Η Ευρώπη στην πυρά

Η Ευρώπη στην πυρά

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Με το ΔΝΤ να δηλώνει έτοιμο να αναλάβει τα ηνία της Ελλάδας υπό καθεστώς επίσημης πτώχευσης, συνεχίζονται οι έντονες διαβουλεύσεις για τον καθορισμό των λεπτομερειών του νέου αναβαθμισμένου ρόλου για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Οι επιτελείς της ευρωζώνης δεν θέλουν η διαδικασία αναδιάρθρωσης του χρέους της Ελλάδας να συμβεί χωρίς να έχει τεθεί σε ισχύ ο συνολικός μηχανισμός διαχείρισης των υπό πτώχευση χωρών.

Αυτό που επιδιώκουν είναι να εντάξουν επίσημα και την Ελλάδα στο μηχανισμό αυτό, που απ’ ότι φαίνεται θα στηθεί γύρω από το Ευρωπαϊκό Ταμείο και την ΕΚΤ. Ωστόσο το Eurogroup δεν κατόρθωσε ακόμη να καταλήξει σε τίποτε οριστικό. Ούτε στην ενίσχυση της χρηματοδοτικής ικανότητας του ταμείου, την οποία και απέρριψε. Ούτε καν στο κατά πόσο το ταμείο θα γίνει μόνιμος μηχανισμός της ευρωζώνης. Με κύρια ευθύνη της Γερμανίας, η οποία φοβάται ότι όσο περισσότερο εμπλέκεται σε έναν μόνιμο μηχανισμό διαχείρισης πτωχεύσεων στην ευρωζώνη, τόσο περισσότερο χάνει τους βαθμούς ελευθερίας που διαθέτει σήμερα και τόσο μεγαλύτερες δημοσιονομικές δεσμεύσεις αναλαμβάνει.

Βασικό εργαλείο αυτού του μηχανισμού διαχείρισης πτωχεύσεων στην ευρωζώνη, φαίνεται να είναι η έκδοση ευρωομολόγου. Αν και ακόμη τίποτε δεν έχει αποφασιστεί, ωστόσο όλα δείχνουν πώς το Eurogroup θα αναγκαστεί να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Το σίγουρο είναι ότι το ευρωομόλογο το διεκδικούν ήδη οι αγορές και οι τράπεζες, οι οποίες πιέζουν αφόρητα προς αυτή την κατεύθυνση. Και δεν έχουν άδικο. Η έκδοση κοινού ομολόγου για όλες τις χώρες της ευρωζώνης είναι η πραγματοποίηση της πιο τρελής φαντασίωσης των πιο κερδοσκοπικών κύκλων της διεθνούς αγοράς. Είναι κάτι στο οποίο έχουν επενδύσει από την αρχή της κρίσης.

Πρώτα και κύρια γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζουν τα κεφάλαια που έχουν τοποθετήσει ακόμη και στα κρατικά ομόλογα χρέους εκείνων των χωρών που απειλούνται άμεσα με πτώχευση, όπως π.χ. είναι η Ελλάδα.

Δεύτερο, τους δίνεται η ευκαιρία να ανοιχτούν με ασφάλεια στην αγορά ομολόγων της ευρωζώνης και να μετατρέψουν τη «διάσωση» των υπό πτώχευση χωρών σε τεράστια ευκαιρία για κερδοσκοπία.

Τρίτο, μπορούν να κερδοσκοπήσουν με επιτόκια υψηλότερα από αυτά που δανείζεται σήμερα η Γερμανία, η οποία μαζί με τη Γαλλία εκδίδουν τον μεγαλύτερο όγκο ομολόγων στην ευρωζώνη.

Τέταρτο, με το ευρωομόλογο αποκτούν όλα τα πλεονεκτήματα που έχει κάθε τυπικός δανειστής. Δεν θα έχουν πια να κάνουν απευθείας με κράτη, τα οποία προστατεύονται έναντι των δανειστών τους από την ασυλία λόγω άσκησης εθνικής κυριαρχίας. Δεν χρειάζεται ούτε καν να μπλέξουν πια με τις εθνικές νομοθεσίες. Χάρις στα υπερεθνικά και υπερκρατικά όργανα της ευρωζώνης οι δανειστές μπορούν να αισθάνονται σίγουροι ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να τους σηκώσει κεφάλι. Είναι στο απόλυτο έλεός τους.

 

Χρηματιστική κυβεία

 

Στα πλαίσια αυτά το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας προσέλαβε την περασμένη Δευτέρα τρεις τράπεζες για την έκδοση του πρώτου ομολόγου του, όπως αναφέρει το Reuters. Το Ταμείο όρισε τρεις αναδόχους, την Citi, την HSBC και την Societe Generale για την έκδοση πενταετούς ομολόγου αναφοράς. Η έκδοση προβλέπεται να γίνει την επόμενη εβδομάδα και να καλύψει τις χρηματοδοτικές ανάγκες του προγράμματος διάσωσης της Ιρλανδίας. Σύμφωνα με πηγή του ταμείου, ο όγκος της έκδοσης θα είναι μεταξύ 3 και 5 δισ. ευρώ.

Το Ταμείο προτίθεται να αντλήσει από τις αγορές συνολικά έως 26,5 δισ. ευρώ τη διετία. Ο επικεφαλής του Tαμείου, Κλάους Ρεγκλινγκ, εξέφρασε την πεποίθηση ότι η πρώτη έκδοση ομολόγου του EFSF θα αποκαταστήσει την σταθερότητα στις αγορές ομολόγων και θα προστατεύσει το ευρώ. Στην πράξη η έκδοση αυτού του ομολόγου αναφοράς αντιμετωπίζεται τόσο από τους επιτελείς της ευρωζώνης, όσο και από τις αγορές ως δοκιμαστική πτήση του ευρωομολόγου.

Γι’ αυτό και εκφράζεται αισιοδοξία σε ο,τι αφορά την προσφορά. Σύμφωνα με δημοσίευμα των «Financial Times» (17/1) οι τραπεζίτες δηλώνουν ότι σπάνια έχουν δει τέτοια ζήτηση για ομόλογα, καθώς ορισμένα από τα πλουσιότερα κράτη και πολλά ιδιωτικά funds θέλουν να αποκτήσουν αυτά τα ομόλογα, τα οποία έχουν σχεδιαστεί για να χρηματοδοτήσουν τη διάσωση της Ιρλανδίας. Όπως επισημαίνουν, μάλιστα, η προσφορά θα μπορούσε να ανέλθει έως και τα 20 δισ. ευρώ. Μέχρι και η Ιαπωνία έχει ανακοινώσει πως θα αγοράσει το 20% των ομολόγων που θα εκδώσει το ευρωπαϊκό ταμείο στήριξης.

Με τον τρόπο αυτό τα διεθνή κρατικά και ιδιωτικά funds, που μέχρι σήμερα είχαν ένα πολύ μικρό μερίδιο στην αγορά ομολόγων εντός ευρωζώνης, όπου κυριαρχούν οι ευρωπαϊκές τράπεζες, ελπίζουν τώρα ότι με το ευρωομόλογο θα τους δοθεί η ευκαιρία να πλασαριστούν γερά. Γι’ αυτό και δεν κρύβουν τη χαρά τους. Ούτε θέλουν να αφήσουν την ευκαιρία να πάει χαμένη.

Ίσως βρισκόμαστε μπροστά στο μεγαλύτερο παιχνίδι χρηματιστικής κυβείας που στήνεται από την εποχή των δανείων υψηλού ρίσκου στις ΗΠΑ. Για τον σκοπό αυτό τα επενδυτικά κεφάλαια πιέζουν, αφενός, να προχωρήσει τάχιστα η μεταφορά των αρμοδιοτήτων άσκησης της δημοσιονομικής και γενικά της οικονομικής πολιτικής των κρατών-μελών στα όργανα της ΕΕ και της ευρωζώνης. Αφετέρου, να αρχίσει άμεσα η έκδοση κοινού ομολόγου που θα αντικαταστήσει τα ομόλογα που εκδίδει κάθε κράτος-μέλος.

Το γιατί οι επενδυτές λατρεύουν την ιδέα των κοινών ομολόγων το εξήγησε ένας ανώνυμος τραπεζίτης στους Financial Times (16/1), ο οποίος δήλωσε: «Οι επενδυτές λατρεύουν αυτά τα ομόλογα γιατί προσφέρουν την ασφάλεια ενός τριπλού Α στην πιστοληπτική ικανότητα, ενώ την ίδια ώρα παρέχουν κάτι το επιπλέον στο επιτόκιο πάνω από τα Γερμανικά ομόλογα.»

Ο Τζιμ Ο’Νιλ, επικεφαλής της Goldman Sachs Asset Management, δήλωσε στους Financial Times (17/1) αρκετά αποκαλυπτικά: «Η ΟΝΕ θα μπορούσε να δουλέψει αν υπήρχε περισσότερη δημοσιονομική και πολιτική ενότητα και ταυτόχρονα έκδοση κοινών ομολόγων… H κρίση της ευρωζώνης στην πραγματικότητα δεν είναι μια κρίση χρέους. Είναι μια κρίση διακυβέρνησης και δομής. Χρειάζεσαι περισσότερη δημοσιονομική ένωση για να αντιμετωπίσεις το πρόβλημα.» Ενώ ο Γκάρι Τζένκινς της Evolution Securities δήλωσε στην ίδια εφημερίδα: «Από τον ίδιο τον χαρακτήρα του, το ΕΤΧΣ οδηγεί προς την έκδοση περισσότερων κοινών ομολόγων και μακριά από τις ξεχωριστές κρατικές εκδόσεις, που έτσι ή αλλιώς δεν είναι δυνατές. Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσαμε να καταλήξουμε σε δημοσιονομική ένωση εκ των πραγμάτων.»

Αντίστοιχα ο Χέντρικ Λέμπερ από το 1994 επικεφαλής της εταιρείας διαχείρισης επενδυτικών πακέτων Atacis, δήλωσε στην Süddeutsche Zeitung (11/1/2011) ότι αυτή τη στιγμή εξετάζει την αγορά μετοχών της ελληνικής τράπεζας Alpha Bank και υποστηρίζει: «Το κάνω γιατί το ζητά η ΕΕ. Δίνω χρήματα στην Ελλάδα, γιατί νομίζω πως η ΕΕ δεν θα αφήσει τη χώρα να χρεοκοπήσει και γι’ αυτό έχω υψηλές αποδόσεις». Για τον Χέντρικ Λέμπερ η ευρωκρίση συνιστά αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της θεωρίας των παιγνίων. ‘Ή θα διασωθούν όλες οι χώρες-μέλη της ΕΕ ή καμία. Στην ΕΕ δεν υπάρχει η δυνατότητα μιας μεμονωμένης χρεοκοπίας”. Ο Γερμανός μάνατζερ εκτιμά ότι μπορεί ‘το παιχνίδι των αγορών να είναι ιδιαίτερα βάναυσο, αλλά ταυτόχρονα είναι και δίκαιο, ενώ υπογραμμίζει ότι «χρειάζεσαι την αναγνώριση των άλλων για να πετύχεις. Στις αγορές ανταμείβονται οι γνώσεις σου ανάλογα με το ποσόν που επενδύεις. Και σαν επενδυτικός μάνατζερ θέλεις κυρίως να δείξεις στους άλλους ότι στο τέλος είχες δίκιο, ήσουν μπροστά.»

 

Ολοκληρωτικές αγορές

 

Η λογική αυτή του «όλοι μαζί ή κανένας», που προωθούν οι θιασώτες της ένωσης, δεν είναι προϊόν κάποιας δήθεν αλληλεγγύης, αλλά συνέπεια της ολοκληρωτικής λογικής που έχει επικρατήσει στις αγορές. Τα μεγέθη των επενδυτικών κεφαλαίων και των τραπεζών είναι τέτοια, τα συμφέροντα που συνδέονται με τοποθετήσεις σε δανείσιμα κεφάλαια είναι τόσο μεγάλα, που δεν επιτρέπουν πια στα κράτη να χειριστούν μόνα τους την κρίση τους. Η ίδια η κρίση του ευρώ αποτελεί την πιο χαρακτηριστική εκδήλωση της κρίσης ενός τερατώδους σε διαστάσεις χρηματοπιστωτικού τομέα που είναι αδύνατον πια να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη και τις επενδύσεις στην ευρωζώνη, αν δεν του δοθεί η δυνατότητα να κερδοσκοπήσει ξανά με ασφάλεια και κέρδος σε ομόλογα, παράγωγα, κοκ. Με άλλα λόγια, αν δεν του δοθεί η δυνατότητα να διογκωθεί ακόμη περισσότερο.

Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει αν πρώτα απ’ όλα δεν φορτωθούν τα κράτη, οι οικονομίες και οι κοινωνίες, τις τεράστιες ζημιές που έχουν σωρευθεί στα ενεργητικά των τραπεζών. Εδώ βρίσκεται και η ουσία της όλης υπόθεσης. Η κρίση του ευρώ είναι πρώτα και κύρια ένας αγώνας πάλης για το ποιος τελικά θα φορτωθεί αυτές τις ζημιές των τραπεζών. Μέχρι τώρα, οι κυβερνήσεις της ΕΕ έχουν αποφασίσει ότι οι κάτοχοι ομολόγων και οι τράπεζες πρέπει να προστατευθούν με κάθε θυσία, προτιμώντας να ρίξουν το κόστος στους φορολογούμενους – έστω κι αν οδηγεί τη δημοσιονομική κατάσταση των κρατών στην χρεοκοπία.

Υπάρχει η δυνατότητα να διασωθούν οι τράπεζες και να μην χρεοκοπήσουν τα κράτη; Όσο περισσότερο προωθείται η δημοσιονομική ένωση στην ΕΕ, όσο πιο αυστηρή και ολοκληρωτική γίνεται, τόσο περισσότερο γίνεται φανερό ότι ούτε το ένα μπορεί να γίνει, ούτε το άλλο. Ούτε η έκδοση του ευρωομολόγου θα προσφέρει κάποια άλλη δυνατότητα.

Το κοινό ομόλογο της ευρωζώνης θα κληθεί να καλύψει όχι μόνο τις τεράστιες χρηματοδοτικές ανάγκες των κρατών της ευρωζώνης, αλλά και του μηχανισμού στήριξης. Υπολογίζεται ότι με την Πορτογαλία, το Βέλγιο, την Ισπανία και την Ιταλία ως άμεσες υποψήφιες χώρες για το μηχανισμό στήριξης, το ΕΤΧΣ θα χρειαστεί γύρω στα 2 τρις ευρώ για να μπορεί να παρέμβει σ’ αυτές. Με άλλα λόγια θα χρειαστεί πάνω από το 20% του ΑΕΠ της ευρωζώνης σε χρηματοδότηση, την οποία βέβαια καμιά αγορά δεν πρόκειται να παράσχει χωρίς τις απαραίτητες εγγυήσεις.

Πίνακας 2: Χρηματοδότηση ρευστότητας από την ΕΚΤ (Νοέμβριος, 2010)

 

Ευρώ (δις)

% επί των καταθέσεων

% επί του ΑΕΠ

Ελλάδα

95,0

26

40

Ιρλανδία

136,4

20

86

Πορτογαλία

37,9

12

20

Ισπανία

61,1

3

9

Από την άλλη το άνοιγμα της ΕΚΤ έχει ξεπεράσει κάθε όριο. Ο πίνακας 1 δείχνει την χρηματοδότηση ρευστότητας προς τις τράπεζες της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία. Μόνο για τις τράπεζες αυτών των χωρών η ΕΚΤ έχει δαπανήσει πάνω από 330 δις ευρώ, ή το 61% των συνολικών διαθεσίμων της. Αν σ’ αυτό συνυπολογίσει κανείς τα 76,5 δις ευρώ που έχει δαπανήσει η ΕΚΤ έως τις 17/1 για αγορά κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή ώστε να συγκρατήσει τα επιτόκια και τα spread, τότε μπορεί να καταλάβει κανείς την δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται.

Αυτός είναι ο λόγος που η ΕΚΤ ανακοίνωσε βιαστικά και πριν κλίσει το έτος, τον διπλασιασμό του των κεφαλαίων της στα 10,76 δισ. ευρώ με σκοπό να καθησυχάσει τις αγορές. Αυτός είναι ο λόγος που στελέχη της διοίκησής της βγαίνουν και δηλώνουν την αγωνία τους για το πότε θα αναλάβει το ΕΤΧΣ, ή κάποιος άλλος φορέας της ΕΕ, το βάρος της παρέμβασης στη δευτερογενή αγορά, αλλά και πιέζουν για την έκδοση του κοινού ομολόγου που θα διευκολύνει την χρηματοδότηση και των τραπεζών μέσω των κρατών.

 

«Λατινοαμερικάνικος» μηχανισμός αναδιάρθρωσης

 

Ταυτόχρονα, το ευρωομόλογο είναι μια καλή ευκαιρία για να προχωρήσει γρήγορα και χωρίς σοβαρές εμπλοκές η αναδιάρθρωση του χρέους χωρών όπως η Ελλάδα. Το σχέδιο που έχει ήδη τεθεί στο τραπέζι είναι να λειτουργήσει το ευρωομόλογο σαν ένα είδος «ομολόγων Μπρέιντι». Τα ομόλογα Μπρέιντι ήταν ομόλογα δολαρίου που επινόησε η κυβέρνηση των ΗΠΑ για να αντικαταστήσουν στα τέλη της δεκαετίας του ’80 τα δάνεια κυρίως των χωρών της Λατινικής Αμερικής που δεν μπορούσαν πλέον να αποπληρωθούν. Ονομάστηκαν έτσι από τον Νίκολας Μπρέιντι, υπουργό οικονομικών εκείνη την εποχή των ΗΠΑ. Τα ομόλογα αυτά είχαν διάρκεια από 10 έως 30 χρόνια και τις περισσότερες φορές εκδίδονταν με εγγύηση τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας που τα δεχόταν.

 

Τα ομόλογα Μπρέιντι

 

Η εισαγωγή τους διευκόλυνε τις μεγάλες τράπεζες των ΗΠΑ να απεμπλακούν σε μεγάλο βαθμό από το χρέος της Λατινικής Αμερικής, που μέχρι τότε αποτελούνταν κυρίως από τραπεζικά δάνεια. Η υιοθέτηση των ομολόγων Μπρέιντι έστρεψε τις υπερχρεωμένες χώρες να δανειστούν όχι απευθείας από τις τράπεζες, αλλά κυρίως από τις αγορές κεφαλαίου εκδίδοντας ομόλογα. Έτσι αποτέλεσαν την απαρχή της έκρηξης δανεισμού με ομόλογα που γνώρισε η παγκόσμια οικονομία στη δεκαετία του ’90 και του ‘00. Μια έκρηξη που επέβαλε όσο ποτέ άλλοτε την ανάγκη πειθάρχησης των υπερχρεωμένων χωρών στις αγορές και φυσικά στα προγράμματα «διαρθρωτικής προσαρμογής» του ΔΝΤ.

Κάτι τέτοιο έχουν και στο μυαλό τους για την αναδιάρθρωση του χρέους πρώτα της Ελλάδα και έπειτα των άλλων χωρών. Σύμφωνα με τον Τζέικομπ Κίρκεγκαρ του Peterson Institute, το σχέδιο αναδιάρθρωσης της Ελλάδας προβλέπει την αντικατάσταση με ελαφρύ «κούρεμα», ή και χωρίς καθόλου «κούρεμα», του 40% από το συνολικό δημόσιο χρέος επί του ΑΕΠ με ευρωομόλογα. Έτσι θα δοθεί παράταση στο ληξιπρόθεσμο του κύριου όγκου των κρατικών ομολόγων που λήγουν τα επόμενα δύο με τρία χρόνια. Το χρονοδιάγραμμα θα ακολουθήσει την επιμήκυνση που θα αποφασιστεί και για τα 110 δις ευρώ του δανείου «στήριξης».Τα κοινά αυτά ομόλογα που θα εκδώσει είτε η ΕΚΤ, είτε το ΕΤΧΣ στο όνομα της Ελλάδας θα εμπεριέχουν αυστηρούς όρους, ρήτρες και εγγυήσεις ανάλογες με αυτές που περιλαμβάνει η δανειακή σύμβαση.

 

Μοντέλο Ουρουγουάης

 

Σύμφωνα με το Economist (13/1) το σχέδιο της αναδιάρθρωσης θα ακολουθήσει το παράδειγμα της Ουρουγουάης ή του Μπελίζε και εκτιμάται ότι μπορεί να εκτελεστεί σε διάστημα έξι μηνών. Φυσικά το τι θα σημάνουν αυτές οι έξη μήνες για τον λαό και την χώρα, κανείς δεν ενδιαφέρεται. Η ανάγκη για όσο το δυνατόν πιο σύντομη χρονική περίοδο μέσα στην οποία θα επιχειρηθεί η αναδιάρθρωση του χρέους προκύπτει από τη διαχείριση των κοινωνικών αντιδράσεων. Η περίοδος της αναδιάρθρωσης συνοδεύεται από μερική ή ολική παύση πληρωμών του δημοσίου προς το εσωτερικό, κυρίως σε μισθούς, συντάξεις, προμήθειες, κοκ, από προληπτικό κλείσιμο των τραπεζών ώστε να αποφευχθούν οι μαζικές αναλήψεις μετρητών, από δεσμεύσεις στην χρηματική κυκλοφορία και τις καταθέσεις.

 

Πρωτοφανές!

 

Όλα αυτά βέβαια, χωρίς να υπολογίζουμε τις τυχών παρενέργειες λόγω κοινού νομίσματος. Μια τέτοια εκτεταμένη αναδιάρθρωση δεν έχει ξαναγίνει σε χώρα χωρίς δικό της νόμισμα και με τραπεζικό σύστημα τόσο εξαρτημένο από το εξωτερικό. Γι’ αυτό και κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να πυροδοτήσει, ακόμη κι αν γίνει ομαλά. Το ερώτημα είναι το εξής: Για ποιον λόγο θα πρέπει η χώρα και ο λαός της να δεχτούν την υιοθέτηση του ευρωομολόγου; Για να πάμε πιο γρήγορα στην επίσημη πτώχευση μέσω αναδιάρθρωσης; Για να παγιωθεί το καθεστώς της δανειακής σύμβασης επ’ αόριστον μέσα από την θεσμοθέτησή της στο επίπεδο της ευρωζώνης; Πώς γίνεται και οι επιδιώξεις ορισμένων «αντιμνημονιακών» δυνάμεων να ταυτίζονται τόσο πολύ με τις επιδιώξεις των πιο κερδοσκοπικών κύκλων της διεθνούς αγοράς;

 

Δημοσιεύτηκε στο Ποντίκι, 20/1/2011

ΕΞΕΥΡΩΠΑΪΣΜΟΣ ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΥΠΟΤΑΓΗΣ

ΕΞΕΥΡΩΠΑΪΣΜΟΣ ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΥΠΟΤΑΓΗΣ

 

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη*


 

Όταν ο Κοραής άλλαζε το όνομα του κράτους της Φραγκίας – που προερχόταν φυσιολογικά από το France – σε Γαλλία και τους κατοίκους του από Φράγκους σε Γάλλους, επιχειρούσε ουσιαστικά να αναβαπτίσει τη δυτική αποικιοκρατία, που σαν τέτοια ήταν οριστικά καταδικασμένη στη συνείδηση του ελληνικού έθνους. 

Έτσι στα χρόνια που κύλησαν, κανείς δεν αναρωτιέται πλέον γιατί και με ποια ετυμολογία ο Φράγκος ονομάζεται πλέον Γάλλος. Αυτή η επιτυχής αναβάπτιση, είναι ένα ελάχιστο δείγμα, ενός ολοκληρωμένου συστήματος αποδόμησης του ελληνικού κόσμου και παρασιτικής πρόσδεσης του στο δυτικό Ιmperium.

Από τότε και μέχρι και σήμερα, κοντά 200 χρόνια «ελεύθερου» εθνικού βίου, το ίδιο αυτό το σύστημα αποδόμησης εμμένει να  «αναβαπτίζει» και να εξωραΐζει κατ’ εξακολούθηση τη δυτική αποικιοκρατία.

Από τότε και μέχρι και σήμερα, η δυτική αποικιοκρατία και κυριαρχία μεταμορφώνεται στη συνείδηση του λαού σε πρότυπο-αιτούμενο υπόδειγμα κοινωνικής ευζωίας και λειτουργικότητας.  Οι έννοιες του εκσυγχρονισμού, του εξορθολογισμού και του εξευρωπαϊσμού, κατέληξαν σήμερα σχεδόν ταυτόσημες. Ανάλογα η «δυστυχία του να είσαι Έλληνας» ορίζεται πλέον ως η απόσταση από τον ζητούμενο εξευρωπαϊσμό. "Εύλογα", κάθε είδους αδυναμία ή έλλειμμα αποδίδεται όχι στο δυτικό αποικιοκρατικό έλεγχο επί του ελλαδικού κράτους, αλλά στην ελληνική κληρονομιά του κράτους και των παραδόσεων του. Κάθε τι ελληνικό καταδικάζεται στη σιωπή και στην αφάνεια ενώ ότι καταφέρνει να επιζήσει υφίσταται μια άνευ προηγουμένου διαστρέβλωση και συκοφάντηση ή  "ακινδυνοποιείται" ως μουσειακό έκθεμα.

Αν όπως ορίζει ο Κίρκεγκαρντ «ο φθόνος είναι κατακερματισμένος θαυμασμός», εδώ ο ορισμός του φθόνου συναντά το πλήρες περιεχόμενο του. Αναφέρω εντελώς ενδεικτικά το διοικητικό σύστημα των κοινοτήτων το οποίο αντλούσε τις πηγές του αδιάλειπτα ήδη από τις αρχαίες αμφικτιονίες και το οποίο συνέτριψε η Βαυαροκρατία στην πρώιμη φάση του ελλαδικού κρατιδίου, για να εγκαθιδρύσει το συγκεντρωτικό μοναρχικό πολίτευμα που εξυπηρετούσε τις αποικιοκρατικές επιδιώξεις της. Το ότι – με άλλα λόγια – η χώρα δεν διαθέτει σήμερα ικανό σύστημα αποκεντρωμένης περιφερειακής ανάπτυξης δεν οφείλεται κατ’ ουδένα τρόπο στην ελληνική κληρονομιά και παράδοση, αλλά ακριβώς στην υποχώρηση και στρέβλωση αυτής της παράδοσης από τους δυτικούς επικυρίαρχους. Είναι δε ακόμη πιο εντυπωσιακό ότι οι δυτικοί υιοθέτησαν για λογαριασμό τους και εφάρμοσαν με ευλάβεια (βλέπε στο παράδειγμα μας τα καντόνια που σχεδίασε ο Καποδίστριας στην Ελβετία), ότι καταδίκασαν και αποδόμησαν με μένος στον ελληνικό χώρο.

Όμως το σύστημα αποδόμησης του ελληνικού κόσμου και παρασιτικής πρόσδεσης του στο δυτικό κοσμοσύστημα έχει και σήμερα τους «άξιους» συνεχιστές και εκπροσώπους του.

Δεκάδες δημοσιογράφοι, καθηγητάδες και διανοούμενοι της δεκάρας, με αναλυτικό ύφος γραφής ανάλογο ενός μαθητή γυμνασίου και ήθος υπάκουου υπαλληλίσκου, καταγγέλλουν τον Τόπο και την Πατρίδα, το Λαό και το Έθνος, την Ιστορία και την Κληρονομιά, το μεδούλι του τρόπου μας, ως υπεύθυνους για τη χρεωκοπία. Ως υπεύθυνους δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν. Ακόμη και η φοροαποφυγή ερμηνεύεται ως κληρονομιά μιας στρεβλής αντίληψης της σχέσης πολίτη-κράτους που αποδίδεται στις έξεις που δημιούργησε η οθωμανική τυρρανία. Κουβέντα για τη σπάταλη και διεφθαρμένη πολιτική τάξη, κουβέντα για την αυτονόμηση των εσόδων του κράτους που κατανέμονται άσχετα με την ίδια την κοινωνία και τις ανάγκες της. Κουβέντα για την φοροδιαφυγή στην εσπερία ή μήπως είναι ελληνικό φαινόμενο; Κουβέντα για το ενδεχόμενο η φοροδιαφυγή να αποτελεί – ίσως και – οιωνεί πράξη εθνικής αντίστασης, αφού στερεί από τους διαχειριστές του συστήματος την οικονομική δυνατότητα να παραδώσουν τους πόρους της κοινωνίας στους διεθνείς πάτρωνες τους.

Αντίθετα, αυτοί οι ίδιοι οι απολογητές της υποταγής του τόπου, έχουν ενιαία στάση και στα υπόλοιπα θέματα που αφορούν στην εξυπηρέτηση των ευρύτερων συμφερόντων της δύσης. Οι ίδιοι άνθρωποι που υπερασπίστηκαν το διαλυτικό σχέδιο Ανάν, υπερασπίστηκαν επίσης τους βομβαρδισμούς στη Σερβία και την εισβολή στο Ιράκ. Οι ίδιοι που υπερασπίστηκαν τον σημιτικό εξευρωπαϊσμό/εκσυγχρονισμό, δηλαδή την ακόμη μεγαλύτερη εξάρτηση της χώρας από το ευρωπαϊκό χρηματιστικό κεφάλαιο, οι ίδιοι υπερασπίστηκαν τη Μαδρίτη και την τραγωδία των Ιμίων, οι ίδιοι υπερασπίστηκαν την παράδοση του Οτσαλάν αλλά και τη διεξαγωγή της αθλιότητας των Ολυμπιακών αγώνων. Φανατικοί του νεοφιλελεύθερου Θατσερισμού παλιότερα, έγιναν αργότερα υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Κλίντον  και του μανιχαϊσμού του Μπους, ενώ μόλις πρόσφατα ανακάλυψαν και το λευκό πουκάμισο της αλλαγής του προέδρου Ομπάμα.  Οι ίδιοι κατακεραυνώνουν τον κάθε υπαλληλίσκο ως υπεύθυνο της χρεωκοπίας του σήμερα. Και καθόλου τυχαία, οι ίδιοι υποστηρίζουν τη στρέβλωση της σύγχρονης Ιστορίας μας με τους «συνωστισμούς» στη Σμύρνη και την «προσάρτηση» των νησιών του Αιγαίου. Και επίσης καθόλου τυχαία, οι ίδιοι υποστηρίζουν την προώθηση της ελληνοτουρκικής φιλίας, με την στρατηγική του κατευνασμού, των κοινών επιχειρήσεων και των συνεχών παραχωρήσεων και υποχωρήσεων.

Πίσω απ’ το «μαζί τα φάγαμε», «καταναλώνουμε περισσότερο απ’ ότι παράγουμε», «ας έρθει η τρόικα να μας σώσει αφού δεν μπορούμε μόνοι μας», «φταίει η ελληνική δημοσιουπαλληλία», «φταίει η φοροδιαφυγή του τάδε ψιλικατζή», «φταίει το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας»  και τόσα άλλα στερεότυπα, αυτό που μεθοδικά υποκρύπτεται είναι η πραγματική αιτία του ελληνικού προβλήματος. Και αυτή δεν είναι άλλη από την βίαια πρόσδεση της χώρας στη Δύση και μάλιστα ως παρασιτική της απόφυση. Ως εξάρτημα ενός ιμπέριουμ.

Για την κατάντια του τόπου δεν φταίει το έλλειμμα ευρωπαϊσμού και εξορθολογισμού, αλλά το πλεόνασμα της εξάρτησης από τη Δύση.

Άρα, όποιος αποδίδει την σημερινή τραγωδία του τόπου στην απόσταση του από τη Δύση, επιδιώκει ουσιαστικά και συνειδητά να αποκλείσει την πιθανότητα μιας εθνικής αφύπνισης που θα οδηγούσε στην διεκδίκηση της εθνικής μας ανεξαρτησίας και στην ολοκλήρωση του ’21. Όποιος αποδίδει το ελληνικό πρόβλημα στην απόσταση του κράτους και της κοινωνίας μας από τη Δύση, επιδιώκει ουσιαστικά την διαιώνιση της εθνικής εξάρτησης από το δυτικό κοσμοσύστημα.

Το να αυτομαστιγωνόμαστε γιατί δεν έχουμε γίνει ακόμη «εφάμμιλοι των καλυτέρων ευρωπαϊκών», είναι σαν να απαιτούμε από ένα όργανο σαν την σκωληκοειδή απόφυση να γίνει καρδιά ή πνεύμονας.  Και γνωρίζουν πολύ καλά όσοι «διαμαρτύρονται» για κάτι τέτοιο, ότι αυτό είναι ανέφικτο. «Διαμαρτύρονται» μόνο για να μην γίνει αντιληπτή αυτή η πραγματικότητα. Για να αποκρύψουν σαν νέοι σταυροφόροι-μισθοφόροι την πραγματική αιτία του ελληνικού προβλήματος. Να μην συνειδητοποιήσει ποτέ η απόφυση, τον πραγματικό της παρασιτικό ρόλο.

Γι’ αυτό, η μόνη μας ελπίδα είναι – κόντρα στην κρατικοδίαιτη και εξωνημένη διανόηση – να αποκατασταθεί στα ίδια τα μάτια μας ο ελληνικός κόσμος και να αποκτήσει ο τόπος μας τη δική του σάρκα, δίχως να είναι απόφυση κανενός. Πρέπει ο τρόπος μας να σαρκωθεί ξανά σε τούτα τα βράχια, αφού πετάξει πρώτα από πάνω του το στενό πανωφόρι που του φόρεσαν με το ζόρι οι ντόπιοι εκπρόσωποι της ευρωπαϊκής τυραννίας του χρήματος και της ευκολίας.

 

* O Αντώνης Ανδρουλιδάκης είναι  Οικονομολόγος, antonisandroulidakis@gmail.com

 

22.01.11        

Είμαστε όλοι δημόσιοι Υπάλληλοι!

Είμαστε όλοι δημόσιοι Υπάλληλοι!

 

Του Λεωνίδα Βατικιώτη


 

Όταν ο βρετανικός Economist, το αιματοβαμμένο πλέον και υπεραντιδραστικό Κόμμα του τσαγιού στις ΗΠΑ και ο Πάγκαλος στα καθ’ ημάς ξεσπαθώνουν κατά των δημοσίων υπαλλήλων, ε, τότε κι εμείς, στα βήματα του διευθυντή της γαλλικής Le Monde που την επομένη της 11ης Σεπτέμβρη αναφώνησε «είμαστε όλοι Αμερικάνοι!» δεν μπορούμε παρά να δηλώσουμε, «είμαστε όλοι δημόσιοι υπάλληλοι!».

 

Γιατί, κακά τα ψέματα, η επίθεση στους δημοσίους υπαλλήλους δεν είναι τίποτε περισσότερο παρά το προπέτασμα καπνού που κρύβει και νομιμοποιεί στη συνέχεια την κατάργηση του δημόσιου, δωρεάν και κοινωφελή χαρακτήρα των υπηρεσιών που εξακολουθεί να παρέχει το κράτος. Επίσης, ο ρατσιστικός διασυρμός των δημοσίων υπαλλήλων δεν αποσκοπεί παρά στην αναίρεση εργασιακών δικαιωμάτων και συνδικαλιστικών κατακτήσεων που, σε σύγκριση με τα Νταχάου του ιδιωτικού τομέα όπου το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην απεργία ισοδυναμεί με απόλυση, θυμίζουν πραγματικά άλλες εποχές – πολύ πιο δημοκρατικές!

«Ετοιμαστείτε για τα χειρότερα» προειδοποιούσε ο Economist με το πρώτο θέμα του πρώτου του τεύχους για το 2011, αναφερόμενος στις αντιδράσεις των δημοσίων υπαλλήλων όλου του κόσμου – από τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους της Καλιφόρνιας μέχρι τους γάλλους σιδηροδρομικούς και τους έλληνες δασκάλους – εν όψει των μέτρων λιτότητας που προμηνύονται. Στη συνέχεια παρέθετε τις αιτίες του κακού στον δημόσιο τομέα. «Σε πολλές πλούσιες χώρες οι μισθοί στον δημόσιο τομέα είναι κατά μέσο όρο υψηλότεροι, οι συντάξεις πολύ καλύτερες και οι δουλειές πολύ πιο σίγουρες». Το «ολίσθημα» των δημοσίων δεν έγκειται μόνο στο ότι δεν παίρνουν τις συντάξεις και τους μισθούς πείνας του ιδιωτικού τομέα! Το βρετανικό έντυπο εκφράζοντας με τον πιο γνήσιο τρόπο το μίσος που σιγά – σιγά διαμορφώνεται στις πολιτικές ελίτ απέναντι ακόμη και στις πιο θεσμικές και επίσημα αναγνωρισμένες μορφές εκπροσώπησης των εργατικών συμφερόντων, ρίχνει την πέτρα του αναθέματος στα ίδια τα συνδικάτα των δημοσίων, που πλέον θεωρούνται επικίνδυνος αναχρονισμός. «Καθώς η συμμετοχή στα συνδικάτα κατέρρευσε στον ιδιωτικό τομέα τα προηγούμενα 30 χρόνια  (από 44% του εργατικού δυναμικού στο 15% στη Βρετανία και από 33% στο 15% στην Αμερική) στον δημόσιο τομέα έχει παραμείνει υψηλή. Στην Βρετανία περισσότεροι από τους μισούς εργάτες είναι συνδικαλισμένοι. Στην Αμερική τα στοιχεία δείχνουν 36% (ενώ το 1960 ήταν 11%). Στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ευρώπης οι περισσότεροι δημόσιοι υπάλληλοι ανήκουν σε συνδικάτα», κοκ. Σε τρεις κατευθύνσεις στρέφονται οι προτάσεις του βρετανικού εντύπου που στην εικαστική κάλυψη του θέματος παρομοιάζει τον δημόσιο τομέα με ένα αποκρουστικό, χονδρό τέρας που έχει την κοιλιά του παραγεμισμένη με κάρτες οι οποίες γράφουν: «μεγαλύτερες συντάξεις», «λιγότερες ώρες», «καλύτερη αμοιβή», «σύνταξη στα 50», «μεγαλύτερα συνδικάτα», «ρεπό», κ.α. Πρόκειται ενδεχομένως για την εικαστική απεικόνιση του χαρακτηρισμού «κοπρίτες» που απηύθυνε ο αντιπρόεδρος του Γ. Παπανδρέου στους δημόσιους υπάλληλους.

Τι προτείνει ο Economist, εκφράζοντας μια αναδυόμενη, νέα πολιτική συναίνεση; Πρώτο, «τα 65 θα πρέπει να είναι η ελάχιστη ηλικία συνταξιοδότησης για τους ανθρώπους που δαπανούν τις ώρες τους στις αίθουσες διδασκαλίας και τα γραφεία, ενώ οι νέοι δημόσιοι υπάλληλοι θα πρέπει να ενταχθούν σε συνταξιοδοτικά σχήματα». Δεύτερο, «το δικαίωμά τους στην απεργία θα πρέπει να περιοριστεί, ενώ οι κανόνες που διέπουν τις πολιτικές χορηγίες, ακόμη και τον συνδικαλισμό θα πρέπει να γίνουν εθελοντικοί, όπου κάθε μέλος αποφασίζει αν θα δώσει ή θα γίνει μέλος». Και τρίτο «την πρόσληψη μιας νέας γενιάς εργατών με διαφορετικές συμβάσεις»! Οι συντάκτες του βρετανικού εντύπου δεν κρύβουν τον θαυμασμό τους και για το γερμανικό θαύμα όπου «οι μισθολογικές αυξήσεις στον δημόσιο τομέα υπολείπονται εκείνων του ιδιωτικού τομέα και οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν επιτρέπεται να απεργήσουν»!

Στις ΗΠΑ στο στόχαστρο της νεο-αντιδραστικής εκστρατείας του Κόμματος του τσαγιού, που η επιθετικότητα και η επικινδυνότητά του έγινε σαφής σε όλους με αφορμή την δολοφονική επίθεση στην Αριζόνα την οποία ενέπνευσε, βρίσκονται οι δάσκαλοι. Σε τρεις μάλιστα Πολιτείες δόθηκε η δυνατότητα ακόμη και απόλυσής τους στην περίπτωση που κριθούν ακατάλληλοι στο πλαίσιο της αξιολόγησης τους, για δύο συνεχόμενες χρονιές.

Το πολιτικό σκάνδαλο έγκειται στην προσπάθεια μεταβίβασης στους δασκάλους των αιτιών διάλυσης των δημόσιων σχολείων. Γιατί, πολύ σημαντικότερη αιτία υποβάθμισης των γνώσεων των μαθητών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση στις ΗΠΑ είναι οι άγριες περικοπές παρά οι ελλείψεις των δασκάλων, όσο υπαρκτές κι αν είναι. Η αλήθεια είναι πως το σημείο στο οποίο έχουν φτάσει οι μειώσεις δαπανών στις ΗΠΑ απέχει έτη φωτός μέχρι στιγμής απ’ όσα έχουν καταφέρει οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Στην Καλιφόρνια, την άλλοτε χρυσή πολιτεία, η διανομή δωρεάν βιβλίων στους μαθητές έχει σταματήσει πλήρως και τα βιβλία δίνονται σε ηλεκτρονική μορφή δημιουργώντας μια γενιά μορφωμένων ανθρώπων που δεν θα έχουν καν πιάσει στα χέρια τους βιβλία, ενώ στην Χαβάη οι μέρες του σχολείου μειώθηκαν από πέντε σε τέσσερις επειδή το σχετικό κονδύλι του πολιτειακού προϋπολογισμού έπρεπε να περικοπεί κατά 20%! Και με την ίδια ευκολία που θα μείωναν τις ώρες εργασίας σε μια αυτοκινητοβιομηχανία επειδή πρέπει να μειωθεί η παραγωγή λόγω πτώσης των πωλήσεων, μείωσαν και τις ώρες εργασίας των δασκάλων, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι αυτό σημαίνει την ραγδαία υποβάθμιση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης τουλάχιστον για τα παιδιά των πιο φτωχών, των εργαζομένων και πλέον των μεσαίων εισοδημάτων, που αδυνατούν να πληρώσουν το κόστος των ιδιωτικών σχολείων.

Αντί λοιπόν να απολογηθούν οι κυβερνήτες των Πολιτειών και ο αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα για την κατάργηση στην πράξη της δημόσιας παιδείας ρίχνουν από κοινού την πέτρα του αναθέματος στους δασκάλους, που γίνονται εξιλαστήρια θύματα και χαρακτηρίζονται υπεύθυνοι για τα χάλια της παιδείας.

Το ίδιο συμβαίνει στην Ευρώπη και πολύ περισσότερο στην Ελλάδα. Η φιλολογία για τις «υψηλές αμοιβές» των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ επιχειρεί να συγκαλύψει την κατάργηση των δημόσιων υπηρεσιών. Έτσι, τη στιγμή που η κυβέρνηση ετοιμάζεται να επιβάλει δίδακτρα στα δημόσια πανεπιστήμια και να τα παραδώσει στους μάνατζερ της αγοράς καταργώντας τον δωρεάν χαρακτήρα της πανεπιστημιακής παιδείας, τη στιγμή που έχει χιλιάδες πανεπιστημιακούς καθηγητές απλήρωτους, οδηγώντας τους να ζητούν δανεικά για να ζήσουν, θυμάται την οικογενειοκρατία στα ΑΕΙ. Τη στιγμή που διαλύει τις δημόσιες συγκοινωνίες μέσω της μείωσης των δρομολογίων των αστικών λεωφορείων και της αύξησης του εισιτηρίου κατά 40% και της κατάργησης δρομολογίων του ΟΣΕ ταυτόχρονα με την αύξηση του εισιτηρίου ακόμη και κατά 300%, ανακαλύπτει τους υψηλούς μισθούς των οδηγών λεωφορείων και των μηχανοδηγών! Τη στιγμή που έχει οδηγήσει τα δημόσια νοσοκομεία και τα ασφαλιστικά ταμεία σε τριτοκοσμικά χάλια, με μέση ώρα αναμονής στα εφημερεύοντα των νοσοκομείων Παίδων 6 ώρες και πλήθος δωρεάν μέχρι πέρυσι παροχών και εξετάσεων να καταργούνται, στρέφει τα φώτα της δημοσιότητας στα φαινόμενα διαφθοράς. Κι αυτό μάλιστα όταν όλοι ξέρουν πως αν η Ζίμενς, ο ευρωπαϊκός μας προμηθευτής, πέρα από ιατρικά μηχανήματα προμήθευε γιατρούς και νοσοκόμους όχι μόνο θα καλύπτονταν τα χιλιάδες κενά αλλά θα φτιάχνονταν και νέα σύγχρονα οργανογράμματα, με επιπλέον οργανικές θέσεις… Η κυβέρνηση παρόλα αυτά ετοιμάζεται να κλείσει νοσοκομεία και κέντρα υγείας μέσω των συγχωνεύσεων, με απώτερο σκοπό να μειωθούν οι δαπάνες κατά ένα τρίτο όπως προβλέπεται στο τρίτο Μνημόνιο, οδηγώντας το επίπεδο της δημόσια υγείας σε προ-ΕΣΥ εποχές.

Κοινή συνισταμένη όλων των παραπάνω είναι ότι η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου επιδιώκει να αναιρέσει όλη την κοινωνική πρόοδο που συντελέστηκε τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, προκειμένου να εφαρμόσει την πολιτική του Μνημονίου. Υλοποιεί μάλιστα την κοινωνική οπισθοδρόμηση ωθώντας τους εργαζόμενους σε έναν γενικευμένο αλληλοσπαραγμό όπου ο άνεργος θα επιτίθεται στον δάσκαλο και ο ασθενής στον οδηγό του λεωφορείου, με απώτερο ζητούμενο να θωρακιστεί η πολιτική τους. Η στοχοποίηση των δημοσίων υπαλλήλων επομένως δεν είναι τυχαία. Η καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους όπως επιδιώκει η κυβέρνηση δεν πρόκειται να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά γιατί, απλώς, αλλού βρίσκονται οι αιτίες των ελλειμμάτων. Το μόνο που θα σημάνει μια ήττα των δημοσίων υπαλλήλων στον αγώνα τους να υπερασπίσουν τον δωρεάν και κοινωφελή χαρακτήρα των δημόσιων υπηρεσιών και των δικών τους δικαιωμάτων θα είναι νέα ώθηση στην κυβέρνηση για να βάλει το μαχαίρι ακόμη πιο βαθιά, καταργώντας για παράδειγμα δια νόμου το δικαίωμα στην απεργία, κατά το γερμανικό πρότυπο το οποίο χαρακτηρίζει «αχτίδα φωτός» ο Economist, τις συντάξεις και τις συλλογικές συμβάσεις! Αυτό είναι το σχέδιο τους, στην πλήρη του εφαρμογή.

Πρόκειται μάλιστα για μια πολιτική που με τον ίδιο κανιβαλικό τρόπο εφαρμόζεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του ανεπτυγμένου κόσμου. «Σε όλη τη χώρα, κυβερνήτες και δήμαρχοι παλεύοντας με τις μειώσεις του προϋπολογισμού κατηγορούν τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα για τα προβλήματα», ανέφερε σχετικό άρθρο του New Yorker με τίτλο State of the unions, πριν λίγες μέρες, βεβαιώνοντας έτσι πως το πρόβλημα δεν είναι ελληνικό. Οι ρίζες του αντίθετα βρίσκονται στα δισεκατομμύρια που ξόδεψαν οι κυβερνήσεις όλων των χωρών για να σώσουν τις τράπεζες, την προηγούμενη διετία. Αυτό τον λογαριασμό επιχειρούν τώρα να μεταβιβάσουν στην κοινωνία. Και για να συγκαλυφθεί το έγκλημα που συντελείται ο Πάγκαλος (αφού διόρισε την κόρη του στο δημόσιο όσες περισσότερες φορές μπορούσε) αποκαλεί τους δημόσιους υπάλληλους «κοπρίτες», ο πρώην κυβερνήτης της Μινεσότα «εκμεταλλευτές» κατά το New Yorker, και ο Economist θυμάται τον Γουίλιαμ Κόμπετ που τους αποκαλούσε «φορο-φαγάδες»!

Τέλος, οργή και γέλια προκαλεί ταυτόχρονα το γεγονός ότι τα «πρώτα βιολιά» στην επίθεση κατά των δημοσίων υπαλλήλων είναι δημόσια πρόσωπα που αμείβονται συστηματικά από το δημόσιο! Καθηγητές πανεπιστημίων, εκλεγμένοι πολιτικοί και δημοσιογράφοι που έχουν αναγάγει σε τέχνη να απομυζούν τις δημόσιες μισθοδοσίες, με μια επινοητικότητα που θα τη ζήλευε ο νους του απλού ανθρώπου και συναγωνίζεται μόνο την αυθάδεια και την ικανότητα τους να επιβιώνουν παρέχοντας συμβουλές, έχουν αναγορευτεί σε κατ’ επάγγελμα υβριστές των δημοσίων υπαλλήλων και υμνητές της ανταποδοτικότητας – αρκεί φυσικά να μην αφορά τα δικά τους έσοδα.

ΥΓ. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων υπογραμμίζεται ότι ο γράφων, με εξαίρεση την έκτακτη αμοιβή που αντιστοιχεί σε μερικές δεκάδες διδακτικές ώρες, ουδέποτε συμπεριλήφθη σε καταστάσεις μισθοδοσίας του ελληνικού δημοσίου.

 

ΠΗΓΗ: [Δημοσιεύτηκε στα ΕΠΙΚΑΙΡΑ, 20-26_01-2011] Posted by leonidasvatikiotis στο 21/01/2011, http://leonidasvatikiotis.wordpress.com/2011/01/21/…..ba/

Σημερινές όψεις της θεολογίας και η συζήτηση

Σημερινές όψεις της θεολογίας και η συζήτησή τους

 

Του Σωτήρη Γουνελά*


 

Με αφορμή το βιβλίο του Χρυσόστομου Α. Σταμούλη,

«Έρως και θάνατος», εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2009


Αναμφίβολα έχουμε να κάνουμε με ένα βιβλίο πλούσιο. Εννοώ βιβλίο όπου αποθησαυρίζονται πλήθος αναφορών και αποσπασμάτων από σπου­δαία θεολογικά κείμενα αρχαιότερα και σύγχρονα συνυπολογίζοντας βέβαια τον κόπο της συλλογής, επεξεργασίας και μελέτης τους.

Παρουσιάζονται και αναπτύσσονται θέματα πολύ σημαντικά που αφορούν την ορθόδοξη θεολογία, την εκκλησιαστική πραγματικότητα, τη γενικότερη χριστιανική παράδοση, αλλά και βασικές πλευρές της φιλοσοφίας και μάλιστα της σύγχρονης ευρω­παϊκής. Είναι έντονη ακόμη η ποιητική αίσθηση και η μεταφορά στο βιβλίο μικρών ποιημάτων ξένων και ελλήνων ποιητών, ευτυχώς όχι των «κλασικών». Στα πλεονεκτήματα της εργασίας αυτής, πρέπει να περιλάβουμε τον συγκερα­σμό ποιητικής προσέγγισης και θεολογίας, την προσπάθεια η συγγραφή να ξε­φύγει από το είδος των ξερών επιστημονικών θεολογικών μελετών και να μι­λήσει μια γλώσσα ζωντανή και υπαρξιακή, μια γλώσσα που δεν θέλει να ακο­λουθήσει το συνηθισμένο καλούπι παρόμοιων εργασιών.
Εάν τώρα θελήσουμε να προσπελάσουμε το κείμενο βαθύτερα, η πληθώρα των εναλλασσόμενων πεδίων δείχνει μια ανάκραση ετερογενών στοιχείων που ζητούν να οικοδομήσουν το «νέο σπίτι», την Εκκλησία στη βάση της αρχικής ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά ανανεωμένη και απαλλαγμένη από την παρα­μόρφωση και την αλλοτρίωση.
Έχω ωστόσο σοβαρές επιφυλάξεις για τις εξηγήσεις που δίδονται στα κύ­ρια θεολογικά ζητήματα, αλλά και για τον τρόπο που ο σ. συνθέτει το λόγο του. Αυτή η προσπάθεια να συνδυάσει πατερική θεολογία με σύγχρονη φιλοσοφία και ποίηση, ενώ σε πρώτη ματιά μοιάζει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, νομίζω πως εμπεριέχει σοβαρά κενά ή μετέωρα σχήματα.

 

*

 

Ο σ. διάλεξε ένα πρωτότυπο τρόπο για να μας εισαγάγει στο θέμα του: την ταινία Οι ζωές των άλλων (2006). Καταγράφει πολλές σκηνές και στο εισαγω­γικό κεφάλαιο "Μεθιστορία" συσχετίζει την πραγματικότητα της ταινίας με τον «χώρο της Ορθοδοξίας».

Η καταγγελία του «συστήματος» που υπάρχει στην ταινία, αλλά και η δυ­νατότητα σωτηρίας ή μάλλον μετάνοιας ενός «υπηρέτη του συστήματος» ελκύ­ουν τον σ. να αναζητήσει αναλογίες στα καθ’ ημάς. Είναι «μια προσπάθεια να καταδειχτεί με άμεσο τρόπο πως το σύστημα, στην προκειμένη περίπτωση το κομμουνιστικό, αλλά και κάθε σύστημα – καπιταλιστικό, θρησκευτικό, πολιτι­κό, πολιτιστικό, κοινωνικό, δεν έχει σημασία – αποτελεί εκείνο το ιδιοφυές δημιούργημα ανθρώπων ανελεύθερων, εξουσιαστικών, ανθρώπων θεσμικών, που κλεισμένοι στην απόλυτη εσωστρέφειά τους προσπαθούν να δημιουργή­σουν μια πλαστή πραγματικότητα… Μια αυταπάτη ικανή, όμως, να κρύψει τον πραγματικό κόσμο και να ακυρώσει τον αληθινό άνθρωπο» (σσ. 51-52-53). Εννοείται πως μέσα από την ταινία και τους συσχετισμούς συζητά τα μεγάλα θέματα της ελευθερίας, της αγάπης και της πίστης, αλλά και της ιδιότυπης ηθικής που γεννά ο θρησκευτικός χαρακτήρας του συστήματος.

Για να δείξει τι πιστεύει και τι εισηγείται επιλέγει κεντρικές ρήσεις από το Ευαγγέλιο, τον Παύλο, τον Καβάσιλα, τον Αρεοπαγίτη, τον άγιο Μάξιμο, τον Χρυσόστομο και άλλους, τονίζοντας την μυστικότερη, μυστηριακότερη και κενωτική αλήθεια και πραγματικότητα της Εκκλησίας και του Χριστού ως αντί­δοτο σε κάθε παραχάραξη. Αναφέρεται σε ένα «πολιτισμό της σάρκωσης» στους αντίποδες μιας Εκκλησίας και της θεολογίας της που, καθώς λέει «έχουν φορέσει το προσωπείο του συστήματος», καθώς φαίνεται «να παγιδεύ­τηκαν στην "ακίνδυνη;" ιστορική διάσταση και την απόλυτη εσωστρέφεια της μιας και μόνης μεθόδου». Το τελευταίο το εξηγεί λέγοντας «ότι η θεολογία στο σύνολό της σχεδόν ταυτίστηκε με τον απόλυτο επιστημονικό ιστορικισμό» (σ. 79). Δανείζεται τις σχετικές καταγγελίες του Στέλιου Ράμφου περί «νέκρωσης των συμβόλων» και εγκλωβισμού στο παρελθόν, καταγγελίες που σηκώνουν μεγάλη συζήτηση, αν ληφθεί υπ' όψιν η συνολική θεωρητική βάση πάνω στην οποία αναπτύσσει εκείνος τον κατά βάσιν δυτικοκεντρικό προβληματισμό του. Η θέση του σ. «τα βιβλικά και πατερικά κείμενα της ορθόδοξης παράδοσης, που κατά κανόνα ταυτίζονται με ποιμαντικές ανάγκες, είναι σε μεγάλο βαθμό ξεπερασμένα» (σ. 80) δεν μας βρίσκει σύμφωνους, θα λέγαμε μάλιστα ότι τί­ποτε δεν είναι ξεπερασμένο. Συμφωνούμε όμως με την επόμενη θέση του ότι «η γενίκευση, αυτής της παρατήρησης και ο ολοκληρωτικός μηδενισμός που αγνοεί την πατερική πάλη με τα πρόσωπα και τα πράγματα σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο και κάτω από διαφορετικές συνθήκες, είναι μία νέα επιστημο­νική αίρεση» και βλέπουμε εδώ να υπάρχει περιθώριο για γόνιμη συζήτηση με το βιβλίο.

Στο κεφάλαιο που ακολουθεί «Από την ελευθερία στη σύμβαση» (με υπο­κεφάλαιο «Ποιμαντική ειδωλολατρία»), διαβάζουμε μια ριζική ανάγνωση της εκκλησιαστικής πραγματικότητας, ριζική με την έννοια ότι τονίζεται η παθολο­γία της κυρίως, η συμβατικότητά της, «η ανέραστη δεοντολογία της». Ωστόσο, βρίσκω τρομαχτική αφαίρεση και γενίκευση τη διατύπωση: «μιλώ εδώ για μια διεργασία που κράτησε σχεδόν δεκαεννιά αιώνες, από τα πρώτα μεταευαγγελικά χρόνια μέχρι και σήμερα» (σ. 91), εννοώντας ότι η παραμόρφωση του όλου Σώματος, η αλλοτρίωση της θεολογίας ή η «ποιμαντική ειδωλολατρία» καθώς λέει, από τότε αρχίζει. Για να καταλήξει αμέσως παρακάτω ότι «έχει κα­νείς την αίσθηση ότι ο χώρος της Ορθοδοξίας σήμερα δεν είναι παρά μια έρη­μη και άνυδρη χώρα που κατοικείται από ομοιόμορφα φαντάσματα θυσια­σμένα στο βωμό της απουσίας» (σ. 92).

Δεν νομίζω ότι τα πράγματα είναι έτσι. Παρ’ όλο που ο ίδιος έχω μιλήσει και γράψει επανειλημμένα για την παραμόρφωση, λέγοντας και ξαναλέγοντας για «αποκατάσταση νοημάτων και σημασιών», η κατάσταση ή μάλλον ο τρό­πος του καθηγητή Χρ. Σταμούλη είναι υπερβολικός, θα έλεγα μάλιστα ότι είναι από μια μεριά άκρως ιδεαλιστικός. Αναζητά μια ιδεατή Εκκλησία, αψεγά­διαστη, η οποία λάμπει και εκπέμπει τη λάμψη της στην κοινωνία από την αμόλυντη κορυφή όπου βρίσκεται. Όμως η Εκκλησία, όσο είναι Σώμα Χρι­στού άλλο τόσο -κλήρος και λαός- αποτελείται από ανθρώπους. Οι άνθρωποι, είτε το θέλουμε είτε όχι, μετέχουν της γενικότερης ιστορικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Εάν δεχτούμε ότι ζούμε σε περίοδο γενικής κρίσης, έκπτω­σης και απώλειας νοήματος, όπως και συμβαίνει όντως, πώς απαιτούμε από τους χριστιανούς ή έστω τους ποιμένες να βρίσκονται στην κατάσταση του πρώτου χριστιανικού αιώνα; Θέλω να πω με αυτά ότι είναι άλλο η κριτική και η απαίτηση για μια ριζική ενεργοποίηση της πίστης, της θεολογίας, της αλη­θινής εν Χριστώ ζωής και άλλο η περιγραφή με κατάμαυρα χρώματα της όλης κατάστασης, ή η σχεδόν γενική απόρριψη.
Εδώ βέβαια πρέπει να αναφερθούμε στο θέμα που θίγει ο σ. και το οποίο ήρθε έντονα στο προσκήνιο τον τελευταίο καιρό, ειδικά μετά το συνέδριο του Βόλου (δες Αναταράξεις στη μεταπολεμική Θεολογία, η «θεολογία του '60», Ίνδικτος 2009), που πραγματοποιήθηκε το 2005 στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Μητρ. Δημητριάδος με τη συνεργασία του περιοδικού «Σύνα­ξη». Είναι το θέμα Ανατολή – Δύση, ο αντιδυτικισμός των θεολόγων της γενιάς του '60, η προώθηση υπέρβασης του αντιδυτικισμού αυτού και συνακόλουθα η προώθηση ενός πνεύματος που θέλει να μας συμφιλιώσει όχι μόνο με τη Δύ­ση στη χριστιανική της διάσταση αλλά γενικότερα με τον δυτικό πολιτισμό. Μάλιστα σε σημείωση της σ. 92 ο σ. τονίζει ότι ακόμη και ο Χρ. Γιανναράς «ο κατ' εξοχήν πολέμιος της θρησκειοποιημένης Δύσης και των αντίστοιχων μορ­φωμάτων της εντός του χώρου της καθ' ημάς Ανατολής», στο βιβλίο του Ενάντια στη Θρησκεία (Ίκαρος 2006) μετατοπίζεται από εκεί και «υποστηρίζει την άποψη πως οι ρίζες του προβλήματος είναι κοινές σε Ανατολή και Δύση» (ό.π.).

Οπωσδήποτε η αλλοτρίωση αρχίζει στο Βυζάντιο – αν το πούμε έτσι βιαστι­κά – αλλά όταν λέμε αλλοτρίωση ή παραμόρφωση, δεν πρέπει να εννοούμε το σύνολο της εκκλησιαστικής και χριστιανικής ζωής σε όλες του τις εκφάνσεις και εκφράσεις, αλλά την κατά περιόδους έκπτωση ή αλλοίωση του αρχικού πνεύματος, ή πάλι τμήματα αυτής της ζωής, ή συμπεριφορές προσώπων, τά­σεις, αιρέσεις, ενδοεκκλησιαστικές συγκρούσεις. Πολλές από αυτές ή από αυτά οφείλονταν και οφείλονται σε μειωμένη βίωση μυστηριακής ζωής, σε μειωμένη κατανόηση των λόγων του Ευαγγελίου και των αγίων, σε παρερμη­νεία των Πατέρων, αλλά μπορεί να προσθέσει κανείς εδώ και τον ρόλο που έπαιξε η προσπάθεια «πρόσληψης» του τότε κόσμου, του κόσμου που αντίκρυσε η πρώτη Εκκλησία και κλήθηκε να τον μεταμορφώσει, ενός κόσμου με τις δεισιδαιμονίες του, τις ειδωλολατρίες του, τις κοσμοθεωρίες του, τις αμαρ­τίες του. Όλα αυτά δημιουργούν το πρόβλημα.

Αλλά η αρνητική αυτή εξέλιξη δεν είναι γραμμική, δεν είναι μόνιμη αλλά περιοδική και αποσπασματική, με αυξομειώσεις, με κορυφώσεις ή πτώσεις, με βίαια ξεσπάσματα, με σχίσματα. Μόνη εξαίρεση από μια ιστορική στιγμή και ύστερα ο νεώτερος δυτικός πολιτισμός, όχι κατά τη δική μου κρίση, αλλά κατά την κρίση του Moltmann, που οι θεολόγοι της γενιάς του ‘90, αν την ονο­μάσουμε έτσι, φαίνεται να τον έχουν σε εκτίμηση. Τί λέει λοιπόν για τον πολι­τισμό αυτόν; «Η νεωτερικότητα θέτει κάθε παράδοση και ιδιαίτερα κάθε θρη­σκευτική παράδοση υπό κριτικό έλεγχο και αμφισβήτηση και τις σχετικοποιεί. Εν όψει αυτών των ιδιαίτερων προβλημάτων του κόσμου της νεωτερικότητας, η θεολογία που διαμεσολαβεί τη χριστιανική παράδοση έχει μπροστά της μια διπλή αποστολή: αφενός οφείλει να υπερασπίσει με απολογητική διάθεση την νομιμότητα και τη σημασία της χριστιανικής πίστης ενάντια στις αμφισβη­τήσεις και την κριτική του πνεύματος της νεωτερικότητας· αφετέρου πρέπει να αποδείξει τη θεραπευτική σημασία της χριστιανικής πίστης για τις ασθένειες του νεωτερικού πνεύματος και για τις απορίες και τα αδιέξοδα του σύγχρονου κόσμου» (Τί είναι Θεολογία σήμερα; μετ. Π. Γιατζάκης, Αρτος Ζώης 2009, σ. 84). Τί λογής μανία λοιπόν είναι αυτή να βγάλουμε λάδι τον πολιτισμό αυτόν; Ο γιγαντισμός του ανθρώπου που κυριάρχησε από μια στιγμή και ύστερα, η αυτοθεοποίηση, η απόλυτη χειραφέτηση από τον Θεό – Πατέρα – Δη­μιουργό, η προώθηση του αποχριστιανισμού που καταντά αντιχριστιανισμός δεν θα ληφθούν υπ’ όψιν; Το ζήτημα που πρέπει να μας απασχολήσει σήμερα είναι το γεγονός ότι μετέχουμε λίγο πολύ όλοι των κοινών στοιχείων του πολι­τισμού αυτού, που όμως είναι τα πιο μαζικά και τα πιο απρόσωπα.

Μετέχο­ντας λοιπόν αυτών των στοιχείων ερχόμαστε αναγκαστικά σε σχέση με τις ποι­κίλες όψεις του και καλούμαστε να τις γνωρίσουμε χωρίς ωστόσο να χάσουμε ό,τι φωτεινό διαθέτουμε. Αυτό δεν είναι ζήτημα επιφυλάξεων ή καχυποψίας στη σχέση μας με τον κόσμο ή με τον πολιτισμό ή τους πολιτισμούς ή δεν ξέ­ρω τι άλλο, είναι ζήτημα βίωσης του εκκλησιαστικού πνεύματος και της προ­σωπικής μας ανακαίνισης. Δεν έχει σημασία αυτό; Δεν πρέπει να υπογραμμι­στεί αυτή η πλευρά; Το γεγονός ότι μπορεί να νιώθουμε ασφυξία μέσα σε μία παραμορφωμένη ή αλλοτριωμένη Ορθοδοξία δεν χρειάζεται να μας ρίξει στην αγκαλιά της Δύσης. Το λευτέρωμα της ανάσας δεν θα προέλθει από έξω αλλά από την ουσιαστική βίωση της Αλήθειας της Εκκλησίας, που στο κάτω κάτω χωράει και το μέσα και το έξω. Όταν η ζωή μας είναι κενωτική και όχι οιηματική, ζωή πόζας θεολογικής, ιεραρχικής ή άλλης, αλληλοφαγωμάρας και αντιπαλότητας, αλληλοϋπονόμευσης και διχόνοιας, όπως συμβαίνει συνήθως. Ας μη ξεχνούμε άλλωστε ότι η συνάντηση με τον άλλο πρώτα γίνεται μέσα μας και ύστερα έξω.

Κανένα νόημα δεν έχει να τονιστεί η κατάφασή μας στον δυτικό πολιτισμό γιατί απλούστατα τίποτα δεν μας γονιμοποιεί σε πνευματικό επίπεδο εξωτερικά. Θέλω να πω ότι αυτό που προέχει είναι ο πολιτισμός που γέννησε και γεννά η Εκκλησία. Αυτός ο πολιτισμός μας ενδιαφέρει, αυτός είναι γονιμοποιός, αυτός είναι ο πολιτισμός που γεννήθηκε μετά την Εναν­θρώπηση. Προτού φτάσουμε στον σημερινό παγκόσμιο πολιτισμό – με την έννοια της παγκοσμιοποίησης και όχι της παγκοσμιότητας ή της οικουμενικό­τητας – μεσολαβούν χίλια χρόνια βυζαντινού πολιτισμού μέσα στον οποίο υπάρχει και η Ευρώπη, όπως ήταν τότε ενσωματωμένη στην Αυτοκρατορία – Ανατολικό και δυτικό κράτος – ενωμένη ωστόσο και μετέχουσα στην ίδια Αλήθεια και ενεργούσα, η Ευρώπη, μέσα στο ίδιο Σώμα Χριστού, εφ’ όσον υπήρχε η Μία, Αγία και Αποστολική Εκκλησία πριν υπάρξει το πρώτο και το δεύτερο Σχίσμα. Όταν ο Καρλομάγνος δημιουργεί χωριστή αυτοκρατορία (αυτό είναι το πρώτο που τον ενδιαφέρει) αυτό έχει συνέπειες σε όλα τα επίπεδα βίου και βεβαίως στο εκκλησιαστικό – θεολογικό – πνευματικό. Ο νεώτε­ρος δυτικός πολιτισμός απορρέει από την Εκκλησία, την εμπειρία εν Πνεύματι, την παρουσία αγίων ανθρώπων που άδειασαν από τον εαυτό τους για να δε­χτούν την ενοίκηση του Χριστού, ή απορρέει από τον Καρλομάγνο και μετααναγεννησιακά από την σταδιακή αντίθεση σε όλες τις χριστιανικές και πνευμα­τικές πραγματικότητες ή σε πιο μαλακή έκφραση από την εκκοσμίκευση κάθε «κατάστασης» (και όχι έννοιας) που παρέλαβε από τη χριστιανική παράδοση;

Γενικά θα έλεγα ότι διακρίνω στο βιβλίο μια ευκολία σε μια μορφή επι­στροφής πίσω «στη στιγμή της δημιουργίας», στους πρώτους χρόνους της Εκ­κλησίας, αντίληψη βέβαια που έχουν υποστηρίξει και άλλοι θεολόγοι στην Ελλάδα και αλλού και που βρίσκεται στους αντίποδες της λεγόμενης εσχατολογικής θεολογίας που κουβεντιάζεται πολύ τα τελευταία χρόνια. Φοβάμαι πως τέτοιες επιστροφές στην αρχή του κόσμου ή σε κάτι ανάλογο δεν έχουν κα­νένα νόημα γιατί ακολουθούν μια άποψη ότι όλα τα γνήσια και αυθεντικά βρί­σκονται στην αρχή, λησμονώντας ότι στην αρχή βρίσκεται και … η Πτώση. Οπότε δεν θέλει φιλοσοφία για να καταλάβουμε ότι η δική μας η δουλειά δεν είναι πίσω μέσα στον χρόνο αλλά εμπρός μαζί με το πίσω ως ιστορική κατάσταση, που ανοίγεται στο μέλλον, δηλαδή στην βασιλεία, την οποία ήδη βιώ­νουμε από τώρα ως Εκκλησία, όσοι και όπως την βιώνουμε, αλλιώς τί αυτε­ξούσιοι είμαστε; Η εκκλησιαστική κατάσταση δεν είναι μαζική. Υπάρχει φυ­σικά η κοινότητα των πιστών αλλά μέσα εκεί η σχέση μας με τον ενανθρωπήσαντα Λόγο είναι προσωπική. Δεν υπάρχει μαζικότητα στην Εκκλησία, υπάρ­χει κοινωνία, σχέση και ενότητα. Αυτά τα έχει ξεκαθαρίσει ωραία εδώ και χρόνια ο Ν. Νησιώτης και ο Π. Νέλλας που ο σ. φαίνεται να τους εκτιμά και να τους έχει μελετήσει.

 

*

Ένα θέμα που φαίνεται να βασανίζει το συγγραφέα και που παρουσιάστη­κε τον τελευταίο καιρό φτάνοντας σε ακραίες διατυπώσεις και αντιλήψεις (πε­ρίπτωση Μέσκου) είναι το «προπατορικό αμάρτημα» και το γεγονός της Πτώ­σης, που συνδέονται βέβαια και τα δύο με το θάνατο (πρώτα τον πνευματικό και ύστερα τον βιολογικό). Με το θέμα είχα ασχοληθεί στην κριτική για το βιβλίο του Αρσένιου Μέσκου Σοκ και δέος δημοσιευμένη στο 3ο τεύχος της Θεολογίας (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2009), όπου και παραπέμπω.

Για το περίφημο ζήτημα της πρόσληψης μας χρειάζεται εδώ μια φράση του Π. Νέλλα, στον οποίο αναφέρεται μερικές φορές και ο καθηγητής. Η ακόλου­θη: «Αλλά για να πραγματοποιηθεί αυτό το έργο της διακρίσεως ανάμεσα στο θετικό και το αρνητικό, της προσλήψεως του θετικού και του εγκεντρισμού του στην Εκκλησία, είναι αναγκαία μια παράλληλη αδιάκοπη προσπάθεια ασκή­σεως και αγιασμού». Και συνεχίζει: «Η αγιοποιός άσκηση καθαιρεί και ενο­ποιεί τον άνθρωπο, αποκαθιστά τις γνωστικές λειτουργίες του στην πρώτη τους καθαρότητα και λειτουργικότητα, επανορθώνει και τελειοποιεί την άμεση σχέ­ση του ανθρώπου με τον κόσμο. Η μεταλλαγή αυτή ολοκληρώνεται με τα μυστήρια και την προσευχή. Μ' αυτά ο άνθρωπος γίνεται διαφανής και ανοιχτός στο Θεό και τον κόσμο» («Οι χριστιανοί μέσα στον κόσμο», Σύναξη, τ. 13, 1985, σ.22-23).

Ένα άλλο ζήτημα που με απασχολεί σε σχέση με το βιβλίο είναι η μόνιμη διάθεση να συζητηθούν οι κύριες θεολογικές πραγματικότητες που με τρομερό αγώνα (πολλές φορές θυσιάζοντας τη ζωή τους) κατάφεραν οι Πατέρες, οι άγι­οι, οι μεγάλοι θεολόγοι-φιλόσοφοι (φιλόσοφος στην περίπτωση της χριστια­νικής παράδοσης είναι ο εραστής του Χριστού αντικαθιστώντας τον αρχαίο φιλόσοφο, εραστή της σοφίας) να διατυπώσουν και να αποσαφηνίσουν, έστω και αν κάποια ζητήματα θεωρούνται αμφίσημα αν όχι και άλυτα ή άγνωστα. Και όχι μόνο να συζητηθούν, αλλά ει δυνατόν να αμφισβητηθούν και ύστερα, υποτίθεται μέσα από την περιβόητη διαδικασία της έρευνας, να καταλήξουμε σε παραπλήσιες θέσεις ή ακόμη και στις ίδιες. Έχω την αίσθηση ότι στους πε­ρισσότερους θεολόγους διαφεύγει το γεγονός ότι δουλεύουν – και δουλεύουμε όλοι μας – πάνω σε έτοιμη τροφή! Οι Βασίλειοι και οι Γρηγόριοι και οι άλλοι δεν δούλεψαν σε έτοιμη τροφή, αλλά την δημιούργησαν και την μορφοποίη­σαν αυτοί οι ίδιοι. Οπωσδήποτε υπήρχε ο Λόγος των Ευαγγελίων και της Πα­λαιάς Διαθήκης, αλλά αυτό που κυρίως υπήρχε και τους άνοιξε δρόμο φωτει­νό, ήταν η μετοχή τους στα μυστήρια και το άγιο Πνεύμα, χωρίς τα οποία δεν θα κατόρθωναν τίποτα άξιο θεογνωσίας και θεολογίας. Το γνώριζαν και το είπαν. Αντί λοιπόν να ακολουθήσουμε – αντί δηλαδή να συνεχίσουμε – αυτό τον δρόμο εμείς οι σημερινοί, μπλέκουμε με εκατοντάδες αν όχι χιλιάδες δια­βάσματα και βιβλία (πρέπει κανείς σήμερα να μιλά για βιβλιακή θεολογία) και διασταυρώνουμε τις όποιες πανεπιστημιακές θεολογίες μας με άλλες χρι­στιανικές ή μη.

Καταδαπανώμαστε έτσι σε ατέρμονες συζητήσεις και αναλύ­σεις των πιο υψηλών θεολογικών αληθειών και εναλλάσσουμε ερμηνείες, λη­σμονώντας ότι για να υπάρξουν αυτά που υποτίθεται αναζητούμε, προσδο­κούμε, επιθυμούμε αν όχι και διεκδικούμε, απαιτείται συγκεκριμένη προσωπική εργασία και εμπειρία, προσωπική μεταμόρφωση και ανακαίνιση για να φτάσουμε κάποτε (αν είναι δυνατό αυτό) σε ευρύτερη ανακαινισμένη εκκλη­σιαστική κοινότητα.

Οι θεολογικές αλήθειες δεν είναι ζήτημα συζητήσεων και διανοητικής έρευνας επιστημονικού, δηλαδή διαλογικού, χαρακτήρα. Αυτό αφορά το δευ­τερότερο μέρος της θεολογικής εμπειρίας, ένα είδος φιλολογικής επεξεργασίας και μελέτης. Αλλά το κυρίως θεολογικό είναι ζήτημα θεοπνευστίας και χάρης, είναι ζήτημα μετοχής στα μυστήρια, είναι ζήτημα ανοίγματος, όχι στον κόσμο και στον πολιτισμό, όπως λέει σε ορισμένα σημεία το βιβλίο, αλλά πρώτιστα στο ένδοθεν της καρδίας, στον Λόγο και την Αγάπη που μας δόθηκε διαμέσου του σταυρού και της ανάστασης.

Γιατί πώς είναι δυνατόν να ανοιχτώ στον κόσμο και τον πολιτισμό όταν και τα δύο αυτά σήμερα παρουσιάζουν τις όψεις που λίγο πολύ ξέρουμε; Ο σ. αφιερώνει ξεχωριστό κεφάλαιο στην αθεΐα (και καλά κάνει) αλλά από την άλλη ζητά δια της αθεΐας, εννοώντας την παρουσία της και την πρόκληση που παρουσιάζει, να ανανεώσουμε την νεκρωμένη και παραμορφωμένη Ορθοδοξία μας. Ο κόσμος και ο πολιτισμός, πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε, ότι σήμερα βρίσκονται σε απέραντη διάχυση και ακατάπαυστη ροή (αλλά και απόλυτη εμπορευματοποίηση), από τη στιγμή που ο άνθρωπος, καταλύοντας τα όρια που του είχε θέσει ο Θεός, παραδόθηκε στις άπειρες δυνατότητες και ξαμολύθηκε σε κατάκτηση των πάντων σε επίπεδο γνωστικό και εκμεταλλευτι­κό, αν μπορώ να το πω, απαιτώντας λυσσαλέα από τη γη (αν όχι και από άλλους πλανήτες) να ικανοποιήσουν την ακόρεστη επιθυμία του για ηδονή και ευτυχία, απολύτως υλιστικού τύπου. Φυσικά τα πράγματα δεν έφτασαν ακόμη στον πάτο, γι' αυτό άλλωστε εξακολουθούμε να μιλούμε. Και υπάρχουν ευτυχώς οάσεις φωτός και αγάπης και ομορφιάς και τέχνης και γνώσης και ζωής μέσα στον κόσμο, ορθόδοξο και μη. Αλλά σπανίζουν και βεβαίως αντι­στέκονται στην εξάπλωση του μηδενιστικού πολτού.

Τονίζεται στο βιβλίο σε διάφορα σημεία (ενημερωτικά λέω ότι χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια με διπλή εισαγωγή στην αρχή, υστερόγραφο και βέβαια τα απαραίτητα ευρετήρια) η ανθρωπολογική διάσταση, με την έννοια ότι δεν προωθήθηκε όσο έπρεπε στην ορθόδοξη παράδοση ή ότι καταπόθηκε από μια διόγκωση θεολογικής διάστασης ή μάλλον της παρουσίας του Θεού εις βάρος του ανθρώπου. Πρώτα πρώτα πρέπει να πω ότι είναι άλλο ανθρωπολογία και άλλο θεανθρωπολογία. Είναι δυνατόν να διαχωριστεί η ανθρώπινη πλευρά πλήρως και να επιχειρούμε να την προωθήσουμε ή να την μελετήσουμε, όταν μέσα στην εκκλησιαστική μας παράδοση ξέρουμε ότι ο άνθρωπος δεν ορίζε­ται καθαυτός (σε σχέση με την υλική και πνευματική του υπόσταση) αλλά – μετά την Ενανθρώπηση – από τη σχέση του με τον Θεό και τον πλησίον (άλλο). Ο μητρ. Περγάμου μάλιστα ανάγει τη διαφοροποίηση στην εβραϊκή νοοτροπία που μεταθέτει (σε σχέση με τις ελληνικές καταβολές) τη συνείδηση στην καρδιά, κέντρο της υπακοής και της αγάπης αντί για τον νου. Το γεγονός ότι ο άνθρωπος γνωρίζει μόνο γιατί γνωρίζεται από το Θεό, αλλάζει εντελώς τον προσανατολισμό, αφού κάτοπτρο της συνείδησης είναι ο Χριστός και βέ­βαια οι ενδοεκκλησιαστικές σχέσεις ανάμεσα στους πιστούς ως ενιαίο Σώμα κλπ.

Δεν μπορούμε λοιπόν να αντλήσουμε διδάγματα ανθρωπολογίας και ανθρωπογνωσίας από τον περιρρέοντα πολιτισμό ανατολικό ή δυτικό, αν δεν έχουμε στην καρδιά μας αυτή την πραγματικότητα. Και για να συμπληρώσω, όταν ο σ. μιλά για πολιτισμό της σάρκωσης, θα πρέπει να μιλήσει και για σταυροαναστάσιμο πολιτισμό, με πρώτο τον σταυρό. Κι αυτό σημαίνει Εκκλησία μέσα στην Ιστορία. Αλλά η Εκκλησία δεν ταυτίζεται με την Ιστορία. Είναι άνοιγμα, από τότε που υπάρχει ιστορικά, της δυνατότητας του ανθρώπου να υιοθετηθεί από το Θεό, είναι αρχίνισμα μετοχής στη βασιλεία. Είναι διαρκής υπέρβαση και άσκησή μου να ρυθμίσω το θέλημα του Πατρός με το ίδιον θέ­λημα. Και εννοείται, εδώ δοκιμάζεται μονίμως και η ελευθερία μου και όχι στην κατάφαση σε οποιοδήποτε καπρίτσιο δικό μου ή του άλλου.

Το αν αυτά γίνονται ή θα γίνουν στην Ανατολή ή στη Δύση, δεν είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ότι η Δύση κατακλύσθηκε από μια πιο ανθρωποκεντρική θεολογία η οποία έδωσε Αναγέννηση, ουμανισμό, διαφωτισμό και αντιχριστιανισμό: αυτοθεοποίησε τον άνθρωπο, θεοποίησε τον ορθό λόγο αν όχι και τα συναισθήματα και τις ορμές, για να μην πούμε τίποτα για το Κρά­τος – Λεβιάθαν και την κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που ο Μπερντιάγεφ αποκαλεί «ληστρικό σύστημα» (φαίνεται έντονα στις μέρες μας για όσους έχουν μάτια). Όποτε τίθεται το ερώτημα; Πώς θα «προσλη­φθούν» όλα αυτά και θα μεταμορφωθούν;

Ένα ακόμη θέμα που προκαλεί την ευαισθησία μου είναι το σχετικό με την επιστήμη. Γίνονται αναφορές στην ανθρωπική αρχή, τον Prigogine, τον Hawking και τον Μ. Βασίλειο λόγω της Εξαημέρου κυρίως. Ας μου επιτρα­πεί να αναφέρω την ενότητα για την επιστήμη από το βιβλίο μου Η κρίση τον πολιτισμού (Αρμός 1999) όπου υπογραμμίζω όπως δεν κάνει μάλλον κανέ­νας ειδικά σε σχέση με τον Βασίλειο και τους Πατέρες, ότι το πρώτιστο είναι ό,τι αναφέρεται σε αποκαλυπτικό λόγο, τη σημασία και αξία του οποίου έχει βεβαιώσει ο Χριστός στα Ευαγγέλια. Αυτά έχουν ως βάση και όχι τις επιστη­μονικές θεωρίες. Διαβάζουμε στον Βασίλειο: «περί μεν της ουσίας του ουρα­νού μας φτάνουν όσα έχει πει ο προφήτης Ησαΐας, ο οποίος με απλούς λό­γους, αρκούντως μας εφανέρωσε τη φύση του ειπών "ο στερεώσας τον ουρανόν ωσεί καπνόν" (Ης. 51,6)· δηλαδή ο δημιουργήσας τον ουρανό ως φύ­ση λεπτή και όχι στερεά ούτε πηχτή» (ό.π. σ. 142-143) ενώ αλλού μιλώντας για τη γη λέει «και αν παραδεχθούμε ότι η γη είναι μετέωρη αφ’ εαυτής, ή πούμε ότι ισορροπεί πάνω στα νερά, είναι ανάγκη να μη απομακρυνόμαστε από το ευσεβές νόημα αλλά να ομολογούμε ότι όλα ομού συγκρατούνται με τη δύναμη του Δημιουργού τους» (σ.148). Σχεδόν πανομοιότυπο (αν όχι και πιο επιτακτι­κό) είναι το παρακάτω απόσπασμα του Δαμασκηνού «καν ουν εφ' εαυτής, καν επί αέρος, καν επί υδάτων, καν επ' ουδενός δώμεν ηδράσθαι αυτήν, χρη μη αφίστασθαι της ευσεβούς εννοίας, αλλά πάντα ομού συγκρατείσθαι, ομολογείν, και συνέχεσθαι τη δυνάμει του κτίσαντος» (Ιωάν. Δαμασκηνού, έκδοση ακριβής Ορθ. Πίστεως, Β' (10) 24 «Περί γης και των εξ αυτής», ΕΠΕ 1976, σ. 196).

Τί σχέση έχουν αυτά με το παρακάτω απόσπασμα που διαβάζουμε στο υπό εξέτασιν βιβλίο: «...οι βιβλικές περιγραφές και εικόνες τούτου του πως (ενν. το πως της δημιουργίας) δεν αποτελούν παρά συγχρονικές ερμηνείες, που σχετίζονται άμεσα και συνεπώς προϋποθέτουν τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής τους. Γνώσεις που σήμερα έχουν ξεπεραστεί και ως εκ τούτου ακυρω­θεί. Είναι σαφές ότι οι περιγραφές της δημιουργίας στη Γένεση, όπως και στην Εξαήμερο για παράδειγμα του Μεγάλου Βασιλείου, παραπέμπουν στο κοσμοείδωλο της εποχής τους.» (σ. 294).

 Βέβαια πρέπει να πω ότι παρά τον λαβυρινθώδη τρόπο του συγγραφέα, είναι φανερό ότι υποστηρίζει τη θεολογία και όχι την επιστήμη, οπότε και υπογραμμίζει τη διαφορά τους. Το ζήτημα όμως δεν είναι η υπεράσπιση της θεολογίας αλλά η κατανόηση της πατερικής στάσης: οι Πατέρες είναι προσανατολισμένοι στον Πατέρα και στον Λόγο που ενανθρώπησε, όπως περίπου δείχνει το παρακάτω απόσπασμα Γρηγορίου του Παλαμά: «Μόνος γαρ απάντων εγγείων τε και ουρανίων εκτίσθη κατ' εικόνα του πλάσαντος, ως προς εκείνον ορώη και αυτόν αγαπώη κακείνου μόνου μύστης και προσκυνητής είη, και τη προς αυτόν πίστει και νεύσει και διαθέσει την οικείαν καλλονήν συντηροίη, πάντα δε τάλλ’ όσα γη και ουρανός όδε φέρει, κατώτερα εαυτού ειδείη και νου παντάπασιν άμοιρα» (Γρηγορίου Παλαμά, Κεφάλαια εκατόν πεντήκοντα, στην έκδοση Π. Χρήστου, εκδόσεις Κυρομάνος, ΘεσΙνίκη 1992, τ. ε', σ. 49). Οπότε, αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι στη διάρκεια των αιώνων η ορθόδοξη παράδοση δεν προσανατολίστηκε σε αυτή τη διάσταση – έστω και αν θα λέγαμε ότι αφορά προπαντός τους «εκλεκτούς» – αντί να μιλούμε για ξε­περασμένες θέσεις των Πατέρων, θα ήταν καλύτερα να ζητήσουμε (και να ανα­ζητήσουμε) την όσο γίνεται βαθύτερη βίωση των ευαγγελικών εξαγγελιών, του­λάχιστον για τον χριστιανικό κόσμο, από το να περιμένουμε ή να ελπίζουμε να αφυπνιστούμε μέσω τής αθεΐας και των υποστηρικτών της.

Όσο για την περίπτωση του Prigogine που φαίνεται να τα βάζει με την «ανθρωπική αρχή» ως εισάγουσα «την δυαδικότητα», ενώ θα έπρεπε να ζη­τούμε μια «σύλληψη του σύμπαντος που να εμπεριέχει τη σκέψη και τη βιολο­γία χωρίς να έρχονται σε αντίφαση με τη φυσική.» (σ. 302) θεωρουμένων και ημών εννοείται ως «προϊόντων της εξελικτικής πορείας της φύσης», θα έλεγα το εξής απλούστατο: εάν απλώς είμαστε προϊόντα της εξελικτικής πορείας της φύσης, πάει περίπατο το "κατ' εικόνα" και βεβαίως η διάκριση κτιστού-ακτίστου. Αυτό αρκεί.

 

*


Κι εκεί που ήμουν έτοιμος να αφεθώ στον ποιητικό τρόπο του κεφαλαίου Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης με αναφορές στον Χαίλντερλιν και τον Χάιντεγγερ (αλλά και τον Πεντζίκη που με ενδιαφέρει περισσότερο και τον Λειβαδίτη, όμως εκείνη τη «Μαρία Νεφέλη» τί την ήθελε;), παρουσιάζονται μερικές ενστάσεις του ή παρατηρήσεις -που περιέχονται μάλιστα σε υποσελίδειες σημειώσεις- και μου χαλούν τη διάθεση. Ο σ. προωθεί την ακόλουθη ένσταση: «Δεν μπορώ όμως σε καμιά περίπτωση να καταλάβω, γιατί είναι πρό­βλημα να βλέπει κανείς -"σε κάθε ενέργεια του ανθρώπου που προάγει τον πνευματικό αλλά και τον τεχνικό πολιτισμό, τον άμεσο καρπό της σάρκωσης του Χριστού- ασυνείδητον έστω και ακούσιο καρπό- μια συνεχή προς τα πρό­σω εξέλιξη εν Χριστώ των ιστορικών γεγονότων και των κοινωνικών σχέσεων προς το σημείο Ωμέγα της παγκόσμιας ολοκλήρωσης (σ. 327-328 σημείω­ση).

Το απόσπασμα με τα μικρά εισαγωγικά ανήκει στο βιβλίο του Γιανναρά Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα (Δόμος 1992) και αφορά τον Νη­σιώτη. Θα μπορούσα να πω ότι αποτελεί συμπυκνωμένη θέση και των δύο. Ο Νησιώτης αντιδρούσε κυρίως (και ο Γιανναράς συμφωνεί μαζί του) σε αυτό που αποκαλούσε «γενικευμένη χριστολογία» κατά την οποία κάθε ανθρώπινη ενέργεια που συντελεί στην πνευματική, κοινωνική και τεχνολογική πρόοδο και εξέλιξη κρύβει πίσω της αυτομάτως την παρουσία του Χριστού. Εξω­θείται έτσι η χριστιανική θεολογία να επιδοκιμάσει καθολικά την εξέλιξη, την κοινωνική μεταβολή, αν όχι και να αναγνωρίσει την ωριμότητα του σύγχρονου ανθρώπου! Προέκταση των παραπάνω είναι η διατύπωση του θεολόγου Σακατζιάδη, μελετητή του Νησιώτη, που γράφει ότι ο κόσμος έτσι «αυτοερμηνεύεται και πορεύεται συνεχώς προς τα εμπρός, χωρίς τη θεϊκή παρεμβολή, χάρη στο κύρος και τα έργα του "νέου" ανθρώπου» (Αναλόγιον τχ. 2, σ. 130). Ο Χρ. Σταμούλης λοιπόν φαίνεται να συντάσσεται με αυτή την «αυτόματη» κα­τάσταση.

Αν λάβω υπ’ όψη μου και κάποιες φράσεις του συγγραφέα (στη σ. 330) όπου ο Χάιντεγγερ και ο Χαίλντερλιν κοντεύουν να μας παραπέμπουν στη «σάρκωση» και στη «θεανθρωπία» (η απορία μου είναι: η Εκκλησία δεν μας παραπέμπει;) το πράγμα γίνεται σοβαρό και δεν ξέρω πόσο μπορεί κανείς να γράφει τέτοια πράγματα. Σπεύδω ωστόσο να προσθέσω για να μη παρεξη­γηθώ, ότι και ο φιλόσοφος και ο ποιητής δεν είναι ούτε άμοιροι της σάρκω­σης του Λόγου, όπως έρχεται μέσα από την ιστορική εκκλησιαστική παράδο­ση, ούτε πνευματικά άσχετοι. Αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα.

Τελειώνοντας, για να μη κουράσω άλλο τον αναγνώστη, θα έλεγα, ότι οι κα­λύτερες σελίδες του βιβλίου είναι αυτές στις οποίες επιχειρεί να συγκεράσσει την επιστημονική διαλογική θεολογία με ποιητικές προσεγγίσεις, με ένα λόγο δηλαδή που χωρίς θεολογικές αναλύσεις μεταφέρει άμεσα σκιρτήματα συνο­μιλίας με τον Άλλο. Όμως αυτό δεν οφείλεται στην ιδιόρρυθμη γλώσσα αλλά στο προσωπικό βίωμα των συγκεκριμένων ποιητών, οι οποίοι μας μεταφέ­ρουν με αυτή τη γλώσσα το βίωμά τους, όχι την διανοητική τους ερμηνεία, αναζήτηση και αμφισβήτηση. Το καλύτερο υποκεφάλαιο είναι αυτό που τιτλο­φορείται «Ώσπερ ξένος και αλήτης ή σάρκωση: η μετανάστευση της αγάπης» (σ. 334-347), μία ενότητα που θαρρείς ότι γράφτηκε ερήμην του υπόλοιπου βι­βλίου. Με την ενότητα αυτή μπορώ να πω ότι συμφωνώ πλήρως. Βρίσκω ωστόσο εξαιρετικά κουραστική την πληθώρα παρεμβολών μέσα στα κείμενα και στην όλη ροή δεκάδων ονομάτων συγγραφέων ή παραπομπών σε αυτούς, ανθρώπων τελείως διαφορετικών (λόγου χάρη Πλάτων και Κρίστεβα), αλλά και τις εκτενέστατες υποσελίδειες σημειώσεις. Θα ήταν καλύτερα όλα αυτά τα εκτενή να είχαν μπει στο τέλος εν είδει παραρτήματος.

 

* Ο Σωτήρης Γουνελάς είναι συγγραφέας.

 

ΠΗΓΗ: «Θεολογία», Ιούλ. – Σεπτ. 2010. Το είδα 22-1-2011: http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=1732

Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΩΝ ΟΜΟΛΟΓΩΝ

Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΩΝ ΟΜΟΛΟΓΩΝ:

 

Το ιδρυτικό σφάλμα της Ευρωζώνης, η υποτίμηση του ρίσκου, τα τεχνάσματα των τραπεζών, καθώς επίσης οι αδυναμίες του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*


 

Σε προηγούμενο άρθρο μας (η ελληνική πραγματικότητα) έχουμε αναφέρει ότι, «Όσο περνάει πολύτιμος χρόνος, χωρίς ριζικές αποφάσεις, τόσο υψηλότερες θα γίνονται οι απαιτούμενες διαγραφές χρεών, τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος στάσης πληρωμών και τόσο πλησιέστερη η διάλυση της Ευρωζώνης».

Επίσης πως «Εάν το ΔΝΤ δεν εγκαταλείψει τη χώρα μας, το αργότερο εντός του πρώτου εξαμήνου του 2011, δεν πρόκειται να υπάρξει μέλλον – ενώ η κατάσταση θα γίνει εκρηκτική, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για ολόκληρη την Ευρωζώνη (ανάπτυξη ή χρεοκοπία). Τέλος, προσπαθήσαμε να δώσουμε κάποια «πειστική» απάντηση, στα ερωτήματα που απασχολούν την πλειοψηφία των Ελλήνων, με την εξής «διατύπωση»:  

«Υπάρχει ελπίδα, έστω με πολύ μεγάλες θυσίες εκ μέρους μας, να μηδενίσουμε τα τεράστια ελλείμματα, να ξεφύγουμε από την παγίδα του δημοσίου χρέους, να μην ξεπουλήσουμε τη δημόσια περιουσία, να αντιμετωπίσουμε με επιτυχία την ύφεση, να καταπολεμήσουμε την ανεργία και να αναδιανέμουμε ορθολογικά τα εισοδήματα; Μπορούμε να ανεξαρτητοποιηθούμε από το ΔΝΤ, να επανακτήσουμε την Εθνική μας κυριαρχία, να μην υποταχθούμε στις οδηγίες του Καρτέλ, να μην «αποικιοκρατηθούμε» από κανέναν ισχυρό (Η.Π.Α., Γερμανία, Κίνα κλπ), καθώς επίσης να επιλύσουμε όλες τις υπόλοιπες «χρόνιες ασθένειες» της Ελλάδας, οι οποίες δεν είναι μόνο οικονομικές, αλλά επίσης πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές;» (άρθρο μας: η έξοδος από την κρίση). 

Δυστυχώς παρά το ότι (όπως αναλύσαμε, απαντώντας στα ερωτήματα), υπάρχουν δυνατότητες για να αποφύγουμε το «μοιραίο», τίποτα το ουσιαστικό δεν έχει συμβεί μέχρι σήμερα. Όπως φάνηκε δε από την πρόσφατη σύνοδο (EurogroupEcofin), η Ευρώπη συνεχίζει να λειτουργεί στη βάση του πρώτου σεναρίου (άρθρο μας) – σύμφωνα με το οποίο «όλα παραμένουν ως έχουν, αφού πάντοτε προκύπτει, έστω και την τελευταία στιγμή, μία κάποια λύση στα προβλήματα που εμφανίζονται». Εν τούτοις, έχοντας την άποψη ότι, οι «δυσλειτουργίες» του συστήματος αυξάνονται, όσο δεν λαμβάνονται ριζικές αποφάσεις, θεωρούμε ότι θα επανέλθει ξανά το θέμα των τραπεζών – κατ’ επέκταση των κρατών, ενδυναμωμένο, «ζοφερό» και εξαιρετικά επικίνδυνο, μέσα από τη διαφαινόμενη «παγίδα των ομολόγων».

Ειδικότερα οι ευρωπαϊκές τράπεζες, πόσο μάλλον οι Ελληνικές, απειλούνται από μία νέα «κεφαλαιακή ανεπάρκεια» – αφού οι «επόπτες» του χρηματοπιστωτικού συστήματος ερευνούν σοβαρά το ενδεχόμενο, να απαγορεύσουν την καταχώρηση των ομολόγων των χωρών της Ευρωζώνης στα λογιστικά βιβλία των τραπεζών, με τον τρόπο που συνέβαινε μέχρι σήμερα. Δηλαδή, τα ομόλογα του δημοσίου δεν θα εκλαμβάνονται πλέον σαν «χωρίς ρίσκο τοποθετήσεις», οι οποίες δεν απαιτούσαν τη διατήρηση ελαχίστων αποθεματικών – με αποτέλεσμα να είναι απαραίτητη η αύξηση των κεφαλαίων των τραπεζών η οποία, σε συνδυασμό με τις υψηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις της Βασιλείας ΙΙΙ, θα δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στο χρηματοπιστωτικό κλάδο.

Σε κάθε περίπτωση έχουμε την άποψη ότι, είτε αποφασισθεί τελικά κάτι τέτοιο, είτε όχι, οι αμερικανικές εταιρείες αξιολόγησης θα το λαμβάνουν σοβαρά υπ’ όψιν – υποβαθμίζοντας ανάλογα τις ευρωπαϊκές τράπεζες (τα κράτη επίσης), με βάση τα συγκεκριμένα κριτήρια (ρίσκο ομολόγων).   

Φυσικά η αύξηση των κεφαλαίων των τραπεζών, η οποία βέβαια κοστίζει, δεν είναι υποχρεωτική – αφού θα μπορούσαν κάλλιστα να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις, μειώνοντας την έκθεση τους σε ομόλογα. Στην περίπτωση αυτή, θα έπρεπε να πουλήσουν αυτά που ήδη διαθέτουν, αποφεύγοντας προφανώς να αγοράσουν καινούργια. Κάτι τέτοιο όμως θα «αναζωπύρωνε» και θα επιτάχυνε την κρίση χρέους των μελών της Ευρωζώνης, γεγονός που θα λειτουργούσε όχι μόνο αρνητικά για τη ζώνη του Ευρώ, αλλά και για τις ίδιες τις τράπεζες – αφού θα αύξανε περαιτέρω το «ρίσκο» των τοποθετήσεων τους και επομένως την ανάγκη υψηλότερων ελαχίστων αποθεματικών. Πρόκειται λοιπόν για μία επικίνδυνη παγίδα, η οποία είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπισθεί υπό τις παρούσες συγκυρίες – με τις τράπεζες ή τα κράτη να κινδυνεύουν τόσο από τη Σκύλλα, όσο και από τη Χάρυβδη.

 

Η ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΡΙΣΚΟΥ

 

Συνεχίζοντας, η «υποτίμηση» του ρίσκου των ομολόγων δημοσίου των χωρών της Ευρωζώνης, συνιστά ένα «ιδρυτικό σφάλμα» της – προερχόμενο από το ότι, οι τότε υπουργοί οικονομικών συμφώνησαν, αποφάσισαν καλύτερα, πως τα δάνεια των χωρών-μελών ήταν εντελώς ακίνδυνα. Η τοποθέτηση τους αυτή ήταν φυσικά αμοιβαία επωφελής, αφού οι τράπεζες δεν ήταν υποχρεωμένες να διατηρούν ακριβά «εγγυητικά» κεφάλαια – ενώ τα κράτη μπορούσαν να χρηματοδοτούν τα συνεχώς αυξανόμενα ελλείμματα τους (χρέη), με χαμηλά επιτόκια.

Σήμερα, επανεξετάζοντας τη συγκεκριμένη απόφαση, φαίνεται ότι αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα της Ευρωζώνης – ενώ συνετέλεσε τα μέγιστα στην παρούσα κρίση. Εάν δηλαδή δεν υπήρχε η αντιμετώπιση αυτή, τότε οι τράπεζες δεν θα είχαν επενδύσει τόσο πολλά χρήματα σε κρατικά ομόλογα της Ευρωζώνης, αφού θα ήταν υποχρεωμένες να υπολογίσουν κάποιο ποσοστό ρίσκου – με έμμεσο αποτέλεσμα τον περιορισμό τουλάχιστον του προβλήματος της αλληλεξάρτησης ευρωπαϊκών τραπεζών και κρατών (συγκοινωνούντα δοχεία). Από την άλλη πλευρά, οι χώρες της Ευρωζώνης δεν θα είχαν τη δυνατότητα του φθηνού, εύκολου δανεισμού τους – οπότε δεν θα είχαν αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό τα χρέη τους.

Εκτός αυτού, η «οριζόντια» αντιμετώπιση όλων ανεξαιρέτως των χωρών της Ευρωζώνης, σαν «περιοχές» με μηδενικό ρίσκο, συνετέλεσε στη συσσώρευση ομολόγων «χαμηλής ποιότητας» εκ μέρους των τραπεζών – κάτι ανάλογο δηλαδή με τα ενυπόθηκα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης των Η.Π.Α. (Subprimes), από τα οποία ξεκίνησε η υφιστάμενη χρηματοπιστωτική κρίση. Αρκεί να συνειδητοποιήσει λοιπόν κανείς ότι, μόνο και μόνο οι γερμανικές τράπεζες έχουν «επενδύσει» περισσότερα από 200 δις € σε ομόλογα της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας (σύμφωνα με την τράπεζα διεθνών διακανονισμών), χωρίς τη διατήρηση ελαχίστων αποθεματικών κεφαλαίων, για να καταλάβει το μέγεθος του προβλήματος.        

Κατ’ επέκταση, μια ενδεχόμενη στάση πληρωμών ενός οποιουδήποτε κράτους-μέλους, συνυπολογίζοντας ίσως το θέμα των «πιστωτικών» ασφαλειών (CDS), θα προκαλούσε σίγουρα μία νέα, παγκόσμια τραπεζική κρίση – ενώ το ρίσκο στις ευρωπαϊκές τράπεζες (κυρίως στις γερμανικές και γαλλικές) είναι κατά πολύ μεγαλύτερο, από όσο μπορούμε να φαντασθούμε.

 

ΤΑ ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

 

Αναλυτικότερα, στα «εμπορικά βιβλία» κάποιων ευρωπαϊκών τραπεζών (ειδικά των γερμανικών), τα ομόλογα αξιολογούνται με τις εκάστοτε τιμές αγοράς – αντίθετα, στα «τραπεζικά βιβλία» τους, υπάρχει μεγαλύτερη «ελευθερία κινήσεων». Μετά από τη χρεοκοπία όμως της Lehman Brothers πολλές τράπεζες, ιδιαίτερα οι γερμανικές, «μετέφεραν» αρκετά ομόλογα, όπως επίσης άλλα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, από τα εμπορικά βιβλία τους στα τραπεζικά. Με τη βοήθεια αυτής της «μεταφοράς» δυστυχώς, η οποία ουσιαστικά τις βοήθησε να «αποκρύψουν» τις αδυναμίες τους, κρίθηκαν οι Ισολογισμοί τους υγιείς, στο πρόσφατο τεστ αντοχής (crash test) – το οποίο «πέρασαν» ακόμη και οι χρεοκοπημένες τράπεζες της Ιρλανδίας.

Έτσι λοιπόν φαίνεται ότι, οι τράπεζες θα υποχρεωθούν στη διατήρηση υψηλότερων «εγγυητικών κεφαλαίων» (ή χαμηλότερων «αποθεμάτων» σε ομόλογα), για τους «τίτλους» που διατηρούν στα χαρτοφυλάκια τους – παρά το ότι τα αποτελέσματα για την κρίση χρέους της Ευρωζώνης, πόσο μάλλον για τις «επικίνδυνες» χώρες της, θα είναι εξαιρετικά επώδυνα. Εκτός αυτού, όσο έχουν τη δυνατότητα να καταχωρούν τα ομόλογα στα «τραπεζικά βιβλία» τους και όχι στα εμπορικά, η εκτίμηση της πραγματικής αξίας των μετοχών τους, εκ μέρους των επενδυτών, θα είναι μάλλον αδύνατη.

Σε κάθε περίπτωση, η ΕΚΤ διπλασίασε ήδη τα κατατεθειμένα κεφάλαια της, θέλοντας προφανώς να «θωρακισθεί» απέναντι στον κίνδυνο απώλειας δημοσίων ομολόγων κάποιων κρατών – ενώ επιδιώκει τη μεταβίβαση του προβλήματος στο μάλλον «διάτρητο» (όπως θα αναλύσουμε στη συνέχεια), «Ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας» (EFSF). Από την άλλη πλευρά οι γερμανικές τράπεζες (κυρίως η Deutsche Bank), υποστηρίζουν «διακαώς» την εγγύηση ή την αγορά ομολόγων από το «μηχανισμό» (μέσω της έκδοσης ευρωομολόγων) – έτσι ώστε να μην αναγκασθούν να εγγράψουν λογιστικές ή πραγματικές απώλειες (haircut) στα βιβλία τους. Αντίθετα, οι ελβετικές τράπεζες φαίνεται να έχουν επιλύσει ήδη το πρόβλημα – λαμβάνοντας, κατά το σύνηθες στη χώρα, ριζικές αποφάσεις και «καθαρίζοντας» τους Ισολογισμούς τους.

 

Υπενθυμίζουμε τα αποτελέσματα από το τελευταίο «τεστ αντοχής» των τραπεζών (Πίνακες Ι και ΙΙ) όπου, στο «μοντέλο» που χρησιμοποιήθηκε, λήφθηκε ως δεδομένη μία πτώση της αξίας των ομολόγων κάποιων κρατών, μέχρι και -30%. Όποιο πιστωτικό ίδρυμα δηλαδή είχε στο χαρτοφυλάκιο του ομόλογα της Ελλάδας, της Ισπανίας ή της Πορτογαλίας, αξιολογούταν δυσμενέστερα, σε σχέση με τα υπόλοιπα:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ I: Αποτελέσματα του «τεστ αντοχής» των Ελληνικών τραπεζών (σε δις €, με κριτήριο αρνητικής κατάταξης την τελευταία στήλη) και με βάση τα παρακάτω σενάρια:

 

Βασικό σενάριο: Οι «ανοιξιάτικες» προβλέψεις ανάπτυξης της οικονομίας 

Σενάριο κρίσης: -3% ύφεση, υποτιμήσεις των οίκων αξιολόγησης, καθώς επίσης διάφορες άλλες δυσμενείς εξελίξεις.

Σενάριο κραχ: Μεγάλη μείωση της αξίας των ομολόγων δημοσίου

 

Τράπεζα

Κεφάλαιο*

Ρίσκο Ενεργητ.

Κεφαλ. Επάρκεια

Βασικό σενάριο

Σενάριο κρίσης

Σενάριο κραχ

 

 

 

 

 

 

 

ΑΤΕ

1,3

15,1

8,4%

10,7%

8,9%

4,4%

Πειραιώς

3,4

37,4

9,1%

10,9%

8,3%

6,0%

Εθνική

7,6

67,4

11,3%

11,7%

9,6%

7,4%

Eurobank

5,3

47,8

11,2%

11,7%

10,2%

8,2%

Alphabank

5,9

51,1

11,6%

12,3%

10,9%

8,2%

Ταχ.Ταμ.

1,3

7,5

17,1%

17,0%

15,0%

10,1%

* Τα κεφάλαια στο τέλος του 2009, τα σενάρια για το 2011 

Πηγή: MM

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Για μερική σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ («μερική» επειδή διαφοροποιούνται οι εκάστοτε τοπικές προϋποθέσεις), ο Πίνακας ΙΙ:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Αποτελέσματα του «τεστ αντοχής» των μεγαλύτερων ανά χώρα τραπεζών (σε δις €, με κριτήριο τα ίδια κεφάλαια)

 

Τράπεζα

Κεφάλαιο*

Ρίσκο Ενεργητ.

Κεφαλ. Επάρκεια

Βασικό σενάριο

Σενάριο κρίσης

Σενάριο κραχ

 

 

 

 

 

 

 

BCP Portugal

6,1

65,6

9,3%

9,4%

8,4%

8,4%

Santander Sp.

56,0

562,6

10,0 %

11,0%

10,2%

10,0%

Unicredit It.

39,0

452,4

8,6%

10,0%

8,1%

7,8%

Bank Ireland

9,6

104,6

9,2%

9,0%

7,6%

7,1%

BNP Paribas

62,9

620,7

10,1%

11,4%

9,7%

9,6%

HSBC

122,2

1133,2

10,8%

11,7%

10,4%

10,2%

Deutsche Bank

34,4

237,5

12,6%

13,2%

10,3%

9,7%

* Τα κεφάλαια στο τέλος του 2009, τα σενάρια για το 2011 

Πηγή: MM

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Ολοκληρώνοντας, αυτό που από οικονομικής πλευράς φαίνεται απόλυτα αναγκαίο,  συχνά δεν συμβαδίζει με την Πολιτική. Η εκ νέου αξιολόγηση των ομολόγων του δημοσίου, σύμφωνα με τις σημερινές τιμές αγοράς, αφενός μεν θα δημιουργούσε μεγάλα προβλήματα στους τραπεζικούς Ισολογισμούς, αφετέρου δε θα «εκτόξευε» στα ύψη το κόστος δανεισμού των κρατών της ΕΕ, λόγω του αυξημένου ρίσκου «απώλειας». Εν τούτοις, σύμφωνα με τις εταιρείες αξιολόγησης, τα ομόλογα του δημοσίου με χαμηλότερο «βαθμό» από το «ΑΑ-», οφείλουν να καταχωρούνται με περισσότερο από -20% ρίσκο στα βιβλία των τραπεζών – ενώ ήδη οι χρηματοπιστωτικές αγορές τα αξιολογούν έως και -50% (δηλαδή, υπολογίζουν ενδεχόμενη διαγραφή τους – haircut – ύψους 50% της αξίας τους).  

Αν και πολλοί οικονομολόγοι τώρα προτείνουν να καταχωρούνται με μηδενικό ρίσκο οι τίτλοι του δημοσίου για χώρες με χαμηλότερο χρέος από τα 60% του ΑΕΠ τους, η επιτροπή της Βασιλείας φαίνεται να επιλέγει έναν διαφορετικό δρόμο – την υποχρέωση δηλαδή των τραπεζών να διατηρούν ελάχιστα κεφάλαια για όλα τα στοιχεία του ενεργητικού τους (επίσης για τα ομόλογα του δημοσίου). Εν τούτοις, το ποσοστό είναι μόλις 3% (πολλαπλασιαστής Ιδίων Κεφαλαίων – leverage – στο 33, από το 50 σήμερα), ενώ πρόκειται να εφαρμοσθεί από το 2018 – κάτι που σίγουρα δεν πρόκειται να επιλύσει το πρόβλημα.   

 

Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ

 

Ο μηχανισμός στήριξης ύψους 750 δις €, ο οποίος ψηφίσθηκε στις 10 Μαΐου του 2010 από τους 27 υπουργούς οικονομικών της ΕΕ, όταν η Ελλάδα «αναγκάσθηκε» να καταφύγει σε αυτόν, αποτελείται από τα εξής τρία «μέρη»:

(α)  Το σημαντικότερο στοιχείο του είναι η «βοήθεια» εκ μέρους όλων των χωρών της Ευρωζώνης, οι οποίες ίδρυσαν τον «Ευρωπαϊκό μηχανισμό διευκόλυνσης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας» (EFSF), με έδρα το Λουξεμβούργο. Η συγκεκριμένη εταιρεία ειδικού σκοπού έχει τη δυνατότητα, με τη βοήθεια της έκδοσης ομολόγων, να χρηματοδοτείται από τις «αγορές», με στόχο την ενίσχυση των χωρών-μελών της Ευρωζώνης. Για την έκδοση αυτών των ομολόγων, εγγυώνται τα κράτη της Ευρωζώνης (με εξαίρεση την Ελλάδα και την Ιρλανδία, μέχρι στιγμής), για το συνολικό ποσόν των 440 δις €.

(β)  Έως και 60 δις € τώρα προσφέρονται από τον «Ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας» (EFSM), μέσω του οποίου η Κομισιόν (η ΕΕ των 27 δηλαδή), μπορεί να συνάψει δάνεια από τις αγορές – για να τα διοχετεύσει στις αδύναμες χώρες.    

(γ)  Το ΔΝΤ είναι το τρίτο μέρος του ευρύτερου μηχανισμού στήριξης, αφού ανέλαβε την υποχρέωση να συμμετέχει με το 50% των χρημάτων που θα διατίθενται κάθε φορά από το μηχανισμό – επομένως, συνολικά μέχρι 250 δις €.

Εν τούτοις, τα χρήματα που μπορούν να διατεθούν, είναι στην πραγματικότητα πολύ λιγότερα από 750 δις € – γεγονός στο οποίο οφείλονται οι απόψεις, σχετικά με το ότι δεν θα φτάσουν, εάν υποχρεωθεί και η Ισπανία να καταφύγει στο μηχανισμό στήριξης. Ο λόγος είναι πως για τα 440 δις € εγγυώνται όλες οι χώρες – όχι μόνο δηλαδή αυτές που διαθέτουν αξιολόγηση ΑΑΑ. Οι εταιρείες αξιολόγησης λοιπόν, για να βαθμολογήσουν με ΑΑΑ το μηχανισμό (γεγονός που θα σήμαινε ότι θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από τις αγορές με χαμηλό επιτόκιο), απαιτούν περισσότερα χρήματα σαν εγγύηση. Στην αντίθετη περίπτωση, αξιολογούν με ΑΑΑ μόνο τα ποσά εκείνα, με τα οποία εγγυώνται οι χώρες με ΑΑΑ αξιολόγηση – δηλαδή, «επιτρέπουν» να χρηματοδοτηθεί (να εκδώσει ομόλογα, με χαμηλά επιτόκια), μόλις με 250 δις € και όχι με 440 δις €.

Επομένως, οι δύο «μηχανισμοί» (EFSF και EFSM), μπορούν να δανεισθούν μόνο 250 δις € και 60 δις € αντίστοιχα (συνολικά 310 δις €) από τις «αγορές». Με το ΔΝΤ λοιπόν να καλύπτει το 50% (155 δις €), το ποσόν που τελικά μπορεί να διατεθεί με χαμηλά επιτόκια, δεν ξεπερνάει τα 465 δις €.

Μέχρι στιγμής, κάτω από το συγκεκριμένο μηχανισμό έχει υπαχθεί μόνο η Ιρλανδία – εγκρίθηκαν 85 δις €, εκ των οποίων όμως οι Ιρλανδοί ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλλουν οι ίδιοι τα 17,5 δις €. Το ΔΝΤ ανέλαβε τα 22,5 δις € και η Ευρώπη τα 45 δις € – εκ των οποίων το 50% θα χρηματοδοτηθεί από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας (Κομισιόν – EFSM), δια μέσω του δανεισμού του από τις αγορές (εξέδωσε ήδη ομόλογα αξίας 5 δις €). Από το υπόλοιπο 50% (22,5 δις €), ανέλαβε τα 17,7 δις € ο ευρωπαϊκός μηχανισμός διευκόλυνσης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (EFSF), ενώ τα 4,8 δις € η Μ. Βρετανία, μαζί με τη Δανία και τη Σουηδία (διακρατικά δάνεια).

Αφαιρούμενης λοιπόν της δικής της συμμετοχής, καθώς επίσης των διακρατικών δανείων, η Ιρλανδία θα λάβει 62,7 δις € από το μηχανισμό – οπότε απομένουν 402,3 δις € στη διάθεση του (αν σκεφθεί κανείς βέβαια ότι, τα χρέη των ιρλανδικών τραπεζών είναι πολλαπλάσια του ΑΕΠ της χώρας, τα 62,7 δις € που θα λάβει η Ιρλανδία είναι μάλλον «σταγόνα στον ωκεανό»). Επομένως, υπάρχουν αρκετά χρήματα για μία ενδεχόμενη «διάσωση» της Πορτογαλίας, ενώ φαίνεται ότι ο μηχανισμός θα φτάσει στα όρια του, εάν χρειασθεί να υπαχθεί η Ισπανία – η 4η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης (πόσο μάλλον εάν η Ιρλανδία «απαιτήσει» πολύ περισσότερα χρήματα, από αυτά που ήδη έχουν εγκριθεί).          

Σύμφωνα τώρα με την πρόσφατη τοποθέτηση του κ. Ορφανίδη, μέλους της ΕΚΤ, ο μηχανισμός θα μπορούσε να αγοράζει ομόλογα των χωρών της Ευρωζώνης, έτσι ώστε να μειώνονται οι πιέσεις που εξασκούνται από τις «αγορές» στις αδύναμες χώρες – με αποτέλεσμα την αύξηση τόσο των επιτοκίων δανεισμού τους, όσο και την «επιβάρυνση» της ΕΚΤ, η οποία αγοράζει σήμερα αυτά τα ομόλογα. Όμως, κάτι τέτοιο είναι μάλλον αδύνατο, εάν συνυπολογίσει κανείς τις ενδεχόμενες μελλοντικές ανάγκες του μηχανισμού – όπως τις αναφέραμε προηγουμένως. Ίσως λοιπόν για το λόγο αυτό γίνεται προσπάθεια αύξησης του ποσού στα 660 δις €, από τα 465 δις € που είναι σήμερα – μέσω της παροχής επί πλέον εγγυήσεων, εκ μέρους των κρατών με αξιολόγηση ΑΑΑ.

 

Όπως φαίνεται όμως, δεν συμφωνεί η Γερμανία, αφού θα πρέπει να αυξήσει το δικό της μέρος στα 187,5 δις € (από 123 δις € σήμερα) – γεγονός που απαιτεί νέα έγκριση εκ μέρους του Κοινοβουλίου της. Φυσικά πιθανολογούμε ότι θα το έκανε, υπό την προϋπόθεση της ανάληψης της θέσης του κ.Trichet από το Γερμανό κ.Weber, μετά το τέλος της θητείας του πρώτου. Κάτι τέτοιο αποτελεί αναμφίβολα έναν από τους βασικότερους στόχους της Γερμανίας, τον οποίο θα έπρεπε μάλλον να αποφύγουν οι χώρες της Ευρωζώνης, εάν δεν θα ήθελαν να σηματοδοτήσουν το ξεκίνημα μίας Pax Germanica.  

Θα ήταν προτιμότερο λοιπόν να αυξήσουν τα 440 δις € στα 750 δις €, εάν βέβαια χρειασθεί, δανειζόμενες με επιτόκια υψηλότερα (αφού δεν θα είχε ο μηχανισμός την αξιολόγηση ΑΑΑ στο σύνολο του), παρά να υποκύψουν στις έντεχνες πιέσεις της γερμανικής ηγεσίας – επιδεινώνοντας τις προοπτικές της Ευρώπης.

Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ξεχνάμε ότι, δεν χρειαζόμαστε καθόλου μία γερμανική Ευρώπη (θα ήταν εις βάρος των ίδιων των Γερμανών Πολιτών), αλλά μία ευρωπαϊκή Γερμανία – εάν φυσικά είναι κάτι τέτοιο εφικτό και δεν διαλυθεί τελικά η Ευρωζώνη (κάτι που φυσικά απευχόμαστε, ελπίζοντας να μην συμβεί).

 

Σημείωση 20.01.10: Τα ελληνικά ομόλογα στο εξωτερικό υπολογίζονται στα 263 δις €, σύμφωνα με τους Financial Times. Επίσης κατά το ίδιο έγκυρο έντυπο, σχεδιάζεται η «επαναγορά» τους από την Ελλάδα – με χρήματα που θα της δοθούν από το μηχανισμό χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (ESFS), πιθανότατα με το επιτόκιο που θα χρεώνεται ο μηχανισμός (3,5%).

Η επαναγορά τους προγραμματίζεται σε τιμές της τάξης του 70-80% της αξίας τους (haircut). Η αποπληρωμή τους (αναδιάρθρωση) σχεδιάζεται μακροπρόθεσμη, με πρωτοβουλία της Γερμανίας. Ενδεχομένως λοιπόν θα έχουμε, αφενός μεν διαγραφή μέρους του δημοσίου χρέους μας από τις «αγορές» (όχι από τους Πολίτες των άλλων χωρών), αφετέρου επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των υπολοίπων – όπως ακριβώς «προτείναμε» στο άρθρο μας «Οι προοπτικές της Ευρώπης», εφ’ όσον βέβαια «ευοδωθούν» αυτά που αναφέρουν οι γερμανικοί FT.    

Η Ελλάδα, δεν πήρε τα 110 δις € από το μηχανισμό των 750 δις €, αλλά απευθείας από 14 χώρες της Ευρωζώνης – οπότε, από τα χρήματα του μηχανισμού, έχουν αφαιρεθεί μόνο αυτά που δόθηκαν στην Ιρλανδία, όπως ακριβώς αναφέρεται στο κείμενο. Πιθανότατα, ο ίδιος σχεδιασμός (διαγραφή, αναδιάρθρωση) θα ακολουθηθεί και για την Ιρλανδία.

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 19. Ιανουαρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2266.aspx

Επισημάνσεις για τη συνεισφορά του Τρότσκι

Μερικές επισημάνσεις για τη συνεισφορά του Τρότσκι

στην σκέψη και την δράση του επαναστατικού εργατικού κινήματος*

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Ο Τρότσκι, η σκέψη και η δράση του, ανήκουν οργανικά στην λενινιστική κληρονομιά του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος. Ανεξάρτητα από τις όποιες διαφορές, αποκλίσεις και ιδιαιτερότητες που μπορεί να επισημάνει κανείς ανάμεσα στον Τρότσκι και στον Λένιν.

* Εισήγηση στην παρουσίαση του 4ου τόμου της βιογραφίας του Τρότσκι από τον Τόνι Κλιφ, εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, ΕΣΥΕΑ, 10/12/2010.

Και οι δυο τους, ο καθένας τους μέσα στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο που έδρασε και αναδείχθηκε, συνθέτουν την διαλεκτική ενότητα της κληρονομιάς του μεγάλου Οχτώβρη και του κινήματος που άντλησε την καταγωγή του από αυτόν. Πρόκειται για μια κληρονομιά η οποία στις μέρες μας είναι επίκαιρη παρά ποτέ. Αρκεί να ξέρουμε πώς να την μελετήσουμε και πώς να διδαχθούμε από αυτή.

Το δυστύχημα με τον Τρότσκι, όπως και με τον Λένιν, ήταν ότι είχε πολύ περισσότερους οπαδούς από άξιους συνεχιστές και επιγόνους. Κι ο οπαδός, όπως πάντα, αυτό που θέλει και χρειάζεται είναι να προσκυνά ένα άγιο εικόνισμα, ένα ιδεατό σύμβολο. Έτσι συνέβη και με τον Τρότσκι. Πολλοί από τους οπαδούς του ούτε καν αντιλήφθηκαν ότι ο ίδιος ο Τρότσκι, ακόμη και την εποχή που ίδρυσε την λεγόμενη 4η Διεθνή, δεν θεμελίωσε ένα ξεχωριστό ιδεολογικοπολιτικό ρεύμα, αλλά διεκδίκησε τη συνέχεια – άσχετα με το αν και κατά πόσο το κατάφερε – της λενινιστικής, μπολσεβίκικης γραμμής του κομμουνιστικού κινήματος. Με άλλα λόγια ο Τρότσκι δεν υπήρξε ποτέ τροτσκιστής, αλλά λενινιστής, μπολσεβίκος, κομμουνιστής. Και μ’ αυτή την έννοια η εμμονή ορισμένων ακόμη και σήμερα που οι παλιές ιστορικές διαμάχες στο πάλαι ποτέ κομμουνιστικό κίνημα έχουν ξεθωριάσει, να επιμένουν στον αυτοπροσδιορισμό τους ως τροτσκιστές λέει πολλά για την μεταφυσική, σχεδόν θεολογική προσέγγιση του ίδιου του Τρότσκι.

Αν και κατά τη γνώμη μου θα έλεγα ότι σε πολλές περιπτώσεις, πρόκειται για μια καθυστερημένη προσπάθεια να δικαιωθεί εκ των υστέρων μια πολιτική γραμμή, η οποία παρέμεινε στο περιθώριο του κινήματος όλη την περίοδο που αυτό βρισκόταν στα «πάνω του». Τώρα που το κομμουνιστικό κίνημα ηττήθηκε και διαλύθηκε, ή βιώνει με τον πιο ταπεινωτικό τρόπο την χρεοκοπία του, κάποιοι νιώθουν την ανάγκη να δικαιώσουν εκ των υστέρων ένα σύστημα ιδεολογίας και πρακτικής, που ελάχιστα κοινά είχε με τις απόψεις και τις θέσεις του ίδιου του Τρότσκι, αλλά και συνεισέφερε ελάχιστα, αν συνεισέφερε καθόλου, στο οργανωμένο κίνημα της εργατικής τάξης και στην επαναστατική πάλη των μαζών, την οποία δεν μπόρεσε ποτέ να εκφράσει, ούτε καν να κατανοήσει. Ιδίως στις πιο κρίσιμες στιγμές της, στις κορυφώσεις της. Δεν ξέρω βέβαια πόσο τιμά όσους επιχειρούν κάτι τέτοιο σήμερα, χωρίς να κάνουν τον κόπο να μας εξηγήσουν το γιατί δεν μπόρεσαν να εκφράσουν το κίνημα ούτε όταν βρισκόταν σε άνοδο, αλλά ούτε κι όταν βρέθηκε ηττημένο και αυτοί «δικαιωμένοι». Εκτός βέβαια κι αν για όλα φταίει πάντα ο κακός εχθρός και η άτιμη κοινωνία.

Έτσι αντί να κατανοηθεί στην ουσία της η «θεωρία της διαρκούς επανάστασης», που αν αξίζει κάτι αυτό έχει να κάνει με το πώς μια δημοκρατική επανάσταση συνδέεται οργανικά στην πορεία της με την σοσιαλιστική, ή διαφορετικά με το πώς η πάλη για τις δημοκρατικές διεκδικήσεις σήμερα ανοίγει τον δρόμο για την επαναστατική αλλαγή και τον σοσιαλισμό αύριο, ερμηνεύθηκε όχι σπάνια σαν μια θεωρία προσπεράσματος της πάλης για την κατάκτηση της δημοκρατίας, σαν μια συνταγή για το απευθείας πέρασμα στο σοσιαλισμό. Το ίδιο συνέβη επίσης και με την θεωρία για την «άνιση και συνδυασμένη ανάπτυξη» του παγκόσμιου καπιταλισμού, που στην καλύτερη περίπτωση η ταυτολογία του προφανούς υποκατέστησε την συγκεκριμένη ανάλυση των σχέσεων εκμετάλλευσης, εξάρτησης και υποδούλωσης που υπάρχουν ανάμεσα στις χώρες του ιμπεριαλισμού και στην πληθώρα των χωρών υπό καθεστώς υποτέλειας.

 

Ο ορθόδοξος μαρξισμός του Τρότσκι

 

Ο Τρότσκι σε όλο του το έργο ήταν και παρέμεινε ορθόδοξος μαρξιστής και μάλιστα πολύ περισσότερο από τον ίδιο τον Λένιν. Νομίζω ότι είχε απόλυτο δίκιο ο Α. Λουνατσάρσκι όταν έγραφε για τον Τρότσκι τα εξής: «Κατά τη γνώμη μου ο Τρότσκι είναι ασύγκριτα πιο ορθόδοξος από τον Λένιν, αν και πολλοί ίσως να βρουν κάτι τέτοιο πολύ παράξενο. Η πολιτική καριέρα του Τρότσκι υπήρξε κάπως βασανιστική: δεν ήταν ούτε Μενσεβίκος, ούτε και Μπολσεβίκος, αναζήτησε τη μέση οδό πριν το δικό του ρυάκι συγχωνευθεί με τον ποταμό των Μπολσεβίκων. Κι όμως ο Τρότσκι στη πραγματικότητα είχε πάντα σαν γνώμονα του, τους ακριβής κανόνες του επαναστατικού Μαρξισμού. Ο Λένιν είναι ταυτόχρονα δεσποτικός και δημιουργικός στο βασίλειο της πολιτικής σκέψης και έχει πολύ συχνά διαμορφώσει παντελώς καινούργιες γραμμές πολιτικής, που κατοπινά αποδείχτηκαν εξαιρετικά ικανές να οδηγούν σε αποτελέσματα. Ο Τρότσκι δεν χαρακτηρίζεται από μια τέτοια τόλμη της σκέψης: παίρνει τον επαναστατικό Μαρξισμό και βγάζει από αυτόν τα συμπεράσματα που είναι εφαρμόσιμα σε μια δοσμένη κατάσταση. Είναι όσο τολμηρός χρειάζεται να είναι όταν αντιπαρατίθεται με τον φιλελευθερισμό και τον μεσοβέζικο σοσιαλισμό, αλλά δεν είναι καινοτόμος.»[1]

Ο Λουνατσάρσκι μιλά για την ορθοδοξία της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας, της οποίας οι κύριοι θεωρητικοί εκπρόσωποι, όσο ιδιοφυείς κι αν ήταν, είχαν μετατρέψει τον μαρξισμό σ’ ένα σύστημα έτοιμων συμπερασμάτων, σιδερένιων νομοτελειών, απ’ όπου το κίνημα αντλούσε κάθε φορά αυτό που χρειαζόταν. Ο Τρότσκι ήξερε πώς να πάρει αυτό που χρειαζόταν από την ιστορική παράδοση του μαρξισμού, ώστε να ερμηνεύσει τις μεγάλες αλλαγές στην κοινωνία και την πολιτική που το εκπληκτικό επαναστατικό του ένστικτο αντιλαμβανόταν με αλάνθαστο τρόπο, αλλά ως εκεί. Απέδειξε στην πράξη ότι ήταν ένας από τους μεγαλύτερους πολιτικούς που γέννησε από τα σπλάχνα του το επαναστατικό κίνημα της εργατικής τάξης, αλλά δεν υπήρξε αντίστοιχα και μεγάλος θεωρητικός του. Φυσικά με μέτρο τον ίδιο τον Λένιν και τις άλλες πολύ μεγάλες φυσιογνωμίες που γνώρισε το κίνημα. Κι όχι βέβαια σε σύγκριση με όλους τους κατοπινούς άξεστους και ανεκδιήγητους γραφειοκράτες της κομματικής μετριότητας που κληρονόμησαν ελέω μηχανισμού το «αλάθητο» των μεγάλων δασκάλων.

Η αλήθεια αυτή φαίνεται και στο γεγονός ότι ο Τρότσκι ήταν από τους πρώτους που διαχωρίστηκε στον τρόπο που κατανοούσε εκείνη την εποχή η ιστορική σοσιαλδημοκρατία τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Ωστόσο, η κυριαρχία της επίσημης προσέγγισης των θεωρητικών ταγών της μαρξιστικής ορθοδοξίας ήταν τέτοια, που δεν άφησε τον Τρότσκι να βαθύνει στις διαφορές ανάμεσα στην «εθνική» οπτική της σοσιαλδημοκρατίας και την «διεθνική» οπτική του νέου επαναστατικού ρεύματος που γεννιόταν στα σπλάχνα της. Στην πραγματικότητα, η βασική συνεισφορά του Τρότσκι έμεινε ακριβώς σ’ αυτό, δηλαδή στο ότι ανακάλυψε ξανά τον καπιταλισμό ως παγκόσμιο σύστημα και απέρριψε την εθνοκεντρική λογική της ηγεσίας της σοσιαλδημοκρατίας. Επομένως, γι’ αυτόν ο ιμπεριαλισμός δεν ήταν απλά η επεκτατική πολιτική των ισχυρών κρατών, αλλά η κορύφωση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Κι έτσι, το να απαλλαγεί η εργατική τάξη από τον ιμπεριαλισμό σήμαινε ότι πρέπει να απαλλαγεί όχι μόνο από μια μορφή «εθνικού καπιταλισμού», αλλά από τον παγκόσμιο καπιταλισμό στο σύνολό του. Με άλλα λόγια, η μόνη απάντηση στον ιμπεριαλισμό, η μόνη διέξοδος από αυτόν, δεν ήταν άλλη από την παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση.

Με αυτή την έννοια η άποψη του Λ. Τρότσκι, παρά το γεγονός ότι είχε αποβάλει την εθνοκεντρική οπτική της ηγετικής σοσιαλδημοκρατίας, διέφερε ουσιαστικά μόνο ως προς τα πολιτικά της συμπεράσματα από την κυρίαρχη σοσιαλδημοκρατική προσέγγιση του ιμπεριαλισμού. Δεν μπόρεσε να βαθύνει στην ουσία της νέας περιόδου, στην ταυτότητα του ιμπεριαλισμού και του καπιταλιστικού μονοπωλίου, όπως επεχείρησε ο Μπουχάριν και φυσικά ολοκλήρωσε σε μεγάλο βαθμό ο Λένιν.

Ο Τρότσκι αντιλαμβανόταν τον ιμπεριαλισμό και τον πόλεμο όχι ως οργανική εκδήλωση μιας νέας ποιοτικά ανώτερης φάσης μετεξέλιξης του παγκόσμιου καπιταλισμού, αλλά κυρίως ως κορύφωση μιας διαδικασίας καταστροφικής «υπέρβασης» του εθνικού κράτους, που είχε καταστεί πλέον αναγκαία από την ίδια την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Ο Τρότσκι όριζε την εποχή του παγκόσμιου πολέμου ως εξής: «Οι παραγωγικές δυνάμεις που ο καπιταλισμός δημιούργησε, έχουν υπερβεί τα όρια του έθνους και του κράτους. Το εθνικό κράτος, η παρούσα πολιτική μορφή, είναι πολύ στενή για την εκμετάλλευση αυτών των παραγωγικών δυνάμεων. Επομένως, η φυσική τάση του οικονομικού μας συστήματος είναι η επιδίωξη να ξεπεραστούν τα κρατικά σύνορα. Ολόκληρος ο πλανήτης, η γη και η θάλασσα, η επιφάνεια, όπως και το υπέδαφος, έχουν μεταβληθεί σ’ ένα οικονομικό εργαστήριο, όπου τα ξεχωριστά μέρη συνδέονται αδιάρρηκτα μεταξύ τους. Αυτό το έργο κατορθώθηκε από τον καπιταλισμό. Όμως, στην προσπάθειά τους να επιτευχθεί αυτό, τα καπιταλιστικά κράτη κατέληξαν σε μια πάλη για την υποταγή του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος στα κερδοσκοπικά συμφέροντα της αστικής τάξης κάθε ξεχωριστής χώρας. Αυτό που η πολιτική του ιμπεριαλισμού έχει αποδείξει περισσότερο από κάθε τι άλλο, είναι ότι το παλιό εθνικό κράτος που δημιουργήθηκε στις επαναστάσεις και τους πολέμους του 1789-1815, 1848-1859, 1864-1866 και 1870 έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο και τώρα αποτελεί ένα αφόρητο εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη.» [2]

Η άποψη αυτή που έβλεπε στη νέα εποχή του ιμπεριαλισμού και του παγκόσμιου πολέμου τη μετατόπιση του «ειδικού βάρους» της ιστορικής εξέλιξης από την «εθνική οικονομία», το εθνικό κράτος, στην παγκόσμια οικονομία του κεφαλαίου, αντικατόπτριζε περισσότερο τις βαθύτερες πολιτικές ανάγκες μετεξέλιξης των φορέων της, την ίδια στιγμή που η θεωρητική εμβάθυνση στη νέα παγκόσμια πραγματικότητα παρέμενε αιχμάλωτη των ανελαστικών παραδοσιακών σχημάτων της μαρξιστικής ορθοδοξίας. Έτσι πολλοί ήταν εκείνοι, ακόμη και από τους πιο προικισμένους, που στην προσπάθειά τους να διαφοροποιηθούν πολιτικά από την παλιά «εθνικο-κρατική» οπτική της ηγετικής σοσιαλδημοκρατίας – η οποία όλο και περισσότερο ανέδυε τη δυσοσμία της καθολικής παραίτησης από τα ταξικά καθήκοντα και της ανοιχτής προσχώρησης στην ιμπεριαλιστική πολιτική των μεγάλων δυνάμεων – έβρισκαν πιο απλή την αντιστροφή των παραδοσιακών σχημάτων της καθιερωμένης μαρξιστικής ορθοδοξίας της εποχής τους.

Από τις κυρίαρχες ιδέες που είχαν αλυσοδέσει τη συνείδηση του κινήματος την εποχή της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας, δεν είχαν απαλλαγεί οι θεωρητικές αναλύσεις ακόμη και κορυφαίων προσωπικοτήτων των διεθνιστών επαναστατών, όπως ήταν ο Λ. Τρότσκι. Απλά προσπαθούσε να κατανοήσει τη νέα ιστορική κατάσταση, τα νέα καθήκοντα, που το ιδιαίτερα οξύ ταξικό και πολιτικό του αισθητήριο αντιλαμβανόταν, αντλώντας θεωρητικό υλικό και επιχειρήματα από την κατεστημένη ιδεολογική συγκρότηση του κινήματος. Εδώ βρίσκεται και η θεμελιώδης διαφορά της οπτικής του Τρότσκι με εκείνη του Λένιν και της δικής του ανάλυσης του ιμπεριαλισμού, η οποία πήγαινε πολύ πιο πέρα και πολύ πιο βαθιά από την απλή διαπίστωση της «άνισης και συνδυασμένης ανάπτυξης» που όπως κι αν την αντιλαμβάνεται κανείς χαρακτήριζε τον παγκόσμιο καπιταλισμό εξαρχής, από τη γέννησή του. Κι επομένως δεν μπορεί με κανένα τρόπο να εξηγήσει την νέα εποχή.

 

Η μεγάλη στροφή στην θεωρία

 

Ωστόσο δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε ότι ο Τρότσκι ήταν από τους πρώτους που έσπασαν τα κυρίαρχα θέσφατα της κατεστημένης μαρξιστικής ορθοδοξίας σχετικά με τον τρόπο που αυτή κατανοούσε τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Μέχρι τότε η κυρίαρχη λογική της σοσιαλδημοκρατίας έβλεπε την παγκόσμια οικονομία του κεφαλαίου σαν ένα άθροισμα εθνικών οικονομιών σε διαδικασία «αλληλεξάρτησης», κυρίως εμπορικής, ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων κάθε χώρας. Στην πράξη έβλεπαν οικονομίες ίδιου τύπου, όπου το επίπεδό τους διαφοροποιόταν ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες γέννησης του καπιταλισμού σε κάθε συγκεκριμένη χώρα και «εισόδου» της στην παγκόσμια οικονομία. Από εκεί και πέρα ο ιστορικός δρόμος και τρόπος ανάπτυξης του καπιταλισμού που ήταν υποχρεωμένη να ακολουθήσει κάθε χώρα ήταν πανομοιότυπος με όλους τους άλλους και κυρίως με εκείνον που ακολούθησαν οι πιο ανεπτυγμένες χώρες του καπιταλισμού.

Γι’ αυτό και ο μόνος διαχωρισμός που αναγνώριζε επίσημα η σοσιαλδημοκρατία της εποχής εκείνης ανάμεσα στις χώρες του παγκόσμιου καπιταλισμού ήταν ανάλογα με το επίπεδο και τον τύπο των παραγωγικών δυνάμεων που κυριαρχούσαν σ’ αυτές. Έτσι κάποιες από αυτές ήταν πρωτίστως βιομηχανικές και άλλες πρωτίστως αγροτικές. Όμως κι αυτός ο διαχωρισμός ήταν προσωρινός, μιας και το τράβηγμα μιας χώρας στην παγκόσμια οικονομία την έσπρωχνε αναγκαστικά σε μια καπιταλιστική ανάπτυξη «κατ’ εικόνα και ομοίωση» των ήδη ανεπτυγμένων χωρών. Η θεωρία αυτή την συναντάμε ακόμη και σήμερα μέσα από τη λογική του «εθνικού κοινωνικού σχηματισμού», να διεκδικεί τα εχέγγυα του πιο συνεπούς και μάλιστα επαναστατικού μαρξισμού ισχυριζόμενη ότι η παγκόσμια οικονομία του καπιταλισμού δεν είναι παρά ένα άθροισμα εθνικών μερών του ίδιου τύπου υπό καθεστώς αλληλεξάρτησης. [3]

Η άποψη αυτή, πέρα από το γεγονός ότι δεν ήταν η άποψη του Μαρξ, μιας και κατάγεται ουσιαστικά από την αντίληψη του μερκαντιλισμού για την εθνική οικονομία, ήταν αδύνατο να κατανοήσει την αποικιοκρατία παρά μόνο ως ένα λογικό και προοδευτικό φαινόμενο επέκτασης των ανώτερων παραγωγικών δυνάμεων που διέθεταν οι ανεπτυγμένες χώρες του καπιταλισμού. Έτσι, οι ηγεσίες της σοσιαλδημοκρατίας δεν έβλεπαν τίποτε κακό στην αποικιοκρατική εξόρμηση των μεγάλων δυνάμεων του καπιταλισμού, πέρα από το αναγκαστικό, βίαιο τράβηγμα των καθυστερημένων πληθυσμών και περιοχών του πλανήτη στην τροχιά της παγκόσμιας οικονομίας. Γι’ αυτούς ήταν ένα αναγκαίο ξύπνημα στον σύγχρονο πολιτισμό των βαρβάρων αυτού του πλανήτη και ως εκ τούτου η μόνη διαφωνία τους με την αποικιοκρατική πολιτική των κυρίαρχων δυνάμεων επικεντρωνόταν στις απάνθρωπες μεθόδους που αυτές χρησιμοποιούσαν. Ολόκληρη αυτή η λογική αποτυπώθηκε στις συζητήσεις και τις αποφάσεις του Παγκόσμιου Συνεδρίου της Σοσιαλιστικής Διεθνούς στην Στουτγκάρδη το 1907, όπου για πρώτη φορά η διεθνής σοσιαλδημοκρατία διασπάστηκε γύρω από το ζήτημα του ιμπεριαλισμού. Η μάχη τα κατοπινά χρόνια γύρω από τον τρόπο κατανόησης του ιμπεριαλισμού και της παγκόσμιας οικονομίας, έκρινε όχι μόνο την τύχη της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και την έκβαση των επαναστατικών αναμετρήσεων του κινήματος διεθνώς.

Ο Τρότσκι είχε εντελώς διαφορετική γνώμη: «Είναι λάθος να νομίζει κανείς ότι η παγκόσμια οικονομία είναι ένα σύνολο από εθνικά μέρη ίδιου τύπου. Είναι λάθος να νομίζει κανείς ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι απλά συμπληρωματικά στα γενικά χαρακτηριστικά, όπως οι κρεατοελιές πάνω σ’ ένα πρόσωπο. Στην πραγματικότητα, οι εθνικές ιδιαιτερότητες αντιπροσωπεύουν έναν πρωτότυπο συνδυασμό των βασικών γνωρισμάτων της παγκόσμιας διαδικασίας.»[4] Με αυτόν τον τρόπο ο Τρότσκι επανατοποθέτησε το ζήτημα της παγκόσμιας οικονομίας του καπιταλισμού στην ορθή του βάση, δηλαδή στη βάση που το είχε τοποθετήσει και ο Μαρξ. Όμως δεν κατόρθωσε να κατανοήσει ότι οι ανισότητες και οι ιστορικές καθυστερήσεις ανάμεσα στις διαφορετικές χώρες, όχι μόνο δεν έπαψαν να αναπαράγονται μέσα στα πλαίσια της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά άρχισαν να διευρύνονται στο έδαφος του καπιταλιστικού μονοπωλίου και της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης των εξαρτημένων χωρών. Ο ιμπεριαλισμός και το μονοπώλιο μετασχηματίζουν όλες τις χώρες κατά το πρότυπό τους, αλλά ταυτόχρονα αυξάνουν τις αποστάσεις ανάμεσά τους, οδηγούν αναγκαστικά σε μια όλο και πιο οξεία πόλωση. Μόνο έτσι μπορεί το καπιταλιστικό μονοπώλιο να αντλήσει υπερκέρδη από την παγκόσμια οικονομία.

 

Η άποψη του Μαρξ για τον παγκόσμιο καπιταλισμό

 

Για τον Μαρξ, η παγκόσμια αγορά, η παγκόσμια οικονομία του καπιταλισμού, δεν είναι ένα απλό άθροισμα, μια συνηθισμένη εμπορική αλληλεξάρτηση των «εθνικών οικονομιών», ή κάποιων «εθνικών καπιταλισμών». Οικονομικό υποκείμενο της παγκόσμιας αγοράς δεν ήταν τα έθνη, τα «έθνη-κράτη», ή οι «εθνικές οικονομίες», αλλά αυτό καθαυτό το κεφάλαιο. Αντίθετα, τα έθνη, οι εθνικές οικονομίες και οι εθνικές ιδιαιτερότητες των διαφόρων κρατών, αποτελούσαν και εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο ανελέητης εκμετάλλευσης, πολύτιμο εξάρτημα του παγκόσμιου κυνηγητού για «πρόσθετο κέρδος», που χαρακτηρίζει τον επεκτατισμό του κεφαλαίου από την εποχή της εμφάνισής του έως σήμερα.

Η διαδικασία της συσσώρευσης κεφαλαίου δεν μπορεί να περιοριστεί από κανένα φυσικό, κοινωνικό, οικονομικό και εθνικό όριο. Για το κεφάλαιο όλα τα όρια, μαζί και τα σύνορα των εθνικών κρατών, των «εθνικών οικονομιών», είναι μόνο εξωτερικά, προσωρινά, ιστορικώς παροδικά, τυχαία εμπόδια, που πρέπει να ξεπεραστούν. Γι’ αυτό και το κεφάλαιο και κατά συνέπεια ολόκληρος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, είναι αδιανόητος, είναι αδύνατον να υπάρξει δίχως την παγκόσμια αγορά. «Η τάση δημιουργίας – τόνιζε ο Μαρξ – της παγκόσμιας αγοράς ενυπάρχει απευθείας στην ίδια την έννοια του κεφαλαίου. Κάθε όριο εμφανίζεται ως εμπόδιο, το οποίο οφείλει να ξεπεραστεί[5] Ο Μαρξ μιλά για μια παγκόσμια αγορά που δεν αποτελεί μια απλή «προέκταση», ούτε μια απλή αλληλεξάρτηση εθνικών οικονομιών, αλλά για απόσπαση του εθνικού εδάφους κάτω από τα πόδια του κεφαλαίου, της παραγωγής και του εμπορίου. ΜΕ αυτήν την έννοια η παγκόσμια αγορά σαν προνομιακό πεδίο δράσης του κεφαλαίου γίνεται αδυσώπητος «πολιορκητικός κριός» ενάντια στις εθνικές οικονομίες.

Έτσι, για τον Μαρξ το πραγματικό περιεχόμενο της «αλληλεξάρτησης των εθνών», που φέρνει στο ιστορικό προσκήνιο ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, είναι μια ανελέητη διαδικασία απαλλοτρίωσής τους από την παγκόσμια αγορά, με όρους που καθορίζονται πρωταρχικά, όχι από «ιστορικές ιδιαιτερότητες και καταγωγές», αλλά από τον κεφαλαιοκρατικό ανταγωνισμό και τις συγκρούσεις σε διεθνές επίπεδο για μερίδια αγοράς, εμπορικά και παραγωγικά «συγκριτικά πλεονεκτήματα» και προπάντων για σφαίρες τοποθέτησης κεφαλαίων. Γι’ αυτό και ήταν ο πρώτος που μπόρεσε να εξιχνιάσει το μυστικό των «εθνικών ανταγωνισμών», αναζητώντας το όχι στους όρους «εθνικής ανάπτυξης» κάθε κράτους, όπως έκαναν πολλοί πριν και μετά από αυτόν, αλλά πρωταρχικά στις αδήριτες αναγκαιότητες και τις αντιθέσεις διεθνοποίησης του κεφαλαίου.

Τι είναι, όμως, εκείνο που ωθεί ακατάπαυστα το κεφάλαιο να επεκτείνεται, να διεθνοποιείται και να καθολικοποιεί τους ιστορικούς όρους της συσσώρευσής του μέσα από την παγκόσμια αγορά; Η απάντηση που έδιναν παραδοσιακά οι οικονομικοί στοχαστές, εντοπιζόταν στη δυνατότητα μιας «εθνικής οικονομίας» να παράγει «περίσσευμα» αγαθών γενικά, ή ειδικά εκείνων που με όρους αγοράς διέθετε «συγκριτικό πλεονέκτημα» απέναντι στις υπόλοιπες. Γι’ αυτό και επέμεναν να αντιμετωπίζουν τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις πρωταρχικά και κυρίως στο επίπεδο της ανταλλαγής με τη μορφή του εξωτερικού εμπορίου και κατ’ επέκταση αντιλαμβάνονταν ως βάση της παγκόσμιας αγοράς, τις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές.    

Για τον Μαρξ, αντίθετα, κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας αγοράς και συνολικά της παγκόσμιας οικονομίας του καπιταλισμού, δεν ήταν το εμπόριο, αλλά η εξαγωγή κεφαλαίου στο εξωτερικό. Αυτή η οργανική ανάγκη για εξαγωγή κεφαλαίου στο εξωτερικό – με όλες τις μορφές του, χρηματική και εμπορευματική – δεν γίνεται γιατί τα κεφάλαια αυτά γενικά «περισσεύουν» από την εγχώρια αγορά, αλλά γιατί μπορούν να εξασφαλιστούν μεγαλύτερα ποσοστά κέρδους αλλού, σ’ άλλες χώρες, σ’ άλλες αγορές. «Αν στέλνεται κεφάλαιο στο εξωτερικό – έλεγε ο Μαρξ – αυτό γίνεται όχι γιατί δεν θα μπορούσε απολύτως καθόλου να χρησιμοποιηθεί στο εσωτερικό. Αυτό γίνεται γιατί μπορεί να απασχοληθεί στο εξωτερικό με μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους [6]

Το κυνήγι αυτού του μεγαλύτερου ποσοστού κέρδους είναι που οι έως τότε κλασσικοί οικονομολόγοι θεωρούσαν ότι μπορεί να γίνει μόνο μέσα από ανισότιμες ανταλλαγές, μέσα από δυσμενείς εμπορικούς όρους με τις πιο φτωχές χώρες. Κι ως εκ τούτου αργά η γρήγορα η αγορά – απελευθερωμένη από τις «στρεβλώσεις» της – θα μπορούσε να επαναφέρει την ισορροπία. Αντίθετα, για τον Μαρξ αυτό το πρόσθετο κέρδος μπορεί να το καρπωθεί η πλούσια χώρα, ακόμη κι όταν η φτωχή δεν χάνει, αλλά κερδίζει από τις εμπορικές της δοσοληψίες: «Κέρδος μπορεί να βγει και με την απάτη, με το ότι ο ένας κερδίζει τόσα όσα χάνει ο άλλος. Η ζημιά και το κέρδος εξισώνονται στα πλαίσια μιας χώρας. Δεν γίνεται το ίδιο ανάμεσα σε διάφορες χώρες. Ακόμα και σύμφωνα με την θεωρία του Ρικάρντο… μπορούν 3 ημέρες εργασίας μιας χώρας να ανταλλαχθούν με μια ημέρα εργασίας μιας άλλης χώρας. Ο νόμος της αξίας υφίσταται εδώ ουσιαστική τροποποίηση… Στην περίπτωση αυτή η πλουσιότερη χώρα εκμεταλλεύεται τη φτωχότερη, ακόμη κι όταν η δεύτερη χώρα κερδίζει από την ανταλλαγή…»[7]

Ο Μαρξ, λοιπόν, θεωρούσε ότι με την καθολικοποίηση των όρων συσσώρευσης του κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά, η εκμετάλλευση μιας φτωχής από μια πλούσια χώρα, μπορεί να υπάρξει ακόμη και στην περίπτωση που υπάρχουν τυπικά και εμπορικά ισότιμες ανταλλαγές. Κι αυτό συμβαίνει γιατί το μονοπώλιο του κεφαλαίου μεταφράζεται πάντα σε μονοπώλιο των πιο ανεπτυγμένων παραγωγικών δυνάμεων, της υψηλότερης παραγωγικότητας. Μάλιστα εκτιμούσε ότι ακριβώς επειδή το κεφάλαιο τείνει στην επιδίωξη όλο και μεγαλύτερου πρόσθετου κέρδους με βάση την μονοπώληση των πιο ανεπτυγμένων παραγωγικών δυνάμεων, τη μονοπώληση της υψηλότερης παραγωγικότητας, χρειάζεται όλο και μεγαλύτερη ελευθερία κίνησης και διευρυμένης αναπαραγωγής διεθνώς, χωρίς τα τεχνητά όρια που θέτουν τα αποικιακά προνόμια και τα εθνικά σύνορα. Γι’ αυτό και προέβλεπε ότι θα φτάσει η στιγμή που ο ίδιος ο καπιταλισμός θα κάνει αναγκαία την εξαφάνιση των αποικιών. Πράγμα που συνέβη, αλλά πολύ αργότερα και με αρκετά πιο διαφορετικούς όρους, από ότι προέβλεπε ο Μαρξ.

Επομένως, η εκμετάλλευση μιας χώρας από μια άλλη – και άρα της οικονομικής εξάρτησης των φτωχών από μια χούφτα πλούσιων χωρών – είναι εσωτερικό οργανικό στοιχείο της ανάπτυξης της παγκόσμιας αγοράς του κεφαλαίου από την εποχή ακόμη του «ελεύθερου ανταγωνισμού». Το κυνήγι του πρόσθετου κέρδους στην παγκόσμια αγορά ήταν εκείνο που, από τη μια, μετέτρεπε ακόμη και «πολιτισμένα έθνη» σε αντικείμενο ανελέητης εκμετάλλευσης, από εκείνα που κατείχαν το μονοπώλιο της πιο προηγμένης παραγωγής και, από την άλλη, πυροδοτούσε τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε κεφάλαια και κράτη για να αποκτήσουν τα δικά τους «συγκριτικά πλεονεκτήματα», που θα τους επιτρέψουν την απόσπαση πρόσθετου κέρδους από την εκμετάλλευση των ανταγωνιστών τους στην παγκόσμια αγορά, όπως και των λιγότερο ανεπτυγμένων, ή καθυστερημένων εθνών.

Επομένως, η παγκόσμια αγορά, η παγκόσμια οικονομία του κεφαλαίου δεν είναι μόνο προνομιακό πεδίο διεθνοποίησης των εσωτερικών νομοτελειών του καπιταλισμού, αλλά και «τροποποίησής» τους, έτσι ώστε η ανισομέρεια και η απόκλιση ανάμεσα στα επίπεδα χωρών και περιοχών, να προσφέρουν ικανά περιθώρια «πρόσθετου κέρδους» και διαρκώς νέες δυνατότητες εξαγωγής κεφαλαίου. Έτσι, στο έδαφος της παγκόσμιας αγοράς, το κεφάλαιο δεν απορροφά μόνο, ούτε μεταπλάθει απλά «κατ’ εικόνα» του το σύνολο του πλανήτη, αλλά ταυτόχρονα αναπαράγει την ιστορική καθυστέρηση και οπισθοδρόμηση στο εσωτερικό των περισσοτέρων χωρών, που με καταναγκαστικό τρόπο τραβά στην τροχιά της παγκόσμιας οικονομίας.

Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να μιλάμε, ιδίως την εποχή του ιμπεριαλισμού, για αλληλεξάρτηση αν δεν τονίζουμε ταυτόχρονα όχι μόνο την ανισότητα και την ανισομέρεια, αλλά και την ιμπεριαλιστική εξάρτηση, εκμετάλλευση, υποταγή και υποτέλεια της πλειοψηφίας των λιγότερων ανεπτυγμένων χωρών από τις κυρίαρχες δυνάμεις του ιμπεριαλισμού σε παγκόσμιο επίπεδο. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούν να «δεθούν» οι χώρες αναμεταξύ τους μέσα στα πλαίσια του παγκόσμιου καπιταλισμού. Κι αν δεν είμαστε αιχμάλωτοι μιας τυπικής αστικής ή μικροαστικής ερμηνείας του ιμπεριαλισμού, που παραδοσιακά τον αντιλαμβάνεται μόνο ή κυρίαρχα στο επίπεδο της στρατιωτικοπολιτικής ισχύος και κατάκτησης, τότε οφείλουμε να αντιλαμβανόμαστε την ιμπεριαλιστική υποταγή και υποτέλεια πρώτα και κύρια με οικονομικούς όρους, με όρους επικυριαρχίας των παγκόσμιων αγορών, των υπερεθνικών μονοπωλίων και κεφαλαίων και φυσικά των οργάνων τους διεθνώς, όπως είναι το Δ.Ν.Τ. και η Ε.Ε.

Αυτό όπως είναι φυσικό μας αναγκάζει να διαχωρίζουμε τις εκμεταλλεύτριες από τι εκμεταλλευόμενες χώρες, να προσεγγίζουμε διαφορετικά το πρόβλημα της επανάστασης και της προετοιμασίας της σε μια ιμπεριαλιστική και σε μια εξαρτημένη από τον ιμπεριαλισμό χώρα. Στην δεύτερη περίπτωση το εθνικοαπελευθερωτικό ζήτημα είναι στενά δεμένο με το ταξικό. Με άλλα λόγια το ταξικό ζήτημα δεν μπορεί να τεθεί – τουλάχιστον στην αρχή – ξεχωριστά από το εθνικοαπελευθερωτικό ζήτημα. Και ζήτημα εθνικής απελευθέρωσης δεν τίθεται μόνο υπό καθεστώς στρατιωτικοπολιτικής κατοχής, αλλά κάθε φορά που ο ιμπεριαλιστικός ζυγός γίνεται αφόρητος για τον λαό μιας εκμεταλλευόμενης χώρας. Όπως συμβαίνει σήμερα με την Ελλάδα. Μόνο που σ’ αυτή την περίπτωση το εθνικοαπελευθερωτικό ζήτημα δεν είναι υπόθεση της αστικής τάξης, αλλά κατεξοχήν της ίδιας της εργατικής τάξης, που πρέπει να το σηκώσει, να το αναδείξει και να συσπειρώσει γύρω της τα υπόλοιπα καταπιεσμένα τμήματα του έθνους της έτσι ώστε να αποδείξει αυτό που ο ίδιος ο Τρότσκι έλεγε: «Η διαρκής επανάσταση δεν είναι ένα ‘άλμα’ για το προλεταριάτο, αλλά η ανοικοδόμηση του έθνους κάτω από την ηγεσία του προλεταριάτου.» [8]

Αλήθεια, τι σημαίνει αυτή η αποστροφή του Τρότσκι, την οποία είχε αφιερώσει σε όλους εκείνους που τον κατηγορούσαν ότι με τη «διαρκή επανάσταση» προσπαθούσε να αποφύγει, να «υπερπηδήσει» τις δημοκρατικές διεκδικήσεις του προλεταριάτου στο όνομα του σοσιαλισμού; Μήπως σημαίνει ότι το προλεταριάτο δεν πρέπει να αναδείξει στην πάλη του για το σοσιαλισμό όλα εκείνα τα ενδιάμεσα και μεταβατικά αιτήματα που του χρειάζονται για να αναδειχθεί σε ηγέτιδα δύναμη του έθνους; Για το ακριβώς αντίθετο μιλούσε ο Τρότσκι. Όπως άλλωστε έκανε ανέκαθεν κάθε αληθινός μαρξιστής, λενινιστής, κομμουνιστής.

Ο ίδιος ο Τρότσκι με αφορμή τον Σινο-Ιαπωνικό πόλεμο είχε γράψει σε όλους εκείνους που δεν αποδέχονταν τον εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα του αγώνα ενός λαού και κατηγορούσαν ως “σοσιαλπατριώτες” όσους επαναστάτες καλούσαν το προλεταριάτο να σηκώσει τη σημαία της εθνικής ανεξαρτησίας, τα εξής: «Δεν αντιμετωπίσαμε ποτέ όλους του πολέμους με τον ίδιο τρόπο. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς υποστήριξαν την επαναστατική πάλη των Ιρλανδών εναντίον της Μεγάλης Βρετανίας, των Πολωνών εναντίον του τσάρου, παρά το γεγονός ότι σ’ αυτούς τους δύο εθνικούς πολέμους οι ηγέτες ήταν, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος τους, μέλη της αστικής τάξης και σε ορισμένες περιπτώσεις της φεουδαρχικής αριστοκρατίας… σε κάθε περίπτωση, αντιδραστικοί καθολικοί. Όταν ο Αμπέλ Καρίμ εξεγέρθηκε εναντίον της Γαλλίας, οι δημοκράτες και οι Σοσιαλδημοκράτες μίλησαν με μίσος για τον αγώνα του «βάρβαρου τύραννου» εναντίον της «δημοκρατίας». Το κόμμα του Λέοντα Μπλουμ υποστήριξε αυτή την άποψη. Όμως εμείς, οι Μαρξιστές και Μπολσεβίκοι θεωρήσαμε την πάλη των ανθρώπων του Ριφ ενάντια στην επικυριαρχία του ιμπεριαλισμού ως έναν προοδευτικό πόλεμο. Ο Λένιν έγραψε εκατοντάδες σελίδες αποδεικνύοντας την πρωταρχική σημασία του να ξεχωρίζει κανείς ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά έθνη και στα έθνη των αποικιών ή ημιαποικιών που συνιστούν την πλειοψηφία της ανθρωπότητας. Το να μιλά κανείς για «επαναστατικό ντεφετισμό» γενικά, χωρίς να διακρίνει ανάμεσα σε χώρες εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενες, είναι σαν να μετατρέπει τον Μπολσεβικισμό σε μια άθλια καρικατούρα και να θέτει αυτή την καρικατούρα στην υπηρεσία των ιμπεριαλιστών.» [9]

Το ίδιο ισχύει σήμερα και για την Ελλάδα. Το ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας της, της εθνικής ανεξαρτησίας της, τίθεται εκ των πραγμάτων από το καθεστώς κατοχής που έχει θεσμοθετήσει το Δ.Ν.Τ. και η Ε.Ε.. Το καινούργιο στοιχείο που υπάρχει είναι ότι το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να το σηκώσει σήμερα η αστική τάξη, η οποία ένα κομμάτι της έχει ταυτιστεί με καθεστώς κατοχής, ενώ ένα άλλο κομμάτι της – ιδίως το μη μονοπωλιακό – διαλύεται μαζί με την αποσύνθεση της εσωτερικής αγοράς. Η μόνη δύναμη που μπορεί και οφείλει να το αναδείξει ως κυρίαρχο ζήτημα είναι η εργατική τάξη. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να συσπειρώσει γύρω της και όλα τα άλλα κοινωνικά στρώματα του λαού και να θέσει στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα εξουσίας. Χωρίς να αναδείξει το ζήτημα εθνικής απελευθέρωσης από την σύγχρονη ιμπεριαλιστική κατοχή, δεν είναι σε θέση να θέσει ή να αναδείξει το ταξικό της ζήτημα. Χωρίς να ηγηθεί της σωτηρίας της χώρας, της ανόρθωσης του έθνους, της κατάχτησης της εθνικής ανεξαρτησίας δεν μπορεί να ανοίξει το δρόμο για την δική της εξουσία. Το να αγνοούν αυτό το γεγονός σήμερα ορισμένοι στην κατάσταση που βρίσκεται η Ελλάδα, υπερασπιζόμενοι υποτίθεται την καθαρότητα των ταξικών στόχων του κινήματος, τότε να με συγχωρείτε αλλά ισχύει αυτό που σε μια ανάλογη περίπτωση είχε πει με τον δικό του πολύ ιδιαίτερο τρόπο ο ίδιος ο Τρότσκι:

«Εδώ πρόκειται είτε για πραγματικούς προδότες, είτε για παντελώς ηλίθιους. Όμως η ηλιθιότητα, ανεβασμένη σ’ αυτό το επίπεδο, ισοδυναμεί με προδοσία.» [10]

 

10/12/2010, Δημήτρης Καζάκης

 

Παραπομπές

 

[1] A. V. Lunacharsky, Revolutionary Silhouettes, New York: Hill and Wang, 1968, σ. 66-67.

[2] Leon Trotzky, The Bolsheviki and World Peace, New York: Boni & Liveright, 1918, σ. 20-21.

[3] Αν και σήμερα αυτή η παλιά σοσιαλδημοκρατική διαστροφή του μαρξισμού κυριαρχεί στην ιδεολογία της λεγόμενης αντικαπιταλιστικής αριστεράς, συμπεριλαμβανομένης και της ηγετικής ομάδας του ΚΚΕ, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ο πιο συνεπής εκπρόσωπός της στην χώρα μας είναι ο Γ. Μηλιός, ο οποίος αποδίδει στον Μαρξ την άποψη ότι «συνέδεε πάντοτε την κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με το εθνικό κράτος» και κατανοούσε την παγκόσμια οικονομία μόνο στο επίπεδο της «αλληλεξάρτησης» των «εθνικών οικονομιών» (Βλέπε χαρακτηριστικά Γ. Μηλιός, Θεωρίες για τον Παγκόσμιο Καπιταλισμό. Αθήνα: Κριτική, 1997, σ. 20, κ. ά.)

[4] L. Trotsky, Permanent Revolution, Calcutta: Gupta Rahman & Gupta, 1947, σ. 4.

[5] Κ. Μαρξ, Grundrisse. K. Marx & F. Engels, Collected Works, vol. 28. Moscow: Progress Publishers, 1986, σ. 335

[6] Κ. Μάρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή,1978, σ. 324.

[7] Κ. Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, μέρος τρίτο. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1985, σ. 120.

[8] L. Trotsky, Permanent Revolution, Calcutta, Gupta Rahman & Gupta, 1947, σ. 58.

[9] L. Trotsky, On the SinoJapanese War, International Bulletin, Organizing Committee for the Socialist Party Convention (New York), no. 1, October 1937.

[10]  Στο ίδιο.

Σχετικά με το κλείσιμο των σχολικών μονάδων

Σχετικά με το κλείσιμο των σχολικών μονάδων

 

Του Βασίλη Βασιλειάδη


 

Οι θέσεις μας για τις δραματικές επιπτώσεις του μνημονίου και του Καλλικράτη στην Παιδεία δυστυχώς δικαιώνονται. Γυρίζοντας πίσω πολλές δεκαετίες το  υπουργείο Παιδείας αναμένεται να αποφασίσει για την κατάργηση ή τη συγχώνευση σχολείων. Δεν ξέρουμε αν με το κλείσιμο των σχολείων θα ξεπηδήσουν φυλακές, σίγουρα όμως πολλά δεινά θα γεννηθούν.

Για άλλη μια φορά αποδεικνύεται παραπλανητικό το σύνθημα της Διαμαντοπούλου «πρώτα ο μαθητής».  Αφού κατάργησε την πρόσθετη διδακτική στήριξη και την ενισχυτική διδασκαλία, αφού μείωσε δραματικά τα λεφτά για τις σχολικές επιτροπές, αφού χάθηκαν δεκάδες χιλιάδες ώρες από το μη επαρκή και έγκαιρο διορισμό εκπαιδευτικών, αφού διαλύει τις εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών (ωρομίσθιοι, αναπληρωτές ΕΣΠΑ), αφού καταργεί τα αθλητικά σχολεία εν μια νυκτί με εγκύκλιο κατά παράβαση κάθε νόμου, αφού προτίθεται να καταργήσει και τη διανομή βιβλίων στους μαθητές, έφτασε η ώρα να κλείσουν σχολεία προς όφελος του μαθητή!

Ας μη γελιόμαστε. Οι καταργήσεις των σχολικών μονάδων θα έχουν σημαντικές αρνητικές συνέπειες. Πηγαίνουμε για όριο τους 30 μαθητές ανά τμήμα – κατά δήλωση του υπουργείου (αυτό κι αν είναι παιδαγωγικό κριτήριο). Θα ερημώσουν χωριά, θα μαραζώσουν οι τοπικές κοινωνίες και θα αυξηθεί η μαθητική διαρροή (ήδη ο νομός Ηλείας είναι στους πρώτους στη  μαθητική διαρροή – σύμφωνα με έρευνα του ίδιου του υπουργείου το 2007). Θα σημαίνει επιπλέον χάσιμο χρόνου από το διάβασμα και την ξεκούραση και μάλιστα για μαθητές που ήδη δαπανούν 3-4 ώρες για τη μετάβαση σχολείο – σπίτι με το ήδη υπάρχον σύστημα. Θα υπάρξει μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση για τις οικογένειες των μαθητών που προέρχονται από κοινωνικά, οικονομικά και μορφωτικά επιβαρυμένα στρώματα. Και να μην λησμονούμε το άθλιο οδικό δίκτυο της χώρας και τις ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες στις ορεινές περιοχές.

Εκτός των καταργήσεων αναμένονται και προσπάθειες συγχωνεύσεων με γιγάντια σχολεία στις πόλεις βορά στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Σχολεία στα οποία ακόμα κι αν περισσεύουν οι υποδομές, θα λείπουν οι ουσιαστικές σχέσεις μεταξύ μαθητών και εκπαιδευτικών, μεταξύ εκπαιδευτικών στο σύνολό τους, στοιχεία απαραίτητα για μια ομαλή παιδαγωγική προσέγγιση και αποτελεσματικότητα στην εκπαιδευτική διαδικασία. Καμμία άλλωστε σύγχρονη μέθοδος διδασκαλίας δεν αναφέρεται σε σχολεία μαμούθ με τάξεις των 30 παιδιών, όπως αναχρονιστικά διατυμπανίζουν η υπουργός Παιδείας και οι άσχετοι, κρατικοδίαιτοι αυλοκόλακές της.

Πρόκειται για μια ξεκάθαρα ταξική πολιτική εναρμονισμένη στα πλαίσια του μνημονίου και του Καλλικράτη. Η κυβέρνηση, όπως ακριβώς και στο νόμο «αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού» δείχνει ότι το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να μειώσει το κόστος ανεξάρτητα από την υποβάθμιση της ποιότητας, πιστή στη λογική του φθηνού σχολείου που απαιτούν οι πιστωτές, αδιαφορώντας πλήρως για τις επιπτώσεις στην εκπαιδευτική διαδικασία. Χρειάζεται όλοι να κατανοήσουμε ότι αυτή η πολιτική θα φορτώσει ακόμα περισσότερα βάρη στις πλάτες της εργαζόμενης οικογένειας. Θα κριθούμε όλοι σε αυτή τη μάχη. Δεν είναι μόνο ευθύνη των εκπαιδευτικών αλλά και των τοπικών κοινωνιών να αντισταθούμε σε αυτή τη λαίλαπα

 

Δεν πρέπει να αφήσουμε να υλοποιηθεί αυτή η πολιτική.

21-1-2011

Στα… πούλμαν οι μαθητές θ' αναστενάζουν…

Φεγγαράκι μου λαμπρό:

Στα… πούλμαν οι μαθητές θ' αναστενάζουν…

 

Της Πίκιας Στεφανάκου   

 

Από τον ερχόμενο Σεπτέμβριο, χιλιάδες μαθητές θα τρώνε το χιλιόμετρο με το κουτάλι. Χθες, η υφυπουργός Παιδείας, Εύη Χριστοφιλοπούλου, έδωσε για διαβούλευση το σχέδιο του υπουργείου Παιδείας για τη συγχώνευση και κατάργηση εκατοντάδων σχολείων ανά τη χώρα. Η διαβούλευση θα διαρκέσει μόλις τέσσερις ημέρες, λήγει δηλαδή την ερχόμενη Δευτέρα, κι αν σκοπεύατε να εκφράσετε σ' αυτήν διαφορετική άποψη, δεν υπάρχει χώρος.

Συμμετέχουν μόνο όσοι αντιλαμβάνονται "την αναγκαιότητα για συνενώσεις-ιδρύσεις σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης" και έχουν να ενισχύσουν την επιχειρηματολογία του υπουργείου Παιδείας με επιπλέον "λόγους". Προφανώς μεταξύ αυτών δεν θα είναι και οι γονείς των μαθητών που θα κληθούν να διανύουν κάθε ημέρα μια απόσταση ισοδύναμη με Αθήνα-Κόρινθο για να φτάσουν στο σχολείο τους και, μετά τα μαθήματα, ξανά στον δρόμο για την επιστροφή στο σπίτι.

Σύμφωνα με τους σχεδιασμούς του υπουργείου Παιδείας, η χιλιομετρική απόσταση που θα αναγκάζονται να διανύουν κάθε ημέρα οι μαθητές από δύσκολες και δυσπρόσιτες περιοχές "δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μισή ώρα για τα σχολεία της πρωτοβάθμιας και τα τρία τέταρτα της ώρας για τα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης"! Μικρά παιδιά και έφηβοι θα ξημερώνονται και θα βραδιάζονται σε δρόμους επικίνδυνους, με αντίξοες καιρικές συνθήκες, για να μειώσουν το κόστος της εκπαίδευσης! Για πρώτη φορά, η κυβέρνηση παραδέχεται ότι η δημιουργία ενός νέου Σχολικού Χάρτη αποσκοπεί "στον περιορισμό της σπατάλης". Διότι σπατάλη θεωρεί η κυβέρνηση του Μνημονίου τη συντήρηση και λειτουργία μικρών και μικρομεσαίων σχολείων ώστε όλα τα παιδιά να έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση χωρίς να χρειάζεται να τρώνε το χιλιόμετρο με το κουτάλι!

Προσοχή! Η μία ώρα για τα παιδιά του δημοτικού και το δίωρο aller-retour για τα παιδιά του γυμνασίου είναι μόνο για τις δυσπρόσιτες περιοχές. Οι υπόλοιποι μαθητές, που δεν θα θεωρηθεί ότι έρχονται από δύσβατα κι απόκρημνα μέρη, μπορεί να τρώνε στα πούλμαν της μεταφοράς πολύ περισσότερο χρόνο από τους άλλους.

Εκτός αυτού, μαθητές και εκπαιδευτικοί πρέπει να ξεχάσουν τις παλιές καλές εποχές με τα μικρά τμήματα. Στα δημοτικά, ο αριθμός των μαθητών θα είναι 25 και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ακατέβατα 30! Θυμηθείτε ότι πριν από λίγους μήνες έσκιζαν τα ιμάτιά τους στο υπουργείο Παιδείας ότι η ΟΛΜΕ λέει ψέματα και δεν υπάρχει ούτε ένα τριαντάρι τμήμα. Τώρα το καθιερώνουν ως κανόνα, χωρίς άλλες εξηγήσεις.

Το σχέδιο εκπαιδευτικής αποψίλωσης είναι ιδιαίτερα εμφανές σε ό,τι αφορά τα λύκεια. Σύμφωνα με το κείμενο διαβούλευσης, "σχολικές μονάδες που συνενώνονται αποτελούν ενιαία σχολική μονάδα χωρίς παραρτήματα ή λυκειακές τάξεις". Αυτό σημαίνει ότι πολλές περιοχές της χώρας θα βρεθούν χωρίς λύκεια. Για παράδειγμα, η Αμοργός, όπου στο γυμνάσιο του νησιού λειτουργούν λυκειακές τάξεις. Η Αμοργός τις χάνει. Τα παιδιά της Αμοργού πού θα πάνε για να βγάλουν το λύκειο; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οδεύουμε σε μια εκτεταμένη μαθητική μετανάστευση, αλλά και αποψίλωση των θρανίων από μαθητές που δυσκολεύονται να βρουν το σχολείο τους στον χάρτη της κ. Χριστοφιλοπούλου.

Κι όλα αυτά τα αποφασίζουν μόνοι τους. Με πλήρη μυστικότητα, όπου οι καταργήσεις σχολείων δεν είναι τίποτα άλλο από έγγραφα εσωτερικής αλληλογραφίας, όπως δήλωσε προκλητικά ο περιφερειάρχης Αττικής, Κ. Κουμέντος. "Η γνώμη των εκπροσώπων των νέων δήμων", απλώς "θα συντελέσει στη διαμόρφωση της τελικής πρότασης". Από 'κει και πέρα θα χρεωθούν τον λογαριασμό της μεταφοράς ανεξάρτητα αν μπορούν (που δεν μπορούν) να τον πληρώσουν. Εντύπωση προκαλεί ότι το υπουργείο Παιδείας δεν αναλαμβάνει καμία δέσμευση για το αν θα καλύψει το κόστος της μεταφοράς.

Η αντίσταση στις συγχωνεύσεις φαίνεται ότι θα αποτελέσει σημείο συνάντησης εκπαιδευτικών και τοπικών κοινωνιών. Η ΔΟΕ, εξαγγέλλει νέα κινητοποίηση (δίωρη στάση εργασίας) για την ερχόμενη Τετάρτη, διαμαρτυρόμενη για τις σχεδιαζόμενες συγχωνεύσεις, αλλά και τα εκατοντάδες κενά που υπάρχουν ακόμη και σήμερα στα δημοτικά. Επίσης διαμαρτύρεται για τη συνεχιζόμενη υποχρηματοδότηση των σχολικών επιτροπών, που αδυνατούν να ανταποκριθούν ακόμη και στις στοιχειώδεις ανάγκες των σχολείων.

Στο μεταξύ, η κ. Χριστοφιλοπούλου παρουσίασε χθες, στο Υπουργικό Συμβούλιο, το πιλοτικό πρόγραμμα των 800 ολοήμερων σχολείων της δουλείας 5.800 εκπαιδευτικών που έχουν να πληρωθούν από την έναρξη της σχολικής χρονιάς. Τι θράσος, αλήθεια…

 

ΠΗΓΗ:   Ημερομηνία δημοσίευσης: 21/01/2011, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=594106

"Η αθηναϊκή ταβέρνα"

"Η αθηναϊκή ταβέρνα"

[Στο ψευδοκράτος των Αθηνών]

 

Του Περικλή Κοροβέση* 


 

Η γιορτή είναι ένα είδος αρχέγονου κομμουνισμού που προϋπήρχε του χριστιανισμού.  Σε όλους τους πολιτισμούς, είτε αυτοί βρίσκονται στον Αμαζόνιο είτε στα λαμπρά, φωτεινά κέντρα του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου, υπάρχει μια ποικιλία γιορτών. Συχνά είναι ιδεολογικά φορτισμένες. Και μια κυρίαρχη γιορτή μπορεί να συμπεριφέρεται εχθρικά σε μια προηγούμενη, άσχετα αν έχει λεηλατήσει όλο το τελετουργικό της.

Αυτή η φόρτιση μπορεί να είναι εθνικιστική ή θρησκευτική. Αλλά στην ουσία, δεν αναιρείται η σημασία της γιορτής. Γιορτή είναι η συλλογικότητα. Στην ονομαστική μας γιορτή κοινωνικοποιούμε τον απομονωμένο εαυτό μας. Στο καρναβάλι ξεπερνούμε τα όριά μας. Και στο μεθύσι μας, γινόμαστε ποιητές.

Υπάρχουν άραγε ακόμα ταβέρνες, που σε τελική ανάλυση είναι το μόνιμο θεσμικό πλαίσιο της γιορτής; Σε αυτό το ερώτημα μας απαντάει πληρέστατα ο Γιώργος Πίττας με το βιβλίο του «Η Αθηναϊκή Ταβέρνα» (εκδόσεις Ινδικτος). Για αυτή τη δουλειά έφαγε περίπου είκοσι χρόνια από τη ζωή του. Δεν συνυπολογίζουμε τους μεζέδες που έφαγε, ούτε τα κρασιά που ήπιε. Υπάρχουν βαριά και ανθυγιεινά επαγγέλματα που δεν τα πιάνει το μάτι μας. Και ούτε φυσικά επιδοτούνται από πουθενά. Ευτυχώς, είχε τη συμπαράσταση της γυναίκας του, της αγαπημένης μας Μπήλιως Τσουκαλά, «που κοντά της σπούδασε και σπουδάζει την τέχνη της γραφής». Και πράγματι, αυτό το βιβλίο θα μπορούσε και να διαβαζόταν σαν ένα λογοτεχνικό κείμενο. Οι τριάντα ταβέρνες που επιλέγει θα μπορούσαν να ήταν και τριάντα εκλεκτά διηγήματα.

Δεν είναι στην αρμοδιότητα της στήλης η βιβλιοπαρουσίαση. Εντούτοις θεωρώ αυτή την έκδοση ένα πολιτιστικό γεγονός. Είναι μια εθνολογική μελέτη του λαϊκού τρόπου ζωής και διασκέδασης, όπου η ταβέρνα ήταν για όλους η οικογενειακή τους τραπεζαρία. Κάποιες από αυτές δεν υπάρχουν πια. Αλλά κάποιες άλλες βρίσκονται σε πλήρη δράση. Και είναι μια πρόκληση στους καιρούς που ζούμε, όπου το δήθεν μοντέρνο και εμπορευματικό κάνει τον δημόσιο χώρο πανάκριβο και απωθητικό. Για την ιστορία να αναφέρουμε πως ο Γιώργος Πίττας ήταν από τους συνδημιουργούς του «Νέου Κατοικείν», αυτής της πρωτοποριακής επιχείρησης που ανέπτυξε τον σχεδιασμό του ελληνικού επίπλου που κράτησε περίπου μια εικοσαετία. [ΣΣ. "επίπλου" γιά ποιά νοικοκυριά; Λαϊκά; Προλεταριακά; Μπουχαχαχαχαχαχα]

Για τις ανάγκες της έρευνας, ο Πίττας κάνει και μια βαθιά βουτιά στην ιστορία της ταβέρνας, που διαβάζεται μονορούφι. Και παράλληλα πιάνει και το τραγούδι σε όλες του τις μορφές. Και εδώ ας μου επιτραπούν κάποιες ενστάσεις. Το λεγόμενο «ελαφρό τραγούδι» είναι αδόκιμος όρος. Σε αυτή τη σχολή του αστικού τραγουδιού χρωστάμε τραγούδια με υπέροχες μελωδίες και ανεπανάληπτους στίχους που είναι ζωντανά και έχουν ακόμα φίλους. Πολλά μαγαζιά ζουν από αυτά τα τραγούδια. Και μια που μπήκα στο κριτικό μέρος αυτού του σημειώματος, να σταθώ και λίγο στις ξένες κουζίνες. Δεν είναι μόδα. Κατά κανόνα είναι η κουζίνα των μεταναστών. Και κάθε χώρα έχει να επιδείξει τη δική της κουζινική ιδιοφυΐα, ανάλογα με τις πρώτες ύλες που διαθέτει. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορούν να γίνουν επενδύσεις σε ξένες κουζίνες. Π.χ. τη μεγαλύτερη αλυσίδα ελληνικών εστιατορίων στη Στοκχόλμη την έχει μια λιβανέζικη φίρμα. Άλλο επενδύσεις, άλλο κουζίνα. Καλή μας χρονιά.

 

* perkor29@gmail.com

 

ΠΗΓΗ: Ελευθεροτυπία, Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010, Έντυπη Έκδοση, http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&s=sto-yeydokratos-twn-a8hnwn&c=politikh&date=02/01/2010

Για τον κόσμο η εξέγερση είναι μονόδρομος

Για τον κόσμο η εξέγερση είναι μονόδρομος

(Συνέντευξη στο Δρόμο)

 

Του Κώστα Βεργόπουλου


 

Για επικράτηση του νόμου της αρπαγής σε ένα σύστημα που δεν λειτουργεί και κινδυνεύει να καταρρεύσει, κάνει λόγο μιλώντας στον Δρόμο ο Kώστας Βεργόπουλος, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Paris VIII. «Έχουμε μπει σε μία άγρια φάση, που μας παραπέμπει στον 19ο ή τον 18ο αιώνα, στην οποία ο καπιταλισμός δεν ενδιαφέρεται για την ίδια του την αναπαραγωγή, αλλά καταβροχθίζει τις προϋποθέσεις αναπαραγωγής του», σημειώνει.

Αναφερόμενος στην Αριστερά, χαρακτηρίζει την περίοδο ειρωνεία της ιστορίας, επισημαίνοντας ότι «επί πολλές δεκαετίες οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις εύχονταν και περίμεναν αυτή τη στιγμή και τώρα που η στιγμή έρχεται, οι ίδιες αποκαλύπτονται ανέτοιμες. Δεν είναι σε θέση όχι μόνο να ηγηθούν, αλλά ούτε καν να ακολουθήσουν την κοινωνική έκρηξη που κυοφορείται…».
Παροτρύνει τη νεολαία να ακολουθήσει το παράδειγμα της Τυνησίας και να εξεγερθεί, αφού διαφορετικά δεν έχει ελπίδα και καλεί την Αριστερά να αφουγκραστεί τον κόσμο οργανώνοντας ένα μέτωπο κοινωνικών δυνάμεων.

 

Τι γεύση αφήνει το 2010 και τι προοιωνίζεται το 2011;


Το 2010 ήταν η χρονιά του δράκοντα. Ο καπιταλισμός έδειξε τα νύχια του, όλη του τη φρίκη. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει και μεγαλύτερη φρίκη να δείξει το 2011. Από το 2008 συνεχώς γίνεται όλο και πιο επιθετικός, πιο αρπακτικός. Από την εμφάνιση της κρίσης βλέπουμε καθαρότερα το ληστρικό του χαρακτήρα, που ασφαλώς υπήρχε από πριν, αλλά δεν ήταν τόσο εμφανής. Ό,τι έκανε πριν συγκεκαλυμμένα, τώρα το κάνει απροκάλυπτα. Το 2010 κλονίζονται – όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη και στην Αμερική – τα πιο βασικά κοινωνικά κεκτημένα. Δεν μιλάω για ποσοτικά κεκτημένα, αλλά για θεσμικές κατακτήσεις που κλονίζονται από τη βάση τους. Βαδίζουμε προς έναν πιο άγριο και αρπακτικό καπιταλισμό. Πάντα αυτή ήταν η φύση του, με τη διαφορά ότι πριν η κοινωνία έβλεπε την επίφαση ενός συστήματος που λειτουργούσε. Τώρα το σύστημα δεν λειτουργεί, βρίσκεται σε κρίση, κινδυνεύει να καταρρεύσει και επικρατεί ανοιχτά ο νόμος της αρπαγής χωρίς όρια. Αρπάζουν όχι μόνο το πλεόνασμα της κοινωνίας, την υπεραξία, όπως θα έλεγε ο Μαρξ ή ο Πολ Σουίζι. Αρπάζουν ακόμη και το αναγκαίο για την αναπαραγωγή των ανθρώπων. Δηλαδή, έχουμε μπει σε μία άγρια φάση, που μας παραπέμπει στον 19ο ή τον 18ο αιώνα, στην οποία ο καπιταλισμός δεν ενδιαφέρεται για την ίδια του την αναπαραγωγή, αλλά καταβροχθίζει τις προϋποθέσεις αναπαραγωγής του, οι οποίες αφορούν τη δυνατότητα του εργαζόμενου και της οικογένειάς του να αναπαράγεται, να υπάρχει εκπαίδευση, να υπάρχει υγεία, δημόσια αγαθά για όλους κ.λπ. Ο καπιταλισμός δεν διστάζει, βρίσκεται σε ένα ιστορικό σημείο και προωθεί τη λύση της αύξησης των κοινωνικών αποκλεισμών, ξεπερνώντας και αυτή την ίδια την εκμετάλλευση, περνώντας στην αρπαγή.


Αυτό που περιγράφετε δείχνει και ένα μεγάλο αδιέξοδο…

Βέβαια, γι’ αυτό λέω ότι είναι σε αδιέξοδο και ως σύστημα καταρρέει. Αναδεικνύεται και επιβάλλεται ο νόμος της αρπαγής.


Στην Ευρώπη και στην ευρωζώνη ειδικότερα η πραγματικότητα που διαμορφώνεται τι φανερώνει;


Η Ευρώπη βρίσκεται σε πολύ άσχημη θέση. Κινδυνεύει να καταρρεύσει από τις πολιτικές λιτότητας που εφαρμόζει, με Γερμανική παρότρυνση. Οι περικοπές δαπανών, δημοσίων και ιδιωτικών, είναι ό,τι χρειάζεται για να καταρρεύσει η ίδια η Ευρώπη, όπως επίσης και οι επιμέρους εθνικές οικονομίες.


Οι πολιτικές που περιγράφετε δένουν με αυτό που λέγατε πριν για αρπαγή και ισοπέδωση των ίδιων των δυνάμεων από τις οποίες ζει ο καπιταλισμός…


Βεβαίως. Στην Ευρώπη έχουμε αυτό το δραματικό φαινόμενο. Η Ευρώπη αυτοκτονεί. Στο παρελθόν είχαμε τις επαγγελίες ότι η Ευρώπη θα μας προστάτευε από την παγκοσμιοποίηση – έτσι, επαγγελλόταν ο Ζακ Ντελόρ. Τώρα, όχι μόνο δεν μας προστατεύει, αλλά μας αφοπλίζει και μας παραδίδει δέσμιους χειροπόδαρα στην παγκοσμιοποίηση, στη εκτός ελέγχου δικτατορία του αφηρημένου χρήματος, των χρηματιστηρίων και των δήθεν ανώνυμων αγορών. Οι αγορές, βέβαια, είναι οι τράπεζες, τις οποίες επιδοτούμε ως φορολογούμενοι, τις χρηματοδοτούμε ως λαός και αυτές μας πιάνουν απ’ το λαιμό και μας πνίγουν.


Πολλοί εκτιμούν ότι το 2011 θα είναι χρονιά κοινωνικών εκρήξεων. Μπορεί στη φάση που είμαστε και με τα δεδομένα που έχουμε να ξεπεραστεί η ασύμπτωτη πορεία πολιτικού και κοινωνικού;


Κοινωνικές εκρήξεις είναι βέβαιο ότι θα έχουμε. Ήδη έχουν ξεκινήσει στη Β. Αφρική (Τυνησία, Αλγερία). Αυτό που είναι ασύμπτωτο είναι το πολιτικό. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις να οργανώσουν ή να ηγηθούν και ούτε και θα υπάρξουν. Αλλά κοινωνικές εκρήξεις έχουμε και είναι μεταδοτικές. Θα μεταδοθούν σύντομα και στην ίδια την Ευρώπη. Βέβαια, για τις προοδευτικές δυνάμεις αυτή ακριβώς είναι η ειρωνεία της ιστορίας. Επί πολλές δεκαετίες οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις εύχονταν και περίμεναν αυτή τη στιγμή και τώρα που η στιγμή έρχεται, οι ίδιες αποκαλύπτονται ανέτοιμες. Δεν είναι σε θέση όχι μόνο να ηγηθούν, αλλά ούτε καν να ακολουθήσουν την κοινωνική έκρηξη που κυοφορείται…


Αυτό πού οφείλεται κατά τη γνώμη σας;


Έχουν κάνει λάθος στη σύλληψη των πραγμάτων. Έχουν αντιληφθεί λάθος την παγκοσμιοποίηση, την οποία αρκετοί, μάλιστα, θεωρούν προοδευτικό γεγονός, χωρίς να βλέπουν την εξαπάτηση γύρω από την έννοια της παγκοσμιοποίησης. Και μάλιστα, για να τη… σώσουν έχουν προσθέσει το «όχι στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση». Λες και υπάρχει και άλλη παγκοσμιοποίηση, που δεν είναι νεοφιλελεύθερη. Από την Attac προήλθε αυτή η διευκρίνιση και δείχνει ακριβώς πόσο έξω από τα πράγματα είναι η ίδια η Attac. Ενώ όταν ξεκίνησε το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης από το Σιάτλ ήταν ξεκάθαρα εναντίον της παγκοσμιοποίησης, αργότερα ήρθε η Attac και επέβαλε τη στροφή: εναντίον της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Δηλαδή, σαν να υπάρχει και κάποια παγκοσμιοποίηση καλή. Η Αριστερά που προσυπογράφει τις θετικές πλευρές – και αυτό αφορά τις περισσότερες αριστερές δυνάμεις στον ευρωπαϊκό χώρο – είναι σήμερα έξω από το παιχνίδι.
Μου άρεσε ένα σύνθημα που έρχεται από τη Γαλλία: Να βγούμε από την παγκοσμιοποίηση για να μπορέσουμε επιτέλους να διεθνοποιηθούμε. Να αναπτύξουμε το διεθνισμό. Ο διεθνισμός έχει νόημα. Η παγκοσμιοποίηση είναι καθαρά αντιδραστικό πρόσχημα, όχι πραγματικότητα. Πρόσχημα που γίνεται πραγματικότητα όταν επιβάλλεται. Ιδεολογία, που όταν επιβάλλεται, γίνεται πραγματικότητα.


Τι μπορεί να κάνει η Αριστερά σήμερα για να βγει από το αδιέξοδό της;


Η Αριστερά όχι μόνο έχει βρεθεί έξω από το γίγνεσθαι, αλλά έχει δυσφημιστεί κιόλας. Και ό,τι πρωτοβουλίες παίρνει, αντιμετωπίζονται από την κοινωνία όχι ενθαρρυντικά, αλλά με δυσπιστία, διότι ο κόσμος αισθάνεται ότι υπάρχει η μάχη της καρέκλας, γραφειοκρατίες, ηγεσίες κ.λπ. Η Αριστερά δεν μπορεί πλέον να κάνει τίποτα. Το μόνο που θα μπορούσε να κάνει είναι να σταθεί και να ακούσει την κοινωνία. Να προσπαθήσει να την ακολουθήσει, διότι η κοινωνία βρίσκεται πιο μπροστά. Έχει δυναμικό, έχει νέους. Το βλέπουμε αυτό στην Τυνησία και στην Αλγερία, όπου το 50% του πληθυσμού είναι νέοι κάτω των 20 ετών. Και στην Ελλάδα οι νέοι κάτω των 20 ετών, με πρωτοπορία τους μαθητές Λυκείου, δίνουν σήμερα τον παλμό της κοινωνίας. Πρέπει να αφουγκραστούμε αυτόν τον παλμό. Εάν η Αριστερά μπορέσει και αφουγκραστεί αυτόν τον παλμό θα έχει κάνει ένα μεγάλο βήμα για να βγει από το γυάλινο πύργο της.


Ο κίνδυνος να έχουμε κοινωνικές εκρήξεις, η οποίες, όμως, εξαιτίας της απουσίας της Αριστεράς, θα πάνε τα πράγματα σε πιο συντηρητική κατεύθυνση υπάρχει;


Βέβαια υπάρχει αυτός ο κίνδυνος. Εάν δεν μπορέσουν αυτές οι κοινωνικές εκρήξεις να ανοίξουν μία προοδευτική προοπτική θα επωφεληθεί από αυτό η αντίδραση, όπως έγινε και στο παρελθόν. Κάπου πρέπει να πάει αυτή η οργή και αυτό παίζεται. Ή θα πάει προς τα αριστερά ή θα πάει προς συντηρητικές λύσεις. Είναι πολύ πιθανός αυτός ο κίνδυνος.

 

Για παράδειγμα, στη Γαλλία ενώ διογκώνεται η δυσφορία προς τον Σαρκοζί και υπάρχει μια στροφή προς τα Αριστερά, εμφανίζεται ως φαβορί ο Ντομινίκ Στρος Καν. Αυτό δεν είναι αντιφατικό;


Ναι, πράγματι εμφανίζεται ο Στρος Καν, αλλά δεν ξέρουμε αν θα κρατήσει έως το τέλος. Και σίγουρα δεν είναι λύση ο Στρος Καν. Είναι πολύ συντηρητικός και – ξαναλέω αν φτάσει ώς το τέλος – οι λύσεις που θα φέρει θα είναι συντηρητικές.

Στο πλαίσιο που διαμορφώνεται πώς βλέπετε την ελληνική Αριστερά;


Είπα και πριν ότι το βασικό για να βγούμε από το καβούκι μας είναι να αφουγκραστούμε τον κόσμο. Απαιτείται ένα μέτωπο κοινωνικών δυνάμεων. Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε σε ένα πολιτικό πρόγραμμα, διότι τότε δεν θα συμφωνήσουμε ποτέ, αλλά σε ορισμένα μίνιμουμ ζητήματα. Ένα μέτωπο, λόγου χάρη, για να ανατραπεί αυτή η κυβέρνηση. Να ένα πρόγραμμα. Τι άλλο θέλεις; Δεν είναι αυτό ένα πρόγραμμα; Όσοι είμαστε εναντίον αυτής της κυβέρνησης να συνεργαστούμε για να την ανατρέψουμε. Κι αν μετά την ανατροπή της παραμένουμε διαφορετικοί, ας τραβήξει ο καθένας το δρόμο του. Αυτός είναι ένας άμεσος στόχος. Με ρωτάνε: «μα καλά, τι άλλο να γίνει, όταν έχουμε τόσο χρέος και τόσο έλλειμμα». Υπάρχουν και άλλοι τρόποι αντιμετώπισης του χρέους και του ελλείμματος. Δεν είναι μοναδική λύση η πλήρης υποταγή και παράδοση στους δανειστές. Το κράτος πλέον εξελίσσεται σε εισπρακτικό μηχανισμό που δουλεύει για τους δανειστές του. Δηλαδή, ρουφά το αίμα του ελληνικού λαού και το παραδίδει στους δανειστές του. Και επιπλέον το χρέος δεν μειώνεται. Υπάρχουν δρόμοι διαφορετικοί και πιο αποτελεσματικοί.

Αν ένα τέτοιο μέτωπο κατάφερνε να ανατρέψει αυτήν την κυβέρνηση δεν θα άλλαζε συνειδήσεις, δεν θα άλλαζε συσχετισμούς, δεν θα έβαζε τον κόσμο σε μία διαφορετική αντίληψη;


Ε βέβαια. Ο Παπανδρέου έχει επιβιώσει όχι επειδή τον υποστηρίζουν θετικά, αλλά γιατί έχει περάσει την ιδέα ότι δεν υπάρχει άλλη λύση. Έχει επιβάλλει την αντίληψη του μονόδρομου. Αυτό πρέπει να σπάσει και θα σπάσει, γιατί ο κόσμος και στην Ελλάδα εξεγείρεται. Για τον κόσμο η εξέγερση είναι μονόδρομος. Οι νέοι, όταν στις επαρχίες έχουμε ανεργία 40% – 50%, δεν έχουν άλλες λύσεις, εκτός από αυτήν που έχουν και οι νέοι της Τυνησίας. Δηλαδή, να τα κάνουν γυαλιά καρφιά, αλλιώς δεν έχουν ελπίδα. Η αντίδραση είναι αυτή και έρχεται με μαθηματική ακρίβεια. Τότε θα δούμε ότι υπάρχει άλλη λύση. Ο μονόδρομος είναι ένας: Οι νέοι είναι υποχρεωμένοι να τολμήσουν, να ξεσπάσουν για να ανατρέψουν αυτή την κατάσταση και το δικομματικό σύστημα που διαχειρίζεται εδώ και χρόνια αυτήν τη νοσηρή κατάσταση, εμφανίζοντας τον εαυτό του ως μονόδρομο.

 

ΠΗΓΗ: Δευτέρα, 17 Ιανουάριος 2011 11:37,  ΔΡΟΜΟΣ, 

http://edromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=3911:%CE%BA%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82-%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%B3%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%B3%CE%B5%CF%81%CF%83%CE%B7&Itemid=61