Όχι στην κατάργηση – συγχώνευση ολιγοθ. σχολείων

Όχι στην κατάργηση – συγχώνευση των ολιγοθέσιων σχολείων

 

Tου Αργύρη Καραλιόλιου*

 

 

Το τελευταίο διάστημα βρίσκεται σε εξέλιξη μία τελείως «μυστική» – «υπόγεια» διαδικασία χωρίς καμία ενημέρωση, κανένα διάλογο, στην κυριολεξία στο σκοτάδι,   για τη συγχώνευση και κατάργηση σχολείων. Στο πλαίσιο αυτό ακούγεται και πάλι πολύ έντονα η κατάργηση Ολιγοθέσιων Δημοτικών Σχολείων, τα οποία σύμφωνα με δημοσιεύματα στο ημερήσιο τύπο (Έθνος, 27-11-2010) ανέρχονται περίπου σε 300 για όλη τη χώρα, με έμφαση σε Ολιγοθέσια Δημοτικά Σχολεία της ηπειρωτικής Ελλάδας.  

Τα κύρια επιχειρήματα, που αναπτύσσονται εστιάζουν στην άποψη ότι τα σχολεία αυτά είναι «ατροφικά» και προτείνεται η κατάργηση ή συγχώνευση κυρίως ολιγοθέσιων σχολείων,  για την εξοικονόμηση πόρων μέσω της μείωσης των εκπαιδευτικών που εργάζονται σ’ αυτά και της μείωσης των λειτουργικών δαπανών.

Όχι, κύριοι, τα ολιγοθέσια σχολεία δεν είναι κατώτερα των πολυθέσιων. Ούτε στις επιδόσεις των μαθητών τους, ούτε στην αλληλεπίδραση μαθητών με τους συμμαθητές τους και το δάσκαλο, ούτε στην κοινωνική ανάπτυξη των μαθητών τους. Τουλάχιστον αυτό αποδεικνύουν πρόσφατες επιστημονικές έρευνες και αυτό υποστηρίζουν έγκριτοι ειδικοί επιστήμονες που έχουν ασχοληθεί με το θέμα.

Θέλω, λοιπόν, σ’ αυτό το σημείο αφού  σας ενημερώσω ότι γνωρίζω, πιστεύω, αρκετά τα ολιγοθέσια σχολεία, μιας και η σχέση μου μ’ αυτά κρατάει πολλά χρόνια, γιατί ήμουν σ’ αυτά 6 χρόνια ως μαθητής, είμαι σ’ αυτά 19 χρόνια ως εκπαιδευτικός και 8 χρόνια ως γονιός, αφού και τα δυο μου παιδιά φοίτησαν σε ολιγοθέσιο σχολείο, και αισθάνομαι υπερήφανος για όλη μου αυτή τη διαδρομή και με τις τρεις ιδιότητες, να δηλώσω πολύ συνοπτικά ότι δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να υποβιβαστούν, συγχωνευτούν ή να καταργηθούν ολιγοθέσια σχολεία, γιατί ούτε οικονομικοί πόροι εξοικονομούνται, αλλά ούτε και η εκπαιδευτική διαδικασία βελτιώνεται. 

Κι αυτό γιατί:

Πρώτα απ’ όλα δεν έχει γίνει καμία  επιστημονική έρευνα στην Ελλάδα που να έχει αποδείξει ότι τα ολιγοθέσια Σχολεία είναι κατώτερα των πολυθεσίων. 

Αντίθετα όλες οι έρευνες που έγιναν, καταλήγουν στην εκτίμηση ότι οι επιδόσεις των μαθητών που φοιτούν στα σχολεία αυτά είναι ισάξιες με αυτές των συμμαθητών τους που φοιτούν σε Πολυθέσια σχολεία των αντίστοιχων περιοχών, ενώ από άποψης κοινωνικών και επικοινωνιακών κριτηρίων υπερέχουν σαφώς έναντι των Πολυθεσίων.

Αυτό που επηρεάζει τη σχολική επίδοση των μαθητών είναι το επάγγελμα των γονέων, το επίπεδο εκπαίδευσής τους και ο αριθμός των μελών της οικογένειάς του, σε όλους τους τύπους των σχολείων. Αυτό είναι συμπέρασμα επιστημονικής έρευνας που έγινε σε 13 γεωγραφικά διαμερίσματα και σε 125 ολιγοθέσια και 42 πολυθέσια σχολεία. Οι γενικές εκτιμήσεις αυτής της έρευνας είναι ότι τα Ολιγοθέσια Δημοτικά Σχολεία έχουν τη δυναμική να παρέχουν ουσιαστική εκπαίδευση (Ιωάννης Φύκαρης, Λέκτορας).

Ισχυρίζονται ακόμα μερικοί   ότι στα ολιγοθέσια σχολεία η αλληλεπίδραση των παιδιών με τους συμμαθητές και τους δασκάλους τους είναι αρκετά περιορισμένη, λόγω του μικρού αριθμού παιδιών και ότι αυτό μπορεί να έχει αρνητικά αποτελέσματα στην κοινωνική ανάπτυξη αυτών των παιδιών. Έρευνες ωστόσο που έγιναν στην Ελλάδα (π.χ. Καψάλης, 2001, 2002· Φύκαρης, 2002) αλλά και το εξωτερικό (π.χ. Galton et al., 1980· Gray & Feldman, 1997· Galton et al., 1998) δεν συμμερίζονται αυτά τα επιχειρήματα. Αντίθετα υποστηρίζουν ότι τα ολιγοθέσια σχολεία είναι εφάμιλλα των πολυθέσιων σχολείων. Οι έρευνες αυτές διενεργήθηκαν σε τάξεις που ήταν ενταγμένες σε ολιγοθέσια (μονοθέσια, διθέσια) και πολυθέσια δημοτικά σχολεία της ηπειρωτικής (Αρκαδία, Κορινθία) και της νησιωτικής Ελλάδας (Χίος).

Τα συμπεράσματα αυτών των ερευνών δείχνουν ότι δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί πως η αλληλεπίδραση των μαθητών των ολιγοθέσιων σχολείων υστερεί σε σχέση με αυτή των μαθητών των πολυθέσιων σχολείων. Στις περισσότερες μάλιστα περιπτώσεις οι μαθητές αλληλεπιδρούν περισσότερο με το δάσκαλο και τους συμμαθητές τους στα ολιγοθέσια σχολεία.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι χρειάζεται να αναθεωρήσουμε τη στάση μας απέναντι στα ολιγοθέσια σχολεία σε σχέση με τα επιχειρήματα που έχουν διατυπωθεί, ότι δηλαδή η αλληλεπίδραση και η κοινωνικοποίηση των μαθητών τους μπορεί να υστερεί.

Ο Ιωάννης Λαζαρίδης, Σχολικός Σύμβουλος Π.Ε., θεωρεί ότι το Ολιγοθέσιο Σχολείο έχει τα παρακάτω πλεονεκτήματα:

1.  Με τις σιωπηρές εργασίες των μαθητών, τα ολιγοθέσια σχολεία παρέχουν περιθώρια για ουσιαστική αυτενέργεια, εμπεδώνουν νέες γνώσεις και γεννούν ενδιαφέροντα για παραπέρα μάθηση, γιατί τα παιδιά καθώς βρίσκονται στην αυτή αίθουσα, ακούν τα μαθήματα των άλλων τάξεων και έχουν έτσι ανάλογες γνωστικές περιέργειες.

2.  Με την συμφοίτηση μαθητών διάφορων ηλικιών στην αυτή αίθουσα, με τις ομάδες δραστηριοτήτων Ευέλικτης Ζώνης, που συγκροτούνται από μαθητές όλων των τάξεων και με τις ευκαιρίες κοινών παιχνιδιών εορτών και εκδρομών, τα σχολεία αυτά έχουν άριστες ικανότητες να καλλιεργήσουν ηθικές και κοινωνικές αρετές στους μαθητές των (προστασία και βοήθεια των μεγαλυτέρων προς τους μικρότερους, σεβασμός των μικρότερων προς τους μεγαλύτερους, αδελφική αγάπη, φυσική παιδική κοινότητα, με την μετακίνηση και την διατήρηση στο σχολείο της αυθόρμητης παιδικής συντροφιάς στο χωριό ή στην κοινότητα.)

3.  Με την παραμονή του ίδιου δασκάλου πολλά χρόνια στο αυτό σχολείο και με την παρακολούθηση από τα παιδιά μαθημάτων, για πολλά επίσης χρόνια, από τον ίδιο δάσκαλο, τα ολιγοθέσια σχολεία έχουν την ευχέρεια να ασκήσουν βαθιά επίδραση στις ψυχές των μαθητών με την προσωπικότητα του δασκάλου όταν μάλιστα αυτός είναι φορέας πάθους παιδαγωγίας, όπως οφείλει να είναι ο δάσκαλος των ολιγοθέσιων σχολείων.

Και 4. Την ομαλή ένταξη αλλοδαπών – παλιννοστούντων μαθητών.

Εγώ θα πρόσθετα και ένα πέμπτο πλεονέκτημα, πολύ σημαντικό κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι το ολιγοθέσιο σχολείο δίνει μεγαλύτερη δυνατότητα εξατομικευμένης διδασκαλίας και ότι οι μαθητές εμπλέκονται άμεσα σε όλες τις  δραστηριότητες που έχουν σχέση με τις σχολικές, εθνικές ή άλλες γιορτές.

Θέλω ακόμα να σας ενημερώσω ότι ολιγοθέσια σχολεία δεν υπάρχουν μόνο στην Ελλάδα. Ολιγοθέσια σχολεία υπάρχουν σ’ όλο τον κόσμο και σε καμία περίπτωση δε σκέφτονται να τα κλείσουν, αντίθετα παίρνουν μέτρα για τη βελτίωση της λειτουργίας τους.  

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι στις ΗΠΑ παρατηρείται αύξηση της λειτουργίας των Ολιγοθέσιων Δημοτικών Σχολείων, προκειμένου να αντιμετωπιστούν φαινόμενα βίας και παραβατικής συμπεριφοράς.

Το ελληνικό Ολιγοθέσιο Δημοτικό Σχολείο, λοιπόν, δείχνει ότι μπορεί να ανταποκριθεί στις σύγχρονες εκπαιδευτικές απαιτήσεις και σε καμία περίπτωση δεν υπολείπεται του πολυθέσιου. Χρειάζεται, ωστόσο, ενίσχυση και δημιουργία μιας σύγχρονης προοπτικής, η οποία για να επιτευχθεί απαιτείται αλλαγή της αντίληψης των ιθυνόντων της εκπαιδευτικής πολιτικής.

Για να εκπληρωθούν τα παραπάνω, όμως απαιτούνται: πλούσια μαθητική βιβλιοθήκη, άφθονα εποπτικά μέσα και όργανα ερευνών και χειροτεχνικής εργασίας, ποικίλα υλικά, παιδαγωγικά παιχνίδια, πρόσβαση σε Η/Υ και στο διαδίκτυο (με ευρυζωνική σύνδεση και σύγχρονη υλικοτεχνική υποδομή. Εξ αποστάσεως εκπαίδευση μέσω συστήματος τηλεδιάσκεψης, αλλά κυρίων το ξανατονίζω αυτό που χρειάζεται είναι αλλαγή της αντίληψης των ιθυνόντων της εκπαιδευτικής πολιτικής.

Σε ότι αφορά το επιχείρημα της μείωσης του λειτουργικού κόστους, αυτό καταρρίπτεται εύκολα και από τον καθένα, γιατί  απλούστατα το κόστος μεταφοράς των μαθητών, σχεδόν πάντα είναι πολύ μεγαλύτερο από το κόστος λειτουργίας.  Αν και πιστεύω ότι και το λειτουργικό κόστος να ήταν μεγαλύτερο και πάλι τα ολιγοθέσια σχολεία δεν πρέπει να καταργηθούν, γιατί , εκτός των άλλων, τα ολιγοθέσια σχολεία είχαν, έχουν και θα έχουν μια τεράστια προσφορά εκπαιδευτική, πολιτιστική, κοινωνική και εθνική, όχι μόνο για τους μαθητές τους αλλά και την ευρύτερη τοπική κοινωνία της υπαίθρου. Αποτελούν σήμερα τη μοναδική ελπίδα για τους κατοίκους των χωριών, για το ότι μπορεί «να ξημερώσει» για τα χωριά μας μια καλύτερη μέρα, να σταματήσει αυτός ο κατήφορος της ερήμωσης και της εγκατάλειψης. Είναι γι’ αυτούς μία ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον που το δικαιούνται.  Αν κλείσουν τα σχολεία, τότε σίγουρα πεθαίνει γι’ αυτούς και η τελευταία ελπίδα.

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΑΜΥΓΔΑΛΕΩΝ

Μία από τις προτάσεις που κυκλοφόρησαν και αφορούν την περιοχή μας, προτείνει την κατάργηση των Δημοτικών Σχολείων των Αμυγδαλεών, Αγίου Γεωργίου και Βατολάκκου και την ίδρυση ενός 6/θέσιου Δημοτικού Σχολείου στην Κιβωτό (μάλλον στο κτίριο του Γυμνασίου). Τα  επιχειρήματα αυτής της πρότασης είναι κυρίως η εξοικονόμηση πόρων, με τη μείωση των  εκπαιδευτικών και των λειτουργικών δαπανών.

Η πρόταση αυτή είναι τελείως λαθεμένη, γιατί εκτός όλων των παραπάνω επιχειρημάτων, υπάρχουν και  οι  παρακάτω λόγοι:

1.  Ο αριθμός των εκπαιδευτικών στο νέο συγχωνευμένο σχολείο θα είναι σχεδόν ίδιος ή και μεγαλύτερος από ότι σήμερα στα τέσσερα σχολεία.

2.  Οι λειτουργικές δαπάνες θα είναι επίσης πολύ μεγαλύτερες, γιατί θα προστεθούν και οι δαπάνες της μεταφοράς των μαθητών.

3.  Η λύση αυτή βρίσκει κατηγορηματικά αντίθετους όλους τους γονείς και μαθητές (εκτός ίσως από αυτούς της Κιβωτού).

4.  Εκθέτει σε πολλούς κινδύνους τους μαθητές κατά τη μεταφορά τους, ιδιαίτερα κατά την περίοδο του χειμώνα. Το ψηλότερο σημείο του δρόμου Αμυγδαλιών –  Κιβωτού είναι πάνω από 950 μέτρα και το χειμώνα γίνεται πάρα πολύ επικίνδυνο.

5.  Απώλεια χρόνου στην  αναμονή του μεταφορικού μέσου, αλλά και στη μεταφορά. Αλήθεια οι μαθητές της Α΄ τάξης που τελειώνουν νωρίτερα τα μαθήματα, θα περιμένουν μέχρι στις 14.00 να τελειώσουν οι συμμαθητές τους των άλλων τάξεων και πού; Τι θα γίνει με το ολοήμερο που τελειώνει στις 16.00; Θα περιμένουν μέχρι τότε;

6.  Το νέο συγχωνευμένο σχολείο θα έχει ταχύτατα φθίνουσα πορεία, γιατί  εξαιτίας των παραπάνω αρνητικών παραμέτρων, πολλές οικογένειες θα αναγκαστούν να φύγουν από τα χωριά τους (κυρίως από τις Αμυγδαλιές) και να πάνε να κατοικήσουν μόνιμα στα Γρεβενά ή αλλού. (Ήδη ο αριθμός των μαθητών των  σχολείων που προτείνεται να συγχωνευτούν είναι μικρός.)

 

ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ «ΑΤΡΟΦΙΚΟ»;

Ο εμπνευστής αυτού του σχεδίου συγχωνεύσεων και καταργήσεων των ολιγοθέσιων δημοτικών σχολείων τα χαρακτηρίζει ως «ατροφικά». Είναι άραγε «ατροφικό» το Δημοτικό Σχολείο Αμυγδαλεών που φέτος συμπληρώνει 140 χρόνια από την ίδρυσή του; (Άλλωστε πέρσι πραγματοποίησε μεγάλη  εκδήλωση στην οποία βράβευσε όλους τους εκπαιδευτικούς που υπηρέτησαν σ’ αυτό από το 1870.) Εγώ πιστεύω πως ότι και να εννοεί ως «ατροφικό» σε καμία περίπτωση δεν ισχύει για το Δημοτικό Σχολείο Αμυγδαλεών και αυτό αποδεικνύεται από τα παρακάτω:

Γιατί σε όλα αυτά τα 140 χρόνια λειτουργίας του το Σχολείο μας είχε μια τεράστια προσφορά εκπαιδευτική, μορφωτική, κοινωνική, πολιτιστική και εθνική, όχι μόνο για τους μαθητές αλλά και για την ευρύτερη τοπική κοινωνία. Αλλά και σήμερα το Σχολείο μας είναι  εφάμιλλο του παρελθόντος του. Συνεχίζει να αποδίδει στην κοινωνία επιστήμονες και πολίτες με ολοκληρωμένη προσωπικότητα και μηδενική παραβατική συμπεριφορά. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στις περσινές εισαγωγικές εξετάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, εισήχθησαν όλοι οι υποψήφιοι μαθητές απόφοιτοί του (ποσοστό επιτυχίας 100%).

Αναπτύσσει δραστηριότητες εκπαιδευτικές, μορφωτικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και περιβαλλοντικές. Τα τελευταία χρόνια έχει πραγματοποιήσει έξι  δραστηριότητες στην Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, άλλωστε για αυτή του την  περιβαλλοντική δραστηριότητα έχει βραβευτεί τρεις φορές από την Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης (ΕΕΠΦ) και  του δόθηκε και η ΣΗΜΑΙΑ του Προγράμματος «ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ» (είναι ίσως το μοναδικό οικολογικό σχολείο στη Δυτική Μακεδονία), ενώ φέτος με την Περιβαλλοντική του Δραστηριότητα με τίτλο «αειφόρο σχολείο» συμμετέχει στον πανελλήνιο διαγωνισμό «αειφόρων σχολείων» και στον πανευρωπαϊκό διαγωνισμό εξοικονόμησης ενέργειας U4energy. Ακόμη έχει πραγματοποιήσει δύο δραστηριότητες Πολιτιστικών Θεμάτων και μία στην Αγωγή Υγείας. Είναι ίσως το μοναδικό σχολείο στο νομό Γρεβενών που διατηρεί ενημερωμένη ιστοσελίδα http://dim-amygd.gre.sch.gr (δημιουργήθηκε το 2005), η οποία αναδείχτηκε ενδέκατη και δέκατη έκτη σε δύο διαγωνισμούς που έκανε το Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο ανάμεσα σε όλες τις ιστοσελίδες σχολείων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης όλης της Ελλάδας. Πέρσι συμμετείχε στον 2ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό ΕΕΕΠ-ΔΣΠΕ, ενώ φέτος συμμετέχει στον 3ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό ΕΕΕΠ-ΔΣΠΕ. Επίσης διαθέτει σύγχρονο εξοπλισμό και πλήρη υλικοτεχνική υποδομή.

Γι’ αυτό και πιστεύω ότι το Δημοτικό Σχολείο Αμυγδαλεών αποτελεί άλλη μια μεγάλη απόδειξη ότι τα ολιγοθέσια σχολεία, κάτω από κάποιες προϋποθέσεις, παρ’ ότι είναι εγκαταλειμμένα από την πολιτεία, μπορούν να προσφέρουν και στο μέλλον εξαιρετικές υπηρεσίες εκπαιδευτικές και κοινωνικοπολιτιστικές και είναι τουλάχιστον ισάξια με τα πολυθέσια σχολεία, αν όχι πολλές φορές και καλύτερα. Το Δημοτικό Σχολείο Αμυγδαλεών δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να καταργηθεί. Να συνεχίσει να λειτουργεί ως έχει.

Τώρα σ’ ότι αφορά τώρα τους τοπικούς παράγοντες, αν πραγματικά ενδιαφέρονται για το καλό των μαθητών των ολιγοθέσιων σχολείων και θέλουν να τους βοηθήσουν, αυτό που μπορούν  να κάνουν είναι να  αφήσουν το ολιγοθέσια σχολεία του νομού όπως είναι, να μην καταργήσουν ή συγχωνεύσουν κανένα ολιγοθέσιο σχολείο και να  σταματήσουν να παίρνουν μέτρα που οδηγούν στην ερήμωση των χωριών μας. Όλοι αυτοί που ασκούν  κάθε μορφής διοίκηση να βάλουν μια τελεία σ’ αυτήν τη φθίνουσα πορεία και να πάρουν γενναία μέτρα ανάπτυξης της υπαίθρου και ενίσχυσης των οικογενειών που ζουν σ’ αυτή κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες «φυλάττοντας Θερμοπύλες».

 

 «…Κι έβλεπες πως άνοιγε τάχα μια πόρτα στον ύπνο σου.

Πως μπαίναν τα δεκατέσσερα παιδιά λυπημένα

και στεκόντουσαν γύρω σου. Τα μάτια τους θύμιζαν

σταγόνες σε τζάμια: "Έλεος! Έλεος! Έλεος!…"

Τινάζοντας τη βροχή και το χιόνι από πάνω τους,

τα ζύγιαζες με το βλέμμα σου σα να 'θελες να τους κόψεις

την ευτυχία στα μέτρα τους, ενώ η άρπα συνέχιζεν

απαλά μες στον ύπνο σου: "… Ό,τι θέλει κανείς

μπορεί να φτιάξει με την αγάπη. Ήλιους κι αστέρια,

ροδώνες και κλήματα…". Αλλά εσύ προτιμούσες

μποτίτσες φοδραρισμένες με μάλλινο,

πουκάμισα κλειστά στο λαιμό –

γιατί φυσάει πολύ στο Καλέντζι!

…Έμπαινες στο σχολειό κι όπως τ' αντίκριζες

μοιραζόταν σε δεκατέσσερα χαμόγελα το πρόσωπό σου.

Θυμόσουν πως η αγκάλη σου ήταν μισή

κι ανεβαίνοντας πάνω στην έδρα σου

άνοιγες τη λύπη σου και τα σκέπαζες,

όπως ο ουρανός σκεπάζει τη γη….»

(Νικηφόρος Βρεττάκος)

 

 

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ:

1. Το ποίημα είναι απόσπασμα από ποίημα που γράφτηκε για το Δημοτικό Σχολείο που βρίσκεται στο Καλέντζι Αχαΐας, χωριό καταγωγής του πρωθυπουργού κ. Παπανδρέου.

2. Θα υπήρχε, άραγε,  αυτό το ποίημα αν δεν υπήρχαν ολιγοθέσια σχολεία; Θα μπορούσε, άραγε, να γραφεί για ένα εξαθέσιο σχολείο με πάνω από 100 μαθητές;

3. Η τελευταία φορά που έγινε γενικευμένη κατάργηση ολιγοθέσιων σχολικών μονάδων ήταν, αν δεν κάνω λάθος, το 1969 από τη «χούντα».

4. Δεκατέσσερις  μαθητές έχει σήμερα το Δημοτικό Σχολείο Αμυγδαλεών.

5. Ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών Γρεβενών, πότε θα πάρει θέση; 

6. Η Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδας πότε θα πάρει θέση;

Μ’ αυτές τις λίγες γενικές σκέψεις κλείνω την επιστολή μου με την επιφύλαξη να επανέλθω……

 

Αμυγδαλιές, 12 Ιανουαρίου 2011

 

* Αργύριος Καραλιόλιος karaliolio@sch.gr, http://users.gre.sch.gr/karaliolio, Δάσκαλος 2/θέσιου Δημοτικού  Σχολείου Αμυγδαλεών, Πρόεδρος Πολιτιστικού Συλλόγου Αμυγδαλεών

 

ΠΗΓΗ: http://www.alfavita.gr/artro.php?id=19447

Την γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική

Την γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική

 

Της Αμαλίας  Κ. Ηλιάδη*


 

Όποιοι θέλουν μπορούν να θεωρούν την Ελληνική ως οριακή γλώσσα και όποιοι θέλουν μπορούν να τη θεωρούν ως υπερβατική… Κατά τη γνώμη μου κι αυτοί, κι όχι μόνο οι γλωσσολόγοι, σχετίζονται αμέσως με τα γλωσσικά ζητήματα και δικαιούνται να έχουν άποψη για την πορεία της ελληνικής γλώσσας. Αν αυτή η άποψη διαφέρει από πολλές άλλες, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι όλοι έχουν δικαίωμα στη διαφορά.

 

Τα πολυάριθμα δημοσιεύματα, επιστημονικά και εκλαϊκευμένα για την ελληνική γλώσσα είναι ενδεικτικά πολύ διαφορετικών απόψεων, οι οποίες ήδη ιχνηλατούνται και στους χώρους των απολύτως ειδικών μα και στους χώρους των πολιτών που καθημερινά και βιωματικά έρχονται σε επαφή με τη γλώσσα και τις κρατικές πολιτικές γι’ αυτή.

Η ακόλουθη θέση ειδικής ερευνήτριας και προσωπικότητας διεθνούς κύρους με τιμά αφάνταστα να την αναφέρω, να την αποδέχομαι και να τη διαδίδω.
Η καθηγήτρια J. de Romilly, με το μοναδικό ύφος της γραφής της, εξαίρει την σημασία των κλασικών γραμμάτων για τον σύγχρονο άνθρωπο (Η ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΗΜΕΡΑ.ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ, ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ τ
ῆς Ε.Ε.Φ,  ΠΛΑΤΩΝ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΤΟΜΟΣ 2, 2003, σ. 24 κ. εξ.):

«Ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς παρουσιάζει, πράγματι, τὸ πλεονέκτημα ὅτι εἶναι κοινός, σὲ διάφορες βαθμίδες, σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς εὐρωπαϊκὲς χῶρες. Ποῦ, ὅμως, ὀφείλεται αὐτὸ τὸ πλεονέκτημα; Τὶ ἀντιπροσωπεύει ἡ Ἑλλάδα; Θὰ μοῦ ἦταν ἀδύνατο νὰ συνοψίσω ἐδῶ σὲ λίγες λέξεις αύτὸ ποὺ ἀποτέλεσε τὸ πάθος ὁλόκληρης τῆς ζωῆς μου. Θὰ ἤθελα ὅμως νὰ πῶ ὅτι ὑπάρχει σὲ αὐτὴ τὴν ἀξιοθαύμαστη, περίτεχνη, ἀπέριττη γλῶσσα μία σκέψη καθαρὴ …. Θὰ ἤθελα νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι ἡ ἑλληνικὴ λογοτεχνία στοχεύει πάντα στὸ πιὸ ἀνθρώπινο, στὸ παγκόσμιο, σὲ αὐτὸ ποὺ μπορεῖ νὰ ἀγγίξη πέρα ἀπὸ τὰ σύνορα καὶ τὶς ὅποιες διαφορές».

Ανήκω στη γενιά που βίωσε την κατάργηση των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο στο 3τάξιο γυμνάσιο και την ταυτόχρονη εισαγωγή του μονοτονικού. Το πρώτο μέτρο, τουλάχιστον σε προσωπικό επίπεδο, με ωφέλησε σημαντικά, καθώς μου έδωσε τη δυνατότητα να εντρυφήσω στην ουσία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, χωρίς το περιττό βάρος των γραμματικών και συντακτικών μορφών. Εξάλλου, σ’ αυτές τις μικρές, γυμνασιακές ηλικίες, είναι μεγαλύτερη η ανάγκη των παιδιών για επαφή με τον πλούτο της  μητρικής τους γλώσσας απ’ το να απομνημονεύουν στείρους, πνευματοκτόνους τύπους νεκρών γλωσσών. Η δεκαεννιάχρονη εμπειρία μου και ως φιλολόγου σ’ αυτό το συμπέρασμα με έχει οδηγήσει. Ως προς το δεύτερο μέτρο που σημάδεψε τα γυμνασιακά μου χρόνια έχω τις ενστάσεις μου που όμως δεν είναι, τουλάχιστον από άποψη επιστημονική και γλωσσολογική, ιδιαίτερα ισχυρές. Είναι περισσότερο ψυχολογικής και αισθητικής φύσης.

Πέρα απ’ αυτά, η λειτουργικότητα, η αμεσότητα, η ποικιλία και ο λεξιλογικός πλούτος της νέας ελληνικής γλώσσας, όταν ήδη έχουν κατακτηθεί από τον μαθητή που εισέρχεται στο Λύκειο, είναι η καλύτερη βάση, το σταθερότερο εφαλτήριο για να επέλθει, σε σύντομο χρονικό διάστημα, η εξοικείωση με την αρχαία μορφή και εκδοχή της γλώσσας. Στην περίπτωσή μου, όπως και σε πολλές άλλες, οι παραπάνω παράγοντες λειτούργησαν επαρκώς, ώστε εν τέλει να καταλήξω να ασχοληθώ με τη Βυζαντινολογία, κλάδο που απαιτεί πολύ καλή χρήση και κατανόηση του «κλασσικού» λόγου και της αρχαίας γραμματείας από τον Όμηρο μέχρι τον Προκόπιο και μέχρι τον Μιχαήλ Ψελλό και τον Δούκα ή τον Φραντζή.

Η συστηματική διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών σε συνδυασμό με την αντίστοιχη των νέων ελληνικών ενδυναμώνουν και εμπλουτίζουν τη γλωσσική μας συνειδητότητα. Ας αναλογιστούμε, λοιπόν, ιδιαίτερα οι φιλόλογοι μα και κάθε σκεπτόμενος Έλληνας που σέβεται και θαυμάζει το μεγαλείο, το απέραντο πεδίο, επιστημονικό και ποιητικό, της αρχαίας και νέας ελληνικής γλώσσας μας, τις ευθύνες που μας “βαρύνουν”. Όπως οι ευρωπαίοι εταίροι μας αναδεικνύουν με πραγματικό πάθος τα στοιχεία που συνθέτουν την πολιτιστική τους κληρονομιά (μάλιστα τα αξιοποιούν εμπορικά και τουριστικά μ’ έναν αξιομίμητο τρόπο, όπως διαπίστωσα, ιδίοις όμμασιν, σε πολύ πρόσφατο ταξίδι μου στη Σκανδιναβία, στην οποία η πνευματική και εν γένει πολιτιστική κληρονομιά των Βίκινγκ “αποθεώνεται” δημιουργικά), έτσι κι εμείς ας πάψουμε τους νοερούς και “φυσικούς” εμφυλίους στους οποίους εμπλεκόμαστε, ελαφρά τη καρδία, κι ας δουλέψουμε, ο καθένας εφ’ ω ετάχθη για την “ανάνηψη”, υλική και προπάντων ηθική και πνευματική πρόοδο της Ελλάδας.

Όποιος έχει το χρόνο και τη διάθεση μπορεί να εντρυφήσει. Ενδεικτικά αναφέρω πως στο έργο «Σύντοµη ιστορία της Ελληνικής Γλώσσης» του διάσηµου γλωσσολόγου Α. Meillet, υποστηρίζεται µε σθένος η εξαιρετικότητα της Ελληνικής έναντι των άλλων γλωσσών.

Παράλληλα, ο σπουδαίος Γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαρριέρ είχε δηλώσει: «Στην Ελληνική υπάρχει ένας ίλιγγος λέξεων, διότι µόνο αυτή εξερεύνησε, κατέγραψε και ανέλυσε τις ενδότατες διαδικασίες της οµιλίας και της γλώσσης, όσο καµία άλλη γλώσσα.»

Κι ο μεγάλος Γάλλος διαφωτιστής Βολταίρος είχε πει «Είθε η Ελληνική γλώσσα να γίνει κοινή όλων των λαών.»

 

* Η Αμαλία  Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος – στορικός  (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.), Υπεύθυνη Σχολικής Βιβλιοθήκης 2ου Ε.Π.Α.Λ.  Τρικάλων, ailiadi@sch.gr, http://users.sch.gr/ailiadi, http://blogs.sch.gr/ailiadi, http://www.matia.gr, http://www.emy67.wordpress.com

Ν. Τεμπονέρας: ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΟΛΜΕ 20 έτη

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΟΛΜΕ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΝΗΜΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΤΕΜΠΟΝΕΡΑ

(Πάτρα, 9/11/2011)

 

Του Ηλία Παπαχατζή*


 

Αγαπητοί Συνάδελφοι και Φίλοι,

Εχουν περάσει 20 ολόκληρα χρόνια από τότε που ο αγωνιστής συνάδελφος Νίκος Τεμπονέρας θυσιάστηκε για την Παιδεία και την Ελευθερία. Είκοσι χρόνια πέρασαν αλλά οι ομοιότητες με το σήμερα είναι μεγάλες. Την περίοδο του ΄90  είχαμε πάγωμα μισθών (0+0=14), μαζικές απολύσεις, κλείσιμο εργοστασίων, θέσπιση της μερικής απασχόλησης, ιδιωτικοποιήσεις (ΕΑΣ), μείωση των δαπανών για την Παιδεία, περικοπές διορισμών.

Ο Νίκος Τεμπονέρας πίστεψε στα οράματα των νέων παιδιών, που εκείνο τον καιρό διεκδικούσαν μια Παιδεία με αξιοπρέπεια, μια ζωή με μέλλον. Ένωσε τη φωνή του με τους μαθητές, που ήθελαν ένα σχολείο χωρίς καταναγκασμούς, που ν’ αφήνει πρωτοβουλίες στους μαθητές του και να τους ανοίγει δρόμους να κατανοήσουν τον κόσμο για να μπορέσουν να τον αλλάξουν. Η στάση του Νίκου Τεμπονέρα ήταν η καλύτερη απόδειξη για τη δυνατότητα, που υπάρχει ώστε οι φορείς της Παιδείας με αγώνα, αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη και ανιδιοτέλεια να παλέψουν για αυτά που τους ανήκουν.

Ήρθαμε εδώ για να θυμηθούμε και να τιμήσουμε τη θυσία του συναδέλφου. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τη γελοία και απαράδεκτη στάση της τότε εξουσίας απέναντι στο μαθητικό κίνημα, που τροφοδότησε τον κρατικό αυταρχισμό και την παρακρατική τυφλή βία της οποίας θύμα ήταν ο Νίκος Τεμπονέρας.

Ας κοιταχτούμε για λίγο στον καθρέφτη κι ας ρωτήσουμε: οργανώνουμε σήμερα αγώνες για μια καλύτερη παιδεία και κοινωνία; Υποστηρίζουμε τους αγώνες των νέων ανθρώπων; Γιατί μόνο σ’ αυτήν την περίπτωση έχει νόημα να βρισκόμαστε απόψε εδώ. Τα απλά τελετουργικά μνημόσυνα, η απλή ανάμνηση χωρίς συνέχεια  στο σήμερα και το αύριο είναι για τους κομπάρσους και τους τελειωμένους.

Κι εμείς ξέρουμε, αγαπητοί φίλοι, πως η ιστορία γράφεται με ανυπακοή. Σήμερα, πριν από λίγο καιρό συγκεκριμένα, κάποιοι ήρθαν και μας είπαν ότι υπάρχει κρίση, που οι ίδιοι δεν την είχαν καταλάβει και πως πρέπει να την πληρώσουμε οι εργαζόμενοι και οι νέοι. Δεν μας είπαν την αλήθεια. Πρώτον, γιατί η κρίση είναι μια δομική κρίση του συστήματος της εκμετάλλευσης, δηλαδή του καπιταλισμού και δεύτερον γιατί η κρίση δεν είναι ελληνική, όπως προσπάθησαν να την παρουσιάσουν, αλλά ευρωπαϊκή και παγκόσμια. Στο όνομα λοιπόν της κρίσης, η κυβέρνηση χωρίς καμία λαϊκή νομιμοποίηση θεώρησε καλό να φέρει στη χώρα την τρόϊκα και το Μνημόνιο. Και από τότε όλως τυχαίως το ένα δικαίωμά μας τους μυρίζει, το άλλο τους ξυνίζει, το τρίτο τους βρωμάει…

Στο όνομα της δήθεν αντιμετώπισης της κρίσης και κατά παραβίαση του Συντάγματος αυτοί που έχουν τα λιγότερα πληρώνουν τα περισσότερα. Η σταθερή και μόνιμη εργασία έχει γίνει όνειρο απατηλό. Λένε στους νέους ότι έχουν ατομική ευθύνη που θα μείνουν άνεργοι, αφού πρώτα μαζέψουν προσόντα και χαρτιά φίρδην μίγδην και χωρίς αντίκρισμα. Και η Παιδεία; Προορίζεται απλά για να υποβαθμιστεί σ’ έναν μηχανισμό επιτήρησης της νέας γενιάς και σ’ ένα χώρο εθισμού στην ανταγωνιστικότητα και τις αξίες της αγοράς;

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, αν δηλαδή δεν είναι ουσιαστική παιδεία οι 30 μαθητές ανά τμήμα που επανέφερε μετά από πολλά χρόνια η τωρινή ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, αν δεν είναι Παιδεία η κατάργηση της Ενισχυτικής Διδασκαλίας και της Πρόσθετης Διδακτικής Στήριξης, αν δεν είναι Παιδεία η ελαχιστοποίηση των διορισμών, τότε τι κάνουμε όλοι εμείς;

Εμείς έχουμε την ευθύνη για να συνεχιστεί επιτέλους ο αγώνας του Νίκου Τεμπονέρα, να βγούμε όλοι μαζί στους δρόμους και να φωνάξουμε για μια Παιδεία, που να χωράει όλους τους μαθητές, όλους τους εκπαιδευτικούς, όλη τη γνώση και για μια Κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση.

Κάποιοι μεγαλόσχημοι τελευταία προσπάθησαν να ενοχοποιήσουν όλη την κοινωνία λέγοντας ότι «τα φάγαμε όλοι μαζί». Μην ανησυχείς, συνάδελφε Νίκο, κάποιοι από εμάς ξέρουμε καλά ότι υπάρχουν και ιδανικά, που δεν τρώγονται, ούτε καταναλώνονται όπως νομίζουν ορισμένοι. Υπάρχουν αξίες «που δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό». Προφανώς δεν είναι οι αξίες της αγοράς και του κέρδους. Δεν είναι η μοιρολατρία, ο συμβιβασμός και η παραίτηση∙ δεν είναι η μετατροπή της χώρας σε πειραματόζωο και χώρα υπό κατοχή.

Είναι όμως το δικαίωμα στη μόρφωση και στη δουλειά∙ είναι η ειρήνη και η ελευθερία∙ είναι η δίψα των νέων για έναν κοινωνικά δίκαιο κόσμο. Όλα αυτά δε χωράνε στη μπότα της «Νέας Τάξης», και της παγκοσμιοποίησης.

Αλλά γι’ αυτό είμαστε εδώ απόψε, αγαπητέ συνάδελφε Νίκο Τεμπονέρα. Για να σου δώσουμε όρκο τιμής κι αγώνα ότι αυτές οι αξίες χωράνε στη δική μας ψυχή, ότι θα συνεχίζουν να καθορίζουν και τα δικά μας βήματα.

 

* O Ηλίας Παπαχατζής είναι μέλος του Δ.Σ. της ΟΛΜΕ.

 

 

ΠΗΓΗ: http://olme-attik.att.sch.gr/files/annolme/xairetistemponeras.pdf

ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΠΡΟΣ ΕΛΛΑΔΑ II

ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΙΙ



α) Για την διεκδίκηση των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, οι οποίες είναι απαιτητές από την 1-1-1996, οπότε έληξαν οι αναστολές που δόθηκαν με απόφαση των Συμμάχων (Λονδίνο 1953) και την οριστική Συνθήκη Ειρήνης του 1990 (50 ετών η πρώτη και 5 ετών η δεύτερη), οι Ελληνικές Κυβερνήσεις δεν έκαναν μέχρι σήμερα καμία ουσιαστική ενέργεια. Ερωτηθείς για το θέμα αυτό στη Βουλή ο Πρωθυπουργός, τον Δεκέμβριο του 2009, έχοντας καταθέσει τον αντιλαϊκό προϋπολογισμό και προετοιμάζοντας τα μέτρα που οδήγησαν στο Μνημόνιο, περιορίστηκε να δηλώσει ότι «το θέμα παραμένει ανοικτό».

Αλλά το θέμα αυτό, εν όψει του κινδύνου της χρεωκοπίας, που απειλούσε και απειλεί τη χώρα μας, δεν αρκεί να είναι ανοικτό, αλλά είναι επείγον, αφ’ ενός μεν για τη σωτηρία της Χώρας, αφ’ ετέρου δε γιατί από 1/1/1996 άρχισε να τρέχει ο χρόνος της παραγραφής, και πρέπει όχι μόνο να τεθεί επιτακτικά και ανυποχώρητα αλλά και να διεκπεραιωθεί το συντομότερο δυνατόν.

β) Ένα μικρό μέρος αυτού του χρέους, η απαίτηση των κατοίκων του Διστόμου για τη δικαστική δαπάνη της περίφημης δίκης που άρχισε το 1997 στο Πρωτοδικείο Λειβαδιάς και τελείωσε το 2002 στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, έχει γίνει απαιτητό, αλλά η Ελληνική Κυβέρνηση κατέστησε αδύνατη την είσπραξή του, απαγορεύοντας την κατάσχεση περιουσίας του Γερμανικού Κράτους που βρίσκεται στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, οι εκάστοτε Υπουργοί Δικαιοσύνης δεν χορηγούν την προβλεπόμενη από το άρθρο 923 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας άδεια.

Για το λόγο αυτό, οι κάτοικοι του Διστόμου κατέσχεσαν περιουσιακά στοιχεία του Γερμανικού Δημοσίου που βρίσκονται στη Φλωρεντία της Ιταλίας, κάνοντας χρήση του άρθρου 44 του Καταστατικού Χάρτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά το οποίο δικαστική απόφαση εκτελεστή σε μια χώρα της Ένωσης εκτελείται και σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της. Προσφυγές του Γερμανικού Δημοσίου ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Εφετείου της Φλωρεντίας, αλλά και του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Ιταλίας απορρίφθηκαν και η Γερμανία έχει τώρα προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, το οποίο θα δικάσει την υπόθεση τον Ιούνιο 2011.

 

γ) Η Ελληνική Κυβέρνηση δικαιούται να παρέμβει σε αυτή τη δίκη υπέρ της Ιταλίας, να ζητήσει δηλαδή την απόρριψη της γερμανικής ένστασης περί ετεροδικίας. Αν ασκήσει το δικαίωμά της αυτό, όχι μόνο θα βοηθήσει τις οικογένειες των θυμάτων του Διστόμου να εισπράξουν το ελάχιστο ποσό της αποζημίωσης (της δικαστικής δαπάνης) αλλά και θ’ απαλλάξει τη Χώρα μας από τις συνέπειες του ολέθριου λάθους του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου που δέχθηκε την ένσταση της γερμανικής ετεροδικίας με την υπ. Αριθ. 6/2002 απόφασή του.

Δυστυχώς όμως η προθεσμία λήγει μεθαύριο στις 14 Ιανουαρίου και η Κυβέρνηση δεν έχει κάνει ακόμη καμία σχετική κίνηση. Την καλούμε την ύστατη αυτή στιγμή να τολμήσει και να θέσει τέρμα στην πολιτική της εξευτελιστικής υποτέλειας έναντι της Γερμανίας όλων των προκατόχων της. Αλλιώς θα είναι υπόλογη απέναντι στον Ελληνικό Λαό και στην Ιστορία για συνέργεια στον ενταφιασμό των απαιτήσεων των θυμάτων των εγκλημάτων πολέμου που διαπράχθηκαν από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής  κατά του Λαού μας από το 1941 έως το 1944. Καλούμε, τέλος, την Αξιωματική Αντιπολίτευση και όλα τα   κόμματα της Αντιπολίτευσης καθώς και όλους τους Βουλευτές προσωπικά να εξαντλήσουν την επιρροή τους, ασκώντας το πατριωτικό τους καθήκον και τιμώντας την εντολή του Ελληνικού Λαού και τον όρκο τους.

 

Αθήνα, 10 Ιανουαρίου 2011    

                                   

 

 

   

 

ο Πρόεδρος

 

 

ο Γενικός    Γραμματέας

 

Μανώλης Γλέζος

Ευάγγελος Μαχαίρας

Το ιστορικό των Γερμανικών αποζημιώσεων

Το ιστορικό των Γερμανικών αποζημιώσεων

και η Αδράνεια των κυβερνώντων (15/1 λήγει η προθεσμία)

 

Του Νίκου Κυριαζή

 

 

Για άλλη μια φορά η υποτέλεια κυριαρχεί των αποφάσεων, η αδράνεια και η εθνική μειοδοσία έχουν σαν αποτέλεσμα μια ιστορική ευκαιρία να πάει χαμένη. Στις 15 Ιανουαρίου 2011 λήγει η προθεσμία προσφυγής του Ελληνικού κράτους στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για τις Γερμανικές αποζημιώσεις, την ίδια στιγμή που ο Ελληνικός λαός ζει για άλλη μια φορά κάτω από ζυγό και υποτέλεια.

Το ερώτημα που αδυνατούμε να απαντήσουμε  είναι  αν  πρόκειται  περί  ανικανότητας ή προδοσίας. Ας ξετυλίξουμε όμως το κουβάρι της ιστορίας για το συγκεκριμένο ζήτημα και εκεί θα πάρουμε απαντήσεις…. 

Η γενοκτονική δράση των Γερμανών στην Ελλάδα, είχε αποτέλεσμα την ισοπέδωση και το κάψιμο 2.500 χωριών, την εκτέλεση 50.000 μαχητών και αθώων πολιτών και τον θάνατο 300.000 ανθρώπων από την πείνα (λιμό) από τον χειμώνα του 1941 μέχρι και το 1945, και δεκάδες χιλιάδες σωματικά αναπήρους και ψυχικά ασθενείς,

Υπολογίζεται πως εξοντώθηκε το 12% των Ελλήνων. Το 8% από τις δολοφονίες-εκτελέσεις και την πείνα, αλλά και ένα 4% από τις γεννήσεις που δεν έγιναν, λόγω των ασθενειών – κακουχιών. Πέρα από τις καταστροφές των δημόσιων υποδομών και των ιδιωτικών περιουσιών, για τις οποίες η «Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων» (1947) αναγνώρισε μια συνολική μελλοντική απαίτηση για Επανορθώσεις-Αποζημιώσεις ύψους 8,5 δισ. δολαρίων, αγοραστικής αξίας του 1938 (!), χωρίς να αναγνωριστούν τα “διαφυγόντα κέρδη” για τις επόμενες, δεκαετίες.

Η Ελλάδα ζήτησε τότε την αναγνώριση αποζημιώσεων ύψους 14 δις δολαρίων (αγοραστική αξία εποχής)

Το μεταπολεμικό “Ελληνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου”, άσκησε ονομαστικές διώξεις σε 800 Γερμανούς αξιωματικούς αλλά κανείς δεν καταδικάστηκε, πλην του Μαξ Μέρτεν για τις δολοφονίες και τη ληστεία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης

Το 1959, η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή υποχρεώθηκε από τη “δημοκρατική” Γερμανία να αναστείλει τη λειτουργία του Ελληνικού Γραφείου Εγκληματιών Πολέμου (με προϊστάμενο τον εισαγγελέα Ι. Τούσση) και να στείλει τους 800 φακέλους στη “Δικαιοσύνη” της τότε Δυτικής Ομοσπονδιακής Γερμανίας, με την υπόσχεση ότι θα ασκήσουν οι ίδιοι δίωξη στους ομοεθνείς τους αλλά και να επιστρέψει ο καταδικασμένος Μαξ Μάρτεν ώστε να εκτίσει την ποινή του στην Γερμανία….

Η συνέχεια ήταν η “δημοκρατική” Γερμανία να τους απαλλάξει όλους με βουλεύματα, με το ατράνταχτο νομικό επιχείρημα ότι τα όλα τα εγκλήματα αποτελούσαν νόμιμα «στρατιωτικά αντίποινα» για τη δράση «ανταρτών» (όπως και το χιτλερικό διάταγμα για 50 εκτελέσεις Ελλήνων για κάθε Γερμανό που σκοτώθηκε από αντιστασιακούς!) ο δε Μαξ Μάρτεν αφέθηκε για να πάρει στη συνέχεια αποζημίωση και σύνταξη από το γερμανικό κράτος «για την άδικη μεταχείριση του στην Ελλάδα»! Πέθανε «πλήρης ημερών» το 1972.

Το κλείσιμο του Ελληνικού γραφείου εγκληματιών πολέμου είχε σαν αποτέλεσμα να μην μπορούν οι Ελληνικές κυβερνήσεις να ασκούν διώξεις Γερμανών-εγκληματιών, αντίθετα με το γεγονός πως ακόμα και σήμερα, κράτη που διαθέτουν αντίστοιχο γραφείο (ΗΠΑ, Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία, Αυστραλία και τη Γερμανία, και όποτε εντοπίσουν κάποιον, ενεργό τότε Ναζί, τον δικάζουν, έστω και εάν είναι σήμερα είναι 90 -100 χρονών, διότι, σύμφωνα με τις διακηρύξεις του ΟΗΕ, τα «Εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας» δεν παραγράφονται!

και φτάνουμε στην εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου όπου αποφάσισε στον τελευταίο του λόγο μπροστά στην κοινοβουλευτική ομάδα του Πα.Σο.Κ. (Μάιος 1995), να ανακοινώσει – όλως επισήμως – ότι δίνει εντολή στον Έλληνα πρέσβη στη Βόννη να υποβάλει διπλωματική «ρηματική διακοίνωση» προς τη Γερμανία, με την οποία ζητά την έναρξη διαπραγματεύσεων για την τακτοποίηση των οφειλών της Γερμανίας, λόγος όμως που έμεινε απραγματοποίητος…

Την σκυτάλη παίρνει η εποχή Κώστα Σημίτη, ο οποίος όχι μόνον δεν ενεργοποίησε κανένα μηχανισμό απαίτησης αλλά έκανε ανοιχτή παρέμβαση στη Δικαιοσύνη, βάζοντας τον άλλο γερμανοσπουδασμένο υπουργό “Δικαιοσύνης”, τον Μιχ. Σταθόπουλο, να απαγορεύσει την κατάσχεση των ακινήτων του Ινστιτούτου Γκαίτε και της Γερμανικής Αρχαιολογικής Σχολής (διάβασε τον Κυριάκο Σιμόπουλο για τον ρόλο των ξένων αρχαιολογικών αποστολών στην Ελλάδα), υπέρ της αποζημίωσης των θυμάτων του Διστόμου, με μία αναχρονιστική διάταξη του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που λέει πως ο υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να αποτρέψει την εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης «όταν διακυβεύονται οι φιλικές σχέσεις με μία χώρα και το επιβάλει το εθνικό συμφέρον…».

Στη συνέχεια ο ίδιος ο Κ. Σημίτης, έκανε μια ακόμα πιο βαρεία πράξη «εθνικής αναξιοπρέπειας» δίνοντας, για πρώτη φορά, παράταση στη θητεία (που είχε λήξει) του τότε (2001) προέδρου του Αρείου Πάγου, Στέφανου Ματθία, ώστε να προλάβει να συγκροτήσει Ειδικό Δικαστήριο (με «ειδική» σύνθεση) με το οποίο θα ανατρέψει την απόφαση της Ολομέλειας (2001) του Αρείου Πάγου, η οποία είχε δικαιώσει την απόφαση του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς για καταβολή αποζημιώσεων στα θύματα του Διστόμου, και απορρίψει την ένσταση της Γερμανίας η οποία ζητούσε την ακύρωση της απόφασης στη βάση του “δικαιώματος της ετεροδικίας”, δηλαδή ότι ένα κράτος (η Ελλάδα) δεν μπορεί να δικάσει ένα άλλο κράτος (τη Γερμανία), ακόμα και εάν τα μέλη και τα όργανα του δεύτερου έχουν αδικοπραγήσει στην επικράτεια του πρώτου!

Το 1999 οι Η.Π.Α. για να εγκρίνουν την κοινοπραξία της αμερικανικής Crysler, με την γερμανική Daimler–Benz, υποχρέωσαν – σαν προϋπόθεση – τη Γερμανία να καταβάλει συμπληρωματικές αποζημιώσεις στους Εβραίους της Αμερικής που είχαν επιζήσει από τα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.

ΣΕ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΜΕ το Πα.Σο.Κ. το 1999, που αντί να πει στην “Hochtief”, να πληρώσει η γερμανική κυβέρνηση την κατασκευή του “Ελ. Βενιζέλος”, από αυτά που χρωστάει στον ελληνικό λαό, της έδωσε και το μάνατζμεντ ξεπουλώντας και τα συμφέροντα Ολυμπιακής και περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου. Να σημειώσουμε πως Διευθύνων Σύμβουλος στη “Hochtief”, λέγεται πως είναι ο γιος του Γερμανού αρχιστρατήγου στον Β΄ Π. Π. που κρεμάστηκε τo 1946 στις φυλακές του Landahut με απόφαση του Διεθνούς Συμμαχικού Στρατοδικείου της Νυρεμβέργης (Von Kaitel).

ΚΑΙ ΤΗΝ Ν.Δ. όπου ξεπουλά ΟΤΕ και ΔΕΗ στις Γερμανικές Deutsche Telekom και RWE και δεν τολμά να πει στη Γερμανία ότι, όποιος θέλει δουλειές και επενδύσεις στην Ελλάδα, πρέπει πρώτα να πληρώσει αυτά που χρωστάει!

και φτάνουμε στο σήμερα όπου μετά από σχετική απόφαση του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, δικαιώθηκαν τα θύματα της Ναζιστικής Θηριωδίας στη χώρα μας. Το Γερμανικό όμως κράτος, προκειμένου να παρακάμψει την ως άνω απόφαση του Ανώτατου Ιταλικού Δικαστηρίου και τη συνεπακόλουθη αποζημίωση των θυμάτων του ναζισμού στη χώρα μας, προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Μέχρι σήμερα, στο παρά πέντε (Η ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ ΛΗΓΕΙ 15/01/2011), η ελληνική κυβέρνηση, παρά τις σχετικές διαβεβαιώσεις, δεν έχει παρέμβει με τα πολλά μέσα που διαθέτει υπέρ των ελλήνων θυμάτων του ναζισμού, τόσο στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης όσο και σε πολιτική βάση προς τη Γερμανία, σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο αδρανώντας υποτελικά στα εγκλήματα και τις καταστροφές που διέπραξε σε βάρος της χώρας και του ελληνικού λαού το ναζιστικό καθεστώς….

Τα συμπεράσματα δικά σας…

 

ΠΗΓΗ:

ΟΦΕΙΛΕΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

ΟΦΕΙΛΕΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 

Του Δαμιανού Βασιλειάδη*


                                                                  

 Επειδή υπάρχει μεγάλη σύγχυση και παραπληροφόρηση, σχετικά με το θέμα των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, θέλουμε υπεύθυνα να ενημερώσουμε συνοπτικά την ελληνική κοινή γνώμη και τους αρμόδιους φορείς, για το κρίσιμο αυτό εθνικό θέμα.

Οι οφειλές της Γερμανίας προς τον Ελληνικό Λαό είναι δύο κατηγοριών:

Α. Οφειλές στο Κράτος

 

1. Οι επανορθώσεις για τις καταστροφές στις υποδομές κατά τη διάρκεια της κατοχής, δηλαδή προς το Δημόσιο, ύψους 7,1 δισεκ. Δολάρια, αγοραστικής αξίας 1938. Αυτές, σύμφωνα με επίσημο έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδας, υπολογίζονται έως τον Μάρτιο του 2010 στο ποσό των 108,43 δισεκ. ευρώ, χωρίς τους νόμιμους τόκους (με το ελάχιστο επιτόκιο του 3% σε τιμές του 1938 υπερβαίνουν σήμερα το 1 τρις ευρώ, τρεις φορές περίπου πάνω από το δημόσιο χρέος).

2. Το κατοχικό δάνειο, ύψους 3,5 δισεκ. Δολαρίων (αγοραστικής αξίας 1938). Το κατοχικό δάνειο είναι το μισό περίπου του ανωτέρω ποσού των 7,1 δισεκ. Δολαρίων. Ανέρχεται σήμερα σε περίπου 54 δισεκ. ευρώ, χωρίς τους νόμιμους τόκους. Το δάνειο αυτό, που υπολογίζεται κάθε χρόνο, τόσο από την τράπεζα της Ελλάδας, όσο και από την γερμανική κρατική τράπεζα, προκάλεσε καθοριστικά την πείνα και τους εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς απ’ αυτήν. Το δάνειο της κατοχής, πρέπει να τονίσουμε, το δώσαμε με αίμα!

Και τα δύο αυτά ποσά δεν έχουν παραγραφεί, ούτε μπορούν να παραγραφούν, γιατί είναι αναγνωρισμένες οφειλές με διεθνείς συμφωνίες και διεθνείς συμβάσεις. Αρκεί να τα ζητήσει η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση. Γιατί, αν τα ζητούσε και η γερμανική κυβέρνηση αρνιόταν να τα καταβάλει, θα μπορούσε η όποια ελληνική κυβέρνηση να προσφύγει στα διεθνή δικαστήρια και αναμφισβήτητα να δικαιωθεί και να τα πάρει.

3. Οι αρχαιολογικοί θησαυροί, που άρπαξαν από τα μουσεία, τους αρχαιολογικούς χώρους και από παράνομες ανασκαφές, είναι καταγεγραμμένες, και δεν έχουν επιστραφεί ως όφειλαν.

Καμία Ελληνική Κυβέρνηση δεν διεκδίκησε τα παραπάνω. Κατά καιρούς τέθηκε το θέμα, ακόμη και με ρηματική νότα, αλλά το θέμα έμεινε εκεί, μετά την άρνηση των γερμανικών κυβερνήσεων, με απαράδεκτα προσχήματα.

Η άρνηση τις γερμανικής κυβέρνησης εκφράζεται με πολλούς τρόπους. Ένας, στον οποίο οφείλεται κυρίως η παραπληροφόρηση είναι ο ισχυρισμός της Γερμανίας ότι έχει δώσει στην Ελλάδα, βάσει συμφωνίας της 21 Σεπτεμβρίου 1961,  115 εκατομμύρια μάρκα [1], στις 21 Σεπτεμβρίου 1961, με τα οποία ξόφλησε τις υποχρεώσεις της. Στη συναλλαγή που έγινε τότε για την απελευθέρωση του εγκληματία πολέμου Μέρτεν, υπογράφηκε πραγματικά σύμβαση, που σε υποσημείωση όμως φέρει την υπογραφή του τότε πρέσβη της Ελλάδας στη Βόννη, όπου τονίζεται ρητώς ότι μ’ αυτά τα χρήματα, που προορίζονταν για τους επιζώντες των στρατοπέδων συγκέντρωσης δεν εξοφλούνται οι υποχρεώσεις της Γερμανίας προς την Ελλάδα και ότι η Ελλάδα δεν παραιτείται από τις αποζημιώσεις. Να σημειωθεί επιπλέον ότι από αυτό το ποσό δόθηκαν τελικά μόνο 38 εκατομμύρια μάρκα.

 

Β. Οι αποζημιώσεις τω θυμάτων 100 Ολοκαυτωμάτων, από τα οποία έχουν αναγνωριστεί τα 89. (56.225 νεκροί ενδεικτικά).

 

Μία περίπτωση αφορά και τα θύματα του Διστόμου, που η αποζημίωσή τους ανέρχεται σήμερα περίπου στο ποσό των 60 εκατομμυρίων ευρώ, σύμφωνα με απόφαση της ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε παράνομα το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο με μεθόδευση της κυβέρνησης Σημίτη, αλλά επικύρωσε η απόφαση του αντίστοιχου Αρείου Πάγου (Corte Suprema di Cassαzione) της Ιταλίας τον Οκτώβριο του 2008, που ισχύει και για το Δίστομο.

Η τελεσίδικη απόφαση για τις διεκδικήσεις των θυμάτων και αυτής του Διστόμου εκκρεμεί στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης, κατόπιν προσφυγής της Γερμανικής Κυβέρνησης στις 29 Δεκεμβρίου 2009, για αναίρεση της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ιταλίας, λόγω ετεροδικίας [2].

Το Διεθνές Δικαστήριο στη Χάγη κατά έγκυρες πληροφορίες θα συνέλθει στις 15 Ιανουαρίου του 2011 για να προβεί στις απαραίτητες διαδικασίες έως τα τέλη Μαρτίου του ιδίου έτους. Η απόφαση αναμένεται να εκδοθεί, πιθανότατα το καλοκαίρι του 2011, εάν δεν υπάρξει κάποια παρέμβαση από το Ελληνικό ή άλλο κράτος. Εφόσον η απόφαση περί ετεροδικίας δικαιώσει τη Γερμανία λήγει μια δια παντός το θέμα των αποζημιώσεων για τα θύματα και παραμένουν ανοιχτές οι άλλες απαιτήσεις.

Αλλά η Ελληνική Κυβέρνηση μπορεί, παρ’ όλα αυτά, να θέσει το θέμα των αποζημιώσεων, για λόγους ηθικούς και λύσης ενός προβλήματος που έχει να κάνει με τη δικαίωση των θυμάτων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Γερμανίας για ανθρωπιστικούς λόγους.

Το «Εθνικό  Συμβούλιο Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα», με πρόεδρό του τον Μανώλη Γλέζο και Γενικό Γραμματέα τον Ευάγγελο Μαχαίρα,  δίνει ένα συνεπή αγώνα για το εθνικό αυτό ζήτημα.

Δεν  επαιτεί, αλλά απαιτεί:

ü  Απαιτεί από την εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση, να πράξει το ιστορικό της χρέος και να απαιτήσει, επιτέλους, την καταβολή των οφειλών της Γερμανίας. Όπως έχουν εξελιχτεί τα πράγματα μόνο οι Ελληνικές Κυβερνήσεις είναι σε θέση να φέρουν σε πέρας αυτό το καθήκον.

ü   Απαιτεί από τη Γερμανική Κυβέρνηση να πάψει να υπεκφεύγει, διαδίδοντας ψευδώς ότι τάχα έχει πληρώσει στο παρελθόν ή ότι δεν οφείλει τίποτα.

ü Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που δεν έχει αποζημιωθεί από τη Γερμανία, ενώ όλες οι άλλες χώρες έχουν αποζημιωθεί!

ü   Η αλήθεια επίσης είναι ότι οι δύο χώρες της τριπλής κατοχής κατά την περίοδο 1941-1945 (δηλ. η Ιταλία και η Βουλγαρία), που εξαιτίας της ναζιστικής Γερμανίας εισέβαλαν στην Ελλάδα, έχουν καταβάλει αποζημιώσεις και μόνο η Γερμανία αρνείται (αυτοεξαιρείται) να καταβάλει οφειλές της. Όμως είναι επίσης αλήθεια ότι καμία Γερμανική Κυβέρνηση δεν πρόκειται να ανταποκριθεί, αν δεν το απαιτήσει η Ελληνική Κυβέρνηση [3] .

Δεν έχουμε κάτι εναντίον του Γερμανικού Λαού. Αντίθετα βρίσκουμε πολύτιμους συμπαραστάτες γερμανούς δημοκράτες και αντιφασίστες, που κατανοούν κι αυτοί ότι η καταβολή των αποζημιώσεων στην Ελλάδα είναι αναγκαία προϋπόθεση για να γυρίσει οριστικά η μαύρη σελίδα του ναζισμού και να προχωρήσουμε μπροστά σ’ ένα κοινό δημοκρατικό ευρωπαϊκό μέλλον, με σεβασμό στις θεμελιώδεις αξίες του ανθρώπου, με αλληλεγγύη και ανθρωπιά.

Προς επίρρωση των ανωτέρω παραθέτουμε και την απαίτηση του κόμματος Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ προς τη Γερμανική Κυβέρνηση, στις 29.Ιανουαρίου 2010, που έχει ως εξής:

1. Ο γερμανικός στρατός και τα τάγματα εφόδου SS έχουν διαπράξει κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και στην Ιταλία αποτρόπαια εγκλήματα. Προ πάντων μετά την πτώση του Μουσολίνι και την αποχώρηση της Ιταλίας από τη συμμαχία με τη εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία το Σεπτέμβριο του 1943 διαπράχτηκαν απειράριθμα εγκλήματα του γερμανικού στρατού εναντίον του άμαχου πληθυσμού.

2. Η Γερμανική Κυβέρνηση πρέπει γι’ αυτά τα απάνθρωπα εγκλήματα να αναλάβει τις ευθύνες της. Δεν υπήρξε ως τώρα επαρκής ανταπόκριση. Απέναντι σ’ αυτούς τους ανθρώπους που αντιμετώπισαν την τρομοκρατία των Εθνικοσοσιαλιστών περιορίστηκε η Ομοσπονδιακή Γερμανία μόνο σε συμβολικές χειρονομίες.

3.Εξαιτίας της μη πληρωμής αποζημιώσεων προσέφυγαν οι επιζώντες ή οι συγγενείς τους στο πρόσφατο παρελθόν, είτε μεμονωμένα είτε συλλογικά, στα ιταλικά δικαστήρια. Μερικές απ’ αυτές τις προσφυγές δικαιώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιταλίας, το Corte di Cassazione. Τελικά καταδικάστηκε η Ομοσπονδιακή Γερμανία τον Οκτώβριο του 2009 να  πληρώσει αποζημιώσεις.

4. Στην περίπτωση αυτή ανήκουν και οι δικαστικές αποφάσεις για τα θύματα  της σφαγής του Διστόμου από τα SS, των οποίων οι συγγενείς απαιτούν την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που τους δικαίωσε.

5. Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση αρνήθηκε σε όλες αυτές τις δικαστικές αποφάσεις να πληρώσει ένα εκατομμύριο Ευρώ στους συγγενείς των θυμάτων που εκτελέστηκαν το καλοκαίρι του 1944 στο χωριό Civitella από Μεραρχία του γερμανικού στρατού «Hermann Göring». 50 ακόμη προσφυγές εκκρεμούν στα ιταλικά δικαστήρια. Αρνήθηκε να προβεί στην αποζημίωση των θυμάτων των SS. Δεν είναι ακόμη διατεθειμένη να αναγνωρίσει την απόφαση του Ανωτάτου Ιταλικού Δικαστηρίου. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Corte di Cassazione (Corte Suprema di Cassazione) για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας δεν αναγνωρίζει την ετεροδικία, που προβάλλει η Γερμανική Κυβέρνηση, αρνούμενη να αναγνωρίσει την απόφαση του Ιταλικού Δικαστήρίου και να την εφαρμόσει.

6. Αντί να πληρώσει αποζημίωση σ’ αυτούς τους ανθρώπους, υποβάλλει η Γερμανική Κυβέρνηση αγωγή εναντίον της Ιταλίας στο Διεθνές Δικαστήριο στη Χάγη. Αυτή η αγωγή υποβλήθηκε το Δεκέμβριο του 2009 με την υποβολή ενός δικαιολογητικού. Η Γερμανική Κυβέρνηση επιδιώκει να αναγνωρίσει το Διεθνές Δικαστήριο, ότι το ιταλικό δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το δικαίωμα της ετεροδικίας του γερμανικού κράτους. 

Την ευθύνη – για να αποδώσουμε τα του καίσαρος το καίσαρι – φέρουν ακέραια και αναλογικά οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις, τα ελληνικά κόμματα και οι Έλληνες πολίτες, που δεν πίεσαν τις κυβερνήσεις να πράξουν το χρέος τους, για το τεράστιο αυτό εθνικό θέμα.

Η λέξη κλειδί που ερμηνεύει το φαινόμενο: Η υποτέλεια  και η διαφθορά των ελληνικών κυβερνήσεων, κομμάτων, οργανώσεων κ.λ.π. Οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Παρ’ όλα αυτά ο αγώνας μας συνεχίζεται έως την τελική του δικαίωση.

Για περισσότερες πληροφορίες στο ιστολόγιο του Εθνικού Συμβουλίου διεκδίκησης των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα: www.olokaftoma.gr και: www.damonpontos.gr φάκελος: Γερμανικές επανορθώσεις.

Ο υπεύθυνος για τη Γερμανία από μέρους του Εθνικού Συμβουλίου, Δαμιανός Βασιλειάδης, Ε-mail: damon@damonpontos.gr

* Ο Δαμιανός Βασιλειάδης είναι μέλος της Γραμματείας του Εθνικού Συμβουλίου, υπεύθυνος για τη Γερμανία. Βλ. Σχετικό δελτίο τύπου του Εθνικού Συμβουλίου και άρθρο του προέδρου του Εθνικού Συμβουλίου Μανώλη Γλέζου στο ιστολόγιο του Εθνικού Συμβουλίου, καθώς και άλλες σχετικές αναλύσεις: www.holocaust.gr. Επίσης στο ιστολόγιo: www.damonpontos.gr

Αθήνα, 24.12.2012

Παραπομπές

[1] Στην πραγματικότητα κατεβλήθη περίπου το μισό από αυτό το ποσό και οφείλεται το υπόλοιπο.

[2]  Βάσει της αρχής της ετεροδικίας, που ζητά η γερμανική κυβέρνηση με την αίτηση αναίρεσης εναντίον του Ανωτάτου Ιταλικού Δικαστηρίου, κανένας πολίτης και κανένα κράτος δεν μπορεί να ασκήσει αγωγή εναντίον του γερμανικού κράτους. Η γερμανική κυβέρνηση φέρει ως επιχείρημα ότι δεν υπήρξαν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας κατά την κατοχή, αλλά εγκλήματα στα πλαίσια πολεμικών επιχειρήσεων.

[3] Το σκάνδαλο είναι ότι όχι μόνο δεν απαντούν οι εκάστοτε «ελληνικές κυβερνήσεις» και ιδιαιτέρως ο Πρωθυπουργός, αλλά ενοχλούνται κιόλας από τη δράση του Εθνικού Συμβουλίου, αρνούμενοι μάλιστα να δεχθούν ακόμη και σε ακρόαση αντιπροσωπεία του υπό τον Πρόεδρο Μανώλη Γλέζο και τον Γραμματέα Ευάγγελο Μαχαίρα! Δυστυχώς την ίδια αχαρακτήριστη στάση τηρούν τα ίδια κόμματα και τα ίδια πρόσωπα όταν βρίσκονται στη θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.

Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ

Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ

 

Όταν το ΔΝΤ «επισκέπτεται» μία χώρα, η διαφορά δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη, σε σχέση με τη φυσική καταστροφή που θα προκαλούσε ένας βομβαρδισμός εκ μέρους του ΝΑΤΟ – το αποτέλεσμα για τη χώρα «υποδοχής» του, είναι σχετικά το ίδιο: η απόλυτη καταστροφή της

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*

 

Είναι πραγματικά απίστευτο, δεν είναι εύκολο δηλαδή να κατανοήσει κανείς το πώς κατάφερε η Πολιτική μίας τόσο πλούσιας χώρας, όπως η Ελλάδα, να την οδηγήσει στην αδυναμία πληρωμών των οφειλών της – από εκεί, αμέσως μετά, χωρίς ουσιαστικά την παραμικρή προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης δανεισμού (την οποία μόνοι μας προκαλέσαμε), στα νύχια του ΔΝΤ.

Πόσο μάλλον όταν η «διαχείριση» του ελάχιστου συγκριτικά συνολικού χρέους της, δημοσίου και ιδιωτικού, ήταν κάτι παραπάνω από εφικτή – όπως έχει πρόσφατα επισημάνει ακόμη και η τράπεζα των τραπεζών. 

 Είναι εμφανές λοιπόν ότι, η Ελλάδα έχει, από δεκαετίες τώρα, ένα τεράστιο «έλλειμμα διακυβέρνησης», το οποίο δεν περιορίζεται στα στενά πλαίσια της εκάστοτε ηγετικής της ομάδας. Για παράδειγμα, η Εθνική Τράπεζα, όπως πολλές άλλες εταιρείες και χώρες, ανεξάρτητα από τον όποιο διευθύνοντα σύμβουλο της, επιτυγχάνει συνήθως τα καλύτερα αποτελέσματα – συγκριτικά με τα υπόλοιπα Ελληνικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Αυτό οφείλεται προφανώς στο υγιές ευρύτερο στελεχιακό δυναμικό της, το οποίο λειτουργεί από μόνο του εξαιρετικά επιτυχημένα. Δυστυχώς, εδώ ακριβώς αποτυγχάνει διαχρονικά η χώρα μας, η οποία, κατά τα φαινόμενα, δεν διαθέτει ανάλογο «κρατικό μηχανισμό» – γεγονός που μας οδηγεί στο «οδυνηρό συμπέρασμα» ότι, μόνο η «δημιουργική καταστροφή» του υφιστάμενου μηχανισμού, ενδεχομένως με τη βοήθεια της «χρεοκοπίας», θα μπορούσε να «επιφέρει» την απαιτούμενη αλλαγή του.       

 Ειδικότερα, όπως έχουμε ήδη αναλύσει, η Ελλάδα θα μπορούσε να επιλύσει σχετικά εύκολα τα προβλήματα της, εάν η ηγεσία της είχε αντιληφθεί έγκαιρα τους κινδύνους (ίσως ακόμη δεν είναι πολύ αργά), με την εξής απλή «διαδικασία»:

 Με τις προβλέψεις 2010 (Πίνακας Ι), το δημόσιο χρέος θα ήταν περίπου 129% του ΑΕΠ – οπότε το ιδιωτικό 123% του ΑΕΠ (240 δις € ΑΕΠ). Εάν λοιπόν οι Έλληνες επιχειρηματίες (τράπεζες κλπ) επένδυαν το 40% του ΑΕΠ σε κρατικά περιουσιακά στοιχεία, τότε το δημόσιο χρέος θα περιοριζόταν στο 89% του ΑΕΠ – ενώ το ιδιωτικό θα αυξανόταν στα 163% του ΑΕΠ (στα επίπεδα του Καναδά).

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Συνολικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό – Προβλέψεις 2010

 

Χώρα

Συνολικό Χρέος*

Δημόσιο Χρέος**

Ιδιωτικό Χρέος

 

 

 

 

Ελλάδα

252%

128,90

123,1%

Γερμανία

285%

76,70

208,3%

Ιταλία

315%

116,70

198,3%

Γαλλία

323%

82,50

240,5%

Πορτογαλία

323%

84,60

238,4%

Μ. Βρετανία

466%

80,00

386,0%

Πηγή: Συνδυασμός στοιχείων από Κομισιόν, McKinsey Global Institute και μελέτη της Deutsche Bank, σύμφωνα με την οποία το ιδιωτικό χρέος της Ελλάδας είναι 123% του ΑΕΠ, ενώ της Πορτογαλίας 239%

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

*    Δημόσιο και ιδιωτικό, εσωτερικό και εξωτερικό

**   Πρόβλεψη 2010, από τις αρχές του έτους

Σημείωση: Στον ιδιωτικό τομέα, σε αντίθεση με το δημόσιο, η αξία των παγίων περιουσιακών στοιχείων προσμετρείται στο ενεργητικό, «μειώνοντας» το παθητικό – οπότε το συγκριτικό με την Ελλάδα συνολικό χρέος άλλων κρατών είναι πρακτικά μεγαλύτερο, από αυτό που φαίνεται στον Πίνακα Ι.

 

Σε μία τέτοια περίπτωση, η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας θα ήταν σχετικά ικανοποιητική, χωρίς καμία ουσιαστική διαφοροποίηση, οπότε η πιστοληπτική της ικανότητα (αξιολόγηση) θα παρέμενε σε φυσιολογικά επίπεδα. Επομένως, δεν θα είχε κανένα πρόβλημα δανεισμού ή «εμπλοκής» του ΔΝΤ στα εσωτερικά της – πόσο μάλλον εάν απευθυνόταν για δανεισμό σε νέες «πηγές» (Κίνα, Ρωσία, Αραβία κλπ), ως όφειλε, αν μη τι άλλο για τη διασπορά των κινδύνων.

 Η ανάληψη βέβαια χρέους (επενδύσεις, ανάπτυξη) εκ μέρους του ιδιωτικού τομέα, προϋποθέτει την εμπιστοσύνη του απέναντι στο κράτος – όπως διαπιστώνεται από τη Γαλλία, όπου το ιδιωτικό χρέος είναι τριπλάσιο του δημοσίου (στην Ελλάδα, το ιδιωτικό χρέος είναι χαμηλότερο του δημοσίου). Η εμπιστοσύνη όμως αυτή δεν υπάρχει στη χώρα μας (κρίση εμπιστοσύνης), με την αποκατάσταση της να αποτελεί τη μεγαλύτερη φροντίδα όποιας κυβέρνησης θα επιθυμούσε πραγματικά να οδηγήσει την Ελλάδα στη θέση που της αξίζει.     

Δυστυχώς τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβη και η Ελλάδα οδηγήθηκε στο ΔΝΤ χωρίς καν να ερωτηθούν οι Πολίτες της, καθώς επίσης χωρίς να ενημερωθούν προηγουμένως για τις «εγκληματικές» τακτικές του – οι οποίες συνήθως οδηγούν σε έναν θανατηφόρο στασιμοπληθωρισμό, σε απώλεια της Εθνικής κυριαρχίας και σε πολλά άλλα «δεινά». Κατ’ επέκταση, είναι «φύσει» αδύνατον να εμπιστευθεί κανείς ένα «σύστημα εξουσίας» το οποίο, παρά το ότι ψηφίζεται με κριτήριο το υποβληθέν πρόγραμμα διακυβέρνησης, είναι τόσο «αντιδημοκρατικό», τόσο υπερβολικά απολυταρχικό καλύτερα, που δεν τηρεί ούτε στο ελάχιστο τις προεκλογικές του δεσμεύσεις – «υπεξαιρώντας» εμφανώς την ψήφο των Πολιτών της χώρας του, καθώς επίσης τη στήριξη των στελεχών του.    

Σημειώνοντας ότι η Αργεντινή, μετά από αρκετά χρόνια λεηλασίας της από το ΔΝΤ, υπό την ηγεσία ενός «ενδοτικού» πρωθυπουργού, οδηγήθηκε τελικά στη χρεοκοπία, παραθέτουμε μέρος παλαιότερου άρθρου μας, σε σχέση με τα αποτελέσματα της εισβολής των συνδίκων του διαβόλου στην πάμπλουτη Βραζιλία.    

 

Η ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΒΡΑΖΙΛΙΑΣ

 

Η Βραζιλία  (άρθρο μας), η 8η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, αναζητώντας λύση στα «δανειακά» της προβλήματα, «αναγκάσθηκε» να αποδεχθεί τη «βοήθεια» του ΔΝΤ. Έναντι αυτής της βοήθειας, η κυβέρνηση της χώρας ανέλαβε την υποχρέωση να εφαρμόσει ένα αυστηρό πρόγραμμα εξοικονόμησης πόρων, περιορίζοντας το έλλειμμα του προϋπολογισμού της από το 8,1% του ΑΕΠ το 1998, στο 4,7% το 1999 – ήτοι κατά 3,4% μέσα σε ένα έτος (η Ελλάδα σήμερα έχει συναινέσει σε πολύ μεγαλύτερο περιορισμό των ελλειμμάτων της). Για να μπορέσει να επιτύχει κάτι τέτοιο, ο υπουργός οικονομικών παρουσίασε ένα πρόγραμμα, το οποίο προέβλεπε αυξήσεις φόρων, μειώσεις δημοσίων δαπανών, καθώς επίσης την αναμόρφωση του κρατικού συστήματος συντάξεων – όπως πρόσφατα ο υπουργός οικονομικών της Ελλάδας. 

Η κυβέρνηση της Βραζιλίας, «μεταφέροντας» τη συμφωνία με το ΔΝΤ στους Πολίτες της χώρας, ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι, η οικονομική πολιτική των επομένων ετών θα ήταν κυρίως προς όφελος των ασθενέστερων εισοδηματικών τάξεων (σίγουρα κάτι μας θυμίζει αυτό). Εν τούτοις, σύμφωνα με το οικονομικό πρόγραμμα που παρουσίασε, το 40,5% των συνολικών μειώσεων του προϋπολογισμού αφορούσε τον κοινωνικό τομέα – δηλαδή, μειώσεις στους τομείς της Υγείας, της Παιδείας κλπ (οι μειώσεις των δαπανών των υπουργείων στην Ελλάδα, με βάση τον προϋπολογισμό του 2011, είναι μηδενικές). 

Ένας από τους βασικούς πυλώνες του περιορισμού των δαπανών στον κοινωνικό τομέα, ήταν το πρόγραμμα που εγγυόταν ένα ελάχιστο κρατικό εισόδημα, στις οικογένειες χωρίς καθόλου οικονομικούς πόρους. Ο αριθμός των οικογενειών, οι οποίες θα λάμβαναν την ελάχιστη οικονομική βοήθεια το 1999, έπρεπε να μειωθεί δραστικά – από τις 14,8 εκ. οικογένειες το 1998, στις 2,5 εκ. οικογένειες το 1999 (δηλαδή, από 12.300.000 οικογένειες αφαιρέθηκε εντελώς το κρατικό επίδομα, αναγκάζοντας τες να καταλήξουν στο δρόμο)  

Ένα δεύτερο σημαντικό «συστατικό» του προγράμματος της κυβέρνησης, ήταν η  αναμόρφωση του συστήματος των κρατικών συντάξεων (μειώσεις). Ένα τρίτο «μέτρο» ήταν οι αποδέσμευση των μισθών όλων των εργαζομένων από τον ετήσιο τιμάριθμο, με την αιτιολογία ότι «αναθέρμαιναν» τον πληθωρισμό, η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, καθώς επίσης η μαζική απόλυση δημοσίων υπαλλήλων: «Ένα αναγκαίο κακό», σύμφωνα με την τότε κυβέρνηση, «με στόχο τη μείωση των δαπανών – πόσο μάλλον αφού η αυξημένη ανεργία, περιορίζει τις πληθωριστικές πιέσεις» (σίγουρα κάτι μας θυμίζει αυτό).      

Με σκοπό την επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου, ο οποίος είχε τοποθετηθεί από το ΔΝΤ, καθώς επίσης τον περιορισμό των δαπανών του δημοσίου, η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να αυξήσει το πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού (έσοδα, αφαιρουμένων των εξόδων, χωρίς τόκους), από το 0,5% του ΑΕΠ το 1998, στα 1,8% του ΑΕΠ το 1999. Περαιτέρω, ανέλαβε την ευθύνη για την επίτευξη μακροοικονομικής σταθερότητας, για αντιπληθωριστική νομισματική πολιτική, για «απελευθέρωση» των αγορών της στο εξωτερικό (στις αμερικανικές ή ευρωπαϊκές πολυεθνικές), για άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων κλπ (επίσης κάτι θα πρέπει να μας θυμίζει). 

Φυσικά, η παγίδα ρευστότητας, στην οποία είχε οδηγηθεί ο ιδιωτικός τομέας της χώρας, δεν «επέτρεψε» τη μείωση των επιτοκίων των τραπεζών της (λόγω της αυξημένης ζήτησης κεφαλαίων, απέναντι σε μειωμένη προσφορά), τα οποία παρέμειναν σε επίπεδα πέριξ του 40% (η επίδραση στην οικοδομική δραστηριότητα είναι προφανής – πόσο μάλλον, αφού τα επιτόκια των καταναλωτικών δανείων κυμαίνονταν μεταξύ 150% και 250%). Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι στην Ελλάδα, λόγω συμμετοχής της στην Ευρωζώνη, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο – τα αποτελέσματα είναι όμως τα ίδια, αφού οι τράπεζες δεν αυξάνουν μεν τα επιτόκια σε τέτοιο βαθμό, αλλά δεν δανείζουν τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Βέβαια, κάτω από τέτοιες προϋποθέσεις, ήταν αδύνατον να ανταγωνισθούν οι βραζιλιάνικες επιχειρήσεις τις ξένες πολυεθνικές οι οποίες, δανειζόμενες με τα επιτόκια των χωρών προέλευσης τους, άλωσαν στην κυριολεξία όλους τους κερδοφόρους κλάδους της βραζιλιάνικης οικονομίας (οι «τοπικές» επιχειρήσεις χρεοκόπησαν η μία μετά την άλλη, υπό το βάρος των επιτοκίων – στην Ελλάδα θα συμβεί το ίδιο, λόγω αδυναμίας δανεισμού των επιχειρήσεων). 

Το 2001, λιγότερο από τρία χρόνια μετά την παροχή του δανείου εκ μέρους του ΔΝΤ, στις μεγαλουπόλεις της νοτιοανατολικής πλευράς και του κέντρου της Βραζιλίας, είχε ξεσπάσει ένας απίστευτος «ταξικός» πόλεμος, ένας εμφύλιος πόλεμος δηλαδή τεραστίων διαστάσεων – με 40.000 θύματα συμπλοκών και πολυάριθμους βίαιους θανάτους. Το 90% της βίας, η οποία είχε καταλάβει τη χώρα, ήταν το αποτέλεσμα της εξτρεμιστικής φτώχειας, στην οποία είχε «υποχρεωθεί» ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού – μόλις το 10% καταλογιζόταν στο οργανωμένο, διεθνές έγκλημα.

Στο Sao Paulo, οι πάμπλουτοι επιχειρηματίες μετακινιόντουσαν μόνο με ελικόπτερα, ενώ οι απλά ευκατάστατοι πολίτες, με αλεξίσφαιρες λιμουζίνες. Ιδιωτικοί αστυνομικοί, με στρατιωτική εκπαίδευση και οπλισμό, καθώς επίσης τείχη ύψους τουλάχιστον τεσσάρων μέτρων, προστάτευαν τις πολυτελείς κατοικίες, ενώ ακόμη και η πρόσκληση επίσκεψης ενός φίλου της ανώτερης εισοδηματικής τάξης της χώρας, ισοδυναμούσε με πολεμική εκστρατεία.

Για να φτάσει δηλαδή κανείς στο σπίτι κάποιου φίλου του, για να χρησιμοποιήσει τον ανελκυστήρα ή για να εισέλθει σε κάποιον όροφο, ήταν απαραίτητη η γνώση και η χρήση μίας σειράς μυστικών κωδικών, μέσω των οποίων προστατευόταν οι χώροι διαμονής των ευκατάστατων πολιτών. Όλες οι πόρτες των σπιτιών ήταν ειδικά ασφαλισμένες, καλυμμένες με ανθεκτικά μέταλλα και πολλαπλές κλειδαριές, ενώ ακόμη και η μεσαία εισοδηματική τάξη ζούσε σε διαμερίσματα που θύμιζαν χρηματοκιβώτια.

Το 2002, έτος χρεοκοπίας της Αργεντινής (άρθρο μας), σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις της κυβέρνησης, από τα 173 εκ. των Βραζιλιάνων, τα 22 εκ. ζούσαν σε συνθήκες πλήρους εξαθλίωσης (με βάση την αντιπολίτευση 45 εκ., ενώ κατά την εκκλησία 55 εκ. πολίτες – πάνω από το 30% του πληθυσμού!). Εξαθλίωση σήμαινε χρόνιο, «βαρύ» υποσιτισμό, ο οποίος οδηγούσε στην ανικανότητα, στην πλήρη αναπηρία και στο θάνατο. Στη Βραζιλία ίσχυε τότε η παροιμία: «Η πείνα κυριαρχεί στα Βόρεια της χώρας – όχι στο Νότο, επειδή εκεί βρίσκονται τα σκουπίδια των πλουσίων».   

Στο κέντρο του Sao Paulo, στα σκαλοπάτια του καθεδρικού ναού, συναντούσε κανείς εκατοντάδες φτωχούς και πεινασμένους οι οποίοι, με το άδειο βλέμμα του χρόνια άνεργου, έψαχναν απεγνωσμένα στα σκουπίδια, βυθίζοντας το κεφάλι και τα χέρια τους στις βρώμικες πλαστικές σακούλες, για να βρουν ένα κομμάτι ξερό ψωμί, σαπισμένα λαχανικά, κόκαλα ή άλλα υπολείμματα τροφών. Η ανώτερη «τάξη» της μεγαλύτερης πόλης της Βραζιλίας έγινε ακόμη πιο πλούσια, με αποτέλεσμα οι τενεκέδες των σκουπιδιών της να είναι γεμάτοι – επιτρέποντας στην πληθώρα των φτωχών να αναζητούν εκεί έναν τρόπο παραμονής τους στη ζωή.

Εκείνη την εποχή, το έτος 2001, το εξωτερικό χρέος της χώρας αντιστοιχούσε στο 52% του ΑΕΠ, ενώ οι ληξιπρόθεσμοι τόκοι ήταν της τάξης του 9,5% επί του ΑΕΠ. Τον Αύγουστο του 2001, η κυβέρνηση της Βραζιλίας παρακάλεσε γονατιστή ακόμη μία φορά το ΔΝΤ για τη χορήγηση ενός νέου δανείου. Το αίτημα της έγινε αποδεκτό από το «συνδικάτο του διαβόλου», φυσικά με την υπογραφή ενός νέου «μνημονίου υποτέλειας», το οποίο της χορήγησε, για δεύτερη φορά μετά το 1998, 15 δις $ με επιτόκιο 7,5%.

Στη συνέχεια, ο υπουργός οικονομικών της Βραζιλίας εμφανίσθηκε χαρούμενος σε όλα τα ΜΜΕ, ανακοινώνοντας την «επιτυχή» έκβαση των διαπραγματεύσεων με το ΔΝΤ και ζητώντας από τους πολίτες νέες θυσίες – απαραίτητες για να ξεφύγει η χώρα από τη χρεοκοπία (μάλλον και αυτό κάτι μας θυμίζει). Το ΔΝΤ φυσικά, απαίτησε ακόμη μία φορά μεγάλες περικοπές στις δαπάνες του προϋπολογισμού, στους τομείς της Παιδείας, και της Υγείας – οι φορολογικές ελαφρύνσεις των υψηλών εισοδηματικών τάξεων παρέμειναν ως είχαν.

Στην περίπου οκταετή «θητεία» μίας κυβέρνησης (1994-2002), αποτελούμενης χωρίς καμία αμφιβολία από τα ικανότερα άτομα της προικισμένης με τεράστιο ορυκτό και λοιπό πλούτο χώρας, εκποιήθηκε σχεδόν το σύνολο των κερδοφόρων, δημοσίων επιχειρήσεων της. Μοναδική εξαίρεση η εθνική εταιρεία Petrobras (κάτι σαν τη δική μας ΔΕΗ σήμερα), η οποία παρέμεινε στην ιδιοκτησία του κράτους, χάρη στις τεράστιες «αμυντικές» προσπάθειες των εργαζομένων της.

Η πολιτική ηγεσία της χώρας, αιτιολόγησε ως εξής τις ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων: «Οι κρατικές εταιρείες μας είναι υγιείς και εξαιρετικά κερδοφόρες. Θα χρησιμοποιήσουμε τα έσοδα από την πώληση τους, για να ελαφρύνουμε τα βάρη του λαού της Βραζιλίας, οδηγώντας τον στην ανάπτυξη» (τα ίδια υπόσχεται και η δική μας ηγεσία σήμερα). 

Το αποτέλεσμα ήταν να πουληθούν πράγματι όλες οι δημόσιες επιχειρήσεις, σε σχετικά συμφέρουσες τιμές για το κράτος. Όμως, τα δισεκατομμύρια δολάρια που εισπράχθηκαν, χάθηκαν στην κυριολεξία στον αέρα. Όπως υποθέτουν οι ειδικοί, ένα μέρος από αυτά χρησιμοποιήθηκε πράγματι για να καλύψει τα «παραδοσιακά» ελλείμματα του προϋπολογισμού. Ένα άλλο μεγάλο μέρος όμως, κατευθύνθηκε στο εξωτερικό – στους ιδιωτικούς λογαριασμούς υπουργών, δικαστών, στρατιωτικών, υψηλόβαθμων δημοσίων λειτουργών και τραπεζιτών.

Ολοκληρώνοντας, οφείλουμε ίσως να προσθέσουμε, για αυτούς που πιθανότατα θα ισχυρισθούν πως η Βραζιλία σήμερα ξεπέρασε τα προβλήματα της (χωρίς να λάβουν υπ’ όψιν τον τεράστιο φυσικό πλούτο της χώρας), το γεγονός ότι είναι το κράτος με τη μεγαλύτερη «διάσταση» εισοδημάτων πλούσιων-φτωχών στον αναπτυσσόμενο και ανεπτυγμένο πλανήτη, πως το μέσο ετήσιο κατά κεφαλήν εισόδημα των κατοίκων της το 2007 ήταν 9.700 $ (30.500 $ στην Ελλάδα), ενώ το 31% του πληθυσμού της (άνω του 50% για την εκκλησία) συνεχίζει να ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Επί πλέον ότι, οι πολυεθνικές είναι οι απόλυτοι κυρίαρχοι της οικονομίας, ενώ ο τρόμος συνεχίζει να βασιλεύει, «στεγαζόμενος» στα τεράστια γκέτο με τους εξαθλιωμένους, πάμπτωχους Βραζιλιάνους.          

 

Η ΠΤΩΧΕΥΣΗ

 

Υποθέτοντας ότι όλα όσα συνέβησαν στη Βραζιλία δεν είναι μακριά από αυτά που θα συμβούν πολύ σύντομα στην Ελλάδα, εάν παραμείνουμε «υποτελείς» του ΔΝΤ, θεωρούμε σκόπιμη την εξέταση της χρεοκοπίας, σαν μία από τις ελάχιστες πλέον επιλογές μας. Όσον αφορά λοιπόν αυτήν την «εναλλακτική δυνατότητα», ουσιαστικά θα ήταν το ίδιο σαν να αναρωτιόμαστε, εάν θα ήταν προτιμότερος ο δρόμος της Αργεντινής ή της Βραζιλίας: η πτώχευση δηλαδή ή τα αυστηρά μέτρα εξοικονόμησης πόρων – σύμφωνα με την Οικονομία βέβαια, για την οποία αυτό που έχει σημασία δεν είναι εάν ένα «εγχείρημα» είναι καλό ή όχι (θα ήταν αδιανόητο να υποστηρίξει κανείς ότι η χρεοκοπία είναι καλή), αλλά εάν είναι καλύτερο από κάποιο άλλο.

 

Σχετικά με την Ελλάδα λοιπόν, φαίνεται ότι η επίσημη ανακοίνωση της πτώχευσης της, εκ μέρους της κυβέρνησης της, θα κόστιζε πάρα πολλά στη χώρα μας – αφού, χωρίς καμία αμφιβολία, τα αποτελέσματα της χρεοκοπίας ενός κράτους στην Οικονομία του, είναι καταστροφικά. Αμέσως μετά ακολουθεί

(α)  μία πολύ μεγάλη τραπεζική κρίση (οι τράπεζες είναι συνήθως αυτές που κατέχουν σημαντικό μέρος των ομολόγων δημοσίου, τα οποία υποχρεούνται να «αποσβέσουν»),

(β)  μία εκτεταμένη οικονομική κρίση (η εσωτερική ζήτηση μειώνεται, οι επενδυτές αποσύρουν μαζικά το σύνολο των χρημάτων τους, η παραγωγή συρρικνώνεται, ο πληθωρισμός «καλπάζει» – εάν η χώρα έχει το δικό της νόμισμα και «τυπώνει», διαφορετικά οι τιμές καταρρέουν – το χρηματιστήριο απαξιώνεται, η αγορά των ακινήτων επίσης, λόγω απουσίας αγοραστών κλπ), καθώς επίσης

(γ)  μία νομισματική κρίση (οι ξένοι επενδυτές «αποφεύγουν» για μεγάλο χρονικό διάστημα τη «χρεοκοπημένη» Οικονομία).         

Ή χρεοκοπία ενός κράτους σημαίνει πρακτικά για τους Πολίτες του τη μείωση των αποταμιεύσεων τους, επειδή είναι πιστωτές του κράτους τους (κάτοχοι ομολόγων δημοσίου), καθώς επίσης την περιορισμένη ανάληψη από τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους – επειδή, για κάποιο χρονικό διάστημα, δεσμεύονται από το κράτος. Εάν βέβαια υποχρεώνονταν να επιστρέψουν στο παλαιό νόμισμα (ισχύει μόνο για τις χώρες της Ευρωζώνης και για τους λογαριασμούς σε συνάλλαγμα), τότε οι δεσμευμένες καταθέσεις τους θα εξανεμίζονταν, από τον πληθωρισμό που θα μεσολαβούσε μέχρι να απελευθερωθούν – ενώ το «συνάλλαγμα» θα μετατρεπόταν στο νέο νόμισμα, με έναν ορισμένο δείκτη ανταλλαγής (είναι ένας από τους βασικούς λόγους, για τον οποίο είμαστε αντίθετοι με την έξοδο μας από την Ευρωζώνη).

Τα δάνεια των ιδιωτών και επιχειρήσεων θα ακολουθούσαν την ίδια διαδικασία, αλλά θα ήταν δύσκολο να αποπληρωθούν – λόγω της πιθανότατης αύξησης των επιτοκίων, της ανεργίας και της απώλειας της αξίας των περιουσιακών στοιχείων (αν και τα περισσότερα που θα μπορούσαν να συμβούν δεν είναι εύκολο να προβλεφθούν, αφού στηρίζονται σε αποφάσεις της εκάστοτε κυβέρνησης).          

Η έμμεση επιβάρυνση των Πολιτών όμως από τα καταστροφικά αποτελέσματα στην Οικονομία του κράτους (τράπεζες, επιχειρήσεις κλπ) είναι πολύ πιο επώδυνη – κυρίως λόγω της υψηλής ανεργίας που ακολουθεί, της αδυναμίας εισαγωγών (ειδικά του πετρελαίου, όπως και των προϊόντων που δεν παράγονται τοπικά), της περιορισμένης δυνατότητας πληρωμής των δημοσίων υπαλλήλων και των συνταξιούχων, καθώς επίσης της απώλειας πολλών κοινωνικών παροχών (παιδεία, υγεία κλπ), τις οποίες απολάμβαναν μέχρι τότε.

Εν τούτοις, η πτώχευση αποτελεί μία από τις διάφορες «λύσεις» που υπάρχουν, οπότε θα έπρεπε να εξετασθεί πάρα πολύ σοβαρά. Φυσικά δεν είναι ούτε λιγότερο, ούτε περισσότερο «αναξιοπρεπής» για μία χώρα, σε σχέση με την προσφυγή της στο ΔΝΤ – είναι δυστυχώς μία ανάλογη «λύση ανάγκης».

Σύμφωνα πάντως με τον Πίνακα II που ακολουθεί, η στάση πληρωμών της χώρας μας, το αργότερο το 2014 (τρία χρόνια μετά την εισβολή του ΔΝΤ, όπως συνέβη με την Αργεντινή), είναι πολύ δύσκολο να αποφευχθεί – εάν δεν μεσολαβήσει μία σημαντική διαγραφή δημοσίων χρεών, σε συνδυασμό με την αναδιάρθρωση των υπολοίπων (επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής, με χαμηλά επιτόκια).

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: ΑΕΠ, ύφεση, έλλειμμα και δημόσιο χρέος σε εκ. € – προβλέψεις

 

Μεγέθη/έτη

2009

2010

2011

2012

2013

2014

 

 

 

 

 

 

 

ΑΕΠ*

237.494

226.806

217.734

213.379

209.112

213.294

Ύφεση %**

 

-4,5%

-4,0%

-2,0%

-2,0%

2,1%

‘Έλλειμμα %**

-15,4%

-9,5%

-8,5%

-7,5%

-6,5%

-5,5%

‘Έλλειμμα

36.574

21.546

18.507

16.003

13.592

11.731

Δημ. Χρέος***

298.524

340.680

359.189

375.192

388.784

400.514

Δημ. Χρέος/ΑΕΠ

125%

150%

164%

176%

185%

188%

 

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Είναι μάλλον απίθανο να μπορέσει σήμερα ένα κράτος να δανεισθεί από τις αγορές με βιώσιμο επιτόκιο, όταν τα χρέη του υπερβαίνουν το 150% του ΑΕΠ του.

* ΑΕΠ «αποπληθωρισμένο» – χωρίς δηλαδή το φορολογικό ή άλλο πληθωρισμό, αλλά αφαιρούμενης της ύφεσης εξ ολοκλήρου

** Υπολογισμοί – υποθέτουμε ότι η σημερινή ύφεση είναι σχετικά περιορισμένη, λόγω της κατανάλωσης με τη συμμετοχή των αποταμιεύσεων (οι οποίες συνεχώς μειώνονται)

*** Δημόσιο χρέος 2009 και 2010 από το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2011

 

Εάν δεν συμβεί κάτι τέτοιο, εάν δηλαδή δεν υπάρξει διαγραφή χρεών, είναι κατά την άποψη μας άνευ σημασίας οι θυσίες που απαιτούνται από τους Πολίτες. Απλούστατα, τρία χρόνια αργότερα θα οδηγηθούμε μάλλον «πεινασμένοι» στη χρεοκοπία, χωρίς περιουσιακά στοιχεία, ρεζέρβες, εργασία και αποταμιεύσεις – αφού το ΔΝΤ  προηγουμένως θα έχει λεηλατήσει τόσο το δημόσιο, όσο και τον ιδιωτικό τομέα της Οικονομίας μας.   

Αντίθετα, εάν η Ελλάδα επέλεγε τη στάση πληρωμών, τότε θα διαπραγματευόταν τουλάχιστον τον περιορισμό των υφισταμένων χρεών της – με πιθανότερο αποτέλεσμα τη μείωση τους κατά 50-70%, καθώς επίσης το ξεκίνημα της οικονομίας της από ένα καινούργιο σημείο. Τότε, η ζημία θα επιβάρυνε κυρίως τους πιστωτές της – οι οποίοι έχουν  κερδίσει ήδη πάρα πολλά, εκμεταλλευόμενοι στο έπακρο τις αδυναμίες της.

Επομένως, σχετικά λιγότερο τους Πολίτες της, οι οποίοι δεν θα ήταν πλέον αναγκασμένοι να υπερφορολογηθούν ή να εκποιήσουν το δημόσιο πλούτο της χώρας τους, για να εξοφλήσουν τα λάθη (σπατάλη, διαφθορά, κακοδιαχείριση) των προηγουμένων κυβερνήσεων τους. Αρκεί φυσικά να μην συνέχιζαν να κάνουν τα ίδια λάθη, όπως μάλλον συνέβη στην Αργεντινή.

 

Η ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ

    

Εξετάζοντας εν πρώτοις τα ενδεχόμενα «πλεονεκτήματα» της εξόδου από την Ευρωζώνη ενός κράτους-μέλους, διαπιστώνουμε ότι θα ήταν κυρίως «νομισματικής φύσης» (υποτίμηση του νέου νομίσματος, λόγω «εκτύπωσης» χρημάτων για την πληρωμή μισθών ή συντάξεων, αύξηση των εξαγωγών ένεκα της μείωσης των τιμών κλπ). Θα μπορούσαμε επίσης να προσθέσουμε και τις δυνατότητες δανεισμού του «εξερχόμενου» μέλους από την Ε.Ε., ενώ θα υπήρχαν και διάφορα άλλα οφέλη (ισοτιμία ανταλλαγής νομίσματος με Ευρώ, κερδοφόρα «ανταλλαγή» ομολόγων κλπ), που θα προέκυπταν κυρίως από τη διαπραγμάτευση της «εξόδου» με την Ε.Ε.

Όμως, τα μειονεκτήματα της εξόδου μίας χώρας από την Ευρωζώνη είναι το λιγότερο καταστροφικά. Κατά την άποψη μας, ισοδυναμεί στην κυριολεξία με την καταδίκη της σε θανατική ποινή – με την εν ψυχρώ εκτέλεση της. Ακόμη και η προοπτική, η διαφαινόμενη πιθανότητα δηλαδή της εξόδου μίας χώρας από τη ζώνη του Ευρώ, θα δημιουργούσε από πολύ πριν τεράστιες πιέσεις (πωλήσεις) στις αγορές κρατικών ομολόγων, γεγονός που θα είχε σαν αποτέλεσμα μία υπερβολική άνοδο των επιτοκίων τους (spread – πτώση της αγοραστικής τους αξίας).

Οι παγκόσμιες χρηματαγορές θα αξιολογούσαν πολύ δυσμενέστερα τον κίνδυνο χρεοκοπίας και θα δυσκόλευαν κατά πολύ την παροχή νέων δανείων στο «εξερχόμενο» κράτος (αγορά καινούργιων ομολόγων του δημοσίου). Επί πλέον, είναι σχεδόν βέβαιη η συνεχής υποτίμηση του εθνικού νομίσματος της χώρας που εξέρχεται, με καταστροφικές συνέπειες για τις τράπεζες και τους εισαγωγείς της οι οποίοι, συμβεβλημένοι σε όρους Ευρώ, θα βρισκόταν αντιμέτωποι με τεράστιες διακυμάνσεις της ισοτιμίας του εθνικού τους νομίσματος – γεγονός που θα τους δημιουργούσε δυσανάλογες ζημίες, προβλήματα ρευστότητας κλπ.

Επίσης για τους Πολίτες της, αφού μία υποτίμηση της τάξης του 40% θα μείωνε τους πραγματικούς μισθούς ανάλογα – για παράδειγμα, τα 700 € βασικός μισθός θα περιοριζόταν αμέσως στα 420 €. Τέλος για το συνολικό, δημόσιο και ιδιωτικό, εξωτερικό χρέος της (περί τα 450 δις € σήμερα στην Ελλάδα), το οποίο θα αυξανόταν ανάλογα (στα 630 δις € στην Ελλάδα, ήτοι στο 300% του ΑΕΠ της!).

Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι, η ενδεχόμενη επιλογή της «λύσης» της χρεοκοπίας, δεν θα πρέπει να συνοδεύεται με την έξοδο της Ελλάδας από το χώρο του Ευρώ, αφού κανένας δεν μας υποχρεώνει σε κάτι τέτοιο. Κατά την άποψη μας, η ένταξη μίας χώρας στην Ευρωζώνη είναι ένας δρόμος χωρίς επιστροφή, αφού δεν υφίσταται η παραμικρή δυνατότητα να μπορέσει ένα κράτος να επιβιώσει, εξερχόμενο «ατομικά» – πόσο μάλλον όταν έχει απολέσει ολοσχερώς την ανταγωνιστικότητα του.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Οι λύσεις τύπου ΔΝΤ (υπερβολική φορολόγηση, έντονες μειώσεις μισθών, μαζικές απολύσεις κλπ), όχι μόνο δεν θα έχουν θετικά αποτελέσματα αλλά, αντίθετα, θα οδηγήσουν πολλούς  Έλληνες στην απόλυτη εξαθλίωση. Όσον αφορά δε τις «ερασιτεχνικές κινήσεις αντιπερισπασμού» της κυβέρνησης μας (συλλογή υπογραφών για επιβολή του ευρωομολόγου, συνεχής αναζήτηση της λύσης των προβλημάτων μας εκτός Ελλάδας, «άκαιρες» συμμετοχές σε συνέδρια ξένων κλπ), μειώνουν ακόμη περισσότερο τη Εθνική μας υπερηφάνεια, αντί να προσφέρουν ρεαλιστικές λύσεις – όσο τουλάχιστον δεν απαιτούμε, αλλά επαιτούμε.    

Αυτό που απομένει λοιπόν, εάν δεν υπάρξει στο άμεσο μέλλον η σωστή ευρωπαϊκή λύση (United States of Europe, με τη συμμετοχή της Ρωσίας και της Τουρκίας σε μία ελεύθερη ζώνη εμπορίου), εάν δεν ακολουθήσει η διαγραφή μέρους των χρεών μας, εάν δεν εξασφαλισθούν οι αναπτυξιακές προϋποθέσεις της οικονομίας μας και εάν δεν απαιτηθεί η εξόφληση των γερμανικών αποζημιώσεων, είναι να εκδιωχθεί το ΔΝΤ από τη χώρα μας (πληρωμή των μέχρι τώρα δανείων του, κανένα άλλο νέο δάνειο), ταυτόχρονα με τη «ψύχραιμη επιλογή» της στάσης πληρωμών – φυσικά με την παραμονή της Ελλάδας εντός του χώρου του Ευρώ.

Η «λύση» αυτή, η χρεοκοπία δηλαδή, είναι ασφαλώς εξαιρετικά επώδυνη (όχι μόνο για εμάς, αλλά και για την Ευρωζώνη – ενδεχομένως για ολόκληρο τον πλανήτη), αλλά σίγουρα καλύτερη από τη λεηλασία και την υποδούλωση της Ελλάδας στους ξένους εισβολείς – ενώ δεν πρόκειται φυσικά για τη συντέλεια του κόσμου. Σε κάθε περίπτωση, κατά την υποκειμενική μας άποψη φυσικά, «είναι προτιμότερο ένα τρομακτικό τέλος, από έναν τρόμο δίχως τέλος» – κατά την προσφιλή έκφραση των Γερμανών εταίρων μας.     

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 09. Ιανουαρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com 

 

 * Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2259.aspx

Αναζητώντας το χαμένο νόημα, ένα χαμένο κέντρο

Αναζητώντας το χαμένο νόημα, ένα χαμένο κέντρο…

 

[Με αφορμή μια επιστολή διαμαρτυρίας της ΠΕΘ προς το Υπουργείο Παιδείας και άλλες δημόσιες τοποθετήσεις]

 

Της Διοικούσας Επιτροπής του «ΚΑΙΡΟΥ»


 

Ι. Η δημοσιογράφος (;)

Διαβάζουμε, όχι χωρίς έκπληξη παραμονές Χριστουγέννων, άρθρο σε αθηναϊκή εφημερίδα – που φέρει την υπογραφή της Ισμήνης Χαραλαμποπούλου – με τίτλο: Νέα πρόταση βόμβα από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο: Μάθημα Θρησκευτικών με επισκέψεις σε τζαμιά. «Με το σκεπτικό ότι το μάθημα στη σημερινή του μορφή αποτελεί κατήχηση, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο προτείνει να διδάσκονται οι μαθητές βασικές αρχές  του Ισλάμ, του βουδισμού και του καθολικισμού για να μη νιώθουν «άβολα» (!) όταν έρχονται σε επαφή με αλλόθρησκους». [1] Η δημοσιογράφος (;) προφανώς θεωρεί ότι απευθύνεται σε αδαείς ή αστοιχείωτους.

Πώς αλλιώς να εξηγηθεί η προκλητική άγνοια και αποσιώπηση του γεγονότος, ότι οι μαθητές στα ελληνικά σχολεία και των τριών βαθμίδων διδάσκονται στο μάθημα των Θρησκευτικών, εδώ και πάρα πολλά χρόνια ,τις βασικές αρχές όχι μόνο «του Ισλάμ, του βουδισμού και του καθολικισμού» αλλά και πολλών άλλων θρησκειών; Είναι προϊόν άγνοιας, απαιδευσιάς, ηθελημένης στρέβλωσης ή υπαγορευμένου λαϊκισμού; Το βέβαιο είναι ότι, φλερτάροντας με την αθλιότητα, αναμοχλεύει τα πάθη της ελληνικής ψυχής -όπου και το υπαρκτό πρόβλημα της ξενοφοβίας [2]– και προσδοκά δημοσιογραφική επιτυχία, ήτοι θόρυβο και λάσπη· που δεν αργεί να έλθει…

 

ΙΙ. Η επιστολή διαμαρτυρίας της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (ΠΕΘ)

 

Διαβάζουμε λίγο πιο κάτω, όχι χωρίς περίσκεψη, ότι «Η  Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ) εξέφρασε την αντίθεσή της με τις απόψεις του συμβούλου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου» και ότι επίσης «απέστειλε επιστολή διαμαρτυρίας στην υπουργό Παιδείας κ. Άννα Διαμαντοπούλου  για τον τρόπο συγκρότησης της ομάδας εργασίας του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου». Κι ανατρέχουμε στην επιστολή από όπου ερανίζουμε τα εξής: «Με έκπληξή μας διαπιστώσαμε ότι όλα τα μέλη της ομάδας αυτής (και τα 15) ανήκουν στο νεοϊδρυθέντα, πανελλήνιο θεολογικό Σύνδεσμο ΚΑΙΡΟΣ, ως μέλη, ή συνεργάζονται μαζί του ή εκφράζουν και αποδέχονται τις απόψεις του συνδέσμου ως προς το χαρακτήρα που θα πρέπει να έχει η διδασκαλία του Μαθήματος των Θρησκευτικών, δηλ. αποδέχονται το θρησκειολογικό, πολιτιστικό-ιστορικό χαρακτήρα (….). Είναι γνωστό και με προηγούμενο Υπόμνημά μας προς εσάς, ότι η Ένωσή μας ιδιαιτέρως τονίζει ότι ο χαρακτήρας της διδασκαλίας του ΜτΘ πρέπει να είναι Ορθόδοξος Χριστιανικός Θεολογικός, αυτός που καταχρηστικώς και κατ' αναλογίαν ονομάζουν πολλοί ομολογιακό.»

 

ΙΙΙ. Η αναγκαιότητα για μια διευρυμένη διδασκαλία του Χριστιανισμού και του εν γένει θρησκευτικού φαινομένου στις ιστορικές, πολιτισμικές, ερμηνευτικές και κοινωνικές διαστάσεις τους.

 

Αναρωτιόμαστε: είναι ποτέ δυνατόν η Θεολογία και η διδασκαλία της να γίνει ερήμην της Ιστορίας, αδιαφορώντας για το πώς αυτή η Θεολογία ενέπνευσε και σαρκώθηκε σε πολιτισμό, ή εν αγνοία της πραγματικότητας, ότι κάθε λαός όπου γης αναζήτησε την Αλήθεια μέσα από τους δικούς του θρησκευτικούς δρόμους, που καλό θα ήταν να γνωρίζουν και να κατανοούν οι μαθητές μας; Η απάντηση είναι προφανής και όχι μόνο για τον ειδήμονα αλλά και τον στοιχειωδώς σκεπτόμενο. Εάν έτσι -αποκομμένους από την ιστορία, τον πολιτισμό και το διάλογο των θρησκειών- αντιλαμβάνεται η ΠΕΘ τη φύση και το χαρακτήρα, όχι μόνο του μαθήματος αλλά και της ίδιας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γιατί άραγε δεν αποστέλλει αντίστοιχες επιστολές διαμαρτυρίας για να εγκαλέσει και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, για παράδειγμα, η οποία, όπως διαβάζουμε [3], μόλις προχθές βράβευσε νέους που διακρίθηκαν σε διαγωνισμό «Νέοι – Εκκλησία – Πολιτισμός», ή ακόμη το Οικουμενικό Πατριαρχείο για τις πλείστες όσες διοργανώσεις του και συμμετοχές (περιττεύουν οι παραπομπές) σε εκδηλώσεις πολιτισμικού και κοινωνικού χαρακτήρα, αλλά κυρίως και κατ’ εξοχήν για τον επίσημο διάλογο που τόσο αυτό όσο και όλες οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες διεξάγουν με τις άλλες χριστιανικές παραδόσεις ακόμη και με τον Ιουδαϊσμό και το Ισλάμ; Θα αφήσουμε τους μαθητές μας έξω από αυτόν τον διάλογο;

 

IV. Η διγλωσσία της ΠΕΘ

 

Η ΠΕΘ που υπεραμύνεται του «Ορθόδοξου Χριστιανικού Θεολογικού» χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών -«αυτόν που καταχρηστικώς και κατ' αναλογίαν ονομάζουν πολλοί ομολογιακό»-, η ΠΕΘ που διαμαρτύρεται εγγράφως στην Υπουργό Παιδείας και καταγγέλλει «ως παράλογο και απολύτως αντιδημοκρατικό» τον αποκλεισμό της από την επιτροπή σύνταξης των νέων Προγραμμάτων Σπουδών -υποδεικνύοντας μάλιστα τον Σύμβουλο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου κ. Σταύρο Γιαγκάζογλου ως τον εμπνευστή της δόλιας επιχείρησης για την αλλοίωση του χαρακτήρα του μαθήματος-, είναι αυτή η ίδια ΠΕΘ που με Υπόμνημα (αρ. Πρ. 137/11-6-2010) το οποίο κατέθεσε προς την Υπουργό Παιδείας [4] υποστηρίζει τα ακριβώς αντίθετα! Εκεί λοιπόν, στο Υπόμνημα, άλλα λέει… Σταχυολογούμε ενδεικτικά:

α. «Το ελληνικό µάθηµα έχει ως βασικό κορµό τη γνωριμία και την οικείωση µε την ορθόδοξη Παράδοση, διδάσκονται όμως και άλλες θρησκείες του κόσµου, καθώς και ποικίλες κοσµοθεωρήσεις.».

β. «Με βάση το ανωτέρω πλαίσιο οι σκοποί του µαθήµατος των Θρησκευτικών είναι οι εξής:

1. Η γνωριμία και η βιωµατική προσέγγιση των μαθητών/τριών µε την Ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία και πρόταση ζωής. Η παρουσίαση στους νέους µας της συμβολής της Εκκλησίας στην ιστορία, τον πολιτισμό, τη διαμόρφωση της ταυτότητας και της ατοµικής και κοινωνικής ζωής των Ελλήνων.

2. Η γνωριµία µε τις άλλες χριστιανικές εκκλησίες και οµολογίες και η διερεύνηση του ρόλου του Χριστιανισµού στην ιστορία της Ευρώπης και του κόσµου.

3. Η παρουσίαση στους µαθητές/ριες των κυριότερων από τα υφιστάµενα θρησκεύµατα, µε κατά το δυνατόν αµερόληπτο και αντικειµενικό τρόπο και µε σεβασµό στις ιδιαίτερες αντιλήψεις και αξίες τους.

4. Η παρουσίαση, εκτός των θρησκευτικών, σηµαντικών φιλοσοφικών αντιλήψεων και στάσεων ζωής, από αυτές που σηµάδεψαν την πνευµατική ιστορία της ανθρωπότητας.»

γ. «Η θρησκευτική διδασκαλία στο σχολείο δεν υποκαθιστά την εκκλησιαστική κατήχηση, αλλά έχει ως σκοπό να καταστήσει τους μαθητές/ριες ικανούς να οικοδοµήσουν ελεύθερα τη δική τους ορθόδοξη θρησκευτική συνείδηση, φιλοσοφία και στάση ζωής και να αποκτήσουν την ικανότητα να διαλέγονται και να προβληµατίζονται πάνω σε θρησκευτικά και ηθικά ερωτήµατα».

δ. «Η Ορθόδοξη πατερική Θεολογία, όχι απλώς στέργει και συγκατανεύει στον οφειλόµενο σεβασµό έναντι της θρησκευτικής ετερότητας, ως πραγµατικότητας της ανθρώπινης ζωής, αλλά όντας ριζοσπαστικότερη από τις άλλες κοσµοθεωρίες, βλέπει τον «ξένο» ως εικόνα Θεού και προσδιορίζει τη στάση της απέναντι στον «άλλο», µε το κριτήριο της ανιδιοτελούς αγάπης, κατά το πρότυπο της αγαπητικής κοινωνίας των προσώπων της Αγίας Τριάδας. Με αυτό το δεδοµένο, βασική επιδίωξη της θρησκευτικής εκπαίδευσης είναι η εµφύτευση του σεβασµού στα δικαιώµατα όλων των ανθρώπων µε διαφορετικές πίστεις και αντιλήψεις. Για τον σκοπό αυτό, η διδασκαλία των άλλων θρησκειών θα πρέπει να είναι απαλλαγµένη από αρνητικά στερεότυπα, επιφανειακές κρίσεις, προκαταλήψεις και ανακριβείς πληροφορίες, ώστε να προάγει την αλληλοκατανόηση και τον αλληλοσεβασµό. Συγχρόνως θα πρέπει να αναπτύσσει την κριτική σκέψη των νέων σχετικά µε πιθανά αρνητικά στοιχεία των θρησκειών και να ενθαρρύνει ένα διάλογο γνωριµίας, που βασίζεται στην αλήθεια και όχι σε τεχνητά κατασκευασµένες συγκρητιστικές αντιλήψεις. Για τον σκοπό αυτό είναι απαραίτητη η συγκριτική γνώση του δόγµατος, της ηθικής, της λατρείας και της κοινωνικότητας των διαφόρων θρησκευµάτων και του Ορθόδοξου Χριστιανισµού.»

ε. «Είναι βεβαίως επιτακτική ανάγκη το µάθηµα να εκσυγχρονιστεί, µε σύγχρονα αναλυτικά προγράµµατα, σταθερά και µε σαφήνεια προσανατολισµένα στους στόχους που περιγράφηκαν προηγουµένως. Με βιβλία ανανεωµένα και ελκυστικά προς τον µαθητή, µε περιεχόµενο εµπεριστατωµένο, απλό, σαφές, περιεκτικό. Με εκπαιδευτικούς τακτικά επιµορφούµενους σχετικά µε τις νέες µεθόδους διδασκαλίας µε κατάλληλους επιµορφωτές. Με αίθουσες διδασκαλίας και υλικό εφάµιλλο της καθηµερινής τεχνολογικής πραγµατικότητας σε κάθε τάξη και βαθµίδα. Το νέο σχολείο, λοιπόν, που οραµατιζόµαστε και οργανώνουµε, ας πατήσει σε βάσεις γερές και δοκιµασµένες και ας προάγει ανθρωπιστικές αξίες που θα αναδείξουν προσωπικότητες, ικανές να δροµολογήσουν τη νέα ελληνική πραγµατικότητα.»

Βοηθήστε μας συνάδελφοι της ΠΕΘ να καταλάβουμε. Τι είναι όλα τα παραπάνω; «Λόγια για λόγια κι άλλα λόγια…»; Πότε εννοείτε τι· όταν διαμαρτύρεστε ή όταν υπομνηματίζεσθε; Πότε είναι το «ναι ναι» και πότε το «ου ου»; Πείτε μας, με ποια κριτήρια αλλάζετε πλεύση και επιχειρηματολογία; Ποιον νομίζετε πως μπορείτε να ξεγελάσετε με τούτη την απροκάλυπτη διγλωσσία; Και γιατί «ἀμνημονεῖτε» με τόση ευκολία –χωρὶς περίσκεψιν, χωρὶς λύπην, χωρὶς αἰδῶ– σεις πρώτοι του Υπομνήματός σας;

 

V. Γιατί, αλήθεια, η ΠΕΘ δεν συμμετέχει στην επιτροπή σύνταξης νέων Προγραμμάτων Σπουδών για την υποχρεωτική εκπαίδευση;

 

Αντιπαρερχόμενοι την ανακρίβεια και το ψεύδος «ότι όλα τα μέλη της ομάδας αυτής (και τα 15) ανήκουν στο νεοϊδρυθέντα, πανελλήνιο θεολογικό Σύνδεσμο ΚΑΙΡΟΣ», καθώς και την ανεπίτρεπτη – για νοήμονες και φυσικά καλής προαίρεσης ανθρώπους – διαστρέβλωση των απόψεων του ΚΑΙΡΟΥ για το χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών,[5] ας εξετάσουμε γιατί στ’ αλήθεια δεν συμμετέχει – παρότι διαμαρτύρεται εντόνως για τη μη συμμετοχή της- στην επιτροπή εμπειρογνωμόνων που συγκροτήθηκε με ευθύνη του Υπουργείου για τη συγκρότηση νέων Προγραμμάτων Σπουδών στην υποχρεωτική εκπαίδευση. Είναι γεγονός ότι η ΠΕΘ -στη διαμαρτυρόμενη τουλάχιστον εκδοχή της- παραμένει εγκλωβισμένη σε μία επιστημονικά αστήρικτη και θεολογικά αδικαίωτη επιλογή, η οποία αντιλαμβάνεται τη Θεολογία και τη διδασκαλία της ως ένα περίκλειστο και παγιωμένο στη στασιμότητά του σύστημα που δικαιούται να αγνοεί το παρόν. Είναι δυνατόν να μην αντιλαμβάνεται ότι, εμμένοντας σε αυτόν τον απομονωτισμό και την κλειστοφοβική αντίληψη για τη Θεολογία και τη διδασκαλία της στο δημόσιο σχολείο, αυτοαποκλείεται με δική της ευθύνη από το Γενικό Πλαίσιο Βασικών Αρχών και Προσανατολισμών που έθεσε το Υπουργείο Παιδείας, δηλώνοντας εξ αρχής ότι «το Πρόγραμμα Σπουδών οφείλει να διαχειριστεί μια σειρά από εντάσεις που δημιουργεί σήμερα η ταχύτατη μεταβολή κοινωνικών, εργασιακών, επικοινωνιακών κ.ά. χαρακτηριστικών της Ελληνικής πραγματικότητας· μιας μεταβολής που δεν επιτρέπει να δει κάποιος το μέλλον αποκλειστικά με όρους παρελθόντος»; Φυσικά και το αντιλαμβάνεται…

Είναι γνωστό σε όλους ότι η επιτροπή σύνταξης νέων ΠΣ συστάθηκε ύστερα από δημόσια πρόσκληση συμμετοχής σε αυτήν που απηύθυνε το Υπουργείο Παιδείας μέσα από μια ανοικτή -ήδη από τον Ιούνιο 2010- και προσβάσιμη στον οποιονδήποτε -μέσα από την επίσημη ιστοσελίδα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου- διαδικασία εγγραφής στο Μητρώο εμπειρογνωμόνων. Εύλογα γεννάται το ερώτημα: Μπήκε, άραγε, κάποιο από τα μέλη της διαμαρτυρόμενης για αποκλεισμό ΠΕΘ σε αυτήν την ανοικτή διαδικασία; Αν κρίνουμε από τις αντιδράσεις, μάλλον όχι. Διότι, όσοι έκαναν τον κόπο και μπήκαν σε αυτήν τη διαδικασία, διαπίστωσαν ότι σε αυτήν τη «φόρμα εγγραφής» τα στοιχεία που καταγράφει ο ενδιαφερόμενος δεν αφορούν στη συνδικαλιστική του δράση ή τη συμμετοχή του σε οποιαδήποτε Ένωση ή Σύνδεσμο, αλλά  στην επιστημονική συγκρότηση και την εκπαιδευτική του εμπειρία. Αντί όμως η ΠΕΘ να προσαρμοσθεί με τα επιστημονικά και εκπαιδευτικά κριτήρια που ισχύουν πλέον, συνηθισμένη ίσως σε ήθη άλλων εποχών, τι κάνει; Διαμαρτύρεται και φωνασκεί, ειρωνεύεται [6] και λασπολογεί, απαιτώντας από την Υπουργό «λόγω αρχαιότητας να… διαταχθεί» (!) η συμμετοχή της σε αυτήν. Ενώ, αντίθετα, θα όφειλε με ευθύτητα να αναρωτηθεί και να απολογηθεί – πρώτα στα ίδια τα μέλη της – είτε για την πιθανή ολιγωρία είτε για τον αυτοαποκλεισμό της. Επίσης θα όφειλε, πριν απαιτήσει τόσο εμφατικά και απόλυτα τη συμμετοχή της στην επιτροπή, να απαντήσει ξεκάθαρα στην ερώτηση: Με ποιους όρους και προϋποθέσεις διεκδικεί αυτή τη συμμετοχή; Με αυτούς της διαμαρτυρόμενης επιστολής ή με αυτούς του προαναφερθέντος και άρτι διαγραφέντος από τη μνήμη της Υπομνήματος;

 

VI. Πού άραγε στοχεύουν και πού οδηγούν οι αήθεις επιθέσεις των ημερών;

 

Η προσωπική επίθεση στον Σύμβουλο των Θεολόγων του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου κ. Σταύρο Γιαγκάζογλου και η επιχείρηση σπίλωσης του έργου του είναι προφανές ότι, ενώ τον περιέχει και τον στοχοποιεί, τον υπερβαίνει κατά πολύ. Αυτό που καίρια επιχειρείται να βληθεί είναι το πνεύμα που κομίζει και υπηρετεί: της έντιμης, διακριτής και δημιουργικής σύνθεσης – σε ένα τόσο νευραλγικό πεδίο, όπως αυτό της δημόσιας θρησκευτικής εκπαίδευσης – με στόχο την ανάκτηση της χαμένης αξιοπρέπειας ενός μαθήματος, που κάποιοι θερμόαιμοι υπερασπιστές του – ίσως και ανεπίγνωστα – το καθιστούν γραφικό, συρρικνωμένο, καχεκτικό, αναντίστοιχο με την εποχή του, κι εντέλει απόν ή εξοβελιστέο από το δημόσιο χώρο…

Σε μια εποχή που βρισκόμαστε όλοι – ατομικά και συλλογικά – αντιμέτωποι με τη διεθνή απαξίωση της πατρίδας μας και το φάσμα μιας πολυδιάστατης χρεοκοπίας να στέκει απειλητικό εμπρός μας, αναρωτιόμαστε: τι άλλο θα πρέπει να συμβεί, για να τολμήσουμε να αντικρίσουμε τον εαυτό μας – ατομικό και συλλογικό – όπως πράγματι είναι; [7] Μέχρι πότε θα αναπαράγουμε αυτό το κράμα μεγαλομανίας και μειονεξίας που συνθέτει την περίφημη «νεοελληνική μας ταυτότητα»; Μέχρι πότε θα κυριαρχεί στο δημόσιο λόγο αυτό το άθλιο μείγμα λαϊκισμού και μισαλλοδοξίας που εκμαυλίζει συνειδήσεις; Μέχρι πότε οι πνευματικοί θεσμοί και οι επιστημονικές ενώσεις θα ασκούνται υποκριτικά στη διγλωσσία, προδίδοντας έτσι και το πνεύμα και την επιστήμη που εκπροσωπούν; Πότε, επιτέλους, θα ξαναβρούμε το χαμένο νόημα, εκείνο το χαμένο κέντρο;

 

 

* Η ΔΙΟΙΚΟΥΣΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

του Πανελλήνιου Θεολογικού Συνδέσμου «ΚΑΙΡΟΣ

– για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης»

 

Κωνσταντίνου Μιλτιάδης, Καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ

Μόσχος Δημήτριος, Λέκτορας του Τμήματος Θεολογίας του ΕΚΠΑ

Παπαδόπουλος Γιώργος, Θεολόγος

Μαυροκωστίδης Γρηγόριος, Θεολόγος

Αμπατζίδης Θεόφιλος, Θεολόγος

Παπασωτηρόπουλος Xριστόφορος, Θεολόγος

Καζλάρη Πηγή, Θεολόγος

Σταματέλου Nόνη, Θεολόγος

Αργυρόπουλος Ανδρέας, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων

 

Παραπομπές

 

[1] Βλέπε: http://www.protothema.gr/greece/article/?aid=96848&acpn=2.

[2] Είναι πραγματικά ανησυχητικό να αναπαράγεται ακόμη και από ποιμενάρχες της Εκκλησίας του Χριστού «του ουκ έχοντος που την κεφαλήν κλίναι» (Μτ 8,20) και γεννηθέντος «εν φάτνει αλόγων δια την ημών σωτηρίαν», στάσεις ξενοφοβίας και ρατσισμού με φράσεις -δημόσιες- όπως: «Γι’ αυτό που λέγεται, ότι το μάθημα των Θρησκευτικών έχει έναν κατηχητικό και ομολογιακό χαρακτήρα, έχω να πω το εξής: Η θρησκειολογία διδάσκεται στην θεολογική Σχολή. Και όταν λέμε θρησκειολογία, εννοούμε στοιχεία των άλλων θρησκειών. Τώρα, γιατί ο μαθητής του γυμνασίου πρέπει να ξέρει τι διδάσκει ο βουδισμός ή τι διδάσκει ο μωαμεθανισμός, αυτό δεν το καταλαβαίνω. Δεν βρίσκω απαραίτητο, το παιδάκι του γυμνασίου να διδαχτεί θρησκειολογία. Βέβαια, εμείς δεχτήκαμε και δεχόμαστε όλους εκείνους, οι οποίοι ήρθαν στην Ελλάδα σαν μετανάστες από την πόρτα και όχι από την σκεπή. Εκείνους δηλαδή που ήρθαν νόμιμα. Τους δεχτήκαμε και τους σεβόμαστε. Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα μαζί τους και συνυπάρχουμε μαζί τους. Όμως, η παρουσία τους εδώ δεν θα αλλάξει την δική μας ταυτότητα και τον δικό μας τρόπο ζωής. Σε όποιον αρέσει. Εγώ σέβομαι τον άλλον, την πίστη του κάθε ανθρώπου και όταν διδάσκεται το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία, μπορεί ο μουσουλμάνος, ο βουδιστής ή ο ινδουιστής να απέχει από το μάθημα, όχι όμως, να αλλάξουμε εμείς την ταυτότητά μας, εξαιτίας της παρουσίας μαθητών με διαφορετικά θρησκεύματα» (βλέπε: http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=4329, αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Φωνή της Ξάνθης», 28-12-2010).

Αλήθεια, σεβασμιώτατε, ο υιός του ανθρώπου εισήλθε «από την πόρτα», «νόμιμα» ή «ώσπερ ξένος και αλήτης»; Και οι προτροπές του Μεγάλου Βασιλείου: «Δος τω αδελφώ και τω ξένω. Μήτε τον αδελφόν αποστραφής, και τον ξένον αδελφόν οικείον ποίησαι. Μη πρόκρινε τον φίλον από του αλλοτρίου… Πάντες συγγενείς, πάντες αδελφοί, ενός πατρός έκγονοι πάντες» (Ομιλία ρηθείσα εν Λακίζοις, PG 31, 1441A-1441B), σε ποιον απευθύνονται;   

[3] Βλέπε: http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/holysynod.asp?id=1256&what_sub=d_typou

[4] Βλέπε από την ιστοσελίδα της ΠΕΘ: http://www.petheol.gr/Genui/ipomnima.pdf. Στην εν λόγω ιστοσελίδα          μπορεί κανείς να αναζητήσει όλα τα κείμενα, αποσπάσματα των οποίων παραθέτουμε σε εισαγωγικά.

[5]       Βλέπε τη Διακήρυξη του ΚΑΙΡΟΥ στην ιστοσελίδα του Συνδέσμου:

                http://www.kairosnet.gr/joomla/index.php?option=com_content&view=article&id=2:2010-04-23-16-50-54&catid=9:declaration&Itemid=10

[6]       Βλέπε Ανακοίνωση-Απάντηση που εξέδωσε η Γραμματεία της ΠΕΘ στις 20-12-2010 και κοινοποίησε στο δικτυακό τόπο: http://www.esos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=10827:oi-theologoi-apantoun-ston-simboulo-tou-paidagogikou-institoutou&Itemid=1796.

[7]       Κάποιοι βέβαια, το τολμούν. Πρόσφατα, για παράδειγμα, ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος σε ομιλία του με θέμα «Εθνική φυσιογνωμία και Ορθόδοξη Οικουμενικότητα στη σημερινή Ελλάδα», με μια αυτοκριτική διάθεση και εντιμότητα που σπανίζει, επισημαίνει: «Καταντήσαμε περπατούσες εγκυκλοπαίδειες δογματικής, οσφραινόμαστε έναν αιρετικό από μίλια μακριά, κι αν δε βρούμε, βαφτίζουμε εύκολα κάποιους», προσθέτοντας πιο κάτω: «Ίσως να έχει φτάσει ο καιρός για την "ήττα" της Ορθοδοξίας. Μια ήττα που θα δώσει τη δυνατότητα για να βάλουμε αρχή, νέα αρχή, που δε θα στηρίζεται στη δύναμη και την εξουσία που υπόσχονται νίκες και κυριαρχίες, αλλά στην αξιοποίηση της αποτυχίας, στο κέρδος που ανθίζει από την αποδοχή της αστοχίας". (βλέπε: http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=4351)

Νίκος Τεμπονέρας: 20 χρόνια μετά

Νίκος Τεμπονέρας: 20 χρόνια μετά

 

Του Μιχάλη Βασιλάκη* (Ομιλία)


 

Συναγωνιστές, φίλοι και σύντροφοι

Θέλω κατ΄ αρχήν να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες μας στην ΟΛΜΕ-ΔΟΕ, τους φοιτητές και σπουδαστές που μας παραχώρησαν βήμα χαιρετισμού σ’ αυτή  την αγωνιστική συγκέντρωση. Αυτές οι ευχαριστίες δεν έχουν να κάνουν με κάποια τυπική ευγένεια, αλλά με ουσιαστικούς πολιτικούς λόγους.

Γιατί αποδείχνεται πως μπορεί να υπάρχει δημιουργική επικοινωνία ανάμεσα σε κοινωνικές μαζικές συλλογικότητες και πολιτικές συλλογικότητες, ανεξάρτητα από διαφορές απόψεων, αντιθέσεων ακόμη και συγκρούσεων. Γιατί επιβεβαιώνεται μέσα από’ αυτή την επικοινωνία κάτι εξαιρετικά σημαντικό. Ότι η ταξική πάλη είναι και αναγνωρίζεται σαν η δημιουργική δύναμη της κοινωνικής εξέλιξης. Γιατί επιβεβαιώνεται πως η δημιουργικά ολοκληρωμένη εξέλιξη της ταξικής πάλης μπορεί να συντελείται μέσα στις μαζικές κοινωνικές οργανώσεις σε όλα τα επίπεδα. Αυτό μάλιστα είναι βασική υποχρέωση και καθήκον των πολιτικών συλλογικοτήτων.

Ο στενός κομματισμός το ίδιο με τον απολíτικo και αποιδεολογικοποιημένο κεντρισμό με όλους και με όλα, όχι μόνο δημιουργεί προβλήματα στην κοινωνική κινητικότητα αλλά ουσιαστικά οδηγεί στην απαγόρευση της ταξικής πάλης, δηλαδή της κοινωνικής εξέλιξης.

Γι’ αυτό, δύο χρόνια πριν ζητήσαμε, παρακαλέσαμε τους εκπαιδευτικούς φορείς  ΟΛΜΕ-ΔΟΕ, φοιτητές και σπουδαστές ν’ αναλάβουν την ευθύνη αυτής της συγκέντρωσης μνήμης και τιμής σ΄ ένα αγωνιστικό σύμβολο της γνώσης και της εργασίας, το Νίκο Τεμπονέρα όχι τυχαία.

Τα πρώτα ιδιαίτερα χρόνια από τη θυσία του Νίκου, γίναμε αποδέκτες μιας έντονης και μάλλον όχι αθώας κριτικής.  Πως και γιατί έναν αφοσιωμένο κομμουνιστή τον παρουσιάζαμε απλά σαν έναν προοδευτικό, δημοκρατικό άνθρωπο. Στην κριτική αυτή απαντήσαμε με την πιο πάνω θέση μας και με το σκεπτικό ότι ο σοσιαλισμός  – το ιδανικό της κομμουνιστικής απελευθέρωσης, θα μπορέσει να υλοποιηθεί τότε μόνο όταν οι φορείς αυτών των ιδεών και σαν ατομικές προσωπικότητες εμπνεύσουν, τις πιο πλατιές προοδευτικές δημοκρατικές μάζες της κοινωνίας, δηλαδή την πλειοψηφία ων δυνάμεων της εργασίας.

Αν ήταν εδώ ο Τεμπονέρας, αν μπορούσε να μας μιλήσει με την γλώσσα των ζωντανών ν’ απευθυνθεί σε μας τώρα, θα μας έλεγε:

«Δεν θέλω να με τιμάτε  σαν θύμα, γιατί τέτοιο δεν υπήρξα. Ήξερα το κόστος των ιδεών μου, των αξιών της εργασίας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας και κατέθεσα αγόγγυστα τη ζωή μου σ’αυτά. Γιατί δεν ήθελα να υστερήσω από κανέναν από σας, γιατί στη θέση μου μπορεί νάταν ο καθένας από σας.»

Και είναι αυτό η βαθειά συνείδηση του λαού και της νεολαίας που είκοσι χρόνια μετά συνομήλικοι του Νίκου αλλά και αγέννητοι το ’91 ενώνονται στο σύνθημα:

«ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΓΩΝΕΣ ΛΑΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΛΑΙΑΣ, ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΔΕΙΧΝΕΙ Ο ΝΙΚΟΣ ΤΕΜΠΟΝΕΡΑΣ»

Εκφράζει αυτό την ακλόνητη  και συνειδητή πεποίθηση λαού και νεολαίας, ότι αυτός ο δρόμος του ΝΙΚΟΥ ΤΕΜΠΟΝΕΡΑ, είναι ο δρόμος της δικής τους νίκης.

Γι’ αυτό και μόνο η λέξη ΤΕΜΠΟΝΕΡΑΣ σκορπά τον τρόμο στους στρατηγούς των ανέμων του Πολύδωρα. Γι αυτό ο κ. Μητσοτάκης θεώρησε τον Τεμπονέρα αρχή του τέλους της εξουσίας του.

Αγαπητοί φίλοι και συναγωνιστές.

Όσο κι αν το ’91 απέχει πολύ από το 2011 οι αναλογίες τους δυστυχώς είναι έκδηλες, τόσο στο οικονομικό, κοινωνικό και ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο όσο και στους συνασπισμούς εξουσίας του τότε και του σήμερα.

Το φαινόμενο Κοσκωτά εκείνης της περιόδου έμεινε ουσιαστικά πολιτικά και κοινωνικά αδιερεύνητο γιατί συσκοτίστηκε από την ποινικολαγνεία των αρχαγγέλων της κάθαρσης που οδήγησε τον τότε Πρωθυπουργό στο ειδικό δικαστήριο!

Από όποια άποψη αν το δει κανείς σήμερα, αυτό το φαινόμενο, δεν ήταν παρά μια εξαιρετικά πρώιμη επιχείρηση χρηματιστηριακής δόμησης και λειτουργίας της οικονομίας και κοινωνίας. Βρήκε απέναντί της όλα τα παλιά εξουσιαστικά τζάκια που πανικοβλήθηκαν από τον κίνδυνο παραγκωνισμού τους στην νομή της εξουσίας από τους καινούργιους νονούς του χρήματος, του χρηματιστηριακού κεφαλαίου που αναδυόταν με τους πιο επιθετικούς όρους στο πρόσωπο του Κοσκωτά. Όμως πριν ακόμη καταδικαστεί ο Κοσκωτάς γιατί παράγαγε και διέθετε αξίες από το μηδέν ως ιδιωτικό Χρηματιστήριο, ο δρόμος που άνοιξε, απόκτησε τα θεσμικά του θεμέλια από την διαχείριση του ’90-93 για να ολοκληρωθεί σαν οικονομικό και κοινωνικοπολιτικό οικοδόμημα μέχρι το 2004 και να οδηγηθεί στην κατάρρευση το 2009-2011.

Το   ’92 για όσους μπορούν να παρακολουθήσουν την πολιτική ιστορία του τόπου χωρίς να χάνονται σε λεπτομέρειες και σκοπιμότητες της συγκυρίας, ήταν χρονιά ορόσημο για τις εξελίξεις στο νεοελληνικό, κοινωνικό σχηματισμό. Ήταν χρονιά ορόσημο για την ΕΥΡΩΠΟΙΗΣΗ του εθνικού νομίσματος, της δραχμής, μέσα στο πρόπλασμα του ΕΥΡΩ, το νομισματικό ευρωκαλάθι. Η με τεχνοκρατικούς  δημοσιονομικούς όρους διατήρηση της δραχμής  σ’αυτό το ευρωκαλάθι για την τελική μετάλλαξή του σε  ευρώ το 2000, απαιτούσε εξαιρετικά βίαιες, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές προσαρμογές, ανάλογες των σημερινών της κατοχικής διεθνούς αρμοστείας.

Η εθνική εξυγίανση τότε, ίδια με τη σημερινή.

Ξεπούλημα του δημόσιου παραγωγικού ιστού, λουκέτα στη βιομηχανία, ξεθεμελίωμα της κοινωνικής ασφάλισης, μετατροπή της δημόσιας διοίκησης σε ομάδες μεσιτών, μετατροπή της εκπαίδευσης σε προνόμιο από δικαίωμα, πυρ ομαδόν στις εργατικές κατακτήσεις, τις εργασιακές σχέσεις, σε κάθε πραγματική κοινωνική αξία της εργασίας.

Ο Πρωθυπουργός του τότε συνασπισμού εξουσίας, ο κ. Μητσοτάκης, δήλωσε μόλις χθες, ότι σήμερα αισθάνεται απόλυτα δικαιωμένος για την πολιτική του ’90-93καθώς έχει πλήρως υιοθετηθεί σήμερα. Σ΄αυτή βέβαια περιλαμβάνεται και η δολοφονία Τεμπονέρα.

Συμφωνούμε. Γιατί οι δυνάμεις του σημερινού συνασπισμού εξουσίας της ηγετικής ομάδας Παπανδρέου στο ΠΑΣΟΚ με στήριγμα τον Καρατζαφέρη, είναι ίδιος με τον συνασπισμό εξουσίας της δικής του Πρωθυπουργίας που διαλύθηκε από τα ορμητικά κύματα του μαθητικού κινήματος που πλήρωσε το κόστος των αγώνων του με το αίμα του Ν. Τεμπονέρα. Βέβαια ο σημερινός συνασπισμός εξουσίας είναι πιο στέρεος με διεθνικά πολιτικά στηρίγματα τους κατοχικού χαρακτήρα εξουσιαστικούς μηχανισμούς του μνημονίου, πιο επιθετικός, πιο αδηφάγος, με πολυπλόκαμους μηχανισμούς πολιτικής τρομοκρατίας του λαού και μανιπουλαρίσματος της λαϊκής αγανάκτησης. Η ελλειμματικότητα της βοναπαρτικής εξουσίας καλύπτεται από τις στρατιές των εκατοντάδων πρωθυπουργικών συμβούλων, μάναντζερ διακυβέρνησης όπως τους ονομάζουν, που υποκαθιστούν κυβέρνηση εμφανίζοντας την ως ανδρείκελα  και εθνικό κοινοβούλιο, το οποίο εκθέτουν συνειδητά, βάναυσα και σκόπιμα στα μάτια του λαού.

Στον ίδιο ρόλο και ο καταιγισμός μιας εξοργιστικά χυδαίας και χοντροκομμένης προπαγάνδας από τους καλοπληρωμένους αλλά άξεστους εκπροσώπους του παρασιτισμού στα Μ.Μ.Ε.

Κεντρικός τους στόχος να μας κάνουν να νοιώθουμε ντροπή επειδή είμαστε εργαζόμενοι, επειδή θέλουμε μόρφωση.

Ούτε λίγο ούτε πολύ, το Αλαφουζέϊκο, το Ψυχαρέϊκό και οι άλλοι βαρόνοι της αποπληροφόρησης έχουν βάλει την εργασία και την εργατική τάξη στη θέση των Εβραίων στην περίοδο του ναζισμού και του ολοκαυτώματος. Οι εργαζόμενοι με σταθερές σχέσεις εργασίας, οι εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ, το δημόσιο, πρέπει να νιώθουν το λιγότερο εθνικοί προδότες, επειδή αρνούνται ν’ αποδεχτούν τον νεοφεουδαρχισμό στις εργασιακές σχέσεις τύπου Κούνεβα, υπονομεύοντας έτσι τον σύγχρονο  παπανδρεϊκό πατριωτισμό του ΕΡΖΕΡΟΥΜ που κατάκλυσε τις τηλεοπτικές οθόνες για τρείς μέχρι σήμερα μέρες.

Όμως ας δούμε αυτό τον  πατριωτισμό όχι σαν καλοπληρωμένη προπαγάνδα των ΜΜΕ με συγκεκριμένους στόχους την κλιμάκωση της επίθεσης στα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα, αλλά από τι έγινε στην πραγματικότητα.

Ο Ερντογάν στο πιο κρίσιμο ζήτημα που συνδέεται και με συγκρούσεις  συμφερόντων στην ανατολική Μεσόγειο, το Κυπριακό, έθεσε ορθά κοφτά ζήτημα αποδιεθνοποίησής του. Να φύγει από τα πλαίσια του ΟΗΕ και να συζητηθεί  στα πλαίσια τετραμερούς διάσκεψης Τουρκία – Ελλάδα, Ελληνοκύπριοι – Τουρκοκύπριοι με τον εγγυητικό ρόλο της Αγγλίας!. Το τί σημαίνει αυτό  είναι σ’ όλους φανερό. Ο Παπανδρέου στην δημόσια τοποθέτησή του δεν απάντησε αν και από τα διπλωματικά θέσμια ήταν η έπρεπε να ήταν από τα πριν ενημερωμένος γι αυτή τη θέση του Ερτογάν.. Το ερώτημα είναι αν συζητήθηκε και αν συμφωνήθηκε κιόλας  ένα τέτοιο πλαίσιο στην τρίωρη μεταξύ τους συνάντηση. Ο Παπανδρέου οφείλει ν’ απαντήσει. Για την Ελλάδα ρε γαμώτο!!! Αν δεν απαντήσει του επιστρέφεται ο ρόλος του «εθνικού» μειοδότη που απεύθυνε πρόσφατα στους αντιπάλους του.

Κλείνω με μια αναφορά στην εκπαίδευση που εργάτης της ήταν  ο Νίκος Τεμπονέρας, βάζοντας ένα ερώτημα.

Ένας πολύ καλός, άριστος  μαθητής ακόμη και του καλύτερου γενικού Λυκείου της χώρας, χωρίς να περάσει από το σαδιστικό κλίβανο της φροντιστηριακής προπόνησης  πριν ακόμη και από την Γ΄ Γυμνασίου. Ποιός θά΄ναι ο άριστος βαθμός που μπορεί να πετύχει στις  Πανελλαδικές εξετάσεις!. Μετά λόγου γνώσεως το άριστα του θάναι το 15.

Το backround δηλαδή η βάση του γνωσιολογικού περιεχομένου του απολυτηρίου του λυκείου με δυσκολία κάτω απο αυτά τα δεδομένα προσεγγίζει το 6½.

Άρα ή σχολείο δεν υπάρχει, ή οι πανελλαδικές εξετάσεις είναι διαστροφικά σαδιστικές και ταξικός Προκρούστης για τη νεολαία. Πιο από τα δυο ισχύει; Ισχύουν και τα δύο.

Το γνωσιολογικό περιεχόμενο για τις ανάγκες της επιχειρηματικοποιημένης Ανώτατης εκπαίδευσης  του απολυτηρίου του Γενικού Λυκείου καταχτιέται και προσδιορίζεται έξω από το σχολείο και μάλιστα εχθρικά προς το σχολείο , ενώ το γνωσιολογικό περιεχόμενο στην Τεχνική Επαγγελματική εκπαίδευση είναι ανύπαρκτο.

Αν μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την κατάσταση του σχολείου με τη γενική έννοια του εκπαιδευτικού συστήματος θα λέγαμε ότι συνειδητά οδηγήθηκε στην  αναρχοαυτόνομη μορφή από  τη μια και στο ακραία αυταρχικό, συγκεντρωτικό και ταξικό περιεχόμενο από την άλλη. Αυτή είναι η κρίση του που χρησιμοποιείται για  να ισοπεδωθεί και το εκπαιδευτικό σύστημα και η εκπαίδευση σαν δημόσιο αγαθό και σαν έννοια. Να μπουν στη θέση των τίτλων σπουδών των πτυχίων, των διπλωμάτων του αυτοτελούς εκπαιδευτικού συστήματος -κατάκτηση της κοινωνίας εκατοντάδων χρόνων- , οι πιστωτικές μονάδες των εφήμερων και αναλώσιμών εξειδικεύσεων, για να φτηνύνει ακόμη περισσότερο η εργατική δύναμη, η εργασία, να κοντύνουν οι διεκδικήσεις μας , να εξαφανιστούν τα όνειρά μας.

Αγαπητοί φίλοι,

Κανείς σήμερα δεν δικαιούται να επικαλείται  άλλοθι για την κρίση που δέρνει το λαό και τη χώρα.

Η ξενική κατοχική αρμοστεία και κατάρρευση-χρεοκοπία αλληλοσυμπληρώνονται, είναι φαινόμενα αλληλοτροφοδοτούμενα. Όταν δεν θάναι δυνατόν να γδάρουν άλλο το λαό, θα κηρύξουν τη χώρα σε πτώχευση για να χορτάσουν με το αίμα του.

Η εργατική τάξη, ο λαός, η νεολαία, έχουν τη δύναμη να την αντιμετωπίσουν αρκεί να τα αρνηθούν και τα δύο.

Να στηριχτούμε στις δικές μας δυνάμεις, στις δυνάμεις της εργατικής τάξης του λαού, της νεολαίας και όχι στις πολιτικές επιταγές κα τα πολιτικά δεκανίκια των Στρός-Καν, Τρισέ- Ζιμπάο – Ομπάμα – Σαρκοζί – Μέρκελ.

Η ανεξάρτητη ισότιμη συμμετοχή στο παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας του επαναπροσδιορίζεται, μπορεί να μην είναι δορυφόρος κανενός.

Οι αντινεοφιλελεύθερες, προοδευτικές, δημοκρατικές εθνικοανεξαρτησιακές δυνάμεις, και οι δυνάμεις της αριστεράς που γεννήθηκαν και ανδρώθηκαν στην αγωνιστική ιστορία του λαού από την αντίσταση μέχρι σήμερα έχουν το πρώτο λόγο και τις πρώτες ευθύνες.

 

* Ο Μιχάλης Βασιλάκης είναι γραμματέας του ΕΑΜ.

 

Σημείωση από το ΜτΒ: Ο δολοφονημένος ήρωας καθηγητής Νίκος Τεμπονέρας ήταν μέλος του ΕΑΜ. Έτσι οι ΟΛΜΕ και ΔΟΕ που παρέλαβαν πριν δύο χρόνια την διοργάνωση του πολιτικού μνημόσυνου  από το ΕΑΜ, δίνουν ως πολιτικά αυτονόητο το πολιτικό δικαίωμα και για ομιλία εκ μέρους του ΕΑΜ.

 

“Τόσα χρόνια αγώνα λαού και νεολαίας, τον δρόμο τον δείχνει ο Νίκος Τεμπονέρας”, το σύνθημα αυτό δόνησε την ατμόσφαιρα και κυριάρχησε στις εκδηλώσεις μνήμης για τον Νίκο Τεμπονέρα, το απόγευμα της Κυριακής (Σ. Σ. 9-1-2011 και ώρα 18.00),  που διοργάνωσε για δεύτερη χρονιά η ΟΛΜΕ και ΔΟΕ.

Φορείς, συλλογικότητες, σωματεία, φοιτητικοί σύλλογοι  εκπαιδευτικοί και πλήθος εργαζομένων και νεολαίας, συγκεντρώθηκαν για να αποτίσουν φόρο τιμής στον Νίκο Τεμπονέρα, καθώς συμπληρώθηκαν 20 χρόνια από τη δολοφονία του.

Οι εκδηλώσεις ξεκίνησαν με ομιλίες του Δημήτρη Μπράτη  (ΔΟΕ) και του Ηλία Παπαχατζή (ΟΛΜΕ). Ακολούθησε ομιλία του γραμματέα του ΕΑΜ Μιχάλη Βασιλάκη, και χαιρετισμός εκ μέρους φοιτητικών Συλλόγων του Πανεπιστημίου.

Στη συνέχεια επακολούθησε πορεία μέχρι το παράρτημα του πανεπιστήμιου.

 

ΠΗΓΗ: Posted by eamgr στο 12 Ιανουαρίου, 2011, http://eamgr.wordpress.com/2011/01/12…..B1/

Για την σημερινή Ελλάδα….

Ερωτήματα, σκέψεις, προτάσεις για την πολιτική και κοινωνική κατάσταση στην σημερινή Ελλάδα

 

Του Σωτήρη Γουνελά*


 

Υπάρχει μια σειρά από γεγονότα των τελευταίων χρόνων που γεννούν όχι απλώς απορίες για την συνολική πολιτική κατάσταση της χώρας αλλά απαιτούν μια σε βάθος προσέγγιση και μελέτη μακριά από στερεότυπες αντιλήψεις και συνήθεις εκτιμήσεις. Εν μέσω μιας γενικής δημοσιογραφικής μονομέρειας εξαρτημένης από την προσκόλληση στην επικαιρότητα, όσο εφήμερη κι αν είναι, και η οποία εξάλλου, εξηγεί συνήθως τα πάντα πολύ «ρεαλιστικά» και πολύ «κοινωνικά» (όταν δεν τα εξηγεί «λαϊκιστικά») και μιας πολιτικής γλώσσας ξύλινης τις περισσότερες φορές, που επαναλαμβάνει αενάως τα ίδια, είμαστε υποχρεωμένοι όσοι υπηρετούμε το Λόγο (με κεφαλαίο και με μικρό λάμδα), παρακάμπτοντας την κυρίαρχη νοοτροπία να σκεφτούμε, να βρούμε και να περιγράψουμε την πραγματικότητα.

Δυστυχώς, εδώ και χρόνια, εν μέσω των πάμπολλων διαιρέσεων, εξειδικεύσεων και αποσπασματικών λόγων, γνώσεων και προτάσεων, η πραγματικότητα, είτε αναγόμενη στα νοητά, είτε περιοριζόμενη στα αισθητά και στην επεξεργασία τους (κατά το μάλλον και ήττον επιστημονική εντός και εκτός εισαγωγικών) παρουσιάζεται αναδιπλασιασμένη και σε εικονική πραγματικότητα, η οποία σε πολλές περιπτώσεις έρχεται να υπερκαλύψει την άλλη. Έτσι στους ποικίλους διχασμούς και μερισμούς που παρουσιάζει η ελληνική κοινωνία προστέθηκε και αυτός ο «δυϊσμός»: πραγματικότητα και εικονική πραγματικότητα. Ωστόσο, όταν λέμε πραγματικότητα δεν πρέπει να εννοούμε κάτι σαν σύνολο ή ανταλλαγή διαφόρων ατομικών απόψεων που κυκλοφορούν στον αέρα, μέσα από διαξιφισμούς ιδεολογικούς, συναισθηματικούς ή παθολογικούς, αλλά να την εννοήσουμε ως προερχόμενη από μια συνολική παιδεία, εμπειρία και καλλιέργεια χάρη στις οποίες μπορούμε να κρίνουμε και να διακρίνουμε, να «διαβάσουμε» τα γεγονότα, χωρίς να χαθούμε στις ερμηνείες τους, οι οποίες συχνά παρακάμπτοντας την λεγόμενη κοινή λογική προσκολλώνται σε συναισθηματική, κομματική, ιδεολογική, θεωρητική ή δημοσιογραφική μονομέρεια. Στις περιπτώσεις αυτές καταλήγουμε να μιλούμε για πράγματα που απλώς φανταζόμαστε, ανάλογα με την ηλικία, τη γενιά, τη συναισθηματική φόρτιση της σύνδεσης μας με το τάδε κόμμα, τον στενό ή ευρύ ορίζοντά μας, το οικογενειακό περιβάλλον ή το κοινωνικό στρώμα από το οποίο προερχόμαστε κλπ.

Θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι τα τελευταία χρόνια οι αφορμές που τροφοδοτούν αυτή την φανταστική αίσθηση της πραγματικότητας για το μεγαλύτερο αριθμό ελλήνων προέρχονται από την εικονική πραγματικότητα, μέσα στην οποία περιλαμβάνεται όχι μόνο η τηλεόραση αλλά και τα πάσης λογής θεάματα, ο κινηματογράφος και η μουσική-θέαμα. Αυτή η τελευταία κυρίως, αντλεί τα θέματά της από το αμερικανικό σύμπαν μιας ποπ και ροκ κουλτούρας και υποκουλτούρας που δεν φαίνεται να πολυσχετίζεται με την ιστορία της χώρας, την απώτερη κυρίως, τους μύθους του γένους, τις μνήμες, τους αγώνες και τις θυσίες, τα βιώματα και τις εμπειρίες μας. Πρέπει βέβαια να ειπωθεί αμέσως ότι το γενικό πρόσταγμα σε όλα έχει η διαφήμιση, πράγμα άλλωστε που δημιουργεί ολοκληρωτική και επιβαλλόμενη σχέση ανάμεσα στη διαφήμιση και την κατανάλωση. Εν μέσω όλων αυτών, τον τελευταίο καιρό κυριαρχεί έντονα μια αντίληψη μόνιμης «επαναστατικότητας» απέναντι σε ο,τιδήποτε παγιωμένο μέσα από την ιστορία, πνευματική και άλλη, μια διάθεση ανατροπής και αμφισβήτησης κάθε «κατορθωμένης παράδοσης» στο όνομα των νέων τάσεων, της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, της ευρωπαϊκής Κοινότητας, σε συνδυασμό με μια επερχόμενη απαξίωση των παραδοσιακών προτύπων σε όλα σχεδόν τα επίπεδα ζωής. Ισχύει στην περίπτωση αυτή η ρήση της Σιμόνης Βέιλ ότι «το όπιο του λαού» δεν είναι η θρησκεία (Μαρξ) αλλά η «επανάσταση».

Επόμενο είναι να δημιουργείται ειδικά στις νεώτερες γενιές μια χαοτική διανοητική κατάσταση, που προσπαθεί από τη μία να χωρέσει μέσα της ό,τι κληρονομημένο φτάνει ξέπνοο ως τις μέρες μας, ό,τι γηγενές και παλαιότερο, αγκυροβολημένο στα μύχια της ψυχής και από την άλλη, έναν βομβαρδισμό συγκρουόμενων συναισθημάτων, αμφισβητήσεων, ερωτημάτων, αποριών και αδιεξόδων που άλλοτε με ελκυστική ενδυμασία, άλλοτε αποκρουστική και δυσάρεστη πολιορκούν τον σημερινό Έλληνα, του αποσπούν την προσοχή συχνά σε ανόητα πράγματα, τον εθίζουν σε μια ενασχόληση με ζητήματα πεζής καθημερινότητας που έρχονται και σκεπάζουν την αληθινή κατάσταση των πραγμάτων.

Εν μέσω λοιπόν μιας τέτοιας κατάστασης ο Έλληνας διάγει αφηρημένο βίο. Από τη μία η υπόστασή του φέρει και μεταφέρει μνήμες και αλήθειες που έρχονται από χιλιόχρονες παραδόσεις (όχι αποκλειστικά ελληνικές), αφομοιωμένες πλήρως στα κατάβαθα της ψυχοσωματικής οντότητας, από την άλλη προσπαθεί να μιμηθεί τα ποικίλα παγκοσμιοποιημένα δρώμενα και βεβαίως να ενσωματωθεί στον νεώτερο ευρωπαϊκό και αμερικάνικο πολιτισμό. Γεννιέται έτσι μέσα από αυτή τη σύγχυση μια μετεώριση, μια ψυχική αδράνεια, μια αναποφασιστικότητα και εν τέλει μια αδιαφορία για το πρακτέο. Αυτά συνδυάζονται τέλεια με μια άκρως διαδεδομένη συμπλεγματική κατάσταση έναντι των ξένων που δεν επιτρέπει να λειτουργήσει  η χώρα παρά στη βάση μιας συναισθηματικής παθολογίας σε συνδυασμό με άκρατο ατομοκεντρισμό. Αποτέλεσμα: αδυναμία αντιμετώπισης των πραγματικών προβλημάτων, μετάθεση σε άλλη σφαίρα, αναβλητικότητα, συστηματική απόσειση ευθύνης, ωχαδερφισμός, φυγή στη διασκέδαση (μέγα πρόβλημα τα τελευταία χρόνια), αυτοκαταστροφικότητα, που θεωρείται απελευθέρωση λόγω άκριτης εισαγωγής ξένων προτύπων. Στο σημείο αυτό μπορεί να γίνει η ακόλουθη διαπίστωση:

η ιθύνουσα τάξη (πολιτικοί, οικονομικοί παράγοντες, δημοσιογράφοι, διανοούμενοι, επιστήμονες, καλλιτέχνες) δεν διαθέτει κοινό πνευματικό άξονα, κοινή παραδοχή ορισμένων σταθερών αληθειών, αλλά προσπαθεί πολλές φορές απεγνωσμένα να προσαρμοστεί απλώς (αν όχι και κατόπιν εντολής) σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο γίγνεσθαι, σε μια «ροή» που ορισμένοι γάλλοι διανοούμενοι ταυτίζουν με την ίδια την ουσία του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ούτε άξονας κοινός υπάρχει, ούτε κοινή παραδοχή. Ειδικά στον στίβο της πολιτικής (αν και θα μπορούσε να προσθέσει κανείς και σε πολλούς άλλους), κυριαρχεί μια εγωτική ρύθμιση συμπεριφορών, ακόμη κι αν στοιχειωδώς κάποια «κοινή γραμμή» χαρακτηρίζει το εσωτερικό των κομμάτων. Αλλά ακόμη και αυτή η «κοινή γραμμή» σε περίοδο κρίσης φαίνεται να καταστρατηγείται λόγω ατομοκεντρικών βλέψεων και εξουσιαστικής μανίας.

Το πράγμα είναι πολύ πιο σοβαρό απ’ όσο φαίνεται. Ούτε χρειάζονται βαθυστόχαστες αναλύσεις. Η καταπληκτική αδιαφορία για το περιβάλλον – όρος που δεν φαίνεται να αντικαθιστά επάξια τους όρους «φύση» ή «κτίση» οι οποίοι θεωρούνται παλαιάς κοπής – που οδήγησε στις καταστροφικές πυρκαγιές που γνώρισε η χώρα πρόσφατα και η αδυναμία επί εικοσαετία και πλέον να βρεθεί λύση στο θέμα των σκουπιδιών μιας τερατούπολης σαν την Αθήνα, με καθημερινά προβλήματα υπερπληθυσμού, αλλά και γενικότερα όλης της χώρας, είναι αρκετά για να δείξουν πώς αντιμετωπίζεται η πραγματικότητα στην Ελλάδα.

Αν προσθέσουμε και ένα είδος αναρχίζουσας τάσης που κατέχει τους νεοέλληνες, και που συνήθως την αποδίδουν σε ένα υπέρμετρο αίσθημα ελευθερίας, η εικόνα συμπληρώνεται. Ωστόσο, είναι άλλο πράγμα να ζείς αναρχούμενος και περιφερόμενος απορρίπτοντας τα πάντα με την ευκολία προπαντός του εφηβισμού σου και άλλο να φροντίζεις με το πέρασμα του χρόνου να χαλιναγωγείς το αχαλίνωτο εγώ σου, να το στρέφεις στη δημιουργία ενός αληθινά ελεύθερου εαυτού, είτε βάσει αρχαιοελληνικών και χριστιανικών παραδόσεων, είτε της σύνθεσης τους με σύγχρονες θεωρίες και πραγματικότητες, ώστε όχι μόνο να γίνεις όντως άνθρωπος, αλλά να συμβάλλεις στην διαμόρφωση μιας κοινωνίας όπου τα μέλη της ελαχιστοποιούν τις άμετρες επιθυμίες τους και δεν αφήνουν τον «σκολιόν ίππον» του πλατωνικού Φαίδρου να ρυθμίζει τα πράγματα. Εδώ χρειάζεται μια διευκρίνηση. Εάν συνδέουμε τον αληθινό άνθρωπο με την ατομοκεντρική ελευθερία, όπως νοείται μέσα από την ευρωπαϊκή φιλοσοφία, εάν αυτό το κάνουμε σε μια χώρα με τις καταβολές του αρχαίου και του ορθόδοξου χριστιανικού πολισμού, αλλά και την ανατολίτικη νοοτροπία, όση από αυτήν απομένει ακόμη, κλονίζουμε παμπάλαιες ισορροπίες βίωσης της κοινωνικής πραγματικότητας, η οποία μέχρι πρόσφατα στηριζόταν σε προσωπικές σχέσεις και δεν ήταν αποτέλεσμα απρόσωπων νομικίστικων ρυθμίσεων. Οι τελευταίες αυτές είναι αποτέλεσμα αφηρημένων διανοητικών αναζητήσεων στη δυτική Ευρώπη και διεργασιών που ανήκουν σε άλλη πνευματική ιστορία. Η ιστορία αυτή δεν έχει σχέση με την ελληνική ιστορία. Στην Ελλάδα δεν ζήσαμε ούτε Μεταρρύθμιση, ούτε Διαφωτισμό, ούτε Αντιμεταρρύθμιση, ούτε Αναγέννηση, ούτε θρησκευτικούς πολέμους, ούτε Γαλλική επανάσταση. Πώς μπορούμε με τόση ευκολία να παραθεωρούμε αν όχι να αποσιωπούμε την αληθινή όψη της ιστορίας μας και να αναγκάζουμε έναν λαό να υποταχτεί σε αφηρημένες γενικές συντεταγμένες του νεώτερου ευρωπαϊκού πολιτισμού; Το ευρωπαϊκό μοντέλο ή καλύτερα καλούπι αρμόζει σε αυτούς τους λαούς που το γέννησαν και ανάμεσα σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται η Ελλάδα. Τα περί της αρχαίας Ελλάδας που γέννησε τη Δημοκρατία των Νεωτέρων χρόνων είναι μυθεύματα, γιατί απλούστατα η Δημοκρατία εκείνη ελάχιστη σχέση έχει με τα δημοκρατικά συστήματα των νεωτέρων κοινωνιών. Θα δώσω ένα παράδειγμα:

ο Χέγκελ γράφει ότι ο άνθρωπος είναι ένα πλάσμα εγκλωβισμένο ανάμεσα στην «φτώχεια, τα βάσανα, την οργή, την ψυχρότητα, την αδιαφορία, τη φρενίτιδα των παθών» κ.λ.π. Και τα χαρακτηριστικά της ζωής του είναι «ανησυχία, κινητικότητα, ορέξεις και αγωνία και φόβος», όταν λοιπόν ισχύουν αυτά ο άνθρωπος γυρεύει μια περιοχή «υποστασιακότερης αλήθειας» όπου «η αντίθεση και αντίφαση εν γένει, όποια μορφή κι αν μπορεί να πάρει, δεν έχει … πια καμιά αξία και ισχύ» (όλες οι παραπομπές στον Χέγκελ του Παπαϊωάννου, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1992, σσ. 108-109). Η περιοχή που αναζητά ο Χέγκελ και μετά από αυτόν η Ευρώπη (ακόμη κα μέσω Μαρξ) είναι το Κράτος, είναι μια Πολιτεία όπου το «εγώ» γίνεται «εμείς».

Στην Ελλάδα, με βάση τις παραδόσεις της, η περιοχή αυτή είναι η Εκκλησία και μέσα από τα βιώματα που αποκτούμε εκεί βγαίνουμε έξω στην κοινωνία και μεταφέρουμε την κατάσταση της Εκκλησίας. Αυτή είναι η κανονική πραγματικότητα. Η αληθινή κοινωνία προσώπων, όπου ζυγίζεται η ελευθερία του ενός και του άλλου πάνω στο Πρόσωπο του Χριστού-Λόγου, με γνώμονα την «κένωση» και το σταύρωμα του εγώ και της ατομικής αυτοκαταξίωσης είναι η ορθόδοξη Εκκλησία, όσο λειτουργεί και πραγματώνει την Αλήθεια της ενανθρώπησης, η μάλλον του θεανθρώπου, όσο υλοποιείται η θεανθρωπία των μελών της. Εκεί στη Δύση για πολλούς και διάφορους λόγους που δεν μπορούμε να αναπτύξουμε εδώ, αυτή η κοινωνία προσώπων στην Εκκλησία από μια στιγμή και ύστερα χάθηκε, το σχίσμα Καθολικισμού-Προτεσταντισμού έσπρωξε τα πράγματα σε μια αποεκκλησιοποίηση που έβαλε στη θέση της Εκκλησίας των προσώπων την πολιτεία των ατόμων που βέβαια θέλουν (;) να γίνουν κοινωνία του «εμείς».

Το σκέτο άτομο, είτε το λέει ο Χέγκελ είτε όχι, ειδικά στον ελληνικό χώρο, όταν του αφαιρέσεις κάθε παραδοσιακή δυνατότητα υπέρβασης, ενεργεί ανταγωνιστικά, τείνει να καταλάβει τη θέση του άλλου, τείνει να αυτοβεβαιωθεί, να ξεχωρίσει εις βάρος του άλλου. Ένας άνθρωπος για να καταστεί όντως ελεύθερος, με πνευματική έννοια πρώτιστα και δευτερευόντως με πολιτικοκοινωνική, χρειάζεται γενναία σπουδή, μελέτη, παίδευση, εμπειρία ζωής, υπακοή σε πανανθρώπινες αλήθειες, συντροφικότητα, μεγαλοψυχία, ευρυχωρία νου και καρδιάς. Αλλιώς η ελευθερία του είναι εξάρτηση του περιρρέοντος κοινωνικού χάους, του αποπροσανατολισμού, της μόνιμης αμφισβήτησης των πάντων, στο όνομα κατά βάθος μιας ακραίας ατομοκρατίας ή ενός διάχυτου μηδενισμού. Είναι κάτι σαν ιστορικό παράδοξο ότι η καθιέρωση της ατομοκρατίας στις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες συνδυάστηκε με οργάνωση της κοινωνίας χωρίς μεταφυσικές αρχές και εμπειρίες, επομένως χωρίς υπέρβαση του ατομικοποιημένου εγώ, άρα χωρίς δυνατότητα αληθινής σχέσης με τον άλλο. Σε κοινωνίες σαν την ελληνική η οποία μέχρι προχθές στηριζόταν σε χριστιανική πίστη και κοινοτική νοοτροπία, σε σχέσεις προσώπων, ο επιζητούμενος εξευρωπαϊσμός ατομικοποιεί τον άνθρωπο επί τα χείρω, σχεδόν τον εξαγριώνει. Απαιτείται μια μελέτη σε βάθος της λειτουργίας των παθών σε λαούς μεσογειακούς, με άλλη ιστορία και άλλα ήθη για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τι μέλει γενέσθαι όσον αφορά την ενσωμάτωσή μας στο αμερικανοευρωπαϊκό πρότυπο, με τα προβλήματα μάλιστα που εκρηκτικά παρουσιάστηκαν στις μέρες μας.

Έρχομαι στην περιβόητη Οικονομία της Αγοράς. Η προώθησή της στο κέντρο της ζωής μας συνεπάγεται:

α) μια μόνιμη εξάρτηση των πάντων από τους οικονομικούς παράγοντες

β) μια πίεση στους πολίτες να διαθέτουν χρήματα για να αγοράζουν

γ) μια εδραίωση της κατανάλωσης ως καθημερινής μέριμνας και πραγμάτωσης

δ) μόνιμη αγωνία εξεύρεσης χρημάτων

ε) αντικατάσταση των πραγματικών αναγκών του ανθρώπου με πλαστές ανάγκες που προωθεί το σύστημα της Οικονομίας της Αγοράς, ένα σύστημα που σκοπεύει σχεδόν αποκλειστικά στο κέρδος και μέσα από το οποίο όλα μετατρέπονται σε εμπόρευμα

στ) μια πολύ μεγαλύτερη ανάγκη ρευστού παρά την ύπαρξη «πλαστικού χρήματος» που λίγο πολύ αντιστοιχεί σε φανταστικό χρήμα, αφού αυτό το πλαστικό δεν νοείται παρά ως μόνιμη δανειοδότηση του πολίτη και συνακόλουθα συνεπάγεται σταθερό πλουτισμό των Τραπεζών

ζ) τον σταθερό απανθρωπισμό του Έλληνα, ο οποίος παύει να συναισθάνεται, παύει να βλέπει τον άλλο ως συνάνθρωπο και αρχίζει να τον θεωρεί «παραγωγική μονάδα» ενταγμένη στο σύστημα, αφηρημένη ύπαρξη, αν όχι κάτι που ενοχλεί τη δική του σταθερή εξασφάλιση και το δικό του συμφέρον.

Οι εξαγγελίες των κομμάτων, οι προσπάθειες να κυβερνήσουν, οι συνεννοήσεις μεταξύ τους που έχουν υποτίθεται ως βάση το Σύνταγμα της χώρας, εγκλωβίζονται μέσα από αυτή τη σύγχυση και τον εσωτερικό διχασμό των Ελλήνων που τανύονται ανάμεσα στον γηγενή εαυτό τους (με όλα όσα συνεπάγεται ιστορικά, κληρονομικά, πνευματικά κλπ. συστατικά) και σε εκείνον που σχηματίζει το πλέγμα της παγκόσμιας κοινότητας και πρώτιστα της ευρωπαιοαμερικανικής. Αντανάκλαση αυτής της σύγχυσης και του διχασμού αποτελεί η κατάσταση στην παιδεία, όπου ο Έλληνας πληρώνει διαρκώς για μια παιδεία που χαρακτηρίζεται «δωρεάν». Πέρα από το οικονομικό ζήτημα το είδος της παιδείας που παρέχεται δικαιολογεί κάθε παραστράτημα, κάθε ανικανότητα μαθητών ή φοιτητών, βάζοντας στο πανεπιστήμιο κάθε χρόνο πλειάδα απροετοίμαστων μέσω του συστήματος των δεκάδων σχολών που ξεφύτρωσαν τα τελευταία χρόνια σε όλη την επικράτεια. Είτε αυτό έγινε για λόγους ψηφοθηρικούς και δημαγωγικούς, είτε για να καλυφθούν κοινωνικά κενά, το βέβαιο είναι ότι μια πανεπιστημιακή σχολή απαιτεί ειδική οργάνωση και στελέχωση και συγκεκριμένες ανάγκες, με πρώτη την ανάγκη μετοχής σε συγκεκριμένο πεδίο γνώσης και καλλιέργειας που λαμβάνει υπ’ όψιν της το έμψυχο υλικό υποψήφιων σπουδαστών, την κατάσταση της κοινωνίας, την ήδη ως τότε παρεχόμενη εκπαίδευση και τον τρόπο ένταξης της νέας σχολής εκεί, το γνωστικό επίπεδο σπουδαστών και καθηγητών και βέβαια το βαθμό απορρόφησης τους επαγγελματικά κλπ.

Φταίει ίσως ένας μόνιμος επαρχιωτισμός έναντι των ξένων, ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας που αντιδιαστέλλει την Ελλάδα ως «καθυστερημένη» (λόγω Τουρκοκρατίας κυρίως) με τις ευρωπαϊκές χώρες ως «προηγμένες», τη στιγμή που το μοντέλο ανάπτυξης των χωρών αυτών έχει από χρόνια αμφισβητηθεί, αφού ο δυτικός πολιτισμός «αναπτυσσόμενος» επιφέρει τεράστια αλλοίωση στη φύση-κτίση, με τα αποτελέσματα που βλέπουμε όλοι στις μέρες μας. Άλλωστε, μεγάλοι διανοητές στα μέσα περίπου του εικοστού αιώνα είχαν καταγγείλει την μονόπλευρη ανάπτυξη, τεχνικοοικονομική κυρίως, στους αντίποδες κάθε ουσιαστικής πνευματικής καλλιέργειας του ανθρώπου. Το γεγονός ότι ο πολιτισμός αυτός μετά την Αναγέννηση παρήγαγε τον άνθρωπο-άτομο και την θετικιστική-ρασιοναλιστική γνώση, σημάδεψε μια ανεπανόρθωτη ίσως διακοπή κάθε Συνέχειας με την προηγούμενη ιστορία του κόσμου (μέσα και η βυζαντινή «οικουμένη») και μια σταθερή εκτροπή από κάθε πνευματικό άξονα και προπαντός τον χριστιανικό (Τα ζητήματα αυτά έχω αναπτύξει περισσότερο στο βιβλίο Ο αντιχριστιανισμός, Αρμός, 2009).


Η κατάσταση αυτή γεννά μια σειρά από ερωτήματα:


α) ενδιαφέρεται η τάξη των πολιτικών (και δη οι κεφαλές) να υπηρετήσουν όντως τον λαό, όχι προπαγανδιστικά, εξουσιαστικά, πελατειακά, ρουσφετολογικά, παραπλανητικά, αλλά εξηγώντας του τα πραγματικά προβλήματα και αναλαμβάνοντας τις ευθύνες της – κάνοντας δηλαδή μια σε βάθος αυτοκριτική που να δείχνει συνάμα το βαθύ πολιτικό διχασμό που σοβεί στη χώρα από την εποχή της διαμάχης βασιλικών-βενιζελικών;

β) Μπορούν τα αριστερά κόμματα και δη τα κομμουνιστικά να παραδεχτούν ότι δεν μπορεί στην Ελλάδα να μεταφερθεί το αντικληρικαλιστικό πνεύμα που επικράτησε στη Γαλλική Επανάσταση, αλλά χρειάζεται να συνδεθεί η σημερινή κατάσταση με το πνεύμα της ελληνικής Επανάστασης που κάθε άλλο ήταν παρά αντιεκκλησιαστικό και αντίχριστο;

γ) Μια τέτοια μετατόπιση θα εξασφάλιζε μια τουλάχιστον κοινή βάση διαλόγου όλων των πολιτικών, θα επανέφερε στοιχειωδώς τη σχέση ή την αναζήτηση σχέσης σε ιστορικά πνευματικό επίπεδο και παράλληλα θα αποσπούσε από τα δεξιά κόμματα την αποκλειστικότητα μιας δεδομένης σχέσης με την Εκκλησία.

δ) Δοθέντος ότι η «ανάπτυξη» των θεωρούμενων προηγμένων χωρών έφερε το περιβάλλον στο χείλος της καταστροφής, θα μπορούσε να αρχίσει μια μεγάλη συζήτηση για το είδος ανάπτυξης που πρέπει να εφαρμοστεί στην Ελλάδα, τη στιγμή μάλιστα που υπολειπόμαστε πολύ των άλλων και αυτό έχει τα θετικά του; Εννοείται ότι σε μια τέτοια περίπτωση πρέπει να αμφισβητηθεί ριζικά ο καταναλωτισμός των Ελλήνων και η απαράδεκτη σχέση του Έλληνα με το «περιβάλλον».

ε) Αφού η ευρωπαϊκή κοινότητα καλλιεργεί το δόγμα της πολυπολιτισμικότητας γιατί δεν «επενδύουμε» σ’ αυτό για να προωθήσουμε την ιδιαιτερότητα της πνευματικής μας παράδοσης που διαφοροποιείται από τη Δύση ιστορικά και πνευματικά, έστω και αν χρειάζεται να την «ανακαλύψουμε» εκ νέου; Πότε θα καταλάβουμε ότι έχουμε άλλες αφετηρίες από εκείνες των δυτικοευρωπαίων;

στ) Σε όποια ευρωπαϊκή χώρα κι αν πάς συναντάς μια σταθερή μέριμνα για ό,τι την αφορά ιστορικά ως χώρα, βλέπεις την περιποίηση των μνημείων της, των κοινόχρηστων χώρων, των δημόσιων κτιρίων, το ενδιαφέρον για το παρόν ως χώρο και ως χρόνο σε σύνδεση με το παρελθόν και με άνοιγμα στο μέλλον. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι εμείς είμαστε αρχαιότεροι εκείνων – πράγμα που άλλωστε αληθεύει – και ότι η παράδοσή μας συνδέει τον άνθρωπο όχι μόνο με το σήμερα, το παρελθόν και το μέλλον αλλά και με την αιωνιότητα (αρχαιοελληνική παράδοση και χριστιανική τουλάχιστον), αυτή η πλευρά, η «αιωνιότητα» δεν φαίνεται να μας απασχολεί ενεργητικά, όπως δεν φαίνεται να μας απασχολεί ενεργητικά και η παράδοση (όχι το φολκλόρ) με όλα όσα συνεπάγεται. Αυτό όμως σημαίνει ότι έχει σπάσει η αλυσίδα και οι σπασμένοι κρίκοι δημιουργούν αυτό το ασύνδετο των κομματιών (παρόν-παρελθόν-μέλλον) και την περιρρέουσα αρρυθμία.

Κατακλείδα: Μπορούμε σήμερα λήγοντος το 2010 να εξακολουθούμε να μιλούμε με τους όρους «Δεξιά» και «Αριστερά» στην Ελλάδα, τη στιγμή που οι απορρέουσες από αυτούς ιδεολογίες έχουν προ πολλού εξατμιστεί ή καταποθεί από τον οδοστρωτήρα της παγκοσμιοποιημένης Οικονομίας, που μονάχα απρόσωπες καταστάσεις γνωρίζει και αυτές διαχειρίζεται μηδενίζοντας τις αληθινά ψυχοσωματικές και πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων ή μετατρέποντάς τες σε ρηχά συναισθηματικά και σεξουαλικά σχήματα;

Πουθενά δεν μπορούμε να προχωρήσουμε χωρίς ριζικό επανασχεδιασμό και αποκατάσταση των διαστάσεων της πολιτικής, αποκατάσταση νοημάτων και σημασιών προτού είναι αργά και προτού η κατάσταση της χώρας εξελιχτεί εις βάρος της ζωής όλων μας. Είμαστε στα πρόθυρα μιας τέτοιας εξέλιξης.


πηγή: (antifono.gr με ευγενική παραχώρηση από το περιοδικό Νέα Ευθύνη, τχ. 2/2010 )

 

ΠΗΓΗ: Δευτέρα, 10 Ιανουάριος 2011 07:00, http://www.antifono.gr/portal/… e28897.html

 

* Ο Σωτήρης Γουνελάς είναι συγγραφέας και πρώην διευθυντής της «ΣΥΝΑΞΗΣ».

 

Το είδα και: Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011, http://amethystosbooks.blogspot.com/2011/01/blog-post_4655.html