Άσκηση: Να ανακατανεμηθεί η ευθύνη

 Άσκηση: Να ανακατανεμηθεί η ευθύνη του αθροίσματος 12+2+2+2+7 στην παρακάτω δημόσια υπόθεση

 

Του Στέργιου Ζυγούρα

 

Έτσι ξαφνικά, απρόσμενα και αναπάντεχα (;) ξεπάγωσε η επί πεντάμηνο κατεψυγμένη Ένορκη Διοικητική Εξέταση για τις καταγγελθείσες παράνομες πράξεις που συμβαίνουν στο Μουσικό Σχολείο Θεσσαλονίκης. Καταγγέλθηκε η σκόπιμη και συστηματική αλλοίωση του βιβλίου πράξεων του συλλόγου διδασκόντων του σχολείου με ευθύνη α) της τριμελούς διοίκησης του σχολείου β) μιας κυμαινόμενης πλειοψηφίας διδασκόντων (ενίοτε πλαστής), η οποία, εν μέρει από πρόθεση, εν μέρει από αμέλεια, υπέγραφε τα ψευδή ή αλλοιωμένα πρακτικά που εμφάνιζε η διοίκηση του σχολείου και οι πρακτικογράφοι.

Η Δ/ντρια Δ/θμιας Εκπ/σης του Ν. Κιλκίς ανέλαβε από τον Ιούλιο του 2009 μια ΕΔΕ, «συμπληρωματική» μιας προηγούμενης, που διενεργήθηκε τον Ιούνιο μέσα σε 3-4 μέρες από τον τότε Δ/ντή Δ/θμιας Εκπ/σης του Ν. Χαλκιδικής, ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε τη μέρα που παρέδωσε και το πόρισμα. Ο τελευταίος ανέλαβε την ΕΔΕ μετά την «αίτηση αυτοεξαίρεσης» του Δ/ντη Δ/θμιας Εκπ/σης Δ. Θεσσαλονίκης που την είχε αρχικά αναλάβει το Φεβρουάριο του 2009.

Η πρώτη ανάθεση της ΕΔΕ έγινε από τον πρώην Περιφερειακό Δ/ντή Εκπ/σης Κ. Μακεδονίας, ύστερα από έγγραφο της Δ/νσης Προσωπικού Δ/θμιας Εκπ/σης του Υπουργείου Παιδείας το Φεβρουάριο του 2009. Αυτό το έγγραφο καλούσε τον Περιφερειακό Δ/ντή Εκπ/σης: «στα πλαίσια της αρμοδιότητάς σας, ως πειθαρχικώς προϊσταμένου, να επιληφθείτε της υπόθεσης, ενημερώνοντας την υπηρεσία μας και τον αναφέροντα για το αποτέλεσμα των ενεργειών σας» και ήταν αποτέλεσμα της επιστολής-αναφοράς που είχα αποστείλει στον τότε υπουργό κ. Σπηλιωτόπουλο ένα μήνα νωρίτερα. Στην επιστολή αυτή αναφερόμουν και στη διαχείριση της υπόθεσης που είχε κάνει επί 12μηνο ο Δ/ντής Δ/θμιας Εκπ/σης Αν. Θεσσαλονίκης, στον οποίο είχα καταθέσει 6 έγγραφα.

Άλλη μια βασική παράμετρος της υπόθεσης είναι η έκθεση που υπέβαλε το ΣΕΕΔΔ, στο οποίο κατέφυγα, βλέποντας το αδιέξοδο της διοικητικής αντιμετώπισης του Υπουργείου Παιδείας. 11 μήνες μετά την πρώτη αναφορά (Μάρτιος του 2008) και 9 μήνες μετά τη δεύτερη, συμπληρωματική αναφορά μου, το ΣΕΕΔΔ γνωστοποίησε την έκθεσή του που περιείχε: αποσιώπηση των ευθυνών του Δ/ντή Δ/θμιας Αν. Θεσ/νίκης και στρέβλωση της αρχικής αναφοράς μου (μετετράπη ένα ζήτημα «νοθείας» σε ζήτημα «απαρτίας», έγινε δεκτό δηλαδή ως δεδομένο το αντίθετο από αυτό που καταγγέλθηκε. Μετά τις επανειλημμένες οχλήσεις μου, τελικά έστειλε την υπόθεση στη δικαιοσύνη τον Οκτώβριο του 2009 με το αιτιολογικό ότι επέμενα να χαρακτηρίζω το πρακτικό «νόθο».

Έχουμε λοιπόν την παρακάτω κατανομή του χρόνου διερεύνησης:

Φεβρουάριος 2008

Μάρτιος 2010

 

Δ/ντής Αν. Θεσ/νίκης – ΣΕΕΔΔ

12 μήνες

Περιφερειακή Δ/νση Εκπ/σης Κ. Μακεδονίας

Δ/ντής Δυτ. Θεσ/νίκης

  2 μήνες

Περιφερειακή Δ/νση

  2 μήνες

Δ/ντής Χαλκιδικής

  2 μήνες

Δ/ντρια Κιλκίς

  7 μήνες

Μέχρι σήμερα, συνολικός χρόνο «διερεύνησης»

25 μήνες

 

Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΔΕ

 

Ως προς το χρόνο: Σήμερα η Δ/ντρια Β/θμιας Εκπ/σης του Ν. Κιλκίς διερευνά μια υπόθεση της οποίας τέσσερις καταγγελθείσες παραποιήσεις έχουν παραγραφεί σε πειθαρχικό επίπεδο κατά τη διάρκεια που η ίδια είχε την ευθύνη της διερεύνησης.

Ως προς την ουσία: Ήδη από το Σεπτέμβριο του 2009, η Δ/ντρια  Β/θμιας Εκπ/σης του Ν. Κιλκίς διερευνά μια συρρικνωμένη και τροποποιημένη εκδοχή των καταγγελιών, στηριζόμενη στη διαταγή που έλαβε από τον πρώην Περιφερειακό Δ/ντή Εκπαίδευσης Κ. Μακεδονίας, ενώ ο ΚΔΥ προβλέπει το ακριβώς αντίθετο: τη δυνατότητα επέκτασης της έρευνας, εφόσον προκύπτουν στοιχεία. Η συρρίκνωση δεν αφορά απλώς την ποσότητα των παραποιημένων πρακτικών, και την αναγωγή της «νοθείας» σε «απαρτία», αλλά και το πρόσωπο του Δ/ντή Δ/θμιας Αν. Θεσσαλονίκης, εξαιτίας της αδράνειας του οποίου η υπόθεση έφτασε τελικά στην ΕΔΕ. Από την άλλη πλευρά, η Προϊσταμένη του Κιλκίς λόγω ιεραρχίας, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να εξετάσει τις προφανείς ευθύνες του πρώην Περιφερειακού Δ/ντή που φαίνεται ως συντονιστής της συγκάλυψης των ευθυνών, όταν αυτές έφτασαν στη διαδικασία της ΕΔΕ. Το λογικό συμπέρασμα της συγκάλυψης στη σημερινή 3η προσπάθεια για ΕΔΕ ενισχύεται, όχι μόνον από τις ερωτήσεις που μου υποβλήθηκαν το Σεπτέμβριο του 2009, αλλά και από τη συνολική διάρκεια της εξέτασης.

Ως εδώ λοιπόν, ο κ. Καρατάσιος, o κ. Ταπανίδης, ο κ. Περσυνάκης, φαίνονται να μην εμπίπτουν στο νόμο. Βέβαια, η επανενεργοποίηση της διαδικασίας δεν είναι «ξαφνική», αλλά οφείλεται σε εντολή νέας, «συμπληρωματικής» ΕΔΕ από το νέο Περιφερειακό Δ/ντή. Τι μπορεί να κάνει; Αρκετά. Τι δείχνει μέχρι στιγμής ότι θα κάνει; θα συμπληρώσει το συμπλήρωμα μιας ΕΔΕ που ήταν τόσο σωστή, ώστε να απορριφθεί η αίτηση εξαίρεσης του ανακριτή που πήρε τη θέση του προηγούμενου «αυτοεξαιρούμενου». Το εθνικό σπορ της μετάθεσης και συγκάλυψης των ευθυνών στο δημόσιο (μέχρι που αυτές εξαχνώνονται, καθώς κουράζεται κάποιος να τις αναζητά αιωνίως) φαίνεται να εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή. Με κλήση μάρτυρα καλούμαι σήμερα και πάλι για να διευκρινίσω ένα ζήτημα που πρόσφατα (ως παράδειγμα) ανέφερα στον Περιφερειακό Δ/ντή και το οποίο με λεπτομέρεια έχω αναλύσει στη γραπτή προ 8 μηνών κατάθεσή μου. Με κλήσεις εγκαλούμενου, καλούνται σήμερα πολλά μέλη του συλλόγου διδασκόντων για να εξηγήσουν τους λόγους απουσίας τους από κάποιες συνεδριάσεις.

 Γιατί άραγε τώρα; Ειδικότερα, για την περίπτωση του ενός πρακτικού που ήταν εξ ολοκλήρου νόθο, αυτό έχει νόημα, γιατί όπως σωστά επεσήμανε και το ΣΕΕΔΔ, αν κληθούν οι απόντες, θα δηλώσουν αν ήταν απόντες από μια υπαρκτή ή από μια ανύπαρκτη συνεδρίαση. Από την άλλη πλευρά όμως, όταν μόνο από τους απόντες μπορούμε να διαπιστώσουμε το πασιφανές (η νοθεία ομολογήθηκε δύο φορές δημόσια από τον κύριο φυσικό αυτουργό), όταν χρειάζεται ΕΔΕ για να το ανακαλύψουμε (δεν μπορούσε ο Δ/ντης Αν. Θεσ/νίκης;), όταν αυτό γίνεται για ένα αδίκημα που η κωλυσιεργία το παρέγραψε, όταν αυτό γίνεται 25 μήνες μετά, όταν αυτό γίνεται επειδή πρέπει (σύμφωνα με το Υπουργείο Παιδείας) να ικανοποιηθεί μόνον η έκθεση του ΣΕΕΔΔ, τότε… the Oscar of the best actor goes to …? Ο ευτελισμός και αυτής της διαδικασίας διερεύνησης των ευθυνών (έτσι δεν γίνονται οι ΕΔΕ γενικότερα στο δημόσιο τομέα;) θα ήταν από μόνος του το μείζον θέμα, αν δεν υπήρχαν δύο ακόμα συνιστώσες:

Α) Το κίνητρο και οι επιπτώσεις των παραποιημένων πρακτικών: δεν θα υπήρχε ο παραμικρός λόγος να αλλοιωθεί ο τύπος του σχολείου, αν δεν είχε πρώτα παραποιηθεί η ουσία, δηλαδή η πολυδιάστατη παιδαγωγική / εκπαιδευτική διαδικασία. Η αλλοίωση της ουσίας (χειραγώγηση και αντιπαιδαγωγική αντιμετώπιση των μαθητικών καταλήψεων, αλλοίωση της έκφρασης του συλλόγου διδασκόντων στο σημαντικό θέμα της επιμόρφωσης, προσπάθεια αφαίρεσης της δυνατότητας του συλλόγου να αποφασίζει για τις πάσης φύσεως δραστηριότητες του σχολείου…) έχει με τη σειρά της ως αιτίες τη διοικητική ανεπάρκεια, την ιδιοτελή πρακτική και την ιδιοκτησιακή αντίληψη της διοίκησης του σχολείου που προσπαθεί να καλύψει στα χαρτιά, όσα συμβαίνουν στην πράξη. Τα αίτια (θέματα) αυτά είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου, καθώς η ιδιαιτερότητα του σχολείου και οι από συστάσεως των Μουσικών Σχολείων ελλείψεις του θεσμού αναδεικνύουν δεκάδες άλλα θέματα, στα οποία η προβλεπόμενη συλλογική λειτουργία παρακάμπτεται, υποκαθίσταται ο σύλλογος από τη διοίκηση του σχολείου, ενώ η απαξίωση διδασκόντων προκαλεί αποθάρρυνση, ηττοπάθεια και διχαστικό κλίμα, πράγμα που έχει αρνητικές επιπτώσεις στο καθημερινό εκπαιδευτικό έργο.

Β) Μια υποβάθμιση του συλλόγου και υποκατάσταση της βούλησής του έχει προφανώς και την άλλη πλευρά της ευθύνης: τον ίδιο το σύλλογο που παραμένει βουβός, τόσο για την αρνητικά ενεργητική του συνεισφορά, όσο και για την παθητική του κατάσταση έναντι της βουβής (σ' αυτά τα θέματα) διοίκησης. Και εδώ υπάρχει μια σειρά αιτίων, με χαρακτηριστικότερα: την αίσθηση ιδιοτέλειας και ευτελισμού των θεσμών που διαχέει ευρύτερα ο διοικητικός μηχανισμός, το γενικευμένο κλίμα υποβάθμισης των συλλογικών διαδικασιών που υπάρχει στα σχολεία, το κλίμα υποτέλειας και εξάρτησης που καλλιεργεί η ωρομισθία, τα θεσμικά κενά λόγω των οποίων τα Μουσικά Σχολεία καταλήγουν να επιλύουν σοβαρά ζητήματα στο επίπεδο της Δ/νσης Δ/θμιας Εκπ/σης της έδρας τους, τη νεφελώδη και κατά το δοκούν εφαρμοζόμενη διοικητική ιεραρχία των Μουσικών Σχολείων, καθώς όργανα όπως η Καλλιτεχνική Επιτροπή έχουν -ανάλογα με τον υπουργό- από διακοσμητικό έως εξαιρετικά ουσιαστικό ρόλο.

Ευθύνες μεγαλύτερες ή μικρότερες για μια τέτοια χρόνια παρακμιακή κατάσταση μέσα στο σχολείο και για την ανοχή στη διοικητική «κώφωση» υπάρχουν και σε άλλα επίπεδα: στον εκπαιδευτικό συνδικαλισμό ο οποίος επέδειξε αντίστοιχη «κώφωση», στη σχολική κοινότητα (το θέμα των παιδαγωγικών επιπτώσεων της νοθείας κοινοποιήθηκε το 2008 στο σύλλογο γονέων, ο οποίος δεν αντέδρασε), στη δημοσιογραφία (τμήμα του ηλεκτρονικού τύπου και εφημερίδες αποφεύγουν να ερευνήσουν και να δημοσιοποιήσουν το θέμα). Εννοείται, ότι όσα εδώ εκτέθηκαν, αποτελούν γενική περιγραφή, τόσο της σχολικής καθημερινότητας, όσο και των διοικητικών διαδικασιών. Καθένας μπορεί να αποτιμήσει το όλο σκηνικό!

 

Η «ΕΞΟΥΣΙΑ»…

 

…όπως συνηθίσαμε να λέμε, υποτιμώντας προφανώς το ότι «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό». Σημεία προβληματισμού για τους Υπουργούς Παιδείας και Εσωτερικών: α) Τα Μουσικά Σχολεία βρίσκονται μέσα σ' ένα θολό τοπίο παιδείας και σ' ένα αντιφατικό τοπίο μουσικής παιδείας, χωρίς ξεκάθαρο στόχο. Ζητήματα όπως «τι διδάσκεται, πώς διδάσκεται, πώς εξετάζεται, ποιοι εποπτεύουν, πώς συντονίζονται άπαντες προς επίτευξη συγκεκριμένου στόχου, τι θέση έχουν τα Μ.Σ. μέσα στη μουσική παιδεία», πότε θα αντιμετωπιστούν με ενιαίο τρόπο; β) Πώς εξηγείται, να καλείται η δικαιοσύνη να εξετάσει την πλαστότητα μιας συνεδρίασης, από αυτούς που επί μήνες διερευνούσαν την απαρτία της; Συμπερασματικά, ενώ ετοιμάζονται νέοι νόμοι, δεν θα ήταν καλό να εφαρμοστούν και οι ισχύοντες; Αλλιώς, τι νόημα μπορεί να έχουν:

■        η υποχρέωση απάντησης της διοίκησης στις αναφορές των πολιτών (κατοχυρώνεται όχι μόνο στο Ν.3528, αλλά και στο Σύνταγμα), όταν στην πράξη επικρατεί η αυθαιρεσία και η κατάχρηση εξουσίας της δημόσιας διοίκησης;

■        ο φιλόδοξα επερχόμενος ως αξιοκρατικός νόμος επιλογής στελεχών της εκπαίδευσης, όταν σήμερα η διοίκηση εμφανίζει αδυναμία /απροθυμία ελέγχου και καταλογισμού βασικών παραπτωμάτων;

■        η επίμονη δήλωση της κυβέρνησης για πάταξη της διαφθοράς, ισχυροποίηση των θεσμών, για ανοιχτή διακυβέρνηση, όταν τα Υπουργεία συνεχίζουν να καλύπτουν τις αδρανούσες υπηρεσίες τους, όταν δεν διαφυλάσσεται η δημοκρατική λειτουργία των σχολείων;

το σύνθημα «πρώτα ο μαθητής», όταν το δεν διαφυλάσσεται από την υπηρεσία η αξιοπρέπεια, η επαγγελματική και ηθική υπόσταση του διδάσκοντα, όταν άπαντες καλούνται -έμμεσα- σε πελατειακές, φτηνού επιπέδου ανταλλακτικές πρακτικές, όταν, όπως και η υπουργός λέει, «πρυτανεύουν τα κονέ, τα βύσματα και οι άκρες»;

 

Ο ΠΟΛΙΤΗΣ

 

Όταν ως πολίτες, συχνά κατηγορούμε το πολίτευμά μας (αναποτελεσματικό, εικονικό…), μήπως ξεχνάμε τις δικές μας ευθύνες; Μήπως κάποιες φορές γενικολογούμε, ελαφρά τη καρδία, λέγοντας «δεν έχουμε δημοκρατία», μόνο και μόνο για να εξαφανίσουμε τις ευθύνες του δήμου; Αν οι νόμοι δεν εφαρμόζονται, μήπως φταίμε κι εμείς με την ανοχή και τη συμμετοχή μας; Ας αφήσουμε για μια στιγμή τα αίτια και τις επιπτώσεις αυτής της υπόθεσης. Ας ξεχάσουμε θέματα ασφάλειας, μόρφωσης, επιμόρφωσης, παιδαγωγικής, αξιοκρατίας, αξιοπρέπειας. Ας επικεντρωθούμε μόνο στο χρόνο που χρειάστηκαν οι συγκεκριμένες υπηρεσίες προσπαθώντας να αποφανθούν. Ας θυμηθούμε ότι οι ίδιες υπηρεσίες, τρία χρόνια πριν, αποφάνθηκαν σε 4 μέρες για την νοθεία των βαθμολογιών στα γραπτά των Πανελλαδικών.

Το τότε πόρισμα δεν προσβλήθηκε από τους καθηγητές, κατέρρευσε όμως στη δικαιοσύνη που μάλιστα χαρακτήρισε την ΕΔΕ «αποσπασματική». Στη συνέχεια έγινε έρευνα; Ελέγχθηκε κανείς για μεθοδεύσεις, για ψευδορκίες; Αυτεπάγγελτα δεν έγινε κάτι. Υπήρξε κάποια κίνηση από μέρους των γονέων, από μέρους των καθηγητών, κάποια δημοσιογραφική έρευνα; Κανείς δεν ήταν ένοχος τελικά; Άρα μένουμε με το μήνυμα «άκου-βλέπε-σώπα, αλλιώς…»; Όταν ξέσπασε εκείνη η υπόθεση υπήρχε το δημόσιο, καθολικό ενδιαφέρον. Όταν 19 και 27 μήνες μετά «λύθηκε» το θέμα των ευθυνών που είχαν καταλογιστεί, είδαμε καμιά δεκαριά καθηγητές με πανώ, κάποια συνδικαλιστικά, οι πιθανότερες απαντήσεις στην απλή άσκηση του τίτλου θα είναι: «Έλα μωρέ…, Αυτό μισόλογα και κάτι μονόστηλα. Σήμερα, με βάση την ευρύτητα του ενδιαφέροντος αυτής της υπόθεσης τι χρονικό όριο να βάλουμε;

Λογικά βρήκες να πεις…; Άσε μας ρε…, Μόνον εσύ/λίγοι τα λες αυτά…, Ε! τι να κάνουμε…; Γιατί, εσύ καλύτερος είσαι…; Μπορούμε εμείς…; Δεν αλλάζουν τα πράγματα α…! Εδώ είναι Ελλάδα α…! Μην προκαλείς το σύστημα α…! Αρπάξου απ' το τσιγκέλι…».

Οι λιγότερο πιθανές απαντήσεις όμως -εάν υπάρξουν- ίσως κρίνουν την έκβαση. Ίσως…

 

2.3.2010,  Στέργιος Ζυγούρας

Συμμορία και μωρία… του παπα Ηλία Υφ.

Συμμορία και μωρία…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

 

 

Ουδόλως μην εκπλήττεσθε,
Έλληνες συμπολίτες,
Για όσα της πολιτικής
χαλκεύουν οι λεχρίτες…

Για τις ληστείες δηλαδή
Και τις εξαπατήσεις,
Που αδιάκοπα δρομολογούν
Άθλιες κυβερνήσεις…

Αφού ντροπή δεν έχουνε
Κι ούτε φιλοτιμία,
Μπορούν την κάθε απανθρωπιά
Την πάσα ατιμία!

Για τη δική μας σοβαρά
Να εκπλήττεσθε μωρία!
Που σοβαρά προσμένουμε
Να ιδούμε σωτηρία
Απ' την πολιτικάντικη
Τρισάθλια συμμορία!…

Όταν θέλουμε να 'χουμε
Κάποτε κυβερνήτες,
Όσους για κακουργήματα
Θα ήταν ισοβίτες….

Δεν φωνάζει η ιστορία,
Πως η κάθε συμμορία
Στους μωρούς λαούς χαράζει
Καταστροφική πορεία!…

 

Παπα-Ηλίας, 01-03-2010

 

http://papailiasyfantis.bllogspot.com

http://papailiasyfantis.wordpress.com

e-mail: papailiayfantis@gmail.com

Το φάντασμα της χρεωκοπίας

Το φάντασμα της χρεωκοπίας

 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 


«Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω». Σε παράσταση του κλασικού έργου του Ντάριο Φο κινδυνεύει να μετατραπεί η Ελλάδα τις επόμενες βδομάδες, με τις κοινωνικές της ομάδες να αγωνίζονται να ρίξουν, η μία στην άλλη, το κόστος του «μάρμαρου», που καλείται να πληρώσει η χώρα.

Στεναγμό ανακούφισης έβγαλαν οι εγχώριοι «έχοντες και κατέχοντες» συνειδητοποιώντας ότι οι Ευρωπαίοι οδεύουν, με κάποιο τρόπο, προς τη «διάσωση» της Ελλάδας, με όρο επιβολή σκληρότατης λιτότητας, κυρίως στα «συνήθη υποζύγια» (εργαζόμενους, συνταξιούχους, ανέργους).

Την πείνα τους καλείται τώρα να … οργανώσει η σοσιαλιστική κυβέρνηση Παπανδρέου, μαζί και την κατεδάφιση έστω και αυτού του τελείως υποτυπώδους ελληνικού κοινωνικού κράτους. Βάναυσα πληγείσα από τη διαρκή διεύρυνση των ανισοτήτων τις δύο τελευταίες δεκαετίες, η κοινωνική συνοχή της χώρας κινδυνεύει να πληγεί ακόμα περισσότερο και να δημιουργηθούν παράλληλα οι προϋποθέσεις για νέες, πιο άγριες εξεγέρσεις.

Η Ελλάδα εκτιμάται ότι μπορεί να χρησιμεύσει ως πανευρωπαϊκής σημασίας υπόδειγμα και ασφαλώς το να «πειθαρχηθεί» ο ελληνικός λαός, με άπειρα ελαττώματα μεν, αλλά και σπάνιο στην Ευρώπη πνεύμα εξέγερσης και ανεξαρτησίας, έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από το να πειθαρχήσουν οι …καλύτερα μαθημένοι Ούγγροι ή Λιθουανοί. Γιατί τώρα έρχεται το νέο, δεύτερο κύμα της κρίσης και μαζί το ερώτημα: ποιος θα πληρώσει ένα συσσωρευμένο παγκόσμιο χρέος δεκαετιών, ποιος θα πληρώσει τα λεφτά που ξοδεύτηκαν πρόπερσι για τη σωτηρία των τραπεζών και των κεφαλαιούχων διεθνώς; Προφανώς, κανένας από τους «γκάγκστερ» του διεθνούς τραπεζικού συστήματος (γιατί περί γκάγκστερ πρόκειται), όπως η Σίτι Μπανκ ή η Γκόλντμαν Σακς δεν επιθυμεί να πληρώσει!

Πίσω από το ερώτημα ποιος πληρώνει, υπάρχει και το ερώτημα «ποιος κάνει κουμάντο;». Τελειώσανε οι σαχλοσυζητήσεις περί «δημοκρατικού ελλείμματος» (όπως ονομάζουν τον αντιδημοκρατικό χαρακτήρα λήψης αποφάσεων) της ΕΕ – τώρα πρέπει να αποφασίσουμε αν θα επιτρέψουμε στην ‘Ενωση να οργανώνει θεσμικά, όπως είναι φτιαγμένη να κάνει, την εξουσία του χρηματιστικού κεφαλαίου επί των ευρωπαϊκών λαών, κοινωνιών και «κοινοβουλίων» με όλο και πιο διακοσμητικό ρόλο. Γι' αυτό η απάντηση που θα δοθεί στην Ελλάδα θα παίξει μεγάλο ρόλο στο σύνολο της ευρωπαϊκής κατεύθυνσης.

Όσο για τους εγχώριους … «έχοντες και κατέχοντες» δεν θέλουν τη χρεωκοπία της χώρας, που θα έχει και γι' αυτούς συνέπειες, δεν έχουν όμως καμία διάθεση να βάλουν το χέρι στην τσέπη. Η Αθήνα έχει περισσότερα Χάμερ από ότι η Βυρητός θωρακισμένα, κάθε Σαββατόβραδο προκαλείται συμφόρηση στο Κολωνάκι από τον στόλο των γιγαντιαίων τζιπ «αισθητικής και στυλ νεκροφόρας» που «αγκομαχάνε» στα στενά του (τα θηριώδη τζιπ είναι από τα κύρια, βασικότερα και ενδεικτικότερα σύμβολα-μέσα που χρησιμοποιεί η τάξη των διεφθαρμένων νεοπλούτων μας, για να κρύψει την πολύ πρόσφατη αγροτική της καταγωγή!). Πολλά «παιδιά του Πολυτεχνείου» διαθέτουν τώρα βίλες με κάγκελα που δεν μπορεί να ρίξει κανένα άρμα μάχης, όπως είπε μια μέρα ο Χάρυ Κλυνν. Αλλά, όλα κι όλα, αν διαβάσει κανείς τις φορολογικές και δηλώσεις πόθεν έσχες αυτών των προσώπων, που παριστάνουν την ελίτ μιας χώρας στην χρεωκοπία της οποίας συνέβαλαν όσο κανείς άλλος, τούρχεται να βάλει τα κλάματα. Τόση φτώχεια, τόση ανέχεια! Σε ποιό άλλο μέρος της υφηλίου είναι άραγε τόσο φτωχοί και έχουν παντελώς απαλλαγεί φορολογίας και οποιασδήποτε κοινωνικής υποχρέωσης οι πλούσιοι;

Ακριβώς αυτό μπορεί να οδηγήσει τελικά σε μεγάλες δυσκολίες και την «επιχείρηση λιτότητα». Με ποιο ηθικό βάρος και πειστικότητα θα την επιβάλλει μια κατά τεκμήριο και ανίκανη και διεφθαρμένη πολιτική τάξη; Για να γίνει δεκτή μια τέτοια προσπάθεια, η κοινωνία δεν πρέπει μόνο να πεισθεί ότι είναι αναγκαία. Πρέπει επίσης να πεισθεί ότι είναι δίκαιη. Δεν γίνεται να πέφτει το βάρος στον φουκαρά των 1000 και 1500 ευρώ, την ίδια ώρα που επιδεικνύουν προκλητικά και ασύστολα τον πλούτο και την αναισθησία τους, γιατροί, δικηγόροι, ελεύθεροι επαγγελματίες εργολάβοι. Δεν μπορεί να λένε αξιωματικοί ότι είναι σκληρή η ζωή τους και πρέπει να παίρνουν σύνταξη στα 45 – τι να πει ο μπετατζής δηλαδή, έχουμε τρελλαθεί όλοι σε αυτή τη χώρα; Πως θα γίνει δεκτή η λιτότητα για τους εργαζόμενους όταν, προτού ακόμα παρθούν τα μέτρα, αρχίζουν να διαρρέουν από τα Υπουργεία λόγοι εξαιρέσεων π.χ. της συγκεντρωτικής φορολόγησης εισοδήματος για τους δικαστικούς και άλλες προνομιούχες κατηγορίες;


Τι μπορεί να γίνει

 


Δεν υπάρχουν σοβαρές πολιτικές δυνάμεις στη χώρα που να το προτείνουν, ούτε κοινωνική υποστήριξη στην ιδέα μιας εξόδου από το ευρώ ή μιας «χρεωκοπίας», μιας άρνησης πληρωμών. Οι δύο αυτές «λύσεις» είναι οι πιο ακραίες, «ριζοσπαστικές», αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι συνιστούν λύσεις για μια μοντέρνα χώρα, τόσο ενσωματωμένη στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, με τόσο χαμηλό επίπεδο παιδείας, τεχνολογίας, παραγωγής (και που, επιπλέον, αντιμετωπίζει πρόβλημα εξωτερικής ασφάλειας και απειλής).

Αν αποκλείσουμε αυτές τις λύσεις τι μπορεί να γίνει; Μια προσπάθεια αποφυγής του χειρότερου θα έπρεπε να περιλάβει δύο άξονες πολιτικής παρέμβασης στο εσωτερικό και δύο διεθνώς:

1. μια προσπάθεια να χτυπηθεί άγρια ο, ως επί το πλείστον, παρασιτικός, συχνά μάλιστα προϊόν διαπλοκής και διαφθοράς, πλούτος των μεσαίων και υψηλών στρωμάτων (συντριπτική φορολόγηση ακίνητης περιουσίας, πολυτελών αυτοκινήτων, πολυτελώς διαβιούντων), ανόρθωση ΕΣΥ-παιδείας, επαναδημιουργία συνεταιριστικού κινήματος αγροτών και καταναλωτών, με δική του τράπεζα.

Το πρόβλημα είναι ότι δεν μοιάζει να υπάρχει το όραμα και η πολιτική δύναμη που να κινητοποιήσει κοινωνικές δυνάμεις στην κατεύθυνση αυτή.

2. προσπάθεια παραγωγικής αναδιάταξης, με κέντρο έναν πυρήνα κρατικών επιχειρήσεων και τραπεζών (Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, Εθνική, Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ΟΤΕ, ΔΕΗ). Συνταγή καταστροφής συνιστά αντίθετα οποιαδήποτε περαιτέρω αποκρατικοποίηση / ιδιωτικοποίηση, εκτός από ειδικές περιπτώσεις και με συγκεκριμένους όρους. Γιατί, εδώ που τα λέμε, πέραν της γενικής συζήτησης για την εκποίηση του εθνικού πλούτου, διερωτάται κανείς και για τους συγκεκριμένους όρους αυτής της πολιτικής. Πως είναι δυνατόν να παίρνουν π.χ. οι Γερμανοί τις ελληνικές τηλεπικοινωνίες και οι Κινέζοι τα λιμάνια, χωρίς να εξασφαλίζεται τουλάχιστο η στήριξη του Βερολίνου και του Πεκίνου στα ελληνικά δημοσιονομικά ή στην εξωτερική πολιτιλκή αν χρειάζεται. Μόνο για τους λογαριασμούς τους στις οφσόρ ενδιαφέρονται οι πολιτικοί μας;

Αλλά κι εδώ πάσχουμε, αν κρίνουμε από τη σχεδόν ανυπαρξία σοβαρής συζήτησης και ιδεών παραγωγικής ανασυγκρότησης. Η χώρα έχει μάθει επί πολλές δεκαετίες στο κλεψιμέικο, όχι στην επένδυση. Στενάζουν τα πανεπιστήμια από την αντιγραφή και είναι χιλιάδες που βγάζουν ένα ικανοποιητικό εισόδημα γράφοντας εργασίες σε φοιτητές πανεπιστημίων, γράφοντας ψεύτικα διδακτορικά κ.ο.κ. Μετά βγαίνουν οι στρατιές των αμαθών και ημιμαθών και παριστάνουν τους επιστήμονες με ότι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνία.


«Γεωπολιτική» και «γεωοικονομία» – οι ολέθριες συνέπειες της ατλαντικής «μονοκαλλιέργειας»

 


Η οικονομική και η εξωτερική πολιτική είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Τέσσερις σχεδόν μήνες μετά την εκλογή της νέας κυβέρνησης, παραμένουν «παγωμένες» οι σχέσεις της Αθήνας με το Παρίσι, με το Βερολίνο, με τη Μόσχα, με τα δυνατά δηλαδή σημεία είτε στρατηγικής, είτε οικονομικής στήριξης της Ελλάδας, τους φυσικούς συμμάχους της στην Ευρώπη. Ο κ. Παπανδρέου δεν έχει δει ακόμα Μέρκελ, Πούτιν, Σαρκοζί και Κινέζους, έχει δει όμως δύο φορές τον Γκόρντον Μπράουν, τουλάχιστο δύο τους ανθρώπους της Γκόλντμαν Σακς και μία τον Ταγίπ Ερντογάν! Αλλά είναι ακριβώς οι συνομιλητές του Πρωθυπουργού, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, είναι οι Βρετανοί κυβερνητικοί και εκδότες και οι αμερικανοεβραϊκές τράπεζες και οίκοι αξιολόγησης, που χτυπάνε σα χταπόδι την Ελλάδα! Τι νόημα έχει μια τέτοια εξωτερική πολιτική; Γιατί η Αθήνα υποστηρίζει πάση δυνάμει την κεντρική επιδίωξη των ΗΠΑ στην περιοχή, τη διεύρυνση της ΕΕ στα Βαλκάνια και την Τουρκία, αν εισπράττει ως αντάλλαγμα κάθε είδους σφαλιάρες από την Ουάσιγκτον;

Διπλωματικοί παρατηρητές υποστηρίζουν ότι η στάση αυτή, όπως και το ουσιαστικό «πάγωμα» των σχεδίων ελληνορωσικών αγωγών, τους οποίους υποστηρίζει διακριτικά το Βερολίνο, ευθύνονται, τουλάχιστον μερικώς, και για το μπαράζ εχθρικών για τη χώρα μας δηλώσεων Γερμανών ιθυνόντων τους τελευταίους μήνες.


Ευρώ και πολιτική

 


Η ελληνική κρίση δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αντανακλά τη συστημική κρίση της ευρωζώνης. Ο «συνταγματικός μονεταρισμός» της συνθήκης του Μάαστριχτ συνιστά εγγύηση των κερδών του χρηματιστικού κεφαλαίου, ανεξαρτήτως οικονομικών ή κοινωνικών επιδόσεων. «Παράδοξο νόμισμα» το ευρώ δεν οδηγεί στη συνοχή, αλλά στην αποσύνθεση της Ευρώπης. Συνιστά προνομιακό εργαλείο κατεδάφισης του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους, της μεγαλύτερης ίσως κατάκτησης του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Αφαιρώντας τη νομισματική πολιτική από τη δικαιοδοσία των κρατών, για να την αποδώσει όχι σε κάποια ομοσπονδία αλλά στους εκπροσώπους του χρηματιστικού κεφαλαίου (την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), καθιστώντας αδύνατες μια σειρά από άλλες δημόσιες παρεμβάσεις στην οικονομία, η συνθήκη του Μάαστριχτ και όσες την συμπλήρωσαν, είναι και ένα μεγάλο βήμα προς τον ολοκληρωτισμό, προς μια παγκόσμια δικτατορία των Τραπεζών, του Κεφαλαίου.

Αυτό μπορούσε να κρυφτεί στις εποχές της μεγάλης οικονομικής ανόδου, δεν μπορεί να κρυφτεί σε εποχές κρίσης και κατάρρευσης του συστήματος.
Δεν μπορεί να λύσει αυτό το πρόβλημα η Ελλάδα, είναι όμως ακατανόητο γιατί δεν έχει φωνή, γιατί περιορίζεται να εκλιπαρεί και όχι να επισημαίνει τουλάχιστο κριτικά μια πραγματικότητα που αφορά εκατοντάδες εκατομμύρια Ευρωπαίους, το ίδιο το μέλλον της Ευρώπης, φτιάχνοντας έτσι και πολιτικές συμμαχίες. Που είναι η Σοσιαλιστική Διεθνής, της οποίας προεδρεύει μάλιστα ο Έλληνας Πρωθυπουργός, που είναι το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, που είναι και οι κάπως εθνικές δυνάμεις της ευρωπαϊκής δεξιάς, όπως οι Γκωλικοί; Γιατί κυριαρχεί και στο δημόσιο λόγο η ευρωατλαντική ολιγαρχία;

Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα έχει υποστεί μια τεράστια ηθική βλάβη, εξαιτίας των πολιτικο-οικονομικών πεπραγμένων της, της πρωτοφανούς αναξιοπιστίας και της διαφθοράς της. Στους τομείς αυτούς πρέπει να είναι εξαιρετικά αυστηρή με τον εαυτό της και να δεχθεί οποιαδήποτε μορφή διεθνούς ελέγχου. Καλό θα της κάνει άλλωστε. Από την άλλη μεριά όμως, είναι προφανές ότι εδώ βλέπουμε το κραυγαλέο έλλειμμα αξιοπιστίας ενός συστήματος ευρωπαϊκής ενοποίησης του οποίου, κύρια, «συνταγματική» αρχή είναι η εγγύηση των κερδών του χρηματιστικού κεφαλαίου (νομισματική σταθερότητα και αντιπληθωριστική δράση) και το οποίο λέει ότι θέλει να «ενοποιήσει» την Ευρώπη, εξοστρακίζοντας την αλληλεγγύη μεταξύ των χωρών της!!! Μπορεί να έχουμε φταίξει, και ασφαλώς έχουμε φταίξει, και πολύ, οι Έλληνες, συνιστά όμως σοβαρή μέθοδο αντιμετώπισης του προβλήματος η καταστροφή μιας χώρας-μέλους της ΕΕ προς… παραδειγματισμό;

Δεν γνώριζε η Κομισιόν και οι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες τι γινόταν στην Ελλάδα, γιατί ανέχθηκαν και αυτές τη διαφθορά και την παραποίηση στοιχείων; Δεν κέρδιζαν, με την ανοχή αυτή, τον έλεγχο της ελληνικής αγοράς, αν όχι και της ελληνικής πολιτικής; Η Ζίμενς δωροδοκούσε τα δύο κόμματα εξουσίας, δεν δωροδοκούσαν Έλληνες τη Ζίμενς!

Η λεγόμενη Σοσιαλιστική Διεθνής (όπως και το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, ακόμα και όσοι της ευρωπαϊκής Δεξιάς καταλαβαίνουν, γιατί όχι), θάπρεπε νάχουν θέσει εδώ και καιρό αυτά τα ζητήματα και πάντως, οπωσδήποτε μετά το 2005, όταν οι Γάλλοι ψηφοφόροι δήλωσαν, με τον πιο πανηγυρικό τρόπο, τη ριζική αντίθεσή τους στο οικοδόμημα του Μάαστριχτ.

Γιατί η ελληνική κυβέρνηση δεν μεταφέρει την πολιτική σύγκρουση στο επίπεδο μιας ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, που είναι εξαιρετικά ανήσυχη για την πορεία της ‘Ενωσης; Τα ελληνικά συνδικάτα γιατί περιορίζονται σε διατύπωση αιτημάτων προς την κυβέρνηση και δεν πρωτοστατούν σε μια πανευρωπαϊκή καμπάνια; Γιατί μας ενδιαφέρει ο Καραμανλής κι ο Παπανδρέου, ποτέ ο Μπαρόζο κι ο Αλμούνια; Η Ελλάδα θα χρησιμεύσει, εκεί που την πάνε, ως πειραματόζωο για τα σχέδια κατεδάφισης του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους. Αυτό ενδιαφέρει όλους τους Ευρωπαίους εργαζόμενους. Αρκετή αυτοκριτική κάναμε στην Ευρώπη, χρειάζεται και να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας, δεν είναι δυνατόν να παρακαλούμε μόνο να μας λυπηθούν.

Αντί οι Υπουργοί μας να επαναλαμβάνουν ανούσιες καινοτοπίες περί κερδοσκοπίας, προς καγχάζοντες εκπροσώπους των «κερδοσκόπων», που δεν είναι παρά οι μεγαλύτεροι χρηματοπιστωτικοί οίκοι του πλανήτη (η «κερδοσκοπία» είναι η … κανονική δουλειά τους). Γιατί κανείς δεν θίγει την εταιρεία του κ. Πόλσον πχ με σύμβουλο τον κ. Γκρήνσπαν, αν κάνει αυτά που της καταλογίζουν ότι κάνει, ή όποιον άλλο, όπως κατονόμασαν τουλάχιστο τον Σόρος στη διάρκεια της ασιατικής κρίσης. Η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι μόνο θύμα. Έχει προσφέρει εδώ και καιρό στη Γερμανία την αγορά της. Παρέχει επίσης σημαντικότατες υπηρεσίες στις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, θα μπορούσε υπό όρους να τις επανεξετάσει.

Η Ελλάδα πρέπει να ματώσει για να βάλει τάξη στα του οίκου της, δεν μπορεί όμως να γίνει και η χώρα-καρπαζοεισπράκτορας.


KONSTANTAKOPOULOS.BLOGSPOT, EPIKAIRA

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 04 Φεβρουαρίου 2010, http://infognomonpolitics.blogspot.com/2010/02/to-o.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+InfognomonPolitics+%28InfognomonPolitics%29

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin.

Oι Γερμανοί ξανάρχονται

Oι Γερμανοί ξανάρχονται 

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

 

Ποικίλες αντιδράσεις προκάλεσε ανθελληνικό δημοσίευμα γερμανικού περιοδικού, το οποίο μιμήθηκαν και άλλα, ώστε να σχηματιστεί ανθελληνική συγχορδία. Η αντίδραση έφθασε πολύ υψηλά, αφού την εξέφρασαν πρόσωπα όπως ο αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και ο πρόεδρος της Βουλής. Τα ΜΜΕ βρήκαν πλούσια τροφή και από τα παράθυρα ακούστηκαν, ως συνήθως, αντικρουόμενες απόψεις περί το θέμα. Για μία ακόμη φορά δείξαμε την ακραία επιπολαιότητα στην αντιμετώπιση σοβαρών ζητημάτων και την παντελή έλλειψη διάθεσης να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα με νηφαλιότητα και ομόνοια. Η εξήγηση είναι απλή: Αντιμετωπίζουμε κρίση ταυτότητας εντονότερη από την αντίστοιχη οικονομική!

Οι Γερμανοί εκπροσωπούν στις ημέρες μας την ισχυρότερη δύναμη των Φράγκων, της οποίας έπονται οι Γάλλοι. Οι Φράγκοι από την εποχή του Καρλομάγνου (9ος αιών μ.Χ.) είχαν επιδοθεί σε εκστρατεία δυσφήμησης και φθοράς της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, προκειμένου να σφετεριστούν αυτοί τον τίτλο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Είναι αυτοί που οδήγησαν τη Δύση στον σκοτεινό Μεσαίωνα της ανελευθερίας, της θεσμοθετημένης ταξικής διάκρισης και των κληρονομικών τίτλων. Είναι, ακόμη, αυτοί που επέφεραν το σχίσμα, αρχικά, μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας, το οποίο κατέστη βαθύτατο με την επικράτηση στη Δύση της αιρετικής προσθήκης του filioque. Οι Φράγκοι προχώρησαν σε συμφωνία με τον Πάπα της Ρώμης και από κοινού στη συνέχεια έπληξαν τη Ρωμανία επιτυγχάνοντας τελικά τον κύριο στόχο τους με την άλωση και λεηλασία της Κωνσταντινούπολης (1204).

Ο δήθεν φιλελληνισμός, που υποστηρίζουν κάποιοι δικοί μας «φωτισθέντες» στην Εσπερία, ουδέποτε άνθισε κατά την Αναγέννηση. Οι δυτικοί δεν κατενόησαν το πνεύμα των αρχαίων προγόνων μας και όσοι ταξίδεψαν στην Ανατολή έγραψαν με άκρως υποτιμητικό για τους δουλωμένους Έλληνες τρόπο (Ιδέ Κυριάκου Σιμόπουλου: «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα»). Δεν θέλησαν με κανένα τρόπο να μπουν στη θέση του δούλου, έστω και για μια στιγμή, ώστε να δυνηθούν να του δώσουν κάποιο ελαφρυντικό. Τον περιέγραψαν ως έκφυλισμένο απόγονο λαμπρών προγόνων, βυθισμένο στο σκοτάδι της αμάθειας, υποχείριο των δεισιδαιμονιών του, δειλό και αναξιοπρεπή έναντι του κατακτητού με έκδηλη τη ροπή προς την ψευτιά και την εξαπάτηση. Έλάχιστοι υπήρξαν εκείνοι που τον είδαν με συμπάθεια και διέκριναν κάποιαν αρετή στον πολύπαθο λαό μας. Και όμως ο Μακρυγιάννης γράφει στο βιβλίο του «Οράματα και θάματα» για κάποιον που τυφλώθηκε από το εξ Εσπερίας φως:

«Ήβρε την πατρίδα σε πολέμους και ταραχές, όχι όμως γυμνή από αρετή, όχι από φόβο του Θεού, όχι ψευτιές και άλλα τοιαύτα, ότ' ήταν ο φόβος και η σέβας της θρησκείας. Όπου νύχτωνε ο άνθρωπος εις την ερημιά, την αυγή ξύπναγε και πάγηνε εις την δουλειάν του, χωρίς να τον πειράξει άλλος και να τον διατιμήσει. Αν ήταν αστενής, τον περιποιγιόταν ως τον αυτόν του. Αν ήτανε άρρωστος, τον έβαινε εις το ζώον του και τον πάγαινε εις το σπίτι του ή σ' αλλονού, όσον να αναλάβει, να πάγει εις την δουλειά του. Αν του χρειαζόταν χρήματα, δανειζόταν, όχι ομόλογον και μάρτυρες, ο Θεός και οι δύο αυτείνοι, και εις την διορίαν του να έβγει αληθινός εις την ώραν του. Αυτά τα έθιμα είχαμεν, αυτόν τον Χριστόν φοβόμαστε και αυτείνη η θρησκεία μας ξαναλευτέρωσε και βήκαμεν εις την κοινωνίαν του Κόσμου, οπού ήμαστε χαμένοι και σβησμένοι από τον κατάλογον όλου του κόσμου τόσες αιώνες»!

Φρόντισαν όμως τότε οι «Μεγάλες δυνάμεις» να συμπαραταχθούν με τον «Γκραν σινιόρε», όπως αποκαλεί πάλι ο Μακρυγιάννης τον σουλτάνο. Καταδίκασαν την επανάσταση, καθυστέρησαν την παράδοση πολεμικού υλικού (Γαλλία) και έσπευσαν να μας δανείσουν (Αγγλία), για να μας καταστήσουν υποχείριά τους! Το μισό από το αρχικό ποσό του πρώτου αγγλικού δανείου έφθασε στη δύσμοιρη Ελλάδα και το ξεκοκκάλισαν οι ευνοούμενοι των δανειστών, ενώ στο Μεσολόγγι οι πολιορκημένοι έτρωγαν αρμυρόχορτα! Το Γένος μας ασφαλώς είχε αγριέψει, όπως είχε παρατηρήσει ο φωτιστής του, ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, είχε όμως επιβιώσει και έδειξε κατά τον αγώνα τόσο τις αρετές, όσο και τις κακίες του.

Τελικά οι «Μεγάλοι» έλαβαν την απόφαση να μας ελευθερώσουν, για να είμαστε του χεριού τους. Δημιούργησαν φατρίες, που άλλη το ήθελεν αγγλικόν, άλλη ρούσικον και άλλη γαλλικόν, κατά τον Μακρυγιάννη. Μας εξώθησαν στη δολοφονία του λαμπρού πρώτου κυβερνήτη, του Καποδίστρια, και έκτοτε ασκούσαν την επηροή τους, μέσω του κληρονομικού άρχοντα που μας επέβαλαν. Μάλιστα υπό τη δυναστεία Γλύξμπουργκ η χώρα μας κατέστη προτεκτοράτο της Αγγλίας! Ένας μόνο γόνος αυτής, υποχείριο της συζύγου του, άλλαξε πολιτική και συνετέλεσε στη μεγαλύτερη διαχρονικώς συμφορά του ελληνισμού (Μικρασιατική καταστροφή). Με την πάροδο του χρόνου ο δανεισμός γιγαντωνόταν και μας έπνιγε, ώσπου εκεί στα τέλη του 19ου αιώνα ο τότε πρωθυπουργός Τρικούπης ανήγγειλε το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν».

Το ίδιο επανελήφθη και επί Βενιζέλου το 1932. Δεν είχαμε πτωχεύσει όμως μόνο οικονομικά. Η άρχουσα τάξη είχε εκποιήσει στην Εσπερία την πλούσια πατρογονική μας κληρονομιά, την οποία υποκατέστησε σταδιακά με φερτά από εκεί ήθη, παρά την αντίσταση του λαού μας ως τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Ως εξάρτημα της φαύλης Δύσης η μικρή και φτωχή μας χώρα σύρθηκε σε δύο καταστροφικότατους πολέμους για τα οικονομικά συμφέροντα των ισχυρών και εξωθήθηκε σε μια μεγαλοϊδεατική εκστρατεία, για να στηρίξει την εδραίωση της παρουσίας των «Μεγάλων» της Δύσης στις πετρελαιοπαργωγούς χώρες της Μέσης Ανατολής.

Μας ρήμαξαν οι ξένοι, μας έβαλαν να αλληλοσκοτωθούμε δύο φορές (1916-17 και 1946-49), μας έκαναν να βιώνουμε κατά καιρούς την προσφυγιά και να δανειζόμαστε, ώστε να σφίγγει ο κλοιός των «προστατών» μας γύρω μας και να μεταναστεύουμε για ένα κομμάτι ψωμί! Και όλα αυτά τα επέτυχαν χάρη στους έξωθεν εντολοδόχους που άσκησαν κατά καιρούς την εξουσία στη δύσμοιρη χώρα μας. Όλοι αυτοί άμοιροι της παράδοσης του λαού μας γνώριζαν πολύ καλά ποιοι και πώς νέμουν την εξουσία κατά χώρα και σπούδασαν να πείσουν τον λαό μας ότι «ανήκομεν εις την Δύσιν», την διαχρονικά εχθρική προς τον ελληνισμό! Ο Κ. Καραμανλής τιμήθηκε με το βραβείο Καρλομάγνου (αναφέραμε στην αρχή του άρθρου τον Φράγκο ηγεμόνα), γιατί μας οδήγησε στην ΕΟΚ. Ο διάδοχος του, του οίκου Παπανδρέου, δανείστηκε αφειδώς για να ζήσει, επί τέλους και ο ελληνικός λαός το δικό του όνειρο. Και οι «προστάτες» μας παρακολουθούσαν τα συμβαίνοντα έχοντας σαφή την επίγνωση των εξελίξεων. Δεν είναι συνετό να δεχθούμε ότι τους παραπλανήσαμε με τη "μεθοδευμένη λογιστική" μας. Οι οικονομολόγοι τους είναι "αετοί" στις οικονομικές "αλχημείες" και εμείς μαθητούδια μπροστά τους. Αλλά και οι δικοί μας γνώριζαν ότι, όταν καταναλώνεις χωρίς να παράγεις, οδηγείσαι με μαθηματική ακρίβεια στην επιτήρηση.

Συνεπώς ότι έγινε, έγινε με τη συμπαιγνία Φράγκων και εκφραγκευμένων δικών μας στα πλαίσια του παιγνίου του μεγάλου κεφαλαίου. Οι λαοί της δυτικής Ευρώπης έχουν κάθε λόγο, ως απληροφόρητοι, να κατηγορούν τους κακούς Έλληνες. Δεν γνωρίζουν ότι το παιχνίδι στήθηκε για να μετακυλιστεί το χρήμα τους όχι προς τον ελληνικό λαό, αλλά προς τους ισχυρούς του κεφαλαίου, τραπεζίτες, εργολάβους και άλλους εκεί και εδώ με επιβράβευση των πολιτικών μας για την εκδούλευση (π.χ. υπόθεση Siemens). Εκείνο που δεν θα κατανοήσουν είναι το ότι μπορεί ο ελληνικός λαός να είναι υπόλογος για την εκλογή των κυβερνήσεών του, δεν έχει όμως τη διάθεση υποταγής στις αποφάσεις αυτών. Σε αντίθεση με τους λαούς της Δύσης που αποδέχονται τις όποιες αποφάσεις των κυβερνώντων (υπάρχουν και οι εξαιρέσεις), εμείς έχουμε μέσα μας ακόμη δυνάμεις αντίστασης.

Οι Γερμανοί κατηγορούμενοι για εγκλήματα κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου δήλωναν ότι εκτελούσαν διαταγές. Εμείς δεν θα χρησιμοποιούσαμε πότε τη σαθρότατη αυτή δικαιολογία. Οι λαοί της Δύσης δέχθηκαν παθητικά τις άθλιες επεμβάσεις του ΝΑΤΟ στη Σερβία, στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Ο ελληνικός λαός αντέδρασε με σπάνια ομοψυχία στα εγκλήματα των ισχυρών, καθώς και στο σχέδιο Ανάν. Ίσως να χαρακτηριστεί από κάποιον σχιζοφρενική αυτή η διάσταση απόψεων μεταξύ κυβερνώντων και λαού. Όμως ερμηνεύεται αυτή κατά τρόπο απλό. Παρά το ότι οι κατά καιρούς κυβερνώντες επιχειρούν τον εκδυτικισμό μας δεν το κατάφεραν ακόμη προς θλίψη των "προστατών" μας. Ίσως μάλιστα αυτή η αντιμετώπισή μας εκ μέρους των αφεντικών να ενδυναμώσει το πεσμένο, λόγω του διαχεομένου κοσμοπολίτικου διεθνισμού, εθνικό φρόνημα. Ίσως να φθάσουμε κάποτε να βροντοφωνάξουμε: Δεν ανήκουμε στη Δύση και δεν έχουμε ευθύνη για τα τόσα εγκλήματα της σε βάρος της ανθρωπότητας.

                                                                                     

"ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ", 28-02-2010                  

Υπάρχει εναλλακτική λύση στην αποικιοποίηση

Υπάρχει εναλλακτική λύση στην αποικιοποίηση

 

Δημοψήφισμα ΤΩΡΑ για τα ληστρικά μέτρα

 

Του Τάκη Φωτόπουλου*

 

 

Τα ληστρικά μέτρα που μας επιβάλλει το Διευθυντήριο της Ε.Ε., σαφώς δίνουν την εικόνα μιας πλήρους αποικιοποίησης της χώρας από την υπερεθνική ελίτ.

Και δεν πρόκειται απλώς για την εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων συνταγών της Ε.Ε., όπως υποστηρίζουν κάποιοι στην Αριστερά. Άλλο πράγμα η εφαρμογή παρόμοιων μέτρων με την τυπική συναίνεση των λαών (όπως σε Βρετανία, Ολλανδία, Σουηδία κ.λπ.) και εντελώς άλλο η αναγκαστική εφαρμογή παρόμοιων μέτρων, όπως συμβαίνει με την Ελλάδα. Ιδιαίτερα, όταν τα μέτρα αυτά δεν έχουν την παραμικρή λαϊκή νομιμοποίηση, αφού, ως γνωστόν, το κυβερνών κόμμα εξελέγη με ένα πρόγραμμα που προέβλεπε εντελώς αντίθετα μέτρα από αυτά που εφαρμόζει σήμερα.

Και αυτό, ενώ η ηγεσία του (όπως και αυτή της Ν.Δ.) είχε πλήρη επίγνωση της κρίσης – η οποία βασικά είναι χρόνια – και συνειδητά εξαπατούσε τον λαό με τη βοήθεια των πολιτικών και οικονομικών ελίτ που ελέγχουν τα ΜΜΕ, οι οποίες ήξεραν ότι μόνο ένα «σοσιαλιστικό» κόμμα που ελέγχει τα συνδικάτα θα μπορούσε να περάσει παρόμοια μέτρα! Ούτε, βέβαια, μπορεί να παίρνει κανείς σοβαρά υπόψη πληρωμένες δημοσκοπήσεις που επικαλούνται οι ελίτ και δήθεν δείχνουν λαϊκή έγκριση των μέτρων. Όταν η Ελλάδα έχει γίνει πασίγνωστη για το μαγείρεμα των επίσημων στατιστικών στοιχείων (δεν είναι βέβαια μόνη!), αποτελεί κακόγουστο ανέκδοτο η επίκληση των δήθεν αμερόληπτων πορισμάτων των δημοσκοπήσεων, και μάλιστα σε ένα τόσο κρίσιμο θέμα για τις ελίτ που χρηματοδοτούν τις δημοσκοπήσεις αυτές…

Τα επιβαλλόμενα μέτρα παρουσιάζονται, σε μια μαζική πλύση εγκεφάλου από τις ελίτ, τους «αναλυτές» τους και τα ΜΜΕ, ως αναπόφευκτα. Γεγονός όμως που αληθεύει μόνο εάν πάρουμε δεδομένο το θεσμικό πλαίσιο της σημερινής παγκοσμιοποίησης, δηλαδή τις ανοικτές και απελευθερωμένες αγορές, που είναι η απώτερη αιτία, και των συνακόλουθων συνθηκών Μάαστριχτ, Λισαβόνας, του Συμφώνου Σταθερότητας κ.λπ. Στο πλαίσιο αυτό, η ανταγωνιστικότητα παίζει κρίσιμο ρόλο σε μια εξαγωγική οικονομία, που στηρίζει την ανάπτυξή της στην ελεύθερη κίνηση εμπορευμάτων και κεφαλαίου (όπως η Γερμανία και η… Κίνα). Η δε ανταγωνιστικότητα μιας χώρας εξαρτάται από το χαμηλό κόστος παραγωγής (που είναι συνάρτηση των μισθών, της παραγωγικότητας, της σταθερότητας των τιμών, αλλά και των εργοδοτικών εισφορών/φόρων κ.λπ.).

Το ευρώ, λοιπόν, δεν μπορεί να διαχωριστεί από το Σύμφωνο Σταθερότητας, όπως ανόητα υποστηρίζει η ρεφορμιστική Αριστερά, γιατί είναι ο συνδυασμός αυτός που, στο δεδομένο θεσμικό πλαίσιο, μπορεί να επιτύχει τη νομισματική σταθερότητα και την ανταγωνιστικότητα των αναπτυγμένων οικονομιών στην ευρωζώνη, εφόσον χωρίς τις πολιτικές συμπίεσης των μισθών, τιμών και συναφών ελλειμμάτων, πράγματι δεν θα μπορούσε η «Ε.Ε. των κεφαλαίων» να επιβιώσει στον ανταγωνισμό με ΗΠΑ, Κίνα, κ.λπ. Ετσι, η ευρωζώνη διαμορφώθηκε με βάση τις ανάγκες οικονομιών όπως η γερμανική, οι οποίες ελάχιστη σχέση έχουν με τις ανάγκες χωρών όπως η ελληνική ή άλλες χώρες στον Ευρωπαϊκό Νότο.

Το σύνθημα, επομένως, «κατάργηση του Συμφώνου Σταθερότητας» είναι αποπροσανατολιστικό, γιατί ουσιαστικά μεταθέτουμε το θέμα να λυθεί στην ΟΝΕ, όταν θ' αλλάξει ο γενικός συσχετισμός δυνάμεων μέσα σε αυτήν, δηλαδή… σε τρία τέρμινα. Στο μεταξύ, ο ελληνικός λαός θα έχει γονατίσει μέσα στη νεοφιλελεύθερη ανέχεια και την ανεργία (που, σήμερα, συνήθως καταλήγει στον συντηρητισμό και την απάθεια, βλ. π.χ. το βρετανικό παράδειγμα). Αντίστοιχα, το σύνθημα της «απείθειας στην Ε.Ε.» καταντά ρητορικό, όταν το κυβερνών κόμμα ελέγχει τα κυριότερα συνδικάτα, από τα οποία άλλωστε προκύπτουν στη συνέχεια επαγγελματίες πολιτικοί στο κόμμα!

 

Από την άλλη μεριά όμως, θα μπορούσε να προταθεί ένα εναλλακτικό «πακέτο» μέτρων σαν το παρακάτω που, ακόμη και στο υπάρχον σύστημα της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας», θα μπορούσε να εξασφαλίσει:

 

* Την έξοδο από τη σημερινή δημοσιονομική κρίση (όχι, βέβαια, από τη χρόνια οικονομική κρίση, που είναι συνάρτηση μακροπρόθεσμων ριζικών αλλαγών στην παραγωγική και καταναλωτική δομή της χώρας), χωρίς το σημερινό πετσόκομμα κοινωνικών κατακτήσεων, τη μαζική ανεργία και τη φτώχεια για δεκαετίες.

 

* Πραγματική κοινωνική δικαιοσύνη (όχι αυτή που επικαλείται η κυβέρνηση!) για την έξοδο από την κρίση, επιβάλλοντας σε αυτούς που κυρίως ωφελήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια από τον υπέρογκο δανεισμό, να πληρώσουν το χρέος από τις πελώριες περιουσίες που συγκέντρωσαν με τη φοροδιαφυγή, αισχροκέρδεια κ.λπ.

 

* Τη δημιουργία των προϋποθέσεων για οικονομική αυτοδυναμία (όχι αυτάρκεια) και υπέρβαση του άσκοπου καταναλωτισμού στο μέλλον.[1]

 

Η θεμελιακή προϋπόθεση για ένα παρόμοιο πακέτο μέτρων είναι η ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας στο οικονομικό επίπεδο, που σήμερα έχει καταλυθεί. Αυτό συνεπάγεται την άμεση έξοδο από την ευρωζώνη -λύση που προτείνουν ακόμη και ορθόδοξοι οικονομολόγοι του Χάρβαρντ (με άλλο βέβαια σκεπτικό και σαν προσωρινό μέτρο),[2] σε αντίθεση με τους δικούς μας φωστήρες «αριστερούς» διανοούμενους, που προβλέπουν, τη συντέλεια του κόσμου από παρόμοια ενέργεια! Για να μην είναι όμως οδυνηρή η διαδικασία αυτή, θα πρέπει να συνδυαστεί με ένα συμπληρωματικό «πακέτο» μέτρων, όπως τα παρακάτω, που θα γίνουν εφικτά μετά την έξοδο από την ΟΝΕ και τη συνακόλουθη αποδέσμευσή μας από το Σύμφωνο Σταθερότητας:

1) Λογική υποτίμηση της «νέας δραχμής», που θα εισαγόταν στη θέση του ευρώ -πράγμα που θα έκανε φτηνότερο τον τουρισμό και τα εξαγωγικά προϊόντα μας, που τώρα υποφέρουν από το ακριβό ευρώ που επιβάλλει το Διευθυντήριο, ενώ συγχρόνως θα έκανε ακριβότερα τα εισαγόμενα προϊόντα- πράγμα που θα έδινε σημαντική προστασία στην ντόπια αγροτική και βιοτεχνική παραγωγή. Τα εισαγόμενα είδη πρώτης ανάγκης θα μπορούσαν να επιχορηγούνται (για να μην χτυπηθούν τα λαϊκά στρώματα), με χρήματα από τα έσοδα που θα προέκυπταν από έναν βαρύ επιπρόσθετο φόρο στα εισαγόμενα είδη πολυτελείας, ενώ έλεγχοι στις τιμές θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν τις μη απαραίτητες ανατιμήσεις.

2) Επαναδιαπραγμάτευση του χρέους (με την απειλή κήρυξης άμεσης χρεοκοπίας, δηλαδή στάσης των πληρωμών τοκοχρεολυσίων σε περίπτωση μη αποδοχής της), με στόχο τη σημαντική επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής και την αντιστάθμιση των συνεπειών της υποτίμησης στο υπάρχον χρέος.

3) Σταδιακή αποπληρωμή του χρέους με έσοδα που θα προέλθουν βασικά από έναν άκρως προοδευτικό έκτακτο φόρο ακίνητης και κινητής περιουσίας (π.χ. για περιουσίες πάνω από 1 εκατ. ευρώ, που βρίσκονται είτε στην Ελλάδα είτε σε καταθέσεις του εξωτερικού), με παράλληλη εισαγωγή αυστηρών ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίου, ώστε να σταματήσει η συνεχής εκροή κεφαλαίων των ελίτ, που μόνο τους τελευταίους μήνες ξεπερνά τα 10 δισ. ευρώ,[3] και να ελεγχθεί η κερδοσκοπία.

 

Ο συνδυασμός των μέτρων αυτών θα σήμαινε περισσότερες δουλειές και εισοδήματα, καθώς και μείωση της πελώριας ανισοκατανομής εισοδήματος, αντί για την ανεργία, τη φτώχεια και τη μεγαλύτερη ανισότητα στις οποίες μας καταδικάζουν οι ευρωπαϊκές και ντόπιες ελίτ. Εάν, λοιπόν, η πολιτική ελίτ ενδιαφέρεται έστω για τα προσχήματα «δημοκρατικότητας», ας προχωρήσει σε άμεσο δημοψήφισμα για την έγκριση ή απόρριψη των ληστρικών μέτρων, ώστε να συζητηθούν δημόσια οι εναλλακτικές προτάσεις, εφόσον, βέβαια, εξασφαλιστούν οι όροι απόλυτης ισηγορίας στα ΜΜΕ. Εάν, αντίθετα, η κυβέρνηση επιλέξει τη «νομιμοποίηση» των μέτρων με βάση τις δημοσκοπήσεις, δικαιολογημένα θα χαρακτηριστεί – ιδιαίτερα αν αρχίσει να καταφεύγει στη βία για να καταπνίξει τη λαϊκή αντίδραση (όπως ήδη άρχισε να κάνει) – «κοινοβουλευτική χούντα» και θ' αντιμετωπιστεί ανάλογα

 

* (Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία 27 Φλεβάρη 2010)

 

ΠΗΓΗ: http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2010/27_2_2010.html,

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από το mtb.



[1] Βλ. περιοδικό Περιεκτική Δημοκρατία (αρ. 20-21) & Η Παγκόσμια Κρίση, η Ελλάδα και το Αντισυστημικό Κίνημα (Κουκκίδα, 2009) κεφ. 14.

[2] Martin Feldstein, «Let Greece take a eurozone "holiday"», Financial Times, 16/2/2010.

[3] Helena Smith, «Super-rich move billions out as debt crisis overwhelms, Greece», Observer, 7/2/2010.

Πώς επιβιώνει ο καπιταλισμός

Πώς επιβιώνει ο καπιταλισμός

 

Του Ζίγκμουντ Μπάουμαν*

 

Όπως το πρόσφατο χρηματοπιστωτικό τσουνάμι κατέδειξε πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία σε εκατομμύρια πρόσωπα, τα οποία οδηγήθηκαν να πιστέψουν στις χρηματοπιστωτικές αγορές και στις τραπεζικές πρακτικές ως έγκυρες μεθόδους για να επιλύουν με επιτυχία τα προβλήματά τους, ο καπιταλισμός στην καλύτερη των υποθέσεων δημιουργεί προβλήματα, δεν τα επιλύει.

Και αυτό για έναν απλό λόγο: ο καπιταλισμός, όπως και το θεώρημα της μη πληρότητας των συστημάτων των φυσικών αριθμών του Κουρτ Γκέντελ, δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα συνεπής και πλήρης. Αν είναι συνεπής με τις ίδιες του τις αρχές, εμφανίζονται προβλήματα με τα οποία αυτός δεν μπορεί να ασχοληθεί. Αρκεί να σκεφτούμε ότι τα στεγαστικά δάνεια, που διαφημίστηκαν σαν ένα εργαλείο για να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες όσων δεν είχαν κατοικία, στην πραγματικότητα πολλαπλασίασαν τον αριθμό εκείνων που ξαναβρέθηκαν χωρίς κατοικία.

Πολύ πριν ο Γκέντελ διατυπώσει το θεώρημά του, η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε γράψει τη μελέτη της για τη συσσώρευση του κεφαλαίου, στην οποία υποστήριζε ότι ο καπιταλισμός δεν είναι σε θέση να επιβιώσει χωρίς μη καπιταλιστικές οικονομίες. Ο καπιταλισμός μπορεί να αναπτύσσεται μόνον όσο θα υπάρχουν «παρθένες περιοχές», έλεγε, ανοιχτές στην επέκταση και στην εκμετάλλευση. Σκεφτόταν τις χώρες που έγιναν αποικίες εκείνη την εποχή. Το πρόβλημα είναι ότι, αφότου κατακτηθούν αυτές οι περιοχές, στερούνται την «παρθενικότητά» τους και έτσι εξαντλείται η πηγή από την οποία τρέφεται ο ίδιος ο καπιταλισμός.

http://s.enet.gr/resources/2010-02/18-19f2-2-thumb-large.jpg

Ο καπιταλισμός, για να το πούμε ειλικρινά, είναι ουσιαστικά ένα παρασιτικό σύστημα. Μπορεί να ευημερεί μόνον όταν βρίσκει έναν οργανισμό, τον οποίο δεν έχει ακόμη εκμεταλλευτεί, και από τον οποίο τροφοδοτείται, αλλά (ιδού το παράδοξο) δεν μπορεί να το κάνει χωρίς με αυτόν τον τρόπο να βλάψει τον οργανισμό που τον φιλοξενεί και, αργά ή γρήγορα, να υπονομεύσει τις ίδιες τις προϋποθέσεις της ευημερίας του ή ακόμη και της επιβίωσής του.

 

Ευρηματικότητα

 

Σήμερα, έναν αιώνα μετά από αυτή τη διάγνωση, γνωρίζουμε με ακόμη μεγαλύτερη βεβαιότητα ότι η δύναμη του καπιταλισμού έγκειται στη σαγηνευτική ευρηματικότητα με την οποία αναζητάει και βρίσκει νέα είδη ξενιστών, κάθε φορά που τα προηγούμενα εκμεταλλευόμενα είδη γίνονται πιο σπάνια ή χάνονται εντελώς. Τώρα γνωρίζουμε και την ταχύτητα με την οποία αναπροσαρμόζεται στις ιδιαιτερότητες των νέων εδαφών στα οποία βόσκει. Στο τεύχος Νοεμβρίου του 2008 της περιοδικής επιθεώρησης New York Review of Books ο Τζορτζ Σόρος, με το άρθρο του «The crisis and what to do about it», εξήγησε τη σειρά των καπιταλιστικών πρωτοβουλιών ως μια διαδοχή από φούσκες που μεγαλώνουν κατά κανόνα πολύ πέρα από τις δυνατότητές τους και που σκάνε αμέσως μόλις φτάνουν το σημείο της μέγιστης αντίστασης. Η τωρινή πιστωτική στενότητα δεν αναγγέλλει επομένως το τέλος του καπιταλισμού, αλλά μόνον την εξάντληση ενός από τα εδάφη στα οποία αυτός έβοσκε. Η αναζήτηση του προσεχούς βοσκοτοπιού άρχισε αμέσως. Και ακριβώς όπως στο παρελθόν το καπιταλιστικό κράτος διαλαλούσε τα κατορθώματά του μέσα από την υποχρεωτική κινητοποίηση δημόσιων πόρων, θα αναζητηθούν νέες παρθένες περιοχές και θα γίνουν προσπάθειες να τις ανοίξουν με το καλό ή με το ζόρι, μέχρις ότου και οι δικές τους δυνατότητες, με τη σειρά τους, θα εξαντληθούν.

 

Καταστροφή

 

Όπως πάντα, και όπως μάθαμε στον εικοστό αιώνα από μια μακρά σειρά μαθηματικών ανακαλύψεων, από τον Ανρί Πουανκαρέ ώς τον Εντουαρντ Λόρεντς, η πιο μικρή απόκλιση μπορεί να μας ρίξει στην άβυσσο και να μας οδηγήσει στην καταστροφή, έτσι όπως και το πιο μικρό βήμα προς τα μπρος μπορεί να εξαπολύσει μια καταιγίδα και να καταλήξει να προκαλέσει έναν κατακλυσμό. Και αυτό γιατί οι αναγγελίες της ανακάλυψης νησιών που δεν καταγράφονται ούτε στους γεωγραφικούς χάρτες, προσελκύουν συνήθως πλήθη τυχοδιωκτών μεγαλύτερα και από τις ίδιες τις διαστάσεις των παρθένων περιοχών – πλήθη που μέσα σε μια στιγμή θα χρειαστεί να μπορέσουν να τρέξουν γρήγορα στις βάρκες τους, για να απομακρυνθούν από μιαν επικείμενη καταστροφή, με την ελπίδα ότι αυτές οι βάρκες θα είναι ακόμη άθικτες και ασφαλείς. Το ερώτημα που τίθεται είναι επομένως σε ποιο σημείο θα εξαντληθεί ο κατάλογος των περιοχών που μπορούν να αναγορευτούν, με μια δεύτερη διαδικασία, παρθένες και πότε οι (φρενιτιώδεις και επινοητικές) εξερευνήσεις θα πάψουν να προσφέρουν κάποια προσωρινή ανακωχή.

Η εισαγωγή των πιστωτικών καρτών και του εύκολου δανεισμού για την απόκτηση κατοικίας είχαν προαναγγείλει αυτό που θα συνέβαινε. Το συμβόλαιο του δανείου έπρεπε να μετατραπεί σε ένα παράγωγο, που επέτρεπε σε αυτόν που δάνειζε να αντλεί διαρκώς κέρδος. Δεν μπορείτε να πληρώσετε τις δόσεις του δανείου σας; Μην ανησυχείτε. Διαφορετικά από εκείνα τα λίγο κακά παλιομοδίτικα άτομα, που ανυπομονούσαν να εισπράξουν τις δόσεις μέσα σε προκαθορισμένες προθεσμίες, εμείς οι μοντέρνοι δανειστές δεν θέλουμε πίσω τα λεφτά μας. Αντίθετα μάλιστα προσφερόμαστε να σας δανείσουμε και άλλα λεφτά, για να πληρώσετε τα χρέη σας και όχι μόνον, αλλά ακόμη και για να έχετε περισσότερα μετρητά. Πράγματι, αυτό που κανείς δεν δήλωνε, αφήνοντας στις βαθιές και σκοτεινές προαισθήσεις των οφειλετών το καθήκον να αντιληφθούν την αλήθεια, είναι το ότι οι τράπεζες που δανείζουν στην πραγματικότητα δεν θέλουν οι οφειλέτες τους να εξοφλούν τις υποχρεώσεις τους. Αν οι οφειλέτες πλήρωναν όσα δανείστηκαν δεν θα υπήρχε πλέον χρέος, ενώ είναι ακριβώς τα χρέη τους (τον τόκο που πληρώνεται μηνιαία) εκείνα που οι δανειστές αποφάσισαν να μετατρέψουν σε κύρια πληγή του διαρκούς τους κέρδους.

Οι πελάτες που επιστρέφουν με επιμέλεια τα χρήματα που έχουν δανειστεί είναι ο εφιάλτης αυτών που χορηγούν δάνεια. Και αυτό γιατί τα κέρδη των μετόχων των τραπεζών βασίζονται κυρίως στη συνεχή «εξυπηρέτηση» των χρεών παρά στην έγκαιρη εξόφλησή τους. Σε ό,τι αφορά αυτούς τους μετόχους, ο ιδεώδης υποψήφιος για δανεισμό είναι εκείνος που δεν θα εξοφλήσει ποτέ το ποσό που δανείστηκε. Τα πρόσωπα που έχουν λογαριασμούς με αποταμιεύσεις, αλλά δεν έχουν χρέη, είναι επομένως οι «παρθένες περιοχές» του σήμερα (του χθες), που επιτρέπουν μιαν εκμετάλλευση. Από τη στιγμή που θα οδηγηθούν να αρχίσουν να καλλιεργούνται, δεν θα 'πρεπε ποτέ να τους παραχωρηθεί η δυνατότητα να αρνηθούν και να ξαναγίνουν ακαλλιέργητα εδάφη. Ετσι μια από τις πιο σημαντικές βρετανικές εταιρείες που δίνουν πιστωτικές κάρτες προκάλεσε πρόσφατα την αγανάκτηση της κοινής γνώμης, όταν αρνήθηκε να παραχωρήσει ξανά πιστωτικές κάρτες στους πελάτες που κάθε μήνα εξοφλούσαν τα χρέη τους.

 

Εκμετάλλευση

 

Ιδού όμως κάποιο παράδειγμα της καταστροφικής επίπτωσης αυτής της στρατηγικής: σε μια βρετανική εφημερίδα δημοσιεύτηκε η ιστορία ενός πενηντάχρονου, ο οποίος είχε χρεωθεί 58 χιλιάδες λίρες από 14 τράπεζες. Αυτός ο κύριος δεν κατόρθωνε να πληρώνει τους τόκους του χρέους του. Λυπούμενος εκ των υστέρων για τη βλακεία που τον έσπρωξε σε αυτή την απαράδεκτη κατάσταση, αυτός στράφηκε εναντίον εκείνων που του είχαν χορηγήσει τα δάνεια. Σύμφωνα με όσα είπε, όποιος χορηγεί δάνεια είναι «εν μέρει» υπεύθυνος και κατακριτέος, επειδή επιτρέπει στους ανθρώπους να χρεώνονται με απίστευτη ευκολία. Σε μιαν άλλη μακρινή χώρα, στο Κουίνσλαντ της Αυστραλίας, μια νέα που είναι σήμερα 23 ετών και ονομάζεται Σιόμπχαν Χίλεϊ, πριν από μερικά χρόνια απέκτησε την πρώτη πιστωτική της κάρτα. Τελικά -έτσι δήλωσε- ήταν ελεύθερη να διαχειρίζεται μόνη της τα οικονομικά της. Λίγο καιρό μετά, η νεαρή ζήτησε και απέκτησε μια δεύτερη πιστωτική κάρτα, για να αντιμετωπίσει τους τόκους και τα χρέη που είχαν συσσωρευτεί από την πρώτη. Αφού πέρασε λίγος ακόμη χρόνος, ανακάλυψε ότι η δεύτερη πιστωτική κάρτα δεν αρκούσε για να καλύπτει τους τόκους από τα χρέη της πρώτης. Απευθύνθηκε επομένως σε μια τράπεζα, για να αποκτήσει ένα δάνειο αναγκαίο για να εξοφλήσει τα ανοίγματα και από τις δύο κάρτες. Με δυο λόγια, οι τράπεζες κατόρθωσαν να αποκτήσουν αυτό που ήθελαν: μια παρθένα γη, που την κατέκτησαν και την εκμεταλλεύονται.

 

Στεγαστικά

 

Οπως και σε όλες τις προηγούμενες μεταβολές του καπιταλισμού, έτσι και αυτή τη φορά το κράτος βοήθησε στη δημιουργία αυτών των νέων εδαφών. Με βάση μια πρωτοβουλία του προέδρου Κλίντον, έγινε η εισαγωγή στις Ηνωμένες Πολιτείες των στεγαστικών δανείων, που προωθούσε η κυβέρνηση για να προσφέρει εύκολες πιστώσεις για την απόκτηση κατοικίας σε πρόσωπα που δεν είχαν τα μέσα για να εξοφλούν τα δάνειά τους και συνεπώς για να μετατρέψει σε οφειλέτες εκείνα τα τμήματα του πληθυσμού που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν ενταχθεί στο κύκλωμα της εκμετάλλευσης μέσω του πιστωτικού συστήματος. Ακριβώς όμως όπως η εξαφάνιση ανθρώπων που περιφέρονται ξυπόλητοι προκαλεί ανησυχία στην υποδηματοβιομηχανία, έτσι και η εξαφάνιση προσώπων που δεν είναι χρεωμένα επιτρέπει να προβλέψουμε την καταστροφή για τη βιομηχανία των δανείων.

Για άλλη μια φορά ο καπιταλισμός πλησιάζει σε μια μη ηθελημένη αυτοκτονία, δρώντας έτσι ώστε να εξαντλεί τους πόρους των νέων παρθένων περιοχών που εκμεταλλεύεται. Με δυο λόγια, ο καπιταλισμός τέλειωσε; Δεν τον νομίζω. Η είδηση του θανάτου του καπιταλισμού, όπως θα έλεγε ο Μαρκ Τουέιν, είναι τρομερά υπερβολική. Το κράτος έσπευσε να βοηθήσει. Αρκεί να σκεφτούμε τα γιγάντια σχέδια σωτηρίας των τραπεζών που κατάρτισαν οι κυβερνήσεις όλου του κόσμου. Αλλά έχει εισαχθεί και ένα είδος κράτους πρόνοιας για τους πλουσιότερους. Για να αναφέρουμε ένα μόνο παράδειγμα από την πρόσφατη ειδησεογραφία: τη στιγμή που σταμάτησε ακριβώς στο χείλος της καταστροφής, χάρη στην άφθονη ροή του χρήματος των φορολογουμένων, η τράπεζα TSB Lloyds άρχισε να ασκεί πιέσεις στο δημόσιο ταμείο, για να κατευθύνει μέρος του πακέτου σωτηρίας στους λογαριασμούς των μερισμάτων των μετόχων της. Και παρά την επίσημη αγανάκτηση των εκπροσώπων του κράτους, προχώρησε ατάραχη στην καταβολή μπόνους, εκδηλώνοντας μια τέτοια πλεονεξία και απληστία σαν αυτές που οδήγησαν τις τράπεζες και τους πελάτες τους στην απόλυτη καταστροφή. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό. Σύμφωνα με τον Στίβεν Σλιβίνσκι του Ινστιτούτου Cato, ήδη το 2006 η αμερικανική κυβέρνηση ξόδεψε 92 δισ. δολάρια για να στηρίξει με οικονομική βοήθεια κολοσσούς της βιομηχανίας όπως η Boeing, η Ibm και η General Motors.

 

Συναλλαγή

 

Πριν από χρόνια, ο Γιούργκεν Χάμπερμας υποστήριζε ότι το κράτος είναι καπιταλιστικό και υπενθύμιζε ότι η ουσία του καπιταλισμού είναι η ένωση κεφαλαίου και εργατικής δύναμης. Σκοπός αυτής της ένωσης είναι να πραγματοποιεί μιαν εμπορική συναλλαγή: το κράτος αγοράζει την εργατική δύναμη.

Για να γίνει ωστόσο η συναλλαγή πρέπει να ικανοποιούνται δύο προϋποθέσεις: το κεφάλαιο πρέπει να είναι σε θέση να αγοράζει και η εργατική δύναμη πρέπει να μπορεί να αγοραστεί, δηλαδή να γίνεται αρκετά ενδιαφέρουσα και δελεαστική για να αγοραστεί από το κεφάλαιο. Κύριο καθήκον του κράτους είναι επομένως να δράσει έτσι ώστε και οι δυο αυτές προϋποθέσεις να υλοποιηθούν. Γι' αυτόν τον λόγο το κράτος πρέπει να κάνει δύο πράγματα: πρώτον, να χρηματοδοτήσει το κεφάλαιο στην περίπτωση που δεν διαθέτει την αναγκαία ρευστότητα για την αγορά μιας παραγωγικής και επικερδούς εργατικής δύναμης.

Δεύτερον, να βεβαιωθεί ότι η εργατική δύναμη αξίζει πραγματικά να αγοραστεί, δηλαδή ότι είναι σε θέση να αντέξει τον κόπο της βιομηχανικής παραγωγής, ότι είναι δυνατή και υγιής και ότι είναι κατάλληλα προετοιμασμένη και διαθέτει εκείνες τις εργασιακές γνώσεις και ιδιότητες που είναι αναγκαίες ώστε να απασχοληθεί στον βιομηχανικό τομέα. Ο Χάμπερμας έγραφε αυτά τα πράγματα στον καιρό της μοντέρνας «στέρεης» κοινωνίας των παραγωγών. Σήμερα, στη «ρευστή» κοινωνία, το κράτος είναι καπιταλιστικό στο μέτρο που εγγυάται μια συνεχή πιστωτική διαθεσιμότητα. Εξάλλου, η συνεργασία κράτους και αγοράς είναι κανόνας στον καπιταλισμό. Η σύγκρουση μεταξύ τους, αν ποτέ παρουσιαστεί, είναι αντίθετα η εξαίρεση. Απομένει να δούμε το μέλλον, δηλαδή τις μελλοντικές παρθένες περιοχές.

 

* ΖΙΓΚΜΟΥΝΤ ΜΠΑΟΥΜΑΝ: Ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους κοινωνιολόγους. Ο 85χρονος σήμερα Ζίγκμουντ Μπάουμαν είναι ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους κοινωνιολόγους και έχει γράψει πολλά και σημαντικά έργα, μερικά από τα οποία μεταφράστηκαν τα τελευταία χρόνια και στη γλώσσα μας. Μέχρι το 1968, ο Πολωνός Μπάουμαν δίδασκε στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.

Έπειτα υποχρεώθηκε να μεταναστεύσει και συνέχισε τη διδακτική του δραστηριότητα στο Πανεπιστήμιο του Λιντς στη Μεγάλη Βρετανία. Το κείμενό του αυτό είναι η εισήγησή του σε θεωρητικό συμπόσιο με θέμα «Ανησυχίες στη νεωτερικότητα», που έγινε με πρωτοβουλία της οργάνωσης Arci στη Φλωρεντία, τον Δεκέμβριο του 2008.

 

ΠΗΓΗ: Ελευθεροτυπία, Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010, Έντυπη Έκδοση, Υπεύθυνος: ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ – ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗΣ,

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=129283

Η Αριστερά, η Δεξιά και Γερμανία

Η Αριστερά, η Δεξιά και Γερμανία

 

Του (+) Παναγιώτη Κονδύλη

 

 

 […] Οι μεν εξακολουθούν να θεωρούν εαυτούς "αριστερούς", παρόλο που, συγχρόνως, διεκδικούν την κληρονομιά του "πραγματικού φιλελευθερισμού", δηλώνοντας έτσι απλώς – και άθελά τους –  την προσαρμογή τους στην πραγματικότητα της δυτικής μαζικής δημοκρατίας. Οι δε  διαφοροποιούνται προσκολλώμενοι στο φάντασμα ενός "συντηρητισμού" ο οποίος έχει πεθάνει προ πολλού και τον οποίον καμία "συντηρητική επανάσταση" δεν πρόκειται να αναστήσει. Βέβαια η επίκληση της "επανάστασης" διανοίγει καινοφανείς δυνατότητες χαλαρών συμμαχιών με δυνάμεις που δεν αυτοχαρακτηρίζονται "συντηρητικές" αλλά "εθνικές" ή "αντιδυτικές"  […]

Η Δύση δεν υπάρχει πια. "Δύση" ήταν το αντικομμουνιστικό στρατόπεδο (διαφορετικά Ιαπωνία και Ν. Κορέα δεν θα ανήκαν στη "Δύση"). Όσοι – και κυρίως οι κοσμοπολίτες "αριστεροί" – θεωρούν ότι η συνοχή της Δύσης στηρίζεται απλώς στις κοινές της αξίες είναι πολιτικά και ιστορικά αφελείς. Οι κοινές αξίες καθεαυτές δεν δημιουργούν κοινά συμφέροντα – το αντίθετο, ναι, μπορεί να συμβεί – ούτε εμπόδισαν ποτέ τις αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ χριστιανικών ή φιλελεύθερων λαών. Το πολιτικά σημαντικό ερώτημα είναι: τι εννοούμε όταν λέμε δυτικός προσανατολισμός και τι μπορεί να σημαίνει  δυτικός προσανατολισμός για τη Γερμανία αν η Δύση διασπαστεί και η Γερμανία χρειαστεί να επιλέξει πχ μεταξύ ενός ευρωπαϊκού χώρου και της φιλίας με τις ΗΠΑ ή, αντίστροφα, εάν η ευρωπαϊκή ενοποίηση γίνει υπό προϋποθέσεις που η πλειονότητα του γερμανικού λαού θα απέρριπτε;  Διότι η ώρα της αλήθειας θα σημάνει όταν θα χρειαστεί να γίνει κατανομή όχι πλέον των ωφελημάτων της ευημερίας αλλά του παθητικού και των χρεών.[…]

Η γερμανική κοσμοπολίτικη "αριστερά", σε συμμαχία πλέον με τις πολυεθνικές, διακηρύττει το ξεπέρασμα του εθνικισμού […]

Η επιβίωση της Ευρώπης δεν είναι τόσο αυτονόητη όσο νομίζουν μερικοί. Ο Γερμανός "δεξιός" μπορεί να μην χωνεύει τους Άγγλους ή τους Γάλλους, ενδέχεται όμως να χωνεύει ακόμη λιγότερο τους Κινέζους. Η εθνικιστική "δεξιά" σκέψη τείνει στην ομφαλοσκόπηση παραμελώντας την πλανητική διάσταση. Το στρατηγικό ζήτημα όμως είναι: Τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά κράτη θα αποτελέσουν, είτε μέσω συναίνεσης, είτε μέσω αμοιβαίων παραχωρήσεων, μία πολιτική ενότητα που θα λειτουργεί αποτελεσματικά ή θα χρειαστεί η ντε φάκτο ηγεμονία ενός έθνους – κάτι που θα ήταν προτιμότερο από το να βουλιάξουν όλοι μαζί; Στην πρώτη περίπτωση η γερμανική εθνικιστική "δεξιά" θα πρέπει να επανεξετάσει τη στάση της έναντι των Άγγλων και των Γάλλων. Στη δεύτερη περίπτωση θα πρέπει να υπερβεί τη μνησικακία του ηττημένου έναντι των Αμερικανών. Διότι όσο οι ΗΠΑ παραμένουν η μοναδική ουσιαστικά πλανητική δύναμη, η υποστήριξή τους για την επίτευξη της [γερμανικής] ηγεμονίας [στην Ευρώπη] είναι απαραίτητη.

Μια τρίτη εντούτοις προοπτική μου φαίνεται πιθανότερη για το εγγύς μέλλον: η διελκυστίνδα μεταξύ των ευρωπαϊκών εθνών συνεχίζεται υπό το σύνθημα "ο σώζων εαυτόν σωθήτω" και αναζωογονούνται παλαιοί συσχετισμοί δυνάμεων προς ικανοποίησιν της εθνικιστικής "δεξιάς". Βέβαια η πλανητική σημασία και η ένταση αυτών των παιχνιδιών θα είναι πολύ μικρότερη από ότι στο παρελθόν.

Και ο επαρχιωτισμός της εθνικιστικής "δεξιάς" θα ήταν απλώς η αντεστραμμένη όψη της κοσμοπολίτικης ελαφρότητας της "αριστεράς". Και οι δύο δεν μπορούν ούτε να θέσουν ούτε να απαντήσουν στο ερώτημα:

υπό τις σημερινές συνθήκες στην Ευρώπη, ποια πλανητική πολιτική οντότητα είναι βιώσιμη;  Και το ερώτημα αυτό τίθεται ανεξάρτητα από το πώς αξιολογεί κάποιος το μέλλον και την αναγκαιότητα του εθνικού κράτους.

 

Μετάφραση, επιλογή αποσπασμάτων: herrk

 

Πρωτότυπο: P. Kondylis, Die Rechte, die Linke und Deutschland (1994) [ in: P. Kondylis, Das Politische im 20. Jahrhundert. Manutius Verlag, Heidelberg 2001 ]

 

ΠΗΓΗ: 26Φεβ10, http://kondylis.wordpress.com/2010/02/26/de/

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin.

Η εξατομίκευση του θανάτου και η ευθανασία

Η εξατομίκευση του θανάτου και η ευθανασία: Αναζητώντας το θεολογικό μίτο

 

π. Νικόλαου Λουδοβίκου*

 

 

 

Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί συνάδελφοι, Χριστός Ανέστη! Παρ' ότι είμαι τελευταίος στη μακρά ομήγυρη των εκλεκτών ομιλητών θα τολμήσω να μεταβάλω το πλαίσιο, λίγο, για να μπορέσουμε να προβληματιστούμε πάνω στο θέμα μας ακόμη καλύτερα.

Σκεφτόμουνα έντονα αυτές τις λίγες μέρες που μπόρεσα να ασχοληθώ με το ζήτημα, το γιατί να είναι τόσο δύσκολο να συνεννοηθούμε, εννοώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πάνω σε ένα θέμα το οποίο φαινομενικά φαίνεται πολύ εύκολο και αυτονόητο. Χριστιανοί είμαστε, στις καταβολές του πολιτισμού μας (όχι, για παράδειγμα, Γνωστικοί, οπότε η Δημιουργία θα ήταν κακή στη φύση της) η ανθρώπινη ζωή είναι έτσι δώρο Θεού, άρα δεν αφαιρείται ουδέποτε με κανένα πρόσχημα.

Γιατί το πρόβλημα αυτό είναι τόσο περίπλοκο; Και οι νομοθεσίες, όπως μαθαίνουμε, και θα γίνουν πιθανώς και άλλες και πιθανώς θα έρθουν και σε εμάς, δεν φαίνεται να αγνοούν πως αυτού του είδους τα διλήμματα προκαλούν συγκρούσεις. Όμως, γιατί άραγε να μην είναι πράγματι αυτονόητο αυτό το τόσο φαινομενικά αυτονόητο θέμα; Αυτό με απασχόλησε και ίσως σε αυτό μπορώ να καταθέσω μια συμβολή στο να δούμε δηλαδή γιατί δεν είναι τόσο αυτονόητο το ζήτημα της ευθανασίας. Αν μπορούσα, λοιπόν, να απαντήσω μονολεκτικά στο ερώτημα αυτό, θα απαντούσα ως εξής: Προέρχεται το γεγονός αυτής της αντίφασης από το ότι η σύγχρονη mentalité, η σύγχρονη νοοτροπία, έχει διαμορφωθεί από χριστιανικές αλήθειες, όπως έλεγε ο Chesterton, "που τρελάθηκαν". Και έτσι με τον τρόπο αυτό έχουμε αντικρουόμενες γνώμες μέσα σε μια και την αυτή χριστιανική μήτρα. Είναι παράξενο αυτό. Και αυτό είναι που κάνει τη συνεννόηση ακριβώς δύσκολη.

 Θα προσπαθήσω να το δείξω αυτό κατ' αρχήν σε ένα φιλοσοφικό και θεολογικό ταυτόχρονα πλαίσιο, μιλώντας για ένα θέμα το οποίο θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε, νομίζω, εξατομίκευση του θανάτου στη Δύση και στη σύγχρονη κοινωνία. Η εξατομίκευση του θανάτου είναι ένα φαινόμενο το οποίο στη χριστιανική Δύση αρχίζει νομίζω από την Αναγέννηση και μετά και μάλιστα από το 15ο-16ο αιώνα. Προηγουμένως υπάρχει ένας κοινοτικός θάνατος. Ο θάνατος συμβαίνει μέσα σε μια κοινωνική ομάδα, στην ενορία, κατ' αρχήν, στη γειτονιά και στην οικογένεια του νεκρού στη συνέχεια, εκτίθεται ο νεκρός, είναι δημόσιος ο θάνατος, δεν κρύβεται, το μυστήριο του θανάτου είναι αντικείμενο μυήσεως για τους νέους, για τα παιδιά, απ' τα παιδικά τους ακόμα χρόνια, δεν υπάρχει κανένα ταμπού δηλαδή για το θάνατο. Και διατηρεί ο θάνατος έτσι αυτά τα κοινωνικά χαρακτηριστικά τα οποία είχε και στην πρώιμη θα λέγαμε Μεσαιωνική περίοδο.

Φυσικά, δεν ξέρω αν πρέπει να αναφέρω κάτι περισσότερο για το μακάριο θάνατο της Αρχαιότητας, όπως είναι γνωστός απ' την πλατωνική παράδοση. Αναφέρθηκε ήδη νομίζω αυτό. Είδαμε το Σωκράτη να πεθαίνει μακαρίως στο Φαίδωνα του Πλάτωνα, να ετοιμάζεται να προσφέρει μάλιστα και θυσία στον Ασκληπιό, γιατί ο θάνατος φαίνεται να πραγματώνει εδώ έργο της φιλοσοφίας. Επομένως, λέγει ο Σωκράτης, αγωνιζόμουν μια ζωή για να πεθάνω, έφτασε η ώρα να πεθάνω και πρέπει να χαίρομαι. Ήρθε η ώρα της φιλοσοφίας, η ώρα της εκπληρώσεως της φιλοσοφίας. Στο νεοπλατωνισμό θα ακολουθήσει αυτού του είδους η, θα το έλεγα, "θανατοφιλία". Όχι τόσο στον Πλωτίνο ίσως, γιατί ο Πλωτίνος δίνει μεγάλη σημασία και στη θέα του Ενός ήδη στη ζωή αυτή, αλλά στον Πορφύριο, το μαθητή του Πλωτίνου, ο οποίος μας έκανε να πιστεύουμε ότι όλος ο νεοπλατωνισμός είναι μια μακάρια "θανατοφιλία" σε μεγάλο βαθμό. Ας ξαναγυρίσουμε, όμως, στο Μεσαίωνα. Ο θάνατος είπαμε είναι δημόσιος, κοινός κ.λ.π. και φτάνει κάποια στιγμή ο 15ος-16ος αιώνας όπου έχουμε την πρώτη φάση της εξατομίκευσης του θανάτου. Είναι πέντε αυτές οι φάσεις, όπως τις έχω εγώ, τουλάχιστον κατατάξει.


Η πρώτη φάση λοιπόν είναι η φάση του ανθρωπισμού. Δέκατος πέμπτος, δέκατος έκτος αιώνας και βλέπουμε εκεί (θα έπρεπε να είχα λογοτεχνικά κείμενα να σας διαβάσω, τα οποία θα επιμήκυναν φοβερά, όμως, την εισήγηση αυτή) πως ο θάνατος είναι για πρώτη φορά όχι απλώς ένα φυσιολογικό γεγονός, πνευματικά φυσιολογικό, αλλά είναι και μια οδύνη πολύ προσωπική, η οδύνη της απόλυτης φθοράς. Χάνεται η απτή ομορφιά, χάνεται η μοναδικά πραγματική γήινη ύπαρξή μου. Το γεγονός αυτό προξενεί μια βαθύτατη λυρική ατομική οδύνη, μαζί με τα νεκρώσιμα, συλλογικά ξενυχτίσματα, τα οποία βεβαίως συνεχίζονται: Τα δείπνα, η μεταθανάτια συμφιλίωση, οι οικιακές νεκρώσιμες τελετές, όπως τις ονόμασαν οι κοινωνιολόγοι.


Η αποφασιστική τροπή που θα πάρει, ωστόσο, η εξατομίκευση του θανάτου, νομίζω είναι στο 18ο αιώνα με το Διαφωτισμό. Με το Διαφωτισμό έχουμε, νομίζω για πρώτη φορά, μια αντίθεση ριζική προς το θάνατο και προς την τρομοκρατία του (συνήθως εκκλησιαστικού) λόγου περί του θανάτου. Ας μην ξεχνούμε ότι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ασκεί ένα είδος τρομοκρατίας στο θέμα αυτό, τρομοκρατίας λόγω της θεολογίας της, μια θεολογία η οποία σε μεγάλο βαθμό είναι δικανική θεολογία. Είναι μια θεολογία ενοχική. Επομένως, ο θάνατος είναι και η παράσταση προ του Κριτού και μάλιστα με έναν τρόπο ο οποίος στο συλλογικό υποσυνείδητο δρα τρομοκρατικά. Έχουμε μια επίθεση ιατρική κατά του θανάτου για πρώτη φορά, με τα ασθενή μέσα της εποχής, στο δέκατο-έβδομο αιώνα με ιδεολογικό, επίσης, περιεχόμενο για πρώτη φορά. Ο θάνατος πλέον σοκάρει, είναι ανυπόφορος, πρέπει, αν θέλετε, να τον ορθολογικοποιήσουμε. Η ορθολογικοποίηση του θανάτου είναι ένα πνευματικό φαινόμενο τελικά που δρα αρνητικά κατά του μυστικισμού του θανάτου ο οποίος στο Μεσαίωνα δεν είναι πάντοτε υγιής αλλά είναι και πολύ άρρωστος πολλές φορές. Να θυμηθούμε τώρα τα περί μαγείας, τα περί ξωτικών, τα περί θρύλων; Όλοι οι θρύλοι και όλη αυτή η κουλτούρα η μυθική του θανάτου είναι κάτι που ο διαφωτιστής χρειάζεται να το απωθήσει, για να βρει τον ατομικό του θάνατο.

Την ίδια εποχή και λίγο νωρίτερα γεννιέται το λεγόμενο αποσυνδεδεμένο "εγώ" με τον Ντεκάρτ, τον Λοκ και τον Καντ. Πρόκειται για το αποσυνδεδεμένο υποκείμενο, detached self το ονόμασαν οι Άγγλοι ιστορικοί της φιλοσοφίας, το καθαρό πνευματικό, ψυχικό "εγώ" το οποίο εξαίρεται από παραδόσεις, από θρησκείες, από το ίδιο το σώμα και τα κρύβει όλα αυτά από την ομάδα, ζει υποκειμενικά ολόκληρο το "είναι". Όσοι έχουν διαβάσει Καρτέσιο ξέρουν τη νοοτροπία του. Η αλήθεια δεν είναι πλέον η μετοχή στην έξω μου αλήθεια του Θεού και του κόσμου, αλλά η αλήθεια είναι ό,τι σκέπτομαι εγώ ο ίδιος, η αλήθεια είναι δεδομένο του νου, δεν είναι κάτι στο οποίο μετέχω υπαρξιακά αλλά κάτι το οποίο παράγω νοητικά. Πολύ περισσότερο προχωρούμε με τον Τζον Λοκ ο οποίος μιλά για ένα υποκείμενο αποσυνδεδεμένο επίσης από την κοινότητα και τις παραδόσεις της, στο οποίο ανήκει η ιστορία. Μεγάλος ιστορικός δυναμισμός απελευθερώνεται έτσι και φυσικά προκαλείται τώρα και ένας νέος προσδιορισμός του θανάτου. Δεν είναι δυνατόν ένα τέτοιο υποκείμενο να πεθαίνει μέσα στην κοινότητα. Είναι ένα υποκείμενο που πεθαίνει όπως θέλει και κυρίως μόνο του. Ναι μεν στον Καντ, δεν υπάρχει πράγματι η λέξη ευθανασία, αλλά υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την ελεύθερη ηθική βούληση, η οποία δρα σαν να μην υπήρχε τίποτα πριν απ' αυτήν. Δηλαδή, σαν να μην υπάρχει η ομάδα, η κοινότητα, η οποία προσδιορίζει την απόφασή μου. Η απόφαση και η αλήθεια κρίνεται μόνο από το ότι εγώ ο ίδιος τη βρίσκω αληθινή και σωστή, την ηθική μου δηλαδή αυτόνομη στάση. Θα ξαναγυρίσω σ' αυτό. Πρόκειται πάντως για τη γέννηση του υποκειμένου στην νεώτερη περίοδο, κατεξοχήν στο 18ο αιώνα ή και λίγο πριν.

Στη συνέχεια έχουμε το Ρομαντικό θάνατο, την τρίτη φάση της εξατομίκευσης του θανάτου. Ας θυμηθούμε τον Σατοβριάνδο, τον Μπαϊρον, τον Γκαίτε, τον Χεντερλίν. Τραγικός και σαγηνευτικός μαζί, ο μυθικός αυτός θάνατος για όσους έχουν διαβάσει τη λογοτεχνία, και την ελληνική ακόμα (θυμάστε κάτι Κλέωνες Παράσχους, οι οποίοι ηδονίζονταν να σκέφτονται νεκρή την αγαπημένη τους, γιατί τότε ήταν η μεγάλη της ομορφιά, τότε που ήταν απολύτως ανυπεράσπιστη και παραδομένη στο πεπρωμένο της μ'έναν τρόπο). Πρόκειται για τη ρομαντική φάση εξατομίκευσης του θανάτου.

Υπάρχει, επίσης, μια τέταρτη φάση εξατομίκευσης του θανάτου, είναι πιο κοντινή μας πια, θα έλεγα είμαστε στον 20ο αιώνα πλέον και είναι η υπαρξικοποίηση του θανάτου. Εδώ μπαίνει στη μέση όλη η μεγάλη φιλοσοφία του υπαρξισμού η οποία όπως και όλα όσα είπαμε προηγουμένως έχει ένα χαρακτηριστικό πολύ σημαντικό στο οποίο θέλω να επιστήσω την προσοχή σας: Είναι ένα χριστιανικό ανάβλυσμα. Εμείς οι θεολόγοι πάρα πολύ εύκολα σήμερα μιλούμε για το άτομο ή το πρόσωπο, διακρίνοντάς τα και καταδικάζοντας το πρώτο για χάρη του δεύτερου. Είναι κάτι που ξεκίνησε κάποια στιγμή και εγκαθιδρύθηκε έκτοτε σχεδόν σαν αυτονόητο. Μα το άτομο είναι κατεξοχήν θα έλεγα χριστιανικό γεγονός. Η εξατομίκευση για την οποία μιλάμε και για την οποία έχουμε σήμερα εύκολες κατάρες είναι κατεξοχήν χριστιανική. Η εξατομίκευση για την οποία σας μιλώ τώρα δεν είναι ένα γεγονός το οποίο παρήχθη απ' την αρχαία φιλοσοφία, ούτε ένα γεγονός το οποίο προήλθε από την ασιατική Ανατολή. Δεν θα βρείτε πουθενά, παρ' ότι θα βρείτε ίχνη εδώ κι εκεί, αυτό το "εγώ" ει μη μόνο στη χριστιανική παράδοση. Τόσο τη δυτική, ξέρετε όλοι για τον Αυγουστίνο, όπου κατεξοχήν, παρέλειψα να το πω, διότι θα μας πήγαινε και θα μας πάει μακριά, γεννιέται το πνευματικό αυτό "εγώ", το άτομο, το πλάσμα αυτό που κοιτάει μέσα του, ενδοσκοπείται, αυτογνωρίζεται, αυτοδιατίθεται όπως θέλει, έχει ένα ασυνείδητο, όπως θα μάθουμε αρκετά αργότερα, έχει μια ενδοχώρα, έχει έναν ολόκληρο κόσμο μέσα του ιδεών και πραγμάτων, είναι αυτόνομο και είναι και "πνευματικό" επιπλέον, δηλαδή, δεν ταυτίζεται με το σώμα του απλώς είναι μια αυτοσυνείδηση, είναι δηλαδή, ένας ολόκληρος ελεύθερος κόσμος. Χριστιανικό το άτομο λοιπόν. Και στην Ανατολή θα δούμε τα σπέρματα της έννοιας του εαυτού, ήδη στους απολογητές πατέρες, της ψυχοσωματικής υπάρξεως, δηλαδή, στην πληρότητά της. Το "εγώ ειμί" έχει βιβλικές τελικά ρίζες. "Εγώ ειμί" λέει ο Θεός, "εγώ ειμί" απαντά ο άνθρωπος. Λοιπόν, η εξατομίκευση, λοιπόν, αυτή έχει χριστιανικές ρίζες. Ας το κρατήσουμε αυτό, γιατί είναι πολύ σημαντικό.

Φτάνουμε λοιπόν στην υπαρξικοποίηση του θανάτου. Είμαστε τώρα στην τέταρτη φάση. Θα ανέφερα πρώτα τον Μαξ Σέλερ, τον πολύ σημαντικό αυτό φιλόσοφο, ο οποίος μιλάει για μια ενορατική σύλληψη του θανάτου. Δεν είναι ο θάνατος, λέει, ένα γεγονός το οποίο το πληροφορούμαι αλλά υπάρχει μέσα μου κυρίως ενορατικά. Ακόμα και σε ένα νησί να βρεθώ, μόνος κι έρημος, θα διαπιστώσω μετά από λίγο ότι ο θάνατος με αφορά προσωπικά. Έχει προηγηθεί βεβαίως ο Κίρκεγκωρ. Υποφέροντας για τον τελειωμό της η ανθρώπινη ύπαρξη βεβαιώνεται για τον εαυτό της. Πεθαίνω άρα υπάρχω. Είναι ο προσωπικός μου θάνατος ο οποίος μου ανήκει και μου προσφέρεται ως δώρο εξατομικεύσεως. Επειδή πεθαίνω μόνος, εξατομικεύομαι ως ύπαρξη. Είναι αυτή η υπαρξικοποίηση του θανάτου ακριβώς. Ο Χάιντεγκερ, θα έλεγα εγώ, είναι η κορυφή αυτής της προοπτικής. Ο άνθρωπος είναι ένα "είναι προς θάνατον", πρόκειται να πεθάνει και είναι μια αυθεντική ύπαρξη μόνον όταν σκέφτεται ότι θα πεθάνει. Όλα τα πράγματα αυτά λοιπόν, σας είπα, έχουν θεολογικές ρίζες και είναι αυτό που θέλω γενικά να δείξω, τις θεολογικές ρίζες αυτών των πραγμάτων.

Να μην ξεχάσω να αναφέρω τον Σαρτρ, επειδή ήδη αναφέρθηκε προηγουμένως και ο οποίος επέκρινε τον Χάιντεγκερ στο σημείο αυτό για μια ιδεαλιστικοποίηση του θανάτου. Δηλαδή, λέγει ο Χάιντεγκερ πως με έναν αυθεντικό θάνατο είμαι κι εγώ αυθεντικός. Κάθε αφορμή αυθεντικού θανάτου με τον τρόπο αυτό καθαγιάζεται, αντιλέγει ο Σαρτρ, επειδή προμηθεύει ευκαιρίες δήθεν να γίνω εγώ αυθεντικός ως ύπαρξη. Με τον τρόπο αυτό, όμως, δεν καθαγιάζεται όλη η βία και όλη η κουλτούρα του θανάτου στην Ευρώπη; Ο θάνατος, λέει ο Σαρτρ, ο "άθεος" Σαρτρ, είναι ελεεινός, πρόστυχος και απαράδεκτος: Πρόκειται για μια χριστιανικής προέλευσης θέση, από έναν άθεο. Δεν ξέρω, αν σας δίνω να καταλάβετε ακριβώς αυτό το οποίο θέλω να σας δείξω. Άθεος είναι υποτίθεται ο Σαρτρ, εκφράζει, όμως, μια χριστιανική εκδοχή του θανάτου επίσης. Όπως, επίσης, ο Χάιντεγκερ, ο οποίος είναι και δεν είναι άθεος, αλλά ταυτόχρονα εκφράζει μια "χριστιανική" επίσης άποψη την οποία ακούσαμε από εκλεκτούς ομιλητές προηγουμένως, ότι ο θάνατος δηλαδή είναι μέρος της ζωής. Ότι ο άνθρωπος είναι επίσης αυθεντικός μέσω του θανάτου. Ακριβώς η αντίθετη δηλαδή άποψη παρά το ότι είναι και οι δύο χριστιανικές στην προέλευσή τους. Για τον Σέλερ ο οποίος είναι χριστιανός στην αρχή και στα τέλη της ζωής του άθεος, ο θάνατος είναι περιεχόμενο της συνείδησης. Όπως είδαμε υπάρχει μια, θα λέγαμε, "κατάσταση θανάτου" η οποία είναι δεδομένη ασχέτως του βιολογικού θανάτου. Καθαρά βιβλικό κι αυτό. Βλέπουμε λοιπόν αντικρουόμενες απόψεις με βιβλική όμως προέλευση.

Και περνάμε, βέβαια, στην πέμπτη φάση (την οποία εγώ θα την ονόμαζα ουσιαστικά τέλος αλλά και κορύφωση της εξατομίκευσης του θανάτου) που είναι η άρνηση του θανάτου. Ο θάνατος γίνεται ταμπού. Είναι η πλήρης εκκοσμίκευση του θανάτου. Ο θάνατος είναι, θα λέγαμε, απλώς και μόνο κάτι το οποίο επιδιώκω να αποφύγω, μη μιλώντας ίσως καν γι' αυτόν. Όλοι αυτοί οι τρόποι του θανάτου που περιγράψαμε σε πέντε φάσεις ενεργούνται βαθμιαίως μέσα σε μια κοινωνία την οποία ένας μεγάλος κοινωνιολόγος, ο Νόρμπερτ Ελάιας, ονομάζει κοινότητα των "χωρίς εμείς εγώ". Είναι ένας τρόπος θανάτου μέσα σε μια κοινότητα η οποία έχει μεν θεσμούς χάνει όμως σιγά-σιγά την υπαρξιακή κοινωνικότητα. (Μακροπρόθεσμα άλλωστε θα λέγαμε ότι αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο πρόβλημα της Δύσης στο κοινωνικό επίπεδο. Το ότι δηλαδή οι κοινότητες ενώ είναι και οφείλουν να είναι και υπάρχει ειδική μέριμνα να είναι θεσμικά κατοχυρωμένες, υπαρξιακά μένουν μετέωρες). Έτσι, πώς τα εξατομικευμένα "εγώ" ενώνονται μεταξύ τους; Με το κοινωνικό συμβόλαιο γίνεται η σύνδεση αυτή και λειτουργεί η κοινότητα έτσι σε ένα θεσμικό κυρίως επίπεδο αλλά υπαρξιακά επικρατεί χάος. Σε αντίθεση με τη βυζαντινή κοινωνία, για παράδειγμα, η οποία παρά το ότι έχει θεσμικά προβλήματα δημιουργεί τρόπους ανορθολογικούς, (εξαιτίας ίσως των οποίων και κατέρρευσε) υπαρξιακών σχέσεων των υποκειμένων και όχι θεσμικών. Αυτού του είδους η προτίμηση απ' τη μια πλευρά, στη Δύση, της θεσμικής μορφής της κοινωνικότητας, ενώ απ' την άλλη στην Ανατολή της, θα έλεγα, υπαρξιακής μορφής, κατά τη γνώμη μου μπορεί να είναι αποφασιστική, στηρίζεται δε στον τρόπο με τον οποίο κατενόησαν στη Δύση και την Ανατολή την Τριαδολογία.

Ειδικά στον Αυγουστίνο μάλιστα, ο τρόπος με τον οποίο κατανοείται η ενότητα του Θεού διαφέρει από τον τρόπο με τον οποίο κατανοείται η ενότητα του Θεού στους Καππαδόκες και στην ανατολική παράδοση. Περιληπτικά θα πω ότι στον Αυγουστίνο βλέπουμε να επιχειρείται μια ταύτιση ουσίας και βουλήσεως του Θεού, οπότε η ενότητα είναι κάτι στο οποίο ο Θεός τείνει με έναν τρόπο. Αυτό δίνει ένα σκοπό στη Θεία ύπαρξη, το να είναι ενωμένος ο Θεός. Στους Καππαδόκες, το ομοούσιο είναι διακοινωνία ή περιχώρηση ελευθερίας. Δεν υπάρχει κάτι το οποίο να μεσολαβεί μεταξύ του σκοπού και της πραγματώσεως της κοινωνίας. Δεν θέλω να επιμείνω σε αυτό. Στη μια περίπτωση μετά από πολλήν εξέλιξη, σε κοινωνικό επίπεδο, παράγεται θεσμική κοινωνικότητα αλλά έλλειμμα υπαρξιακής, ενώ στην άλλη έχουμε υπαρξιακή κοινωνικότητα αλλά έλλειμμα θεσμικότητας. Λοιπόν, εκείνο που θέλω απλά να πω είναι ότι η υπαρξικοποίηση του θανάτου είναι θάνατος απομονωμένων "εγώ" και είναι ένας μη διαλογικός θάνατος, να το πω έτσι. Ένας θάνατος ο οποίος δεν διαλέγεται πλέον. Ο άνθρωπος δε διαλέγεται μόνο με τη ζωή του αλλά και με το θάνατό του, ως γεγονός της ζωής. Ένας λοιπόν μη διαλογικός θάνατος.

Στην τελευταία φάση αυτής της εξατομικεύσεως του θανάτου, την άρνηση του θανάτου, απομένει μόνο μια πλέον χριστιανική ιδέα. Ποια είναι η ιδέα αυτή; Η ιδέα της τυφλής παράτασης της ζωής. Μάθαμε δηλαδή από τη βιβλική παράδοση ότι συναντούμε το Θεό όχι μόνο διανοητικά αλλά στην κυριολεξία ψυχοσωματικά. Αυτό το γεγονός δίνει μια αξία για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης στην ψυχοβιολογική ζωή καθαυτή. Διότι λόγω της ενσάρκωσης, βαφτίζομαι ψυχοσωματικά, χρίομαι εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Πνεύματος με αγιασμένο έλαιο και κοινωνώ τί; Σώματος και αίματος Χριστού, όχι ιδεών του Χριστού. Δεν κοινωνώ εξωτερικά της βουλήσεως του Χριστού, δεν κοινωνώ των συναισθημάτων του Χριστού, δεν κοινωνώ των προτροπών και των εντολών του Χριστού αλλά κοινωνώ καταρχήν σώματος και αίματος του Χριστού. Κοινωνώ μετά του Χριστού συνεπώς ψυχοσωματικά. Σε χριστιανικό, επομένως, καθαρά πλαίσιο έχει σημασία μεγάλη το γεγονός ότι ζω ψυχοσωματικά την πληρότητα του "είναι" μου, μπορώ δηλαδή να τη ζήσω ψυχοσωματικά. Δεν χρειάζεται να δραπετεύσω όπως ο Πλωτίνος από το σώμα μου και να φτάσω στην έκσταση, στην έξοδο από τα συναισθήματα και από το σώμα για να βρω την αλήθεια. Τη ζω ψυχοσωματικά. Βαφτίζομαι στο νερό, κοινωνώ του Θεού ψυχοσωματικά. Τώρα, ας επιστρέψουμε στην προοπτική που συζητούμε της εξατομικεύσεως του θανάτου. Τί συμβαίνει; Θα λέγαμε πως, ως συνέπεια των παραπάνω θέσεων, ακόμα και μετά την εκκοσμίκευσή τους, θεωρείται αυτονότητο, ακόμη και χωρίς πλέον αναφορά στο Θεό, να έχει αξία η ψυχοσωματική ζωή καθαυτή. Δεν ήταν καθόλου αυτονόητο πριν από 2.000 χρόνια ότι η ανθρώπινη ζωή, η ψυχοβιολογική ζωή καθαυτή, έχει σημασία να παρατείνεται. Έχουμε, όμως στα νεότερα χρόνια μια, ανεξαρτήτως ενεργού σχέσεως με την Εκκλησία, χριστιανικής προέλευσης εκκοσμικευμένη πίστη στην παράταση της ανθρώπινης ζωής ψυχοβιολογικά, η οποία γίνεται αυτονόητος αυτοσκοπός και σας είπα ότι είναι κι αυτό μια χριστιανική αλήθεια που τρελλάθηκε όπως και η εξατομίκευση, είναι μια χριστιανική αλήθεια που διαστρεβλώθηκε.


Τί είναι λοιπόν η ευθανασία; Με τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε η ευθανασία είναι η φοβερή υποψία, χριστιανικής, επίσης, και αυτή καταγωγής, ότι αυτή η ψυχοσωματική επιβίωση, αν είναι χωρίς νόημα, ακριβώς επειδή δεν είναι ψυχοσωματικά πλήρης και ακέραιη, μπορεί και να τελειώσει. Δεν έχει νόημα να συνεχίζεται επ' άπειρον. Καταλάβατε τί λέω; Είναι χριστιανική η ευθανασία και είναι χριστιανικό και το αντίθετό της. Και γι' αυτό ακριβώς δυσκολευόμαστε να επικοινωνήσουμε οι Ευρωπαίοι μεταξύ μας, σε επίπεδο νομοθεσίας κυρίως αλλά και σε υπαρξιακό επίπεδο. Η ευθανασία προέρχεται από μια εκκοσμικευμένη χριστιανική υποψία πως μια λειψή ζωή χωρίς νόημα, μια ανάπηρη επιβίωση που είναι αυτοσκοπός μπορεί και να διακοπεί, μπορεί και να τελειώσει. Και είπα υποψία, γιατί είναι πολύ σημαντικό αυτό να το τονίσουμε. Δηλαδή, θέλω να πω ότι μπορεί μεν να υπάρξει μια καθαρά άθεη, δηλαδή εκκοσμικευμένα χριστιανική, υποστήριξη της ευθανασίας, μπορεί, όμως, εδώ είναι το σημαντικό, χωρίς να αντιστρέψουμε τίποτα ουσιαστικά, να έχουμε και μιαν άθεη, δηλαδή εκκοσμικευμένα χριστιανική, υποστήριξη της μη ευθανασίας. Και οι δυο δηλαδή αντιπαρατιθέμενοι προς την ευθανασία μπορούν να είναι άθεοι. Απλώς ο ένας ζη την εκκοσμικευμένη του εξατομίκευση του θανάτου, με τη χριστιανικής προέλευσης πίστη στη δυνατότητα αέναης παράτασης της ψυχοσωματικής ζωής καθαυτής, ενώ ο άλλος ζη την ίδια εξατομίκευση, με τη χριστιανικής επίσης προέλευσης πίστη πως μια ψυχοσωματική επιβίωση που δεν δύναται να εξασφαλίσει την πληρότητα της ανθρώπινης φύσεως μπορεί, για λόγους που αφορούν στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια (ακόμη μια χριστιανική ιδέα αυτή!) να διακόπτεται. Κι έτσι μπορεί η υποστήριξη της ευθανασίας να είναι η αποθέωση της εξατομίκευσης αλλά και η υποστήριξη της μη ευθανασίας να είναι πάλι η αποθέωση αυτού του εξατομικευμένου θανάτου που είναι κλεισμένος στον εαυτό του, που δεν επικοινωνεί με την κοινότητα, που δεν επικοινωνεί με τον άλλο άνθρωπο και που δεν επικοινωνεί με το Θεό.

Ας έρθουμε, τώρα, λίγο στην πατερική έννοια του θανάτου. Ποια είναι η χριστιανική έννοια του θανάτου, η πατερική έννοια του θανάτου; Νομίζω ότι στην πατερική έννοια του θανάτου, ο θάνατος είναι ένα πνευματικό γεγονός κατ' αρχήν και στη συνέχεια ψυχοβιολογικό. Είναι ένα πνευματικό μόρφωμα. Εγώ το λέω "θανατικότητα" αυτό το πράγμα. Είναι δηλαδή μια κατάσταση πνευματικής αυτονόμησης σε μεγάλο βαθμό, η οποία έχει μέσα της τα σπέρματα ακριβώς της οντολογικής καταστροφής και εκδηλώνεται και ψυχοβιολογικά. Αντίθετα, αίρεται πάλι πνευματικά. Όσες φορές στοχαζόμαστε το γεγονός του θανάτου και της Αναστάσεως του Χριστού δεν πρέπει να το σκεφτόμαστε αυτονόητα ως ένα γεγονός μιας μαγικής εγέρσεως, η οποία γίνεται, μόνο και μόνο γιατί ο τεθνηκώς έτυχε να είναι ο Υιός του Θεού. Όχι, δεν γίνεται έτσι η έγερση του Χριστού. Η έγερση του Χριστού γίνεται με πνευματικό πρώτα τρόπο. Ο Χριστός μας διδάσκει έναν τρόπο ζωής ο οποίος καταλύει τη θανατικότητα και στη συνέχεια ανίσταται δικαίως, διότι βαδίζει και ως άνθρωπος πλέον, όπως και ως Θεός, στο δρόμο της άρσης της θανατικότητας, δηλαδή το δρόμο της συν-χωρήσεως, το δρόμο της περιχωρήσεως, στο δρόμο του Ομοουσίου. Περιχωρεί δηλαδή όλα τα όντα μέσα του και, με τον τρόπο αυτό, αρνούμενος να βγάλει οποιονδήποτε έξω του μέχρι την ώρα του θανάτου, γίνεται ο Θεός και σαν άνθρωπος πλέον, πως να το πω, τόπος όλης της κτίσεως και διδάσκει έναν αναστάσιμο τρόπο ζωής, ο οποίος βέβαια στη συνέχεια, δικαιούται να αναστηθεί και δικαίως ανίσταται. Έτσι, με τον τρόπο αυτό μας γλιτώνει, θα έλεγα, ο Χριστός μια για πάντα από την μεταφυσικοποίηση του θανάτου. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί συνδέεται μια ολόκληρη έννοια της ψυχής με το θέμα αυτό, δεν θα μπούμε όμως στο ζήτημα. Μας γλιτώνει από το να είναι ο θάνατος για μας ένα απόλυτο γεγονός, ένα εντελώς απόλυτο γεγονός, ένας γεγονός το οποίο είναι ο Καιάδας των προσώπων. Ο θάνατος για μας είναι ένα μόνον ψυχοβιολογικό τώρα πλέον γεγονός. Είναι κοίμηση. Δεν είναι ο θάνατος το τέλος, είναι κοίμηση. Είναι κοίμηση, ακριβώς διότι μπορεί πνευματικά να υπερβούμε το θάνατο. Αυτό το πράγμα έχει μεταξύ άλλων δύο σημαντικές συνέπειες και πλησιάζουμε ήδη έτσι στο τέλος της εισήγησης αυτής.

Το πρώτο είναι, όπως είπαμε, ότι η ψυχοβιολογική, η ψυχοσωματική ζωή έχει αξία και αξίζει να παρατείνεται, μόνον όμως διότι αποτελεί τρόπο κοινωνίας ψυχοσωματικής τώρα πια μετά του Θεού. Το δεύτερο είναι ότι ο ψυχοβιολογικός θάνατος δεν είναι απόλυτο γεγονός, οντολογικά και μεταφυσικά απόλυτο, αλλά παρόλον ότι συνιστά πρόσκαιρη καταστροφή του ανθρώπινου υποκειμένου "ουδείς δύναται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Χριστού" και αποτελεί έτσι ο θάνατος απλώς ένα επεισόδιο βαθύτερης κοινωνίας μετά του Θεού εν Πνεύματι. Αυτό ακριβώς βέβαια υπηρετεί και η χριστιανική κατανόηση της έννοιας της ψυχής. Δεν είναι μια μεταφυσική ψυχή ως η ουσία του ανθρώπου, αλλά είναι ένα ίχνος του ανθρώπου, το οποίο προσφέρεται για την επανασύνδεση του με το σώμα, ως σταθερό εκμαγείο του, στη Βασιλεία, στα έσχατα.

Τί θα λέγαμε για να φτάσουμε σε μια πρόχειρη συμπερασματική κατάληξη, για να μην προχωρήσω περισσότερο στην κατάχρηση του χρόνου; Θα έλεγα το εξής: Ότι το ίδιο το πρόβλημα της ευθανασίας είναι ένα χριστιανικό πρόβλημα, είναι το πρόβλημα της οντολογικής αξίας της ψυχοσωματικής αυτής ζωής, αλλά και της πληρότητας και του νοήματός της. Είναι ταυτόχρονα η εκδίκηση της εκκοσμικεύσεως την οποία εμείς οι ίδιοι, ο δυτικός κόσμος, έχουμε προχωρήσει σε ένα πολύ σημαντικό σημείο. Στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το πρόβλημα της ευθανασίας, είναι πάρα πολύ δύσκολο συλλογικά να υπάρξει κάποια συναίνεση. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι θα βρίσκουν ανόητη τη συνέχιση της ζωής, αξιώνοντας έναν "αξιοπρεπή θάνατο", όταν η χριστιανική και εκκοσμικευμένα καταφασκόμενη ψυχοσωματική ζωή τους χάσει την πληρότητα και το "νόημά" της. Ιδεολογικά είναι αδύνατον να τους πείσουμε για το αντίθετο. Μόνον, θα έλεγα, μια αυθεντική επαναβίωση της αποκαλύψεως θα μπορούσε να προσφέρει νέους ορίζοντες, αλλά αυτοί οι νέοι ορίζοντες δεν νομίζω ότι είναι τόσο πολύ προβλέψιμοι όσο νομίζουμε. Δεν είναι πάρα πολύ προβλέψιμοι, γιατί; Γιατί ακριβώς η πτώση μας επιβάλλει, σας είπα, λύσεις τέτοιες οι οποίες είναι προφανώς λογικές εδώ κι εκεί, αλλά πνευματικά δεν είναι πάντα οι καλύτερες. Είχα στενή σχέση με τον πατέρα Παΐσιο και έζησα το θάνατό του. Συγνώμη που το λέω αυτό, αλλά το λέω για την ωφέλειά μου.

Ο πατήρ Παΐσιος, λοιπόν, όταν έφτασε στο τέλος της ζωής του και ζούσε στο μοναστήρι της Σουρωτής, κάποια στιγμή εδέχθη την επίσκεψη ενός άλλου μεγάλου αγιορείτου γέροντος ο οποίος ζει ακόμα, δεν θα το πω το όνομά του και ο οποίος τον ρώτησε "γέροντα πώς είσαι;". "Είμαι καλά πολύ καλά". "Γέροντα πεθαίνεις. Πώς το βλέπεις αυτό;" "Μου έρχεται", απαντά εκείνος, "να σηκωθώ και να χορέψω ένα τσάμικο". Για το ότι πεθαίνει. Φυσικά, αυτό το πράγμα που λέω δεν αποτελεί δικαιολόγηση της ευθανασίας, δεν χρειάζεται καν να το πω. Σκεφτείτε όμως λίγο και θα δείτε ότι ανάμεσα στις αλήθειες τις χριστιανικές οι οποίες αντιπαλεύουν μέσα στα προβλήματα αυτά και δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε οι Ευρωπαίοι μεταξύ μας, θα μας περιμένουν πιθανώς και θέσεις οι οποίες ήδη υπάρχουν στην Καινή Διαθήκη νομίζω, όπως λόγου χάρη είναι η μη ορθολογική αυτή δήλωση του Παύλου πως, "ήθελον αναλύσαι και συν Χριστώ είναι", οι οποίες θα διαταράξουν πιθανώς την απόλυτη ισορροπία μεταξύ καλού και κακού, όπως τα έχουμε σχηματικά αρκετά μέσα μας. Θέλω να πω πως ο χριστιανός θεολόγος που υπερασπίζεται αυτονόητα τη ζωή, πρέπει να προσέξει να μην καταλήξει να την υπερασπίζεται εντελώς νατουραλιστικά. Η ζωή είναι σταθερή αναφορικότητα στο Θεό, ο οποίος είναι, Αυτός μόνον, η Αυτοζωή. Ζωή είναι λοιπόν η μετοχή σ' Αυτόν και όχι η στανική και ανάπηρη επιβίωση. Αυτό δεν είναι το θεολογικό νόημα της περιεχόμενης στο Μέγα Ευχολόγιο "ευχής εις ψυχορραγούντα;"

Μπορούμε να είμαστε λοιπόν γενικώς ενάντια στην ευθανασία, είναι καλό όμως να έχουμε κατά νου όλη αυτήν την προβληματική η οποία νομίζω ότι θα μας βοηθήσει να είμαστε πιο συγκαταβατικοί με αυτούς οι οποίοι δεν μας καταλαβαίνουν, το λιγότερο, και κυρίως πιο δίκαιοι με την αλήθεια της ιστορίας του πράγματος. Ευχαριστώ, για τη μεγάλη σας υπομονή.

 

* Ο π. Νικολάος Λουδοβίκος είναι Λέκτορας Ορθοδόξου Ινστιτούτου, Cambridge University και Καθηγ. Ανωτέρας Εκκλησιαστικής Σχολής Θεσ/κης

 

ΠΗΓΗ:  ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, Ιωάννου Γενναδίου 14 (115 21), ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΒΙΟΗΘΙΚΗΣ,  http://www.bioethics.org.gr/03_dLoudo.html

 

Δευτερεύουσα πηγή: 19/09/2009,   http://vardavas.blogspot.com/2009/09/blog-post_435.html

Εργασιακή βαλκανοποίηση: Ελλάδα-μεσογ. Ευρώπη

Μια πολιτική εκτίμηση για την διαφαινόμενη  εργασιακή βαλκανοποίηση στην Ελλάδα και την μεσογειακή Ευρώπη – Μια πρόταση αντίστασης

 

Των Αντ. Ναξάκη, Παν. Μπούρδαλα και Βασ. Δημόπουλου*

 

 

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια σχεδιασμένη και από καιρό μελετημένη κίνηση του διεθνούς κεφαλαίου με στόχο την «κατάρρευση» του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, ως προπομπού της «κατάρρευσης» όλων των χωρών της Μεσογείου.

Οι συμπυκνωμένες αιτίες και αναγκαιότητες για τους κυρίαρχους κατά τη γνώμη μας είναι:

Α) Η συνεχιζόμενη με αμείωτη ένταση εδώ και 30 χρόνια κρίση υπερσυσώρευσης κεφαλαίων, που λυσσαλέα προσπαθούν να δημιουργήσουν συνθήκες καταβρόχθισης χωρών-λαών και των πιο αδύναμων κεφαλαίων.

Β) Η σύγκρουση δολαρίου-ευρώ που μέσω της μετάβασης από την πολιτική του φτηνού δολαρίου σε εκείνη του ακριβού, πολιτικές που οι ίδιοι επέβαλαν (ΗΠΑ), προσπαθούν να ξεκαθαρίσουν το τοπίο για το ποιος είναι το αφεντικό, ενώ ταυτόχρονα θα γονατίζουν τις πιο αδύναμες οικονομίες του ευρωπαϊκού νότου.

Γ) Οι γεωοικονομικές, γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές αναγκαιότητες που δημιουργούνται στο κεφάλαιο από το νέο δόγμα της «πράσινης ανάπτυξης» και αφορούν τη Μεσόγειο λόγω των δυνατοτήτων της σ' αυτό. Έτσι η χώρα πρέπει να «καταρρεύσει» για να:

Ι) υπογράψει άδικες συμφωνίες με Τουρκία, Σκόπια και για το Κυπριακό, έτσι ώστε τα επερχόμενα κεφάλαια να αισθάνονται αδιασάλευτη ηρεμία στην περιοχή.

ΙΙ) αποτραπεί η διείσδυση άλλων ανταγωνιστών (π. χ. Ρωσία, Κίνα) στην περιοχή και να ελεγχθούν πλήρως οι δρόμοι της ενέργειας (ορυκτών καυσίμων).

ΙΙΙ) να εξαγοράσουν, μέσω της «κατάρρευσης», έναντι ευτελούς τιμήματος τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, όπως και των άλλων μεσογειακών χωρών, εξασφαλίζοντας έτσι απρόσκοπτη και μακρόχρονη κερδοφορία των κεφαλαίου, στα πλαίσια του νέου δόγματος.

Δ) Η χώρα πρέπει να «καταρρεύσει» για να ακολουθήσουν οι άλλες μεσογειακές χώρες, ώστε να καμφθεί η αντίσταση των λαών στο νέο δόγμα «ο καθένας μόνος του και ο θεός για όλους», που οδηγεί στην πλήρη εξατομίκευση των συμβάσεων εργασίας και στη βαλκανοποίηση της αξίας της εργατικής δύναμης, ώστε οι κερδοφορίες των επερχόμενων κεφαλαίων να είναι σίγουρες, μακροχρόνιες και εγγυημένες. Η αιτία που η «κατάρρευση» είναι απαραίτητος όρος για κάτι τέτοιο έχει να κάνει με την βαθιά πολιτισμική παράδοση των χωρών της Μεσογείου που είναι ασύμβατη με τέτοια συστήματα εργασιακών σχέσεων.

Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο και κατά τη διαδικασία ξεδιπλώματος της πολιτικής των διεθνικών κεφαλαίων στην περιοχή, ο αγώνας δεν μπορούσε να έχει στενά κλαδικά, παρά μόνο πανεργατικά χαρακτηριστικά. Λόγω της τρομερής συμπίεσης της καθημερινότητας των πλατιών λαϊκών μαζών, η στενά κλαδικοί αγώνες εύκολα απομονώνονται και συμβολοποιούνται ως αγώνες προνομιούχων. Το ότι έχουμε αδυναμία ως χώρος ουσιαστικής παρέμβασης στο πανεργατικό επίπεδο έχει να κάνει με πολλούς παράγοντες, αλλά και με δικά μας λάθη στρατηγικής κατά την προηγούμενη εικοσαετία που δεν είναι του παρόντος.

Όμως και τα παραπάνω, σήμερα που γράφονται αυτές οι γραμμές, έχουν πια μικρή σημασία. Συμπυκνώνεται με τέτοια ταχύτητα ο πολιτικός χρόνος, και όσα λέγονταν προχθές μπορεί να μην ανταποκρίνονται στο σήμερα. Είναι τέτοια η αναγκαιότητα των κυρίαρχων στο άμεσο ξεδίπλωμα του σχεδίου τους για τη χώρα και τη Μεσόγειο, που δεν δίστασαν να επιβάλλουν πολιτική κατοχή, αφού θα αποφασίζουν άμεσα για μας χωρίς εμάς. Έτσι κι αλλιώς χρόνια τώρα αποφασίζουν χωρίς εμάς (τους εργαζόμενους) αλλά ακόμα και η συμβολική αποκοπή της πολιτικής ηγεσίας από τις αποφάσεις σηματοδοτεί πλέον ανοικτή κατοχή. Ο «Χίτλερ» και ο «Τσώρτσιλ» ξανάρθαν! Επομένως ο αγώνας δεν μπορεί πλέον να έχει μόνο πανεργατικά, αλλά και παλλαϊκά χαρακτηριστικά. Ο στόχος σήμερα δεν μπορεί να είναι άλλος από την κατάργηση του συμφώνου σταθερότητας. Η μέθοδος δεν μπορεί να είναι άλλη από τον παλλαϊκό ξεσηκωμό και την  προσπάθεια αυτός να μεταλαμπαδευτεί στους μεσογειακούς λαούς με τον ίδιο στόχο.

Σ' αυτή την κατεύθυνση η πανεργατική απεργία του Μαρτίου  είναι αυτονόητο να γίνει την ημέρα που θα βρίσκονται οι νέοι πραίτορες στη χώρα μας και να πάρει παλλαϊκά χαρακτηριστικά. Γι' αυτό είναι ανάγκη να  προσανατολίζονται ακόμη και τα συνθήματα  σ' όλους τους χώρους εργασίας (δημόσιους, ιδιωτικούς), όπως  σ' όλους τους ιδιωτικούς χώρους πρέπει να αναρτηθούν πανώ στη βάση του παλλαϊκού ξεσηκωμού. Π. χ. «άμεση κατάργηση του συμφώνου σταθερότητας», «Όχι στη νέα κατοχή», «οι πραίτορες των νέων σταυροφόρων να πάνε στα σπίτια τους», «Να παρθούν πίσω τώρα όλα τα κυβερνητικά μέτρα», κλπ.

Μέσα σ' ένα τέτοιο κλίμα, Απρίλη – Μάη, όλες οι ενέργειες – πολιτικές, παλλαϊκές, πανεργατικές και κλαδικές – είναι θεμιτές και εφικτές, αρκεί να γίνονται αντιληπτές από την πλειοψηφία των πολιτών ως μέρος ενός γενικού παλλαϊκού αγώνα και  όχι ως κλαδικοί αγώνες «προνομιούχων».

Ο αγώνας μας επομένως αφορά άμεσα όλους τους λαούς και ιδιαίτερα της Μεσογείου που βρίσκονται στο στόχαστρο και επιδιώκει το διεθνικό ξεσηκωμό των λαών της, γιατί έτσι θα νικήσουμε γρηγορότερα και σίγουρα. Κάτι τέτοιο έχουν κάνει οι Πορτογάλοι εργαζόμενοι που ανάγκασαν τη βουλή της χώρας τους να καταψηφίσει το «σύμφωνο σταθερότητας».

18-02-2010

 

* Το κείμενο συνυπογράφουν ακόμα:

Βασιλειάδης Βασίλης, Εν. Αγων. Κίνηση ΕΛΜΕ Ηλείας

Κορδάτος Κώστας, ΡΑΣ  Β΄ ΕΛΜΕ Αιτωλ/νίας

Μπογδάνου Μαρίνα, Παρέμβαση ΕΛΜΕ Κέρκυρας

 

Η συλλογή υπογραφών συνεχίζεται εδώ: pmkas2004@ yahoo. gr

 

Υστερόγραφο (26-02-2010): Είναι σαφές πως ο αγώνας μας είναι κατά κύριο λόγο ταξικός και διεθνιστικός (με αιχμή τον ευρωπαϊκό νότο), αφού η κύρια επίθεση γίνεται ενάντια στην πλειοψηφία της μισθωτής εργασίας, για την οποία επιφυλάσσονται συνθήκες μεσαιωνικής δουλοπαροικίας. Άλλο τόσο είναι σαφές όμως πως η επίθεση διάλυσης της χώρας αφορά και τους μικρούς αγρότες, μικροεπαγγελματίες, μικροϊδιοκτήτες, κ. ά. Για μας ένας τέτοιος αγώνας με κυρίως ταξικά, αλλά και παλλαϊκά χαρακτηριστικά μπορεί να πραγματοποιηθεί νικηφόρα μόνο υπό την κατακτημένη στη πράξη ηγεμονία της εργατικής τάξης.

 

UP DATE 04-03-2010:  Συνέχιση υπογραφών

1) Αναστασιάδης Χρήστος, Αντιπρόεδρος Μετεκπαιδευομένων Διδασκαλείου ¨Γληνός" του Π.Τ.Δ.Ε. – Α.Π.Θ., 27-02-2010

2) Γιάννης Στρούμπας, φιλόλογος, Κομοτηνή.

 

Εκκλησία «sui generis» – Θρησκευτικά για όλους

Εκκλησία «sui generis» –  Θρησκευτικά για όλους

(Άρθρο για την – και όλη η – εισήγηση του Δημητριάδος Ιγνάτιου σε εκδήλωση της «Σύναξης»)**

 

Του Χάρη Ανδρεόπουλου *

 

 

Την άποψη ότι το μάθημα των Θρησκευτικών θα πρέπει να απευθύνεται σ' όλους τους μαθητές ανεξαρτήτως προέλευσης, ταυτότητας, πεποιθήσεων, κλπ.  υπερασπίσθηκε ο Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος, στη διάρκεια της πρόσφατης εκδήλωσης που οργάνωσε το θεολογικό περιοδικό «Σύναξη» για το θέμα των σχέσεων κράτους – Εκκλησίας, ταυτιζόμενος, ουσιαστικά, με τις σχετικές θέσεις του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου,

όπως πρόσφατα τις εξέφρασε με δηλώσεις του στο εκκλησιαστικό ραδιόφωνο  (Ρ/Σ της Ιεράς Μητρόπολης Λάρισας – δείτε εδώ – ο Σύμβουλος Θεολόγων του Π..Ι., δρ. Σταύρος Γιαγκάζογλου.

ΓΙΑ ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ

Ο Μητροπολίτης Δημητριάδος (που είναι και μέλος της Συνοδικής Επιτροπής για θέματα Παιδείας και Νεότητας) αναφερόμενος στο θρησκευτικό μάθημα συντάχθηκε με τη θέση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου ότι θα πρέπει να' ναι υποχρεωτικό για όλους και πως ο χαρακτήρας του θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένος στις νέες μορφές της νεωτερικής αυτοσυνειδησίας – δηλαδή, το μάθημα να είναι ανοικτό, πλουραλιστικό, με γνωσιακό και παιδαγωγικό χαρακτήρα, συνεπώς κατά βάσιν γνωσιολογικό – λαμβανομένης υπ' όψη της απαίτησης σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας και της πραγματικότητας του πλουραλισμού και της ετερότητας, χωρίς, ωστόσο, ο χαρακτήρας του μαθήματος να είναι αποκομμένος από τον κορμό της παράδοσής μας λόγω των ιστορικών ιδιαιτεροτήτων και της μακρόχρονης σύνδεσης της Εκκλησίας με την πορεία του έθνους.

Ο κ. Ιγνάτιος παραδεχόμενος ότι το θέμα του θρησκευτικού μαθήματος, ως εκπαιδευτικό θέμα, αφορά κατά πρώτο και κύριο λόγο την πολιτεία, εκτίμησε  ότι η μέχρι τώρα δημόσια συζήτηση επί του θέματος είναι πολύ πλούσια και δημιουργική και αισιοδόξησε ότι πολλές από τις προτάσεις που έχουν κατατεθεί μπορούν να αξιοποιηθούν για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών – εκ μέρους της πολιτείας και της Εκκλησίας – λύσεων.

ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΚΑΘΕΣΤΩΣ «SUI GENERIS»

Ιδιαίτερη – και θετική για τους περισσοτέρους – εντύπωση προκάλεσε η στάση του κ. Ιγνατίου να χαρακτηρίσει ως  «εξαιρετικά ενδιαφέρουσα» την πρόταση – αναφορικώς με το νομικό καθεστώς της θεσμικής Εκκλησίας – για τη δημιουργία μιας sui generis («ιδιόρρυθμης») κατηγορίας νομικού εκκλησιαστικού προσώπου, η οποία θα υπερβαίνει τις μονομέρειες των δύο άλλων τύπων (την «κρατική», με τη μορφή ΝΠΔΔ, και την «ιδιωτική» με τη μορφή σωματείου του αστικού κώδικα).   Ένα τέτοιο νομικό πρόσωπο εκκλησιαστικού δικαίου, υποστήριξε ο ομιλητής, θα περιφρουρούσε την ιδιαίτερη ταυτότητα αλλά και αυτονομία της Εκκλησίας και επίσης θα εμπέδωνε έτι περαιτέρω τις διακριτές σχέσεις της με την Πολιτεία.

«ΟΧΙ ΣΤΟ ΒΙΑΙΟ ΧΩΡΙΣΜΟ»

Ο κ. Ιγνάτιος σχολιάζοντας τις προτάσεις για άμεσο χωρισμό, είπε ότι ο χωρίς προϋποθέσεις και προετοιμασία προτεινόμενος από κάποιες πλευρές ριζικός -ή και εχθρικός, ορισμένες φορές- χωρισμός κράτους και Εκκλησίας, θα καταστήσει την τελευταία έρμαιο και υποχείριο των πιο συντηρητικών και φονταμενταλιστικών δυνάμεων, ενώ δεν πρέπει να αποκλείεται και η εμφάνιση ενός «κόμματος της Εκκλησίας» που θα δώσει κάλυψη σε όλα τα φοβικά σύνδρομα και στις ακραίες τάσεις και φωνές της ελληνικής κοινωνίας.

Προσεγγίζοντας εκκλησιολογικά το θέμα ο Μητροπολίτης Δημητριάδος τόνισε ότι ο χαρακτηρισμός της Εκκλησίας ως Ν.Π.Δ.Δ. φαίνεται ότι δεν μπορεί να δικαιωθεί σε κανένα επίπεδο και επεσήμανε πως η Εκκλησία δεν συνιστά πρωτίστως ένα κοσμικό θεσμό, λ.χ. έναν κοινωφελή οργανισμό, αλλά εξάπαντος ένα τρόπο υπάρξεως που αντλεί την ταυτότητά του από την ερχόμενη Βασιλεία του Θεού.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Η Εκκλησία, είπε ο κ. Ιγνάτιος, είναι εν τω κόσμω, ζει και δραστηριοποιείται εντός του κόσμου και της Ιστορίας, χωρίς όμως να είναι εκ του κόσμου, καθώς αντλεί την ύπαρξή της από μια μετα-ιστορική πραγματικότητα, τη Βασιλεία του Θεού. Έτσι η Εκκλησία δεν μπορεί παρά να βρίσκεται πάντοτε σε ένα είδος διαλεκτικής σχέσης προς τον κόσμο και τους κοσμικούς θεσμούς, και άρα και προς την Πολιτεία. Το ότι όμως η Εκκλησία «ζει εν τω κόσμω αλλά δεν είναι εκ του κόσμου», σημαίνει για το θέμα που μας απασχολεί ότι οφείλει να αναπτύσσει ζωντανές σχέσεις με το περιβάλλον της, προσλαμβάνοντας κατά τρόπο διαλεκτικό και προφητικό στοιχεία του κόσμου, χωρίς όμως και να ταυτίζεται τελικά με τον κόσμο. Έτσι και στην περιπτωσή μας, η Εκκλησία ως ευχαριστιακή και εσχατολογική κοινότητα που κείται εν τω κόσμω, μπορεί να έχει και νομική υπόσταση. Αυτή, όμως, δεν μπορεί να αντιφάσκει προς τον αντινομικό και διφυή χαρακτήρα της».

Ο κ. Ιγνάτιος δεν παρέλειψε να μιλήσει και για τ' άλλα «επίμαχα» θέματα, όπως αυτά της εκκλησιαστικής περιουσίας, των θρησκευτικών συμβόλων, καταθέτοντας με παρρησία τις προσωπικές σκέψεις και απόψεις του,  με την ελπίδα , όπως τόνισε, να αποτελέσουν αφετηρία προς την κατεύθυνση μιας αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας. Σημείωσε, πάντως, ότι για τις τελικές αποφάσεις τις οποίες θα εκφράσει η Εκκλησία στο πλαίσιο της συνοδικότητας, η μόνη αρμόδια να αποφανθεί είναι η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ολόκληρη η εισήγηση – ομιλία του σεβ/του Μητροπολίτου Δημητριάδος έχει ως ακολούθως:

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Το ζήτημα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας επανέρχεται διαρκώς με ποικίλες αφορμές στην επικαιρότητα του δημόσιου διαλόγου. Αφενός μεν η σοβαρότητα του θέματος, αφετέρου δε η ποικιλία των σχετικών απόψεων, επιβάλλουν την αναγκαιότητα μιας εμπεριστατωμένης και προσεκτικής, χωρίς προκαταλήψεις και ιδεολογικές αγκυλώσεις, εξέτασης των επιμέρους θεμάτων που συναπαρτίζουν το σύνθετο αυτό ζήτημα. Χωρίς να δεσμεύω σε καμιά περίπτωση με τις προσωπικές μου απόψεις τη θέση  της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, της μόνης αρμόδιας για τις τελικές αποφάσεις, επιθυμώ στο πλαίσιο της ξεχωριστής αυτής ανοικτής συζήτησης που διοργανώνεται από το περιοδικό «Σύναξη», με την παρουσία εκλεκτών προσκεκλημένων, να καταθέσω σκέψεις με την ελπίδα να αποτελέσουν αφετηρία προς την κατεύθυνση μιας αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας.

ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ ΣΗΜΕΡΑ

Φαίνεται να έχουν ωριμάσει πλέον οι συνθήκες, ώστε η Εκκλησία όχι μόνο να μην αρνηθεί, αλλά, εφ' όσον προετοιμαστεί κατάλληλα, να αναλάβει η ίδια την πρωτοβουλία για μια διεξοδική συζήτηση του ακανθώδους ζητήματος που επιγράφεται «σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας». Στις μέρες μας η Εκκλησία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια εντελώς καινούργια κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα η οποία οφείλεται είτε σε ποικίλα τρέχοντα γεγονότα της επικαιρότητας που εμφανίζονται για πρώτη φορά είτε στον πολιτικό προσανατολισμό του νεοελληνικού κράτους, ιδίως μέσα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς μια προοπτική κοσμικής δημοκρατίας βασικό χαρακτηριστικό της οποίας είναι η θρησκευτική ελευθερία και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είτε λόγω των ευρύτερων ανακατατάξεων που συνδέονται με την παγκοσμιοποίηση, την πολυπολιτισμικότητα και τη μετανεωτερικότητα. Πορευόμενη μέσα σ' αυτό το πλαίσιο η Εκκλησία (προ)καλείται, πρωτίστως λόγω της εσχατολογικής και ευχαριστιακής της ταυτότητας και αυτοσυνειδησίας, να αναστοχαστεί και να προβληματιστεί ως προς πλήθος ζητημάτων που εξακολουθούν να εκκρεμούν στη σχέση της με την Πολιτεία. Και μια τέτοια πρωτοβουλία οφείλει η Εκκλησία να την αναλάβει σε μια εποχή, κατά την οποία οι εξελίξεις είναι ραγδαίες σε παγκόσμιο αλλά και τοπικό επίπεδο. Μια εποχή, όπου η θρησκεία από τη μια διεκδικεί εκ νέου σημαντικό ρόλο στη δημόσια σφαίρα, όχι ωστόσο πάντοτε χωρίς προβλήματα, ενώ από την άλλη οι σύγχρονες, μη ομογενείς κοινωνίες, επιδιώκουν την ειρηνική συμβίωση και το σεβασμό της ετερότητας. Ζώντας και διακονώντας λοιπόν μέσα σε μια τέτοια πραγματικότητα, μια αμυντική στάση ή ακόμη περισσότερο μια επιθετική πολιτική από πλευράς Εκκλησίας δεν θα μπορούσε να δικαιωθεί.

 Φαίνεται πως στις μέρες μας, όλο και περισσότερο -όπως φάνηκε και από τα δύο πρόσφατα τεύχη της «Σύναξης» και μάλιστα από την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση ανθρώπων της Εκκλησίας και νομικών που δημοσιεύεται- το ζήτημα των σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας δεν τίθεται τόσο με όρους ριζικού χωρισμού, όπως ίσως γινόταν παλαιότερα. Αντιθέτως, γίνεται μάλλον λόγος για την ανάγκη προσδιορισμού και νέας ρύθμισης των διακριτών ρόλων, που έτσι κι αλλιώς οφείλουν να έχουν οι δύο θεσμοί. Απαιτείται επομένως μια συλλογική και σοβαρή προσπάθεια, προκειμένου να τεθούν καλόπιστα όλα τα ζητήματα, από τα πιο απλά μέχρι και τα πιο σύνθετα, με στόχο την εξεύρεση μιας κοινά αποδεκτής και προς όφελος τελικά του ίδιου του λαού λύσης.

ΒΑΣΙΚΟΙ ΘΕΜΑΤΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ – ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Πριν προχωρήσουμε στη συζήτηση συγκεκριμένων ζητήματων που τίθενται στο πλαίσιο του προσδιορισμού των σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας, ας μου επιτραπεί να σημειώσω στο σημείο αυτό, ότι στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών που λειτουργεί στα όρια της Μητροπόλεως Δημητριάδος στο Βόλο, έχουμε από ετών ασχοληθεί, σε επίπεδο συνεδρίων και ημερίδων, τόσο με το θέμα των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας, όσο και με συναφή θέματα που συνδέονται αδιάσπαστα με την παρούσα συζήτηση (Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα, Ορθοδοξία και Πολυπολιτισμικότητα, Εκκλησία και Εθνικισμός, Ορθοδοξία και ετερότητα, κ. ά.). Έχοντας υπόψη την πολύτιμη αυτή εμπειρία, θα ήθελα να διατυπώσω κάποιες ενδεικτικές προσωπικές προτάσεις πάνω σε ορισμένα επιμέρους θέματα. Τέτοια θέματα διαλόγου μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας είναι μεταξύ άλλων: το νομικό καθεστώς της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα, το ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας, θέματα θρησκευτικής εκπαίδευσης και πολιτισμού, όπως και μια σειρά ζητημάτων συμβολικού κυρίως χαρακτήρα.

α) Νομικό καθεστώς της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Από πολλές πλευρές προβάλλεται η άποψη ότι δεν μπορεί η Εκκλησία να εξακολουθήσει να αντιμετωπίζεται από νομικής απόψεως ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.). Με άλλα λόγια γίνεται λόγος για το αυτονόητο· για το κατά πόσο δηλαδή, η Εκκλησία μπορεί να εκλαμβάνεται ως μια απλή υπηρεσία του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ως μία «θρησκευτική» ΔΕΚΟ δηλαδή, η οποία αναγκαστικά δεσμεύεται από το πλαίσιο λειτουργίας, τις διοικητικές και οικονομικές ρυθμίσεις και υποχρεώσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά και που φαίνεται να δεσμεύει, ορισμένες φορές, την δημόσια και κρατική ζωή με τις αρχές και τα πιστεύω της. Γι' αυτό και όπως έχει παρατηρηθεί, συχνά όχι άδικα, ένα τέτοιο νομικό καθεστώς παγιώνει μάλλον νοοτροπίες και καταστάσεις, που δεν συνάδουν με το πνεύμα των διακριτών ρόλων που από κοινού επιδιώκεται.

Αναμφίβολα, από καθαρά εκκλησιολογική άποψη, ο χαρακτηρισμός της Εκκλησίας ως Ν.Π.Δ.Δ. φαίνεται ότι δεν μπορεί να δικαιωθεί σε κανένα επίπεδο. Η Εκκλησία δεν συνιστά πρωτίστως ένα κοσμικό θεσμό, λ.χ. έναν κοινωφελή οργανισμό, αλλά εξάπαντος ένα τρόπο υπάρξεως που αντλεί την ταυτότητά του από την ερχόμενη Βασιλεία του Θεού. Η Εκκλησία είναι εν τω κόσμω, ζει και δραστηριοποιείται εντός του κόσμου και της Ιστορίας, χωρίς όμως να είναι εκ του κόσμου, καθώς αντλεί την ύπαρξή της από μια μετα-ιστορική πραγματικότητα, τη Βασιλεία του Θεού. Έτσι η Εκκλησία δεν μπορεί παρά να βρίσκεται πάντοτε σε ένα είδος διαλεκτικής σχέσης προς τον κόσμο και τους κοσμικούς θεσμούς, και άρα και προς την Πολιτεία. Το ότι όμως η Εκκλησία «ζει εν τω κόσμω αλλά δεν είναι εκ του κόσμου», σημαίνει για το θέμα που μας απασχολεί ότι οφείλει να αναπτύσσει ζωντανές σχέσεις με το περιβάλλον της, προσλαμβάνοντας κατά τρόπο διαλεκτικό και προφητικό στοιχεία του κόσμου, χωρίς όμως και να ταυτίζεται τελικά με τον κόσμο. Έτσι και στην περιπτωσή μας, η Εκκλησία ως ευχαριστιακή και εσχατολογική κοινότητα που κείται εν τω κόσμω, μπορεί να έχει και νομική υπόσταση. Αυτή, όμως, δεν μπορεί να αντιφάσκει προς τον αντινομικό και διφυή χαρακτήρα της. Πράγμα που σημαίνει ότι η νομική σχέση της προς την εκάστοτε πολιτεία θα πρέπει να μην αδικεί, υποτιμά ή παραγνωρίζει την ίδια (όπως θα συνέβαινε κατά τη γνώμη μου στην περίπτωση υπαγωγής της Εκκλησίας στα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου), αλλά και να μην την οδηγεί στις επικίνδυνες -και ακυρωτικές για την αυτοσυνειδησία της- ατραπούς της εκκοσμίκευσης και μάλιστα της κρατικοποίησης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που η Εκκλησία είναι ΝΠΔΔ.

Υπό το φως των ανωτέρω, θεωρώ πως η πρόταση για τη δημιουργία μιας sui generis κατηγορίας νομικού εκκλησιαστικού προσώπου, η οποία θα υπερβαίνει τις μονομέρειες των δύο άλλων τύπων, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και αμοιβαία επωφελής τόσο για την Εκκλησία όσο και για την πολιτεία. Υποστηρίζουμε λοιπόν ότι πολύ δύσκολα θα αποδεχόταν κανείς τη μεταβολή της Εκκλησίας σε ένα απλό ιδιωτικό σωματείο, καθώς τούτο δεν θα ταίριαζε στον κοινωνικό χαρακτήρα αλλά και στην ιστορία της. Εξάλλου, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις, με αποτέλεσμα σε μια περιφέρεια να είναι δυνατό να αναδειχθούν ποικίλες εκκλησιαστικές ομάδες, όπως συμβαίνει λ.χ. στην περίπτωση των πολλαπλών ομάδων των παλαιοημερολογιτών.

Ένα τέτοιο λοιπόν νομικό πρόσωπο εκκλησιαστικού δικαίου, θα περιφρουρούσε την ιδιαίτερη ταυτότητα αλλά και αυτονομία της Εκκλησίας και επίσης θα εμπέδωνε έτι περαιτέρω τις διακριτές σχέσεις της με την Πολιτεία. Το βέβαιο είναι ότι απαιτείται πολύ σύνεση και προσοχή προς αυτή την κατεύθυνση για να αποφευχθεί ο κίνδυνος της πολυδιάσπασης του εκκλησιαστικού σώματος, καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε επικίνδυνα μοναπάτια τη συνοχή της ίδιας της κοινωνίας μας. Γιατί δύσκολα θα μπορούσε να αρνηθεί κάποιος το γεγονός ότι η Εκκλησία λειτουργεί εν πολλοίς και ως ενοποιός δύναμη για ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Αυτό αποδεικνύεται από το έντονο ενδιαφέρον της Ελληνικής Πολιτείας για την συνέχεια της  παρουσίας ελληνόφωνου ορθοδόξου Εκκλησίας στη διασπορά. Τελικά σε μια περίοδο που σε παγκόσμιο επίπεδο παρατηρείται αναβίωση φονταμενταλιστικών και ξενοφοβικών τάσεων, η παρουσία της Εκκλησίας στη δημόσια -αλλά όχι κρατική σφαίρα- μπορεί να λειτουργήσει προς τη θετική κατεύθυνση, αρκεί βέβαια η ίδια να παραμένει πιστή στη χριστολογική της θεμελίωση και αποστολή και να μην ξεστρατίζει σε αλλότριους προς τη φύση και την ταυτότητά της ρόλους διαφύλαξης της φυλετικής και εθνικής καθαρότητας, ζητήματα που ο ελληνικός λαός έχει εμπιστευθεί πλέον στην ελληνική πολιτεία.

«ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΦΟΒΙΚΑ ΣΥΝΔΡΟΜΑ»

Περαιτέρω κρίνεται όμως αναγκαίο στη σημερινή πραγματικότητα, η ελληνική πολιτεία να δύναται να θεσμοθετεί, κατά περίπτωση και ύστερα από διαβούλευση με τους εμπλεκόμενους φορείς, το πλαίσιο λειτουργίας για κάθε επιμέρους γνωστή θρησκευτική κοινότητα, όπως συμβαίνει σήμερα με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Η πρόβλεψη αυτή δεν θα πρέπει να αποβλέπει στη διαιώνιση του ελέγχου και του ασφυκτικού εναγκαλισμού των θρησκευτικών κοινοτήτων από το κράτος αλλά θα αποσκοπεί μάλλον στην ανάδειξη και αξιοποίηση των θετικών εκείνων στοιχείων που περιέχει το παρόν σύστημα σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας. Δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας εν προκειμένω ότι η όποια συνοδικότητα, ανεξαρτησία και ελευθερία έκφρασης εντός της ελλαδικής Εκκλησίας, υπάρχουν σε μεγάλο βαθμό και λειτουργούν χάρη και στον Καταστατικό Χάρτη και στη σχέση μας με την δημοκρατική πολιτεία. Το ίδιο και η επιταγή της διαφάνειας και της αξιοκρατίας λαμβάνουν ισχυρή ώθηση και στήριξη από τη θεσμοθετημένη σχέση μας με την πολιτεία και την ευρύτερη κοινωνία όπου οι έννοιες της κοινωνικής λογοδοσίας και της συμμετοχικότητας γίνονται όλο και περισσότερο αποδεκτές. Όλα αυτά τα θετικά στοιχεία όχι μόνο δεν θα πρέπει να καταργηθούν, αλλά θα πρέπει να διευρυνθούν και να ρυθμίζουν περαιτέρω τις σχέσεις της πολιτείας με τις άλλες αναγνωρισμένες θρησκευτικές κοινότητες. Σε αντίθετη περίπτωση, είναι βέβαιο πως μια χαοτική και ανεξέλεγκτη κατάσταση στο θρησκευτικό τοπίο, μόνο αρνητικά αποτελέσματα μπορεί να έχει. Το μόνο δε που δεν επιθυμεί η ελληνική κοινωνία στη σημερινή συγκυρία είναι μια οποιαδήποτε έξαρση ενός πολύμορφου θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Είναι δε βέβαιο ότι ο χωρίς προϋποθέσεις και προετοιμασία προτεινόμενος από κάποιες πλευρές ριζικός -ή και εχθρικός, ορισμένες φορές- χωρισμός κράτους και Εκκλησίας, θα καταστήσει την τελευταία έρμαιο και υποχείριο των πιο συντηρητικών και φονταμενταλιστικών δυνάμεων, ενώ δεν πρέπει να αποκλείεται και η εμφάνιση ενός «κόμματος της Εκκλησίας» που θα δώσει κάλυψη σε όλα τα φοβικά σύνδρομα και στις ακραίες τάσεις και φωνές της ελληνικής κοινωνίας.

Όποια δε και αν είναι η ακριβής ερμηνεία του όρου και του σχετικού άρθρου για την επικρατούσα θρησκεία, διαπιστωτική ή κανονιστική, εκείνο που πρέπει να προσεχθεί είναι η αναγκαιότητα της παραμονής της θρησκείας και μάλιστα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη δημόσια σφαίρα, ως παράγοντα ενότητας και εξάπαντος όχι διακρίσεων και χωρισμού. Η αναφορά βέβαια στην επικρατούσα θρησκεία δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να αναιρεί την προαγωγή της ελευθερίας και των δικαιωμάτων όλων των πολιτών. Η ανθρώπινη ελευθερία δεν μπορεί παρά σε κάθε περίπτωση να είναι απαραβίαστη. Αυτό άλλωστε είναι και το κεντρικό μήνυμα του Χριστού και του Ευαγγελίου Του. Υπό το φως των ανωτέρω είναι προφανές πως η Εκκλησία δεν μπορεί να εξακολουθήσει να παίζει το ρόλο του χωροφύλακα ή της υπηρεσίας πληροφοριών σε σχέση με τις άλλες θρησκευτικές κοινότητες ούτε μπορεί να συνεχίσει να υπερασπίζεται μεταξικούς ή άλλους αρτηριοσκληρωτικούς νόμους (σχετικά με τους ευκτήριους οίκους, τον προσηλυτισμό, κλπ).

β) Εκκλησιαστική περιουσία. Ένα ζήτημα που από παλαιότερα έχει προκαλέσει τριβές στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας είναι αυτό της εκκλησιαστικής περιουσίας. Είναι αλήθεια μάλιστα ότι συχνά το όλο ζήτημα αποκτά μυθολογικές διαστάσεις, σχετικά με το μέγεθος και την αξία αυτής της περιουσίας. Δεν κρίνεται εδώ αναγκαίο να επιμείνουμε στα ιστορικά δεδομένα διαμόρφωσης του όλου ζητήματος (ας έχουμε όμως υπόψη λ.χ. τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις από την πλευρά της Πολιτείας, που έφθασαν να της αφαιρέσουν το 96% μέχρι σήμερα της αρχικής της περιουσίας, όπως επίσης και την ανάληψη, μεταξύ άλλων, της μισθοδοσίας του κλήρου από το κράτος ως αντιστάθμισμα στην απαλλοτρίωση της εκκλησιαστικής περιουσίας). Το βέβαιο είναι ότι στην πραγματικότητα η λεγόμενη εκκλησιαστική περιουσία είναι κατά πολύ περιορισμένη στις μέρες μας σε σχέση με τα μεγέθη που συχνά παρουσιάζονται, ενώ πολλές φορές παραμένει εντελώς αναξιοποίητη δεσμευμένη σε πολλές περιπτώσεις από το ίδιο το κράτος.
Στο πλαίσιο ενός ευρύτερου διαλόγου, το σημείο συμφωνίας αναφορικά με το επίμαχο αυτό ζήτημα, θα πρέπει να αναζητηθεί στη δυνατότητα αξιοποίησης της δεσμευμένης σήμερα εκκλησιαστικής περιουσίας για την περαιτέρω ενίσχυση και ανάπτυξη του κοινωνικού της έργου. Η ανταποδοτική αυτή λύση θα συμβάλει αποφασιστικά, εκτός των άλλων, και στην κοινωνική συνοχή και συμβίωση, σε έργα ανάπτυξης και αλληλεγγύης.

γ)  Μάθημα Θρησκευτικών. Ερχόμαστε στη συνέχεια στο ζήτημα του μαθήματος των θρησκευτικών που πολύ συχνά, όπως και κατά την παρούσα περίοδο, απασχολεί την επικαιρότητα. Θα πρέπει εδώ να θυμίσουμε ότι ο χώρος της παιδείας αφορά κατά πρώτο και κύριο λόγο στην πολιτεία. Αυτή διαμορφώνει τα σχετικά αναλυτικά προγράμματα, διορίζει το κατάλληλα εκπαιδευμένο διδακτικό προσωπικό, φροντίζει για τη συγγραφή και τη διανομή των σχολικών εγχειριδίων, και γενικότερα νομοθετεί σε σχέση προς όλες τις βαθμίδες της δημόσιας εκπαίδευσης. Αυτή η πραγματικότητα δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Από την άλλη πλευρά κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει ή να παρακάμψει την καθολικότητα του θρησκευτικού φαινομένου και την επίδρασή του -ιδίως στον τόπο μας αλλά και στην Ευρώπη ευρύτερα- στη διαμόρφωση της ανθρώπινης προσωπικότητας και του πολιτισμού, διαπίστωση που καθιστά επικίνδυνο πειραματισμό οποιαδήποτε σκέψη εξοβελισμού του θρησκευτικού μαθήματος από την παιδαγωγική διαδικασία. Εδώ προκύπτει το κρίσιμης σημασίας ζήτημα για το είδος και τη μορφή της θρησκευτικής εκπαίδευσης στη χώρα μας, εξαιτίας αφενός των ιστορικών ιδιαιτεροτήτων και της μακρόχρονης σύνδεσης της Εκκλησίας με την πορεία του έθνους, και αφετέρου λόγω της απαίτησης σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας και της πραγματικότητας του πλουραλισμού και της ετερότητας.
Δεν είμαι ειδικός της εκπαίδευσης ούτε της διδακτικής των Θρησκευτικών για να μπω σε λεπτομέρειες. Ο χρόνος εξάλλου δεν το επιτρέπει. Ας μου επιτραπεί όμως να σημειώσω ότι η οποιαδήποτε λύση προκύψει θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να πληροί τις εξής τρεις προϋποθέσεις: 1) μάθημα για όλα τα παιδιά, ανεξαρτήτως προέλευσης, ταυτότητας, πεποιθήσεων, κλπ., ώστε να μην παρατηρηθεί το φαινόμενο οι μαθητές να είναι όλες τις ώρες μαζί και να πρέπει να χωρίσουν μόνο την ώρα των Θρησκευτικών· 2) μάθημα που να διδάσκεται από τους θεολόγους εκπαιδευτικούς και όσους είναι κατάλληλα προς τούτο εκπαιδευμένοι από τις θεολογικές σχολές· 3) ανάλογη προσαρμογή του χαρακτήρα και του περιεχομένου του μαθήματος στις παραπάνω διαπιστώσεις, χωρίς όμως και ριζική και βίαια αποκοπή του από τον κορμό της παράδοσής μας. Η μέχρι τώρα δημόσια συζήτηση επί του θέματος είναι πολύ πλούσια και δημιουργική και νομίζω πως πολλές από τις προτάσεις που έχουν κατατεθεί μπορούν να αξιοποιηθούν για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων.

δ) Συμβολικά Ζητήματα. Ολοκληρώνοντας τη σύντομη αυτή παρέμβαση, κρίνεται απαραίτητο να γίνει μνεία σε μια ακόμη κατηγορία επιμέρους θεμάτων, τα οποία προκαλούν συχνά έντονη σκιαμαχία μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας διεγείροντας τα πάθη. Τα ζητήματα αυτά τοποθετούνται μάλλον σε ένα επίπεδο συμβολικό, που η Εκκλησία θα πρέπει να επιδείξει θάρρος και ειλικρίνεια, στην αντιμετώπισή τους. Τέτοια θέματα είναι λ.χ. ο θρησκευτικός όρκος στα δικαστήρια, η ορκωμοσία των βουλευτών, η «πολιτική κηδεία», τα εγκαίνια δημοσίων έργων ή καταστημάτων κ. ά. Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι τα παραπάνω, καθώς και άλλα παρόμοια, στερούνται πλέον ουσιαστικού περιεχομένου και επιβιώνουν ως κατάλοιπα ή παρακολουθήματα τύπων που έχουν απωλέσει σε πολλές περιπτώσεις την ουσία τους. Το ζητούμενο για την Εκκλησία μας σήμερα δεν μπορεί να είναι ένας αμυντικός αγώνας διατήρησης ιστορικών προνομίων ούτε η συμβολική απλώς ή κατ' επίφαση, αλλά όχι ουσιαστική, παρουσία της στη δημόσια σφαίρα. Η Εκκλησία μας καλείται την παρούσα ώρα σε δύσκολες αποφάσεις και επώδυνες επιλογές που έχουν να κάνουν με τη συνειδητοποίηση των προκλήσεων και των αλλαγών της παρούσας συγκυρίας. Κάθε σύγκρουση, λοιπόν, για ζητήματα συμβολικού περιεχομένου, όσο και αν σε ένα πρώτο επίπεδο είναι κατανοητή ή ίσως και αναμενόμενη, μόνο αρνητικές συνέπειες μπορεί να έχει για την Εκκλησία -αλλά και για την ευρύτερη κοινωνία- καθώς, αφενός θα εντείνει τη ριζοσπαστικοποίηση των φονταμενταλιστικών στοιχείων, αφετέρου δε θα δώσει για άλλη μια φορά την ευκαιρία και το έναυσμα στους υποστηρικτές του ριζικού χωρισμού Εκκλησίας-Πολιτείας κατά το γαλλικό πρότυπο να επιχειρήσουν να εξωθήσουν και εγκλωβίσουν την Εκκλησία στην αυστηρά ιδιωτική σφαίρα.

Η ελληνική κοινωνία που σήμερα όσο ποτέ άλλοτε βρίσκεται σε σοβαρότατη κρίση αξιών και προσανατολισμού, χρειάζεται την Εκκλησία, έχει ανάγκη πνευματικής στήριξης και ενός άλλου νοήματος ζωής, πέρα από τον ατομισμό, τον καταναλωτισμό και την απεριόριστη επιδίωξη και επίδειξη πλουτισμού. Έχει ανάγκη την Ορθοδοξία και το μήνυμα αλληλεγγύης και αδελφοσύνης που διαχρονικά αυτή ευαγγελίστηκε, και που εξακολουθεί και σήμερα να ενσαρκώνει με το πλήθος των ιδρυμάτων που διαθέτει στο πλαίσιο της κοινωνικής της διακονίας. Έχει ανάγκη η κοινωνία από μια Ορθοδοξία ριζωμένη στην Παράδοση, που να είναι όμως ταυτόχρονα ανοιχτή και διαλογική, συνομιλούσα και κατανοούσα, μια Ορθοδοξία που δεν θα αγνοεί ή δεν θα περιφρονεί και δεν θα απαξιώνει τα καινούργια πολιτισμικά και πολιτικά σχήματα, γιατί σε τελευταία ανάλυση όλα είναι του Θεού, φέρουν πάνω τους τη σφραγίδα της δωρεάς και την πνοή του Αγίου Πνεύματος. Γι' αυτό και προτεραιότητα για την Εκκλησία δεν μπορεί να έχει η τύποις μεταφυσική νοηματοδότηση του κοινωνικού ή πολιτισμικού, ή ακόμη χειρότερα η προσπάθεια επιβολής και παρουσίας της στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο με μέσα αλλότρια της αποστολής της, αλλά το κήρυγμα της Βασιλείας του Θεού: «ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. 6:33. Πρβλ. Λουκ. 12:31). Νομίζω πως όλο και περισσότερο και εντός του εκκλησιαστικού σώματος συνειδητοποιούμε ότι σε μεγάλο βαθμό τα όρια της κοινωνίας δεν ταυτίζονται πλέον με τα όρια της Εκκλησίας και ότι οι κοινωνίες μας χαρακτηρίζονται από τον πλουραλισμό και την ετερότητα. Η απάντηση της Εκκλησίας στις προκλήσεις αυτές θα πρέπει πρωτίστως να περνάει μέσα από τη θεολογική, λειτουργική και πνευματική της αναγέννηση, καθώς και από την ανασυγκρότηση των ευχαριστιακών της κοινοτήτων. Μόνο μετά από αυτό το πρώτο σημαντικό βήμα και τη στοιχειώδη συνέπεια των εκκλησιαστικών ανθρώπων προς όσα πιστεύουν, μόνο όταν γίνει συνείδηση ότι η Εκκλησία δεν ταυτίζεται με καμιά εποχή της ιστορίας, με καμιά κοινωνία, με κανένα δεδομένο σχήμα, ενώ ο πυρήνας της αλήθειας της δεν μπορεί να δεσμεύεται και να εξαντλείται από τα προγενέστερα παραδείγματα της σχέσης κόσμου και Εκκλησίας, μόνο τότε μπορεί να απευθυνθεί και να μιλήσει η Εκκλησία στον έξω κόσμο και την θύραθεν κοινωνία ή την κοινωνία των πολιτών, στους «εγγύς και τους μακράν» από την πίστη, για να κηρύξει ότι «Ιησούς Χριστός εχθές και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. 12:8).

 Είναι βέβαιο ότι το κήρυγμα της Εκκλησίας σήμερα -όπως εξάλλου και η σχέση της με την πολιτεία- περιπλέκονται αφάνταστα από την εμπειρία, τα βιώματα και τις μνήμες τις εθναρχικής περιόδου. Όπως είναι γνωστό, σε σκοτεινές περιόδους στην πορεία του ελληνικού έθνους η Εκκλησία «εκένωσε εαυτήν» και ανέλαβε κατ' οικονομίαν μιαν εθναρχική αποστολή, την πολιτική εκπροσώπηση του υπόδουλων τότε Ρωμιών, καθώς και τη διάσωση του κινδυνεύοντος γένους, της γλώσσας και της εθνικής του ταυτότητας. Η συνέχεια είναι γνωστή και δεν χρειάζεται να επιμείνουμε. Αυτός ο ιδιαίτερος και έκτακτος ρόλος της Εκκλησίας, συνέβαλε αναμφίβολα θετικά στην επιβίωση και συνέχεια του Ελληνισμού. Ωστόσο, την ίδια στιγμή είναι τραγικό λάθος να θεωρούμε ως Εκκλησία ότι βρισκόμαστε ακόμη σε μια περίοδο εθναρχικής αποστολής, γεγονός που προκαλεί πολύ συχνά αντιδράσεις από τις δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις και από την κοινωνία των πολιτών. Αποτελεί επείγουσα αναγκαιότητα σήμερα να γίνει κατανοητό, αλλά και αποδεκτό, από πλευράς Εκκλησίας, -και θεωρώ ότι προς αυτή την κατεύθυνση κινούμαστε όλο και περισσότερο- ότι, παρά τα όποια προβλήματα, υπάρχει στη χώρα μας εδραιωμένη δημοκρατία και υπεύθυνη κυβέρνηση, και που σε καμιά περίπτωση δεν επιζητά την παρουσία της Εκκλησίας με το σκήπτρο του εθνάρχη.

«ΜΕ ΣΥΝΕΣΗ ΚΑΙ ΣΩΦΡΟΣΥΝΗ…»

Με όσα παραπάνω ανέφερα δεν ισχυρίζομαι σε καμία περίπτωση ότι εξάντλησα όλο το φάσμα των ζητημάτων που άπτονται των σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας. Με σύνεση και σωφροσύνη πρέπει να αντιμετωπιστούν θέματα όπως η σχέση Οικουμενικού Πατριαρχείου και ελληνικής Πολιτείας όπως διαλαμβάνονται στο ισχύον άρθρο 3 του Συντάγματος, η σχέση ελληνικής Πολιτείας, Ορθόδοξης Εκκλησίας και διασποράς, το μελλοντικό νομικό καθεστώς (σε περίπτωση αλλαγών) σπουδαίων θρησκευτικών θεσμών όπως το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο και η Μουφτεία της Δυτικής Θράκης, που σήμερα, όπως είναι γνωστό, αποτελούν ΝΠΔΔ, κ. ά. Στη διεξαγόμενη συζήτηση θα πρέπει, πάντως, να λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένα της συγκεκριμένης κοινωνικής πραγματικότητας, της ελληνικής εν προκειμένω, με τις όποιες επιμέρους ιδιαιτερότητες θετικές ή και αρνητικές.

ΑΝΤΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΟΣ

Κλείνοντας τη σύντομη και αναγκαστικά σχηματική αυτή παρέμβαση θα ήθελα να ευχηθώ να ανοίξει ο δρόμος και από τις δύο πλευρές για την καλόπιστη συζήτηση και την αμοιβαία συνεννόηση πάνω στο είδος και τη μορφή των σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας. Θέλω να πιστεύω ότι τουλάχιστον όσον αφορά στην Εκκλησία, ύστερα μάλιστα και την συγκρότηση των σχετικών ειδικών επιτροπών μετά από πρωτοβουλία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου και απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, τα πράγματα κινούνται προς αυτή την κατέυθυνση. Ωστόσο είναι ανάγκη να έχουμε πάντα κατά νουν πως σε κάθε περίπτωση προέχει ο σεβασμός της ελευθερίας, της προσωπικότητας και των δικαιωμάτων του καθενός, όπως επίσης και το κοινό όφελος, τόσο για την Εκκλησία όσο και για την πολιτεία. Εν κατακλείδι και οι δύο θεσμοί οφείλουν να διακονούν όχι το ίδιον όφελος, αλλά το όφελος του «άλλου», του κάθε άλλου ανθρώπου, είτε αυτός χαρακτηρίζεται ως πολίτης, είτε ως κατ' εικόνα Θεού άνθρωπος.

 

* ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr), αρθρογράφος της εφημ. «Ελευθερία» της Λάρισας, συνεργάτης της πύλης εκκλησιαστικών ειδήσεων «amen.gr» και καθηγητής Β/θμιας εκπαίδευσης (Γυμνάσιο Αρμενίου ν. Λάρισας).

 

ΠΗΓΗ: Τελευταία Ενημέρωση: Feb 25, 2010, http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=1757


** Ανακοίνωση στην Αποικία μας για την εκδήλωση: Aναστοχασμὸς σχέσεων Κράτους – Ἐκκλησίας,  10-02-2010.