσο πολύμορφος, που ίσως δύσκολα μπορεί να περιγραφεί.

Από την προδρομική μορφή του Προυντόν που προσπαθούσε να θεμελιώσει μια μεταρρυθμιστική μετάβαση, από τον καπιταλισμό σε μια ελεύθερη ένωση παραγωγών, μέχρι τον κολεκτιβιστή Μπακούνιν, υπάρχει τεράστια απόσταση, μέσα μόνο σε δύο δεκαετίες.

Συνέχεια →

Οι νέοι Φιλελεύθεροι

Οι νέοι Φιλελεύθεροι

 

Το πολυθρύλητο πια τέλος της μεταπολίτευσης, πριν πλησιάσει ως πραγματικότητα, έχει υπάρξει αντικείμενο πόθου από πολλές πλευρές.

 

Του Νικόλα Σεβαστάκη*

  

 

Αυτοί τους οποίους αποκαλώ εδώ νέους φιλελεύθερους, είναι από τους πιο ένθερμους θιασώτες της μετάβασης σε αυτό που ζωγραφίζουν ως μια Ελλάδα «κανονική», cool, μεταδογματική, ευπρεπισμένη. Αναφέρομαι εδώ σ' έναν χώρο που τελευταία δείχνει να διευρύνει την επιρροή του κυρίως στο δημόσιο σχολιασμό του πολιτισμού και των κοινωνικών συμπεριφορών σε μια ευαισθησία η οποία ελκύει ιδιαίτερα τους ανθρώπους του λογοτεχνικού σιναφιού και του πολιτισμικού πεδίου, συγγραφείς, καλλιτέχνες και δημοσιογράφους γνώμης. Από το Athens Review of books μέχρι το ΕΚΕΒΙ, από την «Καθημερινή» μέχρι το Protagon.gr, από τη φιλελεύθερη Αριστερά μέχρι το «φωτισμένο» συντηρητισμό διαμορφώνονται πλέον αξιοσημείωτες συγκλίσεις. Ο δρόμος χαράχτηκε ουσιαστικά ήδη από τη δεκαετία του '90 μέσα από το μετα-lifestyle έντυπο που μετεξελίχτηκε στη συνέχεια σε free press.

Προς διευκρίνιση: οι νέοι φιλελεύθεροι δεν είναι νεοφιλελεύθεροι. Ή δεν είναι κατά βάση νεοφιλελεύθεροι. Παρά το ότι αναγνωρίζουν την «ελεύθερη οικονομία» ως τον αξεπέραστο ορίζοντα της εποχής και μάλλον ως την οριστική μορφή του ανθρώπινου Λόγου, παρά το ότι γοητεύονται από τη συγκινητική φιγούρα του επιχειρηματία-δημιουργού καινοτομίας, η αιχμή των παρεμβάσεών τους είναι μια ορισμένη πολιτισμική κριτική. Κατά κάποιον τρόπο ανακαλύπτουν πράγματα που στη Γαλλία των αρχών του '80 αποτελούσαν το αντι-ολοκληρωτικό ρεύμα. Οι ιδέες και αξίες στις οποίες αναγνωρίζονται είναι ο υπεύθυνος ατομικισμός, η καταγγελία του μεγάλου κράτους, η αντίθεση στα άκρα και στους «εξτρεμισμούς».

Συχνά υιοθετούν έναν σκεπτικιστικό φιλελευθερισμό για να λοιδορήσουν τον αιώνιο αρχαϊσμό της Αριστεράς ή τη μετριότητα του πολιτικού προσωπικού της Δεξιάς. Το κοινό πεδίο στο οποίο κινούνται είναι η υπεράσπιση του «ορθολογισμού» απέναντι στη νεοελληνική «παράνοια». Άλλοι επενδύουν στους κανόνες τής – δικής τους βεβαίως – κοινής λογικής και άλλοι στην επινόηση μιας νέας πολιτικής, περισσότερο συμπονετικής και χαρούμενης, μακριά από τις κακές ουτοπίες και τις αγωνιστικές ταυτότητες. Προς Θεού, «όχι άλλοι αγώνες» γράφει αηδιασμένος ένας από τους πρωτοπόρους του χώρου στο «Κυριακάτικο Βήμα».

Οι νέοι φιλελεύθεροι θέλουν να είναι το κόμμα της κίνησης, της ανοιχτόμυαλης διαθεσιμότητας, της πρόθυμης προσαρμογής στα θαυμαστά κελεύσματα της νέας εποχής. Παρ' όλα αυτά, επειδή πιστεύουν ότι βασικός αντίπαλος του εκπολιτισμού των ηθών είναι η σκληρή πολιτική, αναζητούν όλο και συχνότερα τη φιλική συνδρομή των δυνάμεων της τάξης, των άγρυπνων φυλάκων της δημοκρατίας μας. Ο αντι-αυταρχισμός τους είναι κυρίως πολιτισμικός.

Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι ο συγκεκριμένος χώρος πιστεύει πως αντιπροσωπεύει μια αντικομφορμιστική προσέγγιση στην παρούσα κρίση. Αλλά η ουσία των όσων διακινούν είναι η πιο κοινότοπη αντίληψη περί συλλογικής ευθύνης για τα ελληνικά δεινά. Το κακό ανάγεται στην ηθική τού νεοέλληνα, στο ότι δεν έκανε τα «αυτονόητα» όταν έπρεπε και τώρα πληρώνει τη γαϊδουριά του. Η νεοελληνική μιζέρια, οι συναισθηματικές υπερβολές, ο λαϊκισμός των διαδηλώσεων, η κοινωνική βία, η ξύλινη γλώσσα: ιδού οι αιτίες της κρίσης. Χάσαμε το μέτρο, λένε. Ωραία. Και πώς συνέβη αυτό; Ποιοι ιδεολογικοί μηχανισμοί, ποιες εικόνες πλούτου και ευημερίας, ποια life style εγχειρίδια ευφορίας συνέβαλαν στις αυταπάτες; Δεν υπάρχουν όλα αυτά τα χρόνια ηγεμονικοί μηχανισμοί διαμόρφωσης των πεποιθήσεων ή μήπως όλα τούτα ήλθαν από τον ουρανό;

Αλλά για τους νέους φιλελεύθερους ουσιαστικά δεν υφίσταται κοινωνικό πρόβλημα. Ή αν υπάρχει, αφορά μόνο τους απολύτως φτωχούς, τους αποδεδειγμένα αποκλεισμένους, τις ευπαθείς ομάδες. Οπως θα έλεγε και ο Φλομπέρ, το κοινωνικό πρόβλημα (ανισότητες, εργασιακή βία, εργοδοτικός δεσποτισμός) είναι απώθηση ενός πολύ πιο σημαντικού προβλήματος, το οποίο είναι η άνοδος της βλακείας, ο θρίαμβος της ανοησίας.

Η σημερινή μετάφραση αυτής της υποθήκης είναι ανησυχητική. Εμφανίζεται με την ανακύκλωση των συνθημάτων του αντι-λαϊκιστικού – αλλά πάντοτε υπέρ πλουσίων και ισχυρών – εκσυγχρονισμού. Εκδηλώνεται στη μορφή μιας σωφρονιστικής ηθικολογίας, η οποία αθωώνει τις πολιτικοεπιχειρηματικές ελίτ για να κατακεραυνώσει απλώς κάποιες κραυγαλέες και ασυμμάζευτες περιπτώσεις. Ως προς τούτο υπάρχει μια συνέχεια: στην άποψη ότι το όλο πρόβλημα της Ελλάδας είναι το κακό γούστο, το ύφος της εξουσίας, η άσχημη αισθητική, το κιτς. Πολύ παλιά ιδέα, που επανέρχεται για να διανθίσει το έξυπνο ύφος των νέων φιλελεύθερων.

Οι νέοι φιλελεύθεροι συχνά ισχυρίζονται ότι υπερασπίζονται κάποιες αξίες που απειλούνται: λ.χ. την αυτονομία της λογοτεχνίας, τον ελεύθερο πλουραλισμό της γνώμης, την ανεκτικότητα. Πράγματι, όλα αυτά πρέπει να αποτελούν θεμελιώδη σημεία αναφοράς για να έχει νόημα η κριτική αντιπαράθεση στην πολιτική, στην κουλτούρα, στα κοινωνικά θέματα. Έχω, ωστόσο, την εντύπωση ότι η συγκεκριμένη ευαισθησία θα ήταν πιο πειστική – σε αυτούς τουλάχιστον που τη βρίσκουν νόστιμη – αν δεν εξαντλούνταν μόνο στο ανελέητο μαστίγωμα των «ακραίων», αλλά έθετε και το πρόβλημα των «μέσων» και των «μετριοπαθών». Αν δεν κάνω λάθος, οι συνταγές, η διακυβέρνηση, τα πρόσωπα, οι αποφάσεις, οι παρέες, τα δίκτυα της λαμογιάς που μας έφεραν ώς εδώ ανήκουν κυρίως σε αυτούς τους τελευταίους. Όσο και αν επιμένουν, δεν μας κυβέρνησε η άκρα Αριστερά αλλά το διαπαραταξιακό μπλοκ της νοικοκυροσύνης.

Οι νέοι φιλελεύθεροι θα ήταν μάλλον πιο ενδιαφέροντες στην πολιτισμική τους κριτική αν δεν διεκδικούσαν τη τωρινή τους λειτουργία: να είναι η εναλλακτική, προωθημένη, branche – θα έλεγαν οι Γάλλοι – εκδοχή του μεσαίου χώρου. Τους λείπει όμως κάτι για να γίνουν ενδιαφέροντες συντηρητικοί: η ποιότητα της απόγνωσης, η αίσθηση της πικρίας, η αυθεντική ηθική αγανάκτηση. Αλλά ούτε και αυτό είναι παράδοξο: η μελαγχολία ποτέ δεν ήταν το φόρτε του μεταμοντέρνου φιλελεύθερου Κέντρου.

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 19 Ιουνίου 2010, http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=174563

 

* Ο Νικόλας Σεβαστάκης γεννήθηκε στη Σάμο το 1964. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Πάντειο και πολιτική θεωρία στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Lyon II της Γαλλίας. Η διδακτορική του διατριβή αναφέρεται στη χαϊντεγγεριανή κριτική της τεχνικής και της νεωτερικότητας. Ασχολήθηκε με την ποίηση, το δοκίμιο, την κριτική και περιστασιακά με τη μετάφραση.

Από το 1999 διδάσκει πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία, αρχικά στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου του Αιγαίου, και από το 2006 ως αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Μέσα από μια σειρά βιβλίων και άρθρων του, έχει ασχοληθεί με ζητήματα κριτικής της ιδεολογίας και της νεωτερικότητας. Ζει στη Θεσσαλονίκη. 

Πηγή βιογραφικού: http://www.perizitito.gr/authors.php?authorid=61605

Η Ευρώπη του νέου ολοκληρωτισμού

Η Ευρώπη του νέου ολοκληρωτισμού

 

Του Δημήτρη Καζάκη*

 

Πριν δύο ημέρες η Pacific Investment Management Co., η οποία διαχειρίζεται το μεγαλύτερο παγκόσμια χαρτοφυλάκιο ομολόγων, προειδοποίησε τους επενδυτές της ότι θα πρέπει να αποφεύγουν με κάθε τρόπο τις χώρες της περιφέρειας του ευρώ όπως είναι η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιταλία καθώς βουλιάζουν κάτω από το βάρος των χρεών τους. Δεν πρέπει με κανένα τρόπο να βρεθούν εκτεθειμένοι στα δημόσια χρέη των χωρών αυτών, διότι το επόμενο διάστημα αναμένεται σοβαρή επιδείνωση της κατάστασής τους.
Υπάρχει μια οσμή βαθιάς σήψης στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της ευρωζώνης και τα μεγάλα αρπακτικά σιγά-σιγά αποχωρούν για να παραχωρήσουν τη θέση τους στις ύαινες και τα άλλα νεκροφάγα των αγορών. Η ζώνη του ευρώ μοιάζει όλο και πιο πολύ με ένα απέραντο νεκροταφείο. Νεκροταφείο οικονομιών, εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ακόμη και κρατών.

Η κατάσταση αυτή έχει ωθήσει ακόμη και τους πιο πιστούς ιερείς του δόγματος, όπως είναι ο Ρόμπερτ Μαντέλ, που πήρε Νόμπελ οικονομίας το 1999 για την εργασία του πάνω στο ευρώ, να αποδεχτεί μετά πόνου ψυχής ότι υπάρχει 40% πιθανότητα να αναδιαρθρωθεί το δημόσιο χρέος της Ελλάδας, 20% πιθανότητα για αναδιάρθρωση του χρέους της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας και 10% πιθανότητα για αναδιάρθρωση του χρέους της Ιταλίας. Πρόκειται για μια πολύ σοβαρή μεταστροφή του κυρίου αυτού, ο οποίος μόλις πριν μερικούς μήνες δεν ήθελε να ακούσει λέξη για την κρίση του ευρώ και την πιθανότητα πτώχευσης των χωρών της ευρωζώνης. Πώς θα μπορούσε άλλωστε όταν πήρε Νόμπελ υποστηρίζοντας ότι το ευρώ είναι άτρωτο και ότι η κρίση είναι έννοια άγνωστη για την ανερχόμενη τότε ευρωζώνη.

 

Εκτός ελέγχου

 

Η κατάσταση όμως στη ζώνη του ευρώ φαίνεται να έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Αυτό που πριν λίγο καιρό φαινόταν αδιανόητο, σήμερα αντιμετωπίζεται ως η μόνη λύση. Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα του «Der Spiegel» (12/7) η γερμανική κυβέρνηση επεξεργάζεται σχέδιο ελεγχόμενης χρεοκοπίας: «Φοβούμενη μια μόνιμη επιβάρυνση στους φορολογούμενους, η γερμανική κυβέρνηση ετοιμάζει ένα σύνολο από κανόνες πτώχευσης για χώρες εντός της ευρωζώνης. Προϋποθέτει ότι ένα μέρος του οικονομικού κόστους θα το σηκώσουν οι ιδιώτες επενδυτές, ενώ οι χώρες υπό πτώχευση θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν μέρος της κυριαρχίας τους. Το σχέδιο είναι σίγουρο ότι θα αντιμετωπίσει αντιστάσεις». Πιθανόν. Όχι όμως από το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα, το οποίο έχει παραδώσει ήδη τα κλειδιά της χώρας, αλλά και την ίδια τη χώρα, στην τρόικα.

Ο υπουργός οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε φέρεται, συμφώνα πάντα με το «Der Spiegel», να δήλωσε: «Θα πρέπει να σκεφτούμε πώς, σε μια ακραία περίπτωση, τα κράτη μέλη μπορούν να πτωχεύσουν με συντεταγμένο τρόπο χωρίς να απειλήσουν την ευρωζώνη ως σύνολο». Το ανήκουστο πριν από λίγο καιρό, δηλαδή το να πτωχεύσει εντός ευρώ ένα κράτος, σήμερα έχει γίνει σχεδόν αναπόφευκτο.

Σύμφωνα με το σχέδιο της γερμανικής κυβέρνησης που στηρίζεται σε σχετικές επεξεργασίες των υπουργείων Οικονομικών και Δικαιοσύνης η σχετική διαδικασία, θα προβλέπει ότι οι κάτοχοι κρατικών ομολόγων μιας χώρας που κινδυνεύει, θα πρέπει, μέσω ενός λεγόμενου «κουρέματος», να παραιτούνται από ένα μέρος των απαιτήσεών τους, προκειμένου να βοηθήσουν τη χώρα να βγει από την κρίση. Αυτή η διευκόλυνση θα έχει τη μορφή της παράτασης της προθεσμίας εξόφλησης ή τη μορφή μειωμένων τόκων ή θα προβλέπει εξόφληση του ομολόγου σε τιμή μικρότερη από το 100% της αξίας του.

 

Εκχώρηση κυριαρχίας

 

Σύμφωνα με το δημοσίευμα του «Der Spiegel», «αν τα σχέδια αυτά εφαρμοστούν, οι τράπεζες και οι επενδυτές δεν θα είναι οι μόνοι που θα σηκώσουν το βάρος όταν χώρες της ευρωζώνης θα αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες. Οι ίδιες οι υπερχρεωμένες χώρες θα πρέπει επίσης να προχωρήσουν σε ουσιαστικές θυσίες και οι κυβερνήσεις τους να εκχωρήσει μέρος των εξουσιών της.  Οι ειδικοί προτείνουν μια διαδικασία δύο βημάτων. Περιγράφοντας τους στόχους αυτής της προσέγγισης, ο Σόιμπλε είπε: «Όποτε μια επιχείρηση κηρύσσει πτώχευση, οι πιστωτές θα πρέπει να παραιτηθούν από ένα μέρος των απαιτήσεών τους. Το ίδιο μπορεί να ισχύει και στις περιπτώσεις μιας κρατικής χρεοκοπίας».

Όμως, οι πιστωτές δεν θα μείνουν παραπονεμένοι, μιας και προβλέπεται ότι ο κάτοχος ομολόγων θα πρέπει παίρνει μπόνους ρίσκου και γι' αυτό θα πρέπει να αναλαμβάνει και αυτό το ρίσκο. Τη λοιπή αξία των ομολόγων αναμένεται να εγγυάται μια νέα αυτόνομη Αρχή, το λεγόμενο Berliner Club (σε αναλογία με το κλαμπ των Παρισίων του 1956). Στο Berliner Club θα συμμετέχουν κράτη-μέλη του G20 ή μόνο της ευρωζώνης. Ρόλο κλειδί θα έχει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το σχέδιο αυτό δεν πρόκειται για εναλλακτική του ευρωπαϊκού πακέτου διάσωσης ύψους 750 δισ. ευρώ, αλλά μετεξέλιξή του.

 Αν η παραίτηση απαιτήσεων των πιστωτών -πάντα με το αζημίωτο- δεν οδηγήσει σε βελτίωση της κατάστασης, η διαδικασία θα εισέρχεται στη δεύτερη φάση, κατά την οποία θα λαμβάνει χώρα μια πλήρης αναδιάρθρωση χρέους τής υπό πτώχευση χώρας. Το Berliner Club διορίζει μια «εξοικειωμένη με τις ιδιαιτερότητες του υπερχρεωμένου κράτους προσωπικότητα ή σε ομάδα προσωπικοτήτων» για να αναλάβουν την εποπτεία των περιουσιακών συμφερόντων της χρεοκοπημένης χώρας. Με άλλα λόγια θα εγκαθίστανται γκαουλάιτερ με σκοπό τη συμμόρφωση της χώρας με τα συμφέροντα και τις επιταγές των αγορών και του ευρώ. Τα μέτρα φυσικά θα παρακολουθούνται εξαρχής από το ΔΝΤ.

 

Πειραματόζωο η Ελλάδα

 

Αυτό που δεν αναφέρει το εν λόγω δημοσίευμα του γερμανικού περιοδικού είναι ότι το σχέδιο αυτό είναι η γερμανική παραλλαγή της ελεγχόμενης πτώχευσης μέσα από την αναδιάρθρωση χρέους που συζητιέται αναλυτικά ήδη στην Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες ανάμεσα σε αξιωματούχους του ΔΝΤ και της ΕΚΤ. Φυσικά η πρώτη χώρα που προορίζεται να δοκιμάσει τα σχέδια αυτά είναι η Ελλάδα. Όλες οι εκδοχές έχουν κοινά σημεία.

Αφενός η αναδιαπραγμάτευση του χρέους μέσα από ένα περιορισμένο «κούρεμα» των ομολόγων της τάξης του 20%, ώστε να φανεί ότι περιορίζεται -τουλάχιστον στην αρχή- η επιβάρυνση από την εξυπηρέτηση των χρεών. Άλλωστε ακόμη και στην κωμωδία των «τεστ κοπώσεως» στα οποία υπόκεινται 90 ευρωπαϊκές τράπεζες, και τα οποία σκαρφίστηκαν οι ευρωκρατούντες για να «αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη των αγορών προς το ευρώ», περιλαμβάνεται σενάριο με αντίστοιχο περίπου «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων.

Αφετέρου, η επιβολή στυγνού καθεστώτος γκαουλάιτερ για να διασφαλιστούν οι εμπράγματες και άλλες εγγυήσεις προς τους δανειστές της χώρας, αλλά και για την προώθηση μιας ακόμη πιο περιοριστικής πολιτικής σε βάρος των αναγκών της οικονομίας και της κοινωνίας. Άλλωστε οι κατευθύνσεις υπάρχουν ήδη και εφαρμόζονται σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης και της Ε.Ε. Η διάσωση του ευρώ, ή ορθότερα η έξοδος του ευρώ από την κρίση του, σχεδιάζεται μέσα από μια πρωτοφανή υποβάθμιση της κοινωνίας.

 

Διαρκής λιτότητα

 

Πρόσφατα το Economist (10/7) καλούσε τους ηγέτες της ευρωζώνης να πάρουν όλες τις αναγκαίες αποφάσεις για να ξεμπερδέψουν μια και καλή με το «ευρωπαϊκό μοντέλο» των συνταξιοδοτικών και εργασιακών δικαιωμάτων, των ξεχωριστών δημοσιονομικών και κρατικών πολιτικών προκειμένου να μετατραπούν σε μια αληθινή ενιαία αγορά. Κάθε έννοια προστασίας πρέπει να εξαλειφθεί και μια νέα περίοδος διαρκούς λιτότητας σε κοινωνικές δαπάνες, εργατικές αμοιβές, συντάξεις και αποζημιώσεις πρέπει να υπάρξει ώστε να αποκατασταθεί το «ισχυρό ευρώ».

Πρόκειται για ένα νέο «1992», όπως το χαρακτηρίζει το περιοδικό, που δεν θα αφήσει ίχνος κοινωνικού κράτους, αλλά και γενικά δημοσιονομικής κυριαρχίας στις επιμέρους κυβερνήσεις. Μάλιστα με αφορμή την κατάσταση στη Βρετανία, το Economist (3/7) περιγράφει το νέο τρόπο ζωής που τείνει να γίνει μόδα στη νέα Ε.Ε. της διαρκούς λιτότητας: «Να ψωνίζεις με εκπτωτικά κουπόνια και βάζα με ψιλά. Να νερώνεις το γάλα ώστε να κρατά περισσότερο. Να χρησιμοποιείς υγρό για πλύσιμο αντί για σαμπουάν. Να εφευρίσκεις δικαιολογίες ώστε να παραλείπεις το μεσημεριανό γεύμα. Να χρειάζεται να περπατάς όπου και να πας. Να μοιράζεσαι κρεβάτι και μπάνιο. Να μαντάρεις τα ρούχα σου που έτσι κι αλλιώς είναι δεύτερο χέρι. Να μετατρέπεις τις παλιές εφημερίδες σε πρόχειρα αμπαζούρ. Να είσαι διαρκώς κουρασμένος».

Αυτός ο τρόπος ζωής που μέχρι πριν λίγο καιρό χαρακτήριζε εκείνους που είχαν καταδικαστεί στην απόλυτη ανέχεια, σήμερα αγκαλιάζει όλο και μεγαλύτερες μάζες εργαζομένων, ιδίως νέων. Και μάλιστα στις πιο ανεπτυγμένες χώρες της Ε.Ε. Είναι η νέα μεγαλειώδης κοινωνική κατάκτηση του «ευρωπαϊκού μοντέλου» στην πορεία του από την πάλαι ποτέ «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση», όπως χαρακτηριζόταν παλιά, στον ανοιχτό ευρωπαϊκό ολοκληρωτισμό των μεγάλων τραπεζών και του πολιτικού τους προσωπικού σήμερα. Τι έχει να ελπίζει ο Ευρωπαίος εργαζόμενος από την εποχή που έρχεται; Το «Economist» είναι αρκετά κυνικό ώστε να πει: «Η προηγούμενη δεκαετία έκανε εντυπωσιακά λίγα για τον περιορισμό της φτώχειας, αλλά ίσως να αποτελεί την καλύτερη εποχή που οι φτωχοί θα έχουν γνωρίσει για πολλά χρόνια».

Μπορούν οι λαοί της Ευρώπης να αντέξουν μια τέτοια μετεξέλιξη της ευρωζώνης και γενικότερα της Ε.Ε.; Σίγουρα όχι. Όμως κανείς δεν γνωρίζει πού και πότε θα ξεσπάσει η κοινωνική οργή. Οι ιθύνοντες ελπίζουν ότι καθώς θα βουλιάζουν χώρες και λαοί στην απόλυτη εξαθλίωση και εξαχρείωση, καθώς θα τους αφαιρούν ακόμη και το τελευταίο ίχνος αξιοπρέπειας και κυριαρχίας, θα είναι σε θέση να ελέγξουν τις όποιες κοινωνικές εκρήξεις. Κι αυτό γιατί γνωρίζουν πολύ καλά ότι ένας λαός που του αφαιρείται το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, το δικαίωμα της ανεξαρτησίας και της πολιτικής κυριαρχίας, δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια άμορφη μάζα νομάδων σε αναζήτηση εργασίας και βιοπορισμού. Η νέα Ευρώπη των ενιαίων αγορών και δημοσιονομικών πολιτικών προϋποθέτει τη διάλυση της κοινωνικής και πολιτικής συγκρότησης των λαών έτσι ώστε οι αγορές εργασίας να τροφοδοτούνται από μάζες εσωτερικής μετανάστευσης.

 

Μηχανισμός ελέγχου

 

Ποια προοπτική υπάρχει για τους εργαζόμενους και τις λαϊκές μάζες της χώρας μας όταν το πλαίσιο της Ε.Ε. είναι απαγορευτικό ακόμη και για στοιχειώδη μέτρα ανακούφισης των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων;

Η Ε.Ε. δεν οικοδομήθηκε, όπως συχνά λέγεται, ως έκφραση της διεθνοποίησης της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Αυτό είναι ένα προκλητικό ψέμα. Η Ε.Ε. δεν έπαιξε ποτέ έναν «αντικειμενικά προοδευτικό» ρόλο, αλλά ευθύς εξαρχής έπαιξε έναν αντικειμενικά αντιδραστικό ρόλο. Αποτέλεσε έκφραση οπισθοδρόμησης σε σχέση με το δικαίωμα του λαού κάθε χώρας να αποφασίζει ελεύθερα για την τύχη του και να απολαμβάνει τα αγαθά της διεθνούς ζωής δίχως άνωθεν και έξωθεν περιορισμούς, δίχως να πληρώνει λύτρα στα μονοπώλια και τους ισχυρούς. Πρόκειται για τη μετεξέλιξη της αποικιοκρατίας στο ευρωπαϊκό έδαφος.

Η Ε.Ε. συγκροτήθηκε ως μηχανισμός ελέγχου και ποδηγέτησης της διεθνοποίησης, ως μέσο πολιτικής επιβολής των συμφερόντων των πολυεθνικών, των τραπεζών και των κερδοσκόπων, ως αναγκαίος πυλώνας της «παγκόσμιας διακυβέρνησης» την οποία ονειρεύονται να επιβάλουν οι ισχυροί σ' όλες τις χώρες και τους λαούς του πλανήτη. Η απελευθέρωση των δυνατοτήτων της διεθνούς συνεργασίας απαιτεί την κατάργηση όλων των προνομιακών και μονοπωλιακών καταστάσεων, απαιτεί την ανατροπή όλων των μηχανισμών αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των δικαιωμάτων και της κυριαρχίας κάθε χώρας, απαιτεί την ανάδειξη κάθε λαού σε αφέντη του τόπου του.

Τι σχέση έχει η Ε.Ε. με αυτή τη διεθνοποίηση της συνεργασίας και της συνεύρεσης των λαών; Η Ε.Ε. έχει ήδη αποδειχτεί ασυμβίβαστη με οποιαδήποτε έννοια λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας, δημοκρατίας, εργατικών δικαιωμάτων και κοινωνικών κατακτήσεων, ανάπτυξης προς όφελος του λαού. Η ανατροπή του αντιδραστικού υπερεθνικού οικοδομήματος αποτελεί προϋπόθεση για την ίδια την απελευθέρωση της διεθνοποίησης και της διεθνούς ζωής γενικά από τα δεσμά των πολυεθνικών, των κερδοσκόπωνιμπεριαλισμού. και του

Από την πλευρά μας θεωρούμε πως απ' όλα τα παραπάνω απορρέει το αίτημα της αποδέσμευσης από την Ε.Ε. ως όρος για την ίδια την επιβίωση του εργαζόμενου λαού. Το αίτημα αυτό συνδέεται οργανικά με την πιο ένδοξη παράδοση των δημοκρατικών αγώνων του λαού μας, γεννήθηκε μέσα από την πάλη για λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία, για ένα καλύτερο μέλλον προς όφελος των εργαζομένων. Σήμερα αποτελεί άμεση και επιτακτική ανάγκη και αφετηρία για να μπορέσει να σφυρηλατήσει ο λαός μια άλλη πορεία.

Η αποδέσμευση από την Ε.Ε. δεν αποτελεί πανάκεια για την αυτόματη λύση όλων των προβλημάτων που ταλανίζουν το λαό και τη χώρα. Μπορεί να μην είναι ικανή συνθήκη για την απελευθέρωση των εργαζομένων από τα δεινά τους, είναι όμως αναγκαία προϋπόθεση, η αφετηρία για να ανοίξει ο δρόμος της πάλης για μια άλλη πορεία του λαού και της χώρας. Ειδικά σήμερα που μετεξελίσσεται σε έναν ανοιχτό υπερκρατικό ολοκληρωτισμό. Αποτελεί την αναγκαία συνθήκη για να υπερισχύσουν τα συμφέροντα των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων ενάντια στα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου και κυρίως των τραπεζών.

Η ανατροπή αυτού του τερατώδους οικοδομήματος της Ε.Ε. αποτελεί απαράβατο όρο για να τεθεί το ζήτημα της ένωσης κυρίαρχων λαών και δημοκρατιών. Στη μόνη βάση που αυτή είναι δυνατή: στη βάση της ελεύθερης επιλογής των ίδιων των λαών και προς αμοιβαίο όφελός τους.

Για τους εργαζόμενους και τις λαϊκές μάζες στην Ελλάδα αυτό σημαίνει πρώτα και κύρια την πάλη για την αποδέσμευση της χώρας από τον ασφυκτικό κλοιό της Ε.Ε. Μόνο έτσι μπορεί ν' ανοίξει ο δρόμος για την αντιμετώπιση των προβλημάτων των εργαζομένων και του λαού από τη σκοπιά των συμφερόντων τους στη βάση της συνεύρεσης, της αλληλεγγύης και των κοινών αγώνων με τους εργαζόμενους και τους λαούς της Ευρώπης, των Βαλκανίων, του κόσμου όλου.

 

13/2/2010

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος-αναλυτής.

 

Δημοσιεύτηκε στο Ποντίκι, 15-07-2010

Ποιοι λειτουργοί;

Ποιοι λειτουργοί;

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

«Ουδέν κακόν αμιγές καλού», έλεγαν οι αρχαίοι. Και φαίνεται να ισχύει για μια ακόμη φορά τώρα, που μέσα απ' τον ορυμαγδό της οικονομικής κρίσης, έρχονται στην επιφάνεια οι ηθικές (ή μάλλον οι ανήθικες) καταβολές της συνολικής κοινωνικής κρίσης.

Διατάχθηκε, όπως ακούσαμε, να γίνει απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων.
Και το μέτρο αυτό θα μπορούσε, όπως φαίνεται, να ήταν λογικό και δίκαιο.
Γιατί μπορεί να υπάρχουν κάποιοι, που απέναντι στην καταθλιπτική ανεργία των νέων, μισθοδοτούνται πολλαπλά, χωρίς να προσφέρουν απολύτως τίποτε…..

Λογικό, λοιπόν και ηθικό θα μπορούσε να ήταν το μέτρο. Αρκεί οι «αποφασίζοντες και διατάσσοντες» να μην εξαιρούσαν, όπως συνήθως συμβαίνει, «εαυτούς και αλλήλους». Ή το οποιοδήποτε άλλο συνάφι γαλαζοαίματων χρυσοκάνθαρων.

Οι οποίοι, όχι μόνο δεν προσφέρουν τίποτε στη λειτουργικότητα των κοινωνικών δομών, αλλά είναι- με την αρπακτικότητά τους- και το επίκεντρο πάσης κακοδαιμονίας του κοινωνικού συνόλου. Και ασφαλώς οι αρχιτέκτονες της σημερινής επαχθέστατης εθνικής υποτέλειας στα αρπακτικά της τοκογλυφίας.

Και στην προκειμένη περίπτωση, δυστυχώς, τα πράγματα δεν έγιναν διαφορετικά. Με αποτέλεσμα, όταν πήγε να εφαρμοστεί το μέτρο να προκληθεί παλιρροϊκό κύμα αντιδράσεων!

Από πολλά συνδικάτα προνομιούχων. Που απαίτησαν άρον-άρον να διαφοροποιηθούν και αυτοί, απ' τους υπόλοιπους δημοσίους υπαλλήλους. Εκδηλώνοντας, έτσι, νοοτροπίες και κοινωνικές αγκυλώσεις, που μας επαναφέρουν με άλλους τρόπους κι από άλλους δρόμους στις φεουδαλικές και μεσαιωνικές αθλιότητες:!

Οι οποίες, δυστυχώς, προβλέπονται και από το Σύνταγμα. Αφού και το Σύνταγμα το φκιάνουν και το ψηφίζουν οι ίδιοι, που φκιάνουν και ψηφίζουν και τους παμπόνηρους φαταουλίστικους νόμους.

Νόμους, που παραπέμπουν στη μούχλα και τη σαπίλα παλιών κακών καιρών. Με τους κόμητες, τους δούκες, τους βαρόνους, τα libro d' oro, τους πατρίκιους και τους πληβείους, τις κοινωνικές και ταξικές διακρίσεις. Και άλλα τέτοια, πουθυμίζουν καταραμένους πύργους, με όλα τα αποκρουστικά συμπαρομαρτούντα της «καθωσπρέπει» κοινωνίας.

Και βέβαια η συμπεριφορά των πατρικίων αυτών θυμίζει το φαρισαίο της παραβολής, που ναρκισσεύονταν και έλεγε: «Ευχαριστώ σοι, Κύριε, ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων»!

Αφού, μεταξύ άλλων δεν θέλουν, λέει, να χαρακτηρίζονται «δημόσιοι υπάλληλοι», αλλά να χαρακτηρίζονται δημόσιοι λειτουργοί. Γιατί το έργο, που προσφέρουν είναι ξεχωριστό και άλλης τάξεως. Όμως…

Ας πάρουμε ένα χονδρικό παράδειγμα:

Γιατί, τάχα, οι πανεπιστημιακοί να είναι λειτουργοί και μα μην είναι λειτουργοί οι δάσκαλοι όλων των άλλων βαθμίδων;

Δεδομένου ότι όσοι πέρασαν από όλες τις βαθμίδες της παιδείας ξέρουν κάτι παρά πολύ απλό:

Ότι σε όλες τις βαθμίδες υπάρχουν κάποιοι, που λειτουργούν φιλότιμα και δημιουργικά. Αλλά και κάποιοι άλλοι, που γίνονται γάγγραινα και αιτία πολλαπλής δυσλειτουργίας. Και για το χώρο της Παιδείας. Και γενικότερα του κοινωνικού συνόλου.

Και μπαίνει το ερώτημα:

Αν οι περισσότεροι απ' αυτούς, που θεωρούν το ρόλο τους ξεχωριστό και ιδιαίτερο και θέλουν-σε αντίθεση με όλους τους άλλους δημοσίους υπαλλήλους-να χαρακτηρίζονται ως λειτουργοί, λειτουργούσαν πραγματικά και σωστά θα φτάναμε ποτέ ως εδώ, που φτάσαμε; Σε καμιά περίπτωση!

Βλέπετε, τώρα, που θίχτηκαν τα προνόμιά τους και τα συμφέροντά τους «λειτούργησαν», προκειμένου να τα περισώσουν. Ενώ τόσα χρόνια, που δινόταν ρεσιτάλ αμοραλισμού σε βάρος της χώρας και του λαού της, δεν έβλεπαν και δεν άκουγαν και δεν έκανα τίποτε, προκειμένου να αναχαιτίσουν την επερχόμενη καταιγίδα…

Κι ένα άλλο ακόμη ερώτημα:

Μπορεί να υπάρχει δικαιοσύνη, χωρίς ισότητα; Και μπορούν να αποδώσουν δικαιοσύνη κάποιοι, που δεν θέλουν να είναι ίσοι με τους «λοιπούς των ανθρώπων»!…

Λειτουργοί της Δικαιοσύνης είναι, στην πραγματικότητα αυτοί, που, απ' οποιονδήποτε χώρο, αγωνίζονται, πριν απ' όλα για την ισότητα όλων των ανθρώπων…
Και τέτοιοι λειτουργοί, για παράδειγμα, παγκόσμιου βεληνεκούς, ανεξαρτήτως της επαγγελματικής τους ιδιότητας ήταν ο Γκάντι, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ο Νέλσον Μαντέλα και πάμπολλοι άλλοι.

Σε αντίθεση με αυτούς, που αγωνίζονται και φωνάζουν για τα προνόμια και τα συμφέροντά τους και μάλιστα υποτιμώντας καταφανώς και απρεπέστατα τους συνανθρώπους τους.

Η λειτουργικότητα δεν είναι θέμα νόμων και θεσμών, που εκκολάπτουν και προωθούν παμπόνηρα προνόμια και συμφέροντα.

Είναι θέμα εσωτερικό και προσωπικό του καθενός. Σε όποιο χώρο και με όποια ιδιότητα κι αν λειτουργεί.

Και κινείται (η λειτουργικότητα) σταθερά και απαρέγκλιτα προς την κατάργηση των οποιωνδήποτε προνομίων…

Που όσο μεγαλύτερα είναι, τόσο και ανηθικότερα κίνητρα έχουν και τόσο πονηρότερες διαδρομές ακολουθούν….

 

Παπα-Ηλίας, 16-07-2010

 

http://papailiasyfantis.wordpress.com

e-mail: papailiasyfantis11@gmail.com

Εργασιακό: Το ολοκαύτωμα των εργαζoμένων

Εργασιακό: Το ολοκαύτωμα των εργαζoμένων στην Ευρώπη

 

Της Μαρίας Νεγρεπόντη – Δελιβάνη *

 
 

 

H κηδεμονία της Eλλάδας από το ΔNT όχι μόνο δεν ήταν μονόδρομος, αλλά ήταν και αδικαιολόγητη από κάθε πλευρά. Πράγματι, ο διεθνής αυτός Oργανισμός ειδικεύεται στην παροχή βοήθειας προς αναπτυσσόμενες, και όχι προς αναπτυγμένες οικονομίες, όπως είναι η περίπτωση της χώρας μας.

Eπιπλέον, η κακή δημοσιονομική μας κατάσταση δεν αποτελεί εξαίρεση, αφού όχι μόνο ολόκληρος ο Eυρωπαϊκός Nότος αντιμετωπίζει παρόμοια προβλήματα, αλλά και για τις οικονομίες του πλούσιου Bορρά προβλέπεται, για το 2010, δημόσιο χρέος που θα ξεπεράσει το 110% του AEΠ τους.

Eίναι, βέβαια, γεγονός ότι υπήρξε το Μάιο κάποια δυσκολία πληρωμής ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών μας, η οποία όμως δεν αποτελεί ικανή δικαιολογία για την υπαγωγή μας στις φαρμακερές δαγκάνες του ΔNT, και μάλιστα χωρίς την ελάχιστη αντίσταση. Kαι τούτο, γιατί υπήρχαν εναλλακτικές λύσεις, όπως είναι κατ' εξοχήν αυτή της αναδιαπραγμάτευσης του χρέους, που δεν εξομοιώνεται βεβαίως με χρεοκοπία, ούτε με στάση πληρωμών, ούτε φυσικά και με την ανάγκη εξόδου μας από την Eυρωζώνη. Aναδιαπραγμάτευση, που να απέβλεπε στην επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του χρέους και στη μείωση του ελλείμματος, στο πλαίσιο που ορίζει το Σύμφωνο Σταθερότητας.

H φρικτή μοίρα όλων, ανεξαιρέτως, των οικονομιών, που είχαν τη δυστυχία να υπαχθούν στο ΔNT, όφειλε να οπλίσει τους Έλληνες αρμόδιους με θάρρος, εφευρετικότητα και αγωνιστικότητα για να το αποφύγουν με νύχια και δόντια. Eξ άλλου, η εξαιρετικά προβληματική φάση που διανύει η EE και η Eυρωζώνη απέκλειαν, λογικά, και σε πείσμα του μένους της κυρίας Mέρκελ, οποιαδήποτε ακραία λύση εναντίον της χώρας μας, αφού ήταν βέβαιο ότι θα παρέσυρε και τις λοιπές οικονομίες του Eυρωπαϊκού Nότου, και θα ήταν διαλυτική για την Eυρωζώνη.

 

Απάνθρωπες θυσίες… χωρίς αντίκρυσμα

 

Tο τραγικότερο, όμως, στοιχείο αυτού του «κρανίου τόπου» είναι το ότι, δυστυχώς, και σε πείσμα των απάνθρωπων θυσιών που το Mνημόνιο μας υποχρεώνει να υποστούμε, και μάλιστα σε απροσδιόριστο βάθος χρόνου, αυτές θα είναι χωρίς αντίκρισμα.

Πράγματι, η χώρα μας θα βυθιστεί σε ανεξέλεγκτη ύφεση και σε καλπάζοντα στασιμοπληθωρισμό, που θα καταποντίσει κάθε αναπτυξιακή προοπτική της, για πολλά χρόνια ­γιατί, βεβαίως, είναι άκρως αφελής η όποια ελπίδα περί της δυνατότητας συνύπαρξης του ΔNT με αναπτυξιακή πολιτική­, θα εκθρέψει στρατιές ανέργων, θα αυξήσει το ποσοστό των πτωχών, των νεόπτωχων και των εργαζομένων πτωχών, θα προλεταριοποιήσει τη μεσαία τάξη και, πάνω απ' όλα, θα επιδεινώσει επικίνδυνα τις ήδη ακραίες ανισότητες κατανομής του εισοδήματος, παρεμποδίζοντας έτσι τη στοιχειωδώς ομαλή λειτουργία της οικονομίας.


Αδύνατη η υλοποίηση του Μνημονίου!

 


Tο ανέφικτο της υλοποίησης των ανειλημμένων υποχρεώσεών μας προβάλλει, ξεκάθαρα, από την απλή αντιπαράθεση των σχετικών αριθμητικών δεδομένων.
Aπό 110% το δημόσιο χρέος μας στο AEΠ το 2009 θα ανέλθει σε 200% αντίστοιχα το 2020. Eξ άλλου, οι τόκοι των δανείων θα αυξάνουν με εφιαλτικούς ρυθμούς: 11,9 δισεκατομμύρια  το 2009, 17,1 δισεκατομμύρια  το 2012 και 20,4 δισεκατομμύρια  το 2014. Συνοπτικά, 240 δισεκατομμύρια  θα χρειαστούν τα επόμενα πέντε χρόνια για την εξυπηρέτηση του χρέους. Kαι όλα αυτά θα συνυπάρχουν με AEΠ, που θα συρρικνώνεται συνεχώς, μέσα στο αδυσώπητο περιβάλλον στασιμοπληθωρισμού του ΔNT. Aναπόφευκτα, φυσικά, θα μειώνονται και τα δημόσια έσοδα.

Για τους εμφανείς αυτούς λόγους μας εκλαμβάνουν στο εξωτερικό ως ήδη χρεοκοπημένους, κάτι που άλλωστε απεικονίζεται και στη συμπεριφορά των αγορών απέναντί μας. Aυτές οι τελευταίες όχι μόνο δεν ηρέμησαν μετά την υπογραφή του Mνημονίου, αλλά αντιθέτως έγιναν πιο κερδοσκοπικά επιθετικές από πριν. Παράλληλα, ένα σημαντικός αριθμός γνωστών οικονομολόγων υποστηρίζει καθημερινά και με αδιάσειστα στοιχεία και επιχειρήματα, ότι η μοναδική πια λύση για την Eλλάδα είναι η αναδιαπραγμάτευση του χρέους της. Aλλά… το διευθυντήριο της EE, από κοινού με την ελληνική Kυβέρνηση αποκλείουν εκ προοιμίου την αναδιαπραγμάτευση του χρέους, χωρίς ωστόσο να εξηγούν και το γιατί. Aυτοί υποστηρίζουν ότι θα τα καταφέρουμε!


Κατεδαφίζουν το κράτος Προνοίας

 


Ήταν, συνεπώς, εύλογη η απορία μέχρι πριν λίγες ημέρες του γιατί οι αρμόδιοι προτίμησαν την πιο σκληρή, όσο και ταυτόχρονα αδιέξοδη λύση για τον ελληνικό λαό: δηλαδή, υπέρογκες θυσίες χωρίς προοπτική. H απορία αυτή διασκεδάστηκε ήδη και με τον τραγικότερο τρόπο χάρις στην πρόσφατη εξαγγελία των μέτρων, που αφορούν τις εργασιακές σχέσεις και που κατεδαφίζουν το κράτος Προνοίας.

Πράγματι, η δραματική αυτή εξέλιξη των εργασιακών σχέσεων, που αποτελούσε ανέκαθεν το πιο προσφιλές, αλλά και μέχρι στιγμής απραγματοποίητο όνειρο των φανατικών νεοφιλελευθέρων, θα ήταν αδιανόητη χωρίς την κατάκτηση της Eλλάδας από το ΔNT και την εν λευκώ εκχώρηση σε αυτό του δικαιώματος να αποφασίζει για τη ζωή και το θάνατό μας. H εισβολή αυτή του ΔNT στη χώρα μας ήταν η ανέλπιστη ευκαιρία, που έκανε διά μιας πραγματικότητα τα πιο καταχθόνια νεοφιλελεύθερα σχέδια. Nα υπενθυμίσω σχετικά ότι για τους ακραιφνείς νεοφιλελεύθερους, ο υπ' αριθμόν ένα εχθρός είναι το κράτος Προνοίας, το οποίο θεωρούν υπεύθυνο για τα δημόσια ελλείμματα και του αρνούνται λόγο ύπαρξης.

H Eλλάδα, λοιπόν, που έδωσε τα φώτα του πολιτισμού στην Eυρώπη, που γέννησε τη δημοκρατία και που οι μεταγενέστεροι των Eλλήνων φιλόσοφοι πρόσθεσαν ελάχιστα στις δικές τους θεωρήσεις, επελέγη για ένα ρόλο άκρως αποκρουστικό και αυτόχρημα εγκληματικό, αυτόν δηλαδή του νεκροθάφτη του καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο, που ήταν δημιούργημα, αποκλειστικά, της Eυρώπης, και που ήταν, γι' αυτό, δικαίως υπερήφανη.

Eίναι λογικό να υποτεθεί ότι το μικρό μέγεθος της Eλλάδας δεν εκπροσωπούσε από μόνο του αρκετά σημαντικό στόχο, ώστε να δικαιολογήσει τη σύλληψη μιας συνωμοσίας τέτοιας εμβέλειας. H Eλλάδα, ωστόσο, ως ο πιο αδύναμος, αλλά και χωρίς αντιστάσεις κρίκος, κρίθηκε ως ιδανική γέφυρα, για να περάσει από πάνω της το δολοφονημένο πτώμα του κοινωνικού κράτους, και για να κηδευτεί χωριστά από το καθένα από τα λοιπά μέλη της EE, με το ισχυρό επιχείρημα ότι έχει ήδη προηγηθεί η νεκρώσιμη ακολουθία στην Eλλάδα!

H απόφαση αυτή της EE σχετικά με την κατεδάφιση του κράτους Προνοίας δεν είναι νέα. Προωθήθηκε, συστηματικά, τα τελευταία τρία, τέσσερα χρόνια στο εσωτερικό των επί μέρους εθνικών οικονομιών, κάτω από την ταμπέλα των δήθεν αναγκαίων μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας.

H απόφαση αυτή του διευθυντηρίου της EE:

H Πάρθηκε εν ψυχρώ στους κόλπους της.

H Συσκοτίστηκε επιμελώς για μεγάλο χρονικό διάστημα.

H Διοχετεύθηκε στις κυβερνήσεις των επιμέρους κρατών-μελών, με την υποχρέωση σταδιακής διεκπεραίωσης, στην οποία έχουν, πιθανότατα, τεθεί κάποια ανελαστικά χρονικά περιθώρια.

H Φρόντισε να συγκαλυφθούν οι πραγματικοί στόχοι και τα αναπόφευκτα δυσμενή αποτελέσματά της, για τους εργαζομένους.

H Eνθάρρυνε και υπέδειξε τη χρησιμοποίηση όλων των διαθέσιμων μέσων, προκειμένου να υλοποιηθεί χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα: της προπαγανδιστικής πειθούς, των υποσχέσεων που σύντομα αποδεικνύονται χωρίς αντίκρισμα, ακόμη και της τρομοκράτησης των εργαζομένων σχετικά με τις συνέπειες και τις ανεξέλεγκτες καταστάσεις που θα αντιμετώπιζαν αν δεν συναινούσαν (1).

Aυτές οι μεταρρυθμίσεις στο χώρο της εργασίας, που επιπλέον είναι παντελώς άσχετες με το πρόβλημα του χρέους και των ελλειμμάτων, παρεισέφρησαν, ωστόσο, με ύπουλο τρόπο στο Mνημόνιο και πέρασαν ως λεπτομέρειά του, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για τον κυρίαρχο λόγο της κατ' αρχήν ανεξήγητης εισβολής του ΔNT στην Eλλάδα. H υλοποίησή αυτών των μεταρρυθμίσεων – αν τελικά δεν αποσοβηθεί – θα αποτελέσει τη λαμπρότερη νίκη των φανατικών νεοφιλελευθέρων εναντίον της εργασίας. Oι εργαζόμενοι, σε ολόκληρη την Eυρώπη, θα είναι εφ εξής έρμαια του εργοδότη, υποκείμενα της κάθε μορφής εκμετάλλευσης, χωρίς δικαιώματα, χωρίς ασφάλεια και χωρίς αξιοπρέπεια, που να απορρέει από την εργασία τους. Kαι μετά την τραγική αυτή τροπή των εργασιακών σχέσεων στην Eυρώπη, είναι απορίας άξιο το πώς και το γιατί εξακολουθεί η συζήτηση γύρω από τις λεπτομέρειες του Aσφαλιστικού. Eνός Aσφαλιστικού, δηλαδή, που δεν θα έχει λόγο ύπαρξης σε ελάχιστα χρόνια από σήμερα, όταν η μόνιμη απασχόληση, στο πλαίσιο της οποίας και μόνο μπορεί να υπάρξει ασφάλιση, θα αποτελεί παρελθόν.


Προετοιμάζουν την τρίτη παγκόσμια κρίση

 


Θεωρητικά, ηγέτης (με κεφαλαίο «H»), εντελώς ανεξάρτητα από την ταμπέλα του κόμματος στο οποίο θα ανήκε, σοσιαλιστικού ή συντηρητικού, όταν συνειδητοποιούσε τον εγκληματικό ρόλο που απαιτούν από αυτόν οι ίδιοι εκείνοι που με τις ακρότητες και τους φανατισμούς τους προκάλεσαν τις δύο μεγάλες οικονομικές κρίσεις, βυθίζοντας δις την ανθρωπότητα στην απόγνωση, θα απέρριπτε με βδελυγμία τις όποιες πιέσεις τους και θα βροντοφωνούσε: «Έως εδώ και μη παρέκει!». Kαι ο ηγέτης αυτός σίγουρα θα περνούσε στην ιστορία με χρυσά γράμματα, ως σωτήρας, που εμπόδισε την επιστροφή της αγοράς εργασίας του 21ου αιώνα σε έναν ασύλληπτης βαρβαρότητας δεύτερο Mεσαίωνα. Aυτός ο μυθικός ηγέτης, εξ άλλου, θα φρόντιζε να συνεταιριστεί τους λαούς της Eυρώπης και να τους εμψυχώσει σε έναν κοινό αγώνα επιβίωσης, με την άμεση απομάκρυνση από τα κέντρα αποφάσεων των φανατικών νεοφιλελεύθερων, αυτών που με τις επιλογές τους προετοιμάζουν την τρίτη μεγάλη παγκόσμια κρίση.

Kάτω από αυτές τις συνθήκες, είναι αδύνατη η επίκληση της ύπαρξης μονόδρομων ή, ακόμη, και της ανάγκης λήψης οδυνηρών μέτρων για τη σωτηρία της χώρας μας. Γιατί, σε τι είδους σωτηρία αναφερόμαστε, όταν με τα μέτρα που τώρα αποφασίζονται οδηγούνται σε πλήρη εξαθλίωση, και χωρίς ημερομηνία λήξης, τα 4/5 του ενεργού ελληνικού, και σίγουρα στη συνέχεια, και του ευρωπαϊκού πληθυσμού;

H μεγάλη οικονομική κρίση των ετών 1929-33, καθώς και η τρέχουσα δεύτερη μεγάλη κρίση, που ξέσπασε το 2007 – και που θα μας ταλανίζει για πολύ ακόμη – έχουν ουσιαστικά και τηρουμένων των αναλογιών τις ίδιες γενεσιουργές αιτίες (2).

Διαφέρουν, ωστόσο, σημαντικά στις μετέπειτα εξελίξεις τους. Συγκεκριμένα, το τέλος της πρώτης εκείνης μεγάλης κρίσης συνέπεσε με την ολοκληρωτική αποπομπή της υπεύθυνης γι' αυτήν φιλελεύθερης ιδεολογίας. Ενώ, αντιθέτως, στη δεύτερη αυτή μεγάλη κρίση, που και πάλι προκλήθηκε από την ίδια επικίνδυνη ιδεολογία, οι ένοχοι, όχι μόνο παρέμειναν στις θέσεις-κλειδιά τους, όχι μόνο υπαγορεύουν τα μέτρα, που, κατά την κρίση τους, πρέπει να ληφθούν για την έξοδο από την κρίση -που οι ίδιοι προκάλεσαν- αλλά επιπλέον έχουν σε τέτοιο βαθμό ισχυροποιηθεί, ώστε είναι πλέον σε θέση να καταστρέψουν την κοινωνική Ελλάδα και ολόκληρη την Eυρώπη.

Λοιπόν, δεν είναι υπερβολή η διαπίστωση ότι χανόμαστε! Aν δεν αντιδράσουμε έντονα και αποφασιστικά, σε τρία χρόνια θα έχουμε, ουσιαστικά, εξαφανιστεί από τον διεθνή χάρτη, όπως άλλωστε προβλέπει με ανείπωτη κυνικότητα πρόσφατη αμερικανική έκθεση για την Eλλάδα.


* Η Mαρία Nεγρεπόντη-Δελιβάνη είναι πρ. Πρύτανης και Kαθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Mακεδονίας και Πρόεδρος του Iδρύματος Δελιβάνη.


(1). Oι γραμμές αυτές γράφτηκαν το 2006-2007 από τη Mαρία Nεγρεπόντη – Δελιβάνη στο βιβλίο της με τίτλο: «Mεταρρυθμίσεις. Tο ολοκαύτωμα των εργαζομένων στην Eυρώπη», Eκδόσεις Λιβάνη και Iδρύματος Δελιβάνη, Aθήνα 2007, σ. 21.

(2). Bλ. Mαρία Nεγρεπόντη – Δελιβάνη, «H φονική Kρίση και η Eλληνική Tραγωδία», Eκδόσεις Λιβάνη και Iδρύματος Δελιβάνη, Aθήνα 2010.

 

ΠΗΓΗ:  Εφημερίδα Χριστιανική, φ. 816 (1139), σελ. 6-7, 14-07-2010,  Ηλ. ανάρτηση, http://www.xristianiki.gr/arkheio-ephemeridas/826/ergasiako-to-olokautoma-ton-ergazomenon-sten-europe.html

Ανοικτή επιστολή προς τον Παπικό Αρχιεπ. Νάξου

Ανοικτή επιστολή προς τον Παπικό Αρχιεπίσκοπο Νάξου

 

Πρεσβ.  π. Αναστάσιου Γκοτσόπουλου*

(Ακολουθεί απάντηση μετά μία ημέρα)**

 

 

 

 

Προς τον «Αρχιεπίσκοπο» Νάξου-Τήνου-Άνδρου-Μυκόνου

και «Μητροπολίτη» παντός Αιγαίου  κ. Νικόλαο  Πρίντεζην

Πόλη Τήνου

Κοινοποίηση :  Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Σύρου κ. Δωρόθεο.  Σύρος

  κ. Στ. Λαγουρό, εκδότη «Φάρου της Τήνου» (προς δημοσίευση).

 

«Σεβασμιώτατε»,

Έλαβα γνώση της από 28.6.2010 απαντήσεώς Σας στον κ. Στ. Λαγουρό («Ο Φάρος της Τήνου») (http://aktines.blogspot.com/2010/06/blog-post_2266.html  και  http://aktines.blogspot.com/2010/07/blog-post_2279.html) και παρακαλώ επιτρέψτε μου να καταθέσω και εγώ απορίες και σκέψεις με αφορμή το ανωτέρω κείμενό Σας στο διεξαγόμενο δια του «Φάρου της Τήνου» και του διαδικτύου  δημόσιο διάλογο:

Α. Εν πρώτοις, ελπίζω πως δεν θα τύχει παρεξηγήσεως η χρήση εισαγωγικών στην ιδιότητά Σας. Σέβομαι την υποβληθείσα παράκλησή Σας να γίνεται σεβαστός ο αυτοπροσδιορισμός Σας, αλλά πιστεύω ότι συμμερίζεστε τη δυσκολία μας ως Ορθοδόξων να Σας απονείμουμε την ύψιστη ιδιότητα του «Επισκόπου της Καθολικής Εκκλησίας». Γνωρίζετε ότι η δυσκολία μας αυτή εδράζεται στην μακραίωνη εκκλησιαστική μας παράδοση, την οποία τόσο  περιεκτικά καθόρισε ο Άγ. Κυπριανός στον 1ο κανόνα της Συνόδου της Καρχηδόνος, επικύρωσαν οι Δ΄, Στ΄ και Ζ΄ Οικουμενικές Σύνοδοι και συνεπώς εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθούμε. Είμαι βέβαιος ότι η αναφορά μου αυτή δεν θα καταστεί εμπόδιο στην επικοινωνία μας.

Πάντως εύχομαι η Χάρις του Θεού να εξαλείψει τα προσκόμματα της β΄ χιλιετίας, ώστε η επιθυμία Σας να ταυτιστεί με τη δυνατότητά μας …

 

Β. Στη σελ. 3  παραπέμπετε στην από 27.6.2007 απάντηση της Επιτροπής για τη Διδασκαλία τη Πίστεως (Congregatio pro Doctrina Fidei) της Ρωμαϊκής Κουρίας και αναφέρεστε σε «ελλείψεις» της Ορθοδόξου Εκκλησίας σημειώνοντας ότι «είναι προφανές ότι η μη αναγνώριση του πρωτείου του Πάπα από τις άλλες Εκκλησίες θεωρείται ως εκκλησιολογική ανεπάρκεια». Η διατύπωση σε πρώτη ανάγνωση φαίνεται πολύ «ανοικτή» έναντι της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας και παρουσιάζεται να συμπληρώνει την περί «αδελφών Εκκλησιών» εκκλησιολογία του κειμένου του Balamand (1993). Όμως προσεκτικότερη ανάγνωση οδηγεί σε ριζικά αντίθετα συμπεράσματα:

1. Είναι προφανές ότι όταν η Congregatio pro Doctrina Fidei ομιλεί περί Εκκλησίας» εννοεί την θεολογική έννοια του όρου, ήτοι την «Μία Αγία, Καθολική και Αποστολική» και όχι μία απλή κοινότητα ή συνάθροιση («εκκλησία Δήμου» κ.ο.κ.). Δυστυχώς, αδυνατώ να κατανοήσω την ύπαρξη Εκκλησίας με «έλλειμμα»  ή  «Εκκλησίας (με) εκκλησιολογική ανεπάρκεια» !  Πιο συγκεκριμένα :

a. Αν η «Εκκλησία» ταυτίζεται με την πληρότητα, την τελειότητα, την καθολικότητα, πώς μπορεί να υπάρξει σ' Αυτήν «έλλειμμα» ή «εκκλησιολογική ανεπάρκεια»;

b. Αν η «Εκκλησία» είναι το «σώμα του Χριστού», πώς εννοεί η Ρωμαϊκή Επιτροπή Πίστεως το άχραντο Σώμα Του να έχει «έλλειψη» – και μάλιστα πολύ ουσιαστική;

c. Η φράση Εκκλησία με «έλλειμμα» ενέχει την απόλυτη αντίφαση, ώστε αυτοαναιρείται πλήρως: Αν είναι Εκκλησία, δεν μπορεί να είναι «ελλειμματική» και αν είναι «ελλειμματική», μπορεί να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από «Εκκλησία». Νομίζω θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι το δηλητηριασμένο νερό δεν είναι νερό, αλλά δηλητήριο, ή μία γυναίκα με «ανεπαρκή παρθενία» είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από παρθένος! Μια κοινότητα λοιπόν με «εκκλησιολογική ανεπάρκεια» δεν μπορεί να είναι «Εκκλησία»!

d. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση η «εκκλησιολογική ανεπάρκεια» δεν αφορά σε εκκλησιαστικό έθος, όπου χωρεί κάποια ελαστικότητα και ποικιλομορφία, αλλά  καθοριστικό δόγμα πίστεως. Συνεπώς, δεν έχουμε απλή «έλλειψη», αλλά πραγματική «εκκλησιολογική ανεπάρκεια» με την πλήρη θεολογική βαρύτητα των λέξεων αυτών. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι για τη Ρώμη τα παπικά δόγματα περί πρωτείου και αλαθήτου, όπως καθορίστηκαν στις «οικουμενικές», για Σας, Συνόδους Α΄ Βατικανού (1870) και Β΄ Βατικανού (1962-1965) είναι εξαιρετικής σπουδαιότητος. Επιτρέψτε μου να υπενθυμίσω ότι με βάση τη δογματική απόφαση της «οικουμενικής» Α΄ Βατικανής «Pastor aeternus» όσοι δεν αποδεχόμαστε το πρωτείο του Απ. Πέτρου υποκείμεθα σε «ανάθεμα» (Caput I, De apostolici primatus in beato Petro institutione). Eπίσης, «ανάθεμα» προβλέπεται για μάς που δεν αποδεχόμαστε το «θείω δικαίω» πρωτείο του Ρωμαίου Ποντίφικος εφ' όλης της Εκκλησίας (Caput II, De perpetuitate primatus beati Petri in Romanis pontificibus). Επίσης, σύμφωνα με την ίδια απόφαση της «οικουμενικής» για Σας Συνόδου έχουμε παραδοθεί σε «ανάθεμα» επειδή δεν αποδεχόμαστε ότι «η κρίση της Αποστολικής Έδρας, από την οποία καμία εξουσία δεν είναι  ανώτερη, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί υπό ουδενός. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει τις αποφάσεις της. Γι' αυτό, όσοι υποστηρίζουν ότι μπορεί να γίνει έκκληση κατά των κρίσεών της στην οικουμενική σύνοδο ως σε ανώτερη από τον πάπα εξουσία παρεκκλίνουν από την οδό της αλήθειας» και συνεπώς και όσοι δεν δεχόμαστε «ότι η εξουσία του Ρωμαίου ποντίφικα περιορίζεται στον έλεγχο και στη διοίκηση και ότι δεν είναι πλήρης και υπέρτατη εφ' όλης της Εκκλησίας, όχι μόνο σε ό,τι αφορά στην πίστη και στα ήθη, αλλά και στην τάξη και στη διακυβέρνηση ολόκληρης της Εκκλησίας, ή ακόμη ότι έχει το πιο σημαντικό μέρος, όχι όμως και στην πληρότητα της υπέρτατης αυτής εξουσίας, ή ότι η εξουσία του δεν είναι τακτική (δηλαδή όχι εκχωρούμενη, αλλά ex officio) εφ' όλων των κληρικών και των πιστών» (Caput III, De vi et ratione primatus Romani Pontificis). Τέλος «ανάθεμα» έχει απαγγελθεί σε όσους δεν δεχόμαστε το καινοφανές δόγμα του αλαθήτου, όπως το περιγράφετε στην επιστολή Σας (Caput IV, De Romani pontificis infallibili magisterio). Βέβαια στην απάντησή Σας στον κ. Στυλ. Λαγουρό αποφύγατε να αναφερθείτε σε αυτά τα τέσσερα αναθέματα της «οικουμενικής» Α΄ Βατικανής Συνόδου για όσους δεν αποδέχονται τα παπικά δόγματα. Συνεπώς, η «εκκλησιολογική ανεπάρκεια» των Εκκλησιών που δεν αποδέχονται τα παπικά δόγματα περί πρωτείου και αλαθήτου είναι πολύ σοβαρή σε τέτοιο σημείο, που αν θέλουμε να διαβάζουμε θεολογικά τα κείμενα οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούμε να ομιλούμε περί «Εκκλησιών» με την θεολογική έννοια της λέξεως.

2. Παρά το γεγονός ότι δεν αποδέχομαι το χαρακτηρισμό της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως «ελλειμματικής», δε συμμερίζομαι την αντίδραση πολλών εξ  ημών των Ορθοδόξων, οι οποίοι καταφέρθηκαν εναντίον της Επιτροπής. Όταν διαλεγόμαστε επί θεολογικών θεμάτων οφείλουμε να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς και στην παρουσίαση της αυτοσυνειδησίας μας και στο πώς θεωρούμε τον άλλον. Η Επιτροπή, μετά την καινοφανή για την εκκλησιαστική μας παράδοση θεολογία των «αδελφών Εκκλησιών» (Balamand-1993), η οποία μόνο σύγχυση προκαλεί, καλώς ξεκαθάρισε – κάπως – τα πράγματα προσδιορίζοντας την πίστη της Ρώμης για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Βέβαια από μία Ρωμαϊκή Επιτροπή Πίστεως θα ανεμένετο ακριβέστερη και σαφέστερη κατάθεση πίστεως, χωρίς αντιφατική διατύπωση, όταν μάλιστα ο σημερινός Πάπας είναι Καθηγητής Δογματικής. Υποψιάζομαι ότι η αντιφατικότητα δεν διέλαθε της προσοχής της «Αγίας Έδρας», αλλά η Ρώμη θέλησε από τη μία πλευρά  να μην τινάξει στον αέρα την οικουμενική κίνηση, εμφανιζόμενη να αποδέχεται την Ορθόδοξη Εκκλησία ως «αδελφή Εκκλησία» και από την άλλη να μην αποστεί της εκκλησιολογίας της, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά το σχίσμα και ιδιαιτέρως με την Α΄ Βατικανή Σύνοδο.

Συμπερασματικά, μελετώντας με προσοχή την απάντηση της Επιτροπής Πίστεως, ουσιαστικά η Ρώμη αρνείται ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι Εκκλησία με τη θεολογική έννοια του όρου. Απλώς της αναγνωρίζει κάποια εκκλησιαστικά στοιχεία.  

Γ. Σε συνέχεια της προηγουμένης σκέψεώς μου, με ξένισε ιδιαίτερα η αναφορά Σας (σελ. 6) στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, όπου Τον χαρακτηρίσατε ως «τον δεύτερο κατά σειρά Επίσκοπο της Εκκλησίας». Αντιπαρέρχομαι το κατά την Ορθόδοξη εκκλησιολογία άστοχο της διατυπώσεως πρώτος, ή δεύτερος, ή τρίτος Επίσκοπος της Εκκλησίας, που ασφαλώς προέρχεται από την παπική προσέγγιση των πρεσβείων τιμής της αρχαίας Εκκλησίας. Όμως:

1. Διερωτώμαι, πώς είναι δυνατόν σήμερα, διατηρουμένων εν ισχύει των προαναφερθέντων τεσσάρων αναθεμάτων της «οικουμενικής» Α΄ Βατικανείου, να χαρακτηρίζετε τον Πατριάρχη μας ως «Επίσκοπο της Εκκλησίας», αφού, όπως κατ' επανάληψη έχει δηλώσει, δεν αποδέχεται τα παπικά δόγματα περί πρωτείου και αλαθήτου;

2. Διερωτώμαι ποιάς Εκκλησίας;

a. Της Ορθοδόξου;  Μα ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος δεν είναι «δεύτερος», αλλά «πρώτος» (έστω κατά την εσφαλμένη προσέγγισή Σας) !

b. Της Ρωμαιο-Καθολικής; Μπορεί να είναι «Επίσκοπός» της αρνούμενος τα παπικά της δόγματα; Μπορεί να είναι «επίσκοπός» όταν και εναντίον του επικρέμανται τα αναθέματα της «οικουμενικής» της Συνόδου; 

c. Της προ του 1054 μΧ Εκκλησίας; Αυτό θα συνέβαινε αν αυτός που θεωρείτε Εσείς σήμερα ως «πρώτον», αποδεχόταν την προ του 1054 εκκλησιαστική παράδοση και τάξη, όπως καθορίστηκε στους κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων, χωρίς την παραχάραξη της β΄ χιλιετίας. Μέχρι να συμβεί αυτό, ισχύουν τα προαναφερθέντα στην  § a.

d. Μιας άλλης «Εκκλησίας», κάτι μεταξύ Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθο-λικής, στην οποία ο καθένας μπορεί να πιστεύει ό,τι θέλει  ακόμα και σε καίρια δόγματα, αλλά αυτή η θεολογική διαφορά στην πίστη να μην είναι εμπόδιο στο να είναι κάποιος μέλος της; Όμως αυτό το κατασκεύασμα δεν είναι «Εκκλησία», αλλά νεοεποχίτικο νεόπλασμα και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται από όλους μας!

Συμπερασματικά, η αναφορά Σας στον Οικουμενικό Πατριάρχη είναι εξαιρετικά ασαφής και ως εκ τούτου προκαλεί μεγάλη σύγχυση.

 

Δ. Μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση ότι επιμένετε στην πρότασή Σας για διοργάνωση κοινών λατρευτικών εκδηλώσεων. Μάλιστα είναι εμφανής στο κείμενό Σας μια έντονη και φορτική πίεση στους Ορθοδόξους της νήσου με επανάληψη της προτάσεως για κοινή περιφορά Επιταφίου, κοινό εορτασμό του Πάσχα, κοινές  λατρευτικές συνάξεις, πότε σε Ορθόδοξο και πότε σε Ρωμαιοκαθολικό Ναό κ.ο.κ.

Λυπούμαι που ενδεχομένως θα Σας πικράνω, αλλά θέλω να είμαι απολύτως ειλικρινής μαζί Σας: Αυτές οι προτάσεις συμπροσευχής είναι ανεκτό να γίνονται από πιστούς, οι οποίοι είναι εντελώς άμοιροι της εκκλησιαστικής παραδόσεως και τάξεως καθώς και των θεολογικών προϋποθέσεων για την δυνατότητα αυτή. Νομίζω όμως ότι δεν μπορούν να διατυπώνονται από υπευθύνους εκκλησιαστικούς φορείς, που οφείλουν να σέβονται έμπρακτα την παράδοση και εκκλησιαστική τάξη του άλλου, ακόμα και όταν διαφωνούν μαζί της. Και γίνομαι πιο συγκεκριμένος:

1. Ασφαλώς γνωρίζετε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία διοικείται από τους Iερούς Kανόνες των Επτά Οικουμενικών Συνόδων (συνταχθέντων ή επικυρωθέντων από Αυτές). Οι Ι. Κανόνες αυτοί ισχύουν και σήμερα, διότι δεν έχουν αντικατασταθεί από κάποια κωδικοποίηση, όπως έγινε από τη Ρώμη με τoν Codex Juris Canonici (C.I.C. – 1917, 1983). Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας σεμνύνεται εν Κυρίω για την εξαιρετική τιμή και ευλογία, διότι έχει την ελέω Θεού αποκλειστικότητα σε ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο να είναι η μοναδική χριστιανική κοινότητα που φέρει τέτοιο ιστορικό και κανονικό βάρος, να διοικείται από Ι. Κανόνες της αρχαίας Εκκλησίας.

[ Βέβαια αντιλαμβάνομαι τη δυσκολία που έχετε με την κανονική παράδοση των Οικουμενικών Συνόδων της α΄ χιλιετηρίδας, στην οποία δε δίδεται η δέουσα βαρύτητα  στα επίσημα κείμενα της Ρώμης. Ενδεικτικά: 

α) Το «Περί Εκκλησίας Διάταγμα» της Β΄ Βατικανής Συνόδου (Lumen Gentium) έχει 195 υποσημειώσεις με περισσότερες από 600 παραπομπές. Οι επικυρωμένοι από τις Οικουμενικές Συνόδους του ενιαίου Χριστιανισμού κανόνες στους οποίους παραπέμπει είναι μόνο τρεις (5ος, 6ος, και 7ος της Α΄ Οικουμενικής)!

β) Η επίσημη «Κατήχηση της Καθολικής Εκκλησίας» (συνταχθείσα υπό την προεδρία του καρδιναλίου J. Ratzinger και εγκριθείσα το 1992)  έχει 950 σελίδες και 2.900 θεματικές παραγράφους περίπου. Παραπέμπει σε ένα μόνο ιερό Κανόνα της αρχαίας Εκκλησίας, τον 34ο Αποστολικό! Αντίθετα και στα δύο ανωτέρω επίσημα κείμενα του παπικού θρόνου υπάρχει πλούσια αναφορά σε παπικές κανονικές διατάξεις της μετά το σχίσμα χιλιετίας. Νομίζουμε ότι αυτό πρέπει να προβληματίσει όλους μας για τη στάση της Αγίας Έδρας έναντι της κοινής μας εκκλησιαστικής παραδόσεως…]

2. Ασφαλώς γνωρίζετε ότι υπάρχουν 16  Ιεροί Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων που δεν μας επιτρέπουν τις κοινές λατρευτικές συνάξεις με αιρετικούς ή σχισματικούς.

3. Συνεπώς, αν γνωρίζετε τα ανωτέρω, απορώ πώς είναι δυνατόν, Εσείς, ένας εκκλησιαστικός άνδρας, στην πλέον υπεύθυνη θέση της κοινότητός του, να προσκαλεί κάποιους πιστούς να περιφρονήσουν την εκκλησιαστική τους τάξη και να απειθήσουν σε κανονικές διατάξεις που φέρουν το βάρος εγκρίσεως Οικουμενικών Συνόδων! Βεβαιωθείτε ότι δεν θα με ενοχλούσε καθόλου, αλλά αντίθετα θα ήμουν πολύ πρόθυμος να συζητήσω τις τυχόν έντονες αντιρρήσεις Σας για την ορθότητα των κανονικών διατάξεων που απαγορεύουν τη συμπροσευχή. Αυτό όμως που δεν θεωρώ πρέπον είναι, ενώ διατηρούνται σε ισχύ οι Ι. Κανόνες, να εισηγείσθε την περιφρόνησή τους, και μάλιστα κατ' επανάληψη και με φορτικότητα. Βεβαιωθείτε ότι είναι άκρως ενοχλητικό όταν μάλιστα αυτό προτείνεται από Αρχιεπίσκοπο …

Παρακαλώ σκεφτείτε πώς θα αισθανόσασταν εάν εγώ Σας προσκαλούσα και επέμενα να παραβιάσετε διατάξεις του Codex Iuris Canonici  π.χ. αν πρότεινα σε ιερέα της δικαιοδοσίας Σας να νυμφευθεί και μάλιστα ευκαίρως-ακαίρως του παρουσίαζα και συγκεκριμένες κοπέλες για να συνδεθεί. Δεν θα θεωρούσατε αυτή τη συμπεριφορά ως ανεπίτρεπτη και προκλητική ; Και αν τελικά ο κληρικός Σας συμμορφωνόταν στην αήθη πρότασή μου δεν θα γινόταν περίγελως και στα μάτια μου, αφού περιφρόνησε κανονικές διατάξεις στις οποίες έχει ορκιστεί υπακοή;  Κατά παρόμοιο τρόπο δεν θα γίνει περίγελως και όποιος Ορθόδοξος (λαϊκός, ή ιερέας και ιδιαίτερα Επίσκοπος) συμμορφωθεί και συμπράξει στην υλοποίηση της προτάσεώς Σας παραβαίνοντας σαφείς και κατηγορηματικές πατερικές και συνοδικές αποφάσεις, τις οποίες στην ώρα της χειροτονίας του ο Επίσκοπος έχει ορκιστεί ότι θα σέβεται και θα υπακούει; Τι εκτίμηση θα τρέφετε και Εσείς ακόμα για έναν τέτοιου επιπέδου Ορθόδοξο κληρικό; Θα θέλατε να βρεθείτε σε τόσο δύσκολη θέση;

Εσείς από πλευράς Σας συμμορφώνεστε στην απόφαση της «οικουμενικής», για Σας, Β΄ Βατικανής Συνόδου, η οποία στο σχετικό «Διάταγμα περί Οικουμενισμού» (κεφ. 2,  § 8),  προτείνει ενθέρμως τις συμπροσευχές, ακόμα και την intercommunio. Αν δεν υπήρχε η απόφαση αυτή θα τολμούσατε να κάνετε τέτοια πρόταση;  Aσφαλώς όχι!  Πώς τότε το προτείνετε σε εμάς που οι Οικουμενικές μας Σύνοδοι ρητώς μας το απαγορεύουν;

 

«Σεβασμιώτατε»,

αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι η μη κοινή περιφορά του Επιταφίου, ή ο μη κοινός εορτασμός του Πάσχα, δεν είναι ΤΟ πρόβλημα, ή μάλλον δεν είναι καν πρόβλημα (ας θυμηθούμε την περί την ημερομηνία του Πάσχα διαφορά Σμύρνης-Ρώμης τον β΄ αι., η οποία καθόλου, μα καθόλου, δεν εμπόδισε την πλήρη κοινωνία των Τοπικών Εκκλησιών, αφού κοινωνούσαν εν τη πίστει). Γνωρίζετε ότι αλλού είναι τα σοβαρά προβλήματα: στην «εξέλιξη» της δυτικής εκκλησιολογίας και θεολογίας κατά τη β΄ χιλιετία, ουσιαστικά στον εκτροχιασμό της από την παράδοση της πρώτης Εκκλησίας. Εκεί με ειλικρινή ταπείνωση πρέπει να εντοπιστεί ο αγώνας όλων μας – έκαστος με το χάρισμα και τη διακονία που έχει.  Οι συμπροσευχές, υπαρχουσών των σοβαρών θεολογικών και εκκλησιολογικών διαφορών, μάλλον περιπλέκουν τα πράγματα, παρά τα επιλύουν, μάλλον δημιουργούν σύγχυση και εσφαλμένες εντυπώσεις στον απλό λαό, παρά τον καθοδηγούν εν αληθεία και αγάπη. Είναι ψευτο-μπαλώματα με τα οποία μάλλον ασχημαίνουμε την Άμωμο Νύμφη του Χριστού. Επί πλέον, οι συμπροσευχές ως περιφρόνηση της εκκλησιαστικής παραδόσεως που έχει καθοριστεί από Οικουμενικές Συνόδους απωθούν τη Θ. Χάρη και έτσι χωρίς Αυτή δεν μπορεί να υπάρξει καμία προκοπή. «Οι Ιεροί Κανόνες εκδικούνται» λέει μία δική μας εκκλησιαστική παροιμία, που συνεχώς επιβεβαιώνεται στη ζωή της Εκκλησίας μας.

 

Ε. Τέλος, ας μου επιτραπεί να σημειώσω ότι η εμμονή μας στην παράδοση των θεοφόρων Πατέρων της Εκκλησίας μας νομίζουμε ότι δεν απομειώνει ουδέ στο ελάχιστο την επιβαλλομένη αγάπη προς όλους τους ανθρώπους, όπως ακριβώς και η αυστηρότητα των Πατέρων έναντι των αιρετικών διδασκαλιών και «εκκλησιαστικών» μορφωμάτων τους δεν μείωνε την προς τα πρόσωπα αγάπη. Βέβαια η αρετή της αγάπης απαιτεί πολύ και επώδυνο προσωπικό αγώνα και αυξημένη Χάρη Θεού. Γι' αυτό θα παραμένει πάντοτε το μέγα ζητούμενο για όλους μας.  Πάντως πιστεύω ότι με κανένα τρόπο δεν μπορεί να εξαντλείται  σε ακατάσχετη αγαπολογία (κενή ουσιαστικού περιεχομένου και ανέξοδη για τον αγαπολογούντα) ή σε εκδηλώσεις που καθορίζονται από νοοτροπία τύπου δημοσίων σχέσεων και στοχεύουν στο να «χαϊδεύουν» την πλάνη, αποκρύπτοντας ότι  υπάρχει σοβαρή παραχάραξη της εκκλησιαστικής πίστεως και τάξεως της α΄ χιλιετίας. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ασφαλώς, αγαπούσαν πολύ γι' αυτό και ήσαν και πολύ αυστηροί στην πίστη. Ας προσπαθούμε να μη τους προσβάλλουμε ισχυριζόμενοι, έστω και εμμέσως ή ενδομύχως, ότι διαθέτουμε περισσότερη από αυτούς αγάπη. Όταν λοιπόν υπάρχει αυτή η αυθεντική πατερική αγάπη, είμαι βέβαιος ότι η Θ. Χάρις θα έλθει να μας επισκιάσει και τότε Αυτή θα αναπληρώσει τις ελλείψεις και θα θεραπεύσει τις ασθένειές μας.

 

Πάτρα  14 .  . 2010

 

Με τιμή και ευχές

 

*  Πρεσβύτερος π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος, Εφημέριος Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών, τηλ. 6945-377621,  agotsopo@gmail.com

 

** Απάντηση

 

ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ

    ΝΑΞΟΥ-ΤΗΝΟΥ-ΑΝΔΡΟΥ-ΜΥΚΟΝΟΥ

Τήνος 15/7/2010

 

Προς

τον Εφημέριο του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Πατρών

Σεβαστό  π. Αναστάσιο Γκοτσόπουλο

 

Σεβαστέ π. Αναστάσιε,

Έλαβα την επιστολή, την οποία μου στείλατε με  e-mail  και σας ευχαριστώ.

Δεν επιθυμώ όμως να απαντήσω σε μία απάντηση της απαντήσεώς μου στον κ. Στυλιανό Λαγουρό. Διαπιστώνω από την επιστολή σας ότι οι θεολογικές θέσεις σας ταυτίζονται με εκείνες του κυρίου Λαγουρού. Γνώριζα απλώς ότι δεν απέχουν πολύ από εκείνες του Αγίου Πειραιώς. Σας αρκεί λοιπόν η απάντησή μου προς τον κύριο Λαγουρό. 

Δε σας παρεξηγώ που χρησιμοποιείτε τα εισαγωγικά, όταν αναφέρεστε στον τίτλο της ιδιότητάς μου. Αυτή δε μειώνεται από τη δική σας αποδοχή ή όχι.  Έχει από μόνη της τη δική της βαρύτητα, την οποία συνειδητοποιώ και αισθάνομαι συχνά αδύναμος να ανταποκριθώ. Μου αρκεί όμως  η χάρη του Θεού και χωρίς τη δική σας συγκατάθεση.

Να γνωρίζετε όμως, Σεβαστέ Πατέρα, ότι οι Επίσκοποι της Καθολικής Εκκλησίας δεν αυτοπροσδιορίζονται, αλλά  η ιδιότητά τους καθορίζεται από την επίσημη Βούλα του Επισκόπου της Ρώμης, ο οποίος και τους εκλέγει από το τριπρόσωπο που του παρουσιάζουν οι αρμόδιοι θεσμοί.

             Να μη φοβάστε  τη συμπροσευχή, να μην εμποδίζετε  την κοινή προσπάθεια που γίνεται από τις δύο  Αδελφές  Εκκλησίες με επί κεφαλής τους δύο σημερινούς θεόπνευστους Πατέρες της Εκκλησίας. Αν εσείς ακολουθείτε τις συνετές και εμπνευσμένες πρωτοβουλίες της Α.Θ.Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου κι εμείς τις οδηγίες και τις εμπνεύσεις του Αγίου Πατέρα του Πάπα Βενεδίκτου 16ου, είναι βέβαιο ότι συμβάλλουμε στην εκπλήρωση της Αρχιερατικής προσευχής του Κυρίου «ίνα πάντες εν ώσιν». Η Εκκλησία ποτέ δε στερήθηκε από τους Πατέρες της. Η Εκκλησία δεν είναι στατική αλλά δυναμική, συνεχίζει το σωτήριο έργο της, διότι κεφαλή της είναι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός. Ας μην εμποδίζουμε το έργο του Αγίου Πνεύματος, το οποίο την καθιστά συνεχώς «σημείο σωτηρίας».

            Ας ελέγχουμε με ταπεινότητα τον εαυτό  μας, για να διαπιστώσουμε κατά πόσον με τα έργα και τα λόγια μας επισπεύδουμε την ευλογημένη εκείνη ημέρα της ενότητας των Χριστιανών  ή αντιθέτως την απομακρύνουμε.

            Έχουμε ιερό καθήκον επίσκοποι, ιερείς και λαός του Θεού  να βαδίζουμε με συνοδοιπόρο τον Αναστημένο Χριστό, ο οποίος συνεχίζει να μας ερμηνεύει τις Γραφές και να μας καίει τις καρδιές, για να τον αναγνωρίσουμε κατά τον  κοινό τεμαχισμό του άρτου.

Αυτή πρέπει να είναι η πίστη μας, η χαρά μας και η ελπίδα μας.

            Ο Κύριος να ευλογεί το ποιμαντικό σας έργο.

 

Με πολλή εν Χριστώ αγάπη


+Νικόλαος

Καθολικός Αρχιεπίσκοπος Νάξου-Τήνου-Άνδρου-