Σχόλια στo Κείμενο της Ραβέννας

Τo Κείμενο της Ραβέννας

για τον θεολογικό διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών

 

του Μητροπολίτη Κωνσταντίας- Αμμοχώστου Βασίλειου *

 

 

Όπως έχω τονίσει κατά τη συζήτηση του Κειμένου στην Ιερά Σύνοδο, το κείμενο της Ραβέννας καλύπτει τις εκλησιολογικές και κανονικές συνέπειες της μυστηριακής φύσεως της Εκκλησίας με την έννοια  της εκκλησιαστικής κοινωνίας, της συνοδικότητας και της εξουσίας κατά την περίοδο προ του μεγάλου σχίσματος. Αυτή η διευκρίνιση είναι αναγκαία, δεδομένου ότι η μετά το σχίσμα κατάσταση θα συζητηθεί υπό της Επιτροπής του Διαλόγου στις προσεχείς συναντήσεις, όπως έχει ήδη προγραμματισθεί.

Οι τελευταίες παράγραφοι του κειμ ένου, 43 κ. εξ. προϊδεάζουν προς τούτο και θέτουν τα πλαίσια για την πορεία των συζητήσεων για το λεγόμενο «πρωτείο», αφ' ενός μεν για το πώς κατενοήθηκε  και  βιώθηκε  υπό της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αφ' ετέρου δε όπως τούτο προεβλήθηκε  από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Δεν σημαίνει οποιαδήποτε παραδοχή θέσεων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Οι Ορθόδοξοι εκπρόσωποι έχουν συνείδηση της αποστολής τους στο Διάλογο.

 

Κέντρον κατανοήσεως του κειμένου είναι ο 34ος Αποστολικός Κανόνας, ο οποίος παρατίθεται στην παρ. 24. Για την αποδοχή του κανόνα αυτού διεξήχθη έντονη συζήτηση στη Ραβέννα, και ο Μητροπολίτης Περγάμου είπε χαρακτηριστικά ότι, αν οι Ρωμαιοκαθολικοί δεν αποδέχονται την κανονική αυτή αρχή του Αποστολικού Κανόνα, τότε δεν υπάρχει λόγος συνεχίσεως του διαλόγου.

Από πλευράς Ορθοδόξου, επιδιωκόμενος στόχος είναι να τονιστούν τα  κανονικά όρια των τοπικών Εκκλησιών και να απορριφθεί οποιαδήποτε παρουσίαση «παγκοσμιότητας» της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Για το λόγο αυτό εξετάσθηκαν τα τρία επίπεδα των σχέσεων του πρώτου μέσα στην Εκκλησία. Η ανάπτυξη του θεσμού της Πενταρχίας των Πατριαρχών, εξ άλλου, αποτελεί επιβεβαίωση ότι η Εκκλησία τ ης Ρώμης δεν είχε πρωτείον εξουσίας εφ' όλης της Εκκλησίας, είναι εν τούτοις γνωστό και από κανόνες Οικουμενικών Συνόδων ότι ο Επίσκοπος Ρώμης έχαιρε των πρεσβείων τιμής, πρεσβεία τα οποία αποδόθηκαν  από την Δ΄ Οικουμενική . Σύνοδο και στον Επίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως. Στο σημείο αυτό, δυστυχώς, υπεισέρχονται τριβές μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Πατριαρχείου Μόσχας, γιατί το τελευταίο αρνείται να δεχθεί τα πρεσβεία τιμής του Οικουμενικού και ό, τι απορρέει από αυτά, δηλαδή το συντονιστικό του ρόλο μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

 

Με το κείμενο της Ραβέννας επιτυγχάνεται η αποδοχή εκ μέρους των Ρωμαιοκαθολικών της ιστορικής και εκκλησιολογικής αυτής πραγματικότητας, ότι δηλαδή η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ήταν μία τοπική Εκκλησία, όπως οι λοιπές κατά τόπους Εκκλησίες, ή όπως έχει λεχθεί το Πατριαρχείο της Δύσεως. Γι' αυτό άλλωστε και γίνεται έντονη συζήτηση στους κόλπους των Ρωμαιοκαθολικών για το κείμενο λόγω των θέσεων αυτών που δέχθηκαν και οι εκπρόσωποί τους. Η παραδοχή της τοπικότητας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας δεν σημαίνει και αυτομάτως αναγνώριση της εκκλησιολογίας της ή της θεολογίας της. Αυτά είναι τα πορίσματα της Επιτροπής του Διαλόγου και δεν δεσμεύουν τις Εκκλησίες, αλλά είναι προσπάθεια των Εκπροσώπων των Εκκλησιών να διερευνήσουν την ιστορική, τη θεολογική και την εκκλησιολογική κατάσταση.

 

Είναι προφανές ότι τα θεολογικά, εκκλησιολογικά, κανονικά κ.ά. προβλήματα μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Ρωμαιοκαθολικών είναι πολλά και είναι αδύνατο να καλυφθούν από το παρόν κείμενο.

Έχω την πεποίθηση ότι στο κείμενο περιέχονται όλες οι Ορθόδοξες θεολογικές, εκκλησιολογικές και κανονικές θέσεις που κατοχυρώνουν την παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Επί μέρους ζητήματα στο κείμενο με τα οποία δεν συμφωνούμε είναι βέβαιο ότι υπάρχουν. Το πρώτο, το οποίο πρέπει να σημειωθεί είναι ότι παρατηρούνται διαφωνίες για προσωπικές θεολογικές απόψεις και μεταξύ ορθοδόξων. Το δεύτερο είναι ότι όντως και στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρατηρήθηκαν και κατά τη διάρκεια της συζητήσεως του κειμένου διχογνωμίες για πολλά ζητήματα. Παρά ταύτα, κοινή ομολογία και των Ρωμαιοκαθολικών ήταν ότι το θεολογικό επίπεδο των Ορθοδόξων ήταν κατά πολύ ανώτερο εκείνου των Ρωμαιοκαθολικών.

 

*Σημείωση: Ο Μητροπολίτης Κωνσταντίας Βασίλειος είχε εκπροσωπήσει το 2007 την Εκκλησία της Κύπρου στη 10η συνάντηση της Μεικτής Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, η οποία έγινε στη Ραβέννα της Ιταλίας.

 

ΠΗΓΗ:  Amen.gr,  Τελευταία Ενημέρωση: Sep 26, 2009,
http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=664

 

Χρυσάφι ή κάρβουνα;

Χρυσάφι ή κάρβουνα;

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

 

Κάποιοι πληρωμένοι κονδυλοφόροι, με βαρύγδουπους τίτλους και διατεταγμένη αποστολή ψάχνουν, τάχα να ρίξουν «άπλετο» φως σχετικά με το, ποιοι, πότε και πώς έγραψαν τα Ευαγγέλια και γενικότερα τα βιβλία της Καινής Διαθήκης.

Στην πραγματικότητα αυτό, που πολλοί επιδιώκουν είναι να σπέρνουν την αμφιβολία και τη σύγχυση στους απλούς ανθρώπους. Έτσι ώστε να σκέφτονται και να λένε:

Αφού υπάρχουν τόσες αμφιβολίες και αφού δεν είναι ξεκαθαρισμένο ποιοι, πότε και κάτω από ποιες συνθήκες, έγραψαν τα ευαγγέλια και γενικότερα τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, τι να πιστέψει κανείς και τι να πάρει στα σοβαρά!…

Και, όπως λέει ο λαός, «ο λύκος την αντάρα χαίρεται». Αφού θαμπώσουν τους ανθρώπους με το άπλυτο (αντί για το «άπλετο») φως της σύγχυσης και της συσκότισης, έρχονται στη συνέχεια να μας περιλούσουν και με το βρώμικο φως των πάσης φύσεως αιρετικών τους προκαταλήψεων.

 

Και ποια είναι η απάντηση σ' αυτή την περίπτωση; Είναι νομίζω απλή:


Τα Ευαγγέλια και τα υπόλοιπα βιβλία της Αγίας Γραφής γράφτηκαν, όταν και όπου και απ' αυτούς, που επέλεξε και φώτισε το Άγιο Πνεύμα. Και η μεγίστη απόδειξη είναι ότι χαρακτηρίζονται για τη σοφία της απλότητάς τους και την απλότητα της σοφίας τους.

Δεν έχουν τίποτε απ' το διεστραμμένο και συνεστραμμένο γράψιμο των διαφόρων αιρετικών και πολλών άλλων, που γίνονται ακατανόητοι και αναξιόπιστοι και καταγέλαστοι. Επειδή ακριβώς στην προσπάθειά τους να κάνουν το άσπρο μαύρο, υποστηρίζουν θέσεις και απόψεις, που αλληλογρονθοκοπούνται μεταξύ τους.

Και μέσα σ' αυτό το άπλυτο και ακάθαρτο και βρώμικο φως και τη σκοτοδίνη τους και τη σύγχυσή τους, συγχέουν και συσκοτίζουν και τα νοήματα του Ευαγγελίου.


Το Ευαγγέλιο δεν είναι ένα φιλολογικό κείμενο, για να μπορεί να το διαβάσει και να το αντιμετωπίσει κανείς λεξιλογικά και σχολαστικά. Δεν είναι γραμμένο εγκεφαλικά, για να το περικλείσει και να το επεξεργαστεί μέσα στη στενόχωρη και αλλοπρόσαλλη κρανιοεγκεφαλική του κάψα. Το Ευαγγέλιο είναι γραμμένο με την καρδιά και μόνο με την καρδιά μπορεί κάποιος να το προσεγγίσει.


Το Ευαγγέλιο είναι το βιβλίο της απλότητας, της αγάπης και της δικαιοσύνης. Και, για να το καταλάβει και να το εγκολπωθεί κάποιος, χρειάζεται να διαθέτει κι αυτός πνεύμα απλότητας, δικαιοσύνης και αγάπης.

Αν κάποιος αντιμετωπίσει το κείμενο της Αγίας Γραφής με σχολαστικότητα και προκατάληψη, θα καταλήξει στους αντίποδες του Ευαγγελίου. Και θα καταλάβει, ενδεχομένως, τα τελείως αντίθετα από αυτά, που λέει το Ευαγγέλιο.


Όταν όμως το πλησιάσει με αγάπη, θα ιδεί να ξεδιπλώνονται μπροστά του παράδεισοι ομορφιάς και σοφίας. Και όσο περισσότερο θα θαυμάζει, τόσο περισσότερο το θαύμα και το μυστήριο θα του αποκαλύπτουν τα μυστικά τους…


Και αυτό θα συμβαίνει, γιατί στην περίπτωση αυτή θα έχει συνεργάτη του και συμμέτοχο το Άγιο Πνεύμα. Γιατί, χωρίς το Άγιο Πνεύμα όλες οι πόρτες θα είναι κλειστές και απρόσιτες. Οι λέξεις και οι φράσεις και τα οποιαδήποτε κείμενα θα κρύβουν τη μυστική τους ομορφιά και το αποτέλεσμα θα είναι η μάταιη περιπλάνηση και απογοήτευση.

Με το Άγιο Πνεύμα ανοίγονται όλες οι πόρτες. Οι λέξεις, οι φράσεις, τα κείμενα έχουν να μας αποκαλύψουν τόσα και άλλα τόσα ακατάληπτα μυστικά και ομορφιές.

Αυτός, που πλησιάζει το Ευαγγέλιο, χωρίς αγάπη, το παθαίνει ωσάν αυτούς, που ονειρεύονται θησαυρούς. Οι οποίοι, σύμφωνα με την παράδοση, όταν ανακοινώσουν το όνειρό τους και σε άλλους, αντί για θησαυρούς, βρίσκουν κάρβουνα. Κάρβουνα βρίσκουν και οι αιρετικοί, απ' τα οποία μουτζουρώνονται και οι ίδιοι και μουτζουρώνουν και άλλους με τη μουτζούρα των αιρέσεών τους. Ενώ αυτός, που πλησιάζει το Ευαγγέλιο με αγάπη βρίσκεται μπροστά σε ένα ανεξάντλητο χρυσωρυχείο.

 

Και πού και πώς μπορεί κάποιος να βρει το Άγιο Πνεύμα;

 

Δε χρειάζεται, όπως λέει ο ψαλμωδός, να ανεβεί στον ουρανό ή να κατεβεί στα βάθη της θάλασσας ή στα έγκατα της Γης, για να το ανακαλύψει. Γιατί το Άγιο Πνεύμα είναι δίπλα μας και μέσα μας. Είναι πανταχού παρόν.
Και πρώτα-πρώτα με χίλιες γλώσσες μας μιλάει μέσα απ' το φυσικό μας περιβάλλον. Ο Κύριλλος Ιεροσολύμων-κι αν δεν κάνω λάθος και ο Χρυσόστομος- λένε:

Ποιος έχει θέσει και διατηρεί σε λειτουργία όλα αυτά τα θαυμάσια και ανεξάντλητα μυστήρια, που μας δίνουν την ανεξάντλητη ποικιλία μέσα στον κόσμο της φύσεως; Ποιος τεχνούργησε τα θαυμάσια εργαστήρια, που δίνουν την ποικιλία των αρωμάτων και των χρωμάτων στα λουλούδια; Ή την ποικιλία των χρωμάτων και των κελαηδισμάτων στα πουλιά; Που ευφραίνουν και ξεκουράζουν τις αισθήσεις μας και την ψυχή μας; Σε αντίθεση με το τρισβάρβαρο ορυμαγδό κάποιων μοντέρνων, λεγόμενων, μουσικών, που βασανιζόμαστε και υποφέρουμε, καθώς τις ακούμε. Κι ακόμη ποιος έχει οργανώσει και κινεί τη δική μας σκέψη; Και μας παρέχει την ικανότητα της ομιλίας. Και τόσα άλλα δυσεξαρίθμητα και αξιοθαύμαστα!…

Ο Αριστοτέλης βέβαια, στην προκειμένη περίπτωση, μας μιλάει για την εντελέχεια. Αλλά αυτή την εντελέχεια, που, μέσα σ' ένα ασήμαντο βελανίδι, για παράδειγμα, σαν σε ηλεκτρονικό εγκέφαλο, κρύβει το θαυμάσιο εργοστάσιο μιας ολόκληρης βελανιδιάς, ποιος την οργάνωσε και ποιος την κατευθύνει;


Οι Πατέρες φωνάζουν: Το Άγιο Πνεύμα! Αυτό το ίδιο, που με μια φούχτα αγράμματους, στην πλειονότητά τους, και άοπλους και πάμπτωχους άλλαξε την όψη του κόσμου.

 

Ναι! Αλλά θα αντιτείνουν κάποιοι, γιατί δεν άλλαξε και την άρχουσα αναρχία;


Γιατί, απλούστατα, όπως μας λέει το Ευαγγέλιο, όποιος έχει πονηρά και άπληστα και άδικα μάτια, δεν μπορεί να ιδεί την ομορφιά του κόσμου και του Ευαγγελίου. Και παραμένει φυλακισμένος στο ψέμα και στο σκοτάδι. Και μεταβάλλει το χρυσάφι, που μας προσφέρει ο Θεός σε κάρβουνο και καταστροφή…


Ενώ το Άγιο Πνεύμα αλλάζει και καθοδηγεί εκείνους, που έχουν, απλά-καθαρά και ξάστερα δηλαδή- μάτια. Και τους οδηγεί «εις πάσαν την αλήθειαν»!…


Την αλήθεια, που ελευθερώνει απ' όλες τις σκλαβιές. Και μας χαρίζει «φως, περισσότερο φως»!…

 

Παπα-Ηλίας, 10-10-2009

http://papailiasyfantis.wordpress.com
http://papailiasyfantis.blogspot.com
E-mail: papailiasyfantis@gmail.com

Επιστολή 11 γνωστών κληρικών

Ανοικτή Επιστολή 11 γνωστών κληρικών προς την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος


Προς την Σε­πτήν Ι­ε­ραρ­χί­αν της Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος

Μα­κα­ρι­ώ­τα­τε,
Σε­βα­σμι­ώ­τα­τοι ά­γι­οι Αρ­χι­ε­ρείς,

       Τις τε­λευ­ταί­ες η­μέ­ρες, και εν ό­ψει της Συ­νό­δου της Ο­λο­με­λεί­ας της Μι­κτής Ε­πι­τρο­πής Θε­ο­λο­γι­κού Δι­α­λό­γου Ορ­θο­δό­ξων-Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κών στην Κύ­προ, ε­πι­χει­ρεί­ται α­πό το Οι­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεί­ο μί­α προ­σπά­θει­α σπι­λώ­σε­ως, συ­κο­φαν­τή­σε­ως, εκ­φο­βι­σμού και φι­μώ­σε­ως ό­λων ό­σοι ε­ξέ­φρα­σαν το τε­λευ­ταί­ο δι­ά­στη­μα την αν­τί­θε­σή τους στα σύγ­χρο­να οι­κου­με­νι­στι­κά α­νοίγ­μα­τα και την πο­ρεί­α του θε­ο­λο­γι­κού δι­α­λό­γου.

       Η προ­σπά­θει­α αυ­τή έ­χει λά­βει την ε­πί­ση­μη έκ­φρα­σή της σε δύ­ο ε­πι­στο­λές, μί­α του Πα­ναγιωτά­του Οι­κου­με­νι­κού Πα­τρι­άρ­χου κ. Βαρ­θο­λο­μαί­ου προς τον Μα­κα­ρι­ώ­τα­το Αρ­χι­ε­πί­σκο­πο Α­θη­νών και Πά­σης Ελ­λά­δος κ. Ι­ε­ρώ­νυ­μο και μί­α του Σε­βα­σμι­ω­τά­του Μη­τρο­πο­λί­του Περ­γά­μου κ. Ι­ω­άν­νου προς ό­λους τους Σε­βα­σμι­ω­τά­τους Μη­τρο­πο­λί­τες της Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος.

       Και στις δύ­ο αυ­τές ε­πι­στο­λές πα­ρα­τη­ρούν­ται στοι­χεί­α πα­ρεμ­βα­τι­κής τα­κτι­κής και ει­σχω­ρή­σε­ως στα της Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος, α­πο­προ­σα­να­το­λι­σμού και ε­πι­λε­κτι­κής α­να­φο­ράς ε­νερ­γει­ών και α­πο­φά­σε­ων, κα­θώς και παν­τε­λής έλ­λει­ψη ε­πι­χει­ρη­μά­των και τε­κμη­ρι­ω­μέ­νου λό­γου.

       Α­πό το ύ­φος και το πε­ρι­ε­χό­με­νο των ε­πι­στο­λών α­πορ­ρέ­ει μί­α α­πα­ξί­ω­ση προς την Εκ­κλη­σί­α της Ελ­λά­δος, τους Σε­βα­σμι­ω­τά­τους Μη­τρο­πο­λί­τες της, τους κλη­ρι­κούς και μο­να­χούς της, τους Κα­θη­γη­τές θε­ο­λό­γους της και τον πι­στό λα­ό της. Ό­λους αυ­τούς τους μέμ­φον­ται για «ζη­λω­τι­κές τά­σεις», σχι­σμα­τι­κή δι­ά­θε­ση, έλ­λει­ψη ε­πι­γνώ­σε­ως, «ο­λι­γω­ρί­α», «α­πα­ξί­ω­ση των συ­νο­δι­κών α­πο­φά­σε­ων», «εμ­πά­θει­α, φα­να­τι­σμό η μα­νί­α αυ­το­προ­βο­λής».

       Εί­ναι η γνω­στή τα­κτι­κή των α­φο­ρι­σμών και της συλ­λή­βδην κα­τα­δί­κης, που δεν α­νέ­χε­ται αν­τί­λο­γο, που α­δυ­να­τεί να δι­α­νο­η­θεί δεύ­τε­ρη ά­πο­ψη, που συν­τρί­βει ό­ποι­ον ε­πι­χει­ρεί να την εκ­φέ­ρει. Η γνω­στή τα­κτι­κή, που α­ρέ­σκε­ται σε πει­θα­ναγ­κα­σμούς, σε πο­δη­γέ­τη­ση, σε ο­λο­κλη­ρω­τι­κή ε­πι­βο­λή, σε εκ­κλη­σι­α­στι­κό ρα­γι­α­δι­σμό.

       Εί­ναι εμ­φα­νής η δι­ά­θε­ση εκ μέ­ρους των δύ­ο υ­ψη­λών α­ξι­ω­μα­τού­χων να ει­σχω­ρή­σουν σε ε­σω­τε­ρι­κές υ­πο­θέ­σεις της Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος. Με α­νοί­κει­ους χα­ρα­κτη­ρι­σμούς, υ­πο­δεί­ξεις, έμ­με­σους εκ­βι­α­σμούς και α­πει­λές ε­πι­χει­ρεί­ται η πο­δη­γέ­τη­ση και η χει­ρα­γώ­γη­ση των Ι­ε­ραρ­χών και η τε­χνη­τή ε­κμαί­ευ­ση της α­πο­φά­σε­ώς τους.

       Η Εκ­κλη­σί­α της Ελ­λά­δος κα­λεί­ται, με τον τρό­πο αυ­τό, ου­σι­α­στι­κά να κα­τα­δι­κά­σει τους ί­δι­ους τους Ε­πι­σκό­πους της, τους κλη­ρι­κούς της, τους μο­να­χούς της και τον πι­στό λα­ό της, που υ­πέ­γρα­ψαν και συ­νε­χί­ζουν να υ­πο­γρά­φουν την «Ο­μο­λο­γί­α Πί­στε­ως», α­φού, κα­τά τον Οι­κου­με­νι­κό Πα­τρι­άρ­χη, «μη κα­τα­δι­κά­ζου­σα αλ­λά δε­χο­μέ­νη σι­ω­πη­ρώς.­.­.. δη­μι­ουρ­γεί προ­βλη­μα­τι­σμόν ου­χί μό­νον εις το ποί­μνι­ον αυ­τής, αλ­λά και εις την με­τά των λοι­πών Ορ­θο­δό­ξων Εκ­κλη­σι­ών κοι­νω­νί­αν αυ­τής». Αν η Εκ­κλη­σί­α Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως εί­χε ποί­μνι­ο ευ­αί­σθη­το εις τα οι­κου­με­νι­στι­κά δρώ­με­να, θα αν­τι­με­τώ­πι­ζε τις ί­δι­ες α­νη­συ­χί­ες και τους ί­δι­ους κα­λούς προ­βλη­μα­τι­σμούς. Η πα­ρα­δο­σι­α­κή Εκ­κλη­σί­α της Ελ­λά­δος ό­χι μό­νο δεν δη­μι­ουρ­γεί προ­βλή­μα­τα στην με­τά των λοι­πών Ορ­θο­δό­ξων Εκ­κλη­σι­ών κοι­νω­νί­α, αλ­λά σ αυ­τή και στις υ­γι­είς και ι­σχυ­ρές θε­ο­λο­γι­κές της δυ­νά­μεις στη­ρί­ζον­ται πάν­το­τε οι ο­μό­δο­ξοι α­δελ­φοί μας, ό­πως φά­νη­κε και α­πό την ευ­ρεί­α δι­ορ­θό­δο­ξη α­πο­δο­χή της «Ο­μο­λο­γί­ας».

       Και δι­ε­ρω­τώ­με­θα, με­τά πό­νου ψυ­χής, αν α­να­λο­γί­στη­κε πο­τέ ο Οι­κου­με­νι­κός Πα­τρι­άρ­χης ό­χι μό­νον τον προ­βλη­μα­τι­σμό, αλ­λά την βα­θει­ά ο­δύ­νη, την α­πο­γο­ή­τευ­ση και τον έν­το­νο σκαν­δα­λι­σμό, που προ­κα­λεί ο ί­δι­ος και ο συ­σχη­μα­τι­σμός με τους αι­ρε­τι­κούς στο ορ­θό­δο­ξο ποί­μνι­ο.

       Κα­τη­γο­ρεί το κεί­με­νο της «Ο­μο­λο­γί­ας Πί­στε­ως» ό­τι δή­θεν σε αυ­τό «ε­νυ­πάρ­χει το σπέρ­μα του σχί­σμα­τος». Και δι­ε­ρω­τώ­με­θα πως με τό­ση ευ­κο­λί­α α­να­γο­ρεύ­ον­ται σε σχι­σμα­τι­κά τα αυ­το­νό­η­τα της πί­στε­ώς μας. Εί­ναι σχι­σμα­τι­κοί οι Ά­γι­οι και Πα­τέ­ρες της Εκ­κλη­σί­ας μας, που ε­θέ­σπι­σαν και ε­δογ­μά­τι­σαν την α­λή­θει­α και την α­κρί­βει­α της α­μω­μή­του ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ώς μας; Μή­πως αυ­τό ε­πι­βε­βαι­ώ­νει πα­λαι­ό­τε­ρη α­πα­ρά­δε­κτη πα­τρι­αρ­χι­κή θέ­ση, σύμ­φω­να με την ο­ποί­α «οι κλη­ρο­δο­τή­σαν­τες εις η­μάς την δι­ά­σπα­σιν προ­πά­το­ρες η­μών υ­πήρ­ξαν α­τυ­χή θύ­μα­τα του αρ­χε­κά­κου ό­φε­ως και ευ­ρί­σκον­ται ή­δη εις χεί­ρας του δι­και­ο­κρί­του Θε­ού»; (Ε­πί­σκε­ψις, 30.11.1998).


       Και στις δύ­ο ε­πι­στο­λές γί­νε­ται συ­νε­χής ε­πί­κλη­ση των πα­νορ­θο­δό­ξων α­πο­φά­σε­ων, που α­φο­ρούν στην συ­νέ­χι­ση του θε­ο­λο­γι­κού δι­α­λό­γου με τους ε­τε­ρο­δό­ξους. Οι α­πο­φά­σεις αυ­τές ου­δέ­πο­τε αμ­φι­σβη­τή­θη­καν α­πό τους α­σκούν­τες κρι­τι­κή στον οι­κου­με­νι­σμό, πα­ρό­τι, βε­βαί­ως, δεν α­πο­τε­λούν θέ­σφα­το και ού­τε υ­πε­ρι­σχύ­ουν των α­πο­φά­σε­ων των Οι­κου­με­νι­κών Συ­νό­δων και της δογ­μα­τι­κής δι­δα­σκα­λί­ας και συ­νει­δή­σε­ως της Εκ­κλη­σί­ας.

       Η κρι­τι­κή η ο­ποί­α έ­χει α­σκη­θεί α­φο­ρά κυ­ρί­ως α­νοίγ­μα­τα, ε­νέρ­γει­ες και κεί­με­να, που δεν έ­χουν στη­ρι­χθεί σε πα­νορ­θό­δο­ξη α­πό­φα­ση και ου­δέ­πο­τε εγ­κρί­θη­καν συ­νο­δι­κά, αλ­λά αν­τι­θέ­τως αν­τι­με­τω­πί­σθη­καν αρ­νη­τι­κά α­πό ορ­θο­δό­ξου πλευ­ράς. Πρό­κει­ται για την ε­φαρ­μο­γή και την α­πο­δο­χή στην πρά­ξη της πα­ναι­ρέ­σε­ως του Οι­κου­με­νι­σμού.

       Στην ε­πι­στο­λή του προς τον Μα­κα­ρι­ώ­τα­το κ. Ι­ε­ρώ­νυ­μο ο Οι­κου­με­νι­κός Πα­τρι­άρ­χης υ­πο­στη­ρί­ζει ό­τι «τας με­τά των ε­τε­ρο­δό­ξων ε­πα­φάς εγ­κρί­νουν δια συ­νο­δι­κών α­πο­φά­σε­ων πά­σαι αι Ορ­θό­δο­ξοι Εκ­κλη­σί­αι».

Και τί­θε­ται το ε­ρώ­τη­μα:

–  Ποι­ές συ­νο­δι­κές α­πο­φά­σεις πα­σών των Ορ­θο­δό­ξων Εκ­κλη­σι­ών ε­νέ­κρι­ναν την συμ­με­το­χή του Οι­κου­με­νι­κού Πα­τρι­άρ­χου στις πα­πι­κές λει­τουρ­γί­ες στο Βα­τι­κα­νό;

– Ποι­ές συ­νο­δι­κές α­πο­φά­σεις πα­σών των Ορ­θο­δό­ξων Εκ­κλη­σι­ών ε­νέ­κρι­ναν την συμ­με­το­χή του αι­ρε­σι­άρ­χη Πά­πα στην ορ­θό­δο­ξη Θεί­α Λει­τουρ­γί­α και την αν­ταλ­λα­γή λει­τουρ­γι­κού α­σπα­σμού με τον Οι­κου­με­νι­κό Πα­τρι­άρ­χη;

– Ποι­ές συ­νο­δι­κές α­πο­φά­σεις πα­σών των Ορ­θο­δό­ξων Εκ­κλη­σι­ών ε­νέ­κρι­ναν την συμ­με­το­χή σε συμ­προ­σευ­χές και λα­τρευ­τι­κές πρά­ξεις των ε­τε­ρο­δό­ξων;

– Ποι­ές συ­νο­δι­κές α­πο­φά­σεις πα­σών των Ορ­θο­δό­ξων Εκ­κλη­σι­ών έ­κα­ναν δε­κτές α­πό ορ­θο­δό­ξου πλευ­ράς τις αι­ρε­τι­κές θε­ω­ρί­ες των κλά­δων, των α­δελ­φών εκ­κλη­σι­ών, των δύ­ο πνευ­μό­νων, της α­πο­δο­χής του βα­πτί­σμα­τος των ε­τε­ρο­δό­ξων;

– Ποι­ές συ­νο­δι­κές α­πο­φά­σεις πα­σών των Ορ­θο­δό­ξων Εκ­κλη­σι­ών α­νε­γνώ­ρι­σαν το Βα­τι­κα­νό ως Εκ­κλη­σί­α και τον Πά­πα ως κα­νο­νι­κό ε­πί­σκο­πο, συ­νυ­πεύ­θυ­νο για την δι­α­ποί­μαν­ση των Χρι­στι­α­νών;

       Η ε­πί­μο­νη ε­πί­κλη­ση των συ­νο­δι­κών α­πο­φά­σε­ων και η πε­ρι­χα­ρά­κω­ση σ' αυ­τές κα­θι­στά α­κό­μη πιο α­να­ξι­ό­πι­στη την ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α των δύ­ο ε­πι­στο­λών, α­φού, ό­πως α­πο­δει­κνύ­ε­ται, πλεί­στες ό­σες ε­νέρ­γει­ές τους πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν ε­ρή­μην η κα­θ' υ­πέρ­βα­ση η και αν­τί­θε­τα προς τις συ­νο­δι­κές α­πο­φά­σεις.

        Ε­πι­ση­μαί­νου­με ε­πί­σης την γνω­στή τα­κτι­κή της δι­πλής γραμ­μής πλεύ­σε­ως.  Μί­α ορ­θο­δο­ξό­τα­τη γραμ­μή στις Πα­νορ­θό­δο­ξες Δι­α­σκέ­ψεις και στις α­λε­πάλ­λη­λες πε­ρι­ο­δεί­ες α­νά τις Μη­τρο­πό­λεις της Ελ­λά­δος και το Ά­γι­ο Ό­ρος και μί­α άλ­λη, οι­κου­με­νι­στι­κή γραμ­μή στις ε­πα­φές με τους ε­τε­ρο­δό­ξους. Ό­χι το ναί ναί και το ου ου, αλ­λά άλ­λο­τε ναί και άλ­λο­τε ου.

        Οι α­πο­φά­σεις για πα­ρά­δειγ­μα της Γ΄ Πα­νορ­θο­δό­ξου Προ­συ­νο­δι­κής Δι­α­σκέ­ψε­ως (1986), που ε­πι­κα­λεί­ται ο Οι­κου­με­νι­κός Πα­τρι­άρ­χης, έ­χουν ε­πα­νει­λημ­μέ­να πα­ρα­βι­α­στεί σε τέ­τοι­ο βαθ­μό, που να τις κα­θι­στούν κε­νό γράμ­μα.


       Α­να­φέ­ρου­με ως έ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα το τε­λι­κό κεί­με­νο της Θ΄ Γε­νι­κής Συ­νε­λεύ­σε­ως του Π.Σ.Ε. στο P­o­r­to A­l­e­g­re, το ο­ποί­ο συ­νυ­πέ­γρα­ψαν και οι ορ­θό­δο­ξοι αν­τι­πρό­σω­ποι και ό­που συ­νο­μο­λο­γεί­ται ό­τι «Ο­μο­λο­γού­με Μί­α, Α­γί­α, Κα­θο­λι­κή και Α­πο­στο­λι­κή Εκ­κλη­σί­α, ό­πως αυ­τή ο­ρί­ζε­ται α­πό το σύμ­βο­λο Νι­καί­ας-Κων/πο­λης (381). Κά­θε εκ­κλη­σί­α (σημ. που συμ­με­τέ­χει στο Π.Σ.Ε.) εί­ναι η Εκ­κλη­σί­α κα­θο­λι­κή και ό­χι α­πλά έ­να μέ­ρος της. Κά­θε εκ­κλη­σί­α εί­ναι η Εκ­κλη­σί­α κα­θο­λι­κή, αλ­λά ό­χι στην ο­λό­τη­τά της. Κά­θε εκ­κλη­σί­α εκ­πλη­ρώ­νει την κα­θο­λι­κό­τη­τά της, ό­ταν εί­ναι σε κοι­νω­νί­α με τις άλ­λες εκ­κλη­σί­ες» (P­o­r­to A­l­e­g­re, Φε­βρου­ά­ρι­ος 2006).

       Σε ό,τι α­φο­ρά δε τον δι­με­ρή θε­ο­λο­γι­κό δι­ά­λο­γο με τους Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κούς, στα πλαί­σι­α της Δι­ε­θνούς Μι­κτής Ε­πι­τρο­πής Θε­ο­λο­γι­κού Δι­α­λό­γου, εί­ναι ο­φθαλ­μο­φα­νής η ε­κτρο­πή α­πό τις πα­νορ­θό­δο­ξες α­πο­φά­σεις και τις δε­σμεύ­σεις. Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ό­τι τα Μνη­μό­νι­α των Ορ­θο­δό­ξων Προ­κα­θη­μέ­νων, τα ο­ποί­α ε­πι­λε­κτι­κά ε­πι­κα­λεί­ται ο Σε­βα­σμι­ώ­τα­τος Μη­τρο­πο­λί­της Περ­γά­μου, θέ­τουν ως προ­ϋ­πό­θε­ση για την συ­νέ­χι­ση του δι­α­λό­γου και την αλ­λα­γή της θε­μα­το­λο­γί­ας του την προ­η­γού­με­νη ου­σι­α­στι­κή κα­τα­δί­κη της Ου­νί­ας.


       Το ζή­τη­μα, βε­βαί­ως, της Ου­νί­ας δεν συ­ζη­τή­θη­κε ού­τε στο Βε­λι­γρά­δι το 2004 ού­τε και στη Ρα­βέν­να το 2007 στις αν­τί­στοι­χες Συ­νό­δους της Μι­κτής Ε­πι­τρο­πής Θε­ο­λο­γι­κού Δι­α­λό­γου. Στο κεί­με­νο μά­λι­στα της Ρα­βέν­νας γί­νε­ται έμ­με­σος, αλ­λά σα­φέ­στα­τος δι­α­χω­ρι­σμός του θέ­μα­τος της Ου­νί­ας α­πό το συ­ζη­τού­με­νο στην πα­ρού­σα φά­ση του δι­α­λό­γου. Α­να­φέ­ρει ε­πί λέ­ξει το κεί­με­νο της Ρα­βέν­νας: «Α­πό του έ­τους 1990 μέ­χρι το 2000 το κύ­ρι­ον θέ­μα, το ο­ποί­ον συ­νε­ζη­τή­θη υ­πό της Ε­πι­τρο­πής, ή­το αυ­τό της «Ου­νί­ας» (Κεί­με­νον του Μπε­λε­μεν­τί­ου, 1993, Βαλ­τι­μό­ρη, 2000), θέ­μα, το ο­ποί­ον θα ε­ξε­τά­σω­μεν πε­ραι­τέ­ρω εις το εγ­γύς μέλ­λον. Εν τω πα­ρόν­τι ε­πι­λαμ­βα­νό­με­θα του θέ­μα­τος, το ο­ποί­ον ε­τέ­θη εις το τέ­λος του Κει­μέ­νου του Βά­λα­μο και με­λε­τώ­μεν τα θέ­μα­τα εκ­κλη­σι­α­στι­κής κοι­νω­νί­ας, της συ­νο­δι­κό­τη­τας και της ε­ξου­σί­ας».

       Πα­ρα­λεί­που­με την α­πα­ρά­δε­κτη και προ­κλη­τι­κή α­πο­σι­ώ­πη­ση και ε­ξα­φά­νι­ση στη Ρα­βέν­να της κα­τα­δί­κης της Ου­νί­ας με α­πό­φα­ση της Ο­λο­με­λεί­ας στο F­r­e­i­s­i­ng του Μο­νά­χου το 1990, που α­πο­δει­κνύ­ει πό­σο α­να­ξι­ό­πι­στοι εί­ναι οι του Βα­τι­κα­νού στο Δι­ά­λο­γο, α­φού άλ­λες α­πο­φά­σεις δέ­χον­ται και άλ­λες α­πορ­ρί­πτουν, γρά­φον­τάς μας, κα­τά το λε­γό­με­νον, «εις τα πα­λαι­ό­τε­ρα των υ­πο­δη­μά­των τους», και πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι εί­ναι πρό­φα­ση και υ­πεκ­φυ­γή του μη­τρο­πο­λί­του Περ­γά­μου ό­τι θα συ­ζη­τη­θεί προ­σε­χώς το θέ­μα της Ου­νί­ας εις τα πλαί­σι­α της συ­ζη­τή­σε­ως του θέ­μα­τος πε­ρί του πρω­τεί­ου του Πά­πα. Το θέ­μα της Ου­νί­ας έ­πρε­πε να εί­χε κλεί­σει με την α­πό­φα­ση του F­r­e­i­s­i­ng του Μο­νά­χου, ό­που Ορ­θό­δο­ξοι και Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί υ­πέ­γρα­ψαν την κα­τα­δί­κη της Ου­νί­ας. Πρέ­πει να αι­σχύ­νον­ται και ό­χι να προ­κα­λούν αυ­τοί που τα­πεί­νω­σαν την Ορ­θο­δο­ξί­α στο B­a­l­a­m­a­nd του Λι­βά­νου (1993), ό­που με α­που­σί­α έ­ξι αυ­το­κε­φά­λων εκ­κλη­σι­ών (Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα, Σερ­βί­α, Βουλ­γα­ρί­α, Γε­ωρ­γί­α, Ελ­λάς, Τσε­χοσ­λο­βα­κί­α) συρ­θή­κα­με σε και­νούρ­γι­α πε­ριτ­τή συ­ζή­τη­ση για την Ου­νί­α, με την ο­ποί­α τη α­παι­τή­σει του Βα­τι­κα­νού α­κυ­ρώ­σα­με την α­πό­φα­ση του Μο­νά­χου (1990), α­θω­ώ­σα­με την Ου­νί­α και το χει­ρό­τε­ρο προ­βή­κα­με σε σο­βα­ρές πα­ρα­χω­ρή­σεις σε θέ­μα­τα πί­στε­ως· ε­ξι­σώ­σα­με ε­κεί εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κά την Ορ­θό­δο­ξη και την Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κή «Εκ­κλη­σί­α», αρ­νη­θέν­τες ό­τι η Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α εί­ναι η Μί­α, Α­γί­α, Κα­θο­λι­κή και Α­πο­στο­λι­κή Εκ­κλη­σί­α. Και μό­νο αυ­τό έ­πρε­πε να φράτ­τει το στό­μα και να συγ­κρα­τεί την γρα­φί­δα ό­σων τολ­μούν να ο­μι­λούν για σε­βα­σμό των συ­νο­δι­κών α­πο­φά­σε­ων, τις ο­ποί­ες κα­τε­ξευ­τέ­λι­σαν. Ε­ξα­κο­λου­θού­με μά­λι­στα να δε­χό­μα­στε την Ου­νί­α ως συ­νο­μι­λη­τή μας στο Δι­ά­λο­γο.

       Σε ό,­τι α­φο­ρά δε συ­νο­λι­κά το κεί­με­νο της Ρα­βέν­νας, το ο­ποί­ο έ­χει δε­χθεί ο­ξύ­τα­τες κρι­τι­κές α­πό ορ­θο­δό­ξου πλευ­ράς, δι­ό­τι εκ­χω­ρεί την ορ­θό­δο­ξη εκ­κλη­σι­ο­λο­γί­α στους αι­ρε­τι­κούς, δεν έ­χει υ­πάρ­ξει μέ­χρι σή­με­ρα καμ­μί­α α­πο­λύ­τως συ­ζή­τη­ση, ε­νη­μέ­ρω­ση, α­πό­φα­ση η έγ­κρι­ση σε Συ­νο­δι­κό ε­πί­πε­δο α­πό την Εκ­κλη­σί­α της Ελ­λά­δος.

       Σε ποι­ές Πα­νορ­θό­δο­ξες α­πο­φά­σεις α­να­φέ­ρον­ται οι δύ­ο α­ξι­ω­μα­τού­χοι, ό­ταν δεν υ­πάρ­χουν καν Συ­νο­δι­κές εγ­κρί­σεις της Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος για τα 10 κεί­με­να των Συ­νε­λεύ­σε­ων της Μι­κτής Ε­πι­τρο­πής που προ­η­γή­θη­καν;
        Πως θα προ­σέλ­θει ο Συ­νο­δι­κός α­πε­σταλ­μέ­νος της Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος να συμ­με­τά­σχει στην δι­α­πραγ­μά­τευ­ση του νέ­ου κει­μέ­νου της Ε­πι­τρο­πής, ό­ταν δεν έ­χει εγ­κρι­θεί Συ­νο­δι­κά το προ­η­γού­με­νο, το ο­ποί­ο μά­λι­στα α­πο­τε­λεί και την βά­ση του ε­πι­κεί­με­νου δι­α­λό­γου;

       Ποια α­ξι­ο­πι­στί­α μπο­ρεί να έ­χει έ­νας τέ­τοι­ος δι­ά­λο­γος (υ­πό την συμ­προ­ε­δρί­α του Σε­βα­σμι­ω­τά­του Περ­γά­μου), ό­ταν α­δι­α­φο­ρεί για την Συ­νο­δι­κή έγ­κρι­ση των πο­ρι­σμά­των του εκ μέ­ρους των Το­πι­κών Ορ­θο­δό­ξων Εκ­κλη­σι­ών που με­τέ­χουν σ' αυ­τόν;

       Γι­α­τί δι­α­μαρ­τύ­ρον­ται για την «Ο­μο­λο­γί­α Πί­στε­ως», η ο­ποί­α α­πο­τε­λεί συ­νο­δι­κή συμ­με­το­χή του πλη­ρώ­μα­τος της Εκ­κλη­σί­ας, την ο­ποί­α έ­πρε­πε να ε­πι­δι­ώ­κουν και ό­χι να α­φο­ρί­ζουν; Αυ­τό δεν εί­ναι Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σι­ο­λο­γί­α αλ­λά πα­πι­κή ι­ε­ρο­κρα­τί­α.

       Αυ­τήν την ι­ε­ρο­κρα­τι­κή «αυ­θεν­τί­α και το κύ­ρος των Συ­νο­δι­κών α­πο­φά­σε­ων» υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται ο Μη­τρο­πο­λί­της Περ­γά­μου κι αυ­τό εί­ναι το «εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κόν δι­α­κύ­βευ­μα» για το ο­ποί­ο α­γω­νι­ά;

       Το ε­ρώ­τη­μα, το ο­ποί­ο μας συ­νέ­χει, εί­ναι πραγ­μα­τι­κά α­μεί­λι­κτο. Ό­χι, ό­μως, ό­πως το δι­α­στρέ­φει κα­τα­κλεί­ον­τας την ε­πι­στο­λή του ο Μη­τρο­πο­λί­της Περ­γά­μου, δι­ε­ρω­τώ­με­νος αν «υ­φί­σταν­ται Ορ­θο­δο­ξί­α και δόγ­μα­τα πί­στε­ως ά­νευ συ­νο­δι­κών α­πο­φά­σε­ων», αλ­λά ό­πως ι­σχύ­ει στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα· αν, δη­λα­δή, υ­φί­σταν­ται συ­νο­δι­κές α­πο­φά­σεις ά­νευ της Ορ­θο­δο­ξί­ας και των δογ­μά­των πί­στε­ως.

        Αυ­τό εί­ναι το α­λη­θι­νό δι­α­κύ­βευ­μα· η δι­α­φύ­λα­ξη της α­λη­θεί­ας και της α­κρι­βεί­ας της α­μω­μή­του ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ώς μας, εκ­φρα­ζο­μέ­νης Συ­νο­δι­κώς υ­πό της Α­γι­ω­τά­της Εκ­κλη­σί­ας μας στα πλαί­σι­α της α­πρό­σκο­πτης λει­τουρ­γί­ας Της ως Αυ­το­κε­φά­λου Το­πι­κής Ορ­θο­δό­ξου Εκ­κλη­σί­ας.

        Αυ­τό το δι­α­κύ­βευ­μα δεν θα παύ­σου­με, χά­ρι­τι Θε­ού, να υ­πε­ρα­σπι­ζό­μα­στε και να δι­α­φυ­λάτ­του­με α­νε­πη­ρέ­α­στοι και ά­καμ­πτοι μπρο­στά σε εκ­φο­βι­σμούς, α­πει­λές και εκ­βι­α­σμούς. Ο προ­βλη­μα­τι­σμός των δύ­ο υ­ψη­λών ε­πι­στο­λο­γρά­φων εί­ναι α­θε­με­λί­ω­τος. Η ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σι­ο­λο­γί­α προ­σβάλ­λε­ται α­πό ι­ε­ρο­κρα­τι­κές τά­σεις που α­γνο­ούν το πλή­ρω­μα της Εκ­κλη­σί­ας, α­πό πε­ρι­φρό­νη­ση της ι­ε­ρο­κα­νο­νι­κής και Πα­τε­ρι­κής Πα­ρα­δό­σε­ως, ό­πως αυ­τή ο­ρι­ο­θε­τή­θη­κε στις Οι­κου­με­νι­κές και Το­πι­κές Συ­νό­δους για την στά­ση μας έ­ναν­τι των αι­ρε­τι­κών, αλ­λά και α­πό την ε­σχά­τως ε­νι­σχυ­μέ­νη υ­πε­ρό­ρι­α α­νά­μει­ξη σε θέ­μα­τα της αυ­το­κε­φά­λου Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος.

       Με εμ­πι­στο­σύ­νη στην Σε­πτή Ι­ε­ραρ­χί­α της Εκ­κλη­σί­ας μας πα­ρα­κα­λού­με υι­ι­κώς τον Μα­κα­ρι­ώ­τα­το Αρ­χι­ε­πί­σκο­πο και τους Σε­βα­σμι­ω­τά­τους Ποι­με­νάρ­χες μας να α­πο­φαν­θούν και να το­πο­θε­τη­θούν Συ­νο­δι­κώς, με τον φω­τι­σμό του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, και να α­να­παύ­σουν το εν Χρι­στώ ποί­μνι­ό τους, που α­γω­νι­ά α­πλη­ρο­φό­ρη­το, α­να­μέ­νον­τας την φω­νή της Μη­τέ­ρας Εκ­κλη­σί­ας του.

 

Με­τά βα­θυ­τά­του σε­βα­σμού,

 

Για την Σύ­να­ξη Κλη­ρι­κών και Μο­να­χών

 

Αρ­χιμ. Μάρ­κος Μα­νώ­λης, Πνευ­μα­τι­κός Προ­ϊ­στά­με­νος «Πα­νελ­λη­νί­ου Ορ­θο­δό­ξου Ε­νώ­σε­ως»

Αρ­χιμ. Χρυ­σό­στο­μος Πή­χος, Κα­θη­γού­με­νος Ι. M. Λογ­γο­βάρ­δας

Αρ­χιμ. Α­θα­νά­σι­ος Α­να­στα­σί­ου, Κα­θη­γού­με­νος Ι. M. Μεγ. Με­τε­ώ­ρου

Αρ­χιμ. Μά­ξι­μος Κα­ρα­βάς, Κα­θη­γού­με­νος Ι. M. Αγ. Πα­ρα­σκευ­ής Μη­λο­χω­ρί­ου Πτο­λε­μα­ΐ­δος

Αρ­χιμ. Θε­ό­κλη­τος Μπόλ­κας, Κα­θη­γού­με­νος Ι. Η­συχ. Α­γί­ου Αρ­σε­νί­ου του Καπ­πα­δό­κου, Χαλ­κι­δι­κή

Αρ­χιμ. Γρη­γό­ρι­ος Χατ­ζη­νι­κο­λά­ου, Κα­θη­γού­με­νος Ι. M. Αγ. Τρι­ά­δος Ά­νω Γατ­ζέ­ας Βό­λου

Αρ­χιμ. Σα­ράν­της Σα­ράν­τος, Ε­φη­μέ­ρι­ος Ι. N. Κοι­μή­σε­ως Θε­ο­τό­κου Α­μα­ρου­σί­ου Ατ­τι­κής

Πρω­το­πρ. Γε­ώρ­γι­ος Με­ταλ­λη­νός, Ο­μότ. Κα­θη­γη­τής Θε­ολ. Σχο­λής Πα­νε­πι­στη­μί­ου Α­θη­νών

Πρω­το­πρ. Θε­ό­δω­ρος Ζή­σης, Ο­μότ. Κα­θη­γη­τής Θε­ολ. Σχο­λής Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης

Γέ­ρων Ι­ε­ρο­μό­να­χος Ευ­στρά­τι­ος Λαυ­ρι­ώ­της

Πρε­σβύ­τε­ρος Α­να­στά­σι­ος Γκοτ­σό­που­λος, Ε­φη­μέ­ρι­ος Ι. Ν. Α­γί­ου Νι­κο­λά­ου Πα­τρών

 

ΠΗΓΗ: Ι. Μ. Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου,  8 Ο­κτω­βρί­ου 2009, http://www.impantokratoros.gr/1CBDB870.el.aspx

Οδεύοντες προς την Κύπρον

Οδεύοντες προς την Κύπρον

 

Του παπα Γιώργη Μεταλληνού*

 

1. Θ μο πιτραπ κατάθεση λίγων σκέψεων, καθὼς ὁδεύουμε πρὸς τὴν Συνάντηση τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὴν "Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία" (16-23 Ὀκτωβρίου 2009). Δὲν φιλοδοξοῦμε νὰ προσθέσουμε κάτι τὸ νέο. Ἁπλῶς καταθέτουμε καὶ μεῖς μία ὁμολογία, παράλληλα μὲ ἐκείνη πολλῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, καὶ κυρίως τοῦ σεβαστοῦ μας Καθηγουμένου τῆς Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, π. Γεωργίου Καψάνη καὶ τοῦ ἐκλεκτοῦ συναδέλφου κ. Δημ. Τσελεγγίδη, εἰδικοῦ καθηγητοῦ τῆς Δογματικῆς Θεολογίας στὸ Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης……..

 

Θες νέδειξε στος δυσκόλους καιρούς, ποὺ διερχόμεθα, τὸν κ. Τσελεγγίδη ὡς νέον Ἄτλαντα τῆς Ὀρθοδοξίας νὰ ὁμολογεῖ καὶ στηρίζει τὴν ὀρθόδοξη πίστη τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ Ἁγίων Πατέρων καὶ προσευχόμεθα γιὰ τὴν ἄνωθεν ἐνίσχυση καὶ προστασία του, ἐφόσον διὰ στόματος παπικοῦ Ἀρχιεπισκόπου πρόσφατα ὑπεδείχθη, ὅτι οἱ ἐνοχλητικοὶ πρέπει νὰ φιμώνονται…


προηγούμενη Συνάντηση τς Μικτς πιτροπς (Ραβέννα, 8-14 Ὀκτωβρίου 2007) διετύπωσε καὶ τὸ θέμα τῆς προσεχοῦς Ὁλομελείας: "Ὁ ρόλος τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης στὴν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὴν πρώτη χιλιετία". Ἀπὸ πολλοὺς δὲ καὶ διὰ πολλῶν ἔχει ἀποκαλυφθῆ, ὅτι ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ ἀναγνωρισθῆ στὸν Πάπα ἕνα "πρωτεῖον διακονίας" στὴν Ἐκκλησία. Αὐτό, βέβαια, δὲν εἶναι νέο στὸν οἰκουμενιστικὸ διάλογο. Τὰ ἴδια ἄκουα καὶ κατὰ τὶς σπουδές μου στὴν Γερμανία (1969-1975). Εἶναι μία μόνιμη τακτική, γιὰ νὰ ἑδραιωθῆ καὶ στὴν Ὀρθοδοξία ἡ ἔννοια τοῦ παπικοῦ πρωτείου, καὶ αὐτὸ προωθεῖται μὲ τὴν ἀναγνώριση (πρόταση, ἀκόμη) ἑνὸς εἴδους πρωτείου στὸν ἐπίσκοπο, γιὰ νὰ ἐπεκταθεῖ τὸ πρᾶγμα καὶ στὸν "Ὑπερεπίσκοπο" καὶ "Episcopum Universalem", τὸν αἱρετικὸ Πάπα τῆς Ρώμης. Λησμονεῖται ὅμως, ὅτι ἡ Ἡνωμένη Ἐκκλησία (Ὀρθοδοξία) τῆς πρώτης χιλιετίας δὲν ἔκανε λόγο γιὰ πρωτεῖο στὸν Π. Ρώμης, ἀλλὰ γιὰ "πρεσβεῖα τιμῆς", κάτι ποὺ δεχόμεθα ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι χωρὶς ἀντιλογία, ὅταν ὅμως ὁ Πάπας εἶναι ὀρθόδοξος καὶ ἐντὸς τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Ἀποστόλων καὶ Πατέρων. Δυστυχῶς ὅμως τὰ τεχνάσματα δίνουν καὶ παίρνουν σ᾽ αὐτὸ τὸν Διάλογο.

 

Πάπας κλαμβάνεται ς ρθόδοξος κα μέλος τς κκλησίας, ὅπως οἱ ὀρθόδοξοι Πατριάρχαι τῆς Ἀνατολῆς. Βέβαια, πολλοὶ (ἢ καὶ ὅλοι οἱ) Οἰκουμενισταὶ αὐτὸ δέχονται. Θεωροῦν τὸν Πάπα ὀρθόδοξο, τὸν Παπισμὸ Ἐκκλησία καὶ ὄχι αἵρεση, ἀλλ᾽ εὐκόλως "θεραπεύσιμο σχίσμα". Βέβαια, ὅταν ἐπικρατήσει τὸ ἐκτοξευθὲν στὴν συνάντηση τῆς Θεσσαλονίκης (Ἡμερίδα, 20.5.09) ὅτι εἶναι ἀνάγκη "ὑπερβάσεως τῶν Πατέρων" γιὰ τὴν προώθηση τοῦ Ὀρθοδόξο -Παπικοῦ Διαλόγου, τότε ὅλα εἶναι δυνατά. Χωρὶς Πατέρες ὅλα ἐπιτρέπονται… Αὐτὸ εἶναι τὸ κλίμα, ποὺ θὰ ἰσχύσει στὴν μαρτυρικὴ καὶ ἐκ νέου πνευματικὰ σφαγιαζομένη Ὀρθόδοξη Κύπρο.


2. Πρέπει μως, γι ν κινούμεθα στ ρια το ρεαλισμο, νὰ ἔχουμε σταθερὰ πρὸ ὀφθαλμῶν μία πολὺ ἀρνητικὴ παράμετρο, ποὺ συνοδεύει τοὺς Διαλόγους μας. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἀειμνήστου Πατριάρχου Ἀθηναγόρα ἐγκαινιάσθηκε μία πορεία, ποὺ εἶναι πιὰ πολὺ δύσκολη, ἂν ὄχι ἀδύνατη, ἡ ἀναθεώρηση ἢ ἀναχαίτισή της, χωρὶς τὴν θεία παρέμβαση (θαῦμα) καὶ τὴν δική μας μετάνοια. Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας συνέδραμε χωρὶς ἀναστολὲς τὴν προώθηση τῶν στόχων τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου (1962-1965) στὴν συνάντηση μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ φαινομενικὰ μὲν εἶναι ὁ διάλογος "ἐπὶ ἴσοις ὅροις" καὶ ἡ ἕνωση, στὴν οὐσία ὅμως ἡ ὑποταγὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὸν Παπισμὸ μὲ τὸν ἐξουνιτισμό της. Μόνο ὡς οὐνίτες, ἐκκλησιαστικὰ καὶ πολιτικά, χωρᾶμε στὴν Εὐρώπη καὶ τὴν Νέα Ἐποχή!


Μ τς ποφάσεις τς Ραβέννας (2007) μεταβαίνουμε σὲ μιὰ κρίσιμη φάση, διότι εἰσερχόμεθα στὴ συζήτηση τοῦ θέματος τοῦ πρωτείου, ὑπὸ προϋποθέσεις ὅμως ποὺ ἐξυπηρετοῦν κατάφωρα τὰ παπικὰ σχέδια καὶ τὶς φιλοπαπικὲς προσδοκίες τῶν οὐνιτιζόντων δικῶν μας. Τὸ παπικὸ πρωτεῖο -(ὅπως καὶ νὰ τὸ ὀνομάσεις, πρωτεῖο κοσμικῆς ἐξουσίας εἶναι καὶ οὐδὲν πνευματικὸ ἔρεισμα ἔχει)- εἶναι ἄμεσα συνδεδεμένο μὲ τὸ ἀλάθητο καὶ τὰ λοιπὰ περὶ Πάπα δόγματα: ὁ πάπας ὑπερεπίσκοπος, βικάριος τοῦ Χριστοῦ στὴ γῆ, κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας ὑπὲρ τὰς Οἰκουμενικὰς Συνόδους, μὲ κατάληξη στὴν βασιλικὴ ἰδιότητα τοῦ Πάπα στὸ Κράτος τοῦ Βατικανοῦ (σήμερα καὶ παλαιὰ τῆς Ρώμης). Γι᾽ αὐτὸ ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφεὶμ μᾶς ρωτοῦσε: "Εἶναι τὸ Βατικανὸ Ἐκκλησία;"… Μαζὶ μὲ τὸ "φιλιόκβε", τὴν ἀποδοχὴ "κτιστῆς χάριτος" στὸν Θεό, τὰ περὶ Πάπα δόγματα εἶναι πλήρης ἀνατροπὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ ὄχι ἁπλὴ αἵρεση. Καὶ ὅμως ἡγετικὲς ὀρθόδοξες μορφὲς τοῦ Διαλόγου τολμοῦν νὰ διατείνονται, ὅτι ὁ Παπισμὸς εἶναι Ἐκκλησία (γιὰ κάποιους δὲ Ἡ Ἐκκλησία).


3. Ατ λέγονται χωρς διάθεση πιθέσεως κατ τν γετν τς ρθοδόξου κκλησίας σήμερα. Τὸ γνωρίζουν τὰ Πρόσωπα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ οἱ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Διαλόγου. Θὰ μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι ὑπὲρ τὶς δύο χιλιάδες σελίδες ἔχω δημοσιεύσει σὺν Θεῷ μέχρι σήμερα, γιὰ τὴν στήριξη καὶ προβολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου. Τὸν Ε´ δὲ καὶ τελευταῖο Τόμον τοῦ Ἀρχείου τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης (1844 – 1864, πρώτη εἰκοσαετία καὶ σχολαρχία μητρ. Σταυρουπόλεως Κωνσταντίνου Τυπάλδου – Ἰακωβάτου) ἀφιέρωσα (2009) στὸν Οἰκουμενικό μας Πατριάρχη, ὡς "ἐπιφανῆ ἀπόφοιτον τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης". Πόσο δὲ μεγάλη εἶναι ἡ χαρὰ καὶ ἐμοῦ καὶ τῶν ἄλλων, ποὺ προσυπέγραψαν τὴν "Ὁμολογία Πίστεως Κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ" νὰ βλέπουμε τοὺς Ποιμένας καὶ Ἡγέτας μας "ὀρθοτομοῦντας τὸν λόγον τῆς ἀληθείας". Ἐδαφιαία εἶναι τότε ἡ μετάνοια καὶ προσκύνησή μας καὶ δοξολογοῦμε τὸν Τριαδικὸ Θεό μας, διότι "τοιούτους ἔχομεν Ἀρχιερεῖς" (Ἑβρ. 8,1).

Κα μία κόμη πισήμανση: Μᾶς κατηγοροῦν ὅτι σφετερισθήκαμε ἁρμοδιότητα καὶ ἔργο Οἰκουμενικῆς Συνόδου, συντάσσοντες καὶ ὑπογράφοντες "Ὁμολογίαν Πίστεως" καὶ διὰ αὐτὸ κάποιοι δὲν τὴν ὑπέγραψαν. Αὐτοὶ ὅμως δὲν ἀπορρίπτουν τὸ περιεχόμενο τοῦ κειμένου, ποὺ ὑπογράψαμε καὶ συνεπῶς τὸ δέχονται ὡς Ὀρθόδοξο. Δὲν λαμβάνεται ὅμως ὑπόψει, ὅτι δὲν εἶναι "Ὁμολογία Πίστεως" κατὰ ἀπομίμηση τῶν Συνόδων (ἄπαγε τῆς βλασφημίας!), ἀλλὰ συγκεκριμένα "κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ". Ἡ προχειρότητα τῶν ἐπικριτῶν μας, συνεπῶς, εἶναι ἡ ἐπιβεβαίωση, ὅτι ὑπάρχει ἄλλος στόχος: νὰ φιμωθεῖ κάθε φωνὴ διαμαρτυρίας καὶ ἀντιδράσεως στὸν ἐξουνιτισμό μας.


ναγκαία μως εναι κα δεύτερη πισήμανση. Μᾶς κατηγόρησαν -καὶ μάλιστα σεβαστὸς Συνάδελφος- ὅτι συνεχίσαμε τὴν πολεμικὴ τῶν "φυλλαδίων" καὶ κειμένων, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ προχωρήσουμε στὴν ἀποτείχιση, κατὰ τὸν ΙΕ´ κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας. Κάθε πρᾶγμα ὅμως ἔχει τὴν ὥρα του (Ἐκκλ. 3,1). Ἐξ ἄλλου, γιατὶ νὰ "ἐξωεκκλησιασθοῦμε" μόνοι μας; Ἐμεῖς μένουμε στὴν παράδοση τῶν Πατέρων καὶ Ἁγίων μας, ἀπὸ ποῦ καὶ γιατὶ νὰ φύγουμε; Ἄλλοι, ζηλοῦντες δόξαν Βησσαρίωνος, ὑποτάσσονται στὸν αἱρετικὸ Πάπα καὶ οὐνιτίζουν, ἀναμένοντες ἴσως νὰ γίνουν καὶ αὐτοὶ καρδινάλιοί του. Αὐτοὶ ἐξωεκκλησιάζονται καὶ ὄχι ἐμεῖς! Καὶ νὰ μᾶς "ἐξωεκκλησιάσουν" ὅμως, ἐνεργοῦντες κοσμικὰ καὶ μὲ τὴν "φεουδαλιστικὴ" νοοτροπία τῶν ἰδιοκτητῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι τῶν ταπεινῶν καὶ πάντοτε ἀτελῶν διακόνων της, ἐμεῖς δὲν θὰ παύσουμε μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ μένουμε ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων του.

 

Διερωτμαι: Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁδηγούμεθα σὲ τέτοιους λογισμούς; Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς συγχωρήσει! Πέσαμε πράγματι ΟΛΟΙ πολὺ χαμηλὰ καὶ γίναμε ὁ περίγελος τῶν Ἑτεροδόξων καὶ μάλιστα τοῦ Βατικανοῦ. Διότι δι᾽ αὐτοὺς ἐργάζονται κάποιοι ἀσυστόλως. Τὸ ὅτι, συνεπῶς, ἡ ὀρθόδοξη "Ὁμολογία μας" ἐνόχλησε, καὶ μάλιστα τόσο πολύ, σημαίνει ὅτι ἔθιξε καίρια καὶ ἐνόχλησε τοὺς ἔχοντες τὴν μυῖγα" καὶ δὲν εἶναι ὅπως τὰ προηγούμενα κείμενα, ποὺ καὶ ἐμεῖς ἔχουμε κατὰ καιροὺς συντάξει. Μιὰ αἰφνιδιαστικὴ ἀποτείχιση θὰ διευκόλυνε τοὺς οὐνιτίζοντες. Ἡ Ὁμολογία μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὸν "ἐξωεκκλησιασμό" μας. Μέχρι τότε ὅμως κάποιοι, φωτιζόμενοι ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ νὰ ξαναδιαβάσουν τὴν κατὰ τοὺ Οἰκουμενισμοῦ Ὁμοολογία μας καὶ νὰ ἀνανήψουν.


4. π τν "Διάλογο τς γάπης", ἐφεύρημα παραπλανητικὸ τῆς Β´ Βατικανῆς, ποὺ ἀμέσως δέχθηκε ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, προχωρήσαμε βεβιασμένα στὸν Θεολογικὸ Διάλογο, χωρὶς νὰ ἔχουμε ἐχέγγυα γιὰ τὴν εἰλικρινῆ προαίρεση τῶν συνομιλητῶνμας (π.χ. λύση τοῦ προβλήματος τῆς Οὐνίας). Ἡ Οὐνία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῆ κατὰ τὴν πορεία τοῦ Διαλόγου. Ἁπλῶς θὰ ἐξοικειωθοῦμε μαζί της, ὅπως ἔγινε γιὰ διάφορα πράγματα μέχρι σήμερα καὶ θὰ τὴν ἀναγνωρίσουμε (μετὰ τὸ BALAMAND, μάλιστα, 1993) ὡς νόμιμο καὶ ἰσότιμο συνομιλητή μας. Τέτοιες παγίδες, ὅμως, παγιδεύουν ὅσους εἶναι ἕτοιμοι νὰ παγιδευθοῦν καί, στὸν οἰκουμενιστικό οἶστρο τους, τέτοια θέματα τὰ ἀντιπαρέρχονται ἄνευ ἑτέρου. Κάθε συνάντηση τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ἀπαράκαμπτη συνέχεια τῆς προηγουμένης καὶ ἀμετακίνητη πορεὶα πρὸς τὸν καθορισμένο στόχο, μὲ βάση τὰ "συμφωνηθέντα" καὶ μὲ φανερὴ διάθεση πάντοτε ὑποχωρήσεως τῆς Ὀρθοδόξου πλευρᾶς, ὅταν μάλιστα ὅλα σήμερα γίνονται μὲ βάση τὴν Νέα Ἐποχή, τὶς δυναμικὲς καὶ στοχοθεσίες της… Μὲ δεδομένη λοιπόν, τὴν μεθόδευση τῶν πραγμάτων καὶ τὴν ἐσωτερικὴ συνέχεια τῶν ἀποφάσεων τῶν συνελεύσεων τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ἐρώτημα εἶναι, ἂν εἶναι δυνατὴ κάποια αὐτοσυγκράτηση καὶ ἀνατοποθέτηση κάποιων θέσεων ἢ καὶ ἡ ἀπόρριψή τους καὶ γενικότερα ἡ ἀναστολὴ ἑνὸς τοιούτου Διαλόγου, ποὺ ἐφαρμόζει τὴν ἀρχή τῆς "λήψεως τοῦ αἰτουμένου". Τί θὰ γίνει λοιπόν; Ὑπάρχει ὁ ἀληθινὸς Κύριος καὶ Δεσπότης, ὁ Τριαδικὸς Θεός μας καὶ τὰ θαύματα εἶναι δυνατά, ἂν ὅμως συνεργάζονται ἐν μετανοίᾳ μαζί Του καὶ οἱ καρδιές μας!


Σημείωση: Τὸ ὅτι τίποτε δὲν ἔχει ἀλλάξει στὴν παπικὴ ἐκκλησιολογία καὶ στὴ παπικὴ θεώρηση τοῦ Παπισμοῦ φαίνεται καθαρότατα στὴν ἐπίσημη Κατήχηση τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ συντάχθηκε μὲ τὴν ἐπίβλεψη καὶ εὐθύνη τοῦ νῦν Πάπα, ὡς καρδιναλίου καὶ καθηγητοῦ τότε. Μία ἐργασία τοῦ γράφοντος πάνω σ᾽ αὐτὸ τὸ θέμα ὁλοκληρώνεται σὺν Θεῷ καὶ θὰ δοθεῖ στὸν "Ο.Τ." πρὸς δημοσίευση. Ὅσο γιὰ τὸν ὑπερτονισμὸ τῆς εὐθύνης τῶν Τοπικῶν Συνόδων στὴ λήψη τῶν ἀποφάσεων, δὲν πρέπει νὰ παραθεωρεῖται:

α) ὅτι κάθε μέλος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος στὴν Ὀρθοδοξία ἔχει λόγο νὰ ἐπικρίνη τυχὸν παραλείψεις ἢ ὑπερβάσεις τῶν Ποιμαινόντων καὶ

β) ὅτι εἶναι τόσο πιεστικὲς καὶ ἀδυσώπητες οἱ ἐπιθυμίες τῆς κυρίαρχης νεοεποχίτικης ἡγεσίας, ποὺ καὶ οἱ τοπικὲς Ἐκκλησίες δὲν μποροῦν νὰ μείνουν ἀνεπηρέαστες. Ἂς μὴ κρύβουμε τὴν ἀλήθεια, τοὐλάχιστον.

 

* Ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός είναι Ομότιμος Καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών

 

ΠΗΓΗ: 9/10/2009,  http://thriskeftika.blogspot.com/2009/10/blog-post_517.html

Επάνοδος των Ρωμαιοκαθολικών

Επάνοδος των Ρωμαιοκαθολικών

στην Ορθόδοξο Πίστι και στο συνοδικό πολίτευμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας

 

Άπαντες οι εν τη κοινή Συνάξει  Αντιπρόσωποι και  Προϊστάμενοι των είκοσιν Ιερών Μονών του Αγίου Όρους Άθω

Η Ιερά Κοινότητα αποφάσισε τα κάτωθι:

1. Το Άγιον  Όρος ανά τους αιώνες παραμένει Χάριτι Χριστού πιστός θεματοφύλαξ της αγίας Ορθοδόξου Πίστεως, την οποία οι θεοκήρυκες Απόστολοι παρέδωσαν στην Εκκλησία και οι θεοφόροι Πατέρες μας με άγιες Οικουμενικές Συνόδους διετήρησαν δια των αιώνων απαραχάρακτη. Την παράδοσι αυτή πιστά ετήρησαν και οι προγενέστεροι ημών Αγιορείται πατέρες.

 

 

2. Πληροφορηθέντες ότι στην μέλλουσα να συνέλθη λίαν προσεχώς εις Κύπρον Ολομέλεια της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Ρωμαιοκαθολικών θα συζητηθή το θέμα «του ρόλου του Επισκόπου Ρώμης εν τη κοινωνία των Εκκλησιών κατά την πρώτην χιλιετίαν», η καθ᾽ ημάς Ιερά Κοινότης, μη γνωρίζουσα το ακριβές θεματολό γιο του εν λόγω Διαλόγου, εκφράζει την έντονον ανησυχία και τον προβληματισμόν αυτής, διότι συζητείται το Παπικόν Πρωτείον, πριν ακόμη ο Παπισμός αποβάλη τα αιρετικά του δόγματα και τον κοσμικό του χαρακτήρα (Κράτος του Βατικανού). Η μόνη προϋπόθεσις για να συζητηθή το θέμα του Πρωτείου είναι η επάνοδος των Ρωμαιοκαθολικών στην Ορθόδοξο Πίστι και στο συνοδικό πολίτευμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και όχι η «ενότης εν τη ποικιλία» των δογμάτων.

 

 

3. «Η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι αυτή, μόνη η Μία, Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία» καθώς τούτο εδήλωσε στον πάνσεπτο Ιερό Ναό του Πρωτάτου και η Αυτού Θειοτάτη Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος την 21.8.2008, κατά την επίσκεψί του στο Άγιον Όρος. Τούτο αυτό πιστεύομε και ημείς και θα παραμείνουμε σταθεροί σε όσα οι άγιοι πατέρες μας διεκήρυξαν.

 

 

Άπαντες οι εν τη κοινή Συνάξει  Αντιπρόσωποι και  Προϊστάμενοι των είκοσιν Ιερών Μονών του Αγίου Όρους Άθω.

 

 

ΠΗΓΗ: Romfaia.gr, 05.10.09, Γράφει ο/η Αιμίλιος Πολυγένης / 20:50,

http://www.romfea.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3199&Itemid=1

 

Νέα πολιτική παιδείας; Οι πρώτες ενδείξεις

Νέα πολιτική παιδείας; Οι πρώτες ενδείξεις

 

Του Στέργιου Ζυγούρα*

Ενώ αναμένεται ο καθορισμός αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο Υφυπουργών Παιδείας (κας Ε. Χριστοφιλοπούλου και κ. Γ. Πανάρετου), ας δούμε τα τρία σημεία που έκαναν αίσθηση με το νέο «κυβερνητικό καλημέρα» στον χώρο της παιδείας.

1.  Η μετονομασία του ΥπΕΠΘ σε ΥπΠδΒΜΘ δηλαδή Υπουργείο Παιδείας, δια βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. Η προσθήκη της «δια βίου μάθησης» στον τίτλο, προφανώς σηματοδοτεί την έμφαση που θέλει να δώσει η νέα διακυβέρνηση στις ήδη υπάρχουσες στρατηγικές και δράσεις του Υπουργείου, όπως  τα ΣΔΕ, η λαϊκή επιμόρφωση και το τρέχον επιχειρησιακό κοινοτικό πρόγραμμα «εκπαίδευση και δια βίου μάθηση». Αναμένουμε με ενδιαφέρον τον τρόπο με τον οποίο θα εκφραστεί αυτή η αλλαγή του τίτλου του Υπουργείου, με δεδομένο ότι η προηγούμενη κυβέρνηση προώθησε ιδιαίτερα (τουλάχιστον στα λόγια) την σύνδεση της παιδείας με την αγορά εργασίας, με την κατάρτιση, με την επιχειρηματικότητα, παραμελώντας και υποβαθμίζοντας τον προβλεπόμενο, γενικό, μορφωτικό χαρακτήρα της παιδείας. Αναμένουμε επίσης τις νέες πολιτικές σχετικά με τους ωρομίσθιους και τα προγράμματα «STAGE» που καθοριστικά επιδρούν στον χαρακτήρα αυτόν.

 

 2.  Η έμφαση στη συνέχεια που θα έχει ο «εθνικός διάλογος για την παιδεία». Αναμενόμενη και θετική η δήλωση της κας Διαμαντοπούλου κατά την παραλαβή του Υπουργείου, καθώς το κόμμα της πήρε ενεργό μέρος στο διάλογο, καθώς ζητούμενο στην κοινωνία είναι, όχι μόνο η αποδέσμευση του Λυκείου από τις Πανελλαδικές εξετάσεις προς τα ΑΕΙ-ΑΤΕΙ, αλλά και η αναμόρφωση της πρώτης και δεύτερης βαθμίδας παιδείας στην κατεύθυνση ανάπτυξης του κριτικού πνεύματος, της διαμόρφωσης ελεύθερου και υπεύθυνου πολίτη. Ωστόσο, εδώ εντοπίζεται και μια αντίφαση, ή έστω, ένα ερωτηματικό: Πώς εντάσσεται ένας «εθνικός διάλογος» σε μια παιδεία που δεν προσδιορίζεται πλέον ως «εθνική» στον τίτλο του Υπουργείου;

3.  Η επισήμανση που έκανε η υπουργός, αλλά και οι δύο υφυπουργοί για το πομπώδες ύφος του κτιρίου στο Μαρούσι, για το μεγαλοπρεπές γραφείο του υπουργού. Ίσως, η επισήμανση αυτή δεν χρήζει άλλου σχολιασμού πλην αυτού: στο βαθμό που η «κατάχρηση» χώρων και πολυτέλειας ήταν ενδεικτικό στοιχείο μιας κατάχρησης εξουσίας που χαρακτήρισε την προηγούμενη κυβέρνηση και στον χώρο της παιδείας, η επισήμανση της κας Διαμαντοπούλου, της κας Χριστοφιλοπούλου και του κου Πανάρετου ελπίζουμε να στοχεύει στην υλοποίηση μιας πολιτικής προς την αντίθετη κατεύθυνση.

 

8.10.2009

* Στέργιος Ζυγούρας, Καθηγητής ΠΕ 16

Να αλλάξει σελίδα η Παιδεία

Να αλλάξει σελίδα η Παιδεία

 

Του Χρήστου Κάτσικα

Χαμένες ελπίδες- νεκρά όνειρα! Μέσα σε αυτές τις δύο φράσεις μπορεί να συμπυκνώσει κανείς την κατάσταση στη ρημαγμένη, εδώ και πολλά πολλά χρόνια, εκπαιδευτική γη. Και βέβαια δεν είναι καθόλου τυχαίο που το πλέον «προκεχωρημένο απόσπασμα» της λαϊκής δυσαρέσκειας αποτελούν οι μαθητές μας, αυτοί που αναγκάζονται να ζουν σε μια σχολική εκπαίδευση- πύργο της Βαβέλ, που ξεχειλίζει αμάθεια, ατομικισμό και αφόρητη πλήξη.

Μια κυβερνητική αλλαγή που στοχεύει σε αλλαγή πολιτικής στον χώρο της σχολικής εκπαίδευσης, έτσι ώστε να μη συνεχίσουν να μένουν ανοιχτά στον χρόνο, τις εκπαιδευτικές πολιτικές και τις εξαγγελίες τα «ρήγματα» στο ταλαιπωρημένο σώμα του ελληνικού σχολείου, πρώτον, οφείλει να λειτουργήσει αντίθετα αφενός στην πολιτική μάρκετινγκ για τις σχολικές μονάδες και στις πολιτικές κρυφής και φανερής ιδιωτικοποίησης και αφετέρου στη νεοφιλελεύθερη αντίληψη που χρόνια τώρα «ξύνει» τη γνώση ως συλλογικό εργαλείο ερμηνείας και αλλαγής του κόσμου και τη μεταλλάσσει σε γνώση ως στενή εφαρμογή για την επίτευξη του ατομικού στόχου που στοιχίζεται με τις έννοιες κόστος – κέρδος.

Δεύτερον, οφείλει να απονευρώσει την τεμαχισμένη, αποσπασματική και τυποποιημένη γνώση, που αποτελεί ευθεία βολή κατά της συγκροτημένης σκέψης και δημιουργεί στρατιές ημιαναλφάβητων ή προσοντούχων άσχετων, οι οποίοι μπορούν να «διαβάσουν τη λέξη», αλλά είναι αξιοθρήνητα ανίκανοι να «διαβάσουν τον κόσμο».

Τρίτον, υποχρεούται να βρει τρόπους εκπαιδευτικούς – και όχι μόνο – για να κρατήσει το σχολείο μέχρι τα 18 τις χιλιάδες των μαθητών που δεν ολοκληρώνουν ούτε καν την υποχρεωτική – εδώ και αρκετές δεκαετίες- 9χρονη εκπαίδευση.

Τέταρτον, δεν μπορεί παρά να ανατρέψει το διπλά ανισότιμο, κοινωνικά και εκπαιδευτικά, σχολικό δίκτυο.

Τέλος απαιτείται να ακυρώσει τη στενά ωφελιμιστική (εργαλειακή = εξετάσεις), συνεπώς μονοδιάστατη και θνησιγενή παιδεία (υπερτονισμένη από την πρόωρη πρακτική των λεγόμενων «φροντιστηρίων») των μαθητών του Λυκείου.

Στα πλαίσια αυτά μια εκπαιδευτική πολιτική που δεν έχει πάρει διαζύγιο από τις ανάγκες των εκπαιδευομένων και της κοινωνίας οφείλει να είναι δεμένη άρρηκτα με την αλλαγή του περιεχομένου της εκπαίδευσης, την εξάλειψη της σχολικής διαρροής, την κατάργηση του διπλού δικτύου, της βάσης του 10 και του κλειστού αριθμού εισακτέων, μαζί με την κατοχύρωση επαγγελματικής διεξόδου. Οφείλει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη γενναία χρηματοδότηση της εκπαίδευσης, την ελαχιστοποίηση των σκληρών ταξικών φραγμών, την αντισταθμιστική αγωγή, την ένταξη στα σχολικά δίκτυα των χιλιάδων παιδιών που βρίσκονται «εκτός των τειχών», την αναπροσαρμογή των αναλυτικών προγραμμάτων. Οφείλει να μιλάει και να πράττει για όλες τις παραμέτρους της εκπαίδευσης (χρηματοδότηση, αναλυτικά προγράμματα, αντισταθμιστική διδασκαλία), να συνδέει την εκπαίδευση με την εργασία και τα πτυχία με το επάγγελμα, απαιτώντας το δικαίωμα για σταθερή και μόνιμη εργασία με αξιοπρεπή μισθό και αρνούμενη τις νεοφιλελεύθερες ιδεολογικές εμμονές, όπου η αγορά κανοναρχεί και η εκπαίδευση υποτάσσεται.
Οφείλει να μιλάει για το ενιαίο 12χρονο δωρεάν δημόσιο σχολείο για όλα τα παιδιά (έπειτα από δίχρονη υποχρεωτική Προσχολική Αγωγή με ενιαίο διαπαιδαγωγητικό πρόγραμμα), μέχρι τα 18 τους χρόνια.

Ένα τέτοιο σχολείο, με μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό με ενιαία εργασιακά δικαιώματα, απαλλαγμένο από επικαλύψεις και ανακύκλωση της ύλης σε κάθε βαθμίδα, θα έχει βελτιωμένο επίπεδο γενικών γνώσεων, θα συνδέει τη θεωρία με την πράξη, θα αναπτύσσει την κριτική σκέψη, ώστε τα παιδιά να κατανοούν τους νόμους κίνησης της φύσης και της κοινωνίας. Στο σχολείο αυτό θα παρέχονται και εισαγωγικές επαγγελματικές γνώσεις, χωρίς κατευθύνσεις και ειδικότητες.

Oφείλει να μιλάει για τη λήψη αντισταθμιστικών εκπαιδευτικών μέτρων, όπως ειδική οικονομική υποστήριξη και επιδόματα στη φτωχή οικογένεια, στους ανέργους και τους μετανάστες, ώστε τα παιδιά τους να τελειώνουν το ενιαίο 12χρονο σχολείο, καθώς και για πρόσθετη εκπαιδευτική υποστήριξη στους μαθητές που το έχουν ανάγκη.

Οφείλει να μιλάει για έναν δεύτερο, προαιρετικό (για τους μαθητές) κύκλο σε όλη τη διάρκεια του Ενιαίου Δημόσιου Σχολείου (μεσημεριανό ή απογευματινό), με μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό, στον οποίο, σε αντίθεση με το ασυνάρτητο και εξουθενωτικό πρόγραμμα του ολοήμερου, ο μαθητής θα έχει τη δυνατότητα, δωρεάν και συγκροτημένα, να καλύψει διάφορες ανάγκες του για τις οποίες τα νοικοκυριά έχουν σήμερα αυξημένες και ανελαστικές ιδιωτικές δαπάνες (ολοκλήρωση του διαβάσματος για την επόμενη μέρα, ξένη γλώσσα, υπολογιστές, μουσική, χορός, αθλητικές δραστηριότητες κ.λπ.) και να πιστοποιεί τις γνώσεις του (πτυχίο ξένης γλώσσας και πληροφορικής).

Οφείλει να μιλάει παράλληλα για ένα δημόσιο δωρεάν και ανοιχτό σύστημα επαγγελματικής εκπαίδευσης μετά το 12χρονο σχολείο για όσα επαγγέλματα δεν απαιτούν πανεπιστημιακή μόρφωση.

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΠΡΕΠΕΙ

να βρει τρόπους εκπαιδευτικούς για να κρατήσει το σχολείο μέχρι τα 18 τις χιλιάδες των μαθητών που δεν ολοκληρώνουν ούτε καν την υποχρεωτική 9χρονη εκπαίδευση

 

ΠΗΓΗ: ΤΑ ΝΕΑ, 8 Οκτωβρίου 2009, http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artID=4540122

 

Ζητά συνοδική απόφαση για παπικούς

Ζητά συνοδική απόφαση για παπικούς

 

Η επιστολή του καθ. Δημ. Τσελεγγίδη  στην ελλαδική ορθόδοξη Ιεραρχία

 

Μακαριώτατε Άγιε Πρόεδρε,

Σεβασμιώτατοι Αρχιερείς,

 

Με την από 10-9-2009 επιστολή μου αναφέρθηκα σε Σας, σύμφωνα με την Κανονική Τάξη της Εκκλησίας μας, για να εκθέσω ως έσχατο μέλος της την άποψή μου για τον επικείμενο Διμερή Θεολογικό Διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών στην Κύπρο, τον Οκτώβριο του τρέχοντος έτους.

Με έκπληξη όμως διαπίστωσα ότι ορισμένα εκκλησιαστικά πρόσωπα, που δεν ανήκουν στην Εκκλησία της Ελλάδος και ηγούνται της Επιτροπής του παραπάνω Θεολογικού Διαλόγου, δυσανασχέτησαν ιδιαίτερα και ένα από αυτά προχώρησε αναιτίως σε διαστροφή της αλήθειας που εξέφρασα.

 Συγκεκριμένα, το εύλογο και αυτονόητο αίτημά μου, να αποφανθεί Συνοδικώς η Ελλαδική Εκκλησία για το θέμα που θα συζητηθεί στην Κύπρο, παρουσιάστηκε διεστραμμένα.

Ισχυρίστηκε πως δήθεν «κραυγάζω ότι η Ορθοδοξία κινδυνεύει, διότι οι διαποιμαίνοντες αυτήν Προκαθήμενοι δεν συμμερίζονται την γνώμη μου». Είναι ασφαλώς κατατεθειμένα γραπτώς ενώπιόν Σας όσα υπεστήριξα τότε, καθώς και όσα υποστηρίζει ο δυσφορών.

Θα μπορούσα βεβαίως να εκθέσω τις απόψεις μου σε εφημερίδες, σε περιοδικά και στα Μ.Μ.Ε. Αλλά για καθαρά εκκλησιολογικούς λόγους θέλησα να απευθυνθώ προς Σας, όπως ορίζει η εκκλησιαστική τάξη.

Έχοντας απόλυτη υιική εμπιστοσύνη στο Πνεύμα διακρίσεως από το οποίο εμφορείστε, αφήνω στην αγάπη Σας να διακρίνετε ποιά είναι τελικά η Αλήθεια. Για να αποφευχθούν όμως ενδεχόμενες παρερμηνείες, οφείλω για μια ακόμη φορά να δώσω ταπεινά τις παρακάτω εύλογες διευκρινίσεις, εστιάζοντας στην ουσία του θέματος:

 

1ον. Αιτία της αποστολής της επιστολής μου με ημερομηνία 10-9-2009.

Στην παραπάνω επιστολή μου εξηγούσα γιατί Σας την έστειλα. Επικοινωνώντας δηλαδή με κάποιους Αρχιερείς προκειμένου να ενημερωθώ «αν η Εκκλησία της Ελλάδος συζήτησε εν Συνόδω και έλαβε θέση έναντι του επικειμένου Διμερούς Θεολογικού Διαλόγου για το παπικό πρωτείο, μου απάντησαν ότι αγνοούσαν το όλο ζήτημα. Έτσι, έκρινα σκόπιμο να Σας γράψω», μια και οι ίδιοι με προέτρεψαν να απευθυνθώ προς Σας, αλλά και εγώ προσωπικά το αισθάνθηκα ως χρέος μου.

Είναι αλήθεια ότι μου προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια το γεγονός, ότι οι Ιεράρχες μας δεν γνώριζαν τα τεκταινόμενα. Διερωτ ήθηκα, λοιπόν, γιατί κρατούν τους Αρχιερείς κάποιοι σε άγνοια και γιατί δεν ζητούν την Συνοδική ενημέρωση και απόφανσή τους για τόσο σοβαρά θέματα της σύνολης Εκκλησίας.

2ον. Το αίτημά μου.

Όπως διαπιστώσατε, το αίτημά μου, που κατατέθηκε σε Σας, ήταν πολύ συγκεκριμένο. Με άλλα λόγια, εν όψει της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών στην Κύπρο, ουσιαστικά, υπενθύμισα ότι η Κανονική τάξη της Εκκλησίας επιβάλλει: α) Να γνωστοποιηθεί το θέμα στους σεπτούς Ιεράρχες μας. β) Να τεθεί το θέμα στην Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, προκειμένου να συζητηθεί με βάση τον υπάρχοντα σχεδιασμό (προσχέδιο) της Επιτροπής, να τοποθετηθεί η Ιεραρχία και να εκδώσει τη Συνοδική της πρόταση. Και τέλος γ) ο εκπρόσωπος της Ελλαδικής Εκκλησίας να μεταφέρει στην Κύπρο τη Συνοδική της τοποθέτηση, και εντός των ορίων της να κινηθεί και ο ίδιος.

Αυτό ήταν το μοναδικό αίτημά μου αναλυτικότερα, σύμφωνα με την Εκκλησιολογία και την Κανονική Τάξη της Εκκλησίας μας. Διαπίστωσα όμως με έκπληξη ότι οι γνωστοί «κύκλοι», που ηγούνται του Θεολογικού Διαλόγου και δεν ανήκουν στην Ελλαδική Εκκλησία, αντί να χαρούν και να επαινέσουν έναν απλό πιστό που σέβεται την Κανονική Τάξη της Εκκλησίας και ζητά να εφαρμοστεί αυτή με την Συνοδική τοποθέτηση της Ελλαδικής Εκκλησίας, αναλώθηκαν σε έναν αγώνα αποτροπής της πραγματοποιήσεως αυτού του αιτήματος.

Παρενέβησαν στα εσωτερικά της Ελλαδικής Εκ­κλησίας χρησιμοποιώντας ψευδείς ισχυρισμούς με συκοφαντική διάθεση εναντίον μου, υποστηρίζοντας ότι δήθεν αδιαφορώ και -κατά συνέπεια- δεν εμπιστεύομαι τις συνοδικές ενέργειες (υπογραφές) των Προκαθημένων των Εκκλησιών, η πως δήθεν κραυγάζω ότι κινδυνεύει η Ορθοδοξία, διότι οι διαποιμαίνοντες αυτήν Προκαθήμενοι δεν συμμερίζονται την γνώμη μου. Και όλα αυτά τα λέγουν, ατυχώς, τη στιγμή που ζητώ να αποφανθούν Συνοδικώς οι Ιεράρχες της Εκκλησίας μας.

Εύλογα λοιπόν διερωτώμαι για τη στάση τους: Όσοι με κατηγορούν έχουν στηρίξει τη μεθόδευση του Θεολογικού Διαλόγου μόνο σε επίπεδο Προκαθημένων; Γι' αυτό δείχνουν τέτοια αντίδραση στο αίτημα και μόνον ενός απλού πιστού, που ζητά να εκφραστεί η Εκκλησία συνοδικώς;

Αυτοί που μιλούν περί Εκκλησιολογίας και θέτουν ως θέμα του Θεολογικού Διαλόγου την Εκκλησιολογία, μέμφονται τον πιστό που ενεργεί εκκλησιολογικώς και που ζητά την εφαρμογή στην πράξη αυτής της Εκκλησιολογίας από την Εκκλησία του, επειδή θέλει να λάβουν γνώση οι Αρχιερείς και να αποφαν­θούν στη συνέχεια Συνοδικώς; Πως εξηγείται ο τόσος φόβος για την πλήρη εφαρμογή και λειτουργία του Συνοδικού Θεσμού της Εκκλησίας; Μήπως επιθυμούν αντ' αυτού κάποιο σύστημα «Προκαθημένων»;

Μέχρι σήμερα έγιναν δέκα Συνελεύσεις της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής (Μ.Δ.Ε.) για το Θεολογικό Διάλογο (στην Πάτμο-Ρόδο, στο Μόναχο, στα Χανιά, στο Βαri, στο Νέο Βάλαμο, στο Freissing, στο Balamand, στη Βαλτιμόρη, στο Βελιγράδι και στη Ραβέννα).

Πότε τα θέματα αυτών των Συνελεύσεων της Μ.Δ.Ε. τέθηκαν υπόψη του σώματος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, προκειμένου να πάρουν θέση σ' αυτά Συνοδικώς;

 Πότε ο εκπρόσωπος της Ελλαδικής Εκκλησίας συμμετείχε στις Συνελεύσεις της Μ.Δ.Ε. έχοντας στο νου και στα χέρια του την Συνοδική απόφαση της Εκκλησίας του, την οποία υποστήριζε και κατέθετε; Αλλά, αν για καμιά από τις Συνελεύσεις αυτές δεν υπήρχε Συνοδική απόφαση, ποιά απόφαση εκπροσώπησε και κατέθεσε ο εκπρόσωπος της Ελλαδικής Εκκλησίας;

Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα και οι Αρχιερείς μας βρίσκονται σε άγνοια για όσα έγιναν, πως διακηρύσσεται ότι ο Διάλογος διενεργείται όχι με τις ενέργειες ορισμένων προσώπων η Εκκλησιών, αλλά με αποφάσεις όλων ανεξαιρέτως των αυτοκεφάλων και αυτονόμων Εκκλησιών;

Μακαριώτατε Άγιε Προκαθήμενε της Εκκλησίας μας,

Σεβασμιώτατοι Άγιοι Αρχιερείς,

Ως ταπεινό μέλος της Εκκλησίας της Ελλάδος, ούτε μέμφομαι κανένα, ούτε πολύ περισσότερο θέλω να επιβάλω την όποια προσωπική μου γνώμη. Το μόνο, για το οποίο ενδιαφέρομαι, είναι η Συνοδική απόφαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας μας για τη Συνέλευση της Μ.Δ.Ε. στην Κύπρο. Για μένα αυτό είναι το ουσιαστικά ζητούμενο.

Οι γνώμες των προσώπων που ηγούνται του Διαλόγου, αλλά και Προκαθημένων Εκκλησιών, μου είναι σεβαστές ως προσωπικές μόνον απόψεις τους και όχι ως γνώμες που εκφράζουν οπωσδήποτε το σύνολο της Εκκλησίας.

Γι' αυτό και θα περιμένω τα πεινά να εκφραστεί η Εκκλησίας μας εν Πνεύματι Αγίω Συνοδικά και ελεύθερα, σχετικώς με τη Συνέλευση της Κύπρου, και όχι κάτω από εκβιαστικές καταστάσεις που δημιουργούν ορισμένοι παράγοντες, οι οποίοι δεν ανήκουν στην τοπική Εκκλησία μας.

Οι παράγοντες αυτοί, ενώ δείχνουν από τη μια ότι ενοχλούνται, όταν επικαλούμαστε την λήψη Συνοδικής αποφάσεως, από την άλλη, έμμεσα πλην σαφώς, μας δίνουν την εντύπωση ότι θέλουν να επιβάλουν την κατευθυντήρια γραμμή τους.

Επιτρέψτε μου να κλείσω την επιστολή μου με την αυτονόητη εκκλησιολογική αλήθεια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι αυτή που ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, ως η «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία». Η Ελλαδική Εκκλησία είναι αυτοκέφαλη και θα πρέπει ελεύθερα και ανεπηρέαστα να εκφραστεί Συνοδικώς.

 

Με βαθύτατο σεβασμό ασπάζομαι την δεξιά Σας

Δημήτριος Τσελεγγίδης, Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου

 

Υ.Γ. Είμαι στη διάθεση της σεπτής Ιεραρχίας για κάθε διευκρίνιση. 

 

ΠΗΓΗ: Romfaia.gr, 15:03, 08.10.09,  http://www.romfea.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3223&Itemid=1

Κυβερνήσεις πέφτουν – τζάκια μένουν

Κυβερνήσεις πέφτουν, τα τζάκια μένουν

 

Η νέα Βουλή περιλαμβάνει στους κόλπους της τουλάχιστον 37 γόνους πολιτικών οικογενειών

 

Του Φωτη Kαλλιαγκοπουλου

 

O τρίτης γενιάς πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου επιβεβαιώνει το ρηθέν διά των προφητών: οι κυβερνήσεις πέφτουνε, αλλά τα τζάκια μένουν! Με τον εκλεγέντα πρωθυπουργό, το όνομα Παπανδρέου παίζει στην πολιτική ιστορία των διατελεσάντων πρωθυπουργών από τα τέλη του πολέμου και δώθε, με παππού και πατέρα στο τιμόνι της χώρας. Μαζί με αυτόν, η νέα Βουλή που ανανεώνεται κατά το ένα τρίτο της – συγκεκριμένα κατά 98 βουλευτές – περιλαμβάνει στους κόλπους της τουλάχιστον 37 γόνους πολιτικών οικογενειών, από τους 70 περίπου υποψηφίους όλων των κομμάτων.

Γιώργος Παπανδρέου, Κώστας Καραμανλής, Ντόρα Μπακογιάννη, Κυριάκος Μητσοτάκης, ονόματα με διαχρονική σημασία στο χρηματιστήριο πολιτικών αξιών. Από εκεί και πέρα κατάφεραν να επανεκ λεγούν οι Νάσος Αλευράς, ανιψιός του αείμνηστου Γιάννη Αλευρά, Βαγγέλης Μεϊμαράκης, γιος βουλευτή της ΕΡΕ στο Ηράκλειο, Μιλτ. Βαρβιτσιώτης (τζάκι από το 1850), Πάνος Παναγιωτόπουλος, γαμπρός του Αθανάσιου Τσαλδάρη, ο νεοεισερχόμενος γιος του παλαιού βουλευτή και υπουργού του Κέντρου και του ΠΑΣΟΚ Γιάννη Χαραλαμπόπουλου, Γιώργος, η Λούκα Κατσέλη, σύζυγος του Γεράσιμου, αλλά και η Αννα Νταλάρα, εξαδέλφη του Γιάννη Ραγκούση.

 

Ακόμη ο γιος του πρώην υπουργού Αιτωλοακαρνανίας Γ. Σταμάτη, πρώην νομάρχης Δημήτριος, αλλά και ο νεοεκλεγείς επιχειρηματίας Κώστας Καραγκούνης, γιος του μέχρι πριν λίγα χρόνια βουλευτού της Ν. Δ. και γιατρού Ανδρέα. Σταθερή αξία η Ελσα Παπαδημητρίου, κόρη βουλευτή της Ε. Κ. στην Αργολίδα, όπως και ο εγγονός του παλαιού πρωθυπουργού, Θεόδωρος Πάγκαλος στην Αττική. Στην Αχαΐα γόνοι πολιτικών οικογενειών οι Μιχάλης Μπεκίρης και Απ. Κατσιφάρας θυμίζουν με τα ονόματά τους γεννήτορες. Στη Δράμα εξελέγη η Χαρά Κεφαλίδου, κόρη του Δημήτρη Κεφαλίδη, παλαιού βουλευτή του ΠΑΣΟΚ.

Συνέβη και αυτό στην Εύβοια. Δύο ξαδέλφια με το ίδιο όνομα και επώνυμο αλλά σε άλλα κόμματα. Στη Ν. Δ. ο Σίμος Κεδίκογλου, γιος του παλαιού βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Βασίλη Κεδίκογλου, και στο ΠΑΣΟΚ ο επίσης Σίμος Κεδίκογλου, ανιψιός. Κατά το παρελθόν είχαμε επίσης Κέλλυ Μπουρδάρα στη Ν. Δ., αλλά και Καλλιόπη Μπουρδάρα στο ΠΑΣΟΚ. Ομως αυτή τη φορά δεν κατάφεραν να εκλεγούν η κόρη και η ανιψιά του πρώην υπουργού της Ν. Δ. Νίκου Γκελεστάθη, στη Φωκίδα και στη Β΄ Αθηνών, με Ν. Δ. και ΛΑΟΣ αντιστοίχως.

Αλλοι γόνοι: Κατερίνα Περλεπέ-Σηφουνάκη στην Εύβοια, Ουρανία Παπανδρέου σύζυγος πρώην νομάρχη και βουλευτή με τον ΛΑΟΣ, Μανώλης Κεφαλογιάννης, ο γιος του Μόσχου Γικόνογλου Αθανάσιος στην Ημαθία, ο Απ. Τζιτζικώστας στη Θεσσαλονίκη, αν ο Κώστας Καραμανλής επιλέξει την έδρα της Λάρισας, Χ. Καστανίδης (με ρίζες από τον πατέρα του στην Ε. Κ.), Σταύρος Καλογιάννης γιος του θρυλικού Ελευθερίου Καλογιάννη, Νίκος Παναγιωτόπουλος στην Καβάλα, Σπύρος Ταλιαδούρος στην Καρδίτσα, Αθανάσιος Δαβάκης στη Λακωνία.

Γιος βουλευτή της ΕΠΕΚ ο Αντώνης Σκυλλάκος στη Λάρισα, ενώ στη Μεσσηνία μετά την αποτυχία της Σοφίας Καλλαντζάκου, μένουν πλέον δύο γόνοι: ο Αντώνης Σαμαράς και η πρωτοεκλεγόμενη κόρη του μέχρι πρόσφατα βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Γιάννη Γιαννακόπουλου, Ντίνα. Γιος του παλαιού βουλευτή του Κέντρου ο Γιάννης Διαμαντίδης στη Β΄ Πειραιά, ενώ επανεξελέγη στο Ρέθυμνο η Ολγα Κεφαλογιάννη. Καταβολές στο Κέντρο έχει ο επανεκλεγείς έπειτα από χρόνια Σήφης Βαλυράκης, ενώ ο Σωτήρης Χατζηγάκης ήταν ανιψιός του Ευάγγελου Αβέρωφ και ο Ευ. Παπαχρήστος γιος παλαιού κεντρώου στελέχους.

 

ΠΗΓΗ: Η Καθημερινή, Hμερομηνία δημοσίευσης: 06-10-09,

 

Περιβάλλον-σύγχρονοι-πρωτόγονοι

Κριτική ανάλυση της περιβαλλοντικής συμπεριφοράς του σύγχρονου ανθρώπου και φυλών που ζουν στα όρια του πρωτόγονου

 

Του Αντώνη Π.  Μπούρδαλα *

              

Περιεχόμενα

 

Εισαγωγή

Αρχαία ελληνική φιλοσοφία – Φύση και Άνθρωπος 

Μια μικρή ανάλυση για τα ιστορικά δρώμενα των σύγχρονων κοινωνιών

Επιγραμματικά της ιστορικής ανάλυσης 

Τα Περιβαλλοντικά προβλήματα που εμφανίστηκαν από τις σύγχρονες κοινωνίες

Λύσεις που δίνονται εντός των τειχών του καπιταλισμού / Συστημικές Λύσεις

Συσχέτιση αντί-εξουσίας – αρμονίας με την φύση

Το παράδειγμα της φυλής Tetetes της Αμαζονίας του Εκουαδόρ

Αποσπάσματα από το λόγο του φύλαρχου Τουιβάι από το νησί Τιαβέα του Νότιου Ειρηνικού

Συμπεράσματα

Βιβλιογραφία

Εισαγωγή

Για να κατανοήσουμε από πού πηγάζουν τα αποτελέσματα της συμπεριφοράς είτε του σύγχρονου ανθρώπου, είτε των ανθρώπων στα όρια του πρωτόγονου πρέπει να κατανοήσουμε ποιες είναι οι αξίες αυτών των 2 κοινωνικών ομάδων. Οι αξίες προκύπτουν και δημιουργούνται μέσα από τον τρόπο ζωής, την ιστορία, τον πολιτισμό, την διαχρονικότητα της παράδοσης.

Ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος θα συμπεριφερθεί στο περιβάλλον έχει να κάνει και κατ’ αντιστοιχία με τον τρόπο που συμπεριφέρεται ο άνθρωπος αναμεταξύ του. Για παράδειγμα μια κοινωνία αποδεσμευμένη από εξουσιαστικές τάσεις σε κάποιο βαθμό θεωρώ πως θα είναι και πιο αειφορική. Έτσι τεράστιο ρόλο παίζει το οικονομικό-πολιτικό σύστημα ανά εποχή και περιοχή. Πέρα από αυτό, ρόλο στο τρόπο που θα μεταχειριστεί μια κοινωνία το περιβάλλον, παίζει και ο πολιτισμός. Μέσα απ’ όλα αυτά προκύπτουν αξίες και πρότυπα είτε πλαστά είτε αυθεντικά τα οποία αναμιγνύονται με όλα τ’ άλλα και συνδιαμορφώνουν τη συμπεριφορά των ανθρώπινων κοινωνιών στο περιβάλλον.

Η σύγχρονη περιβαλλοντική κρίση μπορεί να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα των κοινωνικών και οικονομικών εξελίξεων στον ευρωπαϊκό χώρο με σημεία αιχμής την αγροτική επανάσταση, την αστικοποίηση και την βιομηχανική επανάσταση. Έτσι παρά τις κάποιες τοπικές και περιφερειακές ιδιομορφίες που μπορεί να παρουσιάζει η περιβαλλοντική κρίση, αποτελεί σήμερα ένα παγκόσμιο πρόβλημα, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα της στρατιωτικής, οικονομικής, τεχνολογικής και πολιτικής εξάπλωσης και επιρροής της ευρωπαϊκής ηπείρου στον πλανήτη.

Προσπαθώντας, λοιπόν, να σκιαγραφήσουμε την πορεία των κοινωνικό-οικονομικών εξελίξεων που οδήγησαν σε νέα προβλήματα, «περιβαλλοντικά» ή «οικολογικά», διακρίνουμε ιστορικά τρεις μεγάλες περιόδους που στάθηκαν καθοριστικές για τη διαμόρφωση του παγκόσμιου περιβαλλοντικού προβλήματος:

α) Την περίοδο της προ-Βιομηχανικής Επανάστασης

β) Την περίοδο της Βιομηχανικής Επανάστασης

γ) Την Μεταπολεμική περίοδο

Έτσι θεωρώ πως είναι αναγκαίο να κάνουμε μια ιστορική ανασκόπηση για να δούμε πως ο σύγχρονος άνθρωπος κατέληξε προς το παρόν στη σημερινού τύπου κοινωνία. Ας δούμε όμως πρώτα τις απόψεις διαμορφώνονται από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία για το περιβάλλον και τον άνθρωπο.

Αρχαία ελληνική φιλοσοφία – Φύση και Άνθρωπος [1]

Ολόκληρη  η  περίοδος  της  λεγόμενης  προσωκρατικής  φιλοσοφίας  χαρακτηρίζεται  από  την θεώρηση της φύσης στην ολότητά της ως µιας αδιάσπαστης ενότητας,  χαρακτηρίζεται δηλαδή από την ενότητα φύσης και ανθρώπου,  φύσης και κοινωνίας.  Η έννοια της φύσης περικλείει τόσο τον εξωτερικό κόσμο γενικά, όσο και κάθε συγκεκριμένο ατομικό «ον», ως υποκείμενο  του  «Είναι»  και  του  «Γίγνεσθαι»1.  Οι  προσωκρατικοί  διερεύνησαν  τα  βασικά κοσμολογικά   ερωτήματα,   τα   οποία   ακόμη   και   σήμερα   απαιτούν   νέες   απαντήσεις: (Παλαµιώτου, Παπαδηµητρίου 1999)

    Ποιας υφής είναι η οργάνωση του σύµπαντος;

    Πώς προέκυψε το σύµπαν;

    Από τι αποτελείται το σύµπαν;

    Γιατί και πώς λειτουργούν οι φυσικοί νόμοι;

Όπως κατέγραψε και ο Αριστοτέλης στα «ΜεταΦυσικά», «οι πρώτοι φιλόσοφοι θεωρούσαν ότι οι αρχές των όντων είναι µόνο υλικές. Τα στοιχεία, εκ των οποίων συντίθενται τα όντα και στα οποία τελικώς αποσυντίθενται, είναι τα µμόνα δομικά στοιχεία και οι µμόνες αρχές των πραγμάτων, η δε ουσία τους παραμένει αιώνια παρόλο που αδιάκοπα αλλάζει ιδιότητες. Τίποτε δε  δημιουργείται  και  τίποτε  δεν  χάνεται,  έλεγαν,  και  η  αρχική  αυτή  οντότητα  διατηρείται απεριόριστα». (∆αµασκός)

O Πλάτωνας (427 – 348 π.Χ.), χώρισε τον κόσμο στον πραγματικό και στον φαινόμενο. Ο ∆ηµιουργός-Θεός, έχοντας «προ οφθαλμών» το άριστο πρότυπο, τον ιδεατό κόσμο ή Ιδέες6, δημιούργησε  τον  αισθητό  κόσμο,  ο  οποίος  είναι  «εικόνα  των  Ιδεών,  αντίγραφο,  ψυχρή αντανάκλαση  του  πραγματικού  κόσμου,  επί  της  ουσίας  φαινόμενο,  σφαίρα  σε  κυκλική κίνηση,  δηµιούργηµα και είδωλο  του νου,  ο οποίος,  όμως,  αναδεικνύεται σε ένα  ζωντανό οργανισμό τάξεως, αρμονίας και ωραιότητος». Επομένως η φύση δεν θεωρείται δημιουργική δύναμη,  αλλά  πρότυπο  σύμφωνα  µε  το  οποίο  ο  ∆ηµιουργός  έφτιαξε  τον  κόσμο  των πραγμάτων,  αποκτά  δηλαδή  κανονιστικό  χαρακτήρα  για  τον  κόσμο  των  φαινόμενων,  τα οποία τη µιµούνται απλώς. (∆αµασκός, Παπαδηµητρίου 1999) Με τον Πλάτωνα η έννοια της φύσης χάνει την παλιά σημασία της,  της αύξησης και του γίγνεσθαι, και µμετατίθεται σε ένα υπερβατικό πεδίο. Η ουσία των πραγμάτων δεν βρίσκεται πια µμέσα τους αλλά έξω και πάνω από αυτά. Η πλατωνική θεωρία για την ύλη αποτελεί κατά κάποιο τρόπο σύνθεση των ιδεών που είχαν διατυπώσει ο Εµπεδοκλής, ο Πυθαγόρας και οι ατομικοί φιλόσοφοι. (Παπαδηµητρίου 1999)

Η έννοια της φύσης του Πλάτωνα έχει στατικό χαρακτήρα, τόσο στο οντολογικό όσο και στο κοινωνικοφιλοσοφικό επίπεδο. Η κοινωνική πρόοδος κατά τον Πλάτωνα δεν υφίσταται αφού  προσδίδει  στην  κοινωνική  κατάσταση  φυσική  υπόσταση.  Η  Πολιτεία  θεωρείται  µία

«κατά  φύσιν  οικισθείσα  πόλις»  και  ο  νόµος  εμφανίζεται  ως  κάτι  το  αναλλοίωτο,  αιώνιο, δηλαδή «κατά φύσιν».  Έτσι ξεπερνιέται η αντίθεση Νόμος –  Φύση.  Στόχος του Πλάτωνα, άλλωστε,  ήταν η επαναφορά των παλαιών χρηστών ηθών,  που πίστευε ότι είχαν κλονιστεί από τη διαφωτιστική δραστηριότητα των Σοφιστών.

Αντίθετα µε τον δάσκαλό του τον Πλάτωνα, όπου φύση και ιδέα ταυτίζονται µε τρόπο ώστε η φύση όπως και η ιδέα να αποτελούν τη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων, ο Αριστοτέλης (384 –  322  π.Χ.)  µμπορεί  να  ταυτίζει  τη  φύση  µε  την  ουσία  ενός  πράγματος,  αλλά  η  φύση παραμένει εγκόσμια. Αποτελεί την εσωτερική αρχή που διέπει την ύλη και της προκαλεί την τάση για πραγματοποίηση της µμορφής.

«Η έννοια της φύσης του Αριστοτέλη αποδίδει όλα τα περιεχόμενα που είχαν διατυπωθεί μέχρι την εποχή του στην ελληνική φυσική φιλοσοφία». Η φύση είναι η αρχή που κυριαρχεί πάνω στην ύλη και της επιτρέπει να ολοκληρώσει τον προορισμό της. Αποτελεί το τέλος, το «ου ένεκα», την τελική αιτία που βρίσκεται κρυµµένη µμέσα στα πράγματα. Η έννοια της φύσης έχει και µια αιτιακή σημασία και δηλώνει την ποιητική αιτία, ως «αρχή κινήσεως». Μια άλλη χρήση της έννοιας της φύσης  είναι η αντιπαράθεσή της προς την έννοια της τέχνης. Η τέχνη καλείται να τελειοποιήσει αυτά που δεν µμπορεί να κάνει η φύση, ή να τα µιµηθεί. Τα έργα της τέχνης εξυπηρετούν ένα σκοπό, όπως και τα έργα της φύσης. Η φύση θεωρείται µια σκόπιμα δρώσα δύναμη. (Παπαδηµητρίου 1999)

Η  σκέψη  του  Αριστοτέλη  ήταν  τελεολογική.  Όλα  τα  πράγματα  έχουν  ένα  σκοπό  ή  ένα τέλος για  το οποίο  έχουν διαμορφωθεί.  Όταν  ένα πράγμα εκπληρώνει το σκοπό  του είναι χρήσιμο και όμορφο. Για το λόγο αυτό, κανένα ζώο δε στερείται ομορφιάς, αφού όλα τα όντα σχηματίστηκαν για κάποιο δικό τους σκοπό. Ο τελικός σκοπός τους είναι το να υπηρετούν το ανθρώπινο γένος. Όλα τα όντα και τα άλλα πράγματα υπάρχουν για το ανθρώπινο καλό. Για αυτό θεωρούνται κατάλληλα όργανα για ανθρώπινη χρήση. Τα υπόλοιπα όντα κατέχουν µια κατώτερη βαθμίδα στην ιεραρχία των όντων. «Οι διδασκαλίες του Αριστοτέλη για τα ζώα αποτέλεσαν τα θεμέλια για τον τρόπο µε τον οποίο ο δυτικός κόσμος έμαθε να σκέπτεται για τη σχέση του ανθρώπινου γένους προς το υπόλοιπο φυσικό  περιβάλλον».  Είναι  γνωστή,  όμως,  και  η  σπουδαιότητα  του  Αριστοτέλη  για  τη δημιουργία  πολλών  κλάδων  των  φυσικών  επιστημών  και  ιδιαίτερα  της  Βιολογίας.  Η επίδρασή   του,   στους   αιώνες   που   ακολούθησαν,   υπήρξε   ανυπολόγιστη.   Επιχείρησε προσεκτικές ταξινομήσεις και περιγραφές των ζώων.7  (Παπαδηµητρίου 1999)

Με την άποψη του Αριστοτέλη σύμφωνα µε την οποία τα ζώα και τα φυτά υπάρχουν για να υπηρετούν  τον  άνθρωπο,  διαφωνούσε  ο  µμαθητής  του  Θεόφραστος  (372    περίπου  287/5 π.Χ.).  ∆εν  αρνείται  ότι  υπάρχει  σκοπός  στη  φύση,  αλλά  ο  σκοπός  της  φύσης  δεν  είναι πάντοτε  εμφανής  για  τον  άνθρωπο.  Για  αυτό  το  λόγο  τονίζει  τη  σπουδαιότητα  της προσεκτικής   και   συστηματικής   παρατήρησης   και   της   μελέτης   των   ιδιαίτερων συνθηκών,  κλιματικών,  γεωλογικών  και  άλλων,  που  επιτρέπουν  σε  ορισμένα  είδη  να ευδοκιμούν και να διαιωνίζουν την αναπαραγωγή τους. Επίσης σημειώνει µμερικές τοπικές αλλαγές  στο  κλίμα  που  προκλήθηκαν  από  ανθρώπινες  δραστηριότητες.  (Παπαδηµητρίου 1999, Wikipedia 2007)

Ο Θεόφραστος  έχει ονομαστεί πατέρας της Βοτανικής επιστήμης. ∆εν έβλεπε ένα φυτό µεµονωµένο. Αναζητούσε τις σχέσεις του, ως ζωντανού οργανισμού, µε τον ήλιο, το έδαφος και  το  κλίμα,  το  νερό  και  την  καλλιέργειά του  και  τη  σχέση  του  µε  άλλα  φυτά  και  ζώα. Στήριζε τις απόψεις του σε συγκεκριμένες παρατηρήσεις και στα πλούσια και ενδιαφέροντα δείγματα  που  απέστελλε  ο  Αλέξανδρος  από  την  εκστρατεία  του.  Μάλιστα,  µμαθητές  του Αριστοτέλη και του Θεόφραστου συνεχίζουν το ερευνητικό και ταξινομητικό τους έργο στην Αλεξάνδρεια,  στο  περίφημο  Μουσείο  της  Αλεξάνδρειας 9.  Πραγματοποίησαν  σπουδαίες ανακαλύψεις σχετικές µε το φυσικό περιβάλλον, την αστρονομία, τη γεωγραφία, την ιατρική, τη βοτανική και τη ζωολογία.

Μια μικρή ανάλυση για τα ιστορικά δρώμενα των σύγχρονων κοινωνιών [2]

α) Περίοδος της προ-Βιομηχανικής Επανάστασης

 Η Αγροτική Επανάσταση

 

Ολόκληρη η Μελέτη στο Μανιτάρι του Βουνού με ένα κλικ εδώ…

 

Σημειώσεις

 [1] Πηγή: Μεταπτυχιακή Εργασία η οποία υποβάλλεται για µμερική εκπλήρωση των απαιτήσεων για το ∆ιεπιστηµονικό – ∆ιατµηµατικό ∆ίπλωµα Ειδίκευσης του ∆.Π.Μ.Σ. του Ε.Μ.Πολυτεχνείου «Περιβάλλον και Ανάπτυξη». «Ανάπτυξη και Περιβάλλον – Ιστορική αναδρομή και σύγχρονοι προβληματισμοί», Μαρία Σαράφη.

[2] Πηγή: www.wikipedia.com

Αγρίνιο, Σεπτέμβρης 2009

 

* Ο Αντώνης Π. Μπούρδαλας είναι τελειόφοιτος στο Τμήμα Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων.