Η ύφεση μπορεί να μην ανατραπεί
Του Ηλία Ιωακείμογλου *
Εάν δεν ανατραπούν τα σημερινά δεδομένα, η διαδικασία αυτή θα μετατραπεί σε πολύπλευρη καταστροφή που θα βυθίσει τη χώρα σε παρατεταμένη περίοδο μαρασμού. Η ακολουθούμενη πολιτική, που πολλοί αποκαλούν «εσωτερική υποτίμηση» ή «ανταγωνιστικό αποπληθωρισμό», είναι μια σωρευτική διαδικασία διαδοχικών κύκλων μείωσης των μισθών και των τιμών. Μέσω αυτών των μειώσεων, σύμφωνα με την κυρίαρχη οικονομική θεωρία, που καθοδηγεί τώρα τις αποφάσεις που λαμβάνονται για την τύχη της ελληνικής οικονομίας, θα ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της χώρας και θα αυξηθούν οι καθαρές εξαγωγές.
Στο τέλος της διαδικασίας, η οικονομία θα είχε ισορροπήσει σε ένα ποσοστό ανεργίας υψηλότερο και ένα επίπεδο παραγωγής χαμηλότερο από το σημερινό, πλην όμως, θα είχε επιτευχθεί και βελτίωση στο εμπορικό έλλειμμα αγαθών και υπηρεσιών εξαιτίας των χαμηλότερων τιμών των εγχωρίως παραγομένων προϊόντων.
Αυτή η διαδικασία είναι μακρά και για να επιταχυνθεί πρέπει, σύμφωνα πάντοτε με την κυρίαρχη οικονομική θεωρία, οι θεσμοί της αγοράς εργασίας που προστατεύουν (υπερβολικά, υποτίθεται) τους εργαζόμενους να μεταρρυθμιστούν στη γνωστή κατεύθυνση απελευθέρωσης των απολύσεων, αποδυνάμωσης των συλλογικών συμβάσεων κ.λπ.
Επομένως, η ύφεση, σε συνθήκες ευρώ, δεν είναι ένα «ατύχημα», το αποτέλεσμα κακών χειρισμών εκ μέρους της κυβέρνησης, του ΔΝΤ, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των λοιπών, ούτε είναι απλώς το αποτέλεσμα των εγωιστικών συμφερόντων του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου ή του κεφαλαίου εν γένει. Η ύφεση θεωρείται, στο πλαίσιο της κυρίαρχης οικονομικής θεωρίας, το εργαλείο με το οποίο μια οικονομία θα ξαναβρεί τις χαμένες της ισορροπίες. Η ύφεση προβλέπεται, από την κυρίαρχη θεωρία, ως φυσιολογικό στάδιο της διαδικασίας προσαρμογής της οικονομίας σε εξωτερικές διαταραχές που έχει δεχτεί η οικονομία (σε καθεστώς ευρώ, δηλαδή αδυναμίας υποτίμησης του νομίσματος). Η ύφεση οργανώνεται ως μέσο για την πειθάρχηση των εργαζόμενων τάξεων, για να δεχθούν λιγότερες προστατευτικές ρυθμίσεις και χαμηλότερους μισθούς υπό την πίεση της ανεργίας.
Αυτό που οργανώνεται, όμως, ως ύφεση θα καταλήξει σε καταστροφή. Η ύφεση θα μετατραπεί σε μια σωρευτική διαδικασία αυτοτροφοδοτούμενης επιδείνωσης. Κατ' αρχήν από την πλευρά της ζήτησης: Η συνολική ζήτηση θα επηρεαστεί στην πρώτη φάση της «εσωτερικής υποτίμησης» από τις μειώσεις των μισθών. Προφανώς, ο αυξανόμενος δανεισμός των μισθωτών κατά την περίοδο που προηγήθηκε της χρηματοπιστωτικής κρίσης είχε επιτρέψει σε σημαντικό βαθμό την αποσύνδεση των μισθών από την ιδιωτική κατανάλωση. Από τη στιγμή, όμως, που η χρηματοπιστωτική κρίση οδήγησε σε μείωση του δανεισμού, η αγοραστική δύναμη των μισθών έχει ανακτήσει τον σημαντικό της ρόλο στη διαμόρφωση της ζήτησης. Η μείωση των μισθών επιφέρει, λοιπόν, μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Αυτή η αρχική μείωση επηρεάζει αρνητικά τη συνολική ζήτηση και μέσω αυτής τις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου. Ετσι, η συμβολή όλων των συνιστωσών της εσωτερικής ζήτησης θα μειωθεί, η ανεργία θα αυξηθεί και θα μειώσει και αυτή με τη σειρά της την εσωτερική ζήτηση και ο φαύλος κύκλος θα αρχίζει από την αρχή.
Υπάρχει και χειρότερο: Η οικονομία δεν είναι ένα λάστιχο που μπορούμε να το τεντώσουμε και όταν το αφήσουμε να επανέλθει στην αρχική του κατάσταση. Μια οικονομία που έχει υποστεί παρατεταμένη μείωση της ζήτησης δεν επανέρχεται στην αρχική της κατάσταση όταν αυξήσουμε, κάποτε, τη ζήτηση, διότι έχει εν τω μεταξύ υποστεί μια σειρά από καταστροφές το παραγωγικό και το εργατικό δυναμικό της. Η παρατεταμένη μείωση της ζήτησης επιδρά στην πλευρά της προσφοράς: θα καταστρέψει ένα μέρος του κεφαλαιακού αποθέματος, καθώς θα πτωχεύσει σειρά επιχειρήσεων και ένα μέρος του εργατικού δυναμικού θα απολέσει τις γνώσεις του και τις δεξιότητές του. Αυτό σημαίνει ότι θα μειωθεί ο μέγιστος δυνατός ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.
Η κάθοδος θα συνεχίζεται ωσότου η εξωτερική ζήτηση, οι καθαρές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αναλάβουν τον ρόλο του κινητήρα της οικονομίας χάρη στις μειώσεις του κόστους εργασίας και στις μειώσεις των τιμών των εγχωρίως παραγομένων προϊόντων (δηλαδή χάρη στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας τιμής). Αυτή είναι μια ηρωική υπόθεση, αλλά ας υποθέσουμε ότι έτσι θα συμβεί για την οικονομία του άρθρου. Πόσα χρόνια θα χρειαστούν ωσότου η ελληνική οικονομία ανακάμψει μέσα από τις στάχτες της ως εξαγωγική δύναμη; Η Γερμανία που εφάρμοσε πολιτική εσωτερικής υποτίμησης, και είναι τέρας εξαγωγικής ισχύος, χρειάστηκε μια δεκαετία.
Μπορούμε, όμως, να σκεφτούμε και άλλους τρόπους για να βγούμε από την κρίση, εξίσου αποτελεσματικούς, ξεκινώντας από την υποχρέωση των μεγάλων περιουσιών να αναλάβουν το κύριο βάρος της προσαρμογής, τη φορολόγηση των επιχειρηματικών κερδών με συντελεστή 45% όπως ίσχυε πριν αναλάβει τη διακυβέρνηση ο νεοφιλελευθερισμός, τον εξονυχιστικό έλεγχο των ανώτερων εισοδημάτων που φοροδιαφεύγουν ασύστολα, την κατάργηση όλων των φοροαπαλλαγών των εισοδημάτων της ιδιοκτησίας κ.λπ.
Ας μην ξεχνάμε ότι η αναλογία των εισοδημάτων ιδιοκτησίας προς τις αμοιβές εργασίας (λαμβάνοντας υπόψη και την αυτοαπασχόληση) στην Ελλάδα ανερχόταν, το 2009, σε 0,43, ενώ στις περισσότερες από τις άλλες χώρες της Ε.Ε.-15 βρισκόταν στην περιοχή 0,1-0,3 (μέσος όρος ευρωζώνης 0,25).
Πέραν όμως των εναλλακτικών προτάσεων πολιτικής που μπορεί να προτείνει η αριστερά, τον λόγο έχουν τώρα όσοι καλούνται, αδίκως, να υποστούν τις συνέπειες της δημοσιονομικής κρίσης, για μια περίοδο που κατά τα φαινόμενα θα υπερβαίνει τη δεκαετία, και απέναντι σε μια άρχουσα τάξη που δυσκολεύεται πλέον να νομιμοποιήσει ιδεολογικά την πολιτική της. Αυτές είναι συνθήκες αναγκαίες, ίσως δε και ικανές, για να εισέλθουμε σε μια παρατεταμένη περίοδο υψηλής κοινωνικής έντασης.
* Ο ΗΛΙΑΣ ΙΩΑΚΕΙΜΟΓΛΟΥ είναι μέλος του Δικτύου Αριστερών Οικονομολόγων.
ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 30 Μαΐου 2010,
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=167652

Κάποιος θα μπορούσε να πει πως από το Βυζάντιο λείπουν οι φιλόσοφοι και οι σχολές ή ακόμη και οι ποιητές. Οι πατέρες της εκκλησίας, οι βυζαντινοί λόγιοι και οι επιστήμονες, όπως και οι υμνογράφοι, μπορούν να συγκριθούν κατ' αναλογία με τους φιλοσόφους και τους ποιητές της αρχαιότητας;
πολλών παρισταμένων".

Έτσι κατασκευάστηκε ένα νόμισμα που για να είναι «ισχυρό» προϋποθέτει την σταθερότητα στις αγορές και στις οικονομίες που εκφράζει. Το ζητούμενο, δηλαδή, έγινε προαιπατούμενο. Ο λόγος που έγινε αυτό είναι απλός. Μας τον εξηγεί πολύ καλά ο Στέφαν Κολινιόν επικεφαλής της επιστημονικής επιτροπής του Centro Europa Ricerche (CER) της Ρώμης: «Μια νομισματική ένωση δεν είναι σύστημα σταθερών ισοτιμιών. Η ουσία της νομισματικής ζώνης συνίσταται στην απεριόριστη πρόσβαση από όλες τις εμπορικές τράπεζες στην ρευστότητα της κεντρικής τράπεζας από την ΕΚΤ. Το Ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα συλλέγει τις αποταμιεύσεις από παντού στη Ζώνη του Ευρώ και τις επενδύει οπουδήποτε βρίσκει κερδοφόρες ευκαιρίες.» (Eurointelligence, 22.04.2010) Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο η ρευστότητα, δηλαδή το χρήμα σε κυκλοφορία, συγκεντρώθηκε στις τράπεζες οδηγώντας σε ασφυξία την πραγματική οικονομία, επιχειρήσεις και νοικοκυριά, αλλά έδωσε μια εκπληκτική ευκαιρία στους τραπεζίτες να κερδοσκοπήσουν ασύστολα γεμίζοντας κυριολεκτικά την αγορά με δάνεια και χρέη. Με το ευρώ οι τράπεζες κατόρθωσαν να μετατρέψουν τις ανάγκες χρηματοδότησης της οικονομίας, των επιχειρήσεων, των νοικοκυριών και των κρατών σε τίτλους χρέους ώστε να κερδίζουν προσελκύοντας κάθε είδους επενδυτή κερδοσκόπο από τη διεθνή αγορά. 
Όσον αφορά τους μοναχούς ο Φραντζής (Chronicon minus, XXXV, 7) αναφέρει ότι ο αυτοκράτορας κατέγραψε «πόση δύναμη μπροούσε να παραταχθεί στο κάστρο από τους λαϊκούς και τους μοναχούς και τι όπλο διέθεταν για άμυνα». Το Χρονικόν περί των Τούρκων σουλτάνων (σ. 85, φ. 55r, 6-8) αναφέρει ότι οι μοναχοί φρουρούσαν τα τείχη: «Και οι καλόγεροι και οι παπάδες τους έβαλε απάνω και τους εμέρασε εισέ πολλούς τόπους απάνω εις τα τειχία δια να βιγλίζουνε, δια να είναι ξαγρυπνοί». Ο Ψευδο-Φραντζής (Γ', V, 7) αναφέρει ότι η Εκκλησία προσέφερε τα σκεύη της για την υπεράσπιση της Πόλης: «επειδή στα βασιλικά ανάκτορα δεν υπήρχαν χρήματα για να πληρωθούν οι στρατιώτες, έδωσε εντολή ο αυτοκράτορας να συγκεντρώσουμε τα ιερά σκεύη των εκκλησιών, που ήταν αφιερωμένα στον Θεό, και κατόπιν τα εκποιήσαμε». Την ίδια πληροφορία δίνει και το Χρονικόν περί των Τούρκων σουλτάνων (σ. 84, φ. 54r, 4-7): «Διατί ο βασιλεύς είχε μεγάλην σύχυσι και δεν ήξερε πλέο το τι να κάμη και επειδή δεν του εδίδανε φλωρία οι πλούσιοι, δεν είχε τι κάμη και επήρε από τις εκκλησίες και από τα μοναστήρια τα ασημικά τους και τα έκαμνε μονέδα… και επλήρωνε τους δουλευτάδες οπού εδουλεύαν εις τα τειχία». Επίσης ο Κριτόβουλος (Α', 18, 9) αναφέρει ότι «συγκέντρωναν χρήματα από το κράτος, από τους ιδιώτες και από την Εκκλησία». 
