Παιδεία: πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι

Παιδεία: πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι

 

Συνέντευξη του Βένιου Αγγελόπουλου στη Μαρία Μητσοπούλου*


 

Πως βλέπετε την πολιτική της κυβέρνησης όσον αφορά την παιδεία και ειδικότερα την τριτοβάθμια εκπαίδευση;

Αυτό που χαρακτηρίζει την κυβερνητική πολιτική στην ανώτατη παιδεία είναι η αναξιοπιστία της. Ξεκινάνε από τις διαπιστώσεις των ελλείψεων του εκπαιδευτικού μας συστήματος, ελλείψεις τις οποίες έχουμε παρουσιάσει ως Συσπείρωση Πανεπιστημιακών, αλλά και ευρύτερα ως Αριστερά.

Από την ύπαρξη κυκλωμάτων, την οικογενειοκρατία, την αδιαφάνεια, το νεποτισμό που βέβαια, δεν χαρακτηρίζουνε μονάχα το πανεπιστήμιο αλλά χαρακτηρίζουνε όλη την ελληνική κοινωνία και είναι τελείως φυσιολογικό ότι μη όντας σε γυάλινο πύργο το πανεπιστήμιο υφίσταται και αυτό τις στρεβλώσεις της κοινωνίας. Ξεκινάνε από αυτές τις διαπιστώσεις και προτείνουν μέτρα τα οποία όχι απλώς δεν τις καταπολεμούν  αλλά τις επιτείνουν.

Τι εννοείτε; Θα μπορούσατε να αναφέρετε μερικά παραδείγματα;

Λένε π.χ. ότι η δημοκρατία εφαρμόζεται πλημμελώς. Λόγω κομματοκρατίας. Προφανώς αυτοί οι οποίοι βάζουν την κομματοκρατία στο πανεπιστήμιο είναι τα κόμματα τα ίδια και μάλιστα τα κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία. Αυτοί τροφοδοτούν την κομματοκρατία και αυτοί τροφοδοτούνται από την κομματοκρατία στο πανεπιστήμιο. Πώς  όμως καταπολεμούν την έλλειψη – κατά τη γνώμη τους – δημοκρατίας και την κομματοκρατία; Δίνοντας σε «αριστίνδην» διορισμένους  τη διοίκηση του πανεπιστημίου; Θεραπεύουν τη δημοκρατία καταργώντας της δημοκρατία. Ακριβώς το ίδιο έκανε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος όταν διαπίστωσε ότι η δημοκρατία ήταν άρρωστη και την έβαλε στο γύψο για 7 χρόνια. Τηρουμένων των αναλογιών, η μη ύπαρξης ευθύνης απέναντι στο σώμα των επιστημόνων, αλλά η ύπαρξη ευθύνης απέναντι στην πολιτική εξουσία η οποία θα χαρακτηρίζει τα Συμβούλια Διοίκησης και η επακόλουθη υποταγή στα κελεύσματα της πολιτικής εξουσίας κάθε άλλο παρά εκδημοκρατισμό του πανεπιστημίου δείχνει.

Μας μιλάνε για αριστεία, μας μιλάνε, για αξιολόγηση, μας μιλάνε για προγραμματισμούς. Προγραμματισμοί έχουν γίνει και δεν έχουν τηρηθεί από το υπουργείο. Είχαμε πει, όταν ήταν υπουργός η κα Γιαννάκου, ότι οι προγραμματισμοί σε μια χώρα που δεν τηρεί καν τον ετήσιο προϋπολογισμό της, είναι απάτη.  Παρόλα αυτά δια νόμου πέρασαν όπως δια νόμου έχουν περάσει πάρα πολλές απάτες. Και προφανώς δεν τηρήθηκαν οι υποχρεώσεις της Πολιτείας απέναντι στην εκπαίδευση οι οποίες πηγάζουν από το Σύνταγμα, οι οποίες πηγάζουν από όλη την πορεία του ελληνικού κράτους που την παιδεία την έχει αναγάγει σε υψηλό κοινωνικό αγαθό. Μας λένε ότι τέτοια πράγματα γίνονται και στο εξωτερικό. Βλέπουμε τι γίνεται στο εξωτερικό. Βλέπουμε π.χ. ότι στο πανεπιστήμιο του Middlessex το Τμήμα Φιλοσοφίας, πρώτο στην βρετανική κατάταξη αξιολόγησης, καταργείται ως μη ανταποδοτικό, σε λιγότερο από ένα έτος μετά την αξιολόγησή του. Φαντάζομαι ότι και οι δικές μας αρχαιολογικές σχολές θα κλείσουν, εκτός εάν συμβληθούν με αρχαιοκάπηλους.

Αγνοούν οι κύριοι που μας κυβερνούν ότι η επιστήμη δεν μπορεί να λειτουργήσει με άμεση ανταποδοτικότητα. Ότι πριν πετάξει το πρώτο αεροπλάνο υπήρξαν δεκάδες αεροπλάνα που έσπασαν και αρκετοί νεκροί που προσπάθησαν ανεπιτυχώς να ανέβουν στον αέρα. Ότι πλήθος από τις σύγχρονες τεχνολογίες αιχμής στηρίζονται σε θεωρίες που είχαν μεν διατυπωθεί πριν από δεκαετίες ή και αιώνες, αλλά χωρίς άμεση εφαρμογή. Η επιστήμη δεν είναι κάτι το άμεσα ανταποδοτικό, δεν είναι κατάλληλη μύγα για να βγάλουν ξίγκι: όποιος το επιχειρεί τη σκοτώνει.

Και όσον αφορά την αξιολόγηση; Γιατί η Αριστερά είναι αντίθετη; Δεν πρέπει να γίνεται αξιολόγηση;

Μπορεί κανείς να πει ζήτω (ή κάτω) η αξιολόγηση χωρίς να ξέρουμε ποιος, με ποια κριτήρια, και με τι στόχο την κάνει; Στην περίπτωσή μας, στόχος δεν είναι να επισημανθούν και να διορθωθούν τα λάθη, αλλά να κατανεμηθούν κονδύλια. Και ξέρουμε ότι στη χώρα μας τα τεχνοκρατικά κριτήρια θα μπολιαστούν με μπόλικο παραγοντισμό, διότι εδώ δεν μετράει τι ξέρεις και τι κάνεις, αλλά ποιον ξέρεις και τι μέσο έχεις – κάτι που θα καθορίσει και το ποιοι θα είναι οι αξιολογητές: οι παρατρεχάμενοι της εξουσίας. Ας μην ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα, που έχουν γίνει τόσες μεταρρυθμίσεις όσοι και οι υπουργοί Παιδείας, ουδέποτε έχει αποτιμηθεί το θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα της κάθε μεταρρύθμισης. Για ποια αξιολόγηση μιλάμε;

Δεν θα πρέπει να διορθωθούν τα κακώς κείμενα στην Παιδεία;

Πρέπει, και στην Παιδεία και αλλού, αλλά από ποιους; Αυτοί που πήραν αυτά τα μέτρα και αυτοί που με αυτά τροφοδότησαν το ελληνικό χρέος αυτοί είναι που θα το επανορθώσουν (βάζοντας άλλους να το ξεπληρώσουν); Αυτοί που έσπειραν κάμπους και βουνά με «ημιεπιστήμια» για τελείως πολιτικάντικους λόγους, αυτοί είναι που θα συμμαζέψουν το πανεπιστήμιο; Είναι το πανεπιστήμιο υπεύθυνο για το γεγονός ότι οι απόφοιτοί του δεν απορροφούνται απ’ τη βιομηχανία, ή μήπως το γεγονός ότι η ελληνική βιομηχανία {στο μέτρο που υπάρχει) προτιμάει να φέρνει έτοιμες πατέντες απ΄έξω – έτσι ώστε οτιδήποτε δημιουργικό γίνεται εδώ να οφείλεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων; Μέχρι πότε ο πατριωτισμός των Ελλήνων  θα είναι το άλλοθι;

Μας μιλάνε για διαφάνεια. Όλοι είμαστε υπέρ της διαφάνειας. Όμως το Υπουργείο είναι που την καταργεί στην πράξη. Οι νεοδιοριζόμενοι καθηγητές δεν θα προσλαμβάνονται απλώς με το σταγονόμετρο, αλλά και χωρίς να είναι δημόσια η σειρά προτεραιότητας των διορισμών. Και όχι μόνο:  Σύμφωνα με δήλωση της Υπουργού οι αντικαταστάσεις θα παίρνουν υπόψη τους τις συνολικές ανάγκες του Υπουργείου. Ώστε αν είναι επιτακτικό να πάει ένας παπάς στην εκλογική περιφέρεια του Υφυπουργού αντικαθιστώντας 5 (ή 10) καθηγητές, να μπορεί να πάει. Ή, για να πάμε σε σημερινά και όχι μελλοντικά παραδείγματα, δεν δημοσιοποιείται η λίστα και η σειρά προτεραιότητας των εκλεγμένων αλλά αδιόριστων πανεπιστημιακών (είναι πάνω από οχτακόσιους και περιμένουν πάνω από ενάμιση χρόνο). Θα εφαρμόσουν τη διαφάνεια οι αρχιερείς του παραγοντισμού;

Ας πάμε στη στελέχωση του Πανεπιστημίου. Θα μειωθεί δραστικά ο αριθμός των διδασκόντων. Στα επόμενα πέντε χρόνια φεύγουν σχεδόν οι μισοί διδάσκοντες – στη Σχολή μου, στο Πολυτεχνείο, το 60%. Και αυτοί θα αναπληρωθούν με αναλογία 1 προς 5 ή οποία τώρα  εσχάτως γίνεται  ένα προς 7 και μετά θα πάει 1 προς 10, όπως σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες. Ερώτημα: θα δεκαπλασιαστεί ο αριθμός των φοιτητών που θα χρεώνεται ένας καθηγητής; Αντί ένα αμφιθέατρο εκατό ατόμων θα έχουμε ένα αμφιθέατρο χιλίων ατόμων; Ή μήπως θα κοπούν εννέα μαθήματα στα δέκα; Και αυτό είναι μόνο όσον αφορά το μόνιμο προσωπικό, και το άμεσο μέλλον. Αλλά ήδη έχει αρχίσει το ξήλωμα των συμβασιούχων διδασκόντων, οι οποίοι είναι σημαντικό ποσοστό, που ξεπερνά το 50% σε κάποια επαρχιακά πανεπιστήμια και σε κάποια ΤΕΙ. Δεν είναι απλώς απλήρωτοι, κακοπληρωμένοι ή ανασφάλιστοι,  θα βρίσκονται εκτός πανεπιστημίου του χρόνου οι περισσότεροι, χωρίς να αναπληρωθούν.

Κόβουν τα λεφτά για τη θέρμανση, κόβουν τα λεφτά για τις συνδρομές στις βιβλιοθήκες και στα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης, καθυστερούν και τριπλασιάζουν το χρόνο αναμονής για τα ερευνητικά προγράμματα τα οποία εκκρεμούν και άφθονα τέτοια παραδείγματα θα μπορούσα να αναφέρω. Αυτό αποκαλούν «αριστεία»; Μάλλον για αχρηστία πρόκειται, για κατεδάφιση της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Μήπως άραγε για να στείλουν τους πλεονάζοντες φοιτητές στα ιδιωτικά κολλέγια;

Δεν θα πρέπει να ανέβει η ποιότητα των σπουδών, και με ποιο τρόπο;

Σίγουρα, αλλά όχι με τον τρόπο που επιχειρείται. Σε όλο το εκπαιδευτικό μας σύστημα το ζητούμενο είναι, εδώ και δεκαετίες, η απομνημόνευση και η αναπαραγωγή της γνώσης, όχι η οργάνωση της σκέψης. Κυριαρχεί η επιφανειακότητα και όχι η δόμηση της γνώσης. Όλες οι αλλαγές που έχουν γίνει ήταν τεχνικές μετατροπές  του εξεταστικού συστήματος με παράλληλη υποβάθμιση της διδασκαλίας (κατάργηση της Ευκλείδειας Γεωμετρίας, χρήση των ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής για την πρόσληψη των εκπαιδευτικών και άλλα πολλά). Η σημερινή τάση εντείνει την υποβάθμιση σπουδών και πτυχίων: διευρύνει τα γνωστικά αντικείμενα αντί να εμβαθύνει (για να υπάρξει διεπιστημονικότητα – νέα λέξη της μόδας – πρέπει να υπάρχει συγκρότηση σε κάθε επιστήμη χωριστά). Κι από την άλλη, εξατομικεύει τη διαδρομή του κάθε φοιτητή, χρησιμοποιώντας μια ψευδαίσθηση ελευθερίας – την ελευθερία του καταναλωτή – η οποία θα εξελιχθεί επίσης και σε εξατομικευμένη επιβολή διδάκτρων.

Για να αναστραφεί αυτή η πορεία δεκαετιών, που οδηγεί τη χώρα σε μια πνευματική γενοκτονία, και μάλιστα επιταχυνόμενη, δεν αρκούν τα αποσπασματικά μέτρα που παίρνει κάθε κυβέρνηση και που αλλάζουν στον επόμενο μετασχηματισμό. Χρειάζεται συστηματική προσπάθεια, που η εξουσία δεν  θα καταβάλει, και που μόνον κοινωνικές δυνάμεις μπορούν να προωθήσουν, μέχρι τουλάχιστον να υπάρξει ένα αντίστοιχο πλειοψηφικό ρεύμα. Χρειάζεται, μέσα και έξω από το σχολείο, αγώνας εναντίον των στερεοτύπων, δουλειά με τα παιδιά για την ανάπτυξη της γλώσσας, της σκέψης, της φαντασίας και της έκφρασης. Και προφανώς αυτό δεν γίνεται με αποφθέγματα του τύπου «το αντίδοτο της παπαγαλίας είναι η ψηφιοποίηση», όπως αποφάνθηκε ο πρωθυπουργός μας πέρσι στους Δελφούς. Και ούτε μπορεί η κατάσταση στην Παιδεία να αλλάξει προς το καλύτερο και στα υπόλοιπα να μένουμε στα ίδια και χειρότερα.

Πώς ένα κίνημα το οποίο υπερασπίζεται ένα δημόσιο αγαθό, εν προκειμένω την παιδεία, πώς αντιμετωπίζει όλο αυτό το θέμα εν μέσω της κρίσης και της διεθνούς επιτήρησης και κατά πόσον συνδέεται με τη διεκδίκηση συνολικότερα μιας άλλης οικονομίας και άλλης κοινωνίας και ανάπτυξης;

Όλα συνδέονται με όλα. Μιλάνε για κρίση για χρέος για οικονομία: σίγουρα ξέρουμε όλοι πως αν δανείζεσαι για να πληρώσεις τα δανεικά, και μάλιστα με υψηλό επιτόκιο, χρωστάς παραπάνω. Αλλά δεν ανάγονται όλα στο χρέος, μάλλον το χρέος αποτελεί πρόσχημα για μια συνολική κοινωνική οπισθοχώρηση. Στην Παιδεία οι κατευθύνσεις αυτές δεν πηγάζουν από το χρέος αλλά έχουν γίνει πολιτικές και κατευθυντήριες γραμμές  της Ευρωπαϊκής Ένωσης – και παρανόμως, διότι η παιδεία στα ευρωπαϊκά κράτη αποτελεί ιδιαίτερο τομέα που επαφίεται στην εθνική πολιτική – παρόλα αυτά οι κατευθύνσεις της Μπολόνια είναι εδώ και δέκα χρόνια. Είναι η υλοποίηση αυτών που είχαν εξαγγελθεί και στην Ελλάδα λόγω κινήματος καθυστέρησαν κι ευτυχώς που καθυστέρησαν από μια άποψη γιατί αυτή τη στιγμή βλέπουμε ότι και σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη που εφαρμόστηκε αυτή η αντίληψη απέτυχε. Με πρόσχημα το μνημόνιο και την κρίση θέλουν να περάσουν το νέο κοινωνικό πρότυπο, τον άνθρωπο καταναλωτή, τον άνθρωπο εμπόρευμα, τον υπάκουο υπήκοο.

Άρα όλα είναι συνδεδεμένα. Η κυβέρνηση αυτή εφαρμόζει μία πολιτική η οποία είναι προδιαγεγραμμένη απλώς την εφαρμόζει με τη μέθοδο του σοκ επειδή η κατάσταση της κρίσης το ευνοεί και ο μόνος τρόπος να ανασχεθεί αυτή η πολιτική είναι να υπάρξει ισχυρή αντίσταση. Και βέβαια δεν μπορεί να περιμένει κανείς ότι επειδή πρόκειται για μια γενικευμένη επίθεση στο  κοινωνικό κράτος θα προκύψει μια σύσσωμη αντίδραση, τουλάχιστον όχι άμεσα και σίγουρα όχι δια μαγείας. Μόνον εάν υπάρξουν αρκετές επιμέρους αντιστάσεις και μάλιστα με νίκες, έστω και μικρές, μόνον τότε μπορεί να φτιαχτεί ένα μεγάλο ποτάμι από τα πολλά μικρότερα ρυάκια.

 

* Εποχή, 17-4-2011 (πλήρες κείμενο, το δημοσιευμένο είναι λίγο συντετμημένο)

 

ΠΗΓΗ: Απριλίου 19, 2011, «Του Βένιου τα καμώματα», http://venios.wordpress.com/2011/04/19/παιδεία-πονάει-κεφαλι-κοβει- κεφάλι

Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ I

Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ…

ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑΣ  (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

 

Του Παντελή Καλαϊτζίδη*


 

II

Πράγματι, το κίνητρο τού Ιούδα, προκειμένου να προδώσει το Χρι­στό, φαίνεται να μην ήταν μόνο τα χρήματα, τα τριάκοντα αργύρια, που δεν αντιπροσώπευαν εξάλλου σημαντικό χρηματικό ποσό. Τα ευαγγελι­κά κείμενα, η πατερική ερμηνευτική και η υμνολογία της Μ. Πέμπτης έχουν βεβαίως συγκρατήσει και υπογραμμίσει αυτό το στοιχείο, αλλά τα τριάκοντα αργύρια ήταν κατά κάποιο τρόπο η αφορμή ή η κατάληξη μιας μακράς εσωτερικής πορείας αμφισβήτησης και απόρριψης εκ μέ­ρους του Ιούδα τού μεσσιανικού προτύπου που ενσάρκωσε ο Διδάσκα­λός του ή ακόμη η επισφράγιση, η εγγύηση της συμφωνίας που συνήψε με τους αρχιερείς.

Όσο μάλιστα ο Ιούδας ήταν μαζί με τον Ιησού και μετείχε της κοινότητας των δώδεκα μαθητών, κρατούσε το ταμείο της ομάδας (7α). 13,29 πρβλ. Ιω. 12,6), ενώ έδειχνε ιδιαίτερο ζήλο στην απο­φυγή κάθε περιττής κατά τη γνώμη του σπατάλης, όπως στην περίπτωση της Μαρίας, της αδελφής του Λαζάρου, που άλειψε τα πόδια τού Ιησού με το πιο ακριβό μύρο (Ιω. 12,3-5- πρβλ. Μθ. 26,6-9 και Λκ. 14,3-5). Αν λοιπόν θελήσουμε να αναζητήσουμε το βαθύτερο κίνητρο της προδοσίας, τότε δεν θα οδηγηθούμε μόνο στη διαπιστωμένη φιλαργυρία του Ιούδα, αλλά θα χρειαστεί ακόμη να ερευνήσουμε τη σχέση του με το κί­νημα των Ζηλωτών.

Οι ερμηνευτές και οι ιστορικοί των χρόνων της Καινής Διαθήκης εί­ναι ομόφωνοι στο ότι ο Ιούδας διατηρούσε στενές σχέσεις με το κίνημα αυτό και μάλιστα κύρια αίτια της προδοσίας του μοιάζει να ήταν η πι­κρία και η απογοήτευσή του από τη διάψευση του μεσσιανικού του ορά­ματος, από την άρνηση δηλαδή τού Μεσσία Χριστού να ταυτίσει το έργο και την αποστολή Του με την αποτίναξη του ρωμαϊκού ζυγού, με την απελευθέρωση και εθνική αποκατάσταση των Ιουδαίων στην Παλαιστί­νη. Την εποχή του Ιησού ακριβώς το κίνημα των Ζηλωτών ενσάρκωνε τη ριζοσπαστική αμφισβήτηση της ρωμαϊκής κυριαρχίας και εξέφραζε τα όνειρα εθνικής και πολιτικής ανεξαρτησίας των Ιουδαίων.

Η αμφισβήτηση όμως αυτή στηριζόταν αφενός στην ιουδαϊκή μεσ­σιανική αναμονή και αφετέρου σε μια πολιτική θεολογία θεοκρατικού περιεχομένου. Υποστήριζαν λοιπόν οι Ζηλωτές την άποψη ότι εφόσον ο Θεός είναι ο μόνος κύριος και κυβερνήτης τού λαού του, απαγορεύεται κάθε μορφής αναγνώριση της κυριαρχίας τού Καίσαρα στην Παλαιστί­νη, όπως η καταβολή του φόρου στη Ρώμη. Γι' αυτό και θεωρούσαν θρησκευτικό τους καθήκον να εμποδίσουν το λαό απ' την καταβολή τού καθορισμένου φόρου, ήταν δε έτοιμοι για εξέγερση και πόλεμο με τη Ρώ­μη αν η τελευταία επέμενε στην υποδούλωση τού λαού τού Θεού. Μια τέτοια εξέγερση καταγράφεται ήδη το 6 μ.Χ., οταν ο Ιούδας ο Γαυλωνίτης ή Γαλιλαίος, με αφορμή την απογραφή τού Κυρηνίου, ξεσήκωσε το λαό ενάντια στη ρωμαϊκή εξουσία. Η γενική απογραφή θεωρήθηκε ση­μείο αναγνώρισης της ρωμαϊκής εξουσίας και της κυριαρχίας του Καί­σαρα επί τού Θεού και του λαού του. Η εξέγερση τελικά κατεστάλη, ο Ιούδας Γαλιλαίος φονεύθηκε και οι οπαδοί του διασκορπίστηκαν (βλ. Πράξ. 5,37), ενώ οι σφοδρότερες αντιρωμαϊκές εξεγέρσεις, με ενεργό συμμετοχή των Ζηλωτών και άλλων αντιστασιακών ομάδων (Σικάριοι), θα λάβουν χώρα το 66-73 μ.Χ. (ιουδαϊκός πόλεμος) και το 132-135 μ.Χ. (εξέγερση τού Βαρ-Κοχβά).

Η αναφορά στις λεπτομέρειες των σχέσεων των διαφόρων επανα­στατικών αντιστασιακών κινημάτων την εποχή του Ιησού θα ξεστράτιζε την έρευνά μας προς άλλες κατευθύνσεις, ενώ και η σχετική πλούσια βι­βλιογραφία αδυνατεί να δώσει οριστική απάντηση στο πρόβλημα καθώς αφορά κυρίως στη μεταγενέστερη περίοδο των δύο αντιρωμαϊκών εξε­γέρσεων. Οφείλουμε όμως να σημειώσουμε πως το επαναστατικό κίνη­μα των Ζηλωτών συνδέεται με αυτό των Σικαρίων, αυτών που στην ένο­πλη πάλη τους έναντίον της ρωμαϊκής εξουσίας χρησιμοποιούσαν ένα ειδικό μαχαίρι που ονομαζόταν λατινικά sicus, άπ' όπου και Σικάριος, ξιφοφόρος ή εκτελεστής. Από τη ρίζα αυτή πολλοί ερμηνευτές και ιστο­ρικοί ετυμολογούν και το επίθετο Ισκαριώτης, ακολουθώντας την άπο­ψη τού Ο. Cullmann. Σύμφωνα με την άποψη αυτή η επωνυμία Ισκαριώ­της δεν μπορεί να είναι δηλωτική του τόπου καταγωγής του Ιούδα – ό­πως πίστευε η αρχαία, αλλά και μέρος της σύγχρονης ερμηνευτικής πα­ράδοσης – γιατί πουθενά στην Παλαιστίνη δεν υπήρχε τοποθεσία ή οικι­σμός με το όνομα Ισκαριώθ ή Καριώθ. Αντιθέτως ο Ισκαριώτης (καθώς και οι παραλλαγές τού Ισκαριώθ, Σκαριώθ, Σκαριώτης), φαίνεται να είναι παραφθορά του «Σικαριώτης» ή «Σικάριος» και να σχετίζεται με την ένοπλη ζηλωτική δραστηριότητα τού μαθητή τού Χριστού.

Και άλ­λοι μαθητές τού Χριστού όμως προερχόταν από την κίνηση των ζηλωτών, όπως ο «Σίμων ο καλούμενος Ζηλωτής» (Λκ. 6,15· Πράξ. 1,13). Γι' αυτό και προτείνονται τρεις ονομασίες για το κίνημα της ιουδαϊκής αντι­στάσεως έναντίον της ρωμαϊκής κατακτήσεως: η ελληνική λέξη «ζηλω­τής», η αραμαϊκή «kenana» (με το εξελληνισμένο καναναίος ή κανανίτης) και η λατινική «sicarius». Χωρίς να μπορούμε να αποφανθούμε για τον οριστικό χαρακτήρα των ερμηνευτικών αυτών προτάσεων – μιας και η συζήτηση μεταξύ των βιβλικών ερευνητών βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη – οφείλουμε εντούτοις αφού τις λάβουμε σοβαρά υπόψη, να προβούμε σε ορισμένες διαπιστώσεις:

α) είναι αναμφισβήτητη η συμμετοχή πρώην Ζηλωτών στον κύκλο των δώδεκα μαθητών τού Ιησού, β) μεταξύ αυτών ήταν και ό Ιούδας Ισκαριώτης, όπως μαρτυρεί είτε η επωνυμία του είτε η εν γένει δράση και νοοτροπία του  και γ) πολλές από τις ρήσεις και τις παραβολές τού Ιησού (όπως η παραβολή του σπόρου που αυξάνει μό­νος του, Μκ. 4,26 κ.έ.), είχαν ρητώς ή υπαινικτικώς αντιζηλωτικό χαρα­κτήρα και ήθελαν να περάσουν το μήνυμα ότι χωρίς να υποτιμάται το ανθρώπινο πράττειν, η πρωτοβουλία εντούτοις για την έλευση της Βασι­λείας ανήκει στο Θεό. «Ο άνθρωπος με κανένα τρόπο δεν μπορεί να εξαναγκάσει το Θεό στο να επισπεύσει την έλευση της βασιλείας του, ούτε με την πιστή τήρηση τού Νόμου, όπως πίστευαν οι Φαρισαίοι, ούτε με την έντονη βία κατά των Ρωμαίων όπως ήθελαν οι Ζηλωτές, ούτε με ακριβείς υπολογισμούς τού χρόνου της καταστροφής τού παρόντος σχή­ματος τού κόσμου όπως έκαναν οι Αποκαλυπτικοί συγγραφείς».

Σε μια τέτοια συνάφεια αναφέρεται και η γνωστή απάντηση τού Ιη­σού στο ερώτημα-παγίδα των Φαρισαίων και των Ηρωδιανών για την απόδοση ή όχι τού φόρου στον Καίσαρα: «Τα Καίσαρος απόδοτε Καίσαρι και το τού Θεού τω Θεώ». Η απάντηση τού Ιησού, παρά τον σαφή αντιζηλωτικό της χαρακτήρα, δεν παρέχει θεολογική κάλυψη ούτε στον τακτικισμό των Φαρισαίων ούτε στη συνεργασία των Ηρωδιανών με τον κατακτητή. Μεταφέρει τη συζήτηση σε ένα άλλο επίπεδο, ιεραρ­χεί τις υποχρεώσεις και σχέσεις τού πιστού με τον κόσμο, ενώ υποδηλώ­νει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να εξαναγκάσει το Θεό να επισπεύσει την έλευση της Βασιλείας Του, ότι η Βασιλεία δηλαδή δεν θα έρθει με την άσκηση επαναστατικής βίας, καθώς στο Θεό εναπόκειται η πρωτοβου­λία για τον ερχομό αυτού τού καινούργιου κόσμου. Κατά συνέπεια η πα­ραδοχή της εξουσίας του Καίσαρα και η απόδοση τού φόρου στα όργα­νά του, περιορίζει, τις αρχές και τις εξουσίες του αιώνος τούτου σε σαφώς προδιαγεγραμμένα πλαίσια και δεν τους  επιτρέπει να διεκδικήσουν ό,τι δεν τους ανήκει: να καταλάβουν δηλαδή τη θέση και το χώρο που ανήκει στο Θεό και να απαιτήσουν λατρεία παρόμοια με εκείνη που μό­νο στον αληθινό Θεό αποδίδουμε. Με την περίφημη απάντησή του ο Ιη­σούς, εκτός του ότι αποφεύγει την παγίδα που του έστησε η θρησκευ­τική ηγεσία των Ιουδαίων, μοιάζει να υπονομεύει εκ των προτέρων τον κίνδυνο μιας διπλής ειδωλολατρίας: αυτήν της κοσμικής κρατικής εξου­σίας που διεκδικεί για τον εαυτό της όσα αποδίδουμε στο Θεό και αυ­τήν της απολυτοποίησης και, της λατρείας του έθνους, που έχει την τάση να υποκαταστήσει τον αληθινό Θεό, δια της ταυτίσεως μαζί του. Αυτό το τελευταίο σημείο αφορά ιδιαίτερα τους Ζηλωτές αλλά και το θέμα μας.

ΙΙΙ

Αφήνοντας κατά μέρος λοιπόν σημαντικά ζητήματα όπως οι σχέσεις των Ζηλωτών με τους Φαρισαίους, τους Εσσαίους και τους Μακκαβαίους,  θα σταθούμε επί του παρόντος σε μία τελευταία πλευρά του κινή­ματος των Ζηλωτών που μοιάζει να επηρέασε σε σημαντικό βαθμό τον Ιούδα και για τούτο ενδιαφέρει ιδιαιτέρως το θέμα μας. Πρόκειται για τις περί Μεσαίου αντιλήψεις των Ζηλωτών και για τον τρόπο που τις προσέλαβε ο Ιούδας.

Οι Ζηλωτές, όπως και ο παραδοσιακός Ιουδαϊσμός στο σύνολό του, ανέμεναν έναν Μεσσία-Βασιλιά, περιβεβλημένο με κοσμική δύναμη και εξουσία, που κύρια αποστολή του είχε να καταλύσει μετά όπλα και τη ρωμαϊκή κυριαρχία και την ιουδαϊκή ολιγαρχία και να οδηγή­σει τον εβραϊκό λαό στην εθνική αποκατάσταση, στην κοινωνική δικαιοσύνη και στην εκπλήρωση των Ιστορικών προσδοκιών του. Μεσσιανικό τους πρότυπο και προσδοκία ήταν ένας Μεσσίας Δαβίδειος, με βασι­λικές ιδιότητες, ισχυρός και δυναμικός. Εμπνέονταν λοιπόν οι Ζηλωτές από έναν εθνικοθρησκευτικό μεσσιανισμό, από έναν εγκοσμιοκρατικό και ιστοριοκρατικό μεσσιανισμό, που επεδίωκε να ανακτήσει το θρόνο τού Δαβίδ.

Δεν θεωρούσε προτεραιότητα ο μεσσιανισμός αυτός την απε­λευθέρωση από την αμαρτία ή το κήρυγμα της μετανοίας, την έλευση, της βασιλείας τού Θεού (πρβλ. Μθ. 6,33- Λκ. 12,31) αλλά την εθνική απε­λευθέρωση και τη δικαίωση των ιερών και οσίων της εθνικής και θρη­σκευτικής παράδοσης τού Ιουδαϊσμού. Ακόμη καλύτερα, ταύτιζε την έλευση της βασιλείας τού Θεού με την εθνική αποκατάσταση τού Ισρα­ήλ. Γι' αυτό και η έννοια ενός πνευματικού Μεσσία, χωρίς κοσμική δύνα­μη και χωρίς εμπλοκή στην εθνική υπόθεση απελευθέρωσης του Ισραήλ από τη ρωμαϊκή κυριαρχία, ενός Μεσσία που κηρύττει μετάνοια, αγάπη, συγχώρηση των εχθρών και εγκαινιάζει μία βασιλεία του Θεού διάφορη από τα βασίλεια τού κόσμου τούτου, τους ήταν παντελώς ξένη και ακα­τανόητη.

Ο ζηλωτισμός και ο συναφής θεοκρατικός εθνικισμός είχαν υποκαταστήσει τον αληθινό μεσσιανισμό (που είναι το θεμέλιο της εσχατολογίας) με έναν μεσσιανισμό εγκοσμιοκρατικού τύπου, με έναν μεσ­σιανισμό τού έθνους, τού γένους, της φυλής, προαναγγέλλοντας έτσι τη μετατόπιση και το γλίστρημα της εσχατολογικής προοπτικής, από το «α­ναμεταξύ» τού ιστορικού και μεταϊστορικού επιπέδου στο ασφυκτικό εγκοσμιοκρατικό ενδοϊστορικό  πλαίσιο της κοσμικής βασιλείας και της δικαίωσης τού έθνους.

Από αυτές τις μεσσιανικές αντιλήψεις φαίνεται να ήταν επηρεασμέ­νος ο Ιούδας που είχε θητεύσει προηγουμένως στο ζηλωτισμό. Αυτός ο εγκοσμιοκρατικός μεσσιανισμός ανιχνεύεται μάλιστα στο υπόστρωμα της απόφασής του για την προδοσία του Ιησού, ως συνέπεια της άρνη­σης τού τελευταίου να αναλάβει ρόλο κοσμικού βασιλιά και εθνικού α­πελευθερωτή των Ιουδαίων. Τον αρχικό ενθουσιασμό για τη δυναμική και εντυπωσιακή παρουσία τού Διδασκάλου του, που συνοδευόταν από επαναστατικό κήρυγμα και θαυμαστά γεγονότα, διαδέχεται η απογοή­τευση για την εικόνα που κατά τη γνώμη του παρουσιάζει ο Ιησούς προς το τέλος της δημόσιας δράσης του.

Μέμφεται πλέον τον Ιησού ο Ιούδας, γιατί, αντί να αξιοποιήσει το κύρος και τη λαϊκή αποδοχή που τού είχαν χαρίσει οι θεραπείες των ασθενών και, τα θαύματα και να προ­χωρήσει στην ανατροπή της ρωμαϊκής κυριαρχίας και της ιουδαϊκής ολι­γαρχίας, αυτός όχι μόνο αρνείται να διαχειριστεί τη δύναμη τού θαύμα­τος και να τη θέσει, στην υπηρεσία τού παραδοσιακού εθνικοθρησκευτικού μεσσιανικού οράματος, αλλά επιπλέον κηρύσσει έναν Μεσσία πνευ­ματικό, απογυμνωμένο από κάθε είδους κοσμική δύναμη και εξουσία, που θα διωχθεί και θα απορριφθεί.

Έναν Μεσσία που ήρθε να συγχω­ρήσει τις αμαρτίες των ανθρώπων και να εγκαινιάσει, μία ουράνια βασι­λεία επί της γης, που μοιάζει να αδιαφορεί για τα προβλήματα της φυλής και του έθνους, που διαφοροποιείται από την παράδοση και επικρίνει τη θρησκευτική ηγεσία, θεματοφύλακα κατά τον Ιούδα των ιερών και ο­σίων της εθνικής και θρησκευτικής παράδοσης. Ο Ιούδας – όπως και κάθε εγκοσμιοκρατικός μεσσιανισμός ή εκκοσμικευμένος εσχατολογισμός – όχι μόνο υποκύπτει τελικά στους τρεις πειρασμούς που απέκρου­σε ο Χριστός στην έρημο (θαύμα, μυστήριο, εξουσία), αλλά, πολύ πριν τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή τού Ντοστογιέφσκυ, σπεύδει να διορθώσει το έργο τού Ιησού Χριστού. Μόνο που στην περίπτωση του η «διόρθω­ση» δεν συνδαυλίζει κάποια πυρά, αλλά προετοιμάζει και σχεδιάζει την προδοσία.

Είναι βέβαιο ότι ο Ιούδας πρόδωσε το Διδάσκαλο για λόγους θρησκευτικής συνέπειας και ιδεολογικής πιστότητας στις καθιερωμένες τότε εγκοσμιοκρατικές μεσσιανικές ιδέες. Αποφάσισε να παρέμβει ανα­λαμβάνοντας το βαρύ χρέος έναντι της παράδοσης και της ιστορίας τού έθνους, συμμαχώντας μυστικά με τη θρησκευτική ηγεσία, τη μόνη αρχή διαφύλαξης της παράδοσης, των ιερών και οσίων τού έθνους. Ο Ιούδας ενήργησε ως απογοητευμένος ζηλωτής ιδεολόγος, κυριευμένος από τον θεοκρατικό εθνικισμό και τον εγκοσμιοκρατικό μεσσιανισμό του που εί­δε στο τέλος να διαψεύδεται από το κήρυγμα τού Χριστού. Αυτό φάνη­κε και από την όλη εξέλιξη των γεγονότων, όπου η επιστροφή των τριά­κοντα αργυρίων, η μεταμέλεια (χωρίς όμως αληθινή μετάνοια) και εν τέ­λει η αυτοκτονία τού Ιούδα, ευνοούν περισσότερο την εκδοχή των ιδεο­λογικών κινήτρων παρά της απλής φιλοχρηματίας. 

* O Παντελής Λ. Kαλαϊτζίδης γεννήθηκε το 1961 στη Θεσσαλονίκη και έλαβε το πτυχίο της Θεολογικής Σχολής του A.Π.Θ. το 1984. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στην αρχαία φιλοσοφία, τη δυτική μεσαιωνική φιλοσοφία και τη συστηματική θεολογία, στην Ecole Pratique des Hautes Εtudes, στο Φιλοσοφικό Tμήμα του Πανεπιστημίου της Σορβόννης (Paris IV) και στο Institut Catholique de Paris.

Aπό τον Oκτώβριο του 2000 είναι υπεύθυνος προγράμματος της Aκαδημίας Θεολογικών Σπουδών της I. Mητροπόλεως Δημητριάδος, ενώ τον Iούλιο του 2003 εξελέγη πάρεδρος επί θητεία του Παιδαγωγικού Iνστιτούτου με αντικείμενο την επιμόρφωση και αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, αναλαμβάνοντας καθήκοντα τον Iανουάριο του 2004. Kατά το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2005-06 ήταν προσκεκλημένος ερευνητής στην Eλληνορθόδοξη Θεολογική Σχολή του Tιμίου Σταυρού Bοστώνης, με αντικείμενο έρευνας τη θεολογική προσέγγιση της ετερότητας.

Από το περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ τχ. 79 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2001). ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ,   www.egolpion.com, 16  ΑΠΡΙΛΙΟΥ  2011

ΠΗΓΗ: http://www.egolpion.com/peirasmos_iouda.el.aspx 

Περί δουλείας και ελευθερίας του ανθρώπου ΙΙ

Περί δουλείας και ελευθερίας του ανθρώπου – Μέρος ΙΙ

 

Του Νικολάι Μπερδιάγεφ [Μετάφραση: Τασίας Ευθυμιάδου-Αλισανδράτου]

 

 

Το Μέρος Ι εδώ με ένα κλικ….

Από το «Οι πηγές και το νόημα του ρωσικού κομμουνισμού»

Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ήταν η κρίση της ρωσικής intelligentzia, η συνείδηση της αδυναμίας της. Δεν εσημείωσε μόνο την αλλαγή μιας κοσμοθεωρίας αλλά και μιας ψυχικής δομής. Ο ρωσικός σοσιαλισμός γινόταν λιγώτερο συγκινησιακός και συναισθηματικός, έπαιρνε πνευματικές βάσεις πιο δυνατές και ενίσχυε την σκληρότητά του. Οι πρώτοι Ρώσοι μαρξιστές ήταν πιο ευρωπαίοι, πιο δυτικοί από τους λαϊκούς (populistes). Ύστερα η θέληση επεξετάθη προς τη δύναμη, προς την παραδοχή της δύναμης και προς την ιδεολογία της δύναμης.

Το θέμα της συμπόνιας, της ανθρώπινης συμπάθειας, εξασθένησε, έπαυσε να κατευθύνει τον επαναστατικόν αγώνα. Η θέση που πήραν απέναντι στους προλεταρίους δεν καθορίζονταν πια από οίκτο για την καταπιεζόμενη και άθλια ζωή τους, αλλά μάλλον από την ιδέα ότι αυτός ο λαός καλείται να νικήσει, ότι είναι η εν πορεία δύναμη και ο ελευθερωτής της ανθρωπότητας. Σε όλες αυτές τις διαφορετικές ενσαρκώσεις, η intelligentzia, κρατά τα ίδια πνευματικά θεμέλια: η αναζήτηση του βασιλείου της κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας. Το πνεύμα θυσίας, μία ασκητική θέση του πνευματικού προβλήματος, μία θεωρία της ολοκληρωτικής ζωής που καθορίζεται απ’ αυτόν τον ουσιώδη σκοπό: την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού. Ήδη από το ξεκίνημα του, ο ρωσικός μαρξισμός ήταν μια πολυσύνθετη εκδήλωση, που απετελείτο από διαφορετικά στοιχεία. Αυτό φάνηκε καλύτερα αργότερα. Αν ένα μέρος Ρώσων μαρξιστών στους οποίους η ιδέα της ολοκληρίας ήταν αγαπητή υπεράνω όλων, κρατούσε την ορθοδοξία του και διακρινόταν για μίαν ακραν αδιαλλαξία, αν γι’ αυτούς ο μαρξισμός και ο σοσιαλισμός ήταν μια θρησκεία – άλλα στοιχεία, αντίθετα, εδέχονταν την ιδέα μιας διάκρισης ανάμεσα στις διάφορες περιοχές του πνεύματος. Αρνούνταν αυτήν την λατρεία της ολοκληρίας και απελευθέρωναν το πνεύμα, την δημιουργία, την τέχνη, από την υποδούλωση της ζωής.

Αυτή η κατηγορία των μαρξιστών έμελλε να διακηρύξει τα δικαιώματα της θρησκείας, της φιλοσοφίας, της αισθητικής, ανεξάρτητα από τον κοινωνικό ωφελιμισμό και από την κοινωνική ηθική, – δηλαδή τα πνευματικά δικαιώματα που ο ρωσικός μηδενισμός, το κόμμα των λαϊκών και ο επαναστατικός μαρξισμός είχε αρνηθεί. Έπαυσαν πράγματι, να βλέπουν στον μαρξισμό και στον σοσιαλισμό μια θρησκεία, μιαν ομοιογενή κοσμοθεωρία που να ανταποκρίνεται σε όλα τα προβλήματα της ζωής, κρατούσαν μιαν ελεύθερη περιοχή και για την θρησκευτικήν έρευνα και για την καλλιτεχνική δημιουργία. Όσο παράξενο κι αν φανεί, σε πρώτη ματιά, από την εστία ακριβώς του μαρξισμού – του κριτικού μάλον παρά του ορθόδοξου μαρξισμού – επρόκειτο ν’ αναπηδήσει πρώτα ένα ιδεαλιστικό, ύστερα ένα θρησκευτικό ρεύμα. Στους ανθρώπους που ακολούθησαν αυτό το ρεύμα συγκαταλεγόταν ο Boulgakoff, σήμερα ιερέας και καθηγητής της δογματικής θεολογίας και συγγραφεύς αυτών των σελίδων. [1]

Μια κρίση ανοιγόταν, λοιπόν, μέσα στην φιλοσοφική θεώρηση του κόσμου. Έπαυαν να στρέφονται αποκλειστικά προς την επίγεια ζωή, ανακάλυπταν ένα άλλο σύμπαν, ένα υπερπέραν. Το αποκλειστικό βασίλειο του υλισμού και του θετικισμού έμοιαζε κλειστό για την intelligentzia. Αλλά μια τέτοια μεταφυσική και θρησκευτική επαναστροφή δεν μπορούσε να επιβληθεί παρά μ’ ένα λυσσώδη αγώνα. Η νέα ιδεαλιστική τάση συνάντησε μιαν εμπαθή εχθρότητα, τόσο μέσα στο στρατόπεδο του μαρξισμού όσο και μέσα στο παλαιό λαϊκό και ριζοσπαστικό στρατόπεδο. Παντού αυτή η διαγώνια ερμηνεύθηκε ως προδοσία της χειραφετικής υπόθεσης. Στο στρατόπεδο των μαρξιστών η αντίσταση επήρε πρώτα το σχήμα ενός εσωτερικού αγώνα ανάμεσα στην ομάδα, τη λεγομένη ορθόδοξη, δηλαδή ολοκληρωτική, και την κριτική ομάδα που δεχόταν μια φιλοσοφία όχι υλιστική και μια κριτική επαναθεώρηση ορισμένων απόψεων του μαρξισμού. Πολύ γρήγορα όμως το καινούργιο ιδεαλιστικό κίνημα επρόκειτο να διακόψει κάθε δεσμό μ’ ένα οποιοδήποτε σχήμα του μαρξισμού και να ριχθεί στην πάλη, στο όνομα και μόνο των πνευματικών τους αξιών, σε ό,τι αφορούσε την τέχνη, την επιστήμη, την ηθική και θρησκευτική ζωή. Επροσπαθούσε να δώσει στον σοσιαλισμό μιαν ιδεαλιστική και ηθική βάση, και να υπερνικήσει την επίδραση του μηδενισμού, του ουτοπισμού, του υλισμού, του θετικισμού. Ύστερα, αυτήν την ολοκληρία, οι άνθρωποι για τους οποίους μιλάμε δεν την αναζήτησαν πια στην επανάσταση αλλά στην θρησκεία.

Η Ρωσία, στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν το θέατρο μιας αληθινής πνευματικής, θρησκευτικής, φιλοσοφικής, καλλιτεχνικής Αναγέννησης: και σ’ αυτήν ακριβώς την εποχή δημιουργήθηκε μια επιστροφή στην παράδοση της μεγάλης λογοτεχνίας, στην φιλοσοφική, θρησκευτική σκέψη. Από τον Τσερνυτσέφσκι και τον Πλεχάνωφ ξαναγύρισαν προς τον Ντοστογιέφσκι, προς τον Τολστόϊ, προς τον Σολόβιεφ. Έτσι οι πνευματικές και ιδεαλιστικές τάσεις αποσπάσθηκαν όλο και περισσότερο από τον επαναστατικό σοσιαλισμό, κι έφθασαν στο σημείο να χάσουν σιγά-σιγά κάθε κοινωνική βάση. Η μορφωμένη ηγεσία που εσχηματιζόταν ολοένα, έχασε κάθε αποτελεσματικήν επίδραση επάνω στις πλατιές μάζες του λαού και της ρωσικής κοινωνίας. Επρόκειτο πάλι για ένα από εκείνα τα σχίσματα από τα οποία είναι τόσο πλούσια, στη Ρωσία, η ιστορία της intelligentzia. Σχίσμα που καταδίκαζε σε αδυναμία το ιδεαλιστικό κίνημα και που είχε για μοιραίες συνέπειες την ιδεολογία της ρωσικής Επανάστασης και τον αγώνα της εναντίον του πνεύματος.

Ας εξετάσουμε πάλι αυτήν την αληθινή αναγέννηση του πολιτισμού και της ρωσικής σκέψης που έγινε στις αρχές του 20ού αιώνα. Θα εμφανισθεί μία φιλοσοφική σχολή, προικισμένη με τελείως πρωτότυπη θρησκευτική σκέψη. Η ποίηση αναπτύσσεται πάλι μετά την παρακμή της καλαισθησίας που είχε παρατηρηθεί σε πολλές γενεές, βρισκόμαστε μπροστά σε μιαν επίμονη επιστροφή στον αισθητισμό. Το ενδιαφέρον ξυπνά για όλα τα πνευματικά θέματα πού είχαν αναταράξει τη Ρωσία, εκατό χρόνια πρίν. Ίσως, στη Ρωσία πρώτα θα συναντήσει κανείς ανθρώπους με μια τόσο εκλεπτυσμένη παιδεία που να εγγίζει την παρακμή: είναι η εποχή του συμβολισμού, της μεταφυσικής και του μυστικισμού. Η επίδραση του Nietzsche ήταν τότε τεράστια όπως και του Ντοστογιέφσκι. Ενθουσιάζονται για στοχαστές όπως ο Σέλλιγκ και ο Baader, διάσημοι ανάμεσα στους γερμανούς φιλοσόφους. Έρχεται η μόδα του Ίψεν και η μόδα των γάλλων συμβολιστών. Αλλά ο ρωσικός συμβολισμός δεν σταματά σ’αυτήν την αισθητικό-καλλιτεχνική σφαίρα, εισδύει σε λίγο στην μυστικιστική και θρησκευτική περιοχή. Μισοξεχασμένοι στοχαστές, πολύ λίγο γνωστοί ή που τους εκτιμούσαν ελάχιστα, όπως ο Chomiakoff, ο Vladimir Solovieff, ο Λεόντιεφ, ο Φεντόρωφ, ο Ροζάνωφ έρχονται ξανά στην επιφάνεια ή ευνοούνται πάλι. Αντίθετα, η «φωτισμένη» μηδενιστική, λαϊκή πλευρά της ρωσικής σκέψης μοιάζει να όπου ανάπνεε κανείς την ταγγάδα του μηδενισμού, έμελλε ν’αηδιάσει τους επιγόνους της πνευματικής Επανάστασης και εξ αιτίας αυτού του πράγματος να προκαλέσει μια πνευματικήν αντίδραση.

Εκείνη την εποχή όλα τα στοιχεία της κοσμοθεωρίας της intelligentzia υποβάλλονται σε αναθεώρηση. Η κατάσταση αυτή των πραμάτων βρίσκει την έκφρασή της σε μια συλλογή, που έκαμε τότε πολύ θόρυβο και που είχε τίτλο «Viekhi» μέσα στην οποία ο υλισμός, ο θετικισμός, ο ωφελιμισμός της επαναστατικής intelligentzia, η αδιαφορία της για τις πιο υψηλές αξίες της πνευματικής ζωής, εκρίνονταν αυστηρά. Η μάχη για το πνεύμα άρχιζε, χωρίς να συνοδεύεται από καμμιά κοινωνική ακτινοβολία. Διότι, σύμφωνα με μια παλιά παράδοση της ρωσικής intelligentzia, αυτή η μάχη εθεωρείτο ως αντίδραση, σχεδόν ως προδοσία των χειραφετικών τάσεων. Αυτή ήταν η ατμόσφαιρα των καλλιεργημένων προεπαναστατικών κύκλων. Μέσα στο ίδιο το επαναστατικό κίνημα, η αδυναμία, η έλλειψη προετοιμασίας των σοσιαλ-δημοκρατών μενσεβίκων και των σοσιαλιστών επαναστατών που ήταν συνεχιστές της παράδοσης των λαϊκών εκδηλωνόταν φανερά. Η εποχή για την οποία μιλάμε τώρα είναι η εποχή της Ντούμας, των αρχών του ρωσικού κοινοβουλευτισμού που ήταν αρκετά απογυμνωμένος από εξουσία, η εποχή ενός μεγάλου φιλελευθέρου κόμματος, του οποίου αρχηγός ήταν ο Milioukoff. Στην επιφάνεια της ρωσικής ζωής φαίνεται ότι ο φιλελευθερισμός αρχίζει να παίζη κάποιο ρόλο και ότι η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να τον υπολογίζει. Αλλά το μεγαλύτερο παράδοξο της ρωσικής μοίρας, της ρωσικής Επανάστασης, είναι ότι οι φιλελεύθερες ιδέες, οι ιδέες δικαίου – με μια λέξη ο μεταρρυθμισμός (réformisme) – έμελλε να θεωρηθεί ουτοπικός: ο μπολσεβικισμός, αντίθετα, θα εμφανισθεί λιγώτερο χιμαιρικός, πιο ρεαλιστής, πιο σύμφωνος προς την κατάσταση, στην οποία βρισκόταν η Ρωσία του 1917, πιο πιστός στην αξιομνημόνευτη παράδοσή της, στην ρωσική αναζήτηση της κοινωνικής παγκόσμιας αλήθειας, εννοουμένης με την υλιστικήν αντίληψη, τέλος, πιστός στις ρωσικές μεθόδους των διακυβερνήσεων που βασίζονται στην παντοδυναμία του πειθαναγκασμούέχει χάσει κάθε ενδιαφέρον.

Είναι η εποχή όπου «στον πύργο του Venceslas Ivanoff» – έτσι ονόμαζαν το διαμέρισμα του έκτου πατώματος, απέναντι από το Μέγαρο της Ταυρίδας, ενός από τους πιο λεπτούς συμβολιστές ρώσους ποιητές – εγίνονταν κάθε Τετάρτη πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις πάνω σε θέματα αισθητικής και μυστικισμού. Η Επανάσταση του 1905 βροντούσε ολόγυρα. Ανάμεσα στα ανώτερα και τα κατώτερα στρώματα του ρωσικού πολιτισμού, το διαζύγιο ήταν πλήρες. Ενόμιζε κανείς ότι εζούσε σε χωριστούς πλανήτες. Στο σύνολό του, το κίνημα μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ένας ρομαντισμός, ιδιαίτερος ρομαντισμός στην Ρωσία, και που εγγίζει με το ένα άκρο του τον θρησκευτικό ρεαλισμό. Κανένα ίχνος κοινωνικής αντίδρασης σ’ αυτή την πνευματική αναγέννηση, μερικοί απ’ αυτούς που συμμετείχαν συμπαθούσαν μ’ ένα καθορισμένο τρόπο την επανάσταση και τον σοσιαλισμό. Αλλά το ενδιαφέρον για τα κοινωνικά θέματα όλο κι εξασθενούσε. Γι’αυτό το λόγο, και επιμένουμε σ’ αυτό, οι δημιουργοί αυτού του πνευματικού κινήματος δεν ασκούν πια καμμιά επίδραση στην τρέχουσα επαναστατική ζύμωση, ζουν απομονωμένοι μέσα στην κοινωνία, σχηματίζοντας ένα κύκλο πολύ προσεκτικά κλειστό. Στο διάστημα αυτών των ετών διαδραματίζονται οι σκληρές έριδες μεταξύ μπολσεβίκων και μενσεβίκων, που καταλήγουν στην οργάνωση του μπολσεβικισμού ως Κόμματος. Ο Πλεχάνωφ, αρχηγός της σοσιαλ-δημοκρατίας των μενσεβίκων, ήταν ένας θεωρητικός συγγραφέας του μαρξισμού και όχι ένας επαναστάτης οδηγητής.

Πραγματικός επαναστάτης οδηγητής δεν υπάρχει άλλος από τον Λένιν που ήταν ο μόνος ιδρυτής του ρωσικού και παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Το σχίσμα της ρωσικής σοσιαλ-δημοκρατίας μεταξύ μπολσεβίκων και μενσεβίκων έγινε στο Λονδίνο, το 1903, στο Συνέδριο του σοσιαλ-δημοκρατικού Κόμματος. Οι μπολσεβίκοι ήταν αριθμητικά οι «πλειοψηφήσαντες» και οι μενσεβίκοι οι «μειοφηφήσαντες». Η ίδια η μοίρα της λέξης μπολσεβίκος παρουσιάζει ενδιαφέρον στη μελέτη αυτή. Πρώτα, είναι μια λέξη τελείως άχρωμη και σημαίνει απλά ένα «μέλος της πλειοψηφίας». Αλλά έπειτα περιβάλλεται με μια συμβολικήν έννοια. Με τη λέξη «μπολσεβικισμός» συνδέει κανείς μια έννοια δύναμης, δίνουμε στη λέξη «μενσεβικισμός» μιαν έννοια αδυναμίας. Στη λαίλαπα της Επανάστασης του 1917, οι ξεσηκωμένες λαϊκές μάζες συνεπάρθηκαν από τον «μπολσεβικισμό» σαν από μια δύναμη που πρέπει ν’ αποδώσει περισσότερο, ενώ ο «μενσεβικισμός», πιο αδύνατος, επρόκειτο ν’ αποδώσει λιγώτερο. Έτσι, η λέξη, που δεν εσήμαινε, στη γέννησή της, παρά λίγα πράγματα, παίρνει τώρα αξία σημαίας, εμβλήματος. Αντηχεί τώρα μ’ ένα δυνατό και χτυπητό τρόπο.

Αλλά εκείνο που είναι πολύ χαρακτηριστικό του σχίσματος που διαιρούσε τον ρωσικό πολιτισμό είναι ότι οι μπολσεβίκοι, οι μενσεβίκοι και όλοι όσοι έδρασαν στο επαναστατικό κίνημα δεν εμπνέονταν καθόλου από ιδέες που εξουσίαζαν τις ανώτερες σφαίρες του πολιτισμού. Η ρωσική φιλοσοφία τους ήταν ξένη, δεν ενδιαφέρονταν για τα πνευματικά προβλήματα, αποδεικνύονταν υλιστές και θετικιστές. Το πνευματικό επίπεδο, όχι μόνο των μεσαίων επαναστατών αλλά και των αρχηγών της επανάστασης δεν είναι υψηλό, απλοποιούν τον τρόπο της σκέψης τους. Εκείνη η πνοή του πνεύματος που, στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 29ου αιώνα, φύσηξε επάνω από τη Ρωσία και την Ευρώπη, δεν φαίνεται να τους άγγιξε.

Αντίθετα, ανάμεσα στα στοιχεία που, στα χρόνια 1903-1904, σχημάτισαν την «Union pour l’affranchissement», ένα είδος ριζοσπαστικού-φιλελεύθερου συνασπισμού, με σκοπό την πολιτική πάλη κατά του αυταρχισμού, ο μέσος πνευματικός όρος είναι πιο υψηλός. Μεγάλες ομάδες της αριστερής intelligentzia προσπάθησαν να ενωθούν με τους φιλελεύθερους που οργάνωναν τις αυτοδιοικήσεις των πόλεων και της υπαίθρου. Οι πιο μετριοπαθείς από τους σοσιαλ-δημοκράτες προσεχώρησαν επίσης σ’ αυτούς. Αλλ’ αυτή η ένωση, στην οποίαν εν τούτοις οι πνευματικές δυνάμεις δεν έλειψαν, δεν κατάφερε να εξουσιάσει το επαναστατικό κίνημα, διότι στη Ρωσία ένα μόνο κίνημα μπορεί να επιτύχει, εμπνεόμενο όχι από τον φιλελευθερισμό, αλλά από τον σοσιαλισμό, ένα κίνημα που να πηγάζει από μιαν ολική κοσμοθεωρία. Εκείνο που ήταν χονδροειδές και υποτυπώδες μέσα στην ιδεολογία της Επανάστασης του 1905. [2] Μία τέτοια συνέπεια ήταν καθορισμένη εκ των προτέρων μέσα σε όλη την διαδρομή της ρωσικής ιστορίας, αλλά η ένδεια δημιουργικών πνευματικών δυνάμεων είχε συμβάλει στο να την οδηγήσει εκεί. Ο κομμουνισμός αποκαλύφθηκε ως η αναπόφευκτη μοίρα της Ρωσίας, ως μία εσωτερική στιγμή του πεπρωμένου της.

 

Σημειώσεις

[1] Το πρώτο μου βιβλίο που δημοσιεύθηκε το 1900 «Le subjectivisme et I’individualisme dans la philosophie sociale» αντιπροσώπευε μιαν απόπειρα σύνθεσης του επαναστατικού μαρξισμού με την ιδεαλιστική φιλοσοφία του Κάντ καί του Φίχτε.

[2] Σ’ ένα άρθρο γραμμένο το 1907  και δημοσιευμένο στο βιβλίο μου «La crise spirituelle de I’intelligentzia» πρόβλεψα με ακρίβεια ότι αν μια πραγματική επανάσταση επρόκειτο να γίνει στη Ρωσία, οι μπολσεβίκοι θα εκέρδιζαν αναπόφευκτα τη νίκη.

 

Από το περιοδικό «Εποχές» Νο 31, Νοέμβριος 1965, Αθήναι.

 

ΠΗΓΗ: http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/berdayev_douleia.html

 

Συνέχεια στο Μέρος III

Οι ανελέητες οι κονομικο-πολιτικές ελίτ

Οι ανελέητες οι κονομικο-πολιτικές ελίτ

 

Του Χρήστου Γεωργίου*


 

Καλά τα κατάφεραν έως τώρα οι υπαίτιοι της κρίσης, κρυμμένοι ελέω ΜΜΕ· να αλληλοτρωγόμαστε, τρομοκρατημένοι, για τη συνενοχή μας σε αυτή! Όμως, δεν είναι πλέον αόρατοι. Φαίνονται π.χ. από δύο βασικά κερδοσκοπικά δημιουργήματά τους: δημοσιονομικό έλλειμμα και Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ).  

Το έλλειμμα, όπως αποκαλύπτει ο Richard Wolff, πρώην καθηγητής του Γ. Παπανδρέου στο Κολέγιο Αμχερστ των ΗΠΑ, το δημιουργούν και κερδίζουν από αυτό οι οικονομικο-πολιτικές ελίτ: «Τα χρήματα που δεν πληρώνουν σε φόρους είναι τα χρήματα που δανείζουν στην κυβέρνηση για το έλλειμμα» (1).

Το 2009, όπως εξηγεί, το 1% των Αμερικάνων κατείχαν μετοχές/ομόλογα αξίας 12,7 τρισ., που αν φορολογούνταν με 10% θα απέφεραν 1,27 τρισ., δηλαδή όσα δανείστηκαν τότε οι ΗΠΑ για να καλύψουν το έλλειμμά τους. Αντ' αυτού, μας θυμίζει ο Wolff, οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν τη γνωστή λύση: «Έχουμε φρικτό έλλειμμα, πρέπει να περικόψουμε τις κρατικές δαπάνες, και πρέπει… να πληρώσετε μεγαλύτερους φόρους...», κοροϊδεύοντας τον πολίτη να διαλέξει «αν θα τον μαχαιρώσουν ή θα τον στραγγαλίσουν»!

Η ελληνική κυβέρνηση, βεβαιώνει ο Wolff, «θα μπορούσε να λύσει τα προβλήματά της αν φορολογούσε τον πλούτο» που κατέχει «ένα σχετικά μικρό μέρος του ελληνικού πληθυσμού». Ενδεικτικά, τα λειτουργικά έσοδα (9,5 δισ.) των ελληνικών τραπεζών το 2008 φορολογήθηκαν μόνο με 3,9%, και τα εφοπλιστικά κέρδη το 2009 μόνο με 12 εκατ. όταν μόνο οι μετανάστες χαρατσώθηκαν τετραπλάσια για την «πράσινη κάρτα»!(2) Αντ’ αυτού, ΠΑΣΟΚ/ΝΔ/ΛΑΟΣ/ΔΗΜΣΥ καρατομούν στην γκιλοτίνα ΔΝΤ-Ε.Ε.-ΕΚΤ τα όποια δικαιώματα μας είχαν απομείνει, δωρίζοντάς τα σαν «εγγυήσεις» και «δάνεια» δισ. ευρώ σε ελληνικές τράπεζες και λοιπά κερδοσκοπικά ιδρύματα των οικονομικών ελίτ, με «Δούρειο ίππο» την… ΤτΕ.

Αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύεται, η ΤτΕ, σύμφωνα με το καταστατικό της είναι ιδιωτική, δηλαδή μια ανώνυμη πολυμετοχική εταιρία (3). Ιδρύθηκε (στις 7-12-1927) με το προνόμιο να «χαράσσει και να ασκεί τη νομισματική πολιτική» της χώρας, δηλαδή να φυλάει ο λύκος τα πρόβατα! Η «κρατική» μας λοιπόν τράπεζα, ήταν αυτή που εκκίνησε («σορτάρισε») τη γνωστή κερδοσκοπική υποτίμηση των ελληνικών ομολόγων.

Συγκεκριμένα, επέτρεψε στους κερδοσκόπους να τα πωλούν χωρίς να τα κατέχουν (π.χ. με επιτόκιο 3%), αφού τους έδωσε προθεσμία δέκα ημερών (αντί τριών που ίσχυαν) για να τα παραδώσουν στον αγοραστή, ώστε να προλάβουν να τα υποτιμήσουν και να τα αγοράσουν φθηνότερα (π.χ. με 4%) προκειμένου να κερδίσουν τη διαφορά. Και το έπραξε (στις 22-10-2009) μετά από αίτημα της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, την επομένη των εκλογών (5-10-2009), εγκρίνοντάς της (στις 10-12-2009), επιπλέον, ατιμωρησία των κερδοσκόπων που υπερέβαιναν τις δέκα ημέρες(4)! Η κατάρρευση των ελληνικών ομολόγων εξελίχθηκε συντονισμένα με τους περιβόητους οίκους αξιολόγησης μέχρι τις 8-4-2010, τότε που η ΤτΕ μείωσε την προθεσμία στη μία ημέρα!

Ένα μήνα αργότερα, ο πρωθυπουργός καλωσόριζε το ΔΝΤ ως πρόσχημα για τα προαποφασισμένα – «σοκ και δέος» – μέτρα, όπως αποκάλυψε στο Νταβός στις 28-1-2011: «Ακόμα και με μηδενικό χρέος η Ελλάδα έπρεπε να προχωρήσει στις μεταρρυθμίσεις που ήδη γίνονται»(5). Κυβερνητικές ευθύνες διερεύνησε ακόμα και η Βάσω Παπανδρέου με σχετικές επερωτήσεις της στη Βουλή (19-5/13-7-2010).

Κυβερνώμεθα, λοιπόν, από ανελέητες οικονομικο-πολιτικές ελίτ που λαφυραγωγούν ακόμα και τα υπολείμματα της επιβίωσής μας. Αυτός είναι ο «πολύ κακός για να είναι οριστικός» (6) καπιταλιστικός κόσμος τους. Κάθε κόμμα που θέλει να τον «μεταρρυθμίσει», απλά τις αγαπά και μας δουλεύει.

 

Παραπομπές

 

(1)  http://www.youtube.com/watch?v=AG0zL1ZIw08

(2)  http://aristerovima.gr/details.php?id=1692

(3) http://www.bankofgreece.gr/BoGDocuments/Καταστατικό_Εκδοση_Θ.pdf

(4)  «Τύπος Κυριακής» (11/4/2010)

(5)  www.ethnos.gr/article.asp?catid=11378&subid=2&pubid=52694950

(6)  Θ. Αγγελόπουλος, http://www.aristerovima.gr/details.php?id=1650

 

* Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι καθηγητής Βιοχημείας, στο Τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 13 Μαρτίου 2011,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=258980

Κοινοτικά Κονδύλια και Μνημόνιο

Κοινοτικά Κονδύλια και Μνημόνιο*

Το σχολείο και ο εκπαιδευτικός σε τροχιά διαρκούς  «επιτήρησης» και πάλης:

 

Του Γιώργου Μαυρογιώργου**


 

 Η ανάλυση που ακολουθεί στηρίζεται σε μια θεμελιακή παραδοχή, σύμφωνα με την οποία, οι εκπαιδευτικοί εκπαιδεύονται, επιλέγονται, διορίζονται, επιμορφώνονται και εργάζονται  στην εκπαίδευση της οποίας οι κοινωνικές λειτουργίες ευνοούν τη διευρυμένη αναπαραγωγή των υφισταμένων κοινωνικών σχέσεων άνισης κατανομής πλούτου, προνομίων και εξουσίας. Οι  κοινωνικές αυτές λειτουργίες επιτελούνται και με τη μεσολάβηση των εκπαιδευτικών, οποίοι υιοθετούν κατά την άσκηση του έργου τους κοινωνικά και πολιτικά προτάγματα κάποιας μορφής, ανεξάρτητα αν το συνειδητοποιούν ή όχι.

H ανάλυση αυτή γίνεται σε μια εποχή που χρησιμοποιείται έντονα η «γλώσσα της κρίσης» και ασκείται μια πολιτική απορύθμισης δημοκρατικών κατακτήσεων στην εκπαίδευση, μέσα σε ένα κλίμα   μιας υφέρπουσας δυσφήμισης, κριτικής και καταγγελίας του σχολείου, των εκπαιδευτικών και των μαθητών. Από αυτή την άποψη, η ανάλυση που προτείνεται είναι δυνατόν να συμβάλει εν μέρει στην κατανόηση  φαινομένων ενός ιδιότυπου «διωγμού».

 Αν ήθελα να διευκρινίσω τη σχέση «σχολείο και εκπαιδευτικός» θα υποστήριζα ότι δεν υπάρχει πτυχή της εκπαιδευτικής πολιτικής  για το σχολείο που να μη συνδέεται με τους εκπαιδευτικούς. Το σχολείο, με ό,τι ιστορικά έχει συντελεσθεί, με ό,τι συντελείται στο παρόν και με ό,τι προδιαγράφεται ως εξέλιξη για το μέλλον, είναι η εστία και το κέντρο των εκπαιδευτικών αλλαγών. Η σχέση «σχολείο και εκπαιδευτικός» διαμορφώνεται σε χρόνο  μακράς διάρκειας.  Όσοι εκπαιδευτικοί εργάζονται στην εκπαίδευση βρίσκονται  μια ζωή στο σχολείο (από την νηπιαγωγείο μέχρι την αφυπηρέτησή τους). Πρόκειται, με άλλα λόγια για μια σχέση ζωής. Το ερώτημα είναι εάν υποστηρίζονται οι εκπαιδευτικοί ώστε να ζουν την εργασία τους και ως ζωή!

Οι εκπαιδευτικοί-άνδρες και γυναίκες- είναι  αυτοί που ως ανήλικοι μαθητές και μαθήτριες  έχουν φοιτήσει στο σχολείο (α΄ επεισόδιο-α΄ εκδοχή σχολείου). Μετά από τις σπουδές στο Πανεπιστήμιο (β΄ επεισόδιο-β΄ εκδοχή σχολείου) και το διορισμό τους, επιστρέφουν στο σχολείο (γ΄ επεισόδιο-γ΄ εκδοχή σχολείου). Δεν υπάρχει εκπαιδευτικός που να μην έχει λάβει μέρος στη διαπραγμάτευση που αντικειμενικά συντελείται και στα τρία αυτά επεισόδια. Με την εμπειρία συμμετοχής του σε αυτά τα επεισόδια ουσιαστικά μπαίνει στη διαδικασία άσκησης του εκπαιδευτικού του έργου καθ όλη τη διάρκεια της θητείας του και  παίρνει μέρος σε μια σειρά αλλεπάλληλων επεισοδίων με τις εκπαιδευτικές αλλαγές στις οποίες εκτίθεται και καλείται να εφαρμόσει.

 Οι εκπαιδευτικοί διαμορφώνονται από την εργασία που κάνουν, κάτω από συγκεκριμένες ,κάθε φορά συνθήκες. Η επαγγελματική τους  εμπειρία, ωστόσο, δεν είναι μια απλή υπόθεση εξοικείωσης με μια  σειρά από αποτελεσματικές  και αποπλαισιωμένες από τα κοινωνικά συμφραζόμενα «καλές πρακτικές». Η εμπειρία αποκτάει μετασχηματιστικό χαρακτήρα, όταν αποτελεί αντικείμενο ανάλυσης και αναστοχασμού διαρκείας. Κι αυτό δεν είναι μια υπόθεση «προσωπικών απόψεων» εμπεριστατωμένης θεωρητικής θεμελίωσης και εμβάθυνσης. Δεν μπορείς να υπερασπιστείς κάτι, αν δεν έχεις εμβαθύνει σε αυτό Η πράξη και η εμπειρία είναι αποτέλεσμα πάλης  και διαρκούς διαπραγμάτευσης. Έτσι, ουσιαστικά  αποκτούν προϋποθέσεις ώστε να αποφεύγουν τις οριστικές και τελεσίδικες διευθετήσεις και να  μετασχηματίζουν τις συνθήκες και όρους εργασίας τους, μέσα από τη διαλεκτική σχέση θεωρίας-πράξης, γνώσης-εμπειρίας, βιογραφίας- κοινωνικής δομής, παράδοσης-αλλαγής. Το να μαθαίνει κανείς τη δουλειά του δασκάλου είναι μια διαρκής κοινωνική διαδικασία  διαπραγμάτευσης και πάλης ,με ιστορικο-βιογραφικό χαρακτήρα, με διαδοχικά και αλλεπάλληλα «επεισόδια» στα οποία προκαλείται η αυτοβιογραφία, καθώς το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της εμπειρίας στην εργασία βρίσκονται σε διαλεκτική  σχέση  μετασχηματισμού. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια σχέση  διαβίου διαπραγμάτευσης και πάλης. Αυτή η πάλη εκδηλώνεται σε δύο αλληλένδετα πεδία: το πεδίο της εκπαιδευτικής διαδικασίας ,κατά την προσφορά του εκπαιδευτικού έργου και στο πεδίο προάσπισης των συλλογικών τους συμφερόντων σε ο τι αφορά την εκπαίδευση ως δημόσιο και κοινωνικό αγαθό, τις  συνθήκες  εργασίας τους και τις εργασιακές τους σχέσεις.

Ο Αλτουσέρ (1983:95), έχει αναδείξει ένα πολύ σημαντικό ζήτημα, αναφορικά με τη μεσολάβηση των εκπαιδευτικών, στην οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω: «Ζητώ συγγνώμη» ,έγραφε, «από τους δασκάλους εκείνους, που μέσα σε φρικιαστικές συνθήκες, προσπαθούν να στραφούν ενάντια στην ιδεολογία, ενάντια στο σύστημα και στις πρακτικές όπου έχουν παγιδευτεί, με τα λιγοστά όπλα που βρίσκουν στην  ιστορία και στη γνώση που ‘διδάσκουν’. Είναι ήρωες. Είναι, όμως, σπάνιοι, ενώ πόσοι αλήθεια (η πλειοψηφία) δεν έχουν καν αρχίσει να υποψιάζονται τι είδους ‘δουλειά’ τους βάζει να κάνουν το σύστημα(που τους ξεπερνά και τους συνθλίβει),κι ακόμα χειρότερα, βάζουν συχνά όλα τους τα δυνατά κι όλη την εξυπνάδα τους για να επιτελέσουν το καθήκον τους στην εντέλεια (με τις περίφημες νέες μεθόδους!)…»

Είναι σαφές ότι οι εκπαιδευτικοί δε συγκροτούν μια ομοιογενή επαγγελματική ομάδα ή συμπαγή κοινωνική δύναμη. Προσδιορίζονται και διαφοροποιούνται, ανάμεσα στα άλλα, από την ταξική τους θέση και τοποθέτηση, το φύλο, την ειδίκευση, τη βασική εκπαίδευση και επιμόρφωση, τα χρόνια υπηρεσίας, τη βαθμίδα εκπαίδευσης στην οποία εργάζονται, τη θέση στη διοικητική ιεραρχία κ.α. Παρά τις διαφορές τους ή μάλλον με το σύνολο των διαφορών τους, συγκροτούν μια κοινωνική κατηγορία εργαζομένων με ειδική συμβολή στην αναπαραγωγική λειτουργία της εκπαίδευσης. Προσφέρουν, ωστόσο, το έργο τους σε ένα πλαίσιο σχετικής αυτονομίας, καθώς οι επιλογές τους προκύπτουν από τις διευθετήσεις που κάνουν μπροστά στις αντιφάσεις, τις αντιθέσεις και τα διλήμματα που αντιμετωπίζουν καθημερινά, κατά την άσκηση του έργου τους.

Όταν οι εκπαιδευτικοί π.χ. κλείνουν την πόρτα της αίθουσας διδασκαλίας για να κάνουν μάθημα, ακόμα και σε ένα συγκεντρωτικό σύστημα εκπαίδευσης, υπογραμμίζουν ως ένα βαθμό, συμβολικά τουλάχιστον, τη σχετική  αυτονομία κατά την άσκηση του έργου  καθώς είναι ενεργά υποκείμενα.. Δηλαδή, η σχετική αυτονομία είναι δομικό στοιχείο της εργασίας τους, αν και αυτή προσφέρεται σε καθεστώς διαρκούς επιτήρησης. Η σχετική αυτονομία δεν είναι δεδομένη. Συρρικνώνεται ή διευρύνεται, ανάλογα με την πολιτικοκοινωνική συγκυρία και την κοινωνική δυναμική που αναπτύσσεται στην εκπαίδευση και την κοινωνία. Με άλλα λόγια, και η σχετική αυτονομία αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης και πάλης.

Επιτήρηση  στην εκπαιδευτική διαδικασία

Τα αλλεπάλληλα και διαδοχικά «επεισόδια» της βιογραφίας του εκπαιδευτικού, όποια και να είναι αυτά, προκύπτουν στο πλαίσιο μιας διαρκούς πανοπτικής  επιτήρησης και αναπαραγωγής ως αποτέλεσμα και των μορφών διαπραγμάτευσης και πάλης που αναπτύσσουν οι εκπαιδευτικοί σε κάθε δεδομένη κοινωνικοπολιτική συγκυρία. Δεν υπάρχει πτυχή της εκπαιδευτικής διαδικασίας που να μη βρίσκεται σε καθεστώς επιτήρησης. Αυτό ο Φουκώ το ονόμαζε  δομή πανοπτισμού,  με την έννοια ότι κάθε τι υπόκειται σε διαρκή επιτήρηση, κανονισμούς, καταγραφές  και κυρώσεις. Η επιτήρηση – ευδιάκριτη/εμφανής και αδιάκριτη ή διακριτική και αόρατη – και ο έλεγχος είναι ενσωματωμένα στην ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία.. Ουσιαστικά πρόκειται για μια λειτουργία ενός δικτύου ιεραρχικών και γραφειοκρατικών σχέσεων που διαμορφώνεται από τα πάνω προς τα κάτω στο οποίο δραστηριοποιούνται  επιτηρητές και επιτηρούμενοι. Μέσα σε ένα τέτοιο δίκτυο σχέσεων τα πάντα αποτυπώνουν εκδοχές επιτήρησης και ελέγχου, που, σε περιόδους άσκησης πολιτικών «αστυνόμευσης» της κρίσης, εντατικοποιείται. Η διηνεκής, μόνιμη και σταθερή επιτήρηση ελέγχει ακατάπαυστα, συγκρίνει, διαφορίζει, ιεραρχεί, εξομοιώνει και αποκλείει. Με άλλα λόγια ομογενοποιεί, κανονικοποιεί και συμμορφώνει.

Τα πάντα υπόκεινται σε επιτήρηση και ασκούν επιτήρηση. Ενδεικτικά αναφέρω:το Αναλυτικό Πρόγραμμα, το Ωρολόγιο Πρόγραμμα, τα σχολικά βιβλία, το κουδούνι, τη συμμετοχή στις εξετάσεις του ΑΣΕΠ, την ανεργία των εκπαιδευτικών, το διορισμό και  τοποθέτηση, την υποδοχή στο σχολείο, τον μέντορα, την επιμόρφωση, τη διοίκηση του σχολείου, την αξιολόγηση, κ. α.. Θα χρησιμοποιήσω την επιτήρηση στις εισαγωγικές εξετάσεις που μου είναι και προσφιλές θέμα και που μας είναι πολύ οικεία από τις εμπειρίες. Συνήθως, μας απασχολεί η αποτελεσματική επιτήρηση για να έχουμε αδιάβλητες εξετάσεις. Έτσι, όμως, μας διαφεύγει η ίδια η πρακτική ιδεολογία που υποβαστάζει την αναπαραγωγική λειτουργία του σχολείου. Με άλλα λόγια, όταν επιτηρούμε ουσιαστικά επιτηρούμε αποτελεσματικά την αποθέωση της ιδεολογίας του ατομικισμού, του ανταγωνισμού, της κοινωνικής διάκρισης και της κοινωνικής επιλογής, στο όνομα της αδιάβλητης διεξαγωγής τους. Έτσι, μας διαφεύγει ότι το σύστημα μας μετατρέπει και σε επιτηρητές της αναπαραγωγικής λειτουργίας του σχολείου. Σε παρόμοια ανάλυση μπορούν να υποβληθεί το σύνολο της εκπαιδευτικής λειτουργίας.

Εκπαιδευτική πολιτική και επιτήρηση: χρηματοδότηση και περικοπές

Αν μεταφερθούμε σε επίπεδο διαμόρφωσης και άσκησης της εκπαιδευτικής πολιτικής, θα διαπιστώσουμε ότι πολλές από τις διαδικασίες που υιοθετούνται συγκροτούν ένα σύνολο αντιλήψεων και πρακτικών που σε συνδυασμό βάζουν το σχολείο και τον εκπαιδευτικό σε καθεστώς επιτήρησης. Θα εστιάσω πολύ συνοπτικά στην περίπτωση των κοινοτικών κονδυλίων (Χρηματοδότηση) και στην περίπτωση του μνημονίου (Περικοπές). Χρηματοδότηση και Περικοπές ,αν και αντιφατικές εκ πρώτης όψεως εκδοχές, συγκροτούν μια μορφή άσκησης συγκεκριμένης  επιτήρησης  στην εκπαίδευση.

Πολλά χρόνια τώρα, είχα  την άποψη ότι με την είσοδό μας στην ΕΕ η χώρα μας έχει μπει, μετά τη συνθήκη του Μάαστριχτ, σε μια διαδικασία επιτήρησης, ομοιοτροπίας και εναρμόνισης της εκπαίδευσης. Η επιτήρηση έχει ως αποτέλεσμα και τη συρρίκνωση του έθνους κράτους στην άσκηση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Σε όλες τις χώρες της Ευρώπης διαγράφονται κάποιες κοινές τάσεις, όπως: επιδίωξη στενότερης σχέσης του σχολείου με το χώρο των επιχειρήσεων, συρρίκνωση της σχετικής αυτονομίας της εκπαίδευσης, ιδιωτικοποίηση του κόστους, ένταση της αξιολόγησης, σύνδεση και διαβάθμιση των αμοιβών ανάλογα με την απόδοση, εντατικοποίηση των όρων εργασίας, περικοπή των δαπανών για την εκπαίδευση, περιστολή διαδικασιών εκδημοκρατισμού, συγκεντρωτισμός στη λήψη αποφάσεων κ.ά.

Στην Ελλάδα, η εκπαιδευτική ανασυγκρότηση που επιχειρήθηκε τα τελευταία 20 περίπου χρόνια, αποτυπώνεται στα ΕΠΕΑΕΚ (Α΄, 1994-99 και  Β΄, 2000-2006). Το ΕΣΠΑ είναι η τρέχουσα εκδοχή τους. Στο πλαίσιο αυτής της ανασυγκρότησης μπορούμε να καταγράψουμε μια σειρά από θεσμικές αλλαγές, με τις όποιες μεταγενέστερες διορθωτικές παρεμβάσεις (Ολοήμερο σχολείο, Ενιαίο λύκειο και Τ.Ε.Ε., Σχολεία δεύτερης ευκαιρίας, Διεύρυνση της πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, κ. α.). Αν λάβουμε υπόψη τα όσα διαδραματίστηκαν, στο πλαίσιο του Α΄ και Β΄ ΕΠΕΑΕΚ , είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι:

1. Η σύλληψη και ο σχεδιασμός  των προγραμμάτων έγιναν χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή των εκπαιδευτικών και των άλλων κοινωνικών και πολιτικών φορέων. Η ίδια η έγκριση κοινοτικών κονδυλίων για τα ΕΠΕΑΕΚ συνιστά μια μορφή ευρωπαϊκής επιτήρησης της ασκούμενης εκπαιδευτικής πολιτικής στην Ελλάδα. Αυτή η επιτήρηση συνδέεται άμεσα με τον τρόπο με τον οποίο αξιοποιήθηκαν τα κοινοτικά κονδύλια.          

2. Η πολύχρονη διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων συνέβαλε στη διαμόρφωση ιδιότυπων κοινωνικών σχέσεων, στην εκπαίδευση και έξω από αυτή. Η κατανομή των κονδυλίων και η «μοιρασιά» τους αγκάλιασε όλη την ιεραρχική κλίμακα, επηρέασε συμπεριφορές και δημιούργησε πολλαπλές εξαρτήσεις με εμφανείς τους δείκτες του εκμαυλισμού, της εξαγοράς, του προσεταιρισμού, κ.α. Η διαχείριση των κονδυλίων ευνόησε τη δημιουργία πολύπλοκων εξουσιαστικών σχέσεων, με ιδεολογική υποστήριξη το μάνατζμεντ, τα τεχνικά δελτία, τις δράσεις, τα παραδοτέα πακέτα εργασίας, την επιχειρηματικότητα, την ανταγωνιστικότητα, κ.α.

3. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, αναδείχθηκαν θεατές και αθέατες πτυχές προβλημάτων που συνδέονται με τη διαφάνεια διαχείρισης, την αποτελεσματικότητα,  τους ανταγωνισμούς, τον παραγοντισμό, τον εκφυλισμό θεσμών και διαδικασιών. Εκδηλώθηκαν και ενισχύθηκαν φαινόμενα αλλοίωσης της συμπεριφοράς των εργαζομένων (πανεπιστημιακών, εκπαιδευτικών και διοικητικών) με πολιτικές σπατάλης και αδιαφανούς διαχείρισης σε μια περίοδο λιτότητας και συμπίεσης μισθών. Ομάδες και άτομα, μέσα σε ένα κλίμα έξαρσης των πελατειακών σχέσεων ήταν εκτεθειμένα σε προτάσεις ενίσχυσης των κρατικοδίαιτων εισοδημάτων τους και υπέστησαν αθόρυβα τις διαδικασίες προσεταιρισμού και ενσωμάτωσης. Όλα αυτά και άλλα, παραμόρφωναν  και τη δυναμική των κοινωνικών παρεμβάσεων στην εκπαίδευση και στην κοινωνία.

4. Μετά από τόσα χρόνια ΕΠΕΑΕΚ μπορούμε να ισχυριστούμε ότι δεν έχουν συντελεστεί στην Ελλάδα ουσιαστικές εκπαιδευτικές αλλαγές που να  συνδέονται με μετασχηματισμό δομών και περιεχομένου της εκπαίδευσης προς την κατεύθυνση της άμβλυνσης του ταξικού της χαρακτήρα.

5. Οι πολιτικές και οι πρακτικές που προωθούνται με το σημερινό ΕΣΠΑ είναι, μάλλον, πιο προκλητικές και πιο κυνικές. Ακόμα και σήμερα, μέσα στη δίνη των πολιτικών του «μνημονίου», είναι ευδιάκριτο ότι όσοι συμμετέχουν στην υπόθεση διαμόρφωσης και άσκησης εκπαιδευτικής πολιτικής ενδιαφέρονται για την απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων και καταφεύγουν στη διαβούλευση, την έρευνα και την εκπόνηση νέων αλλεπάλληλων μελετών αμφίβολης εγκυρότητας και αξιοπιστίας. Οι πολιτικές που χρηματοδοτούνται από το ΕΣΠΑ και συνδυάζονται και συνυπάρχουν με τις πολιτικές που απορρέουν από την αδιάκριτη και βίαιη επιτήρηση που ασκείται από τους εγχώριους και διεθνείς δανειστές,  με όχημα το μνημόνιο. Με  την επικαιροποίηση  των διαδοχικών εκδοχών μνημονίου έχουμε μια άλλη μορφή ευδιάκριτης και ρητής επιτήρησης. Πρόκειται για «εισβολή». Πρόκειται για μια βίαιη μορφή επιτήρησης των περικοπών με στόχο: την οριστική κατάργηση των πολιτικών του κράτους πρόνοιας και την μετατροπή της εκπαίδευσης από δημόσιο και κοινωνικό αγαθό σε αγορά εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Το δίδυμο ΕΣΠΑ- μνημόνιο, δηλαδή: κοινοτική χρηματοδότηση  επιχειρούμενων αλλαγών από τη μια και από την άλλη περικοπές δημόσιων δαπανών για την εκπαίδευση εκφράζουν μια αντιφατική πολιτική επιλογή: την εκπαίδευση όλο και περισσοτέρων νέων για όλο και περισσότερο χρόνο με όσο το δυνατόν λιγότερες δημόσιες δαπάνες

Τι κάνουμε;

Το 9ο Εκπαιδευτικό Συνέδριο της ΟΛΜΕ γίνεται σε μια  κοινωνικοπολιτική συγκυρία έντονων ζυμώσεων και κοινωνικών κινητοποιήσεων για προάσπιση του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα της παιδείας και για το δικαίωμα στην εργασία με όρους  κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο χώρος της εκπαίδευσης αποκτάει τα χαρακτηριστικά  μιας ιδιότυπης «εμπόλεμης ζώνης» και βρίσκεται συχνά σε   μια κατάσταση «εύθραυστης εκεχειρίας». Οι«Διάλογοι» που ενορχηστρώνονται για την παιδεία είναι  δείκτης της πολιτικής και ιδεολογικής πάλης στην εκπαίδευση και για την εκπαίδευση. Τον τελευταίο καιρό δοκιμάζονται οι αντοχές μας με τη νέα «ιδεοθύελλα» του Νέου. Η πολιτική εξουσία καταφεύγει στον αιφνιδιασμό, τον καταιγισμό, στη δυσφήμιση και στις απειλές, σε ευφημισμούς ανοικτής διαβούλευσης, στον κατακερματισμό των θεμάτων, τον προσεταιρισμό, την ενσωμάτωση αιτημάτων και διαλεγομένων, στην αναδίπλωση, την αναβολή, τις επιτροπές ειδικών και την ακατάσχετη προτασεολογία. Το σύνολο των κατασταλτικών, ιδεολογικών και συμβουλευτικών  μηχανισμών (νομοθετική, δικαστική, εκτελεστική εξουσία, αστυνομία, συμβουλευτικά όργανα, κ.α.),  με όπλο την κυρίαρχη ιδεολογία διαπραγματεύεται με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εκπαιδευτικών.

Πολλοί «γύροι» διαλόγου που έγιναν στο πρόσφατο παρελθόν συνοδεύονταν από έντονες κοινωνικές κινητοποιήσεις. Οι  κινητοποιήσεις και οι διάλογοι για την παιδεία πάνε χέρι-χέρι. Αυτό  μας  επιτρέπει να ισχυριστούμε ότι ο διάλογος για την εκπαίδευση δε γίνεται σε κοινωνικο-πολιτικό κενό και ότι δεν εξαντλείται σε μια υπόθεση  διαβουλεύσεων και ανταλλαγής απόψεων. Ο διάλογος εμπεριέχει όλες τις μορφές κοινωνικής πάλης. Οι κινητοποιήσεις δηλαδή στο χώρο της εκπαίδευσης προσέφεραν κοινωνική βάση στην ασύμμετρη διαπραγματευτική σχέση Υπουργείου και των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Να το πούμε αλλιώς, οι πιο σημαντικές τομές στην ιστορία της εκπαίδευσης συνδέονται με σημαντικές κοινωνικές κινητοποιήσεις στην εκπαίδευση και στην κοινωνία. Όπως ισχυρίστηκα, σχετικά πρόσφατα, σε συνέδριο της ΟΕΛΜΕΚ (Κύπρου), ο αριθμός των εκπαιδευτικών που αναζητούν βαθύτερο νόημα και ικανοποίηση στην εργασία τους στο σχολείο αυξάνει συνεχώς. Είναι αυτοί που:

·  Διαμαρτύρονται ·  Αγωνίζονται ·  Δυσανασχετούν ·  Αποκαρδιώνονται ·  Καινοτομούν ·  Προτείνουν ·  Διαπραγματεύονται ·  Αποσύρονται ·  Χαίρονται και τραγουδούν (π.χ. Μουσικό σχολείο Βόλου) · Ανεβάζουν θεατρικές παραστάσεις (π.χ. Θεατρική ομάδα καθηγητών Μαγνησίας) · Προσβλέπουν σε ένα πιο δημοκρατικό σχολείο σε μια κοινωνία πιο δίκαιη.

Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού μπορεί να γίνει ένα από τα πιο ικανοποιητικά, ευχάριστα και ενδιαφέροντα επαγγέλματα. Δεν έχει αναγνωρισθεί στις πραγματικές του διαστάσεις ακόμα και από τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς. Η προσφυγή σε εύκολες καταγγελίες,  υιοθέτηση πρακτικών απόσυρσης, παραίτησης, αποξένωσης, κ.ό.κ., έχουν δημιουργήσει μια αρκετά ανησυχητική κατάσταση. Διεκδικούμε  ένα επάγγελμα με σαφή την προοπτική απόδρασης από το τυχαίο, το αυτονόητο, το δεδομένο και από τις παραδόσεις των επαγγελματικών συνταγών και των εκπαιδευτικών πρακτικών, σε μια διαδικασία όπου  μειώνεται ο χώρος της απόσυρσης και τη θέση παίρνει η χειραφετητική «πράξις» που απελευθερώνει από τον εξαναγκασμό και την αυταπάτη του πρακτικού, της συνήθειας και του αποτελεσματικού, από το δογματισμό, την εξάρτηση, την ψευδαίσθηση, τη διαστρέβλωση, και την ψευδή συνείδηση.

Εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εκπαιδευτικών και των συνδικαλιστικών τους οργάνων να παίρνουν τη σκέψη και την κρίση στα χέρια τους, να αναπτύσσουν πρωτοβουλίες, να  ελέγχουν τις επαγγελματικές τους  πρακτικές και να επανεξετάζουν τους τρόπους με τους οποίους μεσολαβούν στην αναπαραγωγική λειτουργία του σχολείου. Η κοινωνική τους προέλευση  το υποδηλώνει και το επιβάλλει. Η ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος των εκπαιδευτικών μας διδάσκει ότι οι εκπαιδευτικοί έχουν σημαντική και πραγματική εξουσία, παρά την ασύμμετρη διαπραγματευτική τους σχέση με τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς. Δεν μπορεί να είναι απλοί κι αμήχανοι αποδέκτες  σχεδίων και προτάσεων στις οποίες  εκφράζουν την αντίδραση τους. Οι εκπαιδευτικοί είναι εκείνοι που στην εποχή του ΕΣΠΑ και του Μνημονίου έχουν τη δύναμη και την εξουσία να αναλαμβάνουν την πρωτοβουλία της δράσης για το βάθεμα της δημοκρατίας στο σχολείο και στην κοινωνία. Δεν έχουν να χάσουν, παρά τις αλυσίδες  της επιτήρησής τους.

 *Εισήγηση στο συνέδριο της ΟΛΜΕ, 7-9.4.2011, Αγριά Βόλου

** email: gmavrog@cc.uoi.gr.

ΠΗΓΗ: Ιστοσελίδα  http://pep.uoi.gr/gmavrogΤο είδα: http://www.alfavita.gr/artro.php?id=29030

Ο θρίαμβος του σατανά…

Ο θρίαμβος του σατανά…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Ο λαός εθελοσκλαβώνεται. Απ’ τους ελεύθερους πολιορκημένους καταντήσαμε στους ανίατους εθελόδουλους. Μεγάλη βδομάδα! Ο μεγάλος πόλεμος! Αντίπαλοι; Ο Χριστός και ο Σατανάς! Και διεκδικούμενο; Ο άνθρωπος! Ο λαός…

Ο Λάζαρος θανατώνεται. Αλλά ο Χριστός τον ανασταίνει. Ο Σατανάς βλέπει ότι οι παράπλευρες απώλειες δεν πτοούν το Χριστό. Μόνο ο προσωπικός του θάνατος μπορεί να τον εξουδετερώσει.

Δεν επιλέγει ως εκτελεστές του Χριστού αυτούς που ο καλός υπόκοσμος» της «καθωσπρέπει» κοινωνίας χαρακτηρίζει ως «κακοποιοιούς» και «κακούργους». Αλλά τους αληθινά κακοποιούς και κακούργους. Που είναι, ακριβώς, ο «καλός υπόκοσμος» της «καθωσπρέπει» κοινωνίας.

Για να κάμει οδυνηρότερο το χτύπημά του, κάνει συνεργούς των δημίων του και τους μαθητές του. Που τον εγκαταλείπουν, τον αρνούνται, τον προδίδουν.

Και, για να υπογραμμίσει το απελπιστικά μάταιο του αγώνα του Χριστού, βάνει τον όχλο να κραυγάζει στον κυνικό Πιλάτο το «άρον-άρον σταύρωσον αυτόν»!

Και ο αδυσώπητος πόλεμος διαιωνίζεται…. Με τον κυνικό – σήμερα – ΟΗΕ να νίπτει τα χείρας του. Όργανο και έρμαιο της παγκόσμιας διαβολοκυβέρνησης των θεοσκότεινων ιλλουμινάτων.

Με το τέρας του αδηφάγου τοκογλυφικό γυφταριού και τους κατά τόπους βαρύγδουπους και ανυπόστατους εντολοδόχους του, νομοθέτες. Με τα ληστρικά μνημόνια. Που δεσμεύουν «φορτία βαρέα και δυσβάστακτα» και τα φορτώνουν στις πλάτες των λαών.

Και τ’ ανεγκέφαλα κοπάδια του όχλου, μαστουρωμένα απ’ το «χόρτο», που τα ταΐζουν, μέσα στις κομματικές τους στρούγκες, να βελάζουν τα ωσαννά στους σταυρωτές τους. Και τα «άρρον-άρον σταύρωσον» για τους… εαυτούς τους!

Για να καταντήσουμε, έτσι, απ’ τους ελεύθερους πολιορκημένους, στους απελπιστικά ανόητους και ανίατα αμετανόητους εθελόσκλαβους.

Ο θρίαμβος του Σατανά!


Παπα-Ηλίας, http://papailiasyfantis.wordpress.com, 20-4-2011

Περί δουλείας και ελευθερίας του ανθρώπου Ι

Περί δουλείας και ελευθερίας του ανθρώπου – Μέρος Ι

 

Του Νικολάι Μπερδιάγεφ [Μετάφραση: Τασίας Ευθυμιάδου-Αλισανδράτου]



ΥΠΑΡΧΕΙ μια πολύ αυστηρή διάκριση ανάμεσα στον Θεό και την ανθρώπινη ιδέα για το Θεό, ανάμεσα στον Θεό ως υπάρχοντα και τον Θεό ως αντικείμενο. Ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο βρίσκεται η ανθρώπινη συνείδηση, η εξωτερίκευση και η προβολή της περιορισμένης κατάστασης αυτής της συνείδησης, με μια λέξη η αντικειμενοποίηση. Ο αντικειμενοποιημένος Θεός αποτέλεσε για τον άνθρωπο το αντικείμενο ενός δουλικού θαυμασμού.

Αλλά το παράδοξο συνίσταται στο γεγονός ότι ο αντικειμενοποιημένος Θεός είναι ένας Θεός αλλοτριωμένος από τον άνθρωπο και που τον κυριαρχεί, ένας Θεός που δημιουργήθηκε από τον περιορισμένο και πεπερασμένο άνθρωπο και ο οποίος αντανακλά ό,τι το περιορισμένο και πεπερασμένο έχει ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος γίνεται – ας πούμε – δούλος εκείνου που ο ίδιος αντικειμενοποίησε και εξωτερίκευσε. Σ’ αυτό ο Feuerbach είχε ασφαλώς δίκιο, παρ’όλο που το πρόβλημα του Θεού δε βρίσκει εκεί τη λύση του. Ο άνθρωπος πλάθει τον Θεό «κατ' εικόνα και ομοίωσίν» του, αποδίδοντάς του όχι μόνο ό,τι έχει καλύτερο, αλλά και ό,τι έχει χειρότερο. Ο Θεός, όπως αποκαλύπτεται στην ανθρώπινη συνείδηση, έχει μια σφραγίδα ανθρωπομορφισμού και κοινωνιομορφισμού. Αλλά μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα εδώ ο κοινωνιομορφισμός της ιδέας που ο άνθρωπος σχηματίζει για τον Θεό. Οι ιδέες που ο άνθρωπος σχηματίζει για τον Θεό, αντανακλούν, πράγματι, τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων, τις σχέσεις μεταξύ δουλείας και κυριαρχίας με τις οποίες είναι συνυφασμένη η ιστορία της ανθρωπότητας. Η γνώση του Θεού απαιτεί έναν αδιάπτωτον εξαγνισμό που αφορά προ παντός τον δουλικό κοινωνιομορφισμό. Στις σχέσεις μεταξύ Θεού και ανθρώπου έχουν επεκταθεί οι σχέσεις μεταξύ κυριάρχων και δούλων, όπως υπάρχουν στην κοινωνική ζωή. Λέγοντας ότι ο Θεός είναι ο κύριος και ο άνθρωπος δούλος, ακολουθούμε μια κοινωνιομορφική σκέψη, ενώ ο Θεός και οι σχέσεις του με τον άνθρωπο και τον κόσμο δεν παρουσιάζουν τίποτε που να μοιάζει με κοινωνικές σχέσεις και η ταπεινωτική «κατηγορία» της κυριαρχίας είναι ανεφάρμοστη για τον Θεό. Ο Θεός δεν είναι κύριος και δεν κυριαρχεί, δεν έχει καμμιά δύναμη, καμμιά θέληση ισχύος. Δεν απαιτεί τον δουλικό θαυμασμό του υπόδουλου ανθρώπου.

Ο Θεός είναι ελευθερία. Είναι ο ελευθερωτής και όχι ο δυνάστης. Εμπνέει το συναίσθημα της ελευθερίας και όχι της υποταγής. Είναι Πνεύμα και το Πνεύμα δεν γνωρίζει ούτε κύριον, ούτε δούλο. Δεν μπορούμε να σκεφτόμαστε τον Θεό κατ' αναλογίαν όσων συμβαίνουν στην κοινωνία, ούτε όσων συμβαίνουν στην φύση. Όταν σκεφτόμαστε τον Θεό δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε την αρχή του προσδιορισμού γιατί δεν προσδιορίζει τίποτε, ούτε την αρχή της αιτιότητας, γιατί δεν είναι αιτία ουδενός. Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα μυστήριο που ξεφεύγει από κάθε αναλογία που συνάγουμε από την αναγκαιότητα, από την αιτιότητα, από την κυριαρχία: από την αιτιότητα των φυσικών φαινομένων, από την κυριαρχία, ως κοινωνικό φαινόμενο. Η μόνη δυνατή αναλογία είναι εκείνη πού συνάγεται από την ελεύθερη ζωή του πνεύματος. Ο Θεός δεν είναι η αιτία του κόσμου, δεν δρα επάνω στην ψυχή του ανθρώπου ως μία αναγκαιότης. Δεν κρίνει και δεν αποφαίνεται όπως γίνεται στην κοινωνική ζωή των ανθρώπων. Δεν είναι ένας κυρίαρχος που κρατά στην εξουσία του την ζωή και τον κόσμο. Καμμία από τις κοσμομορφικές και κοινωνιομορφικές «κατηγορίες» δεν μπορεί να αποδοθεί στον Θεό. Ο Θεός είναι ένα Μυστήριο προς το οποίο ο άνθρωπος εξαίρεται και με το οποίο κοινωνεί. Είναι η ψεύτικη και δουλική αντίληψη για τον Θεό, η δουλική καταφατική σύλληψη, που ήταν το τελευταίο καταφύγιο της ανθρώπινης δουλείας, ο τελευταίος της πόρος. Δεν είναι ο Θεός που έκαμε τον άνθρωπο δούλο, γιατί ο Θεός είναι ελευθερωτής, αλλά η θεολογία, η θεολογική αποπλάνηση. Η ειδωλολατρία είναι δυνατή, ακόμη και απέναντι στο Θεό, και οι κοινωνικές σχέσεις, με βάση την δουλικότητα, που υπάρχουν ανάμεσα στους ανθρώπους, εχρησίμευσαν για παράδειγμα στην δημιουργία σχέσεων μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Ο Θεός, θεωρούμενος ως αντικείμενο μαζί με ό,τι χαρακτηρίζει τον κόσμο της αντικειμενικότητας, έγινε πηγή δουλείας. Ο Θεός, ως αντικείμενο, δεν αντιπροσωπεύει παρά την δύναμη φυσικού προσδιορισμού ή κοινωνικής κυριαρχίας, αναγόμενη στο απόλυτο. Ό,τι είναι ο ντετερμινισμός στη φύση, είναι η κυριαρχία στην κοινωνική ζωή.

Αλλά ο Θεός, ως υποκείμενο, ως ξένος προς κάθε αντικειμενοποίηση, είναι αγάπη και ελευθερία και όχι ντετερμινισμός και κυριαρχία. Είναι αυτός ο ίδιος ελευθερία και δεν δίνει παρά την ελευθερία. Ο Duns Scott είχε δίκιο, όταν υπερασπιζόταν την ελευθερία του Θεού αλλά, από την ελευθερία του Θεού συνήγαγε ένα εσφαλμένο και δουλικό συμπέρασμα, καθιστώντας τον Θεό έναν απόλυτο κυρίαρχο. Για τον Θεό δεν μπορούμε να σχηματίσουμε καμμιάν έννοια και η έννοια που μπορεί λιγώτερο ν’ αποδοθεί στον Θεό είναι η έννοια του Όντος, που είναι πάντοτε το αντίστοιχο του ντετερμινισμού και είναι πάντοτε μια εκλογίκευση. Δεν μπορούμε να σκεφθούμε τον Θεό παρά συμβολικά. Η αποφατική και όχι η καταφατική θεολογία έχει δίκιο, και ακόμη δεν έχει δίκιο παρά εν μέρει. Δεν θέλουμε να πούμε, όπως ο Σπένσερ, ότι ο Θεός είναι το Αγνώριστο. Oι συναντήσεις και η κοινωνία (communion) με τον Θεό, ο δραματικός αγώνας με τον Θεό είναι πάντοτε ενδεχόμενα. […] Ο μόνος θρησκευτικός μύθος που εκφράζει μιαν αλήθεια είναι όχι ο μύθος ενός κυριάρχου Θεού που επιδιώκει την κυριαρχία, αλλά ο μύθος ενός Θεού που έλκεται προς ένα «άλλο», αναζητά μιαν αμοιβαία αγάπη και περιμένει την δημιουργική απάντηση του ανθρώπου. Όσο για την πατριαρχική αντίληψη του Θεού, αυτή εξαρτάται από σχέσεις που αναφέρονται καθαρά στο γένος και αντανακλά αυτές τις σχέσεις. Η ιστορία μας δείχνει ότι στην επιθυμία τους να γνωρίσουν τον Θεό, οι άνθρωποι ελάτρευσαν ως Θεό τον διάβολο.

ΑΠΟ ΟΛΕΣ τις μορφές ανθρώπινης δουλείας, η υποδούλωση στην κοινωνία είναι η πιο σημαντική. Ο άνθρωπος είναι ένα ον, η κοινωνιοποίηση του οποίου είναι προϊόν πολιτισμού πολλών χιλιετηρίδων. Και η κοινωνιολογική αντίληψη θα ήθελε να μας πείσει ότι αυτή ακριβώς η κοινωνιοποίηση έπλασε τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος ζούσε, υποτίθεται, σε μία κατάσταση κοινωνικής υπνώσεως. Και θα του ήταν δύσκολο ν’ αντιτάξει την μοίρα του στις δεσποτικές απαιτήσεις της κοινωνίας, γιατί, σύμφωνα με τους κοινωνιολόγους όλων των τάσεων, η ύπνωση δεν παύει να του υποβάλλει την πεποίθηση ότι από την κοινωνία και μόνο δέχθηκε την ελευθερία του. Είναι σαν να του έλεγε η κοινωνία: «Είσαι το προϊόν μου, ό,τι καλύτερο έχεις το χρωστάς σε μένα γι’ αυτό το λόγο μου ανήκεις και οφείλεις να δίνεσαι ολόκληρος σε μένα». Ο Χέρτσεν είχε βέβαια σοσιαλιστικές τάσεις, αλλά η οξεία αντίληψή του για την προσωπικότητα του υπαγόρευε εμβαθυντικές θεωρήσεις. Σ’αυτόν χρωστάμε την πρόταση: «Η υποταγή του ατόμου στην κοινωνία, στον λαό, στην ανθρωπότητα, στην Ιδέα, δεν κάνει άλλο παρά να συνεχίζει τις ανθρωποθυσίες». Και αυτό είναι μια ιερή αλήθεια. Επανερχόμενος στην διάκρισή μας μεταξύ του ατόμου και του προσώπου (personne), μπορούμε να πούμε ότι μόνο το άτομο είναι ένα μέρος της κοινωνίας και της είναι υποταγμένο, ενώ σε ό,τι αφορά το πρόσωπο, το αντίστροφο είναι αληθινό: δεν αποτελεί το πρόσωπο μέρος της κοινωνίας, αλλά η κοινωνία αποτελεί μέρος του. Επειδή ο άνθρωπος είναι ένας μικρόκοσμος και ένας μικροθεός, προκύπτει ότι η κοινωνία και το Κράτος αποτελούν επίσης μέρος του προσώπου. Η εξωτερίκευση της κοινωνίας, η αντικειμενοποίηση των κοινωνικών σχέσεων είναι μία αιτία υποδούλωσης του ανθρώπου.

Στις πρωτόγονες κοινωνίες το πρόσωπο είναι εντελώς απορροφημένο από την ομάδα. O Lévy–Brühl λέει πολύ σωστά ότι στις πρωτόγονες κοινωνίες η συνείδηση του ατόμου εξαρτάται από την συλλογική συνείδηση της ομάδας. Αλλά δεν είναι αυτή η έσχατη αλήθεια που αναφέρεται στον άνθρωπο. Η κοινωνία είναι μία ξεχωριστή πραγματικότητα, ένα κλιμάκιο της πραγματικότητας. Το «εγώ» συνδυαζόμενο με το «εσύ» είναι μια πραγματικότητα διαφορετική από το «εγώ», που περιλαμβάνεται στο «εμείς». Αλλά η κοινωνία δεν είναι ένας οργανισμός, δεν είναι ένα ον, ένα πρόσωπο. Η πραγματικότητα της κοινωνίας περιέχεται μέσα στα ίδια τα πρόσωπα, και όχι στις αμοιβαίες πράξεις και αντιδράσεις τους περιέχεται στο «εμείς», που δεν είναι μια αφαίρεση, αλλά κάτι που έχει συγκεκριμένη ύπαρξη. Η πραγματικότητα της κοινωνίας δεν είναι η πραγματικότητα ενός ιδιαίτερου «εγώ», αλλά ενός «εμείς». Η κοινωνία (communion) του «εγώ» με τους άλλους πραγματοποιείται μέσα στο «εμείς». Αυτό το «εμείς» συνιστά το ποιοτικό περιεχόμενο του «εγώ», την κοινωνική του υπερβατικότητα. Το «εγώ» βρίσκεται σε κοινωνία (communion) όχι μόνο με το «εσύ», δηλαδή από πρόσωπο σε πρόσωπο, αλλά και με το «εμείς», δηλαδή με την κοινωνία. Αλλά αν το «εγώ» συμμετέχει στη σύνθεση του «εμείς», δηλαδή της κοινωνίας ως ένα μέρος του Όλου, ως όργανο του οργανισμού, τούτο το κάνει μόνο ως άτομο, ως άνθρωπος, όπως τον έπλασε η φύση. Το πρόσωπο, ο άνθρωπος δεν αποτελεί ποτέ μέρος της κοινωνίας ως μέρος ενός Όλου, ως όργανο ενός οργανισμού. Το «εμείς» δεν είναι ένα συλλογικό υποκείμενο ή μία ουσία. Το «εμείς» έχει μίαν υπαρξιακή σημασία χωρίς να είναι ωστόσο ένα υπαρξιακό κέντρο. Το υπαρξιακό κέντρο βρίσκεται μέσα στο «εγώ» και στις σχέσεις του με το «εσύ» και το «εμείς». Αυτές οι σχέσεις του «εγώ» όχι μόνο με το «εσύ» αλλά και με το «εμείς» είναι η πηγή της κοινωνικής υπαρξιακής πραγματικότητας. Αλλά η αντικειμενοποίηση της ανθρώπινης ύπαρξης, η προβολή της προς τα έξω, δημιουργούν την «κοινωνία» που ισχυρίζεται ότι είναι μία πραγματικότητα ανώτερη, και προγενέστερη από την πραγματικότητα του ανθρώπου και του προσώπου.

Η κοινωνία είναι μία αντικειμενοποίηση του «εμείς» που δεν έχει καμμία – πραγματικότητα και καμμίαν ύπαρξη έξω από τις σχέσεις που διατηρεί μαζί του το «εγώ» και έξω από τις σχέσεις μεταξύ του «εγώ» και του «εσύ». Το «εμείς», στην υπαρξιακότητά του είναι μία κοινότητα και όχι μία κοινωνία. Η κοινωνία είναι μία πολύ-μονάδα (multi -unité), (Frank). Αλλά αυτή η πολύ-μονάδα μπορεί να γίνει ένα «εμείς» μέσα στις υπαρξιακές σχέσεις μεταξύ του «εγώ», απ’την μία πλευρά, του «εσύ» και του «εμείς», απ’ την άλλη. Αλλ’ εδώ προκύπτει η δουλεία του ανθρώπου σε σχέση με την κοινωνία. Η κοινωνία οφείλει την πραγματικότητά της στο γεγονός ότι το άτομο δημιουργεί σχέσεις όχι μόνο με άλλα άτομα, αλλά μ’ ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο αριθμό ατόμων συγκεντρωμένων σε κοινωνία. Η υποδουλωτική δύναμη της κοινωνίας επάνω στο πρόσωπο είναι προϊόν της ψευδαίσθησης που δημιουργεί η αντικειμενοποίηση. Το πραγματικό «εμείς», δηλαδή η κοινότητα των ανθρώπων, η κοινωνία τους (communion) μέσα στην αγάπη, την ελευθερία, τη φιλευσπλαχνία, όχι μόνο δεν υποδουλώνει τον άνθρωπο, αλλά ευνοεί την πραγματοποίηση της πληρότητας της ατομικής ζωής, την έξαρσή του προς τον «άλλον».

ΕΙΝΑΙ μια αλήθεια που δεν πρέπει να κουραζόμαστε να επαναλαμβάνουμε, ότι δηλαδή ο άνθρωπος είναι ον αντιφατικό και σε σύγκρουση με τον εαυτό του. Ο άνθρωπος επιδιώκει την ελευθερία, την αναζητά αδιάκοπα και με όλες του τις δυνάμεις και συμβαίνει ωστόσο όχι μόνο να πέφτει εύκολα στη δουλεία, αλλά ν’ αγαπά τη δουλεία. Ο άνθρωπος είναι βασιλιάς μαζί και δούλος. Βρίσκουμε στην «Φαινομενολογία του Πνεύματος» του Hegel αξιόλογες σκέψεις πάνω στον κύριο και τον δούλο, πάνω στην «Herrschaft und Knechtschaft». Ο κύριος και ο δούλος, εξετάζονται εδώ όχι ως κοινωνικές κατηγορίες, αλλά σε μια πολύ βαθύτερη έννοια. Πρόκειται για το πρόβλημα της δομής της συνείδησης. Υπάρχουν, κατά την γνώμη μου, τρεις καταστάσεις στον άνθρωπο, τρεις δομές της συνείδησης που αναλογούν αντίστοιχα, μ’αυτό που μπορούμε να δηλώσουμε με τις λέξεις: «κύριος», «δούλος», «ελεύθερος άνθρωπος». Ο κύριος και ο δούλος είναι συσχετικές έννοιες, δεν μπορούν να υπάρχουν η μία χωρίς την άλλη. Όσο για τον ελεύθερον άνθρωπο, υπάρχει αφ’ εαυτού, κατέχει την ιδιαίτερη ιδιότητά του, χωρίς συσχετισμό με ό,τι θα του ήταν αντίθετο. Ο κύριος είναι μια συνείδηση που δεν υπάρχει παρά εξ αιτίας του συσχετισμού της με μιαν άλλην, με τον δούλο. Αλλά αν η συνείδηση του κυρίου είναι συνείδηση της ύπαρξης ενός άλλου, επειδή αυτός ο άλλος είναι στην υπηρεσία του, η συνείδηση του δούλου είναι η συνείδηση της ίδιας του της ύπαρξης, επειδή είναι στην υπηρεσία ενός άλλου. Όσο για την συνείδηση του ελεύθερου ανθρώπου, είναι η συνείδηση της ύπαρξης του καθενός για τον εαυτό του, με ελεύθερη έξοδο από τον εαυτό του προς τους άλλους και προς πάντας. Η ύπαρξη της δουλείας δεν είναι δυνατή παρά όταν απουσιάζει η συνείδηση της δουλείας.

Ο κόσμος της δουλείας είναι ο κόσμος του πνεύματος που έχει αλλοτριωθεί απ' τον εαυτό του. Η εξωτερίκευση είναι η πηγή της δουλείας, ενώ η ελευθερία είναι ένα προϊόν της εσωτερίκευσης. Η δουλεία προέρχεται πάντοτε από την αλλοτρίωση της ανθρώπινης φύσης, από προβολές της προς τα έξω. Ο Feuerbach και ύστερ’ απ’ αυτόν ο Μαρξ διέκριναν καλά, αυτήν την πηγή δουλείας του ανθρώπου, αλλά επειδή εξέτασαν αυτό το γεγονός από την άποψη της υλιστικής φιλοσοφίας, δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να νομιμοποιήσουν την δουλεία. Η αλλοτρίωση, η εξωτερίκευση, η προς τα έξω προβολή της πνευματικής φύσης του ανθρώπου, όλα αυτά σημαίνουν την δουλεία του ανθρώπου. Στον οικονομικόν τομέα, η αλλοτρίωση, η εξωτερίκευση, η προς τα έξω προβολή της πνευματικής φύσης του ανθρώπου σημαίνουν περισσότερο από δουλεία, εφ' όσον ο άνθρωπος μεταβάλλεται απλούστατα σε πράγμα. Επάνω σ’αυτό ο Μαρξ έχει απόλυτο δίκιο. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ελευθερωθεί παρά αν ξαναβρεί την πνευματική του φύση, παρά αν αναγνωρίσει τον εαυτό του ως ένα ελεύθερο ον και ως ένα πνευματικό όν. Όσο θεωρείται και θεωρεί τον εαυτό του ως ένα υλικό και οικονομικό ον και όσο η πνευματική του φύση θεωρείται ως μία ψευδαίσθηση της συνείδησης, ο άνθρωπος μένει δούλος και έχει φύση δούλου. Στον αντικειμενοποιημένο κόσμο ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ελεύθερος παρά σχετικά, ποτέ απόλυτα, και η ελευθερία του δεν μπορεί να κατακτηθεί παρά με αγώνα και με αντίσταση εναντίον της αναγκαιότητας την οποίαν πρέπει να κατακτήσει. Γι’αυτόν τον λόγο η ελευθερία προϋποθέτει την ύπαρξη μιας πνευματικής αρχής μέσα στον άνθρωπο, η οποία του επιτρέπει να αντιτίθεται στην αναγκαιότητα, που υποδουλώνει. Η ελευθερία ως αποτέλεσμα της αναγκαιότητας δεν είναι πραγματική ελευθερία, δεν είναι παρά ένα από τα στοιχεία μέσα στην διαλεκτική της αναγκαιότητας. Στο βάθος, ο Hegel δεν εγνώριζε την αληθινή ελευθερία.

 

Από το περιοδικό «Εποχές» Νο 31, Νοέμβριος 1965, Αθήναι.

 

ΠΗΓΗ: http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/berdayev_douleia.html

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

ΤΟ «ΝΕΟ ΣΧΟΛΕΙΟ»: ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΙΙ

ΤΟ «ΝΕΟ ΣΧΟΛΕΙΟ»: ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Ή πώς το «νέο σχολείο» του ΠΑΣΟΚ ταυτίζεται με το «αποκεντρωμένο» σχολείο της αγοράς – Μέρος ΙΙ

 

Του Γιώργου Κ. Καββαδία* 


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

ΤΟ «ΝΕΟ» ΛΥΚΕΙΟ: ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΥΘΟΥΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα…

Για μια ακόμη φορά μοιράζονται αφειδώς εύκολες υποσχέσεις: καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, καταπολέμηση της παραπαιδείας, γενική παιδεία, εμβάθυνση, κ.ά. Για μία ακόμη φορά το κείμενο είναι διανθισμένο με συνθήματα, ευχές και υποσχέσεις. Ας δούμε μερικά παραδείγματα.

Σε κάποιο σημείο το κείμενο αναφέρει: Το «Νέο Λύκειο» πρέπει να αποκαταστήσει  όχι μόνο την σωστή και πλήρη  λειτουργία  του. Πρέπει να αποκαταστήσει την ισορροπία στη ζωή των εφήβων. Πρέπει να κάνει «φυσιολογική» τη ζωή τους και τη ζωή των γονιών τους.

Η υφυπουργός παιδείας κα Χριστοφιλοπούλου είπε: «τέρμα στο Λύκειο της αποστήθισης και της παπαγαλίας…».

«Η ακατάσχετη προτασεολογία και «ιδεοθύελλα», που προκαλούν οι κυβερνητικές εξαγγελίες για την εκπαίδευση, αποτελούν την μυθολογία που εξωραίζει και διαστρεβλώνει την πραγματικότητα. Πρόκειται για καταιγισμό μέτρων τα οποία, αν και ανακοινώνονται αποσπασματικά, διαθέτουν ενιαίο προσανατολισμό.

Το αποτέλεσμα είναι η συζήτηση και η αντιπαράθεση να επικεντρώνονται σε επιμέρους ζητήματα. Για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα: Η συγχώνευση των σχολικών μονάδων, το «νέο σχολείο», το «νέο Λύκειο», το «Ψηφιακό σχολείο», το «ψηφιακό φροντιστήριο», το Εξεταστικό σύστημα, κ.α. προβάλλονται ως ξεχωριστά ζητήματα. Το πρόβλημα είναι ότι και αυτά τα ζητήματα αντιμετωπίζονται με αποσπασματικό τρόπο που δεν ευνοεί την πληρέστερη κατανόησή τους. Έτσι, π. χ. οι εξαγγελίες για το «νέο Λύκειο» ανέδειξαν ως ζητήματα προτεραιότητας ποιες ειδικότητες «χάνουν» και ποιες «κερδίζουν». (6)

Καταιγισμός μέτρων, πραγματική «ιδεοθύελλα» για το «νέο λύκειο», χωρίς πρόταση για την τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση, για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και, κυρίως, για το αναλυτικό πρόγραμμα του «νέου λυκείου» και το εκπαιδευτικό υλικό, τα μέσα και τις μεθόδους που θα χρησιμοποιηθούν. Υποβαθμίζουν το θέμα της οργάνωσης του «νέου λυκείου» και της εκπαιδευτικής διαδικασίας σε θέμα ωρολογίου προγράμματος.  Είναι σαν να λένε σε εκπαιδευτικούς, αλλά και μαθητές: Μέχρι τώρα δίναμε «έτοιμα μαθήματα». Τώρα, συνιστούμε «φτιάξτε τα μόνοι σας». Αυτό σημαίνει, μάλλον, η «αγορά» σάς περιμένει…  

 

ΤΟ ΤΑΞΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ «ΝΕΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ»

 

«Η ΟΠΟΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ, πάντως, γίνεται σε μια περίοδο που από τη μια παρατηρούνται υψηλοί δείκτες διαρροής, εγκατάλειψης και υπο-επίδοσης κι από την άλλη δραματική υποτίμηση των σπουδών και απαξίωσή των τίτλων σπουδών (ανεργία, υποαπασχόληση, ετεροαπασχόληση). Οι πολιτικές, πλέον, ασκούνται στο όνομα  του Μνημονίου και η εκπαίδευση σιγά-σιγά μετατρέπεται σε «αγορά» εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Το «ψηφιακό σχολείο» είναι πολιορκητικός κριός. Το Λύκειο που θα προκύψει από τις συγχωνεύσεις, με την αναλογία διδασκόντων-διδασκομένων 1:30, είναι το λύκειο της «αγοράς». Σε ένα τέτοιο Λύκειο θα επιτείνεται ο ανταγωνισμός για τις εισαγωγικές». (7)

Το νέο Λύκειο, μας είπε η κ. Διαμαντοπούλου, «πρέπει να αποκαταστήσει την ισορροπία στη ζωή των εφήβων». Και παρά την ψευδεπίγραφη μείωση μαθημάτων  βάζει τους μαθητές πιο νωρίς, από την Α’ λυκείου και για περισσότερα, δηλαδή, για τέσσερα συνολικά χρόνια στην πρέσα των εξετάσεων. Με ύφος σπουδαίων αλχημιστών, η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας διατυμπανίζει ότι στο νέο Λύκειο που σχεδίασαν, μειώνεται δραστικά ο αριθμός των μαθημάτων. Στην Α’ Τάξη π.χ. τα μαθήματα μειώνονται από 16 σε 8, δηλαδή στο μισό. Με τι αλχημείες το πέτυχαν;

Τα Αρχαία, η Γλώσσα και η Λογοτεχνία του σημερινού Λυκείου ονομάζονται Ελληνική Γλώσσα, και θεωρούνται 1 μάθημα.  Ομοίως, η Άλγεβρα και η Γεωμετρία ονομάζονται Μαθηματικά. Επίσης, η Φυσική και η Χημεία και η Βιολογία ονομάζονται Φυσικές Επιστήμες. Με τον τρόπο αυτό, αυτόματα έχουμε μείωση 5 μαθημάτων. Τελικά η…λογική των συγχωνεύσεων πέρασε και στα μαθήματα του Λυκείου..        

Η κατάταξη σε Τμήμα θα γίνεται μετά από αξιολογικές διαδικασίες στο τέλος του πρώτου έτους σπουδών. Η ρύθμιση αυτή, μετά βεβαιότητας, θα φτιάξει φροντιστήρια για πρωτοετείς φοιτητές που πλέον θα διαγκωνίζονται για την εισαγωγή τους στο δημοφιλές τμήμα της Σχολής. 

Για του μαθητές διαμορφώνουν, αν είναι της Θετικής Κατεύθυνσης, ένα απολύτως …ισορροπημένο πρόγραμμα με 9 ώρες την εβδομάδα …εξειδικευμένα  Μαθηματικά …εμβάθυνσης, 7 ώρες … εξειδικευμένη Φυσική… εμβάθυνσης ή 6 ώρες Χημεία. Είναι προφανές ότι η συντριπτική πλειονότητα των μαθητών θα καταφύγει  ως πρόσφυγες στα φροντισήρια και το μεγαλύτερο τμήμα, κυρίως των μαθητών από τις ασθενέστερες τάξεις και στρώματα θα πειθαναγκαστεί να εξοριστεί από το «νέο λύκειο» που αποκτά πιο αποκρουστικά ταξικό πρόσωπο και από το σημερινό.

Το προφίλ του λυκείου της κ. Διαμαντοπούλου είναι το εξής: φτηνό(με τριαντάρια τμήματα, τους απολύτως απαραίτητους καθηγητές και χωρίς νέα βιβλία), εξειδικευμένο, στεγνό, εξοντωτικό, ελιτίστικο και ταξικό. Εχθρικό για τα παιδιά που η εισαγωγή σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα δεν αποτελεί μέγιστη φιλοδοξία τους, αυστηρώς ακατάλληλο για οικογένειες που δεν μπορούν πλέον να θεωρήσουν ανελαστική τη δαπάνη της φροντιστηριακής εκπαίδευσης η οποία επεκτείνεται στα τέσσερα χρόνια.  

 

Και δεύτερος κύκλος εργασιών

 

Ο δεύτερος κύκλος εργασιών για τα φροντιστήρια θα προέλθει από την εισαγωγή του «μαθήματος» της Ερευνητικής Εργασίας  το λεγόμενο project. Η ερευνητική εργασία θα διδάσκεται ως μάθημα από την Α΄Λυκείου. Μάλιστα, θα καταλαμβάνει τρεις ώρες στο πρόγραμμα της Α΄και από δύο στο πρόγραμμα της Β΄και της Γ΄ Λυκείου. Να σημειωθεί ότι για τις δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου, η Ερευνητική Εργασία είναι ένα από τα ελάχιστα υποχρεωτικά μαθήματα κοινής διδασκαλίας.

Τι θα διδάσκονται σ αυτό το μάθημα οι μαθητές; Ποια ειδικότητα εκπαιδευτικών θα το διδάσκει αφού η διδασκαλία του θα είναι κοινή για όλους; Μήπως όποια είναι διαθέσιμη στο πλαίσιο της αναδιάταξης και εξοικονόμησης προσωπικού; Ποιος θα ορίζει τα θέματα και πώς θα καθοδηγούνται οι μαθητές στην εργασία τους; Όλα αυτά είναι … επουσιώδη για την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας. Αυτό που ενδιαφέρει είναι να σταλεί το μήνυμα ότι από του χρόνου οι μαθητές θα έχουν να φτιάχνουν ένα «project» ανά τετράμηνο που θα βαθμολογείται όπως κάθε υποχρεωτικό μάθημα και άρα θα έχει το δικό του κομμάτι συμμετοχής στη διαδικασία εισαγωγής. Δεν χρειάζεται μαντικές ικανότητες για να προβλέψει κανείς ότι μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα θα στηθεί μια μαύρη αγορά παραγωγής εργασιών στην οποία θα απευθύνονται οι έχοντες για να εξασφαλίσουν βαθμολογικό προβάδισμα. (8)

Η παντελής έλλειψη προηγούμενης σχετικής εμπειρίας εγκυμονεί κινδύνους:

α) Οι φορτωμένοι από το άγχος των πανελλαδικών θα απευθυνθούν αυτομάτως στα φροντιστήρια. Η ένταξη της εργασίας ως υποχρεωτικού μαθήματος δημιουργεί την απαίτηση ενός καλού βαθμού, ενώ η πιθανότητα αυτός ο βαθμός να ενταχθεί στη διαδικασία αξιολόγησης για εισαγωγή στα ΑΕΙ θα οδηγήσει σε νέο… κλάδο παραπαιδείας, που θα παράγει projects. Πρώτοι πελάτες, οι μαθητές της Α' Λυκείου από Σεπτέμβριο…

β) Η πιθανότητα διασύνδεσης του project με το εξεταστικό θέτει ζήτημα διαβλητότητας, καθώς όλη η διαχείρισή του θα γίνεται εκτός σχολείου. Πώς θα διασφαλιστεί ένα αξιοκρατικό πλαίσιο υπό την απουσία έστω και στοιχειωδών ελεγκτικών μηχανισμών; «Τι βαρύτητα θα έχει ως προς την εισαγωγή; Δεν μπορεί να δημιουργεί τέτοια σύγχυση ως προς το βαθμό ένταξης σε μια εξεταστική διαδικασία την οποία κρατάει κρυφή», τονίζουν οι εκπαιδευτικοί.

 Είναι βέβαιο ότι το νέο σύστημα, με το οποίο θα δώσουν εξετάσεις οι μαθητές που του χρόνου θα φοιτήσουν στην Α' Λυκείου, θα προκαλέσει έκρηξη των ιδιωτικών δαπανών και επέκταση της φροντιστηριακής εκπαίδευσης και στα πανεπιστήμια. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ιδιοκτήτες των ιδιωτικών σχολείων έσπευσαν να δηλώσουν, πριν ακόμη τελειώσει η συνέντευξη Τύπου, ότι το σύστημα είναι προς τη σωστή κατεύθυνση ενώ οι φροντιστηριούχοι πανηγυρίζουν και ανασκουμπώνονται για να “ανακάμψουν” από την κρίση.

Να το ξεκαθαρίσουμε κι ας μην υπάρχει καμιά αυταπάτη: Αυτό που θα αντιμετωπίσουν πρώτα οι μαθητές τον Σεπτέμβριο θα είναι ένα φθηνό Λύκειο, με περισσότερους μαθητές στην τάξη, χωρίς Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη (ΠΔΣ), με εκπαιδευτικούς πιεσμένους από τη μείωση των μισθών και την δραματική αλλαγή των εργασιακών τους σχέσεων, χωρίς νέα βιβλία, με εξαιρετικά περιορισμένες λειτουργικές δαπάνες, και με ένα ωρολόγιο πρόγραμμα υποταγμένο πλήρως στο νέο σύστημα εισαγωγής που ψώνισε το Υπουργείο Παιδείας από τα καλάθια προσφορών των χρησιμοποιημένων και αποτυχημένων συστημάτων πρόσβασης (9α).

Το «νέο Λύκειο» είναι μια παραλλαγή του παλιού Κλασικού – Πρακτικού με στοιχεία δεσμών και του Εθνικού Απολυτηρίου που είχε εξαγγελθεί την περίοδο 2005/6. Ουσιαστικά έχουμε μια αναδιάταξη του ωρολογίου προγράμματος η οποία εξυπηρετεί το νέο σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Όποιος έχει μάτια να δει και την τιμιότητα να πιστέψει στα μάτια του, μπορεί εύκολα να καταλάβει ότι το «νέο Λύκειο» λιπαίνει το έδαφος για ένταση των ταξικών φραγμών, για διαφοροποίηση των προγραμμάτων σπουδών, για αποσπασματικότητα των γνώσεων που οδηγεί στην απομόρφωση. (9β)

 

Απαξιώνουν τη γενική παιδεία

 

Αν μέχρι σήμερα τον αποκλειστικό στόχο της προετοιμασίας των μαθητών για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση  τον είχε η Γ’ λυκείου, τώρα θα είναι στόχος όλων των τάξεων του λυκείου. Το «νέο λύκειο» γίνεται πιο εξεταστικοκεντρικό και ανταγωνιστικό και γι αυτό πιο ταξικό.  Οι μαθητές θα εντάσσονται από τη Β' Λυκείου σε κατεύθυνση, θα κυνηγάνε από την Α' Λυκείου υψηλές επιδόσεις (γιατί θα μετράει η επίδοσή του στο Λύκειο στην πρόσβαση), θα κυνηγάνε εργασίες και μαθήματα με κριτήριο όχι το τι μαθαίνουν σ' αυτά τα τρία χρόνια, αλλά το σε ποια σχολή θέλει να βρεθούν μετά από τρία χρόνια…

Παράλληλα, ένα σχολείο που έχει σκοπό την προετοιμασία για την πρόσβαση γρήγορα θα απαξιωθεί ως… σχολείο. Ο μαθητής θα αντιμετωπίζει το «νέο Λύκειο»  ως ένα αναγκαίο κακό για να βρεθεί αύριο σε μια σχολή κι όχι ως ένα χώρο που μορφώνεται. Ο χαρακτήρας του Λυκείου, ως προθάλαμο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οδηγεί στη συνολική υποβάθμιση του μορφωτικού ρόλου του. (10)

Αυτό που κυρίως αμφισβητείται και υπονομεύεται με τις νέες εξαγγελίες είναι η γενική μόρφωση, με την έννοια ενός επαρκούς και συνεκτικού σώματος γνώσεων που θα παρέχει στο σύγχρονο πολίτη τη δυνατότητα να κατανοεί την πολυπλοκότητα των προβλημάτων του φυσικού και του κοινωνικού περιβάλλοντος και να αντιμετωπίζει με θετικό τρόπο τις προκλήσεις του σήμερα θεμελιώνοντας την ανακαινιστική δράση του σε υγιείς κοινωνικές αξίες. Το Ενιαίο Λύκειο θεωρίας και πράξης, που ως δομικό πλαίσιο θα μπορούσε να υπηρετήσει αποτελεσματικά ένα τέτοιο στόχο, δεν συζητείται καν από τους αρμόδιους παράγοντες. Το Υπουργείο παιδείας δεν εξετάζει καν με ενιαίο τρόπο το Γενικό με το Επαγγελματικό Λύκειο υποβαθμίζοντας και με αυτό τον τρόπο για ακόμα μια φορά τη σημασία της ΤΕΕ ως δευτερεύουσας. (11)

Το “όχι και τόσο νέο λύκειο”, που σχεδιάζουν, γερασμένο ήδη από τη γέννησή του, στοχεύει στην ήδη ληγμένη εκμάθηση ανάλογων  δεξιοτήτων και ικανοτήτων που υποτίθεται πως επιβάλλει η ανύπαρκτη πλέον αγορά εργασίας, ενώ αποκλείει το προσανατολισμό στη στέρεη γενική μόρφωση που δημιουργεί ολοκληρωμένες προσωπικότητες.

 Η γενική παιδεία ξορκίζεται ως σπατάλη χρόνου, άχρηστη γνώση. Όλο το βάρος πέφτει στα μαθήματα ειδίκευσης. Από αυτά θα κρίνεται η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο. Τα μαθήματα επιλογής παραμένουν χωρίς συνεκτική λογική και χωρίς συνάφεια με την ειδίκευση. Στην εποχή της ευαλσσφάλειας αποθεώνονται οι αποσπασματικές «δεξιότητες» και όχι η ουσιαστική μόρφωση, ο χειρισμός πληροφοριών αντί της κριτικής σκέψης, ο κατακερματισμός της γνώσης σε χρήσιμα στοιχεία. Από κοντά και η «μάθηση της μάθησης», η τεχνική αναβάθμισης πληροφοριών. Αυτή η χρησιμοθηρία οδηγεί στην αδυναμία συνολικής θεώρησης του σύγχρονου κόσμου, εξήγησης και αμφισβήτησής του. (12) 

 

Τι να κάνουμε

 

Είναι επιτακτική ανάγκη η αγωνιστική διεκδίκηση αιτημάτων που συμβάλλουν στην κατοχύρωση και διεύρυνση των εργασιακών και πνευματικών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών, έτσι που να μπορούν να επεμβαίνουν και να συμμετέχουν –ατομικά και συλλογικά- στη λειτουργία του σχολείου ως ενεργά υποκείμενα. Γενικότερα μπορούν και πρέπει να επεμβαίνουν στην εκπαιδευτική διαδικασία, να έχουν άποψη για το περιεχόμενο των γνώσεων και των μεθόδων διδασκαλίας (τι και πώς θα διδαχθεί), αμφισβητώντας το ρόλο του πειθήνιου αλλοτριωμένου δημόσιου υπαλλήλου που λειτουργεί ως ιμάντας μεταβίβασης της κυρίαρχης ιδεολογίας και διαμεσολαβητής της κοινωνικής επιλογής των μαθητών.

Στις σημερινές συνθήκες, λοιπόν, που ξεδιπλώνεται η επίθεση εναντίον της δημόσια εκπαίδευσης είναι αναγκαίος ο σαφής προσανατολισμός του εκπαιδευτικού κινήματος για την υπεράσπιση του δωρεάν χαρακτήρα της και την προώθηση συγκεκριμένων αιτημάτων που επανειλημμένα έχουν διατυπωθεί, έτσι ώστε να ξεπεραστεί η άθλια κατάσταση του σημερινού σχολείου.. Όλα τα παιδιά μέχρι τα 18 πρέπει να μορφώνονται και να μη δουλεύουν. Είναι αναγκαία η πρόσβαση σε ένα ενιαίο 12χρονο, δημόσιο και δωρεάν σχολείο.

 

Σημειώσεις – Βιβλιογραφία

 

6. Γιώργος Μαυρογιώργος, Μήπως το Power Point … είναι της ραθυμίας; http://www.alfavita.gr/artro.php?id=28170

7. Γιώργος Μαυρογιώργος, Το Λύκειο δεν είναι Ωρολόγιο Πρόγραμμα: προσθαφαίρεση ωρών και μαθημάτων! Η Αυγή, Κυρ.03/04/2011.

8.Π. Στεφανάκου, Έχουμε πολλά λύκεια… Η ΑΥΓΗ, Κ. 3 – 4- 2011

9α. Εκπαιδευτικός Όμιλος/αντιτετράδια της εκπαίδευσης, Το "νέο Λύκειο" δεν είναι ούτε νέο ούτε Λύκειο, Παρασκευή 1 – 4- 2011.

9β. Εκπαιδευτικός Όμιλος/αντιτετράδια της εκπαίδευσης, Το "νέο Λύκειο" δεν είναι ούτε νέο ούτε Λύκειο, Παρασκευή 1 – 4- 2011.

10.Γιάννα Στρεβίνα, «Νέο» ανταγωνιστικό και διαφοροποιημένο Λύκειο, Ριζοσπάστης, Κυριακή 3 – 4 – 2011.    
11. Δ.Σ. ΟΛΜΕ Ανακοίνωση, Παρασκευή 1 – 4 2011.

12. Γ. Ιωαννίδου, Γ. Κρεασίδης, Ντ. Ρέπα, Αιμ. Τσαγκαράτου, φτηνό σχολείο φέρνουν οι συγχωνεύσεις, ΠΡΙΝ Κ. 3 – 4 – 2011

 

* Ο Γιώργος Κ. Καββαδίας είναι Φιλόλογος – επιστημονικός συνεργάτης ημερήσιου – περιοδικού τύπου,  http://gkavadias.blogspot.com

 

ΠΗΓΗ: 14-4-2011,  http://www.alfavita.gr/artro.php?id=29538

ΤΟ «ΝΕΟ ΣΧΟΛΕΙΟ»: ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ I

ΤΟ «ΝΕΟ ΣΧΟΛΕΙΟ»: ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Ή πώς το «νέο σχολείο» του ΠΑΣΟΚ ταυτίζεται με το «αποκεντρωμένο» σχολείο της αγοράς – Μέρος Ι

 

Του Γιώργου Κ. Καββαδία* 

 

ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

Από τη δεκαετία του 1990 η κυρίαρχη πολιτική στην εκπαίδευση επιδιώκει την ευθυγράμμισή της στα νέα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στόχος η διαμόρφωση του ευέλικτου, «αποκεντρωμένου» σχολείου της αγοράς, που οικοδομείται πάνω στα ερείπια του σημερινού δημόσιου σχολείου.

Στη χώρα μας οι αντιστάσεις του εκπαιδευτικού κινήματος έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην αποτροπή της εφαρμογής της «αξιολόγησης» και της «αποκέντρωσης» που αποτελούν βασικούς πυλώνες για την οικοδόμηση του σχολείου της αγοράς και αποτελούσαν βασικές προτεραιότητες της εκπαιδευτικής πολιτικής των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ.

Οι κυρίαρχες δυνάμεις προβάλλουν ένα μοντέλο σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση διατάζει και η εκπαίδευση πρέπει να συμμορφώνεται. Γενικότερα το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να «μεταρρυθμίζεται» έτσι που να συμμορφώνεται με τους κανόνες της αγοράς. Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο γίνεται όλο και πιο ορατή η ενεργός συμμετοχή και παρέμβαση των επιχειρήσεων στην εκπαιδευτική διαδικασία που επιχειρούν να  προσδεθεί στο άρμα τους. (1)    

 

ΣΤΗΝ ΠΡΕΣΑ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ

 

 Την περίοδο αυτή η ελληνική δημόσια εκπαίδευση δέχεται αλλεπάλληλα πλήγματα. Το τωρινό πλήγμα δεν είναι άλλο από τις συγχωνεύσεις σχολείων σε συνδυασμό με μια καταιγίδα άλλων αντιεκπαιδευτικών μέτρων (κλείσιμο Ο.Ε.Δ.Β., προσπάθεια κατάργησης του έντυπου σχολικού βιβλίου, υπερβολικά μειωμένη χρηματοδότηση) επίσης με την υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των εκπαιδευτικών και την προσπάθεια κρατικής χειραγώγησης του έργου τους (μέντορες, αυτοαξιολόγηση) Η επίθεση, όπως και στην υπόλοιπη κοινωνία, είναι στρατηγικού χαρακτήρα και στοχεύει στην αλλαγή των αρχών λειτουργίας της ελληνικής εκπαίδευσης, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μεταπολεμικά.

Τα όποια υπολείμματα κοινωνικών κατακτήσεων υπάρχουν σήμερα στην εκπαίδευση εξέφραζαν ένα εκπαιδευτικό σύστημα μιας άλλης εποχής και έναν διαφορετικό συσχετισμό κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων από τον σημερινό. Η στρατηγική ήττα του λαϊκού κινήματος τη δεκαετία του ’90 και του 2000 έγινε το εφαλτήριο για να συντριβούν εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα. Οι συγχωνεύσεις σχολείων επιδιώκουν να συρρικνωθεί το εκπαιδευτικό σύστημα προκειμένου  να πάψει η χρηματοδότησή του , έστω και με τα ισχνά ποσοστά (κάτω από 2,75% του ΑΕΠ) των τελευταίων χρόνων, ν’ αποτελεί πρόβλημα για τον κρατικό προϋπολογισμό. Όταν υπάρχει η ανάγκη χρηματοδότησης κοινωνικών αναγκών η  νεοφιλελεύθερη μυθολογία κάνει λόγο για σπάταλο κράτος που πρέπει να σταματήσει να υπάρχει. Ως σπατάλη κατανοούνται σήμερα και οι ελάχιστες δαπάνες για την εκπαίδευση. (2) Με βάση τη λογική αυτή σταμάτησαν φέτος την ενισχυτική διδασκαλία, έκοψαν τις αποσπάσεις από τα σχολεία δεύτερης ευκαιρίας και τα σχολεία του εξωτερικού. Οι σημερινές εξελίξεις εμπνεύστηκαν από το αγγλοσαξωνικό μοντέλο συντηρητικής αναδιάρθρωσης: τη Λισαβόνα, τη Μπολόνια και τον ΟΟΣΑ. (3)

Το αποτέλεσμα θα είναι ένα σχολείο που από άποψη υλικοτεχνικών υποδομών θα θυμίζει τη δεκαετία του  ’60. Ένα εντελώς υποτυπώδες σχολικό δίκτυο για την επαρχία, το οποίο θα έχει ως άμεση και σοβαρή συνέπεια την αύξηση της σχολικής διαρροής και από την άλλη δημιουργία σχολείων – μαμούθ που θα λειτουργούν ως αποθήκες ψυχών για μαθητές και εκπαιδευτικούς.

 Οι συγχωνεύσεις έρχονται να δημιουργήσουν το φθηνό σχολείο και να υποβαθμίσουν την εκπαιδευτική διαδικασία στις πιο κρίσιμες και ευαίσθητες πλευρές της. Από τα 1933 συγχωνευμένα σχολεία τα 1523 αφορούν την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και τα 410 τη δευτεροβάθμια. Μειώνονται κατά 2000, ίσως και περισσότερο, οι οργανικές θέσεις στην εκπαίδευση. Όλα αυτά έχουν σοβαρές παιδαγωγικές και κοινωνικές επιπτώσεις: 

1. Δημιουργούνται πολυπληθή σχολεία από άποψη μαθητικού δυναμικού με λιγότερο εκπαιδευτικό προσωπικό. Αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός απρόσωπου παιδαγωγικού περιβάλλοντος με μειωμένη ή εντελώς αδύνατη την ουσιαστική επικοινωνία ανάμεσα στον εκπαιδευτικό και τον μαθητή και ανάμεσα στον εκπαιδευτικό και τον γονιό.

2. Τη χειροτέρευση της πρόσβασης στο σχολείο και για το μαθητή της επαρχίας και για το μαθητή των μεγάλων  αστικών κέντρων. Οι μετακινήσεις  θα παρουσιάσουν στην πορεία και άλλα προβλήματα καθώς  ανατίθενται στους Καλλικρατικούς Δήμους, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι υπερχρεωμένοι και ξεκινούν τη νέα  πορεία τους με σημαντική μείωση των δαπανών τους. Η δυσκολία της πρόσβασης στο σχολείο έχει αναγνωριστεί από την κοινωνιολογική εκπαιδευτική έρευνα ως αιτία  σχολικής διαρροής.

 

ΤΟ «ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

 

Μπορεί ο πρωθυπουργός Γ. Α. Παπανδρέου από τις αλήστου μνήμης προγραμματικές δηλώσεις που παραδοσιακά μοιάζουν με ξεπερασμένη έκθεση ιδεών να εξήγγειλε «τη συνεχή αύξηση της χρηματοδότησης για την Παιδεία ώστε να επιτευχθεί ο στόχος του 5%», αλλά είναι ο ίδιος που εδώ και μια 15ετία περίπου είχε χαρακτηρίσει «ξύλινα» τα συνθήματα για αύξηση των κρατικών δαπανών στο 15% του κρατικού προϋπολογισμού.

Στόχος της κυβέρνησης, ιδιαίτερα μετά την υπαγωγή της Ελλάδας στο Δ.Ν.Τ. και με βάση τα μνημόνια είναι η καθήλωση των κρατικών δαπανών για την εκπαίδευση και η μετάθεση του κόστους λειτουργίας των σχολικών μονάδων στους δήμους και ουσιαστικά στους εργαζόμενους, με την επιβολή τοπικής φορολογίας και εν τέλει η διείσδυση εταιριών – χορηγών.

Aυτό είναι το φτηνό και ευέλικτο σχολείο της αγοράς. Aυτό είναι το επιχειρηματικό σχολείο των «κουπονιών», έρμαιο της αγοράς, που λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Μακροπρόθεσμα τ’ αποτελέσματα θα είναι ο μαρασμός και το κλείσιμο πολλών σχολείων, κυρίως των αγροτικών περιοχών, αφού οι κοινότητες και οι μικρότεροι δήμοι δε θα μπορούν ν’ αντεπεξέλθουν στα έξοδα λειτουργίας τους, την ώρα που οι ποικιλώνυμοι «τοπικοί παράγοντες» θα ενδιαφέρονται για τη βιτρίνα τους, τα «καλά» σχολεία της περιοχής. Ανάλογα προβλήματα θ’ αντιμετωπίσουν και πολλά σχολεία των αστικών κέντρων, ιδιαίτερα των υποβαθμισμένων περιοχών, που θα εξελιχθούν σε σχολεία αλλοδαπών μεταναστών και φτωχών Ελλήνων, κατά τα πρότυπα των ΗΠΑ, της μητρόπολης του καπιταλισμού.

Πάνω στα ερείπια του ενιαίου δημόσιου σχολείου οικοδομείται η διαφοροποίηση κάθε σχολείου και ουσιαστικά ο ταξικός διαχωρισμός τους. Με «δούρειο ίππο» την Ευέλικτη Ζώνη για το Δημοτικό Σχολείο και τις Ελεύθερες Ζώνες στο Γυμνάσιο, δίνεται η δυνατότητα στις επιχειρήσεις και τους δήμους να διαμορφώνουν το 1/3 του προγράμματος σε κάθε σχολείο χωριστά. Επιπλέον, η τοποθέτηση οικονομικού διευθυντή-μάνατζερ δείχνει το άνοιγμα του σχολείου σε επιχειρηματικές δραστηριότητες και τη διαπλοκή του με την «ελεύθερη» αγορά.

Στα πλαίσια της αποκέντρωσης γίνεται λόγος για νέους ρόλους των εκπαιδευτικών και κυρίως αυτών που ασκούν διοίκηση. Στην ουσία θα τους μετατρέψει σε μάνατζερ – διαχειριστές που θα είναι υποχρεωμένοι ν’ αναζητούν πηγές χρηματοδότησης για τη λειτουργία του σχολείου. Μια τέτοια προοπτική εμπεριέχει τον κίνδυνο καθυπόταξης της διδακτικής πράξης στην επιχειρηματική λογική. Το σχολείο να λειτουργεί με κριτήριο την εξεύρεση κονδυλίων και να προσαρμόζει τη λειτουργία του σ’ αυτή την προοπτική.  

 

«ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ» – ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ. ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

 

Το Υπουργείο Παιδείας επικαλούμενο, για μια ακόμη φορά, υπαρκτά προβλήματα (που έχει προκαλέσει η δική του πολιτική) όπως τον «συγκεντρωτισμό» και την «αναποτελεσματικότητα» της διοίκησης της δημόσιας εκπαίδευσης, προωθεί την ενίσχυση του ελεγκτικού και «πανοπτικού» ρόλου του υπουργείου, που θα κρατά υπό τον ασφυκτικό έλεγχο κάθε σημαντική λειτουργία του μηχανισμού διοίκησης-εποπτείας της εκπαίδευσης. Ουσιαστικά το υπουργείο Παιδείας, χωρίς να αφήνει από τα χέρια του τα «κλειδιά» στη λήψη των κατευθυντήριων αποφάσεων της εκπαιδευτικής πολιτικής, εκχωρεί αφενός στις περιφερειακές διευθύνσεις και τις Διευθύνσεις Α/θμιας και Β/θμιας εκπαίδευσης την αρμοδιότητα της περαιτέρω εξειδίκευσης και του ελέγχου υλοποίησής τους και αφετέρου στις σχολικές μονάδες την «αυτονομία» να κινηθούν δραστήρια στο πλαίσιο που ήδη έχει οριστεί.

Στο όνομα της «αποκέντρωσης των αρμοδιοτήτων» και της «ενίσχυσης του ρόλου των περιφερειακών δομών διοίκησης της εκπαίδευσης», επιδιώκει να μεταφέρει συγκεκριμένες αρμοδιότητες – χωρίς όμως τους αντίστοιχους πόρους- από την κεντρική εξουσία σε μια ελεγχόμενη από τα πάνω, αυστηρά ιεραρχική, διοικητική πυραμίδα (περιφερειακούς διευθυντές, διευθυντές εκπαίδευσης και σχολικών μονάδων).

Προβάλλει την ανάγκη αυτονόμησης της σχολικής μονάδας. Η αυτονόμηση αυτή αφορά τη δυνατότητα της περιφερειακής διοίκησης αλλά και της σχολικής μονάδας να χειριστούν «τον προϋπολογισμό και τη διαχείριση των πιστώσεων για λειτουργικές δαπάνες με βάση τον προγραμματισμό της Σχολικής Μονάδας, όπως προκύπτει από τη διαδικασία αυτοαξιολόγησης»

Αυξάνει τις αρμοδιότητες και την εξουσία του διευθυντή, ενώ την ίδια στιγμή αποψιλώνει τις αρμοδιότητες του Συλλόγου Διδασκόντων και των λοιπών συλλογικών οργάνων. Στόχος είναι η θεσμική μετεξέλιξη του διευθυντή από τον παλιό γραφειοκράτη διευθυντή σε έναν «δυναμικό άρχοντα-manager», ο οποίος θα αναζητά πόρους και θα λειτουργεί ως φορέας προώθησης της νέας κουλτούρας επιχειρηματικού πνεύματος, καινοτόμων δράσεων και διασύνδεσης «του σχολείου του» με την τοπική αγορά. Μια τέτοια λειτουργία του διευθυντή θα εναρμονίζεται με τη νέα μορφή «αυτοαξιολόγησης σχολικών μονάδων» που έχει θεσμοθετήσει το υπουργείο, αφού, μέσα από τη διαδικασία αξιολόγησης που προβλέπεται, τα σχολεία θα λειτουργούν ως «αυτονομημένες μονάδες», οι οποίες θʼ ανταγωνίζονται η μία την άλλη στην επίδειξη καλών σχολικών αποτελεσμάτων, καινοτομικών δράσεων και πρακτικών, ανεύρεσης πόρων και, τέλος, προσέλκυσης πελατών (μαθητών). Στο πλαίσιο αυτά ο διευθυντής της σχολικής μονάδας αναλαμβάνει ανάμεσα σε άλλα «τον σχεδιασμό, την υλοποίηση και αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου», γεγονός που ενισχύει όλους τους μηχανισμούς αξιολόγησης («κοινωνικής λογοδοσίας») και τους συνδέει αφενός με τις εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών και αφετέρου με την ίδια την χρηματοδότηση των σχολείων. (4)

Εν πρώτοις αυτό  έχει ως αποτέλεσμα για τους εκπαιδευτικούς τη συμπίεση του μισθού τους και της όποιας παιδαγωγικής ελευθερίας, με τις αλλεπάλληλες μειώσεις αποδοχών λόγω του Μνημονίου, με αποκορύφωμα το νέο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων που εξαρτά αποδοχές και μισθολογική εξέλιξη από την «αξιολόγηση – χειραγώγηση», δηλαδή την παθητική συμμόρφωση και υποταγή.

Σε ένα απόσπασμα της «πρότασης για το Νέο Λύκειο», αναφέρεται: «Τα αποτελέσματα του Λυκείου μπορούν να αξιολογηθούν αναφορικά με δυο διαστάσεις: α) τις ακαδημαϊκές επιδόσεις των μαθητών και β) την απορρόφηση των αποφοίτων από την αγορά εργασίας».  (5)

Με άλλα λόγια ενοχοποιούνται οι εκπαιδευτικοί τόσο για τις επιδόσεις των μαθητών τους, όσο και για το ότι δεν βρίσκουν δουλειά! Σύμφωνα με Δελτίο Τύπου του υπουργείου, η αξιολόγηση θα αφορά σχολεία και εκπαιδευτικούς και θα είναι και εξωτερική. Στόχος της είναι η καταπάτηση εργασιακών δικαιωμάτων και η εξάλειψη της όποιας παιδαγωγικής αυτονομίας, η ανατροπή των εργασιακών σχέσεων και της μονιμότητας, αλλά και η κατηγοριοποίηση των σχολικών μονάδων.

 

Σημειώσεις – Βιβλιογραφία

1. Γιώργος Κ. Καββαδίας, «Ο δούρειος ίππος της αποκέντρωσης και η άλωση της δημόσιας εκπαίδευσης από το ιδιωτικό κεφάλαιο», Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης τ.37, 1995/96

2. Χρ. Ρέππας, Συγχωνεύσεις Σχολείων: Η εκπαίδευση κάτω από την εξουσία του μνημονίου, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=26825

3. Γ. Ιωαννίδου, Γ. Κρεασίδης, Ντ. Ρέπα, Αιμ. Τσαγκαράτου, φτηνό σχολείο φέρνουν οι συγχωνεύσεις, ΠΡΙΝ Κ. 3 – 4 – 2011

4.Χρ. Κάτσικας, Αναδιάρθρωση της Διοίκησης της Εκπαίδευσης, Ασφυκτικός έλεγχος και ιδιωτικοποίηση, ΛΑΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ, Σάββατο 16 – 4 – 2011).

5. Καταιγιστικό ξεδίπλωμα αντιδραστικών αλλαγών στην εκπαίδευση. Ορθώνονται ταξικοί φραγμοί, βυθίζονται δικαιώματα και ελευθερίες, Προλεταριακή σημαία, Σάββατο 9 – 4 – 2011

* Ο Γιώργος Κ. Καββαδίας είναι Φιλόλογος – επιστημονικός συνεργάτης ημερήσιου – περιοδικού τύπου,  http://gkavadias.blogspot.com

 

ΠΗΓΗ: 14-4-2011,  http://www.alfavita.gr/artro.php?id=29538

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

AOZ: Ένα ανεπιθύμητο δικαίωμα;

AOZ: Ένα ανεπιθύμητο δικαίωμα;

 

Του Nίκου Κοτζιά


 

O χειρισμός της εξωτερικής πολιτικής και των οικονομικών συμφερόντων της χώρας σε εποχή παγκόσμιων αλλαγών απαιτεί αναλύσεις, διατυπώσεις και πολιτικές που υπερβαίνουν, δυστυχώς, τόσο τις ικανότητες όσο και τις δυνατότητες του πολιτικού προσωπικού, όπως επίσης και τις υφιστάμενες, ελλιπείς χωρητικότητες του ελληνικού κράτους.

Συχνά, δε, η κυβέρνηση δείχνει ως μια παρέα που δεν επιθυμεί να της δώσουν επιπλέον αρμοδιότητες, διότι τότε θα αυξάνονται οι υποχρεώσεις της. Πιο ειδικά, η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει τα νέα δικαιώματα της Ελλάδας που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο – ιδιαίτερα της ΑΟΖ – ως μια καινούρια δυνατότητα, αλλά ως πρόβλημα.

Οι ελληνικές κύριες θάλασσες – πέραν του Αιγαίου – συγκροτούν τρεις περιοχές ΑΟΖ. Και στις τρεις, η ελληνική κυβέρνηση δείχνει υποχωρητικότητα. Αφήνει, δε, τρίτες χώρες να «παγώσουν» τα δικαιώματά μας. Δείχνει κατανόηση για τις διεκδικήσεις και τις απαιτήσεις των άλλων, αλλά τα δικά μας δίκαια, σύμφωνα και με το διεθνές δίκαιο, δεν έχει καμιά αντίρρηση να τα «παγώσει». Η στήλη αυτή πρώτη έθεσε πριν από ένα χρόνο τα ζητήματα της ΑΟΖ, καθώς και την υποχωρητικότητα που έδειχνε η κυβέρνηση έναντι της αλβανικής πολιτικής σκηνής. Τότε που η γείτων αθέτησε τις δεσμεύσεις της ως προς την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ ανάμεσα σε Ελλάδα και Αλβανία. Περιοχές από τις οποίες θα περάσουν σημαντικοί διεθνείς αγωγοί πετρελαίου και φυσικού αερίου, ιδιαίτερα βορείως της Κέρκυρας.

Η υποχωρητικότητα αυτή είχε και συνέχεια. Η στήλη ανέδειξε, επίσης, το γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε αποδεχτεί στις διαπραγματεύσεις της με την Τουρκία να εξαιρεθεί το Καστελόριζο από αυτές. Κατήγγειλα το γεγονός. Η αποδοχή στις διαπραγματεύσεις των απαιτήσεων της Τουρκίας αποτελεί όχι απλό «πάγωμα» δικαιώματος, αλλά εκχώρηση στην Τουρκία της δυνατότητας να «καταλάβει» τα ελληνικά δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιαίτερα σημαντική γεωγραφική θέση του ελληνικού αυτού νησιού και των νησίδων που το περιβάλλουν.

Δυστυχώς, οι εξελίξεις επιβεβαίωσαν τα πλέον απαισιόδοξα σενάρια. Υποκριτικά, η κυβέρνηση διέψευσε τα σενάρια διαπραγμάτευσης που είχαν δει το φως της δημοσιότητας, ψευδόμενη με απρέπεια. Δεν υπολόγισε, δε, ότι ο συνομιλητής της από την Τουρκία θα την εξέθετε. Πλοία της πέρασαν, πλέον, από την πολιτική παγιοποίησης των ελληνικών δικαιωμάτων στην πολιτική εμφάνισης της ελληνικής ΑΟΖ ως τουρκικής. Η πρόσφατη εκδίωξη ιταλικού πλοίου από την ελληνική ΑΟΖ, το οποίο στη συνέχεια ζήτησε άδεια από την Τουρκία, αποτελεί ράπισμα στα ψέματα, στις αποσιωπήσεις, στην υποκρισία όσων δεν ξαγρυπνούν πάνω στο αύριο της χώρας. Όσων δεν αντιλαμβάνονται ότι η Τουρκία μετακινεί την αντιπαράθεσή της με την Ελλάδα από τους ουρανούς στις θάλασσες, τόσο διότι αυτή είναι η ιστορική τάση κάθε δύναμης που θέλει να ηγεμονεύει σε μια περιοχή, όσο, πολύ περισσότερο, διότι εκεί βρίσκονται σήμερα οι μελλοντικοί πόροι πλούτου της Ελλάδας, που θέλει να οικειοποιηθεί η γείτων.

Αλλά και ως προς τη νότια ΑΟΖ η ελληνική κυβέρνηση έδειξε αδιαφορία. Ενώ διέθεσε στις δυνάμεις υποστήριξης των ανταρτών στη Λιβύη και της κυβέρνησής τους ελληνικά εδάφη, εναέριο και θαλάσσιο χώρο, δεν ζήτησε τη δέσμευση της τελευταίας ότι θα αναγνωρίσει την ελληνική ΑΟΖ, με αφετηρία τη Γαύδο. Δίκαιο που αρνιόταν να αναγνωρίσει ο Καντάφι. Πρόκειται για τη νότια ΑΟΖ της Ελλάδας, η οποία όλα δείχνουν ότι περιλαμβάνει μεγάλο φυσικό πλούτο, όπως και η αντίστοιχη στα νότια του Καστελόριζου.

Συνολικά, σε τρεις θάλασσες, η κυβέρνηση δείχνει να μην κατανοεί τη μακρόχρονη σημασία της ΑΟΖ για τη γεωστρατηγική αλλά και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Χωρίς τις – αναγκαστικά – δημόσιες πιέσεις πολλών μας, δεν θα έβαζε καν τη λέξη στο στόμα της. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ δείχνει σκληρότητα απέναντι στους απλούς Έλληνες στο όνομα της οικονομικής αναγκαιότητας, παραδίδει αμαχητί πλούσιους πόρους, που μπορούν να διασφαλίσουν σε σημαντικό βαθμό το οικονομικό μέλλον της Ελλάδας.

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Επίκαιρα" στις 7/4/11 

ΠΗΓΗ: 13/04/2011, http://www.epikaira.gr/epikairo.php?id=17098&category_id=100