Μαθητές με διδακτορικό στο… σκονάκι

Μαθητές με διδακτορικό στο… σκονάκι

 Τι μπορούν να σκαρφιστούν οι υποψήφιοι με απώτερο στόχο επιτυχία στις εξετάσεις και κα λύτερους βαθμούς

 

Των Κάτιας Αντωνιάδη – Γεωργίας Σακκουλά

 

Ένας μαθηματικός τύπος χαραγμένος στο θρανίο, ο αόριστος β' του τάδε ρήματος σ' ένα χαρτάκι, ο ορισμός της τραγωδίας πάνω στη γομολάστιχα. Ποιος δεν έχει κάνει σκονάκι, έστω μια φορά; Η αντιγραφή, άλλωστε, είναι σχεδόν συνώνυμο των εξετάσεων.

Με φαντασία και στρατηγική οι σύγχρονοι νέοι έχουν προσπεράσει τις παραδοσιακές μεθόδους Όσο η πιστή μεταφορά του βιβλίου στο γραπτό θα αποτελεί κριτήριο επιτυχίας τόσο οι εξεταζόμενοι θα προσβλέπουν στην ευεργετική του συνδρομή. Οι μαθητές του 21ου αιώνα έχουν προσπεράσει τις παραδοσιακές μεθόδους αντιγραφής. Τη θέση του τσαλακωμένου στη σφιχτή παλάμη σημειώματος έχουν πάρει προηγμένα σκάνερ και τεχνολογικά ευρήματα. Με υπομονή αρχαιολόγου σε ανασκαφή και μεράκι Κινέζου μάστορα, η μαθητιώσα νεολαία παίρνει διδακτορικό στη φαντασία και τη στρατηγική.

Το τοπ-10 των δημοφιλέστερων σκονακίων

1 Το χαρτάκι

Η κλασική μέθοδος. Ολόκληρα βιβλία σε χειρόγραφες σμικρύνσεις κρύβονται στις κάλτσες, στις τσέπες, μέσα στην μπλούζα, κάτω από τη φούστα, στα μαλλιά του μπροστινού, στην τρύπα στον τοίχο.

2 Το «συνεργείο»

Οι υποψήφιοι έχουν μπει στην αίθουσα και έχουν ήδη πάρει τα θέματα. Ο συνεργός απ' έξω καταφέρνει να τα μάθει, τα λύνει και αφήνει τις απαντήσεις στις τουαλέτες.

3 Το θρανίο

Ο παράδεισος του σκονακίου. Λίγα τετραγωνικά εκατοστά ελεύθερα φτάνουν για να γραφτεί ακόμα και ολόκληρο κεφάλαιο.

4 Δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι

Ο «δράστης» έχει γράψει το κείμενο στο μαγνητοφωνάκι και την ημέρα των εξετάσεων καλωδιώνεται, κρύβει το μαγνητοφωνάκι και ακούει την «απαγγελία».

5 Η «prison break» εκδοχή

Σκονάκια γραμμένα στο πόδι, από τον αστράγαλο μέχρι τη μέση της γάμπας, στον καρπό του χεριού, στο μπούστο, στον μηρό, ανάλογα με την έμπνευση.

6 Το κινητό

Οι λύσεις κυκλοφορούν μέσω SMS, είτε αποθηκεύονται στο σημειωματάριο του τηλεφώνου.

7 Η μέθοδος της πινέζας

Το σκονάκι, γραμμένο σε ένα στρογγυλό χαρτόνι, στερεώνεται κάτω από το θρανίο με πινέζα και εμφανίζεται κατά το δοκούν.

8 Η αόρατη γραφή

Με ένα στυλό από το οποίο έχει τελειώσει η μελάνη «ξεπατικώνεται» το κείμενο πάνω σε μια άσπρη κόλλα. Η πίεση που ασκείται στο χαρτί είναι τόση ώστε να μπορούν να διακρίνονται οι λέξεις. Την ώρα της εξέτασης, η κατάλευκη (και ξεπατικωμένη) σελίδα λειτουργεί ως «πρόχειρο».

9 Το σκονάκι «Κορπή»

Από ένα μπουκαλάκι νερού αφαιρείται η ετικέτα και περνάει από σκάνερ υψηλής ανάλυσης. Μέσω του προγράμματος «photoshop» σβήνουν τα γράμματα που υπάρχουν πάνω στο μπουκάλι (τα συστατικά, τα τηλέφωνα εξυπηρέτησης, κλπ.) και αντικαθιστώνται από το κείμενο. Στη συνέχεια, η νέα ετικέτα εκτυπώνεται και τοποθετείται κανονικά πάνω στο μπουκαλάκι.

10 Για γκατζετάκηδες

Με λάστιχα και συρματάκια εφαρμόζεται ένα «συρταράκι» κάτω από το καντράν του ρολογιού, μέσα στο οποίο κρύβεται το σκονάκι. Οι λάτρεις της τεχνολογίας έχουν χρησιμοποιήσει από στυλό-σκάνερ μέχρι pc-pocket και bluetooth.

 

ΠΗΓΗ: Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 18 Μαΐου 2009,  http://www.enet.gr/?i=news.el.ellada&id=45233

ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ Ι

ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ

Ένα φαινόμενο της νεοελληνικής θρησκευτικής ζωής

 

Απ.  Αλεξανδρίδη* 

 

Μέσα στις δύσκολες στιγμές των πρώτων χρόνων της ελεύθερης ζωής και της δημιουργίας του συγχρόνου ελληνικού κράτους, η Ελληνική Εκκλησία βρέθηκε σε αδυναμία να αντιμετωπίσει τις καινούργιες συνθήκες και καταστάσεις.

Οι επίσκοποι επί τετρακόσια χρόνια είχαν διπλό λειτούργημα: δεν ήταν μόνο επίσκοποι της Εκκλησίας, ήταν συνάμα και υπεύθυνοι πολιτικοί άρχοντες των Ρωμιών της επαρχίας τους, πολλές φορές απασχολημένοι περισσότερο με την επιβίωση του γένους και λιγότερο με τη φανέρωση της Βασιλείας του Θεού μέσα στη χριστιανική κοινότητα (1). Τώρα το πρώτο τους έργο έμενε χωρίς περιεχόμενο και η ξαφνική αυτή αλλαγή. Όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε κρίση και σύγχυση.

Την κρίση αυτή και τη σύγχυση ήρθε να επιτείνει και το αυτοκέφαλο του Φαρμακίδη, που υποδούλωνε την Εκκλησία στο κράτος. Ήταν μια οργάνωση της Εκκλησίας βασισμένη σε προτεσταντικά πρότυπα (2), που μετέβαλε τους επισκόπους σε κρατικούς υπαλλήλους και πολύ λίγο τους βοήθησε να βρουν την αποστολή τους. Ακόμη λιγότερο βοήθησαν την Εκκλησία οι άγριες επιθέσεις του κράτους κατά των μοναστηριών και το κλείσιμο τους.
Το γενικό μορφωτικό επίπεδο του κόσμου, που και πριν από την επανάσταση του 1821 δεν ήταν ψηλό, τώρα, ύστερα από έναν τόσο σκληρό και μακροχρόνιο αγώνα ήταν ακόμα χαμηλότερο, κι ο κλήρος, που μαζί του είχε πολεμήσει και πάθει, δεν ήταν σε θέση να τον οδηγήσει μέσα στην παράδοσή του.
Πολλά στοιχεία της ορθόδοξης παράδοσης ξεχάστηκαν η νοθεύτηκαν μέσα στη μακρόχρονη σκλαβιά. Αλλά κι' εκείνα που διατηρήθηκαν μέσα από τόσους σκοτεινούς και δύσκολους αιώνες άρχισαν να χάνονται μέσα στη γενική σύγχυση, ακριβώς τη στιγμή που ήταν εντελώς απαραίτητα, για να μπορέσει η Εκκλησία να σταθεί στα πόδια της.

Εκείνα που είχαν θεμελιώδη και ανεξακρίβωτη ως τώρα σημασία στη συνέχεια της παράδοσης, ήταν από το ένα μέρος ο λατρευτικός τύπος, που όσο κι αν η ουσία του έμενε δυσνόητη, τροφοδοτούσε τον πιστό και τον μυούσε ως ένα σημείο στο μυστήριο του Σταύρου και της Ανάστασης, και από το άλλο μέρος τα παλιά βιβλία πού' χαν κυκλοφορήσει κατά την Τουρκοκρατία (Όπως π.χ. του αγ. Νικόδημου του Αγιορείτου, του Αγαπίου Λάνδου κλπ.), που ακόμα ως τα σήμερα τα ανακαλύπτουμε σε μερικά χωριάτικα η νησιώτικα σπίτια, ταπεινούς κι' ακούραστους οδηγούς ευσέβειας.
Απ' αυτές τις ρίζες βγαίνει ο Παπουλάκος, που παρ' όλη τη μικρή του μόρφωση κινείται μέσα σε πολύ πιο ορθόδοξα πλαίσια, παρ' όσο οι κατοπινοί πιο μορφωμένοι ιδρυτές των διαφόρων συλλόγων και οργανώσεων. Δεν είχε μεγαλεπήβολα σχέδια, είχε όμως μια βαθειά κατανόηση της ορθόδοξης διδαχής, γι' αυτό το κήρυγμά του αν και απλό και πραχτικό, δεν είναι ξερή ηθικολογία αλλά διαποτίζεται από το φιλάνθρωπο της ανατολικής παράδοσης. Πολλοί τον θεωρούν πρόδρομο των χριστιανικών κινήσεων, ίσως όμως πρέπει να είμαστε πολύ επιφυλακτικοί σ' αυτό.

Η εμφάνιση του Παπουλάκου δε είναι κάτι το διανοητικό, μας παρουσιάζεται μάλλον πραγματικά χαρισματική. Τίποτα το τεχνητά οργανωμένο δεν υπάρχει στην προσπάθεια του, είναι το χαρισματικό μέρος της Εκκλησίας, που έρχεται να αναπληρώσει την αδυναμία του ιδρυματικού.

Για πρώτο κρίκο αυτής της αλυσίδας των οργανωμένων κινήσεων, που με διάφορες εξελίξεις και μορφές θα παίξουν σημαντικό ρόλο στη ζωή της Ελλαδικής Εκκλησίας, πρέπει να θεωρήσουμε τον Κοσμά Φλαμιάτο. Το κίνημα του Φλαμιάτου είναι μια αντίδραση όχι μόνο στην αδιαφορία η αδυναμία των ποιμένων της Εκκλησίας για διδαχή και καθοδήγηση του λάου της, αλλά και στην υποδούλωση της Εκκλησίας στο κράτος. Είναι όμως συνάμα και το κίνημα ενός φλογερού πατριώτη γεμάτου από οράματα, όπου πατριωτισμός και ορθοδοξία είναι αναπόσπαστα δεμένα μεταξύ τους (3). Η ορθοδοξία, ακόμη από τότε, ερμηνεύεται διαφορετικά κάθε φορά, ανάλογα με τα όνειρα και τις φαντασίες του καθενός.

 

Οι διαθέσεις του Φλαμιάτου ήταν άγιες, το βάρος όμως του παρελθόντος δεν τον αφήνει να τοποθετηθεί σωστά εκκλησιολογικά και έτσι κινείται μέσα στην ίδια σύγχυση που βρίσκεται η κρατική Εκκλησία. Αυτή η Εκκλησία, όπου ο επίσκοπος έπαψε να είναι για την κοινότητα η φανέρωση της ενότητας της, ο «εις τύπον και τόπον Χριστού», ο «επί της καθέδρας του Πέτρου» κι έγινε υπάλληλος του κράτους η στη βελτιωμένη μορφή, υπάλληλος μιας κεντρικής εκκλησιαστικής διοίκησης, που τον διορίζει, τον μεταθέτει κλπ.

Ο Φλαμιάτος πέθανε το 1852 στη φυλακή από τις κακουχίες σαν μάρτυρας του αγώνα του. Το έργο του απαλλαγμένο από τις πατριωτικές του υπερβολές, συνέχισε ο Ιγνάτιος Λαμπρόπουλος, αρχιμανδρίτης του Μεγάλου Σπηλαίου. Η δεσπόζουσα όμως μορφή του περασμένου αιώνα ήταν ο Απ. Μακράκης. Με την εμφάνισή του μπαίνομε σε μια νέα σημαντικότερη περίοδο των κινήσεων.
Ισχυρή προσωπικότης, προικισμένος με πολλά χαρίσματα και με βαθειά πίστη, γρήγορα συγκέντρωσε γύρω του πολλούς κληρικούς και λαϊκούς, μερικοί από τους οποίους θα ιδρύσουν αργότερα δικές τους κινήσεις. Ο Μακράκης ήταν ένα φαινόμενο. ακούραστος
μελετητής των πατέρων της Εκκλησίας, γνώστης της ελληνικής φιλοσοφίας και ως ένα σημείο και της ευρωπαϊκής, κατόρθωσε να νοιώσει σε καταπληχτικό βάθος ορισμένες πλευρές της χριστιανικής αλήθειας.

Ο Le Guillou παρατηρεί, πως θα μπορούσε κανείς πολύ σωστά, να παραλληλίσει μερικά κομμάτια από τα έργα του «Αποκάλυψις του κεκρυμμένου θησαυρού» και «Λόγος φιλοσοφικός, ου το θέμα : Χριστός η Αυτοαλήθεια» με ορισμένα κείμενα αρχαία των μεγάλων θεολόγων του μεσαίωνα η με ορισμένα σύγχρονα του Karl Barth (4).

Πραγματικά μερικές διαισθήσεις του είναι σημαντικές : αντιλαμβάνεται το Χριστό σαν καθολική αλήθεια, νοιώθει τη βαθειά σημασία της ευχαριστίας για τη ζωή του πιστού, και μάλιστα σ' αυτό προχωρεί πιο πέρα από τον Άγ. Νικόδημο τον Αγιορείτη, γιατί ανακαλύπτει την ευχαριστιακή υφή της Εκκλησίας ακόμα καταλαβαίνει τη σημασία της μελέτης των πατέρων (επιχειρεί μάλιστα μιαν έκδοσή τους) κι είναι ίσως ο πρώτος Έλληνας ορθόδοξος που ξαναβρίσκει την έννοια της οικουμενικής αποστολής της Εκκλησίας.

Είναι όμως κι' αυτός θύμα της εποχής του, ούτε η ελληνική Εκκλησία είναι σε θέση να τον βοηθήσει ούτε η θεολογία της εποχής του. Η έλλειψη αυτή θα οδηγήσει αργότερα σε δυσκολίες και θα ματαιώσει κατά μεγάλο μέρος την ευεργετική επίδραση που θα μπορούσε να αφήσει η εμφάνισή του.

Ακόμα δεν έχουν ξεκαθαριστεί οι επιδράσεις πάνω στη διαμόρφωση της σκέψης του Μακράκη, είναι όμως γεγονός, πως δεν προέρχονται μόνο από την ανατολική Εκκλησία. Τελευταία ο Le Guillou σημειώνει, πως υπάρχουν σοβαροί λόγοι, που τον πείθουν για μιαν άμεση ή έμμεση επίδραση από τον Lamennais (5). Άλλωστε σ' όλο το διάστημα της τουρκοκρατίας πολλά στοιχεία της δυτικής θεολογίας περνούσαν μέσα στην ανατολική Εκκλησία.

Έτσι εμφανίζεται έντονη η νομικίστικη αντίληψη της σωτηρίας, βασισμένη πάνω στη «δικαιοσύνη» (6), που σαν την «ανάγκη» των αρχαίων βαραίνει όχι μόνο πάνω στους ανθρώπους, παρά και πάνω στο Θεό και δίνει μια στυγνή όψη στο Χριστιανισμό, σήμα κατατεθέν και στις μετέπειτα οργανώσεις. Ακόμα εκδηλώνεται μια έλλειψη ελπίδας για τη σωτηρία των πολλών, ελπίδας τόσο ζωντανής μέσα στην ανατολική παράδοση.

Ένα άλλο αδύνατο σημείο του Μακράκη είναι ότι δε μπόρεσε να ξεφύγει από το όραμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η Μεγάλη Ιδέα, που τότε ήταν η πνοή της ζωής του Ελληνισμού, παίρνει γι' αυτόν βαθύτερο θρησκευτικό χαρακτήρα. Βλέπει τον ελληνικό λαό σαν ένα νέον Ισραήλ, που ό ίδιος θα τον οδηγήσει να ξαναπάρει την Πόλη και να ιδρύσει μία νέα θεοκρατία, τη βασιλεία του Θεού επί της γης.

Δεν πνίγεται όμως μέσα σε στενούς εθνικιστικούς φραγμούς. Αντίθετα εδώ βλέπουμε μια πρώτην, από ελληνικής πλευράς, απόπειρα φιλοσοφίας της Ιστορίας, μια προσπάθεια καθορισμού της αποστολής του Ελληνισμού μέσα στο γενικότερο ιστορικό πλαίσιο.

Από αυτό το όραμα κινούμενος ίδρυσε έπειτα από τους θρησκευτικούς συλλόγους «Ιωάννης ο Βαπτιστής» (1877), που διατηρείται μέχρι σήμερα και «Ιωάννης ο Θεολόγος» (1884), τον πολιτικό σύλλογο «ο Πλάτων» (1901), και έβαλε υποψηφιότητα για βουλευτής, χωρίς όμως να εκλεγεί.

Η πολυπραγμοσύνη του του στοίχισε πολλές περιπέτειες κι' έναν αφορισμό (7) από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, που για την ορθοδοξία του σκεπτικού του πολλοί αμφιβάλλουν, και που είχε μάλλον σκοπό να κλείσει το στόμα ενός ενοχλητικού κριτή. Στο τέλος οι διάφορες διαμάχες τον έκαναν οξύθυμο κι εκδικητικόν (8).

Στην περίπτωση του Μακράκη, όπως και στις επόμενες κινήσεις, διαπιστώνουμε την τραγική κατάσταση μιας Εκκλησίας, που έχει χάσει τη συνείδηση της παράδοσής της και που την αναζητεί με αγωνία, χωρίς να υπάρχει κάποιος, που να μπορεί να την βοηθήσει σ' αυτήν την αναζήτηση της. Η τραγικότητα κορυφώνεται στην αδυναμία της ιεραρχίας να οδηγήσει το λαό. Από το λαό εξ άλλου εμφανίζονται οδηγοί, που μέσα στην αγωνιώδη τους προσπάθεια καταλήγουν στο τέλος να γίνονται σαν ξένα σώματα μέσα στην Εκκλησία, χωρίς να είναι μόνον αυτοί υπεύθυνοι γι' αυτό. Η Εκκλησία δεν έχει τη δύναμη να τους προσλάβει και να τους εντάξει μέσα στο σώμα της.
Η τότε θεολογία δεν ήταν σε θέση να προσφέρει πολλά πράματα, ξεκομμένη κατά πολύ από τη ζωή της Εκκλησίας, με τον πειρασμό της καθαρής επιστήμης πάντοτε μπροστά της, και με άφθονη επίδραση από τη δυτική και ιδιαίτερα την προτεσταντική θεολογία, που εκείνη την εποχή δε βρισκόταν σε πολύ ψηλό επίπεδο.

Απ' αυτήν τρεφόταν κι η θεολογία της Εκκλησίας. και σιγά-σιγά υιοθετούσε ιδέες και αντιλήψεις ξένες προς την παράδοση της. αρκεί να σκεφτεί κανείς πως ακόμα και σήμερα εξακολουθούμε να θεωρούμε τη δογματική του Χ. Ανδρούτσου δογματική της Ελλαδικής Εκκλησίας.

Μέσα σ' όλους αυτούς τους αγώνες είχε ξεχαστεί φαίνεται μια παλιότερη προσπάθεια πολύ περισσότερο βασισμένη πάνω στην ορθόδοξη παράδοση, που η αναδρομή σ' αυτήν ασφαλώς θα προλάβαινε πολλά δυσάρεστα. Πρόκειται για την προσπάθεια του Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη. Ίσως θεωρήθηκε πολύ μοναστική η πολύ παλιά για τις σύγχρονες ανάγκες και παραθεωρήθηκε.
Έτσι, ενώ από την επίδραση του Αγ. Νικόδημου και της «Φιλοκαλίας» του έχουμε τη θαυμάσια φιλοκαλική Αναγέννηση της Ρωσικής και Ρουμανικής Εκκλησίας, με τους μέχρι την εποχή μας πλούσιους καρπούς της, στην Ελλάδα η Φιλοκαλία αγνοήθηκε και για βάσεις της σύγχρονης ευσεβείας χρησιμοποιήθηκαν «επιστημονικές» δυτικές απολογητικές και πραχτικά εγχειρίδια ηθικής, αμφίβολης ορθοδοξίας και υπόπτων επιδράσεων (9).

Από μαθητές του Μακράκη που τον εγκατέλειψαν όταν εκείνος αρνήθηκε να συμφιλιωθεί με την Ιερά Σύνοδο, δημιουργήθηκαν δύο νέες κινήσεις η «Ανάπλασις» και η «Ζωή». Η δεύτερη εξελίχτηκε σε μια πολύ ισχυρή οργάνωση κι η επίδρασή της στην Ελλαδική Εκκλησία ήταν και εξακολουθεί ακόμα να είναι έντονη.

Η «Ανάπλασις» ιδρύθηκε το 1885 από τον Κ. Διαλησμά και ανέπτυξε μορφωτική χριστιανική δράση εκδίδοντας και το ομώνυμο περιοδικό. Ίδρυσε παραρτήματα σε αρκετές μεγάλες πόλεις της τότε Ελλάδος και ενδιαφέρθηκε για την ανάδειξη καλών επίσκοπων και τον αποκλεισμό των ακαταλλήλων. Ο σύλλογος και το περιοδικό είχε σκοπό να συντελέσει «εις την ανάπλασιν και διοργάνωσιν της κοινωνίας δια του χριστιανισμού, εξυπηρετουμένου υπό των επιστημών και των τεχνών».

Αυτό το «εξυπηρετουμένου υπό των επιστημών» θυμίζει πολύ αυτό που γράφουν οι οπαδοί του Μακράκη: «Ούτος ωφέλησε την Εκκλησίαν περιβαλών με κύρος φιλοσοφικόν και επιστημονικόν τα ορθά δόγματα αυτής, τα οποία ώρισαν αι επτά οικουμενικαί σύνοδοι» (10). Μόνο που τώρα έχομε μία μετακίνηση προς την «διοργάνωσιν της κοινωνίας».

Η κίνηση όμως, που περισσότερο από κάθε προηγούμενη η παράλληλή της άφησε έντονα ίχνη μέσα στην ελληνική Εκκλησία κι' έχει μείνει μέχρι σήμερα υπόδειγμα, βάσει του οποίου ακόμα και εκείνοι που διατηρούν επιφυλακτική στάση απέναντί της, οργανώνουν τις δικές τους κινήσεις, είναι η «Ζωή».

Ιδρύθηκε από τον αρχιμανδρίτη Ευσέβιο Ματθόπουλο το 1907. Παιδί δέκα τεσσάρων χρονών ο Ευσέβιος, κατά κόσμον Βασίλειος Ματθόπουλος, έγινε υποταχτικός του Ιγνατίου Λαμπροπούλου, παλαιού συνεργάτη του Κοσμά Φλαμιάτου. Την εποχή εκείνη ό Ιγνάτιος είχε ξαναρχίσει ταχτικές κηρυκτικές περιοδείες στην Πελοπόννησο και καθώς φαίνεται σε πολλές τον ακολούθησε ο υποταχτικός του. Ίσως αυτό εξηγεί την κατοπινή κηρυχτική δράση του π. Ευσεβίου και τις βάσεις της κίνησης που ίδρυσε. Μετά το θάνατο του γέροντά του ήρθε στην Αθήνα και σπούδασε φιλολογία. Εδώ συνδέθηκε, καθώς και άλλοι μαθητές του Ιγνατίου, με την κίνηση του Μακράκη.

Το 1884, ύστερα από τις γνωστές περιπέτειες με τους σιμωνιακούς και τον αφορισμό, μαζί με άλλους κληρικούς, εγκατέλειψε το Μακράκη κι άρχισε κηρυχτικές περιοδείες σ' όλη την Ελλάδα.

Το 1907 συγκρότησε μια μικρή ομάδα από θεολόγους, κληρικούς και μη, για να πολλαπλασιάσει και να συνεχίσει το κήρυγμα. Η ομάδα αυτή πήρε το όνομα «Ζωή» και το 1911 άρχισε να εκδίδει το γνωστό ομώνυμο της περιοδικό, που γνώρισε και γνωρίζει μεγάλη κυκλοφορία.

Με τον π. Ευσέβιο Ματθόπουλο έχομε ένα βήμα προς τα εμπρός, αλλά και μια οπισθοχώρηση. Το θετικό στοιχείο είναι το ξεκαθάρισμα του κηρύγματος από τα πολιτικά και εθνικά οράματα, από τα οποία ούτε ο Φλαμιάτος ούτε ακόμα κι ο Μακράκης είχε κατορθώσει ν' απαλλαγή. Αυτό το ξεκαθάρισμα είν' ένα γεγονός πολύ σημαντικό με ανυπολόγιστα ευεργετικές συνέπειες.

Η οπισθοχώρηση είναι η νέα ιδέα που αρχίζει να εφαρμόζεται στην κίνηση, πως δεν υπάρχει λόγος να ασχολούμεθα και πάρα πολύ με τη θεολογία και το δόγμα. Όχι πως το απορρίπτομε, αντίθετα το σεβόμαστε και αποφεύγομε να το ερευνούμε αρκούμενοι στην πραχτική εφαρμογή του χριστιανισμού.
Η στάση αυτή έχει την εξήγησή της: το Μακράκη τον ενδιέφερε το δόγμα, το ερευνούσε, στοχαζόταν πάνω σ' αυτό, φιλοσοφούσε. Αυτός όμως ο στοχασμός πάνω στο δόγμα του άφησε μίαν ακάλυπτη πλευρά, όπου η ιεραρχία μπόρεσε να τον χτυπήσει – σωστά η λάθος αδιάφορο – όταν το θέλησε. Στις νέες κινήσεις αυτό απετέλεσε ένα δίδαγμα που θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: «Μην καταπιάνεστε με δογματικές εμβαθύνσεις και συζητήσεις- είναι επικίνδυνες». Και φτάνουμε στην πάρα πολύ σίγουρη συμπεριφορά, που παλιότερα εφαρμοζόταν πολύ καλά στη Δύση: «Π ιστεύω ό,τι πιστεύει η Εκκλησία και κοιτάζω την πραχτική ευσέβεια, χωρίς να συζητώ μέσα μου τι πιστεύει η Εκκλησία».

Έτσι δημιουργούνται στον πιστό δύο χωριστά στεγανά, στο ένα είναι τα δόγματα, που τα παραδέχεται χωρίς να τα συζητεί, και στο άλλο η πραχτική ευσέβεια, άσχετη κι ανεξάρτητη από το δόγμα. Μοιραία κατάληξη αυτής της στάσης είναι ο πιετισμός.

Βασικό βιβλίο που διαμόρφωσε την ευσέβεια της κίνησης της «Ζωής» υπήρξε ο «Προορισμός του Ανθρώπου» του π. Ευσεβίου Ματθοπούλου. Δυσκολεύεται κανείς να πιστέψει, πως ένα τέτοιο βιβλίο γράφτηκε από ένα μοναχό, και δυσκολεύεται κανείς να καταλάβει, πως μια κίνηση που ιδρύθηκε από έναν μοναχό πήρε στην πορεία της αντιμοναστική νοοτροπία.
Ίσως μιαν εξήγηση, μπορούν να δώσουν η σχετικά λιγόχρονη παραμονή στη μονή και μάλιστα σε μια εποχή, που η προσοχή είχε στραφεί προς την εξωτερική δράση, η παρακμή των μοναστηριών της Ελλάδας και οι σπουδές στη φιλοσοφική σχολή.

Στο βιβλίο αυτό, το βάρος πέφτει στην ηθική συμπεριφορά, το πρόβλημα της ουσίας λείπει κι έχει λησμονηθεί η αλήθεια του «actus sequitur esse». Ο Χριστός είναι ηθικό πρότυπο μιμήσεως, η σωτηρία είναι θέμα ήθους και η μέλλουσα δόξα είναι η αμοιβή μιας ηθικής συμμορφώσεως. Ακόμα και η Εκκλησία ορίζεται ως «το ηθικόν του Χριστού σώμα» (σελ. 13 έκδ. 1938).


Χαρακτηριστικό είναι, ότι πουθενά δε χρησιμοποιείται στο βιβλίο αυτό κάτι από την πλούσια σε δογματικό και θεολογικό περιεχόμενο υμνολογία της Εκκλησίας. Το βιβλίο εκτός από την καθηκοντολογία έχει και σύντομα απολογητικά στοιχεία καθώς και ένα κεφάλαιο για τη Θεία Ευχαριστία. Η ηθική, η απολογητική και η ταχτική μετοχή στη θεία Ευχαριστία ήταν ο τριπλός δείχτης πορείας της ομάδας αυτής. το πρώτο πολύ πιο τονισμένο και τα άλλα θεωρημένα κάτω από το πρίσμα του πρώτου.

Ο τονισμός της ταχτικής μετοχής στη Θεία Ευχαριστία – και σ' αυτό συνεχιζόταν η γραμμή του Μακράκη – ήταν μια πολύ θετική προσφορά για την Εκκλησία. Σιγά – σιγά ο πολύς κόσμος έμαθε πως η μετοχή στη Θεία Ευχαριστία δεν είναι μόνο για τις μεγάλες γιορτές ή για τους παπάδες.
Επειδή όμως και η Ευχαριστία τοποθετήθηκε μέσα σε μιαν ηθικολογική προοπτική κι' έλειψαν τα απαραίτητα θεολογικά στοιχεία, δε μπόρεσε να γίνει αφορμή για μια πραγματική λειτουργική αναγέννηση. Με την έλλειψη μιας βαθύτερης εκκλησιολογικής και ευχαριστιακής τοποθέτησης, το κέντρο βάρους μετατοπίστηκε στην ομιλία (το λεγόμενο σήμερα κήρυγμα) έγινε μάλιστα και η ασέβεια να βγει από τη σωστή της θέση, μετά τα Ιερά αναγνώσματα, και να τοποθετηθεί μέσα στην Ευχαριστία, διακόπτοντας τη συνέχειά της (και δυστυχώς, αυτή τη μετακίνηση την μιμήθηκαν ανεξέλεγκτα όλες οι ενορίες). Από το άλλο μέρος δυτικά στοιχεία μπαρόκ, όπως το γονάτισμα κατά την αναφορά, μπήκαν μέσα στη λειτουργία, για να τονίσουν την αγιότητα του μυστηρίου, κι' έσπασαν την αρχαιότατη και γεμάτη νόημα παράδοση της προσφοράς σε όρθια στάση (11).

Η κηρυχτική αυτή ομάδα του π. Ευσεβίου οργανωμένη σαν ένα νέου είδους κοινόβιο, έμεινε έτσι με την αρχική της μορφή πολλά χρόνια, και σιγά σιγά, μάζεψε γύρω της κι έναν αριθμό φίλων διαφόρων επαγγελμάτων. Το 1929, οπότε προϊστάμενος ήταν ο διάδοχος του π. Ευσεβίου αρχιμ. Π. Σεραφείμ Παπακώστας, και με την παρακίνησή του, ιδρύθηκε δίπλα στη «Ζωή» ο πρώτος σύλλογος με συμμετοχή πολλών από αυτούς τους φίλους και με σκοπό να την βοηθήσουν στο έργο της εσωτερικής Ιεραποστολής χωρίς ιδιαίτερες υποχρεώσεις (αγαμία, κοινοβιακή ζωή κ.τ.τ.). Αυτό στάθηκε η αρχή για τη δημιουργία και άλλων σωματείων, φοιτητών, διπλωματούχων, γονέων, κτλ. Με παραρτήματα σε πολλές πόλεις της Ελλάδος. Ακόμη δημιουργήθηκαν και γυναικείες αδελφότητες με κοινοβιακό χαρακτήρα και σκοπό την ιεραποστολή, σε ειδικούς γυναικείους τομείς. Όλα αυτά τα σωματεία απετέλεσαν τα «Συνεργαζόμενα Χριστιανικά Σωματεία, ο Απόστολος Παύλος». Εκδίδουν εκτός από τη «Ζωή», τα περιοδικά «Ζωή του Παιδιού», «Ελληνοχριστιανική Αγωγή» κλπ.

Στην αδελφότητα της «Ζωής» οφείλεται κατά μέγα μέρος και η συστηματική οργάνωση των κατηχητικών σχολείων, την οποία υιοθέτησε η Εκκλησία και τη συνεχίζει σχεδόν πάνω ίδια αχνάρια. Η επίδραση της κίνησης αυτής μέσα στον Ελληνικό λαό υπήρξε σημαντική, λόγω του ήθους και της σοβαρότητος των μελών των αδελφοτήτων. Ακόμα και ο κλήρος της Εκκλησίας επηρεάστηκε πολύ, ανεξάρτητα από την επιφυλακτική στάση που κράτησε απέναντί τους.

Λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του π. Σεραφείμ η οργάνωση αυτή χωρίστηκε σε δυό όμοιες : το «Σωτήρα» και τη «Ζωή». Δε μπορούμε δω να εξετάσουμε τα αίτια του χωρισμού, τα όποια φαίνεται υπήρξαν πολύ βαθύτερα από τη διαφωνία γύρω στο θέμα της διαδοχής του προϊσταμένου.

Μια άλλη κίνηση που πρέπει να αναφερθεί είναι η «Ορθόδοξοι Χριστιανικαί Ενώσεις Νέων και Κορασίδων» περισσότερο γνωστή σαν κίνηση του πατρός Αγγέλου (από το όνομα του πνευματικού της προϊσταμένου π. Αγγέλου Νησιώτη) Κι αυτή εμμέσως ξεκινάει απ' το Μακράκη ο ιδρυτής της π. Μάρκος Τσακτάνης, εφημέριος της Αγ. Αικατερίνης της Πλάκας είχε χρηματίσει υπάλληλος στο Λύκειο του Κ. Διαλησμά μαθητή του Μακράκη. Μετά το θάνατο του π. Μάρκου (1924), το έργο του συνεχίστηκε από τον π. Άγγελο Νησιώτη εφημέριο μέχρι σήμερα στο ναό της Ζωοδόχου Πηγής (οδ. Ακαδημίας). [σ.σ: το άρθρο είναι δημοσιευμένο το 1966]

Αν και η κίνηση αυτή δεν απέκτησε τη δύναμη και της έκταση της «Ζωής», υπήρξε αρκετά καρποφόρα. Οργάνωσε κατηχητικά και συγκεντρώσεις και εκδίδει από το 1921 το περιοδικό «Καινή Κτίσις». Ιδιαίτερη ομάδα απετέλεσαν οι φοιτηταί, το «Χριστιανικό Όμιλο Φοιτητών», με την καθοδήγηση δυο καθηγητών της Θεολογίας.

Η κίνηση αυτή περισσότερο από κάθε άλλη έμεινε συνδεδεμένη με το τελετουργικό της Εκκλησίας και διατήρησε την αγάπη για την υμνολογία της και τις ολονυκτίες, χωρίς όμως να μπορεί να πει κανείς ότι κατανόησε τελείως τη βαθύτερη σημασία τους. Σημαντική επίσης προσφορά υπήρξε το ξαναζωντάνεμα ορισμένων μοναστηριών από γυναικεία μέλη της. Τα μοναστήρια αυτά έτσι, έγιναν κέντρα πνευματικής και λειτουργικής ζωής.
Εκτός από τις κινήσεις που αναφέραμε τώρα έχουν δημιουργηθεί και άλλες μικρότερες γύρω από διάφορα πρόσωπα, σχεδόν με παρόμοια μορφή, είτε ο σκοπός τους είναι μόνο κατηχητικός, είτε σε ορισμένες περιπτώσεις και πολεμικός, ιδίως εναντίον της ιεραρχίας της Εκκλησίας.

Σήμερα είναι βέβαιο πως ο αρχικός σκοπός των κινήσεων αυτών έχει ξεπεραστεί. Κήρυγμα κατά το υπόδειγμά τους υπάρχει και ανεξάρτητα από αυτές. Τι είναι λοιπόν εκείνο που ακόμα κράτα στη ζωή τις παλαιότερες και δημιουργεί τις καινούργιες ; Μήπως πιο πέρα από το διδαχτικό μέρος υπάρχει κάποια βαθύτερη δίψα, κάτι που ο λαός δεν μπορεί να το βρει στην ενορία του και το αναζητεί άλλου;

Μόνο αν ξανασκεφτούμε τι είναι η Εκκλησία θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε για να βρούμε τα βαθύτερα αίτια αυτού του φαινομένου. Ακριβής ορισμός της Εκκλησίας δεν είναι δυνατό να δοθεί, γιατί, όπως ωραία παρατηρεί ο L. Zander ο ορισμός είναι ένας περιορισμός, ενώ η Εκκλησία είναι μια πραγματικότητα υπερβατική. Μας παραδόθηκαν όμως ορισμένες εικόνες που μας περιγράφουν βασικές πλευρές αύτης της πραγματικότητας. Έτσι μας αποκαλύπτεται ως «σώμα Χριστού», «το πλήρωμά του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου», ο όλος Χριστός, «totus Christus» (Ιερός Αυγουστίνος) κλπ.


Το μυστήριο, δηλ. η φανέρωση αυτής της υπέρλογης πραγματικότητας, πραγματοποιείται στην τοπική Εκκλησία, και μάλιστα κατά τη Θεια Λειτουργία. Εκεί η σύναξη των πιστών, έχοντας επικεφαλής τον Επίσκοπο «εις τόπον και τύπον Χριστού», προσφέρεται στον ουράνιο Πατέρα μαζί με το ψωμί και το κρασί (το σώμα της και το αίμα της). Εκεί αυτήν την προσφορά την παίρνει ο Χριστός και την κάνει δικό του σώμα και αίμα και γίνεται έτσι προσφορά δεχτή στο θρόνο της Αγ. Τριάδος. Μετέχοντας η σύναξη σ' αυτό το σώμα και αίμα, μεταβάλλεται κι η ίδια σε ένα σώμα, το σώμα του Χριστού. Η τέλεια αύτη ενότητα διατηρείται και μέσα στον παρόντα κόσμο, μέσα στην κοινή ζωή των μελών του σώματος, στην πλήρη δηλ. αγάπη του πλησίον. Χαρακτηριστικά και απαραίτητα στοιχεία αυτής της πραγματικότητος είναι:

Ο Επίσκοπος (ούτε Εκκλησία άνευ Επισκόπου ούτε Επίσκοπος άνευ Εκκλησίας), η σύναξη (μόνος του ο Επίσκοπος δεν μπορεί να τελέσει λειτουργία – εκκλησ. Κανών), η προσφορά και ο τόπος, σαν αναγκαία συνθήκη της κοινής ζωής (αλλιώς η κοινή ζωή καταντ ά κενός λόγος). Κάθε άλλη διάκριση του παρόντος αιώνος: φυλή, κοινωνική θέση, επάγγελμα κτλ. κάθε τι δηλ. που χωρίζει, είναι απαράδεκτη μέσα σ' αυτήν την τέλεια ενότητα των τέκνων του Θεού.

Η κοινή ζωή της πρώτης Εκκλησίας δεν είναι μια εξαίρεση, αλλά η κανονική της κατάσταση. Ζώντας μέσα σ' αυτή την ενότητα τα παιδιά του Θεού, περιμένουν την παρουσία του κυρίου, τη φανέρωση δηλ. της Βασιλείας, που τώρα είναι ακόμα κεκαλυμμένη, αν και παρούσα, και την κατάργηση του έσχατου εχθρού, δηλ. του θανάτου, η ύπαρξη του οποίου ήταν ένας φραγμός στην ένωσή μας με τον αθάνατο Πατέρα μας. Αν η κοινή αύτη ζωή επήρε αργότερα άλλες μορφές, ποτέ όμως δεν έπαψε να είναι ζωή αγάπης, ποτέ δεν έφτας ε την εποχή εκείνη σ' αυτήν την απομόνωση που βλέπομε σήμερα:

Γύρω από το Θυσιαστήριο να συνάζονται άνθρωποι άγνωστοι και καμιά φορά εχθρικοί μεταξύ τους, που το «αγαπήσωμεν αλλήλους» έγινε ένα παράγγελμα χωρίς νόημα, κι έχει λησμονηθεί πως το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας είναι, εκτός των άλλων, και το κήρυγμα του Θανάτου και της Ανάστασης του Κυρίου και η γεμάτη ελπίδα επιθυμία και αναμονή της παρουσίας Του.

Όταν αργότερα η τοπική Εκκλησία έγινε πολυάριθμη, έτσι που η κοινή ζωή δεν ήταν λόγω του αριθμού πραχτικά εφαρμόσιμη, δημιουργήθηκε η ενορία, μικρό κομμάτι της τοπικής Εκκλησίας, τέλεια εικόνα της, όπου αντί του επισκόπου προΐσταται ο πρεσβύτερος, που πήρε τη ειδική γι' αυτόν το σκοπό εντολή του επισκόπου, ο εφημέριος. Η ενορία πάντα μένει ενωμένη με τον τοπικό επίσκοπο (τον οποίο και μνημονεύει), χωρίς τον οποίο ούτε Εκκλησία υπάρχει, ούτε λειτουργία μπορεί να γίνει.

Σήμερα όμως το νόημα αυτό της σύναξης κατά τη μία ημέρα της εβδομάδας έχει σχεδόν χαθεί. Πάμε στην Εκκλησία για μια προσευχή και για την ακρόαση μιας ομιλίας κι ούτε υποψιαζόμαστε κάτι για το «μυστήριο της σύναξης». Κι αν κάποτε κάτι έμενε εμφανίστηκε κι η ενορία – γίγας που τα έσβησε όλα. Ενορία δηλ. με 35.000 και 40.000 πολλές φορές ενορίτες, που παλιότερα ούτε για επισκοπή δε θα ήταν παραδεχτή, όπου ο κάθε πιστός χάνεται μέσα σ' ένα άγνωστο και μεταβλητό πλήθος, άγνωστος μεταξύ άγνωστων, άγνωστος ακόμα και στον εφημέριο (που σχεδόν έχει μεταβληθεί σε απλό ληξίαρχο), για να αναφέρουμε τη βασικότερη αδυναμία της, που δεν είναι και η μόνη(12).

Έτσι η ζωή της ενορίας έφτασε σε μια κατάσταση νεκροφάνειας. Και προβάλλει το αγωνιώδες ερώτημα: «Πως θα βγούμε απ' αυτήν;» Αλλά δεν μπορούμε έσω να απαντήσουμε σ' αυτό. Το θέμα μας είναι αν υπήρξε αντίδραση σ' αυτό. Κι η απάντηση είναι, πως υπήρξε. Μια υποσυνείδητη αντίδραση του πιστού, που βλέπει πως κάτι του λείπει, στην ενορία του.
Κι' αυτή τον έσπρωξε προς την οργάνωση. Δεν ήταν, βέβαια η σωστότερη αντίδραση, ίσως όμως δεν είχε και άλλην οδό. Ήταν πάντως μια αντίδραση, οπωσδήποτε προτιμότερη από τη νέκρα.

Η οργάνωση, που είχε δημιουργηθεί με σκοπό το κήρυγμα, πρόσφερε τώρα ένα καταφύγιο στον χαμένο μέσα πλήθος των αγνώστων συνενοριτών του πιστό. Εκεί συνδέθηκε με άλλους και άρχισε να γεύεται ως ένα βαθμό, αυτό που έπρεπε να του προσφέρει η ενορία του. Εκεί είδε και μια προσεγμένη τέλεση της θείας Λειτουργίας, που του έδινε ευκαιρία να κατανόηση πολλά σημεία της, ως τότε άγνωστά του.

Η έλλειψη όμως και δω μιας βαθύτερης κατανόησης του μυστηρίου της Εκκλησίας εμπόδισε μια θετική επίδραση στην ελληνική εκκλησία. Η οργάνωση βασισμένη πάνω στο συνταγματικό του πολίτη δικαίωμα να συνεταιρίζεται, αγνόησε την ενορία και τον επίσκοπο (χωρίς και να χωριστή απ' αυτόν), που κι' αυτός, από το άλλο μέρος, συνήθως την αγνόησε η την είδε κάπως εχθρικά, χωρίς να τολμά να εκδηλώσει την εχθρότητα αυτή φανερά. Μια εποχή μάλιστα είχε δημιουργηθεί σχεδόν μια παράλληλη «εκκλησία» χωρίς επισκόπους, που υπαγόταν στους τοπικούς κανονικούς επισκόπους, αλλά που, εκτός από τη μνήμη τους στη λειτουργία, συνήθως τους αγνοούσε. Πολλές φορές αγνοήθηκε η βασική αρχή, πως χωρίς τον επίσκοπο τίποτα δεν μπορεί να γίνει στην Εκκλησία και πως κάθε μυστήριο αντλεί το κύρος του από την εντολή του τοπικού επισκόπου.

Σήμερα, βέβαια, η παλιά οξύτητα έχει μειωθεί κατά πολύ, ιδίως από τότε που οι οργανώσεις έχασαν κατά μεγάλο μέρος την αίγλη τους και τη δύναμη τους. το πρόβλημα, όμως, της ελληνικής Εκκλησίας παραμένει.

Οι οργανώσεις ξεκίνησαν με πολλήν καλή θέληση. Σ' αυτά τα θέματα όμως δεν αρκεί μόνο η καλή θέληση. Χρειάζεται πολλή μελέτη και πολλή ταπείνωση. Ο σκοπός δεν είναι να δημιουργηθεί μια παρα-εκκλησία, όσο καλά οργανωμένη κι' αν θα εμφανιζόταν αυτή, αλλά να βοηθηθεί η πραγματική Εκκλησία να ανακαλύψει και να αποκαλύψει τον εαυτό της (13).


Σημειώσεις:

 

 

(1) Η ορθοδοξία ήταν μια ιδιότης του Ρωμιού ραγιά, χρήσιμη όσο δεν ξεπερνούσε ορισμένα όρια. Κάθε υπερβολή, όταν έπαυε να είναι ατομική υπόθεση, συναντούσε αντιδράσεις. Όταν ο Μακράκης στην Πόλη (1856) θέλησε να οδηγήσει τους μαθητές του λυκείου, όπου δίδασκε, σε μια βαθύτερη μυστηριακή ζωή με ταχτική μετοχή στη θεία Ευχαριστία, συνάντησε την αντίδραση πρώτα απ' όλα του Πατριάρχη και του αρχιεπισκόπου του Πέραν, που τον χαρακτήρισαν παράλογο νεωτεριστή (Δ. Μπαλάνου – Λ. Μακράκης, Θεσσαλονίκη 1920).

(2) Κι ο Μεγάλος Πέτρος στη Ρωσία υποδούλωσε και κρατικοποίησε την Εκκλησία, ακολουθώντας προτεσταντικά πρότυπα, με την κατάργηση του Πατριαρχείου της Μόσχας και τη δημιουργία της διαρκούς Ιεράς Συνόδου.

(3) Ιδές τον Όρκο του Φλαμιάτου στο βιβλίο του Κ. Μπαστιά «Ο Παπουλάκος» σελ. 138 Ν. Υόρκη, 1951.

(4) Μ.J. Le Guillou, Ο. P. Apostolus Μakrakis: ses intuitions apostoliquos et spirituelles, Islina 1960 no 3 σελ. 275.

(5) Στο Ίδιο σελ. 278.

(6) Η βιβλική λέξη «δικαιοσύνη» μεταφράζει την εβραϊκή λέξη «τσε-δακά». Αυτή σημαίνει περίπου τη θεία ενέργεια που πραγματοποιεί τη σωτηρία του ανθρώπου και παραλληλίζεται σαν συνώνυμη με τη «χεσέδ» = έλεος, αγάπη και την «εμέθ» = πιστότης, αλήθεια. Το βάθος της δηλ. είναι τελείως διαφορετικό από αυτό που εννοούμε εμείς όταν λέμε δικαιοσύνη. Αυτή η άγνοια μας έφερε σ' αυτές τις παράδοξες αντιλήψεις που κοντεύουν να θεωρούνται η πεμπτουσία της ορθοδοξίας. Ίδε και σχετική μελέτη του S. Lyonnet: La Soteriologie Pauiinienne. Introduction a la Bible II σελ. 840 και εξής Desclees & Bower Belgique.

(7) Πρέπει να ομολογήσουμε πως ο αφορισμός αυτός είναι κλασικό παράδειγμα ατονήσαντος αφορισμού. Έτσι ο Μακράκης κηδεύτηκε επισήμως από το Μητροπολιτικό Ναό το 1905. Το 1956 του έγινε μνημόσυνο αρχιερατικό στον ίδιο ναό. Επίσης οι οπαδοί του σήμερα γίνονται δεκτοί σε κοινωνία από την Εκκλησία, και στην Αμερική υπάρχουν και ιερείς οπαδοί του, χωρίς γι' αυτό η αρχιεπισκοπή να τους απαγορεύει να λειτουργούν. 

(8) Δες επιστολή του Λ. Παπαδιαμάντη στην εφ. «Εφημερίς» 30 Αύγ. 1891: «Ο κ. Μακράκης κατήγγειλεν εις την εισαγγελίαν Βόλου δύο ιερείς διότι υπέμνησαν εις το ποίμνιόν των, ότι «είναι ελεύθεροι μεν να ακούσωσι τον κ. Μακράκην, εάν θέλωσιν, αλλά να μη λησμονώσιν, ότι ο κ. Μακράκης έχει επικηρυχθή ύπό της Ιεράς συνόδου ως κακόδοξος και απειθής». Υπάρχει στα «Άπαντα» 5ος τόμος σελ. 294.

Γενικά ο Παπαδιαμάντης τήρησε στάση πολύ επιφυλακτική αν όχι εχθρική απέναντι στο Μακράκη. Η ευσέβεια του Παπαδιαμάντη ακολουθούσε τη γραμμή του Άγ. Νικόδημου του Αγιορείτη, όπως είχε έρθει στη Σκιάθο με τους Κολυβάδες.

(9) Νομίζουμε πως στη διαμόρφωση της σύγχρονης ορθόδοξης ευσέβειας πρέπει να έπαιξαν σημαντικό ρόλο κι οι προτεσταντικές προσηλυτιστικές κινήσεις. Τα έντυπα τους, μεταφράσεις κηρυγμάτων δοκίμων ξένων ιεροκηρύκων με τις γλαφυρές τους ιστορίες, ήταν εύκολα προσιτά στους ορθόδοξους αναμορφωτές. Ας μην ξεχνάμε πως και τα πρώτα τραγούδια των κινήσεων ήταν προτεσταντικοί σκοποί με αυτούσια ή παραλλαγμένα τα λόγια τους.

(10) Χ. Κανοτίδου : Ανοικτή επιστολή προς τον μοναχόν Θεόκλητον Διονυσιάτην, Αθήνα 1965 σελ. 37.

(11) Είναι περίεργο, πως ενώ από το ένα μέρος βλέπομε με πόση επιμονή οι Πατέρες και οι οικουμενικές συνοδοί επανέρχονται σ' αυτό το θέμα και το ξαναθυμίζουν ευκαίρως-ακαίρως (Άγ. Ειρηναίος, Πέτρος Αλεξανδρείας, Μέγας Βασίλειος, Α' Οικουμενική Σύνοδος), εμείς από το άλλο με πείσμα επιμένουμε στο δικό μας τρόπο ευσεβείας δλδ. το γονάτισμα χωρίς να τους δίνουμε σημασία. Ο Μέγας Βασίλειος εις το ΚΖ' κεφάλαιον των προς τον Αμφιλόχιον περί του Αγίου Πνεύματος (PG 32) εξηγεί το βαθύτερο νόημα της όρθιας στάσης.

(12) Τόσο έχομε χάσει τo αίσθημα της Εκκλησίας, ώστε κανένας, ούτε κληρικός ούτε θεολόγος δεν έχει φρίξει από το βδέλυγμα της απομόνωσης που παρουσιάζεται στην τέλεση των μυστηρίων και θεωρούμε φυσικό να επαναλαμβάνεται το μυστήριο του βαπτίσματος πολλές φορές την ημέρα για κάθε βαπτιζόμενο χωριστά στην ίδια εκκλησία καθώς και το μυστήριο του γάμου. Αν δεν υπήρχε ο ρητώς κανόνας της Εκκλησίας δεν είναι απίθανο να καταντούσαμε και σε πολλές ατομικές λειτουργίες την ημέρα.

(13) Πρέπει να καταλάβουμε καλά, πως εκκλησία χωρίς ευχαριστία δεν υπάρχει και Ευχαριστία χωρίς σύναξη δεν υπάρχει και σύναξη χωρίς σωστή ενορία δεν μπορεί να γίνει. Κι η μεγαλόπολη σήμερα παρουσιάζει τεράστια προβλήματα σ' αυτό. Κι οι επίσκοποί μας έπρεπε ν' αρχίσουν να τα σκέπτονται αυτά και να μην οικοδομούν, όπου οικοδομούν, χωρίς θεμέλιο, δηλ. χωρίς ενοριακή ζωή.


* Δημοσιεύθηκε το πρώτον στο περιοδικό ΣΥΝΟΡΟ – Φθινόπωρο 1966, τεύχος 39

 

ΠΗΓΗ: http://www.egolpio.com/APOLOGITIKA/organwseis.htm

Η Ρωσία στην μετασοβιετική εποχή Ι

Η γεωπολιτική και πολιτιστική «επιθετικότητα» της Ρωσίας στην μετασοβιετική εποχή

 

Του Δημήτρη Μπαλτά*

 

Στην σύντομη αναφορά θα δείξω ότι η Ρωσσία, ύστερα από τις ιστορικές διαμάχες μεταξύ των Σλαβόφιλων και των Δυτικόφιλων του 19ου αιώνα και παρά τις ευρασιατικές θεωρήσεις του 20ου αιώνα, δείχνει σήμερα την παρουσία της στον δυτικό κόσμο ως μία δύναμη στρατιωτική-πολιτική, αλλά και πολιτιστική.

Αυτό επιχειρεί να επιτύχει σήμερα η Ρωσσία με ορισμένους τρόπους, όπως με την οικονομική πρόοδο, την στρατιωτική παρουσία πλησίον των παλαιοτέρων σοβιετικών δημοκρατιών, την σύγχρονη τεχνολογία, το μεταναστευτικό ρεύμα που λειτουργεί και ως πολιτιστικός παράγων, αλλά και την ανασυγκροτούμενη Ρωσσική Εκκλησία.

Εξεταζόμενης της παρουσίας της Ρωσσίας στην Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα, ετίθετο ένα καίριο ερώτημα· Είναι η Ρωσσία χώρα της Ευρώπης ή  γέφυρα ανάμεσα στην Ευρώπη και στην Ασία;

 

Σλαβόφιλο και Δυτικόφιλο

 

Όσον αφορά τις διαμάχες Σλαβόφιλων και Δυτικόφιλων, θα παρατηρηθεί ότι οι αντίστοιχες ερμηνευτικές τάσεις βοήθησαν, όχι όμως πάντοτε, στον προσδιορισμό της εθνικής ταυτότητας του ρωσσικού λαού, η οποία είχε κλονισθεί από την πολιτική του Μ. Πέτρου, καθ' όσον ο τελευταίος είχε προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις προς μία δυτικοποίηση της ρωσσικής ζωής. Οι σλαβόφιλοι έχουν την πεποίθηση ότι «ο Ρωσσικός λαός θα καλούνταν να λάβει ένα αποφασιστικό ρόλο στην κρίση που πλησίαζε τον Δυτικό πολιτισμό», και ότι «αυτός θα αποκάλυπτε στον κόσμο τη σωστή ερμηνεία του Χριστιανισμού» (Ζέρνωφ Ν., οι Ρώσσοι και η Εκκλησία τους, μετ. Στεφοπούλου Γ., Αθήνα 1972, σ. 156).

Από τους τελευταίους διανοητές της προεπαναστατικής εποχής  ο V. Roazanov (1856-1919) θα υποστηρίξει ότι «οι Ρώσσοι βεβαιώνουν πάντοτε ότι εἶναι συνάμα ένας λαός ανατολικός και δυτικός, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι στην πραγματικότητα δεν είναι ούτε λαός δυτικός ούτε λαός ανατολικός» (Rozanov V. L' apocalypse de notre tamps, trad. Michaut J., L' Age d' Homme, Lausanne 1976, σ. 102). Είναι δε γεγονός ότι και οι Δυτικόφιλοι έβλεπαν με επιφύλαξη τα επιτεύγματα της Δύσως, την οποία μάλιστα ο Α. Herzen αποκαλεί «ετοιμοθάνατο κόσμο» (Βλ. Χέρτσεν,  Ανάλεκτα,  μετ. Λ. Γεωργίου-Μ. Κορωναίου, εκδ. Κάλβος, Αθήνα 1970, σ. 291).

Κατά τον 20ο  αιώνα διατυπώνονται οι ευρασιατικές θεωρίες με κύριους εισηγητές τον Ν. Τroubezkoy (1890-1938), τον Ρ. Savitsky (1895-1965) και τον Ν. Αlekseiev (1879-1964). Οι διανοητές αυτοί θεωρεῖται ότι ακολουθούν τις ιδέες των Σλαβόφιλων, εφ' όσον και αυτοί «ζητούν διαζύγιο από την διεφθαρμένη Ευρώπη».

 

Μάλιστα έχει παρατηρηθεί ότι «ο Ν. Τroubezkoy επιμένει στην υπεροχή των πολιτιστικών επί των ανθρωπολογικών και των φυλετικών κριτηρίων, ώστε, προκειμένου να αντικαταστήσει την αυτοκρατορική Ρωσσία, πρόσφερε το πολιτιστικό οικοδόμημα της Ευρασας» (Θρ. Ν. Μαρκέτου, Η γεωπολιτική πρακτική της Ρωσσίας στη μετασοβιετική κεντρική Ασία, έκδ. Σύλλογος προς διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήναι 2008, σ. 37).

Εάν ο ρωσσικός πολιτισμός χαρακτηρίζεται από ευρωπαϊκά στοιχεία, η Ρωσσία, από γεωπολιτικής απόψεως, είναι βεβαίως και Ευρώπη και Ασία. Διότι έχει ορθώς υποστηριχθεί ότι «μία ευρωπαϊκή χώρα στην Ευρώπη και την Ασία είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα από μία ευρασιατική χώρα» (Θρ. Ν. Μαρκέτου, ένθ' ανωτ., σ. 50).

 

Γεωγραφία και ρωσσικός πολιτισμός


Όσον αφορά την μετασοβιετική παρουσία της Ρωσσίας, είναι γεγονός ότι η σύγχρονη γεωπολιτική και πολιτιστική παρουσία της Ρωσσίας χαρακτηρίζεται από μία «επιθετικότητα». Κατ' αρχάς, θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι άστοχος ήταν, παλαιότερα, τόσο ο λόγος περί σοβιετικού πολιτισμού, σοβιετικής φιλοσοφίας κ. ά., όσο και περί ευρασιατικού πολιτισμού κ. ά. Διότι ο πολιτισμός που διαμορφώθηκε σ' αυτόν τον γεωγραφικό χώρο έχει προσδιορισθεί ως ρωσσικός, ανεξαρτήτως της καταγωγής και των ανθρωπολογικών χαρακτηριστικών εκείνων που τον έχουν διαμορφώσει.

Έτσι τα επιτεύγματα αυτού του πολιτισμού έχουν προβληθεί και προβάλλονται στον κόσμο, και ιδιαιτέρως στην Ευρώπη, ως ρωσσικά. Διότι το ρωσσικό στοιχείο είναι όχι μόνον ένας όρος αλλά και μία ιδιαίτερη δύναμη, ικανή να περιλάβει αφομοιωτικώς όλα τα άλλα στοιχεία. Έτσι σήμερα επιχειρείται αφ' ενός μεν να γίνει αισθητή η στρατιωτική-γεωπολιτική παρουσία της Ρωσσίας στην ευρύτερη περιοχή, αφ' ετέρου δε να προβληθεί διά διαφόρων τρόπων και η πολιτιστική-ιστορική παρουσία της.

Από απόψεως γεωπολιτικής-στρατιωτικής, η Ρωσσία, έχοντας εδώ και χρόνια προχωρήσει σε οικονομικά μέτρα ανακάμψεως (λ.χ. με την ανατίμηση του νομίσματός της), σε στρατηγικές επιλογές (με την δημιουργία του «άξονα» Μόσχας-Βερολίνου και του «άξονα» Μόσχας-Τεχεράνης), και τηρώντας μία ιδιάζουσα επεκτατική διάθεση ευρασιατικών απηχήσεων (που φανερώνεται προς τις γειτονικές χώρες, οι οποίες στερούνται των ενεργειακών πηγών, όπως η Ουκρανία) δηλώνει δυναμικά την παρουσία της τόσο στον ευρωπαϊκό, όσο στον παγκόσμιο χώρο. 

Ίσως, δεν αξιολογείται ακόμη η Ρωσσία ως μία νέα υπερδύναμη, αλλά πάντως, για την Ευρώπη, και η Αμερική δεν θεωρείται πλέον ως η κυρίαρχη δύναμη του πλανήτη.

Από απόψεως πολιτιστικής, είναι ευδιάκριτο το ενδιαφέρον για τον ρωσσικό πολιτισμό (γράμματα, τέχνες κ. ά.) σε όλον τον κόσμο. Στα γνωστά Πανεπιστήμια της Ευρώπης, αλλά και της Αμερικής υπάρχουν έδρες «Σλαβικών Σπουδών». Μεταφράζονται έργα σημαντικών Ρώσσων συγγραφέων του 19ου και του 20ου αι. σε όλες τις γλώσσες. Στο διαδίκτυο υπάρχουν ιστοσελίδες με τα έργα των Ρώσσων λογοτεχνών και διανοουμένων στο ρωσσικό πρωτότυπο. Επανεκδίδονται συνεχώς στην Ρωσσία έργα των συγγραφέων της προεπαναστατικής εποχής.

Σ' αυτό το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο ενδιαφέρον έχει βοηθήσει η μετακίνηση χιλιάδων Ρώσσων, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, προς το εξωτερικό κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Πολλοί εξ αυτών εργάζονται ως μεταφραστές έργων της ρωσσικής λογοτεχνίας στις χώρες, όπου διδάσκουν την ρωσσική γλώσσα σε σχολεία και πανεπιστήμια.


Ρωσσική  Εκκλησία

 


Τέλος, την ρωσσική πολιτιστική παρουσία και κληρονομιά βεβαιώνει και η Ρωσσική ορθόδοξη Ε
κκλησία, η οποία ανασυγκροτείται κατά τα τελευταία χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό σημειώνεται ότι «είναι εντυπωσιακή η αύξηση των εκκλησιών που, από 2.000 επί Γκορμπατσόφ, σήμερα ανέρχονται σε 13.000» (Βλ. Σ. Σμέμαν, «Η ψυχή της Ρωσσίας», Νational Geographic Απρίλιος 2009, σ. 16).

 

Επειδή διαπιστώνεται μία στενή συνεργασία του κράτους με την Εκκλησία στην σημερινή Ρωσσία, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει σε διάφορες ερμηνείες και παρερμηνείες, θα πρέπει να θεωρηθεί η σχέση αυτή υπό το πρίσμα της αναζητήσεως μιάς νέας μετασοβιετικής ταυτότητας (Βλ. Σ. Σμέμαν, ένθ' ανωτ., σ. 22). Εξ άλλου, η Ρωσσική Εκκλησία μετέχει ενεργώς σήμερα στις διεθνείς εκκλησιαστικές επιτροπές, τόσο στον διορθόδοξο, όσο και στον διαχριστιανικό διάλογο (Βλ. ενδεικτικώς Μetropolite Cyrille, L' evangile et la liberte, trad. H. Les Editions du Cerf, Paris 2006, σσ. 63-68). Διακατέχεται μεν  η Ρωσσική Εκκλησία από το πνεύμα του οικουμενισμού, αλλά πάντως χωρίς να υιοθετεί «την οικοδόμηση μιας θρησκευτικής Βαβέλ» (Βλ. Μetropilite Cyrille, ένθ' ανωτ., σ. 84).

Φαίνεται, από τα παραπάνω, ότι η Ρωσσία επανέρχεται δυναμικά στην ευρωπαϊκή σκηνή, τόσο την στρατιωτική-πολιτική, όσο και την πολιτιστική.
Κομίζει άλλες προτάσεις που μπορούν, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, να εμπνεύσουν την ευρωπαϊκή προοπτική. Γι' αυτό και η Ευρώπη εκτιμά υπεύθυνα την υπολογίσιμη πλέον ρωσσική παρουσία στον ευρωπαϊκό και στον παγκόσμιο χώρο, αμφισβητώντας άμεσα ή έμμεσα, κατά καιρούς, την κυριαρχία της Αμερικής.


* ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΛΤΑΣ, Δρ φιλοσοφίας


(Παρέμβαση στην Συνδιάσκεψη της Χριστιανικής για την Ευρωπαϊκή Ένωση, 20-21.11.2008).

 

ΠΗΓΗ: Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ, 2-4-2009, ΑΡ. ΦΥΛΛΟΥ 1108  (795), σελ. 6-7,

http://www.xristianiki.gr/popup.php?aid=426

 

Σημείωση: Η απόδοση στο μονοτονικό έγινε από τον admin. Κρατήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα κατά τα άλλα.

Δ.Τ. Στελεχών Πρόληψης και Αρχιεπίσκοπος Ι

«ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΠΡΟΛΗΨΗΣ»

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΑ ΚΕΝΤΡΑ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΟΚΑΝΑ & ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

 

Διεύθυνση Γραμματείας :

Κέντρο Πρόληψης Νομού Σάμου «Φάρος»

Tel: 22730 23443, FAX: 2273023441

Πληροφορίες: Αλεξ, Σταθακιός

Ιστολόγιο: www.prolipsiworkers.blogspot.com

Email 1: prolipsiworkers@yahoo.gr    

 

 Δελτίο Τύπου  

Το Δ.Σ. του Σωματείου Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης, συναντήθηκε  την Πέμπτη  14/5/2009, για τρίτη φορά  με  τον Μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. κ. Ιερώνυμο.

Ο Μακαριότατος, έχει εκδηλώσει το έντονο ενδιαφέρον του για το έργο μας,  του οποίου είναι και γνώστης από την περίοδο που ήταν Μητροπολίτης Θηβών &  Λεβαδίας, και είχε στενή συνεργασία με το τοπικό Κέντρο Πρόληψης στο οποίο συμμετέχει και η Μητρόπολη. 

Ο Αρχιεπίσκοπος έχει επανειλημμένα θέσει με υπομνήματά του το πρόβλημα των Κέντρων Πρόληψης ΟΚΑΝΑ & Αυτοδιοίκησης στους Αρμόδιους Υπουργούς, από τους οποίους λαμβάνει διαβεβαιώσεις ότι θα λυθεί. 

 

Οι διαβεβαιώσεις των Υπουργών, οι οποίες δίνονται  πλέον και δημόσια (για παράδειγμα η πρόσφατη τοποθέτηση του υφυπουργού Υγείας κ. Σαλμά στη Βουλή) παραμένουν μέχρι στιγμή χωρίς πρακτικό αντίκρισμα.

Ο Αρχιεπίσκοπος για μια ακόμα φορά ανέλαβε την υποχρέωση να επικοινωνήσει προσωπικά με το Υπουργεία Υγείας και Οικονομικών, κάνοντας έκκληση στην ανθρωπιά των Υπευθύνων όχι κυρίως για τους εργαζομένους των Κ. Π., αλλά για τους γονείς και τους νέους που χάνουν έτσι ένα στήριγμα.

Στην συνέχεια συζητήσαμε  μαζί του πάνω στην σκέψη του να δημιουργήσει η Εκκλησία μια δομή  φιλοξενίας  για ανθρώπους που μεταβαίνουν από την Επαρχία στην Αθήνα για ακολουθήσουν προγράμματα απεξάρτησης, αλλά και για πρώην χρήστες που βρίσκονται στα αρχή της Κοινωνικής τους Επανένταξης. 

Η συνάντηση κλείστηκε με την μεσολάβηση του μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομου, εκ των ιδρυτών του Κέντρου Πρόληψης του Νομού και πρώην προέδρου του.

           Το Δ.Σ. του Σωματείου       

 

ΠΗΓΗ:  http://manitaritoubounou.wordpress.com/2009/05/17/prolipsi-ektelesis-prolipsis-mais2009/  

 

Στην τρομερή κόψη του μυαλού των βουλευτών

Στην τρομερή κόψη του μυαλού των βουλευτών

 

 Του Νίκου Ηλιόπουλου*

 

Εισαγωγή: η συζήτηση για μία λέξη 

Έφτασε και σε μένα ο απόηχος μιας συζήτησης στη Βουλή των Νεοελλήνων γύρω από το ζήτημα της βίας. Δεν έχω ακόμα καταλάβει για ποια βία πρόκειται. Τη βία ενός απελευθερωτικού αγώνα ; Την καθημερινή βία, που πράγματι εκδηλώνεται, πολύμορφα, στη σημερινή κοινωνία ; Την «επαναστατική βία» που μπορεί να αντιτάξει ένα μέρος του πληθυσμού στη «βία της εξουσίας» ;

Για να φωτιστώ λίγο, κρατώ τις παρακάτω φράσεις του Αλέκου Αλαβάνου :

«Υποθέτουμε ότι ξέρει τον Εθνικό Ύμνο  του Σολωμού ο πρωθυπουργός που λέει σε μια αποστροφή "που με βία μετράει τη γη". Η βία κ. πρωθυπουργέ γεννάει τη βία. Και η Βουλή δεν είναι για να κάνουμε καλλιστεία της βίας και να μη σκεφτούμε την άλλη διάσταση της βίας, την πολιτική.»

Αρχίζω να καταλαβαίνω. Αξιοποιείται ο Σολωμός, που έγραψε τον Ύμνον εις την Ελευθερίαν, για μία μόνο λέξη του. Η λέξη υπάρχει πράγματι στην πρώτη στροφή ενός ποιήματος 158 στροφών. Έρχεται στο προσκήνιο ο «εθνικός ποιητής», ο οποίος για να απευθύνει το χαίρε στην Ελευθερία, την αναγνωρίζει, χωρίς περιστροφές και αποστροφές, από την κόψη του σπαθιού την τρομερή. Όλη η «βία» του ποιήματος βρίσκεται εδώ.

Και από τι άλλο αναγνωρίζει ο ποιητής την Ελευθερία του ; Από την όψη (βλέμμα) που μετράει (εκτιμά, εξετάζει) με μια γρήγορη ματιά τη γη, δηλαδή τη στεριά. Αυτή η ερμηνεία προκύπτει από το ίδιο το ποίημα, όπως δείχνω παρακάτω.

Φανταστείτε ο ποιητής να άρχιζε το ποίημα Εις το θάνατο του Λορδ Μπάιρον, άλλο μεγάλο ποίημά του 166 στροφών, μεταγενέστερο κατά ένα χρόνο, αντί

 

Λευθεριά, για λίγο πάψε

να χτυπάς με το σπαθί,

με το δίστιχο

 

Λευθεριά για λίγο πάψε

να μετράς με βία τη γη.

 Αυτή η Ελευθερία, όμως, με κεφαλαίο έψιλον, έχει βγει από τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά. Είναι τόσο μυθική, όσο μυθική είναι η επίσημη νεοελληνική ιδεολογία κατά την οποία οι Νεοέλληνες αποτελούν συνέχεια των μαραθωνομάχων και των σαλαμινομάχων, αλλά και των (ορθόδοξων χριστιανών) «βυζαντινομάχων». Σε κάθε περίπτωση, η Ελευθερία αυτή αποτελεί σίγουρα το σύμβολο ενός εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Και, αν πιστέψουμε τον ποιητή, δεν της αρέσει τόσο η πολιτική, γιατί φέρνει τη «Διχόνοια». Όπως μαρτυρά μάλιστα η προτελευταία στροφή, αυτή η Ελευθερία μπορεί να χαθεί «εξ αιτίας πολιτικής».

Νόμιζα ότι είχα βρει τη λύση, αλλά τα πράγματα μπερδεύονται πάλι. Άραγε η «βία» του Σολωμού έχει κάποια σχέση με τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα ; Ποια ελευθερία διεκδικούμε σήμερα ; Τέλος, τι χρειάζεται να ξαναθυμηθούμε τις στροφές που μας ανάγκαζαν να τραγουδάμε κάθε μέρα στο σχολείο ; (Από αυτή την άποψη ο κ. πρωθυπουργός θα γνωρίζει σίγουρα τους στίχους, διότι … επανάληψις μήτηρ μαθήσεως.)

Τα ερωτηματικά πολλαπλασιάζονται. Ποιο είναι το πολιτικό περιεχόμενο της φράσης η οποία ακολουθεί την αναφορά του Αλαβάνου στον εθνικό ύμνο : «Η βία κ. πρωθυπουργέ γεννάει τη βία» ; Πολιτικά, η φράση αυτή είναι τόσο κοινότοπη όσο και πάμπτωχη. Σε μια κοινωνία, που θέλει να λέγεται χριστιανική – το μαρτυρά και αυτό ο εθνικός της ύμνος -, είναι γεγονός ότι η επιταγή : να δώσεις και το άλλο μάγουλο όταν σου αστράψουν μία στο ένα, είναι τελείως ανεφάρμοστη. Αφού όμως «η βία γεννάει τη βία», είμαστε στον φαύλο κύκλο : βία-αντιβία-βία.  

Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι ο Σολωμός, στο δεύτερο δίστιχο της πρώτης στροφής, μιλά για βία και όχι για βιασύνη, τι μπορούμε να αποκομίσουμε από αυτό ; Μήπως ότι, για να απαλλαγούμε από την πολιτική κατοχή του κ. πρωθυπουργού, πρέπει να πάρουμε το σπαθί της ελευθερίας με την κόψη την τρομερή ; Μα, ο Αλαβάνος θα ήταν ο τελευταίος που θα έλεγε κάτι τέτοιο.

Άλλα είναι τα κρίσιμα πολιτικά ζητήματα της χώρας σήμερα. Η κατοχή είναι ιδεολογική – φαντασιακή, όχι πλασματική. Η κατασταλτική κρατική βία (την οποία ο Αλαβάνος ονομάζει πολιτική !) δεν θα επαρκούσε να στομώσει τις ιδέες, αν υπήρχαν. Ούτε να καταστείλει τους αγώνες, αν ήταν σημαντικοί και αυτόνομοι. Και, προπαντός, αν είχαν εναλλακτική πολιτική πρόταση συνολική.

Βασικός στόχος αυτού του γραπτού, λοιπόν, είναι να καταδείξει – έχει αρχίσει ήδη να το κάνει – την ιδεολογική γύμνια της αριστεράς. Η δεξιά μπορεί εύκολα να οχυρωθεί στα ιερά της φυλής, αν αυτό θα μπορούσε να είναι ιδεολογία για το σήμερα. Αν η αριστερά δείχνει ότι επιδιώκει να βρει και αυτή κρησφύγετο σε αυτά, ο δρόμος είναι άγονος και χαμένος. Αν, επιπλέον, αυτή η αριστερά, αποδείχνεται τελείως ακαλλιέργητη και αμόρφωτη σε στοιχειώδη θέματα, τότε η μάχη των ιδεών είναι χαμένη.

Ο υποψιασμένος πολίτης, που σίγουρα υπάρχει σήμερα, θα αναρωτιέται : μια γιατί αυτή η διαίρεση δεξιά-αριστερά ; Ναι, αποτελεί και αυτό στοιχείο της σημερινής ιδεολογικής ηγεμονίας, χωρίς όμως ιδέες, της καθεστηκυίας πολιτικής. Πρέπει τα πράγματα να είναι διχασμένα, κομμένα στα δύο. Είναι ένα μέσο για να κρύβεται ακριβώς αυτή η ιδεολογική γύμνια που ανέφερα. Εμείς και οι άλλοι. Οι καλοί και οι κακοί. Ποιος έχει δίκιο για μια λέξη ο καλός ή ο κακός ;

Και το ζήτημα της βίας, κεντρικό πρόβλημα της σημερινής κοινωνίας, χάνεται στη συζήτηση για μία λέξη και στην κοινοτοπία : «Η βία κ. πρωθυπουργέ γεννάει τη βία.»  

    

Το κρίσιμο πολιτικό ζήτημα αυτής της συζήτησης : η αξιοποίηση των εθνικών συμβόλων είναι πάντα εθνικιστική

 

 Γιατί όμως χρειάστηκε η επίκληση ενός εθνικού συμβόλου για να στηριχθεί αυτή η κοινοτοπία ; Αυτό είναι το κρίσιμο πολιτικό ζήτημα. Η απάντηση σε αυτό δεν έχει απολύτως καμιά σχέση με τη φιλολογικό ζήτημα του αν ο Σολωμός μιλά, στο συγκεκριμένο δίστιχο, για βία ή για βιασύνη. (Θα καταθέσω στη συνέχεια μερικά στοιχεία από το ίδιο το ποίημα που δείχνουν με τρόπο αδιάσειστο ότι ο Σολωμός μιλούσε για βιασύνη. Αυτό όμως είναι δευτερεύον.)

Δεν διακυβεύεται η φιλολογική γνώση ενός ηγέτη της αριστεράς, αυτή αποδείχτηκε διάτρητη. Μικρή σημασία έχει η διόρθωσή του από τον ορθόδοξο εθνικιστή που δεν είπε παρά αυτό που ήξεραν όλοι. Για να προσθέσει, όμως, το γελοίο : «δεν ήταν ακραίος ο Σολωμός». Και το είπε αυτό για έναν ποιητή που γράφει :

  Ακούω κούφια τα τουφέκια,

  ακούω σμίξιμο σπαθιών,     

  ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,

  ακούω τρίξιμο δοντιών. 

Επιπλέον, για έναν ποιητή που βάζει ένα τρομερό επίγραμμα στον ύμνο του για την ελευθερία: «Τη Λευτεριά τραγουδώ, την τόσο ακριβή, όπως ξέρει αυτός που αρνείται για αυτή τη ζωή.» (Ελαφρά αλλαγμένη φράση από το πρώτο τραγούδι του Καθαρτηρίου της Κωμωδίας – που έγινε Θεία εκ των υστέρων – του Δάντη.) Αυτός που αρνήθηκε τη ζωή για την ελευθερία, είναι ο αυτόχειρας για ένα ιδανικό προτίμησε το θάνατο αντί να χάσει την ελευθερία του, χρησιμοποιώντας την υπέρτατη βία εναντίον του εαυτού του.

 

Γεννιέται όμως το ερώτημα : γιατί επιζητά την αναγνώριση εθνικοφροσύνης ένας κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος κόμματος που θέλει να ονομάζεται αριστερό ;

Διότι αυτή η διεκδίκηση βρίσκεται στο βάθος της αναφοράς του Αλαβάνου. Και τούτο είναι επίσης τελείως ανεξάρτητο από την ερμηνεία της επίμαχης λέξης. Θα μπορούσε να πει : «Ο εθνικός μας ύμνος, τον οποίο γνωρίζετε κύριε πρωθυπουργέ, αρχίζει με την κόψη του σπαθιού την τρομερή.» Τελεία και παύλα. Αλλά πάλι τότε, θα είχε χρησιμοποιήσει την αυθεντία ενός εθνικού συμβόλου. Το οποίο βέβαια αναφέρεται σε τελείως άλλη εποχή και σε τελείως άλλες συνθήκες. Και προπαντός, δεν θα είχε εξηγήσει ή δικαιολογήσει παρά μόνο τη βία που εξυμνεί ο «εθνικός ποιητής». Την είχαν εξυμνήσει, πριν από αυτόν, πολλοί άλλοι, αλλά τα ποιήματά τους δεν είχαν την τύχη να γίνουν ο εθνικός ύμνος της Ελλάδος. (Διάβασα κάπου ότι είναι ο μόνος εθνικός ύμνος που αφιερώνεται στην ελευθερία. Θα συμφωνήσω απολύτως ότι μια τέτοια άποψη δεν είναι καθόλου αντιπροσωπευτική. Το ότι όμως υπάρχει κάποιος που τολμά και την δημοσιεύει, δείχνει κάτι. Λίγο ακόμα θα ιδούμε … ) 

 

Η βασική πολιτική ιδέα, την οποία μαρτυρά όλη η ανθρώπινη ιστορία και η ιδιαίτερη παράδοση των αγώνων για την ελευθερία όλων των λαών, είναι η απλή ιδέα ότι η ελευθερία κατακτιέται με το σπαθί μας. Τούτη η ιδέα δεν μπορεί να καταφύγει σε καμιά εθνική αυθεντία, που είναι πάντα εθνικιστική ως μονομερής και άρα ψευδής.

Το τρομερό στην ατυχέστατη αναφορά του Αλαβάνου δεν συνίσταται στη σημασία και τον τονισμό της λέξης (βία ή βια, έχουμε σε αυτό τη μαρτυρία του ίδιου του ποιητή, βλέπε παρακάτω), αλλά στον περιορισμό του σε μία λέξη, για να υποστηρίξει αυτό που μαρτυρά όλη η ανθρώπινη ιστορία. Αυτό με εξέπληξε περισσότερο, πέρα από τη φιλολογική γύμνια ενός σημερινού ηγέτη της αριστεράς. Κάνω εδώ την πιο ευνοϊκή για τον βουλευτή υπόθεση. Εάν η προσφυγή του στον εθνικό ύμνο αποσκοπούσε στην προβολή της άποψης ότι η βία στον αγώνα για τη δημοκρατία και την ελευθερία είναι μερικές φορές ή πάντα δικαιολογημένη, τότε η καταφυγή του στη λεξικογραφική πλευρά των πραγμάτων, επιπλέον καταφυγή λανθασμένη, μαρτυρά ιδεολογική γύμνια και απουσία στοιχειώδους καλλιέργειας.

Ας προσθέσω ότι το σπαθί δεν σημαίνει μόνο βία, αλλά και πολλά άλλα πράγματα, παραδείγματος χάριν πολιτική ευστροφία, φαντασία και μαεστρία, τόλμη και … αρετή. Ας προσθέσω ακόμα ότι είναι εντελώς άλλο πράγμα η απελευθέρωση και εντελώς άλλο πράγμα η ελευθερία. Απελευθέρωση μπορεί να είναι η αποτίναξη ενός ξενικού ζυγού. (Κατά βάση, για αυτή την ελευθερία μιλά ο Σολωμός.) Ελευθερία είναι η δημιουργία θεσμών που εξασφαλίζουν ελεύθερη ζωή, σε όλους τους τομείς, για όλα τα μέλη μιας κοινωνίας.

Σε αυτό το στάδιο βρισκόμαστε σήμερα στην ελληνική κοινωνία. Και το θέμα της δημιουργίας τέτοιων θεσμών είναι βασικό πολιτικό ζήτημα που δεν θα μας το λύσει κανένα εθνικό σύμβολο. Το ζήτημα αυτό προηγείται κάθε συζήτησης περί βίας, για τον απλούστατο λόγο ότι οφείλουμε πρώτα να έχουμε θέσεις και ιδέες για μια κοινωνία με λιγότερη βία, και να προσπαθήσουμε δημοκρατικά να τις υλοποιήσουμε. Η δική μας δημοκρατική άποψη για την πολιτική διακηρύσσει ότι το μόνο μέσο για αυτή την υλοποίηση είναι η πειθώ. Αν όμως αντιτάσσεται η αντιδημοκρατική βία, η οποία είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι προέρχεται από την υπάρχουσα εξουσία, τότε η ελευθερία κατακτιέται με το σπαθί μας. Η ελευθερία όμως, κι αν βιάζεται, με την διπλή έννοια (παραβιάζεται και δείχνει βιασύνη), δεν βιάζει.   

Έτσι, η βασική μου γνώμη είναι ότι, όποια ερμηνεία κι αν δώσουμε στη λέξη βία στο συγκεκριμένο δίστιχο του Σολωμού, η αναφορά του βουλευτή Αλέκου Αλαβάνου είναι πολιτικά εθνικιστική και ταυτόχρονα κενή περιεχομένου. Αν, επιπλέον, ληφθεί υπόψη και το λάθος που έκανε, η αναφορά αυτή είναι φιλολογικά ατυχέστατη. 

Δεν έχω στόχο να επιχειρηματολογήσω υπέρ της άποψης ότι η αναφορά αυτή μαρτυρά μια βαθιά συντηρητική σκέψη. Άλλωστε, όπως δείχνει η συνέχεια της ομιλίας του Αλαβάνου, που περιέχει και δεύτερη ποιητική αναφορά ατυχέστατη και αυτή, το πρόβλημά του δεν είναι διόλου η ελευθερία αλλά η ασφάλεια στην οικογένεια : «Τι κάνετε για να μειώσετε τα άνθη του κακού ; Το χρήμα πάει στις τράπεζες αντί να πάει εκεί που πρέπει, στους αγρότες, τους χαμηλόμισθους, τους απολυμένους, στην απασχόληση, ώστε να αισθανθεί ασφάλεια η οικογένεια.» 

Πέρα από την προσωπικότητα του κάθε βουλευτή, η ένδεια ιδεών που παρουσιάζουν όλα τα πολιτικά κόμματα είναι ολοφάνερη. Στοιχείο της αποτελεί όχι μόνο η συντηρητική επιστροφή στα εθνικά ποιήματα, για να μιλήσουν για τις πραγματικότητες του σήμερα, αλλά και η στενόμυαλη περιχαράκωση σε λέξεις και τον τονισμό τους ως στοιχείο πολιτικής συζήτησης. Η αποφασιστική απόρριψη της καθεστηκυίας πολιτικής, η μη συμμετοχή σε οποιονδήποτε από τους θεσμούς της, αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση της δημιουργίας μιας ριζικά άλλης πολιτικής. Σε όσους σπεύσουν να σκεφτούν ότι μπορεί να υποτιμώ τα ζητήματα που αναφέρει ο βουλευτής, απαντώ εν τάχει: πρώτον, είμαστε στη σημερινή κατάσταση λόγω της αξεπέραστης αδυναμίας της αριστεράς να αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά στη δεξιά και του ελέγχου που ασκεί ακόμα στις συλλογικές κινητοποιήσεις δεύτερον, η λογική που εμπνέει τις προτάσεις του βουλευτή είναι τελείως λαθεμένη.

Αναφύεται όμως εδώ και ένα δεύτερο πολιτικό ζήτημα, που είναι στην ουσία το ίδιο. Γιατί τόση συζήτηση γύρω από μία λέξη ; Γιατί ένα μέρος των πολιτών θέλουν να δικαιωθεί η μία ή η άλλη άποψη, περί βίας ή βιασύνης, όταν άλλα είναι τα καυτά ζητήματα της κοινωνίας ; Η ανάγκη ποιας αυθεντίας αναδεικνύεται ;

Αναδεικνύεται η ανάγκη των ειδικών, των φιλόλογων, των γλωσσολόγων και των λεξικογράφων, για να μιλήσουν για ένα θέμα που ξέρουμε από παιδιά. Επιζητείται η συνδρομή τους για κάτι που μπορεί ο καθένας μας να καταλάβει αμέσως, αρκεί να σκεφτεί ποιο είναι το νόημα περισσότερων από μιας λέξεων. Αρκεί να διαθέσει λίγο χρόνο για να κοιτάξει όλο το ποίημα, και ιδίως τις στροφές 122-127.

 

Η ερμηνεία της λέξης «βία» στο συγκεκριμένο σημείο

 

Αντιγράφω τις δύο πρώτες στροφές, και αυτές που μόλις ανέφερα. Χρησιμοποιώ το βιβλίο : Διονυσίου Σολωμού, Άπαντα, Ποιήματα και πεζά, και 6 μελέτες για τη ζωή και το έργο του, έκδοσις Μπίρη, με πρόλογο του εκδότη που δίνει ως χρονολογία Σεπτέμβριος 1968. Αλλάζω για ευκολία το πολυτονικό σε μονοτονικό, κάτι που δεν επηρεάζει καθόλου τα νοήματα, όπως θα φανεί στη συνέχεια. 

                    1

Σε γνωρίζω από την κόψι

του σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψι,

που με βία μετράει τη γη.

                   2         

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά !

 

Όπως ήδη έγραψα, για τον καλόπιστο αναγνώστη, που δεν έχει χάσει την κοινή λογική, η βία, αν αυτή ψάχνουμε να βρούμε, υπάρχει ήδη στους δύο πρώτους στίχους. Τι πιο φοβερό, ως βία, από την κόψι του σπαθιού την τρομερή ; Μπορούμε να σκεφτούμε ότι θα ήταν πλεονασμός, και μάλιστα πτώχευση αυτής της βίας, αν ο ποιητής την επαναλάμβανε μετά την κρυστάλλινη σαφήνεια των πρώτων στίχων. Οι δύο επόμενοι στίχοι, πράγματι, δεν έχουν αυτή τη σαφήνεια. Μας λείπουν οι ακριβείς έννοιες τριών τουλάχιστον λέξεων : όψι, μετράει, γη. Ο ποιητής γράφει στη δημοτική. Για την όψι, μπορούμε να σκεφτούμε ότι εννοεί όλη την όψι της Ελευθερίας, δηλαδή το πρόσωπό της, και ο ίδιος επικεντρώνει την προσοχή του στο βλέμμα της. Θα ήταν μονοδιάστατο και αντιποιητικό να υποθέσουμε ότι ο Σολωμός φαντάζεται το βλέμμα της Ελευθερίας βίαιο, βάναυσο, άγριο, απότομο. Μπορεί όμως αυτό το βλέμμα να έχει σπουδή, βιασύνη, να είναι γρήγορο, αποφασιστικό, ερευνητικό. Και γιατί όχι έξυπνο. Για το μετράει, δεν μπορούμε να σκεφτούμε κάτι άλλο από μια συνηθισμένη σημασία του ρήματος αυτού : εκτιμά, εξετάζει (με το βλέμμα), εξέταση που μαρτυρά όλο το πρόσωπό της. Έτσι, γίνεται κλειδί η λέξη γη

Πριν προχωρήσω αμέσως παρακάτω σε αυτή τη λέξη, ας πω πρώτα ότι η αναγνώριση της ελευθερίας με το σπαθί, που κόβει τρομερά, και το έντονο βλέμμα, που μετράει τη γη (κόβει κάτι με το μάτι, λέμε μερικές φορές για το γρήγορο και ερευνητικό βλέμμα), γίνεται για να της απευθύνει τον χαιρετισμό που ακολουθεί άμεσα, και αποτελεί κατά κάποιο τρόπο την επωδό του ποιήματος (επαναλαμβάνεται 4 φορές μόλις μπαίνει σε νέο θέμα). Η ιδέα ότι αυτή η Ελευθερία αναδύεται από τα ιερά οστά των προγόνων, δεν είναι πρωτότυπη. Ο Σολωμός θέλει να υπογραμμίσει εκ νέου ότι είναι γενναία, αφού έχει αρχίσει ήδη να κόφτει: το τουφέκι ανάβει, αστράφτει, / λάμπει, κόφτει το σπαθί (στροφή 39), και μάλιστα: Χάμου πέφτουνε κομμένα / χέρια, πόδια, κεφαλές, … (στροφή 64). Άλλη μια φορά, η βία είναι εδώ, στο σπαθί της Ελευθερίας. Δεν καταλαβαίνω γιατί να την αναζητούμε στο βλέμμα της. Ας υπενθυμίσουμε επίσης ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε τη βία που είχαν υποστεί αυτοί που κρατούν τώρα το σπαθί της ελευθερίας. Στροφή 9: Με τα ρούχα αιματωμένα, / ξέρω ότι έβγαινες κρυφά, / να γυρεύεις εις τα ξένα / άλλα χέρια δυνατά.

(Σε μία παραλλαγή του ποιήματος Εις το θάνατο του Λορδ Μπάιρον, διαβάζουμε : Εβασίλευεν η βία, / η αρπαγή και ο σκοτωμός. Ουδεμία αμφιβολία εδώ ότι πρόκειται για τη βία, και συγκεκριμένα των κατακτητών. Η παραλλαγή αυτή αναφέρεται στη σελίδα 94 του βιβλίου, για τη στροφή 86, αλλά δεν είμαι σίγουρος αν η παραπομπή σε αυτή τη στροφή είναι η ορθή. Πάντως αποδεικνύεται ότι ο Σολωμός δεν χρησιμοποιεί τη βία μόνο με την έννοια της βιασύνης, όπως γράφτηκε από «έγκυρο» φιλόλογο.)

 

Το ερώτημα για τη λέξη γη, παραμένει. Λίγη υπομονή, για προχωρήσουμε ώς τη στροφή 122 η οποία είναι ακριβώς η ίδια με την πρώτη του ποιήματος.

                122

Σε γνωρίζω από την κόψι

του σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψι,

που με βία μετράει τη γη.

               123

Εις αυτήν, είν' ξακουσμένο,      (Το «Εις αυτήν», αναφέρεται σαφέστατα στη γη.)

δεν νικιέσαι εσύ ποτέ

όμως, όχι, δεν είν' ξένο

και το πέλαγο για σε.              (Αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι γη σημαίνει στεριά.)

    124

Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει

κύματ' άπειρα εις τη γή,

με τα οποία την περιζώνει,

κ' είναι εικόνα σου λαμπρή.     

               125

Με βρυχίσματα σαλεύει

που τρομάζει η ακοή

κάθε ξύλο κινδυνεύει                   

και λιμώνα αναζητεί. 

               126

Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη

και το λάμψιμο του ηλιού,

και τα χρώματα αναδίνει

του γλαυκότατου ουρανού.

                  127

Δεν νικιέσαι, είν' ξακουσμένο,

στην ξηράν εσύ ποτέ

όμως, όχι, δεν είν' ξένο

και το πέλαγο για σε.

 

Ίδια περίπου με την 123, η στροφή 127 λύνει σαφέστατα το πρόβλημα που είχανε για τη λέξη γη. Είναι η ξηρά, σε αντιδιαστολή ας πούμε, με το πέλαγο, τη θάλασσα.

Έτσι η Ελευθερία του Σολωμού ρίχνει μια γρήγορη ματιά καταρχάς στη στεριά, πρώτο και αποφασιστικό πεδίο του απελευθερωτικού αγώνα – πολέμου – των Ελλήνων τότε.

Αν ακόμα και τώρα υποθέσουμε ότι αυτή η ματιά είναι βίαιη, η βία που μάταια αναζητούν μερικοί στην τρίτο και τέταρτο στίχο της πρώτης στροφής, όχι μόνο θα ήταν πτωχή, αλλά θα στηριζόταν επίμονα σε μία λέξη, ενώ όχι μόνο οι δύο πρώτες στροφές αλλά και πολλές άλλες την λένε και την τραγουδούν σαφέστατα.

 

Πώς διαβάζεται η λέξη «βία» ;  Σημειώσεις του ίδιου του ποιητή, στη σελ. 52. Υπερασπίζει το ποίημά του απέναντι σε αυτούς που είπαν: «Κρίμα! Υψηλά νοήματα και στίχοι σφαλμένοι! » Και γράφει: «Για να δεχθώ την πρώτη, ακαρτερώ να δικαιολογήσουν την δεύτερη παρατήρησι.» Αλλά συμπληρώνει: «Κάθε συλλαβή είναι ένα πόδι, …, όποιος και αν είναι ο στίχος όμως εσύ δεν ηξεύρεις να τα μετράς. Το φωνήεν, με το οποίον τελειώνει η λέξι, χάνεται εις το φωνήεν με το οποίον η ακόλουθη αρχινά όμως το προφέρω, επειδή έτσι με συμβουλεύει η τέχνη της αληθινής αρμονίας. Το ια (βία), το εει (ρέει), τοαϊ (Μάϊ) και τα εξής, όταν δεν είναι εις το τέλος του στίχου, δεν κάνουν παρά μία συλλαβή.» Τι χρείαν έχουμε άλλων μαρτύρων;

Ο ποιητής ήθελε η λέξη «βία» να διαβάζεται ως μία συλλαβή, για λόγους του ποιητικού μέτρου, και ο συνθέτης που μελοποίησε τον Ύμνον εις την Ελευθερίαν δεν γελάστηκε σε αυτό. Όλοι έτσι τον έχουν τραγουδήσει.

(Η πεζή πένα του Σολωμού μας βοηθά να σκεφτούμε ότι θα μπορούσαμε να εννοήσουμε τη φράση «μετράει τη γη» με τον πιο απλό τρόπο : εκτιμά την έκταση.)

Μια βοηθητική ερμηνεία, στη σελίδα 351 του βιβλίου που έχω αναφέρει «Εις τον "Ύμνον" ο Σολωμός έδειχνε ότι ήδη ήταν ικανός να ρυθμίζη το ύφος του κατά τα διαφορετικά ποιητικά αντικείμενα. Επικρατεί, με αμίμητην απλότητα, ο ελεγειακός χαρακτήρας εις το προοίμιον – Στρ. 3-14 -, όπου ο ποιητής ενθυμίζει το περασμένο και κανονικώς το έκαμε, διότι δίχως την αρχαία λαμπρότητα, δίχως την υπομονή μες τα πολυχρόνια ποιήματα [παθήματα;], δεν εννοείται η ακαταμάχητη ορμή του αυτόνομου Ελληνικού πνεύματος, όπου παρουσιάζεται εις την φαντασία του ποιητή βγαλμένο από τα ιερά κόκκαλα των προγόνων, με την ακονισμένη ρομφαία, και με το μάτι όπου με βία μετράει τη γη, ως να εθαρρούσε ότι γλήγορα θα την κάμη δική του.» Ιάκωβου Πολυλά, Προλεγόμενα, όπως εδημοσιεύθησαν στην έκδοσι Κερκύρας, 1859.

Η λέξη γλήγορα του Πολυλά ερμηνεύει σαφέστατα τη λέξη βία. Το παραπάνω χωρίο όμως χρησιμοποιήθηκε για να αποδείξει το αντίθετο. Η υπόθεση θα ήταν τότε ότι ο Πολυλάς θέλει να πει : ως να εθαρρούσε, ο ποιητής, ότι γλήγορα η ακαταμάχητη ορμή του αυτόνομου Ελληνικού πνεύματος θα την κάμη δική του, τη γη, με τη βία. Υπόθεση γελοία.

 

Αντί επιλόγου

 

Δεν θέλω να τα συσχετίζω και να τα γενικεύω όλα. Έχω, έχουμε μερικοί, διαπιστώσει από καιρό την αντιπνευματικότητα, την αντιποιητικότητα, την αποβλάκωση της ελληνικής κοινωνίας. (Η Γαλλία, δεν θα πάψω να το επαναλαμβάνω, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Απαιτεί άλλη ανάλυση. Θα επανέλθω αμέσως όμως.) Η τελευταία συζήτηση στη Βουλή για το ποίημα του Σολωμού με άφησε άναυδο. Να συζητούν αν ο ποιητής γράφει βία ή βια, και να μη βλέπουν τα συμφραζόμενα και το περιεχόμενο της στροφής και όλου του ποιήματος, αυτό ξεπερνά κάθε όριο ηλιθιότητας, και αποδεικνύει αποβλάκωση και τρομερή, παρά … την κόψη του σπαθιού, απουσία καλλιέργειας, στοιχειώδους μόρφωσης και κοινής λογικής. Να ψάχνουν αυτό που κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια, δηλαδή το ρόλο της βίας στην ιστορία, σε μία λέξη του εθνικού ύμνου, ε ! αυτό πια ξεπερνά και τους τυφλοσούρτες του μαρξισμού.

Η ιδεολογική γύμνια της αριστεράς είναι ανομολόγητη, και επιπλέον δεν κρύβεται. Τα λέω αυτά διότι, εντούτοις, υπήρξαν φίλοι που μου έλεγαν ότι η λέξη είναι βία και όχι βια, λες και αυτό είναι το πρόβλημα. Που άνοιγαν τα λεξικά αντί για το ποίημα και τα βιβλία της ιστορίας που μαρτυρούν : η ελευθερία κατακτιέται με αίμα. Που έμπαιναν αμήχανοι στο δίλημμα, αντί να κάνουν να δουλέψουν τα μυαλά, που κόβουν όταν είναι ελεύθερα.

Εντούτοις, παρά τον δεύτερο προπατορικό νεοελληνικό μύθο κατά τον οποίο τα φώτα έφυγαν από μας γιατί πήγαν αλλού, η βλακεία σήμερα δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Μετά την αποδοκιμασία του εθνικού ύμνου της Γαλλίας, στην αρχή ενός ποδοσφαιρικού αγώνα των εθνικών ομάδων της Γαλλίας και του Μαρόκου, ψηφίστηκε νόμος στη γαλλική Βουλή για την αυστηρή τιμωρία όποιου αποδοκιμάζει το εθνικό σύμβολο. Ο Σαρκοζί μάλιστα πρότεινε, ως αποτρεπτικό μέτρο, να διακόπτεται οριστικά ο αγώνας αν κάποιοι αποδοκιμάσουν την Μασσαλιώτιδα. Κομμάτι δύσκολο να εφαρμοστεί. Το κλου : ακούστηκε στην εθνική ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Γαλλίας και η ιδέα να αναγκάζονται οι παίκτες της εθνικής ομάδας να τραγουδούν τον εθνικό ύμνο που παίζεται στην αρχή του αγώνα. Έτσι, όταν η τηλεόραση θα δείχνει την όψη τους, εκατομμύρια τηλεθεατές θα διαπιστώνουν ότι οι καλοί ποδοσφαιριστές γνωρίζουν τον εθνικό ύμνο της χώρας τους σαν καλοί πατριώτες. Ίτε παίδες Ελλήνων. Allons enfants de la Patrie. Ελλάς, Γαλλία, συμμαχία. Και αυτά γίνονται εν έτει 2008. Ποιος είπε ότι η ανθρωπότητα προοδεύει ;

Η δικαιοσύνη και η απόλυτη αμεροληψία, έναντι χωρών και πολιτικών δυνάμεων,  επιβάλλουν να θυμίσω ότι, κατά την προεκλογική εκστρατεία για τις προεδρικές εκλογές του 2007, η υποψήφια του σοσιαλιστικού κόμματος, Σεγκολέν Ρουαγιάλ, βασιλικότερη του βασιλέως, πρότεινε στους οπαδούς της να τραγουδούν τον εθνικό ύμνο και να κρατούν τη γαλλική σημαία, για να μη χαρίζονται, όπως υποστήριζε, αυτά τα σύμβολα στη δεξιά και την ακροδεξιά. Ποιος θα μπορούσε να πει ότι κάποιος μεροληπτεί υπέρ της χώρας στην οποία ζει 23 χρόνια ;

 

Και όμως, έχει πλοίο για μας, έχει οδό.

      

* νίκος ηλιόπουλος

                                                                                          Παρίσι, 8-12 Μαΐου 2009

 

Αρχιεπ. Ιερώνυμος προς μαθητές – μαθήτριες 2009

Μήνυμα του Μακαριωτάτου προς τους μαθητές και τις μαθήτριες που θα διαγωνισθούν στις σχολικές εξετάσεις (Μάιος – Ιούνιος 2009)

 

Αγαπητά μου παιδιά, Χριστός Ανέστη!

«Ήρθε ο καιρός του επόμενου βλέμματος»[i] . Καιρός που οι λέξεις δέχονται το αποτέλεσμα της πρώτης ωρίμανσης. Της αρχικής αναζήτησης. Κανένα εξεταστικό σύστημα δεν έχει τη δυνατότητα να αξιολογήσει την ομορφιά αυτής της περιπέτειας.


[i] Ν. Καρούζου Τα ποιήματα τ. Α΄ (1961-1978).

Άρα θα πρέπει να αντιλαμβάνεσθε ότι οι οποιεσδήποτε εξετάσεις δεν αγγίζουν το όραμά σας, τις ελπίδες σας, το μέλλον και τη δημιουργικότητά σας. Κάθε εξεταστικό σύστημα προσπαθεί «αντικειμενικά» να μετρήσει επίπεδα γνώσης. Έχουν αποτύχει όμως. Ο άνθρωπος και οι δυνατότητές του τα ξεπερνούν.

Επομένως μην παγιδευτείτε στη λογική της «αποτυχίας» ή της «επιτυχίας». Κάθε αποτέλεσμα αντιμετωπίστε το ως πρόκληση. Ως κάλεσμα για νέα αρχή, για αλλαγή πορείας.

Ακόμα και πρόχειρα αν διατρέξετε την Αγ. Γραφή θα διαπιστώσετε πολλούς «αποτυχημένους» που κοσμούν τις σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας. Θα διαπιστώσετε επίσης ότι τίποτε δεν κρίνεται από το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας, αλλά από την αγάπη. Από τη φλόγα που πληρώνει την καρδιά μας. Από την αφοσίωση και την πίστη στο όραμά μας.

Στα σύνορα του τέλους της σχολικής σας ζωής και της αρχής μιας νέας προσεύχομαι, να συνοδοιπορείτε με τον Αναστάντα Κύριο μας, να νοιώσετε, όπως οι μαθητές Του στο δρόμο προς την Εμμαούς, την Χαρά και τη Φλόγα της Συνάντησης να καίει την καρδιά σας.

 15/5/2009

ΠΗΓΗ: http://www.ecclesia.gr/greek/archbishop/default.asp?cat_id=&id=705&what_main=1&what_sub=21&lang=gr&archbishop_who=2&archbishop_heading=%CC%E7%ED%FD%EC%E1%F4%E1

Το νοσηρό παιχνίδι της γελοιότητας

Το νοσηρό παιχνίδι της γελοιότητας

Σε ψυχιατρική κλινική η τραγουδίστρια Έφη Θώδη!

 

Της Μαριάννας Τζιαντζή 

 

Η είδηση της νοσηλείας της τραγουδίστριας Έφη Θώδη στην ψυχιατρική κλινική προβλημάτισε και στενοχώρησε πολλούς, όχι μόνο τους δεδηλωμένους θαυμαστές της, αλλά κι εκείνους που έβλεπαν με επιφύλαξη και με κριτικό βλέμμα την τηλεοπτική «εφηθωδιάδα», τις αλλεπάλληλες εμφανίσεις της σε πάμπολες εκπομπές, όχι μόνο κουτσομπολίστικες και ψευτοκαλλιτεχνικές, αλλά και σε δελτία ειδήσεων, καθώς και σε πρωινές «ενημερωτικές» και «κοινωνικές» εκπομπές.

Η κυρία Ε. Θώδη ήταν μια εμπορικά επιτυχημένη τραγουδίστρια του δημοτικού ή μάλλον του δημοτικοφανούς ή «νεοδημοτικού» τραγουδιού. Καλό το κλαρίνο, αλλά ακόμα καλύτερο το συνθεσάιζερ. Τραγουδούσε σε πανηγύρια σε όλη την Ελλάδα ξεσηκώνοντας το κοινό όχι επειδή έμεινε πιστή στην παράδοση, αλλά κυρίως γιατί τα τραγούδια της ανταποκρίνονταν στο νεοπλουτίστικο όραμα της δεκαετίας του '90, της ισχυρής αγροτικής Ελλάδας των επιδοτήσεων και της χρηματιστηριακής ευωχίας.

Βαθμιαία η Έφη Θώδη μεταμορφώθηκε σε τηλεοπτική περσόνα, όχι μόνο γιατί έγινε η αγαπημένη των καναλιών, αλλά και γιατί η δισκογραφική εταιρεία της την έστρεψε από το σκυλο-δημοτικό στο κλαρινοπόπ. Από τη μια καρικατούρα στην άλλη, αρχής γενομένης με το παλιό σουξέ της Ραφαέλας Καρά A Far L' Amore Comincia Tu στη βλαχοεκσυγχρονισμένη του εκδοχή.

Ένας καλλιτέχνης που έχει συμβόλαιο με μια δισκογραφική εταιρεία, ακόμα και ένας ηθοποιός που παίζει δεύτερο ρόλο σε ένα σίριαλ δεν έχει δικαίωμα να πει όχι αν τον καλέσουν σε μια σαχλοεκπομπή. Αν αρνηθεί, μπαίνει στην άτυπη μαύρη λίστα των «μη επικοινωνιακών», των «μη συνεργάσιμων». Η άρνηση θεωρείται προδοσία πρ ος το σύνολο, προς την παραγωγή. Ναι μεν οι καταξιωμένοι καλλιτέχνες, όπως ο Γ. Νταλάρας, έχουν την πολυτέλεια να αρνούνται να εμφανιστούν στα «κους -κουσκάδικα», όμως η Θώδη και η κάθε Έφη Θώδη που συμμετείχε σε ένα «τάλεντ σόου» δεν έχει αυτό το δικαίωμα ή αν τολμήσει να το ασκήσει, βγαίνει έξω από το παιχνίδι.

Στο πρόσωπο της Έφης Θώδης τα κανάλια (όχι όλα, αλλά πολλά) ανακάλυψαν τη χρυσοτόκο όρνιθα. Με μηδενικό κόστος, έβγαζε γέλιο. Δεν ήταν βέβαια το λυτρωτικό γέλιο της χαράς ή του λαϊκού χιούμορ, αλλά ο καγχασμός και η χαιρεκακία, το γέλιο που κάνουν τα παιδιά όταν βάζουν φωτιά στην ουρά της γάτας, το γέλιο του γελοίου. Η Έφη Θώδη έπαιξε το παιχνίδι της γελοιότητας. Όμως δεν το έπαιξε μόνη της αλλά με συμμέτοχους (και συνένοχους) πάμπολλα «λαμπερά» τηλεοπτικά πρόσωπα. Κάθε βήξιμο, κάθε κίνηση, κάθε βλακώδης δήλωση της κυρίας Ε. Θώδη γινόταν είδηση: η Έφη σουβλίζει αρνί, η Έφη ψωνίζει στο Κολωνάκι, η Έφη ψήνει γαλοπούλα, ή Έφη αρμέγει, η Έφη κάνει τσουλήθρα… Από όλα αυτά τα τετριμμένα, ένα βήμα απέχει η διάβαση της λεπτής γραμμής που χωρίζει τη λογική από την παράνοια. Έτσι, τους τελευταίους μήνες περάσαμε σε άλλο επίπεδο: η Έφη βλέπει οράματα, η Έφη θεραπεύει τους ασθενείς, η Έφη τραγουδάει τα κάλαντα και ο άγριος Δεκέμβρης γίνεται παρελθόν. Και όταν λέμε «παράνοια» δεν εννοούμε το τι συνέβαινε μες στο μυαλό της τραγουδίστριας – δεν είμαστε ψυχίατροι ώστε να κάνουμε διάγνωση -, αλλά το τι συνέβαινε στο γυαλί της τηλεόρασης. Και αυτό που συνέβαινε ήταν προσβλητικό και για τους θύτες και για τα θύματα και για τους θεατές, που ωστόσο το ανέχονταν και μάλιστα διασκέδαζαν.

Να ‘ταν η Έφη Θώδη…Δεκάδες είναι τα τηλεψώνια στην τηλεοπτική πασαρέλα, δεκάδες και οι φανεροί και αφανείς προαγωγοί τους. Η Έφη Θώδη «κάηκε» και δεν ξέρουμε αν η υπερβολική τηλε-έκθεση είναι η κύρια αιτία. Αυτό όμως που καίγεται καθημερινά στο βωμό του εύκολου και γρήγορου κέρδους των καναλαρχών είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

 

ΠΗΓΗ: Πολιτικό Καφενείο, 12-05-2009-20:09:13,

http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=6604

Αξιολόγηση και εκπαίδευση Ι

Αξιολόγηση και εκπαίδευση σήμερα (Σ. Σ. 2000)

 

των Αντώνη Ναξάκη και Παναγιώτη Μπούρδαλα

Αναμφίβολα πρόκειται για ένα από τα δυσκολότερα και πιο σύνθετα προβλήματα που αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν οι υποτελείς τάξεις, σε σχέση με τις μεθόδους επιβολής της εξουσίας πάνω τους. Ένα θέμα που σχετίζεται με την παραγωγή και αναπαραγωγή εξουσιαστικών σχέσεων για όλη την κοινωνία και σε όλες τις δράσεις του ανθρώπου. Στις διαδικασίες δηλαδή παραγωγής, κατανάλωσης και αναπαραγωγής του.

Είναι αδύνατον κανείς να διαχωρίσει το ζήτημα της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, στις διάφορες ιστορικές φάσεις διαχωρίζοντάς το από το εκπαιδευτικό μοντέλο της αντίστοιχης περιόδου, άρα και από το παραγωγικό μοντέλο, όπως επίσης και από το ζήτημα της αξιολόγησης της νεολαίας από τους εκπαιδευτικούς.

Από αυτή την άποψη είναι σαφές ότι η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού, που ίσχυε στην χώρα μας πριν από το 1981, ανταποκρινόταν στο μοντέλο της  μεγάλης βιομηχανίας, δηλαδή της ταινίας παραγωγής, της λεγόμενης βιομηχανίας κλίμακας.

Κύριος στόχος αυτού του μοντέλου ήταν η αποτύπωση κοινωνικών συμπεριφορών και προτύπων, που ανταποκρίνονταν στον εγκλεισμό του εργαζομένου, της μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας, στις συνθήκες λειτουργίας της μεγάλης βιομηχανίας. Η εκπαιδευτική συμπεριφορά αυτού του σχολείου ήταν κυρίως η έμμεση αποτύπωση συμπεριφορών και προτύπων γι αυτόν το σκοπό και όχι μορφωτικού (κυρίως επιστημονικού) κεφαλαίου, που καλλιεργούσε στην νεολαία.

Εξ' άλλου το ενδιαφέρον για επιστημονικές γνώσεις περιοριζόταν σε ένα μικρό τμήμα της νεολαίας, αυτό που τελικά επάνδρωνε το σύστημα ελέγχου στην διαδικασία της παραγωγής και ευρύτερα της κοινωνίας. Επιτύγχανε αυτόν τον έμμεσο παιδευτικό ρόλο από την ίδια την δομή του (τάξη, θρανία εν σειρά), όπως οι Τεϊλορικές μηχανές, δάσκαλος – αυθεντία, όπως ο τμηματάρχης στην μεγάλη βιομηχανία, τιμωρίες, βία για τις αποκλίνουσες συμπεριφορές κ.τ.λ.

Επομένως η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού πριν από το 1981 (επιθεωρητισμός) σκόπευε στην πειθάρχηση ολόκληρου του εκπαιδευτικού μοντέλου στις παραπάνω προδιαγραφές, με βασικό στρώμα, που έπρεπε να ελέγχεται και να πειθαρχεί, τον εκπαιδευτικό. Βασικός μοχλός αυτής της πειθάρχησης ήταν οι εκθέσεις αξιολόγησης των επιθεωρητών με τις αλήστου μνήμης επισκέψεις τους στις τάξεις διδασκαλίας. Μια αξιολόγηση που συνδεόταν με βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη, δηλαδή ο εκπαιδευτικός έπρεπε να κριθεί θετικά για να πάρει τον επόμενο βαθμό και άρα υψηλότερο μισθό.

Το μοντέλο αυτό λειτουργούσε στα πλαίσια ενός γενικότερου αυταρχικού – αντιδημοκρατικού μοντέλου που χαρακτηριζόταν από την παντοκρατορία του διευθυντή, που ήταν μόνιμος σε αυτή την θέση, την απαγόρευση συμμετοχής σε κόμματα των εκπαιδευτικών, την ανυπαρξία παρατάξεων συνδικαλιστικών και μέχρι το 1974, το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων των εκπαιδευτικών προκειμένου να διοριστούν. Το πλαίσιο αυτό προσδιόριζε ο δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας του 1951, που δημιουργήθηκε καθ' υπόδειξη των αμερικάνων.

Στα πλαίσια του ευρύτερου λαϊκού ξεσπάσματος της μεταπολίτευσης και με τους συνεχείς εκπαιδευτικούς αγώνες της δεκαετίας του ‘70, καταργήθηκε ο Επιθεωρητής και αντικαταστάθηκε από τον Σύμβουλο με υποτίθεται άλλο ρόλο, καταργήθηκε η μονιμότητα του διευθυντή, έγινε δυνατή η απόλυτη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη των εκπαιδευτικών, λειτούργησαν τα σχολεία δημοκρατικά και καταργήθηκε ο δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας.

Αρχές λοιπόν της δεκαετίας του 80 πολλά αιτήματα των εκπαιδευτικών γίνονται πραγματικότητα, ενώ αυξάνει ο αριθμός τους με νεοεισερχόμενη γενιά, αυτή   του Πολυτεχνείου, η οποία συμβάλει σε σημαντικό βαθμό στην αλλαγή του κλίματος στα σχολεία.

Και ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 80 επικρατεί σχετική ευφορία στους εκπαιδευτικούς χώρους, η βαθιά διεθνή καπιταλιστική κρίση της δεκαετίας του 70 αρχίζει να εμφανίζει και στην χώρα μας μόνιμα χαρακτηριστικά, με κορυφαίο παράδειγμα την πλειάδα των προβληματικών (Τεϊλορικών) επιχειρήσεων που μεταφέρονται στο κράτος για «εξυγίανση», δηλαδή στις τσέπες των εργαζομένων.

Την ίδια στιγμή που το λαϊκό κίνημα αδυνατεί να εκτιμήσει το είδος και το βάθος αυτής της κρίσης, η Πασόκικη διακυβέρνηση αρχίζει, μετά μικρή ανάπαυλα, από το 1984 και μετά, την μάχη για την επιβολή ξανά της αξιολόγησης, προσπαθώντας να πείσει ότι αυτή αφορά για κάτι νέο σε σχέση, με τον επιθεωρητισμό.

 

Προσπάθειες επαναφοράς του επιθεωρητισμού την δεκαετία του ‘80

 

Ήδη από το 1982 το Π.Δ. που καθιερώνει τους σχολικούς Συμβούλους αναφέρει ότι αυτοί συμμετέχουν στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού.

Ο νόμος 1566 του Απ. Κακλαμάνη προβλέπει την έκδοση Π.Δ. για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, που ο ίδιος δεν επιχείρησε να καθιερώσει. Το επιχείρησε όμως ο Α. Τρίτσης την Άνοιξη του 1987, με κύρια άποψη ότι αν δεν αξιολογηθεί ο εκπαιδευτικός, η εκπαίδευση δεν βελτιώνεται. Η άμεση αντίδραση των ΕΛΜΕ του λεκανοπεδίου της Αττικής με απειλή ακόμα και το μπλοκάρισμα των Πανελλαδικών εξετάσεων ανάγκασε την κυβέρνηση να ανακρούσει πρύμνα.

Η μεγάλη απεργία του 1988 και η πολιτική ρευστότητα της περιόδου 1989-90, ανέστειλαν πάλι την προώθηση Π. Δ. αξιολόγησης μέχρι το 1991.Το δε Βατερλό του υπερφίαλου Β. Κοντογιαννόπουλου το 91, ακύρωσε την προσπάθεια για αξιολόγηση που προέβλεπαν οι νόμοι του, ενώ ο διάδοχος του Γ. Σουφλιάς εκδίδει Π. Δ. τις παραμονές της ανατροπής της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Ο υπουργός Παιδείας  Φατούρος της κυβέρνησης Παπανδρέου παγώνει το Π. Δ. Σουφλιά τον Δεκέμβρη του 94.

Στον Σουφλιά όμως οφείλουμε ιδιαίτερη μνεία. Είναι αυτός που δρομολογεί τα μεταλυκειακά ΙΕΚ. Ένα θεσμό που λειτουργεί με βάση το ωρομίσθιο και τα ελαστικά ωράρια, δηλαδή χωρίς μονιμότητα, που αντικειμενικά σπρώχνει προς την αξιολόγηση (με την έννοια της απόλυσης) και στην άρση της μονιμότητας.

Το πιο σημαντικό είναι ότι ο Σουφλιάς είναι ο πρώτος που προσπαθεί να συνδέσει άμεσα την αξιολόγηση με την επιμόρφωση. Και στον νόμο 2009 (ΙΕΚ, επιμόρφωση) και κυρίως στο 3μηνο ΠΕΚ πριν από τον διορισμό, προσπαθεί η εισαγωγική επιμόρφωση (πριν τον διορισμό) να μετατραπεί σε αξιολογητικό μηχανισμό απόρριψης των "ανικάνων".

Το εκπαιδευτικό κίνημα έδωσε μια από τις πιο συστηματικές και σημαντικές μάχες για να καταργήσει την εισαγωγική επιμόρφωση – αξιολόγηση – απόρριψη του Σουφλιά.

Το 1997 έρχεται η σειρά του Γερ. Αρσένη που μέσο του περιβόητου νόμου 2525, του Π. Δ. 140/98 και τις Υ.Α.Δ2/1938/26 – 2 – 98 εγκυκλίου, προσπαθεί με τον πιο ακραίο τρόπο να ξεμπερδεύει μια και καλή με το εκπαιδευτικό κίνημα και τις αντιστάσεις του. Με τον Αρσένη άλλη μια προσπάθεια χειραγώγησης και υποταγής αποτυγχάνει λόγω των σθεναρών εκπαιδευτικών αντιστάσεων, κόντρα στις λογικές της υποταγής και της αναποτελεσματικότητας των αγώνων.

 

                                        Το σημερινό μοντέλο Ευθυμίου

 

Κατά την γνώμη μας, θα είναι λάθος να δούμε την νέα προσπάθεια Ευθυμίου ως προσπάθεια σαν όλες τις άλλες που προηγήθηκαν.

Πρώτα-πρώτα σε αυτή την 10ετία εφαρμόστηκαν εκπαιδευτικές πολιτικές κρίσιμες για το ζήτημα της αξιολόγησης και κυρίως μερικές από αυτές εμπεδώθηκαν, δημιουργώντας κοινωνικά δεδομένα. Οι σπουδαιότερες από αυτές είναι:

1ο Η σταθεροποίηση των θεσμών ΙΕΚ, ΚΕΚ, ΤΕΕ, Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών (μορφές ιδιωτικών ΑΕΙ), προγράμματα εθνικών και κοινωνικών μειονοτήτων, προγράμματα Δήμων κ.τ.λ. Αυτή η σταθεροποίηση έφερε και μια σταθεροποίηση των νέων εργασιακών σχέσεων του ωρομίσθιου, της 6άμηνης σύμβασης κ.τ.λ. ένα μεγάλο δυναμικό εργαζομένων στην προσφορά εκπαιδευτικού έργου σκέφτεται πλέον, ενεργή και ονειρεύεται, με βάση το περιβάλλον που δημιουργούν οι νέες εργασιακές σχέσεις. Είναι ο αυριανός πολιορκητικός κριός για την "τελική" άρση της μονιμότητας που σκέφτεται να χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση και οι μελλοντικές κυβερνήσεις. Η απουσία του εκπαιδευτικού κινήματος σε αυτούς τους χώρους και η αδυναμία του να διαμορφώσει συγκεκριμένες αντιστάσεις μέσα στις νέες εργασιακές σχέσεις είναι ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα σήμερα. Η επιμονή μόνο σε διακηρυκτικά αιτήματα όπως η κατάργηση των ΙΕΚ, ΚΕΚ, ΤΕΕ κ.τ.λ. δεν οδηγεί πουθενά, ούτε βέβαια στην μελλοντική επιτυχία αυτών των στόχων (δηλαδή την κατάργηση ΙΕΚ, ΚΕΚ κ.τ.λ.)

Ήδη ο πραγματικός στόχος των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που είναι η πλήρης ιδιωτικοποίηση του τομέα της κατάρτισης, άρχισε με την ιδιωτικοποίηση – ξεπούλημα του ΟΑΕΔ. Μια τέτοια επιλογή για το δίκτυο ΟΑΕΔ – ΤΕΕ – ΙΕΚ – προγράμματα μειονοτήτων θα ενισχύσει σε μεγάλο βαθμό την ήδη αυξανόμενη πίεση στο θέμα της αξιολόγησης με τελικό στόχο την ολική άρση της μονιμότητας.

2ο Την 5αετία 95 – 2000 ένα νέο μοντέλο δράσης των νεοφιλελεύθερων στις εκπαιδευτικές δομές άρχισε να κάνει δυναμικά την εμφάνιση του. Πρόκειται για την πιστοποίηση (αξιολόγηση) εκπαιδευτικών ιδρυμάτων όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης, με βάση συγκεκριμένα κριτήρια και νόρμες, που έχουν να κάνουν κυρίως με την χρηστικότητα τους για τις δυνάμεις της αγοράς. Το μοντέλο εφαρμόστηκε ήδη καθολικά για τα ΙΕΚ και τα ΚΕΚ, πειραματικά σε ΑΕΙ – ΤΕΙ ενώ πρώτες κρούσεις άρχισαν να γίνονται και για ΤΕΕ.

Μια τέτοια γενικευμένη πορεία περιοδικής πιστοποίησης εκπαιδευτικών δομών οδηγεί στην απαξίωση του εκπαιδευτικού με άλλο τρόπο από την κλασσική ατομική αξιολόγηση. Αγνοώντας τις ταξικές, κοινωνικές, πολιτιστικές, γλωσσικές κ.τ.λ. διαφορές, κανονικοποιεί το σύνολο των εκπαιδευτικών δομών πάνω σε ενιαίες πανελλαδικές φόρμες ανά κατηγορία σχολών, συνθλίβοντας έτσι τον εκπαιδευτικό και το έργο του και μάλιστα αυτών που εργάζονται με τις δυσμενέστερες συνθήκες.

3ο Η συνεχής μεταφορά εκπαιδευτικών δομών στον α΄  και β΄ βαθμό Τ. Α. ως προς το κόστος λειτουργίας και συντήρησης τους, με παράλληλη ελλιπή χρηματοδότηση, οδηγεί σταδιακά στον στόχο της κρατικής χρηματοδότησης ανά μαθητή της Τ. Α., με τελικό αποτέλεσμα την απομόρφωση ολόκληρων περιοχών, αυτών που οικονομικά και κοινωνικά είναι ασθενέστερες.

Αυτές τις μέρες συντελείται η μεταφορά των παιδικών σταθμών στους Δήμους ενισχύοντας ακόμα περισσότερο την προηγούμενη κατάσταση. Την ίδια όμως στιγμή το κράτος αναλαμβάνει υποχρέωση ίσης χρηματοδότησης εκπαιδευτικών ιδιωτικών δομών, αναλαμβάνει την επιμόρφωση του προσωπικού τους, την εκπαίδευση του στις νέες «εκπαιδευτικές» ανάγκες (τεχνολογίες), την συμμετοχή τους (των ιδιωτικών φορέων) στα υπηρεσιακά συμβούλια κ.τ.λ.

Μία τέτοια πορεία πραγμάτων θα σπρώξει τους Δήμους για να ανταποκριθούν σε αύξηση των κοινοτικών φορέων από την μία και από την άλλη σε εντατικοποίηση του ρυθμού δουλειάς του εκπαιδευτικού προσωπικού. Ήδη σε αυτή την κατεύθυνση το Πασόκικο νεοφιλελεύθερο κράτος οξύνει τα λαϊκίστικα χαρακτηριστικά των τοπικών κοινωνιών, δείχνοντας τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουν οι Δήμοι στο ζήτημα της αξιολόγησης.

4ο Επί υπουργίας Γ. Παπανδρέου είδε το φως της δημοσιότητας το σχέδιο αλλαγής του άρθρου 16 του συντάγματος, πού αφορά τα μορφωτικά αγαθά. Τυπικά αυτή η αναθεώρηση δεν προωθήθηκε, διότι για τους αντιδρώντες εισήγαγε την δυνατότητα ιδιωτικών Πανεπιστημίων. Σήμερα χωρίς να αναθεωρείται το άρθρο 16 υιοθετείται και υλοποιείται ολόκληρη η πρόταση Παπανδρέου. Με την οδηγία 89/48, που ψηφίστηκε το καλοκαίρι του 2000 στην βουλή, ονομάζονται σπουδές Πανεπιστημιακού επιπέδου τα πτυχία των Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών.

Μετατρέπονται οι επιστημονικές ενώσεις σε επαγγελματικές και αναλαμβάνουν την χορήγηση άδειας εξασκήσεως επαγγέλματος. Αναλαμβάνουν δηλαδή να καταργήσουν το πτυχίο ως μοναδικό κριτήριο για εργασία, αφού θα πραγματοποιούν εξετάσεις κ. α., για να χορηγούν την άδεια. Έχουν ξεκινήσει ήδη τα Δημοτικά Πανεπιστήμια. Ο Κόκκαλης ετοιμάζει το δικό του. Η ουσία του προτάσεων Παπανδρέου κρύβεται στην πρόταση: «συνεχής  πιστοποίηση – αξιολόγηση με «ανεξάρτητες» επιτροπές σοφών, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων όλων των βαθμίδων και συνεχής δια βίου αξιολόγηση πραγματικών επαγγελματικών προσόντων εκ των υστέρων, που να ελέγχονται από τις επαγγελματικές τάξεις».

Η αδίστακτη θεωρεία του απασχολήσιμου, που εκφράζει αυτή η διατύπωση, του ανθρώπου δηλαδή που οποιοδήποτε προσόν του, θεωρείται ανά πάσα στιγμή όχι ισχυρό, αλλά προς συνεχή επιβεβαίωση και επανεξέταση, όσο γίνεται πράξη και μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση επιβολής στα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα, τόσο σπρώχνει μεγάλες κοινωνικές ομάδες σε συντηρητική λαϊκίστικη κατεύθυνση. Μια κατεύθυνση που θα σπρώχνει στην αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και στην άρση της μονιμότητας τους. Οι αποκάτω και μάλιστα οι ποιο αδικημένοι, επιδιώκεται να αποτελέσουν τους φορείς πίεσης για την αντιδραστική αξιολόγηση και την άρση της μονιμότητας των εκπαιδευτικών.

Επομένως η νέα προσπάθεια Ευθυμίου για τον έλεγχο-χειραγώγηση και πλήρη υποταγή του εκπαιδευτικού γίνεται επί της βάσης νέων δεδομένων:

α) Η πιστοποίηση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων για την εξυπηρέτηση καλύτερα της αγοράς, διευρύνει τις δυνατότητες επιβολής της ατομικής αξιολόγησης.

β) Η μετατροπή της επιμόρφωσης σε αξιολόγηση.

γ) Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού με βάση την κοινωνική συνεισφορά του τίθεται όπως αναλύσαμε σε νέα βάση.

Το κυριότερο όμως όλων από όσα περιγράψαμε είναι ότι τα προηγούμενα δεν βρίσκονται στο στάδιο των προθέσεων ή των διακηρύξεων, αλλά έχει προχωρήσει αρκετά η υλοποίηση τους, ώστε αυτό να αποτελεί την υλική βάση πάνω στην όποία πατάει η νέα προσπάθεια Ευθυμίου.

Οι νέες ρυθμίσεις του ΥΠΕΠΘ, όπως αποτυπώνονται στο πρόσφατο προσχέδιο νόμου έχουν ως εξής:

1) Οι Περιφερειακοί Διευθυντές Εκπαίδευσης (Π. Δ. Ε.) που συστήθηκαν με βάση το άρθρο 14, παρ. 29 του νόμου 2817/00 και λειτουργούν στην έδρα κάθε περιφέρειας της χώρας, θα έχουν «τον έλεγχο και την εποπτεία» των σχολείων, των εκπαιδευτικών δομών πάσης φύσεως και εκπαιδευτικών (πλην γ/θμιας εκπαίδευσης). Κάθε Π.Δ.Ε. περιλαμβάνει τρία τμήματα: α) Διοίκησης, β) Επιστημονικής – Παιδαγωγικής Καθοδήγησης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, γ) Επιστημονικής Παιδαγωγικής Καθοδήγησης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Βέβαια ο Περιφερειακός Διευθυντής και οι Προϊστάμενοι των τριών τμημάτων διορίζονται και παύονται από τον υπουργό.

2) Ο έλεγχος της αξιολόγησης μετατίθεται στο ΚΕΕ (Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας) και στο Π. Ι. (Παιδαγωγικό Ινστιτούτο), δυο όργανα άμεσα ελεγχόμενα από το ΥΠΕΠΘ. Αυτά τα νέα όργανα αναλαμβάνουν το «έργο της ανάπτυξης και προτυποποίησης δεικτών και κριτηρίων» αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου.

3) Εισάγεται η Θατσερικής έμπνευσης αξιολόγηση της σχολικής μονάδας, με βάση ποσοτικούς δείκτες. Ήδη ανακοινώθηκε η ίδρυση ειδικής επιτροπής αξιολόγησης εκπαιδευτικών δομών όλων των βαθμίδων στα πλαίσια του νόμου 2327, στα πλαίσια δηλαδή του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας (ΕΣΥΠ).

4) Αξιολόγηση εκπαιδευτικών:

α. Καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 8 του νόμου 2525/97 για το σώμα μόνιμων αξιολογητών (Σ.Μ.Α.) και η Επιτροπή Αξιολόγησης Σχολικών Μονάδων (Ε.Α.Σ.Μ.).

β. Προτάσσονται για αξιολόγηση οι νεοεισερχόμενοι, μέχρι την νομιμοποίηση τους και όσοι επιδιώκουν θέσεις στελέχους εκπαίδευσης.

γ. Τίθεται σε εθελοντική βάση προσωρινά η αξιολόγηση των υπολοίπων.

δ. Αξιολογούνται άμεσα όσες μεμονωμένες περιπτώσεις θεωρηθεί σκόπιμο!!!

ε. Σκόπιμα παραλείπεται προσωρινά το ποινολόγιο της αξιολόγησης, όπως και η σύνδεση της με την βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.

Τα επίπεδα αξιολόγησης είναι τα γνωστά από παλιά, Παιδαγωγική – Επιστημονική και διδακτική επάρκεια από τον Σύμβουλο, υπηρεσιακή συνέπεια, επικοινωνιακή δυνατότητα, (με Μαθητές – Καθηγητές) από τον Δ/ντή σχολικής μονάδας και τα τρία νέα: κοινωνική δραστηριότητα και συνεισφορά από Δ/ντή και Σύμβουλο, συνεισφορά για την βελτίωση των ποσοτικοποιημένων δεικτών που έχει επιβάλει στην σχολική μονάδα η επιτροπή αξιολόγησης σχολικών μονάδων και τα  bonus από τις αξιολογημένες επιμορφώσεις που έχει συμμετάσχει ο εκπαιδευτικός.

 

Απ' αυτές καθ' αυτές τις προτάσεις Ευθυμίου είναι φανερά τα ακόλουθα:

 

1) Το δήθεν αποκεντρωμένο μοντέλο δεν έχει καμία σχέση με την λαϊκή απαίτηση για αποκέντρωση, που σημαίνει μεταφορά εξουσιών προς την βάση, δηλαδή προς τον εκπαιδευτικό και τους συλλόγους διδασκόντων. Αντίθετα πρόκειται για το πιο ιεραρχοποιημένο ασφυκτικά ελεγχόμενο σύστημα από την κεντρική εξουσία. Ένα σύστημα απόλυτης εξουσίας ακόμα και στους δικούς του ανθρώπους, όπως επίσης σε κάθε μορφή εκπαίδευσης ακόμα και στην ιδιωτική.

2) «Η προτυποποίηση δεικτών και κριτηρίων» για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών που θα επιβάλλουν το ΚΕΕ και το Π. Ι., αντανακλά την πιο ακραία νεοφιλελεύθερη αντίληψη για πλήρη αντιστοίχηση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς. Μια αντίληψη που θεωρεί το σχολείο επιχείρηση και τον εκπαιδευτικό εργαζόμενο – παραγωγό, που η δουλειά του θα εκτιμηθεί από την αξία των κομματιών (μαθητών) που παράγει. Μια αξία που η αγορά επιβεβαιώνει, (δηλαδή το κατά πόσο οι απόφοιτοι απορροφούνται από την αγορά εργασίας).

Μια φασίζουσα αντίληψη που αγνοεί τις κοινωνικές, ταξικές, μορφωτικές, γλωσσικές, χωροταξικές κ.α. διαφορές των υποκειμένων, (μαθητών πάνω στους οποίους εφαρμόζονται οι ποσοτικοποιημένοι δείκτες και κριτήρια μέσω των οποίων θα αξιολογηθούν οι καθηγητές )

Το ίδιο συμβαίνει και για τα ποσοτικοποιημένα μετρήσιμα κριτήρια αξιολόγησης των σχολικών μονάδων.

Μια αντίληψη που αγνοεί δήθεν που οδήγησε η μετρήσιμη διδασκαλία το Αμερικάνικο εκπαιδευτικό σύστημα και η αξιολόγηση των σχολικών μονάδων το Αγγλικό.

3) Η διάσπαση και κατηγοριοποίηση των εκπαιδευτικών σε σχέση με την δυνατότητα αντιστάσεων τους, είναι φανερή σε όλο  το νομοσχέδιο, αφού ξεκινά την αξιολόγηση από τους νεοδιόριστους και όσους επιθυμούν (εθελοντικά) και όσοι θέλουν να γίνουν στελέχη εκπαίδευσης. Προσπαθεί να πείσει ότι τα κριτήρια αξιολόγησης της σχολικής μονάδας θα παίρνουν υπόψιν τις κοινωνικές συνθήκες έναρξης κάθε σχολείου. Αποφεύγει να μιλήσει άμεσα για ποινές ή για σύνδεση βαθμού – μισθού και δίνει μια περίοδο χάριτος σε όλους, αφού το σύστημα θα ξεκινήσει την αξιολόγηση από πάνω προς τα κάτω.

Για την ηπιότητα που δείχνει το σύστημα Ευθυμίου ως προς την αξιολόγηση των σχολικών μονάδων και ως προς αυτή των εκπαιδευτικών, σε σχέση με τα αντίστοιχα αγγλοαμερικανικά, πρέπει να συνεκτιμήσουμε:

 1ον  Την κατάρρευση αυτών των μοντέλων σε Αγγλία – Αμερική.

2ον  Την κουλτούρα της καθημερινότητας της κοινωνίας μας, που ακόμα αντέχει σε ορισμένα αντιδραστικά δυτικά πρότυπα.

3ον   Την δυναμική της ταξικής πάλης της προηγούμενης τριετίας.

4ον  Την οικονομική αδυναμία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού να διαθέσει κονδύλια για μια ουσιαστική κατηγοριοποίηση των μισθών συνδεδεμένη με αξιολογικά κριτήρια.

5ον Την αναγκαιότητα να περπατήσει στην ζωή ένα ηπιότερο σύστημα που θα επιτρέψει  στο μέλλον μια επιθετικότερη εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων μέτρων, όπως την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού από την απόδοση των μαθητών στις εξετάσεις, το κλείσιμο των σχολικών μονάδων που δεν ανταποκρίνονται στ κριτήρια της επιτροπής αξιολόγησης των σχολείων, την χρηματοδότηση των Δήμων ανά μαθητή, δηλαδή μεταφορά άμεσα του κόστους στους πολίτες μέσο των Δήμων, όπως επίσης και την μεταφορά των εκπαιδευτικών μισθών στους Δήμους. Και αυτό, γιατί και οι μνήμες του επιθεωρητισμού είναι έντονες, όπως έντονες είναι και αυτές των δημοδιδασκάλων.

6ον Η επικινδυνότητα στρατηγικά αυτού του μοντέλου πρέπει να γίνει κατανοητό ότι κρύβεται στη ηπιότητά του.

 

Σε τι εξυπηρετεί μια κοινωνία η αξιολόγηση;

 

Η αξιολόγηση αναμφίβολά δεν είναι και δεν μπορεί να γίνει μια ουδέτερη διαδικασία εντός οποιουδήποτε ταξικού – ιεραρχικού συστήματος. Εξαρτάται από το ποιος αξιολογεί, ποιόν αξιολογεί και με ποιόν ιδιαίτερο σκοπό.

Πρώτον:

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, μιλάμε για αστική αξιολόγηση σε συνθήκες εξέλιξης του καπιταλισμού (μετατεϋλοφορντικών και μετακεϋνσιανών αλλαγών). Ταυτόχρονα ο καπιταλισμός δεν είναι ο έφηβος των 2 αιώνων πριν, είναι ένα υπερώριμο σχήμα (σύστημα). που οι αλλοτριοτικές μαζικές συνθήκες ελέγχου – χειραγώγησης – υποταγής και εκμετάλλευσης της ζωντανής εργασίας, που έχει εφεύρει και εφαρμόζει στην συντριπτική λαϊκή πλειοψηφία, μόνο με τα συστήματα της ώριμης μανδραρινοκρατίας μπορούν να συγκριθούν (Φαραωνισμός, κινέζικες δυναστείες κ.τ.λ.). Είναι δε υποχρεωμένος να αναπτύξει τόσο πολύπλευρες και πολυποίκιλες ιεραρχοποιημένες εξουσιαστικές δομές, που μόνο αυτή κάθε αυτή η ιεραρχοποίηση αποτελεί λαιμητόμο για τα υποκείμενα που πάνω τους εφαρμόζεται.

Δεύτερο και κυριότερο:

Σ' αυτή την υπερώριμη αστική φάση, η επέμβαση στα προγράμματα σπουδών, στις διδακτικές μεθόδους, στην αξιολόγηση και στην αποτύπωση αξιών στην νεολαία, έχει κάνει τόσο ασφυκτική την επιβολή του αστικού κοσμοειδώλου σε αυτές τις διαδικασίες, που ή οι άνθρωποι πρέπει να αποδεχτούν βιωματικά το αστικό κοσμοείδωλο ή δεν έχουν άλλη επιλογή από την ανατροπή του.

Συγκεκριμένα. Η φορμαλιστική – τεχνοκρατική επέμβαση στα προγράμματα σπουδών 20 χρόνια τώρα, από το Δημοτικό ως το Λύκειο, με υποβάθμιση έως εξαφάνιση μαθημάτων που αναπτύσσουν την κριτική ικανότητα όπως η Γεωμετρία, η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας σαν να ήταν μια ξένη γλώσσα, η αφαίρεση από την ύλη των μαθηματικών και φυσικής του Λυκείου (και γενικότερα των μαθημάτων γενικών επιστημών) των αποδείξεων των θεωρημάτων και η εκμάθηση μόνο της χρηστικότητας τους, το σύστημα των ερωτήσεων πολλαπλών επιλογών που παράγει ηλίθιους, οι έτοιμες ερωτήσεις ανά μάθημα που παράγει το ΚΕΕ κ.τ.λ., όλα αυτά οδηγούν από την μια στην αποσάθρωση της κριτικής ικανότητας της νεολαίας και από την άλλη δεν εκπαιδεύει τους ανθρώπους να παράγουν γνώσεις, αλλά «απλές» πληροφορίες, που μπορούν όμως να δημιουργήσουν εμπορικό αποτέλεσμα (να πουληθούν). Τους μαθαίνει αυτό το μοντέλο την γρήγορη αποβολή απαξιόσιμων πληροφοριών και την γρήγορη πρόσληψη νέων.

Κυρίως τους μαθαίνει ότι τα πάντα είναι εμπορεύσιμα. Συνεπικουρούμενο το μοντέλο αυτό από την κοινωνία του θεάματος, οι νέοι μαθαίνουν πως ότι υπάρχει στον χώρο και στον χρόνο και στο ανθρώπινο, είναι εμπορεύσιμο. Τους μαθαίνει επίσης ότι τα προεπαγγελματικά προσόντα, είναι εντελώς εξατομικευμένα και κανείς δεν μπορεί να έχει ίδια προσόντα και δεξιότητες για ένα επάγγελμα, και επομένως ο καθένας έχει συμφέρον να ανταγωνίζεται τον διπλανό του, να ενισχύει την μοναδικότητα του με κάθε τρόπο, να μην διανοηθεί από εδώ και στο εξής να συλλογιστεί μαζί με άλλους ως ομάδα για να ζήσει, αλλά και να διεκδικήσει τα δικαιώματα και τις ανάγκες του.

Ταυτόχρονα αυτό το μοντέλο αποτρέπει και «αποκλείει» τις συνολικές και συλλογικές αφηγήσεις για μια καλύτερη κοινωνία, αποκλείει τα πανάρχαια ερωτήματα τι είναι ελευθερία και τι αλήθεια, κ.τ.λ.

Αναπαράγει, διαμορφώνει και δημιουργεί τις προϋποθέσεις ενός καταμερισμού εργασίας, που ενώ φαίνεται να οδηγεί σε τέσσερα διακριτά σύνολα εργαζομένων (παραγωγούς νέας γνώσης, πολυλειτουργικούς εργαζόμενους, απασχολήσιμους και συνεχώς επανακαταρτιζόμενους, οργανικά άνεργους), ταυτόχρονα μέσα σε αυτά τα σύνολα ο καθένας είναι πλήρης εξατομικευμένος σε σχέση με τα προεπαγγελματικά τους εφόδια και άρα ανταγωνιστικός με όλους.  Του αφήνουν βέβαια ανοικτές τις δυνατότητες μεταπήδησης από το ένα στρώμα στο άλλο, περισσότερο όμως ως ελπίδα.

Για να μην μείνει καμία αμφιβολία για τις δυνατότητες τους να επιβάλουν μακροχρόνια αυτό το μοντέλο, δημιουργούν «πανίσχυρους» μηχανισμούς προσαρμογής των εκπαιδευτικών δομών σε συγκεκριμένα ποσοτικοποιημένα κριτήρια και δείκτες. Παρόμοια κριτήρια και δείκτες παράγουν και για την διδασκαλία κάθε μαθήματος για να ελέγχουν (μετρήσουν) πλήρως όλες τις δυνατότητες διαφυγής από το Οργουελικό μοντέλο τους. Για να μην μείνει επίσης καμία αμφιβολία για τις υλικές συνέπειες του ελέγχου τους, οδηγούν τα σχολεία που δεν θα πιάσουν τα κριτήρια αξιολόγησής τους σε κλείσιμο (όπως Αγγλία) και τους καθηγητές που δεν λειτουργούν με τα μετρήσιμα κριτήρια τους, σε αξιολόγηση – απόρριψη, με χειραγώγηση-υποταγή, με συνεχείς περικοπές μισθού, στο τέλος μέχρι και απόλυση.

Τρίτον:

Την ίδια στιγμή που προσπαθούν να επιβάλουν αυτό το ασφυκτικό σε κάθε τομέα της καθημερινότητας (εκπαιδευτικής και όχι μόνο) κοσμοείδωλο ελέγχου και υποταγής (εκπαιδευτικών – μαθητών), το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα απογειώνει σε επίπεδο ευρύτερης κοινωνίας τις ταξικές, μορφωτικές, οικονομικές γλωσσικές, χωροταξικές (διαφορά χωριού – πόλης) κ.α. διαφορές. Αυτή η ποσοτικοποιημένη, εξειδικευμένη, λεπτομερειακή και καθημερινή αξιολογητική υποταγή, φέρνει σε τρομακτική αντίθεση την υλοποίηση αυτών των προτύπων με την πραγματικότητα των ταξικών και κοινωνικών διαφορών.

Τέταρτον:

Ο εκπαιδευτικός από την στιγμή που ακόμα δεν μπορεί να αντικατασταθεί στην εκπαιδευτική διαδικασία, δέχεται με μεγάλη ένταση τις παραπάνω αντιφάσεις. Γιατί η ενσωμάτωση του στο αστικό φαντασιακό της νέας φάσης είναι και θα παραμείνει μικρή, ενώ είναι μάρτυρας της κοινωνικής ταξικής πραγματικότητας που αυτό δημιουργεί και αναπαράγει, ταυτόχρονα όμως ο ίδιος είναι βασικός φορέας της υλοποίησης του. Δέχεται μια διπλή και πολλή μεγάλη πίεση.

Συγκρούεται με την συνείδηση και το δικό του φαντασιακό που δεν συμπίπτει με το Οργουελικό αστικό φαντασιακό και ταυτόχρονα με την πραγματικότητα των στεναγμών που δημιουργεί η διαδικασία της επιβολής του στην λαϊκή πλειοψηφία υπό το βάρος των ταξικών και κοινωνικών διαφορών.

Είναι σαφές πως στα ερωτήματα που θέσαμε στο ποιος αξιολογεί, πώς και ποιόν αξιολογεί και με τι γενικό και ειδικό συμφέρον, οι απαντήσεις μας αφορούν και ερμηνεύουν την προσπάθεια μίας μικρής μειοψηφίας (των αστών) και μια δομή της καπιταλιστικής δομής, να επιβάλει νέες μεθόδους ελέγχου, χειραγώγησης και υποταγής.

Μεθόδους που ότι συνέβαινε στο παρελθόν, που το παρελθόν ωχριά μπροστά τους και που το γενικό και ειδικό συμφέρον από την επιβολή τους, συνίσταται στην δημιουργία ενός νέου τύπου ανθρώπου, που να αποδέχεται βιωματικά (θεληματικά) την θέση που του επιβάλλεται μέσα στην κοινωνία. Δηλαδή να αποδέχεται την απόλυτη κοινωνική του διακριτότητα και τον ανταγωνισμό του με όλους τους άλλους, σαν κάτι φυσικό και αιώνιο και την παραίτηση του από κάθε αντίσταση ενάντια στους πραγματικά υπευθύνους της κατάστασής του. Να αποδέχεται βιωματικά και αυτονόητα να του κλέβουν το προϊόν της εργασίας του και να μην αμφισβητεί την υποταγή του, όπως οι δούλοι που δεν ήθελαν την ελευθερία τους.

-Είναι δυνατόν να διαφύγει ο εκπαιδευτικός από αυτή την αξιολόγηση και από κάθε ιεραρχική και άρα καπιταλιστική αξιολόγηση;

-Είναι δυνατόν να παράγει άλλο αποτέλεσμα από τους στόχους που του επιβάλλουν να υλοποιήσει;

Είναι γνωστό πώς το εκπαιδευτικό έργο είναι μη μετρήσιμο. Το παιδαγωγικό μορφωτικό, ακόμα και το ειδικό επιστημονικό αποτέλεσμα της δράσης του εκπαιδευτικού πάνω στην νεολαία εκδηλώνεται πάντα μακροπρόθεσμα. Ακόμα και να θέλαμε να το μετρήσουμε αυτό μακροπρόθεσμα, δεν γίνεται γιατί αν μη τι άλλο σε μακροχρόνιο επίπεδο επεμβαίνουν στην ανθρώπινη ύπαρξη άπειροι και πολλές φορές απρόβλεπτοι παράγοντες.

Είναι επίσης σαφές, ότι δεν υπάρχουν απόλυτοι κανόνες παιδαγωγικής και συμπεριφορών. Χιλιάδες προσπάθειες των αστικών ιδεολογιών και των παιδαγωγικών ερευνητικών σχολών τους, οδηγήθηκαν πάντα στο ίδιο αποτέλεσμα. «Δεν υπάρχουν παιδαγωγικοί κανόνες και συμπεριφορές που να προάγουν από μόνες τους και  αποδεδειγμένα το μορφωτικό αγαθό».

Γιατί η παιδαγωγική σχέση μαθητή – καθηγητή, εκπαιδευτικού – εκπαιδευόμενου, εσωκλείει τους βαθύτερους προσδιορισμούς και ανάγκες της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι μεγάλοι παιδαγωγοί δεν γεννήθηκαν με εκπαιδευτικές διαδικασίες. Δημιουργήθηκαν στην καθημερινότητα από εκείνα τα  πρόσωπα, που είχαν το «χάρισμα» να ενσωματώνουν μέσα τους τις βαθύτερες συλλογικές, σε συνθήκες ισοτιμίας, ανθρώπινες προσδοκίες.

Αυτό είναι το ισχυρό σημείο των εκπαιδευτικών και ιδίως αυτών που αντιστέκονται από την πλευρά των καταπιεσμένων στην βαρβαρότητα του καπιταλισμού, γιατί αυτοί κατά τεκμήριο διαθέτουν το παιδαγωγικό χάρισμα.

Ενώ λοιπό, ακριβώς γιατί το εκπαιδευτικό έργο δεν είναι μετρήσιμο και η παιδαγωγική δεν έχει κανόνες, οι εκπαιδευτικοί ως στρώμα συλλογικό έπρεπε να τύχουν της μέγιστης ελευθερίας να συνδιαλέγονται, να παράγουν δηλαδή συλλογικά επιμόρφωση και να παρακολουθούν με συλλογικό τρόπο τις κοινωνικές αλλαγές.

Λόγω όμως των απελευθερωτικών δυνατοτήτων ενός τέτοιου δρόμου, οι εκπαιδευτικοί είναι εκείνη η συλλογικότητα, που ουδέποτε είχε δυνατότητα και ελευθερία να καθορίζει το είδος, την ποιότητα και τις συλλογικές διαδικασίες αυτομόρφωσής της.

Αντίθετα με άλλα στρώματα, που λόγω του φορμαλιστικού χαρακτήρα του έργου τους, της μετρησιμότητας του δηλαδή, είχαν πάντα την δυνατότητα του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού για την διεύρυνση του γνωστικού τους πεδίου: μηχανικοί, γιατροί, δικηγόροι αυτοορίζουν τις επιμορφωτικές ανάγκες τους, όχι όμως και οι εκπαιδευτικοί.

Στο ερώτημα λοιπόν, αν ο εκπαιδευτικός μπορεί να "δημιουργήσει" άλλο παιδαγωγικό αποτέλεσμα από αυτό που προσπαθούν να επιβάλουν οι κρατούντες, η απάντηση είναι θετική και θα ισχύει πάντα ανεξαρτήτως του είδους και της μορφής της εξουσίας.

Οι σημερινές εκπαιδευτικές αλλαγές όμως, γίνονται στην βάση της γνώσης των κρατούντων, σε σχέση με αυτό το δεδομένο. Γι' αυτό προσπαθούν, όσο μπορούν, με την μέτρηση και την ποσοτικοποίηση, όπως περιγράφτηκε σε αυτό το κείμενο, να περιορίσουν και να εξαλείψουν αυτό το πλεονέκτημα των εκπαιδευτικών.

Είναι σίγουρο, πώς ο εκπαιδευτικός ως πρόσωπο και υπό το βάρος των συνολικών εκπαιδευτικών αλλαγών, όσο συγκροτημένος και να είναι και όσο αποφασιστικά ταξικά τοποθετημένος με τους εκμεταλλευόμενους και αν είναι, δεν μπορεί να αντέξει και να παλέψει μόνος του μέσα στο νέο μοντέλο, δημιουργώντας διακριτά αποτελέσματα.

Μόνο ένα κίνημα παιδείας, ένα κίνημα πολιτισμού της καθημερινότητας για την παιδεία, ένα κίνημα που θα υποβάλει σε ριζική κριτική τον φορμαλισμό των προγραμμάτων σπουδών, την κατάργηση-μετάλλαξη των μαθημάτων κριτικής ικανότητας, την νέα διδακτική και τα καταστροφικά test πολλαπλής επιλογής, την πεποίθηση της απόλυτα εξατομικευμένης εκπαίδευσης, που μεταβάλλει τον άνθρωπο σε συλλέκτη πληροφοριών κ.τ.λ., μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες απονομιμοποίησης της αξιολόγησης-χειραγώγησης, την ίδια στιγμή που δημιουργεί προϋποθέσεις γενικότερων αλλαγών στην εκπαίδευση.

Η αντιμετώπιση λοιπόν της αξιολόγησης-χειραγώγησης, δεν μπορεί να γίνει μόνο δια της άρνησής της, πρέπει να γίνεται ταυτόχρονα με μια ριζική κριτική στα προγράμματα σπουδών και στους στόχους τους, στη νέα διδακτική και στο περιεχόμενο, γιατί μόνο τότε οι λόγοι της άρνησης της αξιολόγησης γίνονται πιστευτοί κοινωνικά (σε μαθητές -καθηγητές-εργαζομένους).

 

Γίνεται αξιολόγηση σήμερα ;

 

Κοινωνία σημαίνει αξιολόγηση. Αξιολόγηση που προκαλεί συγκρούσεις τάξεων εναντίον άλλων τάξεων, ιδεολογικών ρευμάτων εναντίων άλλων, παντοτινών κοινωνικών αντιθέσεων (άντρας-γυναίκα, ατομικό-συλλογικό, φύση-κοινωνία), μεσοχρονικών αντιθέσεων, όπως κυρίαρχης τάξης-υποτελών τάξεων (δούλοι-δουλοκτήτες, φεουδάρχες-δουλοπάροικοι, αυτοί-προλετάριοι κ.τ.λ.) και τρεχουσών αντιθέσεων. Η αξιολόγηση επομένως είναι σύμφυτη με την πραγματικότητα, είναι η ίδια η πραγματικότητα.

Όταν αρνούμαστε λοιπόν την δομημένη ιεραρχικά αξιολόγηση στην εκπαίδευση και χθες και σήμερα και αύριο, δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε κάθε αξιολόγηση. Πρώτα-πρώτα αυτό είναι στρουθοκαμηλισμός. Γιατί τι άλλο είναι να αρνείσαι ότι είναι καθημερινά μπροστά σου.

Σήμερα στην εκπαίδευση γίνεται αξιολόγηση με άμεσες επιδράσεις και αποτελέσματα ορατά (π.χ. δυσμενείς μεταθέσεις εκπαιδευτικών κατά απαίτηση μαθητών-γονέων κ.τ.λ. ). Διεξάγεται εκπαιδευτική αξιολόγηση από μαθητές, γονείς, διάφορους κοινωνικούς φορείς, την λεγόμενη κοινή γνώμη κ.τ.λ. ). Όμως αυτή η αξιολόγηση δεν είναι ουδέτερη, έξω από τα κοινωνικά πρότυπα και συμπεριφορές, έξω από τις προτυπικές επιβολές της κοινωνίας του θεάματος, έξω από την κυρίαρχη αντίληψη της εμπορευματοποίησης των πάντων, του εξατομικευμένου και φοβισμένου ανθρώπου.

Επομένως αυτή η αξιολόγηση, όχι μόνο δεν είναι ουδέτερη, αλλά στην πραγματικότητα η ποιότητά της εκφράζει στη συγκυρία τον συσχετισμό δύναμης, των δυνάμεων που επιδιώκουν την εκμετάλλευση και την υποταγή με τις δυνάμεις που τα αντιστρατεύονται. Στις σημερινές συνθήκες με δεδομένο τον αρνητικό συσχετισμό δύναμης για τις λαϊκές δυνάμεις, η μεν ιεραρχικά δομημένη συστημική αξιολόγηση είναι αποβλητέα, η δε κοινωνική αξιολόγηση θέλει αντιμετώπιση.

Την πρώτη μπορεί να την παλέψει το εκπαιδευτικό κίνημα, ώστε να μην εφαρμοστεί, όπως κάνει δυο 10ετίες τώρα, την δεύτερη όμως όχι μόνο δεν μπορεί να την αγνοήσει, αλλά αν το κάνει μπορεί να έχει ως συνέπεια να ηττηθεί και στην πρώτη. Και για αυτό επίσης τον λόγο, η αντίληψή μας, όπως σε αυτό το κείμενο αναλύεται, περιέχει ως στοχοθεσία μια ριζική κριτική στους στόχους των προγραμμάτων σπουδών, την νέα διδακτική και την προσπάθεια που καταβάλουν μέσω αυτών, να αποσαθρώσουν την κριτική ικανότητα της νεολαίας  κ.τ.λ.

Για να μεταβάλουμε την συντηρητική κοινωνική αξιολόγηση που γίνεται ενάντια στην εκπαίδευση, σε μια κοινωνική εκπαιδευτική αξιολόγηση που επιβάλει μια εκπαιδευτική και μορφωτική διαδικασία προς το συμφέρον των υποτελών τάξεων, χρειαζόμαστε ένα νέο κίνημα πολιτισμού, που υποβάλει σε ριζική κριτική τις προδιαγραφές του νέου εκπαιδευτικού μοντέλου.

Το σύνθημά μας λοιπόν δεν μπορεί να είναι: «Στην αξιολόγηση της απόρριψης, αντιτάσσουμε την απόρριψη της αξιολόγησης». Γιατί αυτό απαντά με την άρνηση και σωστά στην δομημένη αξιολόγηση-χειραγώγηση των εκμεταλλευτικών και καταπιεστικών δυνάμεων, αλλά δεν απαντά στην ευρύτερη κοινωνική αξιολόγηση που γίνεται στην μορφωτική-εκπαιδευτική διαδικασία.

Χρειάζεται λοιπόν ένα σύνολο πρακτικών και θεωρητικών δράσεων κάτω από το σύνθημα: «όχι στην αξιολόγηση, ναι στην βελτίωση του εκπαιδευτικού έργο», όπου το δεύτερο σκέλος του συνθήματος θα σημαίνει μια βελτίωση των μορφωτικών διαδικασιών, όπως την εννοεί μια εκπαιδευτική θεώρηση, που προτάσσει το συμφέρον των υποτελών στρωμάτων και τάξεων.

(Σημείωση Παναγ. Μπούρδαλα: Πρόκειται δηλαδή για πολλαπλή και δυναμική αλληλεπίδραση όλων των υποκειμένων του χώρου της εκπαίδευσης).

Αυτό σημαίνει, ανάμεσα σε πολλά:

α) Την ενεργητική δράση του συλλόγου των διδασκόντων σε θέματα όπως συστηματικές απουσίες εκπαιδευτικών από τα μαθήματα, ακραίες συμπεριφορές από μέρους των, εμπορίας μορφωτικού αγαθού (φροντιστήρια στους μαθητές τους κ.τ.λ. ). β) την ανάπτυξη σχέσεων των συλλόγων διδασκόντων (συνεργασία όλων των συλλόγων διδασκόντων μιας περιοχής) με τις τοπικές κοινωνίες, από τη σκοπιά μιας έμπρακτης απόδειξης ενδιαφέροντος του εκπαιδευτικού κινήματος για το μορφωτικό αγαθό. Άρα κάθε σχολείο ή ομάδα σχολείων απαιτείται να έχει μορφωτική παρέμβαση στον περίγυρό του.

γ) Είναι αναγκαία επίσης η ανάπτυξη δραστηριοτήτων ανά περιοχή γενικά στην κουλτούρα των μαθητών ή και ανά ειδικότητα π.χ. στο επίπεδο μιας περιοχής που συγκεντρώνει σχετική εννιαιότητα μαθητικής δυσκολίας στα μαθηματικά, φυσική, γλώσσα κ.τ.λ., μπορεί να επιλεγούν ειδικές πρακτικές και συλλογικές δράσεις των εκπαιδευτικών ανά ειδικότητα.

Μια τέτοια δράση, όσο θα παίρνει γενικευμένα χαρακτηριστικά θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας πραγματικής μάχης πάνω στο θέμα της «επιμόρφωσης». Μιας μάχης που το εκπαιδευτικό κίνημα θα διεκδικήσει τον έλεγχο κάθε επιμορφωτικής διαδικασίας. Έναν έλεγχο στις ανάγκες, στο περιεχόμενο και στον τρόπο διεξαγωγής κάθε επιμορφωτικής διαδικασίας. Έναν έλεγχο που θα σπάσει τον φαύλο κύκλο, που θέλει τον εκπαιδευτικό μαθητή του συστήματος και όχι της κοινωνίας.

Μια τέτοια συλλογική-συνεργατική δράση των εκπαιδευτικών και του εκπαιδευτικού κινήματος για την βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου, θα πρέπει βαθιά να κατανοεί, να περιφρουρεί και να πείθει την κοινωνία για την «απόλυτη» ελευθερία, που είναι αναγκαίο να χαίρει ο εκπαιδευτικός, όσο αφορά το ουσιαστικό του έργο μέσα στην τάξη. Η παιδαγωγική ικανότητα και η διδακτική δεινότητα δεν έχουν μέτρο και σε αυτό το ζήτημα καμία παραχώρηση ο εκπαιδευτικός και το εκπαιδευτικό κίνημα δεν μπορεί να κάνει. Γιατί η όποια παραχώρηση είναι στην ουσία ενάντια στην «ισόρροπη» ανάπτυξη της κοινωνίας.

Πρέπει να γίνει δηλαδή κατανοητό κοινωνικά, ότι ακόμα και η αρνητικότητα ενός εκπαιδευτικού σ' αυτά τα ζητήματα (παιδαγωγική-διδακτική) αποτελούν για τον μαθητή μέσο σύγκρισης και άρα μέτρο εμβάθυνσης της προσωπικότητας και των δυνατοτήτων του. Μ' άλλα λόγια σε τέτοιας έκτασης κοινωνικούς θεσμούς, όπως είναι τα εκπαιδευτικά συστήματα και κυρίως σε τέτοιους θεσμούς που οι επιδράσεις τους στους ανθρώπους δεν μπορούν να μετρηθούν άμεσα όχι μόνο δεν μπορεί, αλλά δεν πρέπει οι εκπαιδευτικοί να είναι αντίγραφα του ίδιου μοντέλου.                                     

Οι σημερινές εκπαιδευτικές αλλαγές στο σύνολό τους στοχεύουν ακριβώς να δημιουργήσουν εκτός των άλλων ένα εκπαιδευτικό υποκείμενο, ραμμένο με το ίδιο πατρόν. Είναι αυτό ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα όχι του εκπαιδευτικού, αλλά της κοινωνίας μας. Μίας κοινωνίας που πρέπει να αποφασίσει και εξ' αυτού του θέματος αν θέλει να πορευτεί προς το "θάνατο" ή τη ζωή. Γιατί η ομοιομορφία είναι πηγή θανάτου και όχι ζωής.

 

Αξιολόγηση και γνώση.

 

Η κεντρική σημασία που δίνουμε στο θέμα της γνώσης είναι φανερή σ' ολόκληρο το κείμενο. Όμως μέχρι τώρα το κύριο βάρος δόθηκε στην κριτική της φορμαλιστικής κατεύθυνσης των προγραμμάτων σπουδών. Ιδιαίτερα στην κριτική της προσαρμογής των προγραμμάτων σπουδών σε καταρτίσεις που εξυπηρετούν άμεσα και με ένα τρέχον τρόπο τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Κριτικάραμε επίσης τα προγράμματα σπουδών στον βαθμό που αποψιλώνονται από μαθήματα που αποδεδειγμένα αναπτύσσουν την κριτική ικανότητα της νεολαίας, όπως επίσης και τα νέα συστήματα διδακτικής και αξιολόγησης ( test πολλαπλής επιλογής κ.τ.λ.).

Όμως το θέμα της γνώσης στην εποχή μας έχει ανοίξει σ' ένα βαθύτερο επίπεδο, που αφορά αυτό καθεαυτό το περιεχόμενό της. Και πως μπορούσε να είναι διαφορετικά, όταν αυτή η γνώση στην υλοποιημένη μορφή της (εφαρμογή της σ' όλους τους τομείς της ζωής), έχει οδηγήσει σε αμφισβήτηση υπαρξιακή, εμάς και τον πλανήτη μας.

Με το τέλος της β΄ βιομηχανικής επανάστασης, ο καπιταλισμός κατάφερε να ελέγξει πλήρως την γνώση. Κατάφερε να υποκλέψει το σύνολο της παραγωγικής γνώσης που ήταν στα χέρια των εργατών – παραγωγών και να την μετατρέψει σε νεκρή εργασία. Αποθησαύρισε αυτή την γνώση και μετέφερε την διαδικασία επεξεργασίας της έξω από τον χώρο της παραγωγής. Έτσι μορφοποίησε την υλοποιημένη μορφή της (μηχάνημα) κατ' εικόνα και κατ' ομοίωση των αξιακών προτύπων του. Ιδιαίτερα με το τέλος της β΄ βιομηχανικής επανάστασης, δεν μπορούμε να μιλάμε πια για γνώση γενικά, αλλά για καπιταλιστική γνώση. Μια γνώση δηλαδή που εγγράφει στο εσωτερικό της τις ίδιες τις αστικές αξίες, τις ίδιες τις παραγωγικές δυνάμεις και παραγωγικές σχέσεις.

Το περιεχόμενο λοιπόν των προγραμμάτων σπουδών σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες φιλτράρεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να περιέχει μόνο γνώσεις που αξιώνουν και αναπαράγουν το αστικό αξιακό πρότυπο και φαντασιακό. Επομένως ο εκπαιδευτικός, πρέπει να αναπαράγει γνώσεις που εμφανώς σε πολλά σημεία είναι αντιανθρώπινες. Στο βαθμό που αυτό θα γίνεται βαθιά και πλατιά αντιληπτό, η σύγκρουση θα αναπτύσσεται και η αξιολόγηση καλείται να παίξει τον ρόλο του Προκρούστη.

Είναι αδήριτη αναγκαιότητα ένα νέο ρεύμα πολιτισμού να υποβάλλει σε ριζική κριτική τα προγράμματα σπουδών, ως προς το περιεχόμενο της γνώσης σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες. Είναι ανάγκη το κίνημα αυτό να απαιτήσει και να επιβάλει ριζική αλλαγή των προγραμμάτων σπουδών, πρώτα-πρώτα σε αντιφορμαλιστική κατεύθυνση.

Αλλαγή των προγραμμάτων σπουδών στην β/βάθμια εκπαίδευση, έτσι ώστε να περιέχουν αφετηριακές γνώσεις από όλα τα πεδία που το ανθρώπινο πνεύμα προσδιορίστηκε. «Ρατσιστική» αντιμετώπιση της ποσοτικής γνώσης, υπέρ μιας γνώσης που αναπτύσσει την κριτική ικανότητα. Εκτεταμένα αντισταθμιστικά προγράμματα στήριξης εκείνων των κομματιών της νεολαίας, που μειονεκτούν κοινωνικά και μορφωτικά.

Αλλαγή των προγραμμάτων σπουδών στην γ/βάθμια εκπαίδευση, όχι μόνο προς την κατεύθυνση του ενός πτυχίου ανά επιστημονικό κλάδο, αλλά και εισαγωγή βασικών γνώσεων από όλους τους κλάδους, σε κάθε κλάδο. Εισαγωγή τουλάχιστον σε πανεπιστημιακό επίπεδο σε όλα τα επιστημονικά πεδία γνώσεων διαφορετικών ρευμάτων πολιτισμού από τον δυτικό πολιτισμό, και όχι μόνο.

Δεν μπορούν π.χ. οι επιστήμες της αγωγής να αφορούν τον νηπιαγωγό, τον δάσκαλο και όσους εργάζονται στην β/βάθμια εκπαίδευση, αλλά όχι και τον γιατρό, τον νομικό, τον μηχανικό κ.τ.λ., όπως δεν μπορεί η ιατρική να μην αφορά τον εκπαιδευτικό, τον μηχανικό κ.τ.λ.

Είναι τραγικό οι μισοί έλληνες να τρέχουν στον βελονιστή, τον ομοιοπαθητικό, και στην πρακτική ιατρική, αλλά αυτά τα πεδία να μην υπάρχουν ούτε καν στις ιατρικές σχολές.

Θέλουν έναν επιστήμονα μηχάνημα. Έναν μηχανικό  π.χ. που να μην γνωρίζει στοιχεία ιατρικής και παιδαγωγικής, ώστε να μπορεί να κρίνει τις συνέπειες των ερευνών του.

Είναι φανερό πως ένα τέτοιο κίνημα γενικευμένης κριτικής των βαθύτερων αστικών προθέσεων σε σχέση με την παιδεία – εκπαίδευση στο βαθμό, που θα έχει στοιχειώδη αποτελέσματα, θα επιφέρει πλήγματα στην ιεραρχική – ατομικιστική γνώση (δηλαδή την καπιταλιστική), υπέρ μιας γνώσης με στοιχεία αντιϊεραρχικά – συλλογικά και συνεργατικά.

Θα απορροφηθούν (ξεπεραστούν) έτσι αιτήματα για επιπλέον έτος παιδαγωγικής επάρκειας, αφού η παιδαγωγική και η φιλοσοφία είναι σε όλα τα επιστημονικά πεδία αναγκαία. Θα ξανατεθεί επιτέλους το ερώτημα επί της ουσίας και εφ' όλης της ύλης. Ποια γνώση και για ποιόν;

Και ίσως σιγά-σιγά, ανοίξει το πραγματικό κατά την γνώμη μας ερώτημα, που συνίσταται στο «όχι μόνο ποιες παραγωγικές σχέσεις θα αντικαταστήσουν τις καπιταλιστικές, αλλά και ποιες παραγωγικές δυνάμεις θα αντικαταστήσουν τις καπιταλιστικές που σήμερα κυριαρχούν».

Όπως το νέο αξιολογικό αστικό μοντέλο δεν διαχωρίζει την πιστοποίηση (αξιολόγηση) εκπαιδευτικών δομών, την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου, την δια βίου ατομική αξιολόγηση (εκπαιδευτικών – μαθητών), έτσι και το εκπαιδευτικό – λαϊκό κίνημα δεν μπορεί να διαχωρίσει την αξιολόγηση – κριτική του εκπαιδευτικού συστήματος, των προγραμμάτων σπουδών του, την νέα διδακτική του, την αγοραία προσασμοστικότητά του.

Μια κριτική όμως, που για να έχει αποτελέσματα, πρέπει να συνοδεύεται με πρακτικές βελτιώσεις του εκπαιδευτικού έργου σε ένα περιεχόμενο και μια κατεύθυνση αντικαπιταλιστική. Γιατί ο καπιταλισμός, όπως και το λαϊκό κίνημα, διεκδικούν τον ίδιο κόσμο, ο καθένας κάτω από το δικό του φαντασιακό.  

                                                       

Πάτρα, Φθινόπωρο του 2000.

 

Εθνική και κοινωνική Συνείδηση

Εθνική και κοινωνική Συνείδηση

 

Του Κωστή  Μοσκώφ

 

Μια παραγωγική εμπορευματική δραστηριότητα διασώζεται ανάμεσα στον 16ο και 18ο αιώνα, στον ελεύθερο από τα αντικίνητρα του οθωμανικού φεουδαλισμού νεοεποικισμένο ορεινό χώρο, ή στις όμοιας ιστορικής γένεσης νησιώτικες κοινωνίες του Αιγαίου, αποκλειστικά σχεδόν εκεί.

Η οικονομική ενότητα της ελλαδικής κοινωνίας έχει διασπαστεί τώρα: Οι αστικές σχέσεις αναπτύσσονται στα εμπορευματικά βουνίσια αυτά κέντρα, διεισδύουν σταδιακά στην περίοική τους αγροτιά, δεν διοχετεύονται όμως και προς τον φεουδαλοποιημένο πεδινό χώρο. Όχι ότι μια ανάπτυξη της οικονομίας δεν πραγματοποιείται και στα μέρη αυτά. Οι καινούργιες καλλιέργειες, η σταφίδα κυρίως, αλλά και το βαμβάκι, ο καπνός, το καλαμπόκι, ανταποκρίνονται στην αυξανόμενη ολοένα ζήτηση της Ευρώπης, κι έστι η παραγωγή αυξάνεται σημαντικά από τα τέλη του 17ου αιώνα στον ελλαδικό χώρο σαν σύνολο.

Όμως, τα πλεονάσματα στον κάμπο δημιουργούνται κυρίως με διοικητικό τρόπο από φορολογίες, ιδίως από τη δεκάτη, από τον ισστιρά, την υποχρέωση πώλησης μέρους της παραγωγής σε χαμηλές τιμές προς το κράτος. Η εξαγωγική δραστηριότητα που θα αναπτυχθεί δίνει στους εξαγωγείς, μεγάλους φεουδαλικούς άρχοντες κυρίως, και στην κεντρική διοίκηση, ένα σημαντικό εισόδημα σε νόμισμα «σκληρό», ευρωπαϊκό, αλλά στην τέτοια οικονομική διαδικασία οι καλλιεργητές ελάχιστα θα συμμετέχουν. Η αγορά, στον πεδινό αυτό χώρο, δεν θα διαμορφωθεί παρά μέσα από θύλακες, «comptoirs», που αφομοιώνουν στον διεθνή χώρο τα πιο προσοδοφόρα τμήματα της πεδινής αγροτικής οικονομίας σε μια κατευθείαν σύνδεση άρχουσας τάξης και εισαγωγέων της Ευρώπης· η σταφιδοπαραγωγή, ιδίως, μέσα σε τέτοια πλαίσια αναπτύσσεται· μέσα σε τέτοια πλαίσια, πάνω σε μια φεουδαλική και μεταπρατική βάση, θα διαμορφωθούν κοινωνικά και οι ασχολούμενοι με τις καλλιέργειες αυτές πληθυσμοί.

Αντίθετα, τα παραγωγικά πλεονάσματα δεν θα δημιουργηθούν στα ορεινά κέντρα, παρά μόνο περιθωριακά μέσα από την αγροτική παραγωγή. Βέβαια, η εισαγωγή νέων καλλιεργειών θα προκαλέσει, και εδώ, το πολλαπλασιαστικό φαινόμενο· το καλαμπόκι, το βαμβάκι βοηθούν στο να αξιοποιηθεί καλύτερα η γη στο βουνό, όπου η ύδρευση, σύμφωνα με τα τεχνικά μέσα της εποχής, είναι πιο πρόσφορη· η κάποια ανάπτυξη όμως της αγροτικής παραγωγής, που επακολουθεί, δεν οδηγεί προς την εξαγωγή αλλά προς την εξασφάλιση μεγαλύτερης αυτάρκειας απέναντι στην πεδιάδα σε ό,τι αφορά τα εδώδιμα, στη σημαδιακή στροφή προς τη βιοτεχνία, προς τα υφαντικά ιδίως προϊόντα. Η νηματουργία βαμβακιού και μαλλιού, η μεταξουργία και η βαφική θα αποτελούν τους κυριώτερους πόλους της οικονομικής ανάπτυξης μέσα σ' αυτόν τον ορεινό ελλαδικό χώρο.

Καινούργιοι όροι, αυτοί εξωγενείς, θα ωθήσουν την παραγωγή προς μια νέα, επιταχυνόμενη ανάπτυξη· η συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή, που τερματίζει τον ρωσοτουρκικό πόλεμο, στα 1774, δίνει τη δυνατότητα σε όλους τους χριστιανούς υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να χρησιμοποιήσουν τη ρωσική προστασία, εξασφαλίζοντάς τους από το αυθαίρετο της διοίκησης, αλλά και εξομοιώνοντάς τους, από φορολογική άποψη, με τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές, θέτοντάς τους ακόμα σε μια θέση πιο ευνοϊκή από αυτήν που κατέχουν οι μουσουλμάνοι και οι Εβραίοι συντοπίτες τους. Η διάνοιξη της Μαύρης Θάλασσας και της ρωσικής αγοράς στο ελληνικό εμπόριο, ο ηπειρωτικός αποκλεισμός και οι ναπολεόντειοι πόλεμοι, προσφέρουν καινούργιες δυνατότητες στην ελλαδική οικονομία· η οικονομική απογείωση αγκαλιάζει, από τα 1780-1790, τα εμπορευματικά κέντρα του βουνού, από τα 1790 το σύνολο του ελλαδικού χώρου. Η οικονομική δραστηριότητα θα συγκεντρωθεί σε τρεις τομείς· στα βιοτεχνικά κέντρα, στα ναυτικά νησιά, στις πλουσιώτερες σταφιδοπαραγωγικές πεδινές εκτάσεις.

Τα βιοτεχνικά κέντρα είναι, όπως είδαμε, δημιουργήματα της διαφοροποιημένης αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής του νεοεποικισμένου ορεινού χώρου· μοναδική εξαίρεση στον τομέα αυτόν, η περίπτωση της υφαντουργίας του θεσσαλικού Τυρνάβου(1)· η μεταξοβιοτεχνία γίνεται η κύρια παραγωγική απασχόληση στα Πηλιορίτικα χωριά και στην περιοχή της δυτικής Μάνης, ενώ στον βορεινό Κίσσαβο και στα χωριά του Κάτω Ολύμπου αναπτύσσεται η βαφική, η νηματουργία και η υφαντική· μια σειρά άλλα ορεινά κέντρα συγκεντρώνουν την κατεργασία του μαλλιού και των δερμάτων. Στα 1800 η βιοτεχνία απασχολεί ένα σύνολο 40.000-50.000 ατόμων και κινητοποιεί κεφάλαια το λιγώτερο 50.000.000 χρυσών φράγκων, με ένα ετήσιο κέρδος κυμαινόμενο από 12% ως 30%(2).

Τα νησιά είναι ο άλλος πόλος της νεοελληνικής αναγέννησης· άλλα στο χρώμα της ώχρας του ξερού τοπίου τους, και άλλα στο χρώμα της ελιάς, γεννούν ανάλογα με την υφή της γης τους και δική τους μορφή κοινωνίας. Τα πλουσιώτερα νησιά, αυτά της μικρασιατικής ακτής, βρίσκονται στην ελληνική ιστορία από τα πιο αρχαία χρόνια, όπως η Λέσβος της αιολικής ποίησης και του αθηναϊκού λαδιού, όπως η Σάμος, η Χίος, η Ρόδος· πλούσια όμως και άγονα, θα μοιραστούν την κατάπτωση που προκαλούν οι διαρπαγές και η πειρατεία στα υστερώτερα χρόνια· η Σάμος δεν κατοικείται παρά από λίγες εκατοντάδες βοσκούς στα χρόνια του Σουλεϊμάν, η Λέσβος και η Ρόδος, από 10.000 η καθεμιά τους πενόμενους αγρότες, και η Δήλος, κάποτε κέντρο ιερό ή μέγιστο σκλαβοπάζαρο της Μεσογείου, καταντά στα ίδια αυτά χρόνια και για αιώνες πολλούς βοσκοτόπι της γειτονικής Μυκόνου. Αν η Χίος διατήρησε, χάρη στα προνόμιά της και στην εύνοια της Γαλλίας, τη θέση της μέσα στο Αιγαίο και αν η βενετσιάνικη ως τα 1715 κατοχή στην Τήνο διατήρησε στο νησί έναν πληθυσμό πυκνό, 28.000 στα 1780, ωστόσο δεν είναι τα πλούσια αυτά ελαιοφόρα νησιά που βγαίνουν θριαμβευτικά στο προσκήνιο της νεοελληνικής ιστορίας, αλλά τα άλλα, τα ξεχασμένα και μικρά, που η λειτουργία τους προσομοιάζει με αυτήν των βουνών της ηπειρωτικής χώρας και που γίνονται, μετά τα 1700, καταφύγια, από την ανασφάλεια, το στερνό κύμα φεουδαλοποίησης των κάμπων, της αλλαγής στο επαχθέστερο της αγροτικής φορολογίας. Η Ύδρα, οι Σπέτσες, τα Ψαρά, αλλά και ο Πόρος, η Μύκονος, η Κάσσος, η Σύμη, η Σκιάθος, βράχια του Μυρτώου και του Αιγαίου ακατοίκητα, συγκεντρώνουν έναν πληθυσμό που φτάνει τις 15.000-20.000 ήδη την εποχή των Ορλωφικών· οι μετά τα 1774 ευνοϊκές συνθήκες θα αυξήσουν παραπέρα τον πληθυσμό τους, που θα φτάσει στα 1820 στις 20.000 για την Ύδρα, 8.000 για τις Σπέτσες, 6.000 για τα Ψαρά, κάπου 100.000 για όλα τα μη γεωργικά νησιά του Αρχιπελάγους(3). Το ειδικό βάρος του νησιωτικού αυτού χώρου δεν φαίνεται μόνο από τη δημιουργημένη μέσα σε 30 χρόνια κραταιή ναυτιλία του -πάνω από 300 καράβια άνω των 100 τόννων, συνολικού εκτοπίσματος 61.500 τόννων στα 1819-, αλλά από την εμπορική και τραπεζιτική λειτουργία, που ασκεί για το σύνολο του ελλαδικού χώρου η συσσώρευση του ναυτιλιακού κεφαλαίου στα κυριώτερα από αυτά, κάπου 50.000.000 χρ. φράγκα σε νομίσματα, ένα ανάλογο ποσό επενδυμένο σε καράβια(4).

Όσο και αν ο οικονομικός διχασμός του ελλαδικού χώρου γίνεται μέσα στα χρόνια της οικονομικής απογείωσης ολοένα και εντονώτερος, ωστόσο από τα τέλη του 18ου αιώνα θα εμφανιστούν και στη φεουδαλική οικονομία του κάμπου τα επακόλουθα των ευνοϊκώτερων όρων που η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή παραχώρησε.

Ο μεταπρατικός αγροτικός χώρος θα απλώνεται σε όλη τη δυτική πλευρά του Μωρηά, από την Κόρινθο ως την Καλαμάτα. [ ] Οι καλλιέργειες αρχίζουν βαθειά στα ενδότερα, στους πρόποδες των λόφων, όπου η ελιά, το αμπέλι και η συκιά δίνουν σταδιακά τη θέση τους στη σταφίδα· τα 5 ή 6 καράβια φόρτωμα, που μας πληροφορούν τα περιηγητικά κείμενα του 17ου αιώνα ότι αποτελούσαν την τότε παραγωγή, γίνονται εκατοντάδες, εκατό χρόνια πιο μετά· στα 1800 ένα προϊόν αξίας 4.000.000 φράγκων κατευθύνεται προς τα ευρωπαϊκά λιμάνια ή τα βρεττανικά νησιά(5).

Η αγορά τα χρόνια αυτά έχει απόλυτο κυρίαρχο τον χριστιανό μεγαλοκτηματία, έμπορο και φοροεισπράκτορα μαζί, σαράφη ακόμα και προύχοντα της κοινότητάς του(6). Στα 1820, μετριούνται σε εκατοντάδες αυτοί οι πλούσιοι έμποροι και κτηματίες στον δυτικό Μωρηά· μεταξύ τους μοιράζονται κεφάλαια αξίας πάνω από 20.000.000 χρ. φράγκα· η Πελοπόννησος συγκεντρώνει 97.118 άτομα στα 1687, 259.564 στα 1719 και η αύξηση συνεχίζεται και μετά τη λήξη της δεύτερης βενετικής κατοχής· στα πρόθυρα της εξέγερσης του '21 ο πληθυσμός θα έχει υπερδιπλασιασθεί ακόμα στα 504.000 άτομα(7).

Η οικονομική διαφοροποίηση, προχωρώντας μετά τα 1770 με ολοένα και πιο γοργό ρυθμό, έχει οδηγήσει και εδώ σε μια κοινωνική ιεράρχηση. Στην Πελοπόννησο, η πρώτη φορολογική τάξη, μεγαλοκτηματίες και μεγαλέμποροι, καραβοκυραίοι, σαράφηδες και ανώτεροι κληρικοί, οι «αϊλάδες», όπως αποκαλούνται στην οθωμανική δημοσιονομία, αποτελούν τα 3%-5% του χριστιανικού πληθυσμού· η μεσαία τάξη, κτηματίες κυρίως των βορειοδυτικών περιοχών, οι «εσσατλάρ», αποτελούν τα 30%-35% του πληθυσμού, αλλά 50% περίπου οι μεγάλες μάζες, ενώ οι άποροι, οι «φουκαριλάρ» των κειμένων, άλλα 10%-15% του πληθυσμού, εξαιρούνται, σύμφωνα με το Σεριάτ, από φόρους. Στην Κεντρική Μακεδονία, αντίθετα, η ανώτερη τάξη αποτελεί τα 6%-9% του πληθυσμού, τα 70%-75% η μεσαία, τα 15%-19% η κατώτερη· η διαφοροποίηση εδώ είναι πιο προχωρημένη, αλλά και τα εισοδήματα σημαντικά ανώτερα· είναι χαρακτηριστικοί οι αριθμοί για την πόλη της Θεσσαλονίκης· μέσα στην ελληνική κοινότητα των 2.175 οικογενειών, που σε σημαντικό βαθμό διατηρούν μιαν αγροτική λειτουργία, οι σχέσεις είναι: 7% η ανώτερη, 60% η μεσαία, 30% περίπου η κατώτερη τάξη· ανάμεσα στις 3.671 οικογένειες τής αποκλειστικά με τη βιοτεχνία και το εμπόριο απασχολούμενης ισραηλιτικής κοινότητας, οι ίδιες σχέσεις είναι αντίστοιχα: 5%, 20% και 70% περίπου(8).

Η οικονομική απογείωση ολοκληρώνεται έτσι στις αρχές του 19ου αιώνα, πρόκειται όμως για μια απογείωση ανώμαλη, που όχι μόνο δεν πραγματοποιεί, αλλά εντείνει ακόμα περισσότερο τη διάσπαση της ενότητας της ελλαδικής αγοράς· με την Ελλάδα του ξερικού κάμπου, την εγκαταλελειμμένη στην ελονοσία και τον υποπληθυσμό της, θα συνυπάρχει τώρα η Ελλάδα των ορεινών βιοτεχνικών κέντρων, των ναυτικών νησιών, των μεταπρατικών κοιλάδων του Μωρηά· η Ελλάδα της σύνθετης ήδη και προηγούμενης στον καιρό της -σε ό,τι αφορά τις επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τουλάχιστο- βιοτεχνικής παραγωγής, θα έχει τώρα να υποστεί όλες τις συνέπειες της έλλειψης μιας δικής της ενδοχώρας, τις συνέπειες ίσως, να έλεγε κανείς, της τραγικής της «ύβρεως», που θα αποτελέσει ο εποικισμός και η πραγμάτωση, παρά τις τόσες αντιξοότητες, μιας οικονομικής ανάπτυξης στο βουνό. Η αδιαφιλονίκητη μετά το Βατερλώ κυριάρχηση της διεθνούς αγοράς από την βρεττανική βιομηχανία θα υπαγορέψει τώρα τους όρους ενός δύσκολου θανάτου· η ελληνική βιοτεχνία θα πεθάνει μέσα στην πιο σφριγηλή της εφηβεία, ανυπεράσπιστη από την πολιτική ηγεσία του τόπου, οπού θα κυριαρχήσει ο μεταπρατικός κόσμος.

Τα Αμπελάκια, όπου έχουν συσσωρευτεί κεφάλαια 30.000.000 χρ. φράγκων στα 1807, αποδυναμωμένα από την αυστριακή χρεωκοπία του 1811, που εξανεμίζει τα 2/3 των σε βιεννέζικες τράπεζες κατατεθειμένων διαθεσίμων τους, θα επιζήσουν επώδυνα ως τα μέσα του 19ου αιώνα· στα 1850 θα υπάρχουν ακόμα εκεί 300 περίπου παραγωγικές ομάδες υφαντικής και βαφής από τις 1.500 που υπήρχαν 20 χρόνια προτήτερα(9). Στον Τύρναβο της Θεσσαλίας, παρ' όλες τις απανωτές κρίσεις ανάμεσα 1811 και 1818, παρ' όλες τις δηώσεις των δύο πρώτων χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης, θα επιζούν στα 1830 κάπου 400 από τους 2.500 αργαλειούς του 1812(10). Η ελληνική βιοτεχνία πεθαίνει, αλλά πεθαίνει δύσκολα και αργά.

Η ακόμα πιο μεγάλη διαφοροποίηση της ελλαδικής αγοράς, που φέρνει η ανεξαρτησία των μεσημβρινών επαρχιών, η καλπάζουσα αποικιοποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα βόρεια, θα δώσουν το χαρακτηριστικό κτύπημα εκεί ανάμεσα 1830 και 1850. Η οικονομική απογείωση των τελευταίων χρόνων του 18ου αιώνα βοηθά στο να εμφανιστεί για μια ακόμα φορά ο Έλληνας στον πανάρχαιο ρόλο του· η ίδια η εντελέχεια της κοινωνίας του θα τον έχει σπρώξει μέσα στην ζέση της ενεργητικότητάς του προς τον ορεινό χώρο πρώτα, προς τον εξωτερικό χώρο έπειτα· η μοίρα του θα είναι για τα μεγάλα και όχι για τα μικρά της ιστορίας· ενώ το εσωτερικό της εθνικής αγοράς του θα βρεθεί να κατακλύζεται, να αλλοτριώνεται, στην οικονομία της ανεπτυγμένης Ευρώπης, αυτός θα συνεχίζει κοντοτιέρος της εμπορευματικής ανάπτυξης και του νεωτερικού πνεύματος στα βορειότερα Βαλκάνια, τον Εύξεινο και την Μικρασία, να διοργανώνει τις αστικές σχέσεις στον γύρω χώρο του, σπέρνοντας εκεί, όπου άλλα έθνη με το πλήρωμα του χρόνου θα δρέψουν…

ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΙΚΙΑΣ

Τίποτα δεν χαρακτηρίζει περισσότερο αυτή τη διάχυτη υφή της ελληνικής δομής, από την ανάπτυξη που παίρνει μετά τον 17ο αιώνα η παροικιακή εξάπλωση του ελληνισμού σε όλον τον χώρο της οικονομικής του δράσης· το φαινόμενο δεν αποτελεί βέβαια παρά έξαρση μιας κατάστασης που ενυπάρχει στις ελλαδικές κοινωνίες από τον πρωταρχικό σχηματισμό τους, φθάνει όμως την φορά αυτή σε τέτοιο μέγεθος, που τείνει να γίνει ένα από τα κυριαρχικά στοιχεία του ελλαδικού συστήματος στα μεταξύ 1800 και 1900 χρόνια(11).

Η παροικία στην αρχή είναι το αποτέλεσμα μιας φυγής· άλλη μορφή στο ίδιο φαινόμενο που προκαλεί τον εποικισμό του ελλαδικού βουνού, πιο ολοκληρωμένη αυτή, καθώς διακόπτει, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ή και οριστικά, κάθε επαφή του πάροικου με τον γενέθλιό του τόπο· ωστόσο, με την παραπέρα ανάπτυξη των αστικών παραγωγικών σχέσεων, η λειτουργία της παροικίας θα αλλάξει· τα μέλη της γίνονται οι προσωπικοί φορείς της επαφής της ελληνικής αγοράς με τον εξωτερικό χώρο, αλλά και οι φορείς συνάμα προς τον εσωτερικό χώρο του νεωτερικού πνεύματος.

Ενδεικτικός είναι σχετικά ο τρόπος που σχηματίζεται, το παροικιακό πληθυσμιακό στρώμα σε μια τυπική, για την ανάπτυξη του φαινομένου στις ευρωπαϊκές χώρες, περίπτωση στην πόλη της Τεργέστης(12).

Η παροικία της Τεργέστης, όπως όλες οι ανάλογες της Δύσης, στην καινούργια αυτή περίοδο θα λειτουργήσει σαν πρακτορείο της ελλαδικής αγοράς· οι πάροικοι θα μείνουν περιθωριακά στοιχεία του εξελιγμένου ήδη τόπου εγκατάστασης· φροντίζουν για την τοποθέτηση των αγροτικών και βιοτεχνικών προϊόντων του τόπου τους στην ξένη αγορά, είναι και διάμεσοι συνάμα της εισαγωγής των ξένων προϊόντων στην χώρα τους. Η παροικία θα έχει 16 οικογένειες μέλη στα 1774, 27 στα 1782, πάνω από 200 στα πρόθυρα της Ελληνικής Επανάστασης.

Στα βορεινά Βαλκάνια, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας και στο εσωτερικό της Μικρασίας -οι ακτές της, αυτή την εποχή, αποτελούν ακόμα εθνικό χώρο του Ελληνισμού- η παροικία αποκτά μια λειτουργία πρόσθετη· πρακτορεύει από τη μία πλευρά τις ανταλλαγές με τον ελλαδικό χώρο, αλλά από την άλλη πλευρά γίνεται και ο διοργανωτής της αγοράς μέσα στις ξένες και καθυστερημένες αυτές οικονομίες, που διανύουν το πατριαρχικό ή το πρώτο φεουδαλικό τους στάδιο.

Στα πριν την Επανάσταση χρόνια το παροικιακό είναι ακόμα ένα νέο φαινόμενο· οι παλαιότεροι παροικιακοί -προσφυγικής γένεσης- πληθυσμοί μόνο μετά τα 1750 θα αποκτήσουν μια κάπως άνετη οικονομική υπόσταση. [ ]

Από τα 1805 ήδη μπορούμε να διακρίνουμε διαφορετικές τάσεις στην διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης των παροικιών, ανάλογα με το ειδικό βάρος που στο εσωτερικό της κάθε μιας έχει παίξει ο καθένας από τους παραπάνω παράγοντες. Οι Δυτικές παροικίες, ιδιαίτερα οι ιταλικές, γαλλικές και της Τεργέστης, ηγεμονεύονται ιδεολογικά από το Παρίσι, μέσα από τον κύκλο που δημιουργείται γύρω στον Κοραή· η επίδραση της γαλλικής πολιτικής και ιδεολογικής ζωής είναι στον κύκλο αυτό πιο άμεση, ίσως και πιο μηχανιστική και άκριτη· εδώ θα είναι το προπύργιο της φιλελεύθερης τάσης, όχι όμως πάντοτε και του αστικού ριζοσπαστισμού.

Στις Ανατολικές παροικίες, αντίθετα, ηγεμονεύει το Βουκουρέστι, αν και λιγώτερο αποκλειστικά απ' ό,τι στον δυτικοευρωπαϊκό χώρο η γαλλική πρωτεύουσα. Εδώ υπάρχει μια κρατική παράδοση, δημιουργημένη στις καλύτερες στιγμές του Φαναριωτισμού, και η προέλευση των παροίκων από τα ορεινά βιοτεχνικά κέντρα θα δώσει μια πιο λαϊκιστική, εθνικιστική, πιο ριζοσπαστική κάποτε χροιά στην ιδεολογική τους στάση. Αλλά και εδώ η διαμόρφωση του παροικιακού πνεύματος δεν θα είναι ομοιόμορφη· τα Βαλκάνια, οι Μαυροθαλασσίτικες ακτές, η Ανατολή, ζούνε ακόμα τότε μες στην πληθώρα των εθνικών ομάδων ταυτόχρονα πολλές κοινωνικοϊστορικές εποχές. Το παρόν, το μέλλον, το παρελθόν, διαχέονται στον ίδιο τόπο· δεν έχεις παρά να μετακινηθείς από το ένα χωριό στο άλλο, στις πόλεις από τον ένα στον άλλο μαχαλά, για να βρεθείς από το ένα στάδιο της ιστορικής εξέλιξης σε ένα άλλο· στο καθένα το άτομο κρατά και άλλη πολιτιστική στάση. Η παροικία, κάτω από την αλληλοεπίδραση των γύρω της καταστάσεων, στα καθένα φορεί κι ένα διαφορετικό ηθικό και υλικό προσωπείο.

Μπορεί να μιλήσει κανείς για αλλαγή θεμελιακή στην δεύτερη και τρίτη γενιά του παροικιακού κόσμου· ανεξάρτητα από την τοπική προέλευση, η παροικία τείνει να καταστεί τώρα φορέας πάντοτε μεταπρατικής ιδεολογικής επίδρασης· από εδώ θα ξεκινήσουν στα χρόνια του Αγώνα χιλιάδες οι πάροικοι με τις πιο καλόβουλες προθέσεις, εδώ όμως θα πρέπει να αναζητηθεί και η μεγαλύτερη πηγή του κοσμοπολίτικου πνεύματος, η απαρχή της κατεστημένης μας λεβαντίνικης ιδεολογίας.

Ο Κοραής και ο κύκλος του, ο Ά. Γαζής και ο δικός του κύκλος της Βιέννης, οι Σμυρνιοί έμποροι -χιώτικης οι περισσότεροι ή καραμανλήδικης προέλευσης-, ο κύκλος της «Νέας Ημέρας» της Τεργέστης, οι Ψυχάρηδες, οι Αιγυπτιώτες βαμβακέμποροι -μια γενιά πιο μετά- θα είναι φορείς μιας τέτοιας πνοής.

Η ανάπτυξη στα νοτιώτερα της Ελλάδας ενός κράτους ανεξάρτητου δεν θα θέσει σε περιθωριακό επίπεδο την επίδραση της παροικίας. Οι μεγάλοι πάροικοι, όπως θα δούμε, θα είναι η ισχυρότερη οικονομική δύναμη μέσα στην αθηναϊκή κοινωνία του 19ου αιώνα, και στον πολιτικό κόσμο θα καταλάβουν καίριες θέσεις. Η ιδεολογική τους επίδραση, μέσα από τέτοια πόστα, θα μείνει πάντοτε δυνατή, στήριγμα της ντόπιας μεταπρατικής τάξης. Έτσι, οι παροικίες, ως ένα σημείο, θα γυρίσουν πίσω την οφειλή, ένα κομμάτι από την εθνική ενέργεια που είχαν απορροφήσει· η είσπραξη όμως θα γίνεται με τη μορφή ελεημοσύνης και δωρεάς· ο τόπος θα έχει για πάντα στερηθεί την εργασία και τα κεφάλαιά τους σαν στοιχεία μιας δικής του οργανικής ζωής, τη συμβολή τους σε μια εθνοτική, αυτόνομη προοπτική ανάπτυξης. Και στην δική τους ύπαρξη θα έρθει άλλωστε καιρός -στη Ρουμανία από τα 1904, στην Βουλγαρία από τα 1907, από τα 1908 ήδη στις έξω από τον εθνικό χώρο περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αργότερα στην Αίγυπτο-, που η άρνηση των παροικιακών πληθυσμών να μεταβληθούν από ξένα σώματα σε μειονότητες εθνικές της χώρας όπου έχουν ανθήσει, οδηγεί στην καταπίεσή τους και στην παρακμή. Θα είναι οδυνηρή η στιγμή που για μιαν ακόμα φορά ένα κομμάτι της εθνικής μας ζωής θα εκμηδενίζεται, οδηγημένο από την εντελέχεια της ελλαδικής δομής, δίχως δυνατότητες αντίστασης· θα είναι η ώρα της τραγικής Αλεξάνδρειας του Καβάφη.

 

* Από το ομώνυμο βιβλίο του συγγραφέα, Θεσσαλονίκη 1972.

 

Σημειώσεις

1. Βλ. Α. Βακαλόπουλου, έ.α., τόμ. Β΄1, σελ. 96.

2. Βλ. ιδίως Pouqueville, έ.α., τόμ. III, σελ. 167-170.

3. Βλ. Ι. Κοντογιάννη, Οι Έλληνες κατά τον Α΄ Ρωσσοτονρκικό πόλεμο, Αθήναι, 1952, σελ. 235-236, που αναφέρεται σε σχετική απογραφή του λοχαγού Α. Κρίνεν· επίσης Α. Μάμουκα, Στατιστική…, ΙΑ΄, σελ. 230, και J. Hasluck, De Population in the Aegean Islands and the turkish conquest, «Annual of the British School of Athens», τόμ. 17 (1910-1911), σελ. 156-181.
4. Α. Andreades, La marine marchande grecque, «Alcan», Paris, 1916, σελ. 36-37.
5. Pouqueville, έ.α., τόμ. Ill, σελ. 171.

6. Συχνή είναι η χρησιμοποίηση του κοινοτικού ταμείου, ή και του επισκοπικού, για τη διευκόλυνση και επέκταση των εμπορικών συναλλαγών. Ο Pouqueville αναφέρεται σχετικά στην Μητρόπολη Καστοριάς, στο ταμείο της οποίας κατέθεταν και μωαμεθανοί ακόμα γαιοκτήμονες ή πραματευτάδες, και τα κεφάλαια του οποίου αξιοποιούνται με τόκο 10%-12% μέσω των μεγαλεμπόρων, κάτω από την αλληλέγγυο ευθύνη της Μητρόπολης. Βλ. Pouqueville, έ.α., τόμ. III, σελ. 1-2.

7. Η Πελοπόννησος συγκεντρώνει τα χρόνια αυτά τα 25% του πληθυσμού του ελλαδικού χώρου, σε σύγκριση με 10% σήμερα. Για δημογραφικά την εποχή της απογείωσης βλ. Pouqueville, έ.α., τόμ. III, σελ. 192-195.

8. Βλ. Pouqueville, έ.α., τόμ. VI, σελ. 225-261, και Ι. Βασδραβέλλη, Οθωμανικά αρχεία Θεσσαλονίκης, τόμ. Ι, σελ. 526.

9. L. Heuzey, Excursion dans la Thessalie turque, Paris, «Belles Lettres», 1927, σελ. 23.

10. L. Heuzey, έ.α., σελ. 24.

11. Τη σπουδαιότητα της λειτουργίας του παροικιακού φαινόμενου μέσα στην νεοελληνική ιστορία επισημαίνουν οι περισσότεροι ιστοριογράφοι· βλ. ιδίως Π. Καρολίδη, Ιστορία του ΙΘ΄ αιώνος, τόμ. Β΄, σ. 109-110, Αθήνα, 1892, Κ. Ντίτριχ, Ο εν διασπορά Ελληνισμός, «Εμπορεία Αθηνών», τεύχ. 33, 1920, Γ. Κορδάτου, Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, τόμ. Α΄, σ. 214, Αθήνα, 1957, και τη μονογραφία του Ν. Ψυρούκη, Το παροικιακό φαινόμενο, Αθήνα, 1965.
12. Βλ. Σ. Λάμπρου, Περί το συνοικισμού των γραικών εν Τεργέστη (παρουσίαση χειρόγραφης μελέτης του Χ. Φιλητά), «Δελτίον Εθνολογικής Αρχαιολογικής Εταιρείας», 1897, σελ. 370-376.

 

ΠΗΓΗ  Άρθρου:   Άρδην τ. 74

 

*  Ο Κωστής Μοσκώφ (1939 – 1998) γεννήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1939 στη Θεσσαλονίκη, απ' τον εκ Πόντου καπνέμπορο Ηρακλή Μοσκώφ και την εξ Ιταλίας Αμίνα Αριγκόνι. Οι σπουδές του στ' αμερικανικά κολλέγια Αθηνών και Θεσσαλο­νίκης, στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ. και στην Ecole des Hautes Etudes της Σορβόνης θα συνοδευτούν απ' τη συμμετοχή του στον χώρο της αριστερής διανόησης.

Απ' τον γάμο του με την ηθοποιό Καλιόπη Πασχαλίδη θ' αποκτήσει την Αμίνα και τον Ηρακλή, θα υπηρετήσει στο Πολεμικό Ναυτικό και θα προσβληθεί απ' τη νόσο του Χότκιν. Αν και μαρξιστής θ' αναζητήσει τον Ορθόδοξο λόγο, συγγράφοντας ιστορία, γεωγραφία, πολιτική ιδεολογία, κι εν τέλει λογοτεχνία.

Ως δημοτικός σύμβουλος, υποψήφιος βουλευτής Κ.Κ.Ε., δήμαρχος, σύμβουλος Υπουργείου Πολιτισμού, διευθυντής του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών, δημοσιογράφος, μορφωτικός ακόλουθος πρεσβείας στην Αίγυπτο κι εκπρόσωπος του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού στη Μέση Ανατολή, ο Κωστής Μοσκώφ θα σφραγίσει την εποχή του.

Μορφωτικός ακόλουθος της ελληνικής πρεσβείας στην Αίγυπτο επί εννέα χρόνια ως το θάνατό του.

Απ' τις 29 Ιουνίου 1998 αναπαύεται στο πατρικό κτήμα του στον Πλαταμώνα, όπου συνέθεσε το μεγαλύτερο μέρος του πολύτροπου έργου του.

.………………………………………………

Η νόσος του δε λύγισε ούτε τις ιδέες του. Δε λύγισε ούτε τους δεσμούς του και την επαφή του μέχρι τέλους με το κόμμα του, το ΚΚΕ, όσο κι αν η πίκρα των ανατροπών του '89, η ζωτική ανάγκη να βγάλει το ψωμί του και να αντιμετωπίζει την πανάκριβη αρρώστια του, οδήγησαν τον μεγαλοαστικής γενιάς Κ. Μοσκώφ, που γύρισε από νέος την πλάτη στο χρήμα, "κυνηγημένος από τα αποτρόπαια όρια του έρωτα και της ιστορίας", όπως ποιητικά έλεγε σε μια συνέντευξή του, να "καταφύγει" στο Κάιρο, αναλαμβάνοντας τη θέση του μορφωτικού συμβούλου της Ελλάδας στην Αίγυπτο. Ο Κ. Μοσκώφ συνειδητά, αμετάκλητα, έμπρακτα, λόγω και έργω, "στρατεύτηκε" στις ιδέες του σοσιαλισμού για την "ποίηση" ενός κόσμου όλων των ανθρώπων, της ειρήνης, της φιλίας, της συνεργασίας, του πολιτισμού των λαών………

ΠΗΓΗ Βιογραφικού:  http://www.romios.bravehost.com/logotexnia/moskof.html

 

ΠΗΓΗ 2ου Βιογραφικού:   http://www.athina984.gr/node/9215  

 

ΠΗΓΗ 3ου Βιογραφικού:   http://www1.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=3732520&publDate=5/7/1998

 

ΠΗΓΗ 4ου Βιογραφικού:  http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2007/05/blog-post.html

 

 

Η κυρά της Ρω Ι

13 Μαίου 1982 – 2009: 27 χρόνια από το θάνατο της κυράς της Ρω

 

Του Νικόλαου Φωτιάδη

 

Πέρασαν 27 χρόνια από τότε που η Δέσποινα Αχλαδιώτου, η γνωστή «Κυρά της Ρω», έφυγε για πάντα από κοντά μας. Η Ελληνίδα, σύμβολο αγνού πατριωτισμού, ηρωϊκή μορφή που σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα, έχασε την τελευταία μάχη της με το θάνατο. Στις 13 Μαΐου 1982 πέθανε σε νοσοκομείο της Ρόδου στα 92 της χρόνια, έχοντας παλέψει επί-τρεις μήνες με το χάρο, για να υποκύψει τελικά σε εγκεφαλικό επεισόδιο.

Η τελευταία της επιθυμία της ήταν να ταφεί στο νησάκι που κατοικούσε από το 1927, στην ακριτική μας Ρω. Μετά την κηδεία της, που πραγματοποιήθηκε δημοσία δαπάνη, παρουσία του τότε υφυπουργού Άμυνας Αντώνη Δροσογιάννη στο Καστελόριζο, η σωρός της μεταφέρθηκε στην έρημη πια Ρω, για να ταφεί κάτω από τη σημαία για πάντα.

Η νησίδα Ρω, όπου ύψωνε την ελληνική σημαία η Δέσποινα Αχλαδιώτου επί σαράντα χρόνια κάθε πρωί, βρίσκεται σε απόσταση 3 περίπου ναυτικών μιλίων βόρεια του Καστελόριζου και έχει έκταση μόλις 1.460 τ.μ με μήκος ακτών 8,682 μ. Πάνω στο νησάκι υπάρχει ένα εκκλησάκι αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο και μόλις δυο μικρά σπιτάκια με παράπλευρα κτίσματα που τροφοδοτούνται σε βρόχινο νερό από το μοναδικό πηγάδι τους.

Το 1927 εγκαταστάθηκαν στη Ρω μόνιμα ο Κώστας και η Δέσποινα Αχλαδιώτου, για να ασχοληθούν με τη κτηνοτροφία εντελώς μόνοι τους μέχρι το 1940. Τη χρονιά εκείνη όμως αρρώστησε βαριά ο Κώστας Αχλαδιώτης. Η φωτιά που άναψε η γυναίκα του, για να ειδοποιήσει με σινιάλα καπνού τους Καστελοριζιούς και τους παραπλέοντες ψαράδες, δεν έγινε δυστυχώς εγκαίρως αντιληπτή. Ο Κώστας, μοναδικός σύντροφος της μιας και δεν είχαν παιδιά, άφησε την τελευταία του πνοή μέσα σε μια ψαρόβαρκα που τον είχε παραλάβει καθυστερημένα, για να τον μεταφέρει στο γιατρό του Καστελόριζου.

Η κυρά της Ρω φρόντισε μόνη της για την ταφή του συντρόφου της. Έπειτα, γύρισε πάλι στη Ρω, αυτή τη φορά με τη γριά μητέρα της, όπου πέρασε τα δύσκολα χρόνια της κατοχής. Εκεί θα παρέμενε ακλόνητος φύλακας η κόρη της Ρω, όπως την αποκαλούσαν οι Καστελοριζιοί, και θα προσφέρει ανεκτίμητες υπηρεσίες σε στρατιώτες του Ιερού Άόχου.

Η λεοντόκαρδη γυναίκα, άφοβη, με τη βροντερή φωνή και τη γοργή περπατησιά όπως την περιγράφει ο βιογράφος της Κυριάκος Χονδρός, δεν εγκατέλειψε ποτέ το νησάκι της, ακόμα κι όταν το Καστελόριζο που βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, το 1943, ερήμωσε σχεδόν από τους κατοίκους του, που έντρομοι οι περισσότεροι εξαναγκάστηκαν στο δρόμο της προσφυγιάς.

Μετά το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πόλεμου, τα Δωδεκάνησα και μαζί μ' αυτά και το Καστελόριζο και όλες οι παρακείμενες νησίδες και βραχονησίδες, σύμφωνα με τη Συνθήκη των Παρισίων της 10ης Φεβρουαρίου 1947, περιήλθαν στην Ελλάδα. Η μοίρα της Ρω ήταν λοιπόν αναπόσπαστα συνδεδεμένη μ' αυτή του Καστελόριζου. Το ακριτικό μας νησί, η Μεγίστη, ο κ οκκινόβραχος, πολιτογραφημένο με τη μεσαιωνική ονομασία ως Καστελόριζο προσαρτήθηκε μαζί με τα άλλα νησιά της Δωδεκανήσου, Η Μεγίστη με έκταση 8,88 τ.χμ κείται στο μέσο σχεδόν των παραλίων της Λυκίας και απέχει στο ελάχιστο σημείο 800 μέτρα από τις μικρασιατικές ακτές, 75 ναυτικά μίλια από τη Λινδία Ακρα (Ρόδος).

 

Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1943 για πρώτη φορά Ελληνικό αντιτορπιλικό, το «Παύλος Κουντουριώτης», μέσα σε μια συγκινητική ατμόσφαιρα υποδοχής κατέπλευσε στο Καστελόριζο που βομβαρδίστηκε τότε ανηλεώς μέχρι τις 19 Νοεμβρίου 1943 από Γερμανικά στούκας. Οι κάτοικοι αναγκάστηκαν πάλι να φύγουν με συμμαχικά πλοία είτε προς Κύπρο είτε προς τις μικρασιατικές ακτές. Μόνο η Κυρά της Ρω παρέμεινε στο βράχο της να υψώνει κάθε πρωί την Ελληνική σημαία, προσφέροντας τη βοήθεια της σε Ιερολοχίτες που βρήκαν καταφύγιο στο νησάκι της. Με τη λήξη του πολέμου, ορισμένοι κάτοικοι επέστρεψαν στο Καστελόριζο κατά ομάδες.

Οι περιπέτειες για την Κυρά της Ρω δεν τελείωσαν με την απελευθέρωση. Τον Αύγουστο του 1975, ο Τούρκος δημοσιογράφος Ομάρ Κασάρ και δύο ακόμα άτομα, παρακολουθώντας τη Ρω και εκμεταλλευόμενοι την ολιγοήμερη απουσία της Δέσποινας Αχλαδιώτου για λόγους υγείας, αποβιβάστηκαν εκεί και τοποθέτησαν πάνω σ' ένα κοντάρι 4 μέτρων τη σημαία τους (τα προεόρτια των γεγονότων με τα Ύμια). Η Κυρά της Ρω την κατέβασε αμέσως, όταν γύρισε. Στις 1 Σεπτεμβρίου 1975, κατάπλευσε στο Καστελόριζο το ανθυποβρυχιακό σκάφος "Γ. Πεζόπουλος" για συμπαράσταση στην κυρά της Ρω. Όμως δεύτερη τουρκική σημαία τοποθετήθηκε αυτή τη φορά στη νήσο Στρογγυλή απέναντι στα νότια του Καστελόριζου.

Οι τουρκικές προκλήσεις δεν πτόησαν την ατρόμητη Κυρά της Ρω που μόνη στο νησάκι της συνέχιζε ν' ανεβάζει την Ελληνική σημαία κάθε πρωί. Η γυναίκα της μοναξιάς, της αντίστασης, σύμβολο αγνού πατριωτισμού και αγάπης για την Πατρίδα τιμήθηκε έκτοτε πολλές φορές από την Ακαδημία Αθηνών με βραβείο που της επέδωσε ο τότε Πρύτανης Λούρος, ο Δήμος Ρόδου, η Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, συμπατριώτες της στη Ρόδο και άλλοι φορείς. Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας έστειλε ναυτικό άγημα και αντιπροσωπεία του Γ. Ε. Ν. στο Καστελόριζο όπου, στις 23 Νοεμβρίου 1975, της απένειμε το μετάλλιο, για την πολεμική περίοδο 1941-1944, για τις «προσφερθείσες εθνικές υπηρεσίες της», όπως ανέφερε η απόφαση του Υπουργού Άμυνας.

Η «Κυρά της Ρω» αναπαύεται μόνη στο νησάκι κάτω από τη σημαία για πάντα εδώ και 26 χρόνια.

Ο βιογράφος της Κυριάκος Χονδρός με τίτλο "Η γυναίκα με τη σημαία" γράφει:
«-Τι να σου πω:

– Ξέρω τι νοιώθεις και ξέρω ακόμη τι βάσανα τράβηξες όλα αυτά το. χρόνια της φωτιάς. Όμως ξέρετο ότι μας έδωκες ένα μάθημα εμάς τους πεισματάρηδες τους άνδρες. Πως η γυναίκα άμα θέλει, έχει τόλμη να υπερασπίζει όχι μονάχα τον εαυτό της και την οικογένεια., αλλά και την πατρίδα. Είσαι λεβέντισσα. Έχεις αλύγιστη ψυχή. Μοναχή αλλά ορθή».

 

* Αντγος ε.α  Νικόλαος Φωτιάδης Επίτιμος Υδκτης Δ'ΣΣ.


ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ
Α. Περιοδικό «ΈΥΕΛΠΙΣ», Τεύχη Σεπ-Δεκ. 1997.

Β. Βιογραφία του Κ.Χονδρού . Η Γυναίκα με τη Σημαία Ρόδος 1992.
Γ. Στρατιωτική Επιθεώρηση Σεπ.-Οκτ. 2002

 

ΠΗΓΗ: ΧΡΟΝΟΣ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ, 07.05.2009,

http://www.xronos.gr/detail.php?ID=46043&phrase_id=774194