ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ:

 

Η εκχώρηση της εθνικής μας κυριαρχίας, οι εξελίξεις στην Ουγγαρία, η επιθετική κίνηση της Πορτογαλίας, το πρόγραμμα 16 συν, τα σενάρια της Ευρωζώνης, ο πλανήτης το 2020 και το δίλημμα της Ελλάδας

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*


 

«Οι μειώσεις των φόρων, καθώς επίσης οι απλοποιήσεις των φορολογικών συστημάτων, αυξάνουν τα δημόσια έσοδα – ενώ φροντίζουν για την αύξηση των επενδύσεων, για την ίδρυση νέων επιχειρήσεων, καθώς επίσης για την ανάπτυξη ενός κράτους» (πηγή: πρόσφατη μελέτη του ΔΝΤ, με την ονομασία “Paying Taxes: The Global Picture”).

Ανεξάρτητα από την παραπάνω διαπίστωση του «Ταμείου», η οποία προφανώς δεν εφαρμόζεται στην Ελλάδα, όπως γράφαμε σε παλαιότερο άρθρο μας (Ο θάνατος της Δημοκρατίας), “Είναι πολύ δύσκολο να χαρακτηρίσει κανείς την κυβέρνηση μίας χώρας, η οποία αποφασίζει την προσφυγή της στο ΔΝΤ, την εθελούσια εκχώρηση δηλαδή της εξουσίας που της ανατέθηκε δημοκρατικά, σε ξένους «εισβολείς», χωρίς την άδεια των Πολιτών της – μέσω δημοψηφίσματος ή, έστω, με τη σύμφωνη γνώμη του Εθνικού της Κοινοβουλίου. Εν τούτοις, η τοποθέτηση των Πολιτών αυτής της χώρας απέναντι σε «τετελεσμένα γεγονότα», για τα οποία δεν ενημερώθηκαν προεκλογικά, αποτελεί μία απίστευτη αυθαιρεσία, για την οποία δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχουν υπεύθυνοι – όπως δεν υπήρξαν ποτέ μέχρι σήμερα, για όλα όσα δυστυχώς συνέβησαν στο παρελθόν, με τελικό αποτέλεσμα τη συλλογική συνθηκολόγηση”.

Στο ίδιο κείμενο, στο οποίο αναλύσαμε τότε τις ευθύνες όλων των συμμετεχόντων, συμπληρώσαμε τα εξής: “Η Ελλάδα εν προκειμένω αποτελεί μία «ιδιάζουσα» περίπτωση, αφού κατέφυγε στο ΔΝΤ πριν ακόμη διαπιστώσει την αδυναμία δανεισμού της. Όπως αναφέρουν τα διεθνή ΜΜΕ, «συνθηκολόγησε» χωρίς καν να αντιμετωπίσει τον «εχθρό». Παραλληλίζοντας τώρα τον «οικονομικό» πόλεμο με το «συμβατικό», θα ήταν σαν η κυβέρνηση μας να είχε παραδώσει τη χώρα στον εχθρό, πριν ακόμη πλησιάσει στα σύνορα της – χωρίς να δώσει δηλαδή την παραμικρή μάχη”.

Φυσικά θα μπορούσε κανείς να «αντιτάξει» ότι, υπήρχε πολύ σοβαρός λόγος, «υπό το βάρος του οποίου» υποχρεώθηκε η Ελλάδα να προσφύγει στο ΔΝΤ. Όμως, πως είναι δυνατόν να δεχθεί κανείς ότι, μία χώρα με τόσο αξιόλογους οικονομικούς «πυλώνες» (τουρισμός, ναυτιλία, γεωργία), με το μικρότερο συνολικό χρέος μεταξύ όλων ανεξαιρέτως των κρατών της Ευρωζώνης (άρθρο μας), με δημόσια περιουσία μεγαλύτερη από πολλές άλλες χώρες (άνω των 300 δις €, όταν στη Μ. Βρετανία ανήκει πλέον μόνο μία γέφυρα), καθώς επίσης με «απτή» τη δυνατότητα ιδιωτικοποίησης του δημοσίου χρέους της (Εθνικά Ομόλογα), είχε πραγματικά λόγο να εκχωρήσει την εθνική της κυριαρχία; Πόσο μάλλον να υπογράψει «άνευ όρων» ένα «εγκληματικό μνημόνιο», χωρίς να αναζητήσει υπεύθυνα υγιείς διεξόδους; Ή, έστω, να προσφύγει στην ύστατη λύση, στη στάση πληρωμών, γνωρίζοντας πολύ καλά την διαπραγματευτική ισχύ μίας χώρας-μέλους της Ευρωζώνης, η οποία δεν έχει απολύτως καμία σχέση με την Αργεντινή; 

Προφανώς, κανένας υπεύθυνος «παρατηρητής» δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί τέτοιου είδους «σοβαρούς λόγους». Ευτυχώς βέβαια για όλους εμάς τους Πολίτες, αλλά, κυρίως, για το μέλλον της Ευρώπης, κανένα άλλο κράτος δεν φαίνεται διατεθειμένο να ακολουθήσει το θλιβερό «παράδειγμα» της χώρας μας – με εξαίρεση την Ιρλανδία η οποία όμως, αφενός μεν έχει πενταπλάσιο συνολικό χρέος από την Ελλάδα, αφετέρου «σύρθηκε» από την κυβέρνηση της, αφού ανάγκασε τους Πολίτες της να αναλάβουν τα «επαχθή», εγκληματικά και ανεύθυνα χρέη των ανεπαρκών τραπεζιτών τους (κάτι που ευτυχώς αρνήθηκαν οι Ισλανδοί, στέλνοντας στα Δικαστήρια τόσο τον πρωθυπουργό, όσο και τα διευθυντικά στελέχη των τραπεζών τους).

Οι επικίνδυνες προσπάθειες αποκρατικοποίησης της εξουσίας λοιπόν, με τη βοήθεια της εγκατάστασης σκιωδών κυβερνήσεων, δεν φαίνεται να «ευοδώνονται», παρά την πάσης  φύσεως προπαγάνδα  – αφού προσκρούουν στις υγιείς αντιστάσεις των επομένων «υποψηφίων», οι οποίοι έχουν μάλλον κατανοήσει τα «παιχνίδια εξουσίας», αρνούμενοι να εκχωρήσουν την εθνική τους κυριαρχία.

 

Η ΟΥΓΓΑΡΙΑ

 

“Η άρνηση της ουγγρικής κυβέρνησης να συνεχίσει την πολιτική εθνικής υποτέλειας των προκατόχων της, προκάλεσε αντιδράσεις από τους Ευρωπαίους –  αλλά και από το ΔΝΤ, το οποίο μίλησε για θαρραλέο, αλλά επικίνδυνο βήμα. Ο υπουργός οικονομικών της ήταν σαφέστατος, όταν αναφέρθηκε στη θέση της κυβέρνησης του, απέναντι στο «μνημόνιο» που είχαν υπογράψει οι προκάτοχοι του σοσιαλιστές: «Το κληρονομήσαμε από τις προηγούμενες κυβερνήσεις και θα θέλαμε να καταργήσουμε τις ατυχείς συνέπειες αυτών των βημάτων. Είπαμε στους εταίρους μας ότι δεν εξετάζουμε σε καμία περίπτωση τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας», διακήρυξε χωρίς περιστροφές”.

Το παραπάνω κείμενο, το οποίο γράφτηκε στον Τύπο, μας οδηγεί υποχρεωτικά στο συμπέρασμα ότι, ανεξάρτητα από την ικανότητα ή μη μίας κυβέρνησης να διοικήσει τη χώρα της, θα πρέπει να αλλάζει – απλά και μόνο για να πάψουν να έχουν ισχύ όλα όσα έχει υπογράψει αυθαίρετα: το «άνευ όρων» μνημόνιο δηλαδή, σε συνδυασμό με τη δανειακή σύμβαση.       

Περαιτέρω, η πρώτη ενέργεια της ουγγρικής κυβέρνησης, η οποία επέλεξε να αντιμετωπίσει την κρίση όχι εις βάρος των Πολιτών της (όπως έκαναν η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Μ. Βρετανία κλπ), αλλά με τη συνδρομή των, πολυεθνικών κυρίως, επιχειρήσεων, ήταν η επιβολή ειδικού φόρου στις τράπεζες – ενδεχομένως να ακολουθήσει η Ρουμανία, καθώς επίσης η Λετονία (υπάρχουν «φόβοι», ελπίδες καλύτερα, για ολόκληρη την Αν. Ευρώπη). Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί, αφορά τα οικονομικά μεγέθη των τριών αυτών κρατών, καθώς επίσης της Ελλάδας για σύγκριση:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Μεγέθη 2007 σε δολάρια

 

Μεγέθη

Ουγγαρία

Ελλάδα

Ρουμανία

Λετονία

 

 

 

 

 

Εργαζόμενοι

4,19 εκ.

4,94 εκ.

9,35 εκ.

1,59 εκ.

ΑΕΠ

118,40 δις

237,90 δις

86,84 δις

28,57 δις

Κατά κεφαλή εισόδημα

19.500

30.500

11.100

16.700

Δημόσιο χρέος / ΑΕΠ*

70,20%

81,70%

18,70%

15,70%

Εξαγωγές

85,73 δις

25,76 δις

39,62 δις

17,09 δις

Εισαγωγές

85,99 δις

79,92 δις

63,16 δις

22,64 δις

Εμπορικό Ισοζύγιο

-0,26 δις

-54,16

-23,54 δις

-5,55 δις

Έλλειμμα Ισοζυγίου/ΑΕΠ

0,22%

22,76%

27,10%

19,42%

Εξωτερικό χρέος

142,9 δις

371,50 δις

85,86 δις

22,70 δις

* Πρόβλεψη. Σύμφωνα με τον Ελληνικό προϋπολογισμό (2009), το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης το 2007 ανήλθε στο 105% του ΑΕΠ – της γενικής κυβέρνησης στο 94,8% του ΑΕΠ (ΑΕΠ 228,18 δις €)

Πηγή: IQ    

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Η αμέσως επόμενη ενέργεια της νέας ουγγρικής κυβέρνησης, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα τις μαζικές διαμαρτυρίες των πολυεθνικών, ήταν η επιβολή φόρου επί του τζίρου τους, αναδρομικά από το 2009 (πολύ σωστά αφού, όπως έχουμε πολλές φορές αναφέρει στο παρελθόν, οι επιχειρήσεις αυτές σχεδόν κατά κανόνα «φοροαποφεύγουν», με τη βοήθεια της «μεταφοράς» κερδών, μέσω διαφόρων τεχνασμάτων, όπως του γνωστού μας «transfer pricing» – χρέωση των προϊόντων τους από τη μητρική «κατά το δοκούν»). Η φορολόγηση αυτή, με διαφορετικό συντελεστή για κάθε κλάδο, έχει ως εξής:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Φορολογικοί συντελεστές επί του τζίρου στην Ουγγαρία

 

Κλάδος

Συντελεστής επί του τζίρου

 

 

Λιανικό Εμπόριο*

2,5%

Τηλεπικοινωνίες**

6,5%

Εταιρείες ενέργειας

9,0%

* Η γερμανική Rewe, με ετήσιο τζίρο στην Ουγγαρία 470 εκ. € (183 υποκαταστήματα Penny), υποχρεώθηκε σε φόρους 11,75 εκ. €

** Η θυγατρική της Deutsche Telekom πλήρωσε περί τα 100 εκ. €

Πηγή: MM

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Φυσικά οι πολυεθνικές εταιρείες, κυρίως οι γερμανικές, αντέδρασαν έντονα, δια μέσου των κυβερνήσεων των χωρών τους, ισχυριζόμενες ότι η φορολογία είναι άδικη («ρατσιστική»!), ενώ θα μειώσει τόσο τις μελλοντικές επενδύσεις τους στην Ουγγαρία, όσο και το ρυθμό ανάπτυξης της Οικονομίας της (κατά 0,3%, με τον πληθωρισμό να ενισχύεται κατά 0,1%). Το Καρτέλ δηλαδή «απείλησε» τη χώρα με την εγκατάλειψη της, γεγονός που θα είχε σαν αποτέλεσμα την περιθωριοποίηση της. Εν τούτοις, η κυβέρνηση της Ουγγαρίας παρέμεινε σταθερή στην απόφαση της, έχοντας την άποψη ότι, δεν πρέπει να συμμετέχουν μόνο οι Πολίτες της στις προσπάθειες διάσωσης της χώρας, αλλά και το Καρτέλ.

Ολοκληρώνοντας, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εάν οι προσπάθειες της Ουγγαρίας θα έχουν τελικά τα, αναμενόμενα από την κυβέρνηση της, αποτελέσματα – αφού οι εχθροί της είναι πανίσχυροι. Σε κάθε περίπτωση όμως, η χώρα προσπαθεί να βρει λύσεις, οι οποίες δεν θα επιβαρύνουν μόνο τους Πολίτες της, οδηγώντας τους στην εξαθλίωση – ενώ μάχεται ταυτόχρονα για την εθνική της ανεξαρτησία.

 

Η ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

 

Ο υπουργός οικονομικών της Πορτογαλίας προτίμησε επίσης την επίθεση, έναντι της υποταγής, επιλέγοντας την προσφυγή της χώρας του στις αγορές, με στόχο τη χρηματοδότηση της – παρά το ότι δεν ήταν ακόμη αναγκασμένος, αφού η Πορτογαλία θα χρειαστεί δανειακά κεφάλαια (Πίνακας ΙΙΙ), από τον ερχόμενο Απρίλιο. «Εμείς κάνουμε σωστά τη δουλειά μας» ανακοίνωσε επίσημα, «Η Ευρωζώνη είναι αυτή που δεν λειτουργεί ως οφείλει, με στόχο την υπεράσπιση του κοινού νομίσματος».

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Λήξη ομολόγων του δημοσίου σε δις €, με ημερομηνία καταγραφής τις 17.11.2010

 

Χώρα

2011

2012

2013

2014

2015

 

 

 

 

 

 

Ιρλανδία

10,640

5,876

6,028

11,857

0,191

Ελλάδα

38,872

31,735

27,722

31,535

51,386

Πορτογαλία

28,156

9,454

9,768

15,370

11,922

Ισπανία

128,312

73,653

66,192

46,887

37,926

Ιταλία

264,601

144,399

123,745

90,821

122,241

Πηγή: Bloomberg

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως είναι γνωστό, ο συγκεκριμένος υπουργός ήταν ένας από τους πρώτους, ο οποίος αναφέρθηκε στην πιθανότητα διάλυσης της Ευρωζώνης – λέγοντας ότι οι «αγορές» θα μπορούσαν να εξαναγκάσουν τη χώρα του να προτιμήσει την έξοδο από τη ζώνη του Ευρώ, «εκβιάζοντας» την με την υπερβολική αύξηση των επιτοκίων δανεισμού της. Με το επιτόκιο ύψους 6,7% στο οποίο υποχρεώθηκε το κράτος του για τα 1,25 δις € που έλαβε (ένα ελάχιστο ουσιαστικά ποσόν, αφού δεν είναι μεγαλύτερο από αυτό που δανείζονται οι πολυεθνικές επιχειρήσεις), τόσο το δημόσιο χρέος, όσο και η ανταγωνιστικότητα της Πορτογαλίας επιδεινώνονται σε βαθμό που μάλλον δεν θα είναι δυνατόν να ανταπεξέλθει μελλοντικά – οπότε η αποχώρηση της από την Ευρωζώνη θα ήταν αναγκαστική.

Εν τούτοις, η κυβέρνηση της Πορτογαλίας φαίνεται να προτίμησε την προσφυγή της στις αγορές, την «επίθεση» δηλαδή, παρά τα υψηλά επιτόκια, από την «υπαγωγή» της στο μηχανισμό στήριξης – ο οποίος θεωρεί ότι «καταλύει» την εθνική της κυριαρχία. Επίσης, να αναλάβει πλήρως το ρίσκο, χωρίς να εξαντλήσει τις εναλλακτικές δυνατότητες της – για παράδειγμα, το δανεισμό της από ένα «κονσόρτσιουμ» ιδιωτικών τραπεζών, οι οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να της προσφέρουν ένα τέτοιο δάνειο.   

Ο δρόμος που επέλεξε η χώρα είναι άξιος θαυμασμού, ιδίως επειδή της ασκήθηκαν «πιέσεις» από όλους (κυρίως από Γερμανούς και Γάλλους), με στόχο την υπαγωγή της στο μηχανισμό στήριξης (των τραπεζών), με την (προφανώς έωλη) αιτιολογία της προστασίας της Ευρωζώνης συνολικά, από τις επιθέσεις των κερδοσκόπων – ειδικά της γειτονικής Ισπανίας, επειδή τα χρέη της θα ήταν μάλλον αδύνατον να χρηματοδοτηθούν από τον υφιστάμενο «μηχανισμό».

Εν τούτοις, η Πορτογαλία αντιστάθηκε σθεναρά, έχοντας, εκτός από την πρόσφατη Ελληνική και Ιρλανδική «τραγωδία» που παρακολούθησε, την άκρως οδυνηρή εμπειρία της «βοήθειας» του ΔΝΤ – στα «νύχια» του οποίου βρέθηκε το 1977 και το 1983. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι τελικά θα καταφέρει να αποφύγει το «μοιραίο», όταν αναγκασθεί να καταφύγει στις αγορές για τις πραγματικές ανάγκες της (τον Απρίλιο). Όμως, προσπάθησε και προσπαθεί, χωρίς να συνθηκολογήσει πριν ακόμη ο πανίσχυρος εχθρός πλησιάσει τα τείχη της – όπως συνέβη με την Ελλάδα.  

Όσον αφορά τώρα αυτούς οι οποίοι θεωρούν επιτυχία το δανεισμό μίας χώρας της Ευρωζώνης με επιτόκια της τάξης του 7%, θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε ότι, με τέτοιες υπερβολικές «αποδόσεις», τα ομόλογα του δημοσίου είναι κατάλληλα ακόμη και για τους πλέον συντηρητικούς επενδυτές. Δηλαδή, ακόμη και αν θεωρούσε κανείς πιθανή μία ενδεχόμενη «διαγραφή» τους (hair cut) στο 30% της ονομαστικής τους αξίας, οι επενδυτές θα κέρδιζαν τελικά περισσότερα, από αυτά που θα τους προσέφερε μία αντίστοιχη τοποθέτηση τους σε γερμανικά ομόλογα.

Ακριβώς για το λόγο αυτό, η ζήτηση των πορτογαλικών ομολόγων (όπως επίσης των ισπανικών και των ιταλικών την επόμενη ημέρα) ήταν μεγαλύτερη από την προσφορά – γεγονός που θα έπρεπε σίγουρα να προβληματίσει την Ελληνική κυβέρνηση, σε σχέση με τον «εσφαλμένο» δρόμο της υποτέλειας, τον οποίο επέλεξε δυστυχώς το Μάιο να ακολουθήσει (υποθέτοντας πάντα ότι, οι προθέσεις της ήταν καλοπροαίρετες – αν και, όπως λέγεται, «ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις»).

 

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ 16 ΣΥΝ

 

Οι ηγετικές δυνάμεις της Ευρωζώνης, στα πλαίσια του προγράμματος με την ονομασία «Project 16 plus», επεξεργάζονται από καιρό τώρα διάφορα σενάρια – με κέντρο βάρους την οικονομική διακυβέρνηση της ζώνης του ευρώ. Δυστυχώς, κάτω από την ίδια περιγραφή, τόσο η Γερμανία, όσο και η Γαλλία, κατανοούν εντελώς διαφορετικά πράγματα – με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να αποτύχει το πρόγραμμα (αν και πρόσφατα, μετά από τις θαρραλέες κινήσεις της Πορτογαλίας δηλαδή και υπό το φόβο διάλυσης της Ευρωζώνης, οι απόψεις τους φαίνεται να συγκλίνουν – προς την πλευρά της Γαλλίας).  

Ουσιαστικά λοιπόν, η Γερμανία επιδιώκει την αντικατάσταση του σημερινού μηχανισμού στήριξης (το 2013), από έναν μηχανισμό ευρωπαϊκής σταθερότητας (ενδεχομένως με πολύ υψηλότερα «κεφάλαια», από τα μέχρι σήμερα 750 δις € – μάλλον τα διπλάσια, αν όχι απεριόριστα), ο οποίος θα βοηθάει τις υπερχρεωμένες χώρες στην αποπληρωμή των υποχρεώσεων τους, επιβάλλοντας τους ταυτόχρονα, με την περαιτέρω συμμετοχή του ΔΝΤ,  αυστηρά μέτρα λιτότητας – ακόμη και την υποχρεωτική θεσμοθέτηση ενός ανωτάτου ορίου δημοσίων χρεών, κατά το αμερικανικό, ελβετικό ή γερμανικό πρότυπο (οι Η.Π.Α. έχουν επεκτείνει βέβαια τα όρια δανεισμού τους τουλάχιστον πέντε φορές μέχρι σήμερα – ενώ ήδη πλησιάζουν το όριο των 14,3 τρις $, το οποίο είχαν λίγα χρόνια πριν εγκρίνει).

Ο νέος μηχανισμός (εκδίδοντας ενδεχομένως ευρωομόλογα), σε αντίθεση με το σημερινό, θα επιτρέπεται να αγοράζει ομόλογα του δημοσίου των υπερχρεωμένων μελών της Ευρωζώνης, έτσι ώστε η ΕΚΤ, η οποία σήμερα ενεργοποιείται στη συγκεκριμένη κατεύθυνση, να πάψει να το κάνει – επικεντρωνόμενη στην πολιτική χρήματος, καθώς επίσης στην επίβλεψη των τραπεζών. Οι αποφάσεις παροχής δανείων εκ μέρους του νέου μηχανισμού θα πρέπει να είναι ομόφωνες από όλα τα κράτη-μέλη, ενώ το κάθε ένα θα έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει «βέτο». Ίσως είναι σκόπιμο να αναφέρουμε εδώ τις προβλέψεις για τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, για το έλλειμμα του 2010:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙV: Ελλείμματα προϋπολογισμών, σε ποσοστά επί του ΑΕΠ

 

Χώρα

Έλλειμμα

Χώρα

‘Έλλειμμα

 

 

 

 

Ιρλανδία

-32,3%

Σλοβενία

-5,8%

Ελλάδα

-9,6%

Ιταλία

-5,0%

Ισπανία

-9,3%

Βέλγιο

-4,8%

Σλοβακία

-8,2%

Αυστρία

-4,3%

Γαλλία

-7,7%

Μάλτα

-4,2%

Πορτογαλία

-7,3%

Γερμανία

-3,7%

Κύπρος

-5,9%

Φιλανδία

-3,1%

Ολλανδία

-5,8%

Λουξεμβούργο

-1,8%

Πηγή: Spiegel

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σε σχέση με τον Πίνακα ΙV οφείλουμε να σημειώσουμε ότι, η Κύπρος δεν δέχθηκε τη «σύσταση» της ΕΕ για μείωση των ελλειμμάτων της, αρνούμενη να υιοθετήσει  μία πολιτική λιτότητας, παρά το ότι οι τράπεζες της θεωρούνται επικίνδυνες – αντιτείνοντας ότι, μία σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν μπορεί να λειτουργεί με νεοφιλελεύθερα κριτήρια. Επίσης, πρέπει να αναφέρουμε τους κινδύνους για το Βέλγιο (δημόσιο χρέος περί το 100% του ΑΕΠ, πολύ μεγάλο συνολικό χρέος, ακυβερνησία), για την Αυστρία (μεγάλη έκθεση των τραπεζών της στην Α. Ευρώπη) και για την Ολλανδία (μεγάλο συνολικό χρέος). Για πολλές από τις υπόλοιπες επικίνδυνες χώρες, έχουμε αναφερθεί επανειλημμένα στο παρελθόν.   

Ολοκληρώνοντας, από την άλλη πλευρά η Γαλλία, η πρόταση της οποίας φαίνεται παραδόξως να υπερισχύει, επιδιώκει τη δημιουργία μίας ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης, η οποία θα αποφασίζει για το σύνολο της οικονομικής πολιτικής των κρατών-μελών (εμπορικά ισοζύγια, μισθοί, φορολόγηση κλπ). Για παράδειγμα, εάν κάποια χώρα επιθυμεί, σχεδιάζει καλύτερα να αυξήσει τις εξαγωγές της, θα πρέπει προηγουμένως να έχει τη σύμφωνη γνώμη της ευρωπαϊκής κυβέρνησης – η οποία θα αποτελείται από τους πρωθυπουργούς των επί μέρους κρατών (αν και πολύ φοβόμαστε ότι, όπως συμβαίνει σήμερα, αυτοί που θα αποφασίζουν θα είναι οι Γερμανοί περισσότερο και λιγότερο οι Γάλλοι – κανένας άλλος).

Κατά την άποψη μας, την οποία έχουμε αναλύσει σε προηγούμενο κείμενο μας (άρθρο) η διέξοδος, η λύση της Ευρώπης δηλαδή, δεν είναι άλλη από τη «συμμετρική» εξέλιξη, από την «ταιριαστή», την αρμονική ανάπτυξη καλύτερα των κρατών-μελών της όπου, οι μέχρι σήμερα πλεονασματικές χώρες, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, θα αποδεχθούν μεγαλύτερα ελλείμματα – έτσι ώστε οι «ελλειμματικές» χώρες, όπως η Ισπανία και η Ελλάδα, να μπορούν να μειώσουν τα δικά τους (σε συνδυασμό με τη διαγραφή των επαχθών χρεών).

Στην αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή δεν υπάρχει η βούληση για συμμετρική εξέλιξη, για μία αρμονική ανάπτυξη, η οποία θα οδηγούσε σταδιακά στην πολιτική ένωση της Ευρώπης, χωρίς «ηγεμόνες» (εάν βέβαια κάτι τέτοιο θεωρηθεί εφικτό), είναι καλύτερα να διασπασθεί άμεσα η Ευρωζώνη, με δική της πρωτοβουλία – «υποχωρώντας» ίσως στην προηγούμενη της κατάσταση (ΕΟΚ), με την υιοθέτηση των εθνικών νομισμάτων εκ μέρους όλων των μελών της, τα οποία πλέον θα συνιστούν μία απλή ζώνη ελευθέρου εμπορίου (μαζί με τη Ρωσία, την Ελβετία και την Τουρκία).  

 

ΤΑ ΣΕΝΑΡΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ

 

Μέχρι να ληφθούν σοβαρές, «συλλογικές», ανιδιοτελείς αποφάσεις, πόσο μάλλον μέχρι να εφαρμοστούν, η ζώνη του Ευρώ θα συνεχίσει να δέχεται επιθέσεις – ιδιαίτερα από το στενό χώρο του δολαρίου, από τις Η.Π.Α. δηλαδή (εταιρείες αξιολόγησης, αμερικανοί οικονομολόγοι, επενδυτικές τράπεζες κλπ), οι οποίες φυσικά δεν έχουν πάψει να κινδυνεύουν (από την ύφεση ή τον υπερπληθωρισμό). Εκτός αυτού, όλα τα σενάρια «αναδιαμόρφωσης» της θα παραμένουν ανοιχτά, με κυριότερα τα εξής:

(α)  Καμία καινούργια εξέλιξη: Σύμφωνα με το σενάριο αυτό, δεν θα υπάρξει ουσιαστική διαφοροποίηση – ενώ η Ευρώπη πάντοτε, έστω και την τελευταία στιγμή, θα βρίσκει κάποια λύση (μας θυμίζει το «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει» – μία συλλογική πεποίθηση, μία βαθειά ριζωμένη «ουτοπία» καλύτερα των Πολιτών, αλλά και των κυβερνήσεων της χώρας μας, η οποία μας οδήγησε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας).

Ειδικότερα, η σημερινή κατάσταση της Ευρωζώνης έγινε αντιληπτή από τα κράτη-μέλη της, όταν στην Ελλάδα ξέσπασε η κρίση των κρίσεων (στα πλαίσια του 1ου παγκοσμίου οικονομικού πολέμου). Παρά τη διασπορά ψευδών ελπίδων εκ μέρους της κυβέρνησης μας, η χώρα μας βρέθηκε πρώτη στο μάτι του κυκλώνα, οδηγώντας ουσιαστικά τις εξελίξεις. Αν και λήφθηκαν έκτοτε πάρα πολλά μέτρα εκ μέρους της Ευρώπης, η οποία συνεχίζει να ακολουθεί τις αγορές, αντί να προηγείται, τα προβλήματα συνεχώς αυξάνονται – ενώ δεν πρόκειται να επιλυθούν ριζικά, όσο η ΕΕ παραμένει ένας μη άριστος νομισματικός χώρος (άρθρο μας).     

Οι αγορές λοιπόν, «ωθούμενες» από τις Η.Π.Α., θα συνεχίσουν να αναρωτούνται μέχρι ποιο ύψος μπορεί να φθάσει το δημόσιο χρέος μίας χώρας (της Ευρωζώνης ως σύνολο επίσης), με αποτέλεσμα να κλιμακώνουν τα «στοιχήματα» τους – αποκομίζοντας φυσικά τεράστια κέρδη. Κατά την άποψη μας, το σενάριο αυτό, εάν δεν αλλάξει, θα διαρκέσει μέχρι εκείνη τη στιγμή, κατά την οποία κάποια χώρα-μέλος θα αναγκασθεί να καταφύγει στη στάση πληρωμών – το αργότερο λοιπόν μέχρι το τέλος του 2013, όπου τουλάχιστον τόσο η Ελλάδα, όσο και η Ιρλανδία, δεν θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν με τις υποχρεώσεις τους (οπότε θα ακολουθήσει η ανεξέλεγκτη διάλυση της Ευρωζώνης – το 3ο σενάριο).      

(β)  Διαχωρισμός σε δύο ζώνες: Οι βόρειες χώρες της Ευρώπης θα σχηματίσουν μία δική τους νομισματική ένωση, παράλληλα με αυτές του νότου. Πρόκειται χωρίς καμία αμφιβολία για ένα μη πραγματοποιήσιμο σενάριο, για μία ουτοπία καλύτερα η οποία, εκτός των άλλων, δεν είναι τεχνικά εφικτή – πόσο μάλλον αφού το ισχυρό ευρώ των βορείων θα ήταν καταστροφικό τόσο για τις εξαγωγές, όσο και για τις απαιτήσεις τους (δάνεια) από τις χώρες του νότου.

Κατά την επικρατούσα άποψη, ένας τέτοιος διαχωρισμός του ευρώ θα σήμαινε το τέλος του – ενώ θα καταστρεφόταν ολόκληρος ο χρηματοπιστωτικός κλάδος της Ευρώπης, αφού θα ακολουθούσε σίγουρα μία άνευ προηγουμένου τραπεζική επιδρομή (Bank run) στις χώρες του νότου. Η δομή της ζώνης του ευρώ είναι «αλληλοεξαρτούμενη» (συγκοινωνούντα δοχεία), οπότε θα ήταν αδύνατον να ανταπεξέλθει με έναν τέτοιο διαχωρισμό. Τα χρηματιστήρια θα κατέρρεαν, η ύφεση (αποπληθωρισμός) θα έπαιρνε τεράστιες διαστάσεις, τα επιτόκια στις χώρες του νότου θα έφθαναν στα ύψη, ενώ ποτέ μέχρι σήμερα δεν υπήρξε νομισματική ένωση αδύναμων χωρών.

(γ)  Διάλυση της Ευρωζώνης: Σύμφωνα με το σενάριο αυτό, όλες μαζί οι χώρες της ζώνης θα επέστρεφαν «ανεξέλεγκτα» στα εθνικά τους νομίσματα, αμέσως μετά την «άτακτη» χρεοκοπία ενός κράτους – κάτι που πιθανότητα θα δημιουργούσε ένα τεράστιο χάος σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αν και δεν θα ήταν υποχρεωτικό να υπάρξουν σταθερές ισοτιμίες, αφού το νόμισμα αναφοράς θα ήταν για όλους το ευρώ (για παράδειγμα, το γερμανικό μάρκο θα ανταλλασσόταν με αναλογία 1:1, ενώ στη συνέχεια θα ανατιμιόταν), απλά και μόνο η υποψία ενός τέτοιου ενδεχομένου εκ μέρους των «αγορών», θα τις οδηγούσε να αποσύρουν μαζικά τα χρήματα τους από ολόκληρη την Ευρώπη – με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, οι ξαφνικές απώλειες σε αρκετά χαρτοφυλάκια, να καταλήξουν στην χρεοκοπία πολλών τραπεζών. Φυσικά θα μεσολαβούσε μία μεγάλη έλλειψη μετρητών χρημάτων, αφού τόσο η εκτύπωση χαρτονομισμάτων, όσο και απλών νομισμάτων, ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν από την επίσημη αρχή της Ευρωζώνης.

Χωρίς την παραμικρή αμφιβολία λοιπόν, η ΕΕ θα ήταν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα «εκτός λειτουργίας» – σε μία «φάση» δηλαδή όπου, καμία χώρα δεν θα είχε τη συνολική επίβλεψη των οικονομικών της. Η Γερμανία θα αντιμετωπιζόταν ξανά εχθρικά από όλα τα υπόλοιπα κράτη, σαν η απειλητικά πανίσχυρη δύναμη της ΕΕ, οι μνήμες του 2ου παγκοσμίου πολέμου (εγκλήματα των ναζί) θα επέστρεφαν ενδυναμωμένες, ο ρατσιστικός (φυλετικός) εθνικισμός θα αναζωπυρωνόταν, η Ευρώπη θα έχανε εντελώς την επιρροή της στον υπόλοιπο πλανήτη, ενώ δεν θα ακολουθούσαν μόνο οικονομικές εντάσεις αλλά, πιθανότατα, πολιτικές και κοινωνικές (προφανώς η Γερμανία το γνωρίζει, έχοντας επιλέξει την «ήπια αναπροσαρμογή» στην εξωτερική πολιτική της).   

(δ)  Οικονομική ένωση της Ευρωζώνης: Πρόκειται για την εξέλιξη της σε μία δημοσιονομική ένωση όπου, τόσο η κατάρτιση των προϋπολογισμών, όσο και η φορολογική πολιτική, δεν θα ήταν πλέον αντικείμενο των εθνικών κυβερνήσεων. Οι υπερχρεωμένες χώρες θα στηρίζονταν από το νέο μηχανισμό σταθερότητας, ενώ θα υποχρεούταν σε αντίστοιχες με τις σημερινές ΔΝΤ-πολιτικές λιτότητας. Ενδεχομένως θα μπορούσε η Ευρωζώνη να υιοθετήσει τότε τη γαλλική πρόταση, συστήνοντας ένα κοινό υπουργείο οικονομικών, με έδρα τις Βρυξέλες και στόχο τη δημιουργία των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης».   

Θεωρούμε ότι, η λύση αυτή θα ήταν πραγματικά βιώσιμη μακροπρόθεσμα, μόνο υπό την προϋπόθεση της «μεταφοράς» χρημάτων από τις πλεονασματικές προς τις ελλειμματικές χώρες (Transfer Union) – όπως συμβαίνει στην ομοσπονδιακή Γερμανία, όπου το ένα κρατίδιο ενισχύει το άλλο. Φυσικά υπάρχουν διάφοροι τρόποι χειρισμού της συγκεκριμένης «εξομάλυνσης» των ανισορροπιών, τους οποίους έχουμε ήδη αναλύσει σε ένα παλαιότερο κείμενο μας (Ευρωπαϊκή Συνοχή). Πιθανολογούμε όμως ότι πολύ δύσκολα θα συμφωνούσαν με κάτι τέτοιο οι Πολίτες των ισχυρότερων οικονομιών της Ευρωζώνης επειδή, σε αντίθεση με τα εθνικά κράτη, μάλλον δεν υφίσταται μία τέτοιας έκτασης αλληλεγγύη σε «ομοσπονδίες» διαφορετικών εθνικοτήτων (η Δυτική Γερμανία, λίγα χρόνια πριν, ήταν αντίθετη ακόμη και με τη μεταφορά πόσων προς την Ανατολική, μετά την επανένωση της).      

Επί πλέον θεωρούμε ότι, αργά ή γρήγορα, θα οδηγούσε σε άλλου είδους προβλήματα, αφού τόσο η Γερμανία, όσο και η Γαλλία, από κοινού ή χωριστά, θα διεκδικούσαν την ηγεσία της – κάτι που πολύ δύσκολα θα αποδεχόντουσαν όλοι οι υπόλοιποι (κυρίως η Ιταλία, ενδεχομένως και η Ισπανία). Εκτός αυτού, «παρακάμπτοντας» αυθαίρετα τα «ανθρωπολογικά» προβλήματα που σίγουρα θα προέκυπταν (λαοί με διαφορετική ιστορία, συνήθειες και χαρακτηριστικά), θα ήταν δεδομένη η αντίθεση των υπολοίπων μεγάλων δυνάμεων του πλανήτη (Η.Π.Α., Κίνα, Ρωσία) – με αποτελέσματα που πολύ δύσκολα μπορούν να προβλεφθούν.

(ε)  Υποχώρηση στο στάδιο της ΕΟΚ: Αναφερόμαστε σε μία προγραμματισμένη, μεθοδική, σταδιακή και προσεκτική έξοδο των κρατών-μελών από την Ευρωζώνη, με την επαναφορά των εθνικών τους νομισμάτων (μάρκο, δραχμή κλπ), αλλά με την διατήρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα επρόκειτο ουσιαστικά για τη δημιουργία μίας «ελεύθερης ζώνης εμπορίου», πολύ πιο ολοκληρωμένης από τις ήδη υπάρχουσες (NAFTA, CAFTA), καθώς επίσης με ιδανικότερες προοπτικές – ενώ  θα μπορούσε να λειτουργήσει, εάν καμία επί μέρους χώρα δεν προέβαλλε τα δικά της ιδιοτελή συμφέροντα και δεν διεκδικούσε την ηγεμονία.

Οι ενδοευρωπαϊκές ανισορροπίες (πλεονασματικές – ελλειμματικές οικονομίες) θα μπορούσαν τότε να καταπολεμηθούν «μονεταριστικά», αφού η άνοδος των ισχυρών κρατών θα προκαλούσε την άνοδο των νομισμάτων τους (το αντίθετο θα συνέβαινε στα αδύναμα κράτη), με αποτέλεσμα να ομαλοποιούνται τα ισοζύγια εξωτερικών συναλλαγών τους. Από την άλλη πλευρά, η στενότερη συνεργασία μεταξύ τους (όπως σήμερα συμβαίνει στην ΕΕ), ενδεχομένως με τη δημιουργία

(1) μίας «εποπτικής κεντρικής τράπεζας» των κεντρικών τραπεζών τους – αλλά και των υπολοίπων συμμετεχόντων στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα, όπως οι ασφαλιστικές εταιρείες και τα χρηματιστήρια,

(2)  μίας «εποπτικής κεντρικής διοίκησης», η οποία θα επέβλεπε/κατεύθυνε τις επί μέρους οικονομικές πολιτικές, ιδρύοντας παράλληλα μία ευρωπαϊκή εταιρεία αξιολόγησης καθώς επίσης

(3)  με τη δημιουργία ενός «κοινού αποθεματικού νομίσματος», προφανώς του Ευρώ, συνδεδεμένου με ένα καλάθι ισχυρών ευρωπαϊκών νομισμάτων (σταθερή «σύνδεση» όλων των εθνικών νομισμάτων με το Ευρώ, με διακύμανση +- 15%) για τις εντός Ευρώπης, αλλά και τις διεθνείς συναλλαγές (στα πρότυπα του SDR, της ειδικής δηλαδή μονάδας μέτρησης, που χρησιμοποιεί το ΔΝΤάρθρο μας), θα εξασφάλιζε την επιτυχή αντιμετώπιση των τεράστιων προβλημάτων της ασύμμετρης παγκοσμιοποίησης. Η διεύρυνση δε της Ευρωπαϊκής αυτής Ένωσης, με τη συμμετοχή της Ελβετίας, της Ρωσίας και της Τουρκίας, θα μπορούσε να την ωφελήσει σε μεγάλο βαθμό. Ο Πίνακας V που ακολουθεί, αναφέρει τα μεγέθη των τριών παραπάνω χωρών: 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ V: Μεγέθη 2007 σε δολάρια

 

Μεγέθη

Ρωσία

Τουρκία

Ελβετία

 

 

 

 

Εργαζόμενοι

75,1 εκ.

25,27 εκ.

3,85 εκ.

ΑΕΠ

1,25 τρις

388,6 δις

407,7 δις

Κατά κεφαλή εισόδημα

14.600

9.400

39.800

Δημόσιο χρέος / ΑΕΠ

7,0%

58,2%

50,2%

Εξαγωγές

365,0 δις

110,5 δις

201,0 δις

Εισαγωγές

260,4 δις

156,9 δις

189,6 δις

Εμπορικό Ισοζύγιο

104,6 δις

-46,4 δις

11,4 δις

Έλλειμμα Ισοζυγίου/ΑΕΠ

8,37%

11,94%

2,80%

Εξωτερικό χρέος

384,8 δις

226,4 δις

1,34 τρις

Πηγή: IQ   

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα V, αλλά και από τη «συγκεντρωτική» εικόνα της σημερινής Ένωσης των 27, συμπληρωμένης με τις τρείς παραπάνω χώρες, θα δημιουργούνταν μία ισχυρότατη ζώνη ελευθέρου εμπορίου των 750 εκ. ατόμων, ικανή να ανταπεξέλθει με τις απαιτήσεις της παγκοσμιοποίησης – κυρίως, με τον ανερχόμενο ασιατικό ανταγωνισμό, καθώς επίσης με την επιθετικότητα των Η.Π.Α., η οποία μάλλον θα «κλιμακωθεί», «συνοδεύοντας» την παρακμιακή πορεία της.        

        

ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΕΝΑΡΙΟ

 

Κατά την άποψη μας, όλα τα σενάρια για την Ευρώπη είναι «ανοιχτά», ενώ φυσικά δεν είναι μόνη της στον πλανήτη. Ακριβώς για το λόγο αυτό θα έπρεπε, πριν ακόμη επιλεγεί (ή προκύψει από μόνο του) κάποιο συγκεκριμένο, να έχει κανείς μία εικόνα του μέλλοντος – έστω «γραμμική», παρά το ότι αυτού του είδους οι προβλέψεις σπάνια επιβεβαιώνονται από την πραγματικότητα. Ο Πίνακας VI που ακολουθεί είναι χαρακτηριστικός:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ VI: ΑΕΠ σε δις $ των εκάστοτε 15 μεγαλυτέρων κρατών του πλανήτη

 

Χώρες

Έτος 2000

Χώρες

Έτος 2010

Χώρες

Έτος 2020

 

 

 

 

 

 

Η.Π.Α.

9.951

Η.Π.Α.

14.624

Κίνα

31.731

Ιαπωνία

4.667

Κίνα

5.745

Η.Π.Α.

22.920

Γερμανία

1.906

Ιαπωνία

5.391

Ινδία

7.972

Βρετανία

1.481

Γερμανία

3.306

Βραζιλία

5.862

Γαλλία

1.333

Γαλλία

2.555

Ιαπωνία

5.852

Κίνα

1.198

Βρετανία

2.259

Ρωσία

4.730

Ιταλία

1.101

Ιταλία

2.037

Γερμανία

4.441

Καναδάς

725

Βραζιλία

2.026

Γαλλία

4.205

Βραζιλία

642

Καναδάς

1.564

Βρετανία

3.644

Μεξικό

629

**Ρωσία

1.477

Μεξικό

2.991

Ισπανία

582

Ινδία

1.430

Ιταλία

2.868

Ν. Κορέα

533

*Ισπανία

1.375

**Ινδονησία

2.446

Ινδία

480

*Αυστραλία

1.220

Καναδάς

2.346

Αυστραλία

401

Μεξικό

1.004

**Τουρκία

2.169

Ολλανδία*

386

Ν. Κορέα

986

Ν. Κορέα

2.112

* Δεν εμφανίζεται την επόμενη δεκαετία

** Εμφανίζεται για πρώτη φορά

Πηγή: Spiegel

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Το 2020 υπολογίζεται γραμμικά, σε αξίες του 2010

Όπως διαπιστώνουμε από τον Πίνακα VI, τόσο οι αλλαγές που έχουν προκύψει σήμερα, σε σχέση με το 2000, όσο και αυτές που λογικά θα συμβούν το 2020, είναι αρκετά σημαντικές. Η Ολλανδία, η Ισπανία και η Αυστραλία φεύγουν από την κατάταξη, ενώ η Ρωσία, η Ινδονησία και η Τουρκία εμφανίζονται σταδιακά – με την Κίνα να αντικαθιστά τις Η.Π.Α. στην κορυφή το 2020, καθώς επίσης με την Ινδία και τη Βραζιλία σε περίοπτες θέσεις.   

Προφανώς λοιπόν η χρηματοπιστωτική κρίση λειτούργησε (θα συνεχίσει να λειτουργεί) προς όφελος των αναπτυσσομένων οικονομιών, η Ασία διαδέχεται τη «δύση» και η Ευρώπη, εάν θέλει να διαδραματίζει κάποιο ρόλο στο παγκόσμιο στερέωμα, θα πρέπει το συντομότερο δυνατόν να επιλύσει ριζικά, από κοινού φυσικά και με γνώμονα το συλλογικό συμφέρον, όλα της τα προβλήματα.      

 

ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

Στην εισαγωγή του κειμένου μας αναφέραμε τον τρόπο, με τον οποίο μπορεί να υπάρξει πρόοδος σε μία χώρα – σύμφωνα τόσο με το ΔΝΤ, όσο και με όλα τα μέχρι σήμερα γνωστά, από την οικονομική επιστήμη. Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για όποιο σενάριο επικρατήσει τελικά στην Ευρώπη, παραμένοντας ισότιμο κράτος-μέλος της με κάθε θυσία. Επομένως, οφείλει να επικεντρωθεί στην ανάπτυξη, χωρίς καμία αργοπορία.

Εάν όμως αδυνατεί να επιτύχει κάτι τέτοιο, εμποδιζόμενη από την καταστροφικά «υφεσιακή» οικονομική πολιτική του ΔΝΤ, θα πρέπει να επιλέξει την ελεγχόμενη στάση πληρωμών – πριν ακόμη υποχρεωθεί από τις συνθήκες σε μία ανεξέλεγκτη χρεοκοπία. Υπενθυμίζουμε ότι, μόνο τα τοκοχρεολύσια για το 2011 είναι περίπου 63 δις €, έναντι εσόδων που δεν θα υπερβούν τα 52 δις € – ενώ μία ενδεχόμενη «τραπεζική επίθεση» (Bank run), έστω περιορισμένης έκτασης, ή μία πτώχευση κάποιας Ελληνικής τράπεζας (πιθανόν σαν αποτέλεσμα μίας ακόμη υποτίμησης της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας – κάτι που μόλις αποφύγαμε την Παρασκευή), θα έφθανε για να ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση.

Ανάπτυξη ή χρεοκοπία λοιπόν είναι το μεγάλο δίλημμα, με το οποίο ευρίσκεται αντιμέτωπη η χώρα μας, ενώ δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη, χωρίς τουλάχιστον τη διαγραφή μέρους των δημοσίων χρεών μας – των επαχθών δηλαδή (περί το 40%), έτσι όπως προβλέπεται από τις διεθνείς πρακτικές. Όσον αφορά δε το εάν είναι έντιμη ή όχι μία τέτοια ενέργεια εκ μέρους της Ελλάδας, ίσως οφείλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στη «φύσει και θέσει» ανεντιμότητα των «αγορών» – για τις οποίες η μοναδική ηθική είναι η επίτευξη κερδών, με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσον.

Το παράδειγμα άλλωστε του Ισημερινού (όπου επιλέχθηκε εν πρώτοις η στάση πληρωμών, ενώ αγοράσθηκαν στη συνέχεια τα ομόλογα του δημοσίου του από τους επενδυτές, οι οποίοι τα πούλησαν στο κράτος με έκπτωση 80%), μάλλον τεκμηριώνει την ύπαρξη διαφόρων εναλλακτικών λύσεων – έστω όχι τόσο ανώδυνων ή ηθικών, αλλά τουλάχιστον μη καταστροφικών. Ειδικά όσον αφορά την πολυσυζητημένη, απλή επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των δημοσίων χρεών μας (αναδιάρθρωση), έστω με χαμηλότερα επιτόκια, δεν λύνει σε καμία περίπτωση το πρόβλημα της Ελλάδας – απλά το αναβάλλει, εάν δεν συνδυάζεται ταυτόχρονα με την προαναφερόμενη διαγραφή.   

Επομένως, αυτό που πρέπει να κάνει άμεσα η πολιτική μας ηγεσία, είναι η σωστή διαπραγμάτευση – με στόχο τη διαγραφή μέρους των δημοσίων χρεών μας (από τις «αγορές», αφού δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να επιβαρυνθούν οι Πολίτες άλλων χωρών με τα δικά μας προβλήματα), την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των υπολοίπων, με χαμηλά επιτόκια, την απόκτηση επαρκούς ρευστότητας, για την ομαλή λειτουργία της οικονομίας μας, καθώς επίσης την εξασφάλιση χρόνου – για την ανάπτυξη μας, μέσα από τις απαιτούμενες διαρθρωτικές αλλαγές, σε συνδυασμό με την ανάκτηση της χαμένης εμπιστοσύνης των Ελλήνων Πολιτών (αφού τότε μόνο θα δανεισθεί ο υγιέστατος ιδιωτικός μας τομέας, επενδύοντας και μειώνοντας το δημόσιο χρέος).

Κλείνοντας, μεταφορικά δεν επιτρέπεται καθόλου, είναι παράλογο καλύτερα να προσπαθούμε να κάνουμε οικονομία στο ηλεκτρικό ρεύμα, καταναλώνοντας εκεί τις περιορισμένες δυνάμεις μας, όταν η τράπεζα απειλεί με πλειστηριασμό το υπερχρεωμένο σπίτι μας. Οφείλουμε λοιπόν πρώτα να σώσουμε το σπίτι μας και στη συνέχεια να ασχοληθούμε σοβαρά με τη μείωση των δαπανών μας – σε καμία περίπτωση το αντίθετο, όπως δυστυχώς σήμερα συμβαίνει. 

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 16. Ιανουαρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2265.aspx

Ο Διεθνής Έλεγχος κατά Σοφία Σακοράφα

Ο Διεθνής Έλεγχος κατά την Σοφία Σακοράφα

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Προσωπικά δεν αμφισβητώ την ειλικρίνεια και τις προθέσεις της κ. Σοφίας Σακοράφα, όμως η ιστορία της διεθνούς επιτροπής ελέγχου του δημόσιου χρέους δεν είναι ούτε απλή, ούτε αθώα υπόθεση. Τυχαίνει να γνωρίζω ποιοι σε διεθνές επίπεδο προωθούν αυτή την πρόταση και η δράση τους δεν είναι καθόλου αθώα.

 

Πρόκειται για διεθνείς Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (Bretton Woods, CATDM, Attac, Transform, κοκ) που χρηματοδοτούνται είτε απευθείας από άτυπα όργανα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ (ιδρύματα, think tanks, κλπ.), είτε από το ειδικό κονδύλι του ΟΗΕ που χρηματοδοτεί την προώθηση της «παγκοσμιοποίησης», είτε από οργανώσεις δήθεν κοινωφελούς σκοπού που πίσω τους βρίσκονται τράπεζες και πολυεθνικές, είτε απευθείας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα πλαίσια της προώθησης του «εθελοντισμού».

Το «κίνημα» αυτό, που δυστυχώς παρέσυρε και μια σειρά έντιμους μελετητές του προβλήματος, αλλά και αγωνιστές, δημιουργήθηκε την εποχή που μετά την επιβολή του σχεδίου Μπέικερ από τις ΗΠΑ στην Λατινική Αμερική, οι λαοί στην περιοχή άρχισαν να ορθώνουν το ανάστημά τους και να απαιτούν την διαγραφή του χρέους για να γλυτώσουν μια και καλή από τους διεθνείς τοκογλύφους, το ΔΝΤ και τις «διεθνείς λύσεις» του προβλήματος που προωθούν οι ΗΠΑ (όπως ήταν το σχέδιο Μπέικερ και Μπράντι, τα οποία αποτελούσαν αναδιάρθρωση του χρέους με «βαθύ κούρεμα» και τα οποία κυριολεκτικά ισοπέδωσαν τις χώρες εκείνες που τα αποδέχτηκαν)

Βασικό όπλο ενός λαού για να επιβάλει τη (μερική ή ολική) διαγραφή του τοκογλυφικού χρέους του, ήταν και παραμένει η αποκατάσταση και θωράκιση της εθνικής κυριαρχίας του από κάθε άποψη. Αυτό ήταν και παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους εφιάλτες των διεθνών τραπεζών, των πολυεθνικών και φυσικά όλων εκείνων των χωρών που στηρίζουν την παντοκρατορία τους στο ξεζούμισμα των άλλων χωρών. Για να χτυπηθεί αυτό το λαϊκό αίτημα εμφανίστηκε το «κίνημα» των διεθνών ΜΚΟ που έναντι της διεκδίκησης της εθνικής κυριαρχίας και της διαγραφής του τοκογλυφικού χρέους, αντιπρότεινε τη δημιουργία μιας διεθνούς επιτροπής ελέγχου του δημόσιου χρέους που με την συγκατάθεση οφειλέτη και πιστωτή θα διερευνά και θα αποφασίζει ποιο μέρος του χρέους είναι «δίκαιο» για να το επωμιστεί ο λαός της οφειλέτριας χώρας. Αυτή η επιτροπή θα έχει το καθεστώς ενός ιδιότυπου δικαστηρίου της Χάγης και οι αποφάσεις του μπορεί να μην είναι δεσμευτικές, αλλά, όπως κανείς καταλαβαίνει, μπορούν να λειτουργήσουν καταλυτικά σε βάρος ενός λαού που διεκδικεί την παραγραφή, ακύρωση του χρέους, πέρα από αυτό που η επιτροπή θα κρίνει ως «άδικο». Με αυτόν τον τρόπο αναιρείται το μοναδικό όπλο που έχει ένας κυρίαρχος λαός για να αντιμετωπίσει τους διεθνείς τοκογλύφους: την ασυλία του κράτους του λόγω εθνικής κυριαρχίας.

Ποιο όμως τμήμα του χρέους είναι «δίκαιο» και ποιο «άδικο»; Από ποια σκοπιά και με ποια κριτήρια μπορεί να κριθεί κάτι τέτοιο; Οι ΜΚΟ προωθούν την ιδέα ότι «άδικο» χρέος είναι μόνο εκείνο που αποτελεί προϊόν ύποπτης συναλλαγής ανάμεσα σε κυβερνήσεις και δανειστές. Γι’ αυτό και ζητούν τον έλεγχο των δανειακών συμβάσεων, ώστε να διαπιστωθεί ποια είναι προϊόν ύποπτης συναλλαγής. Ως τυπικό παράδειγμα αναφέρεται αυτό που έκανε το Εκουαδόρ και πρόεδρος της χώρας Κορέα. Ωστόσο υπάρχουν πολλά και σοβαρά ερωτηματικά. Για παράδειγμα: όταν μια χώρα, όπως το Εκουαδόρ, ο κύριος όγκος του χρέους του είναι μέσα από δανειακές συμβάσεις με τράπεζες, τότε ο έλεγχος μπορεί να γίνει εξετάζοντας μία-μία τις συμβάσεις και το πώς διατέθηκαν τα κονδύλια της συγκεκριμένης σύμβασης. Τι θα γίνει όμως αν το χρέος είναι σχεδόν στο σύνολό του ομόλογα που εκδίδονται, τοποθετούνται και διακινούνται ελεύθερα στη διεθνή αγορά (πρωτογενή και δευτερογενή), όπως συμβαίνει με την περίπτωση της Ελλάδας; Τότε τι σημαίνει έλεγχος σ’ αυτή την περίπτωση; Απολύτως τίποτε. Οι ειδικοί γνωρίζουν πολύ καλά ότι στην περίπτωση δανεισμού μέσω δημοπρασίας ομολόγων, το μόνο που μπορείς να ελέγξεις είναι αν έγινε σωστά και νόμιμα η δημοπρασία, αν οι διαμεσολαβούσες τράπεζες αμείφθηκαν με μεσιτεία που δεν παραπέμπει σε ύποπτες συναλλαγές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πέφτουν μίζες και εξαγορές με τα ομόλογα. Όμως οι μίζες και τα συναφή δίνονται μετά μέσω κυρίως της δευτερογενούς με χειραγώγηση της αγοραπωλησίας των ομολόγων, ή παραγωγών πάνω σ’ αυτά τα ομόλογα, κοκ, η οποία είναι πάρα πολύ δύσκολο να διαπιστωθεί διότι, όπως λένε οι επαίοντες, η αγορά αυτή είναι τόσο διαφανής όσο ένα ποτήρι γάλα. Επομένως όταν εμφανίζονται κάποιοι, δήθεν γνώστες και ειδικοί, στην Ελλάδα και μιλούν για έλεγχο των δανειακών συμβάσεων, αυτό που είναι πιθανό να συμβαίνει είναι δυο πράγματα: είτε πρόκειται για ανίδεους που προσπαθούν να κάνουν καριέρα πάνω στην «κασίδα του ψωριάρη», είτε πρόκειται για σκοπιμότητα. Και η σκοπιμότητα είναι απλή: να βγει λάδι ο μεγαλύτερος όγκος του χρέους, γιατί πολύ απλά δεν μπορεί να ελεγχθεί τουλάχιστον με τον τρόπο που ισχυρίζεται η «διεθνής επιτροπή». Φανταστείτε τι θα γίνει αν σε κάποια φάση η κυβέρνηση, ετούτη ή κάποια άλλη που μπορεί να την διαδεχθεί για να εκτονωθεί η λαϊκή οργή, δώσει στη δημοσιότητα τις συμβάσεις δανεισμού, που αφορούν μόλις το 0,5% του δημόσιου χρέους της χώρας και διορίσει μια επιτροπή σαν αυτήν που ζητάνε οι διεθνείς ΜΚΟ. Ότι κι αν αποφανθεί αυτή η επιτροπή το συντριπτικό μέρος του χρέους – δηλαδή, τα ομόλογα – δεν μπορούν να ελεγχθούν και έτσι θα εξαγνιστούν για να εμφανιστούν ως «δίκαιη» οφειλή. Με άλλα λόγια στρώνεται ο δρόμος για να καμφθεί το ισχυρό λαϊκό επιχείρημα, που πηγάζει από το κοινό περί δικαίου αίσθημα του λαού, ότι «δεν έκανα εγώ τον λογαριασμό, άρα δεν οφείλω να τον πληρώσω». Κάτι το οποίο σχετικά εύκολα μπορεί να τεκμηριωθεί, όχι μόνο μακροοικονομικά, όπως το έχουμε κάνει επανειλημμένα, αλλά και πολύ συγκεκριμένα, αρκεί να ανοίξουν όλοι οι δημόσιοι λογαριασμοί και όχι μόνο οι όποιες δανειακές συμβάσεις.

Όμως ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι οι κύριοι αυτοί που προτείνουν τη «διεθνή επιτροπή» ξέρουν ή μπορούν να βρουν το ύποπτο ή παράνομο χρέος, πόσο από το χρέος μπορεί να πληρώσει ένας λαός; Στο ερώτημα αυτό κανείς δεν απαντά. Για παράδειγμα ας πούμε ότι το ύποπτο ή παράνομο χρέος είναι 50-60%, ποιος μπορεί στα σοβαρά να υποστηρίξει ότι το υπόλοιπο χρέος μπορεί να πληρωθεί από τον λαό και την χώρα; Όταν μια χώρα και ένας λαός έχει κυριολεκτικά λεηλατηθεί επί δεκαετίες και έχει οδηγηθεί στην χρεοκοπία, τι σημαίνει «δίκαιο» και «άδικο» χρέος όταν η χώρα και ο λαός δεν μπορεί να πληρώσει τίποτε; Εκτός κι όλα αυτά στήνονται για να εξαναγκάσουμε την χώρα και τον λαό της που δεν μπορεί να πληρώσει, να ξεπουληθεί όχι για όλο το χρέος, αλλά μόνο για εκείνο το χρέος που είναι «δίκαιο». Τέτοια περίπτωση είναι και η Ελλάδα. Το δημόσιο χρέος, τουλάχιστον άνω του 90%, είναι συσσωρευμένοι τόκοι πάνω σε κεφαλαιοποιημένους τόκους παλιότερων δανείων. Με άλλα λόγια το χρέος της χώρας έχει δημιουργηθεί κατά κύριο λόγο πληρώνοντας πανωτόκια πάνω σε πανωτόκια. Ακόμη κι αν κάποιος θεωρήσει ότι τα αρχικά δάνεια – που έτσι ή αλλιώς έχουν ξεπληρωθεί δεκάδες φορές έως σήμερα – ήταν «δίκαια», γιατί μια χώρα και ένας λαός να ξεπουλιέται για να πληρώνει πανωτόκια;

Αυτό ακριβώς το ζήτημα, που δεν είναι μόνο πρόβλημα της υπερχρεωμένης Ελλάδας, ήρθε να αντιμετωπίσει η πρόταση του ΟΗΕ (Απρίλιος του 2010) που θεωρεί ως «απεχθές χρέος» όχι μόνο εκείνο που είναι προϊόν ύποπτης συναλλαγής, αλλά κάθε χρέος που για να πληρωθεί οδηγεί στην καταστρατήγηση, παραβίαση, ή και κατάργηση βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων. Όταν λοιπόν μια χώρα αναγκάζεται να συνθλίψει τη δουλειά και τα εισοδήματα του λαού της, να περικόψει δραστικά δημόσιες και κοινωνικές παροχές και να ξεπουλήσει την περιουσία της και έτσι να θέσει την ασφάλεια, την ευνομία και την ομαλότητά της σε κίνδυνο, προκειμένου να πληρώσει τους δανειστές της, τότε το χρέος της θεωρείται «απεχθές» και οφείλει να αρνηθεί την πληρωμή του. Τάδε έφη ο ειδικός επιτετραμμένος για την μελέτη και αντιμετώπιση του χρέους σε εισήγησή του προς την Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 2010, η οποία κατά πλειοψηφία έγινε αποδεχτή από αυτό το διεθνές σώμα. Και είναι μάλλον περίεργο που όσοι σκίζονται για τον έλεγχο των δανειακών συμβάσεων στην Ελλάδα, δήθεν για να αποκαλύψουν το μέρος του χρέους που είναι «απεχθές», τους διαφεύγει ως δια μαγείας αυτή η σημαντική συμβολή του ΟΗΕ στην έννοια του «απεχθούς χρέους».

Στη θέση λοιπόν του αιτήματος για διεθνή επιτροπή ελέγχου του δημόσιου χρέους, πρέπει να μπει το βαθιά δημοκρατικό και λαϊκό αίτημα για άνοιγμα όλων των δημόσιων λογαριασμών ώστε να δούμε που και πώς προέκυψαν οι δανειακές ανάγκες του κράτους και προς όφελος τίνος δαπανήθηκαν τα κονδύλια του δημόσιου ταμείου (τακτικά και δανειακά). Μόνο έτσι μπορεί να ελεγχθεί το αλισβερίσι, το πάρε-δώσε κάτω από το τραπέζι, οι ρεμούλες και οι αρπαχτές. Ο έλεγχος αυτός μπορεί να γίνει μόνο όταν οι δημόσιοι λογαριασμοί γίνουν πραγματικά δημόσιοι, δηλαδή προσβάσιμοι και ελέγξιμοι από όλους του πολίτες και όχι μόνο από επιλεγμένους «ειδικούς», υπό την άμεση εποπτεία του κοινοβουλίου. Ενός κοινοβουλίου που δεν θα είναι υποτελές της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά αληθινά κυρίαρχο και εργαζόμενο σώμα, όπου τα μέλη του θα έχουν περιορισμένο χρόνο θητείας, θα εκλέγονται και θα λογοδοτούν απευθείας στους εκλογείς τους, οι οποίοι θα έχουν το δικαίωμα να τους ανακαλέσουν ανά πάσα στιγμή διαπιστώσουν ότι δεν επιτελούν το έργο για το οποίο τους έχουν στείλει στο κοινοβούλιο, κοκ. Φυσικά, ύστερα από τον αναγκαίο δημοσιονομικό έλεγχο – με αναδρομική ισχύ – όποιος βρεθεί ότι εμπλέκεται σε διαπάσθιση του δημόσιου χρήματος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, πολιτικός, κόμμα ή εταιρεία, τότε θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη δικαιοσύνη και να κατασχεθεί η περιουσία του στο σύνολο της ως ελάχιστη αποζημίωση για τις πράξεις του.  

Όπως μπορεί να καταλάβει κανείς, η μια πρόταση περί «διεθνούς επιτροπής ελέγχου του δημόσιου χρέους» αναθέτει πάλι σε κάποιους άλλους, ειδικούς ή μη, το ζήτημα που πρέπει να λύσει ο ίδιος λαός διεκδικώντας και κατακτώντας επιτέλους τη δημοκρατία σ’ αυτόν τον τόπο. Και δημοκρατία θεμελιώνεται σε δυο βασικές αρχές: την λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία. Αρχές που είναι αδύνατον να συνυπάρξουν με το επαχθές και απεχθές δημόσιο χρέος της χώρας και το καθεστώς υποδούλωσης και κατοχής που έχουν επιβάλει οι δανειστές, το ΔΝΤ, η ΕΕ και η ΕΚΤ.

 

Δημήτρης Καζάκης, 16-1-2011

Υπάρχει αισιόδοξο σενάριο για το 2011;

Υπάρχει αισιόδοξο σενάριο για το 2011;

 

Του Δημήτρη Κουμπή

 

 

Το ερώτημα αυτό απασχολεί τον καθένα μας. Από τη μια υπάρχει το απαισιόδοξο σενάριο για το 2011 που δεν χρειάζεται συστάσεις. Το ζούμε. Μπορεί όμως να υπάρξει αντιστροφή της κατάστασης; Μπορεί, ενδεχόμενα να υπάρξει ένα αισιόδοξο σενάριο; Η αρχή της αντιστροφής της κατάστασης;

Η απόγνωση είναι κακός σύμβουλος. Και ο ελληνικός λαός βρίσκεται σήμερα σε απόγνωση. Η ολομέτωπη επίθεση στα πιο στοιχειώδη δικαιώματά του, η αφαίρεση από εκατοντάδες χιλιάδες, εκατομμύρια ανθρώπους των πιο στοιχειωδών μέσων αξιοπρεπούς ζωής έχει προκαλέσει ένα μούδιασμα, μια κατάσταση σοκ, αντίστοιχη με αυτές που περιγράφει η Ναόμι Κλάιν στο περίφημο βιβλίο της «Το δόγμα του σοκ». Ωστόσο, οι αντιδράσεις που μέχρι σήμερα υπήρξαν απέναντι στον ορυμαγδό των μέτρων δεν βρίσκονται στο ύψος των περιστάσεων. Αυτό με τη σειρά του προκαλεί μια μεγαλύτερη απόγνωση.

Κάθε μέρα γίνεται και περισσότερο φανερό ότι όπως είπε ο Τούρκος συγγραφέας Ασίζ Νεσίν «έτσι ήρθαν τα πράγματα μα έτσι δεν θα πάνε». Η κοινωνία δεν μπορεί να βυθιστεί στην ανέχεια και στην αναξιοπρέπεια. Ο ελληνικός λαός διαθέτει ιστορία και θα βρει τη δύναμη να υψώσει το ανάστημά του. Οι απεργιακές και άλλες κινητοποιήσεις του θα ενδυναμωθούν το επόμενο διάστημα, ευθύς μόλις συνέλθει κάπως από την κατάσταση σοκ.

Τι χρειάζεται όμως για να επιταχυνθεί η διαδικασία αυτή; Χρειάζεται να πιστέψουμε όλοι στη δύναμή μας. Να πάψουμε να εναποθέτουμε τις τύχες μας στους όποιους επίδοξους σωτήρες. Ιδιαίτερα οι χρυσοπληρωμένες συνδικαλιστικές γραφειοκρατικές ηγεσίες πρέπει να παραμεριστούν. Απαιτείται όλοι μας να συμμετέχουμε ενεργά και με φρόνηση στα κοινά και πρώτιστα στους συνδικαλιστικούς και άλλους μαζικούς φορείς.

Εναλλακτική πολιτική πρόταση

Κυρίως όμως απαιτείται η διαμόρφωση μιας εναλλακτικής πολιτικής πρότασης. Μιας πρότασης που θα στρέψει το τιμόνι της οικονομικής διακυβέρνησης στον αντίποδα των μέχρι τώρα πολιτικών. Αν πρόκειται πράγματι να βγει ο λαός από την κρίση, αυτό μπορεί να γίνει με ένα μόνο τρόπο: με την αναδιανομή του πλούτου. Είναι καιρός να πληρώσουν οι πραγματικά έχοντες, οι χρυσοκάνθαροι, αυτοί δηλαδή που θησαύριζαν όλα τα προηγούμενα χρόνια και που με το Μνημόνιο και τα λοιπά μέτρα συνεχίζουν να συσσωρεύουν αμύθητα πλούτη σε βάρος ενός ολόκληρου λαού.

http://www.inprecor.gr/wp-content/uploads/2011/01/4933615568.jpg

Μέσα από τη δημόσια συζήτηση έχουν αρχίσει ήδη να διαμορφώνονται μερικοί βασικοί άξονες γύρω από τους οποίους μπορεί να συγκροτηθεί μια αυθεντικά εναλλακτική πρόταση. Τα σημεία αυτά μπορούν να αποτελέσουν ένα ελάχιστο όριο συμφωνίας ανάμεσα σε κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που θα θελήσουν στα σοβαρά να οδηγήσουν τη χώρα μακριά από τον κυκεώνα στον οποίο βρίσκεται.

Αυτά μπορεί να είναι:

1. Η άρνηση του χρέους το οποίο συσσώρευσαν οι σπατάλες και τα υπερκέρδη της εγχώριας ολιγαρχίας και το οποίο τροφοδότησε (ήδη από τα πρώτα δάνεια του 1823) και τροφοδοτεί ακόμη και σήμερα τα ταμεία του τραπεζικού κεφαλαίου των ΗΠΑ, της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας κλπ.

2. Η άμεση έξοδος από την ευρωζώνη (που τόση δυστυχία έφερε στο μέσο εργαζόμενο) και η γενικότερη αντίθεση στις πολιτικές που εκπορεύονται από την ΕΕ και οι οποίες, εκτός από το γεγονός ότι απομυζούν το λαό και το δημόσιο πλούτο, αναπαράγουν το πρόβλημα.

3. Η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος (και όχι μόνο των ζημιογόνων τραπεζών) με παράλληλη εγκαθίδρυση λαϊκού ελέγχου. Μόνο έτσι μπορεί το τραπεζικό σύστημα να αποτελέσει (αν συντρέξουν και άλλοι παράγοντες) όχι μηχανισμό υπερεκμετάλλευσης του λαού αλλά μοχλό ανάπτυξης.

4. Για να υπάρξει βιομηχανική και αγροτική ανάπτυξη είναι αναγκαίο επίσης να περάσουν στο δημόσιο οι στρατηγικοί τομείς της οικονομίας (και πρώτιστα οι ΔΕΚΟ) και να εγκαθιδρυθούν μορφές ουσιαστικού λαϊκού και κοινωνικού ελέγχου παράλληλα με τη γενναία φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου και τον εργατικό έλεγχο στις επιχειρήσεις. Αναγκαία είναι επίσης η προστασία της εγχώριας αγοράς από την ανεξέλεγκτη εισροή κεφαλαίων και εμπορευμάτων από την ΕΕ και άλλες χώρες.

5. Ζητούμενο (ήταν πάντοτε αλλά σήμερα αποκτά μεγαλύτερη επικαιρότητα) είναι η υπεράσπιση και διεύρυνση της παραγωγικής βάσης της χώρας και των αναπτυξιακών της δυνατοτήτων με βάση ένα συγκεκριμένο σχέδιο που θα έχει συζητηθεί διεξοδικά και εγκριθεί από το λαό και θα έχει ως ατμομηχανή του τον εκδημοκρατισμένο και εξυγιασμένο δημόσιο τομέα.

6. Χρειάζεται ακόμη η αναστήλωση και γενναία κρατική χρηματοδότηση της δημόσιας παιδείας η οποία θα μπορεί έτσι προοπτικά να αποδώσει καρπούς και να συμβάλλει αποφασιστικά στην οικονομική ανάπτυξη σε όφελος του λαού.

7. Απαιτείται να παραδειγματιστούμε από εκείνους τους λαούς και τις κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής που πρόσφατα αποτίναξαν την επικυριαρχία των ΗΠΑ και απομάκρυναν τις βάσεις από το έδαφός τους κατακτώντας έτσι την εθνική τους ανεξαρτησία. Για μας αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ενόψει και των κυοφορούμενων αρνητικών εξελίξεων στο Αιγαίο.

8. Επείγει ο ριζικός (μέχρι το κόκκαλο) εκδημοκρατισμός του δημόσιου τομέα, γενικότερα των συνταγματικών θεσμών, του πολιτικού συστήματος, του εκλογικού συστήματος, της Δικαιοσύνης, των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας, όλων των δημόσιων υπηρεσιών και κρατικών μηχανισμών.

9. Χρειάζεται δραστικός περιορισμός, (ίσως και κατάργηση) της δυνατότητας δράσης του μεγάλου κεφαλαίου στον τομέα ιδίως των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης έτσι ώστε να παρεμποδιστεί η χειραγώγηση του λαού.

10.  Επείγει η λήψη μέτρων ανύψωσης του βιοτικού επιπέδου και των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων του λαού με βάση τις διεκδικήσεις των συνδικάτων που προαναφέρθηκαν.

Μια τέτοια πολιτική διεξόδου από την κρίση θα ανακουφίσει τα λαϊκά στρώματα, θα προχωρήσει σε μια γενναία αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου σε όφελος της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας και σε βάρος της εγχώριας ολιγαρχίας. Ένα τέτοιο πολιτικό σχέδιο μπορεί να υλοποιηθεί μόνο αν ανατραπεί το κυρίαρχο πολιτικό σκηνικό του δικομματισμού και των παραφυάδων του και αναδειχθεί μια κυβέρνηση που δεν θα εκπροσωπεί απλώς τα λαϊκά συμφέροντα αλλά που θα λάβει δραστικά μέτρα για την ολοένα και ενεργητικότερη συμμετοχή του λαού στα κοινά και θα οδηγήσει σε μια πολιτική και κοινωνική ανατροπή σε όλα τα επίπεδα.

 

ΠΗΓΗ: Από mafalda – 13 Ιανουαρίου 2011, http://www.inprecor.gr/index.php/archives/21530

 

Ιστορικές ευθύνες αριστεράς – πρόταση διεξόδου

Οι ιστορικές ευθύνες της αριστεράς και η πρόταση διεξόδου

 

Του Στάθη Κουβελάκη    Συνέντευξη στην ΙΣΚΡΑ


 

Ερ.: Όλα δείχνουν ότι το 2011 είναι μια χρονιά ιστορικό σταυροδρόμι. Θεωρείτε ότι η ΕΕ και το ευρώ μπορεί να έχει μέλλον; 

 

Απ.: Μπορεί να ακούγεται κοινότυπο αλλά η καινούργια χρονιά πράγματι αναμένεται καθοριστική για τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα μας και ευρύτερα στην Ευρώπη. Ο καπιταλισμός συνεχίζει να βρίσκεται στη δίνη μιας κρίσης που επιβεβαιώνει καθημερινά το ρητό του Μαρξ ότι «το όριο του κεφαλαίου είναι το ίδιο το κεφάλαιο».

Η κρίση αυτή είναι λοιπόν συστημική, έχει ένα διεθνή αν και όχι ακριβώς παγκόσμιο χαρακτήρα (η Κίνα και η Ινδία, δηλαδή το ένα τρίτο περίπου του πληθυσμού του πλανήτη, συνεχίζουν να έχουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης).

Σε κάθε περίπτωση πάντως η μορφή της κρίσης διαφέρει αισθητά από χώρα σε χώρα ή από περιοχή σε περιοχή του πλανήτη. Στην Ευρώπη, η κρίση δεν βιώνεται με τον ίδιο τρόπο στην Ιρλανδία και στην Ολλανδία, στην Ελλάδα ή τη Δανία.

Αν και η ΕΕ και το ευρώ δεν είναι αιτίες της κρίσης, που είναι μια κρίση του συστήματος, παίζουν ένα καθοριστικό ρόλο στην ειδική μορφή που παίρνει σ’ αυτή την περιοχή του πλανήτη.

Ας αρχίσουμε από την ευρωζώνη. Η ουσία είναι το κοινό νόμισμα που δημιουργήθηκε στη βάση των συμφώνων σταθερότητας λειτουργεί σε μια τριπλή και αλληλοσυμπληρούμενη κατεύθυνση:

– καταργώντας τη δυνατότητα υποτίμησης και όντας κοινό νόμισμα διαφορετικών κρατών, χωρίς τους αντισταθμιστικούς μηχανισμούς ενός ενιαίου κρατικού προϋπολογισμού, μεταθέτει όλο το βάρος του ανταγωνισμού μεταξύ κεφαλαίων στο εργασιακό κόστος, δηλαδή στους μισθούς.

– στηριζόμενο σε αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία, στη τιθάσευση των πληθωριστικών πιέσεων και των μισθών, το ευρώ είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του γερμανικού κεφαλαίου. Ο παράγοντας αυτός εντείνεται από τις αρχικές ισοτιμίες, που ευνοούσαν το μάρκο. Από τη στιγμή της δημιουργία του ευρώ οι γερμανικές εξαγωγές εκτινάσσονται, τα πλεονάσματα της Γερμανίας γιγαντώνονται. Αντίθετα, οι χώρες της Ευρωπαϊκής περιφέρειας (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιρλανδία), με υψηλότερο πληθωρισμό και πιο χαλαρή μισθολογική και δημοσιονομική πειθαρχία, χάνουν σε ανταγωνιστικότητα, τα ελλείματά τους στο εμπόριο και τις τρέχουσες συναλλαγές αυξάνονται ραγδαία. Οι οικονομίες τους στηρίζονται σε «φούσκες» (κυρίως στην αγορά ακινήτων, Ισπανία, στις τράπεζες: Ιρλανδία) ή στην υπερ-κατανάλωση (Ελλάδα). Φυσικά στρέφονται όλο και περισσότερο στο δανεισμό, που είναι πρώτα και κύρια ιδιωτικός.

– Και εδώ είναι βέβαια η τρίτη πτυχή του ευρώ: ως ισχυρό νόμισμα, με αποθεματικές αξιώσεις, το ευρώ είναι επίσης κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του τραπεζικού κεφαλαίου, που γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης της περιφέρειας. Διευκόλυνε την επέκταση και τη διεθνοποίηση των τραπεζών, και κατέβασε το κόστος του δανεισμού, καθιστώντας τον ταυτόχρονα όπως εξηγήσαμε όλο και πιο αναγκαίο.

Με δυο λόγια, το ευρώ δημιουργήθηκε για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένα ταξικά και γεωπολιτικά συμφέροντα: ως μηχανισμός συμπίεσης των μισθών και του κοινωνικού κράτους, και προώθησης του τραπεζικού κεφαλαίου, λειτουργεί ενοποιητικά για τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων της Ευρώπης. Γι’ αυτό και η παραμονή στην ευρωζώνη είναι και παραμένει στρατηγική επιλογή τους. Αντίθετα, επειδή το ευρώ δημιουργεί αποκλίσεις και πόλωση εντός της ζώνης κυκλοφορίας του, πρώτα και κύρια μεταξύ Γερμανίας και χωρών της περιφέρειας (αλλά όχι μόνο, και η Γαλλία χάνει σε ανταγωνιστικότητα σε σχέση με τη Γερμανία), ευνοεί ορισμένους εθνικούς καπιταλισμούς σε βάρος άλλων, οξύνει τις αντιθέσεις και λειτουργεί εν τέλει αποσταθεροποιητικά, ειδικά σε περιόδους κρίσης του συστήματος.

Για να το πω διαφορετικά, το ευρώ όχι μόνο παίζει κεντρικό ρόλο στην ανισότητα της έντασης της κρίσης μεταξύ χωρών του κέντρου και της περιφέρειας αλλά δημιουργεί και τις προϋποθέσεις ώστε η έξοδος από αυτήν την κρίση να πραγματοποιηθεί με πολύ καλύτερους όρους για ορισμένους εθνικούς καπιταλισμούς (και κατ’ αρχήν για το γερμανικό) και πολύ οδυνηρότερους για άλλους (για την Ελλάδα, την Ιρλανδία και σε λίγο τις υπόλοιπες χώρες της περιφέρειας). Εννοείται πως αυτός είναι και ο πρωταρχικός στόχος του Μνημονίου: να διασωθούν οι γαλλικές και γερμανικές τράπεζες που κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος των χρεωγράφων του ελληνικού δημοσίου, με αντίτιμο την λατινοαμερικανοποίση της Ελλάδας.

 

Ερ.:  Η Ελλάδα εντός της ΟΝΕ μπορεί να ανταπεξέλθει στην κρίση και – πολύ περισσότερο – να ανοίξει νέους προοδευτικούς και σοσιαλιστικούς δρόμους;

 

 Απ.: Σ’ αυτό το σημείο μπορώ να είμαι πιο σύντομος: με βάση την προηγούμενη ανάλυση, η απάντηση είναι ένα σαφέστατο όχι. Και, σε αντίθεση με όσα λέγονται από όσους θέλουν να δημιουργούν σύγχυση μέσα στην Αριστερά, αυτή η θέση δεν έχει καμμιά σχέση με τον εθνικισμό ή με την εθνική αναδίπλωση. Από μια ταξική σκοπιά, η έξοδος από το ευρώ είναι αναγκαία για το σύνολο των εργαζομένων της χωρών της ευρωζώνης. Αλλά το θέμα τίθεται πιεστικά, ως υπαρκτό πολιτικό αίτημα, στους «αδύναμους κρίκους», εκεί που οι αντιθέσεις του συστήματος εκδηλώνονται με τον πιο βίαιο τρόπο, δηλαδή στην περιφέρεια, αρχίζοντας από την Ελλάδα που λειτουργεί ως πειραματόζωο των συνταγών κοινωνικής εξαθλίωσης και αρπαγής του πλούτου σε όφελος των ισχυρών, εντός και εκτός της χώρας μας.

Πιο συγκεκριμένα η έξοδος από το ευρώ είναι αναγκαία για να μπορέσει η Ελλάδα να προχωρήσει στις απαραίτητες μονομερείς κινήσεις που θα οδηγήσουν στην παραγραφή του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους, ένα χρέος που είναι ούτως ή άλλως αδύνατο να αποπληρωθεί και για το οποίο ο εργαζόμενος λαός δεν φέρει καμμιά ευθύνη. Κεντρική θέση σ’ αυτές τις κινήσεις, έχει η στάση πληρωμών, γιατί είναι, όπως δείχνει και η διεθνής εμπειρία, το καλύτερο, ίσως και το μοναδικό, όπλο που διαθέτουν οι οφειλέτες για να αλλάξουν προς όφελός τους το συσχετισμό δύναμης. Και η διαχείριση των άμεσων συνεπειών της στάσης πληρωμών, που δεν θα είναι ανώδυνες, απαιτεί ανάκτηση της δυνατότητας άσκησης νομισματικής σε εθνικό επίπεδο καθώς βεβαίως και την εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, η επιβίωση το οποίου ούτως ή άλλως ήδη εξαρτάται από διαρκείς ενέσεις δημόσιας χρηματοδότησης, με τεράστιο βέβαιο κόστος. Αυτά τα μέτρα πρέπει βέβαια να συμπληρωθούν με άλλα, όπως ο έλεγχος των ροών κεφαλαίου, η προστασία του λαϊκού εισοδήματος από τις συνέπειες της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα και άλλα στα οποία θα επανέλθω παρακάτω.

Πρέπει να τονιστεί ότι η έξοδος από την ΟΝΕ δεν τίθεται σήμερα, από τη σκοπιά της αριστεράς και των εργαζομένων, για να πραγματοποιηθεί άμεσα ο σοσιαλισμός, αλλά για να αποφευχθεί η ολοκλήρωση της ήδη συντελούμενης καταστροφής και για να εφαρμοσθούν λύσεις που, σε άλλες συγκυρίες ή ιστορικές εποχές, θα ήταν αρεστές ακόμη και σε μετριοπαθείς σοσιαλδημοκράτες. Σήμερα όμως, και από τη θέση που βρισκόμαστε, αυτές οι λύσεις ισοδυναμούν με μια μεγάλη κοινωνική μεταβολή, με ανατροπή του συσχετισμού προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων. Με άλλα λόγια, θέτουν το αίτημα μιας συνολικότερης αλλαγής, δηλαδή του σοσιαλισμού, με τρόπο συγκεκριμένο, ως διαδικασία επίλυσης συγκεκριμένων προβλημάτων και αντιθέσεων, και όχι ως αφηρημένα ή διακηρυκτικά.

 

Ερ.: Στα πλαίσια ενός τέτοιου σενάριου, ποιες είναι οι προοπτικές της Ε.Ε.; Και, πιο συγκεκριμένα, είναι δυνατή η έξοδος της Ελλάδας από την ΟΝΕ εντός της ΕΕ;


 Απ:
Σίγουρα ένα τέτοιο ενδεχόμενο (στάσης πληρωμών και εξόδου από την ευρωζώνη), που προϋποθέτει ότι την πρωτοβουλία των κινήσεων την έχουν πλέον οι λαϊκές δυνάμεις εντός της χώρας που κινείται προς μια τέτοια κατεύθυνση, επί του προκειμένου της Ελλάδας, σημαίνει μετωπική σύγκρουση με την ΕΕ. Βέβαια ΕΕ και ευρωζώνη δεν είναι το ίδιο πράγμα, ούτε, προς το παρόν τουλάχιστον, προβλέπεται διαδικασία αποβολής μιας χώρας από την ΕΕ. Το θέμα είναι πολιτικό και όχι νομικό. Σε αντίθεση με τους «αριστερούς ευρωπαϊστές» πιστεύω πως η σύγκρουση με την ΕΕ με αυτούς τους όρους, αρχίζοντας ενδεχομένως από μια μικρή χώρα που λέει ένα μεγάλο «όχι» στις βάρβαρες συνταγές της τρόϊκας, θα δημιουργήσει μια δυναμική σε ευρωπαϊκό επίπεδο και θα λειτουργήσει προωθητικά για τους κοινωνικούς αγώνες και τις αριστερές δυνάμεις στις υπόλοιπες χώρες. Ας μην ξεχνάμε πως έστω και με άνισο τρόπο, η δημοτικότητα και αξιοπιστία της ΕΕ, του ευρώ και των υπόλοιπων πυλώνων της ονομαζόμενης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι σήμερα στο ναδίρ, και θα ξεφτίσει ακόμη περισσότερο με το βάθεμα της κρίσης.

 

Ερ:. Αν είναι όμως έτσι τα πράγματα γιατί να μην προσανατολιστούμε σε μια στρατηγική αλλαγής των συσχετισμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αναζήτησης εναλλακτικών λύσεων στο εσωτερικό μιας «άλλης», πιο κοινωνικής, ΕΕ;

 

Απ: Πράγματι, το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα είναι εάν η ΕΕ μπορεί να αλλάξει εκ των ένδον. Η απάντηση σ’ αυτό είναι κατά τη γνώμη μου και πάλι ένα ξεκάθαρο όχι. Και αυτό για δύο λόγους.

Πρώτον γιατί για να αλλάξει, με στοιχειώδεις όρους αξιοπιστίας, ένας υπερεθνικός οργανισμός όπως η ΕΕ πρέπει να αλλάξουν με αρκετά συγχρονισμένο τρόπο οι συσχετισμοί αν όχι σε όλες τουλάχιστον στις βασικές χώρες που τον αποτελούν. Κάτι τέτοιο είναι όχι μόνο απίθανο αλλά αδύνατο γιατί οι ταξικοί συσχετισμοί, και οι ίδιες οι τάξεις, συγκροτούνται και κρίνονται κατ’ αρχήν σε εθνικό επίπεδο. Η διεθνής τους διάσταση είναι κρίσιμη αλλά προϋποθέτει την εθνική, που σημαίνει ότι οι ανισομέρειες στους ρυθμούς και τις μορφές της ταξικής πάλης είναι συστατικό στοιχείο του τρόπου με τον οποίο αυτή η πάλη αναπτύσσεται σε διεθνές επίπεδο. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η ταξική σύγκρουση τείνει να πάρει εκρηκτική μορφή στους «αδύναμους κρίκους» ενός τέτοιου υπερεθνικού μορφώματος, όχι μόνο λόγω της εγγενούς «αδυναμίας» τους αλλά και γιατί οι κυρίαρχες τάξεις των «ισχυρών» κρίκων έχουν μεγαλύτερα περιθώρια διαχείρισης των εσωτερικών τους αντιθέσεων. Περιθώρια που θα χάσουν βέβαια αν κλονιστεί η ηγεμονική διεθνής θέση τους. Με δυο λόγια, όχι μόνο δε μπορούν οι Έλληνες εργαζόμενοι να περιμένουν να αλλάξουν οι συσχετισμοί στη Γερμανία, τη Γαλλία και τη Βρετανία για να αντιδράσουν αλλά η καλύτερη υπηρεσία που έχουν να προσφέρουν στο εργαζόμενους αυτών των χωρών (και των υπολοίπων) είναι να δώσουν το καλό παράδειγμα, και να κλονίσουν συθέμελα το σάπιο οικοδόμημα που δίνει μια επίφαση νομιμοποίησης στις πιο αντιδραστικές πολιτικές των ευρωπαϊκών κυρίαρχων τάξεων.

Υπάρχει όπως και ένας δεύτερος λόγος που καθιστά παραπλανητική την ιδέα της αλλαγής από τα μέσα της ΕΕ. Σηκώνει ήδη πολύ συζήτηση κατά πόσο ένα εθνικό κράτος, που διαθέτει αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, αναφέρεται στη λαϊκή κυριαρχία, κατοχυρώνει κάποια στοιχειώδη πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα στους πολίτες του, είναι μεταρρυθμήσιμο. Ο επαναστατικός μαρξισμός λέει πως όχι και τούτο γιατί η εξουσία της άρχουσας τάξης δεν εδράζεται πρώτα και κύρια στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, όπου οι συσχετισμοί μπορούν να ανατραπούν, αλλά σε αδιαφανείς μηχανισμούς, δηλαδή στο σκληρό πυρήνα του κράτους (κεντρική διοίκηση και κατασταλτικοί), που βρίσκεται εκτός λαϊκού ελέγχου και που θα αντιδράσει με κάθε τρόπο σε μια απόπειρα κοινωνικής ανατροπής.

Ας αφήσουμε προς το παρόν ανοιχτή αυτή τη συζήτηση. Το μόνο βέβαιο είναι όμως ότι ένας σχηματισμός όπως η ΕΕ δε διαθέτει απολύτως καμμιά από τις περιορισμένες έστω δυνατότητες μεταρρύθμισης και εκδημοκρατισμού του εθνικού κράτους. Είναι ένα υπερεθνικό μόρφωμα-υβρίδιο, ούτε υπερκράτος ούτε απλή διακρατική ένωση, που έχει ως βασικό λόγο ύπαρξης το κλείδωμα των στρατηγικών επιλογών των κυριάρχων τάξεων ενός τμήματος της Ευρώπης (γιατί «Ευρώπη» είναι βέβαια και η Ρωσία, η Νορβηγία και η Ουκρανία), τη νομιμοποίησή τους και την προφύλαξή τους από κάθε μορφή λαϊκού ελέγχου, καταργώντας τα όποια εμπόδια θέτει σε ένα τέτοιο εγχείρημα το εθνικό πλαίσιο και οι διαμεσολαβήσεις του (κοινοβούλια, κόμματα, κοινωνικές οργανώσεις). Γι’ αυτό και όπως τόνισε πρόσφατα κάποιος που δεν συμφωνεί με την πρόταση για έξοδο από το ευρώ, ο νομικός και καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου Κώστας Δουζίνας (βλέπε συζήτηση με τον Σλάβοϊ Ζίζεκ, «Εποχή», 9 Ιανουαρίου 2011), «η ΕΕ δεν έχει απλώς δημοκρατικό έλλειμμα αλλά πλήρη έλλειψη δημοκρατίας». Είναι εξοργιστικό π.χ. να ονομάζεται «κοινοβούλιο» ένας θεσμός όπως η «Ευρωβουλή» που δεν διαθέτει την δυνατότητα νομοθετικής πρωτοβουλίας που αποτελεί την πεμπτουσία οποιουδήποτε εθνικού κοινοβουλίου, στην οποία δε λογοδοτεί κανείς και που χρησιμεύει ως όργανο συμβολικής επικύρωσης των αποφάσεων μιας ουσιαστικά ανεξέλεγκτης Κομισιόν και ευρωγραφειοκρατίας. Όλα αυτά αποτελούν γελοιοποίηση των ίδιων των αστικών ιδεών περί κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας, ιδέες για τις οποίες στο κάτω-κάτω χύθηκε πολύ αίμα και που μας απήλλαξαν από τους ελέω Θεού μονάρχες.

Οι λαοί της Ευρώπης σίγουρα αξίζουν κάτι καλύτερο από τη σημερινή ΕΕ. Αλλά για να μπορέσει να γίνει πραγματικότητα αυτή η «άλλη Ευρώπη» προϋπόθεση είναι η ρήξη με τη σημερινή ΕΕ, με προοπτική την διάλυσή της και την αντικατάστασή της από ένα ριζικά διαφορετικό ευρωπαϊκό οικοδόμημα με σοσιαλιστική κατεύθυνση. Ουαί κι αλλοίμονο για την αριστερά αν φθάσει να συγχέει τη νομιμοφροσύνη απέναντι στους θεσμούς αυτού του αντιδημοκρατικού και νεοφιλελεύθερου εξαμβλώματος με τις ιδέες και την πρακτική του διεθνισμού και της κοινής πάλης των λαών ενάντια στους δυνάστες τους.

 

Ερ.: Θεωρείτε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αναζωογονηθεί ή ως ένα ενωτικό εγχείρημα είναι οριστικά παρελθόν με κάποιες καλές αναμνήσεις;

 

Απ.: Ας κοιτάξουμε την πραγματικότητα κατάματα: ο ΣΥΡΙΖΑ πνέει τα λοίσθια, είναι όχι μόνο ανίκανος να παράγει την οποιαδήποτε πολιτική πρόταση και παρέμβαση, σ’ αυτές τις τόσο κρίσιμες συνθήκες για τη χώρα, αλλά ακόμη και να διατηρήσει τη συνοχή των επιμέρους συνιστωσών του, που εμφανίζονται βαθειά διαιρεμένες και προσφέρουν παρόμοια εικόνα αμηχανίας και παράλυσης. Συν τοις αλλοις, έχουν εμφανιστεί καινούργια και, ας μη κρυβόμαστε πίσω από τα δάχτυλό μας, ανταγωνιστικά με το ΣΥΡΙΖΑ πολιτικά σχέδια, είτε αυτά λέγονται Μέτωπο Α. Α. είτε προτεραιότητα στην εκλογική συνεργασία με πασοκογενείς παράγοντες. Το ερώτημα που προκύπτει βέβαια είναι «πως φθάσαμε ως εδώ»;
Πολύ συνοπτικά θα έλεγα, παραφράζοντας αυτό που κάποτε είχε πει ο τότε γραμματέας του ιταλικού ΚΚ Ενρίκο Μπερλινγκουέρ σχετικά με την Οκτωβριανή Επανάσταση: «η προωθητική δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ έχει εξαντληθεί». Σε τι στηριζόταν όμως αυτή η προωθητική δύναμη; Ασφαλώς στη έλξη ενός ενωτικού εγχειρήματος που συσπείρωσε δυνάμεις, μείωσε τον κατακερματισμό της πέραν του ΚΚΕ ριζοσπαστικής αριστεράς και, στη συγκυρία του 2005-2007 ειδικότερα, κατάφερε να της δώσει στοιχεία κοινωνικής γείωσης και επικοινωνίας με υπαρκτές μορφές αντίστασης. Για να γίνουν όμως όλα αυτά υπήρχαν και πολιτικά προαπαιτούμενα, εκ των οποίων το κυριότερο ήταν η σταδιακή, και κατόπιν (με την αλλαγή ηγεσίας) πιο σαφή, μετατόπιση προς τα αριστερά της βασικής δύναμης αυτής της συμμαχίας, του Συνασπισμού.
Υπήρχαν βέβαια όρια σ’ αυτό το εγχείρημα και αυτά φάνηκαν όταν η συγκυρία άρχισε να αλλάζει και να θέτει νέα προβλήματα. Τέθηκε βέβαια το οργανωτικό ζήτημα, κάτι αναπόφευκτο σε ένα πλουραλιστικό εγχείρημα: και διαπιστώσαμε ότι δε βρέθηκε ικανοποιητική λύση στο θέμα της δημοκρατικής και συμμετοχικής εμβάθυνσης του σχήματος, στη δύσκολη διαλεκτική της «από τα πάνω» και «από τα κάτω» συγκρότησής του που τέθηκε πιεστικά μετά τις εκλογές του 2007 και την πρώτη πανελλαδική συνδιάσκεψη. Τότε άρχισε να φαίνεται ότι η συγκολλητική ουσία του εγχειρήματος σε επίπεδο πολιτικής πρότασης – χονδρικά η άρνηση του κεντροαριστερού κυβερνητισμού και η σύνδεση με τα κινήματα – ήταν ανεπαρκής, και επιπλέον παρέμενε αντικείμενο έντονης και μάλιστα αυξανόμενης αμφισβήτησης από ένα κομμάτι του Συνασπισμού. Η κοινωνική και πολιτική κρίση βάθαινε, με κύριο σύμπτωμα την εξέγερση του Δεκέμβρη, σε λίγο η νέα καπιταλιστική κρίση θα συμπεράσειρε το εύθραυστο οικοδόμημα της ευημερίας που είχε στηρίξει τις εναπομείνουσες κοινωνικές και πολιτικές ισορροπίες. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να παρέμβει στην μεταπιζόμενη συγκυρία, οι εσωτερικές του διαφοροποιήσεις άρχισαν να τον απορυθμίζουν. Το τελικό χτύπημα δόθηκε με την είσοδο στην εποχή του Μνημονίου. Εκεί φάνηκαν και τα όρια της αριστερής μετατόπισης ενός χώρου που αρνείται να αναμετρηθεί με ένα από τα βασικά βαρίδια που κουβαλάει από το παρελθόν, δηλαδή τον ευρωπαϊσμό.

Αναμφίβολα, για μια ολόκληρη περίοδο, ο ΣΥΡΙΖΑ απετέλεσε μια θετική συνεισφορά στην υπόθεση της ανασυγκρότησης μιας μαχόμενης και κοινωνικά γειωμένης αριστεράς στη χώρα μας. Ήταν μια σοβαρή ένδειξη ότι αρχίσαμε σταδιακά να βγαίνουμε από την φάση της ήττας και της αναδίπλωσης. Αυτό συνιστά μια πολύτιμη παρακαταθήκη για το μέλλον. Αλλά, και θα ήθελα να είμαι σαφής σ’ αυτό, η σημερινή συγκυρία, όπου παίζεται κυριολεκτικά και άμεσα το μέλλον της χώρας και η υπόσταση αυτού του λαού, έχει άλλες απαιτήσεις αλλά και άλλες δυνατότητες. Πρέπει να γυρίσουμε σελίδα.

 

Ερ.:  Ποιά είναι λοιπόν η προοπτική; Η σημερινή κατάσταση «όλοι εναντίον όλων» στην Αριστερά είναι αναπόφευκτη;

 

Απ.: Ας πούμε κατ’ αρχήν το εξής: το ΚΚΕ όχι μόνο παραμένει η βασική δύναμη της αριστεράς αλλά διευρύνει και την εκλογική επιρροή. Ας σκεφτούμε μόνο προς στιγμήν πως ήταν τους ενδοαριστερούς συσχετισμούς πριν από τρία μόλις χρόνια και πως είναι τώρα, μετά τις τελευταίες εκλογές. Σ’ αυτή την εξέλιξη έχει φυσικά συμβάλλει η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, η διάχυτη κοινωνική οργή που αποκτά αντισυστημική συμπεριφορά, αλλά βαραίνει επίσης, ας μην το υποτιμάμε αυτό, και το γεγονός ότι για ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι του λαού το ΚΚΕ – μαζί με την εξωκοινοβουλευτική αριστερά – εμφανίζεται ιστορικά δικαιωμένο στην αντίθεση του στην ΕΕ, έστω κι αν δεν προτείνει κάτι το συγκεκριμένο και αξιόπιστο.

Αυτό που θα μπορούσε λοιπόν, υπό άλλους όρους, να είναι ένα στοιχείο ανοδικής πορείας για την Αριστερά γίνεται το κεντρικό της πρόβλημα γιατί το ΚΚΕ ακολουθεί μια γραμμή ακραίου σεκταρισμού, διαρκούς περιχαράκωσης των δυνάμεών του και καλλιέργειας κλίματος ενδοαριστερού εμφύλιου. Αυτό είναι κάτι που βαραίνει αισθητά στο συνολικό συσχετισμό δύναμης. Από διαφορετικές θέσεις θα μιλούσαμε σήμερα στον αγώνα για την ανατροπή του Μνημονίου και αυτής της άθλιας κυβέρνησης αν υπήρχε μια μίνιμουμ έστω ενότητα στη δράση των αριστερών δυνάμεων στους κοινωνικούς χώρους.
Σε καμμιά περίπτωση δεν πρέπει να σταματήσουμε να εγκαλούμε το ΚΚΕ για τις ευθύνες του έναντι του εργατικού και λαϊκού κινήματος και να καλλιεργούμε τις προϋποθέσεις για την ενότητα στη δράση και στους κοινούς αγώνες. Αλλά ο καλύτερος, και ίσως ο μοναδικός τρόπος να το επιτύχουμε είναι να προχωρήσουμε σε αυτό που το ΚΚΕ δεν είναι ούτως ή άλλως σε θέση να προσφέρει, δηλαδή μια αριστερή εναλλακτική απάντηση στη σημερινή κρίση, τόσο σε επίπεδο πρότασης όσο και σε επίπεδο πολιτικού υποκειμένου που θα της δώσει σάρκα και οστά και θα τη προωθήσει.

 

Ερ.:  Ποιός είναι λοιπόν ο πυρήνας αυτής της πρότασης;

 

Απ.: Ο πυρήνας είναι η ατζέντα που έθεσα πριν: στάση πληρωμών με στόχο την επαναδιαπραγμάτευση και παραγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, έξοδο από την ευρωζώνη, εθνικοποίηση των τραπεζών, έλεγχος της ροής κεφαλαίων, προστασία του λαϊκού εισοδήματος και ανασυγκρότηση του οικονομικού ιστού της χώρας με δημόσιο έλεγχο. Πέρα από τα ευχολόγια της ευρωπαϊστικής ρητορείας, που υπεκφεύγουν διαρκώς στο θέμα του χρέους και της αντιμετώπισής του, δεν έχει εξάλλου διατυπωθεί και καμμιά άλλη πρόταση στην ευρύτερη αριστερά. Η ελληνική κοινωνία έχει κατά τη γνώμη να επιλέξει ανάμεσα στο Μνημόνιο (ή παραλλαγές του) και σ’ αυτήν την ατζέντα, δεν βλέπω καμμιά άλλη δυνατότητα.

Η πρόταση αυτή μπορεί να λειτουργήσει σε διαφορετικά επίπεδα: μπορεί να συσπειρώσει κατ’ αρχήν ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, που αποδεσμεύονται σήμερα από την επιρροή του δικομματισμού και περιμένουν, έστω και θολά, κάτι από την πλευρά της αριστεράς. Έχει μια γνήσια πλειοψηφική δυναμική. Μια ένδειξη μόνο: σύμφωνα με τελευταίες δημοσκοπήσεις τα ποσοστά που υποστηρίζουν τη στάση πληρωμών και την έξοδο από το ευρώ ξεπερνούν αισθητά το 20% και αυτό χωρίς να την υποστηρίζει ως τέτοια ούτε ένα κοινοβουλευτικό κόμμα. Σκεφτείτε τι δυνατότητες υπάρχουν αν, με αυτά που μας περιμένουν, υπήρχε και πολιτική έκφραση.

Μπορεί επίσης να αποτελέσει τη βάση ενός ξεκαθαρίσματος μέσα στην αριστερά, συσπειρώνοντας όσες δυνάμεις βλέπουν σ’ αυτήν την ατζέντα όχι τον τελικό ορίζοντα αλλά τον πυρήνα ενός μεταβατικού προγράμματος με στόχο το σοσιαλισμό.

 

Ερ.: Μιλάτε δηλαδή για ένα νέο πολιτικό φορέα;

 

Απ.: Θα γίνω πιο σαφής και συγκεκριμένος. Ξεκινώ από μια διαπίστωση: σ’ αυτήν τη βασική ατζέντα συγκλίνουν αυτή τη στιγμή, με επιμέρους αποχρώσεις (άρα κατ’ αρχήν υπερβάσιμες), μια σειρά από δυνάμεις που βρίσκονται σήμερα σε διάφορους χώρους ή σχήματα. Έχουμε βέβαια το ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως τέτοιο, και η καθαρότητα με την οποία υποστήριξε αυτή την ατζέντα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εντυπωσιακή (για τα δεδομένα αυτού του χώρου) του εκλογική του επιτυχία, σε συνδυασμό βέβαια με τη γείωσή του σε μια σειρά από κοινωνικούς χώρους και μαζικές πρακτικές. Είναι όμως και το Αριστερό Ρεύμα του Συνασπισμού, που με τις θέσεις του στα θέματα της ΕΕ, του χρέους και του ευρώ κυριολεκτικά άλλαξε τους όρους της συζήτησης στο σύνολο της Αριστεράς. Πρέπει ιδιαίτερα να επισημανθεί η θαρραλέα στάση του Παναγιώτη Λαφαζάνη, που, αν κρίνουμε και από τη λάσπη που δέχεται από τα παπαγαλάκια των ΜΜΕ, αποτελεί αγκάθι για όλη την πολιτικο-μηντιακή ελίτ.

Βλέπουμε επίσης να προσεγγίζουν αυτή την ατζέντα και άλλες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ όπως η ΚΟΕ ή το Κόκκινο. Υπάρχει επίσης η πολύ σημαντική, ίσως καθοριστικής σημασίας, εμπειρία σύγκλισης στους συνδικαλιστικούς χώρους δυνάμεων που δεν ήταν συνηθισμένες να βαδίζουν μαζί, στα πλαίσια του Συντονιστικού των Πρωτοβάθμιων Σωματείων. Ας σημειώσουμε επίσης την απήχηση που είχαν οι πρωτοβουλίες του Αριστερού Βήματος, που δεν είναι βέβαια πολιτικός φορέας αλλά λειτούργησε και λειτουργεί ως εργαστήρι για τη συζήτηση μιας ριζοσπαστικής αριστερής πρότασης.

Υπάρχει λοιπόν μια βάση για να ξεκινήσει κάτι και υπάρχει η τρομακτική πίεση της συγκυρίας. Εάν δε βγει από το σημερινό της τέλμα η Αριστερά θα σαρωθεί η ίδια από την κρίση. Πιστεύω πως, παρά τα εμπόδια, που παραπέμπουν στις γνωστές, εν μέρει αναπόφευκτες, οργανωτικές αγκυλώσεις, οι συνθήκες έχουν ωριμάσει για μια πολιτική πρωτοβουλία μεγάλης εμβέλειας. Μια πρωτοβουλία που θα συσπειρώσει, σε μια πρώτη φάση, τις δυνάμεις που ανέφερα προηγουμένως σε ένα ενιαίο πολιτικό μέτωπο. Μια πρωτοβουλία που μπορεί να δώσει ελπίδα και προοπτική στις δυνάμεις του εργατικού και λαϊκού κινήματος που διψούν για μια αγωνιστική, προοδευτική και ρεαλιστική λύση.

Οι ευθύνες μας είναι ιστορικές, ο χρόνος λιγοστός. H στιγμή των μεγάλων αποφάσεων πλησιάζει.

 

*  Ο Στάθης Κουβελάκης (είναι) αναπληρωτής καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο King's College του Πανεπιστήμιου του Λονδίνο και γνωστός στην Αριστερά για την αγωνιστική διαδρομή του και τις ρηξικέλευθες καινοτόμες απόψεις του, είχε την καλοσύνη να παραχωρήσει μια πολύ ενδιαφέρουσα και σχεδόν εφόλης της ύλης συνέντευξη στην ΙΣΚΡΑ, η οποία νομίζουμε ότι, ανεξάρτητα από συμφωνίες ή διαφωνίες, θα συζητηθεί, θα κεντρίσει και θα προβληματίσει. Ο Στάθης Κουβελάκης είναι μέλος του Αριστερού Βήματος. 

 

ΠΗΓΗ:

http://iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=2077:2011-01-13-10-19-32&catid=56:an-aristera&Itemid=285

Χωρίς σχολικά βιβλία;

Χωρίς σχολικά βιβλία;

 

Του Γιώργου Καββαδία


 

Η κατάργηση του Οργανισμού Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων (ΟΕΔΒ) λίγο πριν αποχαιρετίσουμε το 2010 αποτελεί έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα των μέτρων που πλήττουν τη δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση. Είναι γνωστό βέβαια, χωρίς επαρκείς διευκρινίσεις, ότι το διδακτικό υλικό από εδώ και πέρα θα αποστέλλεται από φορέα, Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, που θα προκύψει από τη μετεξέλιξη του Ερευνητικού Ακαδημαϊκού Ινστιτούτου Τεχνολογίας Υπολογιστών, χωρίς καμιά πρόβλεψη για την τύχη του συγκεκριμένου φορέα μετά τη λήξη της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης (ΕΣΠΑ) το 2013.

Και το κυριότερο είναι ότι δεν έχει διευκρινιστεί αν τα βιβλία θα τυπώνονται ή θα διακινούνται με ευθύνη του συγκεκριμένου φορέα ή αν θα εκχωρηθούν.

Είναι προφανές ότι ανοίγει «πεδίον δόξης» και δράσης «λαμπρόν» για ιδιωτικά συμφέροντα. Ακόμη μεγαλύτερο θα είναι το βάρος αν η ηλεκτρονική διακίνηση και η έντυπη αναπαραγωγή των συγγραμμάτων περάσει στα ίδια τα σχολεία. Κι αυτό γιατί δεν έχουν επαρκείς πόρους. Οπότε τη δαπάνη της αγοράς βιβλίων αργά ή γρήγορα θα κληθούν να αναλάβουν οι γονείς. Και το οικονομικό κόστος θα είναι πολύ μεγαλύτερο από ό,τι είναι τώρα.

Γιατί είναι αλήθεια ότι ο ΟΕΔΒ έχει πετύχει με ελάχιστο προσωπικό να εκδίδει και να αποστέλλει 1.200 τίτλους βιβλίων, 45 εκατομμύρια αντίτυπα με μέσο κόστος παραγωγής ανά βιβλίο τα 70 ή 80 λεπτά! Όλη αυτή η δραστηριότητα κοστίζει 26 εκατομμύρια ευρώ, όσο περίπου και η διαφημιστική καμπάνια για τα έργα του ΕΣΠΑ! Και είναι ηλίου φαεινότερον ότι ουδείς ιδιωτικός φορέας μπορεί να πετύχει τέτοιες τιμές.

Όλα αυτά τα μέτρα δεν εντάσσονται απλώς σε μια λογική εξοικονόμησης πόρων. Αποτελούν την εξειδίκευση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κυβέρνησης για ένα σχολείο φτηνό και πλήρως υποταγμένο στην αγορά. Ένα σχολείο όπου η «γνώση» από κοινωνικό αγαθό μετατρέπεται σε εμπόρευμα. Σ' αυτό το σχολείο οι νέες τεχνολογίες εμφανίζονται ως πανάκεια, ως το μαγικό ραβδί που λύνει όλα τα προβλήματα.

Πέρα από τους ποικίλους άλλους κινδύνους ενεδρεύει ο κίνδυνος της πλήρους εξάρτησης της εκπαιδευτικής διαδικασίας από ψηφιακό υλικό. Έτσι τα σχολικά βιβλία, ανεξάρτητα από τις ενστάσεις για το περιεχόμενο και την ποιότητά τους, υποβαθμίζονται. Το χειρότερο είναι ότι διασπάται ο ενιαίος χαρακτήρας των προγραμμάτων σπουδών, που δεν προβλέπουν τη συγγραφή και τη διανομή των σχολικών βιβλίων, ανοίγοντας τον δρόμο για ένα διαφοροποιημένο σχολείο, ανοικτό και ευέλικτο στις ορέξεις της αγοράς.

Όσο κι αν ηχεί ωραία σε πολλούς το πρόγραμμα επαναχρησιμοποίησης των σχολικών βιβλίων, η αλήθεια είναι ότι προάγει την αμάθεια και τη χρησιμοθηρική στάση απέναντι στην παιδεία. Σύμφωνα με το υπουργείο Παιδείας, τα βιβλία πρέπει να επιστρέφονται, «ώστε να επαναχρησιμοποιούνται από τους μαθητές κατά το επόμενο σχολικό έτος ή να πηγαίνουν για πολτοποίηση». Είναι σαφές ότι διαμορφώνεται μια αντίληψη στους μαθητές ότι το βιβλίο μετά τη λήξη της σχολικής χρονιάς είναι άχρηστο. Και ότι είναι χρήσιμη η ανακύκλωση, η πολτοποίησή του!

 

ΠΗΓΗ: 15/01/2011 – 10:06, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=19905

Ελλάδα: Τι σημαίνει χρεοκοπία και πτώχευση;

Τι σημαίνει για την Ελλάδα χρεοκοπία και πτώχευση;

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Η κυρίαρχη προπαγάνδα στην προσπάθειά της να αποπροσανατολίσει και να τρομοκρατήσει τον απλό κόσμο έχει οικοδομήσει ορισμένους συγκεκριμένους μύθους γύρω από έννοιες και καταστάσεις σχετικά με την χρεοκοπία και την πτώχευση. Έτσι π.χ. ισχυρίζεται ότι η χρεοκοπία και η πτώχευση μιας χώρας ισοδυναμούν με ολοκληρωτική καταστροφή για τον πληθυσμό και κυρίως για τους εργαζόμενους.

Αυτό είναι αλήθεια μόνο όταν οι κυβερνήσεις που οδηγούνται σε πτώχευση παραδίδονται αμαχητί στους δανειστές τους και αρνούνται να προασπίσουν τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών της. Όπως ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση της Ελλάδας, όταν η κυβέρνηση με τη δανειακή σύμβαση και το μνημόνιο διάλεξε να εξασφαλίσει τα συμφέροντα των δανειστών έναντι του λαού και της χώρας.

Αυτός είναι ο βασικός λόγος που ιστορικά η έννοια της κρατικής χρεωκοπίας δεν είχε την αρνητική φόρτιση που έχει σήμερα. Τον 18ο αίωνα, π.χ., ένας από τους πατέρες της κλασσικής πολιτικής οικονομίας, ο Άνταμ Σμιθ, θεωρούσε αυτονόητο το εξής: «Όταν τα εθνικά χρέη έχουν συσσωρευτεί πλέον σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο, είναι μάλλον, όπως πιστεύω, αδύνατο να πληρωθούν με δίκαιο και ολοκληρωμένο τρόπο. Η απελευθέρωση των δημοσίων εσόδων, αν υπάρχει η δυνατότητα να συμβεί, μπορεί να γίνει μόνο μέσα από μια χρεοκοπία.»[1]  Την εποχή εκείνη ήταν αδιανόητο να τεθεί ένα κράτος στη διάθεση ιδιωτών δανειστών και επομένως η μονομερής κρατική χρεοκοπία ισοδυναμούσε με «απελευθέρωση των δημόσιων εσόδων» από τα βάρη της πληρωμής των δανείων.

Στους αιώνες που πέρασαν από την εποχή του Άνταμ Σμιθ οι δανειστές μετεξελίχθηκαν σε χρηματιστές και τραπεζίτες με τεράστια επιρροή ανά την υφήλιο και τα κράτη διαχωρίστηκαν σε δυο ομάδες: μια χούφτα κράτη-δουλοκτήτες και στα υπόλοιπα κράτη-δούλους, όπου ο δανεισμός – και κυρίως ο εξωτερικός – αποτέλεσε έναν από τους βασικούς μοχλούς επιβολής της δουλοκτητικής σχέσης. Έτσι, η έξαρση του δανεισμού, ιδίως από τις διεθνείς αγορές, συνοδευόταν πάντα από πολιτική και οικονομική εξάρτηση, υποτέλεια και εξαναγκασμό. Επομένως η άρνηση της πληρωμής των χρεών από ένα κράτος έπρεπε να στιγματιστεί και να αποτελέσει ανοσιούργημα άνευ προηγουμένου.

Κι εκεί όπου στην επίσημη δημόσια οικονομία έως και τον μεσοπόλεμο η άρνηση πληρωμής αποτελούσε μια αποδεχτή επιλογή για ένα κράτος, χωρίς σοβαρές συνέπειες γι’ αυτό, στην μεταπολεμική περίοδο αυτό άλλαξε. Η επίσημη δημόσια οικονομική απεφάσισε ότι αυτό ήταν ανήκουστο. Έτσι φτιάχτηκαν μερικοί μύθοι που επιβιώνουν και χρησιμοποιούνται έως σήμερα για να τρομοκρατούν τους αφελείς και ανίδεους.

Η οικονομική ιστορία είναι γεμάτη από περιπτώσεις κρατικών χρεοκοπιών. Από το 1824 έως το 2009 είχαμε τουλάχιστον 286 επίσημες χρεοκοπίες από 110 κράτη. Δηλαδή κατά μέσο όρο κάθε κράτος έχει χρεοκοπήσει επίσημα αυτή την περίοδο τουλάχιστον κατά δυο φορές. Η δεκαετία με τις περισσότερες κρατικές χρεοκοπίες ήταν η δεκαετία του ’80 με πάνω από 70 επίσημες πτωχεύσεις, εκ των οποίων 34 έγιναν στην Αφρική, 29 στην Λατινική Αμερική και οι υπόλοιπες στην Ασία.

Ο μύθος ότι τα κράτη δεν χρεοκοπούν συνδέεται με ένα διαδεδομένο τραπεζικό δόγμα που πήρε διαστάσεις την δεκαετία του ’70 και κατόπιν. Η λογική του ήταν απλή. Αν ένα κράτος δεν μπορεί να πληρώσει τα χρέη του, δεν χάθηκε ο κόσμος. Κι αυτό γιατί η περιουσία του ίδιου του κράτους, οι πηγές εσόδων του, αλλά και ο πλούτος της χώρας είναι πάντα πολύ μεγαλύτερος από το μεγαλύτερο χρέος. Επομένως το θέμα είναι να αποτραπεί να χρεοκοπήσει ένα κράτος για να μπορέσουν οι δανειστές να επωφεληθούν από τον δημόσιο πλούτο και περιουσία της χώρας. Φυσικά, για να γίνει κάτι τέτοιο απαιτούνται δυο εργαλεία στα χέρια των δανειστών: αφενός ένα φιλικά προσκείμενο πολιτικό κατεστημένο στο εσωτερικό και, αφετέρου, ένας διεθνής παρεμβατικός οργανισμός που θα αναλάβει τη δήμευση της χώρας. Από την εποχή που ο Δ.Ν.Τ. ανέλαβε αυτόν τον ρόλο, οι διεθνείς τραπεζικοί κύκλοι αισθάνθηκαν σίγουροι ότι ξεμπέρδεψαν μια και καλή με τις κρατικές χρεοκοπίες.

Όμως έπεσαν έξω. Το 1998 η Ρωσία δηλώνει αδυναμία πληρωμής του εξωτερικού χρέους της και αρνείται να πληρώσει τα χρεωλύσια των δανείων της. Μετά την κίνηση αυτή της Ρωσίας, οι κυβερνήσεις της Ουκρανίας, του Πακιστάν, του Εκουαδόρ, της Ουρουγουάης, όπως επίσης και της Αργεντινής, αποφάσισαν να σταματήσουν την εξυπηρέτηση του χρέους τους. Όλες αυτές οι χώρες είχαν υποστεί την προηγούμενη δεκαετία την χημειοθεραπεία του Δ.Ν.Τ. και είχαν οδηγηθεί στην απόγνωση, την καταστροφή και την εξαθλίωση.

Η Ελλάδα είναι η χώρα με τα περισσότερα χρόνια υπό καθεστώς πτώχευσης από την εποχή της ίδρυσής της. Πάνω από 50 χρόνια έχει βρεθεί υπό πτώχευση σ’ ολόκληρη την ιστορία της. Ιδρύθηκε σαν κράτος υπό πτώχευση, γιατί η πρώτη επίσημη πράξη του νεοσύστατου κρατιδίου ήταν η δήλωση αδυναμίας πληρωμής το 1827. Πάνω σ’ αυτό το καθεστώς επίσημης χρεοκοπίας εδραιώθηκε ουσιαστικά το δικαίωμα των «προστάτιδων δυνάμεων» να επεμβαίνουν ασύδοτα στα εσωτερικά της χώρας και να μεταχειρίζονται το νεοσύστατο κρατίδιο ως δικό τους προτεκτοράτο.

Μετά τη δεύτερη επίσημη χρεωκοπία του 1843, επιβάλλεται και ο πρώτος δημοσιονομικός έλεγχος στην Ελλάδα με σκοπό υποτίθεται να βελτιώσει τα δημόσια οικονομικά της χώρας. Το αποτέλεσμα ήταν να χειροτερέψει τόσο δραματικά η οικονομική κατάσταση ώστε μεγάλο μέρος των πιο καταπονημένων στρωμάτων κυρίως της υπαίθρου να στραφεί στο ληστοσυμμοριτισμό για να επιβιώσει. Η απείθεια των λαϊκών στρωμάτων και η αδυναμία εξυπηρέτησης των χρεών υπήρξε η αφορμή για την πρώτη στρατιωτική κατοχή που βίωσε η νεοσύστατη Ελλάδα το 1854.

Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι αποβίβασαν πεζοναύτες στον Πειραιά και επέβαλαν κατοχική κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας» δοτούς πολιτικούς του κατεστημένου. Δέσμευσαν τα κύρια δημόσια έσοδα του ελληνικού κράτους και η χώρα επιβίωνε από το υστέρημα που η κατοχική κυβέρνηση και οι ξένοι πρεσβευτές είχαν την καλοσύνη να παραχωρούν, αφού εξασφάλιζαν το μερίδιο του λέοντος για τη διατήρηση των δυνάμεων κατοχής και την πληρωμή των ξένων δανειστών. Για να δικαιολογήσουν μια τέτοια ενέργεια, οι Αγγλογάλλοι προσπάθησαν να πείσουν τους λαούς της Ευρώπης, αλλά και τον ελληνικό λαό, ότι αυτός εκ φύσεως είναι δούλος: «Τι ήσαν οι Έλληνες το πάλαι; -Λησταί! Τι είναι η ασεβής φιλολογία  των αρχαίων Ελλήνων; -Καταγώγιον αισχροτήτων. Αφώμεν πλέον τας ανάδρους  συμπαθείας και εμβλέψωμεν εις τα αληθή συμφέροντα του πολιτισμού. Ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός οφείλει την αναγέννησιν των γραμμάτων εις τους Άραβας, κλάδον ένδοξον του αθανάτου γένους των Οσμανλί. Μίαν ορθήν γνώμην απηφήνατο ο Αριστοτέλης, ούτινος τα βιβλία δεν αναγινώσκονται πλέον εν Ευρώπη, την περί φύσει ελευθέρων και δούλων. Και η γνώμη αύτη είναι ορθή ουχί μεν απολύτως, αλλά πάντως εν τη Ανατολή. Τις αμφιβάλλει ότι ο υπερήφανος και ευγενής Οθωμανός φέρει επί του προσώπου αυτού εγκεχαραγμένον το σύμβολον της υπεροχής, ο δε Έλλην ραγιάς το στίγμα της αιωνίας δουλείας [2]

Ακολούθησαν άλλες δύο επίσημες χρεοκοπίες της Ελλάδας. Μία ήταν με το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Χ. Τρικούπη το 1893, όπου οι ξένοι δανειστές και το παλάτι συνεννοήθηκαν για να στήσουν τον γνωστό ελληνοτουρκικό πόλεμο της ντροπής του 1897. Κύριος σκοπός τους ήταν να επιβάλουν τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο το 1898, με τον οποίο δέσμευσαν τους βασικούς πόρους του ελληνικού δημοσίου για να πληρωθούν οι ξένοι δανειστές. Ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος λειτούργησε ουσιαστικά έως στις αρχές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και υπό το καθεστώς του η Ελλάδα οδηγήθηκε για μια ακόμη φορά σε επίσημη χρεοκοπία το 1932.

 

Τι σημαίνει όμως χρεωκοπία;

 

Από δημοσιονομική σκοπιά χρεωκοπία σημαίνει την πλήρη αδυναμία του κράτους να εξυπηρετήσει το χρέος του. Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη σ’ αυτή την κατάσταση επίσημα από την 6η Μαΐου που ψηφίστηκε το γνωστό «μνημόνιο». Το μόνο που λείπει για να ολοκληρωθεί η χρεωκοπία και μαζί της η καταστροφή, είναι η επίσημη πτώχευση, η οποία ήδη προετοιμάζεται από την ΕΕ, το ΔΝΤ και την κυβέρνηση. Είναι απλά θέμα χρόνου.

Από πολιτική σκοπιά χρεωκοπία σημαίνει ότι το κράτος και η χώρα συνολικά έχει παραδοθεί στους δανειστές της. Αν ήταν σωστό αυτό που έγραφε ο Μαρξ ότι το κρατικό χρέος συνιστά την ανοιχτή εξαγορά του κράτους από μια χρηματιστική αριστοκρατία, τότε χρεωκοπία σημαίνει την πλήρη άλωση του κράτους από αυτήν την χρηματιστική αριστοκρατία.

Από την σκοπιά του μεγάλου κεφαλαίου, χρεωκοπία σημαίνει ότι ολόκληρο το κυρίαρχο σύστημα αδυνατεί να αναπαραχθεί ως τέτοιο. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι δεν υπάρχουν υπερκέρδη ή ότι ο πλούτος της χώρας δεν είναι συσσωρευμένος σε λίγα χέρια. Όμως αυτό δεν αρκεί. Για να λειτουργήσει ο καπιταλισμός  χρειάζεται ο πλούτος αυτός να παράγει νέο πλούτο για τον κάτοχό του κι αυτός ο πλούτος πρέπει να αξιοποιείται στην αγορά με συμφέροντες όρους γι’ αυτούς που τον κατέχουν.

Αυτό πια δεν μπορεί να γίνει για τον ελληνικό καπιταλισμό. Το δημόσιο χρέος απορροφά τους πιο ζωτικούς πόρους της οικονομίας και αναιρεί τη δυνατότητα μιας ομαλής αναπαραγωγής και συσσώρευσης του κεφαλαίου στο εσωτερικό της χώρας.

Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η χώρα, από τη σκοπιά του μεγάλου κεφαλαίου, δεν μπορεί πλέον να παράγει ικανοποιητικά ποσοστά κέρδους – παρά μόνο αν οι κορυφές της ντόπιας ολιγαρχίας συνασπιστούν με τους ξένους δανειστές, με τη διεθνή χρηματιστική ολιγαρχία.

Το ντόπιο μεγάλο κεφάλαιο δεν μπορεί πια να αξιοποιήσει τη χώρα ούτε ως ασφαλές καταφύγιο υψηλής κερδοφορίας, όπως συνέβαινε μέχρι χθες, ούτε ως ορμητήριο επιδρομών στις εξωτερικές αγορές για την αποκόμιση πρόσθετου κέρδους. Η χώρα του είναι πια άχρηστη και την εγκαταλείπει στην τύχη της. Το μόνο που διεκδικεί είναι μερίδιο στη λεηλασία της χώρας και του λαού από το καθεστώς κατοχής που οικοδομεί ήδη το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο και τα όργανά του, η ΕΕ, η ΕΚΤ και φυσικά το ΔΝΤ. Γι’ αυτό άλλωστε και οι υπέρμαχοι της λύσης του μνημονίου και της δανειακής επικαλέστηκαν από την πρώτη κιόλας στιγμή την κατάσταση υποδούλωσης που βιώνει εξ ιδρύσεώς του το ελληνικό κράτος. «Η πολυθρύλητη ‘Νέα Μεταπολίτευση’ φαίνεται ότι θα ξεκινήσει με το ΔΝΤ. Γιατί όχι; Εδώ η ελληνική ανεξαρτησία κερδήθηκε χάρη στην παρέμβαση των ξένων – όσο και αν δεν μας αρέσει να το θυμόμαστε…», έγραφε λίγο πριν το μνημόνιο η ναυαρχίδα της κατοχικής προπαγάνδας. [3]

Από κοινωνική σκοπιά χρεωκοπία σημαίνει ότι το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα δεν μπορεί πλέον να διατηρήσει τα κοινωνικά ερείσματα και τις συμμαχίες του με βάση τις οποίες κατόρθωνε να επιβιώνει και να αναπαράγεται. Σημαίνει ότι το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα αποδιαρθρώνεται, σαπίζει και καταρρέει μπροστά στα μάτια ολόκληρου του λαού.

Τέλος χρεωκοπία σημαίνει ότι στα πλαίσια της παγκόσμιας αγοράς η χώρα μπορεί να παράγει πρόσθετο κέδρος μόνο ή κύρια μέσα από τη διάλυσή της, μέσα από το ξεπούλημά της, μέσα από την επιβολή καθεστώτος αναγκαστικής εκποίησης των πάντων, όπου όλα είναι ανοιχτά.

Από την σκοπιά της εργατικής τάξης και του λαού χρεωκοπία δεν σημαίνει μόνο μια πρωτοφανή επίθεση στα εισοδήματα, τα δικαιώματα και τις συνθήκες εργασίας το. Σημαίνει πρώτα και κύρια την οικονομική, κοινωνική και πολιτική χρεωκοπία του συστήματος ως τέτοιο.

Σήμερα δεν χρειάζεται κανείς να επιχειρηματολογήσει για την επικείμενη χρεωκοπία του συστήματος με θεωρητικά και πολιτικά επιχειρήματα. Μπροστά στα μάτια όλων το σύστημα χρεωκοπεί με τόσο επιδεικτικό τρόπο που αναγκάζει ακόμη και τους επίσημους εκπροσώπους της άρχουσας τάξης να το παραδεχτούν. Δεν αφήνει κανένα περιθώριο ακόμη και στον πιο πολιτικά αδιάφορο εργαζόμενο να μην αντιληφθεί ότι για να σωθεί αυτός και η χώρα, πρέπει να ξεμπερδέψει όχι απλά με την μια ή με την άλλη πολιτική του κεφαλαίου, αλλά με ολόκληρο το σύστημα ως σύνολο.

Παρόλα αυτά γίνεται μια τεράστια προσπάθεια να υποβαθμιστεί το ζήτημα του δημόσιου χρέους, να θεωρηθεί ως ένα από τα πολλά ζητήματα της κρίσης ή τέλος πάντων μια εκδήλωση της δημοσιονομικής κατάστασης του κράτους. Επομένως το όλο πρόβλημα επικεντρώνεται στις πολιτικές αντιμετώπισης του χρέους και των ελλειμμάτων. Κι έτσι έχουμε τόσο από την κυρίαρχη προπαγάνδα, όσο και από μέρος της αριστεράς μια ουσιαστικά ταυτόσημη προσέγγιση στο ζήτημα του δημόσιου χρέους, που το αντιλαμβάνεται ως ένα απλό παράγωγο της πολιτικής του κράτους.

Έτσι η μεν κυβέρνηση και η κυρίαρχη πολιτική ζητάει θυσίες για να αντιμετωπισθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα, ενώ κάποιοι στην αριστερά συζητούν μόνο την πολιτική επίθεσης στο λαϊκό και εργατικό εισόδημα, στις συντάξεις και τις εργασιακές σχέσεις. Όλα τα υπόλοιπα αφήνονται στην έννοια καπιταλισμός.

Το αποτέλεσμα είναι μια αντιπαράθεση δεξιάς-αριστεράς κυρίως για τα μέτρα και τις συνέπειές τους κι όχι για την ταμπακέρα, δηλαδή για το δημόσιο χρέος και το καθεστώς χρεωκοπίας.

Στην ιστορία της Ελλάδας, όπως ήδη έχουμε πει, έχουν υπάρξει τέσσερεις έως σήμερα επίσημες χρεωκοπίες. Η τελευταία ήταν το 1932, την οποία οι απολογητές του βενιζελισμού κατόρθωσαν να την εξαφανίσουν ή να την υποβαθμίσουν τόσο, ώστε να υπάρχουν σήμερα οικονομολόγοι και μάλιστα της αριστεράς, που να την θεωρούν ως ένα συγκυριακό γεγονός και τέλος πάντων κάτι χωρίς ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες. Κι όλα αυτά παρά το γεγονός ότι η χρεωκοπία εκείνη οδήγησε σε μια τρομακτική εξαθλίωση το λαό και προπαντός την εργατική τάξη. Ενώ στο έδαφός της γεννήθηκε και το φασιστικό φαινόμενο με αποκορύφωμα το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Τις συνέπειές της τις πληρώνουμε ακόμη και σήμερα μιας σημαντικό μέρος των δανείων για τα οποία επιβλήθηκε το αναγκαστικό χρεοστάσιο της εποχής εκείνης, το ελληνικό δημόσιο συνεχίζει να το πληρώνει ακόμη και σήμερα.

Ωστόσο την εποχή εκείνη είχαμε ένα ισχυρό δημοκρατικό κίνημα που απάντησε με το αίτημα της ακύρωσης των χρεών και χτύπησε στην καρδιά του το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό σύστημα της εποχής. Σ’ αυτό το κίνημα ανήκαν και μια σειρά επιφανείς οικονομολόγοι της εποχής, όπως ο Αλέξανδρος Διομήδης, πρώτος διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, ο Ξενοφών Ζολώτας, ο Άγγελος Αγγελόπουλος, ο Δημήτρης Καλλιτσουνάκης, ο Δημήτρης Στεφανίδης, κ. ά., που παρά το γεγονός ότι δεν ανήκαν στην αριστερά άφησαν ένα εξαιρετικά σημαντικό έργο για να κατανοήσουμε το πρόβλημα του χρέους και τη σημασία του αιτήματος της ακύρωσής του όταν η έξαρσή του όπως σήμερα απειλεί να συνθλίψει τη χώρα και το λαό της. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί από αυτούς βρέθηκαν τελικά στις γραμμές του ΕΑΜ να παλεύουν για την λαϊκοδημοκρατική αναγέννηση της Ελλάδας μετά την κατοχή.

Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της επίσημης αριστεράς βρίσκεται πολύ πιο πίσω ακόμη και από τις τοποθετήσεις αυτών των παλιών επιφανών οικονομολόγων του κατεστημένου. Όταν όμως μιλάμε για δημόσιο χρέος θα πρέπει να ξεκαθαρίζουμε σε τι πράγμα αναφερόμαστε. Δεν είναι όλα τα χρέη ίδια. Άλλο το ιδιωτικό χρέος και άλλο το δημόσιο χρέος, που ορισμένοι συνηθίζουν δυστυχώς να τα βάζουν στο ίδιο τσουβάλι και να βγάζουν ότι πιο παράδοξο συμπέρασμα θέλουν.

Δεν είναι επίσης όλα τα δημόσια χρέη ίδια. Άλλο το δημόσιο χρέος που το μεγαλύτερο μέρος του είναι εσωτερικό και εκφρασμένο σε εθνικό νόμισμα και άλλο το δημόσιο χρέος που κατά κύριο λόγο είναι εξωτερικό και εκφρασμένο σε σκληρό ξένο νόμισμα. Το μεν πρώτο είναι γενικά διαχειρίσιμο, το δε δεύτερο είναι εκείνο που κατά κανόνα οδηγεί τα κράτη στην χρεωκοπία.

Δεν είναι τα δημόσια χρέη όλων των χωρών ίδια. Άλλο το δημόσιο χρέος μιας μεγάλης ιμπεριαλιστικής χώρας, όπως των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας, της Βρετανίας, με δεσπόζουσα θέση και κυρίαρχο ρόλο στην παγκόσμια οικονομία. Και άλλο το δημόσιο χρέος μιας χώρας εξαρτημένης και περιθωριακής στην παγκόσμια οικονομία σαν της Ελλάδας. Άλλη σημασία έχει το δημόσιο χρέος μιας χώρας με μεγάλα πλεονάσματα στην οικονομία της κι άλλη σημασία έχει το δημόσιο χρέος για μια χώρα με τρομακτικά παραγωγικά ελλείμματα στην οικονομία της, όπως είναι της Ελλάδας.

Γιατί τα λέμε όλα αυτά; Διότι για να διατυπώσει κανείς αίτημα και πολιτική που απαντά στο πρόβλημα του χρέους και της χρεωκοπίας από τη σκοπιά των συμφερόντων του λαού και των εργαζομένων οφείλει να ξέρει επακριβώς τι έχει να αντιμετωπίσει. Οφείλει να ξέρει με τι έχει να κάνει. Διαφορετικά η απάντησή του θα εκφράζει στην καλύτερη περίπτωση το αγαθό των προθέσεών του και τίποτε περισσότερο.

Βρισκόμαστε μπροστά σε έναν νέο μεγάλο εθνικό διχασμό. Μόνο που αυτή τη φορά δεν είναι ανάμεσα σε αντιμαχόμενες μερίδες της άρχουσας τάξης που έχουν προσδεθεί σε σπαρασσόμενες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, όπως την εποχή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Ούτε έχουμε ένα διαλυμένο έθνος σε μια ηττημένη χώρα που την εγκατέλειψε η άρχουσα τάξη στην τύχη της και στους κατακτητές της, όπως την εποχή της ναζιστικής και φασιστικής κατοχής.

Ο εθνικός διχασμός σήμερα εκφράζει μια βαθιά διαίρεση ανάμεσα αφενός στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα που εκφράζει το επίσημο «έθνος», το έθνος τύποις, ως αφηρημένη και μεταφυσική ιδέα που μπορεί να την ξεφτιλίζει οι εκάστοτε κυβερνώντες και γενικά η οικονομική και πολιτική ολιγαρχία. Αφετέρου στην μεγάλη πλειοψηφία του λαού, η οποία αποτελεί την υλική υπόσταση του έθνους, το πραγματικό έθνος και η οποία αν και αποστασιοποιείται από το επίσημο καθεστώς δεν έχει ακόμη κατορθώσει να κατακτήσει τη δική της συνοχή και ενότητα μέσα από το δικό της ενιαίο μέτωπο ενάντια στις κυρίαρχες πολιτικές και επιλογές. Σ’ αυτό άλλωστε επενδύει η οικονομική και πολιτική ολιγαρχία.

Η ιστορία έχει αποδείξει ότι μέσα από τέτοιους εθνικούς διχασμούς βγαίνουμε μόνο με δυο τρόπους: Ή με την ανατροπή της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων, ή με τη πολιτική διάλυση, κατάλυση και υποδούλωση του λαού. Μέσος δρόμος δεν υπάρχει. Κι επειδή αυτός που το γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους είναι η ίδια η άρχουσα τάξη, γι’ αυτό και προσπαθεί να επενδύσει, να συντηρήσει όλες τις «ενδιάμεσες» καταστάσεις και δυνάμεις, εντός και εκτός της αριστεράς. Να δημιουργήσει δηλαδή όσο μπορεί περισσότερα αναχώματα και προσκόμματα – εκείνον τον χώρο που κατά την μεγάλη γαλλική επανάσταση ονόμαζαν «βάλτο» – ανάμεσα στους δυο κοινωνικοταξικούς πόλους αυτής της αναμέτρησης. Όσο η περιφέρεια του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος κατορθώνει να συντηρεί και να αναπαράγει κόμματα, κομματίδια, υβρίδια και δυνάμεις που συντηρούν τη γενική σύγχυση και τον αποπροσανατολισμό με αγώνες και ανταγωνισμούς του περιθωρίου, τόσο ο συνασπισμός εξουσίας μπορεί να αισθάνεται σίγουρος ότι ο λαϊκός παράγοντας θα βυθίζεται στην απελπισία και στα αδιέξοδα της διαμαρτυρίας και της οργής του.

Όμως, ανεξάρτητα από τις επιθυμίες και τις επιλογές των πολιτικών δυνάμεων, το σίγουρο είναι ένα: «Τίθεται εκ νέου εις το Έθνος το δίλημμα της υποταγής εις την αυθαιρεσίαν ή της επαναστάσεως… Καλούνται εις την εξουσίαν κυβερνήσεις αποκρουόμενοι παρά της πλειοψηφίας του Έθνους… Τι δύναται ο Λαός κατ’ αυτής της καταστάσεως; Ουδέν άλλο ή να επαναστατήση», όπως έγραφε το 1874 ο Χαρίλαος Τρικούπης για να καταλήξει στο πολύ επίκαιρο συμπέρασμα: «Την ευθύνην των επαναστάσεων φέρουσιν ουχί οι εκτελούντες, αλλ’ οι καθιστώντες αυτάς αναποδράστους[4]  Βρισκόμαστε ακριβώς στη στιγμή που η κοινωνική επανάσταση, η λαϊκή εξέγερση καθίσταται πλέον αναπόδραστη από τις ίδιες τις κυρίαρχες δυνάμεις. Το ερώτημα απλά είναι προς ποια κατεύθυνση.

Η σημερινή κατάσταση κρύβει μια πρωτόγνωρη επαναστατική δυναμική. Όχι γιατί βυθίζει τεράστιες μάζες εργαζομένων και άλλων λαϊκών στρωμάτων στην εξαθλίωση και την ανέχεια, αλλά γιατί πείθει για πρώτη φορά αυτές τις μάζες ότι η κυριαρχία της αγοράς σημαίνει ισοπέδωση των πάντων. Δεν είναι η αθλιότητα που δημιουργεί επαναστατική δυναμική, αλλά το γεγονός ότι απειλείται άμεσα και πρακτικά η κοινωνική υπόσταση των εργαζομένων και του υπόλοιπου λαού και μαζί της το σύνολο των πολιτικών κατακτήσεών τους. Γι’ αυτό και η υπεράσπιση αυτής της κοινωνικής υπόστασης, των πολιτικών, εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων της εργατικής τάξης μπορεί να αποτελέσει την θρυαλλίδα ενός μεγάλου κινήματος επαναστατικής ανατροπής. Αρκεί να υπάρξουν εκείνες οι δυνάμεις που θα μπορέσουν να εκφράσουν αυτό το παλλαϊκό κίνημα κοινωνικής και εθνικής απελευθέρωσης από τον σύγχρονο ζυγό των τυράννων της αγοράς.

13/12/2010, Δημήτρης Καζάκης

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Hellenic Nexus, τ. 48, Ιανουάριος 2011.

 

Παραπομπές

 

[1] Adam Smith, An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations, vol. II, Indianapolis: Liberty Classics, 1979, σελ.929.

[2]  Δημήτρη Φωτιάδη, Κανάρης, Αθήνα: Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 1988, σ. 798.

[3]  Καθημερινή, 18/4/2010.

[4]  Χαρίλαου Τρικούπη, Τις Πταίει; Αθήνα: Επικαιρότητα, 1971, σ. 10, 45.

Περί του λεγομένου φράκτη στον Έβρο

Περί του λεγομένου φράκτη στον ποταμό Έβρο

 

"Το συρματόπλεγμα δεν είναι λύση"

 

Του Σεβ. Άνθιμου (Κουκουρίδη) Αλεξανδρουπόλεως, Τραϊανουπόλεως

& Σαμοθράκης

 

Αντίδραση του Μητροπολίτη στα σχέδια της Κυβέρνησης

 να δημιουργήσει φράχτη κατά των μεταναστών

 

Ζούμε, όσοι κατοικούμε στον Έβρο, το δράμα της εισόδου των λαθρομεταναστών από την Τουρκία. Για την πατρίδα μας, το γεγονός αυτό είναι πρόβλημα που το διαπιστώνει αργότερα η πρωτεύουσα. Για μας όμως, τους Εβρίτες, είναι ένα καθημερινώς επαναλαμβανόμενο δράμα.

Αναφέρομαι στην αθρόα προσέλευση τόσων ανθρώπων, που άλλοτε κουβαλώντας στην πλάτη τους προσωπικές και εθνικές τραγωδίες κι άλλοτε τα βρέφη στην αγκαλιά τους, περνούν τα σύνορα, κακοποιημένοι, άρρωστοι με σοβαρές αρρώστιες, εξουθενωμένοι, μουσκεμένοι από τα νερά του ποταμού Έβρου.

Παλιότερα όσους πνίγονταν στα ορμητικά νερά του και τους ξέβραζε η θάλασσα, τους μετέφεραν στο νοσοκομείο Αλεξανδρουπόλεως. Είχα στείλει τότε μια αυτοσχέδια ευχή, επειδή μου ζητήθηκε, για να διαβάζεται στο νεκροτομείο, στην περίπτωση που δεν ήταν εύκολο να διαπιστωθεί από την περιτομή, η θρησκευτική προέλευση του νεκρού.

Ζήσαμε, πριν χρόνια, την αποκοπή, σε ναρκοπέδιο, των κάτω άκρων δύο 17χρονων παιδιών τα οποία φιλοξενήσαμε στο γηροκομείο της Μητροπόλεως για δύο χρόνια. Τελικά, τους αγοράσαμε τεχνητά μέλη, κατάφεραν να περπατήσουν και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, όπου εργάζονται μέχρι σήμερα.

Αυτός ήταν ο λόγος που, παραβλέποντας την εθνική μας ασφάλεια, συμφωνήσαμε να «σηκωθούν» τα ναρκοπέδια, γεγονός που κάποιοι αφελείς τότε χαιρέτησαν σαν αντιπολεμική κίνηση, λες κι αυτή θα μπορούσε ποτέ να γίνει μονομερώς!

Τα τελευταία δύο χρόνια το φαινόμενο εντάθηκε. Οι λαθρομετανάστες έρχονται κρατώντας πλαστικοποιημένη στα χέρια τους τη σελίδα της ευρωπαϊκής νομοθεσίας που προβλέπει τα δικαιώματά τους. Μόλις παραδοθούν στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα, την επιδεικνύουν ζητώντας απαιτητικά την εφαρμογή της.

Απορούσαμε για την κοντόφθαλμη πολιτική της Ύπατης Αρμοστείας και άλλων «ανθρωπιστικών» φορέων που μας ζητούσαν «τα ρέστα». Η άριστη συμπεριφορά των συνοριοφυλάκων και των αστυνομικών, που συνόδευαν τους λαθρομετανάστες στα νοσοκομεία Διδυμοτείχου και Αλεξανδρουπόλεως για την θεραπεία τους από τις ποικίλες μεταδοτικές ασθένειες και η «εξ ιδίων» τους εξασφάλιση τροφής και ρούχων, θεωρήθηκε ανεπαρκής. Γι’ αυτό ήρθε η FRONTEX. Πολύς λόγος για το τίποτε…

Τέλος πάντων, ποια θα είναι η πολιτική της χώρας μας πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, δεν θα την καθορίσω εγώ. Δεν μπορώ, όμως, να μείνω απαθής μπροστά στο ενδεχόμενο μιας εκ νέου απάνθρωπης συμπεριφοράς. Μου εξομολογήθηκαν παλιότερα αστυνομικοί, τις ενοχές που ένιωθαν όταν επαναπροωθούσαν πυροβολώντας τους λαθρομετανάστες, καθώς βρίσκονταν στη μέση του ποταμού. Φοβάμαι ότι και τώρα θα ζήσουμε τραγωδίες και διόλου δεν θα μειώνει την σκληρότητά τους το γεγονός ότι θα τελούν υπό τις «ευλογίες» της ΕΕ.

Δηλαδή, τι; Όταν στοιβαχτούν οι λαθρομετανάστες στο ελληνικό ρείθρο του ποταμού, πίσω από το συρματόπλεγμα, καθώς θα χιονίζει, ή όταν φουσκώνουν τα νερά, οι άνθρωποι αυτοί θα παραμένουν εκεί νηστικοί και μουσκεμένοι για να εξαναγκαστούν να επιστρέψουν πίσω στην Τουρκία; Δεν είναι λύση αυτή, τουλάχιστον πολιτισμένη. Και εμείς θα τους βλέπουμε απαθείς να πνίγονται ή να λιμοκτονούν ή να μαστίζονται από τα κουνούπια;

Βεβαίως, το κύμα αυτό πρέπει να σταματήσει, αν και προσωπικά δεν το πιστεύω όσο συνεχίζεται η άδικη συμπεριφορά των χωρών της Δύσης έναντι των φτωχών και υπανάπτυκτων λαών του Νότου και της Ασίας. Φυσικά, η χώρα μας δεν έχει ατελείωτες δυνατότητες φιλοξενίας. Μα, όπως, τα σύνορα διασφαλίζονται από το στρατό, μόνο όταν εκλείψει και η έσχατη διπλωματική και πολιτική προσπάθεια, το ίδιο να συμβεί και τώρα.

Η καταφυγή σε εκβιαστικούς τρόπους, σε απάνθρωπες τακτικές και σε εξευτελιστικές για την ανθρώπινη προσωπικότητα μεθόδους, που θα αποβούν μομφή για τον πολιτισμό μας- τουλάχιστον τον ελληνικό- δεν είναι λύση. Το συρματόπλεγμα δεν είναι λύση. Είναι απέλπιδα προσπάθεια, εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία, που παραπέμπει σε άλλες περιοχές και σε άλλες εποχές…

 

 

ΠΗΓΗ: Από την ιστοσελίδα aixmi.gr 12/1/2011,   http://www.imalex.gr/972CDD80.el.aspx

Η πρωτοχρονιά ενός αναρχικού…

Η πρωτοχρονιά ενός αναρχικού…

 

Του π. Λίβυου (Χαράλαμπου Δ. Παπαδόπουλου)


Δε ξέρω αν το έχετε παρατηρήσει αλλά αυτές τις μέρες, συναντάς ανθρώπους από τα παλιά. Φίλους που έχεις να δεις χρόνια και καιρούς. Που η ζωή σας έφερε κάποτε κοντά και έπειτα σας χώρισε.

Αυτό ίσχυσε φέτος και για μένα. Περπατώντας στους δρόμους της πόλης μου, συνάντησα έναν παλιό φίλο. Ένα πρόσωπο που είχα χάσει χρόνια καθ’ ότι οι δρόμοι μας είχαν χωρίσει. Υποθετικά τουλάχιστον. Σε επίπεδο ιδεών. Μια και οι ιδέες χωρίζουν. Μονάχα η ζωή, η εμπειρία, το βίωμα ενώνει τις καρδιές. Οι ιδέες και οι ιδεολογίες διαιρούν. Και στο ποσοστό που ο Χριστιανισμός δεν είναι βίωμα και ζωή, αλλά ιδεολογία τότε μας διαιρεί.

Είχαμε χαθεί για χρόνια. Εκείνος παρέμεινε στο αναρχικό χώρο και εγώ εισήλθα στην εκκλησία. Όχι αντίθετοι χώροι. Πάνω κάτω ίδιους ψυχισμούς κουρνιάζουν στους κόλπους τους, αλλά αυτό αφήστε να το πούμε μια άλλη φορά.

Ανταλλάξαμε χαιρετισμό και ευχές και πιάσαμε μια σύντομη κουβέντα στα όρθια.

-Αδελφέ πως πέρασες αυτές τις μέρες, οικογενειακά;

-Εεεε σχεδόν μου λέει πάτερ.

-Που αλλάξατε τον χρόνο στο σπίτι έτσι με την οικογένεια και τους φίλους.

-Όχι πάτερ μου.

Μου είπε με δύναμη ψυχής.

-Αλλά που;

-Στις φυλακές πάτερ, όπως κάθε χρόνο. Σύντροφοι αναρχικοί, μαζευόμαστε κάθε χρόνο έξω από τις φυλακές, τραγουδάμε, φωνάζουμε συνθήματα, βάζουμε μουσική και γενικότερα δημιουργούμε μια ωραία ατμόσφαιρα, συμπαράστασης, αλληλεγγύης, συντροφιάς και ελπίδας στους συνανθρώπους μας, που τέτοιες μέρες στερούνται το μεγαλύτερο αγαθό του ανθρώπου που είναι η ελευθερία του.

Είχα πραγματικά σαστίσει. Τα μάτια μου τον κοιτούσαν με θαυμασμό. Η καρδιά μου έχαιρε σε αυτά που άκουγε. Μια συγκίνηση και ελπίδα άνθισε μέσα μου. Ναι υπάρχουν ακόμη ευαίσθητες ψυχές. Καρδιές που αγαπούν. Που νιώθουν και μπορούν να αντιστέκονται.

Συγχρόνως ντράπηκα. Αισθάνθηκα λίγος. Μπροστά του, ένα τίποτα. Απέναντι στο Θεό υπόλογος. Στο Χριστό ανάξιος μαθητής του.

-Εσύ πάτερ που άλλαξες χρόνο;

Τι να έλεγα. Ότι ήμουν στο σπιτάκι μου. Σαν ένας καλός χριστιανοαστός. Ότι αν ήμουν πραγματικός παπάς έπρεπε να ήμουν δίπλα στους κολασμένους αυτής της γης.

Τότε αυτομάτως στην σκέψη μου ήρθαν τα λόγια του Χριστού μας «Oύ πας ο λέγων μοι Kύριε Kύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών, αλλ' ο ποιών το θέλημα του πατρός μου." Kατά Mατθαίο 7 (21).

Και μέχρι να συνέλθω έρχεται δεύτερο ράπισμα στην συνείδηση μου από τον λόγο Του Χριστού «και άλλα πρόβατα έχω, α ουκ έστιν εκ της αυλής ταύτης» Κατά Ιωάννη Κεφ. Ι΄ «16

Μέχρι που άκουσα να φωνάζει δυνατά μέσα μου ο Χριστός «εν φυλακή ήμην…» (Ματθ. 25, 36).

Και σας λέω τώρα εγώ, ποιος από τους δυο μας, είχε πραγματώσει στην ζωή του το θέλημα του Θεού; Ποιος είχε ενσαρκώσει το μήνυμα του Χριστού στην ζωή του;

Δεν με νοιάζει τι λέει και τι πιστεύει ένας αναρχικός. Εμένα σαν παπά με δίδαξε, με έλεγξε όχι με τις ιδέες του, αλλά με το βίωμα του. Με την ζωή και πράξη του.

Την ώρα που τα εκατομμύρια των αστικοχριστιανών στην ορθόδοξη Ελλάδα, έτρωγαν την γεμιστή γαλοπούλα τους, την ώρα που οι χοροί και τα γλέντια καλά κρατούσαν μια χούφτα ανθρώπων που τους φωνάζουν «αλήτες» σε κάθε πόλη της Ελλάδος, παρέμειναν μέσα στο κρύο έξω από τις φυλακές, για να γιορτάσουν την αλλαγή του χρόνου με τα φυλακισμένα αδέλφια μας, τους συνανθρώπους μας, εκείνους για τους οποίους ο Χριστός είπε «ν φυλακ μην κα λθετε πρς με….».

Τότε για ακόμη μια φορά ήχησαν μέσα μου τα λόγια του Γέροντος Κορνηλίου «παιδί μου έρχονται κάποιες πόρνες στην εξομολόγηση που θέλω να πέσω στα πόδια τους και ευλαβικά να ασπαστώ τα ευλογημένα χέρια τους…..».

 

π. Λίβυος

 

ΠΗΓΗ: 1/07/2011,  http://plibyos.blogspot.com/2011/01/blog-post.html

Επιστήμη και Θρησκεία II

Επιστήμη και Θρησκεία

 

Του (+) Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κρημαίας (και καθηγητή ιατρικής)


 

«Όταν εξετάζουμε τη σύγχρονη επιστήμη όπως αυτή δημιουργήθηκε από επιστήμονες σαν τον Λαμάρκ και τον Δαρβίνο, βλέπουμε την αντίθεση και θα έλεγα την απόλυτη ασυμφωνία που υπάρχει μεταξύ επιστήμης και θρησκείας σε θέματα που αφορούν τα βασικότερα προβλήματα της ύπαρξης και της γνώσης. Γι' αυτό, νους φωτισμένος και λογικός δεν μπορεί να δέχεται ταυτόχρονα και το ένα και το άλλο και πρέπει να επιλέξει μεταξύ θρησκείας και επιστήμης».

Τα λόγια αυτά τα έγραψε 65 χρόνια πριν ένας γνωστός Γερμανός ζωολόγος, θερμός οπαδός του Δαρβίνου, ο Haeckel στο βιβλίο του «Τα μυστικά του κόσμου» που γνώρισε μεγάλη επιτυχία και όπως φαινόταν απέδειξε ότι η πίστη είναι ένας παραλογισμός. Λέει, λοιπόν, ο Haeckel ότι κάθε άνθρωπος με φωτισμένη διάνοια πρέπει να διαλέξει μεταξύ επιστήμης και θρησκείας και να ακολουθήσει είτε το ένα είτε το άλλο. Και θεωρεί απαραίτητο να αρνηθούν αυτοί οι άνθρωποι την θρησκεία διότι ένας άνθρωπος λογικός δεν μπορεί να αρνηθεί την επιστήμη.

Πραγματικά αυτό είναι απαραίτητο; Όχι, καθόλου, διότι γνωρίζουμε ότι πολλοί και μεγάλοι επιστήμονες ήταν ταυτόχρονα και πολύ πιστοί άνθρωποι. Τέτοιος ήταν για παράδειγμα ο Πολωνός αστρονόμος Κοπέρνικος που έθεσε το θεμέλιο όλης της σύγχρονης αστρονομίας. Ο Κοπέρνικος δεν ήταν μόνο πιστός αλλά ήταν και κληρικός. Ένας άλλος μεγάλος επιστήμονας, ο Νεύτων, πάντα όταν έλεγε τη λέξη Θεός έβγαζε το καπέλο του. Ήταν πολύ πιστός άνθρωπος. Ένας μεγάλος βακτηριολόγος της εποχής μας και σχεδόν σύγχρονός μας, ο Παστέρ, που έθεσε τις βάσεις της σύγχρονης βακτηριολογίας, όλα τα επιστημονικά του έργα άρχιζε με τη θερμή προσευχή στον Θεό. Πριν 10 χρόνια άφησε αυτή τη ζωή ένας μεγάλος επιστήμονας και συμπατριώτης μας, ο φυσιολόγος Παύλοβ, που ήταν δημιουργός της καινούριας φυσιολογίας του εγκεφάλου. Ήταν και αυτός πολύ πιστός άνθρωπος. Θα τολμούσε, λοιπόν, ο Haeckel να πει ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν φωτισμένη διάνοια επειδή πιστεύουν στον Θεό;

Τι συμβαίνει λοιπόν; Γιατί και σήμερα υπάρχουν, και τους γνωρίζω προσωπικά, μερικοί επιστήμονες καθηγητές πανεπιστημίου που είναι πολύ πιστοί άνθρωποι; Γιατί την θρησκεία δεν την αρνούνται όλοι οι επιστήμονες αλλά μόνο ένα μέρος τους που έχουν τρόπο σκέψεως όμοιο μ' αυτόν που έχει ο Haeckel;

Γιατί αυτοί οι άνθρωποι πιστεύουν μόνο στην ύλη και αρνούνται τον πνευματικό κόσμο, δεν πιστεύουν στη μετά θάνατον ζωή, δεν δέχονται την αθανασία της ψυχής και βεβαίως δεν δέχονται την ανάσταση των νεκρών. Λένε ότι η επιστήμη τα καταφέρνει όλα, ότι δεν υπάρχει στην φύση μυστικό που η επιστήμη δεν μπορεί να ανακαλύψει. Εμείς τι μπορούμε να απαντήσουμε σ' αυτά;

Θα τους απαντήσουμε το εξής: Έχετε απόλυτο δίκαιο. Δεν μπορούμε να περιορίσουμε την ανθρώπινη διάνοια που ερευνά την φύση. Ξέρουμε ότι σήμερα η επιστήμη γνωρίζει μόνον ένα μέρος απ' αυτά που θα έπρεπε εμείς να ξέρουμε για την φύση. Γνωρίζουμε επίσης ότι οι δυνατότητες της επιστήμης είναι μεγάλες. Σ' αυτό έχουν δίκαιο και δεν το αμφισβητούμε. Τι λοιπόν αμφισβητούμε εμείς; Γιατί δεν αρνούμαστε την θρησκεία όπως το κάνουν αυτοί και δεν την θεωρούμε αντίθετη προς την επιστημονική γνώση;

Μόνο γιατί με όλη την καρδιά μας πιστεύουμε πως υπάρχει ο πνευματικός κόσμος. Είμαστε σίγουροι πως εκτός από τον υλικό κόσμο υπάρχει άπειρος και ασύγκριτα υψηλότερος πνευματικός κόσμος. Πιστεύουμε στην ύπαρξη των πνευματικών όντων που έχουν διάνοια πολύ πιο υψηλή από ότι έχουμε εμείς οι άνθρωποι. Πιστεύουμε, με όλη την καρδιά μας, ότι πάνω απ' αυτό τον πνευματικό και τον υλικό κόσμο υπάρχει Μέγας και Παντοδύναμος Θεός.

Αυτό που εμείς αμφισβητούμε είναι το δικαίωμα της επιστήμης να ερευνά με τις μεθόδους της τον πνευματικό κόσμο. Διότι ο πνευματικός κόσμος δεν ερευνάται με τις μεθόδους που ερευνούμε τον υλικό κόσμο. Οι μέθοδοι αυτές είναι εντελώς ακατάλληλες για να ερευνούμε μ' αυτές τον πνευματικό κόσμο.

Από πού γνωρίζουμε ότι υπάρχει ο πνευματικός κόσμος; Ποιος μας είπε ότι υπάρχει; Αν μας το ρωτήσουν οι άνθρωποι που δεν πιστεύουν στη θεία αποκάλυψη θα τους απαντήσουμε το εξής, «μας το είπε η καρδιά μας». Διότι υπάρχουν δύο τρόποι το να γνωρίσει κανείς κάτι, ο πρώτος είναι αυτός για τον οποίο μιλάει ο Haeckel και τον οποίο χρησιμοποιεί η επιστήμη για να γνωρίσει τον υλικό κόσμο. Υπάρχει όμως και ένας άλλος τρόπος που η επιστήμη δεν τον ξέρει και δεν θέλει να τον ξέρει. Είναι η γνώση μέσω καρδιάς. Η καρδιά μας δεν είναι μόνο το κεντρικό όργανο του κυκλοφοριακού συστήματος, είναι και όργανο με το οποίο γνωρίζουμε τον άλλο κόσμο και αποκτάμε την ανώτατη γνώση. Είναι το όργανο που μας δίνει την δυνατότητα να επικοινωνούμε με τον Θεό και τον άνω κόσμο. Σ' αυτό μόνο εμείς διαφωνούμε με την επιστήμη.

Εκτιμώντας τις μεγάλες επιτυχίες και τα κατορθώματα της επιστήμης, καθόλου δεν αμφισβητούμε την μεγάλη της σημασία και δεν περιορίζουμε την επιστημονική γνώση. Εμείς λέμε μόνο στους επιστήμονες, «δεν έχετε εσείς την δυνατότητα με τις μεθόδους σας να ερευνάτε τον πνευματικό κόσμο, εμείς όμως μπορούμε να το κάνουμε με την καρδιά μας».

Υπάρχουν πολλά ανεξήγητα φαινόμενα τα οποία όμως είναι αληθινά (όπως είναι αληθινό κάποιο φυσικό φαινόμενο) και που αφορούν τον πνευματικό κόσμο. Υπάρχουν λοιπόν φαινόμενα, τα οποία η επιστήμη ποτέ δεν θα μπορέσει να τα εξηγήσει γιατί δεν χρησιμοποιεί τις κατάλληλες μεθόδους.

Ας μας εξηγήσει η επιστήμη πως εμφανίστηκαν οι προφητείες για την έλευση του Μεσσία, οι οποίες όλες πραγματοποιήθηκαν. Μπορεί να μας πει πως ο μεγάλος προφήτης Ησαΐας, 700 χρόνια πριν την γέννηση του Χριστού προείπε τα πιο σημαντικά γεγονότα της ζωής Του, και γι΄ αυτό ονομάστηκε ευαγγελιστής της Παλαιάς Διαθήκης; Να μας εξηγήσει την διορατική χάρη που έχουν οι άγιοι και να μας πει με ποιες φυσικές μεθόδους απέκτησαν οι άγιοι αυτή την χάρη και πως μπορούσαν μόλις έβλεπαν έναν άνθρωπο άγνωστο, αμέσως να καταλαβαίνουν την καρδιά του και να διαβάζουν τις σκέψεις του; Έβλεπαν τον άνθρωπο πρώτη φορά και τον καλούσαν με το όνομά του. Χωρίς να περιμένουν από τον επισκέπτη ερώτηση έδιναν απάντηση σ' αυτά που τον προβλημάτιζαν.
Αν μπορούν ας μας το εξηγήσουν αυτό. Ας εξηγήσουν με ποιόν τρόπο προέλεγαν οι άγιοι τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα τα οποία με τον καιρό πραγματοποιούνταν ακριβώς όπως τα είχαν προφητέψει. Να μας εξηγήσουν τις επισκέψεις από τον άλλο κόσμο και τις εμφανίσεις των νεκρών στους ζωντανούς.

Δεν θα μας το εξηγήσουν ποτέ γιατί βρίσκονται μακριά απ' αυτό που είναι η βάση της θρησκείας – από την πίστη. Αν διαβάσετε τα βιβλία εκείνων από τους επιστήμονες που επιχειρούν να ανασκευάσουν τη θρησκεία θα δείτε πόσο επιφανειακά αυτοί βλέπουν τα πράγματα. Δεν καταλαβαίνουν την ουσία της θρησκείας και όμως την κρίνουν. Η κριτική τους δεν αγγίζει την ουσία της πίστεως, την οποία αδυνατούν να καταλάβουν αλλά τους τύπους, τις εκδηλώσεις δηλαδή του θρησκευτικού συναισθήματος. Την ουσία της θρησκείας και της πίστεως δεν την καταλαβαίνουν. Γιατί όμως; Γιατί ο Κύριος Ιησούς Χριστός λέει, «Ουδείς δύναται ελθείν προς με, εάν μη ο πατήρ ο πέμψας με ελκύση αυτόν» (Ιω. 6, 44).

Πρέπει λοιπόν να μας ελκύσει ο επουράνιος Πατέρας, πρέπει η χάρη του Αγίου Πνεύματος να φωτίσει την καρδιά και το νου μας. Να κατοικήσει στην καρδιά και το νου μας, μέσω αυτής της φώτισης, το Άγιο Πνεύμα και πρέπει αυτός που αξιώθηκε να λάβει αυτό το δώρο να αποκτήσει την αγάπη του Χριστού τηρώντας τις εντολές του. Μόνο αυτοί που απέκτησαν το Άγιο Πνεύμα, αυτοί που στην καρδιά τους κατοικεί ο Χριστός μαζί με τον Πατέρα του, γνωρίζουν την ουσία της πίστεως. Οι άλλοι, οι έξω άνθρωποι, δεν την καταλαβαίνουν καθόλου.

Ας ακούσουμε την κριτική κατά του Haeckel ενός Γάλλου φιλοσόφου του Μπούτρου. Λέει λοιπόν το εξής ο Μπούτρου, «Η κριτική του Haeckel πιο πολύ αφορά τους τύπους παρά την ουσία και τους τύπους τους βλέπει από μια ματιά τόσο υλιστική και τόσο στενή που δεν μπορούν να τους παραδεχτούν ούτε οι άνθρωποι που θρησκεύουν. Έτσι η κριτική της θρησκείας από τον Haeckel δεν αναφέρεται ούτε σε μία από τις αρχές που πρεσβεύει η θρησκεία».

Αυτή λοιπόν είναι η γνώμη μας σχετικά με το βιβλίο του Haeckel «Τα μυστικά του κόσμου», το οποίο και μέχρι σήμερα θεωρείται «ευαγγέλιο» για όλους αυτούς που ασκούν κριτική κατά της θρησκείας, που την αρνούνται και την βρίσκουν αντίθετη προς την επιστήμη. Βλέπετε πόσο φτωχά και ανούσια είναι τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν; Μην σκανδαλίζεστε όταν ακούτε αυτά που λένε κατά της θρησκείας, αφού αυτοί που τα λένε δεν καταλαβαίνουν την ουσία της. Εσείς οι απλοί άνθρωποι που δεν έχετε πολλή σχέση με την επιστήμη και δεν γνωρίζετε πολλά από την φιλοσοφία να θυμάστε πάντα την βασικότερη αρχή, την οποία πολύ καλά την γνώριζαν οι πρώτοι χριστιανοί. Αυτοί θεωρούσαν δυστυχισμένο τον άνθρωπο που γνωρίζει όλες τις επιστήμες, δεν γνωρίζει όμως τον Θεό. Και αντίθετα θεωρούσαν μακάριο αυτόν που γνωρίζει τον Θεό, έστω και να μην γνώριζε απολύτως τίποτα από τα ανθρώπινα.

Να φυλάγετε αυτή την αλήθεια σαν το μεγαλύτερο θησαυρό της καρδιάς σας, προχωράτε ευθεία και μην κοιτάζετε δεξιά και αριστερά. Ας μην μας κάνουν, αυτά που ακούμε κατά της θρησκείας, να χάνουμε τον προσανατολισμό μας. Να κρατάμε την πίστη μας που είναι αλήθεια αιώνια και αναμφισβήτητη. Αμήν.


Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας, Λόγοι και Ομιλίες, Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη " Θεσσαλονίκη


Πηγή: http://www.impantokratoros.gr/421AC1CD.el.aspx

 

ΠΗΓΗ: Αμέθυστος,  Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011, http://amethystosbooks.blogspot.com/2011/01/blog-post_9402.html

Χριστιανική πίστη και Δημοκρατία

Χριστιανική πίστη και Δημοκρατία 

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Κατά  το πρόσφατο ταξίδι του στην Τουρκία ο πρωθυπουργός της χώρας στην αντιφώνησή του προς τον πρωθυπουργό της γείτονος τον κάλεσε να πορευθεί στην οδό της δημοκρατίας. Και για να άρει τυχόν επιφυλάξεις του Ερντογάν έσπευσε να τονίσει ότι η δημοκρατία δεν είναι χριστιανική, αλλά ανήκει σε όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Κατά πόσο επείσθη ο Τούρκος πρωθυπουργός είναι άγνωστο. Στο άρθρο θα σχολιάσουμε το αν η δημοκρατία είναι ή όχι χριστιανική.

Δημοκρατία είναι λέξη ελληνική και αντήχησε για πρώτη φορά στα τέλη του 6ου π.Χ. αιώνα στην Αθήνα, όταν με την πτώση της τυραννίας ο Κλεισθένης επέφερε διοικητική μεταρρύθμιση μεταφέροντας την εξουσία της πόλης κράτους από τον απόλυτο άρχοντα στους πολίτες. Η λέξη δημοκρατία (δημος+κράτος) σημαίνει η ισχύς (εξουσία) στον λαό. Θα είμασταν απόλυτα ικανοποιημένοι, αν δεν μας προσγείωνε στη σκληρή πραγματικότητα ο μεγάλος ιστορικός μας ο Θουκυδίδης γράφοντας: εγίνετό τε λόγω μεν δημοκρατία, έργω δε υπο του πρώτου ανδρός αρχή”.  Αυτός ο πρώτος άνδρας, δημαγωγός κατά κανόνα σχημάτιζε πέριξ αυτού ομάδα προσώπων κοινών συμφερόντων, από τα κίνητρα προς ενέργεια των οποίων δεν έλειπαν η ιδιοτέλεια, η εγωπαθής φιλοδοξία, η φιλαργυρία. Αν επισημάνουμε και το ότι η Αθήνα κατά τον χρυσό αιώνα του Περικλή ήταν δουλοκτητική, συμπεραίνουμε αβίαστα ότι η δημοκρατία ίσχυε για τους προνομιούχους Αθηναίους πολίτες, όχι για τους δορυάλωτους σκλάβους. Παρ’ αυτά η αθηναϊκή δημοκρατία είναι άξια θαυμασμού συγκρινόμενη με τα πολιτεύματα που επικρατούσαν σε όλες τις άλλες περιοχές του τότε πολιτισμένου κόσμου. Γι’ αυτό και τόσα τα εγκώμια συγχρόνων υπέρ των Αθηναίων της αρχαιότητας.

Αυτοί που σήμερα αναφέρονται εγκωμιαστικά υπέρ της αθηναϊκής δημοκρατίας είναι υπέρμαχοι της αστικού τύπου δημοκρατίας, αυτής που αποδέχεται ο πρωθυπουργός μας, όλοι γενικά οι κήρυκες του καπιταλιστικού συστήματος. Αν κάνουμε ανάλυση της αστικού τύπου δημοκρατίας, θα βρούμε τρωτά και αδυναμίες κατά πολύ μεγαλύτερα και πλέον επώδυνα από εκείνα της αθηναϊκής δημοκρατίας. Κατ’ αρχήν λείπει η δυνατότητα άμεσης παρέμβασης του πολίτη, ο οποίος περιορίζεται να εκλέξει τους αντιπροσώπους του. Το τί ακολουθεί μας το περιγράφει κατά τρόπο κωμικοτραγικό ελληνική ταινία που προβάλλεται σε κάθε προεκλογική περίοδο. Θα υποστηρίξει κάποιος: Ανθρώπινες αδυναμίες! Άλλωστε ο Τσώρτσιλ είχε πει κάποτε ότι η δημοκρατία είναι κακό πολίτευμα, με μεγάλη όμως διαφορά καλύτερο από όλα τα άλλα. Δεν γνωρίζω, αν θα συμφωνούσαν όσοι λιμοκτονούν στον πλανήτη, για να απολαμβάνουμε εμείς το κακέκτυπο της δημοκρατίας μας! Εκείνο που θα σπεύσω να εξετάσω είναι η θεμελίωση του θεσμού.

Γιατί να έχουμε δημοκρατία; Ασφαλώς, γιατί είναι θεσμός ο οποίος ικανοποιεί το περί δικαίου αίσθημα του ανθρώπου. Αλλά το δίκαιο διαχρονικά καταρρακώνεται από τους ισχυρούς! Το αποδεικνύει περίτρανα και αυτό ο Θουκυδίδης στον διάλογο μεταξύ των ιταμών Αθηναίων και των απειλουμένων Μηλίων: Είμαστε ισχυροί και σεις ανίσχυροι. Γι’ αυτό και τα κάνουμε αυτά σε σας. Το ίδιο θα κάνατε και σεις, αν ήσασταν στη δική μας θέση ισχύος! Τί είναι λοιπόν δίκαιο και που θεμελιώνεται αυτό; Είναι το θέλημα του ισχυρού, όπως μοιρολατρικά εν πολλοίς αποδεχόμαστε; Η δικαιοσύνη, τονίζουμε, είναι πανανθρώπινο ιδανικό. Μήπως είναι όταν την ποθούμε και μόνο; Υπάρχουν ιδανικά σε έναν κόσμο που έχει καταλήξει να πιστεύει, στο όνομα της ελευθερίας και της επιστήμης, ότι ο άνθρωπος είναι τυχαίο προϊόν των αδιαφόρετων φυσικών δυνάμεων (Ζακ Μονό); Ή μήπως καταντήσαμε πιό ιταμοί από τους Αθηναίους, που πίστευαν τουλάχιστον ότι έτσι έκαναν τα πράγματα οι θεοί. Ο Ντοστογιέφσκυ έδωσε σαφή την απάντηση στο διαχρονικό πρόβλημα του κακού! Χωρίς Θεό όλα επιτρέπονται. Θέτουμε λοιπόν το ερώτημα: Υπάρχει δημοκρατία χωρίς Θεό; Ασφαλώς θα σπεύσουν κάποιοι να αντιρωτήσουν: Υπάρχει δημοκρατία με θεό, ας πούμε με τον θεό των χριστιανών;

Το Ευαγγέλιο του Χριστού περιέχει θαυμάσια κείμενα γύρω από τον τρόπο άσκησης της εξουσίας, κείμενα που δεν αναφέρονται στον ανώτερο άρχοντα και μόνο, αλλά στον καθένα που έχει υπό την εξουσία του έστω και ένα πρόσωπο. Είπε ο Χριστός στους μαθητές του, όταν αντιλήφθηκε τη φιλαρχία τους: “Ξέρετε, ότι εκείνοι, που αρέσκονται να κυβερνούν τα έθνη, ασκούν απόλυτη κυριαρχία επάνω τους, και οι μεγάλοι αξιωματούχοι τους τα καταδυναστεύουν. Σε σας όμως δεν πρέπει να συμβεί έτσι. Αλλ’ όποιος θέλει να γίνει μεγάλος μεταξύ σας, πρέπει να είναι υπηρέτης σας και όποιος από σας θέλει να γίνει πρώτος, πρέπει να γίνει δούλος όλων”.  Ο Απόστολος των εθνών Παύλος καταργεί τις διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων, όταν γράφει: “Δεν υπάρχει Ιουδαίος και Έλλην, δεν υπάρχει δούλος και ελεύθερος, δεν υπάρχει άνδρας και γυναίκα, αλλ’ όλοι εσείς είστε ένα ενώπιον του Χριστού”. Και αλλού τονίζει την κοινωνική δικαιοσύνη, τον ακρογωνιαίο λίθο της δημοκρατίας: “Όχι βέβαια σε άλλους να υπάρχει ευχέρεια και σε άλλους στέρηση, αλλά ισότητα. Στην παρούσα κατάσταση το περίσσευμά σας να προστεθεί στο υστέρημα των άλλων και (σε περίπτωση μεταβολής των πραγμάτων) το περίσσευμά τους να προστεθεί στο δικό σας υστέρημα”.

Έτοιμη η αντίρρηση: Και πού είδαμε να εφαρμόζονται αυτά;  Σε πολλά μέρη και κατά διαφόρους χρονικές περιόδους. Στην πρώτη εκκλησιαστική κοινότητα των Ιεροσολύνων (αγάπες), στους πατέρες της Εκκλησίας, από τους οποίους οι τρείς μέγιστοι ήσαν κάποτε προστάτες της παιδείας του Γένους, που εξέπεσε σε εκπαίδευση άκρως χρησιμοθηρική στα πλαίσια της αστικής ιδεολογίας! Στο ορθόδοξο κοινόβιο διαχρονικά. Στους ανθρώπους θυσίας και προσφοράς που περιφρόνησαν τιμές, αξιώματα, πλούτο και δόξα και έγιναν πλησίον προς τον πάσχοντα συνάνθρωπό τους. Και πόσοι ήσαν αυτοί; Λίγοι, απαντούμε. Και λοιπόν; Δεν αρκούν αυτοί οι λίγοι, για να καταρριφθεί η κατηγορία κατά του Ευαγγελίου ως  ουτοπικού; Και αν δεν πλήθυναν αυτοί στο διάβα των αιώνων φταίει το Ευαγγέλιο, επειδή ο όρος δημοκρατία δεν περιέχεται στα κείμενα της Καινής Διαθήκης;

Κάλεσε ο πρωθυπουργός τον Τούρκο ομόλογό του να πορευθεί τον δρόμο της δημοκρατίας! Άραγε δεν γνωρίζει ότι το Ισλάμ είναι θεοκρατικό; Από την εποχή του Μωάμεθ μέχρι και τον καιρό μας, το Ισλάμ πρεσβεύει την θεοκρατία. Η κρατική και εθνική υπόσταση είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την θρησκευτική. Αυτό οδηγεί σε μια εθνοπολιτική έκφραση του Ισλάμ η οποία έχει αποκτήσει ακραία χαρακτηριστικά και ονομάζεται φονταμεταλισμός. Αυτή η αντίληψη ανετράπη σε κάποιες χώρες είτε με την επιβολή δικτατορίας  κοσμικού τύπου (κεμαλισμός) είτε στρατιωτικού τύπου (φιλοδυτικά καθεστώτα σε ισλαμικές χώρες). Γιατί άρχισε ο πρωθυπουργός μας από την Τουρκία; Τόσα χρόνια οι Αμερικανοί “σύμμαχοί” μας τί κατάφεραν στα εμιράτα και τις άλλες αραβικές χώρες που φαίνεται να ελέγχουν κατά τρόπο απόλυτο; Όσο για τον ινδουϊσμό, αυτός ερμηνεύει πλήρως την κοινωνική αδικία και διδάσκει την πλήρη υποταγή του ανθρώπου στη μοίρα του.

Και οι χριστιανοί τί κατάφεραν; Δεν συμπορεύτηκαν με τους κατά κόσμο ισχυρούς ενάντια προς τις ευαγγελικές εντολές; Δεν στήριξαν απολυταρχικά καθεστώτα; Δεν ανέχθηκαν την κοινωνική αδικία; Ασφαλώς και συνέβησαν όλα αυτά. Οι χριστιανοί όμως κρίνονται με συγκεκριμένο κριτήριο, τον νόμο του Θεού, και μάλιστα κατά πολύ αυστηρότερα ως γνόντες και μη ποιήσαντες; Οι άλλοι, που δηλώνουν πίστη στα πανανθρώπινα ιδανικά, με ποιό κριτήριο κρίνονται και από ποιόν; Από τον κυρίαρχο λαό; Μήπως πρέπει κάποτε να πάψει η κοροϊδία; Η δημοκρατία, αν ποτέ επικρατήσει στη γη, θα είναι χριστιανική. Και ασφαλώς απέχουμε πολύ από το ποθούμενο. Και όχι απλώς απέχουμε, αλλά ολοένα και αποκλίνουμε. Ο Ντοστογιέφσκυ έδωσε την εξήγηση. Την κατανοούμε;

 

                                                                  “ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 16-1-2011