Θεολογία και σπουδές

Θεολογία και σπουδές

 

ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΑΚΑΔΗΜΙΕΣ

ΩΣ ΑΦΟΡΜΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΤΥΧΙΟΥΧΩΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

 

Του Αλέξανδρου Σταθακιού

 

1. Οι πτυχιούχοι θεολογίας απέναντι σε ένα νέο σκηνικό

Θα ήταν μάλλον ομφαλοσκόπος, όποιος έλεγε ότι σήμερα το θέμα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, δεν είναι κρίσιμο ζήτημα του πολιτικού διαλόγου.

 Μέσα σε αυτό  το πλαίσιο και το θέμα των θεολογικών σπουδών και  του μαθήματος των θρησκευτικών στα πλαίσια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης που λειτουργεί μέσα σε ένα δημοκρατικό και ανεξίθρησκο κράτος, έχει αποκτήσει βαρύνουσα πολιτική σημασία.

Αναφορικά με το κεντρικό ζήτημα, φαίνεται να είναι απλή η λύση του για μια σεβαστή πλέον μερίδα «δημοσιολογούντων» και «δημοσιογραφούντων» σε χώρους, μέσα  και έντυπα  που ασκούν σημαντική επιρροή στην κοινή γνώμη: Άμεσος και απόλυτος χωρισμός Εκκλησίας και Κράτους, αρχή που για  πάρα πολλές από αυτές τις δηλώσεις, έχει ως συνέπεια την έξωση, ή την περαιτέρω υποβάθμιση (ως «ηθική», ή ως επιλεγόμενο μάθημα) του μαθήματος των Θρησκευτικών στην εκπαίδευση, αφού μετά τον χωρισμό δεν είναι δυνατόν η Πολιτεία να θέτει ως σκοπό της δημόσιας εκπαίδευσης και την χριστιανική διαπαιδαγώγηση, πράγμα που ισχύει τουλάχιστον τύποις ακόμα και σήμερα .

Ότι και να πιστεύει κανείς για τα παραπάνω, η πραγματικότητα είναι ότι η ελληνική κοινωνία βάζει πλέον ως ζήτημα για διευθέτηση στο άμεσο μέλλον τις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους και, όπως και να γίνει, ο χώρος δράσης του Επιστήμονα και Παιδαγωγού Θεολόγου, στην Εκπαίδευση κάθε βαθμίδας και στην Κοινωνία θα επηρεαστεί από μια τέτοια εξέλιξη.

Και δεν είναι μόνο η εγχώρια τάση, είναι και η διεθνής «πίεση» πλέον μια και ως λαός αποφασίσαμε να συνυπάρχουμε στο πλαίσια ευρύτερων Ευρωπαϊκών στην πλειονότητα τους διακρατικών θεσμών.[1]

Και μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό ήρθε η πολιτεία, μετά από διεργασίες ετών, να καταθέσει προς ψήφιση νομοσχέδιο για την ίδρυση τεσσάρων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών κατά το πρότυπο των παραγωγικών σχολών του στρατού.[2]

Από την άλλη βέβαια, αντισταθμιστικά θα μπορούσε να πιστέψει κανείς, έρχεται νομοσχέδιο από πανεπιστημιακούς (Ελληνική Ένωση για  τα Δικαιώματα του Ανθρώπου) μέσω αρκετών βουλευτών  όλων των κομμάτων που θεσμοθετεί το διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους με συγκεκριμένα «βήματα» σε κάθε τομέα που μέχρι τώρα υπάρχει «συγχώνευση». [3]

            Αυτό το τελευταίο βέβαια, θα έρθει να προστεθεί «ως κερασάκι στην τούρτα» σε μια δύσκολη κατάσταση που βιώνει ο Θεολόγος. Δρα ανάμεσα σε εκατέρωθεν διαμορφωμένα στερεότυπα, που τον αλέθουν σαν «μυλόπετρες». 

Από τη μια είναι η, όλο και πιο φωναχτή τελευταία, δυσκολία του κοινωνικού συνόλου να τον δεχτεί ως επιστήμονα. Όσοι από τους αποφοίτους των θεολογικών σχολών, προσπάθησαν να ανοιχτούν σε διεπιστημονικά πεδία, συνήθως συνάντησαν την καχυποψία των περισσοτέρων μελών της επιστημονικής κοινότητας για το περιεχόμενο των σπουδών τους. Και αυτό γιατί υπάρχει ένα ευρύτερα διαδεδομένο στερεότυπο: «Τώρα κι ο Θεολόγος ήρθε για να μας κάνει κατήχηση», λένε συχνά αρκετοί επιστήμονες -όμορων μάλιστα χώρων, άνθρωποι δηλαδή που υπηρετούν άλλες ανθρωπιστικές ή πολιτιστικές επιστήμες (και η «κατήχηση» όχι άδικα στην αντίληψη πολλών ταυτίζεται με την προπαγάνδα).  Το στερεότυπο αυτό δεν είναι άσχετο  με την στάση των περισσοτέρων θεολόγων στο κοντινό παρελθόν. Μια στάση που και σήμερα συναντάται, παρότι είναι πλέον μειοψηφική.

Από την άλλη βέβαια και η θεσμική εκκλησία, όχι λίγες φορές τον βλέπει με καχυποψία αυτόν το «θεολόγο του κομπιούτερ», ένα θεολόγο που βγήκε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που βγάνουν και οι άλλοι ειδικοί και δεν τον ελέγχει. Και αυτό δυστυχώς το στερεότυπο έχει περάσει σε πολλούς από τους πολίτες που ακολουθούν ενεργότερα στο ιδεολογικό πεδίο (δυστυχώς υπάρχει και αυτή η πραγματικότητα) την Θεσμική Εκκλησία.

 Ο άνθρωπος αυτός μοιάζει σαν ένα παιδί που διαλύθηκε η οικογένεια του και κανένας από τους δυο γονείς δεν θέλει να το πάρει.

 

2. Η ανάγκη για επανεξέταση του ρόλου των πτυχιούχων Θεολογίας μέσα στην κοινωνία και την εκκλησιαστική κοινότητα.

 

Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση κάθε ένας και κάθε μία που έτυχε να σπουδάσουν Θεολογία και αναγνωρίζουν κάποιο ρόλο για τον εαυτό τους είναι αδύνατο να καθεύδουν. Είναι ανάγκη, επιτέλους, να διακηρυχθεί συλλογικά από τους κάθε βαθμίδας πτυχιούχους Θεολόγους η ταυτότητά τους ως ένας καθαρά χώρος έρευνας, επιστήμης, παιδείας γενικότερα «από την κοινωνία για την κοινωνία» και η πλήρης χειραφέτηση της Θεολογικής επιστήμης από την εξουσία των Εκκλησιαστικών Θεσμών. Αυτή η θέση βέβαια δεν εμποδίζει όποιον Θεολόγο θέλει να έχει πνευματική και αδελφική σχέση με το Εκκλησιαστικό Σώμα. Άλλο τέτοιας ποιότητας σχέση και άλλο η εξουσία.

Σε σχέση με το τελευταίο αξίζει να αναφέρω ότι αρκετοί αξιολογότατοι συνάδελφοι, ανάμεσά τους και ο π. Φιλόθεος Φάρος σε άρθρο του στη Σύναξη, τοποθετούνται κριτικά απέναντι στην ανάγκη των Θεολόγων να κατοχυρώσουν προς όλες τις πλευρές την επιστημοσύνη τους. Είναι απόλυτα δίκαιη αυτή η κριτική για όσους θέλουν να κατοχυρώσουν μια δήθεν «καθαρή επιστήμη», μια αντικειμενική επιστήμη «από καθέδρας». Σίγουρα, το αν κάποιος είναι Ορθόδοξος Χριστιανός, ή όχι μπορεί τον να επηρεάσει και να έχει μια ιδιαίτερη ματιά. Όπως μπορεί να επηρεάσει το αν είναι αριστερός ή δεξιός, το αν είναι διεθνιστής ή εθνικιστής και τόσα άλλα. Υπάρχουν άλλωστε Μαρξιστές και Φιλελεύθεροι ιστορικοί και κοινωνιολόγοι, χωρίς κανένας ποτέ να αμφισβητήσει την επιστημοσύνη τους. Άλλο όμως είναι αυτό και άλλο να θέλουμε να κατοχυρώσουμε ένα πεδίο της πολιτισμικής πραγματικότητας, που ενδιαφέρει  ευρύτερα την κοινωνία στην ομολογία και όχι σε κάποιες μίνιμουμ μεθοδολογικές αρχές που μπορεί να γίνουν σεβαστές από όλους. Τελικά μια τέτοια κατάσταση διαφυλάσσει ακόμα και την ίδια την Εκκλησία, γιατί δεν υπάρχει ο κίνδυνος οι ερμηνείες των δικών μας μετριοτήτων να τοποθετούνται στη θέση του Λόγου του Θεού. Αυτός μόνο εν Συνόδω διατυπώνεται για κρίσιμα για την «σωτηρία του σύμπαντος κόσμου» ερωτήματα και με τέτοια γλώσσα έτσι ώστε η Αλήθεια να μην ταυτίζεται με την διατύπωσή της.

            Αν είναι όμως έτσι τα πράγματα, τόσο οριακά, γιατί επιτέλους δεν ξεκινά ένας ελεύθερος και πολύ-επίπεδος διάλογος από υπεύθυνους -κεντρικούς για το πρόβλημα της αυτοσυνείδησης των Θεολόγων- φορείς; Για παράδειγμα από τις εξεγερμένες εσχάτως -λόγω «Αρχιεπισκοπικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων»- κοσμητείες των Θεολογικών Σχολών;  Νομίζω ότι αυτό αργεί από το φόβο των αντιδράσεων: Κυρίως να μην κατηγορηθούν οι επιστήμονες και παιδαγωγοί θεολόγοι για «αθεΐα», «νεωτερισμό», «αντιεκκλησιαστικό πνεύμα». Αλλά επίσης αργεί από την προσδοκία κάποιας επιτέλους συν-αντίληψης με την πλειοψηφία των θεσμικών ηγετών των Ελλαδικής  Εκκλησίας. 

Θέλω να πιστεύω λοιπόν, ότι η παρέμβασή μου αυτή θα διευκολύνει έναν διάλογο για  να ξεπεραστούν κάποιες από τις αναστολές. Απευθύνομαι λοιπόν κυρίως στους ανθρώπους που έχουν την ιδιότητα του μέλους της Εκκλησίας και εξηγούμαι:

Όποιος τα προτείνει αυτά δεν είναι «σώνει και καλά» άθεος και δεν διακατέχεται από αντιεκκλησιαστικό πνεύμα, αλλά φροντίζει για την κατοχύρωση του χώρου του στο πλαίσιο της κοινωνίας, της δημόσιας παιδείας και των ακαδημαϊκών σπουδών.

Όλοι ξέρουμε ότι το εκκλησιαστικό σώμα δεν φοβήθηκε πάντα την καινοτομία και τους νεωτερισμούς, αλλά αντίθετα πολλές φορές τα αποδέχτηκε, ερμηνεύοντας τα  δυναμικά «υπό το φως της Ανάστασης του Χριστού». Όσοι Θεολόγοι θέλουν να διατηρήσουν την σχέση τους με το εκκλησιαστικό σώμα, θα βοηθηθούν με ένα τέτοιο ξεκαθάρισμα. Θα κάνει τη σχέση τους με την Εκκλησία πιο υγιή, σύμφωνα με τις πραγματικές  προϋποθέσεις  της ιδιότητάς τους.

Επειδή έχω περάσει από Ελλαδική Θεολογική σχολή, φαντάζομαι την υποτιμητική αντίδραση ορισμένων κύκλων με το άκουσμα και μόνο αυτών των εισαγωγικών αράδων. Αυτά είναι «θύραθεν» θα πουν…Είναι αλήθεια, ακόμα και σήμερα, πολλοί και ορισμένες φορές διακεκριμένοι θεολόγοι φοβούνται μην χαρακτηριστούν «θύραθεν» ή «κοσμικοί» από ορισμένους κύκλους, που δυστυχώς επηρεάζουν όχι μόνο τον κλήρο, αλλά και ένα μέρος όσων ακολουθούν ενεργότερα την Θεσμική Εκκλησία[4].

Τι σημαίνει «θύραθεν», όταν είναι η δική μου αλήθεια, ο κόπος μου, ο προβληματισμός μου. Πράγματα που ο Χριστός δεν έρχεται να τα καταργήσει, αλλά να τα απαντήσει και να τα φωτίσει σε ένα ζωντανό διάλογο, σε μια προσωπική σχέση όπου το ανθρώπινο διασώζεται. Αυτό δεν πάμε να πούμε στην κοινωνία; Γιατί αν πάμε να πούμε διαφορετικά , τότε θα μας κλείσουν όλες τις πόρτες και καλά θα κάνουν.

Πέρα από τα τελευταία θυμικά μου επιχειρήματα, όλη αυτή η παραφιλολογία για το «θύραθεν» της επιστημονικής θεολογίας από τη μια και για την καταξίωσή της στο χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών από την άλλη έχει απαντηθεί ενδελεχώς εδώ και δεκαπέντε περίπου χρόνια από τον καθηγητή Νίκο Ματσούκα σε άρθρο του στο περιοδικό «Διαβάζω». Αν και αισθάνομαι ότι επαναλαμβάνω πράγματα,  θα σημειώσω την παρομοίωσή που έκανε για το εκκλησιαστικό σώμα ως γυναίκας που γεννά (και παράγει πολιτισμό) και ως γιατρού γυναικολόγου του θεολόγου (που ασχολείται επιστημονικά με αυτόν τον πολιτισμό). Σίγουρα μπορεί να γεννηθεί παιδί χωρίς την μεσολάβηση της επιστήμης. Όμως κανένας σώφρων γονιός δεν θα διακινδύνευε σήμερα να το επιχειρήσει.

 Η επιστημονική θεολογία ξεκίνησε αξεδιάλυτα στην αρχή πλάι στην εκκλησιαστική πράξη, αλλά περιέλαβε γρήγορα όλες τις βασικές επιστημολογικές αρχές και μεθόδους που έχουν και σήμερα όλες οι ανθρωπιστικές επιστήμες, Σιγά – σιγά όμως άρχισε να αυτονομείται. (Αλήθεια που κατατάσσουν  οι πολέμιοι του «θύραθεν» τον Ιουστινιανό, το Λέοντα τον Σοφό και τον κρατικό λειτουργό Φώτιο, πριν γίνει σε μια νύχτα πατριάρχης;)  Είναι αλήθεια ότι σημείο καμπής υπήρξε η ίδρυση ορθόδοξων θεολογικών σχολών με βάση τα προτεσταντικά πρότυπα, αλλά αυτό ήδη είναι πολύ μακριά. Τα θεολογικά τμήματα σήμερα νομιμοποιούνται να υπάρχουν εκτός και ανεξαρτήτως των εκκλησιαστικών δομών, πιστεύω και από τις δυο πλευρές: Από την  κοινωνία των πολιτών μέσω της ακαδημαϊκής κοινότητας, γιατί υπηρετούν με νόμιμες επιστημολογικές αρχές και μεθόδους ένα διακριτό τομέα σπουδών.

Επίσης, όσο και αν στην αρχή θα φανεί ρηξικέλευθο, μπορούν να γίνουν  αποδεκτά και από την Εκκλησία. Όχι βέβαια με τις προτεσταντικές προϋποθέσεις των αρχών του 19ου αιώνα. Όχι δηλαδή ως ένας λόγος που κατευθύνει την Εκκλησία, αλλά ως ένα εργαλείο που μπορεί να το χρησιμοποιήσει η Εκκλησία ελεύθερα και δυναμικά.[5] Και ας ξαναέρθουμε στο παράδειγμα του γυναικολόγου. Κανείς μπορεί να έχει ένα διάλογο με τον γιατρό του, να ελέγξει τις μεθόδους του, να δει τι κάνουν και άλλοι συνάδελφοί του, να ελέγξει την ποιότητα των οργάνων που χρησιμοποιεί, αλλά αν δεν είναι ο πιο ακραίος φουνταμενταλιστής δεν θα απορρίψει την βοήθεια της ιατρικής επιστήμης. 

            Τι χρειαζόταν όλα τα παραπάνω; Απλούστατα γιατί, αν για τις θεολογικές σπουδές τίθεται το δίλημμα με την κοινωνία των πολιτών και χωρίς προκαθορισμούς, ή με την κηδεμονία της θεσμικής εκκλησίας, κατά την γνώμη μου πρέπει να δοθεί μια σαφέστατη απάντηση: Με την κοινωνία των πολιτών.[6]

Για μένα μια τέτοια απάντηση θα ισοδυναμεί με την ενηλικίωση της Ελλαδικής θεολογικής σκέψης: «Δεν είμαι Προφήτης, δεν είμαι Απόστολος (αυτό πάντα σε σχέση με το ότι έχω διδαχθεί), αλλά άμα κάνω σωστά τη δουλειά μου, μπορεί να βοηθήσω τους Προφήτες και τους Απόστολους».

 

3. Η ίδρυση των Εκκλησιαστικών Ακαδημιών  και ο επαγγελματική ταυτότητα των πτυχιούχων θεολογίας

           

             Καταρχήν, αν το θέμα ετίθετο γενικά και αόριστα, αν έχει, δηλαδή, ο εκκλησιαστικός οργανισμός δικαίωμα να ιδρύσει ακαδημαϊκού επιπέδου σχολές για να εκπαιδεύει και να παρέχει συνεχιζόμενη επιμόρφωση και ειδική κατάρτιση  στα στελέχη του, ιερείς, ιεροψάλτες, στελέχη της διακονίας (μια δουλειά επιπέδου, σαν κι αυτή που έκανε και κάνει ο Κίσσαμου Ειρηναίος με την  Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης), νομίζω, ότι όσοι θέλουμε να ξεχωρίζει σιγά- σιγά η Εκκλησία από το Κράτος,  δεν θα μπορούσαμε να έχουμε κάποια αντίρρηση, παραμένοντας συνεπείς στην θέση μας.

            Όμως δεν πρόκειται για τέτοιες σχολές, πρόκειται για σχολές απομίμηση των αναλόγων στρατιωτικών, αφού η εισαγωγή προϋποθέτει την προ-έγκριση της διοίκησης της Εκκλησίας, έχει συνέντευξη, οι σπουδαστές μένουν υποχρεωτικά εσώκλειστοι και οι διδάσκοντες ελέγχονται από την διοίκηση για την «ορθόδοξη πίστη και το ήθος τους».[7]

Να δούμε όμως, με μια γρήγορη ματιά,  τι προβάλλεται ως αιτία δημιουργίας αυτών των σχολών εκτός βεβαίως της εισηγητικής έκθεσης του νομοσχεδίου:

«Στις θεολογικές σχολές εισέρχονται νέοι που ελάχιστη σχέση έχουν με την Εκκλησία».[8]

Η διάσταση απόψεων ανάμεσα σε μερίδα των καθηγητών θεολογίας  και ιεραρχών.[9]

Ο περιορισμός της «ανεξέλεγκτης εξουσίας των ακαδημαϊκών θεολόγων πάνω στην Εκκλησία» και η ελλιπής θεολογική έρευνα και παραγωγή στις κρατικές θεολογικές σχολές, ο οποίοι βέβαια αισθάνονται τον ανταγωνισμό και αντιδρούν. [10]

            Για το πρώτο και το δεύτερο σημείο νομίζω διεξοδικά τοποθετήθηκα παραπάνω: Εξαρτάται πως βλέπει κανείς την θεολογική επιστήμη: ως ένα λόγο που κατευθύνει την εκκλησία, ή ως ένα εργαλείο που όλοι – πρωτίστως η εκκλησιαστική κοινότητα και οι λειτουργοί της- μπορούν να χρησιμοποιήσουν ελεύθερα και δυναμικά.

            Για το τρίτο σημείο χρειάζεται να γίνει παραπάνω κουβέντα: Ας υποθέσουμε και ίσως βάσιμα ότι οι πανεπιστημιακές θεολογικές σχολές ακολουθούν τις δυσκαμψίες των Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. της χώρας μας, που πάρα πολλοί από τους ίδιους τους πανεπιστημιακούς ομολογούν.[11] Τι προτείνεται όμως ως λύση: να θεωρηθούν ανταγωνιστικά καθιδρύματα που η έρευνα και η γνώση -όχι με ανομικές καταστάσεις, αλλά βάσει νόμου- ποδηγετείται;  Επίσης τι σημαίνει ότι οι θεολόγοι ασκούν ανεξέλεγκτα έλεγχο στην Εκκλησία; Αυτό είναι το καθήκον κάθε πολίτη αυτής της χώρας: είτε εκπαιδευτικός είναι αυτός είτε εφοριακός, ακόμα και μέσω του ρόλου του και μέσα στα πλαίσια των θεσμών έχει υποχρέωση να ασκήσει όσο και όποιο έλεγχο του έχει επιτρέψει η πολιτεία να ασκεί. Ο έλεγχος βέβαια των εκπαιδευτικών γίνεται μέσω της έρευνας και της παιδείας και αν τα κριτήρια ελέγχου τους δεν συντονίζονται με αυτά τα δυο, εκεί πρέπει να «νύξει» κανείς, όχι να ζητήσει την βοήθεια από άλλους, εξωγενείς για αυτό το πλαίσιο, παράγοντες. 

Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει εμπιστοσύνη (εκτός λίγων  εξαιρέσεων φυσικά)  στον Εκκλησιαστικό οργανισμό ότι έχει την κατάλληλη οργάνωση και αντίληψη  για να λειτουργήσει με όλα τα ακαδημαϊκά αλλά και δημοκρατικά εχέγγυα (που σήμερα είναι συνυφασμένα με τους σκοπούς της παιδείας και της έρευνας), ανώτατες  εκπαιδευτικές δομές.[12] H ίδρυση των ανώτατων εκκλησιαστικών σχολών με τον τρόπο που επιχειρείται από την ιεραρχία -ως απομίμηση των παραγωγικών σχολών  των Ενόπλων Δυνάμεων, πέρα από τον προβληματισμό για το πρόδηλο αρχέτυπο που έχει στο μυαλό της η θεσμική εκκλησία για τον  σημερινό κλήρο και τους άλλους λειτουργούς της εκκλησιαστικής διακονίας (…«στρατιωτάκια ακίνητα, αμίλητα και αγέλαστα»), κάνει τους θεολόγους, σχετικούς γνώστες κάποιων πραγμάτων που αποσιωπούνται, να αντιδρούν. [13]

Έχουν δικαίωμα καταρχήν ως πολίτες, γιατί με χρήματα του ελληνικού δημοσίου θα στηρίζονται αυτές οι σχολές και είναι θεμιτό να έχουν λόγο περί της ποιότητας αυτών των σχολών, τουλάχιστον όσοι πολίτες γνωρίζουν από θεολογικές σπουδές.[14]

Πέρα από αυτό, νομίζω ότι όσοι θεωρούν τον εαυτό τους Χριστιανό Ορθόδοξο έχουν λόγο εδώ ακόμα πιο παρεμβατικό, γιατί η Εκκλησία στην οποία ανήκουν, προβαίνει σε ένα τόσο σημαντικό βήμα χωρίς να κάνει διάλογο με τα μέλη της. (Γιατί άραγε να δοθούν αυτά τα χρήματα από το κράτος σε Εκκλησιαστικές δομές που δεν είναι πρώτης ανάγκης και όχι σε άλλες που τα μέλη της Εκκλησίας θεωρούν αναγκαίες;) Αλλά η Εκκλησιαστική ηγεσία δεν κάνει διάλογο ούτε με αυτούς που μέχρι σήμερα θεωρούσε δασκάλους των Ιεραρχών της. Δηλαδή με τον χώρο των Θεολογικών Γραμμάτων.  Ποιος θα  ακούσει όμως τα μέλη της Εκκλησίας; Όταν δεν βοούν βέβαια αγελαία σε συνάξεις και ζητούν δομές διαλόγου και συν-απόφασης εντός της Εκκλησίας; Γι' αυτόν τον λόγο συχνά και τα μέλη της Εκκλησίας αναζητούν την βοήθεια της Πολιτείας για «τα του οίκου τους».  Έχουν -όχι αναίτια- την αίσθηση ότι ο λόγος τους, ο προβληματισμός τους, η ψήφος τους, η παρεμβολή τους σε πρόσωπα και δομές μπορεί να έχουν κάποια αποτελεσματικότητα στην συμπεριφορά της Πολιτείας, παρά της Θεσμικής Εκκλησίας. Έτσι δεν έγινε στο παρελθόν και με το θέμα της ενοριακής οργάνωσης (νόμος Τρίτση);  Είναι λοιπόν αστείο, ακόμα και να λέγεται από μερικούς, ότι οι Θεολόγοι τα βάζουν με την Εκκλησία. Ποια Εκκλησία;

Τέλος πάντων,  ακόμα και οι αδαείς περί των εκκλησιαστικών κατανοούν, ότι άλλες είναι οι πρωτεύουσες ανάγκες του εκκλησιαστικού οργανισμού και άλλες πάνε να καλυφθούν (οι οποίες έχουν σχέση με το γόητρο της εκκλησιαστικής ηγεσίας). Διότι ο ενοριακός κλήρος και το λοιπό προσωπικό των ενοριών χρειάζεται θεσμική αναβάθμιση του ρόλου του. Η αναβάθμιση αυτή, θα μπορούσε να υποστηριχθεί με πολλά ανοιχτά περιφερειακά μορφωτικά ιδρύματα της Εκκλησίας, που θα προσφέρουν πολυσχιδή και διαρκή κατάρτιση (στο πρότυπο της  Ορθόδοξης Ακαδημίας Κρήτης) και όχι με τις «Εκκλησιαστικές Ακαδημίες» στο πρότυπο των παραγωγικών σχολών του Στρατού[15]

      Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο καλό είναι να αναφερθεί κανείς και στο «πάπλωμα», αν και δεν γίνεται ο καυγάς μόνο για αυτό, παρόλα αυτά υπάρχει. Κανείς λοιπόν θεολόγος- ένας ανασφαλής εκ των πραγμάτων άνθρωπος, δεν αφήνει τις  βάσιμες υπόνοιες του ότι αυτές οι σχολές φτιάχνονται για να λειτουργήσουν ανταγωνιστικά προς τα θεολογικά τμήματα. Με λίγα λόγια να υποκαταστήσουν ή ακόμα και να αντικαταστήσουν στο μέλλον τα θεολογικά τμήματα και να μείνει ακόμα περισσότερο «ξεκρέμαστος». Ερέθισμα για αυτές τις υπόνοιες, είναι το ερώτημα «γιατί η Εκκλησία δεν αξιοποιεί σε πρώτη φάση τους άνεργους θεολόγους σε πολλές από τις θέσεις λαϊκών που θέλει να καλύψει με τις σχολές της;[16]»

Το πολύ πρόσφατο παρελθόν εδραιώνει την καχυποψία. Είναι γνωστή ιστορία των Ποιμαντικών Τμημάτων εντός των Θεολογικών Σχολών Αθήνας -Θεσσαλονίκης, τα οποία από διετείς επιμορφωτικές δομές για τους κληρικούς εξελίχθηκαν, μετά από πιέσεις εκκλησιαστικών και παρά-εκκλησιαστικών  παραγόντων σε όμορους των θεολογικών τμημάτων χώρους ανέλιξης δευτεροβάθμιου εκπαιδευτικού προσωπικού. Βέβαια, όταν κάποια στιγμή εντάχθηκαν αθρόα στην επετηρίδα  των θεολόγων εκατοντάδες απόφοιτοι των Ποιμαντικών  τμημάτων που δεν είχαν πιο μπροστά δικαίωμα ένταξης, κανείς δεν νοιάστηκε για τα  εργασιακά αδιέξοδα του κλάδου. Όπως κανείς δεν εξέτασε το ότι με διαφορετικά κριτήρια εισήχθησαν οι μεν και οι δε στο Πανεπιστήμιο. Αλλά είπαμε, αυτό που τότε μέτρησε ήταν να μην κατηγορηθούν οι πολιτικοί πως θέλουν να βγάλουν έξω από την Παιδεία την Εκκλησία και τους Κληρικούς. Το ίδιο «επιχείρημα» ακούγεται πάνω κάτω και σήμερα.

            Κι αν πάει κανείς παρακάτω αξίζει να αναρωτηθεί γιατί η Εκκλησία δεν αξιοποιεί σε πρώτη φάση τους άνεργους θεολόγους σε πολλές από τις θέσεις λαϊκών που θέλει να καλύψει με τις σχολές της, δείχνοντας αν θέλετε και μια φιλάνθρωπη στάση για ανθρώπους που βρίσκονται συχνά στην έσχατη ένδεια;

Εδώ ακούγεται το επιχείρημα: «Δεν είμαστε σίγουροι, ότι θα βρούμε μέσα από αυτούς πραγματικά μέλη της Εκκλησίας.»

Αν το ερευνήσει όμως κανείς προσεκτικά θα δει  ότι και αυτό ακόμα είναι πρόφαση: Είναι τόσοι πολλοί οι άνεργοι και υποαπασχολούμενοι απόφοιτοι που μπορεί εύκολα να γίνει μια επιλογή. Ας προσθέσουμε επίσης ότι πάρα πολλοί απόφοιτοι των θεολογικών σχολών προέρχονται από χαμηλά κοινωνικά στρώματα, της Ελληνικής επαρχίας, όπου κατά κανόνα λειτουργούν παραδοσιακά πλαίσια νοοτροπιών και κοινωνικών στάσεων, αν ορισμένους τους τρομάζει «η παγκόσμιος επανάστασις της νεολαίας», όπως θα έλεγε και ο μακαριστός Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτων[17]. Και για το τυπικό του πράγματος θα μπορούσαν να ζητούν ως απαραίτητο εχέγγυο για την κάλυψη της θέσης , την διαβεβαίωση της ενοριακής επιτροπής της ενορίας των ενδιαφερομένων. Η ενοριακή  επιτροπή μπορεί να γνωρίζει αν είναι κάποιος ή κάποια μέλος της Εκκλησίας. (Όσο γίνεται βέβαια με βάση εξωτερικά στοιχεία, εγώ ακόμα και γι' αυτό κρατάω επιφυλάξεις).

Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς και τους σπουδαστές και τους αποφοίτους των Εκκλησιαστικών Ακαδημιών που υπάρχουν σήμερα. Είναι και αυτοί μετέωροι, θύματα μαζί με άλλους της επεκτατικής διάθεσης της Εκκλησιαστικής ηγεσίας, «πάλαι τε και επ' εσχάτων».  Θα μπορούσε να προτείνει κανείς, όσοι από αυτούς, δεν κατάφεραν να εισαχθούν με κατατακτήριες στα Θεολογικά τμήματα, να τύχουν μιας ευνοϊκής ρύθμισης για εξομοίωση του πτυχίου τους με αυτό των Θεολόγων, κατόπιν περαιτέρω σπουδών, υπό την εποπτεία των Θεολογικών σχολών. Όπως ακριβώς έγινε με τους Δασκάλους των πρώην Παιδαγωγικών Ακαδημιών, που εξομοιώθηκαν με αυτούς των Παιδαγωγικών τμημάτων των Πανεπιστημίων. Στο ΑΣΕΠ θα δώσουν εν τέλει και αυτοί εξετάσεις, εκεί που είναι ένας προς είκοσι, ας είναι ένας προς είκοσι έναν.  Από κει και πέρα όμως, αυτές οι σχολές θα πρέπει να αντικατασταθούν από Ινστιτούτα Εκκλησιαστικής Κατάρτισης που θα παρέχουν ειδική κατάρτιση για την καθημερινότητα της υπηρεσίας σε έναν Ναό (Λειτουργική, Ψαλτική κ.τ.λ.), στα οποία ακόμα και οι πτυχιούχοι Θεολόγοι που θέλουν να γίνουν κληρικοί θα πρέπει να φοιτούν, γιατί άλλο πράγμα είναι αυτές οι γνώσεις και δεξιότητες και άλλο η Θεολογική Επιστήμη[18]

 

4. Είναι οι εν λόγω Ακαδημίες Ομολογιακές  Θεολογικές σχολές;

 

Τέλος μπορεί κανείς να υποθέσει ότι η Θεσμική Εκκλησία θέλει αυτές τις σχολές, γιατί έχει αισθανθεί την ανάγκη ίδρυσης Ομολογιακών Θεολογικών σχολών. Θεωρεί ότι οι υπάρχουσες Θεολογικές σχολές, για να παραμείνουν στα πλαίσια των δημοσίων πανεπιστημίων, θα χειραφετηθούν ολοκληρωτικά από το Δόγμα και θέλει να προλάβει τις εξελίξεις. Βλέπει από την άλλη,  παραδείγματα όμορων χώρων και λέει «γιατί όχι και εγώ;»[19]

Όμως αν είναι αυτός ο στόχος πρέπει να δηλωθεί ξεκάθαρα,  και να γίνει διάλογος επ' αυτού. Γιατί ένα τέτοιο εκκλησιαστικό-κρατικό κατασκεύασμα  σαν την «Εκκλησιαστική Ακαδημία», διόλου δεν θυμίζει λ.χ. τη «Γκρεγκοριάνα» ή το «Πανεπιστήμιο του Λατερανού» (που τέλος πάντων άλλη είναι η ιστορία τους[20]), αλλά καταστάσεις στις πρώην «ανατολικές» χώρες, όπου τα εκκλησιαστικά σεμινάρια ανακηρύχθηκαν «εν μία νυκτί» πανεπιστήμια, λόγω και του αυξημένου πολιτικού ρόλου των τοπικών εκκλησιών σε αυτές τις μεταβατικές περιόδους.[21] Και να μας πει βέβαια κανείς ποία η προσφορά στην θεολογικά γράμματα αυτών των σχολών. Αν είχαν έναν Στανιλοάε, τον είχαν από πριν.  Και να μας πει βέβαια: «τι διαφορετικό εν τέλει θα κάνουν αυτές οι σχολές;»

 Ο Καθηγητής του τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ, Λ. Σιάσος υποστηρίζει ότι είναι «κορυφαία επιστημονική κατάκτηση των μοναδικών στην Ευρώπη θεολογικών μας σχολών να μην είναι ομολογιακές -και γι' αυτό είναι ευσήμως αναγνωρισμένες διεθνώς»[22] Σε αυτές τις σχολές όταν πλέον και τυπικά θα έχει κατοχυρωθεί πλουραλιστική έκφραση, θα είναι ευτύχημα να σπουδάζει κάποιος λειτουργός της Ορθόδοξης Εκκλησίας γιατί σε έναν πλουραλιστικό κόσμο θα εργαστεί και πρέπει να προετοιμαστεί για αυτό με έναν τρόπο σπουδών που προάγει τον διάλογο.

Αλλά, ας πούμε ότι τα πράγματα ήταν ιδανικά και η Εκκλησία ήθελε να έχει ένα επιπλέον ερευνητικό ίδρυμα που να ασχολείται ακόμα πιο έντονα με «τα του οίκου της». Τίποτε μεμπτό σε αυτό. Να αναλάβει η Εκκλησία το κόστος ίδρυσης ενός τέτοιου οργανισμού (ενός γιατί αν δεν υπάρχει ο κρατικός κορβανάς, θα χρειαστεί οικονομία στα αργύρια) και να προχωρήσει. Θα έλεγα ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον νόμο που διέπει τα κολέγια και αν αργότερα πραγματικά γινόταν σοβαρή δουλειά θα μπορούσε να ζητήσει την αναγνώριση αυτής της σχολής από το κράτος. Επίσης, θα μπορούσε αν είχε αποκτήσει κύρος να συνεργαστεί με το «πανεπιστήμιο του Λατερανού» π.χ., όπως συνεργάζονται και άλλα κολέγια με ξένα πανεπιστήμια και να διευκολύνει τον δρόμο προς την αναγνώριση. Είναι αναγκαίο επίσης, να κατοχυρωθεί το αυτοδιοίκητο της σχολής αυτής, γιατί ακόμα και ως Ομολογιακή μια Θεολογική Σχολή παραμένει χώρος ακαδημαϊκής παιδείας και όχι απλής επαγγελματικής κατάρτισης. Αναγκαστικά η διοίκηση της Εκκλησίας θα επιλέξει το πρώτο  σώμα εκλεκτόρων του διδακτικού προσωπικού αυτής της σχολής. Μεταξύ των ειδικών υπάρχει βέβαια δυσπιστία, αν αυτό θα μπορούσε να γίνει αξιοκρατικά, αλλά έτσι συγκροτείται η διοίκηση της Εκκλησίας σήμερα και αυτό το έχουμε de facto δεχτεί για μείζονα ζητήματα.  Από κει και πέρα όμως η διοίκηση των σχολών θα έπρεπε να δοθεί αποκλειστικά στους διδάσκοντες. Η Ιεραρχία θα μπορούσε συμβουλευτικά και μόνο να έχει λόγο για γενικά ζητήματα, π.χ. πόσες διδιακτικές ώρες  «λειτουργικής θεολογίας», ή «διεκκλησιαστικών σχέσεων» περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα σπουδών.

Τέλος (και πάλι «για το πάπλωμα») θα έπρεπε να συζητηθούν τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων τους ανοιχτά. Δηλαδή, αν λειτουργήσουν με την λογική ότι δεν εξυπηρετούν την Εκκλησία Θεολογικά τμήματα που είναι της αρχής «από την κοινωνία για την κοινωνία», οι απόφοιτοι τέτοιων «κλειστών» σχολών δεν είναι δυνατόν να έχουν εργασιακές αξιώσεις στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο. 

             

5. Το μάθημα των θρησκευτικών


Με τα παραπάνω, κατά την γνώμη μου, γίνονται σαφή και τα κίνητρα της θεσμικής εκκλησίας που ζητά συχνά και ζήτησε πρόσφατα να έχει λόγο για το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών[23].

Θα πρέπει βέβαια να τονίζει εδώ κανείς ότι η θεσμική εκκλησία εκμεταλλεύεται την ατολμία των εκάστοτε πολιτικών ηγεσιών του Υπουργείου Παιδείας που δεν έχουν ξεκαθαρίσει το περιεχόμενο αυτού του μαθήματος για λόγους ψηφοθηρικούς. Δεν έχουν αποφασίσει να πουν ανοιχτά ότι τα θρησκευτικά είναι ένα μάθημα γνώσης του υπαρκτού θρησκευτικού πολιτισμού (με ιδιαίτερο ασφαλώς ενδιαφέρον για τον Ελληνορθόδοξο πολιτισμό, εξ αιτίας του χωροχρονικού εντοπισμού) και όχι μάθημα κατήχησης.  Δεν ειπώθηκε καθαρά ότι για να σταθεί ένα τέτοιο μάθημα στα πλαίσια ενός ανοιχτού και δια-πολιτισμικού πλαισίου δημόσιας εκπαίδευσης δεν μπορεί να είναι ώρα προπαγάνδισης (έστω και «λάϊτ») μιας οποιασδήποτε ομολογίας. Ακόμα και αν η πλειοψηφία των γονιών θέλει κάτι τέτοιο, δεν είναι δυνατό να μη δεχτεί κανείς το δικαίωμα των νέων να διαμορφώνουν ελεύθεροι την θρησκευτική τους συνείδηση, τουλάχιστον χωρίς σκόπιμη κρατική προπαγάνδα. Από την άλλη η Πολιτεία πρέπει να έχει την υποχρέωση να μεταφέρει  αδογμάτιστα πληροφορίες και γνώσεις  για τον θρησκευτικό πολιτισμό που περιβάλλει τη νέα γενιά, γιατί αν δεν το κάνει αυτό αφήνει χώρο σε κάθε λογής φανατικούς, μάγους και φουνταμενταλιστές να δράσουν. Αλλά και τι ποιότητα κατήχησης να δώσει κανείς σε ένα περιθωριοποιημένο μάθημα, ανάμεσα σε άλλα μαθήματα με τα οποία δεν συνδέεται οργανικά; Έτσι σε κάθε κρίση στον χώρο της Δημόσιας Παιδείας, το μάθημα των Θρησκευτικών κατηγορείται ως ένας ενδεικτικός αναχρονισμός της κατάντιας της Παιδείας.

Αν δει κανείς σε βάθος τα πράγματα την θεσμική εκκλησία δεν την βλάπτει μια τέτοια κατάσταση. Γιατί, με την συνεχιζόμενη υποβάθμιση του μαθήματος των θρησκευτικών και την ταυτόχρονη «επέλαση» του αιτήματος χωρισμού εκκλησίας και κράτους, ευελπιστεί ότι κάποια στιγμή θα αναλάβει μόνη της την θρησκευτική αγωγή των παιδιών  κάποιων παιδιών και μάλιστα στα πλαίσια του σχολείου. Είναι ένα ενδεχόμενο και θα παλέψει για γι αυτό. Μπορεί να της δοθεί ως αντάλλαγμα.. Ήδη έχουν ακουστεί παραδείγματα χωρών (Γερμανία) όπου τα θρησκευτικά είναι επιλεγόμενο μάθημα, το οποίο διδάσκεται εντός σχολικού ωρολογίου προγράμματος από λειτουργούς της κάθε αναγνωρισμένης ομολογίας. Για την θεσμική εκκλησία είναι  μια λύση που την αναβαθμίζει σε παροχέα εκπαίδευσης (έστω περιορισμένης) στον χώρο  της γενικής παιδείας, για τους Θεολόγους, επιστήμονες και παιδαγωγούς όμως;

Συνεπώς όλοι οι πτυχιούχοι Θεολογίας[24] θα ήταν καλύτερα να παλέψουν για τα αναφαίρετα δικαιώματά τους στη ζωή και την δημιουργία σε άλλο πλαίσιο και μήκος κύματος από την Θεσμική Εκκλησία. Χωρίς να χρησιμοποιούν ως ασπίδα την ορθόδοξη χριστιανική πίστη της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, αλλά την εκπαίδευσή τους και την διάθεσή τους για αποτελεσματική εργασία.

Είναι μάλιστα ενθαρρυντικό ότι με ένα τέτοιο πλαίσιο για το ρόλο και το έργο του Θεολόγου- Καθηγητή, η επαγγελματική του θέση στο δημόσιο σχολείο δεν αμφισβητείται ούτε με βάση την οδηγία του Συμβουλίου της Ευρώπης, ούτε με βάση το νομοσχέδιο των εισηγητών των χωρισμού Εκκλησίας και Κράτους[25]. Ειδικά για την δεύτερη περίπτωση, ίσως δεν είναι άσχετος ο λόγος που βγήκε από πολλούς καθηγητές των Θεολογικών σχολών απέναντι στο ενδεχόμενο ίδρυσης Εκκλησιαστικών Πανεπιστημίων με κρατική «βούλα» και από το κρατικό «κομπόδεμα», λόγος που άρχισε να πείθει ορισμένους ότι στις Θεολογικές σχολές δεν διδάσκουν κατήχηση.[26]  Και αυτό μάλιστα όταν δεν έχει σταματήσει η αρθρογραφία που μιλά για «το παράδοξο των παραγωγικών πανεπιστημιακών θεολογικών σχολών».[27]

Δεν αντιπαρέρχομαι το γεγονός ότι στην  πλειοψηφία τους οι θεολόγοι αισθάνονται μέλη της Εκκλησίας, πρέπει όμως να κατανοήσουν ότι ο χώρος δουλειάς τους στην κοινωνία δεν προσφέρεται για Ιεραποστολή. Ή μάλλον καλύτερα, μπορούν να κάνουν και Ιεραποστολή με άλλον τρόπο. Αυτό-παραιτούμενοι  από την διάθεση επέκτασης της ομολογίας τους και προωθώντας την συνάντηση, την συνεννόηση και την αλήθεια του Άλλου, γίνονται, με την σιγουριά τους, οι ίδιοι φωνές της Ανάστασης του Χριστού, χωρίς να χρειαστεί να κάνουν απολογητική. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάν ότι, όπως το Ελλαδικό κράτος τους έδωσε κάποτε ουσιαστικά την εντολή να κάνουν κήρυγμα στα σχολεία για τους δικούς του ιδεολογικούς και πολιτικούς σκοπούς,[28] μπορεί για τους ίδιους λόγους αύριο να τους αφαιρέσει κάθε δυνατότητα πρόσβασης στην εκπαίδευση. Τότε σε άλλες ικανότητές του πρέπει να στηριχτούν και όχι στην δεξιότητα τους να «κηρύσσουν τον Λόγο του Θεού». 

Με όλα αυτά πιστεύω ότι η επάρκεια κάθε Θεολόγου μπορεί να ζυγιαστεί στο αν δημιουργεί ένα κριτικό ενδιαφέρον για τον θρησκευτικό πολιτισμό, ανταποκρινόμενος στην πραγματικότητα του χειραφετημένου ανθρώπου (εν πολλοίς και του πιστού – μέλους της Εκκλησίας).  Ο άνθρωπος σήμερα, αν ανήκει κάπου, θέλει να ανήκει «μέσα από τον δικό του δρόμο». Μπορεί βέβαια να τον κοιμήσεις με την τηλεοπτική πλύση εγκεφάλου για λίγο, αλλά δεν μπορεί να δεχτεί στατικές καταστάσεις.  Όσοι πιστεύουν ότι αυτή η εξέλιξη είναι κυρίως αρνητική, είναι αδύνατο να αποκτήσουν οργανικό σύνδεσμο με την κοινωνία . Τότε τους μένει μόνο η προπαγάνδα και η άμυνα μέσω θεσμικών διευκολύνσεων. Σαν τον γονιό που χάνει την σχέση του με την οικογένειά του και ζητά δικαστικές αποφάσεις για να βλέπει τα παιδιά του.



[1]Ένας από αυτούς είναι και το «Συμβούλιο της Ευρώπης», που εξέδωσε πρόσφατα (10/2005) οδηγία για «την Εκπαίδευση και τη Θρησκεία», η οποία – αργά ή γρήγορα- θα επηρεάσει τον τρόπο που  διδάσκονται τα θρησκευτικά στην Ελλάδα. Βλέπε σχετικά ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 7/10/2005 σ. 42.

[2] ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 19/11/05, σ. 4 & Το ΒΗΜΑ 25/9/2005, σ . Α 44-45

[3] ΤΑ ΝΕΑ 20/10/2005, σ.9

[4] Ονομάζω «θεσμική εκκλησία» αυτή την οντότητα που θα ονόμαζε κάποιος  «ποιμαίνουσα εκκλησία», ή κάποιος άλλος  «ιερατείο». Ωστόσο αυτός που θα ήθελε να γεφυρώσει την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία με τον σύγχρονο τρόπο θέασης των  κοινωνικών και διαπροσωπικών σχέσεων ( οι εκκλησιαστικές σχέσεις στην «οριζόντια», αλλά ακόμα και στην «κάθετη» διάσταση τους είναι τέτοιες)  θα προτιμούσε να χρησιμοποιεί τη λέξη  «λειτουργός» από τη λέξη «ποιμήν». Για να μη μπει κανείς σε ένα κυκεώνα αντεγκλήσεων για «το μάτι της βελόνας», ας ξεκινήσω από το ότι τα «Λογικά Πρόβατα» έχουν  βοσκό ένα «Σφαγμένο Αρνί». Για  μια κοινωνία που έχει την «χειραφέτηση» ως πρώτιστη αξία, ο όρος «λειτουργός» και δόκιμος  είναι και ιστορικός και περιγράφει καλύτερα αυτό που γίνεται . Όμως η «ποιμαίνουσα» Εκκλησία φαίνεται να συντονίζει τον λόγο της και τη δράση της  στην ενδυνάμωση της θεσμικής της  παρουσίας , πιστεύοντας ότι έτσι θα διασφαλίσει την απρόσκοπτη συνέχειά της, παρά  στην συνάντησή της με τον σημερινό άνθρωπο, με τις δυνατότητές του και τα αδιέξοδά του ,  πράγμα που με δυσκολεύει να την πω «Λειτουργούσα» όπως διακαώς θα ήθελα.

[5] Είναι αλήθεια ότι οι θεολογικές σπουδές στην Ελλάδα ξεκίνησαν , υπηρετήθηκαν και μέχρι σήμερα υπηρετούνται σε ένα αυστηρά ομολογιακό πλαίσιο. Ωστόσο, αν σήμερα θέλει η θεολογία να πείσει σοβαρά για την ανεξαρτησία της από προκαθορισμούς και απολογητικές σκοπιμότητες είναι ανάγκη να δει την ομολογιακότητα με «άλλο μάτι». Προσωπικά πιστεύω, ότι η ομολογιακότητα στα Ελληνικά Θεολογικά γράμματα σήμερα, δεν πρέπει να είναι τίποτα άλλο, παρά μονάχα ένα ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον για τον πολιτισμό και τα προβλήματα της Ορθοδοξίας.

Σε πολλές χώρες του  εξωτερικoύ λειτουργούν ταυτόχρονα μη ομολογιακές σχολές στα πλαίσια του συστήματος δημόσιας εκπαίδευσης και ομολογιακές στα πλαίσια εκκλησιαστικών δομών. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο για την σημερινή Ελλάδα φοβίζει πολλούς θεολόγους και όχι αδικαιολόγητα. Υπάρχει το θέμα των επαγγελματικών δικαιωμάτων  βέβαια, αλλά όχι μόνον αυτό. Στη συνέχεια του άρθρου αναφέρομαι  ακροθιγώς στο θέμα αυτό.

[6] Καταλαβαίνω ότι είναι σχηματικός αυτός ο διαχωρισμός. Το θέμα είναι όμως πως αντιλαμβάνεται κανείς την Εκκλησία. Ως παρουσία της « Όντως Κοινωνίας» μέσα στην κοινωνία, ή ως παρα-κοινωνία απέναντι στην κοινωνία;

[7] Κυριακάτικη ΑΥΓΗ 25/9/2005, σ .6-7

[8] Ι. Γραμματικάκη, «Γιατί όχι ανώτατες εκκλησιαστικές σχολές», ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 29/9/2005, σ.1

[9]  Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος, «Υπερβολές και άγνοια», Το ΒΗΜΑ 25/10/2005, σ . Α 46

[10] π. Ν. Λουδοβίκος, «Το πραγματικό νόημα ενός Θεολογικού Εμφυλίου»,ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 29/9/2005, σ.2 Βλέπε και Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος, «Υπερβολές και άγνοια», Το ΒΗΜΑ 25/9/2005, σ . Α 46 όπως και Χ. Κονταράκης, «Υποβολιμαία Συντεχνιακή Αντιμετώπιση»,  Το ΒΗΜΑ 25/9/2005, σ . Α 46

[11] Στ. Βραδέλης, «Γαλάζιες Μαφίες σε Πανεπιστήμια», ΤΑ ΝΕΑ 19/11/05, σ. 19

[12]Λάμπρου Χ. Σιάσου,  «Θα εκλέξει η βουλή τον αρχιεπίσκοπο ισόβιο αρχιπρύτανη;», ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ , 20 Mαρτίου 2005:  «Βεβαίως, οι επίσκοποι της ελλαδικής εκκλησίας ποτέ δεν έκρυψαν την αποστροφή τους προς τις θεολογικές σχολές, η οποία ενίοτε φτάνει στα όρια του μίσους.  Όντας μέτριοι φοιτητές οι πιο πολλοί εξ αυτών ως νεότατοι αρχιμανδρίτες, αφού έγιναν επίσκοποι έκοψαν κάθε επαφή με τη σχολή που τους έθρεψε θεολογικά.  Στις καλύτερες των περιπτώσεων χρησιμοποιούν επιλεκτικώς καθηγητές για να στηρίξουν κάποιες από τις επιλογές του.  Ποτέ όμως δεν έδειξαν να χαίρονται για την ελευθερία που απολαμβάνουν οι λαϊκοί ακαδημαϊκοί θεολόγοι.  Σήμερα λίγοι διαθέτουν τον επιστημονικό εξοπλισμό ακόμη και ενός μέσου καθηγητού θεολογικής σχολής.» 

[13] Ιω. Σ. Πέτρου, «Παραβιάζονται βασικές ακαδημαϊκές αρχές», Κυριακάτικη ΑΥΓΗ 25/9/2005, σ.6

βλέπε επίσης Μ. Κωνσταντίνου, «Διαμορφώνουν ιδεολογικούς πηρήνες», Κυριακάτικη ΑΥΓΗ 25/9/2005, σ.7 &  Μ. Μπέγζος, «Αντικοινωνικός εκπαιδευτικός θεσμός», Το ΒΗΜΑ 25/9/2005, σ . Α 46

[14]Λάμπρου Χ. Σιάσου, «Οι τέσσερις «ανώτατοι στρατώνες» Xριστόδουλου», ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 7 ΟΚΤ. 2005

[15] Αφού οι Θεολογικές Σχολές των Κρατικών Πανεπιστημίων για όσους κληρικούς το θέλουν είναι σήμερα εύκολα προσπελάσιμες.

[16] Επιπρόσθετα, έτσι όπως έχουν τα πράγματα σήμερα , οιοσδήποτε κληρικός, διαβάζοντας ελάχιστα, μπορεί να εισαχθεί με χαμηλότατη ειδική βαθμολογία στα θεολογικά τμήματα. Εκτός αν υποτεθεί, ότι αυτοί που θα εισάγονται στις εκκλησιαστικές σχολές, δεν θα είναι ανάγκη να κατέχουν στοιχειώδη γενική γνώση.

[17]« Ποιος μπορεί υπευθύνως να μας πει, ότι είναι έξω κάθε ιστορικής, εξελικτικής πραγματικότητος όλα αυτά τα ιστορικά γεγονότα και φαινόμενα της νέας γενεάς της ανθρωπότητος, η έξαλη μουσική, οι έξαλλοι χοροί, η έξαλη επένδυσις, όλη η παγκόσμιος επανάστασις της νεολαίας; αν όλοι οι μικρόνοοες, όλοι οι εθελοτυφλούντες, όλοι οι παρελθοντολόγοι και εγκαυχώμενοι δια την αρετήν της εποχής των συνομοτήσουν, δια να κατακρίνουν όλα αυτά τα πράγματα, η Εκκλησία έχει χρέος να σταθεί με Θεανδρικήν κατανόησιν, εναθρωπιζομένη όπως ο Κύριος της εν μέσω ενός κόσμου, που έρχεται μακρόθεν και να ακούσει αυτήν την αγωνιώδη κραυγήν, που αναπηδά από όλα αυτά τα θεωρούμενα από μας έξαλλα πράγματα. Κάτι έχει να μας πει με όλα αυτά τα φαινόμενα αυτός οι κόσμος, που έρχεται νέος εις το προσκήνιον της ιστορίας. ….» Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος, Λόγοι και Ομιλίαι, (Επιμ. Ανδρέας Νανάκης) αγιορειτικά τετράδια 7, Εκδόσεις «Πανσέληνος» , Άγιο Όρος 1991.

[18] βλέπε: Γ. Ρωμαίου «Περί Εκκλησιαστικής Παιδείας», Το ΒΗΜΑ 25/9/2005, σ. Α 63. Επίσης Ιω. Σ. Πέτρου, «Παραβιάζονται βασικές ακαδημαϊκές αρχές», Κυριακάτικη ΑΥΓΗ 25/9/2005, σ.6

[19] Νικήτα Αλιμπράντη, «Σύνδρομο Βατικανού στην διοίκηση της Εκκλησίας», «ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΗ», 1/10/2005, σ..32

[20] Όπως και άλλη η ιστορία της Θεολογικής σχολής της Χάλκης, τίποτα δεν γίνεται με «παρθενογένεση».

[21] Το ΒΗΜΑ 25/9/2005, σ . Α 44

 

[22] Λάμπρου Χ. Σιάσου,  «Θα εκλέξει η βουλή τον αρχιεπίσκοπο ισόβιο αρχιπρύτανη;», ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ , 20 Mαρτίου 2005

[23] Όχι βέβαια για να διορθώσει παραχαράξεις Δογμάτων της (να γράφουν δηλαδή ψέματα τα βιβλία ότι αυτά πιστεύουν οι Ορθόδοξοι και να μην τα πιστεύουν), αλλά για να προβάλει τον συντηρητισμό της και τη θέληση για έλεγχο. Π.χ. για θέματα Βιοηθικής για τα οποία η επίσημη, λεγόμενη, Εκκλησία μπορεί να έχει μιαν άποψη (όχι βέβαια εν Συνόδω και κατόπιν διαλόγου με το Εκκλησιαστικό σώμα), αλλά ανάμεσα στα μέλη της, Θεολόγους, άλλους επιστήμονες Χριστιανούς κτλ υπάρχει συζήτηση και προβληματισμός. Αυτό ο ελεύθερος επιστήμονας και όχι απολογητής που γράφει το βιβλίο, το παρατηρεί, εφόσον υπάρχει και οφείλει να το σημειώσει. Είναι θέμα σεβασμού στις αρχές της δημιουργικής και ακηδεμόνευτης παιδείας.

[24] Κάποιοι θα εκφράσουν την αντίρρηση ότι ο όρος Θεολόγος οδηγεί παραδοσιακά σε μια εσωτερική λειτουργία της κάθε Ομολογίας, παρόλο που οι επαγγελματικοί όροι από κοινωνικής πλευράς δεν είναι  στατικοί και λαμβάνουν περιεχόμενο με βάση τις αντιλήψεις και εν τέλει τις πολιτικές θεσμίσεις.  Αν η Θεσμική Εκκλησία διεκδικήσει το coryright μπορεί να αντικατασταθεί και με κάποιον άλλο π.χ. «ειδικός του Θρησκευτικού Πολιτισμού» («με κατεύθυνση την Ορθοδοξία» για τα δικά μας δεδομένα), καθώς ούτε ο όρος Θρησκειολόγος , έχει κατοχυρωθεί για άλλου τύπου σπουδές, κοντά στην σημερινή επιστημονική Θεολογία  χωρίς να ταυτίζεται όμως απόλυτα.

[25]  ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 7/10/2005 σ. 42. &   Επίσης στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ της 20/10/2005  σημειώνεται για την πρόταση της ΕΕΔΑ : «Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του υπουργού Παιδείας επανακαθορίζεται το αναλυτικό πρόγραμμα του μαθήματος των θρησκευτικών, έτσι όπως αυτό διδάσκεται στη στοιχειώδη και τη μέση εκπαίδευση, ώστε η διδασκαλία του να παύσει να έχει ομολογιακό χαρακτήρα και η ύλη του να περιλάβει εισαγωγή στην ιστορία, την κοινωνιολογία και τη δογματική όλων των θρησκειών. »

[26] Είναι βέβαια ζητούμενο να ξαναδούν οι αρμόδιοι των σχολών αυτών την «ομολογιακότητα». Στην πραγματικότητα -εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων- δεν θα κάνουν κάτι άλλο, από το να διακηρύξουν σαφώς αυτό που  καθημερινά γίνεται στην πράξη.

[27] Βλέπε Ρ. Σωμερίτη «Παπαδοπαιδείας ανάγνωσμα», Το ΒΗΜΑ 25/9/2005, σ. Α12

[28] Βλέπε Β. Κρεμμυδά, «Η Εκκλησία του Κράτους», ΤΑ ΝΕΑ 19/11/05, σ. 4

Αθώωση του συνδικ. Δημ. Πουλόπουλου

Αθωώθηκε στο Εφετείο ο συνδικαλιστής  Δημήτρης Πουλόπουλος

 

Σύλλογος Υπαλλήλων Βιβλίου – Χάρτου Αττικής*

 

Στις 12 Ιούνη, αθωώθηκε στο Εφετείο ο συνάδελφος Δημήτρης Πουλόπουλος, συνδικαλιστής από το Σύλλογο Υπαλλήλων Βιβλίου – Χάρτου Αττικής και πρόεδρος του επιχειρησιακού Σωματείου Εργαζομένων στις εκδόσεις «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ», ο οποίος είχε καταδικαστεί πρωτόδικα, σε 10 μήνες φυλάκιση με 3ετή αναστολή, για συκοφαντική δυσφήμιση του Κέντρου Ξένων Γλωσσών «Ευρωπαϊκή Πορεία» (Άνω Πετράλωνα). 

Το «έγκλημά» για την πρωτόδικη καταδίκη του ήταν ότι μοίρασε προκήρυξη της συνδικαλιστικής ομάδας Αυτόνομη Εργατική Πρωτοβουλία, που κατήγγειλε την αυθαίρετη απόλυση καθηγητή από το εν λόγω φροντιστήριο. 

 Η αθώωση του συναδέλφου αποτελεί νίκη για το κίνημα αλληλεγγύης που αναπτύχθηκε, εδώ και μήνες, από συνδικάτα και κοινωνικούς φορείς. Αποτελεί νίκη για όλο το εργατικό κίνημα. Η πάλη ενάντια στην ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης και της εργατικής αλληλεγγύης είναι υπόθεση όλου του εργατικού κινήματος.

Θέλουμε να ευχαριστήσουμε όλους αυτούς (σωματεία, συλλογικότητες, εργαζόμενους) που συμπαραστάθηκαν στο διωκόμενο συνάδελφο και στο Σύλλογό μας. Η στήριξή τους, ώστε να δημοσιοποιηθεί πλατιά και να καταγγελθεί η αντι-συνδικαλιστική επίθεση που δεχτήκαμε, καθώς και η αρωγή τους στο δικαστικό αγώνα (μάρτυρες υπεράσπισης, παρουσία στην ακροαματική διαδικασία, δικαστικά έξοδα) αποτέλεσαν τον καθοριστικό παράγοντα που συνέβαλε στην κατάρρευση αυτής της επίθεσης.

Ο αγώνας συνεχίζεται κόντρα στην εργοδοτική αυθαιρεσία, τις αντιλαϊκές κυβερνητικές πολιτικές, την αστυνομική τρομοκρατία και την δικαστική εξουσία.

*  Λόντου 6 Εξάρχεια, ΤΗΛΕΦ: 210-3820537, e-mail: sylyp_vivliou@yahoo.gr

 

Το κοσμικό – ανθρωπιστικό μοντέλο μη μοναδικό

Το κοσμικό – ανθρωπιστικό μοντέλο της κοινωνίας είναι ένα από τα μοντέλα

 

Του πρωθιερέα π. Βσέβολοντ Τσάπλιν

    

Το κοσμικό ανθρωπιστικό μοντέλο της κοινωνίας δεν πρέπει να επιβάλλεται σ' όλο τον κόσμο ως  το μόνο σωστό και προοδευτικό, – πιστεύει ο πρωθιερεύς Βσέβολοντ Τσάπλιν.

«Το κοσμικό σχέδιο, μου φαίνεται, έχει εξαντλήσει τον εαυτό του. Δεν δίνει στο λαό τη ζωτική δύναμη, δεν είναι σε θέση να παρακινήσει τους ανθρώπους στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης, δεν είναι σε θέση να διδάξει τους ανθρώπους αυταπάρνηση, αυτοθυσία», – δήλωσε ο επικεφαλής του Συνοδικού Τμήματος για την αλληλεπίδραση  Εκκλησίας και  Κοινωνίας, πρωθιερεύς Βσέβολοντ Τσάπλιν στη διάσκεψη της Μόσχας, αφιερωμένης στο θέμα των σχέσεων της θρησκείας και του κράτους.

Σύμφωνα μ' αυτόν, τα δημογραφικά δεδομένα των ψυχολογικών και κοινωνιολογικών ερευνών «επιβεβαιώνουν πειστικά ότι η κοσμική ιδεολογία δεν επιτρέπει στην κοινωνία να έχει πολλά πλεονεκτήματα που έχει η κοινωνία με υψηλό βαθμό  θρησκευτικού κινήτρου».

«Σήμερα, υπάρχουν αρκετά παραδείγματα σύμφωνα με τα οποία μια κοινωνία στην οποία υπάρχουν  θρησκευτικά κίνητρα, αποδείχνεται όχι λιγότερο, αλλά περισσότερο αποτελεσματική από μια κοινωνία βασισμένη στην κοσμική ταυτότητα (το σύστημα αξιών – Σύνταξη)», – σημείωσε.

«Επιπλέον, συνέχισε ο π. Βσέβολοντ,- σήμερα βλέπουμε ότι το έργο των «πολιτικών θρησκειών»,των «πανανθρώπινων αξιών»,η  υποστήριξη της προτεραιότητας των αξιών της επίγειας ζωής πάνω από τις αξίες που συνδέονται με τους τελικούς στόχους της ύπαρξης, το πιθανότερο, έμεινε χωρίς επιτυχία για τους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων και της Δύσης».

 Ο πατέρας Βσέβολοντ είπε ότι «η ύπαρξη διαφορετικών ιδεολογικών ομάδων, διάφορων μοντέλων της κοινωνίας, της οικογένειας, της τοπικής κοινότητας, που βασίζονται σε διαφορετικές κοσμοθεωρίες και για τα οποία η κοσμοθεωρία είναι σημαντικότατη, είναι επίσης μια πραγματικότητα».

Είναι πεπεισμένος ότι  είναι ανάγκη να στρέφουμε την προσοχή μας σε μια  τέτοια  εξέλιξη της κοινωνίας, αλλά και το «να την αγνοήσουμε θα ήταν αρκετά απερίσκεπτο τόσο για τους πολιτικούς όσο και για την πνευματική ελίτ».
Κατά την άποψή του, σήμερα πρέπει  «να ξεφύγουμε  από τις προσπάθειες ενοποίησης της ανθρωπότητας», από τον καθορισμό  ενός  από τα μοντέλα της κοινωνίας, του κράτους, των σχέσεων του κράτους,  της κοινωνίας και της θρησκείας ως μόνο ορθό, να ξεφύγουμε από όλα αυτά προς μια κατάσταση στην οποία τα διαφορετικά μοντέλα της κοινωνίας, της οικογένειας και των τοπικών κοινοτήτων «αναγνωρίζονται εξίσου σημαντικά».

«Σε όλο τον κόσμο, και εδώ, στη Ρωσία, υπάρχουν κοινότητες που ζουν σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, ο οποίος, γι' αυτούς, είναι ο υπέρτατος νόμος. Για τον ορθόδοξο άνθρωπο η νόρμα του θρησκευτικού δικαίου  είναι πάνω απ' όλα, και αυτός δεν πρέπει να αρνιέται  την εκτέλεση αυτής της νόρμας, ακόμη και υπό την απειλή του θανάτου. Περί αυτού  συνηγορεί και η εμπειρία των νεομαρτύρων και ομολογητών της Ρωσίας, και η εμπειρία των πρώτων αιώνων του χριστιανισμού. Για τους οπαδούς του ιουδαϊκου  νόμου, αυτός ο νόμος είναι σημαντικότατος», – σημείωσε ο πατέρας Βσεβολοντ.

Ταυτόχρονα, συνέχισε, μόνο για τη «μειοψηφία του πληθυσμού του πλανήτη, το κυριότατο είναι οι προτεραιότητες της παρούσας επίγειας ζωής, υλικής ύπαρξης, καθημερινής ψυχολογικής άνεσης και όλων εκείνων που  είναι στο επίκεντρο των ανθρωπιστικών ιδεολογιών».

«Το κοσμικό-ανθρωπιστικό μοντέλο της κοινωνίας είναι ένα από τα μοντέλα, είναι ένα από τα συστήματα του δικαίου, και δεν μπορούν πλέον οι οπαδοί αυτού του συστήματος να εξηγήσουν με σαφήνεια για ποιο λόγο ακριβώς αυτό πρέπει να είναι γενικό», – θεωρεί ο ιερέας. Σύμφωνα μ' αυτόν, η σημερινή οικονομική κρίση  προκάλεσε αμφιβολίες για το τελευταίο επιχείρημα των υποστηρικτών της κοσμικότητας, την αιώνια, δήθεν, οικονομική αποτελεσματικότητα του.

Εν κατακλείδι, ο πρωθιερεύς Βσέβολοντ  Τσάπλιν έκφρασε την άποψη ότι ούτε ένα από τα μοντέλα της κοινωνικής οργάνωσης, συμπεριλαμβανομένης της Ορθόδοξης ή της Ισλαμικής, δεν πρέπει να είναι πλατφόρμα για διάλογο.

«Η πλατφόρμα για το διάλογο σήμερα είναι η προθυμία των αντιπροσώπων διαφόρων μοντέλων για να συζητήσουν το μέλλον χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς να «κολλάνε ρετσινιές»  σύμφωνα με περισσότερη ή λιγότερη προοδευτικότητα, και ούτω καθεξής», –  συνόψισε ο εκπρόσωπος της Ρωσικής Εκκλησίας.

 

ΠΗΓΗ: http://www.bogoslov.ru/greek/text/414158/index.html

Kρίση του τύπου – τύπος της κρίσης

Η κρίση του τύπου και ο τύπος της κρίσης

 

του Θεόδωρου Ε. Παντούλα*

 

Πολύ μελάνι ξοδεύθηκε τον τελευταίο καιρό με αφορμή το αιφνίδιο κλείσιμο της εφημερίδος «Ελεύθερος Τύπος» και του ραδιοφωνικού σταθμού «City». Εκατοντάδες άνεργοι δημοσιογράφοι και κοπετοί για την κρίση του Tύπου, η οποία αποτελεί κρίση της Δημοκρατίας και άλλα ηχηρά παρόμοια. Κι επειδή έχασε η Βενετιά βελόνι, εκκλήσεις στο κράτος για να συνδράμει τους αναξιοπαθούντες δημοσιογράφους και να συντηρήσει άλλη μια προβληματική επιχείριση χάριν του … δημοσίου συμφέροντος.

Ας τα πάρουμε τα πράγματα με σειρά (θυμίζοντας ότι όχι μόνο δεν στηρίζαμε το, ολυμπιακών διαστάσεων, έγκλημα που έγινε με το πρόσχημα του 2004, αλλά σταθήκαμε με παρρησία απέναντι σε αυτό, στην εθνική ρεμούλα που το κάλυψε και στην οψίπλουτη κυρία που το ενορχήστρωσε).

Ένας ιδιοκτήτης – εκδότης ΜΜΕ δεν είναι φιλανθρωπικό σωματείο, είναι ένας επιχειρηματίας, που όταν ζημιώνεται από μια δραστηριότητα έχει κάθε δικαίωμα να την διακόψει, χωρίς βεβαίως να ζητήσει την άδειά μας. Η καταφυγή στα τροφαντά μαστάρια του κράτους με θαλασσοδάνεια, επιδοτήσεις, διαφημίσεις και γενικώς συναλλαγές κάτω από το τραπέζι είναι μια συνήθης πρακτική των ΜΜΕ που γίνεται ερήμην της κοινωνίας, η οποία καταβάλλει όμως το τίμημα τέτοιων πρακτικών, χωρίς βεβαίως να συναινεί σε αυτό.

Οι άνεργοι δημοσιογράφοι είναι άλλη μια επαγγελματική κατηγορία που έχει ανέργους. Γιατί θα πρέπει η Πολιτεία να λάβει μέριμνα για την επαγγελματική αποκατάσταση τους κι όχι, λόγου χάριν, για αυτή των οδοκαθαριστών; Αμφότεροι λειτούργημα δεν επιτελούν κατά την συνήθη μεγαλοστομία;

Από την άλλη δεν είναι όλοι οι δημοσιογράφοι ίδιοι. Ούτε έχουν όλοι τις ίδιες απολαβές. Κάποιοι πριν βγουν στην ανεργία εργάσθηκαν με ετήσιες αποδοχές που αρκούν για να ζήσουν και τα εγγόνια τους. Μεγαλοστέλεχος μάλιστα της επιχείρησης, που έκλεισε, γράφτηκε ότι εργαζόταν με μηνιαίαιες αποδοχές 55.000 ευρώων. Κάντε το λογαριασμό: 55.000 Χ 3 χρόνια Χ 14 μισθούς= 2.310.000 (χωρίς να πρόκειται για τυπογραφικό λάθος). Είναι ξετσιπωσιά αυτός ο «εργαζόμενος» να αιτείται την συμπάθεια μιας κοινωνίας που τα φέρνει βόλτα με 700 ευρά τον μήνα. Είναι επίσης ξετσιπωσιά να ζητείται κοινωνική αλληλεγγύη για εργαζόμενους που ψωμίζονται σε 2-3 δουλειές ακόμα! Κοντά σε αυτούς είναι βαβαίως και οι δημοσιογράφοι με μπλοκάκι και χαμηλά έσοδα,οι οποίοι όπως όλοι οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι έχουν την συμπάθειά μας και την συνδρομή όσων έχουν τέτοια ευχέρεια, παρότι δεν θυμάμαι και πολλούς, πριν τις όψιγενείς πιρουέτες τους, να καταγγέλουν την γενναιόδωρη αδιαφάνεια που τους περιέθαλψε.

Τέλος είναι οι πομφόλυγες για τον τύπο και την δημοκρατία. Όσοι δεν θέλουμε να εθελοτυφλούμε γνωρίζουμε πολύ καλά ότι τα κατεστημένα ΜΜΕ ενημέρωσης δεν βρίσκονται στην υπηρεσία ούτε της ενημέρωσης ούτε της Δημοκρατίας. Βρίσκονται στην υπηρεσία συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων. Οι ιδιοκτήτες τους κάνουν δουλειές χρησιμοποιώντας τα Μέσα ως πολιορκητικό κριό. Τα Μέσα συντηρούνται από την κρατική διαφήμιση, τις κρατικές επιδοτήσεις και τις έκνομες συναλλαγές με τις διάφορες εξουσίες. Πάντως όχι από τις πωλήσεις τους. Έτσι έχουμε το παράδοξο να υπάρχουν εφημερίδες οι οποίες κρέμονται στα περίπτερα όλης της χώρας αλλά πωλούν λίγες εκατοντάδες φύλλα τα οποία φυσικά δεν αρκούν όχι για μισθοδοσία, όχι για ενοίκειο, όχι για εκτυπωτικά έξοδα αλλά ούτε καν για το κόστος του χαρτιού! Αυτά είναι και γνωστά και εξόφθαλμα. Οι μόνοι που τα αγνοούν είναι οι υπηρεσίες οικονομικών ελέγχων που βρίσκουν φυσιολογική την ύπαρξη χρονίως ζημιογόνων εκδοτικών επιχειρήσεων.

 Οι αναγνώστες τα υποπτεύονται ή τα γνωρίζουν πολύ καλά όλα αυτά με αποτέλεσμα ο Τύπος κι εν γένει η δημοσιογραφία να έχουν απαξιωθεί στην συνείδησή τους. Οι πωλήσεις εφημερίδων λ.χ. έχουν μια πτώση της τάξεως του 90% σε σχέση με μια εικοσαετία πριν! Η πτώση θα ήταν πολύ μεγαλύτερη εάν οι κυριακάτικες κυρίως εκδόσεις δεν λεηλατούσαν με τις αθέμιτες προσφορές τους άλλους επαγγελματικούς κλάδους κι αν το καταναλωτικό κοινό δεν λειτουργούσε ως κλεπταποδόχος αυτών των προσφορών.

Την πανθομολογούμενη από τους αναγνώστες ανυποληψία των Μέσων έρχονται να επιβεβαιώσουν τα ίδια τα Μέσα. Χάριν παραδείγμαστος και πάλι: με αφορμή τα εγκαίνια του νέου μουσείου της Ακροπόλεως των Αθηνών διαβάσαμε σε τρεις από τις μεγαλύτερες κι εγκυρότερες -υποτίθεται- κυριακάτικες εφημερίδες ρεπορτάζ για την συνάντηση του Τούρκου πρωθυπουργού με τον Έλληνα ομόλογό του. Η συνάντηση, ως γνωστόν, αναβλήθηκε στο παρά πέντε, οι εφημερίδες όμως είχαν έτοιμο ρεπορτάζ για την συνάντηση που ποτέ δεν έγινε! Ρεπορτάζ που αφορούσε σημαντικότατα ζητήματα της εξωτερικής μας πολιτικής. Οι μίσθαρνοι συντάκτες τους μάλιστα, πέραν της ανύπαρκτης είδησης, προχωρούσαν και σε αξιολόγηση της συνάντησης! Οι συντάκτες αυτών των ειδήσεων πιθανότατα είναι μέλη της, κατά τα λοιπά, λαλίστατης ΕΣΗΕΑ, που δεν βρήκε, απ' ότι ξέρω, δυο λόγια καταδίκης για το όνειδος της προκάτ (sic) δημοσιογραφίας.

 

Δεν μιλώ για το συγκεκρινένο ρεπορτάζ αλλά για την προκατασκευασμένη είδηση, την αργυρώνητη ενημέρωση, την εξωνημένη επιφυλλιδογραφία. Όλοι όσοι έχουμε περάσει από εφημερίδες γνωρίζουμε ότι διόλου σπάνια δεν είναι η κατασκευή ειδήσεων ή και η αποσιώπησή τους. Δεν έγινε ωστόσο ούτε μια διαγραφή, έστω μια παραίτηση για να σωθούν τα προσχήματα, για να επιδειχθεί τουλάχιστον ένας κάλπικος σεβασμός στον αναγνώστη των κάλπικων ειδήσεων. Μόνο αδιάντροπες και φαιδρές δικαιολογίες για την «συναδελφική» λωποδυσία των αγράμματων κονδυλοφόρων, των νοικιασμένων κοσμικών, των εξαγορασμένων συνειδήσεων, που παριστάνουν τους κήνσορες της ελευθεροτυπίας και της δημοκρατίας.

Η δικαιολογία επίσης, ότι το διαδίκτυο προσφέρει δωρεάν ενημέρωση με αποτέλεσμα να μειώνονται οι πωλήσεις των παραδοσιακών Μέσων δεν ευσταθεί διότι ο τύπος πέρασε αλώβητος από άλλους τεχνολογικούς νεωτερισμούς (ραδιόφωνο, τηλεόραση), των οποίων η χρήση μάλιστα δεν προϋπέθετε καμμιά δεξιότητα όπως οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Γεγονός είναι ότι το διαδίκτυο προσφέρει δωρεάν δυνατότητες δημοσιογραφίας αλλά αυτό δεν δικαιολογεί την κρίση του τύπου. Οι περισσότεροι ιστότοποι άλλωστε διαχειρίζονται από έναν – δυο ανθρώπους, που, ακόμη κι όταν είναι επαγγελματίες, εκ των πραγμάτων δεν έχουν την δυνατότητα να καλύψουν το ευρύ φάσμα της επικαιρότητας. Οι περισσότεροι μάλιστα εξ αυτών αποτελούν χώρους ανεξέλεγκτης εκτόνωσης των επίδοξων και συχνά ανώνυμων συντακτών τους κι όχι χώρους υπεύθυνης και σοβαρής ενημέρωσης.

Εν κατακλείδι η κρίση του τύπου οφείλεται αποκλειστικά και μόνον στην υποχώρηση της πραγματικής δημοσιογραφίας και θα ξεπεραστεί μόνον όταν αυτή επιστρέψει. Κι επειδή ο χώρος είναι γεμάτος τσιράκια που παριστάνουν τους κολαούζους να θυμίσουμε -επειδή εσχάτως και αυτό έχει ξεχαστεί- ότι δουλειά της δημοσιογραφίας είναι ο έλεγχος της εξουσίας κι όχι ο συναγελασμός της με αυτήν.

Αυτή η δημοσιογραφία δεν μπορεί να είναι άτιμη, δηλαδή δωρεάν, γιατί εάν είναι δωρεάν θα είναι υποκείμενη στις ορέξεις των διαφημιστών και εξαρτώμενη από τους διαφημιζόμενους. Θα έχει αντίτιμο το οποίο θα το καταβάλουν οι αναγνώστες της. Οι αναγνώστες που αναζητούν ανεξάρτητη και έγκυρη ενημέρωση. Σε αυτούς απευθυνόμαστε και σε αυτούς λογοδοτούμε. Σε κανέναν άλλον.

 

Υ.Γ. Τα ίδια και χειρότερα ισχύουν και στον χώρο της τηλεόρασης όπου ιδιώτες χρησιμοποιούν χωρίς άδεια δημόσιες συχνότητες χωρίς κανέναν απολύτως έλεγχο στις παράνομες επιχειρήσεις τους.

 

* Ο Θεόδωρος Ε. Παντούλας είναι διευθυντής του περιοδικού manifesto

 

ΠΗΓΗ: http://grmanifesto.wordpress.com/2009/06/29…..%82/

Εκκλησία – Κράτος στο Λίβανο

 Σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους, μια διαφορετική εμπειρία

Στον πολυθρησκευτικό Λίβανο η μόνη λύση για το Κράτος είναι να διατηρεί σχέσεις ίσων αποστάσεων με όλους

 

του Roni Bou Saba*

 

Η σχέση Εκκλησίας και Κράτους, ή γενικώς θρησκείας και Κράτους αποτελεί ένα δίλημμα που ταλανίζει όλες τις θρησκείες όπως και τα Κράτη. Για την ελληνική ορθόδοξη πραγματικότητα ίσως να είναι διαφορετικό το θέμα, γιατί εμπλέκεται η παρακαταθήκη του Βυζαντίου και της Τουρκοκρατίας που έχω την εντύπωση ότι δεν αφομοιώθηκε αρμονικά στην Ελλάδα.

Ίσως αυτό αποτελεί και μια από τις αιτίες σκανδάλων που εκθέτουν και την Εκκλησία  και το Κράτος. Αυτά τα σκάνδαλα έδωσαν την ευκαιρία να ακουστούν κα ι πάλι, εντονότερα, φωνές που ζητάνε το χωρισμό της Εκκλησίας από το Κράτος. Το εντυπωσιακό είναι πως κάποιες από αυτές τις φωνές προέρχονται και από τους κόλπους της Εκκλησίας.

 Εγώ όμως έχω μεγαλώσει σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, σε μια άλλη εκκλησιαστική πραγματικότητα, όπου η Εκκλησία είναι χωρισμένη από το Κράτος και δεν έχει καμία ιδιαίτερη ή προνομιακή σχέση με την πολιτική ηγεσία. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι καλύτερα, μα ούτε και χειρότερα τα πράγματα. Ας παραθέσω λοιπόν κάποιες πτυχές από την περίπτωση του Πατριαρχείου Αντιοχείας, κυρίως δε από το Λίβανο.

Η δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Αντιοχείας απλώνεται μεταξύ άλλων και στο Λίβανο, όπου συνυπάρχουν 17 αναγνωρισμένα θρησκεύματα Χριστιανών, Μουσουλμάνων και Ιουδαίων. Και διεκδικούν πνευματική καθοδήγηση ο Πατριάρχης Αντιοχείας των Ορθοδόξων, ο Πατριάρχης Αντιοχείας των Μαρωνιτών, ο Πατριάρχης Αντιοχείας των Ουνίτων και άλλοι πατριάρχες. Αυτό καθιστά ανέφικτο να ταυτιστεί το Κράτος με κάποια Εκκλησία γιατί θα δυσανασχετήσουν άλλες.

Η μόνη λύση είναι το Κράτος, από τη δική του μεριά, να καλλιεργήσει σχέσεις ίσης απόστασης με όλα τα δόγματα, όπου τους παρέχει την ελευθερία τους και εγγυάται την ισότητα όλ ων απέναντι στις υποχρεώσεις τους και τα δικαιώματα. Αυτό το καθεστώς επιβάλλει και στην Εκκλησία μια διαφορετική στάση απέναντι στο Κράτος, που χαρακτηρίζεται από διακριτικότητα. Εδώ χρειάζεται να επισημάνω ότι μιλώ κυρίως για την Ορθόδοξη Εκκλησία που για γεωπολιτικούς και ανθρωπολογικούς λόγους ήταν προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει την δημιουργία των «εθνικών» κρατών που προέκυψαν από την πτώση της Τουρκοκρατίας χωρίς εθνοφυλετισμούς.

Η επισήμανση αυτή είναι απαραίτητη για να μην ταυτιστεί η περίπτωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με την Μαρωνίτικη. Γιατί η τελευταία έχει μια εθνική χροιά, σχετική με το Λίβανο που σε μεγάλο βαθμό συνέβαλε η Μαρωνίτικη Εκκλησία στο να υπάρξει ως χώρα. Ως εδώ πιστεύω φαίνεται πόσο περίπλοκη είναι η κατάσταση και οποιαδήποτε ανισορροπία μπορεί να έχει ακριβές επιπτώσεις.

Γι' αυτό το λόγο το Κράτος αναγνωρίζει στο κάθε δόγμα το δικαίωμα της αυτοδιαχείρισης των πνευματικών ζητημάτων. Με την έννοια ότι κάθε δόγμα έχει δικό του δικαστήριο για θέματα διαζυγίου, κληρονομιάς, κηδεμονίας παιδιών κλπ. και τα δόγματα ρυθμίζουν μόνα τους τις σχέσεις μεταξύ των πιστών τους για την επίλυση των προβλημάτων που μπορεί να προκύψουν από τους συνηθισμένους μεικτούς γάμους. Έτσι το κράτος αναγνωρίζει στον επίσκοπο, π.χ. την εξουσία δικαστή πρωτοδικείου στην επισκοπή του για τα παραπάνω μόνο ζητήματα. Δεν έχει όμως ο επίσκοπος ή ο κληρικός άλλα προνόμια, ούτε αμείβεται από το κράτος.

 Το θέμα της αμοιβής του κληρικού είναι επίσης προβληματικό. Αρκετοί επίσκοποι δεν καταφέρνουν να παρέχουν ένα αξιοπρε πές μισθό στον κληρικό, και αναθέτουν στους επίτροπους των ενοριών να λύσουν το πρόβλημα μαζί με τους εφημέριους. Αυτό το γεγονός οδήγησε τους κληρικούς, σε γενικές γραμμές, να φροντίσουν να τελειώσουν -και- άλλη σχολή εκτός από τη θεολογική και να αποκατασταθούν επαγγελματικά, αλλιώς ξέρουν ότι θα αντιμετωπίσουν μεγάλες δυσκολίες. Δεν θα παραβλέψω να τονίσω ότι οι περισσότεροι κληρικοί είναι παντρεμένοι, όχι όμως πολύτεκνοι.

 Αυτή η κατάσταση οδηγεί τους κληρικούς και τους πιστούς να δείξουν ευθύνη ο ένας προς τον άλλο. Ο κληρικός θα φροντίσει να μην επιβαρύνει την ενορία του και η ενορία θα κοιτάξει πως να στηρίξει τον κληρικό. Συνέπεια είναι η σύσφιξη της σχέσης ενορίας- κληρικού, χάριν στο αμοιβαίο ενδιαφέρον και φροντίδα. Ταυτόχρονα όταν ο κληρικός δουλεύει -αντί να κάθεται στο ενοριακό γραφείο- κρατάει, όπως φαίνεται, στενότερη επαφή με τη πραγματικότητα του σύγχρονου βίου, είναι δηλαδή πιο κοντά στους ανθρώπους και στα προβλήματά τους.

Αυτό τον καθιστά περισσότερo παρηγορητικό και δείχνει μεγαλύτερη κατανόηση στους ανθρώπους. Ο λόγος του παραμένει μεστός. Tα πλεονεκτήματα αυτά δεν σημαίνουν ότι η πραγματικότητα είναι τόσο ρόδινη, εφ' όσον ο κληρικός ως άνθρωπος υποκύπτει μπροστά στον πειρασμό του χρήματος, είτε λόγω ανάγκης είτε λόγω πλεονεξίας. Ούτε σημαίνει ότι οι ενορίτες για παράδειγμα δεν παραμελούν τις βασικές ανάγκες του κληρικού που τους διακονεί, και δεν υποχωρούν στον πειρασμό της κατάκρισης του κληρικού για την μεταχείριση των οικονομικών του, κατηγορώντας του πολλές φορές αδίκως για απληστία. Αυτό το ζήτημα είναι τόσο λεπτό σε σημείο που κάνει μια ενορία να "πετά", να έχει μια δυναμική μέσα στην Κοινωνία ή τη στέλνει στην "καταστροφή", την εσωστρέφεια, την μιζέρια.

Παρά ταύτα όσα προανέφερα αποτελούν πολλές εκφάνσεις και συνέπειες του χωρισμού της Εκκλησίας από το Κράτος. Ωστόσο έχω την εντύπωση ότι το κύριο μέλημα πρέπει να είναι στον ουσιαστικό χωρισμό, αν είναι να γίνει, και όχι στον τυπικό χωρισμό που θα σημαίνει υποκρισία των εξουσιών αντί να είναι συνεργασία διακονημάτων. Τότε πλέον θα αποφευχθεί η εκκοσμίκευση της Εκκλησίας, και θα παραμένει το μικρό ποίμνιο "αναλλοίωτο άλας".

 

* Ο Roni Bou Saba είναι Θεολόγος & Φιλόλογος  από το Λίβανο

 

ΠΗΓΗ: http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=295

Η μετέωρη ιδιοποίηση της ξένης επιτυχίας

Η μετέωρη ιδιοποίηση της ξένης επιτυχίας*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

 

Οι βαθμοί των μαθητών στα γνωστικά αντικείμενα που αποτελούν πεδίο εξέτασης στις πανελλαδικές εξετάσεις προσελκύουν το ενδιαφέρον της κοινωνίας, καθώς θεωρείται ότι οι υψηλές ή οι χαμηλές επιδόσεις είναι ένας δείκτης για το επίπεδο γνώσης ή μόρφωσης των νέων. Ο σχετικός δείκτης προϊδεάζει κατ' επέκταση και για τη συγκρότηση των μελλοντικών πολιτών που θα προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους υπόλοιπους πολίτες της χώρας.



* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 274, 1/7/2009.

Οι παραπάνω αντιλήψεις δεν έχουν απόλυτη ισχύ. Η άριστη επίδοση σε συγκεκριμένα σχολικά μαθήματα πιστοποιεί ένα υψηλό επίπεδο γνώσης μόνο ως προς τα αντίστοιχα μαθήματα. Η έννοια «γνώση» είναι ευρύτατη και σχετίζεται με πλήθος γνωστικών τομέων που δεν παρέχονται κατ' ανάγκη απ' το σχολείο. Το ίδιο ισχύει για τη «μόρφωση»: μόρφωση δεν συνιστά μόνο η κατάκτηση ορισμένων γνώσεων· η μόρφωση αφορά πρωτίστως την κατάκτηση πνευματικών και ψυχικών αρετών, γι' αυτό και συνδέεται αμεσότερα με το ήθος του ανθρώπου. Η μέτρια ή η χαμηλή επίδοση πολλών μαθητών σε κάποια γνωστικά αντικείμενα δεν σημαίνει πως οι μαθητές αυτοί δεν διαθέτουν χρηστό ήθος. Υπάρχουν νέοι με θαυμαστή ηθική συγκρότηση που αποτυγχάνουν στις εξετάσεις. Υπάρχουν και νέοι με άριστες επιδόσεις, που δυστυχώς χαρακτηρίζονται από εγωισμό, αλαζονεία, αγένεια. Μεταξύ των μαθητών απαντώνται όλοι οι πιθανοί συνδυασμοί επιδόσεων – ήθους.

Η πραγματικότητα που αφορά το ποιόν των μαθητών – μικρογραφία της κοινωνίας άλλωστε -, με τη θεμιτή διαφορετικότητα μεταξύ των ατόμων, δεν καταργεί την ανάγκη να προβάλλεται όποιος μαθητής αγωνίστηκε με συνέπεια και ανταμείφθηκε από τα αποτελέσματα των εξετάσεων για τους κόπους του. Μπορεί τα αποτελέσματα των εξετάσεων να μην είναι «καταδικαστικά» για όσους απέτυχαν· μπορεί η αποτυχία στα μαθηματικά, τη φυσική ή τα αρχαία ελληνικά να μην εμποδίσει κανέναν νέο να μετεξελιχθεί αργότερα σ' έναν εξαίρετο π.χ. επαγγελματία. Μπορεί επίσης η επιτυχία άλλου μαθητή να μην του εγγυάται καμία βέβαιη επαγγελματική αποκατάσταση μετά το πέρας των σπουδών του. Μια επιτυχία, ωστόσο, που προέκυψε ύστερα από σκληρό αγώνα, καλό είναι να προβάλλεται, σαν ελάχιστη αναγνώριση εκ μέρους της κοινωνίας των φιλότιμων προσπαθειών ορισμένων εκλεκτών πνευμάτων. Καλώς, συνεπώς, εστιάζονται σ' αυτήν τα φώτα της δημοσιότητας, ακόμη και σαν θετικό, προς μίμηση πρότυπο.

Η προβολή των επιτυχόντων μαθητών, αν και πηγάζει απ' τη διάθεση να επαινεθεί ο άξιος κι εργατικός νέος, υπονομεύεται από κοινωνικές αγκυλώσεις που σχετίζονται με ανθρώπινα πάθη. Ήδη η εδώ και χρόνια μονότονα επαναλαμβανόμενη τοποθέτηση των μαθητών που πρωτεύουν ότι η επιτυχία τους σημειώθηκε χωρίς στερήσεις, αφού χάρη στον οργανωμένο τους προγραμματισμό είχαν χρόνο και για εξωσχολικές δραστηριότητες, αποκαλύπτει μια κοινωνική κακία. Ο άριστος μαθητής δεν προκαλεί μόνο τον θαυμασμό των ανθρώπων· προκαλεί και τη ζηλοφθονία τους. Γι' αυτό επιχειρείται η μείωση της επιτυχίας με σχόλια κακεντρεχή όπως «πρώτευσε, αλλά στερήθηκε τους φίλους· κατάντησε "φυτό"». Το συγκεκριμένο υφέρπον και χαμερπές σχόλιο αναγκάζει τους μαθητές που πρωτεύουν να απολογούνται για την οργάνωση του χρόνου τους. Όχι, βέβαια, ότι δεν υπάρχουν και άνθρωποι ευφυείς που πραγματικά συνδυάζουν πληθώρα δραστηριοτήτων. Όμως κι εκείνοι που πρωτεύουν με σκληρή προσπάθεια και μεγάλες στερήσεις – και δεν είναι καθόλου λίγοι -, οδηγούνται τελικά στη διατύπωση της ίδιας προβλέψιμης και άχαρης επωδού, ασχέτως αν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Η υπονόμευση της επιτυχίας των μαθητών συνεχίζεται κι όταν τρίτοι επιχειρούν να την καρπωθούν. Τα φροντιστήρια και τα ιδιωτικά σχολεία εντάσσουν τους επιτυχόντες μαθητές στους καταλόγους τους και διατυμπανίζουν την επιτυχία τού αντίστοιχου εκπαιδευτηρίου. Βέβαια, παρόμοιους καταλόγους θα δούμε στις εφημερίδες κι από τα δημόσια σχολεία. Οι κατάλογοι όμως αυτοί αποζητούνται από τους δημοσιογράφους, χωρίς να τους επιδιώκουν τα σχολεία προς προβολή των «επιτυχιών» τους. Τα δημόσια σχολεία κοινοποιώντας τους «καταλόγους» ανταποκρίνονται απλώς σ' ένα δημοσιογραφικό αίτημα ενημέρωσης, που επιχειρεί συνάμα και την επαρκέστερη σύσταση του μαθητή στο ενημερούμενο κοινό, καθώς η ένταξη του νέου σ' ένα ευρύτερο σύνολο λειτουργεί σαν πρόσθετο στοιχείο ταυτότητας. Σκοπιμότητα αυτοπροβολής απ' την πλευρά των δημόσιων σχολείων δεν υπάρχει. Εξάλλου γι' αυτό οι διευθυντές τους, όταν απευθύνονται στον τύπο, παρουσιάζουν πλήρη στατιστικά στοιχεία, σημειώνοντας και τον αριθμό των μαθητών που δεν πετυχαίνουν στις εξετάσεις.

Η ένταξη ωστόσο των μαθητών στους καταλόγους επιτυχόντων των φροντιστηρίων δεν είναι αθώα. Διευθυντές φροντιστηρίων καλούν τους διακριθέντες στα γραφεία τους, κινητοποιούν τα μέσα ενημέρωσης κι επιχειρούν την ιδιοποίηση της προσπάθειας των μαθητών τους. Υποτίθεται ότι το κίνητρό τους είναι η επιβράβευση των άξιων, για τους οποίους η πολιτεία δεν μεριμνά. Φυσικά, ούτε ισχύει πως η πολιτεία δεν μεριμνά για τους άριστους, εφόσον τους παρέχει τη δυνατότητα μέσα από ένα αξιοκρατικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση να επιλέξουν τις σπουδές της αρεσκείας τους, ούτε ισχύει πως οι φορείς των ιδιωτικών σχολείων και των φροντιστηρίων είναι τόσο αλτρουιστές.

Η απόπειρα των εκπαιδευτικών στον ιδιωτικό τομέα να ιδιοποιηθούν κάθε εύφημη μνεία, εμφανιζόμενοι πλάι στους διακριθέντες μαθητές (το δε «πλάι» είναι στην πραγματικότητα σχήμα λόγου: προχωρούν μπροστά απ' αυτούς, μ' ολοφάνερη την πρόθεση να «κλέψουν την παράσταση»), μένει ηθικά μετέωρη. Προφανώς ο μαθητής που αριστεύει έχει διδαχτεί αποτελεσματικά τα αντικείμενα της εξέτασης από τους καθηγητές του στο δημόσιο, στο ιδιωτικό σχολείο ή στο φροντιστήριο. Πέραν όμως του ότι η επαρκής διδασκαλία είναι υποχρέωση των εκπαιδευτικών κι όχι λόγος για να περιαυτολογούν, κανείς δεν έχει δικαίωμα να διεκδικεί τις δάφνες τρίτων. Ποιος αμφιβάλλει ότι οι συγκεκριμένοι μαθητές, αν φοιτούσαν σε διαφορετικό σχολείο ή φροντιστήριο, πάλι θα διακρίνονταν; Η δεκτικότητα, η καλλιέργεια, η ευφυΐα, η συνέπεια, η προσπάθεια κάθε μαθητή κρίνουν τ' αποτελέσματά του στις εξετάσεις, όχι οι «αυθεντίες» καθηγητές του. Αν καθοριστικοί παράγοντες ήταν πράγματι οι διδάσκοντες κι όχι οι ανωτέρω συνιστώσες, τότε από άξιους εκπαιδευτικούς θα 'πρεπε να περιμένουμε μόνο μαθητές επιτυχόντες. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει. Από τα ίδια παιδαγωγικά χέρια έχουν περάσει, στις ίδιες αίθουσες, τόσο όσοι πετυχαίνουν υψηλές επιδόσεις όσο κι εκείνοι με μέτριες ή χαμηλές. Όποιος επομένως επιχειρεί να οικειοποιηθεί την επιτυχία ορισμένων μαθητών του, οφείλει να κάνει το ίδιο και για την «αποτυχία» των υπόλοιπων, που δεν κατόρθωσαν ίσως να υπερβούν τη βαθμολογική βάση. Ποιος όμως λειτουργεί τόσο ειλικρινά κι υπεύθυνα;

Η νοοτροπία «επιτελικών» εκπαιδευτικών σε ιδιωτικά σχολεία και φροντιστήρια να διαφημίζουν τις επιτυχίες των μαθητών «τους» αντιλαμβάνεται ολοφάνερα την παιδεία σαν εμπορεύσιμο προϊόν, ενώ είναι και παιδαριώδης, ως άκρως απλουστευτική. Παραγνωρίζει την προσπάθεια των μαθητών, τις υπόλοιπες πηγές εκπαίδευσής τους, προσεταιρίζεται και οικειοποιείται την επιτυχία, τη στιγμή που αποποιείται κάθε σχέση με την αποτυχία. Όταν όμως διαγουμίζει κανείς μία ξένη επιτυχία, είναι υποχρεωμένος να επιφορτιστεί και την ξένη αποτυχία. Γιατί αν του χρεώνεται η επιτυχία ορισμένων μαθητών, τότε επιβάλλεται να του χρεωθεί και η αποτυχία κάποιων άλλων. Μέχρι στιγμής πάντως δεν παρατηρήθηκε ποτέ η ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης για χαμηλές επιδόσεις απ' όσους διαφημίζουν τις «επιτυχίες» των ιδιωτικών τους εκπαιδευτηρίων. Οι επιτυχίες μαθητών τούς «ανήκουν» χάρη στη «μεθοδική» τους διδασκαλία, ενώ οι αποτυχίες άλλων μαθητών αποδίδονται μόνο στην ανεπάρκεια των μαθητών και του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος! Στην αντίστοιχη επιλεκτικότητα αναφέρεται και το σχόλιο της παιδαριώδους νοοτροπίας: θυμίζει τους μαθητές που θριαμβολογούν για τις υψηλές τους βαθμολογίες στα τρίμηνα ή στα τετράμηνα του σχολικού έτους επειδή τις «κατέκτησαν» ολομόναχοι, ενώ για τις χαμηλές τους βαθμολογίες δεν ευθύνονται οι ίδιοι παρά οι καθηγητές που τους «αδίκησαν»! Στην περίπτωση των μαθητών, βέβαια, η ανωριμότητα της ηλικίας δικαιολογεί την αντίδραση. Στην περίπτωση των επιτελών της ιδιωτικής εκπαίδευσης δικαιολογίες δεν υπάρχουν, για τον πρόσθετο λόγο πως εδώ τίποτα δεν συμβαίνει από κακή εκτίμηση ή τυχαία αλλά υπαγορεύεται από εμπορικό κυνισμό.

Η εμπορευματοποίηση της παιδείας, βέβαια, ούτε είναι φαινόμενο καινούριο, που το «ανακαλύψαμε» εμβρόντητοι ξαφνικά σήμερα, ούτε και συντελείται ερήμην της πολιτείας, η οποία συχνά υποσκάπτει τη δημόσια εκπαίδευση με τις επιλογές της. Η καινούρια παράμετρός της αφορά τη συστηματοποίηση του εμπορίου μέσα από «προηγμένες» μεθόδους. Η κορυφαία νέα μέθοδος καθιερώνει υλικά κίνητρα, όπως η δωρεά αυτοκινήτου(!) στον μαθητή που πρωτεύει! Είναι οξύμωρο να επιδιώκεται η πνευματική καλλιέργεια μέσω εφήμερων υλικών κινήτρων. Φυσικά, όσοι ακολουθούν αντίστοιχες πρακτικές φροντίζουν να τις εξωραΐζουν με ιδεολογική επένδυση. Υποστηρίζουν ότι επιβραβεύουν τους άριστους κι ότι δίνουν κίνητρα στους νέους για καλύτερες επιδόσεις. Όποιο ιδεολόγημα όμως κι αν επιστρατευτεί, η ουσία της εμπορικής στόχευσης και της προσέλκυσης νέων «πελατών» δεν κουκουλώνεται. Άλλωστε αγαθές προθέσεις έχει η επιβράβευση που αποσκοπεί στην προβολή αποκλειστικά του τιμώμενου προσώπου, κι όχι του περιβάλλοντος περίγυρου που επιχειρεί τη δική του διαφήμιση μέσω της κλοπής μιας ξένης δόξας.

Εκείνος λοιπόν που επιθυμεί να τιμήσει ένα πρόσωπο, οφείλει να παραμένει στα παρασκήνια, κι όχι να προβάλλει το δικό του εγώ φωτεινότερα απ' το τιμώμενο πρόσωπο. Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ο άνθρωπος που προοδεύει προοδεύει ερήμην του περιβάλλοντός του. Καθετί που τον κινητοποιεί συμβάλλει στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, επομένως και οι δάσκαλοί του. Οι δάσκαλοι, ωστόσο, περιορίζονται απλώς στις κατευθύνσεις και τα ερεθίσματα· και οι κατευθύνσεις αυτές απευθύνονται τόσο σε εκείνους που τις αξιοποιούν, όσο και σ' εκείνους που δεν το κατορθώνουν. Κανείς δεν δικαιούται να καταλογίσει ευθύνες στον δάσκαλο που είχε μαθητές του νέους με χαμηλές επιδόσεις. Αντίστοιχα όμως και κανείς δάσκαλος δεν δικαιούται να θεωρεί προσωπική του την επιτυχία μαθητών του με υψηλές επιδόσεις. Η αποκαθήλωση του εγωκεντρισμού και της μιζέριας κρίνεται αναγκαία: είναι επιτακτική η παραδοχή πως η επιτυχία ανήκει αποκλειστικά στους ίδιους τους μαθητές που υλοποιούν τους στόχους τους, και σε κανέναν άλλον.

 

Γιάννης Στρούμπας

Ιερώνυμος: Οι αριστεροί είναι πιο πιστοί …

Οι αριστεροί είναι πιο πιστοί απ' τους δεξιούς…

 

Συνέντευξη του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου*

 

* Σας έχουν επικρίνει ότι προτιμάτε τη σιωπή, ακόμη και για τα εθνικά μας θέματα ή ότι δεν λειτουργείτε συχνά, αφήνοντας χώρο σε άλλους αρχιερείς να αναπτύξουν πρωτοβουλίες. Τι απαντάτε σ' αυτές τις «εσωτερικές» επικρίσεις;

* Στη Μαρία Παπουτσάκη

– Στη ζωή μου έχω μια γενική αρχή: Δεν μ' ενδιαφέρει η εικόνα που θα κομίσει κανείς από το φαίνεσθαι, αλλά να γίνει έργο που θα μιλήσει εκείνο κάποια στιγμή. Και βέβαια λειτουργώ συνέχεια, αλλά δεν βγάζω ανακοινώσεις γι' αυτό. Από την αρχή νομίζω ότι είχα δύο δρόμους να διαλέξω: Να μιλάω και νομίζω ότι μπορώ να μιλήσω ή να σιωπώ και να σκέπτομαι. Διάλεξα το δεύτερο, διότι τα προβλήματα που συνάντησα είναι τεράστια και οι «μαύρες τρύπες» που παρέλαβα μεγάλες. Μπροστά σε τέτοια θέματα, προτίμησα τη σιωπή. Για τα εθνικά θέματα, θα με συγχωρήσετε να σας πω ότι αγαπώ τόσο την πατρίδα μου που ευχαρίστως θα έδινα και τη ζωή μου.

Αλλά μ' έχει κουράσει, μ' έχει απογοητεύσει κι έχω αηδιάσει την πατριδολαγνεία και την εθνοκαπηλία. Γνώρισα τέτοιους ανθρώπους πολλούς, οι οποίοι χρησιμοποιούν την πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια ως σύνθημα και βόλεμα. Δεν θέλω να ακολουθήσω αυτή τη γραμμή. Προτιμώ κάποτε να μιλήσουν τα έργα και να σβήσουν τα συνθήματα. Ετσι θα πορευθώ. Με στόχο όχι τα φαραωνικά έργα, αλλά εκείνα που θα σκεπάσουν τον πόνο των συνανθρώπων μας.

* Το Βατοπέδι μονοπωλεί το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης επί μήνες τώρα. Υπάρχουν επιπτώσεις στην Εκκλησία;


– Το φαινόμενο Βατοπεδίου μάς έχει προβληματίσει πολύ. Μας έχει πονέσει κι όλοι είμαστε σε αγωνία πώς θα καταλήξει. Οπωσδήποτε θα έχει επιπτώσεις στο χώρο της Εκκλησίας. Πρέπει, όμως, να έχουμε υπομονή να δούμε πού θα καταλήξει το θέμα, το οποίο ωστόσο έχει και παραμέτρους που πρέπει να μας προβληματίσουν κι εμάς και εκείνους που είναι έτοιμοι για επίθεση κατά της Εκκλησίας. Και εννοώ όσους μιλούν ήδη για χωρισμό εκκλησίας-πολιτείας. Ενας θεσμός όπως είναι η Εκκλησία δεν έχει καθήκον να αξιοποιήσει την περιουσία της για να αντιμετωπίσει τα οποιαδήποτε λειτουργικά έξοδά της στην πορεία της διακονίας της; Αλλη μία παράμετρος είναι ότι ενώ ζούμε σε μια συντεταγμένη πολιτεία που δέχεται την ατομική ιδιοκτησία, έχουμε μια διαφορετική αντιμετώπιση. Ενα ερώτημα είναι τι χρειάζεται την περιουσία η Εκκλησία. Τη χρειάζεται όχι για τους ιερείς και αρχιερείς, αλλά για να έχει τη δυνατότητα να κάνει ελεύθερα το έργο της. Η υστέρηση και στον άνθρωπο και σε οποιονδήποτε φορέα γεννά τη στέρηση της ελευθερίας. Αλλη μία παράμετρος που δείχνει πολλές φορές την επιπόλαιη αντιμετώπιση ζητημάτων στον τόπο μας είναι κι όσα λέγονται για τα χρυσόβουλα, μολυβδόβουλα, για τον αχτιναμέ ή τα έγγραφα όπου στηρίζονται η Μονή Σινά, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων ή το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που θέλει να υπερασπιστεί την περιουσία του. Οταν αυτά τα βλέπουμε απαξιωτικά και τα εκμηδενίζουμε εμείς οι ίδιοι, γιατί έχουμε απαίτηση από άλλα κράτη να τα σέβονται;


* Ποιες είναι οι σχέσεις σας με τους πολιτικούς εκπροσώπους της χώρας;


– Συνεργάζομαι με όλους, κι αυτή είναι η διάθεσή μου για το μέλλον.


* Θα προγραμματίσετε και επίσκεψη στα γραφεία του ΚΚΕ;


– Ηδη έχω συναντηθεί με την κυρία Παπαρήγα. Αλλά θέλετε να σας πω κάτι: Πιστεύω ότι οι αριστεροί πολίτες πιστεύουν στο Θεό περισσότερο από τους δεξιούς. Το έχω ζήσει αυτό.


* Μετά την εκλογή σας τον περασμένο Φεβρουάριο, γρήγορα έγινε λόγος για «εσωτερική αντιπολίτευση»…


– Φυσικό είναι να υπάρχει. Χωρίς αντιπολίτευση και χωρίς να ακούσει κανείς την άλλη θέση, δεν υπάρχει πρόοδος. Φτάνει να γίνεται καλοπροαίρετα, βεβαίως.


* Πώς αντιμετωπίζετε, λοιπόν, αυτές τις «αντιπολιτευτικές φωνές»;


– Αντλώ τη δύναμή μου από το Θεό, από τους φίλους και από τη συναίσθηση ότι δεν αισθάνομαι καρφωμένος σε μια καρέκλα εξουσίας. Οποια ώρα καταλάβω ότι δεν έχω να προσφέρω, δεν με απασχολεί να παραμείνω σ' αυτή την καρέκλα.


* Σας επικρίνουν, όμως, και γιατί δεν κάνετε χειροτονίες νέων κληρικών.


– Νομίζω ότι οι χειροτονίες είναι από τα ουσιαστικότερα θέματα για έναν αρχιερέα.

Επομένως θα ήταν επιπόλαιο να χειροτονώ ανθρώπους τους οποίους δεν γνωρίζω. Πώς θα τους ζητήσω ευθύνες αύριο;


* Τι σας λείπει περισσότερο εδώ στην Αρχιεπισκοπή απ' ό,τι στη Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας;


– Ο φυσικός και «ανθρώπινος» αέρας της επαρχίας.


* Πώς θα πορευθείτε σε σχέση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο;


– Οι σχέσεις μου είναι γνωστές εδώ και πολλά χρόνια. Το μέγα αμάρτημα της Ορθοδοξίας είναι η πολυδιάσπαση και η προσκόλληση στον εθνικισμό. Η Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει το συντομότερο να κλείσει όλες τις ρωγμές που υπάρχουν. Κι αυτό ήταν η μεγάλη επιτυχία του Οικουμενικού Πατριάρχη στην πρόσφατη σύναξη των προκαθημένων. Αλλά κερδήθηκε μέσω του Κιέβου. Κι είναι σημαντικό σ' αυτή τη συγκυρία που έχουμε έναν αξιόλογο πατριάρχη όπως ο Βαρθολομαίος.


* Ζούμε αυτές τις μέρες μια δεινή οικονομική κρίση. Πώς η Εκκλησία μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους;


– Η αρχιεπισκοπή προσφέρει σήμερα 3.500 πιάτα φαγητού καθημερινά κι η επιθυμία μου μέχρι το 2009 να γίνουν 20.000. Αυτό μπορεί να γίνει, αν και δεν σώζεται έτσι η κατάσταση. Φτάνει να σας πω ότι καθημερινά, τουλάχιστον 20 άνθρωποι που χάνουν το σπίτι τους έρχονται στην αρχιεπισκοπή, ζητώντας βοήθεια και έχω ένα όραμα και μια επιδίωξη μολονότι ο χρόνος είναι τώρα, λόγω Βατοπεδίου, ακατάλληλος: Θα ήθελα, σε συνεργασία με την Πολιτεία και με διαφάνεια, να αξιοποιηθεί η εκκλησιαστική περιουσία και οι πόροι να πάνε στο λαό. Με διακονία, όμως…


* Μιλάτε για έργα που θέλετε να γίνουν. Εχετε αρχίσει να σχεδιάζετε κάποια από αυτά;


– Εχουμε εξαγγείλει ήδη στέγη κατάκοιτων και εγκαταλελειμμένων γερόντων, έργα για παιδιά με νοητικά προβλήματα, προστασία του αυτιστικού παιδιού, απεξάρτηση των νέων από τα ναρκωτικά, μαθητικές-νεανικές κατασκηνώσεις. Είμαι, μάλιστα, στην ευχάριστη θέση να σας πω ότι μας πρόσφερε ένας ιδιώτης 150 στρέμματα στην περιοχή της Αττικής για την υλοποίηση αυτών των έργων.


* Τι θα πείτε αύριο στη μεγάλη σύναξη των ιερέων της αρχιεπισκοπής;

 

– Το πρώτο που θα τους πω είναι ότι τίποτα δεν γίνεται αλλά και δεν διορθώνεται ο κόσμος αν δεν διορθώσουμε τον εαυτό μας. Πρώτα ο αρχιεπίσκοπος και μετά οι ιερείς. Αν δεν δούμε τον κόσμο με άλλο μάτι. Πιο απλή ζωή, φροντίδα στον άνθρωπο. Η Εκκλησία είναι χώρος διακονίας και αγάπης. Δεν είναι πολυέλαιοι και κοσμικές εορτές. Το βάρος πέφτει περισσότερο στην προσωπικότητα του κληρικού στην προετοιμασία εκείνου που θέλει να εισέλθει στον κλήρο, στη στήριξη της οικογένειας του ιερέα. Πρέπει να σας πω ότι εδώ ήρθα σ' έναν άγνωστο χώρο. Βεβαίως γνώριζα τις ανάγκες των κληρικών, και γενικότερα τα προβλήματα των ανθρώπων. Αλλά τι ακριβώς θα βρω μπροστά μου, δεν το γνώριζα.

Όλοι αυτοί οι μήνες που πέρασαν, ήταν χρόνος έρευνας, αποτύπωσης και ψηλάφησης των προβλημάτων. Εργάστηκα σκληρά. Είδα την πορεία των ενοριών, τη νοοτροπία των ιερέων αλλά κυρίως είδα τα προβλήματα των ανθρώπων. Είδα ανθρώπους που δεν έχουν σπίτι κι ανθρώπους που πεινάνε. Πήγα σε εκδηλώσεις, σε χώρους, που βρίσκονταν άνθρωποι του «περιθωρίου».

Έζησα μια δυο μέρες με παιδιά που προσπαθούν να αποτοξινωθούν. Διαπίστωσα τα προβλήματά τους όταν κόψουν τα ναρκωτικά. Συγχρόνως, όμως, είδα και πώς ζούνε οι πολύ πλούσιοι. Τι σημαίνει να ζει κανείς σήμερα σ' ένα σπίτι 500 τετραγωνικών με τις πισίνες. Δεν σημαίνει ότι θα αντιμετωπίσουμε όλα τα προβλήματα. Ούτε την ψευδαίσθηση έχω για κάτι τέτοιο, ούτε τη δυνατότητα. Αλλά, πιστεύω ότι όλοι μαζί κάτι μπορούμε να καταφέρουμε. Γιατί αν δεν μπορούμε να κάνουμε τη γη Παράδεισο, μπορούμε να την εμποδίσουμε να γίνει Κόλαση.

 

* ΠΗΓΗ: Κυριακάτικη (Ελευθεροτυπία), 23-11-2008,

http://archive.enet.gr/online/online_text/c=110,id=3552276

Πολυδύναμες οικιστικές μονάδες – Αχαΐα

Πολυδύναμες οικιστικές μονάδες στην Αχαΐα για ταχύρυθμη ανάπτυξη στην Ενδοχώρα

 

Σύζευξη πολεοδομικού, συγκοινωνιακού, τεχνολογικού, τουριστικού και παραγωγικού τομέα

 

Του Ανδρέα Γαλάνη*

 

Υφιστάμενη κατάσταση στην ενδοχώρα

– Το μεταναστευτικό ρεύμα συνεχίζεται από την ενδοχώρα προς τα μεγάλα αστικά κέντρα κυρίως από παραγωγικές ηλικίες αυξάνοντας τα ποσοστά ανεργίας στις αστικές περιοχές.

    – Η απουσία πολιτιστικών αγαθών αναδεικνύεται κυρίαρχο πρόβλημα στην ενδοχώρα, ιδιαίτερα για τις νεαρές ηλικίες που αισθάνονται ότι η ύπαιθρος υστερεί σε ποιότητα ζωής από αυτή των πόλεων με συνέπεια την εγκατάλειψή της.

    – Η έλλειψη συγκοινωνιακών υποδομών επέφερε κοινωνικούς αποκλεισμούς στην ενδοχώρα με απουσία τοπικής και διαδημοτικής συγκοινωνίας που να συνδέει τους οικισμούς με χώρους εργασίας, υγείας, άθλησης και αναψυχής.

    – Λόγω των κλιματικών αλλαγών μεγεθύνονται τα προβλήματα, ιδιαίτερα στους τομείς της ενέργειας, των υδάτινων πόρων, της ρύπανσης, της διατροφής και της απασχόλησης. Με το σημερινό τρόπο σκέψης και ζωής δεν λειτουργούμε  σε αρμονία με τις παραγωγικές μας δυνατότητες και το φυσικό περιβάλλον.

    – Πλούσιες πηγές εναλλακτικών μορφών ενέργειας (ηλιακή, αιολική, υδροηλεκτρική, γεωθερμική, κ.ά.) είναι διαθέσιμες στην ελληνική ενδοχώρα. Ευρίσκονται όμως ακόμη σε χαμηλά επίπεδα εκμετάλλευσης.

    – Άφθονοι υδάτινοι πόροι παραμένουν ανεκμετάλλευτοι λόγω έλλειψης ικανής διαχείρισης, προστασίας και εξοικονόμησης νερού για άρδευση και ύδρευση. Η  ρύπανση στο περιβάλλον και στον υδροφόρο ορίζοντα από αγροχημικά, χωματερές, βιομηχανικά απόβλητα κ.ά. επιβαρύνει την δημόσια υγεία και την παραγωγή.

    – Η ενδοχώρα έχει τις προϋποθέσεις για παραγωγή προϊόντων με υψηλή αξία σε διατροφικές, θεραπευτικές και προστατευτικές ιδιότητες, όπως είναι τα παραγόμενα από την Άμπελο, την Ελιά, τη Μέλισσα, την Κτηνοτροφία και την μεγάλη ποικιλία Βοτάνων και Θάμνων. Προϊόντα με διεθνείς διακρίσεις που μπορούν να αποτελέσουν την προμετωπίδα της αγροτικής μας πολιτικής.

    – Η προώθηση ελληνικών βιολογικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές είναι απόλυτα εφικτή με βιολογικά λιπάσματα και ζωοτροφές. Από πανεπιστημιακά εργαστήρια έχει επιτευχθεί υψηλή απόδοση με δραστική μείωση των λιπασμάτων και του κόστους παραγωγής.

    – Οι πρώτες ύλες της βιομηχανίας στην Ευρώπη προέρχονται από τον πρωτογενή τομέα σε πολύ μεγάλο ποσοστό. Η συρρίκνωση του πρωτογενούς τομέα θα επιφέρει σοβαρά οικονομικά προβλήματα και θα ασκήσει μεγάλες πιέσεις στον τομέα της απασχόλησης.

    – Ο αγροτικός πληθυσμός υποφέρει από έλλειψη τεχνογνωσίας σε όλα τα στάδια μιας αγροτικής εκμετάλλευσης με συνέπεια τη δραστική μείωση του αγροτικού εισοδήματος και την αδυναμία των ελληνικών προϊόντων να αποκτήσουν προστιθέμενη αξία και να πρωταγωνιστήσουν σε παγκόσμιο επίπεδο.

    – Η επιστημονική γνώση και έρευνα δεν συνδέεται με τις βασικές κοινωνικές ανάγκες και ιδιαίτερα με τις ανάγκες της αγροτικής ανάπτυξης. Υπάρχει έλλειμμα σε σχολές για αγροτικά επαγγέλματα, σε κέντρα επιμόρφωσης αγροτών, μεταφορά τεχνογνωσίας (know how), εφαρμοσμένη έρευνα κ.ά.

    H μαζική αστικοποίηση προκαλεί πολλαπλή ρύπανση που ευνοεί τις σωματικές, ψυχικές και πνευματικές παθήσεις. Η υπερσυγκέντρωση πληθυσμού στις μεγάλες πόλεις είναι η πρώτη αιτία ανισορροπίας ανθρώπου και φύσης.

    – Στις αστικές περιοχές κυριαρχεί η άναρχη πολεοδομική εξάπλωση, η έλλειψη δημόσιων ανοικτών χώρων, η ανυπαρξία πρασίνου, η πυκνή δόμηση, η ένταση στην εκμετάλλευση του χώρου, η καταστροφή του

    περιαστικού πε

    ριβάλλοντος, το έντονο κυκλοφοριακό πρόβλημα και η ατμοσφαιρική ρύπανση. Οι συνθήκες αυτές δημιουργούν αντιπαραγωγικές οικιστικές ζώνες.

    – Ο Φυσικός & Πολιτιστικός πλούτος είναι το μεγάλο κεφάλαιο της χώρας μας που πρέπει να διαφυλάξουμε και να διαχειριστούμε με φρόνηση. Παραμένει όμως σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητος.

Πρόταση για Πολυδύναμες Οικιστικές Μονάδες

 

Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων στην ενδοχώρα και τις πόλεις προτείνουμε προς μελέτη ορισμένες περιοχές της Αχαΐας οι οποίες βάσει των χαρακτηριστικών τους προσφέρονται για να δημιουργηθούν μικρές πολυδύναμες οικιστικές μονάδες (με 2.000 κατοικίες εκάστη), εξοπλισμένες με ένα πλέγμα βασικών υπηρεσιών και υποδομών, ικανές να στηρίξουν και να ενισχύσουν τους υφιστάμενους οικισμούς της ενδοχώρας και παράλληλα να προστατεύσουν τις πλησιέστερες αστικές ζώνες από κάθε δυσμενή εξάπλωση.

Προτεινόμενες Οικιστικές Μονάδες Αχαΐας

 

α/α

ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ

Αστικό Κέντρο για "ΔΙΠΟΛΟ"

Πλησιέστερες Κωμοπόλεις

ΠΟΤΑΜΙΑ /ΛΙΜΝΕΣ

ΟΡΕΙΝΟΙ ΟΓΚΟΙ

Πλησιέστεροι    ΟΔΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ

 

10

Φαρρές  Αχαΐας

Πάτρα

Πάτρα

Πείρος, Παραπείρος,   Φράγμα Πείρου

Ερύμανθος, Άγ.Γεώργιος, Κομποβούνι

Πάτρα – Τρίπολη,        

 Πάτρα – Καλάβρυτα

 

11

Ρίολος Αχαΐας

Κ. Αχαΐα

Κ. Αχαΐα Λάππα                            

Λαρισσός, Λ.Πρόκοπου,            Τ.Λ.Πηνειού

Μόβρη

Πάτρα – Πύργος,   

Λάππα – Βελιτσές

 

1

Μετόχια Δ. Παΐων (Περιοχή Δάφνης Αχαΐας)

Καλάβρυτα

Καλάβρυτα, Δάφνη,                  Κλειτορία

Λάδωνας, Πάος,         Τ.Λ.Λάδωνα

Παλιοβούνα, Δρακοβούνι

Πάτρα – Τρίπολη,             

Καλάβρυτα – Τρίπολη

 

13

Ακράτα Αχαΐας

Κράθι Αχαΐας      (Παραλία Ακράτας)

Κράθι, Αιγείρα, Διακοπτό

Κράθις,       Λ.Τσιβλού

Καύκαρης

Πάτρα – Κόρινθος, 

Ακράτα – Ζαρούχλα

 

14

Αρχ. Αιγείρα Αχαΐας            (Παλαιόκαστρο)

Κράθι Αχαΐας          (Παραλία Ακράτας)

Κράθι,  Αιγείρα, Διακοπτό

Κριός

Εβροστίνα

Πάτρα – Κόρινθος,        

Αιγείρα -Περιθώρι                     

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι προς μελέτη περιοχές επιλέγηκαν με βάση τα ακόλουθα συγκριτικά πλεονεκτήματα που διαθέτουν :

1. Η γεωγραφική θέση της περιοχής ανήκει στην αγροτική ενδοχώρα, διαθέτει πεδινές εκτάσεις και ευρίσκεται σε ικανή απόσταση από αστικά κέντρα.

2.  Τα υδάτινα αποθέματα (ποτάμια, λίμνες, φράγματα) είναι επαρκή για την ανάπτυξη μιας νέας οικιστικής μονάδας.

3.  Οι παραγωγικές δυνατότητες της περιοχής μπορούν να διαμορφώσουν προοπτικές ανάπτυξης και να ανακόψουν το μεταναστευτικό ρεύμα.

4.  Τα φυσικά και πολιτιστικά μνημεία της περιοχής προσφέρουν σημαντικές δυνατότητες αξιοποίησης.

5.  Υπάρχει αστικό κέντρο στη θαλάσσια ζώνη με το οποίο η νέα οικιστική μονάδα μπορεί ν α δημιουργήσει ένα «δίπολο» συνεργασίας και ανάπτυξης.

 

Σκοπιμότητα της Πρότασης

  

–  Ισόρροπη ανάπτυξη Αγροτικών, Δασικών και Αστικών περιοχών με σεβασμό στην οικονομία της φύσης. Το μοντέλο συγκεντρωτικών, πυκνοδομημένων και μηχανοκρατούμενων πόλεων είναι αντιπαραγωγικό.

Αναζωογόνηση του τοπικού κοινωνικού ιστού και περιφερειοποίηση των οικονομιών με βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των τοπικών προϊόντων & υπηρεσιών. Εφαρμογή σύγχρονων μεθόδων παραγωγής-μεταποίησης-προώθησης.

Σύζευξη πολεοδομικού, συγκοινωνιακού, τεχνολογικού, τουριστικού και παραγωγικού τομέα.

Αειφόρος ανάπτυξη με μεγάλο βαθμό αυτάρκειας σε επίπεδο νοικοκυριού, οικισμού και επαρχίας, για είδη πρώτης ανάγκης. Εξοικονόμηση ενέργειας μέσω ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οικολογικής δόμησης, κομποστοποίησης, ανακύκλωσης αποβλήτων κ.ά.

–  Ενίσχυση της οικοδομικής δραστηριότητας και των δημόσιων έργων με συνεργασία Δημόσιου & Ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ).

Δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης αξιοποιώντας τα πλεονεκτήματα της ελληνικής ενδοχώρας για παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής αξίας.

–  Εφαρμογή του συνδυασμένου πολεοδομικού – συγκοινωνιακού σχεδιασμού για μια βιώσιμη ανάπτυξη των οικιστικών ζωνών και των μεταφορών. 

Παροχή δικτύων πολύπλευρης πληροφόρησης, συναλλαγών, επικοινωνίας, συγκοινωνίας και παροχής πρώτων αναγκών.

Ανάπτυξη της τοπικής συγκοινωνίας με ευέλικτες διαδρομές που ευνοούν την κινητικότητα του πληθυσμού και την κοινωνική συνοχή. Σχεδιασμός συνδυασμένων μεταφορών για εύκολη πρόσβαση σε αστικές περιοχές.

Ανάδειξη των τοπικών πολιτιστικών στοιχείων και δημιουργία κέντρων εμπορίου, πολιτισμού και αναψυχής έτσι ώστε η ποιότητα ζωής των κατοίκων της υπαίθρου να μην υπολείπεται της ποιότητας ζωής των αστικών κέντρων.

–  Οικολογική Δόμηση με εφαρμογή Βιοκλιματικής Αρχιτεκτονικής και με στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας για πολλαπλές χρήσεις.

Μεταφορά τεχνογνωσίας σε επαγγελματίες αγρότες με εφαρμογές καινοτομίας, πιλοτικές καλλιέργειες, πειραματικούς αγρούς, θερμοκοιτίδες εκτροφών και καλλιεργειών, εκπαίδευση πάνω στο χώρο (on job training), διαδικασίες μαθητείας, επισκέψεις μελέτης (study visit) σε επιλεγμένες μονάδες, κ.ά.

–  Ίδρυση αγροτικών σχολείων και ερευνητικών κέντρων. Προώθηση της δια βίου εκπαίδευσης/κατάρτισης. Πρόσβαση στη γνώση χωρίς γεωγραφικούς περιορισμούς.

Σύνδεση της εκπαιδευτικής κοινότητας με τους χώρους παραγωγής. Εξοικείωση των μαθητών με τα στάδια παραγωγής, μεταποίησης & προώθησης των προϊόντων.

– Περιορισμός του "χάσματος" στη διάδοση της ψηφιακής τεχνολογίας μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών.

– Δημιουργία Βιοτεχνικών πάρκων με πρότυπες Βιοτεχνικές Μονάδες από ελαιοτριβεία, τυροκομεία, οινοποιεία, σφαγείο, μελισσοκομικό εργαστήριο κ.ά.

–  Προώθηση σύγχρονων εταιρικών σχημάτων με καθετοποιημένες μονάδες από ομάδες παραγωγών & με προτεραιότητα στα βιολογικά & πιστοποιημένα προϊόντα.

–   Προβολή των τοπικών προϊόντων και του γαστρονομικού πολιτισμού της περιοχής από ΜΜΜ, τοπικούς φορείς και πιστοποιημένα καταστήματα εστίασης.

–   Ανάδειξη του αγροτουρισμού ως πρωτεύοντος στοιχείου του θεματικού τουρισμού. Σύνδεση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς με την παραγωγική και γαστρονομική μας παράδοση δημιουργώντας Μουσεία Αγροτικών Προϊόντων.

                                                                                                                  

* Ο Ανδρέας Β. Γαλάνης είναι  Επιχειρησιακός Ερευνητής.

 

Σημείωση mtb: Δείτε και τη ζεύξη:  http://manitaritoubounou.wordpress.com/2008/03/27/doryforoi-poleis-agalan-1/

 

Εδώ τα τραγανά καλά πτυχίααα!

Εδώ τα τραγανά καλά πτυχίααα! Με τη βούλααα!

 

Του Βένιου Αγγελόπουλου*

 

Νομιμοποιούνται λοιπόν σαράντα Κολλέγια και χιλιάδες Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών να πουλάν πτυχία, σύμφωνα με την τελευταία υπουργική απόφαση. Κάθε επιχειρηματίας (εφόσον διαθέτει πτυχίο) μπορεί να πουλάει επίφαση Παιδείας στους γονείς που θέλουν να εφοδιάσουν το παιδί τους με ένα χαρτί.

Υπό την εποπτεία (υποτίθεται) του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Παιδείας. Διδακτήρια με ωραίο χαρτί περιτυλίγματος (σύμβαση με το πανεπιστήμιο του Σάουθ Νορχάμπτον, πολυτελή γραφεία, κάποιοι διάσημοι πανεπιστημιακοί κράχτες στο επιτελείο – και υποαμειβόμενοι επιστήμονες για τη λάντζα της καθημερινότητας).

Κάποιοι το θεωρούν νομοτέλεια: «ουδείς ποτέ ανέστειλε την πρόοδο και την εξέλιξη» (Το Βήμα, 1 Ιουλίου). Νομοτέλεια βεβαίως, αλλά μέσα στη νοοτροπία της ιδιωτικοποίησης των πάντων, της αναγωγής των πάντων σε εμπόρευμα: Παιδεία, Υγεία, και αύριο Εξουσία. Όποιος πληρώνει αγοράζει: γνώσεις, υπηρεσίες, υπηρέτες, κόμματα, και βάλε. Και αγοράζει επί πιστώσει, με τα λεφτά των άλλων, που τα διαχειρίζεται επιτηδείως. Και απαιτεί και επιδοτήσεις, ιδίως σε εποχές κρίσης: Αυτά που σπατάλησαν και καρπώθηκαν οι λίγοι, οι πολλοί καλούνται να τα πληρώσουν κι από πάνω.

Αν μια χώρα δεν θεωρεί την Παιδεία κοινωνική επένδυση, επένδυση στη νεολαία της, επένδυση στο μέλλον, αν την εγκαταλείπει στα χέρια των ιδιωτών (όσο καλοπροαίρετοι νάναι κάποιοι απ' αυτούς), σημαίνει ότι παραιτείται. Κι όταν αυτό γίνεται υπούλως κατακαλόκαιρο και σε τέλος θητείας (και σε αντίφαση με όσα είχε διακηρύξει ο Υπουργός πριν τρεις μήνες), αυτό δηλώνει απερίφραστα ότι η κυβέρνηση φοβάται αντιδράσεις και εξυπηρετεί συμφέροντα. Και ότι η Παιδεία και το μέλλον της χώρας λίγο την απασχολεί: την απασχολεί το τι θα αρπάξει όσο είναι ακόμα στα πράματα.

Όμως η Παιδεία, η Δημόσια Δωρεάν Παιδεία, είναι υπόθεση του καθένα, και συνάμα υπόθεση όλων. Κι ο καθένας οφείλει να αντιδράσει. Όσο καθυστερεί να συγκροτηθεί ένα Μέτωπο Παιδείας, που θα την υπερασπίζεται και θα επιχειρεί απαντήσεις στην απόγνωση της νεολαίας μας, τόσο η κατάσταση θα δυσκολεύει.

Οι καιροί ου μενετοί.

 

* O Βένιος Αγγελόπουλος είναι εκπρόσωπος της Συσπείρωσης Πανεπιστημιακών στην ΠΟΣΔΕΠ, ang@math.ntua.gr,

 

ΠΗΓΗ: «Σας στέλνω μια πρώτη αντίδραση (315 λέξεις) στην υπουργική απόφαση για την αναγνώριση των Κολλεγίων. Θα δημοσιευτεί στην Ελευθεροτυπία (μάλλον αύριο Πέμπτη). β α»

 

Τα Παγόβουνα

Τα Παγόβουνα

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

Εκατομμύρια χρόνια μόνοι

Στους παγωμένους πόλους

Ο Κόσμος ασπρόμαυρος

Και το φως μετρημένο

Μοναξιά και σιωπή

σε νύχτες απέραντες

Προσμονή και λαχτάρα

Για ένα πουλί, περαστικό

Για μια φώκια που ξεστράτισε

Και πόθος μεγάλος, για ταξίδι

Να πονάει η σκέψη

 

Επιτέλους πορευόμαστε

Ξεκομμένα παγόβουνα

Παρασυρμένα από υπόγεια ρεύματα

Προς το άγνωστο

Το γεμάτο ζωή

Προς τις όμορφες θάλασσες

Τις πολύχρωμες

Ξεκομμένα παγόβουνα

κατρακυλάμε τα γαλάζια βουνά

για τους πράσινους κάμπους

 

 

Πορευόμαστε χωρίς επιστροφή

Πληρώνοντας με τα κομμάτια μας

για κάθε μίλι, για κάθε λεπτό,

Πορευόμαστε χωρίς επιστροφή

Κονταίνοντας το  μπόι μας

σε κάθε εικόνα, σε κάθε βίωμα

Στιγμιότυπα φυσικής εξέλιξης

Στροφές στο αέναο ζεϊμπέκικο της ζωής

Φως, απογείωση, πτώση

 

Αξίζει το ταξίδι προς το φως

Και ας λιώσουμε

Αξίζει το ταξίδι προς τη φλόγα

Και ας καούμε

Σπινθηρίζοντας και φεγγοβολώντας

Διάττοντες αστέρες μιας χρήσης

Πλουτίζοντας το σύμπαν

Με τα χρώματα της αυτοθυσίας μας

Αφήνοντας παρακαταθήκη

Αγαπημένα ρετάλια

Ιδέες και πράξεις οργής

Όνειρα και ελπίδες αγάπης

Πόθους και συναισθήματα

Και προπαντός αξίες και ήθος

Προσωπικής ανάτασης

Και συλλογικής τόλμης

 

                                         10 Ιουνίου 2009, Γιάννης Ποταμιάνος