Η ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ – I

Η ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ:

Τα κοινωνικά προβλήματα της χώρας μας, οι πολιτικές λύσεις, η σημερινή μας κυβέρνηση, η ελληνική οικονομική πραγματικότητα, η συνετή ελαχιστοποίηση του δημοσίου χρέους και οι δυνατότητες ανάπτυξης της Ελλάδας

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*

 

Υπάρχει εναλλακτική πολιτική ανάπτυξης και αντιμετώπισης της κρίσης, ή μήπως είναι μονόδρομος (ο οποίος πιθανότατα οδηγεί σε αδιέξοδο), η σημερινή πολιτική της (σκιώδους) κυβέρνησης – του «περιοδικά ανανεώσιμου μνημονίου» καλύτερα, το οποίο υπογράφηκε χωρίς την πλειοψηφία των 180 μελών του Ελληνικού κοινοβουλίου; Υπάρχει κάποιος ρεαλιστικός τρόπος, ο οποίος να μας επιτρέπει να αντιμετωπίσουμε με επιτυχία τα τεράστια οικονομικά προβλήματα της χώρας μας;

Υπάρχει ελπίδα δηλαδή, έστω με μεγάλες θυσίες εκ μέρους μας, να μηδενίσουμε τα τεράστια ελλείμματα, να ξεφύγουμε από την παγίδα του δημοσίου χρέους, να μην ξεπουλήσουμε τη δημόσια περιουσία, να αντιμετωπίσουμε με επιτυχία την ύφεση, να καταπολεμήσουμε την ανεργία και να αναδιανέμουμε ορθολογικά τα εισοδήματα; Μπορούμε να ανεξαρτητοποιηθούμε από το ΔΝΤ, να επανακτήσουμε την Εθνική μας κυριαρχία, να μην υποταχθούμε στις οδηγίες του Καρτέλ, να μην «αποικιοκρατηθούμε» από κανέναν ισχυρό (Η.Π.Α., Γερμανία, Κίνα κλπ), καθώς επίσης να επιλύσουμε όλες τις υπόλοιπες «χρόνιες ασθένειες» της Ελλάδας, οι οποίες δεν είναι μόνο οικονομικές, αλλά επίσης πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές;

Προφανώς, εάν δεν απαντήσουμε «πειστικά» στα ερωτήματα αυτά, η χώρα μας θα καταστραφεί, αφού «εάν ο κυβερνήτης δεν ξέρει που οδηγεί το σκάφος του, κανένας άνεμος δεν είναι ευνοϊκός», όπως πολύ σωστά ανέφερε ο Σενέκας. Ο διάβολος, το Καρτέλ στην προκειμένη περίπτωση και οι πανίσχυρες χώρες που το υπηρετούν, έχει άπειρα «μέσα» στη διάθεση του, δυσκολεύοντας κατά πολύ τις προσπάθειες μας να αντισταθούμε – πόσο μάλλον όταν οι «ασθένειες» που προκαλεί, διαφθείροντας όλους όσους επιχειρούν να «αντιταχθούν» στα σχέδια του εξελίσσονται, στις περισσότερες των περιπτώσεων, σε ανίατες επιδημίες.            

Ολοκληρώνοντας τον πρόλογο, θεωρούμε σκόπιμο να ξεκινήσουμε τη μικρή μας ανάλυση από τα κοινωνικά/πολιτιστικά προβλήματα της Ελλάδας, αφού δεν μπορούμε να εξέλθουμε από την κρίση, χωρίς την «αμέριστη» συμμετοχή της κοινωνίας – του συνόλου των Ελλήνων Πολιτών δηλαδή. Κατά την άποψη μας εάν, όπως συμβαίνει με όλα τα φυσικά φαινόμενα, δεν επικεντρωθούμε στις αιτίες που προκάλεσαν την κρίση, αλλά στα αποτελέσματα της (στο οικονομικό αδιέξοδο της χώρας μας εν προκειμένω), απλά και μόνο θα διαιωνίζεται το πρόβλημα – έστω και προσωρινά «αδρανοποιημένο».

Στη συνέχεια, θα αναφερθούμε στην Πολιτική, αφού δεν αρκεί να βρούμε τις λύσεις, τις εναλλακτικές δυνατότητες δηλαδή για να ξεφύγουμε από τα αδιέξοδα, εάν δεν έχουμε τον τρόπο εφαρμογής τους – ακόμη περισσότερο, από ποιους θα δρομολογηθούν με επιτυχία οι απαιτούμενες ενέργειες «απελευθέρωσης» της χώρας μας. Περαιτέρω, θα περιγράψουμε την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας, με τη βοήθεια του προσχεδίου του προϋπολογισμού μας (2011), ενώ στο τέλος θα επικεντρωθούμε στις εναλλακτικές δυνατότητες εξόδου μας από την κρίση.  

 

ΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΜΑΣ

 

Σίγουρα δεν είναι λίγοι αυτοί που γνωρίζουν τι συμβαίνει «εκεί έξω» – στα «γκέτο» της Αθήνας (πέρα από τη συνεχώς διευρυνόμενη «νοητική απαγορευτική γραμμή», όπως την αποκαλούν χαρακτηριστικά οι ταξιτζήδες), αλλά και των μεγάλων ή μικρών άλλων πόλεων της χώρας μας. Ο θυμός, η απογοήτευση, η πίκρα και η (αυτό) καταστροφική μανία συσσωρεύονται μέρα με την ημέρα, προδιαγράφοντας εξελίξεις που αδυνατούμε σήμερα να συλλάβουμε με τα φαντασία μας. Πρόκειται για ένα ηφαίστειο που «βράζει», για μία πηγή πόνου και πίκρας που διαρκώς διευρύνεται – από τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, στα μεσαία και πολύ σύντομα στα υψηλότερα.

Η ανεργία που προδιαγράφεται, πόσο μάλλον η αδυναμία απασχόλησης των νέων στα «πρότυπα» της Ισπανίας (άνω του 40%), θα οδηγήσει σε μία τρομακτική έκρηξη του ηφαιστείου, από την οποία πολύ δύσκολα θα ξεφύγουν όλοι όσοι τελικά δεν θα μεταναστεύσουν. Αρκεί να ακούσει κανείς την «υπό-κοσμική» (underground) μουσική των νεαρών Ελλήνων, ένα συνδυασμό ρεμπέτικων και σύγχρονων ήχων, με εξαθλιωμένους στίχους, γεμάτους πόνο, αυτοκαταστροφικές τάσεις, έντονη πίκρα, αποστροφή, απογοήτευση και αηδία για τα κοινωνικά πρότυπα (Πολιτική, Εκκλησία, ΜΜΕ, Αστυνομία, Δικαστική Εξουσία κλπ), για να καταλάβει πόσο κοντά βρισκόμαστε στην καταστροφή (δια μέσου της απόλυτης κοινωνικής «σήψης»).

Η χώρα μας λοιπόν δεν είναι ψυχικά υγιής, με την έννοια ότι «καθορίζεται» όλο και περισσότερο από την προσαρμογή του ατόμου στις ανάγκες της κοινωνίας του – δυστυχώς όχι από την προσαρμογή της κοινωνίας, στις ανάγκες του ανθρώπου. Μία υγιής κοινωνία δίνει προοπτικές στους νέους, ενώ αναπτύσσει την ικανότητα του ατόμου να αγαπά τους συνανθρώπους του, να μορφώνεται, να καλλιεργείται, να εργάζεται δημιουργικά, να είναι ευτυχισμένος, να εξελίσσει τη λογική του, να διαμορφώνει σωστά την αντικειμενικότητα του και να έχει μία αίσθηση του εγώ, η οποία να βασίζεται στην εμπειρία των δικών του παραγωγικών δυνάμεων (E.From).

Αντίθετα, μία μη υγιής κοινωνία, όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα, είναι εκείνη που δημιουργεί την αποστροφή, την αμοιβαία εχθρότητα και τη δυσπιστία, η οποία μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε άβουλο όργανο χρήσης και εκμετάλλευσης των άλλων – που του αποστερεί την αίσθηση του εγώ, εκτός εάν υποτάσσεται στους ισχυρούς ή γίνεται αυτόματο.

Περαιτέρω γνωρίζοντας ότι, η μη ικανοποίηση των βασικών αναγκών μας (πείνα, δίψα, ύπνος) οδηγεί στην παράνοια, ενώ η περιορισμένη «κάλυψη» τους, η μη ποιοτική και ποσοτική δηλαδή, δημιουργεί νευρώσεις, ανάλογες με το βαθμό της (μη) «εξυπηρέτησης» των αναγκών, τα αποτελέσματα των μέχρι σήμερα α-κοινωνικών πολιτικών, προδιαγράφουν ένα εξαιρετικά ζοφερό μέλλον. Ειδικά ο τομέας της εκπαίδευσης, στον οποίο επικρατεί σχεδόν απόλυτη αδιαφορία, σε συνδυασμό με ένα ανελέητο κυνήγι χρημάτων (φροντιστήρια κλπ), εις βάρος των μαθητών, των σπουδαστών και των γονέων, είναι μία ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της κοινωνίας μας – η οποία αργά ή γρήγορα θα εκραγεί, με ανυπολόγιστες συνέπειες για τις επόμενες γενιές των Ελλήνων.

Χωρίς να επεκταθούμε περαιτέρω, η διαφθορά, η διαπλοκή, η ανεντιμότητα, η αδικία, η πονηριά, η ανυπαρξία επαγγελματικού ήθους, τα άθλια «κοινωνικά πρότυπα», οι απίστευτα χαμηλής ποιότητας τηλεοπτικές εκπομπές, οι οποίες θυσιάζουν τον πολιτισμό στο βωμό της ακροαματικότητας και του κέρδους, η «εχθρική κοινωνία», η αδιαφορία του ανθρώπου για τον άνθρωπο, η ανυπαρξία «πλαισίου», καθώς επίσης το τέχνασμα και η ευκαιρία που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη Ελλάδα, δεν πρόκειται να επιτρέψουν τη διαφυγή της από τη σημερινή κρίση, ακόμη και αν της χαριστεί το σύνολο του χρέους της – εκτός εάν αλλάξουν ριζικά νοοτροπίες, σαν αποτέλεσμα πολιτικών και κοινωνικών «μεταρρυθμίσεων» προς όφελος του ατόμου (χωρίς να είναι φυσικά εις βάρος του συνόλου).         

 

ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

‘Όπως έχουμε αναλύσει σε προηγούμενα κείμενα μας, η μοναδική προστασία μας απέναντι στην οικονομική εξουσία είναι η Πολιτική – οπότε είμαστε υποχρεωμένοι να την ενισχύουμε όσο καλύτερα μπορούμε. Στην περίπτωση όμως που η Πολιτική υποτάσσεται και υπηρετεί την οικονομική εξουσία, η θέση μας γίνεται εξαιρετικά δύσκολη – αφού παύει πια να λειτουργεί η Δημοκρατία, «ελαχιστοποιούνται» οι διαφορές μεταξύ των κομμάτων εξουσίας, ενώ τα εκλογικά μας δικαιώματα απλά καθορίζουν τους εκάστοτε «μισθοφόρους» των σκιωδών κυβερνήσεων.   

Σε διεθνές επίπεδο τώρα, φαίνεται να οδηγούμαστε πίσω στον καπιταλισμό του 19ου αιώνα. Το χαρακτηριστικότερο στοιχείο του καπιταλισμού εκείνης της εποχής ήταν, πάνω από όλα, η ανελέητη εκμετάλλευση του εργαζομένου. Οι εργοδότες πίστευαν ότι ήταν φυσικός ή κοινωνικός νόμος, το να ζουν εκατοντάδες χιλιάδες εργατών στο μεταίχμιο της λιμοκτονίας – ενώ ο ιδιοκτήτης κεφαλαίου δικαιωνόταν ηθικά εάν, επιδιώκοντας το κέρδος, εκμεταλλευόταν στο μέγιστο δυνατό βαθμό την εργασία που «ενοικίαζε».

Δεν υπήρχε καμία σχεδόν έννοια ανθρώπινης αλληλεγγύης, μεταξύ του ιδιοκτήτη κεφαλαίου και των εργατών – επικρατούσε πέρα για πέρα ο νόμος της οικονομικής ζούγκλας. Ο κάθε επιχειρηματίας προσπαθούσε να πουλήσει φθηνότερα από τις τιμές του ανταγωνιστή του, ενώ η μάχη του ανταγωνισμού ανάμεσα σε ίσους ήταν τόσο ανελέητη και απεριόριστη, όσο και η εκμετάλλευση των εργαζομένων. Ως κύριος ρυθμιστής η αγορά, είχε απαλλαγεί εντελώς από όλους τους μέχρι τότε περιορισμούς και είχε γίνει η μοναδική κοινωνική αξία των καπιταλιστικών κρατών.

Στον 20ο αιώνα όμως οι συνθήκες άλλαξαν ριζικά – ενώ με τη βοήθεια της ανάπτυξης, οι εργαζόμενοι κατάφεραν να κερδίσουν το «κοινωνικό κράτος», καθώς επίσης μία σειρά «παραχωρήσεις» εκ μέρους των ιδιοκτητών κεφαλαίου.

Δυστυχώς στον 21ο αιώνα, σε αυτόν δηλαδή που διανύουμε σήμερα, το Κεφάλαιο, (οργανωμένο σε πανίσχυρα, πολυεθνικά και «συστημικά» επικίνδυνα Καρτέλ), με τη βοήθεια της παγκοσμιοποίησης, της «κατάλυσης» των σοσιαλιστικών κρατών, του ανοίγματος των συνόρων (μετά την πτώση του βερολινέζικου τοίχους), καθώς επίσης της κυριαρχίας του επί της Πολιτικής, κατάφερε να αντιστρέψει τους όρους – εξελίσσοντας το «σύστημα» στο σημερινό μονοπωλιακό καπιταλισμό, με αντίπαλο «δέος» τον απολυταρχικό καπιταλισμό (Κίνα, Ρωσία).

Στα πλαίσια αυτά η Ελλάδα, η Πολιτική της οποίας «αλώθηκε» ανάλογα, έχει μετατραπεί δυστυχώς σε ένα πεδίο μάχης των δύο αντιπάλων συστημάτων, καθώς επίσης των τεσσάρων (η Ρωσία θα ακολουθήσει τις Η.Π.Α., Γερμανία και Κίνα) ισχυρότερων κρατών του πλανήτη.

Επί πλέον, ανεξάρτητα από τον εκάστοτε ηγέτη τους, τα κόμματα εξουσίας της χώρας μας είναι υποταγμένα στους εσωτερικούς μηχανισμούς τους – σε αυτή δηλαδή τη διεφθαρμένη και «διαπλεγμένη» υπόγεια εξουσία, η οποία οδήγησε την Ελλάδα στη χρεοκοπία. Οι επαγγελματίες πολιτικοί, αυτοί δηλαδή που παραμένουν αιώνια στα έδρανα της Βουλής ή στους μηχανισμούς των κομμάτων, αποτελούν δυστυχώς τον κανόνα και όχι την εξαίρεση (αφού δεν αλλάζουν, τουλάχιστον ανά 8ετία, ενώ όλοι μας έχουμε δικαίωμα στο εκλέγεσθαι – όχι μόνο οι κομματικοί υπάλληλοι). Τέλος, ο διαχωρισμός των εξουσιών (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική – ελεγκτική,  αυτοδιοικητική, ενημερωτική) είναι μάλλον θεωρητικός, αν όχι ανύπαρκτος – γεγονός που δεν επιτρέπει καμία αισιοδοξία, εάν δεν αποκατασταθεί η «τάξη».    

Επομένως, το πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδας, όπως επίσης αρκετών άλλων χωρών, είναι πολυσύνθετο. Εάν δεν επιλυθεί ριζικά, δια μέσου της δημιουργικής καταστροφής, εάν δηλαδή δεν πάψουν να διαιωνίζονται οι επαγγελματίες πολιτικοί, οι «μισθοφόροι» ευρύτερα της οικονομικής εξουσίας και εάν δεν αντικατασταθούν οι «σάπιοι» κομματικοί και λοιποί μηχανισμοί από καινούργιους, σε νέες βάσεις, είναι αδύνατον να υπάρξει μέλλον για τη χώρα μας – ακόμη και αν μας χαρισθεί ολόκληρο το δημόσιο χρέος μας.

 

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΜΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

 

Όλοι γνωρίζουμε χωρίς καμία αμφιβολία το ότι, η σημερινή μας κυβέρνηση είχε σαφή εικόνα των προβλημάτων της οικονομίας μας, όταν «υπεξαίρεσε» την ψήφο των Ελλήνων, υποσχόμενη «παροχές», τις οποίες δεν είχε την παραμικρή πρόθεση ή, έστω, δυνατότητα να εκπληρώσει. Επομένως, θα πρέπει να υπήρχε κάποιος άλλος λόγος, για χάρη του οποίου αγωνίσθηκε να καταλάβει «πραξικοπηματικά» την εξουσία – πόσο μάλλον όταν αυτού καθεαυτού η αλλαγή μίας κυβέρνησης, στα πρώτα χρόνια της «θητείας» της, εν μέσω διεθνούς και εγχώριας τεράστιας κρίσης, είναι καταστροφική για οποιαδήποτε χώρα.

Ποιος ήταν ο λόγος λοιπόν, για τον οποίο η κυβέρνηση μας επιδίωξε την κατάληψη της χώρας, ζητώντας ένα χρόνο πριν (2008) τις πρόωρες εκλογές την ψήφο των Πολιτών της; Μη έχοντας τη δυνατότητα να γνωρίζουμε, αν και έχουμε αναφερθεί στα στάδια εκείνα που μας οδήγησαν στα νύχια του ΔΝΤ (άρθρο μας), μας απομένει μόνο η απλή καταγραφή μερικών υποθετικών σεναρίων, από τα πολλά που κυκλοφορούν ευρύτερα:  

(α) Η Ευρώπη είχε δυστυχώς υποτιμήσει τον κίνδυνο εκ μέρους των Η.Π.Α. ενώ δεν είχε προβλέψει τη σχεδιαζόμενη απόβαση του ΔΝΤ, καθώς επίσης να προβλήματα που θα προκαλούνταν στο κοινό της νόμισμα.  Η μοναδική φροντίδα της ήταν η εξόφληση των δανείων που είχαν δώσει οι τράπεζες των χωρών της Ευρωζώνης στην Ελλάδα – κυρίως γερμανικές και γαλλικές. Αντίθετα, ο σκοπός των Η.Π.Α. ήταν η άλωση της Ευρώπης, σε συνδυασμό με την διάλυση της Ευρωζώνης – προς όφελος της «ηγεμονίας» του δολαρίου, σαν παγκοσμίου αποθεματικού νομίσματος, ενόψει της ανάγκης εκτύπωσης νέων δολαρίων σε τεράστιες (πληθωριστικές) ποσότητες. 

Έτσι λοιπόν οι Η.Π.Α. (το Καρτέλ καλύτερα), πάντοτε προνοητικές και επιθετικές, τοποθέτησαν τη σημερινή κυβέρνηση μας στη θέση της, σε συνεργασία με την προηγούμενη – στο ρόλο του Δούρειου Ίππου και με ανταλλάγματα, τα οποία ο καθένας μας μπορεί να φαντασθεί. Το ότι αμέσως μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου (έξι μήνες πριν από την υποχρεωτική κατάθεση των στοιχείων) ανακοινώθηκε ο διπλασιασμός του ελλείμματος της χώρας μας, χωρίς την ταυτόχρονη λήψη μέτρων, δεν αναζητήθηκε η λύση του εσωτερικού δανεισμού (Εθνικά Ομόλογα), ενώ τον Ιανουάριο δεν έγινε χρήση δανειακών χρημάτων ύψους άνω των 30 δις € (με επιτόκιο συν 1,8%), παρά το ότι είχαμε ήδη εισέλθει στην κρίση των κρίσεων, είναι ορισμένες μόνο από τις πολλές σημαντικές ενδείξεις, οι οποίες ενδυναμώνουν, μεταξύ άλλων, το υποθετικό αυτό σενάριο της «εκ των έσω» προδοσίας της Ελλάδας.

(β)  Η κυβέρνηση μας, άπειρη και ίσως ανεπαρκής, διαχειρίσθηκε εσφαλμένα το πρόβλημα – μετατρέποντας την κρίση χρέους σε κρίση δανεισμού. Έτσι υπέπεσε σε ένα τεράστιο λάθος, το οποίο εκμεταλλεύθηκαν τα μέγιστα οι «αγορές» – αναγκάζοντας την να καταφύγει στο ΔΝΤ και σε ένα μνημόνιο άνευ προηγουμένου. Ταυτόχρονα εκμεταλλεύτηκε την όλη κατάσταση και το Καρτέλ, στην προσπάθεια του να καταλύσει τα δικαιώματα των εργαζομένων, καθώς επίσης να ιδιωτικοποιήσει την εξουσία.     

(γ)  Η κυβέρνηση μας προγραμμάτιζε, πριν ακόμη να εκλεγεί, την προσφυγή της στο ΔΝΤ (όχι απαραίτητα στο δανεισμό εκ μέρους του), επειδή ήταν δυστυχώς πεπεισμένη ότι, μόνο με την εξειδικευμένη υποστήριξη/εμπειρία του θα κατάφερνε να επιλύσει τα χρόνια προβλήματα της Ελληνικής οικονομίας. Η «ανοησία» αυτή οδήγησε την Ελλάδα στη χρεοκοπία, από τις επιπτώσεις της οποίας δεν υπάρχει καμία απολύτως περίπτωση να ξεφύγουμε, για τα επόμενα 20 έτη – τουλάχιστον όχι με την ίδια κυβέρνηση, ακόμη και αν αποδεικνυόταν άριστη ή/και ιδιοφυής.    

Συμπερασματικά λοιπόν, για να καταφέρουμε να εφαρμόσουμε οποιαδήποτε από τις εναλλακτικές λύσεις που προτείνονται από αρκετούς Έλληνες, χρειαζόμαστε μία καινούργια πολιτική ηγεσία – ειδικότερα, έναν καινούργιο μηχανισμό διαχείρισης του καταστροφικού δημοσίου τομέα της χώρας μας. Επειδή όμως δεν έχουμε την πολυτέλεια του χρόνου, ο οποίος απαιτείται συνήθως από την «φυσική δημιουργική καταστροφή», είμαστε μάλλον αναγκασμένοι να υποχρεώσουμε όλες τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας μας να συνεργασθούν μεταξύ τους, με στόχο την «κατασκευή» μίας καινούργιας, μικρής αλλά λειτουργικής «κρατικής μηχανής». Πρέπει κάποια στιγμή (και ειδικά εδώ η κρίση αποτελεί μία πραγματικά μοναδική ευκαιρία) να πάψουν οι πολιτικοί μας να συμπεριφέρονται σαν «πιγκουίνοι που χειροκροτούν άλλους πιγκουίνους, επάνω σε πάγο που λιώνει» – επίσης, να πάψουν οι δημοσιογράφοι μας να ενεργούν σαν τα βατράχια, τα οποία με τους αηδιαστικούς ήχους τους σκεπάζουν την αλήθεια.  

Στην αντίθετη περίπτωση, δεν πρόκειται να ξεφύγουμε από την κρίση, αλλά θα ακολουθήσουμε δυστυχώς τα ίχνη της Αργεντινής – στην οποία επιβλήθηκε «αναίμακτα» το ΔΝΤ, εξαθλιώθηκαν οι μάζες, κατέρρευσε η μεσαία τάξη, κυριάρχησε η εγκληματικότητα, «αλώθηκαν» οι κοινωφελείς επιχειρήσεις, ξεπουλήθηκε η δημόσια περιουσία και τελικά χρεοκόπησε, πριν αποφασίσουν οι πεινασμένοι πλέον Πολίτες της, πολλά χρόνια αργότερα, να εξεγερθούν επιτέλους για την υπεράσπιση των παιδιών και της πατρίδας τους.    

  

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

 

Σε γενικές γραμμές, η δανειοδότηση μας από το ΔΝΤ, αφενός μεν μεταθέτει απλά το πρόβλημα επαυξημένο στο μέλλον (στη χρονική στιγμή δηλαδή που θα κληθούμε να πληρώσουμε τα 110 δις €, επιβαρυμένα με τοκογλυφικά επιτόκια), αφετέρου «επιδεινώνει» σημαντικά τις αιτίες που το προκάλεσαν – δηλαδή, τις πολιτικές, τις κοινωνικές και τις πολιτισμικές «δυσλειτουργίες» της χώρας μας. Ο Πίνακας Ι, ο οποίος συμπεριλαμβάνει τη λήξη των ομολόγων του Ελληνικού δημοσίου και τα δάνεια των ΔΝΤ-ΕΕ είναι χαρακτηριστικός:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Λήξη Ομολόγων 2010-2013, με ημερομηνία καταγραφής τις 29.04.2010, σε δις € – προγραμματισμός εκταμίευσης μηχανισμού στήριξης

 

Έτος

Λήξη ομολόγων συνολικά

Δάνεια ΔΝΤ-ΕΕ

 

 

 

2010

15,80

38,00

2011

31,30

40,00

2012

31,70

24,00

2013

24,90

8,00

 

 

 

Σύνολο

103,70

110,00

Πηγή: Bloomberg – Υπουργείο Οικονομικών (προσχέδιο προϋπολογισμού)

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Σύμφωνα με τον Πίνακα Ι, ο δανεισμός της Ελλάδας από το μηχανισμό στήριξης για τα έτη 2010-2013, εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο την αποπληρωμή των πιστωτών της – αφού λήγουν ομόλογα συνολικής αξίας 103,7 δις € και δανείζεται 110 δις € (τα 110 δις € του ταμείου στήριξης, είναι ουσιαστικά τα 103,7 δις € που χρωστάμε, συν τους τόκους τους). Επομένως, όλα όσα ακούγονται περί δανεισμού της χώρας μας για την πληρωμή συντάξεων, μισθών κλπ. είναι απολύτως ανακριβή και σκόπιμα ψευδή. Τα χρήματα παρέχονται εμφανώς με στόχο τη διάσωση των ευρωπαϊκών τραπεζών – αφού αυτές είναι οι κύριοι δανειστές μας (ακριβώς για τα λόγο αυτό συμμετέχει στα 110 δις € με 73% η Ευρωζώνη, ενώ το ΔΝΤ μόλις με 27% – πιθανότατα με άλλα ανταλλάγματα).     

Συμπερασματικά λοιπόν η Ελλάδα θα χρειασθεί, απλά για την εξυπηρέτηση του υφιστάμενου δανεισμού της έως το 2013, το ποσόν των 103,7 δις €. Το 2014, θα χρειασθεί ακόμη 31,6 δις € για τα επόμενα ομόλογα που λήγουν, συν τα 110 δις € (συνολικά 141,6 δις € πλέον τόκους) για την αποπληρωμή της εκταμίευσης του μηχανισμού στήριξης. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να δανείζεται ποσά αντίστοιχα με τα ετήσια ελλείμματα της, τα οποία θα διαμορφωθούν, σύμφωνα με το προσχέδιο του προϋπολογισμού, ως εξής:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: ΑΕΠ, ύφεση και έλλειμμα σε εκ. €

 

Μεγέθη/έτη

2009

2010

2011

2012

2013

2014

 

 

 

 

 

 

 

ΑΕΠ**

237.494

227.994

222.066

224.508

229.223

234.037

Ύφεση %*

 

-4,0%

-2,6%

1,1%

2,1%

2,1%

‘Έλλειμμα %**

-13,6%

-8,1%

-7,6%

-6,5%

-4,9%

-2,6%

‘Έλλειμμα

32.299

18.467

16.877

14.593

11.231

6.084

Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών – Προσχέδιο προϋπολογισμού 2011

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

*  Πρόβλεψη υπουργείου οικονομικών

** Έλλειμμα με την εφαρμογή του προγράμματος, σύμφωνα με το υπουργείο – ΑΕΠ όχι από τους πίνακες, αλλά από την αφαίρεση της προβλεπόμενης από το υπουργείο ύφεσης

Σημείωση: Δεν υπολογίζουμε την επί πλέον επιδείνωση του ελλείμματος από τα δημόσια ιδρύματα, όπως ανακοινώθηκε.   

Τα συνολικά ελλείμματα της Ελλάδας για την περίοδο 2010-2014 (Πίνακας ΙΙ),  θα διαμορφωθούν (αισιόδοξα) στα 67,252 δις €, τα οποία πρέπει επίσης να χρηματοδοτηθούν. Όμως, ακόμη και αν δεχθούμε ότι θα βρεθούν πρόθυμοι δανειστές, κάτι για το οποίο αμφιβάλλουμε, η εξόφληση των 110 δις € το 2014 είναι εκτός κάθε πραγματικότητας. Απλούστερα, το 2014 η Ελλάδα θα χρειαζόταν 110 δις € (ΔΝΤ-ΕΕ δάνειο), συν 31,6 δις € (ομόλογα δημοσίου), συν 67,25 δις € (ελλείμματα): συνολικά λοιπόν 208,85 δις € ή το 89% του ετησίου ΑΕΠ της – κάτι που προφανώς ξεπερνάει κατά πολύ τα όρια της φαντασίας.          

Όσον αφορά τώρα την ανεργία, θεωρούμε εγκληματική την αποδοχή της αύξησης της από την κυβέρνηση μας (Πίνακας ΙΙΙ), η οποία και εδώ «εμπορεύεται» στην κυριολεξία το θάνατο της Ελληνικής κοινωνίας – ιδιαίτερα της μεσαίας τάξης, η οποία «ευθύνεται» για την κοινωνική συνοχή.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Ανεργία επί συνολικά απασχολουμένων 4.940.000 ατόμων

 

Μεγέθη

2010

2011

2012

2013

 

 

 

 

 

Ποσοστό

11,6%

14,5%

15,0%

14,6%

Άνεργοι

573.040

716.300

741.000

721.240

Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών – Προβλέψεις

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Η μείωση της απασχόλησης, την οποία έχουμε παρουσιάσει αναλυτικά στο άρθρο μας «Ο εφιάλτης της ανεργίας» προκαλεί, μεταξύ άλλων, τεράστιες ψυχικές «νευρώσεις», οδηγώντας με ασφάλεια στην αύξηση της εγκληματικότητας, στην εξαθλίωση των ανθρώπων των πόλεων, στη δημιουργία τρομακτικών γκέτο, στη δίνη των ναρκωτικών, στην ανάπτυξη μίας ανεξέλεγκτης παραοικονομίας και σε τόσα πολλά άλλα, τα οποία είναι αδύνατον να αποδεχθεί κανείς αδιαμαρτύρητα.

Περαιτέρω, τα «παραδείγματα» των χωρών, στις οποίες δραστηριοποιήθηκε στο παρελθόν («φορο-εισπρακτικά») το ΔΝΤ, όπως τα έχουμε παρουσιάσει (Η άλωση της Βραζιλίας κλπ), δεν επιτρέπουν καμία απολύτως αμφιβολία, σε σχέση με τη σκόπιμη δημιουργία ανεργίας (συμπίεση των μισθών κλπ), καθώς επίσης με τα αποτελέσματα της στις ανθρώπινες κοινωνίες. Με τους φόρους να αποτελούν μία από τις σημαντικότερες αιτίες της ύφεσης, του (φορολογικού) πληθωρισμού και της ανεργίας (υπολογίζεται ότι σε σύνολο 800.000 μικρομεσαίων επιχειρήσεων θα κλείσουν μέχρι το τέλος του 2011 περίπου 175.000, αυξάνοντας τους ανέργους κατά 300.000, δηλαδή στ0 20% των απασχολουμένων και όχι στο 15% που θεωρεί η κυβέρνηση μας), θεωρούμε ότι, η μεταφορά πόρων από τον ιδιωτικό τομέα στο δημόσιο (και από εκεί στο ΔΝΤ), με τον τρόπο αυτό (χωρίς καμία απολύτως πιθανότητα διάσωσης της χώρας μας από τη χρεοκοπία), είναι τουλάχιστον εγκληματική.

Ολοκληρώνοντας τη μικρή περιγραφή μας, θεωρούμε σκόπιμη την επανάληψη του Πίνακα IV, διαμορφωμένου σύμφωνα με τα μεγέθη που προκύπτουν από το προσχέδιο του προϋπολογισμού 2011.Τουλάχιστον από την αύξηση των δαπανών, φαίνεται καθαρά η αποκλειστική ευθύνη της Πολιτείας – αφού είναι η μοναδική υπεύθυνη για την «εκτροπή» τους. Δυστυχώς (άρθρο μας), αφού οι κυβερνήσεις έχουν στη διάθεση τους ένα ορισμένο «budget», έτσι όπως εμφανίζεται στον εκάστοτε ετήσιο προϋπολογισμό, δεν ξοδεύουν, όπως ο κάθε συνετός «οικογενειάρχης», το ποσόν που ευρίσκεται στα ταμεία τους, αλλά δανείζονται πολύ περισσότερα – χωρίς καθόλου να ρωτήσουν τους Πολίτες που εκπροσωπούν (κάτι που συμβαίνει συνεχώς, τουλάχιστον τα τελευταία 30 χρόνια).

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙV: Εξέλιξη ΑΕΠ, εσόδων, δαπανών και ελλειμμάτων (των ζημιών δηλαδή του κράτους) σε εκ. €, στην Ελλάδα

 

ΕΤΟΣ

ΑΕΠ*

Έσοδα

Δαπάνες

Έλλειμμα

Δημόσιο Χρέος**

Ποσοστό επί ΑΕΠ

 

 

 

 

 

 

 

2003

153.045

37.500

40.735

-3.235

179.008

117,00%

2004

164.421

40.700

45.414

-4.714

198.832

120,90%

2005

196.609

42.206

48.685

-6.479

209.723

118,90%

2006

213.085

46.293

50.116

-3.823

224.162

105,10%

2007

228.180

49.153

55.733

-6.580

237.742

104,20%

2008

239.141

51.680

61.642

-9.962

260.439

108,90%

2009

237.494

48.491

71.810

30.866

298.524

125,68%

2010

231.000

52.700

66.188

-19.473

340.680

147,48%

 Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών  (εκτιμήσεις σελ. 49 και 64)

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* ΑΕΠ 2005 αναθεωρημένο, δηλαδή 20% περίπου αυξημένο σε σχέση με το 2004, μετά την πρόσθεση εσόδων από την «μαύρη οικονομία» εκ μέρους της κυβέρνησης, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθεί το ποσοστό του ελλείμματος και να βρεθεί εντός του συμφώνου σταθερότητας της Ε.Ε. για πρώτη και τελευταία φορά (ουσιαστικά, υποθετικό ΑΕΠ).

** Χρέος κεντρικής κυβέρνησης  

 

Το ΑΕΠ μας αυξήθηκε από το 2003 έως το 2009 κατά 51% περίπου, ενώ τα δημόσια έσοδα κατά 40%, οι δαπάνες κατά 62% και το έλλειμμα σχεδόν κατά 7 φορές. Η διαφορά της αύξησης των εσόδων, σε σχέση με την αύξηση του ΑΕΠ, είναι σε τέτοιο βαθμό «μη ισορροπημένη», επειδή η μεγέθυνση του ΑΕΠ προήλθε κυρίως από την προς τα πάνω «αναθεώρηση» των στοιχείων (παρά το ότι σήμαινε αυξημένες «εκροές» προς τα ταμεία της Ε.Ε., αφού προσδιορίζονται ως ποσοστό επί του ΑΕΠ) και όχι από «φυσιολογικές» προϋποθέσεις (ανάπτυξη).

Παραδόξως, σύμφωνα με τον Πίνακα IV, το δημόσιο χρέος μας προβλέπεται να αυξηθεί κατά 42 δις € περίπου, όταν μας ανακοινώνεται έλλειμμα για το 2010, το οποίο δεν υπερβαίνει τα 20 δις € (18.467 €). Όμως, εάν προσθέσουμε το έλλειμμα του 2010 στο χρέος του 2009 (298.524 €), καταλήγουμε στα 316.991 εκ. € και όχι στα 340.680 εκ. €, τα οποία αναφέρει η κυβέρνηση στο προσχέδιο του προϋπολογισμού. Πρόκειται λοιπόν για μία ανησυχητική διαφορά, ύψους 23,7 δις €, η οποία μάλλον δεν θα περάσει απαρατήρητη από τις «αγορές». Για το 2011, η κυβέρνηση καταγράφει το δημόσιο χρέος της κεντρικής κυβέρνησης στα 360.080 εκ. € – μία αύξηση δηλαδή κατά 20 δις € (έλλειμμα 2011 στα 17 δις € περίπου), στο 155,1% του ΑΕΠ.    

Ανεξάρτητα τώρα από τα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, θεωρούμε απαραίτητη μία μικρή αναφορά μας στη φοροδιαφυγή – την οποία επικαλούνται δυστυχώς όλες οι κυβερνήσεις, στις ατυχείς προσπάθειες τους να αιτιολογήσουν τις συνεχείς αποτυχίες τους. Σε σχέση λοιπόν με τη φοροδιαφυγή, με τη «βοήθεια» της οποίας οι κυβερνήσεις προσπαθούν πιθανότατα να «μετακυλήσουν» την ευθύνη στους Πολίτες, θεωρούμε ότι αποτελεί μία ακόμη «αυθαιρεσία». Αφενός μεν πρόκειται κυρίως για τους άμεσους φόρους (το 30% των συνολικών), αφετέρου δε τα «διαφυγόντα» αυτά έσοδα, «όφειλαν» πρώτα να εισπραχθούν και μετά να δαπανηθούν – σε καμία περίπτωση το αντίθετο. Για παράδειγμα, η Πολιτεία θα έπρεπε να κατασκευάζει δρόμους ή άλλα έργα, μετά την είσπραξη των εσόδων από την (όποια) πάταξη της φοροδιαφυγής και όχι πριν.

Εκτός αυτού, οι συντελεστές φόρων στην Ελλάδα είναι από τους υψηλότερους στην Ευρώπη. Σε λίγες μόνο χώρες, όπως στις Σκανδιναβικές, οι άμεσοι φόροι είναι υψηλότεροι. Εκεί όμως στους φόρους συμπεριλαμβάνονται και οι ασφαλιστικές εισφορές, οι καταβολές για την υγεία, καθώς επίσης τα τέλη κυκλοφορίας. Αν υπολογισθούν και αυτά στην Ελλάδα, τότε το ποσοστό της άμεσης φορολογίας θα μεγαλώσει ακόμη περισσότερο – πόσο μάλλον όταν, οι υπηρεσίες εκ μέρους του δημοσίου, οι οποίες προσφέρονται στους Έλληνες φορολογουμένους, δεν έχουν απολύτως καμία σχέση, με αυτές των υπολοίπων ευρωπαϊκών κρατών.

Συμπερασματικά λοιπόν, αφενός μεν έχει εξαντληθεί η φοροδοτική ικανότητα των Ελλήνων, αφετέρου η συνεχώς μεγαλύτερη φορολόγηση οδηγεί με ασφάλεια σε μία κλιμακούμενη ύφεση η οποία, σε συνδυασμό με το φορολογικό πληθωρισμό ύψους 6% (ελάχιστα), με τα τοκογλυφικά επιτόκια (ύψους επίσης 6%), με τις μειωμένες ονομαστικές και πραγματικές αμοιβές των εργαζομένων, με την τεράστια ανεργία, με το κλείσιμο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, με την απελευθέρωση των αγορών μας (ΔΕΗ, ΟΤΕ κλπ) στους ξένους, με το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων προς όφελος των πολυεθνικών, καθώς επίσης με την ανυπαρξία αναπτυξιακών προγραμμάτων, θα καταστρέψει εντελώς την Ελλάδα.

Επομένως, η πιστή τήρηση του μνημονίου θα μας οδηγήσει χωρίς την παραμικρή αμφιβολία σε ένα σκόπιμα μονοδρομημένο αδιέξοδο, το οποίο οφείλουμε πάση θυσία να αποφύγουμε – πληρώνοντας αμέσως το ΔΝΤ, από το οποίο έχουμε λάβει 8 δις € μέχρι σήμερα και αναζητώντας νέους δρόμους.         

 

ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ

 

Εάν υποθέσουμε ότι είμαστε πρόθυμοι να αντιμετωπίσουμε παράλληλα τα λοιπά προβλήματα της χώρας μας (κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά), τα οποία είναι φυσικά «επιλύσημα», τότε αυτά που απομένουν είναι τα οικονομικά. Θεωρώντας, όπως θα τεκμηριώσουμε στη συνέχεια ότι, η ελαχιστοποίηση του δημοσίου χρέους αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα, θα εξετάσουμε συνοπτικά τις δυνατότητες μας, επιλέγοντας την, κατά την άποψη μας, καλύτερη δυνατή. Στα πλαίσια αυτά, ο Πίνακας V που ακολουθεί βοηθάει στην κατανόηση τους θέματος, για το οποίο αναζητούνται λύσεις:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ V: ΑΕΠ 2009-2011, τόκοι δημοσίου χρέους, ποσοστό τους επί του ΑΕΠ, ελλείμματα και ποσοστό των τόκων επί των ελλειμμάτων

 

ΑΕΠ

Ποσόν

Τόκοι

Ποσοστό*

Έλλειμμα

Τόκοι/Έλλειμμα**

 

 

 

 

 

 

ΑΕΠ 2009

237.494

12.325

5,19%

32.299

38,15%

ΑΕΠ 2010

227.994

13.209

5,79%

18.467

71,53%

ΑΕΠ 2011

222.066

15.800

7,12%

16.877

93,62%

* Ποσοστό των τόκων επί του ΑΕΠ

** Ποσοστό τόκων ως προς το έλλειμμα

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Πηγή: Προσχέδιο προϋπολογισμού 2011

 

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα V, οι τόκοι του 2011 αντιστοιχούν σχεδόν στο σύνολο των ελλειμμάτων. Επομένως, ένας ενδεχόμενος μηδενισμός του χρέους, θα σήμαινε την ίδια στιγμή ανάλογο μηδενισμό των ελλειμμάτων και είσοδο της χώρας μας στην κερδοφορία. Το ενδεχόμενο αυτό και μόνο θα επέλυε «ως δια μαγείας» όλα τα υπόλοιπα προβλήματα της Οικονομίας μας – δανεισμός από τις αγορές, ανάπτυξη κλπ. Επομένως, θα πρέπει να επικεντρωθούμε στο πρόβλημα του χρέους – αν και δεν θα έπρεπε να περιοριστούμε μόνο σε αυτό. Οι δυνατότητες τώρα «διαχείρισης» του χρέους μας είναι κυρίως οι εξής:

(α)  Η ολοκληρωτική άρνηση χρέους: Η άρνηση αυτή έχει υπάρξει στο παρελθόν σε άλλες χώρες, αναφέρεται στην οικονομική βιβλιογραφία (A.Smith, D.Ricardo), «τιμωρείται» πολύ αυστηρά από το διεθνές κεφάλαιο («αιώνια» απαγόρευση πρόσβασης στις δυτικές αγορές) και έχει πάρα πολλές παρενέργειες. Η (νομική) αιτιολογία της μπορεί να είναι το ότι, τα χρήματα που έχει δανειστεί το κράτος, δεν χρησιμοποιήθηκαν προς όφελος του λαού. Σε κάθε περίπτωση, είναι μία λύση που δεν μπορεί κανείς να την παραβλέψει.

(β)  Η διαγραφή μέρους του χρέους από τους δανειστές: Έχει επίσης λειτουργήσει στο παρελθόν, όπως για παράδειγμα στην Αργεντινή. Εν τούτοις, η συγκεκριμένη χώρα δεν παραχώρησε την εθνική της κυριαρχία, όπως η Ελλάδα με την υπογραφή του μνημονίου, εναντίον του οποίου δεν μπορεί να καταφύγει στα Ελληνικά δικαστήρια (!), αλλά σε αυτά του Λουξεμβούργου, με το αγγλικό Δίκαιο – το μοναδικό «Δίκαιο» στον κόσμο, το οποίο εξασφαλίζει αποκλειστικά και μόνο τους δανειστές, εις βάρος των οφειλετών. Κατά την άποψη μας, δεν αποτελεί την ιδανική λύση – ενώ δεν είναι σε καμία περίπτωση ριζική, εάν υποθέσουμε ότι είναι ακόμη εφικτή, μετά τις απίστευτες ενέργειες της κυβέρνησης μας, «ερήμην» της (δήθεν;) ανεξάρτητης Ελληνικής Δικαιοσύνης.   

(γ)  Ο μηδενισμός του χρέους, με τη δική μας συμμετοχή: Είναι ουσιαστικά ένας ωφελιμιστικά έντιμος τρίτος δρόμος, ο οποίος όμως απαιτεί πειθώ και μεγάλες διαπραγματευτικές ικανότητες από την κυβέρνηση που θα το επιχειρήσει – πόσο μάλλον πατριωτικά συναισθήματα, επιμονή, ήθος και επάρκεια. Στη λύση αυτή έχουμε αναφερθεί αναλυτικά σε ιδιαίτερο άρθρο μας («Ο μηδενισμός του χρέους»).

(δ)  Η απλή «αναδιάρθρωση» του χρέους: Η επιμήκυνση δηλαδή του χρόνου πληρωμής των υποχρεώσεων μας, με χαμηλότερα επιτόκια. Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ το ότι, μία μείωση του επιτοκίου δανεισμού μας κατά 1%, θα σήμαινε λιγότερη επιβάρυνση του προϋπολογισμού μας κατά 3,4 δις € ετήσια.

(ε)  Η εθνικοποίηση του χρέους: Θεωρώντας πολύ πιο εφικτό το δανεισμό του κράτους μας εκ μέρους των Πολιτών του (σε σχέση με την εθελούσια παρακράτηση των καταθέσεων κλπ, έτσι όπως την αναλύσαμε στο άρθρο μας «Ο μηδενισμός του χρέους»), καθώς επίσης γνωρίζοντας ότι, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αντιμετωπίσθηκε με επιτυχία το χρέος από την Ιαπωνία, η έκδοση Εθνικών Ομολόγων με ελάχιστο επιτόκιο, καθώς επίσης η πώληση μέρους της δημόσιας περιουσίας σε Έλληνες, θα μπορούσε να λύσει ριζικά το πρόβλημα – χωρίς να απαιτηθεί η παραμικρή συμμετοχή ξένων. Σε κάθε περίπτωση, η αποδοχή αυτής της λύσης εκ μέρους των Ελλήνων είναι κατά πολύ πιο συνετή, από την ήδη επιχειρούμενη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας τους στο δημόσιο, μέσω των φόρων –  ακόμη και αν χρειαστεί να πουλήσουν μέρος της ακίνητης περιουσίας τους, για την αγορά των εθνικών ομολόγων.

Προφανώς είναι δυνατόν να υπάρξουν και άλλες λύσεις, ο οποίες να αποτελούνται από επιλεκτικούς «συνδυασμούς» των παραπάνω ή άλλων δυνατοτήτων. Κατά την άποψη μας όμως ο προτιμότερος συνδυασμός, η πλέον εφικτή καλύτερα λύση από όλες τις άλλες, θα ήταν

(α)  η «εθνικοποίηση» ενός μέρους του χρέους – για παράδειγμα, η σταδιακή έκδοση 30ετών εθνικών ομολόγων, συνολικού ύψους 150 δις €, με επιτόκιο 1%, με την ταυτόχρονη

(β) «αναδιάρθρωση» (αναδιαπραγμάτευση) του υπολοίπου – για παράδειγμα, με επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των υποθετικά 190 δις € που θα απέμεναν, σε 30 έτη, με επιτόκιο επίσης 1% (είτε από τους υφιστάμενους κατόχους των ομολόγων μας, είτε από νέους δανειστές – Κίνα, Ιαπωνία, Ρωσία κλπ – με χαμηλό επιτόκιο και εξόφληση των προηγουμένων).  Στην περίπτωση αυτή, το κόστος για την Ελληνική οικονομία θα ήταν περίπου 3,4 δις € ετήσιοι τόκοι, συν 6,33 δις € χρεολύσια (δόσεις) για τους ξένους δανειστές μας – συνολικά λοιπόν περίπου 10 δις €, εκ των οποίων μόνο τα 3,4 δις € θα επιβάρυναν τον προϋπολογισμό μας.

Θεωρούμε ότι μία τέτοια λύση θα μπορούσε να «επιβληθεί» τόσο στους Έλληνες Πολίτες, όσο και στους ξένους τοκογλύφους, από μία ικανή φυσικά κυβέρνηση, αφού είναι κατά πολύ πιο συμφέρουσα από οποιαδήποτε άλλη. Για τους Έλληνες Πολίτες είναι προτιμότερη από τη χρεοκοπία ή τη μεταβίβαση (μέσω των φόρων) της περιουσίας τους στους ξένους (παράλληλα με την ύφεση, την ανεργία κλπ), ενώ για τους ξένους δανειστές είναι καλύτερη από τη διαγραφή μέρους του χρέους, η οποία θα ακολουθήσει αργά ή γρήγορα (την υπολογίζουμε τουλάχιστον στο 40%) – πόσο μάλλον από την άρνηση του χρέους, στην οποία ίσως αναγκαστούμε θα καταφύγουμε (ειδικά εάν δεν εξοφλήσει η Γερμανία τα χρέη της απέναντι μας, τα οποία αποφεύγει να πληρώσει – βραβεύοντας ακόμη και τον Πρωθυπουργό μας, προφανώς για την παράδοξη απροθυμία του να τα απαιτήσει).

Ειδικά για τους Ευρωπαίους (εκτός της Γερμανίας ίσως), η λύση αυτή είναι προτιμότερη από τη διάλυση της ΕΕ, καθώς επίσης από την κατάρρευση του κοινού νομίσματος – το οποίο, εάν καταφέρει να αναδειχθεί τελικά σε παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, θα ωφελήσει υπέρ-πολλαπλάσια ολόκληρη την Ευρώπη.    

Τέλος, η συγκέντρωση των 150 δις € από τους Έλληνες είναι απολύτως εφικτή, ενώ εάν παρ’ ελπίδα κινδυνεύσουν κάποιες τράπεζες, δεν αποτελεί «βαρύνων» πρόβλημα (αρκεί μία κρατική για τη λειτουργία της Οικονομίας, ενώ υπάρχουν και οι ξένες). Οι καταθέσεις υπερβαίνουν τα 200 δις € εντός Ελλάδας, η ακίνητη περιουσία τα 600 δις €, ενώ υπάρχουν αρκετές, πολύ εύπορες οικογένειες, εντός και εκτός της Ελλάδας, οι οποίες δεν θα δίσταζαν να διαθέσουν αυξημένα μέσα για τη χώρα τους – αρκεί φυσικά, κάτι που ισχύει για όλους, να υπήρχε απόλυτη εμπιστοσύνη τόσο στην πολιτική ηγεσία, όσο και στο Κράτος Δικαίου.      

 

Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ

 

Μία επιχείρηση, η οποία απασχολεί 5.000.000 συνειδητούς και παραγωγικούς εργαζομένους, διαθέτει ικανή διοίκηση και διακρίνεται από «φυσικά» ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, απέναντι στους «αντιπάλους» της, μπορεί να κάνει στην κυριολεξία θαύματα – να δραστηριοποιηθεί δηλαδή κερδοφόρα, ακόμη και σε συνθήκες ασύμμετρης παγκοσμιοποίησης. Αυτό ισχύει φυσικά και για μία ολόκληρη χώρα – αρκεί να λειτουργήσει σύμφωνα με τα γνωστά πρότυπα των επιτυχημένων επιχειρήσεων, υπό κάποιες προϋποθέσεις, τις οποίες περιγράψαμε εν μέρει στα κείμενα μας: Το δημόσιο χρέος, η ΕΕ και  αλληλεξάρτηση, καθώς επίσης Πολιτική Οικονομία.

Η ανάλυση του τι ακριβώς σημαίνει επιτυχημένη επιχείρηση, εν προκειμένω της Ελλάδας ΑΕ, πιστεύουμε ότι δεν είναι απαραίτητη – απλά εξειδικεύουμε ξανά στην απόλυτη ανάγκη καθιέρωσης του διπλογραφικού λογιστικού συστήματος για το δημόσιο, στην δημοσίευση ετησίων Ισολογισμών με Ενεργητικό και Παθητικό, στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας (περί τα 300 δις €), καθώς επίσης στη στελέχωση του στενότερου Δημοσίου, με το ανώτερο 400 χιλ. δημοσίους (8% των εργαζομένων) και όχι «κομματικούς» υπαλλήλους – προφανώς επαρκείς με αξιοκρατικά κριτήρια πρόσληψης και παραμονής. Επίσης, στην ανάγκη ύπαρξης σταθερού πλαισίου λειτουργίας των επιχειρήσεων – το βασικότερο «όπλο» της Γερμανίας.  

 

Περαιτέρω, θεωρούμε περιττή την επανάληψη των μεγάλων πλεονεκτημάτων που εντοπίσαμε για τη χώρα μας, τα οποία αφορούν κυρίως το γεωργικό τομέα, τη ναυτιλία και τον τουρισμό. Εν τούτοις, ίσως θα έπρεπε να διαφοροποιήσουμε τις κατευθύνσεις μας, αναζητώντας πλέον αγορές όχι στη «δύση», αλλά στο Νότο, στην Κίνα και στην αναπτυσσόμενη «υπόλοιπη» Ανατολή – καθώς επίσης στο Ρωσικό Βορρά. Σε κάθε περίπτωση, νέες αγορές για τα προϊόντα μας, εξαγωγές δηλαδή και όχι επενδύσεις – όπως δυστυχώς μετονομάζονται οι επιθετικές εξαγορές των επιχειρήσεων μας. Αν μη τι άλλο, ο ιδιωτικός τομέας της χώρας μας, παρά την ασυδοσία του δημοσίου, παραμένει υγιής, όπως φαίνεται από τον Πίνακα VI που θεωρούμε σκόπιμο να επαναλάβουμε.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ VI: Συνολικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό

 

Χώρα

Συνολικό Χρέος*

Δημόσιο Χρέος**

Ιδιωτικό Χρέος

 

 

 

 

Ελλάδα

252%

128,90

123,1%

Γερμανία

285%

76,70

208,3%

Ιταλία

315%

116,70

198,3%

Γαλλία

323%

82,50

240,5%

Πορτογαλία

323%

84,60

238,4%

Μ. Βρετανία

466%

80,00

386,0%

Πηγή: Συνδυασμός στοιχείων από Κομισιόν, McKinsey Global Institute και μελέτη της Deutsche Bank, σύμφωνα με την οποία το ιδιωτικό χρέος της Ελλάδας είναι 123% του ΑΕΠ, ενώ της Πορτογαλίας 239%

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

*    Δημόσιο και ιδιωτικό, εσωτερικό και εξωτερικό

**   Πρόβλεψη 2010

 

Όπως φαίνεται καθαρά από τον Πίνακα VΙ, η Ελλάδα, με συνολικό χρέος 252% του ΑΕΠ της το 2008, ήταν σε καλύτερη θέση από όλες τις υπόλοιπες Οικονομίες – ενώ δεν εμφανίστηκαν ανυπέρβλητα προβλήματα στις τράπεζες ή στον κλάδο των ακινήτων της.  Σε σχέση δε με την Ιρλανδία (πρόβλημα τραπεζών και ακινήτων – συνολικό χρέος άνω του 1.100%), με την Ισλανδία (χρεοκοπία τραπεζών – συνολικό χρέος 1.189%), με την Ισπανία (ανεργία 20%, τεράστια προβλήματα τραπεζών, ακινήτων – συνολικό χρέος 342%), με τη Μ. Βρετανία (πρόβλημα τραπεζών και συνολικό χρέος 466%) και την Πορτογαλία, ευρίσκεται σε μία απίστευτα πλεονεκτική θέση.

Συνεχίζοντας, οφείλουμε να πάψουμε να υποτασσόμαστε ανόητα στις εντολές του Καρτέλ (στο οποίο υπακούει και η ΕΕ), για άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων στις πολυεθνικές, για απελευθέρωση των αγορών στους ξένους, για υποχρεωτική εκποίηση των κοινωφελών μας επιχειρήσεων (η Καλιφόρνια χρεοκόπησε από την απελευθερωμένη αγορά ενέργειας της, από την Enron – από την ανάλογη ΔΕΗ δηλαδή, την οποία εκποίησε στο Καρτέλ) και για όλα τα υπόλοιπα. Θα ήταν σίγουρα καλύτερο να ασχοληθούμε με τις πρακτικές συμφωνίας τιμών εκ μέρους των πολυεθνικών, οι οποίες δυστυχώς καταδυναστεύουν πολλά χρόνια τώρα τους Έλληνες καταναλωτές – καθώς επίσης με τις μεθόδους φοροαποφυγής τους, όπως επίσης των τραπεζών, φορολογώντας το τζίρο τους.    

Χωρίς να επεκταθούμε τώρα σε λεπτομέρειες, είμαστε δυστυχώς υποχρεωμένοι, λόγω της άναρχης παγκοσμιοποίησης, να αυξήσουμε την ανταγωνιστικότητα μας – όχι όμως με τη μείωση των μισθών, όπως μας αναγκάζει το ΔΝΤ, έτσι ώστε να μετατραπούμε σε φθηνούς εργάτες των «εισβολέων» (φυσικά δεν θέλει να διακινδυνεύσουν τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα των επιχειρήσεων που το χρηματοδοτούν, ενώ ταυτόχρονα σχεδιάζουν την εξαγορά των δικών μας). 

Η αύξηση της ανταγωνιστικότητας άλλωστε δεν προϋποθέτει μονοδρομημένα τη μείωση των μισθών, αφού η εσωτερική υποτίμηση, η οποία απαιτείται, μπορεί να επιτευχθεί με την αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας μας, την οποία δεν θα ακολουθήσουν υψηλότεροι μισθοί – επίσης, με την αύξηση του χρόνου εργασίας, με τη χρήση κεφαλαίων, με καλύτερα μηχανήματα κλπ.

Αυτό όμως που θα φέρει ανάπτυξη στη χώρα μας (και επομένως θα επιλύσει όλα τα υπόλοιπα οικονομικά της προβλήματα – ανεργία, πληθωρισμό κλπ), δεν είναι άλλο από το άνοιγμα μας σε νέες αγορές, από τις εξαγωγές των ασυναγώνιστων γεωργικών προϊόντων μας, από την εκμετάλλευση του τεράστιου φυσικού πλούτου μας, από την εξέλιξη του (εκτός κάθε ανταγωνισμού) τουριστικού προϊόντος μας, καθώς επίσης από την προσέλκυση της Ελληνικής Ναυτιλίας στην πατρίδα της.

Απαιτείται βέβαια η συμμετοχή όλων μας σε μία καινούργια Ελλάδα ΑΕ, η οποία θα έχει διαχειρισθεί σωστά το χρέος της, μηδενίζοντας τις δυσμενείς συνέπειες του, θα έχει αυξήσει την ανταγωνιστικότητα της, θα έχει «θεμελιώσει» το κοινωνικό κράτος της και θα διοικείται από μία ικανή κυβέρνηση – η οποία θα στηρίζεται σε έναν λειτουργικό κρατικό μηχανισμό, σε έναν ανταγωνιστικό ιδιωτικό τομέα και σε μία υγιή, πολιτισμένη κοινωνία.     

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 11. Οκτωβρίου 2010,

viliardos@kbanalysis.com      

 

                                            

*   Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, σύμβουλος επιχειρήσεων & επενδύσεων, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2205.aspx

 

Αντοχή (;) στην κατοχή

Αντοχή (;) στην κατοχή

 

Του Στάθη (Σταυρόπουλου)*


 

Όταν θα ξοφλήσουμε το χρέος (για να βγούμε απ' το Μνημόνιο) θα χρωστάμε περισσότερα. Δεν ξέρω αν αυτή η κυβέρνηση εφηύρε το αεικίνητο (να πληρώνεις και να μη σώνεις), αλλά το πολίτευμα της χώρας το κατέλυσε. Με ψέματα, παραπλανώντας τον λαό, ο «άνθρωπός τους στην Ελλάδα», ο Γιωργάκης ο Δόσων, αντικατέστησε το Σύνταγμα με το Μνημόνιο.

Το πολίτευμα του Μνημονίου ουδεμία λαϊκή νομιμοποίηση φέρει. Είναι ένα διαρκές κι όχι στιγμιαίο Πραξικόπημα. Κι επαφίεται στο φιλότιμο των Ελλήνων να το ανατρέψουν…

Μήπως χρειαζόμαστε πρωτοετείς φοιτητές των οικονομικών; Μήπως μαθητευόμενοι τινές μάγοι θα κατάφερναν καλύτερα αποτελέσματα καταρτίζοντας ένα προσχέδιο προϋπολογισμού (τον Οκτώβριο) που θα το φάει λάχανο το σχέδιο προϋπολογισμού τον Νοέμβριο; (επί τα χείρω και χειρότερα).

Όμως το ερώτημα: γιατί η κυβέρνηση επιμένει στην πολιτική του θανατηφόρου σπιράλ (την οποίαν προεκλογικώς κατήγγειλε ο ίδιος ο κ. Παπανδρέου) προβάλλει πλέον όχι μόνον αναπάντητο, αλλά και τρομερό, σαν να μην το υποβάλλει μια Σφίγγα, αλλά μια Γοργώ, μια Μέδουσα, μια Σκυλλοχάρυβδις.

Με τις μικρότερες παρά ποτέ (απ' το 1994 κι ύστερα) δημόσιες επενδύσεις, με την τερατώδη πλέον εξάπλωση των έμμεσων φόρων, με την ατέρμονη περικοπή των εισοδημάτων τι άλλο μπορεί να περιμένουμε από ύφεση που παράγει ανεργία και ανεργία που παράγει ύφεση;

Με την «πράσινη» ανάπτυξη να περιορίζεται σε καζίνα, φρουτάκια, fast track για αρπαχτές και fast fuck των εργασιακών σχέσεων, τι άλλο από χειμέρια περιμένουμε τα πράγματα;


Τον χειμώνα που έρχεται δεν αναμένεται «να τον πηδήξουμε» κι ύστερα για «άλλα δέκα χρόνια να καθαρίσουμε». Αναμένεται ακριβώς το αντίθετο για τους πληβείους – τους μισούς για τα επόμενα δέκα χρόνια να «καθαρίσουνε» και τους άλλους μισούς να «πηδήξουνε».

Πόση ανεργία μπορεί να αντέξει η χώρα; Το 2010 θα κλείσουμε με 11,6%, ήτοι 582.000 ανέργους – τα επίσημα στοιχεία! Η πραγματικότης; Το 2011 πάμε για 14,5%, ήτοι 728.048 ανέργους – τα επίσημα στοιχεία! Η πραγματικότης ποια θα είναι;

Για το 2012 προβλέπεται 15% ανεργία – μην πάμε όμως τόσο μακρυά – αν η πραγματική ανεργία αγγίξει το 20%, πράγμα απ' το οποίο, έτσι όπως πάμε, δεν απέχουμε ιδιαίτερα, θα έχουμε λίαν συντόμως 1.250.000 ανέργους (στα 5,02 εκατομμύρια τού οικονομικώς ενεργού πληθυσμού).

 

                                                          *****

 

Απ' ό,τι φαίνεται, στο εγγύς μέλλον θα φτάσουμε σε μια κατάσταση όπου αυτά που αντέχει η οικονομία των πλουσίων δεν θα τα αντέχει η κοινωνία των φτωχών.

Όμως, γιατί η κυβέρνηση επιμένει σε αυτόν τον δρόμο (μονόδρομο τον αποκαλεί) που υποβαθμίζει τη χώρα κι εξαθλιώνει τον λαό; Από χαζομάρα; όχι δα. Από κακία; μάλλον κουτό.

Όχι! μια κυβέρνηση, όσο ανίκανη και να 'ναι, καταλαβαίνει ότι με 1.100.000 ανασφάλιστους εργαζόμενους (Έλληνες κι αλλοδαπούς), με 1.250.000 ανέργους, με την εισφοροδιαφυγή ασύλληπτη και τα χαράτσια εις βάρος των πολλών να «υποκαθιστούν» τα διαφεύγοντα των φοροφυγάδων, όχι Ασφαλιστικό μπορείς να 'χεις, όχι αγορά που να λειτουργεί στοιχειωδώς δύνασαι, αλλά μόνο το τέλος μιας εποχής μπορείς να απεργάζεσαι. Ποιας «εποχής» όμως;

Του έστω στοιχειώδους κοινωνικού κράτους. Για να το αντικαταστήσεις με τι; με μια ζούγκλα! Τι ζούγκλα; ατομικών συμβάσεων εργασίας, επιβίωσης του ισχυρότερου, ασυδοσίας των Εταιρειών, κατοχής του έθνους, αφαίμαξης του λαού. Γιατί; διότι αυτός είναι ο «σοσιαλισμός σου»; ανοησίες. Μήπως, διότι αυτός είναι ο πατριωτισμός σου; κουταμάρες.

Και πώς θα καθιερώσεις, θα εγκαθιδρύσεις για τα καλά αυτή τη ζούγκλα; Με κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, με ΓΣΕΕ ΠΑΣΟΚ, με Παιδεία ΠΑΣΟΚ (συν την κυρία Θάλεια Δραγώνα), με ΜΜΕ ως επί το πλείστον ΠΑΣΟΚ, με μέρος της Αριστεράς ΠΑΣΟΚ, με το ΛΑΟΣ ΠΑΣΟΚ, με τη μισή Ν.Δ. ΠΑΣΟΚ, με την ΑΔΕΔΥ ΠΑΣΟΚ, την καθιερώνεις τη ζούγκλα. Μια και καλή.

Μια ζούγκλα που άλλωστε από καιρό προετοιμάζεις (σύμπας ο δικομματισμός) με τον Σημίτη, το Χρηματιστήριο, τον Τσουκάτο, τις μίζες, τον Καραμανλή κι όλα τα γνωστά έως το Μνημόνιο – να τη η ζούγκλα.

Γιατί όμως την καθιερώνεις; εκών ή άκων; ξέπεσες σιγά σιγά σε αυτήν ή αυτή ήταν απ' την πρώτη αρχή ο προορισμός σου;

Να ξέπεσες σ' αυτήν απλώς, φαίνεται δύσκολο, μιας και τα μέτρα που κατ' εξακολούθησιν παίρνονται μόνο σε αυτήν – τη ζούγκλα – ασφαλώς οδηγούν. Αρα εκών! Εκών, με το έψιλον κεφαλαίο. Γιατί όμως εκών;

Σε αυτό το άγριο ερώτημα, όχι της Σφίγγας, αλλά της Γοργωμέδουσας και της Σκυλλοχάρυβδης, δεν θα (τολμήσει να) απαντήσει η στήλη. Πρέπει όμως να τολμήσετε να απαντήσετε εσείς, κυρίες και κύριοι…

 

 

* ΣΤΑΘΗΣ Σ. 6.Χ.2010 stathis@enet.gr 

 

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010, http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=210490

Μπορεί η παιδεία να επηρεάσει την κοινωνία;

Μπορεί η παιδεία  να επηρεάσει την κοινωνία η οποία την παρήγαγε;

 

Εισήγηση για το στρογγυλό τραπέζι «Παιδεία και Κοινωνία»,

Συνέδριο Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρείας, Χαλκίδα, Νοέμβρης 2010.

 

Του Βένιου Αγγελόπουλου*


 

      Το ερώτημα που μπαίνει σ’ αυτό το στρογγυλό τραπέζι μπορεί να αποτελέσει αφορμή για να γραφτεί κάποιο κείμενο, από πολύτομο φιλοσοφικό έργο μέχρι απλή έκθεση ιδεών. Για να μείνουμε σε προσιτά πλαίσια, θα επιχειρήσουμε πρώτα πρώτα μια επισκόπηση των εννοιών που υπεισέρχονται.

       Κοινωνία: Μια πρώτη προσέγγιση σ’ αυτή την έννοια θα ήταν «το σύνολο των ανθρώπων που ζουν σε έναν τόπο». Αν όμως κοιτάξουμε προσεχτικά, θα δούμε ότι η λέξη τόπος είναι ασαφής:

Μπορούμε να μιλήσουμε για τη σημερινή ελληνική κοινωνία, αλλά δεν υπάρχει ελληνική κοινωνία στην αρχαιότητα, υπάρχουν οι κοινωνίες των διαφόρων πόλεων – κρατών (εκτός πάλι κι αν χρησιμοποιήσουμε τον όρο για να δηλώσουμε τα κοινά χαρακτηριστικά των αρχαίων πόλεων, δηλαδή ως τελείως αφηρημένο ουσιαστικό, χωρίς συγκεκριμένη αναφορά). Αν ανατρέξουμε και σε άλλα παραδείγματα, που δε χρειάζεται να παρατεθούν εδώ, βλέπουμε ότι, συνήθως, δεν είναι μόνο ο τόπος (με έκταση που μπορεί να ποικίλλει), που καθορίζει μια κοινωνία, αλλά και ο χρόνος (πάλι σε διάρκεια που μπορεί να ποικίλλει) και κυρίως η πολιτική ενότητα. Με εξαιρέσεις βέβαια: εκφράσεις όπως «Η αθηναϊκή κοινωνία των αρχών του εικοστού αιώνα» ή «Η κοινωνία των Αβοριγίνων της Αυστραλίας σήμερα» δείχνουν ότι η πολιτική ενότητα μπορεί να αντικατασταθεί από άλλα χαρακτηριστικά, όπως η πολιτισμική ενότητα.

      Και με αυτές τις διευκρινίσεις όμως, ο παραπάνω ορισμός είναι ανεπαρκής. Οι μαθηματικοί χρησιμοποιούν διαφορετικές λέξεις για το ίδιο σύνολο όταν ορίζουν (ή απλώς εξετάζουν) διαφορετικές δομές επάνω του – ή καμία δομή (σύνολο, διατεταγμένο σύνολο, δακτύλιος, αβελιανή ομάδα, κτλ.). Και μία κοινωνία έχει δομή, δεν είναι απλή παράθεση ατόμων. Είναι και ένα σύνολο ανθρωπίνων σχέσεων, που διέπονται από κανόνες και εξαιρέσεις. Επίσης, τα άτομα ομαδοποιούνται με πολυποίκιλους τρόπους που δεν μπορούν να αποδοθούν με μονοδιάστατη περιγραφή: ανθοπώλες, φιλόλογοι, αλλά και πρώην συμμαθητές, οπαδοί της τάδε ομάδας, φιλοτελιστές, χειμερινοί κολυμβητές, αρχαιολάτρες και άλλα πολλά, που ίσως και η απλή καταγραφή τους να είναι αδύνατη. Τα άτομα έχουν σχέση, στενή ή χαλαρή με τις ομάδες όπου ανήκουν, οι ομάδες μεταξύ τους έχουν σχέσεις διαφόρων τύπων, ενδεχομένως συσσωματώνονται σε ευρύτερα σύνολα, και το όλο πράγμα περνάει το καιρό του σε διάφορες δραστηριότητες όπως η παραγωγή και η κατανάλωση αγαθών και προφανώς όχι μόνον.

      Τα παραπάνω είναι ίσως αυτονόητα για τους περισσότερους, και αγγίζουν τα όρια της φλυαρίας. Αν γράφονται είναι επειδή στην εποχή μας πολλές φορές τα αυτονόητα ξεχνιούνται. Και υπάρχει μια πολύ διαδεδομένη αντιμετώπιση που σκοπίμως τα αγνοεί: σχηματικά, η θεώρηση της κοινωνίας ως σύνολο  μεμονωμένων καταναλωτών, που βασικό κίνητρο έχουν το κέρδος ώστε να μπορούν να αγοράσουν όσο το δυνατόν περισσότερα αγαθά-εμπορεύματα[1], υποβαθμίζοντας όλα τα άλλα.

      Οι αναφορές στην κοινωνία λοιπόν, σ’ αυτό το κείμενο, θα γίνονται παίρνοντας υπόψη τα παραπάνω, με βασική αναφορά τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία.

 

      Παιδεία: Με την ευρύτερη έννοια, παιδεία αποτελεί το σύνολο των παραγόντων που επιδρούν συστηματικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και την κοινωνική ένταξη του ατόμου. Εκτός από το σχολείο, δηλαδή, έχουμε την ανατροφή από το σπίτι, τα παραμύθια του παππού ή της γιαγιάς, την τηλεόραση (που αντικαθιστά πλέον τον παππού και τη γιαγιά), τις παρέες, τα συλλογικά παιχνίδια και τις επιδράσεις των μεγαλυτέρων παιδιών, το διαδίκτυο, και άλλους παράγοντες ενδεχομένως.

      Συνήθως βέβαια, όταν μιλάμε για Παιδεία εστιάζουμε κυρίως στο σχολείο, και μάλιστα σε αντιπαράθεση με τους υπόλοιπους παράγοντες: «Μπορεί το σχολείο να αντισταθμίζει την επίδραση της τηλεόρασης;».

      Η Παιδεία ως θεσμός, για την οποία μιλάμε, η Παιδεία για όλο τον πληθυσμό, η Παιδεία κοινωνικό αγαθό, είναι πρόσφατο ιστορικό φαινόμενο. Δημιουργήθηκε στην Ευρώπη τον 19ο αιώνα, με στόχο την ιδεολογική ομογενοποίηση του πληθυσμού στα πλαίσια του κάθε έθνους-κράτους. Στηρίχθηκε αφενός στην εκμάθηση ενός σώματος γνώσεων (με αυξανόμενη τη μερίδα της επιστήμης μέσα του) άρα και τη δημιουργία στο μυαλό του καθενός κοινών προτύπων και αναφορών – αφετέρου στην ένταξη του ατόμου σε ένα οργανωμένο σύνολο με δεδομένους κανόνες λειτουργίας και συμπεριφοράς.

      Εφόσον η Παιδεία υπήρξε μια κοινωνική κατασκευή αποφασισμένη από την εξουσία που αφορούσε όλο τον πληθυσμό, ως προθάλαμος κοινωνικής ένταξης της νέας γενιάς, από την πρώτη στιγμή γεννήθηκαν ερωτήματα ως προς το περιεχόμενο αυτού του προθαλάμου. Καθώς η κοινωνία διέπεται από αντιπαραθέσεις (και προχωράει εξαιτίας τους), μπορεί το σχολείο να τις αγνοήσει, επιτρέπεται να τις αναφέρει, μπορεί να μείνει ουδέτερο;  Εφόσον οριστική απάντηση σε τέτοια ερωτήματα δεν μπορεί να υπάρξει, γιατί η επιλογή του τι λες και τι δε λες εξαρτάται από τις συνθήκες, οι απαντήσεις ποικίλλουν μέσα στο χρόνο, καθώς και από χώρα σε χώρα. Για παράδειγμα, τελείως διαφορετικοί είναι οι ρόλοι του μαθήματος των Θρησκευτικών στα διάφορα κράτη – στη Γαλλία, π.χ., δεν υπάρχει τέτοιο μάθημα στη δημόσια παιδεία, η κάθε εκκλησία είναι ελεύθερη να οργανώνει κατηχητικά σχολεία για τα παιδιά των πιστών. Ενώ στην Ελλάδα είναι, όπως γνωρίζουμε υποχρεωτικό. Και στη δεκαετία του 1950, το βιβλίο ανέφερε ως σύγχρονες αιρέσεις του Χριστιανισμού τον χιλιασμό και τον κομουνισμό.

      Και βεβαίως η κυρίαρχη τάση θεώρησης της κοινωνίας ως σύνολο ατόμων και μόνον, και μάλιστα σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, έχει αντίκτυπο στην οργάνωση της Παιδείας. Το εξετασιοκεντρικό μας σύστημα, με όλες τις παραλλαγές που έχει υποστεί από τη μεταπολίτευση και μετά, έχει κάποια καίρια χαρακτηριστικά: την κατάταξη των ατόμων σε μια μονοδιάστατη κλίμακα, με βάση την ανταπόκρισή τους σε απαιτήσεις που στηρίζονται στη μνήμη, στη δυνατότητα αναπαραγωγής στερεοτύπων, στην ταχύτητα εκτέλεσης εντολών και συνταγών. Υποβαθμίζει το σύνολο των μαθητών στην κατάσταση ενός φωτοτυπικού – συρραπτικού μηχανήματος, με την άρρητη πεποίθηση ότι οι γόνοι καλών οικογενειών ή κάποια ιδιαίτερα προικισμένα παιδιά από τα υπόλοιπα, θα σπάσουν τα δεσμά της παπαγαλίας. Συντηρώντας έτσι την παλιά πεποίθηση, πως η Παιδεία επιτρέπει την κοινωνική άνοδο – κάτι που εξακολουθεί να ισχύει, αλλά αφορά όλο και λιγότερες περιπτώσεις–λαχείο.

 

      Οι κοινωνικές αλλαγές: Οι κοινωνίες αλλάζουν. Η γενιά που ενηλικιώθηκε στην Ευρώπη μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (ή τον εμφύλιο, για την Ελλάδα), έχει γνωρίσει ίσως τις περισσότερες αλλαγές από οποτεδήποτε άλλη γενιά, ακόμα κι απ’ αυτή των Ναπολεόντειων πολέμων. Αλλαγές τόσο στο επίπεδο της καθημερινής διαβίωσης, όσο και στις νοοτροπίες και στις ανθρώπινες σχέσεις. Τα παραδείγματα αφθονούν[2]. Στις γειτονιές της Αθήνας με τους χωματόδρομους, αν κάποτε εμφανιζόταν αυτοκίνητο ήταν γεγονός και τα παιδιά τρέχαν από πίσω του∙ τώρα όλοι οι δρόμοι έχουν άσφαλτο (και πολλοί λακκούβες) και δε βρίσκεις θέση να παρκάρεις. Τα νεοκλασσικά και τα χαμόσπιτα έγιναν πολυκατοικίες και οι αυλές σπανίζουν. Τα τηλέφωνα ήταν είδος πολυτελείας, τώρα βρίσκονται σε κάθε σπίτι και τα κινητά σε κάθε τσέπη. Από χώρα εξαγωγής μεταναστών γίναμε χώρα εισαγωγής. Τα ραδιόφωνα ήταν σπάνια, με κρατικούς ραδιοσταθμούς μόνο, τώρα υπάρχει πληθώρα σταθμών και υπάρχει και τηλεόραση. Οι επιγραφές στα καταστήματα, ακόμα και στους κεντρικότερους δρόμους, ήταν όλες ελληνικές, τώρα οι ξενόγλωσσες είναι παντού. Τότε τα σχολεία ήταν χωριστά, αρρένων και θηλέων, τώρα είναι όλα μικτά. Τα εγκλήματα τιμής ήταν συχνότατα, κι οι φονιάδες πέφτανε στα μαλακά, η μοιχεία ήταν ποινικό αδίκημα μέχρι πριν 25 χρόνια. Και φαντάζει ακαταλαβίστικο τώρα το τοτινό λαϊκό σουξέ

            Κει που πας σε λίγα χρόνια

            Θα φορέσεις παντελόνια

            Βαλεντίνα, Βαλεντίνα… [3]

      Οι κοινωνίες αλλάζουν λοιπόν, μένει να δούμε γιατί και πώς. Κάποιοι μιλούν για έμφυτη τάση της ανθρώπινης κοινωνίας προς την αλλαγή (ή την πρόοδο). Κάτι που τα ιστορικά γεγονότα διαψεύδουν: Επί αιώνες, από την εποχή των Φαραώ μέχρι την κατασκευή του φράγματος του Ασσουάν, οι φελάχοι της Αιγύπτου ζούσαν και καλλιεργούσαν με τον ίδιο στις όχθες του Νείλου, αλλάζοντας ενδεχομένως θρησκεία ανάλογα με τις διαθέσεις του εκάστοτε φαραώ ή του νέου κατακτητή, αλλά ως εκεί. Και στην Κίνα των Μινγκ, τον 15ο αιώνα, η άνθηση του εμπορίου και της ναυσιπλοΐας (είχαν φτάσει μέχρι την Αφρική) ανακόπηκε με διαταγή του αυτοκράτορα να καταστραφεί ο στόλος και να απαγορευτούν τα μεγάλα πλοία[4].

      Η τάση για αλλαγή δεν είναι έμφυτη στις κοινωνίες, δεν είναι φυσικός νόμος όπως η βαρύτητα ή η αδράνεια. Οι αλλαγές είναι αποτέλεσμα εσωτερικών αντιπαραθέσεων μιας κοινωνίας, ενδεχομένως και εξωτερικών παρεμβάσεων. Αλλαγές συμβαίνουν όταν κάποιες κοινωνικές ομάδες με ισχυρή κοινωνική παρουσία εμποδίζονται στη δράση και την ανάπτυξή τους από το ισχύον κοινωνικό σύστημα, και ζητούν, και πετυχαίνουν (εν μέρει τουλάχιστον) τη βελτίωση (μέχρι και πλήρη ανατροπή) των όρων συνύπαρξης. Οι δυνάμεις αυτές επικαλούνται συνήθως την πρόοδο της κοινωνίας, ενώ αυτοί που είναι ικανοποιημένοι από την υπάρχουσα κατάσταση (ή που φοβούνται πως θα χάσουν και τα λίγα που έχουν) κάνουν αγώνα συντήρησης.

      Στη μάχη αυτή μεταξύ προόδου και συντήρησης, τα όπλα είναι κυρίως πολιτικά, αλλά όχι μόνο: τέχνη, τεχνολογία, επιστήμη, επιστρατεύονται επίσης και δρουν με πιο έμμεσο τρόπο. Ζητούμενο ο προσεταιρισμός των ενδιαμέσων στρωμάτων με πειθώ ή καταναγκασμό, με ενίσχυση της ελπίδας για το καλύτερο ή του φόβου για το χειρότερο. Και οι αλλαγές που γίνονται δεν περιορίζονται στο επίπεδο της πολιτικής, τη νομή δηλαδή της εξουσίας, αλλά επεκτείνονται και σε πολλές άλλες πτυχές.

      Αν θέλουμε να μελετήσουμε τις αλλαγές που προαναφέρθηκαν (και πολλές άλλες που δεν αναφέρθηκαν) ώστε να δούμε και κοινά χαρακτηριστικά, και παράγοντες που επέδρασαν (το ρόλο της Παιδείας μεταξύ άλλων). Σε Ευρώπη και Ευρωπαϊκές αποικίες υπήρξε στράτευση για την αντιμετώπιση του φασισμού, και γενικό ανασκούμπωμα μετά για την ανοικοδόμηση και την επούλωση των πληγών του πολέμου. Η μαζική συμμετοχή σ’ αυτό απαιτούσε ανταμοιβή από τους κρατούντες προς τους πολλούς, τόσο σε βελτίωση των συνθηκών ζωής, όσο και σε αξίες όπως η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η ισονομία, η αξιοπρέπεια. Και σε μια πρώτη φάση, συχνά επώδυνη, το στρατόπεδο της προόδου κέρδισε: οι αποικίες ανεξαρτητοποιήθηκαν (το τι συνέβη μετά είναι άλλη ιστορία), στη μητρόπολη υποχώρησε το καταναγκαστικό κράτος και ενισχύθηκε το κοινωνικό κράτος. Στην Ελλάδα, μετά την προσπάθεια των νικητών του εμφυλίου να βάλουν την κοινωνία σε γύψο, που κατέρρευσε άδοξα, δεν άλλαξε απλώς το πολίτευμα, αλλά άλλαξαν και οι ισορροπίες στη νομή της εξουσίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο αριθμός των μηχανικών στο Κοινοβούλιο εκτινάχθηκε προς τα πάνω.

      Ο ρόλος της Παιδείας στις αλλαγές που συντελέσθηκαν δεν ήταν άμεσος: Σε κανένα μάθημα δεν ειπώθηκε ότι δεν πρέπει να σκοτώνεις την αδερφή σου όταν φιλήσει κάποιον που της αρέσει, κι όμως τα εγκλήματα τιμής ουσιαστικά εξαλείφθηκαν. Και δεν μπορεί να είναι άμεσος παρά σε καθεστώτα που βάζουν, π.χ., τα παιδιά να καρφώνουν τους γονείς αν πουν κάτι εναντίον του Φύρερ. Ο ρόλος της Παιδείας είναι να διαμορφώνει ενήλικες και οι καρποί της φαίνονται με κάποια υστέρηση: στο πώς αντιδρούν οι τέως μαθητές ως ενήλικες[5].

      Η Παιδεία λοιπόν είναι ένας επίμαχος θεσμός για τους κυβερνώντες. Είναι η επένδυσή τους για τον μέσο πολίτη του αύριο. Ανάλογα με τις πολιτικές εναλλαγές αλλάζει και η κατεύθυνση που θέλουν να δώσουν οι κυβερνώντες στην Παιδεία, κάτι που εκφράζεται μερικές φορές με θεαματικό τρόπο: πολτοποιήσεις βιβλίων, αποβολή μαθητών από όλα τα σχολεία της χώρας, κλείσιμο «ύποπτων» σχολείων (περίπτωση Δελμούζου[6]). Στη χώρα μας η διαμάχη συντήρησης-προόδου έχει εκφραστεί από αρκετά παλιά, με στόχους από τη μεριά της προόδου τον αλφαβητισμό του πληθυσμού, την επικράτηση της δημοτικής, την ένταξη του πληθυσμού (και μάλιστα των προσφύγων) στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας, άρα τη μελλοντική ένταξη των μαθητών σε μια κοινωνία που τους αναγνωρίζει κάποια δικαιώματα, και είναι επομένως νομιμόφρονες απέναντί της και πρόθυμοι να την υπερασπιστούν. Κάτι που σίγουρα έπαιξε ρόλο στην Αντίσταση επί Κατοχής.

 

      Το τέλος της ιδεολογίας της προόδου: Σταδιακά, σε παγκόσμιο επίπεδο αλλά και σε τοπικό, ο πλούτος και η εξουσία συσσωρεύονται σε όλο λιγότερα χέρια. Η οργάνωση της οικονομίας γίνεται σε πυραμιδοειδείς δομές, που συνεχώς διογκώνονται (πολυεθνικές, καρτέλ, κτλ.) και υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα, ενώ ο ρόλος των μικρών οικονομικών μονάδων συνεχώς μειώνεται, με τη μετατροπή τους σε αλυσίδες υποκαταστημάτων και άλλους τρόπους. Αυτό μεταφέρεται σιγά σιγά και στο πολιτικό επίπεδο: Η Δημοκρατία ως πολίτευμα χάνει την ουσία της (να αποφασίζει η πλειοψηφία) και μένει μόνο στον τύπο: την επιλογή των ολίγων που αποφασίζουν, επιλογή κατά κανόνα ανελεύθερη, γιατί οι υποψήφιοι περνούν συνήθως από μακρόχρονη διαδικασία προεπιλογής. Αντίστοιχες είναι και οι αλλαγές που εξαπλώνονται στις κοινωνικές σχέσεις.

      Η κυρίαρχη τάση δεν εγκαταλείπει την ιδεολογία της προόδου, αλλά την αδειάζει από το περιεχόμενό της, καταφεύγοντας στην τεχνοκρατική αντίληψη της προόδου. Εν ονόματι της αποτελεσματικότητας, της αξιοκρατίας και του εκσυγχρονισμού προωθεί αλλαγές που αποσκοπούν στην επ’ άπειρο αύξηση του κέρδους[7] και κατηγορεί ως οπισθοδρομικούς και συντεχνιαστές όσους αντιδρούν. Βασικά της εργαλεία η επεξεργασία μοντέλων για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του συστήματος, ανάγοντας τα πάντα σε αριθμητικούς δείκτες και προσφεύγοντας στην ταξινόμηση σε μονοδιάστατη κλίμακα, η οποία ενίοτε βαφτίζεται «αξιολόγηση». Η επιστήμη, και μάλιστα τα μαθηματικά, χρησιμοποιείται ως μανδύας νομιμοποίησης αποτελεσμάτων των οποίων οι χοντρές γραμμές είναι προκαθορισμένες. Και όταν το μοντέλο μακράν απέχει από την πραγματικότητα (κάθε μοντέλο θεωρεί αναγκαστικά αμελητέες κάποιες παραμέτρους, άρα είναι ελλιπές), τότε φταίει η πραγματικότητα, οι αστάθμητοι παράγοντες ή η μοίρα (ή κάποιοι βολικοί αποδιοπομπαίοι τράγοι).

      Η τάση αυτή έχει αντίκτυπο και στην Παιδεία, της οποίας οι βασικές κατευθύνσεις αποφασίζονται κεντρικά στις περισσότερες χώρες. Για το σημερινό μαθητή – τον αυριανό πολίτη, τα χαρακτηριστικά που ενισχύονται απέναντι σε όλα τα άλλα είναι η ικανότητα στην εκτέλεση εντολών και η ανταγωνιστικότητα έναντι των υπολοίπων. Στη χώρα μας, το εξετασιοκεντρικό σύστημα εξωθεί τα παιδιά όχι μόνο στην αναπαραγωγή στερεοτύπων, αλλά και στην έλλειψη συνεργατικότητας. Οδηγώντας έτσι την κοινωνία σε μια πνευματική γενοκτονία. Καθώς, όταν οι μεν λύνουν τις απορίες των δε το γενικό επίπεδο ανεβαίνει, ενώ όταν ο καθένας κρατάει ζηλότυπα για τον εαυτό του τις δικές του γνώσεις (αλλά και παρανοήσεις) το γενικό επίπεδο πέφτει[8]. Το πρότυπο πολίτη που επιδιώκεται είναι υπάκουος υπάλληλος – καλός καταναλωτής.

 

      Τα Μαθηματικά στην Παιδεία: Η κύρια χρησιμότητα των Μαθηματικών στο εκπαιδευτικό σύστημα είναι η αξιοποίησή τους ως εργαλείο ελέγχου γνώσεων, ή μάλλον «δεξιοτήτων[9]». Οι ασκήσεις είναι συνδυασμός τυποποιημένων εργαλείων με μοναδική απάντηση (και τρόπο επίλυσης: όταν υπάρχει κι άλλος τρόπος, ή άλλη ορθή απάντηση, είναι επειδή ξέφυγε από την προσοχή του εξεταστή). Τα προβλήματα που σηκώνουν διερεύνηση έχουν εξοβελιστεί, το ίδιο και το κείμενο: εδώ και κάποιες δεκαετίες, το τρίπτυχο «Σκέψις – Λύσις – Απάντησις», που επέβαλε στο μαθητή να διατυπώσει τι κάνει, έχει καταργηθεί.

      Έχει καταργηθεί στο σχολείο η καλλιέργεια της μαθηματικής σκέψης, της ουσίας των μαθηματικών, που είναι η συσχέτιση εννοιών και η εξαγωγή συμπερασμάτων. Τα σχολικά μαθηματικά έχουν περιοριστεί σε αναπαραγωγή αλγορίθμων, και οι ικανότεροι μαθητές, κατά κανόνα, μπορούν να κάνουν πολύπλοκες σειρές πράξεων, όχι όμως να καταστρώσουν ένα πρόβλημα και να αποφανθούν ποιες πράξεις ή ποια θεωρήματα χρειάζονται για την επίλυσή του.

      Αξιοσημείωτο είναι, πως σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση έπαιξε η εισαγωγή στο σχολείο των λεγομένων «μοντέρνων μαθηματικών» πριν από τριάντα περίπου χρόνια (το πείραμα είχε ξεκινήσει από τη Γαλλία στο τέλος της δεκαετίας του 60). Σε πλήρη αντίθεση με τα πειραματικά δεδομένα για την εξέλιξη της αντίληψης και της σκέψης στο παιδί[10], η Συνολοθεωρία, καρπός δυόμισι χιλιετιών μαθηματικού στοχασμού, εισάγεται από το νηπιαγωγείο. Πέρα από την ελλιπή προετοιμασία των δασκάλων, υπάρχουν εγγενείς αδυναμίες που αφορούν την εξέλιξη της αφαιρετικής σκέψης στο άτομο: στη συνολοθεωρία μπορεί να προσθέσεις (με την ένωση) ή να πολλαπλασιάσεις (με το καρτεσιανό γινόμενο) σύνολα δέντρων με σύνολα αυγών.

      Σ’ αυτό βοήθησε και η επικράτηση της φορμαλιστικής σχολής, ή μάλλον της επιφανειακής ανάγνωσής της, που ανάγει τα μαθηματικά σε ένα σύνολο συντακτικών κανόνων, με απουσία νοήματος. Αυτό ισχύει για τον έλεγχο και την έκθεση των αποτελεσμάτων, εξασφαλίζει δηλαδή την εγκυρότητα και την ακριβή μετάδοση. Η παραγωγή όμως των μαθηματικών, η κατασκευή της νέας γνώσης με βάση τα ήδη γνωστά, έχει ανάγκη το νόημα (και συχνά διαφορετικές νοηματοδοτήσεις του ίδιου όρου) για να προχωρήσει. Ιδίως μάλιστα στις πρώτες φάσεις της μαθηματικής σκέψης, όπου νοήματα και ερεθίσματα είναι εξωμαθηματικά.

      Απότοκο της περιπέτειας των «μοντέρνων μαθηματικών» ήταν και η κατάργηση της αποδεικτικής Γεωμετρίας από το σχολείο. Για προφανείς πολιτισμικούς λόγους, η Ελλάδα θάπρεπε να τη διατηρήσει, ακόμα κι αν όλες οι άλλες χώρες την καταργούσαν. Αλλά δεν είναι αυτός ο κύριος λόγος: η Γεωμετρία παράγει γνώση δομημένη, όχι σύνολο παραθέσεων. Προάγει την αυστηρότητα στην επιχειρηματολογία, δηλαδή την κριτική σκέψη. Κάτι το απευκταίο σήμερα, παρά τις συνήθεις εξαγγελίες των εκάστοτε υπευθύνων.

 

      Αντί επιλόγου, ένα παράδειγμα τεχνοκρατικής σοφιστείας: Πρόκειται για το λόγο του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου στους Δελφούς (26/9/2010) που εξαγγέλλει τις κυβερνητικές κατευθύνσεις για την Παιδεία. Ξεφεύγει από τα πλαίσια του κειμένου τούτου η πλήρης ανάλυση αυτού του λόγου[11]. Θα περιοριστούμε στην παράθεση του τμήματος που σχετίζεται με αυτά που ασχοληθήκαμε παραπάνω:

 

      (…) Το πέμπτο μεγάλο θέμα είναι η ψηφιοποίηση της γνώσης, το αυτονόητο το οποίο ζούμε, που σημαίνει από τη μια μεριά την πρόσβαση του μαθητή ή του φοιτητή, τη δυνατότητα πρόσβασης – και αυτό είναι θέμα και δικής μας επιλογής, να διευκολύνουμε και να εγγυηθούμε αυτή την πρόσβαση – αλλά και του εργαζόμενου, του επαγγελματία, σε αυτό τον παγκόσμιο πια πλούτο, όχι στο ένα σύγγραμμα, αλλά σε μια κοινοκτημοσύνη της ανθρωπότητας, των γνώσεων και των εμπειριών.

      Πώς αξιοποιεί πια αυτή την πρώτη ύλη, που λέγεται «πληροφορία», ένας νέος ή ένας εργαζόμενος ή ένας επαγγελματίας. Να ξεφύγει δηλαδή από το άκριτο της παπαγαλίας – είναι το αυτονόητο – και να πάει στη συνθετική, αναλυτική κριτική, στη δημιουργική σκέψη και να διαμορφώσει τα απαραίτητα εργαλεία, για να μπορεί να αξιολογεί αυτή την πληροφορία και όχι απλώς να την αφομοιώνει.

      Και αυτό βεβαίως είναι τελείως διαφορετικό, είναι μια τελείως διαφορετική αντίληψη, από αυτήν που έχουμε σήμερα σε όλα μας τα σχολεία, δυστυχώς, ακόμα και στα Πανεπιστήμιά μας, τα οποία έχουν υιοθετήσει τα αρνητικά της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με το ένα σύγγραμμα και με την παπαγαλία, σε πολύ μεγάλο βαθμό.

      Η ψηφιοποίηση, όμως, σημαίνει και νέες μεθόδους μάθησης. Ο Υπουργός Παιδείας της Κύπρου, πολύ σωστά, μας μίλησε για την ανάγκη της παιδαγωγικής και λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων – όχι μόνο λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων, αλλά και λόγω αυτών – που σημαίνει ένα νέο ρόλο του Καθηγητή. Ένα νέο ρόλο του Καθηγητή, που είναι πιο δημιουργικός και πρέπει να μεταφέρει αξίες και να διαμορφώνει χαρακτήρες.

      Η ψηφιοποίηση δεν αποξενώνει – θα έλεγα – την πληροφορία, αλλά μπορεί να βοηθήσει ώστε να είναι η τάξη πολύ πιο ευχάριστη, πολύ πιο δημιουργική, πολύ πιο συλλογική, και η διδαχή να γίνεται πολύ περισσότερο ως διάλογος και όχι απλώς ως μία διδασκαλία από τον άμβωνα ή από τον πίνακα.

      Αυτό σημαίνει ότι το σχολείο αλλάζει πια και σε ό,τι αφορά τη διδακτέα ύλη, η οποία και αυτή μπορεί να αλλάζει πολύ γρήγορα. Και η πρόσβαση των νέων μπορεί να γίνεται μέσα από την κλασσική διάλεξη, μέχρι και βλέποντας μέσα στα κείμενα ένα βίντεο, ή να δει ακόμα και διαδραστική τη μάθηση, που είναι και μια νέα μορφή συνεργασίας μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, αλλά και στην έρευνα βεβαίως, αφού διεθνώς πια, η διαδραστική έρευνα είναι κάτι το οποίο βλέπουμε να εξελίσσεται όλο και περισσότερο.

      Σημαίνει, βεβαίως, ότι και το σχολείο, αλλά και η τριτοβάθμια εκπαίδευση, δεν περιορίζονται χωροταξικά, ούτε και η μάθηση περιορίζεται στους ίδιους χρόνους. Το πώς θα φτάσει λοιπόν σ’ ένα πτυχίο κάποιος, σε ποιο πτυχίο φτάνει και πώς το αποκτά, μπορεί να είναι πολύ διαφορετικός ο τρόπος, ανάλογα με το Πανεπιστήμιο ή ανάλογα με τη Σχολή.

      Αυτό που θα είναι πολύ σημαντικό, είναι πώς πιστοποιείται αυτή η γνώση. Άρα, λοιπόν, πάμε πάλι στην αξιολόγηση και στην πιστοποίηση, μια τελείως διαφορετική διαδικασία, δηλαδή μπορεί να έχουμε πολλούς δρόμους, αλλά και πολλούς προορισμούς, πολλές επιλογές. Αυτό σημαίνει, όχι στην τυποποίηση, όχι στην ομοιομορφία, όχι στις τυποποιημένες διαδικασίες του προγράμματος, αλλά μεγάλη ποικιλία, μεγάλη ελευθερία, η οποία βεβαίως πρέπει να αξιολογείται ως προς το αποτέλεσμα, μέσα από τη διαδικασία των πιστοποιήσεων. (…)

 

      Στο κείμενο αυτό, ως αντίδοτο για την παπαγαλία και την άκριτη σκέψη προβάλλεται η «ψηφιοποίηση», η οποία ορίζεται ως η πρόσβαση στις πληροφορίες του διαδικτύου. Μιλάει για ένα νέο ρόλο του καθηγητή, ο οποίος δεν θα περιορίζεται στη διδασκαλία από τον άμβωνα (!!!) αλλά θα κάνει την τάξη πιο ευχάριστη. Γίνεται και λόγος αόριστα για κάποια διαδικασία πιστοποίησης (από ποιους; τους υπάρχοντες ιδιωτικούς διεθνείς οίκους;) που ανάγεται σε νέα κορωνίδα του συστήματος.

      Είναι η ψηφιοποίηση αντίδοτο στην παπαγαλία; Είναι η συλλογή πιστοποιητικών εγγύηση κριτικής σκέψης (πέρα από το αυτονόητο, ότι διαλέγεις τα μαθήματα στα οποία περνάς πιο εύκολα);

      Ακόμη κι αν είναι, αυτό δε φαίνεται στην πρωθυπουργική ομιλία. Υπάρχουν λογικά άλματα, ορατά σε οποιονδήποτε έχει παιδευτεί με ασκήσεις Γεωμετρίας. Η τεχνική είναι γνωστή από τους σοφιστές: παραθέτεις δύο πράγματα γενικώς παραδεκτά (και μάλιστα με συναισθηματική φόρτιση αν γίνεται) και βγάζεις από το καπέλο μια σχέση μεταξύ τους (αιτιακή, αντίθεσης, οτιδήποτε). Εδώ έχουμε: «η παπαγαλία είναι κακό», «η πρόσβαση στη γνώση μέσω της σύγχρονης τεχνολογίας είναι καλό», άρα «η ψηφιοποίηση είναι αντίδοτο στην παπαγαλία». Όπερ έδει δείξαι; Δε νομίζω…

 

      Η Παιδεία καλείται να παράγει ρομπότ. Οι δάσκαλοι το αποδέχονται;

 

 

* Ε. Μ. Πολυτεχνείο (ang@math.ntua.gr)

 



[1] Σχηματικά και απλουστευτικά, διότι θα έπρεπε να προστεθούν και άλλα όπως η ύπαρξη ενός στρώματος αποφασίζονταν (deciders) εκτός κοινωνίας ή μάλλον πάνω από αυτήν, η ποσοτικοποίηση της έννοιας της εξουσίας, οι διαφοροποιήσεις μεταξύ ρευμάτων αυτής της σχολής, κτλ. Αλλά κάτι τέτοιο θα μας οδηγούσε πολύ μακριά.

[2] Σκόπιμα παραλείπονται, από την παράθεση παραδειγμάτων που ακολουθεί, οι καθαυτό πολιτικές αλλαγές, οι οποίες όχι μόνον αμελητέες δεν ήσαν, αλλά είχαν και σημαντική επίδραση σε αρκετές από τις υπόλοιπες.

[3] Στίχοι και μουσική Γιώργου Μητσάκη, πρώτη εκτέλεση Μαρίκα Νίνου 1950.

[4] Βλ. http://oiax.blogspot.com/2007_07_01_archive.html και ξενόγλωσσες καταχωρήσεις στο λήμμα Zheng He.

[5] Όταν οι μαθητές αντιδρούν όντας ακόμα στα θρανία, όπως στη χώρα μας το Δεκέμβρη του 2008, η κοινωνία οφείλει να αναρωτηθεί τι δεν πάει καλά. Κι αν δεν το κάνει, αν στρουθοκαμηλίσει όπως η δική μας στην προκειμένη περίπτωση, θα πάει ακόμα χειρότερα.

[6] Βλ. http://www.syllogosdelmouzos.gr/index.php?categoryid=136 για σύντομο βιογραφικό του Δελμούζου και τις περιπέτειες του παρθεναγωγείου Βόλου.

[7] Θεμελιακό αξίωμα ότι η αύξηση του κέρδους του καθενός φέρνει την αύξηση του κέρδους (άρα των αγαθών και απολαυών) της κοινωνίας ολόκληρης. Κάτι που παραβλέπει ότι, συνήθως, όσοι πλουτίζουν το κάνουν εις βάρος άλλων.

[8] Για εκτενέστερη ανάπτυξη βλ. άρθρο μου Εθνική Παιδεία: μια πνευματική γενοκτονία, Αυγή, Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2000, ή στο βιβλίο Θέλουμε Παιδεία;, Εκδ. Νήσος, Αθήνα 2007, ή στην ιστοσελίδα http://glotta.ntua.gr/posdep/concrete/ConferenceFive/Positions-2000.htm .

[9] Σε αντίθεση με τη λέξη επιδεξιότητα, που χρησιμοποιείται στον ενικό, ο νεολογισμός δεξιότητα απαντάται κυρίως στον πληθυντικό. Κάθε αλγοριθμική εργασία, νοητική ή χειρωνακτική, αντιστοιχεί σε μια δεξιότητα: αλλαγή γλόμπου ή επίλυση εξίσωσης. Συνιστά μόρφωση το άθροισμα δεξιοτήτων;

[10] Βλ. π.χ. J. Piaget, Introduction à lpistémologie génétique. Tome I: La pensée mathématique, PUF, 1950, Paris, και άλλα έργα του ίδιου συγγραφέα.

[11] Βλ. http://syspanep.ntua.gr/index.php/nomoi/nomoi/96–2692010 για το πλήρες κείμενο.

Οι Ισλανδοί έχουν αγριέψει

Οι Ισλανδοί έχουν αγριέψει

 

Του Γιώργου Δελαστίκ


 

 

Πρωτοφανή πράγματα συμβαίνουν συνεχώς στην Ισλανδία. Οι σχέσεις πολιτικών και λαού έχουν αλλάξει θεαματικά μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και η κατάσταση είναι πλέον εκτός ελέγχου του πολιτικού κατεστημένου. Αλλεπάλληλα κύματα διαδηλώσεων καθορίζουν από πέρυσι τις πολιτικές και τις οικονομικές εξελίξεις, με τα κόμματα, τους βουλευτές και την κυβέρνηση της χώρας να υποχρεώνονται κάθε τόσο σε βίαιες αναπροσαρμογές της πολιτικής τους για να μην έλθουν σε ευθεία αντιπαράθεση με τους οργισμένους πολίτες, οι οποίοι αψηφώντας τις αντίξοες καιρικές συνθήκες αυτής της αφιλόξενης νησιωτικής χώρας του μακρινού Βορρά βρίσκονται διαρκώς στους δρόμους.

Πάνω από 8.000 διαδηλωτές περικύκλωσαν με άγριες διαθέσεις το κοινοβούλιο τη Δευτέρα το βράδυ. Αβγά, μπογιές, ρολά χαρτιού υγείας, ντομάτες, μπουκάλια νερού και πάσης φύσεως αντικείμενα εκσφενδονίζονταν εναντίον του Αλθινγκι, όπως αποκαλείται το ισλανδικό κοινοβούλιο.

Το Ρέικιαβικ, η πρωτεύουσα της χώρας που έχει μόλις 190.000 κατοίκους και φυσιολογικά έχει την ηρεμία μιας μικρής επαρχιακής πόλης της Ευρώπης, ζούσε στιγμές έντασης που ξεπερνούσαν κάθε φαντασία για την Ισλανδία μέχρι τώρα.

Η αστυνομία είχε στήσει μεταλλικά οδοφράγματα για να αποτρέψει την έφοδο του κόσμου στο κτίριο της Βουλής. Μονάδες σιδηρόφρακτων αστυνομικών με εξοπλισμό δακρυγόνων, ασπίδων και χημικών για την αποκατάσταση της τάξης είχαν κυκλώσει το κοινοβούλιο, σε μια χώρα όπου πριν από την παρούσα κρίση οι προηγούμενες συγκρούσεις αστυνομίας – διαδηλωτών είχαν γίνει πριν από… εξήντα (!) χρόνια, με αφορμή την απόφαση της τότε κυβέρνησης να εντάξει την Ισλανδία στο ΝΑΤΟ.

Ο αστυνομικός κλοιός προστασίας στους υπουργούς και βουλευτές είχε στόχο επίσης να αποτρέψει την εκ νέου γελοιοποίηση της πρωθυπουργού Γιοχάνα Σίγκουρδουρντόουτιρ, η οποία την περασμένη εβδομάδα παρήλαυνε στις τηλεοράσεις όλου του κόσμου αηδιαστικά περιχυμένη με αβγά και χρώματα που είχαν εκσφενδονίσει εναντίον της διαδηλωτές, όπως και εναντίον υπουργών και βουλευτών που τη συνόδευαν.

Πέρυσι τον Ιανουάριο, μετά από ασταμάτητες διαδηλώσεις επί μήνες οι Ισλανδοί ανέτρεψαν τον δεξιό πρωθυπουργό Γκέιρ Χόρντε, ο οποίος αρνιόταν πεισματικά να παραιτηθεί. Στις εκλογές που ακολούθησαν μετά από ένα τρίμηνο έδιωξαν τη Δεξιά και ανέδειξαν κυβέρνηση σοσιαλδημοκρατών, με τη στήριξη των Πράσινων και της Αριστεράς.

Λίγους μήνες αργότερα, η νεοεκλεγείσα κεντροαριστερή κυβέρνηση υπέκυψε στις πιέσεις του ΔΝΤ, των Αγγλων και της ΕΕ. Ταπεινωμένη υποχρεώθηκε να υπογράψει μια επαίσχυντη συμφωνία υποταγής στις απαιτήσεις των Βρετανών τραπεζιτών, η οποία μετέφερε στις πλάτες των φορολογούμενων πολιτών τα χρέη των τυχοδιωκτών Ισλανδών τραπεζιτών. Οι Ισλανδοί πολίτες θύμωσαν με την ψοφοδεή κυβέρνησή τους και ξαναβγήκαν στους δρόμους, αρνούμενοι να αποδεχθούν νέα βάρη για τα οποία δεν ήταν υπεύθυνοι.

Νέος κύκλος μαχητικών διαδηλώσεων, νέα νίκη: πειθανάγκασαν τον δεξιό πρόεδρο της χώρας Ολαφουρ Ράγκναρ Γκρίμσον να προβεί στην πρωτοφανή επίσης κίνηση της άρνησης να υπογράψει την απόφαση της κυβέρνησης και της Βουλής υπέρ της συμφωνίας, οδηγώντας έτσι το θέμα σε δημοψήφισμα τον Μάρτιο.

Εκεί έγινε το απίστευτο: οι Ισλανδοί κατεξευτέλισαν την κεντροαριστερή κυβέρνηση που είχαν φέρει στην εξουσία ως "σωτήρα" πριν από λιγότερο από έναν χρόνο! Με το απίστευτο για δημοκρατική χώρα ποσοστό του… 93,2% είπαν "Οχι" στη συμφωνία που είχε υπογράψει η κυβέρνηση, ενώ "Ναι" είπε μόνο το… 1,8%! Ετσι η Ισλανδία δεν πληρώνει αυτή τη στιγμή τίποτα για τα χρέη των τραπεζών, καθώς νέα συμφωνία δεν έχει γίνει και οι ξένοι δανειστές ή καταθέτες των ισλανδικών τραπεζών το παίρνουν σιγά σιγά απόφαση ότι θα χάσουν σχεδόν όλα τα λεφτά τους.

Οι οργισμένοι Βίκινγκ δεν σταμάτησαν εκεί. Αφενός τώρα με τις αλλεπάλληλες διαδηλώσεις τους και τις ενέργειες εξευτελισμού των πολιτικών αποδομούν σιγά σιγά όλο το πολιτικό ισλανδικό κατεστημένο και αφετέρου ώθησαν τους κεντροαριστερούς βουλευτές να παραπέμψουν σε δίκη σε ειδικό δικαστήριο τον ανατραπέντα δεξιό πρωθυπουργό Χόρντε, μήπως και διασωθούν πολιτικά οι ίδιοι από τη λαϊκή οργή, πράγμα απίθανο.

 

ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ τους παίρνουν και τα σπίτια

 

Οι διαδηλώσεις έπιασαν τόπο: η κυβέρνηση έδωσε εντολή στις κρατικοποιημένες τράπεζες να δώσουν και νέα παράταση σε πολίτες που αδυνατούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους για στεγαστικά δάνεια, προχωρώντας παράλληλα σε νέα αναδιάρθρωση των δανείων τους. Υπολογίζεται ότι 14.000 ιδιοκτήτες σπιτιών δεν είναι σε θέση να πληρώνουν κανονικά τις δόσεις των δανείων τους (αφορά το 14% των νοικοκυριών της χώρας). Το 20% των 7.900 μονογονεϊκών νοικοκυριών δεν μπορούν να τα φέρουν βόλτα. Επιπροσθέτως, καθώς το εισόδημα των Ισλανδών μειώθηκε κατά μέσο όρο 20% το 2009, η κεντρική τράπεζα υπολογίζει ότι περίπου το 40% των ισλανδικών νοικοκυριών είναι από τεχνική σκοπιά χρεοκοπημένο!

 

 

ΠΗΓΗ: «E» 7/10/2010, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11826&subid=2&pubid=35498948

Η δεύτερη φάση της ελληνικής κρίσης

Η δεύτερη φάση της ελληνικής κρίσης

 

Του Κώστα Λαπαβίτσα*


 

Τις τελευταίες εβδομάδες έχει εμφανιστεί δειλά-δειλά μια αλλαγή στην «επίσημη» ανάλυση της κρίσης. Η κυρίαρχη θέση μέχρι πρόσφατα ήταν ότι φταίει το κράτος, που είναι σπάταλο, διεφθαρμένο και ούτω καθεξής. Το Μνημόνιο είναι οδυνηρό μεν, ευεργετικό δε, διότι αναγκάζει την Ελλάδα να συμμαζέψει το δημόσιο. Αναρίθμητοι δημοσιογράφοι και πανεπιστημιακοί έβαλαν το πετραδάκι τους για να στηθεί αυτό το ιδεολόγημα. Ακόμη και μέσα στην Αριστερά ακούστηκαν τέτοιες απόψεις.

Σταδιακά παρατηρείται μετάβαση σε άλλα επιχειρήματα, που συμβαδίζουν με τις πραγματικές εξελίξεις μετά την υιοθέτηση του Μνημονίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πρόσφατη έκθεση του ΙΟΒΕ που εστιάζει την προσοχή της στα δομικά αίτια της κρίσης, όπως η υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας, το διεθνές έλλειμμα και η κατάρρευση της αποταμίευσης. Το δημόσιο παραμένει μεν προβληματικό, αλλά και η υπόλοιπη οικονομία φέρεται να πάσχει. Το συμπέρασμα του ΙΟΒΕ δεν εκπλήσσει: απαιτείται απελευθέρωση των αγορών, την οποία το Μνημόνιο έτσι κι αλλιώς επιβάλλει, αλλά και ολοσχερής αναδιάταξη του ιδιωτικού τομέα. Παράλληλα, άλλες πηγές διατυπώνουν πλέον ανοιχτά την άποψη ότι, όση επιτυχία και να έχει η δημοσιονομική σύσφιξη, είναι απαραίτητο να μειωθεί τάχιστα ο όγκος του χρέους. Όπερ σημαίνει αναδιάρθρωση με τη συναίνεση της ΕΕ.

Η αλλαγή οφείλεται, πρώτον, στο ότι οι δημοσιονομικές περικοπές έχουν προχωρήσει με ελάχιστο πολιτικό και κοινωνικό κόστος για τους κρατούντες. Δεύτερον, το Μνημόνιο απομάκρυνε τον κίνδυνο της άμεσης χρεοκοπίας, επιτρέποντας στην κυβέρνηση να προσεγγίσει Κινέζους, Άραβες και άλλους κρατικούς κεφαλαιούχους. Τρίτον και κυριότερο, τα λαϊκά στρώματα απορρίπτουν μεν μαζικά το Μνημόνιο, αλλά δεν διαθέτουν θεωρητική ανάλυση, οργάνωση και ηγεσία για να επιβάλλουν άλλη πολιτική. Αισθάνεται λοιπόν ικανή η άρχουσα τάξη να θέσει ωμότερα την ουσία του προβλήματος, την οποία πάντα γνώριζε, αλλά φρόντιζε να καλύπτει πίσω από την πολυλογία περί κακού δημοσίου. Παραδέχεται δηλαδή την προβληματική ένταξη του ελληνικού κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά, καθώς και το ανέφικτο της σταδιακής μείωσης του χρέους.


Η Αριστερά και η διαφαινόμενη αλλαγή


Είναι εξαιρετικά σημαντικό για την Αριστερά να αξιολογήσει σωστά τη διαφαινόμενη αλλαγή. Ως τώρα έχει συρθεί πίσω από τις εξελίξεις, αρχικά λόγω της θέσης ότι η κρίση είναι πλασματική, κατόπιν λόγω της εξίσου εσφαλμένης θέσης ότι υπάρχουν πολλές κρίσεις, συμπεριλαμβανομένης και αυτής του κεφαλαίου που δε νχρειάζεται να απασχολεί την εργατική τάξη. Πάνω απ’ όλα, η Αριστερά αποδείχτηκε εξαιρετικά διστακτική να αποδεχθεί τα δομικά αίτια της κρίσης, ιδίως όπως αυτά προκύπτουν εντός της ΟΝΕ. Για τους λόγους αυτούς τελικά περιορίστηκε στην κριτική του Μνημονίου, που είναι μεν απολύτως απαραίτητη, αλλά δεν συγκροτεί συνολική πρόταση προς την κοινωνία. Η αντιπαράθεση στο Μνημόνιο αδυνατεί να αντιμετωπίσει τη νέα φάση της κρίσης, η οποία θέτει ζητήματα που βρίσκονται εκτός Μνημονίου, όπως οι μισθοί και η οργάνωση του ιδιωτικού τομέα, καθώς και η αναδιάρθρωση του χρέους.

Για να αξιολογηθεί σωστά η νέα φάση είναι λοιπόν απαραίτητο να εκλείψει η σύγχυση όσον αφορά τα αίτια της κρίσης. Η άποψη ότι «πρόκειται για παγκόσμια κρίση που πηγάζει από τη φύση του συστήματος» είναι φυσικά ορθή, αλλά δεν λέει τίποτε συγκεκριμένο. Από την άλλη, η άποψη ότι η κρίση απορρέει από τον δυναμισμό του ελληνικού κεφαλαίου, που είναι μάλιστα ισότιμος εταίρος των ώριμων καπιταλιστικών χωρών της ΕΕ, είναι τελείως παραπλανητική. Απεναντίας, η κρίση οφείλεται στις αδυναμίες του ελληνικού κεφαλαίου, που λειτούργησαν καταστροφικά όταν ξέσπασε η παγκόσμια κρίση του 2008-9 και πλέον φάνηκε η πραγματική φύση της ΟΝΕ. Η απώλεια ανταγωνιστικότητας, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, η ροπή προς την ιδιωτική κατανάλωση, ο υπερδανεισμός των νοικοκυριών, η γιγάντωση των τραπεζών μέσα το σύστημα του ευρώ συνιστούν την ουσία του ελληνικού προβλήματος. Η Ελλάδα είναι καθηλωμένη στην περιφέρεια της ΟΝΕ, μαζί με την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ισπανία, και όλες κυριαρχούνται από το κέντρο. Το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος της περιφέρειας είναι απόρροια αυτής της κατάστασης. Είναι σημαντικό ότι αυτά πλέον λέγονται και από «επίσημα» χείλη, αν και οι μελέτες του RMF τα είχαν από καιρό καταδείξει.

Η καταλυτική διαφορά βρίσκεται φυσικά στο διά ταύτα. Οι κρατούντες επιθυμούν να λύσουν το πρόβλημα με σκληρό ταξικό τρόπο, χωρίς να διακινδυνεύσουν τη στρατηγική επιλογή της συμμετοχής στην ΟΝΕ. Θα επιδιώξουν βελτίωση της ανταγωνιστικότητας συμπιέζοντας τους μισθούς και χειροτερεύοντας τις συνθήκες εργασίας του ιδιωτικού τομέα. Παράλληλα, θα προωθήσουν την απελευθέρωση των αγορών και θα ευνοήσουν τη συγκέντρωση κεφαλαίου στον τραπεζικό και άλλους τομείς. Τα μέτρα αυτά βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με την κυρίαρχη πολιτική λιτότητας στην ΕΕ.

Η Αριστερά θα χάσει και πάλι το τρένο αν αντιμετωπίσει τη νέα φάση της κρίσης σε συνδικαλιστική βάση. Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης δεν είναι παρά το αυτονόητο και ελάχιστο. Αυτό που πραγματικά απαιτείται είναι, πρώτον, να καταδειχθεί ότι οι επιλογές των κρατούντων δεν θα οδηγήσουν σε ανάπτυξη, αλλά θα φέρουν στασιμότητα, ανεργία και ακόμη μεγαλύτερη ανισότητα. Δεύτερον, να υπάρξει συνολική πρόταση προς την κοινωνία που θα εμπεριέχει και προοδευτική λύση της κρίσης, πρόταση η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει δημόσιο έλεγχο και ιδιοκτησία των τραπεζών και άλλων τομέων της οικονομίας, χωρίς βεβαίως να μιμείται τις αποτυχημένες πρακτικές του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού». Και η οποία δεν θα διστάζει να κατονομάσει την ΟΝΕ ως πηγή του προβλήματος, θέτοντας επί τάπητος το ζήτημα της συνεχιζόμενης συμμετοχής της χώρας στη νομισματική ένωση. Εν ολίγοις, απαιτείται προγραμματική πρόταση που θα ξεκινάει από την ανάλυση της κρίσης, θα προτείνει μεθόδους επίλυσης και θα προωθεί τον κοινωνικό μετασχηματισμό υπέρ της εργασίας.

 

 Η κομβική σημασία της αναδιαπραγμάτευσης του δημόσιου χρέους

Το δημόσιο χρέος έχει κομβική σημασία στην προγραμματική πρόταση, καθώς πλέον μόνο από θαύμα μπορεί να μπει σε διαχειρίσιμη τροχιά, πράγμα που αντιλαμβάνονται και οι κρατούντες. Όλο και συχνότερα ακούγεται η ιδέα της συναινετικής αναδιάρθρωσης εντός ΟΝΕ, ίσως με επιμήκυνση της αποπληρωμής των δανεικών του Μνημονίου, και αφού επανέλθει κάποια αξιοπιστία στα δημοσιονομικά. Πρόκειται για κακή και εμφανώς ταξική επιλογή. Θα προστατεύσει καταρχήν τα συμφέροντα των δανειστών, κυρίως των εγχώριων και ξένων τραπεζών, χωρίς να μειώσει ουσιαστικά το βάρος του χρέους. Θα σύρει την Ελλάδα σε μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις με αμφίβολα αποτελέσματα. Το ΔΝΤ, για παράδειγμα, ακόμη και αν συναινούσε, θα αντιμετώπιζε μεγάλες καταστατικές δυσκολίες. Δεν θα άρει, τέλος, το βραχνά της λιτότητας που πνίγει την οικονομία.

Η προγραμματική απάντηση της Αριστεράς θα πρέπει να περιλαμβάνει μονομερή παύση πληρωμών και ανάληψη πρωτοβουλίας για τη συνολική αναδιαπραγμάτευση του χρέους. Πράγμα που προϋποθέτει απόλυτη διαφάνεια και κοινωνική κινητοποίηση. Ο στόχος θα πρέπει να είναι το ουσιαστικό «κούρεμα» των δανειστών και το κλείσιμο της εκκρεμότητας το δυνατόν ταχύτερα. Το ύψος του «κουρέματος» θα εξαρτηθεί και από τι θα δείξουν τα βιβλία όταν θα ανοιχτούν δημόσια. Αν η αναδιαπραγμάτευση γίνει γρήγορα και αποφασιστικά, με πρωτοβουλία της Ελλάδας και συμμετοχή της κοινωνίας, θα μπορέσει να άρει το άχθος του χρέους. Παράλληλα θα απαλλάξει τη χώρα από τη μέγγενη της λιτότητας, ενώ θα εγείρει άμεσα το ζήτημα της συμμετοχής στην ΟΝΕ.

Δεν τίθεται βεβαίως θέμα πλήρους άρνησης του χρέους. Ένα μέρος του χρέους ίσως είναι «απεχθές», αλλά προφανώς όχι όλο. Ακόμη, θα πρέπει οπωσδήποτε να αποπληρωθούν τα χρέη προς τα συνταξιοδοτικά ταμεία, ελληνικά και ξένα, καθώς και άλλα παρόμοιας φύσης. Δεδομένου δε ότι θα χρειαστεί να περιέλθουν οι ελληνικές τράπεζες υπό δημόσια ιδιοκτησία, η άρνηση του χρέους θα ισοδυναμούσε με άρνηση του δημοσίου να πληρώσει τον εαυτό του.

Εν συνόψει, η δεύτερη φάση της κρίσης βρίθει δύσκολων και πολύπλοκων ζητημάτων. Η κοινωνία πιθανόν να δώσει στην Αριστερά την ευκαιρία να τα λύσει, όπως έκανε και κατά την πρώτη φάση. Για να μη χαθεί και αυτή, η Αριστερά θα πρέπει να έχει προγραμματική πρόταση, συλλογικά διαμορφωμένη. Η υλική και θεωρητική βάση για το σκοπό αυτό υπάρχει. Μένει να δούμε αν οι πολιτικές και εργατικές οργανώσεις θα αναλάβουν τις ευθύνες τους.

 

* Ο Κώστας Λαπαβίτσας είναι οικονομολόγος

 

 

ΠΗΓΗ:   "Αυγή" της Κυριακής, 10 Οκτωβρίου 2010, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=572842

Γάμος και αγιότητα στη Μέση Βυζαντινή Περίοδο

Γάμος και αγιότητα στη Μέση Βυζαντινή Περίοδο

Της  Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*


Στόχος των βίων των εγγάμων αγίων της Μέσης βυζαντινής περιόδου είναι να υπαχθεί ο θεσμός του γάμου στον αυστηρό έλεγχο της Εκκλησίας. Μέσω της προσπάθειας που θα πρέπει να καταβάλλουν οι έγγαμοι πιστοί για να μιμηθούν στη ζωή τους τούς εγγάμους αγίους, υποδεικνύεται από την Εκκλησία ο άλλος, εναλλακτικός δρόμος προς την αγιότητα: ο θεάρεστος έγγαμος βίος σε σχέση με το μοναχικό βίο που είναι και πιο συνηθισμένος δρόμος αγιοποίησης. Εξάλλου το «σύμπαν» των αγιολογικών κειμένων αντανακλά την οργάνωση της κοινωνίας και ανταποκρίνεται σε κοινωνικές ανάγκες της εποχής στην οποία αναφέρονται τα αγιολογικά κείμενα.

Συνέχεια

Σιγά μη διακινδυνεύσουν το Μπακαλορεά …

Σιγά μη διακινδυνεύσουν το Μπακαλορεά για τη Νεότερη Ιστορία…

 

Της Πίκιας Στεφανάκου   

 

Οι αντιδράσεις για την αποβολή της Νεότερης Ιστορίας από το "νέο Λύκειο" υποχρέωσαν την υπουργό Παιδείας να στρίψει το τιμόνι για να αποφύγει το τρακάρισμα. Το μεσημέρι της Πέμπτης, το Γραφείο Τύπου του υπουργείου Παιδείας εξέδωσε ανακοίνωση για να διευκρινίσει ότι "το κείμενο σχετικά με τις σχεδιαζόμενες αλλαγές στο Λύκειο, που είδε το φως της δημοσιότητας, αποτελεί πρόταση μιας Επιτροπής και όχι απόφαση του υπουργείου". Οι προτάσεις του ΥΠΕΠΘ για το "νέο Λύκειο", καταλήγει η ανακοίνωση, είναι υπό διαμόρφωση και θα δοθούν προς διαβούλευση εντός του Οκτωβρίου.

Το κείμενο, στο οποίο αναφέρεται η ανακοίνωση, περιγράφει κατ' ώρα τι θα κάνει το νέο Λύκειο. Η περιγραφή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί copy paste των προγραμμάτων International Baccalaureate (συντομευμένα Ι.Β.) που έχουν φέρει μεγάλα ιδιωτικά σχολεία. Στόχος αυτού του… φραντσάιζινγκ της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, είναι η διάνοιξη, συνήθως σε "γόνους καλών οικογενειών", εναλλακτικών δρόμων εισαγωγής σε ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης του εξωτερικού (κυρίως Αγγλία και Αμερική). Η γενική παιδεία, η μορφωτική αποστολή του λυκείου και άλλα τέτοια, δεν απασχολούν τον Διεθνή Οργανισμό του Ι.B. που εδρεύει στην Ελβετία και ζει από τα τσουχτερά δίδακτρα και τα εξέταστρα. Το πρόβλημα είναι ότι αυτά τα θέματα δεν απασχολούν ούτε την υπουργό Παιδείας. Έτσι, η γενική παιδεία στις δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου συμπυκνώνεται σε τρία υποχρεωτικά μαθήματα (Γλώσσα, Αγγλικά και Γυμναστική) και τα υπόλοιπα, ολόκληροι επιστημονικοί κλάδοι, θα είναι ζήτημα προσωπικής επιλογής. Η Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας δεν υποβαθμίζεται απλώς. Αποβάλλεται διά παντός. Στη θέση της, πάντα ως μαθήματα επιλογής, μπαίνουν η Ευρωπαϊκή Ιστορία και η Ιστορία των Ιδεών.


Ο παραπάνω σχεδιασμός "είδε το φως της δημοσιότητας" την προηγούμενη Κυριακή. Από τότε μέχρι την Πέμπτη μεσολάβησαν τέσσερις ημέρες χωρίς να υπάρξει καμία αντίδραση από την πλευρά του υπουργείου. Παρά το γεγονός ότι οι επιστημονικές ενώσεις των φιλολόγων, των φυσικών, των χημικών, των βιολόγων και των καθηγητών πληροφορικής διατύπωσαν ενστάσεις και διαμαρτυρίες από την πρώτη ώρα της διαρροής του κειμένου, το υπουργείο Παιδείας ούτε διέψευδε ούτε επιβεβαίωνε…

Ποιους είχε λοιπόν αποδέκτες η δήλωση της Πέμπτης; Πρώτα τη Ν.Δ. Η παθούσα από τη Νεότερη Ιστορία της Ελλάδας ΣΤ' Δημοτικού, την τέταρτη ημέρα "ξύπνησε" και αποφάσισε να υποβάλει την κ. Διαμαντοπούλου στα πάθη που η ίδια πέρασε. Πρώτος, ο κ. Στυλιανίδης ζητάει να πληροφορηθεί αν όντως το υπουργείο Παιδείας προτίθεται να καταργήσει το μάθημα της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας από το Λύκειο. Σημειώνεται ότι ο Ευ. Στυλιανίδης είναι ο υπουργός Παιδείας με τα πιο γρήγορα αντανακλαστικά σε θέματα υπονόμευσης του… εθνικού φρονήματος. Με το που ανέλαβε το υπουργείο, έκοψε το βιβλίο Ιστορίας της Μ. Ρεπούση βάζοντας τελεία και παύλα στα βάσανα της Ν.Δ. Στη συνέχεια, η αρμόδια για θέματα Παιδείας της Ν.Δ., Ελ. Βόζενμπεργκ, ζήτησε εξηγήσεις για "τη βάναυση προσβολή σε βάρος της Ιστορίας μας". 'Υστερα ήρθε και η ΜΑΚΙ, που προειδοποεί ότι "δεν θα μείνει θεατής στις εξελίξεις" και θα την βρουν απέναντι "όσοι προσπαθούν να κόψουν κάθε δεσμό της Παιδείας με την Ελλάδα".

Δεύτερος αποδέκτης της δήλωσης ο κ. Καρατζαφέρης και ο υπερευαίσθητος σε θέματα εθνικοφροσύνης ΛΑΟΣ. Περιέργως, τόσο ο κ. Καρατζαφέρης όσο και το κόμμα του αυτή τη φορά είναι απόντες από την ιστορία. Με την κ. Ρεπούση είχαν χαλάσει τον κόσμο. Και τώρα που φεύγει εξ ολοκλήρου η Νεότερη Ιστορία από το Λύκειο δεν λένε κουβέντα. Η σιωπή αυτή γίνεται ακόμα πιο περίεργη αν λάβει κανείς υπόψη του ότι πέρυσι τα Χριστούγεννα διοργάνωναν διαδηλώσεις ζητώντας την απομάκρυνση της Θ. Δραγώνα από το υπουργείο επειδή έκριναν ότι οι απόψεις της είναι… ανθελληνικές. Η κ. Δραγώνα όχι μόνο παρέμεινε, αλλά είναι και επικεφαλής του σχεδιασμού για το Λύκειο. Πού είναι τώρα το πάθος του… "μπουμπούκου" βουλευτή; Όλα αυτά θα ήταν μια καλή ιστορία μυστηρίου αν δεν υπογραφόταν το Μνημόνιο και δεν αναλάμβανε ο Γ. Καρατζαφέρης ρόλο κυβερνητικού εκπροσώπου. Απ’ αυτή τη θέση, φαίνεται ότι έχει μεγαλύτερη ικανότητα διαπραγμάτευσης. Παρ’ ότι λοιπόν δεν μίλησε, πήρε και επισήμως τη διαβεβαίωση ότι το θέμα επανεξετάζεται. Την ίδια διαβεβαίωση, λένε σχετικές πληροφορίες, είχε πάρει και ανεπισήμως κατά τη συνάντηση που είχε την Πέμπτη με την Α. Διαμαντοπούλου για το θέμα της διακομματικής επιτροπής για τις αλλαγές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η υπουργός Παιδείας, ως καλή μελετήτρια της πρόσφατης ιστορίας, επιχειρεί να αφοπλίσει το στράτευμα πριν εκδηλώσει γενικευμένη επίθεση.

Τέλος, αποδέκτης της δήλωσης είναι η Εκκλησία, που ετοιμάζει δυναμικό come back στην πολιτική ζωή. Στην τελευταία συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου, την προηγούμενη Τετάρτη, ο μετριοπαθής μέχρι τώρα αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος εξέφρασε την ανησυχία του για την "αποχριστιανοποίηση της Ελλάδας" και αποφασίστηκε σύσταση ιερής επιτροπής εξέτασης των βιβλίων της Ιστορίας, των Θρησκευτικών και των Νεοελληνικών Κειμένων.

Η κ. Διαμαντοπούλου δεν είναι καθόλου διατεθειμένη ν' αφήσει τη Νεότερη Ιστορία να της "μαυρίσει" τη ζωή και κυρίως να της χαλάσει το κλίμα συναίνεσης. Θα προτιμήσει να ακυρώσει την αποβολή παρά να θέσει σε δοκιμασία το copy paste του International Baccalaureate, την επιβολή του επιλεκτικού Λυκείου.

 

 

ΠΗΓΗ: Ημερομηνία δημοσίευσης: 10/10/2010, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=572968

 

Η μειονοτική εκπαίδευση και το πολιτικό κόστος

Η μειονοτική εκπαίδευση και η θεωρία του πολιτικού κόστους


Του Νίκου Θ. Κόκκα*

 


Κάθε φορά που τίθενται προς συζήτηση τα σοβαρά και χρονίζοντα προβλήματα της μειονοτικής εκπαίδευσης, δεν είναι λίγοι εκείνοι που εγείρουν το ζήτημα του «πολιτικού κόστους». Στο σημείο αυτό οι συζητήσεις διακόπτονται, τα χαμόγελα παγώνουν και οι όποιες σοβαρές πρωτοβουλίες εκπαιδευτικών τομών σταματούν. Ειδικότερα, οι περισσότεροι πολιτικοί εκπρόσωποι κομμάτων στην Ελλάδα κατά τις τελευταίες δεκαετίες διαμορφώνουν τις απόψεις τους για τη μειονοτική εκπαίδευση με γνώμονα όχι το συμφέρον του τόπου, αλλά το «φόβο των άλλων».

Η θεωρία του δήθεν πολιτικού κόστους διαπερνά κάθε πτυχή της μειονοτικής πολιτικής των εκάστοτε Υπουργών Εθνικής Παιδείας (εμείς οι εκπαιδευτικοί θα συνεχίζουμε να ονομάζουμε Υπουργείο Εθνικής Παιδείας το υπουργείο μας κι όχι «δια βίου μάθησης», όπως μετονομάστηκε πρόσφατα), ενώ παράλληλα καθορίζει τη στάση των υποψηφίων στις δημοτικές, νομαρχιακές και βουλευτικές εκλογές απέναντι στους μουσουλμάνους Έλληνες πολίτες. Οι συναλλαγές και τα ρουσφέτια κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου αποτελούν μελανό σημείο της πολιτικής μας ζωής, πολύ περισσότερο όταν τίθεται σε κίνδυνο η εκπαίδευση των Ελλήνων μουσουλμάνων μαθητών.

Στην πραγματικότητα, η θεωρία του πολιτικού κόστους αποτελεί ένα μύθο. Οι Θρακιώτες μουσουλμάνοι έχουν αποδείξει στην πράξη πως είναι φιλειρηνικοί και πως αγαπούν τον τόπο που γεννήθηκαν, την πατρίδα τους. Κλείνουν τα αφτιά τους στα κηρύγματα μίσους απ' όπου κι αν προέρχονται, σέβονται τη θρησκεία τους, όπως σέβονται και τις άλλες θρησκείες. Πολύ περισσότερο στο χώρο του δημόσιου σχολείου είναι φανερό πως οι χριστιανοί και οι μουσουλμάνοι μαθητές αναπτύσσουν καθημερινά σχέσεις φιλίας και συνεργασίας, χωρίς αποκλεισμούς και προκαταλήψεις.


Η αναχρονιστική νομοθεσία της μειονοτικής εκπαίδευσης


Η αναχρονιστική και ψυχροπολεμική νομοθεσία ταλανίζει εδώ και πολλές δεκαετίες το χώρο της μειονοτικής εκπαίδευσης, διαχωρίζοντας τους μαθητές ανάλογα με το θρήσκευμά τους και γκετοποιώντας τους μουσουλμάνους μαθητές. Στα μειονοτικά δημοτικά σχολεία το αναλυτικό πρόγραμμα είναι δίγλωσσο (ελληνικά-τουρκικά), παρέχοντας προς τους μουσουλμάνους μαθητές ανεπαρκείς γνώσεις της ελληνικής. Η κατάσταση αυτή συνεχίζεται και στα ιδιωτικά μειονοτικά γυμνάσια και λύκεια της Θράκης. Ας δούμε, για παράδειγμα, τι προβλέπεται από το Ωρολόγιο Πρόγραμμα Μειονοτικών Λυκείων. Σύμφωνα με την υπουργική απόφαση Γ2/933 της 3.3.2000 (ΦΕΚ Β 372, 2000) στην Α’ Τάξη των μειονοτικών Λυκείων υποχρεωτικά μαθήματα στην ελληνική γλώσσα είναι: Αρχαία Ελληνικά, Νέα Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία, Ιστορία, Αρχές Οικονομίας, Τεχνολογία, ΣΕΠ, Ξένη Γλώσσα: σύνολο ωρών 16/17. Υποχρεωτικά μαθήματα στην τουρκική γλώσσα είναι τα ακόλουθα: Θρησκευτικά, Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία, Φυσική Αγωγή, Τουρκικά: Σύνολο ωρών 15/14.

Βέβαια, το πρόβλημα της ελλιπούς διδασκαλίας της ελληνικής ξεκινάει από την πρωτοβάθμια μειονοτική εκπαίδευση. Αν ανατρέξουμε μερικές δεκαετίες πιο πίσω, θα θυμηθούμε πως στις 28-1-1954 ο Γενικός Διοικητής Θράκης Γ. Φεσσόπουλος διεβίβασε προς τις κοινότητες και τους δήμους της Ροδόπης διαταγή του τότε πρωθυπουργού Στρατάρχη Παπάγου που έλεγε: «Κατόπιν διαταγής του κ. Προέδρου της Κυβερνήσεως, παρακαλούμεν όπως εφ’ εξής εις πάσαν περίπτωσιν γίνεται χρήσις του όρου «Τούρκος-τουρκικός» αντί του τοιούτου «Μουσουλμάνος-μουσουλμανικός». Επί τούτοις δέον να μεριμνήσετε διά την αντικατάστασιν των εν τη περιφερεία υμών διαφόρων επιγραφών, όπως «Μουσουλμανική Κοινότης, Μουσουλμανικόν Σχολείον κλπ» διά τοιαύτης «Τουρκικόν». Ήταν μία ψυχροπολεμική πολιτική απόφαση, που έστελνε τους μουσουλμάνους Έλληνες στην αγκαλιά της Τουρκίας. Το 1972, στο Νομοθετικό Διάταγμα 1109 της 25.1.1972 (ΦΕΚ Α’ 17, 1972) αντικαθίστανται άρθρα του Ν.Δ. 3065/54 «περί τρόπου ιδρύσεως και λειτουργίας Τουρκικών Σχολείων Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως Δυτικής Θράκης και ρυθμίσεως ζητημάτων τινών αφορώντων εις την εποπτείαν αυτών και τους Επιθεωρητάς Τουρκικών Σχολείων». Στο νέο νομοθετικό διάταγμα γίνεται πλέον αναφορά σε «Μειονοτικά Σχολεία».

‘Έχουν περάσει έξι δεκαετίες μετά τη θέσπιση αυτής της αναχρονιστικής νομοθεσίας και σήμερα τα μειονοτικά σχολεία παραμένουν μειονεκτικά, σχολεία που καταδικάζουν τους μαθητές τους στην αμάθεια, σχολεία που διαχωρίζουν, που καταστρατηγούν την έννοια της ισονομίας, εφόσον δεν παρέχουν ισότιμη εκπαίδευση σε όλους τους Έλληνες πολίτες.

Τα δίγλωσσα μειονοτικά σχολεία καταδικάζουν στην ημιμάθεια, κλείνουν τους γνωστικούς ορίζοντες των παιδιών, διχοτομούν τη συνείδησή τους. Προσθέτουν φανατισμό, αφαιρούν γνώσεις, πολλαπλασιάζουν τη σύγχυση, διαιρούν ανάμεσα σε "εμάς" και τους "άλλους". Προσθέτουν κεμαλική ιδεολογία, αφαιρούν κριτική σκέψη, πολλαπλασιάζουν την άγνοια, διαιρούν και διχάζουν τους πολίτες της Ελλάδας. Αφαίρεση κι όχι πρόσθεση –διαίρεση κι όχι πολλαπλασιασμός! Δεν έχουν θέση σε μια δημοκρατική χώρα. Είναι απομεινάρια ενός ψυχροπολεμικού παρελθόντος. Δεν ανήκουν στον 21ο αιώνα.


Η κατασκευή τουρκικής ταυτότητας μέσα από τα μειονοτικά σχολεία


Οι μουσουλμάνοι Έλληνες πολίτες αλλοτριώνονται μέσα από τα δίγλωσσα σχολεία που μετατρέπουν Έλληνες πολίτες σε φανατικούς υποστηρικτές του παντουρκισμού. Ας λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Τα δίγλωσσα μειονοτικά σχολεία είναι στην ουσία σχολεία τουρκικά. Η βασική τους λειτουργία είναι η αλλοτρίωση των μουσουλμάνων πολιτών. Πέρα από το αναλυτικό πρόγραμμα που προβλέπουν τα διακρατικά πρωτόκολλα και οι πεπαλαιωμένες ελληνοτουρκικές συμφωνίες, μία σειρά από φιλοκεμαλικές, εθνικιστικές δράσεις καλλιεργούν στους μουσουλμάνους Έλληνες μαθητές το φανατισμό και το μίσος προς τους χριστιανούς. Κι αυτά όχι μόνο με την ανοχή αλλά και με την οικονομική επιδότηση της ελληνικής πολιτείας!

Θα πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι η χρηματοδότηση των ιδιωτικών μειονοτικών σχολείων είναι παράνομη. Βάσει των συνθηκών και της νομοθεσίας, υποτίθεται ότι θα πρέπει όσοι εγγράφουν τα παιδιά τους σε μειονοτικά σχολεία να πληρώνουν δίδακτρα και όλα τα έξοδα να καλύπτονται εξ ιδίων πόρων, όχι από τον Έλληνα φορολογούμενο. Σε αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε το Υπουργείο Παιδείας να χρηματοδοτεί όλα τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Το ελληνικό κράτος, όμως, πληρώνει πολλά εκατομμύρια για τη λειτουργία των μειονοτικών σχολείων, ενώ από νομική άποψη θεωρούνται ιδιωτικά. Πόσα χρήματα ξοδεύει η ελληνική πολιτεία (σε καιρό οικονομικής κρίσης) για τη συντήρηση των μειονοτικών σχολείων και την μετακίνηση των μαθητών, τη στιγμή που βάσει του νόμου θεωρούνται ιδιωτικά;

Το 1999 το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών είχε ανακοινώσει πως το 1998 δαπανήθηκαν 61.600.000 δραχμές για λειτουργικές δαπάνες μειoνοτικών σχολείων, 289.364.000 δρχ για νέες κατασκευές, 139.126.000 δρχ για επισκευές και 100.000.000 δρχ για αγορά εποπτικού υλικού. Κατά τη διετία 2000-2002 διατέθηκαν από το Υπουργείο Εσωτερικών και την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης 5.800.000 ευρώ για επισκευές-συντηρήσεις-βελτιώσεις μειονοτικών σχολείων. Το 2008 η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ξάνθης πλήρωνε σε καθημερινή βάση 1.781,93 ευρώ για τη μεταφορά μαθητών από τα Πομακοχώρια προς το Μειονοτικό Γυμνάσιο-Λύκειο Ξάνθης και προς το Ιεροσπουδαστήριο του Εχίνου. Εφόσον το Μειονοτικό Γυμνάσιο Λύκειο είναι Ιδιωτικό, γιατί η Νομαρχία Ξάνθης, μέσα από χρήματα του δημοσίου, καλύπτει τη μεταφορά των μαθητών προς το σχολείο αυτό; Εδώ πρέπει να προσθέσουμε και τα δισεκατομμύρια του λεγομένου «Προγράμματος Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων» της κ. Φραγκουδάκη. Τα ποσά που αναφέρθηκαν είναι μόνο κάποια παραδείγματα. Αν αθροίσει κανείς τα έξοδα του δημοσίου που δίνονται για το γλωσσικό εκτουρκισμό των μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών, θα συνειδητοποιήσει το μέγεθος του εγκλήματος.

Θα πρέπει κάποτε να συνειδητοποιήσουμε πως η παιδεία είναι δικαίωμα όλων των παιδιών ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Φτάνουν πια οι διακρίσεις μέσα από την εκπαίδευση. Δε μπορεί να υπάρχει διαφορετικό εκπαιδευτικό σύστημα για τους χριστιανούς και διαφορετικό για τους μουσουλμάνους Έλληνες στο όνομα κάποιων παρωχημένων μορφωτικών πρωτοκόλλων του 1951 και του 1968. Κι έτσι να στερούνται τόσα παιδιά το αυτονόητο δικαίωμα στην ισότιμη εκπαίδευση στη γλώσσα της χώρας που γεννήθηκαν και ζουν.


Η αντισυνταγματικότητα των μειονοτικών σχολείων


Τόσα χρόνια δεν έχει τεθεί επαρκώς ένα μείζον νομικό ζήτημα: το γεγονός ότι τα μειονοτικά σχολεία είναι αντισυνταγματικά. Καταστρατηγούν το Σύνταγμα της Ελλάδας, καθώς διαχωρίζουν τους πολίτες της Ελλάδας ανάλογα με το θρήσκευμά τους, παρέχοντας μειονεκτική εκπαίδευση προς τους μουσουλμάνους Έλληνες. Ας δούμε αναλυτικά τι ορίζει το Σύνταγμα της Ελλάδος.

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Συντάγματος «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. και 2. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις».

Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Συντάγματος:

«1. Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη.

2. Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων».

Επίσης σύμφωνα με το Άρθρο 16 του Συντάγματος:

«1. Η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες• η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα.

2. Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες.

3. Τα έτη υποχρεωτικής φοίτησης δεν μπορεί να είναι λιγότερα από εννέα.
4. Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το Κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητές τους
».

Αν αναλύσει κανείς τα παραπάνω άρθρα θα δει πως η υπάρχουσα μειονοτική εκπαίδευση δε διασφαλίζει ίσες ευκαιρίες και δυνατότητες, ούτε συμβάλλει στην ολόπλευρη και ισότιμη ανάπτυξη της προσωπικότητας των μουσουλμάνων μαθητών. Όλοι οι εκπαιδευτικοί γνωρίζουν πως όταν οι απόφοιτοι των μειονοτικών δημοτικών σχολείων φτάσουν στο Γυμνάσιο αδυνατούν να ενταχθούν στο δημόσιο γυμνάσιο, εφόσον δεν έχουν διδαχθεί στην ελληνική γλώσσα βασικά μαθήματα του κορμού του αναλυτικού προγράμματος όπως τα Μαθηματικά.


Σχολεία αντιδημοκρατικά


Τα μειονοτικά σχολεία είναι επιπλέον αντιδημοκρατικά. Διότι, δε μπορεί σε μια δημοκρατική χώρα να υπάρχει παιδεία δύο ταχυτήτων, με διαφορετικό αναλυτικό πρόγραμμα για τους πολίτες ανάλογα με το θρήσκευμά τους. Όσοι γεννιόμαστε στην Ελλάδα είμαστε Έλληνες, έχουμε αυτόν τον τόπο για πατρίδα μας, ανεξάρτητα από το θρήσκευμά μας. Και ως Έλληνες θα πρέπει να μας αντιμετωπίζει το υπουργείο Εθνικής Παιδείας, αντί να καθιστά τους μουσουλμάνους πολίτες δεύτερης κατηγορίας με την παροχή σε αυτούς αλλόγλωσσης (τουρκικής) εκπαίδευσης.

Το Υπουργείο Παιδείας οφείλει να εξασφαλίσει ισότιμη εκπαίδευση για όλους τους πολίτες της Θράκης, χριστιανούς και μουσουλμάνους. Για τη διδασκαλία των μητρικών γλωσσών της μειονότητας (τουρκική, πομακική, ρομά) πρέπει να ιδρυθούν σχολεία που θα λειτουργούν πέραν του ενιαίου αναλυτικού σχολικού προγράμματος. Έτσι μόνο θα συνδυάζεται η προστασία της μητρικής γλώσσας με τη σωστή και ισότιμη εκμάθηση όλων των γνωστικών αντικειμένων.
Τα προγράμματα διαπολιτισμικής εκπαίδευσης να ενσωματωθούν σε όλα τα σχολεία χωρίς να υπάρχουν τα μειονοτικά σχολεία, που στιγματίζουν και διαχωρίζουν τους μαθητές ανάλογα με το θρήσκευμα, τη γλώσσα ή την καταγωγή τους. Για να μην έχουμε παιδιά δύο ταχυτήτων και δύο κατηγοριών. Γιατί η εκπαίδευση πρέπει να είναι ΜΙΑ για όλους. Γιατί το σχολείο πρέπει να ενώνει κι όχι να χωρίζει. Γιατί όλα τα παιδιά της Ελλάδας, ανεξάρτητα από τη θρησκεία τους και τη μητρική τους γλώσσα, έχουν δικαίωμα σε ίσες ευκαιρίες. Γιατί οι τοίχοι των σχολείων – γκέτο πρέπει να πέσουν. Γιατί τα μειονοτικά σχολεία δεν έχουν θέση στον 21ο αιώνα. Γιατί είμαστε όλοι Έλληνες (χριστιανοί και μουσουλμάνοι).


Το τέλος της μειονοτικής εκπαίδευσης


Τα αποτυχημένα μειονοτικά σχολεία είναι εκ προοιμίου καταδικασμένα, αργά ή γρήγορα, να κλείσουν. Η πρόσφατη απόφαση του Υπουργείου Παιδείας για το κλείσιμο της Ειδικής Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης (ΕΠΑΘ-η οποία είχε ιδρυθεί στις 31-10-1968) συνοδεύτηκε από ένα σχόλιο της ειδικής γραμματέως διαπολιτισμικής εκπαίδευσης που χαρακτήριζε την ΕΠΑΘ «ένα σύστημα έωλο, ένα απαρτχάϊντ στην εκπαίδευση». Φαίνεται ότι σιγά-σιγά όλο και περισσότεροι συνειδητοποιούν ότι κάθε μορφής εκπαιδευτικές διακρίσεις δεν έχουν θέση σε μια ευνομούμενη πολιτεία. Έτσι, το Υπoυργείο έκρινε πως δεν έχει νόημα να συνεχίζεται η λειτουργία μιας παιδαγωγικής ακαδημίας, η οποία παράγει αποφοίτους που θα υπηρετήσουν αποκλειστικά στα υποβαθμισμένα μειονοτικά σχολεία. Η εξασφάλιση της ισονομίας για όλους ανεξαιρέτως τους Έλληνες μαθητές συμπεριλαμβάνει ίδιο επίπεδο διδασκαλίας, ισότιμο αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών και δασκάλους με ίδιο εκπαιδευτικό υπόβαθρο. Αυτό βέβαια θα πρέπει να γίνεται με σεβασμό των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων και της μητρικής γλώσσας των μαθητών.

Οι 224 αδιόριστοι απόφοιτοι της ΕΠΑΘ, καθώς και οι απόφοιτοι της ΕΠΑΘ που υπηρετούν σήμερα στα μειονοτικά σχολεία, μερικές φορές ανησυχούν για το μέλλον τους, στην περίπτωση συρρίκνωσης της μειονοτικής εκπαίδευσης. Η συρρίκνωση αυτή είναι ήδη ορατή, καθώς, όλο και περισσότεροι μουσουλμάνοι γονείς επιλέγουν για τα παιδιά τους τα δημόσια σχολεία. Ο σύλλογος των ΕΠΑΘιτών, εκφράζοντας συντεχνιακά συμφέροντα, έχει κατά καιρούς υπερασπιστεί ένα παρωχημένο σύστημα μειονοτικής εκπαίδευσης. Η καλύτερη απάντηση στους δικαιολογημένους φόβους των αποφοίτων της Ειδικής Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσ/νίκης μπροστά στην ανεργία, θα ήταν η διαβεβαίωση, εκ μέρους του Υπουργείου Παιδείας, ότι θα υπάρξει πρόβλεψη για σταδιακή επαγγελματική αποκατάσταση όλων των αποφοίτων με τον καλύτερο τρόπο (μετάταξη στα δημόσια σχολεία ή σε άλλους οργανισμούς).


Ο σεβασμός της ετερότητας


Η συνύπαρξη γλωσσών, θρησκειών και πολιτισμικών ομάδων στη Θράκη ανά τους αιώνες υπήρξε πάντοτε αρμονική και δημιούργησε πλούσιες πολιτισμικές ωσμώσεις. Πέρα όμως από τις αλληλεπιδράσεις στο επίπεδο του πολιτισμού, είναι βέβαιο πως σήμερα, τόσο οι χριστιανοί, όσο και οι μουσουλμάνοι της Θράκης θέλουν ένα αύριο ειρηνικό για όλους και αγωνίζονται γι' αυτό. Η θεωρία του πολιτικού κόστους έχει καταρρεύσει στην πράξη, αφήνοντας έκθετους τους όποιους πολιτικάντηδες (δημάρχους, νομάρχες, βουλευτές, περιφερειάρχες) προβάλλουν το πρότυπο της φτηνής συναλλαγής αντί για τις αξίες της ισονομίας και του σεβασμού της ετερότητας στη χώρα που γέννησε τη δημοκρατία.

Η Ελλάδα δεν έχει να φοβηθεί τίποτα και κανέναν. Πάντοτε σεβόταν τα ανθρώπινα δικαιώματα, όσο καμία άλλη χώρα, και πάντοτε υπερασπίζονταν πανανθρώπινες αξίες, όπως αυτές των ίσων ευκαιριών στην εκπαίδευση, της προστασίας των μητρικών γλωσσών και του σεβασμού της θρησκευτικής πίστης και της εθνοτικής καταγωγής. Στο πλαίσιο αυτό, οι φυσικοί ομιλητές των μειονοτικών γλωσσών στη Θράκη (τουρκική, πομακική, ρομά) κατάφεραν να διατηρήσουν τις ιδιαιτερότητές τους απολαμβάνοντας κάθε είδους ελευθερία έκφρασης, γραπτής και προφορικής.

Μπροστά στη θεωρία του πολιτικού κόστους, οι εκάστοτε σύμβουλοι μειονοτικής εκπαίδευσης συμβουλεύουν τους Υπουργούς Παιδείας να μην αλλάξουν τα κακώς κείμενα, να μην είναι εκείνοι που θα βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά, διότι μπορεί να χαθούν κομματικοί ψήφοι. Το κλίμα φόβου και η θεωρία του «Μην ανοίγετε τους ασκούς του Αιόλου της μειονότητας» απλώνεται συχνά σε τοπικούς προϊσταμένους, δημάρχους, νομάρχες, αστυνομικούς διευθυντές. Όμως, τέτοιες παρωχημένες προσεγγίσεις είναι καιρός να τερματιστούν. Πρέπει όλοι πλέον να συνειδητοποιήσουμε ότι ο καλύτερος σεβασμός της ετερότητας σε μία χώρα είναι η παροχή ισότιμης εκπαίδευσης προς όλους τους πολίτες της.

 

* Ο Νικόλαος Θ. Κόκκας είναι Εκπαιδευτικός.


Σημείωση:  Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΑΓΩΝΑΣ» της Ξάνθης στις 24 & 25 /9/2010

 

 

ΠΗΓΗ: Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2010,  http://pomakohoria.blogspot.com/2010/09/blog-post_24.html

«Κέντρα ευζωίας» τα ελληνικά νησιά

«Κέντρα ευζωίας» τα ελληνικά νησιά

 

Του Δημήτρη Καζάκη*


 

Η Ελλάδα εξέρχεται από την κρίση δανεισμού, ισχυρίζονται οι γνωστοί για τη φιλαλήθειά τους κυβερνώντες. Η πατρίς, κύριοι, εσώθη διά μίαν εισέτι φοράν. Ήρθε η ώρα της υπέρτατης δικαίωσης του ενδόξου αυτού τέκνου της, του Γεωργίου Α. Παπανδρέου. «Παρέμεινες Υπερήφανος, συνειδησιακά Ελεύθερος, ιδεολογικά Αδούλωτος, στους πλατείς καθαρούς ουρανούς, διότι εκεί ανεγνώριζες τον φυσικό σου χώρο», όπως διακήρυττε το 1999 ο πατήρ του γνωστού Μίχαλου (υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ στη χούντα) για ένα ακόμη άξιο τέκνο της ημετέρας πατρίδος, τον Γεώργιο Χ. Παπαδόπουλο.

Με τα ίδια περίπου λόγια και ο πρόεδρος της Deutsche Bank, ο Γιόζεφ Άκερμαν, μέγας φιλάνθρωπος και φιλέλλην – γνωστός στους διεθνείς τραπεζικούς κύκλους για την αδυναμία που τρέφει για όλα τα πλάσματα της φύσης, ιδίως τα κατοικίδια – παρέδωσε στο Βερολίνο το βραβείο Quadriga (τέθριππο) στον κ. Γ. Παπανδρέου με σκοπό να τον τιμήσει για τη θεσπέσια δουλειά που κάνει στην Ελλάδα. Κι ο τιμηθείς, με νοτισμένα τα μάτια από τη συγκίνηση, αναφώνησε σαν άλλη Βούλα Πατουλίδου: «Για την Ελλάδα, ρε γαμώτο»… Και αφιέρωσε το βραβείο στους Έλληνες, όπως ακριβώς κάνουν οι ντίβες των Όσκαρ όταν απευθύνονται στους κομπάρσους…


Μπορεί να μας στοίχισε λίγο ακριβά αυτό το βραβείο με την εκχώρηση ολόκληρου του εγχώριου τραπεζικού συστήματος στη δικαιοδοσία της Deutsche Bank, η οποία έχει αναλάβει επισήμως να το «αποτιμήσει», αλλά χαλάλι στο άξιο τέκνο της πατρίδος. Μπορεί να μη γνωρίζουμε ακριβώς πόσο κόστισε στον Έλληνα φορολογούμενο αυτή η γαλαντομία του κ. Άκερμαν, αλλά μπρος σε τέτοια προσωπικότητα ας πάει και το παλιάμπελο. Προκειμένου να προωθήσουμε τη διεθνή καριέρα του κ. Παπανδρέου, ας πληρώνουμε την πρωθυπουργία του μέχρι δεκάτης γενεάς. Ο Έλληνας για το κέφι του υπήρξε πάντα ανοιχτοχέρης…

 

Εστίες κοινωνικής αθλιότητας

 

Και μπορεί ο κ. Άκερμαν να είχε δίκιο όταν είπε στον κ. Παπανδρέου ότι από ’δώ και πέρα μπορεί να δηλώνει υπερήφανα «Ich bin ein Berliner» (Είμαι ένας Βερολινέζος), όμως ο τελευταίος όλο και περισσότερο αποφεύγει ακόμη και τη σκέψη: «Ich bin ein Griehe» (Είμαι ένας Έλληνας). Δείτε, π.χ., πώς απάντησε σε συνέντευξη της «Die Welt» (30.9) σχετικά με την πώληση ελληνικών νησιών. Αναλύοντας το «όραμά» του για τη χώρα, τόνισε ότι «η Ελλάδα οφείλει να γίνει το κέντρο ευζωίας της Ευρώπης. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, ορισμένοι μάς πρότειναν να πουλήσουμε μερικά νησιά»…

Δημοσιογράφος: «Δύο Γερμανοί βουλευτές του κυβερνητικού συνασπισμού».

Γ.Α. Παπανδρέου: «Μια παράλογη πρόταση! Αυτά τα νησιά είναι θησαυρός για όλους τους Ευρωπαίους. Όχι για λίγους πλούσιους, που θα τα αγοράσουν. Θέλουμε να τα μετατρέψουμε σε νησιά ευζωίας».

Τώρα, αν εσείς νομίζετε ότι τα ελληνικά νησιά είναι ή πρέπει να είναι κέντρα ευζωίας πρώτα απ’ όλα για τους κατοίκους τους, αλλά και για όλους τους υπόλοιπους κατοίκους της χώρας, απλά αυταπατάστε. Αν νομίζετε ότι ετούτος ο τόπος σάς ανήκει, ξεχάστε το. Η χώρα και τα νησιά της στο «όραμα» του κ. Παπανδρέου είναι να μετατραπούν σε κέντρα ευζωίας των Ευρωπαίων, όπως ακριβώς η Κούβα του δικτάτορα Μπατίστα είχε μετατραπεί σε κέντρο ευζωίας των Αμερικάνων.

Αν όλα τα «κέντρα ευζωίας» ανά την υφήλιο συνδέονται με την εκπόρνευση του ντόπιου πληθυσμού, με την άνθιση του οργανωμένου εγκλήματος, με τη γενίκευση της κοινωνικής αθλιότητας και με μια άκρως παρασιτική οικονομία – έρμαιο των βίτσιων της διεθνούς αγοράς, σ’ αυτό δεν φταίει ο κ. Παπανδρέου, αλλά το κακό το ριζικό μας.

Γι’ αυτό και ο κ. Παπανδρέου λειτουργεί ως Ευρωπαίος πολιτικός και όχι ως πρωθυπουργός κυρίαρχου κράτους. Άλλωστε τι έχει απομείνει από την κυριαρχία της χώρας; Μόνο κάτι τυπικά. Η κυβέρνηση κάνει ό,τι μπορεί για να τα εξαλείψει κι αυτά. Δεν είναι τυχαίο που η δική μας κυβέρνηση ήταν από τις πρώτες, αν όχι η πρώτη, που προσυπέγραψε και αποδέχτηκε τη μετατροπή της ευρωζώνης σε γαλλογερμανικό Νταχάου κάτω από το νέο καθεστώς της «οικονομικής διακυβέρνησης».

 

Φορολογία… Αλ Καπόνε!

 

Πριν καν δημοσιοποιηθούν οι 6 βασικές προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που προβλέπουν την ασφυκτική εποπτεία των δημόσιων και μακροοικονομικών λειτουργιών της οικονομίας και την αυτοματοποίηση των κυρώσεων εναντίον των κρατών – μελών, πριν ζητηθεί επίσημα από τα κράτη – μέλη να νομιμοποιήσουν αυτές τις αντιδραστικές αλλαγές με κυβερνητικές νομοθετικές πράξεις, η δική μας κυβέρνηση είχε ήδη συμμορφωθεί. Ο κ. Παπακωνσταντίνου ήδη από τις 7.9 σε συνέντευξή του στο περιθώριο των συμβουλίων Eurogroup και Ecofin δήλωνε:

«Όπως ξέρετε, υπάρχει συμφωνία για το “Ευρωπαϊκό Εξάμηνο”. Το “Ευρωπαϊκό Εξάμηνο” είναι μια αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του πλαισίου του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Με βάση αυτό θα υπάρξει μια συζήτηση. Θα υπάρχει τον Απρίλιο κάθε έτους η υποβολή των σχεδίων από κάθε χώρα, των Προγραμμάτων Σταθερότητας και Ανάπτυξης, αλλά και προγραμμάτων μεταρρυθμίσεων. Εδώ θέλω να τονίσω ότι η Ελλάδα, από τον Ιούλιο, έχει ένα νέο δημοσιονομικό πλαίσιο με την ψήφιση του σχετικού νόμου στη Βουλή που εναρμονίζεται πλήρως και, θα έλεγα, εκ των προτέρων στην αλλαγή αυτή του “Ευρωπαϊκού Εξαμήνου”».

Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση όχι μόνο συμφώνησε με το «εαρινό εξάμηνο», που συνιστά την ουσιαστική μεταφορά της αρμοδιότητας κατάρτισης του κρατικού προϋπολογισμού στις Βρυξέλλες, αλλά είχε ήδη προετοιμάσει το έδαφος για τη νομιμοποίησή του με νόμο από τον Ιούλιο. Φυσικά, η κυβέρνηση ούτε και με την αυτοματοποίηση των κυρώσεων είχε κανένα πρόβλημα. Για έναν πρωθυπουργό και υπουργούς που έχουν συνηθίσει να εκτελούν εντολές άνωθεν και έξωθεν, όλα αυτά δεν είναι παρά λεπτομέρειες. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να ολοκληρώσουν την κατεδάφιση της χώρας το ταχύτερο δυνατό, κάτι που στην ορολογία του ΔΝΤ και της Ε.Ε. ονομάζεται «διαρθρωτική αλλαγή».

Έτσι η κυβέρνηση προβαίνει στην περαίωση των φορολογικών δηλώσεων, όχι μόνο επιβεβαιώνοντας τη μόνιμη τακτική… Αλ Καπόνε που έχει υιοθετήσει το κράτος απέναντι στους φορολογούμενους, δηλαδή το να πουλά προστασία, αλλά και για έναν άλλο πολύ πιο σοβαρό λόγο. Η κυβέρνηση βιάζεται να μηδενίσει το κοντέρ με τις εκκρεμούσες φορολογικές υποθέσεις, όχι τόσο για να εισπράξει μέρος από τα καθυστερούμενα, αλλά για να ανοίξει τον δρόμο στην ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών πιστοποίησης και είσπραξης των φορολογικών εσόδων του κράτους.

Μην ξεχνάμε ότι η κυβέρνηση από τις 21.4 έχει ανακοινώσει την παράδοση της «τύχης» εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τόσο στο σκέλος των εσόδων όσο και σε αυτό των δαπανών, σε πέντε πολυεθνικές: Arthur Andersen, Deloitte & Touche, Ernst and Young, KPMG, Price Waterhouse Coopers. Η ανάληψη των καθηκόντων τους συνδέεται με την εκκαθάριση του τοπίου στον τομέα της φορολογίας. Δεν μπορούν να υπάρχουν φορολογικές εκκρεμότητες τις οποίες έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να χειριστεί ο ιδιωτικός φορέας. Ούτε μόνιμο τακτικό προσωπικό στις ΔΟΥ και τις εφορίες. Άλλωστε ο κ. Παπακωνσταντίνου έχει δηλώσει ότι θα κλείσουν οι ΔΟΥ που δεν αποφέρουν έσοδα.

Αυτός είναι ο λόγος που ο μέγας και πολύς κ. Πάγκαλος ανέλαβε να ξεμπερδέψει με τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Όχι μόνο επειδή η τρόικα απαιτεί πάνω από 170 χιλιάδες απολύσεις μόνιμου τακτικού προσωπικού του δημόσιου τομέα, αλλά και γιατί έτσι ανοίγει ο δρόμος για την ολοκληρωτική ιδιωτικοποίηση του κράτους και της δημόσιας διοίκησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του κ. Πάγκαλου, μόνο για τις ένοπλες δυνάμεις, τις δυνάμεις ασφαλείας και το ΣΔΟΕ πρέπει να διατηρηθεί η μονιμότητα. Για όλους τους υπόλοιπους δεν είναι, υποτίθεται, απαραίτητη. Ούτε για τον εκπαιδευτικό, τον νοσηλευτή, τον γιατρό, τον κοινωνικό λειτουργό ούτε για κανέναν.

 

Υπεράνω όλων η «πειθαρχία»

 

Η προσέγγιση αυτή δεν παραπέμπει μόνο σε μια χυδαία αντίληψη για το κράτος, που το θέλει υποχείριο και κτήμα του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος, των ημετέρων και των υποτακτικών του, χωρίς ούτε καν τους τυπικούς περιορισμούς που θέτει η μονιμότητα. Υποδηλώνει επίσης και τον τρόπο που θέλει η κυβέρνηση τη λειτουργία του κράτους. Όταν τελειώσει με τις «διαρθρωτικές αλλαγές», το κράτος θα έχει ιδιωτικοποιήσει κάθε λειτουργία του εκτός από την κατασταλτική.

Ο μόνος ρόλος που επιφυλάσσουν για το κράτος είναι να καταστέλλει την κοινωνία και τις αντιδράσεις της, να εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος που διαρκώς θα αυξάνεται και να επιδοτεί τα ιδιωτικά μονοπώλια που θα έχουν αναλάβει όλες τις άλλες λειτουργίες του. Όπως ακριβώς συμβαίνει σε όλες τις Μπανανίες του νεοφιλελευθερισμού.

Αυτή είναι η εσωτερική πτυχή της «ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης». Δεν υπάρχει πια κανένα σημείο επαφής της κυρίαρχης πολιτικής με την πραγματικότητα. Αντίθετα, η ίδια η πραγματικότητα αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο χειραγώγησης της καθαρής θέλησης. Το τι θέλουν οι γραφειοκράτες, οι τραπεζίτες και οι επενδυτές έχει σημασία. Η πραγματικότητα, η οικονομία και φυσικά η ζωή οφείλουν να πειθαρχήσουν. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Λορέντζο Μπίνι Σμάγκι της διοίκησης της ΕΚΤ, σε ομιλία του (15.9) στην Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου, είπε τα εξής:

«Τώρα υπάρχει μια ευρεία συναίνεση σχετικά με το τι πήγε στραβά. Το σύστημα δεν είναι σε θέση να επιβάλει την πειθαρχία που είναι αναγκαία σε μια νομισματική ένωση. Πιο συγκεκριμένα, οι μηχανισμοί που είχαν σχεδιαστεί να προωθήσουν τη δημοσιονομική πειθαρχία δεν λειτούργησαν όπως αναμενόταν… Οι χώρες της ευρωζώνης δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το νομισματικό εργαλείο για να απαξιώσουν το χρέος τους, έτσι η επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών έφερε στην επιφάνεια μια σειρά θεμάτων τα οποία δεν είχαν πλήρως κατανοηθεί στην αρχή της ΟΝΕ.

Το πρώτο είναι ότι οι χώρες μπορεί να έχουν προβλήματα στην εξυπηρέτηση των χρεών τους. Αυτό δεν θεωρήθηκε σημαντικό γιατί το ΣΣΑ υποτίθεται ότι θα απέτρεπε κάτι τέτοιο από το να συμβεί.

Το δεύτερο ζήτημα είναι ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές μπορούν να αλλάξουν γρήγορα την αξιολόγησή τους για τη φερεγγυότητα μιας χώρας… Το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να κερδίσει χρήματα από τη χρεοκοπία μιας επιχείρησης, ή ακόμη και μιας χώρας, δίχως να έχει επενδύσει ποτέ σ’ αυτή, θέτει ζητήματα που σχετίζονται με τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών και τα οποία δυστυχώς δεν έχουν αντιμετωπιστεί – κατά τη γνώμη μου – στις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις.

Το τρίτο πρόβλημα είναι ότι μια κρατική πτώχευση μπορεί να έχει συστηματικές συνέπειες σε μια νομισματική ένωση σαν αποτέλεσμα των χρηματοπιστωτικών διασυνδέσεων. Αυτό εξηγεί το γιατί οι κίνδυνοι που επηρεάσαν ένα σχετικά μικρό μέρος της ευρωζώνης κατά τη διάρκεια της προηγούμενης άνοιξης είχε τόσο σημαντικές συνέπειες πάνω στο ευρώ».

 

Μαστιγώνουν τον Ελλήσποντο

 

Η λογική αυτή, που θέλει με κανόνες και πλαίσια να πειθαρχήσει διαδικασίες και φαινόμενα που πηγάζουν αυθόρμητα από τη ίδια την εσωτερική λειτουργία της οικονομίας, μοιάζει με τον Πέρση βασιλιά Ξέρξη, που έβαλε να μαστιγώσουν τον Ελλήσποντο γιατί δεν υπάκουε στις διαταγές του. Στην ίδια λογική ο Μπίνι Σμάγκι αποφαίνεται:

«Όποια αλλαγή στη θεσμική συγκρότηση του ευρώ θα πρέπει να ξεκινά με το να αποφύγει τις ίδιες απλοϊκές παραδοχές που έγιναν στο παρελθόν. Ας μου επιτραπεί να αναφέρω τρεις.

Η πρώτη είναι να νομίζει κανείς ότι οι αγορές έχουν πάντα δίκιο και ότι είναι σε θέση να πειθαρχήσουν τις χώρες και τα χρέη τους. Οι αγορές έκαναν λάθη στο παρελθόν με το να υποτιμούν τον κίνδυνο, είναι το ίδιο πιθανό να το ξανακάνουν τώρα με την υπερτίμησή του και σίγουρα θα κάνουν λάθη στο μέλλον. Το να αφήσει κανείς στις αγορές το καθήκον να πειθαρχήσουν τις πολιτικές του προϋπολογισμού και να αναγκάσουν τα κράτη – μέλη να κάνουν διορθωτικές κινήσεις είναι μια αυταπάτη που μόνο οι οικονομολόγοι μπορούν να έχουν.

Αν πραγματικά θέλουμε να προλάβουμε και να διορθώσουμε ανισορροπίες, ειδικότερα δημοσιονομικές ανισορροπίες, χρειαζόμαστε ισχυρότερους θεσμικούς μηχανισμούς, στο επίπεδο της ευρωζώνης, αλλά και στο εσωτερικό των κρατών. Αυτό σημαίνει περισσότερους κανόνες και αυτόματες κυρώσεις.

Το δεύτερο λάθος είναι να νομίζει κανείς ότι οι κρίσεις μπορούν να αποφευχθούν. Κρίσεις εκδηλώθηκαν στο παρελθόν και είναι πιθανό να εκδηλωθούν στο μέλλον, λόγω μετάδοσης της μόλυνσης. Θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι γι’ αυτές και να είμαστε σε θέση να τις διαχειριστούμε αποτελεσματικά.

Το τρίτο λάθος είναι να νομίζει κανείς ότι υπάρχουν εύκολες ή “συντεταγμένες” λύσεις στις κρίσεις. Οι κρίσεις είναι ακατάστατες, μεταδοτικές και έχουν ακούσιες συνέπειες».

Σύμφωνα με αυτήν τη λογική, αυτό που χρειάζεται είναι να διατάξουμε την οικονομία να μην αρρωστήσει, να μην εμφανίσει συμπτώματα όπως είναι τα ελλείμματα και το χρέος. Δεν μας ενδιαφέρει τι τα προκαλεί, ποιες είναι εκείνες οι διαδικασίες που αντικειμενικά γεννούν αυτά τα συμπτώματα. Απλώς δεν πρέπει να υπάρχουν. Και για να γίνει αυτό επιβάλλουμε καθεστώς κυρώσεων και ασφυκτικού ελέγχου. Ένα καθεστώς του αποφασίζουμε και διατάσσουμε, όπου λαοί και χώρες δεν έχουν παρά να πειθαρχήσουν.

Έχει δίκιο ο καθηγητής Μάικλ Χάντσον όταν έγραψε πρόσφατα για «χρηματοπιστωτικό πραξικόπημα» στην ευρωζώνη:

«Η Ευρώπη πρέπει να μετατραπεί σε δημοκρατία της μπανάνας με τη φορολόγηση της εργασίας – όχι του χρήματος και της πίστης, των εταιρειών ασφάλισης και ακινήτων. Οι κυβερνήσεις πρέπει να επιβάλουν βαρύτερους φόρους επί της απασχόλησης και των πωλήσεων και ταυτόχρονα να περικόψουν δραστικά συντάξεις και άλλες δημόσιες δαπάνες…

Αυτό απαιτεί δικτατορία και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχει αναλάβει αυτήν την εξουσία από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις. Η “ανεξαρτησία” της από οιονδήποτε πολιτικό έλεγχο εκθειάζεται ως “σήμα κατατεθέν της δημοκρατίας” από τη σημερινή νέα χρηματιστική ολιγαρχία.

Αυτή η παραπλανητική αναφορά θυμίζει την άποψη του Πλάτωνα ότι η ολιγαρχία είναι απλώς το πολιτικό στάδιο που ακολουθεί τη δημοκρατία. Το επόμενο βήμα της νέας εξουσιαστικής ελίτ σ’ αυτό το αιώνιο πολιτικό τρίγωνο είναι το να μετατρέψει τον εαυτό της σε κληρονομική – καταργώντας ως αρχή τις φορολογίες της περιουσίας – έτσι ώστε να μετατραπεί σε αριστοκρατία… Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια εποχή ολοκληρωτικής νεοφιλελεύθερης εξουσίας» («Counterpunch», Weekend Edition, October 1-3, 2010).

Το ερώτημα είναι:

Γιατί η χώρα και ο λαός της πρέπει να αποδεχτούν αυτήν τη μετεξέλιξη της ευρωζώνης και της Ε.Ε.;

Ποιος περίεργος και τερατώδης λόγος τής επιβάλλει να τα υπομένει όλα αυτά;

Μήπως τελικά η απαλλαγή από το δημόσιο χρέος είναι μια καλή ευκαιρία για να απαλλαγούμε τελειωτικά και από τα δεσμά που εξυφαίνονται στην Ε.Ε. ερήμην και εις βάρος των λαών;

 

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος – αναλυτής

 

 

ΠΗΓΗ: ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 07-10-10, http://www.topontiki.gr/article/10284

Mέτρα λιτότητας – αύξηση ελλειμμάτων

Τα μέτρα λιτότητας οδηγούν συχνά σε αύξηση ελλειμμάτων

 

Συνέντευξη του JAN Α. KREGEL

(Από τους επιφανέστερους μετα-κεϊνσιανιστές οικονομολόγους) στον Χρόνη Πολυχρονίου

 


 

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ αποδείξεις ότι το κρατικό χρέος και τα ελλείμματα επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη, υπογραμμίζει ο διεθνούς φήμης οικονομολόγος Jan Kregel. Ο ίδιος σημειώνει πως οι προοπτικές ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία είναι σχεδόν ανύπαρκτες όσο ακολουθεί την πολιτική του ΔΝΤ και της Ε.Ε.

Με εξαίρεση τη Γερμανία, οι ευρωπαϊκές οικονομίες βρίσκονται σε ύφεση και οι κυβερνήσεις επιβάλλουν αυστηρά μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας και λιτότητας.

Δύο συσχετιζόμενες ερωτήσεις: πρώτον, επηρεάζουν την ανάπτυξη οι υψηλές αναλογίες κρατικού χρέους (βασικό αξίωμα της νεοφιλελεύθερης οικονομικής σκέψης), και, δεύτερον, λειτουργούν θετικά τα μέτρα λιτότητας σε περιόδους οικονομικής ύφεσης;

 

Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι οι υψηλές αναλογίες κρατικού χρέους επηρεάζουν την ανάπτυξη. Τρέχουσες αναλογίες υψηλού χρέους είναι το αποτέλεσμα (προηγούμενων) συσσωρευμένων ελλειμμάτων. Ένας σημαντικότερος δείκτης είναι το ποσοστό αλλαγής της αναλογίας του χρέους στο ΑΕΠ, που δείχνει ότι τα φορολογικά ελλείμματα αυξάνονται γρηγορότερα από το ΑΕΠ. Εδώ είναι σημαντικό να δούμε το δεύτερο σκέλος του ζητήματος, που έχει να κάνει με την επίπτωση των ελλειμμάτων στην ανάπτυξη. Εξ ορισμού, μια αύξηση του κρατικού ελλείμματος θα αυξήσει το εθνικό εισόδημα, εκτός αν υπάρχει μια αντισταθμίζουσα αλλαγή στη συμπεριφορά των νοικοκυριών ή του επιχειρηματικού τομέα. Υπάρχει μια σχολή σκέψης που υποστηρίζει ότι ένα κυβερνητικό έλλειμμα θα αναγκάσει τις οικογένειες να αποταμιεύσουν περισσότερο και τις επιχειρήσεις να κάνουν λιγότερες επενδύσεις, αντισταθμίζοντας ακριβώς τον αντίκτυπο της κρατικής δαπάνης. Εντούτοις, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ότι τέτοιες αντιδράσεις πραγματοποιούνται.

Τώρα μπορούμε να απαντήσουμε στην ερώτηση σας σχετικά με τα μέτρα λιτότητας. Τα μέτρα λιτότητας μειώνουν την ανάπτυξη και, ως επακόλουθο, τα έσοδα από φόρους για το κράτος, οδηγώντας συχνά σε αύξηση των ελλειμμάτων. Αυτό συνέβη στην Αργεντινή το 1999 και το 2000. Ο μοναδικός τρόπος που θα μπορούσαν τα μέτρα λιτότητας να έχουν θετικό όφελος στην ανάπτυξη είναι εάν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις αποφασίσουν να αυξήσουν τα έξοδά τους την ίδια στιγμή που τα εισοδήματά τους και οι πωλήσεις τους πέφτουν. Αλλά, ξανά, μια τέτοια αντίδραση δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ κατά τη διάρκεια μιας συνεχούς χρονικής περιόδου.

 

Σχεδόν ολότελα χρεοκοπημένη, η οικονομική πολιτική της Ελλάδας έχει τώρα περάσει στα χέρια του ΔΝΤ και της Ε.Ε. Όμως οι αγορές δεν εμφανίζουν κανένα σημάδι εμπιστοσύνης στο μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Ποιες είναι οι απόψεις σας σχετικά με αυτή την κατάσταση;

 

Η επιτυχία του νέου πακέτου οικονομικής πολιτικής εξαρτάται από την ανάπτυξη που θα αποφέρει μεγαλύτερα ποσοστά φόρου για το κράτος και θα δημιουργήσει ένα πλεόνασμα που θα διατεθεί για την αποπληρωμή κρατικών ομολόγων που εκκρεμούν. Δεδομένου ότι ο άμεσος αντίκτυπος της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζεται στην Ελλάδα είναι η μείωση των εγχώριων εισοδημάτων, η μόνη πηγή αυξανόμενων δαπανών είναι μέσω εξαγόμενων αγαθών στους ξένους αγοραστές. Ο κανονικός τρόπος για να γίνει αυτό είναι με την υποτίμηση του νομίσματος, όμως αυτό είναι αδύνατο στην περίπτωση της Ελλάδας εφόσον έχει δοθεί όρκος στη διατήρηση του ευρώ. Η άλλη δυνατότητα είναι οι ξένοι αγοραστές να έχουν υψηλότερα εισοδήματα ή να αντικαταστήσουν τα προϊόντα άλλων χωρών με ελληνικά προϊόντα. Σε παγκόσμια κλίμακα, πάντως, τα εισοδήματα δεν αυξάνονται, με εξαίρεση αυτών σε μερικές ασιατικές χώρες, αλλά οι εκεί οικονομίες στηρίζονται καθαρά στις εξαγωγές και όχι στις εισαγωγές. Κατά συνέπεια, με τις προοπτικές της ελληνικής ανάπτυξης να είναι εξαιρετικά αμφισβητήσιμες, η δυνατότητα να ξεπληρωθεί το κρατικό χρέος είναι πολύ περιορισμένη εκτός και αν υπάρξει κάποια πρόσθετη βοήθεια από την ΕΚΤ ή τα άλλα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ξένοι επενδυτές κινούνται όχι με βάση την απόδοση της ελληνικής οικονομίας, αλλά με βάση τις ενέργειες των οργάνων της Ε.Ε. για διάσωση της ελληνικής κυβέρνησης. Καθώς κάτι τέτοιο εμφανίζεται όλο και λιγότερο πιθανό, τα spreads για το ελληνικό χρέος θα συνεχίσουν να αυξάνονται, κάνοντας όλο και πιο δύσκολη την αποπληρωμή του χρέους.

 

Πιστεύετε ότι κινδυνεύει το μέλλον της ευρωζώνης;

 

Ναι. Αν δεν υπάρξει κάποιος μηχανισμός που θα εξασφαλίσει ότι το διευρωπαϊκό εμπόριο είναι ισορροπημένο, χώρες όπως η Γερμανία θα συνεχίσουν να κλέβουν ζήτηση από την υπόλοιπη ευρωζώνη και να εμφανίζονται ότι πάνε καλά οικονομικά όταν, στην πραγματικότητα, αυτό είναι αποτέλεσμα των ελλειμμάτων και της αργής ανάπτυξης στην υπόλοιπη ευρωζώνη. Η άλλη εναλλακτική λύση θα ήταν ένα σύστημα δημοσιονομικών μεταβιβάσεων μέσα στην ευρωζώνη, που θα απαιτούσε τη δημιουργία ενός ομοσπονδιακού προϋπολογισμού για την Ε.Ε., αλλά αυτό το σενάριο φαίνεται μάλλον απίθανο. Η Γερμανία θεωρεί ότι στηρίζει τις οικονομίες στην ευρωζώνη που χωλαίνουν, αλλά στην πραγματικότητα γίνεται το αντίθετο: οι χώρες με ελλείμματα είναι αυτές που στηρίζουν την πολιτική επαίτη για τους γείτονες που ασκεί η Γερμανία.

Τέλος, το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει οποιαδήποτε οικονομία στην ευρωζώνη είναι ότι έχει παραδώσει τη νομισματική της κυριαρχία στην ΕΚΤ. Η εξυπηρέτηση του χρέους απαιτεί κρατικό πλεόνασμα στον προϋπολογισμό. Εάν οι οικονομίες της ευρωζώνης θέλουν να εξασφαλίσουν ότι δεν θα αντιμετωπίζει δημοσιονομικά προβλήματα και προβλήματα χρηματοδότησης πρέπει να προσπαθήσουν να δημιουργήσουν πλεονάσματα, όπως η Γερμανία. Αλλά αυτό δεν μπορούν να το κάνουν συγχρόνως όλες οι οικονομίες της ευρωζώνης, εκτός αν όλες βασίζονται στην ανάπτυξη της ξένης ζήτησης για τα αγαθά τους. Το πιθανότερο αποτέλεσμα είναι ότι μια τέτοια προσπάθεια οδηγεί στη στασιμότητα, που τελικά θα αποδειχθεί πάρα πολύ δαπανηρή πολιτικά και η ευρωζώνη είτε θα καταρρεύσει είτε θα αλλάξει ο τρόπος που λειτουργεί η ΕΚΤ ή θα καθιερωθεί μια δημοσιονομική οικονομική της Ε.Ε.

 

Ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς είναι ένα εγγενώς ασταθές σύστημα και οι απορυθμισμένες χρηματοοικονομικές διαδικασίες των τελευταίων 15-20 ετών μάς οδήγησαν στην παρούσα παγκόσμια κρίση. Πόσο πιθανό είναι να υπάρξουν παγκόσμιες ρυθμίσεις στο πλαίσιο ενός νέου Bretton Woods;

 

Το σύστημα Bretton Woods είχε ελάχιστα να κάνει με την απορύθμιση των χρηματοπιστωτικών συστημάτων. Αυτό ήταν, πρωτίστως, αποτέλεσμα της κατάρρευσης του αμερικανικού συστήματος ρύθμισης των χρηματαγορών το οποίο βασιζόταν στον διαχωρισμό μεταξύ καταθετικών τραπεζών και επενδυτικών τραπεζικών διεργασιών. Εντούτοις, η πτώση του συστήματος του Bretton Woods και η εισαγωγή των εύκαμπτων συναλλαγματικών ισοτιμιών συνέβαλαν στη δημιουργία των αγορών παραγώγων στο ξένο συνάλλαγμα και στα επιτόκια και την εκρηκτική άνοδο των παγκόσμιων ροών κεφαλαίου. Οι σημαντικότερες πηγές αστάθειας εντοπίζονται, συνεπώς, στην παγκόσμια λειτουργία των μεγάλων χρηματοοικονομικών θεσμών και στις παγκόσμιες ροές κεφαλαίου. Είναι απίθανο ότι ένα άλλο σύστημα Bretton Woods θα ήταν σε θέση να επιλύσει αυτά τα προβλήματα. Αυτά θα μπορούσαν, εντούτοις, να επιλυθούν σε εθνικό επίπεδο με την αποσυναρμολόγηση των τραπεζών που είναι «πολύ μεγάλες για να αποτύχουν», με την εισαγωγή κανονισμών που περιορίζουν τις παγκόσμιες ροές κεφαλαίου και αυξάνουν το κόστος των πολυεθνικών επιχειρήσεων που συμμετέχουν σε πολιτικές outsourcing παραγωγής.

 

* Ο Jan Α. Kregel είναι ένας από τους εξέχοντες μετα-κεϊνσιανιστές οικονομολόγους.  Σπούδασε στο Κέιμπριτζ (με τους Joan Robinson και Nicholas Kaldor) και ολοκλήρωσε τις διδακτορικές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο Rutgers των ΗΠΑ.

Διατέλεσε επικεφαλής πολιτικής ανάλυσης και ανάπτυξης στο Τμήμα Οικονομικών και Κοινωνικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών και ειδικός σύμβουλος στα διεθνή χρηματοοικονομικά και μακροοικονομικά στο γραφείο της Νέας Υόρκης του Συνεδρίου των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη.

Ήταν επί χρόνια κάτοχος της έδρας Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια και από το 2006 είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικών και Ανάπτυξης στο Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας του Ταλίν στην Εσθονία.

 

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση,  Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=news.el.oikonomia&id=211915