Οι Δον Κορλεόνε της παγκόσμιας διακυβέρνησης

Οι Δον Κορλεόνε της παγκόσμιας διακυβέρνησης

 

Του Δημήτρη Καζάκη*


 

Παρέλαση υψηλών προσωπικοτήτων της διεθνούς επιτήρησης και κηδεμονίας στην Αθήνα. Ο ίδιος ο πρόεδρος του ΔΝΤ Ντομινίκ Στρος – Καν ήλθε και απήλθε, αφού μίλησε στους υποτακτικούς του στην επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής και συναντήθηκε με τους βασικούς στυλοβάτες του πολιτικού συστήματος της κατοχής, τον πρωθυπουργό, τον πρόεδρο της Ν.Δ. και τον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αναμένονται εντός της εβδομάδας και οι επίτροποι Ρεν και Χαν με ανάλογη αποστολή.

Τι γυρεύουν όλοι αυτοί στη χώρα; Γιατί τους έπιασε ο καημός και η πρεμούρα να έρθουν αυτήν ακριβώς την περίοδο; Ο λόγος είναι απλός: βρισκόμαστε μπροστά στην πιο δύσκολη φάση της θεσμοθετημένης κατοχής. Το μνημόνιο μπορεί να έχει αποτύχει στους διακηρυγμένους στόχους του, αλλά έχει πετύχει στην κρυφή του επιδίωξη, δηλαδή να φέρει τη μεγάλη πλειονότητα σε κατάσταση απόγνωσης.

Ήρθε λοιπόν η ώρα των «διαρθρωτικών αλλαγών», των μεγάλων «μεταρρυθμίσεων» με τις οποίες θα ξεπουληθεί ό,τι υπάρχει και δεν υπάρχει σ’ αυτήν τη χώρα, θα ιδιωτικοποιηθεί ολοκληρωτικά το κράτος και θα μετατραπεί ανοιχτά σε όργανο καταστολής και επιβολής της κατοχής. Έτσι θεωρούν οι μεγάλοι μας «εταίροι» ότι μπορούν να επιβάλουν στη χώρα και στον λαό της μια διαδικασία χρεοκοπίας εσαεί, επ’ αόριστον, υπό καθεστώς επιμήκυνσης, αναδιάρθρωσης, ανάταξης ή «χρονικής αναπροσαρμογής» του χρέους.

Σκέφτηκε κανείς ποιοι είναι αυτοί οι κύριοι, όπως π.χ. ο Στρος – Καν, ο Μπαρόζο, ο Τρισέ και οι όμοιοί τους, οι οποίοι απαρτίζουν τα διεθνή διευθυντήρια της «παγκόσμιας διακυβέρνησης» που τόσο λατρεύει ο κ. πρωθυπουργός; Ποιοι είναι αυτοί που αντιμετωπίζουν ολόκληρους λαούς με τέτοια περιφρόνηση; Από πού κρατά η σκούφια τού κ. Στρος Καν, ο οποίος, όταν τον ρώτησαν τι θα γίνει με την ελληνική νεολαία τώρα που αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα της, απάντησε με χαρακτηριστική αναλγησία:

«Το ενδεχόμενο να φύγει η νεολαία είναι ένα ζήτημα που αναπτύσσεται σε πολλές χώρες. Είναι σημαντικό να τους δημιουργήσεις κίνητρα, γιατί, όταν επιστρέψουν στη χώρα τους, θα έχουν αποκτήσει εμπειρία. Κατανοώ την απελπισία τους που μπορεί να αποφασίσουν να φύγουν για το εξωτερικό. Καλώς, όταν αποκατασταθεί η ομαλότητα και υπάρξει ανάπτυξη, θα επανέλθουν» ήταν η απάντηση του επικεφαλής του ΔΝΤ. Με άλλα λόγια, είναι καλό και χρήσιμο που η απελπισία οδηγεί τους νέους μακριά από τη χώρα τους. Έτσι κερδίζουν σε εμπειρίες και γίνονται πολίτες του κόσμου.

 

Ο σκανδαλιάρης Ντομινίκ

 

Ποιος είναι όμως αυτός ο κύριος που μιλά έτσι για τη νεολαία και τις αγωνίες της; Ο Ντομινίκ Στρος – Καν αναδείχθηκε πρώτη φορά όταν το 1981 τέθηκε επικεφαλής του Κέντρου Μελετών και Έρευνας Αποταμιεύσεων του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Έρευνας, που ήταν ένα ίδρυμα κρατικά χρηματοδοτούμενο από την κυβέρνηση της Γαλλίας. Εκεί συνδέθηκε με το μεγάλο αφεντικό της ιδιωτικής ασφάλισης στη Γαλλία, τον Ντένις Κέσλερ, ο οποίος τον εισήγαγε για πρώτη φορά στον μυστικό κόσμο της γαλλικής ελίτ των μεγάλων επιχειρήσεων. Μαζί του οργάνωσε μια από τις πρώτες επιθέσεις στην κοινωνική ασφάλιση της Γαλλίας και ήταν από τους πρώτους που μίλησαν για την ανάγκη κατάργησής της.

Η στάση του αυτή εκτιμήθηκε ιδιαίτερα στους κύκλους των ισχυρών επιχειρηματιών και πολιτικών της Γαλλίας και έτσι σύντομα αναρριχήθηκε στην πολιτική για να γίνει υφυπουργός Βιομηχανίας και Εμπορίου το 1991 επιλεγμένος από τον ίδιο τον Φρανσουά Μιτεράν. Τη θέση κράτησε έως το 1993 και έφυγε με καλά εδραιωμένη τη φήμη του στους βιομηχανικούς και άλλους επιχειρηματικούς κολοσσούς ως ο «δικός τους άνθρωπος» στο σοσιαλιστικό κόμμα και τις κυβερνήσεις του.

Προσπαθώντας να εξαργυρώσει τη φήμη του αλλά και τις πολύ στενές διασυνδέσεις του με τις κορυφές των επιχειρήσεων και της πολιτικής, στήνει το 1994 μαζί με τον Ρεϊμόντ Λεβί, αφεντικό της Renault, τον Κύκλο της Βιομηχανίας. Πρόκειται για μια εταιρεία λόμπι με έδρα τις Βρυξέλλες και βασικό αντικείμενο την προώθηση των συμφερόντων των γαλλικών πολυεθνικών στα όργανα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Πρακτορεύει τα συμφέροντα των μεγαλύτερων ονομάτων της βιομηχανίας και του εμπορίου στη Γαλλία.

Όπως ήταν φυσικό, η υπηρεσία του αυτή δεν πήγε χαμένη, και το 1997, στην κυβέρνηση του Λιονέλ Ζοσπέν, ορίζεται υπουργός Οικονομικών. Το πρώτο πράγμα που απασχόλησε τον Στρος – Καν ήταν το ξεπούλημα του δημόσιου τομέα της Γαλλίας. Εγκαινιάζει ένα από τα πιο φιλόδοξα προγράμματα ιδιωτικοποιήσεων στην ιστορία της Γαλλίας, ενισχύοντας ξεδιάντροπα τα πιο μεγάλα ιδιωτικά μονοπώλια της χώρας.

 

«Η μεγαλύτερη έρευνα απάτης»

 

Ήταν τόσο ανοιχτοχέρης προς τους μεγαλοεπιχειρηματίες, ώστε ο Ερνστ-Αντουάν Σελιέρ, πρόεδρος τότε της μεγαλύτερης εργοδοτικής οργάνωσης στη Γαλλία, της MEDEF, είχε πει για τον Στρος – Καν τον Ιούλιο του 1998: «Μπορεί ο υπουργός των Οικονομικών μας να μην είναι ο ιδανικότερος του κόσμου, αλλά σίγουρα κάνει ό,τι του είναι δυνατόν για να μη δημιουργήσει προβλήματα στους επιχειρηματίες».

Όπως συμβαίνει πάντα με τέτοιους τύπους, το όνομά του συνδέεται με ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά σκάνδαλα στην ιστορία της Γαλλίας. Πρόκειται για το σκάνδαλο της γαλλικής πολυεθνικής Elf Aquitaine, η οποία χρηματοδοτούσε αδρά το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Γαλλίας, αλλά και πολιτικούς άλλων χωρών, όπως στη Γερμανία. Η έρευνα για το σκάνδαλο αυτό χαρακτηρίστηκε από την «Guardian» (12.11.2007) ως η «μεγαλύτερη έρευνα απάτης στην Ευρώπη από την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου… Η Elf είχε μετατραπεί σε ιδιωτική τράπεζα για αξιωματούχους που ξόδευαν 200 εκατ. λίρες σε πολιτικές εκδουλεύσεις, ερωμένες, υψηλή τέχνη, βίλες και διαμερίσματα».

Στο σκάνδαλο αυτό φιγουράριζαν πολλά κυβερνητικά στελέχη, μαζί τους και ο κ. Στρος – Καν, ο οποίος είχε αφήσει όνομα για την ιδιαίτερη αδυναμία του στο γυναικείο φύλο και τις απολαύσεις της ζωής.

Όπως ήταν φυσικό, κανένας πολιτικός δεν βρέθηκε ένοχος, αν και η έρευνα αποκάλυψε μίζες εκατομμυρίων. Παρά την επίσημη αθώωσή του, το σκάνδαλο αυτό θα συνεχίσει να κυνηγά τον Στρος – Καν μέχρι τη στιγμή που θα επιλεγεί να γίνει διευθύνων σύμβουλος του ΔΝΤ το 2007. Η υπηρεσία σε τέτοιους οργανισμούς επιτρέπει σε τύπους σαν τον Στρος – Καν αφενός να γλιτώνουν από τα δύσκολα και αφετέρου να μη δίνουν λογαριασμό για τα πάθη και τις εξαρτήσεις τους.

Έτσι, μπορεί ελεύθερα να υπηρετεί τα συμφέροντα που υπηρετούσε πάντα και να ασκείται στα βίτσια του, κυρίως στο κυνήγι του πλούτου και του ωραίου φύλου, δίχως να νοιάζεται για το αν θα κληθεί κάποτε να δώσει λογαριασμό. Οι οργανισμοί σαν το ΔΝΤ εξασφαλίζουν πλήρη ασυλία για τους ανώτατους αξιωματούχους τους.

 

Ο Μανουέλ των αγορών γκρέμισε την Πορτογαλιά

 

Μήπως όμως είναι καλύτερος ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο; Αυτός ο κύριος εξασφάλισε την τωρινή του θέση οδηγώντας τη χώρα του στη μεγαλύτερη και βαθύτερη κρίση στην ιστορία της, η οποία σήμερα την οδηγεί στη χρεοκοπία. Ο Μπαρόζο έγινε πρωθυπουργός της Πορτογαλίας στις 6 Απριλίου 2002. Ως πρωθυπουργός δήλωσε ότι πάνω απ’ όλα προέχει η μείωση του κρατικού ελλείμματος, για το οποίο, όπως πάντα, ευθύνεται η διαφθορά όχι της πολιτικής και οικονομικής ολιγαρχίας, αλλά των δημοσίων υπαλλήλων και της κοινωνίας.

«Ποτέ άλλοτε από την εποχή της ίδρυσης της Πορτογαλίας τον 12ο αιώνα δεν είχε τεθεί στο κέντρο της προσοχής σε τέτοιο βαθμό το έλλειμμα και η ανάγκη περιορισμού της κρατικής σπατάλης. Επιτέλους απαλλασσόμαστε από την ιδέα ότι το κράτος είναι πιο σημαντικό από την ιδιωτική πρωτοβουλία» δήλωνε ο Μπαρόζο το 2004.

 

Τους χρεοκόπισε!

 

Και το «Economist» (25.5.2004), εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη των διεθνών αγορών, έγραφε διθυραμβικά: «Στα δυο χρόνια της διακυβέρνησής του, ο κ. Ντουράο Μπαρόζο έχει διακηρύξει δυο “μεγάλες νίκες” στην πάλη του για υγιή δημοσιονομικά. Το 2002 περιέκοψε το έλλειμμα του προϋπολογισμού που κληρονόμησε από τις προηγούμενες κυβερνήσεις από το 4,4% στο 2,7% του ΑΕΠ, μόνο μέσα σε οκτώ μήνες. “Αμφιβάλλω αν κάποια άλλη χώρα στην Ευρώπη θα μπορούσε να πετύχει κάτι τέτοιο” υπερηφανεύεται. Τον περασμένο χρόνο κράτησε το έλλειμμα μόλις στο 2,8%. Πιστεύει επίσης ότι έχει εισαγάγει περισσότερες μεταρρυθμίσεις από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης με πιο υγιείς οικονομίες».

Όλα αυτά φυσικά συνοδεύονταν από μια άγρια περικοπή μισθών και λαϊκών εισοδημάτων, δραστικές περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες, ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και ένα από τα πιο φιλόδοξα προγράμματα ιδιωτικοποιήσεων στην Ε.Ε. Κι όλα αυτά για να τηρηθεί αυστηρά το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης της ευρωζώνης. Σας θυμίζει τίποτε;

Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Η πορτογαλική οικονομία να βυθιστεί σε μια ύφεση, από την οποία δεν έχει βγει ακόμη, ενώ σήμερα την οδηγεί στη χρεοκοπία και τον μηχανισμό στήριξης.

Η επίσημη ανεργία από το 4,1% το 2002 εκτινάχθηκε στο 6,4% το 2004, για να φτάσει σήμερα να είναι γύρω στο 10%. Η φτώχεια από το 13% του πληθυσμού έφτασε σε τρία χρόνια στο 18%, ενώ σήμερα υπερβαίνει το 20%.

Ακόμη και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας από 78% της Ε.Ε. των 27 το 2000 βυθίστηκε στο 75% το 2004, επίπεδο στο οποίο παραμένει μέχρι και σήμερα. Αλλά και η μείωση των κρατικών ελλειμμάτων αποδείχτηκε ότι ήταν υπόθεση εντελώς προσωρινή, παρά την άγρια λιτότητα, και προϊόν μαγειρέματος στοιχείων. Όταν το 2005 ανατράπηκε η κυβέρνηση του κ. Μπαρόζο και αναδείχθηκε νέα, αποκαλύφθηκε ότι το κρατικό έλλειμμα, αντί να μειωθεί, είχε εκτιναχθεί σε πάνω από 6% του ΑΕΠ.

Η κοινωνικά ανάλγητη και καταστροφική πολιτική του Μπαρόζο για να στηριχθεί το «ισχυρό» ευρώ οδήγησε πολύ γρήγορα στην πολιτική κατάρρευση της κυβέρνησής του.

 

Τον έσωσε ο Μπούς…

 

Όμως, πριν συμβεί αυτό, ο εν λόγω κύριος φρόντισε να εξασφαλίσει την υποστήριξη των ΗΠΑ και να εκλεγεί πρόεδρος της Κομισιόν το 2004 εγκαταλείποντας την πρωθυπουργία της χώρας του. Βλέπετε, είχε πρωτοστατήσει στη «συμμαχία των προθύμων» του Τζορτζ Μπους και, παρά την άγρια λιτότητα, βρήκε τα αναγκαία κονδύλια για να στείλει στρατό στο Ιράκ.

Φυσικά η κυβέρνηση του κ. Μπαρόζο, όπως συμβαίνει πάντα με τέτοιου είδους κυβερνήσεις, πνίγηκε στα σκάνδαλα. Το χειρότερο όμως απ’ όλα, που ακόμη και σήμερα κατατρέχει τον εν λόγω κύριο, είναι το σκάνδαλο παιδεραστίας το 2004 σε ένα κρατικό ίδρυμα της Λισσαβώνας. Την εποχή που δραπέτευσε ο Μπαρόζο στην προεδρία της Κομισιόν, ο πορτογαλικός Τύπος έβριθε από ιστορίες που συνέδεαν πολιτικά και κυβερνητικά στελέχη του κόμματός του, αλλά και τον ίδιο, με ένα τεράστιο κύκλωμα παιδεραστίας, που είχε μετατρέψει τα κρατικά ιδρύματα και γενικά την Πορτογαλία σε παράδεισο αυτού του είδους. Ο κύριος αυτός δεν λογοδότησε ποτέ για όλα αυτά.

 

Ο κύριος Τρισέ

 

Μήπως είναι καλύτερος ο κ. Ζαν Κλοντ Τρισέ, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας; Ο εν λόγω κύριος είναι γέννημα θρέμμα της γαλλικής δημόσιας διοίκησης, ανώτερος δημόσιος υπάλληλος από κούνια. Το 1987 έγινε μέλος – υπό αδιευκρίνιστες και περίεργες συνθήκες για ένα ανώτερο στέλεχος της γαλλικής δημόσιας διοίκησης – μιας από τις πιο ισχυρές οργανώσεις στον κόσμο των διεθνών χρηματαγορών, της Ομάδας των Τριάντα (Group of Thirty) με έδρα την Ουάσιγκτον.

Η οργάνωση αυτή εμφανίζεται ως ιδιωτικό ίδρυμα, «δεξαμενή σκέψης», που υποστηρίζεται από τα πιο ισχυρά ιδιωτικά και κρατικά πιστωτικά ιδρύματα του κόσμου. Σ’ αυτήν ανήκουν οι περισσότεροι από τους διατελέσαντες υπουργούς Οικονομικών των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένου και του τωρινού, ακαδημαϊκοί και τραπεζίτες. Η οργάνωση αυτή θεωρείται στον χώρο των κεφαλαιαγορών πολύ πιο ισχυρή από τις γνωστές της Τριμερούς Επιτροπής και της λέσχης Μπίλντερμπεργκ. Είναι αυτή που κατά κύριο λόγο προώθησε το άνοιγμα των χρηματοπιστωτικών αγορών που οδήγησε στη σημερινή παγκόσμια κρίση και στο κραχ του 2008. Όπως ήταν φυσικό, η συμμετοχή του κ. Τρισέ σ’ αυτήν την οργάνωση τού άνοιξε τις πόρτες για να αναδειχθεί σε διοικητή της κεντρικής τράπεζας της Γαλλίας το 1993 και αργότερα το 2003 να διαδεχθεί τον Βιμ Ντούιζενμπεργκ στο τιμόνι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Όμως το γεγονός που σφράγισε την καριέρα του κ. Τρισέ είναι η εμπλοκή του στο σκάνδαλο της γαλλικής κρατικής τράπεζας Credit Lyonnais, το οποίο δικαίως ονομάστηκε ως ένα από τα μεγαλύτερα τραπεζικά σκάνδαλα στη γαλλική ιστορία, αλλά και διεθνώς.

 

Ξέπλυμα χρήματος

 

Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα ξεπλύματος χρήματος, αλλά και διεθνών δοσοληψιών με ύποπτα επιχειρηματικά κυκλώματα, ακόμη και με το οργανωμένο έγκλημα. Το σκάνδαλο ξέσπασε ενόσω ο Τρισέ ήταν διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας και εν γνώσει του. Κατηγορήθηκε για συγκάλυψη και συμμετοχή, αλλά αθωώθηκε τον Ιούνιο του 2003 λόγω έλλειψης στοιχείων.

Τα στοιχεία είχαν καεί σε πυρκαγιά που κατέκαψε το αρχηγείο της Credit Lyonnais το 1998 στο Παρίσι. Η γαλλική κυβέρνηση, προκειμένου να χαθούν μια για πάντα τα ίχνη του σκανδάλου που οδηγούσαν σε πολιτικούς και στελέχη της δημόσιας διοίκησης, σαν τον Τρισέ, διασώζουν την τράπεζα με 31 δισ. ευρώ και την ιδιωτικοποιούν. Έτσι κανείς δεν βρήκε ποτέ τίποτε για να ενοχοποιήσει κάποιον υψηλά ιστάμενο γι’ αυτό το σκάνδαλο, ενώ ο Τρισέ εξασφάλισε τη δική του ασυλία πηγαίνοντας στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για να συνεχίσει το θεάρεστο έργο του. Αυτά είναι τα κεντρικά πρόσωπα του διεθνούς μηχανισμού που έχει στηθεί για να βοηθήσει, υποτίθεται, τη χώρα. Αυτοί είναι που τολμάνε να μιλούν για διαφθορά και αναξιοπιστία της Ελλάδας. Πρόκειται για τους Δον Κορλεόνε της «παγκόσμιας διακυβέρνησης» των διεθνών αγορών, όπου διακαώς θέλει να ενταχθεί και ο σημερινός πρωθυπουργός της χώρας.

Μπροστά τους οι αληθινοί Δον Κορλεόνε της μαφίας δεν είναι παρά ερασιτέχνες του είδους.

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος – αναλυτής

 

ΠΗΓΗ: (ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 09-12-10), http://www.topontiki.gr/article/12229.

Ανοίξτε τα βιβλία του δημόσιου χρέους

Ανοίξτε τα βιβλία του δημόσιου χρέους

 

Του Ερίκ Τουσέν*

 


 

Στη δημιουργία Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου που θα δώσει τα νομικά και ηθικά επιχειρήματα για την παύση πληρωμών του δημοσίου χρέους καλεί ο διακεκριμένος επιστήμονας και αγωνιστής Ερίκ Τουσαίν στη βαρυσήμαντη συνέντευξη που παραχώρησε στα Επίκαιρα[1]. Ο Ερίκ Τουσαίν δεν μιλάει στη βάση υποθέσεων.

Έχοντας ενεργή συμμετοχή στην Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου που συγκρότησε ο πρόεδρος του Ισημερινού, Ραφαέλ Κορέα, πριν τρία χρόνια μεταφέρει την πολύτιμη εμπειρία του από τις καθόλα νόμιμες μεθόδους που χρησιμοποίησε ο πρόεδρος του Ισημερινού για να απαλλαγεί από ένα μεγάλο μέρος του δημοσίου χρέους. Μέχρι και την δευτερογενή αγορά χρησιμοποίησε ο Κορέα με τις κατάλληλες κινήσεις για να μειώσει το δημόσιο χρέος. Υπήρχε όμως πολιτική βούληση, όχι άνευ όρων παράδοση στους ξένους πιστωτές και διαπόμπευση της χώρας, όπως στην Ελλάδα!


[1] Επίκαιρα, 9-15/12/2010

–  Ποια είναι τα ειδικά χαρακτηριστικά της κρίσης δημοσίου χρέους που έχει ξεσπάσει εδώ και έναν χρόνο στην ευρωζώνη, διαφοροποιώντας την από άλλες κρίσεις χρέους που έχουν εμφανιστεί στο παρελθόν σε χώρες του Τρίτου Κόσμου;

–  Το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της κρίσης είναι ότι αποτελεί δημιούργημα των ιδιωτικών τραπεζών κυρίως της Γερμανίας και της Γαλλίας που πλήττει τις χώρες της περιφέρειας (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, κ.α.) και του πρώην Σοβιετικού μπλοκ που εντάχθηκε στην ΕΕ την προηγούμενη δεκαετία. Πρόκειται λοιπόν για μια κρίση που εξελίχθηκε εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτή η κρίση αποτελεί επίσης δημιούργημα, κι αυτό είναι ένα δεύτερο χαρακτηριστικό της, των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που εφαρμόστηκαν τις δεκαετίες ’80 – ’90 κι ως βασικό τους χαρακτηριστικό είχαν την μείωση των φόρων που πλήρωναν οι επιχειρήσεις και οι πλούσιοι. Το αποτέλεσμα στη συνέχεια ήταν να μειωθούν απότομα τα κρατικά έσοδα και να ανοίξει ο δρόμος για την σημερινή δημοσιονομική κρίση. Ανεξάρτητα δηλαδή από τις επιπλέον συγκυριακές αιτίες, η κρίση προετοιμάστηκε από τις φιλο-επιχειρηματικές πολιτικές των προηγούμενων δύο δεκαετιών.

Η τρίτη αιτία, που αποτέλεσε και τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, ήταν το κόστος για τη διάσωση των ιδιωτικών τραπεζών σε χώρες όπως η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία.

Όπως συνέβη και στην Ελλάδα. Οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ έχουν θέσει στη διάθεση των τραπεζιτών την τελευταία τριετία, υπό την μορφή ρευστού και εγγυήσεων, 78 δισ. ευρώ!

– Σε αυτή την κατηγορία της Ισπανίας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ελλάδας θα ενταχθεί εντός λίγων εβδομάδων και η δική μου χώρα, το Βέλγιο. Κι αυτό λόγω της διάσωσης από το κράτος των τριών μεγάλων ιδιωτικών τραπεζών της Fortis, της Dexia και της KBC που είχε εκτεθεί πάρα πολύ στην ανατολική Ευρώπη και επίσης στην Ιρλανδία, κατέχοντας κρατικά ομόλογα ύψους 20 δισ. ευρώ.

Κι ο λογαριασμός τώρα μεταβιβάζεται στους πολίτες;

– Ακριβώς! Τα ιδιωτικά χρέη μεταβιβάζονται στις δημόσιες αρχές και γι αυτό έχουμε την απογείωση του δημοσίου χρέους. Ως συνέπεια η έκρηξη του δημοσίου χρέους γίνεται μια πολύ καλή αφορμή για ένα νέο κύμα νεοφιλελεύθερων πολιτικών, πρωτοφανούς αγριότητας. Κι εννοώ αυτό που γίνεται στη χώρα σας, το οποίο μπορεί κάλλιστα να συγκριθεί με ότι συνέβη στις χώρες του Τρίτου Κόσμου από τη δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα με τη συμμετοχή του ΔΝΤ το οποίο έχει μια τεράστια εμπειρία σε αυτό τον τομέα. Οι ίδιες καταστροφικές, εγκληματικές πολιτικές εφαρμόζονται και σήμερα στην Ελλάδα, όπου μεταφέρεται αυτούσια όλη αυτή η αρνητική εμπειρία.

Ο εφιάλτης πάντως του ΔΝΤ και του δημοσίου χρέους δεν αποτελεί μονόδρομο και χώρες όπως ο Ισημερινός απαλλάγηκαν από τα δεσμά τους. Πως έγινε αυτό;

– Στο τέλος του 2006 ο Ραφαέλ Κορέα κέρδισε τις προεδρικές εκλογές με βασική του εξαγγελία να τερματιστεί η απαράδεκτη κατάσταση με το εξωτερικό χρέος που απομυζούσε τους σπουδαιότερους πόρους της οικονομίας. Τον Ιούλιο του 2007 δημιούργησε με προεδρικό διάταγμα μια Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου του δημοσίου χρέους – εγχώριου και διεθνούς. Η έρευνα αφορούσε 30 ολόκληρα χρόνια από το 1976 μέχρι το 2006. Ο λογιστικός έλεγχος έγινε επίσης με την ουσιαστική συμμετοχή 12 ατόμων που προέρχονταν από την κοινωνία των πολιτών, από την κοινότητα των ιθαγενών που αποτελούν το 50% του πληθυσμού και αλλού. Επίσης 6 άτομα, ειδικοί για την ακρίβεια, προέρχονταν από το εξωτερικό.

Ήσασταν ένας εξ αυτών…

– Ναι. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων μας ήταν η μεγάλη εμπειρία που είχαμε από την ανάλυση του διεθνούς χρέους. Τεράστια σημασία είχε επίσης η απόφαση του Ραφαέλ Κορέα να υποστηρίξουν το έργο και τις αποφάσεις της Επιτροπής όλα τα όργανα του κράτους και αναφέρομαι στο υπουργείο Δικαιοσύνης, Οικονομικών, στις ανεξάρτητες αρχές κατά της διαφθοράς, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, το Ελεγκτικό Συνέδριο, κ.α. Όλοι αυτοί συμμετείχαν στις συνεδριάσεις μας. Δουλέψαμε εντατικά επί 14 μήνες, από τον Ιούλιο του 2007 μέχρι τον Σεπτέμβρη του 2008. Αναλύσαμε κάθε είδους σύμβαση που είχε υπογραφεί στους τομείς της ασφάλειας, των εμπορικών πιστώσεων, μεταξύ τραπεζών – ακόμη και του ιδιωτικού τομέα, με το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα και άλλους πολυμερείς οργανισμούς. Βάλαμε επίσης στο μικροσκόπιο όλα τα διμερή δάνεια που είχε υπογράψει ο Ισημερινός με χώρες όπως η Ισπανία και η Γερμανία, ακόμη και τους όρους υπό τους οποίους συνάφθηκε το εσωτερικό χρέος. Σε αυτή τη δουλειά είχαμε τη βοήθεια 15 νομικών, ορκωτών λογιστών ελεγκτών, ειδικών στα δημόσια οικονομικά. Εξετάσαμε όχι μόνο όλα τα έγγραφα, αλλά και κάθε τι που αφορούσε το δανεισμό. Θέταμε για παράδειγμα το ερώτημα γιατί αυτό το δάνειο να συναφθεί με το συγκεκριμένο επιτόκιο και όχι με κάποιο άλλο, ποιο μέρος του αποπληρώθηκε, είχαμε το δικαίωμα να ανοίγουμε προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς αυτών που υπέγραφαν και παραλάμβαναν τα δάνεια. Επίσης ζητήσαμε παραστατικά από όλες τις τράπεζες για τα δάνεια που είχαν δοθεί ή υποτίθεται πως είχαν αποπληρωθεί γιατί έπρεπε να επιβεβαιωθεί κατά πόσο πραγματικά είχαν εξοφληθεί ακόμη και εκείνα τα δάνεια που θεωρητικά είχαν αποπληρωθεί.

Η συμβολή των νομικών ποια ήταν;

– Ήταν αναντικατάστατη καθώς με τη βοήθειά τους εξετάσαμε τη νομιμότητα κάθε σύμβασης και των επιμέρους όρων της, τη συμβατότητά τους με το σύνταγμα της χώρας, το διεθνές δίκαιο και επίσης με το συμφέρον του έθνους. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε σε συγκεκριμένες οικονομικές συμβάσεις, έργων ασυνήθιστα μεγάλων διαστάσεων για τα μέτρα του Ισημερινού, όπως π.χ. μεγάλα φράγματα. Σε αυτή την περίπτωση μάλιστα δεν αρκεστήκαμε στις τυπικότητες. Με επίσημο τρόπο ρωτήσαμε την γνώμη των ντόπιων για τις επιπτώσεις που είχε στην καθημερινότητά τους η κατασκευή των φραγμάτων. Εξετάσαμε ακόμη και τους όρους που έγινε η χρηματοδότηση της κατασκευής τους κι αν όλα αυτά (κόστος, χρηματοδότηση) ήταν συγκρίσιμα με τις διεθνείς τιμές που επικρατούσαν για αντίστοιχες εργασίες.

Εξετάσαμε ακόμη και τους όρους των εμπορικών πιστώσεων που χορήγησαν στον Ισημερινό χώρες όπως η Γερμανία, με απώτερο στόχο να αγοραστούν γερμανικά προϊόντα για να ενισχυθούν οι γερμανικές εξαγωγές. Είναι δάνεια που δίνονται με σκοπό να υποστηριχθεί η αγορά προϊόντων αιχμής, όπως π.χ. της Ζίμενς. Καθήκον μας εμάς ήταν να ελέγξουμε τις τιμές με τις οποίες αγοράστηκε ο εξοπλισμός της Ζίμενς, κατά πόσο δηλαδή η τιμή ανταποκρινόταν στην ποιότητα. Κι αυτό γιατί σε πλήθος περιπτώσεων που εμπλέκονταν πολυεθνικές εταιρείες βρήκαμε ακραία φαινόμενα διαφθοράς. Αναφέρομαι για παράδειγμα σε κρατικές αγορές που δεν είχαν καμιά σχέση με τις ανάγκες της χώρας, αλλά αποτελούσαν αφορμές για να δοθούν μίζες.

–  Ανακαλύψατε συγκεκριμένες περιπτώσεις που πολυεθνικές επιχειρήσεις έδιναν μίζες;

–  Φυσικά. Οι πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις ήταν των αμερικανικών τραπεζών Citibank και JPMorgan. Αυτές οι τράπεζες συστηματικά δωροδοκούσαν κρατικούς υπαλλήλους σε όλη την κλίμακα του δημοσίου – ακόμη και τον υπουργό Οικονομικών – για να πεισθούν να υπογράψουν συμβάσεις που εξόφθαλμα έβλαπταν το δημόσιο συμφέρον και με προκλητικό τρόπο ευνοούσαν τα συμφέροντα των τραπεζών.

–  Γι’ αυτό ο Κορέα ήθελε την ενεργό συμμετοχή και των δημόσιων αρχών στην Επιτροπή σας…

–  Πράγματι. Στην Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου του Ισημερινού συμμετείχε ο ίδιος ο υπουργός Δικαιοσύνης και για κάθε ύποπτη περίπτωση που βρίσκαμε και αφορούσε όχι μόνο υπαλλήλους του υπουργείου Οικονομικών αλλά ακόμη και πρώην υπουργούς Οικονομικών εξέδιδε εντολή για δικαστική διερεύνηση. Η Δικαιοσύνη του Ισημερινού προχώρησε σε μηνύσεις ακόμη και εναντίον αμερικανικών τραπεζών γιατί αυτές οργάνωσαν τις επιχειρήσεις, αυτές δωροδοκούσαν.

Υπογραμμίζω πάντως ότι δεν ελέγξαμε μόνο τους όρους χρηματοδότησης αλλά όλη τη σκοπιμότητα κάθε κρατικής οικονομικής δοσοληψίας.

Μετά τα παραπάνω ο ίδιος ο πρόεδρος Ραφαέλ Κορέα δύο μόλις μήνες μετά την ολοκλήρωση των εργασιών μας, στις 14 Νοέμβρη 2008, ανακοίνωσε και επίσημα ότι στη βάση των ευρημάτων μας είναι υποχρεωμένος να προβεί στην παύση πληρωμών του δημοσίου χρέους ύψους, 3 δισ. δολ. που αντιπροσώπευε το 70% του χρέους υπό τη μορφή ομολόγων. Αιτιολόγησε την απόφασή του λέγοντας πως το χρέος δεν ήταν νόμιμο, αλλά ήταν προϊόν διαφθοράς και δωροδοκιών. Κατά συνέπεια δεν ήταν υποχρεωμένη η κυβέρνησή του να σεβαστεί τις διεθνείς δεσμεύσεις. Τους επόμενους πέντε μήνες ολόκληρους μήνες η κυβέρνηση τήρησε στάση σιωπής, δεν προέβη σε καμιά δημόσια ανακοίνωση για το θέμα, παρά το ενδιαφέρον που υπήρχε.

Και να υποθέσουμε ότι δεν συνέβη λόγω φόρτου εργασιών…

– Ακριβώς! Ήταν μια τακτική. Οι πιστωτές ήταν ιδιαίτερα ανήσυχοι καθώς δεν ήξεραν τι θα συμβεί από κει και πέρα. Η αντίδρασή τους ήταν να αρχίσουν να ξεπουλούν μανιωδώς στην δευτερογενή αγορά τα ομόλογα του Ισημερινού. Και ξέρετε σε τι τιμή; Στο 20% της ονομαστικής τους αξίας! Τότε ακριβώς η κυβέρνηση του Ισημερινού, τον Απρίλη του 2009 απευθύνθηκε στους πιστωτές με την εξής πρόταση: «Προτιθέμεθα να αγοράσουμε όλα τα ομόλογα με έκπτωση 65%. Πληρώνουμε δηλαδή 35 σεντς το δολάριο. Συμφωνείτε ή όχι;» Οι κάτοχοι του 91% των ομολόγων δέχθηκαν αμέσως την ανταλλαγή. Επρόκειτο για μια τεράστια επιτυχία της κυβέρνησης καθώς επέβαλε κούρεμα της τάξης του 65%.

Λόγω αυτής της πολύ σπουδαίας και χρήσιμης εμπειρίας σας να υποθέσω έχετε υποστηρίξει ότι η μόνη λύση για την Ελλάδα είναι να προσφύγει σε στάση πληρωμών του δημοσίου χρέους και δημιουργίας Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου που θα προσδιορίσει τις ευθύνες των πιστωτών για την εκτίναξή του η οποία θα επιτρέψει την σοβαρή του μείωση;

– Ακριβώς! Αυτή η επιλογή αποτελεί μονόδρομο πλέον για την Ελλάδα!

Κατά πόσο όμως η Ελλάδα, δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων της, μπορεί να ακολουθήσει αυτό το παράδειγμα;

– Οι διαφορές που υπάρχουν με τον Ισημερινό δείχνουν ότι για την Ελλάδα τα πράγματα είναι πιο εύκολα. Αν φυσικά υπάρχει πολιτική βούληση. Πάρτε για παράδειγμα υπ’ όψη σας ότι ο Ισημερινός είναι μια μικρή χώρα, που δεν έχει καν δικό της νόμισμα. Χρησιμοποιεί το δολάριο, αυτό είναι το επίσημο νόμισμά της. Κατά συνέπεια είναι πολύ πιο έντονα εκτεθειμένη σε διεθνείς οικονομικές πιέσεις. (σ.σ.: Το Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα του Ισημερινού αντιστοιχεί στο 12% του Ελληνικού και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του Ισημερινού στο 10% του Ελληνικού). Το αίτημά της έγινε όμως δεκτό λόγω του ότι είχε πολύ ισχυρά νομικά και ηθικά ερείσματα και γι αυτό άλλωστε δεν συνοδεύτηκε από δικαστικές προσφυγές των πιστωτών κατά της κυβέρνησης.

Λέγεται ωστόσο μετ’ επιτάσεως ότι οι αγορές θα τιμωρήσουν όποιες χώρες δεν σεβαστούν τις υποχρεώσεις τους…

– Πράγματι, αλλά πουθενά στην πράξη δεν έχει επιβεβαιωθεί αυτή η απειλή. Ο οικονομολόγος Κώστας Λαπαβίτσας στην τελευταία μελέτη του βρετανικού ινστιτούτου Research on Money and Finance (σ.σ. κι η οποία αναμένεται να κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Λιβάνη τις επόμενες μέρες) δείχνει πως ούτε η Ρωσία το 1998, ούτε η Αργεντινή το 2001 τιμωρήθηκαν από τις αγορές. Αντίθετα, η μετέπειτα πορεία της οικονομίας τους έδειξε πόσο επιτυχημένη και επωφελής ήταν η επιλογή τους, να προβούν δηλαδή σε αθέτηση πληρωμών.

Τι πρέπει άμεσα να κάνει η Ελλάδα κατά τη γνώμη σας για να δραπετεύσει απ’ αυτό το φαύλο κύκλο;[1]

– Άμεσα πρέπει να συγκροτηθεί Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου με προσωπικότητες αναγνωρισμένου κύρους και εμπειρία. Η συμβουλή μου είναι μία: Ανοίξτε τα βιβλία! Εξετάστε με διαφανείς διαδικασίες και την παρουσία της κοινωνίας όλες τις κρατικές συμβάσεις – από τις πιο μεγάλες όπως για παράδειγμα των πρόσφατων Ολυμπιακών Αγώνων μέχρι τις πιο μικρές – και βρείτε ποιο μέρος του χρέους είναι προϊόν διαφθοράς, επομένως παράνομο και απεχθές κατά τη διεθνή νομική ορολογία και αρνηθείτε το!

 

Περί απεχθούς χρέους

 

Η θεωρητική θεμελίωση του όρου «απεχθές χρέος» οφείλεται στον ρώσο καθηγητή Νομικής, Αλεξάντερ Σακ. Η συμβολή του Σακ, ο οποίος την εποχή εκείνη – τη δεκαετία του ’20 – δίδασκε στο Παρίσι και δεν συγκαταλέγεται στους ριζοσπάστες διανοούμενους, έγκειται στις τρεις προϋποθέσεις που έθεσε έτσι ώστε ένα χρέος να χαρακτηρισθεί απεχθές οπότε κατά συνέπεια μια κυβέρνηση παύει να δεσμεύεται να το πληρώσει.

Οι τρεις όροι για να χαρακτηρισθεί απεχθές ένα χρέος ήταν: Πρώτο, να έχει συναφθεί χωρίς τη συγκατάθεση του έθνους. Δεύτερο, τα ποσά που εισέρευσαν από το δάνειο να σπαταλήθηκαν με τρόπο που αντιβαίνει στα συμφέροντα του έθνους και, τρίτο, ο πιστωτής να ήταν ενήμερος των παραπάνω. Να αναφερθεί πως η συνεισφορά του Σακ δεν έγινε σε κενό αέρα. Αντίθετα, αξιοποίησε πολύ συγκεκριμένα παραδείγματα όπου η παύση πληρωμών του δημοσίου χρέους αποφασίσθηκε με την παραπάνω αιτιολογική βάση. Το πρώτο παράδειγμα αφορούσε την άρνηση πληρωμής από τις ΗΠΑ το 1898 των χρεών που είχε αναλάβει η Κούβα όσο ήταν υπό ισπανική κατοχή και τα οποία οι ΗΠΑ στη συνέχεια αρνήθηκαν να επωμιστούν. Το δεύτερο παράδειγμα εξελίχθηκε είκοσι χρόνια αργότερα και πάλι πριν ο ρώσος νομικός δώσει περιεχόμενο στη ρήτρα του «απεχθούς χρέους». Αφορούσε ειδικότερα την απόφαση της κυβέρνησης της Κόστα Ρίκα να μην πληρώσει ένα δάνειο που είχε συνάψει η προηγούμενη δικτατορική εξουσία με την τράπεζα Royal Bank of Canada.

Η τεράστια συμβολή του Σακ έγκειται στην μετατόπιση του κέντρου βάρους της επιχειρηματολογίας υπέρ της παύσης πληρωμών του δημοσίου χρέους, η οποία παύει να επικεντρώνεται στην ηθική διάσταση του προβλήματος και μετατοπίζεται στη νομική. Το ερώτημα δηλαδή δεν είναι αν πλέον μπορεί μια χώρα να πληρώσει το δημόσιο χρέος της, αλλά αν πρέπει. Η συγκεκριμένη δυνατότητα αξιοποιήθηκε κατά κόρον τις τελευταίες δεκαετίες από πολλές κυβερνήσεις και κινήματα πολιτών.

 

* Ο Ερίκ Τουσαίν είναι ιστορικός και πολιτικός επιστήμονας, ιδρυτής και πρόεδρος της Επιτροπής για την Κατάργηση του Χρέους του Τρίτου Κόσμου (CADTM, www.cadtm.org). Έχει συγγράψει πολλά βιβλία για συναφή θέματα (Your money or your life! The tyranny of global finance, The World Bank:  a never ending coup d’ etat, και άλλα).

Το πιο πρόσφατο βιβλίο του που έγραψε μαζί με την Νταμιέν Μιλιέτ κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβρη του 2010 και καταπιάνεται με το θέμα του παγκόσμιου χρέους και τις ευθύνες του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Τίτλος του: The debt, the IMF and the World Bank, sixty questions sixty answers (εκδόσεις Monthly Review).

 

ΠΗΓΗ: Posted by leonidasvatikiotis στο 10/12/2010, http://leonidasvatikiotis.wordpress.com/2010/12/10…..BC/

Η κάρτα του πολίτη και οι δημοκρατικές αξίες

Η ΚΑΡΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΟΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ

 

Του π. Γεωργίου Αναγνωστόπουλου*

 

Η Ελληνική Κυβέρνηση προτίθεται να θέσει σε εφαρμογή στη χώρα μας τη χρήση της Κάρτας του Πολίτη (ΚΠ), με σκοπό τη βελτίωση των παρεχομένων υπηρεσιών του Κράτους για τον Πολίτη, και, ενδεχομένως, για τις οικονομικές συναλλαγές Τραπεζών, τις ιδιωτικές συναλλαγές κλπ. Η ΚΠ θα ομοιάζει με τις κάρτες ανάληψης μετρητών με ηλεκτρονικό μικροτσίπ, αλλά θα περιέχει  συγκεντρωμένη πληροφορία με τα στοιχεία «ταυτότητας» του πολίτη. Ταυτόχρονα η ηλεκτρονική ταυτοποίηση θα δίνει την δυνατότητα πρόσβασης, σε συνδυασμό με την Κάρτα Συναλλαγών, σε τεράστια πληροφορία  για κάθε κίνηση και πτυχή της ζωής του πολίτη.

Η προοπτική χρήσης της ΚΠ στηρίζεται στα εξής κυρίως  επιχειρήματα:

(1)  εξασφαλίζεται ηλεκτρονικά η προστασία και η ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων, όπως, για παράδειγμα, το σημερινό δελτίο ταυτότητας, που είναι εύκολα προσβάσιμο από τρίτους,

(2) η Γραφειοκρατία θα περιοριστεί με τη σταδιακή αντικατάσταση πληθώρας προσωπικών εγγράφων και πιστοποιητικών στις συναλλαγές με το Δημόσιο, με αποτέλεσμα οι πολίτες να κερδίζουν χρόνο και ταλαιπωρία, και

(3) το κράτος θα έχει οικονομική ωφέλεια από την μείωση του αριθμού δημοσίων υπαλλήλων. Τέλος, θα πρέπει να προσθέσουμε πληροφοριακά ότι η δημόσια διαβούλευση άρχισε στις 22/11/2010 και θα περατωθεί στις 12/12/2010. Το μέτρο θα τεθεί σε εφαρμογή μέχρι τέλους του 2011.

Η κυβερνητική απόφαση κοινωνικοπολιτικής χρήσης των δυνατοτήτων της Πληροφορικής στηρίζεται ασφαλώς στις διαφαινόμενες ευεργετικές  συνέπειες του μέτρου. Ωστόσο είναι γνωστόν ότι η χρήση της Πληροφορικής, όπως και άλλες μεγάλες δυνατότητες της σύγχρονης επιστήμης, μπορεί να έχει και αρνητικές όψεις. Η χρήση λοιπόν της ΚΠ θα έχει όχι μόνο θετικά, αλλά και αρνητικά ή και οδυνηρά ακόμη αποτελέσματα. Μερικές από τις αρνητικές όψεις του θέματος, όπως έχει τεθεί, είναι:

(1) Η ανυπόμονη κυβερνητική βούληση λειτουργίας του μέτρου εντός του 2011, μετά από μια εξαιρετικά σύντομη δημόσια διαβούλευση (29/11/2010 – 12/12/2010,

(2) η πιθανή νομοθέτηση διαχείρισης ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, με την οποία αφ’ ενός μεγάλο  μέρος του λαού μας διαφωνεί, και που με αμφίσημες ερμηνείες ή μεθοδεύσεις, θεωρούμε ότι είναι δυνατόν να παρακαμφθούν ακόμη και οι ισχύουσες πολιτικές και νομικές αξίες,

(3) η δυνατότητα απόλυτου ελέγχου – ή μάλλον πλήρους άρσεως της προστασίας – της ιδιωτικής ζωής, με την τεράστια πληροφορία που συγκεντρώνεται με τον  συνδυασμό της ΚΠ και της Κάρτας Συναλλαγών,

(4) η δεδομένη αδυναμία εξασφάλισης απόλυτης τεχνικής ασφάλειας μιας βάσης δεδομένων, όπως άλλωστε δείχνει και το παράδειγμα του χάκερ της ΚΠ στην Γερμανία (!) και

(5) η εφιαλτική ιδέα κατάχρησης (για παράδειγμα η εκβιαστική χρήση της, ή ο δημόσιος περιορισμός των πολιτών) είτε λόγω της δράσης μεγάλων οικονομικών συμφερόντων ή και ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, κάτι που το απευχόμαστε, αλλά δε θα ήταν δυνατό και να το αποκλείσουμε. Τη θέση μας αυτή τη στηρίζουμε στο γεγονός ότι η ανθρώπινη ιστορία δεν ακολουθεί πάντοτε θετική πορεία.

Αν η κατάχρηση των φυσικών πόρων και δυνάμεων της φύσης οδήγησε σήμερα σε μια σχεδόν πλανητική οικολογική καταστροφή,  με συνέπεια κυρίως πάνω στην υγεία του ανθρώπου,  η κατάχρηση της Πληροφορικής εγκυμονεί ένα, κατά την γνώμη μας, μεγαλύτερο κίνδυνο: (α) τον περιορισμό της ελευθερίας του ανθρώπινου προσώπου στην κοινωνική ζωή του και στην  εργασία του,  καθώς και (β) τη σταδιακή διολίσθηση προς μια υποβάθμιση του πολιτικού μας πολιτισμού ελευθερίας και δικαιοσύνης, που έχει διεκδικηθεί με πολλές θυσίες. Στις μέρες μας έχουν γραφεί ένα πλήθος βιβλίων για τον δρόμο που οδήγησε στην οικολογική καταστροφή, όπως, για παράδειγμα, το βιβλίο του βρετανού φιλέλληνα Philip Sherrard με τίτλο «Ο βιασμός της Φύσης». Δεν επιθυμούμε να γραφούν στο μέλλον ανάλογα βιβλία για τον ηλεκτρονικό βιασμό της κοινωνικής ελευθερίας.

Θα θέλαμε επίσης να τονίσουμε και τα εξής. Το νομοσχέδιο δεν έχει κατατεθεί, ενώ έχουν ακουσθεί από επισήμους αντιφατικές προτάσεις-προθέσεις για ορισμένα σημεία. Επομένως η συζήτηση περί της ΚΠ είναι, εκ των προτέρων, νεφελώδης. Από την άλλη πλευρά, όταν το νομοσχέδιο κατατεθεί, είναι πιθανόν ότι θα υπάρχουν λίγες δυνατότητες αλλαγών. Σημειώνουμε επίσης ότι η απόφαση για την εφαρμογή της ΚΠ πρόκειται να ληφθεί σε μια χρονική συγκυρία που τo λαϊκό σώμα είναι ξαφνιασμένο από την καταιγίδα οικονομικών  μέτρων, που δεν μπορεί καν να τα παρακολουθήσει, και, αυτή την περίοδο η έγνοια του είναι στραμμένη στην καθημερινή οικογενειακή επιβίωση. Επομένως χρειάζεται να δείξει η Πολιτεία  ιδιαίτερη προσοχή και σεβασμό στην ψυχή του λαού μας που κυριολεκτικά δοκιμάζεται.

Η ΚΠ, μαζί με τις θετικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει αν εφαρμοσθεί, θα δημιουργήσει και τις προϋποθέσεις μιας πλήρους υποταγής στην οικονομική ολιγαρχία που κατευθύνει τις πολιτικές επιλογές μέσα στο περιβάλλον της παγκοσμιοποίησης.

Έχει διατυπωθεί ως αξίωμα, στα πλαίσια της κοινωνικής διαχείρισης των τεχνολογικών εφαρμογών, ότι «κάθε λάθος που είναι δυνατό να συμβεί, θα συμβεί  οπωσδήποτε». Η Αμερική και η πρώην Σοβιετική Ένωση, οι μεγαλύτερες παγκόσμιες δυνάμεις του 20ου αιώνα, και σε επίπεδο υψηλής τεχνολογίας και διοικητικής ασφάλειας, υπέστησαν ολέθρια πυρηνικά ατυχήματα με εκρήξεις που επέφεραν τεράστιες απώλειες. Γι’ αυτό πολλές χώρες, αντιπαρήλθαν τον πειρασμό την φθηνότερη, αλλά επικίνδυνη λύση, και αποφάσισαν να μη χρησιμοποιήσουν πυρηνική ενέργεια (ανάμεσα σ’ αυτές και η Ελλάδα). Η αναλογία είναι μεταφορική, αλλά προφανής. Η υποχρεωτική συγκέντρωση ενιαίας ηλεκτρονικής πληροφορίας για κάθε πολίτη μέσω της ΚΠ, αφήνει ανοικτή την πόρτα για μια επίσης τρομακτική έκρηξη αποδέσμευσης της συγκεντρωμένης πληροφορίας: τον επικίνδυνο τραυματισμό ή και την απειλή θανάτου της ανθρώπινης ελευθερίας!

Πιστεύουμε ότι:

1. Η ελληνική Πολιτεία, ιδιαίτερα στη σημερινή κοινωνικο-οικονομική συγκυρία, χρειάζεται να εμπνεύσει μια νέα δυναμική στον λαό και στα πλαίσια αυτά χρειάζεται μια χρηστή διοικητική οργάνωση. Αυτό κατά την γνώμη μας είναι πρώτιστο και όχι ή υπό την πίεση καστάσεων, να προβεί σε βιαστικές μεταρρυθμίσεις, που αφήνουν την ανθρώπινη διάσταση της διοίκησης σε δεύτερο πλάνο, έχοντας τυφλή εμπιστοσύνη στην «αυτόματη» ηλεκτρονική διακυβέρνηση (με την οποία προσδοκάται ότι θα λυθούν οι ιστορικές δυσλειτουργίες της ελληνικής Διοίκησης!). Είναι φανερό ότι και η ηλεκτρονική διακυβέρνηση θα οργανωθεί, θα επιτηρείται, θα αναπτύσσεται, θα «διασφαλίζεται», αλλά και θα απειλείται – εκτός από τους χάκερς – από  δημοσίους υπαλλήλους και  πολιτικούς, που ως άνθρωποι υποκείμεθα όλοι σε ενδεχόμενη διαφθορά, όπως αποδεικνύει και η σύγχρονη πραγματικότητα όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και παγκοσμίως.

2. Η εφαρμογή της ΚΠ θέτει βαθύτατα φιλοσοφικά, θεολογικά, κοινωνικά και πολιτικά ερωτήματα ως προς την πραγματοποίησή της ή τουλάχιστον ως προς την μορφή της, διότι το  παραμικρό λάθος σε μια απόφαση σήμερα, μπορεί να επιτρέψει μια έκρηξη μη αναστρέψιμων βλαπτικών συνεπειών στο εγγύς μέλλον. Επίσης σοβαρότατα ερωτήματα, στην ίδια γραμμή σκέψης, που μένουν προς απάντηση είναι τα εξής:

(1) «Εάν υπήρξε η δυνατότητα να παρακολουθείται το τηλέφωνο του έλληνα Πρωθυπουργού (!) – και υπήρξε πράγματι – τότε τι  μπορεί να εξασφαλίσει το απόρρητο των προσωπικών δεδομένων του απλού πολίτη;»

(2) Εάν αποφασισθεί η εφαρμογή της ΚΠ, με δεδομένο ότι η θρησκευτική πίστη του ανθρώπου έχει απαγορευθεί να συμπεριληφθεί – έστω και προαιρετικά – στην ταυτότητα του, ποια στοιχειώδης νομική, λογική και ηθική συνέπεια μπορεί να επιτρέψει να συμπεριληφθούν άλλα στοιχεία, πέραν των στοιχείων που υπάρχουν στα δελτία ταυτότητας; Δεν θα είναι τότε νομοθέτημα προσχηματικό ως προς τις προθέσεις του;

(3) Στελέχη της Ελληνικής Κυβέρνησης ανακοίνωσαν σε εκπροσώπους της Εκκλησίας (κατά δήλωση της ΔΙΣ 17/11/2010) ότι στην ΚΠ «θα περιέχονται μόνο τα στοιχεία ταυτότητος του κατόχου». Η δήλωση είναι επικίνδυνα ασαφής. Ποια προσωπικά στοιχεία θα θεωρηθούν «στοιχεία ταυτότητος», που θα εξασφαλίζουν την αξιοπρέπεια και το απαραβίαστο της προσωπικής ζωής»; Μήπως και στοιχεία της πολιτικής (με την γενική έννοια του όρου) δράσης του πολίτη;

(4)  Εάν τελικά αποφασισθεί η εφαρμογή της ΚΠ, θα αντιδράσει με τον ίδιο τίμιο τρόπο κάθε ελληνική Κυβέρνηση στις πιέσεις ξένων ισχυρών παραγόντων να έχουν πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων της ΚΠ;

Με βάση τους ανωτέρω προβληματισμούς, αλλά και τις πολιτιστικές και πολιτικές αντιφάσεις και απογοητεύσεις που έχει δει τα τελευταία χρόνια ο ελληνικός λαός, και γενικότερα ο δημοκρατικός, ορθόδοξος και οικουμενικός πατριωτικός ελληνισμός, ζητούμε από την ελληνική Βουλή και την ελληνική Κυβέρνηση, να ζυγίσει πολύ προσεκτικά τις θετικές και αρνητικές συνέπειες της πιθανής προώθησης της εφαρμογής της ΚΠ. Σε περίπτωση δε εφαρμογής της, οι πολιτικές ευθύνες της απόφασης πολλαπλασιάζονται και θα έχει εξαιρετική βαρύτητα κάθε πτυχή εφαρμογής του μέτρου.

Συμπερασματικά, η βελτίωση των υπηρεσιών του ελληνικού κράτους είναι αυτονόητο αίτημα όλων των ελλήνων. Δεν χρειάζεται επιχειρηματολογία. Η Πολιτεία μάλιστα είναι υπόλογος για την αδιανόητη έκταση της Γραφειοκρατίας.

Ζητούμε από την Κυβέρνηση:

1) να δώσει αξιόλογη παράταση στην προθεσμία της δημόσιας  διαβούλευσης (π.χ. μέχρι τέλος Ιανουαρίου 2011),

2) να παρουσιάσει με παρρησία Έκθεση με τα θετικά στοιχεία του μέτρου και όλους τους πολύπλευρους και ανυποψίαστους στην πρώτη ματιά κινδύνους, που απειλούν το κοινωνικό σώμα με την χρήση της ΚΠ,

3) να εκθέσει με ακρίβεια πώς θεωρεί ότι θα αντιμετωπίσει τους πολυάριθμους αυτoύς κινδύνους,

4) να παρουσιάσει ένα απολύτως δεσμευτικό οικονομικό προϋπολογισμό για την πλήρη εφαρμογή της ΚΠ καθώς και, συγκριτικά, τον προϋπολογισμό για μια εναλλακτική δομή της δημοσίας διοίκησης με βάση το ανθρώπινο δυναμικό και νέα κατάλληλη θέσμιση για απομάκρυνση της Γραφειοκρατίας,  και

5) να ρωτήσει τον λαό με δημοψήφισμα άμεσης δημοκρατίας εάν αποδέχεται το μέτρο. Έτσι την ευθύνη οποιασδήποτε απόφασης θα φέρει άμεσα ο λαός.

Κάθε άλλη λύση, στα πλαίσια κομματικών βουλευτικών πειθαρχιών, και μάλιστα βιαστική αντιμετώπιση ενός μέτρου με τόσο μεγάλη κοινωνική επίπτωση, δημιουργεί πολλά ερωτηματικά και ενστάσεις για την σημερινή και αυριανή ποιότητα της δημοκρατίας μας.  Εάν μια προσβολή του ελεύθερου ελληνικού λαού με την  εφαρμογή της ΚΠ προστεθεί στην συνεχιζόμενη οικονομική κρίση, είναι πολύ πιθανόν ο λαός αυτός να αντιδράσει – δεν γνωρίζουμε πώς και πότε -, και οι πολιτικοί, που δεν εγείρουν προσωπικό ανάστημα ευθύνης, να αντιμετωπίσουν  την  πολιτική, πνευματική και ιστορική τους καταδίκη.

 

Ξάνθη 9-12-2010

 

* Ο π. Γεώργιος Αναγνωστόπουλος είναι αναπλ. Καθηγητής στο Πολυτεχνείο της Ξάνθης

Παράδοξα Στ. Ράμφου – Η νεοελληνική παρακμή

Τα παράδοξα του Στέλιου Ράμφου και η νεοελληνική παρακμή

 

Του Σπύρου Κουτρούλη

 

 

 

Το νέο βιβλίο του Στέλιου Ράμφου, όπως μαρτυρά ο τίτλος του Το αδιανόητο Τίποτα – φιλοκαλικά ριζώματα του νεοελληνικού μηδενισμού δοκίμιο φιλοσοφικής ανθρωπολογίας (Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2010, σελ. 490), έχει μια διπλή στόχευση: Να αποτελέσει μια πρωτότυπη και γόνιμη μελέτη ενός έργου που έχει σημαδέψει τον ανατολικό τουλάχιστον χριστιανισμό, δηλαδή τη φιλοκαλία, και κατά δεύτερο να αναδείξει τον τρόπο που επηρέασε την ελληνική κοινωνία σε μια προοπτική μηδενιστική.

Αν περιοριζόταν στον πρώτο στόχο, θα ήταν μια ακόμη αξιόλογη μελέτη, που σίγουρα δεν θα ενδιέφερε αποκλειστικά τους θεολόγους.

Όμως δεν αρκέστηκε σε αυτό. Θέλησε να χρησιμοποιήσει μία συγκεκριμένη πλευρά της φιλοκαλίας, την ερμηνεία της οποίας προηγουμένως απολυτοποίησε, για να ερμηνεύσει με τρόπο δεσμευτικό την εξέλιξη του νεοελληνισμού. Φυσικά, μία τέτοιου είδους κατανόηση προϋποθέτει τον αποκλεισμό πολλών άλλων παραγόντων, ώστε να μπορεί να εκπληρώνει τους στόχους που η ίδια έχει θέσει. Έτσι η οικονομία, η μορφή του πολιτικού συστήματος, το δίκαιο, η εξέλιξη των διεθνών και διακρατικών σχέσεων, απουσιάζουν εντελώς. Φυσικά, ο Ράμφος δεν είναι Μ. Βέμπερ – που κατάφερε να συνδέσει τον προτεσταντισμό με τον καπιταλισμό –, αλλά ούτε και Μπερδιάγεφ, που έδειξε την πορεία του ρωσικού λαού από την ορθοδοξία στον ρωσικό κομμουνισμό και μηδενισμό ως μια ενιαία εξέλιξη. Το αποτέλεσμα είναι μια σειρά από παράδοξες σκέψεις, που φρόντισε ο ίδιος να διαδοθούν και να διευρυνθούν με συνεντεύξεις, σε δημοσιογράφους που ή δεν είχαν διαβάσει το έργο του ή δεν ήθελαν  – πιθανόν – να του θέσουν ορισμένες κρίσιμες και διαφωτιστικές ερωτήσεις.

Είναι αναμφισβήτητο ότι ο Ράμφος κόπιασε με τα κείμενα της φιλοκαλίας. Έσκυψε με πάθος και για πολλά χρόνια πάνω σε αυτά. Ερεύνησε μεθοδικά και με συγκριτικό τρόπο κάθε μελέτη που θα μπορούσε να αναδείξει τις σημασίες που περιέχουν. Όμως η προσπάθειά του να ερμηνεύσει μονοδιάστατα τον νεοελληνισμό και να χρησιμοποιήσει τα πορίσματά του για τρέχουσες πολιτικές επιδιώξεις (όπως την «επιχειρηματικότητα», την «καινοτομία»), που είχε άλλωστε προαποφασίσει, έβλαψαν συνολικά το συγκεκριμένο έργο του. Η προβληματική πλευρά του έργου επιδεινώθηκε από ένα ακόμη γεγονός: Ό,τι θα έπρεπε να τεκμηριώσει, το λαμβάνει ως δεδομένο. Έτσι μπορεί να θεωρεί ότι ο ατομικισμός και μόνον προάγει ιστορικά τις κοινωνίες, ή ότι το τέλος του Βυζαντίου επήλθε από την απουσία του ατόμου, αλλά οι σκέψεις αυτές παραμένουν ταυτολογικοί αφορισμοί, οι οποίοι δεν θεμελιώνονται πάνω στην ιστορική έρευνα και σπουδή. Επίσης, γενικεύσεις ή μονομέρειες της κοινωνικής εξέλιξης της Ανατολής και της Δύσης, όπως ότι στη Δύση υπάρχει μόνο ατομισμός και στη βυζαντινή Ανατολή μόνο κοινωνισμός, παραβλέπουν ότι στη Δύση υπήρχαν συντεχνίες, κοινότητες, και στη συνέχεια συνδικαλισμός, όπως και ότι στο Βυζάντιο ο άνθρωπος βρήκε συχνά ένα ευρύ πλαίσιο για να αναπτυχθεί – ευρύτερο μάλιστα από αυτό που συναντούμε σε άλλες κοινωνίες την ίδια εποχή. Η άποψη του Ράμφου ότι η παραδοσιοκρατία, σε κάθε περίπτωση, δεν συνάπτεται με την εκτεχνικευμένη κοινωνία, είναι πρόδηλα έωλη. Για παράδειγμα, η Αλ Κάιντα δεν πήγε στην Νέα Υόρκη με τον αραμπά, αλλά με Μπόινγκ 767, ενώ δεν χρησιμοποιεί τόξα, αλλά καλάσνικοφ και πυραύλους στίνγκερ.   
Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος, σε απαντητικό κείμενο με τίτλο «Η Φιλοκαλία, ο μηδενισμός και η κρίση» (βλέπε www.alopsis.gr), υποστηρίζει ότι η φιλοκαλία δεν περιέχει μόνο μια ανθρωπολογία, αλλά περισσότερες. Ιδιαίτερα θεωρεί «ως εντελώς παράδοξη τη θέση του Ράμφου πως ο ανατολικός χριστιανισμός δεν διαθέτει καν ανθρωπολογία. Η απόλυτη ισότητα και ακεραιότητα των δύο φύσεων του Χριστού στη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, καθώς και ο μακρύς αντιμονοφυσιτικός αγώνας, που κατέληξε στη λαμπρή διατύπωση της απόλυτης ελευθερίας της ανθρώπινης βούλησης, για πρώτη φορά στην Ιστορία, στον Μάξιμο τον Ομολογητή και την Στ΄ Οικουμενική Σύνοδο, ενάντια στην παθητικότητα της βουδιστικής Ανατολής, θα αρκούσαν για να αποδείξουν αυτό».

Αλλά ο Ράμφος κάνει και άλλες αστοχίες. Παραβλέπει το γεγονός ότι η φιλοκαλία δεν περιέχει το σύνολο της ορθόδοξης παράδοσης. Επίσης ότι δεν δίνει πρωτοκαθεδρία στο αίσθημα, αλλά ότι «τόσο το αίσθημα όσο και ο νους περιορίζονται στη διαδικασία της προσευχής». H φιλοκαλία δεν θεμελιώνει τον μηδενισμό, αλλά αξίες. Ο μηδενισμός κατά τον Χάιντεγκερ στηρίζεται «στην αυτοτοποθέτηση του σκεπτόμενου υποκειμένου ως προϋπόθεση κάθε αντικειμενικής μεταφυσικής του Είναι και η βούληση για δύναμη που ακολουθεί», όπως και από το γεγονός ότι το «φίλαυτο υποκείμενο» χάνει την επαφή με την κοινότητα και σχετικοποιεί κάθε αξία.

Στην ελληνική περίπτωση, η απουσία κανονιστικών δεσμεύσεων ή αναφοράς σε ένα συλλογικό όραμα, όπως ήταν παλαιότερα η Μεγάλη Ιδέα και κατόπιν η Εθνική Αντίσταση, δημιουργεί ένα μηδενισμό με τη μορφή ενός άγριου, ανορθολογικού και αντικοινωνικού ατομικισμού, πολύ διαφορετικού από το άτομο που δημιούργησε ο προτεσταντισμός και χρησιμοποίησε ο καπιταλισμός ως την αρχική καύσιμη ύλη του. Έτσι, ο υπάλληλος που τα παίρνει για να μην κάνει σωστά τη δουλειά του, ο πολιτικός που εισπράττει μίζες – από τη Ζίμενς για παράδειγμα – προξενώντας τεράστια ζημιά στην πατρίδα του, αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στο όφελος του ατόμου του, χωρίς να αισθάνεται καμιά υποχρέωση απέναντι στην κοινωνία και στον τόπο του.

Ένας ασκητισμός – σαν των ιερών νηπτικών – που ελέγχει τις επιθυμίες και αντικαθιστά το ίδιο όφελος από το κοινωνικό, το αυτάρκες εγώ από το δόσιμο στον άλλο, προσφέρει στην κοινωνία μια έλλογη, συλλογική διέξοδο. Είναι μια απάντηση, χωρίς να είναι η μοναδική, στον μηδενισμό του ατομικισμού. Ο Ράμφος, επικρίνοντας την ασκητική παράδοση – ιδιαίτερα τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά και τη θεωρία του για τη θεία ουσία και τις άκτιστες ενέργειες – όπως και κάθε συλλογική ταυτότητα, σαν την οικογένεια ή την κοινότητα, συνειδητά ή όχι, προωθεί και δικαιώνει έναν ατομικισμό που είναι η μήτρα όχι ενός υψιπετούς μηδενισμού σαν αυτού του Σιοράν, αλλά ενός μηδενισμού θλιβερού και παρακμιακού, σαν αυτόν που απηχεί ο πολιτικός που ξεροσταλιάζει μπροστά από τα ταμεία της Ζίμενς για να λάβει το δώρο του.

Σε συνέντευξη στην Ελευθεροτυπία (25.5.2010), με σκοπό να παρουσιάσει το καινούργιο βιβλίο του, διατυπώνει διάφορες παράδοξες σκέψεις, πολλές από τις οποίες δεν περιέχονται – τουλάχιστον με αυτή τη μορφή και ένταση – στο Αδιανόητο Τίποτα. Βεβαίως, μπορεί να υπάρχει το ελαφρυντικό του προφορικού λόγου, αλλά επιβαρύνεται από το γεγονός ότι απευθύνεται σε ένα κοινό που δεν έχει ιδιαίτερη εξοικείωση με τις φιλοσοφικές έννοιες και άρα έχει αυξημένη ευθύνη απέναντί του. Λέγει λοιπόν: «Εάν δεχθούμε ότι, για να φτάσουμε στον Θεό, όπως ήθελαν οι ασκητές, πρέπει να εξοντώσουμε κάθε στοιχείο λογικό από μέσα μας, να το αφανίσουμε, τότε μένουμε στη θεότητα ως απόλυτο αίσθημα και βρισκόμαστε ένα βήμα από το μηδέν. Γιατί, αν το απόλυτο είναι κενό και δεν έχει καμία λογική, τότε δεν έχεις παρά να κυνηγάς σκιές. Η διαδικασία αυτή, που απορρίπτει τη λογική, διαμορφώνει ψυχολογίες ακράτητα συναισθηματικές, σαν αυτές που βλέπουμε στη σύγχρονη κοινωνία». Βεβαίως, παραλείπει να πει ότι αυτός που ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούν να σταθούν οι λογικές αποδείξεις του Θεού είναι ο εισηγητής του κριτικού ορθολογισμού, ο Ε. Καντ. Όπως γράφει ο Π. Κανελλόπουλος: «Λογική απόδειξη για την ύπαρξη της Ελευθερίας και για την ύπαρξη του Θεού αποκλείεται κατά τον Καντ. Τις σελίδες του για τις Αντινομίες τις ακολουθούν, στην Κριτική του Καθαρού Λόγου, οι σελίδες  όπου αποκρούει και τις “τρεις αποδείξεις” για την ύπαρξη του Θεού».  Παραδόξως, ο Ράμφος δεν στρέφεται διόλου κατά του καντιανισμού, όπως κάνει με τη φιλοκαλία, ούτε τον θεωρεί εμπόδιο σε αυτό που ονομάζει «νεώτερη δημοκρατική κοινωνία».

Σε δύο τρία σημεία του έργου του (στη σελίδα 53 και αλλού), ο Ράμφος αναφέρεται στο σπουδαίο βιβλίο του Λουί Ντυμόν Δοκίμια για τον Ατομικισμό, χωρίς όμως να τον λαμβάνει πολύ σοβαρά υπόψη του. Σύμφωνα με τον Ντυμόν, ο χριστιανισμός – ανατολικός ή δυτικός – ανέπτυξε έναν ξεχωριστό ατομικισμό, που τον διαφοροποίησε από την ινδική, για παράδειγμα, κοινωνία. «Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία σχετικά με τη θεμελιώδη αντίληψη περί ανθρώπου, που πήγασε από τη διδασκαλία του Χριστού: όπως το είπε και ο Τραιλτς, ο άνθρωπος είναι ένα άτομο – σε – σχέση – με – τον – Θεό, πράγμα που σημαίνει, για τη δική μας χρήση, άτομο που ουσιαστικά είναι έξω από τον κόσμο… Από τη διδαχή, πρώτα του Χριστού και έπειτα του Παύλου, απορρέει ότι ο χριστιανός είναι «ένα άτομο – σε σχέση – με – τον Θεό. Στη σχέση με τον Θεό, λέει ο Τραιλτς, υπάρχει απόλυτος ατομικισμός και απόλυτος οικουμενισμός (universalisme)». Ένας τέτοιος ατομικισμός, που στρέφει τον άνθρωπο προς τα μέσα, μπορεί να στέκεται εχθρικά απέναντι σε ορισμένες εξουσίες (η αγάπη είναι το κριτήριο για την αποδοχή ή την αντίσταση στην εξουσία), συγχρόνως όμως εντάσσει το άτομο σε κοινωνικές συσσωματώσεις όπως είναι η κοινότητα.

 

ΠΗΓΗ: Εφ. Ρήξη, φ. 69, http://www.ardin.gr/node/3958

ΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

  ΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ:
 

 Η αναγκαιότητα αρμονικής ανάπτυξης της Ευρωζώνης, οι επιθέσεις του ΔΝΤ, η επέλαση της Κίνας, η Γερμανία, η Ρωσία, η θέση των αγορών, η αλληλεξάρτηση των χρεών, οι τρείς εκδοχές της κρίσης και η ελπίδα για το μέλλον

 
Του Βασίλη Βιλάρδου*


 

Από την πλευρά της Γερμανίας, η αιτία της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, είναι η έλλειψη δημοσιονομικής πειθαρχίας – η μη τήρηση δηλαδή του συμφώνου σταθερότητας (έλλειμμα 3%), κατά την κατάρτιση και εφαρμογή των ετησίων προϋπολογισμών. Αντίθετα, από την πλευρά της Ισπανίας, «ένοχοι» για την κρίση είναι οι κερδοσκόποι.

Και στις δύο περιπτώσεις, «παραγνωρίζονται» προφανώς οι ευρύτερες αλληλεξαρτήσεις ιδιωτικών και δημοσίων χρεών, όπως θα αναλύσουμε στο τέλος του κειμένου, ενώ δεν λαμβάνονται καθόλου υπ’ όψιν οι μεγάλες «ενδοευρωπαϊκές ανισορροπίες», στον τομέα της παραγωγικότητας (για παράδειγμα, 30-40% χαμηλότερη παραγωγικότητα της Ελλάδας, σε σχέση με τη Γερμανία, σχεδόν αντίστοιχα υψηλότερες τιμές καταναλωτή κλπ).

Περαιτέρω, οι σημερινές μεγάλες προσπάθειες των ευρωπαϊκών κρατών, με στόχο τη «συλλογική», την από κοινού δηλαδή μείωση των δημοσίων ελλειμμάτων, οδηγούν ασφαλώς στην ύφεση (depression). Αντίθετα, η μερική «θεραπεία» των προβλημάτων της Ευρωζώνης, με τη βοήθεια του ελεγχόμενου πληθωρισμού, κατά το «παράδειγμα» των Η.Π.Α. («εκτύπωση» χρημάτων από την ΕΚΤ, Ευρωομόλογα, Quantitative Easing κλπ), θα ήταν μάλλον μία βραχυπρόθεσμη λύση. Άλλωστε, όπως έχουμε ήδη αναλύσει, η απόσυρση των μέτρων στήριξης είναι μία εξαιρετικά δύσκολη, επικίνδυνη διαδικασία, χωρίς απολύτως κανένα εγγυημένο αποτέλεσμα.

Η καλυτέρευση τώρα της ευρωπαϊκής παραγωγικότητας, κατά το «πρότυπο» της Γερμανίας (συγκράτηση των μισθών, περιορισμός του κοινωνικού κράτους, μειωμένη εσωτερική κατανάλωση κλπ), θα οδηγούσε σε επικίνδυνες, παγκόσμιες οικονομικές ανισορροπίες – ενώ, η συνέχιση του ενδοευρωπαϊκου ανταγωνισμού, ξανά εκ μέρους της Γερμανίας (επιδότηση/dumping εργατικού κόστους, ανάπτυξη εις βάρος των «εταίρων» της κ.α.), θα προκαλέσει αργά ή γρήγορα τη διάσπαση της Ευρωζώνης.

Κατά την άποψη μας η διέξοδος, η λύση της Ευρώπης δηλαδή, δεν είναι άλλη από τη «συμμετρική» εξέλιξη, από την «ταιριαστή», την αρμονική ανάπτυξη καλύτερα των κρατών-μελών της όπου, οι μέχρι σήμερα πλεονασματικές χώρες, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, θα αποδεχθούν μεγαλύτερα ελλείμματα – έτσι ώστε οι «ελλειμματικές» χώρες, όπως η Ισπανία και η Ελλάδα, να μπορούν να μειώσουν τα δικά τους.

Για παράδειγμα, μόνο εάν αυξήσει την εσωτερική της κατανάλωση η Γερμανία, μειώνοντας τους φόρους και αυξάνοντας τους μισθούς των εργαζομένων της, εισάγοντας παράλληλα προϊόντα από την Ελλάδα και επενδύοντας στη χώρα μας (αντί στην Κίνα ή αλλού), θα υπάρξει ταυτόχρονη, αρμονική ανάπτυξη και στις δύο χώρες. Στην περίπτωση αυτή είναι εύλογο ότι, η Ελλάδα θα περιόριζε τα ελλείμματα της, χωρίς να υποχρεωθεί σε ύφεση – η οποία θα είχε σαν αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, τη μείωση των εισαγωγών της από τη Γερμανία.   

Στην αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή δεν υπάρχει η βούληση για συμμετρική εξέλιξη, για μία αρμονική ανάπτυξη, η οποία θα οδηγήσει στην πολιτική ένωση της Ευρώπης, είναι καλύτερα να διασπασθεί άμεσα η Ευρωζώνη, με δική της πρωτοβουλία – «υποχωρώντας» ίσως στην προηγούμενη της κατάσταση (ΕΟΚ), με την υιοθέτηση των εθνικών νομισμάτων εκ μέρους όλων των μελών της, τα οποία πλέον θα συνιστούν μία απλή ζώνη ελευθέρου εμπορίου (μαζί με τη Ρωσία).  

Εάν πραγματοποιηθεί τελικά κάτι τέτοιο, εάν κριθεί δηλαδή ότι δεν υπάρχει βούληση για πραγματική ένωση και ανεξαρτητοποιηθούν οι χώρες της Ευρωζώνης, τότε μάλλον θα συμβεί εντός του 2011  – αφού τότε λήγουν τα δεκαετή ομόλογα πολλών κρατών-μελών, τα οποία ελήφθησαν αμέσως μετά την προσχώρηση τους στο κοινό νόμισμα (Πίνακας Ι).

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Λήξη ομολόγων του δημοσίου σε δις €, με ημερομηνία καταγραφής τις 17.11.2010

 

Χώρα

*2011

2012

2013

2014

2015

 

 

 

 

 

 

Ιρλανδία

10,640

5,876

6,028

11,857

0,191

Ελλάδα

38,872

31,735

27,722

31,535

51,386

Πορτογαλία

28,156

9,454

9,768

15,370

11,922

Ισπανία

128,312

73,653

66,192

46,887

37,926

Ιταλία

264,601

144,399

123,745

90,821

122,241

Πηγή: Bloomberg

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* Το έτος της μητέρας των κρίσεων

 

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι, ειδικά όσον αφορά τους επομένους υποψηφίους εισόδου στον Ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης, την Πορτογαλία, την Ισπανία και την Ιταλία, το 2011 (δέκα έτη δηλαδή μετά την είσοδο τους στην Ευρωζώνη), είναι το χρονικό σημείο με τις μεγαλύτερες απαιτήσεις, σε σχέση με το δανεισμό τους. Τα ποσά που καλούνται αυτό το χρόνο να αναχρηματοδοτήσουν είναι πάρα πολύ μεγάλα, με το σύνολο σχεδόν της «δύσης» (Ιαπωνία, ΕΕ, Η.Π.Α.) στη δίνη του χρέους, οπότε τα πάντα μπορεί να συμβούν – τόσο στις ίδιες (χρεοκοπία, ΔΝΤ), όσο στην Ευρωζώνη (διάσπαση) και στον πλανήτη (πόλεμος).

Παραδόξως, ο δανεισμός της Ελλάδας είναι σωστά διαμοιρασμένος και στα πέντε έτη, γεγονός που συνηγορεί στο ότι η χώρα μας, σε αντίθεση με την Ισπανία και την Ιταλία, εισήλθε σωστά στην Ευρωζώνη – πληρώνοντας όμως αργότερα ακριβά τη συμμετοχή της, με τη μείωση της ανταγωνιστικότητας της (παράλληλα με τη σπατάλη του κρατικού μηχανισμού, η οποία προήλθε από την εύκολη πρόσβαση του δημοσίου στις αγορές, με χαμηλά επιτόκια δανεισμού, λόγω της υιοθέτησης του κοινού νομίσματος)           

Περαιτέρω, η «κατά περίπτωση» υιοθέτηση ενός εθνικού νομίσματος, όπως αυτή συζητείται τόσο για την Ελλάδα (δραχμή), όσο και για τη Γερμανία (μάρκο), δεν οδηγεί πουθενά – ενώ είναι απολύτως «ουτοπική», αφού στη μεν Ελλάδα θα είχε σαν αποτέλεσμα την «εκτόξευση» του χρέους σε ευρώ (δημοσίου και ιδιωτικού), λόγω «ραγδαίας» υποτίμησης της δραχμής, ενώ στη Γερμανία την καταβαράθρωση των εξαγωγών (65% στην ΕΕ), λόγω αθρόας ανατίμησης του μάρκου. Μόνο μία «ελεγχόμενη» λοιπόν, μία μεθοδική και προγραμματισμένη έξοδος όλων των μελών από την Ευρωζώνη, «κοινή συναινέσει», θα μπορούσε να έχει κάποιες ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας.    

Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή μας, την οποία αυτή τη φορά ξεκινήσαμε με τα συμπεράσματα που θα τεκμηριώσουμε στη συνέχεια, θεωρούμε ότι καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν είναι τόσο ισχυρή για να μπορέσει να αντιμετωπίσει μόνη της τις διαρκείς επιθέσεις του ΔΝΤ, του Κερδοσκοπικού Κεφαλαίου και της Κίνας. Πόσο μάλλον αφού, τα τεράστια προβλήματα της μέχρι σήμερα σύνδεσης των διαφόρων ευρωνομισμάτων με το ύπουλα ισχυρό «γερμανικό ευρώ», ταυτόχρονα με την αδυναμία άσκησης αυτόνομης «συναλλαγματικής πολιτικής», εκ μέρους των κεντρικών τραπεζών των κρατών-μελών της Ευρωζώνης, θα οδηγούσαν όποια χώρα επιθυμούσε να εξέλθει «ηρωικά» μόνη της, στην απόλυτη οικονομική καταστροφή – εάν όχι, στην πλήρη εξάρτηση της «από τρίτους».

 

ΟΙ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΝΤ

 

Όπως έχουμε αναφέρει στο παρελθόν, οι σύνδικοι του διαβόλου, το ΔΝΤ δηλαδή, από το 1971 και μετά (κατάργηση του κανόνα του χρυσού), είναι όργανο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής – επομένως, των πολυεθνικών της Wall Street. Μετά την αποτυχία του τώρα στη Λατινική Αμερική (Η άλωση της Βραζιλίας), καθώς επίσης στις αναπτυσσόμενες χώρες (Ασία κλπ), έμεινε ουσιαστικά χωρίς αντικείμενο. Τόσο αυτό λοιπόν, όσο και η «σκοτεινή δύναμη» πίσω του (η Παγκόσμια Τράπεζα), αντιμετώπιζαν σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα (άρθρο μας: Σκάκι με το διάβολο).

Στα πλαίσια αυτά, οι Η.Π.Α. «επιτέθηκαν» τόσο στην Ευρώπη (κυρίως), όσο και αλλού, δια μέσου της πώλησης των ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης (CDOS) – διαπράττοντας τη μεγαλύτερη ληστεία όλων των εποχών. Εξήγαγαν λοιπόν τα προβλήματα τους σε ολόκληρο τον κόσμο, καταστρέφοντας τεράστιες ποσότητες χρημάτων και οδηγώντας αρκετές χώρες στο χείλος του γκρεμού.

Στη συνέχεια, εμφανίστηκε το ΔΝΤ σαν «ο από μηχανής Θεός», εν πρώτοις στην Ανατολική Ευρώπη και αργότερα στην Ευρωζώνη – από την πόρτα που του άνοιξε πρώτη η Ελλάδα, όταν βρέθηκε στο «μάτι του κυκλώνα». Η «κερκόπορτα» αυτή ανοίχθηκε με την αυθαίρετη πρωτοβουλία της Ελληνικής κυβέρνησης, η οποία ουσιαστικά προσκάλεσε μόνη της το ΔΝΤ – με την ανοχή δυστυχώς, αν όχι με τη συμμετοχή, της κυρίας Merkel.

Ο σοσιαλιστής ηγέτης τώρα του ΔΝΤ, κατάφερε να «αποβιβαστεί» στην Ευρώπη, πείθοντας τη γερμανίδα καγκελάριο για τις αγαθές του προθέσεις (ή, ίσως, συνεργαζόμενος μυστικά μαζί της), έχοντας φυσικά εξασφαλίσει την αμέριστη «συμπαράσταση» του Έλληνα πρωθυπουργού. Λίγους μήνες αργότερα, αφού προηγουμένως είχε εγκατασταθεί μόνιμα η σκιώδης κυβέρνηση στην Αθήνα, «αποκρατικοποιώντας» την εξουσία, διεύρυνε τις μεθοδικές επιθέσεις του, με τη βοήθεια των συμβατικών αμερικανικών όπλων (εταιρείες αξιολόγησης κλπ) και της ευρωπαϊκής κυβερνητικής «ανεπάρκειας».

Έτσι λοιπόν εισέβαλλε τελικά στη δεύτερη χώρα της Ευρωζώνης, στην Ιρλανδία, η οποία όμως, αυτή τη φορά, δεν το ζήτησε μόνη της, όπως η Ελλάδα, αλλά της επιβλήθηκε «εκ των άνω». Φυσικά θα ακολουθήσουν και άλλες χώρες (Πορτογαλία, Ισπανία, Βέλγιο, Ιταλία κλπ), αφού πλέον το ΔΝΤ έχει βρει μία πολύ πιο «αποδοτική» δραστηριότητα, από αυτήν που είχε μέχρι σήμερα (εάν φυσικά δεν εμποδιστεί από τη Γερμανία, την Κίνα, τη Ρωσία ή όποιον άλλο «ανταγωνιστή» του). 

Συνεχίζοντας, τα ποσά που δανείζει το ΔΝΤ είναι πλέον σε «τοκογλυφική» συνεργασία με την Κομισιόν και την ΕΚΤ, είναι πολύ πιο μεγάλα από τα συνήθη (για παράδειγμα στη Βραζιλία, σε μία πάμπλουτη σε υπέδαφος και ενέργεια χώρα των 190 εκ. κατοίκων, είχε περιορισθεί στα περίπου 30 περίπου δις $), ενώ χρησιμοποιούνται φρεσκοτυπωμένα, πληθωριστικά δολάρια, χωρίς αντίκρισμα (η ανοδική πορεία της τιμής του χρυσού, είναι η καλύτερη απόδειξη της απαξίωσης του δολαρίου). Μπορεί λοιπόν να αυξάνει απεριόριστα τα κεφάλαια του, χωρίς καθόλου να προβληματίζεται για την εύρεση τους, όπως οι «εταίροι» του στην Ευρωζώνη – οι οποίοι, κάποια στιγμή, θα δυσκολευθούν να το ακολουθήσουν, με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται για το μέλλον τους.        

Ο στόχος του φαίνεται να είναι, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η υποδούλωση των χωρών-πελατών του, δια μέσου της κατάληψης της σκιώδους εξουσίας (ειδικά των εκάστοτε υπουργείων οικονομικών), η πλουσιοπάροχη αμοιβή των στελεχών του (δεν πληρώνουμε μόνο τόκους, αλλά και υψηλούς μισθούς στο ΔΝΤ), η λεηλασία των κερδοφόρων δημοσίων επιχειρήσεων από τις πολυεθνικές-εντολοδόχους του, καθώς επίσης η κερδοφόρα εγκατάσταση των ξένων εταιρειών – σε χώρες που «επιβάλλει» το ίδιο αφενός μεν μία εκτεταμένη φοροαποφυγή, αφετέρου δε μία τεράστια «συμπίεση» των αμοιβών των εργαζομένων, η οποία καταλήγει στην εξαθλίωση της πλειοψηφίας τους.  

Φυσικά, το «Ταμείο» είναι πλήρως οργανωμένο, ενώ έχει την ικανότητα «χειρισμού» της κοινής γνώμης, δια μέσου της «χειραγώγησης» κάποιων ΜΜΕ, ορισμένων «επιφανών» συνδικαλιστών και γενικότερα των περισσοτέρων από αυτούς που εκπροσωπούν τους ονομαζόμενους «κοινωνικούς εταίρους».

Σε γενικές γραμμές δε το φοβισμένο, το «παγωμένο» στη θέση του και άβουλο πλήθος, δεν αντιδράει αμέσως – συνήθως πολύ αργότερα, όταν είναι πλέον αδύνατον να αντιστραφούν τα αποτελέσματα. Για παράδειγμα, το «πλήθος» στην Αργεντινή βγήκε τότε μόνο στους δρόμους, όταν η χώρα είχε λεηλατηθεί και χρεοκοπήσει, μετά από αρκετά χρόνια δραστηριοποίησης των συνδίκων του διαβόλου.   

Κλείνοντας, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, “Όταν μία αντιπροσωπεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου «επισκέπτεται» μία χώρα, θέτοντας σαν προϋπόθεση για την εκχώρηση δανείων τον περιορισμό των κοινωνικών και λοιπών δαπανών, η διαφορά δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη, σε σχέση με τη φυσική καταστροφή που θα προκαλούσε ένας βομβαρδισμός εκ μέρους του ΝΑΤΟ.

Το ΔΝΤ απαιτεί το κλείσιμο νοσοκομείων, σχολείων και βιομηχανιών, με ένα πολύ χαμηλότερο κόστος «εισβολής» για τη Δύναμη που εκπροσωπεί, από αυτό που θα είχε ο ανελέητος βομβαρδισμός των νοσοκομείων, των σχολείων και των βιομηχανιών – όπως στο παράδειγμα της Γιουγκοσλαβίας. Το αποτέλεσμα όμως, για τη χώρα «υποδοχής» του, είναι σχετικά το ίδιο: Η απόλυτη καταστροφή της” (M. Chossudovsky).

 

Η ΕΠΕΛΑΣΗ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ

 

Αναλύοντας τις κινήσεις της «κίτρινης» υπερδύναμης, είναι εμφανές ότι προσπαθεί, όσο καλύτερα μπορεί, να εκμεταλλευθεί την  ευρωπαϊκή κρίση χρέους – εντελώς διαφορετικά όμως, από τους Η.Π.Α./ΔΝΤ και τη Γερμανία.

Τους περασμένους μήνες λοιπόν η Κίνα παρουσιάστηκε στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στην Ιρλανδία, στην Πορτογαλία, στη Βρετανία και στην Ισπανία, σαν το «λευκό ιππότη» – σαν το σωτήρα στην ανάγκη καλύτερα, έναν καινούργιο «μνηστήρα», ο οποίος δεν παρέμεινε αδιάφορος, όταν κάποια κράτη-μέλη της Ευρωζώνης βρέθηκαν να αντιμετωπίζουν μεγάλες οικονομικές δυσκολίες. Oπως είπε δε ο πρωθυπουργός, ο κ. Wen Jiabao, «Θα προσφέρουμε περαιτέρω βοήθεια και θα βοηθήσουμε ορισμένες χώρες να ξεπεράσουν τις δυσκολίες τους».  

Οι Κινέζοι, διαθέτοντας πάνω από 2,4 τρις $ συναλλαγματικά αποθέματα και φοβούμενοι πλέον τις τοποθετήσεις τους στα αμερικανικά ομόλογα δημοσίου, εν όψει πιθανού πληθωρισμού στις Η.Π.Α., αναζητούν εναγωνίως δυνατότητες διασποράς των επενδύσεων τους. Έτσι λοιπόν, οι πρόσφατοι προβληματισμοί των υπερχρεωμένων, μικρότερων χωρών της «περιφέρειας» του Ευρώ, οι οποίες αναζητούν πάση θυσία λύσεις, υποδεχόμενες με ευγνωμοσύνη τον οποιονδήποτε επενδυτή, ταιριάζουν απόλυτα στα σχέδια της απολυταρχικής Κίνας – αν και στο κέντρο της Ευρώπης, στις πλεονασματικές χώρες της, η προθυμία των Κινέζων αντιμετωπίζεται με αυξανόμενο σκεπτικισμό. «Η Κίνα εξαγοράζει την Ευρώπη και εμείς οι Ευρωπαίοι πουλάμε την ψυχή μας στο διάβολο», είπε πρόσφατα στις Βρυξέλες ο Γερμανός επίτροπος κ. G.Oettinger.

Μετά την Αφρική (κυρίως εξαγορά γης, για την εξόρυξη πρώτων υλών) και την Ασία, η Κίνα «προωθείται» ραγδαία στη «γηραιά ήπειρο», μέσα από την αδύναμη, νότια περιφέρεια της, αναζητώντας ουσιαστικά εναλλακτικές αγορές γα την πώληση των προϊόντων της – σε αντίθεση με τις Η.Π.Α./ΔΝΤ, οι οποίες έχουν μία εντελώς διαφορετική στρατηγική. Ξεκινώντας από την Ιταλία (άρθρο μας: Η κινεζική επιδημία), από την οποία εφοδιάζει την κεντρική Ευρώπη, διεύρυνε την παρουσία της στην Ελλάδα, στο λιμάνι του Πειραιά, δια μέσου της Cosco (προγραμματίζεται αντίστοιχη επένδυση στην Κρήτη, στο χωριό Κόκκινος Πύργος), αποσκοπώντας στην ευρύτερη αγορά των Βαλκανίων. Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, τόσο η Γερμανία, όσο και η Ολλανδία, σε καμία περίπτωση δεν θα επέτρεπαν τη συμμετοχή των Κινέζων στο λιμάνι του Αμβούργου ή του Ρότερνταμ.   

Ο Wen Jiabao ανακοίνωσε επί πλέον, την πρόθεση του να αγοράσει ομόλογα του δημοσίου, όταν βέβαια η Ελλάδα επιστρέψει στις αγορές (απαγορεύεται ρητά από το ΔΝΤ-μνημόνιο ο δανεισμός της χώρας μας από άλλους, κατά το χρονικό διάστημα ισχύος του!). Ο πρωθυπουργός της Ιταλίας τον υποδέχθηκε φωτίζοντας προς τιμήν του κόκκινο το Κολοσσαίο, η Κίνα αγόρασε ομόλογα του ισπανικού δημοσίου αξίας 625 δις $ και, όπως λέγεται, συμμετείχε κατά 20% στην πρόσφατη έκδοση/πώληση ομολόγων της Πορτογαλίας.  

Στην Πορτογαλία, οι κινεζικές επιχειρήσεις ενδιαφέρονται για χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και ενεργειακές εταιρείες – πρόσφατα η «Energias de Portugal» (EDP)  υπέγραψε συμφωνία συνεργασίας με την «China Power International», ενώ συζητούνται συμμετοχές κινεζικών τραπεζών στις πορτογαλικές Millenium BCP (από την Industrial and Commercial Bank of China) και BPI (από την Bank of China).

Στη Μ. Βρετανία, ήδη από το 2005, η κρατική αυτοκινητοβιομηχανία Nanjing Automobile Group εξαγόρασε τα υπόλοιπα της χρεοκοπημένης MG Rover, ενώ σχεδιάζεται η επαναλειτουργία του παλαιού εργοστασίου της στο Birmingham. Η δραστηριοποίηση των Κινέζων στη βρετανική αγορά ακινήτων είναι αρκετά σημαντική, με κέντρο βάρους το Λονδίνο, όπου πρόσφατα η Bank of China αγόρασε απέναντι από την κεντρική τράπεζα της Αγγλίας ένα τεράστιο ακίνητο, έναντι 150 εκ. $, μετατρέποντας το σε κεντρικό κατάστημα των ευρωπαϊκών της δραστηριοτήτων.

Στην Πολωνία, κινεζικές κατασκευαστικές εταιρείες ανέλαβαν κομμάτια της εθνικής οδού Βαρσοβίας-Λοντζ, τα οποία οφείλουν να είναι έτοιμα για τους αγώνες ποδοσφαίρου του 2012. Η China Overseas Engineering Group Company (η οποία έχει ήδη ανακοινώσει επέκταση των δραστηριοτήτων της στα δημόσια έργα της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και της Ουγγαρίας), ανέλαβε την κατασκευή για λιγότερα χρήματα από το 30% που είχαν υπολογίσει οι Αρχές της Πολωνίας – με τους Ευρωπαίους κατασκευαστές να είναι εκτός εαυτού, ισχυριζόμενοι ότι η ασυναγώνιστη αυτή τιμή οφείλεται σε dumping.

Σε περιπτώσεις όπως αυτή της Πολωνίας, αφενός μεν «εισάγονται» εργάτες από την Κίνα, οι οποίοι πληρώνονται με βάση τον εκεί μισθό (περί τα 100 $ μηνιαία), αφετέρου δε η χρηματοδότηση των έργων προέρχεται από τις κρατικές τράπεζες της Κίνας, οι οποίες είναι «φθηνότερες» κατά 8-9% από τις αντίστοιχες Ευρωπαϊκές.

Χωρίς να επεκταθούμε λοιπόν περαιτέρω, στις πολυποίκιλες δραστηριότητες των Κινέζων στην Ευρώπη, η μελλοντική υπερδύναμη φαίνεται να έχει στο στόχαστρο την αγορά της ΕΕ – την οποία προσπαθεί να «καταλύσει» μέσω της συμμετοχής των κρατικών της επιχειρήσεων στις ιδιωτικές ευρωπαϊκές. Ταυτόχρονα δε, με την ανάληψη έργων υποδομής, σε τιμές που είναι αδύνατον να ανταγωνιστεί η δύση, καθώς επίσης μέσω της «εξαγοράς» πολιτικής ισχύος (άμυνα απέναντι σε ενδεχόμενο προστατευτισμό, μέσω υψηλών δασμών εκ μέρους της δύσης), με τη βοήθεια των επενδύσεων σε κρατικά ομόλογα.

Το γεγονός αυτό οφείλει να προβληματίσει κυρίως τη Γερμανία, αφού οι γερμανικές εξαγωγές στην Ευρώπη αποτελούν το 65% σχεδόν των συνολικών της. Ειδικότερα, το 80% των γερμανικών εξαγωγών «τιμολογούνται» σε Ευρώ, ενώ μόλις το 13% σε δολάρια. Επί πλέον, όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙ που ακολουθεί, πάνω από το 50% των γερμανικών εξαγωγών πραγματοποιούνται σε 10 χώρες της Ε.Ε. (άρα το ισχυρό Ευρώ ελάχιστα τις επηρεάζει), ενώ μόλις το 7,58% στις Η.Π.Α. (σχεδόν παντού οι εξαγωγές της υπερβαίνουν τις εισαγωγές, με συνολικό πλεόνασμα 196,5 δις €):

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Συνολικές εξαγωγές και εισαγωγές της Γερμανίας το 2007, σε δις €

 

ΓΕΡΜΑΝΙΑ 

ΕΞΑΓΩΓΕΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ

**ΙΣΟΖΥΓΙΟ

 

 

 

 

Σύνολα παγκοσμίως

969,00

772,00

196,50

 

 

 

 

Γαλλία

93,90

64,90

29,00

Βρετανία

71,00

43,40

27,60

Ιταλία

65,10

44,30

20,80

Ολλανδία

62,40

64,30

-1,90

Αυστρία

52,80

32,80

20,00

Βέλγιο

51,40

38,80

12,60

Ισπανία

48,20

21,10

27,10

Πολωνία

36,10

24,10

12,00

Τσεχία***

26,00

26,20

-0,20

Ουγγαρία***

17,30

18,10

-0,80

 

 

 

 

Σύνολο

524,20

378,00

146,20

 

 

 

 

Η.Π.Α.

73,40

45,60

27,80

Ελβετία

36,40

29,80

6,60

Κίνα

29,90

54,60

-24,70

Ρωσία***

28,20

28,80

-0,60

 

 

 

 

Σύνολο

167,90

158,80

9,10

*       2007 σε δις €                                                                                   

**     Διαφορά εξαγωγών μείον τις εισαγωγές – πλεόνασμα ή έλλειμμα

***  Ουσιαστικά εισαγωγές από δικές της μονάδες – Έλλειμμα με Ρωσία λόγω πετρελαίου   

Πηγή: Γερμανική Στατιστική Υπηρεσία

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Για σύγκριση: Ελληνικές εξαγωγές 2007 = 17,2 δις (56 φορές χαμηλότερες)

Ελληνικές εισαγωγές 2007 = 53,4 δις (μόλις 14,5 φορές χαμηλότερες)

 

Οφείλει επίσης να προβληματίσει τις Η.Π.Α., ειδικά εάν η «επιδρομή» της υπερδύναμης, μέσω του ΔΝΤ, βρεθεί αντιμέτωπη με την εξέγερση εκείνων των λαών, οι οποίοι δεν έχουν καμία πρόθεση να παραχωρήσουν Εθνική Κυριαρχία, κατά το (πιθανότατα) ατυχές παράδειγμα της χώρας μας.  

 

ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ

 

Εκτός από τις Η.Π.Α. (ΔΝΤ) και την Κίνα, υπάρχουν δύο ακόμη μνηστήρες, οι οποίοι φιλοδοξούν να «απαγάγουν» την πολύφερνη «νύφη», την Ευρώπη: η Γερμανία και η Ρωσία. Η μεν πρώτη, με τη βοήθεια της ελεγχόμενης χρεοκοπίας των αδύναμων χωρών της Ευρωζώνης, μέσω της οποίας επιδιώκει την «αποικιοποίηση» τους, καθώς επίσης με την «κατάληψη» της διοίκησης της ΕΚΤ από τον δικό της κεντρικό τραπεζίτη, επιθυμεί την εκπλήρωση του παλαιού της ονείρου: την ανάδειξη της στην ηγεσία της Ευρασίας (άρθρο μας). 

Ο δε τέταρτος μνηστήρας, η Ρωσία, μάλλον «καιροφυλακτεί», περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία να επέμβει – στηριζόμενη στην ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης, καθώς επίσης στην «αμυντική» της αδυναμία. Όπως έχουμε όμως αναφέρει, η πρόσφατη πρόταση του κ.Putin, για τη δημιουργία μίας ελεύθερης ζώνης εμπορίου, η οποία θα συμπεριελάμβανε τις χώρες της Ε.Ε. και τη Ρωσία, δεν φαίνεται να βρήκε σύμφωνη την παρούσα γερμανική κυβέρνηση – παρά το ότι «προωθήθηκε» από τον πρώην Γερμανό καγκελάριο κ.Schroeder, με την έγκριση των γερμανών τραπεζιτών και βιομηχάνων.

Εν τούτοις, ανεξάρτητα από τις όποιες αντιρρήσεις της ηγέτιδας δύναμης της ΕΕ, η οποία μάλλον δεν θα ήθελε να χάσει το «παιχνίδι» ή, έστω, να «καθαιρεθεί» στη δεύτερη θέση, καθώς επίσης ανεξάρτητα από τις πραγματικές προθέσεις της Ρωσίας, η πρόταση της αξίζει να μελετηθεί σοβαρά. Ενδεχομένως θα αποτελούσε μία ιδανική λύση, αφού αφενός μεν θα λειτουργούσε υπέρ της ενεργειακής αυτονομίας της περιοχής, αφετέρου υπέρ της «αμυντικής» ανεξαρτησίας της – ταυτόχρονα με πολλά άλλα πλεονεκτήματα (επενδύσεις από και προς τη Ρωσία, ανάπτυξη, αυτάρκεια κλπ).

Υποθέτουμε βέβαια ότι, ένα τέτοιο γεγονός δεν θα ενθουσίαζε τις Η.Π.Α., ιδιαίτερα μετά την απόβαση του ΔΝΤ στην Ευρώπη. Επίσης μάλλον όχι την Κίνα, η οποία διαθέτει ήδη δύο μεγάλες «μονάδες» εφοδιασμού της Ευρώπης – στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Όμως, αυτό που ενδιαφέρει όλους εμάς τους Ευρωπαίους είναι αναμφίβολα το καλύτερο δυνατόν για την περιοχή μας, σε συνθήκες ελευθερίας, ανεξαρτησίας και ειρήνης – χωρίς να σημαίνει ότι δεν πρέπει να είμαστε προσεκτικοί ή να μην αναλαμβάνουμε κανενός είδους ρίσκο.

        

Η ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ

 

Όπως έχουμε ήδη αναλύσει (Πρώσοι, Γαλάτες και Σάξονες),  οι νομισματικές ενώσεις έχουν «ιστορικά» περιορισμένη διάρκεια. Ένα πρώτο παράδειγμα είναι η «Σκανδιναβική νομισματική ένωση» (1873), στην οποία συμμετείχαν η Σουηδία, η Νορβηγία, η Δανία και η Ισλανδία. Τα θεσμικά μέτρα ενσωμάτωσης των τεσσάρων χωρών αμελήθηκαν, η ποσότητα των χρημάτων που «κυκλοφορούσε» η κάθε χώρα οριζόταν από τη δική της επί μέρους Οικονομία και η «συνθήκη σταθερότητας», σχετικά ανάλογη του συμφώνου του Μάαστριχτ, έπαψε κάποια στιγμή να τηρείται. Η ένωση κατέρρευσε τελικά το 1920, μετά από 47 συνεχή έτη λειτουργίας.

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι η «Λατινική νομισματική ένωση», η οποία ιδρύθηκε το 1865 – συμμετείχε αργότερα (1868) και η  Ελλάδα. Οι υπόλοιπες χώρες ήταν η Ελβετία, το Βέλγιο, η Γαλλία και η Ιταλία, ενώ κατέρρευσε κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.

Φυσικά η ΕΕ έχει μία πολύ σημαντική διαφορά, σε σχέση με τις προαναφερθείσες νομισματικές ενώσεις: μία κοινή, ευέλικτη αγορά εμπορευμάτων και υπηρεσιών, αντίστοιχη με αυτήν των Η.Π.Α. – τη μοναδική άλλη «ένωση» με τα ίδια τα χαρακτηριστικά. Εν τούτοις, στις Η.Π.Α. είναι αδύνατον να «αποσχισθεί» κάποια Πολιτεία, όπως για παράδειγμα η υπερχρεωμένη Καλιφόρνια, αποδυναμώνοντας το δολάριο – κάτι που δυστυχώς, παρά το ότι θεωρούταν αυτονόητο μέχρι σήμερα στην ΕΕ, έχει πάψει να είναι (το αργότερο μετά τις έντονα εγωκεντρικές δηλώσεις της γερμανίδας καγκελαρίου, σε σχέση με την «εκδίωξη» όποιας χώρας δεν τηρεί τους συμφωνημένους κανόνες).

Οι «αγορές» λοιπόν, έτσι όπως τις έχουμε παρουσιάσει στο άρθρο μας «Επικίνδυνα Παιχνίδια», οι διεθνείς επενδυτές δηλαδή (τα κερδοσκοπικά κεφάλαια, τα οποία ουσιαστικά «εκπροσωπούνται» ελάχιστα από το ΔΝΤ), δεν καταλαβαίνουν πως είναι δυνατόν να συνυπάρχουν μακροπρόθεσμα, σε μία νομισματική ένωση, χώρες όπως η Γερμανία και η Ισπανία.

Επί πλέον, ούτε η Γερμανία, αλλά ούτε και η Ισπανία είναι σε θέση να εξηγήσουν, πως ακριβώς θα λειτουργήσει η απαιτούμενη διαδικασία «αρμονικής ανάπτυξης», εντός του χώρου του Ευρώ. Πως δηλαδή θα καταφέρουν να αναπτυχθούν παράλληλα οι πλεονασματικές με τις ελλειμματικές χώρες της Ευρωζώνης, στηριζόμενες σε μία κοινή νομισματική πολιτική, η οποία δεν θα αναγκάσει σε χρεοκοπία τα αδύναμα κράτη, δεν θα δημιουργήσει φούσκες (στη Γερμανία ήδη απαιτούνται υψηλότερα επιτόκια), και δεν θα επιβαρύνει δυσανάλογα τις ισχυρές οικονομίες, υποθάλποντας την διεθνή ανταγωνιστικότητα τους.       

Έτσι λοιπόν, για όσο χρονικό διάστημα τόσο η Γερμανία (η Ολλανδία κλπ), όσο και η Ισπανία (η Ελλάδα κλπ) δεν μπορούν να δώσουν σωστές εξηγήσεις και  συνεχίζουν να ακολουθούν διαφορετικούς δρόμους, τόσο περισσότερο οι «αγορές» θα στοιχηματίζουν στη διάλυση της Ευρωζώνης – οδηγώντας τα επιτόκια δανεισμού των κρατών-μελών της, καθώς επίσης τα ασφάλιστρα κινδύνου, σε όλο και υψηλότερα επίπεδα. Πόσο μάλλον αφού πλέον οι διεθνείς επενδυτές προσθέτουν το δημόσιο με το ιδιωτικό χρέος των κρατών, όπως θα αναλύσουμε στη συνέχεια.

Ολοκληρώνοντας, επειδή τα ομόλογα του δημοσίου δεν αποτελούν πλέον ασφαλή επένδυση για τις «αγορές», η τεράστια «αδρανής» ρευστότητα, η οποία αυξήθηκε ακόμη περισσότερο από την επεκτατική πολιτική των κεντρικών τραπεζών (κυρίως της Fed, καθώς επίσης των τραπεζών της Αγγλίας και της Ιαπωνίας), χωρίς να κατευθυνθεί στην πραγματική οικονομία, θα τοποθετηθεί πιθανότατα στις μετοχές εκείνων των πολυεθνικών επιχειρήσεων (μεγάλες φαρμακευτικές, ενεργειακές, εταιρείες υποδομών κλπ), οι οποίες είναι αφενός περισσότερο ασφαλείς από τα υπερχρεωμένα κράτη, αφετέρου προσφέρουν υψηλά μερίσματα – πολλές φορές μεγαλύτερα από τα επιτόκια των ομολόγων, ενώ παρέχουν επίσης δυνατότητες κεφαλαιακών κερδών, από ενδεχόμενη αύξηση της αξίας των μετοχών τους (ιδιαίτερα όταν προβλέπεται μεγάλος πληθωρισμός, εισαγόμενος από την Ασία).

Επομένως, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις θα ενδυναμωθούν ακόμη περισσότερο, εξαγοράζοντας η μία την άλλη με τα φθηνά χρήματα που έχουν στη διάθεση τους – με τελικό στόχο τη μονοπωλιακή τους επικράτηση. Παράλληλα, θα ισχυροποιηθούν επίσης οι αναπτυσσόμενες οικονομίες (Ρωσία, Βραζιλία, Κίνα κλπ), οι οποίες προσελκύουν όλο και περισσότερο τα κερδοσκοπικά κεφάλαια – τα οποία «μεταναστεύουν» εκεί, λόγω των μεγάλων μελλοντικών προοπτικών κερδοφορίας τους.          

 

Η ΑΛΛΗΛΕΞΑΡΤΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΧΡΕΩΝ

 

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία σχετικά με το ότι, οι κρίσεις της Ισπανίας και της Ελλάδας είναι διαφορετικής φύσης. Η κρίση της Ελλάδας είναι αυτή που πάντοτε φοβόταν η Κομισιόν, προσπαθώντας να την εμποδίσει με την υιοθέτηση των κανόνων του Συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης – η ανευθυνότητα δηλαδή του δημοσίου τομέα της χώρας μας, η οποία παρέμενε τα τελευταία χρόνια «κρυφή», με το τέχνασμα της παράδοσης «αλλοιωμένων» στατιστικών στοιχείων (δημιουργική λογιστική κλπ).

Αντίθετα, η κρίση της Ισπανίας είναι εντελώς διαφορετική, αφού οφείλεται στην υπερχρέωση του ιδιωτικού τομέα. Τόσο οι ιδιώτες επενδυτές εκεί, όσο και οι επιχειρήσεις, υπερχρεώθηκαν στα πλαίσια μίας τεράστιας υπερβολής (φούσκας) ακινήτων η οποία, όταν «έσπασε», είχε σαν αποτέλεσμα τόσο την ανεργία (20%), όσο και τη γνωστή μας τραπεζική κρίση – αφού οι οφειλέτες αδυνατούσαν να αποπληρώσουν τα χρέη που δημιούργησαν, αγοράζοντας «επί πιστώσει» υπερεκτιμημένα ακίνητα (ή κατασκευάζοντας πολύ περισσότερα, σε σχέση με τις ανάγκες της αγοράς),  

Οι εθνικές κυβερνήσεις τώρα αυτών των χωρών (Ισπανία, Ιρλανδία, Βέλγιο κλπ) αποφάσισαν να διασώσουν τον τραπεζικό τους τομέα, αναλαμβάνοντας τα επισφαλή χρέη του, εις βάρος τόσο των προϋπολογισμών, όσο και των Πολιτών τους. Αυτός είναι και ο λόγος που οι διεθνείς επενδυτές προσθέτουν πλέον τα δημόσια με τα ιδιωτικά χρέη, για πρώτη φορά, αφού σε τελική ανάλυση τα κράτη ανέλαβαν τις υποχρεώσεις των τραπεζών τους. Εδώ ακριβώς ευρίσκεται και το μεγάλο πλεονέκτημα της Ελλάδας, η οποία έχει συγκριτικά πολύ χαμηλό συνολικό χρέος (Πίνακας ΙΙΙ):

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Συνολικό χρέος 2008 επιλεγμένων κρατών, σε σχέση (%) με το ΑΕΠ

 

Χώρα

Συν.Χρέος

Τράπεζες

Επιχειρήσεις

Νοικοκυριά

Δημόσιο

 

 

 

 

 

 

Βρετανία

469

202

114

101

52

Ιαπωνία

459

108

96

67

188

Ισπανία

342

75

136

85

47

Ν. Κορέα

331

108

115

80

37

Ελβετία

313

84

75

118

37

Γαλλία

308

81

110

44

73

Ιταλία

298

77

81

40

101

Η.Π.Α.

290

56

78

96

60

Γερμανία

274

76

66

62

69

Καναδάς

245

47

54

84

60

Ελλάδα*

230

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κίνα

159

18

96

12

32

Βραζιλία

142

33

30

13

66

Ινδία

129

11

42

10

66

Ρωσία

71

16

40

10

5

 

 

 

 

 

 

Ιρλανδία*

700

 

 

 

 

Ισλανδία*

1.189

 

 

 

 

Πηγή: McKinsey Global Institute   

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* Δεν έχουμε στη διάθεση μας αναλυτικά στοιχεία, υπάρχει όμως το σύνολο.

Σημείωση 1: Τα μεγέθη έχουν σε κάποιο βαθμό διαφοροποιηθεί το 2009, όπως έχουμε αναφέρει σε πίνακες προηγουμένων άρθρων μας

Σημείωση 2: Το ιδιωτικό χρέος είναι το σύνολο του χρέους των τραπεζών, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, εκτός του δημοσίου.  

 

Παρά το ότι λοιπόν η Ισπανία τήρησε τους κανόνες του συμφώνου σταθερότητας, υπάρχει πάντοτε η πιθανότητα χρεοκοπίας της, αφού η ανάληψη των χρεών του ιδιωτικού τομέα θα «εκβάλλει» τελικά σε τεράστια ελλείμματα προϋπολογισμού, όπως συνέβη στην Ιρλανδία – οπότε στο δημόσιο χρέος της, το οποίο σύντομα θα ξεπεράσει αρκετά το 100% του ΑΕΠ της. Επομένως, υπάρχει πλέον εμφανής, «αρνητική» αλληλεξάρτηση δημοσίων και ιδιωτικών χρεών, με συνδετικό κρίκο τις εμπορικές τράπεζες.   

Οφείλουμε να συμπληρώσουμε εδώ ότι, οι πλεονασματικές χώρες, όπως η Γερμανία, οι οποίες αποταμιεύουν περισσότερα από αυτά που επενδύουν στην πραγματική τους οικονομία, είναι υποχρεωμένες να τοποθετούν τα πλεονάσματα τους, μέσω των τραπεζών τους, στο εξωτερικό. Έτσι λοιπόν εξηγείται γιατί οι γερμανικές τράπεζες έχασαν τόσο μεγάλα ποσά κατά την κρίση των subrimes, αλλά και το γιατί έχουν επενδύσει τόσο πολλά χρήματα σε ομόλογα του Ελληνικού δημοσίου, του Ιρλανδικού κλπ – με αποτέλεσμα η Γερμανία να είναι «ενεργό μέλος» της αλυσιδωτής «πυρηνικής αντίδρασης» που προβλέπεται για την Ευρωζώνη. Το ίδιο ισχύει φυσικά και για τις Γαλλικές τράπεζες, τις Ιταλικές κλπ.

Μόνο αυτός που δεν κατανοεί λοιπόν τις τεράστιες αυτές αλληλεξαρτήσεις, μπορεί να ισχυρισθεί ότι δεν υπάρχει κίνδυνος από μία ενδεχόμενη χρεοκοπία της Ελλάδας, για το ευρωπαϊκό ή το παγκόσμιο σύστημα, επειδή το μέγεθος της είναι μικρό σε σχέση με το αντίστοιχο της Ευρωζώνης. Αντίθετα, ακόμη και η Ουγγαρία είναι σημαντική για την Ευρωζώνη, αφού οι Αυστριακές τράπεζες είναι αυτές που τελικά θα επιβαρυνθούν τα όποια οικονομικά προβλήματα της χώρας.  

 

ΟΙ ΕΚΔΟΧΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΧΡΕΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ

 

Η εξέλιξη της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, παρά το ότι προφανώς οφείλεται σε οικονομικές αιτίες, καθορίζεται πρακτικά από το ότι, οι «επεξηγηματικές» εκδοχές, αυτές δηλαδή που φιλοδοξούν να εξηγήσουν τα επί μέρους αίτια, δεν ταιριάζουν μεταξύ τους. Όπως έχουμε λοιπόν αναφέρει στην αρχή  του κειμένου μας, διαφορετική εξήγηση της κρίσης δίνει η μία χώρα, διαφορετική η άλλη και διαφορετική οι επενδυτές – με αποτέλεσμα να επιλέγονται εντελώς αντικρουόμενες λύσεις και ενέργειες, από όλους τους «ενδιαφερομένους».     

Αναλυτικότερα, για τους Γερμανούς οι αιτίες της κρίσης επικεντρώνονται στην ανεύθυνη δημοσιονομική πολιτική της Ελληνικής κυβέρνησης (άλλων χωρών επίσης), η οποία οδήγησε τη χώρα στα τεράστια ελλείμματα του προϋπολογισμού της, καθώς επίσης στην «έκρηξη» των δημοσίων χρεών. Επομένως, κατά τη Γερμανία πάντοτε, η λύση είναι αυτή που πρότεινε η κυρία Merkel: η «ενίσχυση» των κανόνων σταθερότητας, οι οποίοι προβλέπονται από τη συνθήκη του Μάαστριχτ (έλλειμμα κάτω του 3%, δημόσιο χρέος στο 60% του ΑΕΠ), με την αυστηρή «τιμωρία» των κρατών που δεν συμμορφώνονται (έτσι ώστε να πάψουν να το κάνουν). «Πως όμως αλήθεια θα μπορέσουν να επιβιώσουν εκείνες οι χώρες οι οποίες, παρά το ότι είναι ελλειμματικές, θα επιβαρύνονται με ακόμη περισσότερες δαπάνες, από αυξημένους τόκους και πρόστιμα μη τήρησης των κανόνων του Μάαστριχτ;», αναρωτούνται οι αγορές.  

Για τους Ισπανούς τώρα, η αιτία της ίδιας κρίσης, είναι η ανεύθυνη συμπεριφορά των κερδοσκόπων, αφού η χώρα τήρησε επακριβώς τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Ευρωζώνη, τα δέκα πρώτα χρόνια της συμμετοχής της σε αυτήν. Το δημόσιο χρέος της, σε σχέση με το ΑΕΠ της, είναι χαμηλότερο ακόμη και από το αντίστοιχο της Γερμανίας ή της Γαλλίας – οπότε η κερδοσκοπία με τα κρατικά ομόλογα της, είναι εντελώς αδικαιολόγητη. Η λύση επομένως που προτείνει, είναι η προστασία της Ευρωζώνης από τα κερδοσκοπικά κεφάλαια, με τη βοήθεια της θέσπισης ειδικών νομοθετικών μέτρων εναντίον τους. «Ξεχνάει όμως εμφανώς των ιδιωτικό της τομέα ο οποίος, σε αντίθεση με την Ελλάδα, είναι κάτι περισσότερο από υπερχρεωμένος – με την “εξυπηρέτηση” των δυσμενών αποτελεσμάτων του (ανεργία, τραπεζικές επισφάλειες κλπ) να απαιτεί την υπερβολική, απότομη χρέωση του δημοσίου», συμπεραίνουν οι αγορές.     

Υπάρχει όμως και μία τρίτη εκδοχή: αυτή των διεθνών επενδυτών, των αγορών δηλαδή, οι οποίες βλέπουν το χώρο του Ευρώ συνολικά και αναρωτούνται, κατά πόσον είναι η Ευρωζώνη «λειτουργική», αντιμετωπιζόμενη σαν ένα ολόκληρο «οικονομικό σύστημα». Παρατηρούν λοιπόν πολύ σωστά, επί πλέον των όσων έχουμε ήδη αναφέρει, ότι η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της Ισπανίας (της Ελλάδας, της Ιταλίας κλπ) έχει επιδεινωθεί τουλάχιστον κατά 30% σε σχέση με τη Γερμανία, τα τελευταία δέκα χρόνια που οι δύο χώρες συμμετέχουν στην ΟΝΕ. Ταυτόχρονα, δεν βλέπουν καμία πιθανότητα καλυτέρευσης της ανταγωνιστικότητας της Ισπανίας και των υπολοίπων χωρών του Νότου, οπότε συμπεραίνουν πως δεν είναι δυνατόν να περιορισθεί το δημόσιο χρέος τους.

Η λύση λοιπόν για τους ίδιους είναι η διάλυση της Ευρωζώνης – με την ταυτόχρονη υιοθέτηση των προηγουμένων εθνικών νομισμάτων από κάθε χώρα-μέλος, τα οποία θα επιτρέπουν την αύξηση της ανταγωνιστικότητας τους (μείωση για τη Γερμανία), δια μέσου της υποτίμησης των νομισμάτων τους. Ταυτόχρονα δε στοιχηματίζουν εύλογα στο ότι, η σταθερά «αναποφάσιστη» Γερμανία δεν θα μπορέσει να ανταπεξέλθει με τις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης, οπότε αυξάνονται σταδιακά τα επιτόκια και των δικών της ομολόγων.      

Υπάρχουν λοιπόν τρείς διαφορετικές «εκδοχές» και πολλά ερωτηματικά, σε σχέση με την κρίση χρέους της Ευρωζώνης, ενώ οφείλει κανείς να αναζητήσει τις σωστές απαντήσεις – αυτές δηλαδή που, εάν διαπιστωθεί η ορθότητα τους, θα βοηθήσουν τα μέγιστα στην υιοθέτηση μίας κοινά αποδεκτής, εφαρμόσιμης λύσης, η οποία με τη σειρά της θα καθησυχάσει τις «αγορές».

Για όσο διάστημα όμως δεν υπάρχουν οι απαντήσεις, αν και νομίζουμε ότι ταυτίζονται με τις θέσεις των κερδοσκόπων, οι «αγορές» δεν πρόκειται να σταματήσουν τις «επιθέσεις» – όσο και αν αυξηθούν τα κεφάλαια του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης ή «συσκέπτεται» τα Σαββατοκύριακα η Ευρωζώνη, για να προλάβει το άνοιγμα των χρηματιστηρίων, λαμβάνοντας επιπρόσθετα, θεωρητικά μέτρα.     

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Κατά την άποψη μας, παρά το ότι σε περιόδους κρίσης αυξάνονται συνήθως τόσο τα ελλείμματα, όσο και τα χρέη (μέθοδος Keynes), η αντίθετη πολιτική, η υφεσιακή μείωση χρεών και ελλειμμάτων δηλαδή (όπως αυτή που ακολουθεί η Ελληνική κυβέρνηση, με βάση τις καταστροφικές εντολές του ΔΝΤ), οδηγεί σε κατά πολύ δυσμενέστερα αποτελέσματα.

Είναι άλλωστε γνωστό (οικονομικός κανόνας) ότι, σε περιόδους ανάπτυξης περιορίζεται το δημόσιο χρέος, αφού εισπράττονται φόροι σε συνεχώς υψηλότερο ΑΕΠ, ενώ αυξάνεται το ιδιωτικό χρέος – λόγω των μεγαλυτέρων επενδύσεων, καθώς επίσης της αυξημένης κατανάλωσης. Αντίθετα, σε περιόδους ύφεσης, μεγεθύνεται το δημόσιο χρέος (σε ποσοστιαία και απόλυτα νούμερα) ενώ περιορίζεται το ιδιωτικό. Επομένως όταν μία χώρα, όπως η Ελλάδα, με υπερχρεωμένο το δημόσιο τομέα και ελάχιστα δανεισμένο τον ιδιωτικό, εφαρμόζει την ακριβώς αντίθετη οικονομική πολιτική, είναι αδύνατον να καταπολεμήσει τα οικονομικά της αδιέξοδα.       

Εν τούτοις όμως, δεν ισχύουν τα ίδια για όλες τις χώρες της Ευρωζώνης (για παράδειγμα, στην Ισπανία ο ιδιωτικός τομέας είναι υπερχρεωμένος, ενώ το δημόσιο όχι). Εκτός αυτού, ανεξάρτητα από τον παραπάνω οικονομικό κανόνα, πολλές υπερχρεωμένες χώρες κινδυνεύουν δυστυχώς με χρεοκοπία, εάν δεν ακολουθήσουν περιοριστική (υφεσιακή) δημοσιονομική πολιτική.

Η λύση των προβλημάτων λοιπόν, ειδικά στην Ευρωζώνη, ευρίσκεται κατά την άποψη μας στη συμμετρική ανάπτυξη των επί μέρους κρατών της – σε ένα διαφορετικό επομένως μοντέλο κοινής ανάπτυξης, το οποίο θα εξασφαλίζει τη σωστή κατανομή των αναπτυξιακών ωφελημάτων, χωρίς να έρχεται σε αντίθεση (συναλλαγματικοί πόλεμοι κλπ) με τον υπόλοιπο πλανήτη.  

Κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί, μόνο εάν τα πλεονάσματα των πλουσίων χωρών της Ευρωζώνης  μειωθούν, προς όφελος των ελλειμματικών κρατών της – εάν όχι με τη βοήθεια της «αγοράς» (μεγαλύτερη κατανάλωση των πλεονασματικών χωρών, επικεντρωμένη σε προϊόντα των ελλειμματικών), τότε με μία πολιτικά και δημοκρατικά ελεγχόμενη μεταφορά πόρων, από τις πλεονασματικές στις ελλειμματικές χώρες – η οποία όμως απαιτεί μία περισσότερο «διακρατική», ευρωπαϊκή σκέψη, αν όχι την απεριόριστη αλληλεγγύη των μελών της Ευρωζώνης μεταξύ τους, προς όφελος ολόκληρης της Ένωσης.

Έχοντας την ελπίδα λοιπόν ότι η Γερμανία, η οποία ουσιαστικά κρατάει τα «κλειδιά», δεν θα καταστρέψει την Ευρωζώνη, αφού κινδυνεύει και η ίδια να πληγεί ανεπανόρθωτα, καθώς επίσης ότι τελικά θα επικρατήσει η κοινή λογική, οφείλουμε να κάνουμε υπομονή, όπως και η χώρα μας, μέχρι να επιβεβαιωθεί το αισιόδοξο σενάριο της αρμονικής ανάπτυξης της ηπείρου μας. Στην αντίθετη περίπτωση, θα πρέπει να λειτουργήσουμε γρήγορα και αποφασιστικά, εκδιώκοντας μόνοι μας τους εισβολείς και ανακτώντας την Εθνική μας κυριαρχία – την ελευθερία και την ανεξαρτησία μας, όσες θυσίες και αν απαιτήσει κάτι τέτοιο, όσο και αν μας κοστίσει.       

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 05. Δεκεμβρίου 2010, viliardos@kbanalysis.com      

                                         

 

*   Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2241.aspx

Καμπουριασμένες ψυχές;

Καμπουριασμένες ψυχές;

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

 

Κάποιο Σάββατο, είπε ο παπάς, την Κυριακή, που μας πέρασε, ο Χριστός δίδασκε σε κάποια συναγωγή. Όπου, μεταξύ των άλλων, είχε έλθει και μια γυναίκα, που ήταν καμπουριασμένη.

Τόσο πολύ, μάλιστα, που είχε ξεχάσει το χρώμα του ουρανού. Αφού, επί δεκαοχτώ χρόνια, καθόλου δεν μπορούσε να σηκώσει το κεφάλι της.

Και ο Χριστός, που την είδε, τη σπλαχνίστηκε και τη θεράπευσε:
Γυναίκα, της είπε, ελευθερώνεσαι από την αρρώστια σου»!

Κι εκείνη, που ένιωσε το κορμί της να ξεκλειδώνεται και να απαλλάσσεται από τα φοβερά, μακροχρόνια δεσμά της, όρθωσε το κορμί της και ξέσπασε σε εκδηλώσεις χαράς και δοξολογίας προς το Θεό.

Αυτό όμως δεν άρεσε καθόλου στον αρχισυνάγωγο. Τον αρμόδιο, δηλαδή, για να κρατεί το λαό της συναγωγής του καμπουριασμένο. Έτσι ώστε να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της άρχουσας αναρχίας των γραμματέων και των φαρισαίων:

«Δεν σας φτάνουν, είπε στο λαό αγαναχτισμένος, οι έξι μέρες της βδομάδας για να θεραπεύεστε; Είναι ανάγκη να καταπατείτε και την αργία του Σαββάτου»!

Αλλά και ο Χριστός δεν έχασε την ευκαιρία. Για να προχωρήσει, πέρα απ’ τη θεραπεία της γυναίκας, και στη θεραπεία της κοινωνίας. Της καμπουριασμένης απ’ τις διαστροφές κάποιων θεσμών, που την κρατούν δέσμια και δεν την αφήνουν ποτέ να σηκώσει κεφάλι:

«Υποκριτή! είπε στον αρχισυνάγωγο ο Χριστός, εσύ δε λύνεις, κάθε Σάββατο, το βόδι σου και το γάιδαρό σου και πηγαίνεις και τα ποτίζεις; Και ενοχλήθηκες, επειδή το Σάββατο λύθηκε απ’ τα δεσμά της μια γυναίκα του λαού, που υπέφερε 18 χρόνια»!

Με τα λόγια αυτά του Χριστού, αρχισυνάγωγος και η κλίκα των «ημετέρων» του έσκυψαν τα κεφάλια καταντροπιασμένοι.

Ενώ τα πρόσωπα των ανθρώπων του λαού, που ένιωσαν να ελευθερώνονται απ’ τα δεσμά του αρχισυναγώγου, που τους αντιμετώπιζε σαν κοπάδι, άστραψαν από χαρά. Και πανηγύριζαν…

Το ίδιο, συνέχισε ο παπάς, καμπουριασμένη και άβουλη θέλει την κοινωνία μας και το σημερινό κατεστημένο.

Και προπάντων αυτό, που, μας υποχρέωσε να σκύψουμε και να μένουμε καμπουριασμένοι και εξευτελισμένοι κάτω απ’ τα «καυδιανά δίκρανα» των διεθνών τοκογλύφων τις οίδε για πόσα χρόνια.

Απ’ όπου, όσο περισσότερο θα προσπαθούμε να ξεφύγουμε, τόσο περισσότερο θα βουλιάζουμε. Και τόσο περισσότερο θα μας υποχρεώνουν να σκύβουμε. Μέχρι ότου, όπως λέει κι ο Κώστας Καρυωτάκης, φτάσει η μύτη μας στις φτέρνες μας…

Και δεν αρκούνται μόνο στην οικονομικό και κοινωνικό μας κουβάριασμα.
Θέλουν να μας αλυσοδέσουν χειροπόδαρα και στην προσωπική μας ζωή. Μεταβάλλοντάς μας σε αξιοθρήνητο εξάρτημα ενός παμπόνηρου και επικίνδυνου χαφιέ. Που ακούει στο αθώο όνομα της «κάρτας του πολίτη». Και που θα μας λύνει, λέει, όλα τα προβλήματα.

Ενώ στην πραγματικότητα θα είναι η Κερκόπορτα για την προσωπική άλωσή μας. Απ’ όπου ο κάθε κακοήθης θα μπορεί να ελέγχει την προσωπική μας ζωή και τα προσωπικά μας δεδομένα. Και να μετέρχεται κάθε είδους ατιμία σε βάρος μας:

Να μας εκβιάζει, να μας ληστεύει, να μας απολύει απ’ την εργασία μας ή να εμποδίζει την επαγγελματική αποκατάσταση των παιδιών μας. Μυριάδες φορές χειρότερα απ’ ο, τι τα διαβόητα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων. Που βασάνισαν γενιές Ελλήνων…

Και δεν έχει καμιά σημασία, αν θα έχει ή δεν θα έχει το διαβόητο «666». Σημασία έχει το ότι η κάρτα αυτή θα είναι το δεσμωτήριό μας. Και δια μέσου αυτής θα μας αντιμετωπίζουν σαν κοπάδι τετραπόδων και όχι ως ανθρώπινες προσωπικότητες.

Ούτε, βέβαια έχει καμιά απολύτως σημασία, αν κάποιοι αρχιερείς έστω και οι περισσότεροι ή και ο αρχιεπίσκοπος δεν την αποδοκιμάζουν. Αφού η ιεραρχία, κατά κανόνα, δυστυχώς, συντάσσεται με τα συμφέροντα του κατεστημένου και όχι με το πνεύμα του Ευαγγελίου και το σεβασμό απέναντι στο λαό. Εκείνο, που έχει πρωταρχική σημασία είναι το τι θα κάνουμε εμείς.

Όταν το εβραϊκό συνέδριο, μας λένε οι Πράξεις των Αποστόλων, διέταξε τους αποστόλους να σταματήσουν το κήρυγμά τους, ο Πέτρος αποκρίθηκε:
«Πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις»!

Και ασφαλώς το ίδιο ισχύει και για μας: Όσοι έχουν ολόρθες τις ψυχές και αρνηθούν να παραλάβουν τη χαφιεδόκαρτα θα αισθάνονται ότι έπραξαν το χρέος τους. Όχι μόνο απέναντι στη συνείδησή τους, αλλά και απέναντι στα παιδιά τους. Και όλη την κοινωνία…

Ενώ όσοι έχουν καμπουριασμένες ψυχές και παραλάβουν τον ηλεκτρονικό χαφιέ, θα ντρέπονται για τη δουλικότητά τους.

Όπως, ακριβώς, και ο αρχισυνάγωγος, με την κλίκα του….


Παπα-Ηλίας, 07-12-2010, http://papailiasyfantis.wordpress.com

Τα θρησκευτικά σύμβολα στην εκπαίδευση II

Τα θρησκευτικά σύμβολα στην εκπαίδευση

 

Του Σταύρου Γιαγκάζογλου*


                                                                                                                                                                                   

Η πρόσφατη διαμάχη Ευρωπαϊκού δικαστηρίου και Ιταλίας

             Σχεδόν δύο δεκαετίες από την υπόθεση των «Εσταυρωμένων» στη Βαυαρία, γνωστή και ως υπόθεση Seler[i], η οποία απασχόλησε για αρκετό διάστημα την κοινή γνώμη στη Γερμανία, μία παρόμοια υπόθεση ξεπέρασε τα νομικά όρια του ιταλικού κράτους και έφθασε στο  Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου. Πρόσφατα, τον Νοέμβριο του 2009 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταδίκασε την Ιταλία για την παρουσία του σταυρού ως θρησκευτικού συμβόλου στις σχολικές αίθουσες.


[i] Βλ. σχετικά Χλέπα Ν.-Κ. – Δημητρόπουλου Π., Ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας στο χώρο της εκπαίδευσης, πρόλογος  Γ. Σωτηρέλη, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα 1997.

Το γεγονός αυτό κρίθηκε ότι στρέφεται ενάντια στο δικαίωμα των γονέων να ανατρέφουν και να διαπαιδαγωγούν τα τέκνα τους σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους αλλά και ενάντια στο αναφαίρετο δικαίωμα των παιδιών στην ελευθερία θρησκεύματος. Η ενάγουσα ήταν η Σόλιε Λάουτσι, μια Ιταλίδα φιλανδικής καταγωγής που μένει στο Abano Terme κοντά στην Πάδοβα. Τα παιδιά της, ηλικίας 11 και 13 ετών αντίστοιχα, πήγαιναν τη σχολική χρονιά 2001-2002 στο δημόσιο σχολείο του Abano Terme, σε όλες τις τάξεις του οποίου υπήρχε κρεμασμένος σταυρός. Η Λάουτσι έκρινε ότι η ύπαρξη σταυρού ήταν αντίθετη με το λαϊκό χαρακτήρα του κράτους και του σχολείου. Επικαλέστηκε μάλιστα και μία δικαστική απόφαση που είχε κρίνει την ύπαρξη του σταυρού στα εκλογικά κέντρα ως αντίθετη προς το λαϊκό χαρακτήρα του κράτους. Στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Ιταλίας η κυβέρνηση υποστήριξε ότι η παρουσία του σταυρού στις τάξεις είναι λογική, καθώς ο σταυρός δεν είναι μόνο θρησκευτικό σύμβολο, αλλά επίσης, ως «σημαία» της μοναδικής Εκκλησίας που αναφέρεται στο ιταλικό Σύνταγμα, αποτελεί σύμβολο του ίδιου του ιταλικού κράτους και της ιστορικής και πολιτισμικής του ταυτότητας. Ωστόσο, οι Ευρωπαίοι δικαστές στο Στρασβούργο έκριναν ότι ο σταυρός μπορεί εύκολα να ερμηνευθεί από τους μαθητές όλων των ηλικιών ως θρησκευτικό σύμβολο, δηλαδή ως σύμβολο που μπορεί να ενοχλήσει μαθητές άλλων θρησκευμάτων ή άθεους. Επιδίκασε μάλιστα εις βάρος του ιταλικού κράτους το ποσό των 5.000 ευρώ για ηθική βλάβη στην ενάγουσα.

Η αρμόδια Ιταλίδα υπουργός Παιδείας Mariastella Gelmini καταφέρθηκε άμεσα εναντίον της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Χαρακτηρίζοντας την απόφαση αυτή ως «ιδεολογική» η Ιταλίδα υπουργός επεσήμανε ότι «η ύπαρξη σταυρού στις σχολικές αίθουσες δεν σημαίνει προσκόλληση στον καθολικισμό, αλλά συνιστά ένα σύμβολο της παράδοσής μας… Η ιστορία της Ιταλίας εκφράζεται και μέσα από σύμβολα. Με το να τα καταργούμε, καταργούμε ένα μέρος του εαυτού μας. Στην χώρα μας κανείς δεν θέλει να επιβάλει την καθολική θρησκεία. Κανείς, και πολύ λιγότερο ένα ευρωπαϊκό, ιδεολογικό δικαστήριο δεν θα καταφέρει να καταργήσει την ταυτότητά μας. Το Σύνταγμά μας, άλλωστε, αναγνωρίζει, και δίκαια, μία ιδιαίτερη αξία στην καθολική θρησκεία»[1].

Συνάμα, όλα τα κόμματα του ιταλικού Κοινοβουλίου, οι πολιτικοί αρχηγοί και η πλειοψηφία των πολιτών της Ιταλίας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αντέδρασαν στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, θεωρώντας ότι η παρουσία του Εσταυρωμένου στις σχολικές τάξεις υποδηλώνει τις ρίζες του ιταλικού πολιτισμού. Η ιταλική Κυβέρνηση κατέθεσε έφεση κατά της συγκεκριμένης απόφασης στη μείζονα σύνθεση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και αρνείται να την εφαρμόσει γιατί εκλαμβάνει ως υποχρέωσή της να προστατεύσει την ιταλική πολιτιστική και εθνική ταυτότητα. Μάλιστα, χρησιμοποίησε το σκεπτικό της απόφασης του Ιταλικού Συμβουλίου της Επικρατείας κατά τον Φεβρουάριο του 2006, σύμφωνα με το οποίο ο Εσταυρωμένος συμβολικά ενσαρκώνει τις αξίες, οι οποίες αποτέλεσαν τη βάση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και του δικαίου της Ιταλίας. Στη γειτονική χώρα αλλά και σε όλη την Ευρώπη, βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη μια σοβαρή συζήτηση για το ζήτημα αυτό. Είναι εντυπωσιακό ότι στην Ιταλία σε δημοσκόπηση που έγινε στις 8-11-2009, το 84% της κοινής γνώμης τάχθηκε κατά της αποκαθήλωσης του Εσταυρωμένου, γεγονός που δείχνει μια εθνική σχεδόν συσπείρωση. Πράγματι, στην Ιταλία αρκετοί διανοούμενοι ακόμη και μέλη της Ιταλικής Αριστεράς θεωρούν ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα κατά βάση εδράζονται και σε χριστιανικές αρχές. Η διάσημη μεταπολεμική συγγραφέας Νατάλια Γκίζμπουργκ (1916-1991), εβραϊκής καταγωγής, είχε δηλώσει στην εφημερίδα «Unità» το 1988 ότι «ο Εσταυρωμένος δεν προκαλεί κανενός είδους θρησκευτική διάκριση, αποτελώντας την εικόνα της χριστιανικής επανάστασης, η οποία διέδωσε στην ανθρωπότητα την απούσα μέχρι τότε ιδέα της ισότητας μεταξύ των ανθρώπων… Ο Εσταυρωμένος αντιπροσωπεύει ολόκληρο τον κόσμο, γιατί προ Χριστού κανείς δεν είχε πει ποτέ ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και όλοι είναι αδέλφια, πτωχοί και πλούσιοι, πιστοί και μη πιστοί, Ιουδαίοι και μη Ιουδαίοι, μαύροι και λευκοί»[2].  

Ακολούθως, ξεκίνησε μία αλυσίδα δηλώσεων και παρεμβάσεων από ακαδημαϊκούς, πολιτικούς και εκκλησιαστικούς φορείς, δημοσιογραφικά κείμενα, αλλά και πολλαπλές και ποικίλες αναφορές και συζητήσεις στα ιστολόγια του διαδικτύου σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Από τα πολλά δημοσιεύματα ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν εκείνα τα οποία κάνουν λόγο για τις χριστιανικές ρίζες του Ευρωπαϊκού πολιτισμού και βλέπουν κριτικά την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων[3]. Σε συνέδριο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος στη Βενετία με θέμα «Ευρωπαϊκή ταυτότητα και κοινές αξίες», όπου συμμετείχαν περί τους 100 συνέδρους, κυρίως Ευρωβουλευτές από όλα τα κράτη – μέλη της Ε.Ε. αλλά και εκπρόσωποι Ευρωπαϊκών Εκκλησιών, έγινε λόγος ότι «παρά το κοσμικό πνεύμα που διέπει σήμερα τις δια-Κρατικές σχέσεις στην Ευρώπη, και παρά τις τυχόν επιφυλάξεις του κόσμου για όσα «τεκταίνονται» στις Βρυξέλλες και στο Στρασβούργο, ερήμην των πολιτών, υπάρχουν και φωνές που συνηγορούν υπέρ της επανόδου των Ευρωπαίων πολιτικών στις «πηγές». Τουτέστι, στις χριστιανικές εκείνες αξίες που είχαν προβάλλει προ πεντηκονταετίας και πλέον ως θεμέλιο του νέου ευρωπαϊκού οικοδομήματος, οι συνειδητά χριστιανοί πρωτοπόροι της Ε.Ε., Robert Schuman, Konrad Adenauer και Jean Monet»[4]. Στο ίδιο συνέδριο ο Ιταλός Ευρωβουλευτής Mario Mauro παρατήρησε ότι «υπάρχει πλέον ιδεολογική αντιμετώπιση της θρησκείας», εκφράζοντας συνάμα και τον φόβο ότι «αν καταργηθεί ο Σταυρός από τους δημόσιους χώρους, το επόμενο βήμα θα είναι η κατάργησή του από τις ευρωπαϊκές σημαίες». Ο καθηγητής Friedrich Βokern, επεσήμανε ότι η λέξη Θεός έγινε πλέον «ταμπού» στην πολιτική και τόνισε με έμφαση ότι στην Ευρώπη και σ’ ολόκληρη την υφήλιο γενικά, δεν έχουμε «σύγκρουση πολιτισμών», καθώς είχε προβλέψει περί το τέλος της δεύτερης μετά Χριστόν χιλιετίας ο Samuel Huntigton, αλλά «σύγκρουση μεταξύ πιστών και απίστων». Ο Martin Kugler, αναφέρθηκε στις αρνητικές πτυχές τού «λαϊκού κράτους» (état laïc), αλλά και στη διαρκώς αυξανόμενη «χριστιανοφοβία» ανά τον κόσμο και στην περιθωριοποίηση των χριστιανών από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, φέροντας ως παράδειγμα την από πολλών ήδη ετών απαράδεκτη αντιχριστιανική συμπεριφορά του BBC. Τέλος ο Antonio Cancian, ασκώντας κριτική στο ίδιο το πολιτικό του κόμμα, εξέφρασε την γνώμη ότι το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, εγκαταλείποντας πλέον την νέα αυτή τάση της «πολιτικώς ορθής» συμπεριφοράς,  πρέπει να ακολουθεί στο εξής μια επιθετικότερη πολιτική στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προβάλλοντας με θάρρος τις χριστιανικές αξίες ως στέρεα βάση για την δημιουργία μιας ομοιογενούς, κατά το δυνατόν, ευρωπαϊκής κοινωνίας, κυρίως στο πλαίσιο των συζητήσεων όσον αφορά στη διεύρυνση της ΕΕ με την εισδοχή σ’ αυτήν νέων Κρατών μελών.

Μολονότι η υπόθεση της Ιταλίας εκκρεμεί ακόμη ενώπιον της ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και θα κριθεί στο άμεσο μέλλον, θεωρούμε ότι η διαμάχη για τα θρησκευτικά σύμβολα στο δημόσιο χώρο και ιδιαίτερα στην εκπαίδευση επαναφέρει στην ύστερη αυτή φάση της Νεωτερικότητας, για άλλη μία φορά, τη θέση και τον ρόλο του Χριστιανισμού στο σύγχρονο Ευρωπαϊκό πολιτισμό. Όσο και να απωθήθηκε από τον Διαφωτισμό και εντεύθεν η θρησκευτική πίστη και έκφραση στην λεγόμενη ιδιωτική σφαίρα, ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι παντελώς ανερμήνευτος δίχως την χριστιανική του κληρονομιά. Τις τελευταίες δεκαετίες η αλματώδης αύξηση των μεταναστών στον ευρωπαϊκό χώρο, η ανερχόμενη παρουσία του Ισλάμ και γενικότερα η πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική διαχείριση της θρησκευτικής ετερότητας και πολυμορφίας, επαναφέρουν δι’ άλλης οδού το ζήτημα της θρησκείας στην Ευρώπη. Η επίσημη ευρωπαϊκή άποψη που θεωρεί το θρησκευτικό φαινόμενο ως «πολιτιστικό γεγονός» και τμήμα του ανθρώπινου πολιτισμού με σαφείς επιπτώσεις στη δημόσια ζωή διεθνώς, αλλά και ως μέρος της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη ρεαλιστική και νηφάλια προσέγγιση των σχέσεων εκπαίδευσης και θρησκείας στον ευρωπαϊκό χώρο σήμερα. Σαφέστατα, αποτελεί μια καίρια μετατόπιση από την ευρέως διαδεδομένη νεωτερική αντίληψη που έβλεπε τη θρησκεία απλώς ως μία έκφραση της ιδιωτικής σφαίρας των ανθρώπων και όχι ως ένα γεγονός που αφορά το δημόσιο χώρο. Αν η σύγχρονη Ευρώπη είναι μετα-χριστιανική ή απλώς μετα- εκκοσμικευμένη κοινωνία παραμένει ζήτημα ανοικτό. Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι αποτελεί μια ελεύθερη πολυθρησκευτική, πλουραλιστική και πολυπολιτισμική κοινωνία. Στο πλαίσιο αυτό, μια σειρά από προγράμματα, συνέδρια και επίσημα κείμενα φανερώνουν ότι η Ευρώπη ενδιαφέρεται πλέον ανοικτά για την πολυεπίπεδη διαχείριση του θρησκευτικού φαινομένου στο δημόσιο χώρο. Προς την κατεύθυνση αυτή, η Σύσταση 1720/2005 της Κοινοβουλευτικής Συνδιάσκεψης  του Συμβουλίου της Ευρώπης κάνει ευθέως λόγο για την θρησκευτική διάσταση της σύγχρονης διαπολιτισμικής εκπαίδευσης. Η ίδια Σύσταση θεωρεί ότι «στην Ευρώπη υπάρχει ποικιλία καταστάσεων. Γενικά τα συστήματα εκπαίδευσης    και ειδικά τα δημόσια σχολεία στα λεγόμενα κοσμικά κράτη  – αφιερώνουν αρκετούς πόρους για τη διδασκαλία των θρησκειών ή – στις χώρες όπου υπάρχει μια επίσημη θρησκεία και στα εκπαιδευτικά ομολογιακά ιδρύματα – η διδασκαλία εστιάζεται σε μια μόνο θρησκεία. Μερικές χώρες έχουν απαγορεύσει τη μεταφορά και την ανάρτηση θρησκευτικών συμβόλων στα σχολεία»[5].

Τίθεται, όμως, το ερώτημα κατά πόσο είναι δυνατό να αποφαίνεται δεσμευτικά ένα Ευρωπαϊκό δικαστήριο για καίρια ζητήματα που αφορούν την παράδοση, την ιστορία και τον πολιτισμό ενός κράτους-μέλους της Ε.Ε. και μάλιστα, ερήμην της κοινωνίας των πολιτών, ερήμην του συγκεκριμένου κοινωνικού σώματος; Όπως ακριβώς οι συνταγματικοί όροι έτσι και οι διεθνείς κανόνες, οι οποίοι αναφέρονται και προσδιορίζουν θέματα θρησκευτικής ελευθερίας δεν είναι δυνατό ούτε να στοιχειοθετούνται αλλά ούτε και να ερμηνεύονται ερήμην της κοινωνικής πραγματικότητας. Αυτό ισχύει άλλωστε για όλα τα δικαιώματα του ανθρώπου[6]. Εξάλλου, η συγκεκριμένη απόφαση, ακόμη και όταν και όπως κριθεί τελεσιδίκως, κατά πόσο είναι δεσμευτική και για τα άλλα μέλη-κράτη;

Η περίπτωση της Ελλάδας

Ορισμένοι συνταγματολόγοι στην Ελλάδα θεωρούν ότι, όπως κάθε απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου έτσι και αυτή, είναι απολύτως δεσμευτική και για την Ελλάδα, όπου ως γνωστόν τόσο στις σχολικές αίθουσες αλλά και στα δικαστήρια και γενικότερα στα δημόσια καταστήματα υπάρχουν «εθιμικώ δικαίω» αναρτημένες ορθόδοξες εικόνες, του Χριστού ή της Παναγίας. Αν «οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων παράγουν ερμηνευτικό δεδικασμένο για όλες τις χώρες», τότε η Ελλάδα, υποστηρίζεται, θα πρέπει να προχωρήσει από μόνη της σε νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος, πριν της επιβληθούν έξωθεν δικαστικά τετελεσμένα[7]. Μάλιστα, υποστηρίζεται ότι το ζήτημα δεν τίθεται απλώς εξαιτίας της καταδίκης της Ιταλίας, αλλά από το ίδιο το Ελληνικό Σύνταγμα, «αφού η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης κατοχυρώνεται και στο άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι το κράτος οφείλει κατ’ αρχήν να παραμένει θρησκευτικά ουδέτερο, διότι τότε μόνο μπορεί να γίνεται λόγος για πραγματική θρησκευτική ελευθερία. Διαφορετικά έχουμε απλώς ανεξιθρησκία, δηλαδή ανοχή του πλουραλισμού θρησκευτικών πεποιθήσεων που υφίσταται στην κοινωνία, με παράλληλη όμως προώθηση της κρατικής θρησκευτικής ιδεολογίας»[8]. Μολονότι η Ορθόδοξη Εκκλησία αναφέρεται στο Σύνταγμα ως η επικρατούσα θρησκεία, μολονότι ο ρόλος της Ορθοδοξίας υπήρξε καίριος στην ιστορική πορεία του Ελληνισμού, μια σχετικοποίηση της θρησκευτικής ελευθερίας, λόγω της παρουσίας των ορθόδοξων συμβόλων στα δημόσια κτίρια και κυρίως στις σχολικές αίθουσες, θα ισοδυναμούσε με αναίρεση της θρησκευτικής ουδετερότητας του ελληνικού κράτους. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε επάνοδο στο πριν το 1927 ισχύον καθεστώς της ανεξιθρησκίας και όχι στο καθεστώς της θρησκευτικής ελευθερίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι και το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι[9] σχολιάζοντας δημοσκόπηση της εταιρείας VPRC[10], σύμφωνα με την οποία 16% των Ελλήνων συμφωνούν με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου – δηλαδή ποσοστό περίπου ίδιο με εκείνο της Ιταλίας – θεωρεί ότι το ποσοστό αυτό αναμφίβολα περιλαμβάνει ένα μεγάλο αριθμό Ορθοδόξων και καταλήγει ότι σε κάθε περίπτωση τα δικαιώματα της μειοψηφίας θα πρέπει να προστατεύονται. Σε μία τέτοια συλλογιστική, δεν μπορεί να έχει δημόσια έκφραση η πλειοψηφία; Σε περίπτωση της κατ’ έφεση επιβεβαίωσης της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, θα επισείονται πρόστιμα και καταδίκες προς τις χώρες μέλη, ωστόσο, ερήμην της βούλησης και της πολιτισμικής παράδοσης των ευρωπαίων πολιτών; Ο ευρωπαϊκός νομικός πολιτισμός, δίκην νομικού διευθυντηρίου, μπορεί να λειτουργεί ερήμην των ευρωπαϊκών λαών;

Αντίθετα, άλλοι νομικοί κύκλοι υποστηρίζουν ότι η απόφαση αυτή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου δεν είναι δεσμευτική για τη χώρα μας, επειδή ακριβώς στηρίζεται σε νομοθετικά και πραγματικά δεδομένα. Έτσι, στην Ιταλία υφίσταται πλήρης χωρισμός Εκκλησίας και Κράτους. Στο ιταλικό κράτος, το οποίο ως απολύτως ουδέτερο και λαϊκό, δεν μπορεί να υφίσταται εκ του νόμου η υποχρέωση να εκτίθεται ο Εσταυρωμένος στις σχολικές αίθουσες. Ωστόσο, μολονότι ισχύει ο χωρισμός Ιταλικού Κράτους και Αγίας Έδρας με το κονκορδάτο του 1984, στο Ιταλικό Σύνταγμα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αναφέρεται ως η μόνη επίσημη θρησκεία.  Παράλληλα, ισχύουν πλήρως οι νομοθετικές ρυθμίσεις του 1924 και 1928 «με την επιβολή της υποχρεώσεως να εκτίθεται ο Εσταυρωμένος στις σχολικές αίθουσες διδασκαλίας», ούτως ώστε, τελικά «το Κράτος προσδίδει στη Ρωμαιοκαθολική θρησκεία μια προνομιακή θέση…»[11]. Το επιχείρημα που εξάγουν οι νομικοί κύκλοι στους οποίους αναφερόμαστε είναι ότι στην Ελλάδα, απλώς δεν υφίσταται χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας και ότι η Ελλάδα δεν είναι «λαϊκό» κράτος, όπως είναι συνταγματικά η Ιταλία. «Επομένως, το δικαστήριο του Στρασβούργου έπρεπε να κρίνει εάν η προβλεπόμενη από κρατικούς κανόνες υποχρεωτική έκθεση του Εσταυρωμένου ήταν αντίθετη με την ευρωπαϊκή σύμβαση δικαιωμάτων του ανθρώπου Σε μας η Ορθόδοξη Εκκλησία ουδέποτε διανοήθηκε να αυτοανακηρυχθεί σε κρατική εξουσία και να αξιώσει να αναγνωριστεί ως τέτοια με τα εξ αυτού επακόλουθα. Όσο για τις εικόνες, η ύπαρξή τους σε κάθε είδους εσωτερικούς χώρους και γραφεία, δημόσια και ιδιωτικά, δεν επιβλήθηκε από το κράτος. Πρόκειται για έθιμο που έχει δημιουργηθεί εδώ και αιώνες από τον σεβασμό προς τις εικόνες της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων της Ελλάδος»[12]. Τέλος, είδε το φως της δημοσιότητας και η άποψη ότι «το δεδικασμένον μίας δικαστικής αποφάσεως δεσμεύει μόνον τους χρηματίσαντας διαδίκους και κανέναν άλλον βάσει της αρχής “res inter alios judicata nec nocet nec prodest”», συνεπώς τόσο απλά κρίνεται ως μη εφαρμόσιμη παντελώς στην Ελλάδα η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατά της Ιταλίας[13].

Πράγματι, στην ελληνική νομοθεσία δεν υφίσταται καμία νομοθετική πρόβλεψη για την υποχρέωση ανάρτησης ή αποκαθήλωσης των ορθοδόξων εικόνων θεωρουμένων ως θρησκευτικών συμβόλων. Ουδέποτε, μάλιστα, συνδέθηκε η παρουσία τους με το σύστημα των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας. Πρόκειται κυρίως για ένα έθιμο που διαμορφώθηκε τελείως φυσικά και οργανικά ως έκφραση πολιτισμική και ιστορική με ρίζες στην κυρίαρχη θρησκευτική παράδοση αυτού του τόπου. Εδώ και εκατόν ογδόντα έτη ελεύθερου κρατικού βίου, ουδέποτε απασχόλησε την ελληνική κοινωνία ανάλογος προβληματισμός για το αν πρέπει ή δεν πρέπει να εκτίθενται οι εικόνες στα δημόσια καταστήματα και στις σχολικές αίθουσες. Όπως το Ελληνικό Σύνταγμα κατά παράδοση είχε και έχει ως προμετωπίδα του την επίκληση στην Αγία Τριάδα, το ίδιο φυσική θεωρούνταν και η παρουσία των εικόνων, όπως άλλωστε συμβαίνει και στις ιδιωτικές κατοικίες και στα ιδιωτικά καταστήματα. Στις σχολικές τάξεις όπως ακριβώς θεωρείται φυσικό να εκτίθενται οι προσωπογραφίες των μεγάλων προσωπικοτήτων της ελληνικής ιστορίας, έτσι αναρτώνται και οι ορθόδοξες εικόνες, φανερώνοντας την βαθιά πολιτισμική και ιστορική διάσταση της ορθόδοξης παράδοσης με την ζωή των Ελλήνων. Αλλά τι ακριβώς σημαίνει η περίφημη θρησκευτική ουδετερότητα της πολιτείας ειδικά για την Ελλάδα, όταν το άρθρο 3 περί «επικρατούσης θρησκείας» και το άρθρο 16 § 2  περί «αναπτύξεως της εθνικής και θρησκευτικής συνειδήσεως» για το σκοπό της παιδείας, συνδυάζονται με το άρθρο 13 παρ. 1 για το απαραβίαστο της θρησκευτικής ελευθερίας; «Η πολύπαθη και αμφιλεγόμενη τέχνη της συνταγματικής ερμηνείας»[14] προσφέρει πολλαπλές εκδοχές.

Εκφράζεται μάλιστα η άποψη ότι «ακόμη και αν επικρατούσε στην Ελλάδα το λεγόμενο λαϊκό (κοσμικό) κράτος, αυτό δεν θα είχε ως συνέπεια την απομάκρυνση των εικόνων, δηλαδή την κατάργηση ενός εθίμου αιώνων»[15]. Και τούτο γιατί ακόμη και ένα λαϊκό κράτος δεν μπορεί να ακυρώσει νομοθετικά το ιστορικό και πολιτισμικό παρελθόν του κοινωνικού σώματος, δίχως να προσβάλλει την ελευθερία συνείδησης των πολιτών του. Για παράδειγμα, το γκρέμισμα των ναών και η αποκαθήλωση των ιστορικών θρησκευτικών συμβόλων από τα δημόσια κτίρια στην τέως Σοβιετική Ένωση αλλά και η καταστροφή των προ του Ισλάμ ιστορικών μνημείων της παγκόσμιας κληρονομιάς στο Αφγανιστάν από τους Ταλιμπάν μαρτυρούν ότι η εκδίωξη των θρησκευτικών συμβόλων από τη δημόσια σφαίρα εκφράζει συνήθως και μια γενικότερη στέρηση της ελευθερίας της συνείδησης των πολιτών. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι, αν όντως η διαφορετική ρύθμιση των σχέσεων κράτους και ορισμένων θρησκευτικών κοινοτήτων μπορεί να προσβάλλει την θρησκευτική ελευθερία κάθε πολίτη. Όταν μάλιστα υφίσταται μία βαθύτατα ιστορική, κοινωνική και πολιτισμική σχέση με μία πλειοψηφούσα θρησκευτική κοινότητα, όπως στην περίπτωση του Ελληνικού Κράτους με την Ορθόδοξη Εκκλησία, τότε η ρύθμιση των σχέσεων τους μπορεί να είναι παρόμοιας υφής με μια οποιαδήποτε άλλη θρησκευτική κοινότητα; Το ελληνικό κράτος δεν συγκροτήθηκε λόγω κάποιας αντιπαλότητας μεταξύ θρησκείας και κοινωνίας, όπως συνέβη σε πολλά δυτικοευρωπαϊκά κράτη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν συγκροτείται ως ένα ιεραρχικό σύστημα ερήμην του λαϊκού και κοινωνικού σώματος.

Στην Ελλάδα ένας ενδεχόμενος αποχριστιανισμός της δημόσιας σφαίρας ως ετεροχρονισμένος νεωτερικός ή βίαιος διευθυντικός εκσυγχρονισμός θα πρέπει σοβαρά να λάβει υπόψη ότι ο πολιτισμός τον οποίο σάρκωσε η ορθόδοξη παράδοση αποτελεί μια ιστορική συνιστώσα του Ελληνισμού όχι ως ιδεολογική κατασκευή αλλά ως πολιτισμική έκφραση και οργανική όσμωση με τις διάφορες πτυχές του συλλογικού μας βίου. Αλήθεια, τι σημαίνει να συζητούμε στην Ελλάδα για την αποκαθήλωση των εικόνων από τις σχολικές αίθουσες και να προβάλλουμε στα μεγάλα μουσεία του κόσμου, στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο και πολύ πρόσφατα στη Βόννη τον βυζαντινό κόσμο και πολιτισμό μέσα από την τέχνη της ορθόδοξης εικόνας;

Το ζήτημα των θρησκευτικών συμβόλων στο δημόσιο χώρο δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει για άλλη μία φορά μέρος της πόλωσης μεταξύ «παραδοσιακών» και «νεωτερικών», η οποία κυριαρχεί καταθλιπτικά στην νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία τρεις αιώνες τώρα. Πέρα από τη φαινομενολογία, τις αντιφάσεις και τα τραγικά συμπτώματα του διχασμού αυτού της νεοελληνικής συνείδησης, είναι ανάγκη για το παρόν και το μέλλον του τόπου μας να υπερβούμε δημιουργικά τον κύκλο των ψευδώνυμων και μεταπρατικών αντιθέσεων. Πέρα από τις δογματικές επιλογές, είτε των νεωτεριστών είτε των οπαδών της παραδοσιαρχίας στη νεοελληνική σκέψη και ζωή, χρειαζόμαστε επιτακτικά μια εναλλακτική προσπάθεια που να στοχεύει στην ανίχνευση συνθετικών απαντήσεων στα ερωτήματα και στις ζωτικές ανάγκες που θέτει ο σύγχρονος και ραγδαία μεταβαλλόμενος κόσμος.

Εκπαίδευση και θρησκεία στην Ευρώπη σήμερα

Καθώς ήδη αναφέραμε, στις αρχές Οκτωβρίου του 2005, η Κοινοβουλευτική Συνδιάσκεψη του Συμβουλίου της Ευρώπης (47 χώρες) απηύθυνε Σύσταση προς τα κράτη – μέλη της, αναφερόμενη στη σχέση Εκπαίδευσης και Θρησκείας. Στη Σύσταση αυτή, γίνεται λόγος για την ανάγκη εισαγωγής στην εκπαίδευση της διδασκαλίας των θρησκειών. Ακολούθως, προτείνεται το θρησκειολογικό πρότυπο διδασκαλίας είτε έναντι του ουδετερόθρησκου είτε έναντι του ομολογιακού περιεχομένου του μαθήματος των θρησκευτικών στα διάφορα εκπαιδευτικά συστήματα.

            Η Σύσταση αυτή προέκυψε από τη σχετική εισήγηση του André Schneider, μέλους του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (Γαλλία), και μετά από τις εργασίες και συσκέψεις της Επιτροπής για τον Πολιτισμό, την Επιστήμη και την Εκπαίδευση που είχαν ξεκινήσει ήδη από το 1998. Πρέπει να αναφέρουμε ότι το ιστορικό της υπόθεσης, τα κείμενα των εργασιών της επιτροπής, η εισηγητική έκθεση του A. Schneider καθώς και η τελική Σύσταση (1720/2005) της Κοινοβουλευτικής Συνδιάσκεψης του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι κείμενα αρκούντως πολυσήμαντα και δεν επιδέχονται μιας, μόνον,   εκδοχής ή ερμηνείας. Δεν είναι τυχαίο ότι η εισήγηση έγινε από μέλος του γαλλικού κοινοβουλίου, δηλαδή, από βουλευτή μιας χώρας η οποία, μετά από μακρά περίοδο ψυχρής ουδετερότητας έναντι των θρησκειών στο δημόσιο χώρο της εκπαίδευσης, σήμερα αναζητεί τρόπους ένταξης της διδασκαλίας του θρησκευτικού φαινομένου. Ακόμη γίνεται φανερό ότι ο  φόβος από τις διάφορες μισαλλόδοξες φονταμενταλιστικές κινήσεις και τρομοκρατικές ενέργειες, η διαμάχη για την αμφίεση των μουσουλμάνων μαθητριών, η καταπολέμηση της ξενοφοβίας, των στερεοτύπων και της άγνοιας έναντι των θρησκειών και τελικά η παρουσία του ίδιου του Ισλάμ στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, έχουν συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση του σκεπτικού της Σύστασης αυτής. Τα όσα δραματικά εκτυλίχθηκαν  την ίδια περίοδο που ανακοινώθηκε η Σύσταση αυτή στα προάστια του Παρισιού από τους εξαθλιωμένους γόνους μουσουλμάνων μεταναστών, επιβεβαιώνουν την ανάγκη γνωριμίας και αναστροφής των ευρωπαϊκών κοινωνιών με τη θρησκευτική πραγματικότητα και, κυρίως, με τη θρησκευτική και πολιτιστική ετερότητα του Ισλάμ. Πέρα από τα ειδικά χαρακτηριστικά της εξέγερσης αυτής (παιδιά οικονομικών μεταναστών από χώρες που ήσαν άλλοτε αποικίες, κοινωνικοοικομική εξαθλίωση, έλλειψη αποδοχής από τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, αδυναμία αντιπροσώπευσης στο σύστημα της δημόσιας και κοινωνικής ζωής), το πρόβλημα των πολιτιστικών ταυτοτήτων σε σχέση με τη θρησκεία στη δημόσια και κοινωνική έκφραση έρχεται και πάλι στο προσκήνιο. Ρητά, πλέον, ομολογείται από την Σύσταση ότι «η θρησκευτική εκπαίδευση μπορεί να έχει ρόλο-κλειδί για την οικοδόμηση μιας δημοκρατικής κοινωνίας». Επίσης, και αυτό είναι πολύ σημαντικό, η Σύσταση αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στις αξίες που προκύπτουν και τροφοδοτούνται από τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες της Βίβλου, ενώ παράλληλα τονίζει πως οι αξίες αυτές, πολλές από τις οποίες είναι κοινές και με άλλες θρησκείες, υποστηρίζονται από το Συμβούλιο της Ευρώπης.

            Σαφέστατα, η Κοινοβουλευτική Συνδιάσκεψη του Συμβουλίου της Ευρώπης προτείνει το θρησκειολογικό μοντέλο διδασκαλίας των θρησκειών, για να διασφαλίσει έτσι την αμεροληψία και αντικειμενικότητα στην παρουσίασή τους. Ωστόσο, η ανακάλυψη των διαφόρων θρησκειών και κυρίως των θρησκειών γειτονικών χωρών από τους μαθητές, θα γίνεται παράλληλα με τη γνωριμία της δικής τους θρησκείας. Πέρα από φανατισμούς, «ο σκοπός αυτής της εκπαίδευσης θα πρέπει να κάνει τους μαθητές… να αντιληφθούν ότι καθένας έχει το ίδιο δικαίωμα με όλους να πιστεύει ότι η δική του θρησκεία είναι η “η αληθινή πίστη” και ότι η διαφορετική θρησκεία ή η αθεΐα δεν διαφοροποιεί αξιολογικά τους ανθρώπους».

            Θεωρούμε, πάντως, ότι με την Σύσταση αυτή άνοιξε μια μεγάλη συζήτηση στην Ευρώπη και συνεπώς και στη χώρα μας. Κατά πόσο είναι συμβατή η Σύσταση αυτή με το δικό μας εκπαιδευτικό σύστημα και το πρόγραμμα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών; Μπορεί να υπάρχει μια τεχνητή ομοιομορφία και κοινή αντιμετώπιση της διδασκαλίας του θρησκευτικού φαινομένου για κάθε χώρα, ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα πολιτιστικά, θρησκευτικά και κοινωνικά  χαρακτηριστικά της; Είναι όντως κλειστό, κατηχητικό και μονοφωνικό το πλαίσιο διδασκαλίας του θρησκευτικού μαθήματος στην Ελλάδα; Υπάρχει, πράγματι, έλλειψη γνωριμίας με τη θρησκευτική ετερότητα και μάλιστα με αυτήν του Ισλάμ; Τα ερωτήματα και οι θεματικές μιας σοβαρής και σε βάθος συζήτησης είναι πάμπολλα.

            Πάντως, ο τρόπος που παρουσιάσθηκε στη χώρα μας το περιεχόμενο της Σύστασης αυτής του Συμβουλίου της Ευρώπης από τα ΜΜΕ και όχι μόνον, δημιουργεί πολλά ερωτηματικά. Γιατί ούτε λίγο, ούτε πολύ, η Σύσταση εμφανίσθηκε ως ευρωπαϊκή οδηγία-απόφαση με δεσμευτική ισχύ, η οποία θα αλλάξει άρδην τον υφιστάμενο χαρακτήρα και τη φυσιογνωμία του μαθήματος των θρησκευτικών, όχι γιατί εμείς το θέλουμε και γνωρίζουμε γιατί το πράττουμε, αλλά γιατί έτσι επιτάσσει η Ευρωπαϊκή Ένωση (!). Το ίδιο περίπου συνέβη και με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για την περίπτωση της Ιταλίας.

Στον ευρωπαϊκό χώρο υφίστανται σήμερα ποικίλες πρακτικές τόσο για τα θρησκευτικά σύμβολα, όσο και για την πολιτική απέναντι στην θρησκευτική ετερότητα. Από την απαγόρευση της μαντήλας στην Γαλλία και τη σχετική διαμάχη, την πρόσφατη άρνηση της Ελβετίας να αποδεχθεί την ανέγερση μιναρέδων μέχρι το πολυθρησκευτικό και πολλαπλά ομολογιακό μάθημα στα δημόσια σχολεία της Γερμανίας και της Αγγλίας, μπορεί κανείς να διαπιστώσει μια ποικιλία τάσεων και επιλογών. Ακόμη και στη Γαλλία, ένα παραδοσιακά «λαϊκό» και ουδετερόθρησκο κράτος, μπορεί κανείς να εντοπίσει κινήσεις επανένταξης της θρησκείας στην δημόσια εκπαίδευση, όπως φανερώνει η έκθεση του Ρεζίς Ντεμπρέ προς το γαλλικό υπουργείο παιδείας[16]. Η τάση αυτή και κυρίως το ζήτημα της παρουσίας των πέντε-έξη εκατομμυρίων μουσουλμάνων μεταναστών στη Γαλλία οδήγησε τον νυν Πρόεδρο της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί να επισημάνει αμέσως μετά από το αρνητικό δημοψήφισμα της Ελβετίας για τους μιναρέδες τα εξής ενδιαφέροντα: «χριστιανός, εβραίος ή μουσουλμάνος… ο καθένας πρέπει να αποφεύγει κάθε επίδειξη και κάθε πρόκληση, έχοντας επίγνωση της καλοτυχίας του να ζει σε μία ελεύθερη γη, να ασκεί τη θρησκεία του με ταπεινή διακριτικότητα» και ότι θα πράξει «το παν ώστε (οι μουσουλμάνοι της Γαλλίας) να αισθάνονται ότι είναι πολίτες όπως οι άλλοι, με τα ίδια δικαιώματα που έχουν και όλοι οι άλλοι να βιώνουν την πίστη τους…Θέλω όμως επίσης να τους πω ότι στη χώρα μας, όπου ο χριστιανικός πολιτισμός έχει αφήσει ένα τόσο βαθύ χνάρι, όπου οι αξίες της Δημοκρατίας αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της εθνικής μας ταυτότητας, ο,τιδήποτε θα μπορούσε να εμφανιστεί ως πρόκληση ενάντια σ' αυτήν την κληρονομιά και σε αυτές τις αξίες, θα καταδίκαζε σε αποτυχία την τόσο απαραίτητη εμπέδωση ενός Ισλάμ της Γαλλίας»[17].

Χριστιανισμός και Ευρωπαϊκός πολιτισμός

Μολονότι η σύγχρονη Ευρώπη έχει βαθιές χριστιανικές ρίζες, συνάμα διακατέχεται και από ένα βαθύ ψυχολογικό απωθημένο εναντίον του Χριστιανισμού,  σύνδρομο που οφείλεται κατά βάση στην μεταφυσική αυθεντία και στην ποιμαντική του φόβου, όπως καλλιεργήθηκαν από τον σχολαστικό  Ρωμαιοκαθολικό Μεσαίωνα και τον Προτεσταντικό ηθικισμό. Οι αξίες της ανεξιθρησκίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η υπέρβαση του εθνοφυλετισμού είναι αξίες που πρωτοεμφανίσθηκαν στο ιστορικό προσκήνιο με την χριστιανική Εκκλησία. Ωστόσο, ο ιστορικός Χριστιανισμός πολλές φορές αφέθηκε να ενδώσει στον πειρασμό της αντικειμενοποίησης και της προσαρμογής στις ιστορικές συνθήκες. Με τις θεοκρατικές εκφράσεις του συχνά προσέδωσε ιερό χαρακτήρα στη γήινη δύναμη και στο κράτος. Ορισμένες εκδοχές του ιστορικού Χριστιανισμού μετέτρεψαν την Εκκλησία από μία χαρισματική κοινότητα, η οποία οφείλει να εικονίζει σε κάθε της έκφανση τα έσχατα της Βασιλείας, σε μία επίγεια πραγματικότητα, η οποία επιζητεί με ιεροκρατικές δομές να κυριαρχήσει στον κόσμο. Θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει ιστορικά ότι η Ευρώπη απόκτησε την σύγχρονη φυσιογνωμία της μέσα από μια προϊούσα και αναπόφευκτη πορεία αποχριστιανισμού και εκκοσμίκευσης. Πράγματι, στην Ευρώπη διαμορφώθηκε σταδιακά ένας μεταχριστιανικός κόσμος. Ο κόσμος που προέκυψε από την Αναγέννηση, τη Μεταρρύθμιση και το Διαφωτισμό, ο κόσμος της νεωτερικότητας, στηρίζεται εν πολλοίς στον Χριστιανισμό, διότι ακόμη και οι πιο εκκοσμικευμένες, αντιθρησκευτικές και αντιχριστιανικές ιδέες και ιδεολογίες που τον κινούν είναι, ούτως ή άλλως, αποτέλεσμα μιας εκκοσμικευμένης εσχατολογίας. Ουσιαστικά, η χριστιανική πίστη, καλλιεργώντας στον άνθρωπο το όραμα της Βασιλείας του Θεού, έκανε πραγματικότητα τον θεμελιώδη ουτοπισμό της νεωτερικότητας, δηλαδή, τη λατρεία της ιστορίας, τη σχεδόν παρανοϊκή πίστη σε μια ερχόμενη εγκόσμια βασιλεία ελευθερίας και δικαιοσύνης. Έτσι, ολόκληρη η πορεία της νεωτερικότητας από την σκοπιά της σημασίας της ιστορίας δεν είναι παρά ένας παρανοημένος και εγκόσμιος εσχατολογισμός, ο οποίος στηρίζεται σε χριστιανικές κατά βάση αξίες, ωστόσο, δίχως χριστιανικό νόημα και περιεχόμενο[18].

Οι τάσεις αυτές χαρακτηρίζουν πλέον τα θεσμικά όργανα της Ευρώπης αλλά και την ίδια την πρακτική του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ως προσπάθεια επιβολής παντού μιας ριζοσπαστικής εκκοσμίκευσης, αγνοώντας την ιστορική και πολιτισμική πείρα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας για κάθε χώρα μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας. Συχνά εμφανίζεται το παράδοξο οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να απέχουν από τη νομική και ιστορική πραγματικότητα, μέσα στην οποία ζει η πλειοψηφία των Ευρωπαίων. Με πρόσχημα την προστασία της θρησκευτικής ετερότητας και μειοψηφίας, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα μετατρέπονται σε εργαλεία προβολής μιας υπερ-φιλελεύθερης ιδεολογίας. Η άρνηση της πολιτισμικής διάστασης των θρησκευτικών συμβόλων και της παρουσίας τους στον δημόσιο χώρο μοιάζει να αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς την κατίσχυση του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού της εκκοσμίκευσης. Ο ευρωπαϊκός Χριστιανισμός φαντάζει να έχει ηττηθεί κατά κράτος και να δίνει μάχες χαρακωμάτων μέσα στην ίδια την ιστορική του κοιτίδα. Έτσι, ενώ έχουμε αποκαθήλωση των παλαιών θρησκευτικών συμβόλων, ταυτόχρονα έχουμε προσπάθεια εισαγωγής νέων εκκοσμικευμένων συμβόλων όπως και νέου εορτολογίου, τα οποία λειτουργούν συμβολικά ακόμη και θρησκευτικά όπως και τα προηγούμενα.

Η σύγχρονη ρητορεία περί ετερότητας και πολυπολιτισμικότητας και η πολιτική της χρήση αναδεικνύει μία πληθώρα προβλημάτων. Πρόκειται για μια ισοπεδωτική πολιτική; Η διεθνοποίηση των συνθηκών ζωής και ο πλουραλισμός των μορφών διαβίωσης θα σημάνει μια κοινωνία – χωνευτήρι λαών και πολιτισμών που θα συμπεριλάβει τους πάντες σε μιαν άχρωμη και άοσμη ομογενοποίηση, σε έναν πολιτισμό χωρίς κέντρο; Κάθε ετερότητα θα διεκδικεί από την πολιτεία το δικαίωμα στη δική της ιστορία, στους δικούς της ιδρυτικούς μύθους, στη δική της ταυτότητα; Η παραδοχή της πολυπολιτισμικότητας εμπεριέχει και μιαν αντίφαση: μπορεί να σβήσει τον άλλο στην προσπάθεια να τον κάνει ορατό. Στη διαδικασία νομιμοποίησης του διαφορετικού, η αποδοχή περιλαμβάνει και έναν αναγκαίο βαθμό λήθης της ιστορίας του άλλου. Αλλά η ίδια η έννοια της ελευθερίας και των δικαιωμάτων του ατόμου, στην οποία βασίζεται η σύγχρονη μαζική δημοκρατία, δεν επιτρέπει τη βίαιη επιβολή κανενός είδους πολιτισμού. Ούτε ενοχλείται από την ετερότητα και την πολυπολιτισμικότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η υιοθέτηση της ρητορείας περί την πολυπολιτισμικότητα είναι τελικά για ορισμένους ενάντια σε κάθε παραδοσιακό πολιτισμό, ενάντια στις οσμώσεις μεταξύ των πολιτισμών, των συλλογικών ταυτοτήτων και των θρησκευτικών πίστεων. Ωστόσο, ο γνήσιος εμπλουτισμός ανάμεσα στους πολιτισμούς δεν θα υπάρξει παρά μόνον μέσα από τον διάλογο, όταν όμως ο κάθε πολιτισμός θα διατηρήσει την ιδιομορφία του και την ταυτότητά του.

Η ρωμαιοκαθολική παράσταση του Εσταυρωμένου και η ορθόδοξη εικόνα

Μπορεί η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου να αναφέρεται στην τοποθέτηση του Εσταυρωμένου στις σχολικές αίθουσες, ωστόσο το σκεπτικό της δεν μπορεί παρά να συμπεριλαμβάνει και κάθε μορφή θρησκευτικών συμβόλων αλλά συλλήβδην και κάθε έκφραση της θρησκευτικής τέχνης. Σε μια τέτοια περίπτωση πώς είναι δυνατόν να προσδιορίζονται τα όρια της καλλιτεχνικής έκφρασης και πώς αποφεύγεται ένα είδος ενοχοποίησης γενικότερα της τέχνης; Γιατί τα εκθέματα ενός μουσείου ή οποιοδήποτε θρησκευτικό μνημείο ή έργο τέχνης να μην αποτελούν αφορμή θρησκευτικού προσηλυτισμού, όταν τα επισκέπτονται μαθητές, αλλά και τα ίδια τα διδακτικά βιβλία, τα οποία είναι κατάφορτα με ποικίλα θρησκευτικά στοιχεία, και μόνο η παρουσία των αναρτημένων θρησκευτικών συμβόλων στις σχολικές αίθουσες, συνιστούν παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας; Οπωσδήποτε, η συμβολική στην τέχνη έχει μακρά ιστορία σε όλους τους πολιτισμούς και σε όλες σχεδόν τις θρησκευτικές εκφράσεις. Η απαγόρευση των θρησκευτικών συμβόλων στο δημόσιο χώρο είναι προβληματική από τη φύση της, όχι μόνο γιατί προσκρούει στην ελευθερία της έκφρασης, αλλά και γιατί φαντάζει πρακτικά σχεδόν αδύνατη.

Καθώς επισημάνθηκε ήδη από την υπόθεση Seler, οι Εσταυρωμένοι στη Βαυαρία είναι ιδιαίτερα νατουραλιστικοί και αποδίδουν μεγάλη σημασία στην εκφραστική απεικόνιση του πόνου στο πρόσωπο του Ιησού και του αίματος που κυλάει από τις πληγές του σώματός του. Οι Seler στην αγωγή τους υποστήριξαν ότι η θέα αυτής της παράστασης προκάλεσε στην κόρη της οικογένειας ένα είδος ψυχολογικού σοκ[19]. Είναι επίσης γνωστή η αναφορά του Ντοστογιέφκυ στον πίνακα του Χανς Χολμπάιν του νεώτερου, για τον νεκρό Χριστό σε κατάσταση αποσύνθεσης, τον οποίο είδε στο μουσείο της Βασιλείας. «Κοιτάζοντας αυτόν τον πίνακα μπορεί κανείς να χάσει και την πίστη του ακόμα»[20]. Ο Γάλλος ορθόδοξος διανοητής Olivier Clément απευθυνόμενος προς τους χριστιανούς της Δύσης σημείωνε παραστατικά: «χριστιανοί της Δύσης, γιατί έχετε αναπαραστήσει παντού τον Χριστό σαν πτώμα, σαν έναν πεθαμένο χωρίς ελπίδα;»[21]. Η έννοια του πόνου και του θανάτου αντιμετωπίζονται διαφορετικά από την ορθόδοξη θεολογία και ζωγραφική, της οποίας ο άξονας δεν έχει  επίκεντρο την σταύρωση και το πάθος αλλά την ανάσταση του Χριστού. Μολονότι ο αληθινός θάνατος σημαίνεται με τα κλεισμένα μάτια, το πρόσωπο του Χριστού είναι στραμμένο προς την Θεοτόκο και εκφράζει μάλλον έναν βαθύ ύπνο, δίχως καμία παράδοση στη φθορά: «υπνοί η ζωή και Άδης τρέμει» (Ακολουθία Μ. Σαββάτου). Στην ορθόδοξη παράδοση της Ανατολής ο Εσταυρωμένος δεν εμφανίζει τον ρεαλισμό του εξαντλημένου και νεκρού σώματος ούτε ασφαλώς της επιθανάτιας οδύνης. Ακόμη και νεκρός ο Χριστός δεν παύει να είναι ο βασιλεύς της δόξης, ο κύριος της ζωής.   «Αυτός γαρ ο σταυρός βασιλείας είναι μοι δοκεί σύμβολον. Διά τούτο δε αυτόν βασιλέα καλώ, επειδή βλέπω αυτόν σταυρούμενον. Βασιλέως γαρ εστίν υπέρ των αρχομένων αποθνήσκειν»[22].

Στην  εθιμική παράδοση παρουσίας των εικόνων στα σχολεία ποτέ δεν αναρτάται η εικόνα του σταυρωθέντος Χριστού- παράσταση τόσο διαφορετική από την αντίστοιχη δυτική- αλλά το πρόσωπο του Χριστού, της Παναγίας ή των αγίων. Αυτό σημαίνει ότι αποκλείεται η εικόνα να προκαλέσει φόβο ή αποστροφή στα παιδιά. Ως έκφραση του θρησκευτικού μας πολιτισμού, η ύπαρξη των εικόνων στα σχολεία δεν υποβάλλει οποιαδήποτε έννοια αποδοχής ή προσηλυτισμού στη χριστιανική πίστη. Οι μη χριστιανοί ή οι αδιάφοροι γονείς και μαθητές ούτε ενοχλούνται ούτε θεωρούν ότι προσβάλλεται η ελευθερία της συνείδησής τους ή η οποιαδήποτε άλλη πίστη τους. Στην ελληνική πραγματικότητα ουδέποτε υπήρξε πρόβλημα με μαθητές από την παρουσία των εικόνων στις σχολικές αίθουσες, αλλά από εκπαιδευτικούς που αναλαμβάνουν μεμονωμένα την πρωτοβουλία, συχνά ερήμην του συλλόγου των διδασκόντων, να αποκαθηλώσουν την εικόνα από την σχολική αίθουσα στην οποία διδάσκουν, γιατί απλώς διαφωνούν με την ύπαρξη και παρουσία της. Άλλωστε, τα θρησκευτικά σύμβολα στην Ελλάδα αλλά και στον κόσμο δεν περιορίζονται μόνο στις εικόνες, αλλά βρίσκονται παντού, στα βιβλία, στα μουσεία, στις σημαίες των κρατών και στο ελληνικό εθνόσημο αλλά και σε απλά και καθημερινά πράγματα όπως τα νοσοκομεία, τα φαρμακεία, τα κοσμήματα…

Η παρουσία της ορθόδοξης εικόνας στις σχολικές τάξεις νομιμοποιείται από το γεγονός ότι είναι μέρος της συλλογικής πολιτισμικής ταυτότητας και καλύπτεται ασφαλώς από την συνταγματική επιταγή για την ανάπτυξη της «εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης» στο πλαίσιο της ελληνικής εκπαίδευσης. Παρόμοια, μια σειρά από άλλες εθιμικές και πολιτισμικές εκφράσεις της θρησκευτικής μας παράδοσης έχουν επηρεάσει το κοινωνικό σώμα και τον ίδιο το δημόσιο χώρο, όπως είναι οι εορτές, οι αργίες, οι διακοπές των μεγάλων χριστιανικών εορτών του Πάσχα και των Χριστουγέννων κ.ά.  Με αυτή την έννοια ο αείμνηστος Αντώνης Τρίτσης, ως υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων τον Φεβρουάριο του 1987 έγραφε σε απόφασή του ότι: «Ο Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων εκτύπωσε πέντε διαφορετικές εικόνες του “Χριστού Παντοκράτορα”, όπως παρουσιάζεται από τη Βυζαντινή Αγιογραφία, και χρησιμοποιείται από την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία. Η εκτύπωση έγινε με σκοπό την αντικατάσταση όλων των εικόνων δυτικού τύπου, που είναι αναρτημένες στις αίθουσες των διδακτηρίων, με τις αντίστοιχες βυζαντινής τεχνοτροπίας και συγκεκριμένα με τις εικόνες “Του Χριστού Παντοκράτορα”, οι οποίες δεν εκφράζουν μόνο την Ορθόδοξη Πίστη αλλά φανερώνουν και τη συνέχεια του Ελληνικού Πολιτισμού»[23].

Οι εικόνες στα σχολεία μολονότι προέρχονται από την θεολογική και λειτουργική τέχνη της Εκκλησίας, ωστόσο δεν υφίστανται ως αντικείμενα λατρείας ή ακόμη ως ιδεολογικά σύμβολα της χριστιανικής Εκκλησίας παρά ως έργα τέχνης και πολιτισμού. Η ίδια η ιστορική τους προέλευση είναι το συναρπαστικό αποτέλεσμα ενός διαπολιτισμικού διαλόγου μέσα στο χρόνο και στο χώρο με αφετηρία την ελληνιστική τέχνη, τις προσωπογραφίες των Φαγιούμ, την θεολογική και λατρευτική εμπειρία της Εκκλησίας αλλά και τους διαφορετικούς τρόπους εικαστικής έκφρασης σε κάθε τόπο και λαό. Οι εικόνες στο σχολείο διακοσμούν και παραπέμπουν στην ιστορία και στον πολιτισμό που τα δημιούργησε ως καλλιτεχνική έκφραση, συνάμα όμως παραπέμπουν και σε ορισμένες υπαρξιακές και παιδαγωγικές αρχές, όπως είναι η πανανθρώπινη αγάπη και αλληλεγγύη, η αλήθεια της αξίας του ανθρώπινου προσώπου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ο σεβασμός της θρησκευτικής ετερότητας, η υποδοχή και η δεξίωση του άλλου και μάλιστα του ξένου, η δικαιοσύνη και η απελευθέρωση από κάθε είδους δουλεία, αδικία και καταπίεση στο πρόσωπο του Χριστού.

Εφόσον, όμως, η ελευθερία της συνείδησης είναι απαραβίαστη και συνταγματικά κατοχυρωμένη, οι εικόνες δεν μπορούν να δηλώνουν την θρησκευτική πίστη ή ιδεολογική ταυτότητα της σχολικής τάξης. Η ισορροπία είναι λεπτή.  Η παρουσία των εικόνων στις σχολικές αίθουσες μαζί με πλήθος άλλων διδακτικών, καλλιτεχνικών και πολιτιστικών στοιχείων και συμβόλων αφορούν τους γενικότερους παιδαγωγικούς και διδακτικούς σκοπούς, οι οποίοι οπωσδήποτε δεν αιωρούνται εκτός τόπου και χρόνου, σε ένα είδος πολιτισμικού κενού ή σε μιαν αντίληψη «πολιτικής ορθότητας», αλλά έχουν πάντοτε αναφορά σε ένα ανοικτό και διαρκώς ανανεούμενο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Άλλωστε, θρησκευτική αναφορά ή διασύνδεση έχουν και πάμπολλα έργα τέχνης της κλασικής αρχαιότητας, ή της αναγέννησης, ή ακόμη και ποικίλο ιστορικό και εικαστικό υλικό από την ιστορική διαδρομή άλλων λαών και πολιτισμών. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι για λόγους προστασίας της θρησκευτικής συνείδησης πρέπει όλα αυτά να εξαιρεθούν από τα διδακτικά βιβλία και από το ποικίλο εποπτικό και υποστηρικτικό υλικό της εκπαίδευσης. Το σχολείο είναι χώρος έρευνας, παιδείας, διαλόγου και πολιτισμού και όχι φόβου και αποκλεισμών. «Στο σχολείο δεν θέλουμε λευκές αίθουσες και λευκά κελιά», «θέλουμε πρόσθεση και όχι αφαίρεση, πολλαπλασιασμό και όχι διαίρεση»[24], αναζήτηση νοήματος και γνώσης, κριτικό διάλογο, ερμηνευτικές προσεγγίσεις και αναμέτρηση με τα ουσιώδη του κοινωνικού βίου, πολύπλευρη μόρφωση και όχι φοβικούς περιορισμούς.

 

Τα θρησκευτικά σύμβολα στην προοπτική της διαπολιτισμικότητας ως συνάντησης και διαλόγου των πολιτισμών στην εκπαίδευση

Τα σύμβολα γενικά συμβάλλουν με το περιεχόμενό τους στην διαμόρφωση του συλλογικού ήθους. Έτσι λειτουργεί π.χ. το εθνικό σύμβολο της σημαίας, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση του εθνικού ήθους της ελευθερίας και αυτοκυριαρχίας. Ένα πολιτισμικό σύμβολο επίσης συμβάλλειδεν επιβάλλει – στη διαμόρφωση του περιεχομένου του πολιτισμικού ήθους. Τα σύμβολα γερνούν και πεθαίνουν, όταν το συμβολικό περιεχόμενό τους δεν αγγίζει και δεν λειτουργεί πλέον στο κοινωνικό σώμα, γίνονται νεκρά σύμβολα. Η ιστορία των πολιτισμών και η εραλδική είναι πλούσια από τέτοια παραδείγματα νεκρών πλέον συμβόλων. Θα πρέπει σοβαρά να δούμε την λειτουργία τους μέσα στην ελληνική ιδιαίτερα κοινωνία. Το ζήτημα, όμως, που τίθεται με την ανάρτηση θρησκευτικών συμβόλων σε σχολεία στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες, όπου φοιτούν μαθητές που προέρχονται από ποικίλες πολιτισμικές, εθνικές και θρησκευτικές κοινότητες, είναι ένα ζήτημα το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μονοπολιτισμικά ούτε ασφαλώς μηδενίζοντας τον όποιο κυρίαρχο πολιτισμό. Δεν αρκεί, δηλαδή, η πλειοψηφούσα πολιτισμικά και θρησκευτικά κοινότητα να επιβάλλει τα δικά της σύμβολα ή να περάσει και αυτή σε ένα είδος αναγκαστικού πολιτισμικού μηδενισμού και αφασίας. Οι άλλοι, οι ξένοι, οι μετανάστες, οι θρησκευτικές μειονότητες χρειάζεται να έχουν θέση και έκφραση στη δημόσια εκπαίδευση. Πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτό; Η λύση της απαγόρευσης όλων των θρησκευτικών συμβόλων είναι η ενδεδειγμένη λύση; Το σύνδρομο ενός επιθετικού και εκκοσμικευμένου ολοκληρωτισμού μηδενιστικών αντιλήψεων, που θέτει στο περιθώριο οποιαδήποτε θρησκευτική έκφραση δεν μπορεί να προσφέρει βιώσιμες λύσεις.  Αλήθεια, τι μας εμποδίζει σε ένα σχολείο όπου φοιτούν και άλλοι μη ορθόδοξοι μαθητές, να προσθέσουμε και άλλα θρησκευτικά και πολιτισμικά σύμβολα ή στοιχεία; Πώς αυτό μπορεί να επιτευχθεί δίχως να ακυρώνεται ή να υποβαθμίζεται η πλειοψηφούσα πολιτισμική έκφραση;

Η απάντηση στο ζήτημα της διατήρησης των θρησκευτικών συμβόλων στα δημόσια σχολεία, δεν μπορεί να προκύψει από νομικές και διευθυντικές αποφάσεις, ερήμην του κοινωνικού σώματος, αλλά θα πρέπει να αναζητηθεί στον ευρύτερο κοινωνικό και ακαδημαϊκό διάλογο που έχει αναπτυχθεί γύρω από τα διαχειριστικά μοντέλα της πολιτισμικής και θρησκευτικής ετερότητας[25]. Μια διαπολιτισμική και διαθρησκειακή προσέγγιση των θρησκευτικών συμβόλων θα ήταν σε θέση να προσφέρει γόνιμες και δημιουργικές εναλλακτικές δυνατότητες και προοπτικές. Το ζητούμενο στην εκπαίδευση δεν είναι απλώς η ανοχή και η συνύπαρξη των διαφορετικών προσεγγίσεων ή των πολιτισμικών και θρησκευτικών μειοψηφιών, αλλά ο κριτικός διάλογος, η αλληλογνωριμία και η αλληλεπίδραση στη διαδικασία ένταξης και κοινωνικοποίησης που προσφέρει η εκπαιδευτική διαδικασία. Στην προοπτική αυτή, όταν η παρουσία πολιτισμικών και θρησκευτικών μειονοτήτων είναι εμφανής σε κάποιο σχολείο θα μπορούσε, ύστερα από διάλογο και συνεννόηση με τον Σύλλογο Διδασκόντων, το Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων και τις Μαθητικές Κοινότητες, να αποφασίζεται κατά περίπτωση, και πάντως μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία, η ανάρτηση και άλλων πολιτισμικών και θρησκευτικών συμβόλων[26]. Το Υπουργείο Παιδείας θα μπορούσε στο πλαίσιο της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης να καταρτίσει ένα πλαίσιο διαπολιτισμικών αρχών, όχι για να κρατήσουμε άγραφους και άδειους τους τοίχους των σχολικών αιθουσών, αλλά για να εκφράσουμε με ζωντάνια και πολυχρωμία τον διαπολιτισμικό διάλογο που πραγματοποιείται ούτως ή άλλως στην εκπαιδευτική πράξη και στη σχολική ζωή. Λύσεις μπορούν  να υπάρξουν με μεράκι και φαντασία.         

Σχολείο και θρησκευτική αγωγή στο ελληνικό σχολείο

Πώς μπορεί να ερμηνευτούν τα παραπάνω υπό τις νέες κοινωνικές συνθήκες στην Ελλάδα; Πώς προάγεται η θρησκευτική συνείδηση; Απαγορεύοντας και αποκαθηλώνοντας τα πολιτισμικά σύμβολα της πλειοψηφίας; Φιμώνοντας την θρησκευτική ετερότητα και την έκφρασή της; Όλα αυτά μπορούν να λειτουργήσουν δημιουργικά στην προοπτική μιας νέας θεώρησης του θρησκευτικού μαθήματος.

Το μάθημα των θρησκευτικών δεν είναι κατήχηση ή μύηση στην ορθόδοξη χριστιανική πίστη, αλλά ένα από τα μαθήματα του σχολείου με ιδιαίτερο μορφωτικό και παιδαγωγικό περιεχόμενο. Για τον λόγο αυτό, δεν ορίζεται και δεν εποπτεύεται από καμία Εκκλησία, δόγμα ή ομολογία, ενώ η διδακτέα ύλη του καθορίζεται από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, εποπτευόμενο φορέα του Υπουργείου Παιδείας, και αποτελεί – όπως κάθε αναλυτικό πρόγραμμα διδασκαλίας – νόμο του κράτους. Ακόμη, ο τρόπος διδασκαλίας και αξιολόγησής του διέπεται από τις παιδαγωγικές και διδακτικές παραμέτρους που ισχύουν για όλα τα μαθήματα του Ελληνικού σχολείου.

Αν και το νομικό πλαίσιο που διέπει το μάθημα είναι απολύτως σαφές και ξεκάθαρο, η πραγματικότητα αυτή συχνά δεν γίνεται αντιληπτή. Συχνά, πρωτοβουλίες και πρακτικές στη σχολική πράξη τροφοδοτούν τη δημόσια κριτική, δυσχεραίνοντας την νηφάλια αντιμετώπιση. Σημειώνουμε εδώ με έμφαση ότι η κριτική και ο δημόσιος διάλογος, χαρακτηριστικά της δημοκρατικής πολιτείας, είναι όχι μόνο ευπρόσδεκτα αλλά και επιθυμητά. Ο διάλογος, όμως, και η κριτική γίνονται μόνο όταν ένα μάθημα του σχολείου είναι έτσι θεσμοθετημένο, ώστε να είναι ανοικτό και να αφορά όλους τους μαθητές. Διαφορετικά, και εφόσον η Πολιτεία δεν σχεδιάζει ούτε εποπτεύει, το μάθημα γίνεται κλειστό και, άρα, ανεξέλεγκτο.

Συνεπώς, απαιτείται άμεσα περαιτέρω αλλαγή του θεσμικού πλαισίου και της νομιμοποιητικής βάσης του μαθήματος, ώστε ρητά και εκπεφρασμένα να μην θεωρείται πλέον θρησκευτική κατήχηση ή ομολογιακό μάθημα, αλλά ένα μάθημα με σαφώς ανοικτό, πλουραλιστικό και μορφωτικό-γνωσιολογικό περιεχόμενο. Ως βάση του μπορεί να χρησιμοποιηθεί το θρησκευτικό φαινόμενο γενικά, οι μεγάλες θρησκείες του κόσμου, ο Χριστιανισμός και η Ορθοδοξία ειδικότερα, με έμφαση στην ιστορία και στον πολιτισμό. Τούτο, άλλωστε, ισχύει εν πολλοίς και στα υπάρχοντα αναλυτικά προγράμματα και βιβλία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για εκσυγχρονισμό και προσαρμογή στα σημερινά δεδομένα, τόσο του χαρακτήρα όσο και του περιεχομένου του μαθήματος, όπως άλλωστε οι ίδιοι οι θεολόγοι-εκπαιδευτικοί έχουν επισημάνει σε συνέδρια των τελευταίων ετών με κεντρικό άξονα τον παραπάνω προβληματισμό.

Οι μαθητές οφείλουν να προσεγγίζουν τα παραπάνω από ιστορική και πολιτισμική σκοπιά, όχι μόνο για να γνωρίζουν τη δική τους θρησκευτική παράδοση αλλά και τις θρησκευτικές παραδόσεις των άλλων ανθρώπων με τους οποίους διαβιούν στις σύγχρονες ανοικτές και πολυπολιτισμικές κοινωνίες. Μετά την τυπική αλλαγή του θεσμικού πλαισίου του μαθήματος, η θρησκευτική αγωγή δεν θα συνιστά παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας κανενός μαθητή. Αντίθετα, θα απευθύνεται και θα ενδιαφέρει όλους τους μαθητές, ανεξαρτήτως ομολογίας ή θρησκεύματος[27].

Προς την κατεύθυνση αυτή η ορθόδοξη θεολογία οφείλει να πραγματοποιήσει ένα δημιουργικό άνοιγμα προς τον πολυπολιτισμικό κόσμο μας, προσλαμβάνοντας τα προβλήματα και τους προβληματισμούς του. Χρειάζεται μια νέα προσέγγιση των σημερινών κοινωνικών και πολιτιστικών πραγματικοτήτων, μέσα από μια θεολογία της ετερότητας[28], που δεν θα έχει ωστόσο τίποτε κοινό με το πνεύμα του συγκρητισμού. Είναι όντως ανάγκη στις μέρες μας η Ορθοδοξία να προχωρήσει πιο πέρα και από την νεωτερικότητα και να αποδεχθεί τον πλουραλισμό και την ετερότητα των άλλων κατά τέτοιο τρόπο ώστε  ταυτόχρονα να μην υποτιμά, συμβιβάζει, πολύ δε περισσότερο εγκαταλείπει την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία και ετερότητα. Στοιχεία μιας τέτοιας θεολογίας της διαπολιτισμικότητας ως αλληλοσεβασμός, αποδοχή και ειρηνική συνύπαρξη με την θρησκευτική ή όποια άλλη ετερότητα, είναι διάσπαρτα μέσα στη Βίβλο και τα πατερικά κείμενα[29]. Απαιτείται σαφώς μία άλλη ερμηνευτική προσέγγιση και τελικά μια άλλη νοοτροπία και ένας άλλος προσανατολισμός για την αναγνώρισή τους.

*   Ο Σταύρος Γιαγκάζογλου είναι Σύμβουλος του παιδαγωγικού Ινστιτούτου

 

Σημείωση: Το παρόν μελέτημα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Νομοκανονικά, Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, Έτος Θ΄, Τεύχος 1, Απρίλιος 2010, σσ. 23-48.



[1] Βλ. δηλώσεις της Mariastella Gelmini στο  πρακτορείο Ansa, στην Corriere de la Sera, και στο AFP στις 3.11.2009.

[2] Βλ. Εφημερίδα «Unità» 22-3-1988.

[3] Βλ. ενδεικτικά το άρθρο «Μία παράξενη δικαστική απόφαση» του Silvio Marcus Helmons, Εφημερίδα La Libre Belgique, 29.11.2009, σ. 51.

[4] Βλ. Τσέτση Γ., σχετική αναφορά στη στήλη «Θεολογικά Χρονικά» του περιοδικού Θεολογία 4/2009, σσ. 319-320.

[5] Βλ. Σύσταση 1720 του Συμβουλίου της Ευρώπης με τίτλο «Εκπαίδευση και Θρησκεία», άρθρο 9.

[6] Βλ. W. Hassemer – W. Hoffmann-Riem – J. Limbach, Grundrechte und soziale Wirklichkeit, Baden-Baden 1982, σσ.. 39-76.

[7] Βλ. ενδεικτικά Χρυσόγονου Χ. Κ., «Ανάμεσα στο Σύνταγμα και στην Ευρώπη», άρθρο στην εφημερίδα Το Βήμα, 31.1.2010. Την ίδια εντύπωση αποκομίσαμε και από τις εισηγήσεις ορισμένων συνταγματολόγων κατά την πρώτη δημόσια συζήτηση του θέματος «Τα θρησκευτικά σύμβολα στην εκπαίδευση», την οποία διοργάνωσε το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, δίνοντας την ευκαιρία να γίνει μια πρώτη αλλά ουσιαστική προσέγγισή του. Βλ. σχετική αρθρογραφία στις εφημερίδες Η Καθημερινή, 17.12.2009 και «Ελευθεροτυπία» 19.12.2009. Ο JeanPaul Costa, Πρόεδρος του ΕΔΔΑ και Επίτιμος Σύμβουλος Επικρατείας Γαλλίας σε διάλεξή του με θέμα  «Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα δικαιώματα του ανθρώπου και η επιρροή της στη Γαλλία» αναφέρει τα εξής ενδιαφέροντα: «Το Δικαστήριο, καθώς δεν αποτελεί τέταρτο βαθμό δικαιοδοσίας, δεν έχει την εξουσία να καταργήσει νόμους, να ακυρώσει ή να αναιρέσει αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων…Εμπίπτει στην αρμοδιότητα του καταδικασθέντος Κράτους να υιοθετήσει εκείνα τα ατομικά ή γενικά μέτρα που θα του επιτρέψουν να αποκαταστήσει τις διαπιστωθείσες παραβιάσεις και να αποφύγει την καταδίκη στο μέλλον…όταν το Δικαστήριο αποφασίζει περιορίζεται από τη δεσμευτικότητα του δεδικασμένου που αναπτύσσεται σε επίπεδο εσωτερικού δικαίου (res judicata) και δεν μπορεί να αναπροσαρμόσει ή να ακυρώσει την τελεσίδικη εθνική απόφαση…το Δικαστήριο του Στρασβούργου υποχρεούται να σέβεται την αρχή της επικουρικότητας, η οποία όμως θα στερείτο νοήματος, εάν τα εθνικά δικαστήρια δεν ερμήνευαν και δεν εφάρμοζαν τη Σύμβαση. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα δικαιώματα του ανθρώπου αρνείται να καταστεί δικαστής «τέταρτου βαθμού». Εν τούτοις δεν πρέπει να μεταβληθεί ούτε σε δικαστή πρώτου βαθμού!».  Βλ. JeanPaul Costa, « Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα δικαιώματα του ανθρώπου και η επιρροή της στη Γαλλία», Νομικό Βήμα (ΝοΒ)  57/2009,   σσ. 1825-1832, ιδίως σσ. 1828 και 1832. 

[8] Βλ. Χρυσόγονου Χ. Κ., όπ. π.

[9] Βλ. Δελτίο Τύπου του ΕΠΣΕ 24.11.2009.

[10] Βλ. περιοδικό «Επίκαιρα» της 20ης Νοεμβρίου 2009. Σύμφωνα με νεώτερη δημοσκόπηση της RASS που έγινε για λογαριασμό του zoomnews.gr και στο ερώτημα «συμφωνείτε ή διαφωνείτε να καταργηθούν τα σύμβολα (εικόνες, σταυροί) από τα σχολεία, τα δικαστήρια και τα άλλα κτήρια της δημόσιας διοίκησης;» το 82,3% των ερωτηθέντων εκφράζουν τη διαφωνία τους και μόλις το 15,3% συμφωνούν να καταργηθούν τα σύμβολα. Η έρευνα της RASS πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 1003 ατόμων στις 29 και 30 Μαρτίου 2010 (Μεγάλη Δευτέρα και Μεγάλη Τρίτη). Βλ. http://magazine.zoomnews.gr/popup.php?book_id=18

[11] Βλ. Θέση 30 της απόφασης του ΕΔΑΔ ως τεκμήρια που στοιχειοθετούν τις θέσεις της ενάγουσας: 30.  La requérante a fourni l'historique des dispositions pertinentes. Elle observe que l'exposition du crucifix se fonde, selon les juridictions nationales, sur des dispositions de 1924 et 1928 qui sont considérées comme étant toujours en vigueur, bien qu'antérieures à la Constitution italienne ainsi qu'aux accords de 1984 avec le Saint-Siège et au protocole additionnel à ceux-ci. Or, les dispositions litigieuses ont échappé au contrôle de constitutionnalité, car la Cour constitutionnelle n'aurait pu se prononcer sur leur compatibilité avec les principes fondamentaux de l'ordre juridique italien en raison de leur nature réglementaire.

Les dispositions en cause sont l'héritage d'une conception confessionnelle de l'Etat qui se heurte aujourd'hui au devoir de laïcité de celui-ci et méconnaît les droits protégés par la Convention. Il existe une « question religieuse » en Italie, car, en faisant obligation d'exposer le crucifix dans les salles de classe, l'Etat accorde à la religion catholique une position privilégiée qui se traduirait par une ingérence étatique dans le droit à la liberté de pensée, de conscience et de religion de la requérante et de ses enfants et dans le droit de la requérante d'éduquer ses enfants conformément à ses convictions morales et religieuses, ainsi que par une forme de discrimination à l'égard des non-catholiques.

[12] Αλιπράντης Ν., «Εφαρμόσιμη στην Ελλάδα η απόφαση για τον Εσταυρωμένο;», Συνήγορος 76/2009, σσ. 42-43.

[13] Βλ. Κρίππα Γ., «Μη εφαρμόσιμη στην Ελλάδα η απόφαση ΕΔΑΔ κατά Ιταλίας για τον Εσταυρωμένο λόγω της “Αρχής του δεδικασμένου”», Εφημερίδα Στόχος 12.12.2009.

[14]  Η έκφραση αυτή είναι δάνειο από το ομώνυμο άρθρο του Μανιτάκη Αντ., στη συλλογή μελετών του με τίτλο, Ερμηνεία του Συντάγματος και λειτουργία του πολιτεύματος, Αθήνα 1996, σ. 201. Για το ζήτημα των σχέσεων Εκκλησίας και Κράτους βλ. ενδεικτικά Βενιζέλου Ευ., Σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2000. Κονιδάρη Ιω., Εκκλησιαστικά ΄Ατακτα, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα 1999. Του ιδίου, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα 2000. Κονιδάρη Ιω., Θεμελιώδεις διατάξεις σχέσεων κράτους – εκκλησίας, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα 1999. Του ιδίου, Οι σχέσεις της Εκκλησίας με το Κράτος και το Έθνος, Στη σκιά των ταυτοτήτων, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2000. Του ιδίου, «Η ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας», Καθ’ Οδόν 16/2000,σσ. 35-48. Μανιτάκη Αντ., «Συγχύσεις, αντιπαραθέσεις και διαχωρισμοί στις σχέσεις της θρησκευτικής, εθνικής και πολιτικής ταυτότητας των Ελλήνων», στο Πολιτιστικές «ταυτότητες» & «παγκοσμιοποίηση», Κείμενα Συνεδρίου, εκδ. Εταιρεία Παιδείας και Πολιτισμού «Εντελέχεια»-Εκπαιδευτήρια Γείτονα & Κωστέα – Γείτονα, Αθήνα 2003, σσ. 139-147. Μαρίνου Α., Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, Ίδρυμα Ι. & Ε. Γρηγοριάδου, Αθήναι 1984. Συλλογικός τόμος «Σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας», Δίκαιο και Πολιτική 15 (χ.χ. – 1987;). Φουντεδάκη Π., «Σχέσεις κράτους και εκκλησίας στον ευρωπαϊκό χώρο», Το Σύνταγμα, Διμηνιαία Επιθεώρηση Συνταγματικής Θεωρίας και Πράξης 4-5/2000, σσ. 647-673.

[15] Αλιπράντης Ν., όπ.π.

[16] Βλ. σχετικά Ντεμπρέ Ρ., Η διδασκαλία της θρησκείας στο ουδετερόθρησκο σχολείο, Πρόλογος Ζακ Λαγκ, Μετάφραση Γ. Καράμπελας, Επίμετρο Π. Καλαϊτζίδης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2004. Πρβλ. Ντεμπρέ Ρ., Ανθρώπων κοινωνίες. Για να τελειώνουμε με τη «θρησκεία», Μετάφραση Γιώργος Καράμπελας,  εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2006.

[17] Βλ. άρθρο του Νικολά Σαρκοζί στην εφημερίδα Le Monde,  8.12.2009.

[18] Για μία περαιτέρω ανάλυση βλ. Γιαγκάζογλου Στ., «Φιλοσοφία της ιστορίας και θεολογία της ιστορίας», στο συλ. τόμο Ορθοδοξία και [Μετά-] Νεωτερικότητα, έκδ. Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, Πάτρα 2008, σσ. 15-80.

 

[19] Βλ. Der Spiegel, Αύγουστος 1995 και Κομνηνός Ν.-Κ., «Παρελθόν και μέλλον της θρησκείας στην εκπαίδευση. Η απόφαση «Kruzifix» του ομοσπονδιακού συνταγματικού δικαστηρίου και η σημασία της», στο Χλέπα Ν.-Κ.-Δημητρόπουλου Π., Ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας στο χώρο της εκπαίδευσης, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα 1997, σ. 31.

[20] Βλ. Ντοστογιέφκι Φ., Ο Ηλίθιος, μτφρ. Ελ. Μπακοπούλου, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2008.

[21] Βλ. Lautre soleil, εκδ. Stock, Paris 1973.

[22] Βλ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις τον Σταυρόν και εις τον ληστήν, PG 49,413. Πρβλ. Ευδοκίμωφ Π., Η τέχνη της εικόνας, Η θεολογία της ωραιότητας, μτφρ. Κώστα Χαραλαμπίδη, Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 233-234).

[23] Βλ. σχετικό άρθρο της εφημερίδας Το Βήμα, 6.11.2009.

[24] Βλ. Συλλογικός τόμος, Πρόσθεση όχι αφαίρεση, πολλαπλασιασμός όχι διαίρεση. Η μεταρρυθμυστική παρέμβαση στην εκπαίδευση της μειονότητας της Θράκης, επιμ. Ά. Φραγκουδάκη, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2008.

[25] Βλ. Χατζησωτηρίου Χρ., «Η χρήση θρησκευτικών συμβόλων στο δημόσιο σχολείο στο πλαίσιο της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης», στο διαδίκτυο http://www.ekpedeftikos.com/index.php?id=2365. Νικολάου, Γ. , Ένταξη και Εκπαίδευση των Αλλοδαπών Μαθητών στο Δημοτικό Σχολείο.  Από την Ομοιογένεια στην Πολυπολιτισμικότητα, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000. Βλ. επίσης το συλλογικό έργο του Συμβουλίου της Ευρώπης, Θρησκευτική ετερότητα και διαπολιτισμική εκπαίδευση: ένα βοήθημα για τα σχολεία, επιμέλεια J. Keast, μτφρ. Ν. Χαραλαμπίδου- Ά. Βαλλιανάτος, επιμ ελληνικής έκδοσης Ά. Βαλλιανάτος, έκδ. Συμβούλιο της Ευρώπης, 2008.

[26] Βλ. Μπούρδαλα Π., «Τα θρησκευτικά και φιλοσοφικά σύμβολα στα σχολεία», Εφημερίδα Η Χριστιανική 10.11.2009.

[27] Βλ. Γιαγκάζογλου Στ., «Υπόμνημα σχετικά με την εγκύκλιο του ΥΠΕΠΘ περί απαλλαγής από τα Θρησκευτικά», από κοινού με τους Γ. Στάθη και Π. Καλαϊτζίδη, Σύναξη 108/2008, σσ. 77-79. Του ιδίου, «Το μάθημα των θρησκευτικών στη δημόσια εκπαίδευση. Φυσιογνωμία, σκοποί, περιεχόμενο, νέα βιβλία, διαθεματική προσέγγιση, ευρωπαϊκή προοπτική, θεολογία της ετερότητας», στα Πρακτικά της Επιστημονικής Ημερίδας, Τα Θρησκευτικά στο σύγχρονο σχολείο. Απέναντι στις προκλήσεις των καιρών, έκδ. Ι. Μητροπόλεως Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως, Νεάπολη Θεσσαλονίκης 2007, σσ. 34-108. Του ιδίου, «L’administration des cultes en Grèce», στο συλ. τόμο L’administration des cultes dans les pays de l’Union Européenne, Editor: Brigitte Basdevant-Gaudemet, εκδ. Peeters, Leuven-Paris-Dudley, MA 2008, σσ. 131-139. Του ιδίου, «Η φυσιογνωμία και ο χαρακτήρας του θρησκευτικού μαθήματος. Η θρησκευτική αγωγή στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες», στο συλλ. τόμο Τα θρησκευτικά ως μάθημα ταυτότητας και πολιτισμού, Εισηγήσεις Σεμιναρίου της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης της Ορθοδοξίας σε συνεργασία με το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, Βόλος 15-17 Μαΐου 2004, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα 2005, σσ. 126-144.

[28] Βλ. σχετικά Ζηζιούλα Δ. Ιωάννη., Μητροπολίτη Περγάμου, «Κοινωνία και ετερότητα», Σύναξη 76/2000, σσ. 5-15. «Πολιτιστικές Ταυτότητες και Παγκοσμιοποίηση», στο Πολιτιστικές «ταυτότητες» & «παγκοσμιοποίηση», Κείμενα Συνεδρίου, εκδ. Εταιρεία Παιδείας και Πολιτισμού «Εντελέχεια»-Εκπαιδευτήρια Γείτονα & Κωστέα  – Γείτονα, Αθήνα 2003, σσ. 25-33. Πολιτισμική διαφορετικότητα και αμοιβαία κατανόηση στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, Ετήσια Διάλεξη εις Μνήμη Κωνσταντίνου Λεβέντη, εκδ. Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία 2004. Zizioulas D. John, Communion and Otherness, Further Studies in Personhood and Church, edided by P. McPartlan, T&T Clark, London 2006. Γιαγκάζογλου Στ., «Πρόσωπο και ετερότητα. Δοκίμιο για μια θεολογία της ετερότητας», Ίνδικτος 21/2006, σσ. 87-125. Καραβιδόπουλου Ιω., «Ο θρησκευτικός πλουραλισμός της εποχής της εμφάνισης του χριστιανισμού και του σημερινού κόσμου», Καθ’ Οδόν 16/2000, σσ. 19-22. Καραγιάννης Βασίλειος, Χωρεπίσκοπος Τριμυθούντος, Ο θρησκευτικός και εθνικός πλουραλισμός της νέας κοινωνίας του κόσμου, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2002. Κλάψη Ε., «Πολυπολιτισμός και Ορθοδοξία», στο Η Ορθοδοξία στο Νέο Κόσμο, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2000, σσ. 19-28. Κλάψη Ε., (επιμ.), Ορθόδοξες Εκκλησίες σε έναν πλουραλιστικό κόσμο, Ένας οικουμενικός διάλογος, Πρόλογος Ν. Κοτζιάς, μτφρ. Α. Αλαβάνου, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2006. Clapsis E., «The Orthodox Church in a pluralistic World», στο Orthodoxy in Conversation. Orthodox Ecumenical Engagements, εκδ. World Council of Churches Publications, σσ.127-150, Γενεύη 2000. Clapsis E. (επιμ.), The Orthodox Church in a pluralistic World, An Ecumenical Conversation, εκδ. World Council of Churches Publications – Holy Cross Orthodox Press, Geneva-Brookline 2004. Καλαϊτζίδη Π., «Πολυπολιτισμική πολυθρησκευτική κοινωνία και το κατηχητικό έργο της Εκκλησίας», Θεολογία 3/2009, σσ. 93-122.

[29] Μπολτέτσου Κ. Τρ., Η Θεολογία της Πολυπολιτισμικότητας στην Καινή Διαθήκη. Η ευλογία της ετερότητας  Συνέπειες και προεκτάσεις, Αταλάντη 2000. Γκίτση Α., «Πολυπολιτισμικότητα και θεολογικές προσεγγίσεις», Καθ’ Οδόν 16/2000, σσ. 99-110. Καμπερίδη Λ., Δος μοι τούτον τον ξένον, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2006. Παπαθανασίου Ν. Θ., Ο Θεός μου ο Αλλοδαπός. Κείμενα για μιαν αλήθεια που είναι «του δρόμου», εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 22004. «Διδάσκοντας γύπτους και τσελεπήδες περί περιτομής και αβατάρα ή ο Θεός μου ο Αλλοδαπός», στο συλλ. τόμο Πολυπολιτισμικότητα και Εκπαίδευση στον καιρό της Παγκοσμιοποίησης, Πρακτικά Συνεδρίου Αθήνα 28-29 Ιανουαρίου 2005, Γραφείο Νεότητος Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών και Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, έκδ. Γραφείου – Ιδρύματος Νεότητος Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Αθήνα 2007, σσ. 139-151. Βασιλειάδη Π., «Η Ορθόδοξη Εκκλησία μπροστά στην πρόκληση του πλουραλισμού και της μετανεωτερικότητας», στο συλλ. τόμο Πολυπολιτισμικότητα και Εκπαίδευση στον καιρό της Παγκοσμιοποίησης, Πρακτικά Συνεδρίου Αθήνα 28-29 Ιανουαρίου 2005, Γραφείο Νεότητος Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών και Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, έκδ. Γραφείου – Ιδρύματος Νεότητος Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Αθήνα 2007, σσ. 81-93.

Σωματική και πνευματική λέπρα

Σωματική και πνευματική λέπρα 

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Πολύς ο λόγος για τη Σπιναλόγκα, το νησί των λεπρών, με αφορμή την από τηλεοράσεως προβολή κινηματογραφικής σειράς βασισμένης σε βιβλίο που πρόσφατα κυκλοφόρησε. Η προβολή, η οποία, λέγεται, γνωρίζει μεγάλη τηλεθέαση, προκάλεσε και συζητήσεις σε τηλεοπτικές εκπομπές.

Εκείνο που διαπίστωσα είναι η διάθεση από πλείστους συμμετέχοντες να καταδικάσουν την προ 60 και πλέον ετών κοινωνία ως σκληρή και ανάλγητη απέναντι στον ανθρώπινο πόνο προβάλλοντας παράλληλα τη Σπιναλόγκα ως επίγεια κόλαση.

Σε εκπομπή που έτυχε να παρακολουθήσω κάποιος συμμετέχων αναφέρθηκε σε περιστατικό από τη ζωή των εκτοπισμένων λίαν αξιοσημείωτο: Για τις λατρευτικές ανάγκες των πιστών αποστέλλονταν στο νησί κατά καιρούς ιερείς. Αυτοί επαύξαναν τον πόνο των εγκλείστων, καθώς οι λεπροί διαπίστωναν ότι κατά την κατάλυση δεν κοινωνούσαν το περιεχόμενο του ιερού ποτηρίου αλλά το απέρριπταν! Πώς έγινε αυτό αντιληπτό δεν συζητήθηκε. Πιθανόν κάποιος βοηθός των ιερέων στο ιερό του ναού να το είχε παρατηρήσει και γνωστοποιήσει. Κατά κάποια χρονική περίοδο στο νησί κατέφθασε ιερομόναχος της μονής Τοπλού Σητείας. Αυτός αιρόμενος στο ιερατικό ύψος και με πλήρη αίσθηση του χρέους κατά την τέλεση του φρικτού μυστηρίου της πίστεως της Εκκλησίας τελώντας την κατάλυση μετελάμβανε κάθε φορά το υπόλοιπο του ιερού ποτηρίου. Τα κατατεθέντα πέρασαν εντελώς απαρατήρητα και ασχολίαστα και η συζήτηση παρατάθηκε επί μακρόν ακόμη με ανούσιες ως επί το πλείστον φλυαρίες.


Ο ιερέας κατά τη χειροτονία του δίνει φρικτούς όρκους ενώπιον του Θεού ότι θα τελεί τα φρικτά μυστήρια της Εκκλησίας με πλήρη την επίγνωση της σημασίας αυτών και με τη σοβαρότητα που επιβάλλει η θέση ως λειτουργού του Υψίστου. Αν η έλλειψη πίστης δεν επέτρεπε στους ιερείς που αποστέλλονταν να κοινωνούν από το ποτήριο που είχαν κοινωνήσει προηγουμένως οι λεπροί, θα έπρεπε εκείνοι να αρνηθούν να μεταβούν στο νησί. Η απόρριψη του σώματος και αίματος του Χριστού δεν συνιστούσε απλώς σκανδαλισμό των λεπρών και δεν επέφερε πρόσθετο πόνο σ’ αυτούς αλλά αποτελούσε καίρια προσβολή στο πρόσωπο του Θεανθρώπου σωτήρα μας! Δεν ειπώθηκε πόσοι ήσαν εκείνοι οι επίορκοι ιερείς. Όμως κάποιος στάθηκε εδραίος κατά την ώρα του πειρασμού και μία και δύο και πλείστες φορές. Ήταν ο ιερομόναχος της μονής Τοπλού! Αυτός ήταν αρκετός για να δειχθεί περίτρανα ότι το πείραμα είχε πετύχει. Η πίστη προς τον Θεό εκδηλωνόταν ταυτόχρονα ως αγάπη προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο! Όταν οι ανώριμοι πνευματικά ορθολογιστές επικρίνουν τον κύριό μας Ιησού Χριστό για μεσσιανισμό διαπράττουν σοβαρό ολίσθημα εκ της κακής  ερμηνείας του λόγου Του. Ο Χριστός ζήτησε από τον καθένα μας να άρει τον σταυρό του γνωρίζοντας πολύ καλά ότι λίγοι θα το αποδεχθούμε αυτό. Γι’ αυτό και μας ενθάρρυνε με τον λόγο: “Μη φοβού το μικρόν ποίμνιον”! Λίγοι είναι διαχρονικά εκείνοι που φέρουν τον σταυρό τους ώς τον Γολγοθά.

Στίς αρχές της δεκαετίας του 1980 έγινε γνωστή η ασθένεια η γνωστή ως σύνδρομο της επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας, γνωστής ευρύτερα με τα εκ της αγγλικής αρχικά AIDS. Τότε κάποιοι “ορθολογιστές” πρότειναν να απαγορευθεί η μετάλληψη από κοινό ποτήριο με κοινό κουταλάκι προς αποφυγήν διάδοσης της νόσου. Η Εκκλησία φάνηκε για μία ακόμη φορά “ανορθολογική” και ο βίος μας συνεχίστηκε με αυξανόμενα διαρκώς τα θύματα της νόσου όχι βέβαια εξ αιτίας της μετοχής στο κοινό ποτήριο της ζωής αλλά εκ της επιλογής του θανάτου ως τρόπου “ζωής”, καθώς ο Απόστολος Παύλος γράφει: “Τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος”! Πρόσφατα με τον τρόμο που κατέλαβε την υφήλιο εξ αιτίας του επικινδύνου ιού της γρίπης κάποιοι ιερωμένοι χριστιανικών ομολογιών έσπευσαν αρχικά να κοινωνούν τους πιστούς φορώντας ειδικές μάσκες προφύλαξης και αργότερα έπαυσαν να τους καλούν να προσέλθουν “μετά φόβου και πίστεως”. Ο “ορθολογισμός” της εκκοσμικευμένης “Εκκλησίας” είχε επί τέλους θριαμβεύσει!

Τί άραγε επιδιώκεται μέσα από εκπομπές του είδους που προαναφέραμε; Αν πράγματι είναι η επίδειξη συμπάθειας προς τους ζήσαντες ή ζώντες σε επίγεια “κόλαση”, όπως θεωρούμε οι πολλοί ένα απομωνωτήριο λεπρών, ένα στρατόπεδο προσφύγων ή μια παραγκούπολη στα προάστια των μεγαλουπόλεων των οικονομικά υπαναπτύκτων χωρών, τότε καλό είναι να αναθεωρήσουμε τις τραγικά εσφαλμένες ως εκ του “ορθολογισμού” απόψεις μας. Η κόλαση δεν είναι τόπος αλλά τρόπος του μη ζην. Το καταθέτει αυτό κραυγαλέα ο θεωρούμενος μέγιστος των δυτικών φιλοσόφων του 20ου αιώνα ο Ζαν Πωλ Σαρτρ γράφοντας: “Ο άλλος είναι η κόλασή μου”! Και δεν έζησε αυτός ο φιλόσοφος ούτε σε απομονωτήριο ούτε σε στρατόπεδο αλλά στην αποκαλούμενη “πόλη του φωτός”!  Έφθασε μάλιστα να αποποιηθεί το βραβείο Nobel λογοτεχνίας, το οποίο συνοδευόταν από σεβαστό χρηματικό ποσόν ακριβώς επειδή οι πεινασμένοι, οι άρρωστοι και ρακένδυτοι απανταχού της γης αποτελούσαν μέρη της κόλασης που βίωνε στο υπαρξιακό του κενό!


Κάποιοι άλλοι συνάνθρωποί του με σαφή την αίσθηση ότι ο άλλος ή πλησίον κατά τη γλώσσα του Ευαγγελίου είναι εικόνα Θεού και γι’ αυτό αδελφός πήραν το δρόμο για να γίνουν οι πλησίον προς τους εμπεσόντας εις τους ληστάς, δαίμονας και δαιμονιζομένους επί της γης! Ακολούθησαν το παράδειγμα του αγίου Ζωτικού, ο οποίος εμαρτύρησε συρόμενος από εξαγριωμένα άλογα κατά τους χρόνους του Κωνσταντίου, γυιού του Μεγάλου Κωνσταντίνου, επειδή το ποσόν που είχε λάβει για την προμήθεια πολυτίμων λίθων δαπάνησε στη διάσωση, εγκατάσταση σε καταυλισμούς και διατροφή των λεπρών της Κωνσταντινούπολης και άλλων πόλεων (Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του την 31η Δεκεμβρίου).  Άλμπερτ Σβάιτσερ, Ραούλ Φολλερώ, μητέρα Τερέζα, γερόντισα Γαβριηλία, πατήρ Αναστάσιος (νυν αρχιεπίσκοπος Αλβανίας) και πλήθος ιεραποστόλων ορθοδόξων, ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών εγκατέλειψαν τη “βεβαιότητα” εκ της κοινωνικής αναγνώρισης και καταξίωσης και πορεύθηκαν εκεί που μόνο η ακλόνητη πίστη στο Θεό μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να αντέξει! Και άντεξαν, όπως και ο ιερομόναχος της μονής Τοπλού. Αυτοί όλοι μαρτυρούν ότι το πείραμα πετυχαίνει, όταν εμείς θέλουμε να πετύχει. Ότι όλα εξαρτώνται από μας, από τη δική μας θέληση να υπηρετήσουμε το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου με πλήρη την αίσθηση όμως του λόγου του Χριστού: “Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν”!


Αν η κοινωνία προ 60 ετών μας φαίνεται σκληρή και εμείς αντιγράφοντας τη συμπεριφορά των υποκριτών φαρισαίων της εποχής του Χριστού επαναλαμβάνουμε το “εάν ζούσαμε στην εποχή των προγόνων μας δεν θα επιτρέπαμε να συμβούν αυτά” (δεν θα σκοτώναμε δηλαδή τους προφήτες του Θεού) εξαπατούμε τους εαυτούς μας, γιατί μπροστά μας ανοίγεται πεδίο αγώνων λαμπρό. Λεπροί απομονωμένοι υπάρχουν σε πλείστες κοινότητες της Αφρικής, όπως και πρόσφυγες σε άθλιους καταυλισμούς, στους οποίους τους έφεραν οι διαρκείς συγκρούσεις για τα συμφέροντα των επί γης δαιμονισμένων. Ανυπολόγιστα τα θύματα του AIDS. Και εμείς κάνουμε πως αγνοούμε όλα αυτά επειδή έπαψαν να συμβαίνουν στη χώρα μας, το λαό της οποίας εξώθησαν δικοί μας και ξένοι στην υιοθεσία ξένων αξιών και πολιτιστικών προτύπων, τα οποία αγνοούν τον πλησίον ως υψίστη αξία. Και ενώ ζούμε, στο μέτρο που έχουμε βυθιστεί στο υπαρξιακό κενό, την κόλαση που περιγράφει ο Σαρτρ, θέλουμε να το “παίζουμε” και ανθρωπιστές ενώ δεν δίνουμε “δεκάρα” για τον άλλο και δεν μας εκφράζει διόλου το “μακάριον εστί διδόναι μάλλον ή λαμβάνειν”! Πώς όμως να μας εκφράσει, αφού αυτό προϋποθέτει την υπέρβαση της λογικής δια της πίστεως; Ένας νεότερος άγιος της ρωσικής Εκκλησίας, γνωστός και σε μας, ο Σεραφείμ του Σάρωφ, χαιρετούσε τον καθένα που τον επισκεπτόταν στο ερημητήριό του με το “Χριστός ανέστη χαρά μου”.

Πώς θα μετατραπεί ο “άλλος” από κόλασή μας σε χαρά μας; Ασφαλώς με την πίστη στο ιστορικό γεγονός της αναστάσεως του Χριστού. Εμείς όμως δεν θέλουμε να φθάσουμε τόσο μακριά. Ομοιάζουμε με τους κυνηγούς του μύθου του Αισώπου: Τα ίχνη αναζητούσαν όχι τον ίδιο τον λεόντα!

                                                                 

“ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 06-12-2010   

Κρίση-Χρέος-Πτώχευση: H εναλλακτική λύση;

Κρίση-Χρέος-Πτώχευση: Υπάρχει εναλλακτική λύση;

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση χρόνιας χρεοκοπίας και υπό διαδικασία ελεγχόμενης πτώχευσης σε καθεστώς θεσμοθετημένης κατοχής. Είναι στην καρδιά μιας γενικότερης κρίσης της ευρωζώνης, όπου το ευρώ και ο μηχανισμός στήριξής του έχει μετατραπεί σε μηχανισμό χρεοκοπιών. Μπορεί η χώρα και ο λαός της να γλυτώσουν την ολοκληρωτική καταστροφή; Ή πρέπει να περιμένουμε πότε θα διαλυθεί η ευρωζώνη, πότε θα βγάλουν το φίδι από την τρύπα κάποιοι άλλοι αντί για εμάς, ή πότε και πώς θα κατορθώσει η ολιγαρχία των Βρυξελλών να αποκαταστήσει την ισορροπία του τρόμου στο εσωτερικό της ευρωζώνης; Μέχρι να γίνει κάτι από όλα αυτά, το σίγουρο είναι ότι η χώρα και ο λαός της θα έχουν οδηγηθεί στην ανυπαρξία υπό καθεστώς διεθνούς ελέγχου επ’ αόριστο.

Ο λαός και προπαντός οι εργαζόμενοι βιώνουν σήμερα την χρεωκοπία ενός ολόκληρου τρόπου ανάπτυξης της οικονομίας και άσκησης της πολιτικής που καταρρέει μπροστά στα μάτια τους. Οι για δεκαετίες πολιτικές συμπίεσης του «εργατικού κόστους», κατεδάφισης κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων, απορρύθμισης, ιδιωτικοποίησης, διαρκούς ανοίγματος και «φιλελευθεροποίησης» των αγορών δεν άφησαν μόνο εξουθενωμένους τους εργαζόμενους, αλλά έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στα τραγικά αδιέξοδα που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα. Οι πολιτικές διαρκούς λιτότητας και εκποίησης του κοινωνικού πλούτου δεν συνέθλιψαν μόνο το παρών του εργαζόμενου λαού, αλλά του αποστερούν και το μέλλον. Οι απλοί εργαζόμενοι, ο εργάτης, ο αγρότης, ο συνταξιούχος, ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας, ο νέος, αρχίζουν να κατανοούν πια ότι δεν υπάρχει καμιά ελπίδα όσο η χώρα εξακολουθεί να πορεύεται στον ίδιο μονόδρομο.

Εδώ και χρόνια η χώρα έχει παραδοθεί στις πιο καταστροφικές δυνάμεις της παγκόσμιας αγοράς, έχει μετατραπεί σε παράδεισο ασυδοσίας για κάθε είδος αρπακτικού. Η ενίσχυση της κερδοσκοπίας με τα ιδιωτικά και δημόσια χρέη, η έξαρση των εξωτερικών ελλειμμάτων που συνθλίβουν την όποια παραγωγική βάση της οικονομίας, η στέρηση της χώρας από τους πιο ζωτικούς της πόρους στο όνομα της «προσέλκυσης ξένων επενδύσεων» και η υποβάθμισή της σε οικονομία φτηνής εργασίας και μεταπρατικών υπηρεσιών, είναι ο τρόπος που αντιλαμβάνεται το κεφάλαιο και ο δικομματισμός την ένταξη στην παγκόσμια οικονομία.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση βρήκε την οικονομία και την κοινωνία της χώρας σε μια ήδη προϋπάρχουσα βαθιά κρίση και γενικευμένη παρακμή. Μια παρακμή που φέρνει ανεξίτηλα τη σφραγίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Μάαστριχτ και η ΟΝΕ ως ασφυκτικός κορσές οδήγησαν τη χώρα στην πλήρη ασφυξία. Καταδίκασαν την οικονομία σε διαρκή παραγωγική υποβάθμιση, την εγχώρια αγορά σε προνομιακό πεδίο άνθησης κάθε είδους μονοπωλίων, το λαϊκό εισόδημα σε μόνιμη καθίζηση, τον εργαζόμενο σε έρμαιο της εργοδοτικής ασυδοσίας, τον αγρότη σε αδιέξοδο, το κράτος σε φέουδο των μεγαλοεπιχειρηματιών, μεγαλοτραπεζιτών και μεγαλοεργολάβων και των εγκάθετων πολιτικών τους, ενώ τη χώρα συνολικά σε υποδούλωση στα πιο αδίστακτα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα.

 

Η χώρα αντιμετωπίζει μια θεσμοθετημένη κατοχή

 

Η οικονομία της χώρας και ο λαός της έχει κριθεί αναλώσιμη προκειμένου να διασωθεί το ευρώ και το οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για να μπορούν οι ισχυροί της ευρωζώνης να συνεχίσουν τη σπατάλη δημόσιων πόρων ώστε να στηριχθεί η χρηματιστική κερδοσκοπία και το «ισχυρό ευρώ», πρέπει οι χώρες σαν την Ελλάδα να ακολουθήσουν μια ακόμη πιο δραστική περιοριστική πολιτική, να ρευστοποιήσουν και να ξεπουλήσουν ότι έχει απομείνει από την οικονομία τους, να βυθίσουν το σύνολο της κοινωνίας στην ανέχεια και την ανεργία.

Με αυτήν την πολιτική του διατεταγμένου αυτοχειριασμού, έχουν πλήρως συμφωνήσει και ευθυγραμμιστεί οι ηγεσίες του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Έχουν ήδη παραδώσει τις τύχες της χώρας στους γραφειοκράτες των Βρυξελλών και των πιο αδίστακτων διεθνών οργανισμών της παγκόσμιας αγοράς, όπως είναι το ΔΝΤ, προκειμένου να επιβληθεί το αναγκαίο κατοχικό καθεστώς της βίαιης επιτήρησης και του καταναγκασμού. Η χώρα έχει εγκαταλειφθεί παντελώς στις ορέξεις και τα συμφέροντα των ισχυρών «εταίρων» της και των τοκογλύφων δανειστών της.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΔΝΤ και το μεγάλο κεφάλαιο υπαγορεύουν μέσω της παρούσας κυβέρνησης τη συναίνεση για να προετοιμάσουν και να νομιμοποιήσουν ένα αυταρχικό κράτος εκτάκτου ανάγκης, απαραίτητο για να αναμετρηθούν με το εργατικό και λαϊκό κίνημα, αλλά και με την κοινωνική έκρηξη που τροφοδοτεί η κρίση και τρέμουν όσο τίποτε άλλο. Η οικονομική κατάρρευση και η χρεωκοπία απαιτούν για το συμφέρον της ολιγαρχίας την συντριβή του ελληνικού λαού, την μετατροπή της χώρας σε μια τεράστια «γκρίζα ζώνη», την εμπράγματη εκποίηση της εθνικής κυριαρχίας, που έχουν έτσι ή αλλιώς οικιοθελώς απεμπολήσει με την αποικιακή δανειακή σύμβαση, που ανάλογή της δεν υπάρχει στα ιστορικά χρονικά της χώρα και διεθνώς. Πράγμα που μπορεί να συμβεί μόνο με όρους καταστολής της κοινωνίας και αντιδημοκρατικής εκτροπής.

 

Η ίδια η δημοκρατία απειλείται

 

Αφού καταλύθηκε η έννομη συνταγματική τάξη της χώρας με το μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση, χωρίς να υπάρξει ούτε η παραμικρή αντίσταση από τα θεσμοθετημένα όργανα της πολιτείας. Αφού επιβλήθηκε ως υπέρτατο συμφέρον έναντι του λαού, το συμφέρον των ξένων και ντόπιων δανειστών και τραπεζιτών, η αυθαιρεσία, η ασυδοσία και η ανοιχτή μετατροπή του κράτους σε όργανο διασφάλισης της κατοχής, έγινε ο υπέρτατος νόμος της χώρας. Τώρα οι μεγάλοι αρχιτέκτονες της κρίσης και της καταστροφής αποζητούν τη σιδερένια πυγμή μιας «ισχυρής κυβέρνησης» που θα μπορεί ανεξέλεγκτα να ποδοπατά δικαιώματα και ελευθερίες προκειμένου να εξασφαλίσει την υποταγή της χώρας και του λαού της. Οι ίδιες οι εκλογές, ακόμη και με τους ήδη υπάρχοντες άθλιους καλπονοθευτικούς μηχανισμούς,  αρχίζουν να ενοχλούν, να γίνονται αφόρητες για τους θιασώτες της κυρίαρχης πολιτικής. Η προσφυγή στις κάλπες δεν βοηθά στην αντιμετώπιση της κρίσης, λένε και ξαναλένε τα «παπαγαλάκια» της χούντας των αγορών. Στη δική τους αντίληψη η αντιμετώπιση της κρίσης προϋποθέτει το λαό στη γωνία, δίχως φωνή, εξουθενωμένο, εξαθλιωμένο, υποταγμένο, παράλυτο.

Το σύστημα δικομματικής εναλλαγής έχει οδηγήσει τη δημόσια ζωή σε μια πρωτοφανή σήψη και παρακμή, προκαλεί τη βαθιά κρίση εμπιστοσύνης προς την πολιτική γενικά και εγκυμονεί εξαιρετικά σοβαρές απειλές για τη χώρα και τον λαό, για την ίδια τη δημοκρατία γενικά. Η προσπάθεια να διασωθεί ο δικομματισμός με τη μια ή την άλλη μορφή του έρχεται σε σύγκρουση ακόμη και με τον κολοβό κοινοβουλευτισμό, που υπάρχει στην χώρα.

Η διάσωσή του απαιτεί όλο και πιο απολυταρχικές μεθόδους άσκησης της πολιτικής, μεγαλύτερη αυθαιρεσία από την εξουσία, διαρκείς εκτροπές ακόμη κι απ’ αυτό που συνήθως χαρακτηρίζεται ως «συνταγματική έννομη τάξη». Ο δικομματισμός σήμερα προϋποθέτει ένα πολιτικό σύστημα που είναι εντελώς απρόσβλητο από τις διαθέσεις, τις πιέσεις και τις παρεμβάσεις του λαού. Η διατήρηση του δικομματισμού συνιστά τη μεγαλύτερη απειλή από την εποχή του φασισμού και της χούντας για τις ελευθερίες, τα δικαιώματα, τη δημοκρατία, για τα πιο ζωτικά συμφέροντα του λαού, για την ίδια την ύπαρξη της χώρας.

 Η πραγματικότητα αυτή θέτει ακόμη και στον πιο πολιτικά αδαή το επιτακτικό ερώτημα, που θα πάει αυτή η κατάσταση; Τι θα γίνει; Τι πρέπει να γίνει για να βγει η κοινωνία και η χώρα από το αδιέξοδο; Οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι και οι νέοι κατανοούν πια ότι από τον τρόπο που απαντούν σ’ αυτά τα ερωτήματα κρίνεται από σήμερα το παρόν και μέλλον τους, το δικό τους και της χώρας. Όλο και μεγαλύτερες μάζες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι αυτή η κατάσταση «δεν πάει άλλο».

Έχουμε εισέλθει σε μια περίοδο όπου μέρα με τη μέρα η πλειοψηφία του λαού συνειδητοποιεί μέσα από την πείρα της ότι στα πλαίσια του κυρίαρχου συστήματος δεν υπάρχει καμιά ελπίδα. Η κατάσταση πρέπει να αλλάξει εδώ και τώρα. Όλο και περισσότεροι απλοί άνθρωποι του καθημερινού μόχθου διακατέχονται από την προσδοκία μιας πολύ μεγάλης αλλαγής και αναζητούν το πολιτικό πλαίσιο εκείνο που μπορεί με πειστικό τρόπο να εκφράσει μια τέτοια ριζική μεταστροφή. Κι αυτό υποδηλώνει την τεράστια επαναστατική δυναμική που κρύβει η σημερινή συγκυρία.

Οι ίδιες δυνάμεις που πρωταγωνίστησαν για χρόνια στη λεηλασία και το ξεπούλημα της χώρας οδηγούν το λαό και τους εργαζόμενους σε μια ελεγχόμενη πτώχευση, σε μια χρεοκοπία δίχως τέλος. Έχουν το θράσος να μιλούν για «υπευθυνότητα» οι εγκάθετοι των ντόπιων και ξένων μεγάλων συμφερόντων. Γι’ αυτούς προέχει η διάσωση του ευρώ, της Ε.Ε., των μεγάλων κερδοσκόπων και των μονοπωλίων. Η ελληνική οικονομία και μαζί ο εργαζόμενος λαός πρέπει να θυσιαστεί, να μπει στο γύψο επ’ αόριστο, ώστε να αποδειχθεί βιώσιμο το «ισχυρό ευρώ» και τα μονοπωλιακά συμφέροντα που εκφράζει. Κι αυτό το λένε ανοικτά. Το παραδέχονται και το θεωρούν απολύτως φυσιολογικό. Ακόμη κι όταν ο κ. Σαμαράς διατυμπανίζει την αντίθεσή του με το μνημόνιο.

 

Το αναγκαίο σχέδιο διάσωσης

 

Απέναντι σ’ αυτή την πραγματικότητα, επείγει ένα άμεσο σχέδιο διάσωσης της χώρας. Ένα σχέδιο σωτηρίας που πρέπει να ξεκινήσει με την εκδίωξη της παρούσας κυβέρνησης Παπανδρέου το ταχύτερο δυνατό. Η κυβέρνηση αυτή όσο παραμένει στην εξουσία αποδεικνύεται όλο και πιο επικίνδυνη. Επικίνδυνη για το παρών και το άμεσο μέλλον της χώρας, για το λαό, για την ίδια τη δημοκρατία. Πρέπει να φύγει το ταχύτερο δυνατό. Πρέπει να πέσει κάτω από το βάρος της λαϊκής οργής και κινητοποίησης. Κι αυτό γιατί πρέπει να αποτραπούν άμεσα οι πολιτικές που εφαρμόζει και σχεδιάζει να επιβάλει, οι οποίες καταδικάζουν τη χώρα σε κατάσταση πρωτοφανούς εκποίησης και διαρκούς χρεωκοπίας προκειμένου να εξασφαλιστούν τα συμφέροντα της ντόπιας και ξένης ολιγαρχίας.

Για να παραμείνει «αξιόπιστο νόμισμα» του ευρώ, όπως λέει ο κ. Τρισέ, η Ελλάδα πρώτα, μετά η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία, το Βέλγιο, κοκ, πρέπει να ισοπεδωθούν, να εκποιηθούν προς όφελος των τραπεζών και των διεθνών αγορών και οι λαοί τους να υποστούν τη μεγαλύτερη εθνική καταστροφή στην ιστορία τους.

Η πτώση της κυβέρνησης Παπανδρέου οφείλει να μετατραπεί σε αφετηρία της πάλης του λαού για μια άλλη πολιτική, για μια νέου τύπου ανάπτυξη της χώρας. Αυτό που χρειάζεται επειγόντως είναι ένα ισχυρό λαϊκό ρεύμα το οποίο να είναι σε θέση να ανατρέψει τις κυρίαρχες δυνάμεις και τους όποιους δυσμενείς συσχετισμούς. Να οδηγήσει στην ήττα το δικομματισμό και τις παρελκόμενες δυνάμεις του για να μην επιτρέψει την άνοδο «ισχυρών κυβερνήσεων» που ιδίως σήμερα ισοδυναμούν με έναν ανίσχυρο λαό και με μια ακόμη πιο ανίσχυρη δημοκρατία. Για να προκύψει ένα τέτοιο μαζικό πολιτικό κίνημα απαιτείται ένα ευρύτερο μέτωπο δυνάμεων, μια μεγάλη κοινωνικοπολιτική συμμαχία, η οποία θα αντιστρατεύεται τον άνωθεν επιβαλλόμενο «μονόδρομο», θα αντιτάσσεται στο μεγάλο κεφάλαιο, στην ΕΕ, το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ και θα προτάσσει το συμφέρον των εργαζομένων και της χώρας.

Η σημερινή κρίση αποδεικνύει ότι η ίδια η φύση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η οικονομία και η κοινωνία της χώρας απαιτεί ριζικά διαφορετικές λύσεις, λύσεις ενταγμένες σε μια πορεία συνολικής ρήξης με το καθεστώς της ασυδοσίας, της υπερεκμετάλλευσης, του πολιτικού αυταρχισμού, της διαφθοράς και του παρασιτισμού του κράτους, της ασφυκτικής πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής υποτέλειας.

Στην κυρίαρχη πολιτική που υποτάσσει τα πάντα στο κέρδος και τους κερδοσκόπους, χρειάζεται να αντιπαρατεθεί μια ριζικά διαφορετική πολιτική η οποία πρέπει να βασίζεται σε νέα κριτήρια ανάπτυξης με επίκεντρο τις ανάγκες των εργαζομένων για απασχόληση, παιδεία, υγεία, κοινωνική ασφάλιση, προστασία του περιβάλλοντος, δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου και αποφασιστική συμμετοχή σ’ όλες τις διαδικασίες που τους αφορούν στην εργασία, την κοινωνία και στην πολιτική. Χρειάζεται μια ριζικά διαφορετική πολιτική που υπογραμμίζει την αλληλεξάρτηση της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, με την πιο πλατιά δημοκρατία, με την πολιτιστική και οικολογική αναγέννηση, με την κατάκτηση από τη χώρα μας μιας νέας, ισότιμης, εθνικά κυρίαρχης και ανεξάρτητης θέσης στο σύγχρονο κόσμο.

Μια τέτοια ριζικά διαφορετική πολιτική έχει ως βασική προϋπόθεση την ανάκτηση του ελέγχου της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας από τις πολυεθνικές, τα μονοπώλια και τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Όσο η χώρα βρίσκεται υπόδουλη στο ευρώ και την ΟΝΕ, όσο σύρεται και άγεται από τους διεθνείς κερδοσκόπους και τις πολυεθνικές, όσο στενάζει η οικονομία και οι εργαζόμενοι κάτω από το ζυγό των μονοπωλίων, δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους φιλολαϊκή πολιτική, δεν μπορεί να υπάρξει καμιά καλύτερη προοπτική για τον εργάτη, τον αγρότη, τον συνταξιούχο, τον μικρομεσαίο επιχειρηματία, το νέο.

Ανάκτηση του ελέγχου σημαίνει την εφαρμογή πολιτικών με βάση τις πιο επείγουσες ανάγκες του λαού και με κριτήριο την ορθολογική αξιοποίηση των πόρων και των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας. Σημαίνει επίσης το άνοιγμα του διεθνή ορίζοντα της χώρας που εξασφαλίζει την ολόπλευρη αξιοποίηση των σχέσεων μ’ όλες τις χώρες και τους λαούς στην Ευρώπη και παγκόσμια δίχως δεσμά και μονοπωλιακές εξαρτήσεις.

 

Ανάκτηση του ελέγχου σημαίνει άμεσα και πρακτικά:

 

Πρώτο: Τον άμεσο απεγκλωβισμό από το ευρώ και την ΟΝΕ. Όσο η χώρα βρίσκεται υπό το καθεστώς του ευρώ είναι υποχρεωτικά εκτεθειμένη στις πιέσεις, τους εκβιασμούς και τις επιδρομές της διεθνούς κερδοσκοπίας, είναι παντελώς ανοχύρωτη απέναντι στις πιο ασύδοτες δυνάμεις της αγοράς και λειτουργεί ως αναλώσιμο είδος για τα διευθυντήρια της Ευρωζώνης που κινούνται με πρωταρχικό κριτήριο το συμφέρον και τη στήριξη της οικονομίας των ισχυρών. Η οικονομία της χώρας πρέπει να αποκτήσει τη νομισματική της ελευθερία για να είναι σε θέση να απελευθερώσει τις δυνατότητές της, να ανασυγκροτήσει την παραγωγική της βάση και να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που προσφέρει η διεθνής οικονομική ζωή.

Δεύτερο: Το αποφασιστικό σπάσιμο του φαύλου κύκλου του χρέους. Η σημερινή υπερχρέωση αποτελεί αφενός προϊόν ενός παρασιτικού κράτους, φέουδου πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων, και αφετέρου  προνομιακό πεδίο εξάρτησης της οικονομίας και εξαγοράς του κράτους ως σύνολο από τους πιο αδίστακτους κερδοσκόπους της αγοράς. Αυτό πρέπει να σταματήσει. Η οικονομία και η κοινωνία δεν μπορεί να συνθλιβεί κάτω από το βάρος της εξυπηρέτησης των χρεών. Οι απλοί εργαζόμενοι δεν έχουν καμιά υποχρέωση να αποπληρώσουν χρέη, προϊόντα τοκογλυφίας, ρεμούλας και κερδοσκοπίας.

Τρίτο: Το κράτος πρέπει να μετατραπεί σε βασικό μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας και στήριξης της κοινωνίας. Το δόγμα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, με βάση το οποίο οι κυβερνήσεις συγκάλυπταν ανέκαθεν την ασυδοσία των μεγάλων ιδιωτικών μονοπωλίων, κατέρρευσε παταγωδώς. Όσο η οικονομία και η κοινωνία συνεχίζει να υπηρετεί αυτό το χρεοκοπημένο δόγμα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η συρρίκνωση της αγοράς, τόσο χειροτερεύει η κατάσταση της παραγωγής, τόσο γιγαντώνεται η μαζική ανεργία, τόσο υποβαθμίζεται η θέση του εργαζόμενου, τόσο πολλαπλασιάζεται το κλείσιμο των επιχειρήσεων. Μόνη διέξοδος είναι να αναλάβει το κράτος τα ηνία της οικονομίας, όχι για να φορτωθεί με τις ζημιές του ιδιωτικού τομέα, ούτε για να παίξει ρόλο συμπληρωματικό στην «ελεύθερη» αγορά. Το κράτος και πιο συγκεκριμένα η κρατική επιχειρηματική δράση πρέπει να αποτελέσουν βασικό μοχλό και αναντικατάστατο μέσο για την ορθολογική και ισόρροπη ανάπτυξη της οικονομίας, ιδίως στους τομείς της ενέργειας, των αναπτυσσόμενων τεχνολογιών αιχμής, της διευρυμένης αναπαραγωγής κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και για την ισότιμη παραγωγική ένταξη της χώρας στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας.

Ανάκτηση του ελέγχου σημαίνει επίσης και διεκδίκηση της δημοκρατίας. Σημαίνει την ανατροπή του υπάρχοντος διάτρητου και απόλυτα διεφθαρμένου συστήματος καλπονοθευτικής αναπαραγωγής ενός περιορισμένου κοινοβουλευτισμού που στηρίζει την απολυταρχία της εκάστοτε κυβέρνησης.

 

Σημαίνει θεμελίωση της δημοκρατίας στις παρακάτω βασικές αρχές:

 

Πρώτο: Την ουσιαστική κατοχύρωση και διεύρυνση της λαϊκής κυριαρχίας, ώστε όλες οι εξουσίες στην πράξη να πηγάζουν και να ασκούνται από τον ίδιο τον λαό.

Δεύτερο: Την εξασφάλιση του ενιαίου και αδιαίρετου της δημοκρατίας, όχι μόνο από εδαφική και διοικητική άποψη, αλλά πρώτα και κύρια από άποψη πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

Τρίτο: Την κατοχύρωση των ελευθεριών, των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων του πολίτη απέναντι στην εξουσία.

Τέταρτο: Την αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας στη βάση της εθνικής αυτοδιάθεσης και ανεξαρτησίας της χώρας.

Χρειάζεται επειγόντως να ανοίξει ο δρόμος για την ανατροπή του θεσμοθετημένου καθεστώτος κατοχής και εκποίησης. Κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο από αυθεντικά λαϊκές δυνάμεις που διεκδικούν την εξουσία με νέο περιεχόμενο, κατεύθυνση και τρόπο δράσης. Δυνάμεις που θα επιδιώκουν να φέρουν στο κέντρο των πολιτικών αντιπαραθέσεων το συμφέρον των εργαζομένων. Να αγωνίζονται για την επιβολή λύσεων από σήμερα και όχι να τις παραπέμπουν σε κάποιο απώτερο και μακρινό μέλλον. Να διεκδικούν τη χώρα για τον εργαζόμενο λαό και όχι να την παραδίδουν στα συμφέροντα της ολιγαρχίας και του καθεστώτος κατοχής στο όνομα ενός ψεύτικου «διεθνισμού» και «ευρωπαϊσμού» που στην πραγματικότητα είναι κήρυγμα υποταγής στον υπερεθνικό ζυγό του κεφαλαίου και των οργάνων του διεθνώς. Να μην αρκούνται στην απόρριψη των κυρίαρχων πολιτικών, αλλά να πρωτοστατούν στην ανάδειξη άμεσων λύσεων με βάση τις ανάγκες και τα συμφέροντα του εργαζόμενου λαού. Να αποτελούν έναν μάχιμο και ικανό πόλο συσπείρωσης της μεγάλης μάζας του λαού και εκφραστής των αιτημάτων, των διεκδικήσεων και των αναγκών του. Να βασίζονται σε μια πολιτικά φερέγγυα και εσωτερικά συνεκτική προγραμματική συμφωνία, που δεν θα έχει προκύψει μέσα από τεχνικούς συμψηφισμούς και μέσους όρους, αλλά θα έχει ως άμεσο στόχο:

· Να αλλάξει ριζικά τη θέση των εργαζομένων στην παραγωγή και τη διανομή του πλούτου.

· Να αλλάξει ριζικά τη θέση του πολίτη και του λαού στο σύστημα διακυβέρνησης της χώρας.

· Να αλλάξει ριζικά τη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη και παγκόσμια.

Μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή διέξοδος από την επικείμενη πτώχευση. Η χρεωκοπία της κυρίαρχης οικονομίας και πολιτικής δεν πρέπει για κανένα λόγο να συμπαρασύρει τη χώρα και το λαό της. Χρειάζεται επειγόντως ένας ριζικά διαφορετικός προσανατολισμός. Απέναντι στις επίσημες πολιτικές που μεταχειρίζονται τους εργαζόμενους ως «κόστος» για την οικονομία και την αγορά, απαιτείται μια αναπτυξιακή προσπάθεια η οποία θα πρέπει να στηρίζεται στους ίδιους τους εργαζόμενους.

  • Να στηρίζει ολόπλευρα το εισόδημά τους και να τροφοδοτείται από την πραγματική του αύξηση.
  • Να κατοχυρώνει και να διευρύνει τις κατακτήσεις και τα δικαιώματά τους.

Να βελτιώνει διαρκώς τους όρους διαβίωσης, εργασίας και κοινωνικής δράσης τους στην πόλη και την ύπαιθρο.   

 

Αυτό σημαίνει την παρακάτω δέσμη άμεσων μέτρων:

  1. Την εκπόνηση και εφαρμογή ενός σχεδίου ταχύρρυθμης παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας με βασικό μοχλό το δημόσιο τομέα και ένα ενισχυμένο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, προσανατολισμένο κατά προτεραιότητα στην ανάπτυξη της παραγωγής, την αύξηση της παραγωγικής προστιθέμενης αξίας και της σταθερής απασχόλησης, απαλλαγμένο από τα δεσμά και τις ιεραρχήσεις των μεγάλων έργων «κοινοτικής επιλογής».
  2. Την ουσιαστική αύξηση όλων των μισθών και συντάξεων ώστε να αναπληρωθούν οι  μεγάλες απώλειες από την μακρόχρονη λιτότητα και να αναζωογονηθεί αποτελεσματικά η εσωτερική αγορά.
  3. Την κατοχύρωση κατώτερων αποδοχών που να καλύπτουν τις ετήσιες βασικές ανάγκες της εργατοϋπαλληλικής οικογένειας και των κατώτερων συντάξεων στο 80% αυτών των αποδοχών.
  4. Την θεσμοθέτηση γνήσιας Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής στη βάση ενός αυθεντικού τιμάριθμου που να μετρά το αληθινό κόστος ζωής για το εργατικό νοικοκυριό.
  5. Την κατάργηση όλων των μορφών ευλύγιστης, προσωρινής και μερικής απασχόλησης τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα και κατοχύρωση ανελαστικών εργατικών δικαιωμάτων στη βάση της σταθερής και μόνιμης απασχόλησης.
  6. Την εξασφάλιση ίσων δικαιωμάτων στην εργασία και την κοινωνική ασφάλιση, καθώς και την κατοχύρωση ίσης αντιμετώπισης από εργοδότες και κράτος για όλους τους αλλοδαπούς εργαζόμενους δίχως προαπαιτήσεις, περιόδους αναμονής και γραφειοκρατικές διαδικασίες που τους μετατρέπουν σε υποχείριο του εργοδότη, της κρατικής διοίκησης και των κατασταλτικών μηχανισμών.
  7. Την μετατροπή του ΟΑΕΔ σε ταμείο ασφάλισης κατά της ανεργίας με τον επαναπροσανατολισμό του συνόλου των πόρων του στην πραγματική στήριξη των ανέργων με το επίδομα ανεργίας στο 80% του βασικού μισθού για ολόκληρη την περίοδο της ανεργίας και την κατοχύρωση πλήρη κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων των ανέργων. Το ταμείο ασφάλισης κατά της ανεργίας θα πρέπει να αποτελεί οργανικό τμήμα της κοινωνικής ασφάλισης, να το διαχειρίζονται με διαφάνεια αποκλειστικά εκπρόσωποι των εργαζομένων δίχως η κυβέρνηση να έχει αρμοδιότητα παρέμβασης ή ελέγχου και να επιβαρύνει αποκλειστικά την εργοδοσία στο σύνολό της.
  8. Την κατάργηση όλων των αντιασφαλιστικών νόμων, ρυθμίσεων και διατάξεων, επιστροφή των χρεών του κράτους και των ιδιωτών στο σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης, πλήρη απεξάρτηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης από την κυβέρνηση, κατοχύρωση του αναδιανεμητικού χαρακτήρα του και ουσιαστική αύξηση της συμβολής εργοδοτών και κράτους.
  9. Την κατοχύρωση ενός πραγματικά δημόσιου συστήματος υγείας και κοινωνικής πρόνοιας, που δεν θα αποτελεί προθάλαμο για την ιδιωτική υγεία, ούτε θα το νέμονται ιδιώτες προμηθευτές και πολυεθνικές και το οποίο θα χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, χωρίς να επιβαρύνονται τα ασφαλιστικά ταμεία με πρόσθετα κόστη ή με υπηρεσίες που πρέπει να παρέχονται στους πολίτες δωρεάν από το κράτος.
  10. Την εξασφάλιση μιας ενιαίας δημόσιας δωρεάν παιδείας στη βάση του υποχρεωτικού δημόσιου δωδεκαετούς σχολείου και της δημόσιας ανώτατης παιδείας στη βάση των σύγχρονων απαιτήσεων για μόρφωση, έρευνα, ακαδημαϊκή και κοινωνική ζωή.
  11. Την κατάργηση όλων των φοροαπαλλαγών και φοροκινήτρων προς τις μεγάλες επιχειρήσεις και επιβολή συσωρευτικής φορολογίας στα επιχειρηματικά κέρδη, στις χρηματιστικές συναλλαγές όλων των ειδών και στις μεγάλες περιουσίες κινητών και ακινήτων αξιών όχι μόνο των φυσικών, αλλά και των νομικών προσώπων.
  12. Μείωση στο μισό της φορολογίας των πολύ μικρών επιχειρήσεων και αξιοποίηση του συνόλου των αναπτυξιακών, επενδυτικών και άλλων επιδοτήσεων του κράτους για την άμεση στήριξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων στα πλαίσια του σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας.
  13. Την ριζική αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος με την αντιστροφή της σχέσης άμεσων-εμμέσων φόρων και με σκοπό να πάψει να λειτουργεί ως μηχανισμός αφαίμαξης του εργατικού και λαϊκού εισοδήματος, της μικρής επιχείρησης και του ατομικού παραγωγού.
  14. Την ριζική αναμόρφωση όλων των δαπανών διακυβέρνησης του κράτους, με πρώτα και κύρια την δραστική περικοπή των φανερών και μη δαπανών που συνδέονται με την κυβέρνηση, με υπουργούς, συμβούλους, βουλευτές και κόμματα, την αναθεώρηση ολόκληρης της πολιτικής κρατικών προμηθειών, την κατάργηση του σκόπιμου διοικητικού υδροκεφαλισμού, των υπεργολαβιών και εκχωρήσεων, την αναδρομική διεκδίκηση ολόκληρης της περιουσίας του δημοσίου, κινητής και ακίνητης, που δόθηκε χαριστικά, καταπατήθηκε, ή ξεπουλήθηκε κατά καιρούς από τις κυβερνήσεις, την κατάργηση των μυστικών κονδυλίων και όλων των «ειδικών λογαριασμών», την άμεση καταγγελία όλων των λεόντειων, χαριστικών και αποικιοκρατικών συμβάσεων και συμφωνιών του δημοσίου με «ημέτερους» και επιχειρηματικά συμφέροντα, την κατάργηση της χρηματοδότησης των ΜΚΟ και άλλων «εθελοντικών» ή ιδιωτικών οργανώσεων, την εκ βάθρων αναθεώρηση του συνόλου των στρατιωτικών δαπανών στη βάση των πραγματικών αναγκών για την εθνική άμυνα.
  15. Την εθνικοποίηση όλων των παλιών ΔΕΚΟ με σκοπό τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου και των σχέσεών τους τόσο ως προς την κυβέρνηση όσο και ως προς την αγορά, τον εξορθολογισμό τους προς όφελος της εργαζόμενης κοινωνίας, την επιβολή εργατικού και κοινωνικού ελέγχου, την παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας που δεν θα αποτελούν δυσβάστακτο βάρος για το λαϊκό νοικοκυριό, καθώς και την προστασία βασικών κοινωνικών και δημόσιων αγαθών από την κερδοσκοπία και τα ιδιωτικά μονοπώλια.
  16. Την εθνικοποίηση των μεγάλων τραπεζών με σκοπό τον δραστικό περιορισμό της χρηματοπιστωτικής επιβάρυνσης της οικονομίας, τον αναπροσανατολισμό του τραπεζικού συστήματος από την τοκογλυφία και την κερδοσκοπία με «τοξικά» και μη προϊόντα, στην πιστωτική στήριξη της παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας σε συνδυασμό με την κατάργηση των στεγανών και των απορρήτων του τραπεζικού συστήματος, καθώς και την κατοχύρωση της πλήρους διαφάνειας, του κοινωνικού και εργατικού ελέγχου στις τραπεζικές λειτουργίες.
  17. Την αντιμετώπιση της υπερχρέωσης των νοικοκυριών και των μικρών επιχειρήσεων με την αναθεώρηση και παραγραφή των χρεών όσων αδυνατούν να τα αποπληρώσουν, με την άμεση θέσπιση αναπτυξιακών και κοινωνικών κριτηρίων για την τραπεζική χρηματοδότηση, την κατάργηση όλων των επιπλέον χρεώσεων που συνοδεύουν τις χορηγήσεις και την επιβολή ανώτερων επιπέδων επιτοκίων χρηματοδότησης που θα καθορίζονται με βάση το επιτόκιο της διατραπεζικής αγοράς, αλλά και τις αντοχές της εθνικής οικονομίας.
  18. Το χτύπημα των μονοπωλίων, ολιγοπωλίων και καρτέλ στην αγορά, μέσα από την δυναμική ανάπτυξη του παραγωγικού ρόλου του κράτους, την απαγόρευση της λειτουργίας των παράκτιων εταιρειών, την κατάργηση των εμπορικών και άλλων απορρήτων, την ονομαστικοποίηση των μετοχών, την επιβολή εργατικού και κοινωνικού ελέγχου στις μεγάλες επιχειρήσεις, ιδίως στις πολυεθνικές, την προνομιακή ενίσχυση του συνεταιρισμού, της μικρής και μεσαίας επιχείρησης και των άμεσων παραγωγών.
  19. Την άμεση στήριξη του εισοδήματος των αγροτών σε συνδυασμό με την στήριξη της παραγωγής τους, που σημαίνει την άμεση διαγραφή των χρεών για τους υπερχρεωμένους παραγωγούς, το χτύπημα της δικτατορίας των χονδρεμπόρων και των κάθε λογής μεσαζόντων μαζί και της εξάρτησης από τις πολυεθνικές, έτσι ώστε ο αγρότης να εξασφαλίζει ικανοποιητικές τιμές παραγωγού και ο καταναλωτής χαμηλές τιμές αγοράς.
  20. Την αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων της παγκόσμιας οικονομίας και των διεθνών σχέσεων με όλους τους λαούς και όλα τα κράτη στη βάση της πλήρους ελευθερίας των συναλλαγών και του αμοιβαίου οφέλους, ενάντια στη μονοπώληση της τεχνολογίας και της αγοράς από τις πολυεθνικές, ενάντια στα δεσμά και τους περιορισμούς που θέτουν οι διεθνείς οργανισμοί και οι «οικονομικές ολοκληρώσεις» του ιμπεριαλισμού.
  21. Την άμεση ψήφιση της απλής αναλογικής ως πάγιου εκλογικού συστήματος για τις εθνικές και τοπικές εκλογές με την κατάργηση κάθε αντιδημοκρατικού νόμου, ρύθμισης και μέτρου που νοθεύει την αυθεντική και ισότιμη συμμετοχή και έκφραση του λαού.
  22. Τον πλήρη διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας με την κατοχύρωση της ελευθερίας της συνείδησης κάθε πολίτη, την μετατροπή των εκκλησιών σε ιδιωτικούς οργανισμούς χωρίς κρατική υποστήριξη ή χρηματοδότηση, καθώς και με την εθνικοποίηση της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας.
  23. Την αναβάθμιση του κοινοβουλίου με την κατάργηση του υπάρχοντος αντιδημοκρατικού κανονισμού και της χρηματοδότησης των κομμάτων, την θεσμική κατοχύρωση της ισότιμης μεταχείρισης βουλευτών και κομμάτων, την εξασφάλιση της ουσιαστικής λογοδοσίας της κυβέρνησης, την κατάργηση όλων των στεγανών και απορρήτων, την υπαγωγή της δημόσιας διοίκησης, της αστυνομίας και των ενόπλων δυνάμεων στον άμεσο έλεγχο της βουλής.
  24. Την δημοσιοποίηση και δημόσια αποκήρυξη όλων των μυστικών ή άλλων συμφωνιών, δεσμεύσεων και συνθηκών που έχουν αποδεχτεί κατά καιρούς οι κυβερνήσεις, τόσο στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, όσο και μονομερώς με τις ΗΠΑ και άλλες χώρες, οι οποίες βλάπτουν τα άμεσα συμφέροντα του λαού και της χώρας, υπονομεύουν την εθνική κυριαρχία της και θέτουν υπό αμφισβήτηση την εδαφική ακεραιότητά της.
  25. Την άμεση επιστροφή όλων των στρατιωτικών αποστολών που έχουν σταλεί στο εξωτερικό και υιοθέτηση όλων των αναγκαίων μέτρων που δεν θα επιτρέπουν σε καμία ξένη δύναμη να χρησιμοποιεί την επικράτεια της χώρας για τους δικούς της πολιτικούς και στρατιωτικούς σκοπούς.

Τι είναι και τι θέλει η πρωτοβουλία ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ

 

Για την προώθηση αυτού του άμεσου σχεδίου, του μοναδικού που μπορεί άμεσα και πρακτικά να διασώσει τη χώρα και το λαό, χρειάζεται επειγόντως μια πολιτική Πρωτοβουλία ευρύτερων δυνάμεων και αγωνιστών που να θέσει ως άμεση ανάγκη το ενιαίο μέτωπο με τους όρους και τις προϋποθέσεις που περιγράψαμε. Η Πρωτοβουλία αυτή δεν θα ψάξει να βρει κάποιον άλλο για να του αναθέσει το ενιαίο μέτωπο, αλλά θα απευθυνθεί στις υπάρχουσες δυνάμεις της ίδιας της εργαζόμενης κοινωνίας, σε όλες τις δυνάμεις του λαού, με σκοπό να θέσει άμεσα και επιτακτικά την ανάγκη κοινής δράσης για να ανατραπεί το καθεστώς κατοχής, για να δοθούν άμεσες λύσεις στα πιο ζωτικά προβλήματα του λαού. Μα πάνω από όλα θα απευθυνθεί στον απλό κόσμο, στους αγωνιστές του λαϊκού και εργατικού κινήματος, στους απλούς ανθρώπους του λαού και της εργατικής τάξης ανεξάρτητα από ιδεολογικές πεποιθήσεις και κομματικές εξαρτήσεις, μετατρέποντας την ενότητα και την κοινή δράση σε δική τους κατεξοχήν υπόθεση.

Κι αυτή η πρωτοβουλία υπάρχει, έχει δημιουργηθεί. Είναι η πρωτοβουλία για την συγκρότηση μετώπου για τη σωτηρία του λαού και την αναγέννηση της χώρας με τη επωνυμία ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ. Κάνει ήδη τα πρώτα βήματά της προσπαθώντας πρώτα και κύρια τις προσπάθειές της να διευκολύνει, να βοηθήσει και να συντονίσει τις προσπάθειες οργάνωσης που επιχειρούν πλατιές δυνάμεις των εργαζομένων και του λαού σε χώρους δουλειάς και κατοικίας, εντός και εκτός μαζικών οργανώσεων και συνδικάτων. Με τη φιλοδοξία να κάνει τη διαφορά, αλλά χωρίς καμμιά έπαρση ή αλαζονεία ότι αποτελεί το άπαν, έχει ήδη αποδείξει στην πράξη ότι στην πάλη ενάντια στο καθεστώς κατοχής, θέτει τις διαχωριστικές γραμμές όχι με βάση το παρωχημένο σχήμα δεξιά-αριστερά, αλλά με βάση την ανάγκη πάλης για τη μη αναγνώριση του χρέους, την έξοδο από το ευρώ, την εθνικοποίηση των τραπεζών, την παραγωγική ανασυγκρότηση του τόπου.

Αν και οι παλιές συνήθειες και τα κολλήματα μιας ολόκληρης ζωής δύσκολα ξεπερνιούνται, η πρωτοβουλία προσπαθεί στην πράξη να αποδείξει ότι όποιος προτάσσει και αγωνίζεται γι’ αυτά τα άμεσα αιτήματα δεν χρειάζεται να καταθέτει πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, ούτε να κάνει δηλώσεις αποκήρυξης του αλλοτινού του εαυτού προκειμένου να ενταχθεί στη συλλογική δράση. Σε μια εποχή που βασιλεύουν με τη διαλυτική τους δράση τα κάθε λογής πολιτικά μαγαζάκια, καπετανάτα και επίδοξοι κομματικοί ινστρούχτορες που μόνο αποτυχίες έχουν να επιδείξουν, η ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ επιχειρεί το αδιανόητο: να βοηθήσει στην οργάνωση του ίδιου του λαού ώστε να διεκδικήσει ο ίδιος τα αυτονόητα. Για να την βρει κανείς δεν χρειάζεται να ψάξει πολύ. Αν δεν την βρίσκει στη γειτονιά του, ή στο χώρο δουλειάς του, τότε σίγουρα θα την βρει κάθε Δευτέρα στην Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών (Αθήνα, Τοσίτσα 11) στις 7:00 μ.μ. όπου συζητά με όλους τις εξελίξεις και οργανώνει τον αγώνα εναντίον του καθεστώτος κατοχής.

 

Σημείωση: Δημοσιεύθηκε στο inprecor.gr, 4/12/2010 http://www.inprecor.gr/index.php/archives/9829, αλλά  μας  κοινοποιήθηκε και από το συγγραφέα.

Αντί σεισάχθειας, άχθος αρσύρης

Αντί σεισάχθειας, άχθος αρσύρης

 

Του Στάθη (Σταυρόπουλου)*


 

«1821 η γέννηση ενός έθνους», έτσι διαφημίζεται το υπό τον κ. Βερέμη νέο ιστορικό έργο για την επανάσταση του '21. Όμως… η «γέννηση ενός έθνους» θα μπορούσε να αφορά σε μια επανάσταση όπως η Αμερικανική του 1776, η οποία όντως γέννησε ένα νέο έθνος, το Αμερικανικό. Η επανάσταση όμως του 1821 γέννησε το (νέο) κράτος ενός έθνους. Πράγμα τελείως διαφορετικό! Και στην εποχή μας αυτές οι διαφορίτσες τυγχάνουν κρίσιμες.

* * *

Προς τη CITIBANK κι άλλες τράπεζες που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν εταιρείες «κυνηγών χρεών» και να ενοχλούν τον κόσμο στα σπίτια του ή στη δουλειά του, ό,τι ώρα θέλουν και με ιταμόν τρόπο. Μαζευτείτε!…

* * *

«Οι διπλωμάτες έχουν το δικαίωμα να είναι ειλικρινείς» δήλωσε η κυρία Χίλλαρυ Κλίντον, αναγνωρίζοντας έτσι ότι η κατηγορία πως, φέρ’ ειπείν, ο Ερντογάν έχει πλουτίσει παρανόμως είναι αληθής!! Όταν η αμηχανία οδηγεί στην ηλιθιότητα…

 

Η κρίση είχε αρχίσει αρκετά χρόνια πριν από την κρίση. Ήδη από το 1995-96 ο «εκσυγχρονισμός» μιλούσε για «απασχολήσιμους» – Για «ευέλικτη εργασία». Γράφαμε ορισμένοι από τότε ότι πάμε προς τις ατομικές συμβάσεις εργασίας – αλλά, σε όσους φώναζαν για κάτι τέτοια, απαντούσε η σιωπή ή οι ρετσινιές: «εμπαθής», «γραφικός» και τα τοιαύτα. Μη σας πω «εθνικιστής» και «αντισημίτης»…

……………………………..

Ήδη από τότε ήταν φανερό, τουλάχιστον σε όσους δεν τάπωναν τα μάτια τους με χρυσά δηναροδολάρια ως άλλοι νεκροί, ότι το σύστημα με τον «εκσυγχρονισμό» στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, σκόπευε κυρίως στην ανατροπή των εργασιακών σχέσεων.

Στην κρίση φθάσαμε με πολέμους (Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Αφγανιστάν), ολοκληρωτική προπαγάνδα μέσα από την τηλεόραση, αλλά και τον κυβερνητισμό που χαρακτήρισε ευρύτερα τον Τύπο (και στην Ελλάδα). Η παθογένεια του συστήματος, διαφθορά (όχι μόνον στην Ελλάδα) και η διαπλοκή (όχι μόνον στην Ελλάδα), έγινε έξις και φύσις.

Η οικονομία της φρίκης όχι μόνον κατίσχυσε της όποιας πολιτικής, αλλά, εν ευθέτω χρόνω, τα γκόλντεν μπόυς δεν θα χρειάζονται καν αυτές τις δευτεράντζες – τους πολιτικούς των κυρίαρχων κομμάτων για τους οποίους η όλο και πιο άπελπις ου μην και ισχνή λαϊκή εντολή δεν μπορεί πλέον να αποτελεί ούτε καν φύλλο συκής, πόσο μάλλον να νομιμοποιεί την αθλιότητα και τον τρόμο που, κυβερνώντας, παράγουν.

***

Τώρα πλέον, μιλώντας για την Ελλάδα, τα νούμερα έχουν χάσει τον λογαριασμό: το ΑΕΠ έπεσε 4,2% το 2010 και πάει για -3,0% το 2011.


Το δημόσιο χρέος, όσο πιο πολύ το πληρώνουμε, τόσον πιο πολύ αυξάνεται. Τώρα είναι στο 140,2% του ΑΕΠ, το 2012 θα είναι 156,0% κι όταν βγούμε, αν ποτέ βγούμε απ' το μνημόνιο, θα χρωστάμε γεωμετρικώς περισσότερα!

Η ανεργία προβλέπεται για το 2011 στο 15% (με την πραγματική ανεργία πολύ μεγαλύτερη), ενώ οι «μαύρες τρύπες» αναδύονται η μία μετά την άλλη θηριώδεις.

Σε αυτό το διάστημα ο Παπανδρέου πήρε εναντίον των εργαζομένων και των παραγωγικών ανθρώπων όλα τα μέτρα που έλεγε ότι δεν θα πάρει. Ταυτοχρόνως η φοροδιαφυγή, η εισφοροδιαφυγή και η κρατικοκομματική σπατάλη συνεχίζονται αδιατάρακτες. Έτσι οι προϋπολογισμοί που συντάσσονται είναι μαϊμούδες, είναι της πλάκας και αντέχουν τρεις μέρες (όσον τα θαύματα) κι όχι έναν χρόνο (όσον τα ψέματα).

Όταν ανέλαβε ο Παπανδρέου, το εξωτερικό χρέος ήταν στο 110% του ΑΕΠ. Το μετέτρεψε σε κρίση δανεισμού (και ιδικού του ή άνωθεν υπαγορευμένου πανικού), ατίμασε διεθνώς τους Έλληνες ως «διεφθαρμένους» και «τεμπέληδες», υπήγαγε δε τη χώρα σε καθεστώς κατοχής, το Μνημόνιο.

Τώρα η τήρηση του Μνημονίου (αντί του Συντάγματος) επαφίεται στο φιλότιμο των Ελλήνων (να φορολογούνται αγριότερα, να χάνουν τις δουλειές τους και να διασύρονται).

Η χώρα δανείζεται και θα δανείζεται με αβάσταχτα τοκογλυφικά επιτόκια, θησαυρίζοντας με το αίμα της τους τραπεζίτες, Γερμανούς, Αμερικανούς κι άλλους. Οι δε ημερομηνίες παραμονής στον λαβύρινθο των μέτρων, της επιτήρησης και της λιτότητας προβάλλουν ανατριχιαστικές, 2021, εφιαλτικές, 2024, με μόνον αποτέλεσμα να χρωστάμε τότε περισσότερα απ' όσα τώρα.

Στο μεταξύ όμως, η εργασία, η εκπαίδευση και οι κοινωνικές απολαβές θα έχουν εξαρθρωθεί, η ζούγκλα θα έχει επικρατήσει και μια νέα καταναλωτική κοινωνία, που θα επιτρέπει την κατανάλωση μόνον στις ελίτ, θα έχει αναδυθεί, στρατιωτικοποιημένη και τυραννική.

Αυτού του ζοφερού μέλλοντος τώρα άδεται το πρελούδιο: με α) την πτώση του ΑΕΠ, β) την αύξηση του χρέους και γ) την αύξηση της ανεργίας: Η τριλογία του θανάτου μιας κοινωνίας. Κι ενός κράτους.

Διότι ο ίδιος θάνατος απειλεί ένα κράτος που η οικονομική του αδυναμία, καθώς και η κοινωνική του αποσάθρωση το περιάγουν σε συνθήκες περικύκλωσης.

Όσον ασκεί την εξουσία στη χώρα ο δικομματικός μονοκομματισμός ουκ έστιν οδός -παρά μονόδρομος. Προς την αναίρεση της χώρας και την καθαίρεση του λαού…

 

* ΣΤΑΘΗΣ Σ. 2.ΧΙΙ.2010 stathis@enet.gr

 

ΠΗΓΗ:  Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=02/12/2010&id=229286