Το αεικίνητο ενός σύγχρονου μεσαίωνα…

Το αεικίνητο ενός σύγχρονου μεσαίωνα…*

 

Του Γιάννη Στρούμπα


 

Η δρομολογημένη εδώ και καιρό συζήτηση για την αύξηση των ωρών εργασίας σε κάθε επαγγελματικό κλάδο γίνεται σταδιακά πραγματικότητα. Οι πλέον πρόσφατες διεργασίες έθεσαν στο στόχαστρό τους πρώτα τους επαγγελματίες, που καλούνται να λειτουργούν και την Κυριακή, έπειτα τους φαρμακοποιούς, που χρειάζεται να επιστρατεύουν το Σάββατο για τις ανάγκες των ασθενών, κατόπιν τους δημόσιους υπαλλήλους, που θα επιμηκύνουν το ωράριό τους για την αποδοτικότερη εξυπηρέτηση των πολιτών. Έπονται όσοι δεν θίχτηκαν ακόμη.


* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 313, 16/2/2011.

Και, φυσικά, πάντοτε μεμονωμένα ο κάθε κλάδος, όπως ορίζει η επιτυχημένη και γνωστή πια τακτική του «διαίρει και “δημοκράτευε”». Η αποτελεσματικότητα της συγκεκριμένης πρακτικής, άλλωστε, αντικατοπτρίζεται εύγλωττα στα γεμάτα χολή κι άκρως ανυποψίαστα σχόλια που δημοσιεύουν σε ειδησεογραφικά σάιτ στο διαδίκτυο όσοι χρήστες του θεωρούν πως η παραγωγική εργασία είναι αποκλειστικό τους προσόν, τη στιγμή που όλοι οι υπόλοιποι κλάδοι απλώς παρασιτούν εις βάρος τους. Τοποθέτηση θλιβερή, από μία διχαστική τύφλωση που αρνείται να αντιληφθεί ότι αυτή η αντεργατική μεθόδευση δεν αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση κανενός κοινωνικού συμφέροντος, ούτε αποκαθιστά κάποια «τάξη». Μονάχα στήνει εμπρός σ’ ένα εκτελεστικό απόσπασμα όλους τους εργασιακούς κλάδους για να τους ποδοπατήσει, αφού προηγουμένως τους σπιλώσει ως ιδιοτελείς, παρασιτικούς κι αντιπαραγωγικούς.

Η επέκταση του ωραρίου των επαγγελματικών κλάδων ως μέσο για την αποτελεσματικότερη εξυπηρέτηση των κοινωνικών ομάδων στερείται κάθε σοβαρότητα. Οποιοδήποτε σύστημα λειτουργίας με καθορισμένο ωράριο, έστω κι αν δεν εκτείνεται σε εύρος, προσφέρεται για την εξυπηρέτηση των ενδιαφερομένων, εφόσον αυτοί, γνωρίζοντας τις ώρες λειτουργίας όσων κλάδων τους αφορούν, φροντίζουν για την οργάνωση και την τακτοποίηση των υποχρεώσεών τους. Ποιος απέτυχε να μεριμνήσει για την τροφή και την ένδυσή του, επειδή τα αντίστοιχα εμπορικά καταστήματα δεν λειτουργούν την Κυριακή; Ποιος στερήθηκε τα φάρμακά του επειδή το Σάββατο λειτουργούν μόνο τα εφημερεύοντα φαρμακεία; Ποιος νιώθει τόσο επιτακτική την ανάγκη να προσέρχεται στις δημόσιες υπηρεσίες κατά το διάστημα από τις 14:30΄ ως τις 15:00΄, οπότε και παρατείνεται η λειτουργία τους; Οι υπάλληλοι άλλων δημόσιων υπηρεσιών προφανώς όχι, εφόσον τις ίδιες ώρες θα εργάζονται επίσης. Οι επαγγελματίες, καθώς ανοίγουν στις 9:00΄ χάρη στη μέριμνα του κλιμακωτού ωραρίου, διαθέτουν ένα γενναιόδωρο δίωρο από τις 7:00΄ ως τις 9:00΄ για την όποια εξυπηρέτησή τους. Θα ’ταν δε αστείο να υποστηριχτεί πως η «μέριμνα» αφορά τους συνταξιούχους, εφόσον οι συνταξιούχοι έχουν στη διάθεσή τους όλο τον χρόνο για τις συναλλαγές τους με το δημόσιο. Είναι ανειλικρινές να υποστηρίζεται πως η αποτελμάτωση της παραγωγικότητας στον δημόσιο τομέα οφείλεται στον «λιγοστό» χρόνο εργασίας των υπαλλήλων του, οι οποίοι δεν προλαβαίνουν να διευθετήσουν εγκαίρως τις υποθέσεις των υπηρεσιών τους. Ποιος θα ισχυριζόταν υπεύθυνα πως οι όποιες χρονοτριβές στην υλοποίηση των προγραμμάτων οφείλονται σε έλλειψη χρόνου, κι όχι σε γραφειοκρατικούς, οικονομικούς ή παράγοντες πολιτικής βούλησης; Η υποτιθέμενη εξασφάλιση χρημάτων, πάλι, για τα ταμεία του κράτους από την αύξηση των ωρών εργασίας των υπαλλήλων του αποτελεί προϊόν φαντασίας. Το πιθανότερο είναι να προκληθούν μεγαλύτερες σπατάλες για τις υπηρεσίες του δημοσίου από τις πρόσθετες ώρες εργασίας, λόγω της επιμήκυνσης στον χρόνο λειτουργίας των καλοριφέρ, των κλιματιστικών και των μηχανημάτων που καταναλώνουν ηλεκτρική ενέργεια. Κι αν ο πραγματικός στόχος είναι η μείωση του αριθμού των υπαλλήλων, τότε η υποκριτική επιχειρηματολογία περί «εξυπηρέτησης» των πολιτών προφανώς απογυμνώνεται.

Ο παραλογισμός στον οποίο καλούνται να υποδουλωθούν όλο και περισσότεροι εργασιακοί κλάδοι αποτυπώνεται σε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα εργαζομένων. Πρόκειται για υπαλλήλους που ήδη υπόκεινται σε εξωφρενικά ωράρια. Το ωράριο των τραπεζικών υπαλλήλων έχει επιμηκυνθεί ατύπως κατά δύο έως και τέσσερις ώρες την ημέρα (!), χωρίς να τους αποδίδεται καμία υπερωρία, με αποτέλεσμα να προσέρχονται στην εργασία τους στις 7:45΄ και να αποχωρούν στην καλύτερη περίπτωση στις 17:30΄, ενώ αν κατέχουν θέση ευθύνης σχολούν «αισίως» στις 19:00΄ ή και αργότερα! Οι υπάλληλοι των σουπερμάρκετ, πάλι, στο πλαίσιο της «καλύτερης εξυπηρέτησης» των καταναλωτών, καλούνται να εργαστούν, για παράδειγμα, την παραμονή της πρωτοχρονιάς ως τις 20:00΄, κι από εκεί και πέρα να σχολάσουν γύρω στις 22:00΄, αφού διευθετήσουν τις όποιες εκκρεμότητες. Υπό τις συνθήκες αυτές, ποια οικογενειακή ή ιδιωτική ζωή των εργαζομένων υφίσταται, εφόσον κάθε τους ικμάδα την απομυζά η σχεδόν ολοήμερη εργασία τους; Η «αναγκαιότητα» της παραπάνω απομύζησης φωτίζεται μέσω μίας αναγωγής στο πρόσφατο παρελθόν: όταν πριν από δύο ή τρεις δεκαετίες τα μάρκετ τερμάτιζαν τη λειτουργία τους στις 15:00΄, δεν υπήρχε καταναλωτής να διαμαρτυρηθεί πως δεν πρόλαβε να προμηθευτεί τα απαραίτητα αγαθά για τις πρωτοχρονιάτικες ετοιμασίες του, κι επομένως να παραπονεθεί ότι υποχρεώθηκε σε ένα πρόχειρο και φτωχικό εορταστικό τραπέζι!

Προς τι λοιπόν όλη τούτη η μεθοδευμένη σύνθλιψη των εργαζομένων; Η υποτιθέμενη «εξυπηρέτηση» των καταναλωτών δεν απαιτεί, όπως σημειώθηκε, καμία επιμήκυνση. Άλλωστε, οι καταναλωτές είναι επίσης εργαζόμενοι και δεν διαφαίνεται πρόθεση να μείνει κάποιος εργασιακός κλάδος έξω από την ανωτέρω παράνοια. Οπότε, πώς θα καταστεί δυνατή η «εξυπηρέτηση», τη στιγμή που η διεύρυνση του ωραρίου θα αφορά τους πάντες; Μήπως οι μεθοδεύσεις αποσκοπούν στην αύξηση των θέσεων εργασίας; Μα, ούτε αυτό ισχύει, δεδομένου πως οι μεγάλες σε οικονομικά μεγέθη επιχειρήσεις μπορεί να αύξησαν τις ώρες λειτουργίας τους και, συνακόλουθα, τον αριθμό των υπαλλήλων τους, όμως οδήγησαν σε κατάρρευση τις μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, που δεν άντεξαν να ακολουθήσουν τους ίδιους εξοντωτικούς ρυθμούς. Μήπως, άραγε, ο στόχος είναι η μείωση των τιμών μέσω του ανταγωνισμού; Η απόδειξη της σύστασης καρτέλ που έλεγχαν την αγορά και διατηρούσαν υψηλές τις τιμές αποδεικνύει πως ούτε η συγκεκριμένη λειτουργία ευοδώθηκε. Το πρεσάρισμα των εργαζομένων έχει ωφελήσει μόνο το μεγάλο ιδιωτικό κεφάλαιο, που επιζητεί την περαιτέρω γιγάντωσή του μέσω της εξαθλίωσης των εργαζομένων. Για να συνεχιστεί αυτό, προφανώς χρειάζεται να δυσχερανθούν οι εργασιακές συνθήκες και για τους δημόσιους υπαλλήλους, ώστε να αποτελέσουν μοχλό πίεσης για τους ιδιωτικούς, προς ακόμη μεγαλύτερες εργασιακές υποχωρήσεις και στερήσεις τους. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, οι συνθήκες εργασίας των δημόσιων υπαλλήλων να δυσχεραίνονται προκειμένου να επέλθει η μεταβίβαση των υπηρεσιών τους από το κράτος σε ιδιωτικούς φορείς, γεγονός που θα συντελεστεί αποτελεσματικότερα εάν οι υπηρεσίες έχουν να επιδείξουν στους υποψήφιους αγοραστές τους «ελκυστικές» συνθήκες εκμετάλλευσης των εργαζομένων.

Φαίνεται, ωστόσο, πως η σύνθλιψη των εργαζομένων μέσα από την ακύρωση κάθε εργασιακού δικαιώματος εξυπηρετεί πλέον και πολιτικές σκοπιμότητες. Η πρόσδεση των κυβερνήσεων στις ορέξεις του μεγαλοεπιχειρηματικού κύκλου και η ρήξη τους με τα κοινωνικά στρώματα δεν τις αφήνει παρά μόνο ένα ισχυρό εφόδιο επιβίωσης: τη σωματική και ψυχική καταρράκωση των εργαζομένων μέσω ενός εξοντωτικού ωραρίου εργασίας. Ο καταπτοημένος εργαζόμενος χάνει κάθε κουράγιο για να επεξεργαστεί τις εξελίξεις και να τις αμφισβητήσει δυναμικά. Υποταγμένος, αδυνατεί να ελέγξει τις πολιτικές ατασθαλίες, λόγω των προσωπικών του αγωνιών.

Η συγκεκριμένη εργασιακή πραγματικότητα καθιστά το σχόλιο του πρωθυπουργού κ. Γιώργου Παπανδρέου πως οι Έλληνες εργαζόμενοι δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσουν με τους όρους της Κίνας ή της Ινδίας (4/2/2011, http://www.primeminister.gov.gr/2011/02/04/4257) τουλάχιστον ατυχές, αν όχι ειρωνικό ή υποκριτικό. Η μείωση των μισθών, η επέκταση του ωραρίου, η υποστολή των εργασιακών δικαιωμάτων προϊδεάζει για την επιθυμία από την πλευρά της κυβέρνησης να μετατραπούν οι εργαζόμενοι σε εργαλεία στοιβαγμένα σε χώρους εργασίας, καθημαγμένα από τις αλλεπάλληλες υποβιβάσεις και φιμωμένα απ’ την ανασφάλεια. Όταν λοιπόν οι ακολουθούμενες πολιτικές επιβραβεύουν τις αντίστοιχες συνθήκες εργασίας, ποιος αντίθετος λόγος θα αρκούσε για να ξορκίσει τα δεινά, χωρίς να φαντάζει εμπαικτικός;

Η υποτιθέμενη «διευκόλυνση» του καταναλωτικού κοινού μέσω της διεύρυνσης των ωραρίων εργασίας αναβιώνει εντέλει έναν εργασιακό μεσαίωνα, ο οποίος καταδικάζει τους εργαζόμενους σε ατελεύτητα κάτεργα. Μπορεί οι λογής απόπειρες ήδη από τις απαρχές του μεσαίωνα για τη δημιουργία του αεικίνητου, δηλαδή της μηχανής που θα λειτουργεί συνεχώς χωρίς ποτέ να σταματά, να μην καρποφόρησαν, όμως ο σύγχρονος εργασιακός μεσαίωνας επιφύλαξε επιτέλους στις κοινωνίες τον εντοπισμό του πραγματικού αεικίνητου, που δεν είναι άλλο από τον σύγχρονο εργαζόμενο. Ένα αεικίνητο που δεν σταματάει ποτέ μέχρι θανάτου, ιδίως αν συνυπολογιστεί πως η διεύρυνση του χρόνου εργασίας του δεν αφορά μόνο την επέκταση του ωραρίου του, μα και την αναβολή της συνταξιοδότησής του. Ένα αεικίνητο που μηχανικά διατηρείται διαρκώς ενεργοποιημένο, και μάλιστα χωρίς μπαταρίες «ντούρασελ»…

 

Γιάννης Στρούμπας

Των ασώτων…

Των ασώτων…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

 

«Ότε, καταβάς, τας γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν έθνη ο Ύψιστος», μας λέει ο Βυζαντινός υμνογράφος. Γιατί δεν είχαν, προφανώς, υπόψη τους – ούτε ο υμνογράφος ούτε και ο Ύψιστος – τις καινοφανείς θεωρίες κάποιων εξωνημένων και ξενόδουλων καλαμαράδων, οι οποίοι διατείνονται ότι η έννοια του έθνους είναι γέννημα της μετά το Διαφωτισμό εποχής.

Όταν η εθνική συνείδηση των λαών – και άρα και των Ελλήνων – υπήρχε από την εποχή… του Πύργου της Βαβέλ!…. Κι όχι μόνο τα έθνη, αλλά και τα οικόπεδά τους είχε μοιράσει ο Ύψιστος. Και μάλιστα ξέχασε – μας λέει το ανέκδοτο – να δώσει οικόπεδο στο έθνος των Ελλήνων. Και αναγκάστηκε να τους προσφέρει – μη έχοντας άλλη λύση – το δικό του!…

Κατοίκησαν, λοιπόν, οι Έλληνες στο οικόπεδο του Θεού. Και η πρώτη τους δουλειά ήταν να το ρίξουν στον αλληλοσπαραγμό. Όπως η αλαζονεία και τα συμφέροντά τους υπαγόρευαν. Αλλά και ο «μεγάλος Πέρσης βασιλιάς» υποδαύλιζε. Πράγμα που, στις μέρες μας κάνουν οι «ελεύθερες» και «δημοκρατικές» ΗΠΑ… Αλλά, τελικά ο Φίλιππος και στη συνέχεια ο γιος του, ο Αλέξανδρος κατάφεραν να τους συνενώσουν όλους. «Πλην Λακεδαιμονίων»…

Κι έτσι ξεχύθηκαν στην Ανατολή: Στο Γρανικό και στην Ισσό. Και μετά στην τελειωτική τη μάχη των Αρβύλων. Όπου «εσαρώθη ο φοβερός στρατός, που εκεί συγκέντρωσαν οι Πέρσες»Κι «απ’ την θαυμάσια πανελλήνια εκστρατεία… τη δοξασμένη, την απαράμιλλη, εβγήκαμεν εμείς: Κόσμος ελληνικός, καινούργιος μέγας… Με την ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών και την κοινήν ελληνικήν λαλιά», όπως ο Καβάφης θα μας πει…

Αλλά, μετά το θάνατο του, μόλις 33χρονου βασιλιά, επέστρεψαν η ύβρις και η έρις και ο αλληλοσπαραγμός. Για κάπου 300 χρόνια. Για να προετοιμαστεί, έτσι, το έδαφος, για την υποταγή μας στους Ρωμαίους. Οι οποίοι και αυτοί αναγκάστηκαν να παραδεχτούν πως «η υποταγμένη Ελλάδα υπέταξε τον τραχύ κατακτητή». Για να ‘ρθει, στη συνέχεια, με την πνευματική κυριαρχία και η εθνική ανεξαρτησία. Με την 1000ετία του Βυζαντίου.

Όπου και πάλι η ασωτία έφερε τη φθορά και την υποταγή. Στους τρισβάρβαρους της Ανατολής, αυτή τη φορά, τους Τούρκους. Των οποίων τη βαρβαρότητα δεν μπόρεσε να την αγγίξει και να την εξημερώσει ο ελληνικός πολιτισμός. Μπόρεσε, όμως, ωστόσο – ακόμη και μέσα στην άμπωτη και την παλίρροια της αυξομειούμενης βαρβαρότητας – να διατηρήσει άσβεστη τη φλόγα της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων.

Για να φτάσουν – μετά από 400 χρόνια – στην ελευθερία. Και μέσα από εμφυλίους, επαναστάσεις, πραξικοπήματα και χούντες να δημιουργήσουν μια στοιχειώδη δημοκρατική υποδομή.

Την οποία δημοκρατική υποδομή και ελευθερία – αυτή τη φορά – διέβρωσε και αποσάθρωσε το καρκίνωμα του δικομματισμού. Το οποίο δεν αρκέστηκε να κάμει λάβαρό του το παραλήρημα της ασωτίας. Αποφάσισε να προχωρήσει, πιο πέρα, και στην προδοσία.

Υπήρχε όμως φόβος να σταθούν εμπόδιο οι διαχρονικές αξίες και αρχές του πολιτισμού μας. Όπως πατρίδα, θρησκεία, έθνος, δικαιοσύνη, ανθρωπιά, φιλότιμο, κλπ. Και γι’ αυτό φρόντισαν κι αυτές να τις διαβρώσουν… Και κατέστρωσαν, όπως φαίνεται, μακρόπνοο σχέδιο, ώστε de facto να αποδυναμώσουν τις αξίες και αρχές αυτές και να τις περιθωριοποιήσουν. Και τελικά de jure να τις εξοστρακίσουν.

Και παράλληλα να δημιουργήσουν και τις απαραίτητες προϋποθέσεις, ώστε η επαίσχυντη προδοσία και η άνευ όρων παράδοση της Ελλάδας στους εχθρούς της, να φαίνεται σαν ιερό και αναπόφευκτο καθήκον για τη… σωτηρία της. Και το πέτυχαν με την τερατώδη χρεοκοπία. Την οποία χάλκευσαν, σε συνεργασία, όπως φαίνεται, με τους αδίστακτους σπόνσορές τους, τους τοκογλύφους.
Προκειμένου να μας εγκλωβίσουν στο κρεματόριο της τοκογλυφίας. Απ’ όπου έχουμε τόσες ελπίδες να διαφύγουμε, όσες και οι εγκλωβισμένοι στην «Κόλαση» της «Θείας Κωμωδίας» του Δάντη.

Και ποιος ο απώτερος σκοπός της επαίσχυντης αυτής προδοσίας;
Θυμάστε, μήπως,
εκείνο το τρισάθλιο δίλημμα: «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε»;
Ε, λοιπόν στόχος τους ήταν να ξεπουλήσουν – εδώ και τώρα –  το οικοπεδάκι του Θεού!  Τον παράδεισο, που λέγεται Ελλάδα….

Καθώς, εμείς βουλιάζουμε, «άβουλοι και μοιραίοι αντάμα»,μέσα το βούρκο των γουρουνιών της προδοσίας και της τοκογλυφίας…. Όπως ο άσωτος της παραβολής, προτού πάρει τη σωτήρια απόφαση….


Παπα-Ηλίας, http://papailiasyfantis.wordpress.com, 16-2-2011

Χρεοκοπία επ’ αόριστον

Χρεοκοπία επ’ αόριστον

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Τις τελευταίες ημέρες είδαμε να εκτυλίσσεται μια θεατρική παράσταση απείρου κάλλους. Η παράσταση αυτή άρχισε με τη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησαν οι ελεγκτές της τρόικας και ολοκληρώθηκε αργά το απόγευμα της ίδιας ημέρας.

Σ' αυτή τη συνέντευξη Τύπου οι εκπρόσωποι της τρόικας ξεκαθάρισαν το νέο πλαίσιο πολιτικής που θα πρέπει να εφαρμόσει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στο μεσοδιάστημα, ως το 2015. Πριν από την παράθεση των μέτρων, ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ, στην παρέμβαση του, ανέφερε ότι αυτά που έγιναν ως σήμερα αποσκοπούσαν απλώς στη σταθεροποίηση της οικονομίας, η οποία, όπως είπε, «ξέφυγε από την άβυσσο», και ότι τα δύσκολα για τον ελληνικό λαό τώρα αρχίζουν…

Ο ίδιος υποστήριξε ότι «τώρα ξεκινά η β' φάση του προγράμματος», η οποία θα χαρακτηρίζεται από «την επιτάχυνση όλων των μεταρρυθμίσεων».

Με στόχο τον «περιορισμό της σπατάλης», υποστήριξε ότι «διαρθρωτικές παρεμβάσεις» θα γίνουν παντού, στις πρώην ΔΕΚΟ, στη φορολογική πολιτική, στο μισθολόγιο, στις κοινωνικές δαπάνες, στις ιδιωτικοποιήσεις…

Τους μεσοπρόθεσμους στόχους ως το 2015 – με πρόσχημα τη μείωση του ελλείμματος κάτω από το 3% του ΑΕΠ – τους παρουσίασε ο εκπρόσωπος της Ε.Ε. Στο πλαίσιο αυτό ανέφερε ότι:

α) Συμφωνήθηκε «να υπάρξει για την περίοδο 2012 – 2014 εξοικονόμηση από έσοδα και δαπάνες, ίση με το 8% του ΑΕΠ». Μιλάμε για ένα ποσό της τάξης των 20,5 δισ. ευρώ, πέραν αυτών που προβλέπονται ήδη στο μνημόνιο. Αρχικά εκτιμούσαν (τον προηγούμενο Νοέμβρη) ότι, προκειμένου να μειωθεί το έλλειμμα κάτω από το 3% του ΑΕΠ ως το 2014, θα πρέπει να υπάρξουν νέες παρεμβάσεις που αντιστοιχούν στο 5% του ΑΕΠ, ύψους 12,8 δισ. ευρώ. Το ποσοστό αυτό αναθεωρήθηκε σήμερα στο 8% του ΑΕΠ, η υλοποίηση του οποίου προϋποθέτει αιματηρή λιτότητα.

β) «Να υπάρξουν έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις ως το 2015, ύψους 50 δισ. ευρώ». Από αυτά, τα 15 δισ. ευρώ θα πρέπει να εισπραχθούν τη διετία 2011 – 2012! Σε σχετική ερώτηση, απάντησε ότι τα έσοδα αυτά μπορούν να διασφαλιστούν από την πώληση εισηγμένων και μη εισηγμένων επιχειρήσεων του Δημοσίου, από την πώληση των συμμετοχών του Δημοσίου και των εμπορικών ακινήτων, ενώ σε σχετική παρατήρηση ανέφερε ότι η Ελλάδα δεν είναι ανάγκη να πουλήσει μνημεία αρχαιοτήτων για την επίτευξη του στόχου των 50 δισ. ευρώ… αρκεί «να χρησιμοποιηθεί η κρατική περιουσία για τη μείωση του χρέους» και επιτέθηκε ενάντια «στους λίγους που κερδίζουν από την κρατική περιουσία και αντιδρούν στην ιδιωτικοποίηση της»! Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι «η ιδιωτικοποίηση της κρατικής περιουσίας είναι προς όφελος του ελληνικού λαού»!

Τη συμφωνία τρόικας – κυβέρνησης ομολόγησε και το υπουργείο οικονομικών στο ενημερωτικό σημείωμα που έστειλε, την ίδια ημέρα (την Παρασκευή), στον Τύπο αναφορικά με το τι προβλέπεται στην τρίτη επικαιροποίηση του μνημονίου. Στο ενημερωτικό αυτό σημείωμα του υπουργείου διαβάζουμε ότι το επικαιροποιημένο μνημόνιο προβλέπει μεταξύ άλλων:

«Ενίσχυση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας για την περίοδο 2012 – 2015. Ολοκλήρωση της καταγραφής και της δημιουργίας ενός χαρτοφυλακίου συμμετοχών και εμπορικά αξιοποιήσιμων ακινήτων ύψους τουλάχιστον 50 δισ. ευρώ. Στόχος είναι η συνολική είσπραξη εσόδων τουλάχιστον 50 δισ. ευρώ την περίοδο 2011 -2015, εκ των οποίων τα 15δισ. έως το 2012». Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση είχε ήδη προσυπογράψει τις «υποδείξεις» των ελεγκτών της τρόικας, πριν αυτοί δώσουν τη συνέντευξη Τύπου.

Με δεδομένο ότι τα τελευταία είκοσι χρόνια το σύνολο των αποκρατικοποιήσεων (ιδιωτικοποιήσεων) που εφάρμοσαν όλες οι κυβερνήσεις από την εποχή Μητσοτάκη απέφεραν γύρω στα 12 δισ. ευρώ, σημερινές τιμές, μπορεί να καταλάβει κανείς το μέγεθος και το εύρος των ιδιωτικοποιήσεων που ζητά η τρόικα. Επιπλέον θα πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι κανενός είδους αποκρατικοποίηση – ιδιωτικοποίηση δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει ούτε την παθογένεια των δημοσιονομικών της χώρας, ούτε την εκτίναξη του δανεισμού. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι οι δυο κύριες προφάσεις γι' αυτές που χρησιμοποιήθηκαν διαχρονικά είναι ακριβώς η μείωση των ελλειμμάτων και ο περιορισμός του δημόσιου δανεισμού.

Αντί γι' αυτό στην τελευταία εικοσαετία για κάθε 1 δισ. ευρώ αποκρατικοποιήσεων (ιδιωτικοποιήσεων) είχαμε 18 δισ, ευρώ αύξηση του δημόσιου χρέους.

 

Χαριστικές συμβάσεις


Χώρια το γεγονός ότι κάθε μεγάλη ή μικρή αποκρατικοποίηση που έγινε συνδέθηκε με σκανδαλώδεις χαριστικές συμβάσεις προς συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα, ντόπια και ξένα, αλλά και με τη δημιουργία ιδιωτικών ολιγοπωλίων και μονοπωλίων. Ταυτόχρονα οι αποκρατικοποιήσεις στέρησαν το ελληνικό Δημόσιο από σημαντικές δυνατότητες πρόσθετων δημοσιονομικών εσόδων, που οι κυβερνήσεις έκαναν προσπάθεια να καλύψουν με ένταση της φοροεπιδρομής και φυσικά με τον δανεισμό. Τέλος, οι αποκρατικοποιήσεις στοιχίζουν σήμερα περισσότερο στον κρατικό προϋπολογισμό, παρά την εποχή που αναγκαζόταν να επιδοτεί τα (πλασματικά) ελλείμματα των δημόσιων φορέων που ιδιωτικοποιήθηκαν.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα το ελληνικό Δημόσιο πληρώνει περισσότερα για να συντηρούνται οι «άγονες γραμμές» από ιδιώτες, που κάποτε κάλυπτε με ίδια μέσα ο εθνικός αερομεταφορέας πριν αυτός πουληθεί κοψοχρονιά. Το ίδιο ισχύει για όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις, τις πρώην ΔΕΚΟ, που σήμερα μετά την ιδιωτικοποίηση τους στοιχίζουν μέσω των επιδοτήσεων, των εγγυήσεων, των προμηθειών κ.ο.κ. πολύ περισσότερα απ' ό,τι όταν βρίσκονταν υπό δημόσιο έλεγχο.

Για να εισπράξει λοιπόν η κυβέρνηση τα 50 δισ. ευρώ από ιδιωτικοποιήσεις, πρέπει να ξεπουλήσει τα πάντα, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Να εκποιήσει ό,τι συμμετοχές έχει σε τράπεζες, στον ΟΤΕ, τη ΔΕΗ, τα ΕΛΠΕ, την ΕΥΔΑΠ, τον ΟΠΑΠ. Εδώ να θυμίσουμε ότι το σύνολο των συμμετοχών του Δημοσίου ανέρχεται σε λίγο πάνω από 5 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό δεν καλύπτει ούτε καν τα πρώτα 15 δισ. που πρέπει να βρει η κυβέρνηση φέτος και του χρόνου. Επομένως πρέπει να βάλει χέρι στις υποδομές, σε λιμάνια, αεροδρόμια και εγκαταστάσεις παντός είδους.

Για παράδειγμα, ο πρώην αερολιμένας στο Ελληνικό, τα περιφερειακά αεροδρόμια, η συμμετοχή στο αεροδρόμιο των Σπάτων, το εθνικό οδικό δίκτυο, τα λιμάνια, οι αστικές συγκοινωνίες, η αμυντική βιομηχανία και οι εγκαταστάσεις των ενόπλων δυνάμεων, τα πάντα…

 

Στόχος η δημόσια περιουσία


Θα πρέπει να θυμόμαστε ότι η επιταγή της τρόικας δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία. Το μάτι των δανειστών ήταν καρφωμένο εξαρχής στην κινητή και ακίνητη περιουσία του ελληνικού Δημοσίου και γενικά της χώρας. Ο λόγος είναι απλός. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι το δημόσιο χρέος, όσο κι αν το «κουρέψουν», δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί και γι' αυτό προσπαθούν να βάλουν χέρι στις εμπράγματες αξίες που διαθέτει ετούτος ο τόπος. Η τακτική αυτή δεν είναι καινούργια. Είναι παλιά και δοκιμασμένη σε πολλές χώρες που βρέθηκαν σε ανάλογη κατάσταση χρεοκοπίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1982, λίγους μήνες πριν πτωχεύσει επίσημα το Μεξικό και ξεσπάσει η γνωστή κρίση χρέους της Λατινικής Αμερικής, ο Γουόλτερ Ρίστον, επικεφαλής τότε του τραπεζικού ομίλου της Citibank και σύμβουλος των προέδρων των ΗΠΑ από την εποχή του Ρίγκαν, απαντούσε ότι «μια χώρα δεν μπορεί να χρεοκοπήσει. Η χρεοκοπία είναι μια διαδικασία που αναπτύχθηκε από το δυτικό δίκαιο ώστε να συγχωρούνται οι υποχρεώσεις ενός προσώπου ή μιας επιχείρησης που οφείλει περισσότερα από όσα έχει. Όποια χώρα κι αν πάρουμε, σε όσο άσχημη κατάσταση κι αν είναι, πάντα θα κατέχει περισσότερα από όσα χρωστάει. Το ζήτημα είναι οι ταμειακές ροές και η θεραπεία με κατάλληλα προγράμματα που ο χρόνος θα τα αφήσει να αποδώσουν» (New York Times,14/9/1982).

Με άλλα λόγια, το δόγμα των τραπεζιτών είναι να μην αφήσουν μια χώρα να χρεοκοπήσει επίσημα, προκειμένου να βάλουν χέρι σ’ ό,τι κατέχει. Αρκεί να βρουν τρόπο να το ρευστοποιήσουν (να το μετατρέψουν σε ταμειακές ροές) και φυσικά να εφαρμοστεί η κατάλληλη θεραπεία που θα επιτρέψει το ξεζούμισμα της χώρας επ’ αόριστον.
Οι τραπεζίτες τότε ένιωθαν ασφαλείς διότι, εκτός από τις διεφθαρμένες κυβερνήσεις των χωρών που είχαν δανείσει, είχαν επίσης και έναν ακόμη πολύ ισχυρό σύμμαχο: το ΔΝΤ. Οι επιτελείς και οι μηχανισμοί του ΔΝΤ φρόντισαν να εφαρμόσουν τη συνταγή αυτή με καταστροφικό τρόπο σε πάρα πολλές χώρες, πρωτίστως στη Λατινική Αμερική, αλλά και παγκόσμια. Η ίδια συνταγή εφαρμόζεται και σήμερα στην Ελλάδα με δυο όμως καίριες διαφορές:

Αφενός, το γεγονός ότι η κυβέρνηση έχει υπογράψει μια πρωτοφανή στα χρονικά δανειακή σύμβαση, που παραχωρεί εκ προοιμίου και πριν καν επίσημα ζητηθούν το σύνολο της δημόσιας περιουσίας, της ιδιωτικής περιουσίας, ακόμη και του εθνικού εδάφους. Αυτό σημαίνει παραίτηση της χώρας «άνευ όρων και αμετάκλητα» της ασυλίας που φυσιολογικά της παρέχει η άσκηση της εθνικής της κυριαρχίας.

Αφετέρου, η ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη που της στερεί κάθε δυνατότητα, πρώτα και κύρια το εθνικό νόμισμα, αλλά και κάθε βασικό μακροοικονομικό εργαλείο άσκησης οικονομικής πολιτικής, που χρειάζεται για να αντιμετωπίσει την κρίση χρέους. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που οι ισχυροί της ευρωζώνης και της Ε.Ε. προσανατολίζονται στην επιβολή «συμφώνου ανταγωνιστικότητας» και «οικονομικής διακυβέρνησης», που στην πράξη σημαίνει την ολοκληρωτική υποδούλωση της χώρας στα κεντρικά όργανα της Ένωσης, χωρίς λόγο και δικαίωμα στη διαμόρφωση των κεντρικών αποφάσεων.

 

Λύση απελπισίας


Οι χώρες και οι λαοί είχαν πάντα ως εναλλακτική, ως λύση απελπισίας την επίσημη πτώχευση, έστω κι αν δεν είχαν τις δυνάμεις να επιβάλουν την ακύρωση των χρεών τους. Από μια επίσημη πτώχευση, ό,τι σοκ κι αν επιφέρει στην οικονομία και προπαντός στην κοινωνία μιας χώρας, μπορεί να ανακάμψει μια εθνική οικονομία. Ποτέ δεν χάθηκε μια χώρα κηρύττοντας πτώχευση. Η ιστορία της Ελλάδας το αποδεικνύει περίτρανα. Το ερώτημα είναι το εξής: 

Μπορεί να αντέξει μια χώρα τη λύση της εσαεί χρεοκοπίας που προωθούν οι τραπεζίτες και οι πολιτικοί της ευρωζώνης; Ή μήπως επειδή γνωρίζουν ότι δεν πρόκειται να αντέξει, βιάζονται να μεταφέρουν όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της ελληνικής οικονομίας στον άμεσο έλεγχο των κεντρικών οργάνων της Ένωσης με σκοπό να τα διασώσουν από την επερχόμενη διάλυση της χώρας;

Όσο για τον πληθυσμό, υπάρχει πάντα η ελεύθερη μετακίνηση προσώπων και επαγγελμάτων κι όποιος μπορεί ας επιβιώσει. Μήπως τελικά η χρεοκοπία στο διηνεκές που προωθείται θα μας κάνει να παρακαλάμε σαν χώρα και σαν λαός να είχαμε πτωχεύσει ήδη από το 2009;

 

 Διεστραμμένη οικονομική … φαντασίωση


Οι ελεγκτές της τρόικας με τη συνέντευξη τους ήρθαν απλά να επιβεβαιώσουν ότι δεν επιτρέπουν, ακόμη, να επέλθει η ληξιαρχική πράξη πτώχευσης της χώρας. Όχι γιατί δεν έχει πτωχεύσει ήδη η χώρα, αλλά γιατί η Ζώνη και η Ένωση δεν έχει λύσει ακόμη το κουβάρι των αντιθέσεων ανάμεσα στους ισχυρούς για το τι πρέπει να κάνει και επιπλέον η ελληνική οικονομία δεν έχει ακόμη ρευστοποιηθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, δηλαδή δεν έχει τις διαθέσιμες ταμειακές ροές, για τις οποίες μίλαγε ο Ρίστον.

Αυτό εξήγησε πρόσφατα και ο Λορέντζο Μπίνι Σμάγκι, της διοίκησης της ΕΚΤ, σε μια πρόσφατη ομιλία του στο ISE (Οικονομική Σχολή  του Λονδίνου) στις 9/11, όπου ανέφερε χαρακτηριστικά ότι υπάρχουν δυο σχέδια αντιμετώπισης της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη: Το  σχέδιο Α, δηλαδή η δημοσιονομική προσαρμογη που εφαρμόζεται ήδη. Και το σχέδιο Β, δηλαδή η επίσημη πτώχευση και η αναδιάρθρωση του χρέους.

Σύμφωνα με τον Μπίνι Σμάγκι, το  σχέδιο Α είναι αυτό που θα εξακολουθήσει να εφαρμόζεται και για τον σκοπό αυτό η Ζώνη άλλαξε τη συνθήκη της Λισσαβώνας έτσι ώστε το προσωρινό Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Στήριξης να μετατραπεί σε έναν μόνιμο Μηχανισμό Ευρωπαϊκής Σταθερότητας, που θα αναλάβει μετά το 2013 να συνεχίσει την κηδεμονία των χωρών που βρίσκονται ήδη υπό αυτό το καθεστώς, όπως είναι η Ελλάδα και η Ιρλανδία ή όποιες άλλες χώρες θα χρειαστεί να ενταχθούν στην πορεία.

 

«Ιδιοφυείς» ανοησίες


Ο κύριος αυτός εκτίμησε ότι η Ελλάδα θα πρέπει να υποστεί το σχέδιο Α τουλάχιστον έως το 2020 με την προϋπόθεση ότι μπορεί να συντηρήσει το δημόσιο χρέος της στο επίπεδο του 2012. Τι σημαίνει όμως συντήρηση του δημόσιου χρέους; Σημαίνει ότι ακόμη και οι κεντρικοί τραπεζίτες της ΕΚΤ θεωρούν ότι είναι αδύνατος ο έλεγχος του δημόσιου χρέους της Ελλάδας αν ξεφύγει από την πρόβλεψη του 2012, η οποία είναι για 156% του ΑΕΠ. Για να συντηρηθεί σ' αυτά τα επίπεδα θα πρέπει ο κρατικός προϋπολογισμός να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 6% επί του ΑΕΠ για κάθε χρόνο, με ετήσια άνοδο του ΑΕΠ ανάμεσα στο 3% και το 4% ετήσια και με επιτόκια δανεισμού σε ±6%.

Φυσικά το σενάριο αυτό είναι σαν να λες ότι αν βάλω ρουλεμάν στη γιαγιά και την αμολήσω στην κατηφόρα της Κατεχάκη, τότε η τελική της ταχύτητα θα είναι ίδια με αυτήν ενός αυτοκινήτου.

Πρόκειται για μια διεστραμμένη φαντασίωση, διότι και μόνο η προσπάθεια να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι θα επιφέρει τέτοιες καταστροφές στην κοινωνία και την οικονομία της χώρας, θα βαθύνει τόσο πολύ την ύφεση στην οποία βρίσκεται ήδη η Ελλάδα, που είναι ζήτημα αν θα υπάρχει επιστροφή, τουλάχιστον για την επόμενη δεκαετία. Όμως τι εννοεί ο ιδιοφυής τραπεζίτης με τη συντήρηση του δημόσιου χρέους, αν βεβαίως επαληθευθεί η υπόθεση εργασίας που κάνει;

Σημαίνει ότι αφού σταθεροποιηθεί το δημόσιο χρέος στο 156% του ΑΕΠ για το 2012 και το  2013, μετά υποτίθεται ότι θα αρχίσει να μειώνεται έτσι ώστε το 2020 να βρεθεί στο 120%   του ΑΕΠ. Να βρεθεί δηλαδή στο επίπεδο απ' όπου περίπου το παρέλαβε το μνημόνιο. Και   φυσικά θα πρέπει να πιστέψουμε ότι το 2020 η Ελλάδα δεν θα βρεθεί στο χείλος της πτώχευσης, όπως έγινε και το 2009.

Αυτός κι αν είναι  αισιόδοξος στόχος: Να υποστεί η χώρα τα πάνδεινα προκειμένου να βρεθεί έπειτα από 10  χρόνια στο σημείο απ' όπου ξεκίνησε. Κι αυτό ο επιτετραμμένος του ΔΝΤ κ. Τόμσεν το ονομάζει  «σας σώσαμε από την άβυσσο». Μήπως τελικά η «άβυσσος» είναι προτιμότερη από την κόλαση, ή μήπως τελικά η ασθένεια είναι καλύτερη από τη θεραπεία;

 

Κανείς δεν γλίτωσε


Ο Μπίνι Σμάγκι διαφωνεί και αντιτείνει τον εξής ισχυρισμό: «Τα τελευταία 20χρόνια, 19 χώρες από τα 120 προγράμματα προσαρμογής του ΔΝΤ είχαν αναδιάρθρωση χρέους». Με αυτόν τον τρόπο θέλει να πει ότι το εναλλακτικό σχέδιο Β, δηλαδή η επίσημη πτώχευση και αναδιάρθρωση χρέους, είναι μια επιλογή με μεγαλύτερο κόστος. Το ερώτημα όμως που δεν απαντά είναι το εξής:

Πόσες από τις χώρες που συνέχισαν με προγράμματα του ΔΝΤ γλίτωσαν από το χρέος και τις διαρθρωτικές προσαρμογές; Καμία. Οι μόνες χώρες που έστω και προσωρινά γλίτωσαν από τον βραχνά της χρεοκοπίας είναι μόνο εκείνες που μονομερώς χρεοκόπησαν και έσβησαν έστω μέρος των χρεών τους. Φυσικά υπάρχει πάντα και η επιλογή να μην πληρώσει ένας λαός το τοκογλυφικό χρέος που του έχουν επιβάλει και έχει κάθε έννομο δικαίωμα να το κάνει. Αλλά αυτό ούτε να το σκέφτονται δεν θέλουν οι τραπεζίτες.

 

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύτηκε και στο «Ποντίκι», 17-2-2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/02/blog-post_6506.html

Ο αντικατοπτρισμός του Ντόριαν Γκρέϋ…

Ο αντικατοπτρισμός του Ντόριαν Γκρέϋ… (και οι ευθύνες της αριστεράς)

 

Του Στάθη Σ(ταυρόπουλου)*


 

Ο κ. Φ. αγαπούσε παθιασμένα το περιβάλλον, αλλά δεν ένοιωθε το ίδιο θερμά για την πατρίδα… «Προφανώς ούτε το περιβάλλον έχει πατρίδα» συμπέρανε ο κ. Χ, φίλος του κ. Φ…

Οι εργαζόμενοι έχουν υποστεί απώλεια εισοδήματος. Κυριώτατα όμως έχουν υποστεί απώλεια πολιτικής ισχύος.  Η χώρα έχει περιέλθει υπό καθεστώς Κατοχής Ευρωαμερικανών Τοκογλύφων και, σχεδόν αμαχητί, οι εργαζόμενοι χάνουν ένα-ένα όσα κατέκτησαν μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Η επιστροφή του πολιτισμού της εργασίας στη βαρβαρότητα της αγοραίας ζούγκλας δεν είναι ante portas αλλά inter arma.

Παρά ταύτα, το κακό είναι ακόμα στην αρχή του, άλλες, ακόμα σκοτεινότερες εξελίξεις επέρχονται. Αλλά, αν ο Γιώργος Παπανδρέου έχει ιστορικές ευθύνες για αυτήν την επίθεση εναντίον των δικαιωμάτων του λαού, δεν έχουν ανάλογες ευθύνες κι εκείνοι που δεν μπορούν να οργανώσουν την άμυνά του;

Γιατί δηλαδή, ενώ φανήκαμε ικανοί για το «δεν πληρώνω – δεν πληρώνω» όσον αφορά τα διόδια, είμαστε ακόμα ανίκανοι για το «απεργώ-απεργώ» εις ό,τι αφορά τα μεροκάματα, τις περικοπές, τη βαρειά φορολόγηση, τα σκάνδαλα και την πολιτική δημαγωγία;

Οι ευθύνες για κάτι τέτοιο προφανώς βαραίνουν την Αριστερά, αν όχι στο σύνολό της, αλλά πάντως στην αδυναμία της να εμφανίσει το σύνολό της ως δύναμη ικανή και αναγκαία για την άμυνα (ίσως και την αντεπίθεση) του λαού.

Το πρόβλημα αυτό έχει κρατήσει πολύ. Ουδείς ζητά απ’ την Αριστερά να ενωθεί, οι πολιτικές της επιλογές διαφέρουν έντονα – και καλώς! όμως πολλοί, κι όχι μόνον αριστεροί, ζητούν απ’ την Αριστερά να συμπαραταχθεί. Γιατί αυτό, τουλάχιστον για την ώρα, φαίνεται ακατόρθωτο;

Ίσως διότι εδώ και πολλά χρόνια η Αριστερά έχει πάψει να παράγει ιδεολογία και ταυτότητα.

Το μεν ΚΚΕ έχει ταριχεύσει τις ιδεολογικές του αναζητήσεις μέσα στο ιστορικό του δίκιο και παράγει όση πολιτική χρειάζεται για την αυθυπαρξία του, η δε υπόλοιπη Αριστερά δεν παράγει τίποτα εδώ και χρόνια.

Ήδη από το 1990 και μετά η κάποτε ανανεωτική, αλλά και η υπόλοιπη, η ριζοσπαστική Αριστερά, έπαψαν να παράγουν λόγο οι ίδιες κι άρχισαν απλώς να υιοθετούν τον λόγο των μη-κυβερνητικών-οργανώσεων κι άλλων νεόκοπων σχημάτων με τα οποία το αστικό καθεστώς νομιμοποιούσε αταξικές προσεγγίσεις όπως οι «κοινωνίες των πολιτών», πολύ βολικές εν τέλει στον πολιτικό νεοφιλελευθερισμό εν πρώτοις και στον άγριον οικονομικό νεοφιλελευθερισμό στη συνέχεια.

…………………………………….

 

Έτσι, σιγά-σιγά κι ανεπαισθήτως σημαντικό μέρος της Αριστεράς (περισσότερο τα στελέχη της, παρά τα μέλη και οι ψηφοφόροι της) βρέθηκε περιτειχισμένο από θεωρίες, έννοιες, λέξεις, ιδέες, ρητορική και σημειολογία, αμερικανικής κυρίως προέλευσης όπως ο μεταμοντερνισμός, η πολιτική ορθότης, ο πολυπολιτισμός, ο αυτοπροσδιορισμός, το φαντασιακό, η αφήγηση της ιστορίας, η αλήθεια του άλλου – ένα δηλαδή

ιδεολογικό πλεκτό πολύ της μόδας, εν πολλοίς αντιμαρξιστικό και οπωσδήποτε χρήσιμο για την αφομοίωση απ’ το καθεστώς άλλοτε επαναστατικών ή μεταρρυθμιστικών πολιτικών.

Μια ιδεολογία που με τον καιρό ένα μέρος της Αριστεράς άρχισε να νομίζει ότι ήταν δική της, ενώ απλώς διευκόλυνε πολλούς να κάνουν κρατικοκομματικές καριέρες, να απομυζούν το κράτος μέσω ΜΚΟ, διορισμών και αναθέσεων και πάντως μια ιδεολογία που διέρρηξε τη σχέση αυτών των αριστερών με τον λαό, τη λαϊκή παράδοση, αλλά και τις λαϊκές ανάγκες.

Τα αποτελέσματα αυτής της μετάλλαξης, να έχουμε δηλαδή μια Αριστερά με ιδεολογίες άλλων, τα είδαμε σε κρίσιμα θέματα, όπως το Σχέδιο Ανάν, οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στη Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ και άλλα…

Όπως και να 'χει, η βλάβη δεν είναι ανήκεστος – ίσως η δυναμική της κρίσης να αποκαλύψει τη φενάκη – ίσως ο μαρξισμός τώρα περισσότερο παρά ποτέ μπορεί να φωτίσει τα πράγματα…

 

ΥΓ. Η στήλη σάς ευχαριστεί όλους θερμώς – ξέρετε εσείς…

 

* ΣΤΑΘΗΣ Σ. 11.ΙΙ.2011 stathis@enet.gr

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011,  http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=11/02/2011&s=naytilos

ΑΙΓΥΠΤΟΣ: Εξέγερση για μια χούντα;

ΑΙΓΥΠΤΟΣ: Εξέγερση για μια χούντα;

 

Του Γιώργου Δελαστίκ


 

Πέρα από την απομάκρυνση του τυράννου Χόσνι Μουμπάρακ από την εξουσία, απολύτως τίποτα άλλο δεν έχει κριθεί στην Αίγυπτο. Το βέβαιο είναι ότι ο πρώτος γύρος της λαϊκής εξέγερσης έληξε, αλλά καθόλου σίγουρο δεν είναι ότι δεν θα υπάρξουν και άλλοι γύροι αναμέτρησης του στρατιωτικού καθεστώτος με διαδηλωτές.

Αν πάντως τα πράγματα εξελιχθούν όπως δείχνουν αυτή τη στιγμή, τότε τα κέρδη της εξέγερσης – η ανατροπή του Μουμπάρακ – ενδέχεται να αποδειχθούν εντελώς αναντίστοιχα προς το εύρος, τον παλλαϊκό χαρακτήρα και το μεγαλείο της.

Ας δούμε τα πράγματα ψυχρά. Μέχρι στιγμής τα αποτελέσματα της εξέγερσης είναι η απαλλαγή από τον Μουμπάρακ και η εγκαθίδρυση μιας… στρατιωτικής χούντας – και μάλιστα από το καθεστώς Μουμπάρακ χωρίς τον πρόεδρό του!

Ο αιγυπτιακός στρατός είχε την εξουσία πριν, ο αιγυπτιακός στρατός την έχει και τώρα – και μάλιστα σε ωμή μορφή, χωρίς κοινοβούλιο και χωρίς σύνταγμα.

Υποτίθεται ότι το ίδιο καθεστώς που έχει στραγγαλίσει τη δημοκρατία στην Αίγυπτο τουλάχιστον επί σαράντα χρόνια, το ίδιο καθεστώς θα οδηγήσει τη χώρα στον… εκδημοκρατισμό! Το σχήμα είναι εμφανώς οξύμωρο. Είναι επίσης απολύτως βέβαιο ότι εντελώς άλλη είναι η αντίληψη περί δημοκρατίας των στρατηγών του δικτατορικού καθεστώτος και εκείνη του εξεγερμένου λαού.

Αν λοιπόν η στρατιωτική χούντα αφεθεί ανενόχλητη να καθορίσει αυτή τη μορφή και το περιεχόμενο της νέας αιγυπτιακής δημοκρατίας, αυτό που θα προκύψει δεν θα έχει καμιά σχέση με αυτό που ονειρεύτηκαν οι ηρωικοί διαδηλωτές. Η θυσία των εκατοντάδων νεκρών θα έχει πάει στράφι.

Ούτε για τα μάτια του κόσμου η στρατιωτική χούντα δεν έκρινε αναγκαίο να σχηματίσει μια έστω κατ' όνομα κυβέρνηση εθνικής ενότητας απαρτιζόμενη από πολίτες, εκπροσώπους πρωτίστως των εξεγερμένων, κάποιων δυνάμεων και προσωπικοτήτων της υπαρκτής αντιπολίτευσης και εκπροσώπων του καθεστώτος Μουμπάρακ, που δεν βαρύνονταν προσωπικά με εγκλήματα κατά του αιγυπτιακού λαού.

Είναι εξωφρενικό, αλλά αυτή τη στιγμή την Αίγυπτο την κυβερνά η κυβέρνηση που όρισε ο Μουμπάρακ πριν ανατραπεί, με δικτατορικές μάλιστα εξουσίες!

Ο δικτάτορας της χώρας, στρατάρχης Μοχάμεντ Χουσεΐν Ταντάουι, έχει κάνει είκοσι (!) ολόκληρα χρόνια υπουργός Αμυνας του καθεστώτος Μουμπάρακ, ο οποίος πριν τον κάνει υπουργό Αμυνας τον είχε αρχηγό των πραιτωριανών της προεδρικής φρουράς από το 1988 ως το 1991. Πρόκειται για άτομο της απόλυτης εμπιστοσύνης του Ισραήλ και των ΗΠΑ.

Τηρουμένων φυσικά των αναλογιών, αν θέλουμε να κάνουμε συγκρίσεις με τα καθ' ημάς στην περίοδο της δικτατορίας, στην Αίγυπτο δεν έχουμε ακόμη σε καμιά περίπτωση εξέλιξη σαν τη μεταπολίτευση του Ιουλίου του 1974, που έφερε στην εξουσία τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Για την ώρα βρισκόμαστε στις… «25 Νοεμβρίου του 1973» – όταν δηλαδή μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου απομακρύνθηκε ο δικτάτορας Παπαδόπουλος και ανέλαβε ο δικτάτορας Ιωαννίδης!

Η ζωή θα δείξει αν ο αιγυπτιακός στρατός θα επιδιώξει να διαιωνίσει την εξουσία του μέσω εκλογικής νομιμοποίησης κόμματος ή κομμάτων που θα έχει υπό τον έλεγχό του. Η ζωή επίσης θα δείξει αν ο λαός της Αιγύπτου θα ανεχθεί μια τέτοια πορεία προς τις εκλογές υπό απόλυτο στρατιωτικό έλεγχο ή αν θα απαιτήσει πολιτική κυβέρνηση εθνικής ενότητας, ώστε να διασφαλιστεί ένας βαθύτερος και ουσιαστικότερος εκδημοκρατισμός.

Βέβαιο πάντως είναι ότι οι μέχρι τώρα εξελίξεις δεν δημιουργούν κανέναν κίνδυνο για τη συνέχιση της εξωτερικής πολιτικής υποτέλειας της Αιγύπτου στις ΗΠΑ και στο Ισραήλ.

Από τη στιγμή που η εξουσία βρίσκεται ολοκληρωτικά στα χέρια του στρατιωτικού καθεστώτος, τίποτα δεν αλλάζει στον τομέα αυτόν.

Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει σήμερα φυσικά πώς θα εξελιχθεί η πορεία εκδημοκρατισμού της Αιγύπτου, η οποία θα καθορίσει και τη δυνατότητα να υπάρξει θεωρητικά ένας κυβερνητικός συνασπισμός που θα εναρμονιστεί με τη θέληση του αιγυπτιακού λαού και θα αμφισβητήσει την επονείδιστη συνθήκη ειρήνης του Καΐρου με το Τελ Αβίβ. Ιδωμεν…

 

ΑΙΝΙΓΜΑ: Πώς θα εκφραστούν οι εξεγερθέντες;

 

Άγνωστος και αποσταθεροποιητικός παράγοντας για κάθε σχεδιασμό επί χάρτου αναφορικά με τις αιγυπτιακές πολιτικές εξελίξεις είναι τελικά το πώς θα εκφραστούν πολιτικά και εκλογικά τα εκατομμύρια των Αιγυπτίων που εξεγέρθηκαν. Ο κοινωνικός χαρακτήρας της εξέγερσης και η παντελής αδυναμία ανάδειξης κάποιου ηγεμονικού πολιτικού κέντρου, άφησε αναπάντητο το ερώτημα: Θα μπορέσει κάποιος ή κάποιοι να εκφράσουν πολιτικά τις διαθέσεις και τις προσδοκίες των οργισμένων Αιγυπτίων; Αν ναι, τότε στην Αίγυπτο και σε όλο τον αραβικό κόσμο θα γίνει πολιτικός σεισμός. Αν όχι, τότε ουσιαστικά δεν θα αλλάξει τίποτα, πέρα από κάποια επιφανειακά μέτρα εκδημοκρατισμού, αδιάφορα για τον υπόλοιπο κόσμο.

 

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύτηκε στο ΕΘΝΟΣ την Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11826&subid=2&pubid=55154984

Φιλοσοφία: Διάκριση «κτιστό-άκτιστο»

Η φιλοσοφική σημασία της διάκρισης «κτιστό-άκτιστο»

 

Του Παύλου Κλιματσάκη

 


 

Τα ενδιαφέροντα σχόλια κάποιων αναγνωστών του Αντιφώνου σε ένα προηγούμενο κείμενό μου, μού δίνουν αφορμή να αναφέρω κάποιες σκέψεις σχετικά με την φιλοσοφική, δηλαδή λογική, σημασία της διάκρισης κτιστό-άκτιστο. Η εν λόγω διάκριση έχει πολλαπλές συνέπειες για διάφορα φιλοσοφικά και θεολογικά ερωτήματα. Θα περιορισθώ εν προκειμένω σε δύο πλευρές αυτού του θέματος, ώστε αφενός να μην κουράσω τους αναγνώστες και αφετέρου να δημιουργήσω τις προϋποθέσεις για περαιτέρω αναπτύξεις αυτού του θέματος.

Οι δύο πλευρές στις οποίες θα ήθελα να αναφερθώ είναι οι εξής:

α. ποια είναι η λογική αναγκαιότητα δια της οποίας προκύπτει αυτή η διάκριση, και β. πώς πρέπει αυτή να γίνει κατανοητή ώστε να προκύψουν ενδιαφέροντα φιλοσοφικά και γνωσιολογικά συμπεράσματα.

Δύο προεισαγωγικές παρατηρήσεις: 1. Χρησιμοποιώ τους όρους «κτιστό» και «άκτιστο» συμμορφούμενος προς την ήδη υπάρχουσα θεολογική μας παράδοση και επειδή είναι ευρύτερα γνωστοί και παράλληλοι σε σημασία προς τους όρους «δημιουργημένο και αδημιούργητο όν». Ωστόσο, στο πλαίσιο μιας φιλοσοφικής πραγματείας θα χρησιμοποιούσα διαφορετική ορολογία. Για λόγους που δεν μπορώ να εξηγήσω εν συντομία, θεωρώ ότι σωστότερος φιλοσοφικός όρος σε σχέση με το άκτιστο ον είναι το «υπερούσιον». Επομένως, και σε αντιδιαστολή με τον όρο αυτό, «κτιστό» είναι το «ενούσιο» ον. Τη πλήρη σημασία αυτών των όρων ευελπιστώ να καταδείξω σε μία υπό ετοιμασία εργασία μου που επιδιώκει τη θεμελίωση μιας επιστήμης του υπερουσίου όντος. 2. Οι τελευταίες αυτές λέξεις καθιστούν αναγκαία την παρατήρηση ότι η συνήθης θεολογική αντίληψη, κατά την οποία δεν είναι δυνατή η φιλοσοφική, με άλλα λόγια λογική προσέγγιση της έννοιας του ακτίστου όντος, εφόσον τουλάχιστον αυτή οφείλει να έχει και κάποιο θετικό περιεχόμενο και δεν περιορίζεται σε μια αρνητική αποφατικότητα, δεν είναι ικανοποιητική. Την απόδειξη, πάντως, της δυνατότητας σχηματισμού της έννοιας του ακτίστου ή υπερουσίου όντος οφείλει να δώσει η αναφερθείσα επιστήμη του υπερουσίου.

Επιστρέφω τώρα στο πρώτο ερώτημα με το οποίο θέλω να ασχοληθώ στο παρόν κείμενο. Οι αναγνώστες παρατήρησαν ότι η εν λόγω διάκριση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή στο πλαίσιο της αρχαιοελληνικής οντολογίας, και νομίζω ότι όλοι συμφωνήσαμε σε αυτό. Η διάκριση αυτή έρχεται στο ιστορικό προσκήνιο με τον χριστιανισμό και στο πέρασμα των αιώνων βαθμηδόν αποκρυσταλλώνεται δογματικά, εκτός των άλλων και σε αντιδιαστολή προς την ύστερη ελληνική φιλοσοφία. Δεν με ενδιαφέρει να ανασυγκροτήσω την πορεία σχηματισμού του εν λόγω ζεύγους εννοιών, αλλά την χρησιμοποιώ εδώ ως δεδομένη και ως έχει. Το ερώτημα που θέτω είναι εάν στη διάκριση αυτή μπορεί να αποδοθεί κάποιο λογικό νόημα, με άλλα λόγια, εννοιακό περιεχόμενο. Το εν λόγω περιεχόμενο προκύπτει από τη διαδικασία δια της οποίας κατανοούμε ότι πρέπει να εισάγουμε αυτήν την διάκριση. Άρα, το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα συμπλέκονται.

Πώς οδηγούμαστε στην έννοια του ακτίστου όντος


Η διάκριση κτιστό-άκτιστο χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο του αναφερθέντος προηγούμενου άρθρου με αφορμή τη σημασία της θεωρίας της Μεγάλης Έκρηξης. Ας ξεκαθαρίσουμε ακόμα μία φορά ότι η Μεγάλη Έκρηξη ως φυσικοεπιστημονική θεωρία δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως απόδειξη της ύπαρξης του ακτίστου. Αυτό δεν θα είχε νόημα, διότι η ίδια η θεωρία δεν είναι σε θέση να επιτρέπει φιλοσοφικές κρίσεις. Αυτό που υπονοήσαμε ως απόδειξη, παραπέμποντας σε ένα βιβλίο μας, στο οποίο εκφέρεται η η απόδειξη αυτή καθ’ εαυτή, ήταν η έννοια της «αρχής του σύμπαντος». Υπαινιχθήκαμε ότι η θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης συνεπαγεται μια τέτοια αρχή του σύμπαντος και υποστηρίζει επομένως την κοσμολογική απόδειξη. Άρα, η διάκριση κτιστού-ακτίστου βασίζεται επί της κοσμολογικής αποδείξεως, διότι αυτή συνεπάγεται ότι το Είναι της φύσεως προκύπτει από το Είναι ενός ετέρου μη-φυσικού όντος.

Η λογική αναγκαιότητα της ύπαρξης του ακτίστου όντος, δηλαδή του Θεού, μπορεί να γίνει κατανοητή και εντελώς ανεξάρτητα από τη θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης μέσα από την έννοια της αρχής του σύμπαντος. Ο αναγνώστης ας προσέξει ότι δεν κάνω λόγο περί αρχής του χρόνου, αλλά περί αρχής του σύμπαντος ή της φυσικής πραγματικότητας. Υπαινισσόμαστε δηλαδή ότι η φύση έχει κάποιου είδους αρχή. (Ο χρόνος είναι αφαίρεση από την έννοια της μεταβολής και της κίνησης και δεν υπάρχει καθ’ εαυτός. Όταν εκλαμβάνεται ως αυτόνομα υπαρκτός, προκύπτουν οι γνωστές αντινομίες, τις οποίες εξέθεσε ο Καντ στην Κριτική του Καθαρού Λόγου. Αντιστοίχως, αντινομίες προκύπτουν και από την άλλη αφαίρεση, τον χώρο, όταν αυτός εκλαμβάνεται ως καθαρή έκταση κενή ύλης.) Η έκφραση «η φύση έχει αρχή» έχει ένα συγκεκριμένο νόημα, με βάση το οποίο εύκολα προκύπτει η ανάγκη να την νοήσουμε ως δημιουργημένη. Πώς πρέπει λοιπόν να γίνει κατανοητή η αρχή του σύμπαντος ή της φύσεως;

Παρότι χώρος και χρόνος δεν υπάρχουν καθ’ εαυτοί και χωριστά από αυτό που ονομάζουμε ύλη, η φύση είναι χωροχρονική πραγματικότητα. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει αυτό το οποίο όλοι γνωρίζουμε, ότι δηλαδή η φυσική πραγματικότητα είναι αφενός εκτατή και αφετέρου υπόκειται στην μεταβολή. Έτσι συναντάμε την φυσική πραγματικότητα. Τα φυσικά όντα καταλαμβάνουν ορισμένο χώρο, αριστοτελικά μιλώντας συνιστούν «τόπο», και επίσης μεταβάλλονται, δεν είναι αιώνια. Τα εκάστοτε φυσικά όντα ανάγονται σε προηγούμενά τους φυσικά όντα, τα οποία νοούνται ως αιτίες τους. Τα φυσικά όντα έχουν αιτίες· αυτή η έκφραση είναι ισοδύναμη με εκείνη που προαναφέρθηκε, ότι δηλαδή τα φυσικά όντα συνιστούν χωροχρονικές οντότητες. Τα φυσικά όντα ανάγονται λοιπόν πάντα σε προηγούμενά τους, στις αιτίες τους, από τις οποίες λαμβάνουν την ύπαρξή τους.

 

Υπάρχει κάτι πιο αυτονόητο από το αναφερθέν;

 

Το επόμενο βήμα είναι ωστόσο κάπως δυσκολότερο να το συλλάβει ο κοινός νους. Αυτό έχει να κάνει με την έννοια του απείρου· όπως έδειξε πρώτος ο Αριστοτέλης, το άπειρο είναι πάντα μόνο δυνάμει και ποτέ ενεργεία ον. Το ενεργεία ον είναι πάντοτε συγκεκριμένο και πεπερασμένο. Αυτό σημαίνει ότι η ακολουθία και η διαδοχή των φυσικών όντων δεν μπορεί να λαμβάνει χώρα, όπως λέγεται, «επ’ άπειρον», αλλά πρέπει να έχει μία συγκεκριμένη αρχή. Επειδή οι αναγνώστες μπορεί να μη γνωρίζουν τις σχετικές διατυπώσεις του Αριστοτέλη, τους καλώ να σκεφθούν ότι μια άπειρη αλληλοδιαδοχή απλά δεν έχει κανένα νόημα. Ο Καντ έδειξε στις αντινομίες του περί χώρου και χρόνου, ότι, επί παραδείγματι, ο χρόνος μπορεί εξίσου καλά να αποδειχθεί ότι έχει αρχή, όπως και το αντίθετο, ότι δηλαδή δεν έχει καμία αρχή. Αυτό οφείλεται στο ότι ο χρόνος δεν υπάρχει καθ’ εαυτός. Η φύση όμως είναι πραγματική, και εκδηλώνεται ως χρόνος δια της μεταβολής, της κίνησης. Εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε ότι εάν η μεταβολή δεν είχε αρχή, δεν θα είχε ποτέ προκύψει τίποτε συγκεκριμένο· η παρούσα κατάσταση του φυσικού όντος δεν θα είχε προκύψει ποτέ εάν προϋποτίθεντο άπειρες, χωρίς τέλος, προηγούμενες καταστάσεις. Με άλλα λόγια, η μεταβολή πρέπει να έχει αρχή, διότι αλλιώς δεν είναι καθόλου δυνατή. Αυτό νομίζω ότι μπορούμε να το καταλάβουμε εύκολα όλοι. (Ο έμπειρος αναγνώστης θα διακρίνει εν προκειμένω την ομοιότητα του επιχειρήματος με τον «πενταπλό τρόπο» του Ακινάτη. Ωστόσο, υπάρχουν και ουσιαστικότεροι λόγοι για τους οποίους η μεταβολή πρέπει να έχει αρχή, αλλά θα χρειαζόταν πολύ μεγαλύτερη ανάλυση για να τους αναφέρουμε, και εξ ανάγκης παραπέμπω ξανά στο αναφερθέν βιβλίο μου. Περαιτέρω ο Ακινάτης και η νεώτερη φιλοσοφία δεν εκμεταλεύτηκαν σωστά τις συνέπειες της κοσμολογικής απόδειξης, διότι δεν είχαν έννοια περί του ακτίστου.)

Το φυσικό σύμπαν ως χωροχρονική πραγματικότητα υπόκειται λοιπόν στη μεταβολή, και αυτή πρέπει να έχει αρχή. Αυτό το σημείο το ονομάζουμε αρχή του σύμπαντος, όχι αρχή του χρόνου. Πρέπει περαιτέρω να κατανοήσουμε το εξής: Η αναφερθείσα αρχή είναι η άμεση κατάσταση του φυσικού κόσμου. Προκύπτει τώρα το ερώτημα: Αυτή η άμεση κατάσταση είναι αφ’ εαυτής ή πρέπει να θεωρηθεί ότι προέρχεται, δηλαδή παράγεται εξ ετέρου μη-φυσικού όντος; Πώς μπορεί να απαντηθεί αυτό το ερώτημα; Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε εν προκειμένω είναι ότι τα φυσικά όντα δεν μπορούν να είναι αφ’ εαυτών, διότι τότε θα έπρεπε να προηγούνται και να έπονται του εαυτού τους, επομένως να μην είναι φυσικά όντα· με άλλα λόγια, τα φυσικά όντα δεν μπορούν να είναι άμεσα, μπορούν να είναι μόνον έμμεσα. Τα φυσικά όντα νοούνται κατ’ ανάγκη ως παραγόμενα εξ άλλων φυσικών όντων, είναι με άλλα λόγια μεταβλητά (τρεπτά). Επομένως, η αρχή των φυσικών όντων, της φυσικής πραγματικότητας, δεν μπορεί να είναι αφ’ εαυτής, αλλά ούτε και από άλλα φυσικό ον, διότι τότε δεν θα ήταν η αρχή του φυσικού κόσμου. Φτάνουμε λοιπόν εύκολα στο συμπέρασμα ότι η αρχή των φυσικών όντων πρέπει να προέρχεται από έτερο ον, μη-φυσικό.


Το υπερούσιο ον


Βλέπουμε ότι η ανάγκη της δημιουργίας του φυσικού κόσμου είναι αποτέλεσμα της ίδιας της έννοιας της φύσεως, όπως την αντιλαμβανόμαστε όλοι οι άνθρωποι. Η ίδια η φύση αποτελεί λοιπόν την απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Η κοσμολογική απόδειξη καταδεικνύει επομένως ότι δεν υπάρχει μόνο το φυσικό ον αλλά και άλλου είδους ον, μη-φυσικό, το οποίο προάγει την φύση στο ον. Πώς πρέπει όμως να νοηθεί το μη-φυσικό ον; Αυτό είναι το δεύτερο ερώτημα το οποίο θα μας απασχολήσει. Η κοσμολογική απόδειξη συνεπάγεται ότι η φύση, η ύλη δεν είναι η μοναδική πραγματικότητα. Βεβαίως, όποιος έχει διαβάσει κλασικούς φιλοσόφους γνωρίζει ότι η υλική παγματικότητα διακρίνεται από το πνεύμα, τον νου. Ωστόσο η μη φυσική πραγματικότητα, η οποία προκύπτει από την κοσμολογική απόδειξη, δεν είναι το πνεύμα, ο νους. Τουλάχιστον όχι υπό την υποκειμενική σημασία κατά την οποία εμείς οι άνθρωποι είμαστε πνεύματα, νόες. Η κοσμολογική απόδειξη οδηγεί στην έννοια ενός όντος, το οποίο εν αντιθέσει προς την φύση νοείται ως θέτον τον εαυτό του. Είναι, δηλαδή, προφανές ότι εφόσον η φύση τίθεται εξ ετέρου όντος, το ον που τη θέτει δεν είναι δυνατόν εκ νέου να τίθεται εξ ετέρου όντος, διότι τότε θα ήταν και το ίδιο φύση. Το ον που θέτει τη φύση πρέπει επομένως να θέτει τον εαυτό του. Αυτό το ον καλείται άκτιστο ή υπερούσιο.

Είδαμε λοιπόν ότι εφόσον πρέπει να νοήσουμε ότι η φύση τίθεται εξ ετέρου όντος, αυτό το έτερο ον πρέπει να θέτει τον εαυτό του. Επειδή δε η κοσμολογική απόδειξη απαιτεί η φύση να έχει τεθεί, απαιτεί επίσης, το ον που θέτει τη φύση, να θέτει τον εαυτό του. Με άλλα λόγια, το άκτιστο είναι το ον που θέτει τον εαυτό του. Θα δούμε παρακάτω για ποιους λόγους το άκτιστο είναι σωστότερο να καλείται υπερούσιο ον. Καταλαβαίνω ότι πολλοί θα έχουν δυσκολία να αποδεχθούν την έννοια ενός όντος που θέτει τον εαυτό του. Είναι, ας πούμε, προφανές ότι περί αυτού του όντος μπορούν να λεχθούν πράγματα τα οποία εκ πρώτης όψεως μοιάζουν αντιφατικά, π.χ. ότι το ον που θέτει τον εαυτό του προηγείται και έπεται του εαυτού του. Εν προκειμένω πρέπει να γίνει κατανοητό ότι εισαγόμεθα σε έννοιες των οποίων τη σημασία μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε εφόσον κατανοούμε τι είναι η διαλεκτική και η ενότητα των αντιθέτων. Σε σχέση με την αντίφαση που αναφέραμε, ότι δηλαδή ο Θεός προηγείται και έπεται εαυτού, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι όχι μόνο αυτό δεν είναι αδύνατο, αλλά αυτό ακριβώς είναι το νόημα της αιωνιότητας. Η αληθής αιωνιότητα δεν είναι ατελεύτητος χρόνος, αλλά ο χρόνος που υπερβαίνει τον εαυτό του διατηρώντας τον. Επίσης, θα μπορούσαμε να πούμε σε σχέση με το ον που θέτει τον εαυτό του, ότι είναι εντός και εκτός του εαυτού του, και ότι αυτό συνιστά άλλη μία αντίφαση. Κάθε άλλο, αυτό όχι μόνο δεν αποτελεί μια αδύνατη έννοια, αλλά συνιστά και το νόημα της έννοιας της απανταχού παρουσίας.

Θα μπορούσε βέβαια να ερωτήσει κάποιος σχετικά με το λόγο για τον οποίο θα έπρεπε να αποδεχθεί τη δυνατότητα τέτοιων εννοιών, οι οποίες νοούνται ως ενότητες αντιτιθέμενων προσδιορισμών. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα ανέφερα κάποια πράγματα σε ένα άλλο άρθρο μου στο Αντίφωνο με θέμα τη διαλεκτική, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει ως αφετηρία σε όποιον ανδιαφέρεται. Ο κοινός νους αλλά και πολλοί φιλόσοφοι έχουν πολλά προβλήματα κατανόησης της διαλεκτικής. Αυτό οφείλεται στο ότι οι περισσότεροι άνθρωποι παραμένουν εγκλωβισμένοι σε έναν αφελή εμπειρισμό, σύμφωνα με τον οποίο οι έννοιες είναι αφαιρέσεις από τα αισθητηριακά δεδομένα. Ήδη από την αρχαιότητα ο Πλάτων κατέδειξε ότι οι ιδέες όχι μόνο δεν είναι αφαιρέσεις, αλλά αντιθέτως δι’ αυτών και μόνο καθίσταται δυνατή η γνώση των αισθητών όντων. Στος νεώτερους χρόνους ο αναφερθείς εμπειρισμός εκφράσθηκε από τον Λοκ και ξεπεράσθηκε με αφορμή την κριτική του Χιουμ στην φιλοσοφία του Καντ. Οι επίγονοι του Καντ, Φίχτε Σέλλινγκ και κυρίως ο Χέγκελ έδειξαν ότι οι έννοιες είναι συγκεκριμένες, έχουν περιεχόμενο, επειδή συνιστούν ενότητες αντιτιθέμενων προσδιορισμών. Τι σημαίνει αυτό για το ζήτημα που μας απασχολεί; Όπως θα δούμε στη συνέχεια, σημαίνει κάτι που μάλλον αποτελεί έκπληξη όχι μόνον για εκείνους οι οποίοι δεν αποδέχονται την έννοια του ακτίστου όντος, αλλά και για εκείνους που την αποδέχονται μεν, αλλά μόνο λόγω πίστεως, αρνούμενοι όμως την λογική αναγκαιότητά της.

Είδαμε ότι στο άκτιστο ον πρέπει να αποδοθούν προσδιορισμοί οι οποίοι μοιάζουν να δηλώνουν αντιφάσεις. Οι υποτιθέμενες όμως αντιφάσεις σημαίνουν καταρχήν ότι το ον που θέτει τον εαυτό του δεν πρέπει να νοείται, όπως νοούνται τα όντα που είναι δημιουργημένα. Εξ αιτίας τούτου το άκτιστο ον πρέπει να ονομάζεται και να νοείται ως υπερούσιο. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι το ον που θέτει τον εαυτό του είναι όντως διαφορετικό από τα όντα, όπως συνήθως τα αντιλαμβανόμαστε, και τα οποία είναι ενούσια, δηλαδή νοούνται ότι έχουν κάποια ουσία, είναι δηλαδή συγκεκριμένα. Τα φυσικά όντα, επί παραδείγματι, τα κατανοούμε, δημιουργώντας έννοιες που δηλώνουν την ουσία τους. Αυτό κάνει ακόμα και η λεγόμενη εμπειρική επιστήμη, η οποία βέβαια επουδενί περιορίζεται στα λεγόμενα αισθητηριακά δεδομένα, τα δεδομένα της παρατήρησης, το πείραμα και τα σχετικά. Το υπερούσιο ον δεν υπόκειται σε κανενός είδους περιορισμούς ή, πράγμα που είναι το ίδιο, αυτός ακριβώς είναι ο περιορισμός του, να μην υπόκειται σε περιορισμό. Υπό αυτό το πρίσμα το υπερούσιο ον έχει επίσης κληθεί ακατανόητο, ακατάληπτο και απερινόητο, άρρητο κλπ. από την παραδοσιακή θεολογία, και αυτό είναι από μία άποψη σωστό. Όταν όμως η άρρητη πλευρά του υπερουσίου απολυτοποιείται, τότε περιπίπτουμε σε μια εσφαλμένη αντίληψή του, ένα σύνηθες λάθος στις σύγχρονες θεολογικές αναζητήσεις. Αυτό που ισχυρίζομαι εδώ, και συνιστά την έκπληξη που προανέφερα, είναι ότι όχι μόνο το υπερούσιο δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως ακατανόητο με απόλυτο τρόπο, αλλά αντιθέτως μόνο δια του υπερουσίου μπορούμε να κατανοήσουμε και το κτιστό ή δημιουργημένο ον.


Η γνωσιολογική σημασία του υπερουσίου


Είπαμε ότι το δημιουργημένο ον μπορεί να καλείται ενούσιο, διότι η κατανόησή του προέρχεται από τον σχηματισμό της έννοιας της ουσίας του. Ωστόσο, η αληθής ουσία προσεγγίζεται μόνο μέσω της διαλεκτικής, διότι το ενούσιο ον είναι συγκεκριμένο, και το συγκεκριμένο έχει περιεχόμενο, με άλλα λόγια, συγκροτείται μέσω ενοποιήσεως έτερων προσδιορισμών. Το συγκεκριμένο, π.χ. το χρώμα, είναι ενότητα φωτός και σκότους (βλ. θεωρία των χρωμάτων του Γκαίτε), είναι, με άλλα λόγια, αυτό που είναι, επειδή μετέχει, ελλειπτικά βεβαίως, στη φύση του υπερουσίου! Επομένως όχι μόνο το υπερούσιο δεν μας είναι άγνωστο και ακατανόητο, αλλά συνιστά τον τρόπο κατανόησης και του ίδιου του ενουσίου ή δημιουργημένου όντος. Όλα τα όντα αντανακλούν τη φύση του υπερουσίου και έτσι μόνο είναι ενούσια ή εν γένει μπορούν να είναι. Το υπερούσιο, αν και είναι επίσης διαφορετικό από τα ίδια τα φυσικά όντα και εκτός τους, είναι επίσης και το θεμέλιό τους, και τα κτιστά όντα, αν και είναι εκτός του υπερουσίου και της αιωνιότητας, είναι επίσης ελλειπείς αντανακλάσεις της υπερουσιότητάς του. Μόνο έτσι μπορούν τα φυσικά όντα να είναι.

Μπορούν να ειπωθούν ακόμα πολλά σε σχέση με τον τρόπο που τα δημιουργημένα όντα αντανακλούν τη φύση του υπερουσίου. Δεν θα είχε μικρή σημασία να δούμε ότι ακόμα και οι φυσικές επιστήμες έχουν διαμορφώσει έννοιες, οι οποίες αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό την φύση του υπερουσίου, με άλλα λόγια παρουσιάζονται ως ενότητες αντιθέτων (σηματιότατο παράδειγμα η έννοια της συμμετρίας στις φυσικές επιστήμες). Περαιτέρω ότι η περαιτέρω ανάπτυξη των εμπειρικών επιστημών υποκρύπτει την ανάγκη διαμόρφωσης προσεγγίσεων μέσα από εννοιολογικά σχήματα πολύ διαφορετικά από τα συνήθη. Επί παραδειγματι, πώς θα μπορέσουμε ποτέ να καταλάβουμε τον τρόπο λειτουργίας του εγκεφάλου, εάν δεν τον αντιληφθούμε ως το κατ’ εξοχήν φυσικό ον που προσεγγίζει τον τρόπο ύπαρξης του υπερουσίου όντος; Ο εγκέφαλος είναι το όργανο στο οποίο η φύση υπερβαίνει την εκτατότητα, την χωρικότητα, αφού εκεί καθίσταται παρούσα στον εαυτό της ή «για τον εαυτό της», αποκτώντας αντίληψη. Πώς μπορεί να γίνει αντιληπτή αυτή η ικανότητα της φύσης, χωρίς να νοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντανακλά, έστω και ελλειπτικά, το υπερούσιο ον;


ΠΗΓΗ: Αντίφωνο, www.antifono.gr. Το είδα: Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011,
http://amethystosbooks.blogspot.com/2011/02/blog-post_6440.html

Σε Λυριτζή, Οικονόμου, Παπαδημητρίου…

Κίνημα ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ

Eπιστολή σε Λυριτζή, Οικονόμου, Παπαδημητρίου

 

Της κ. Ιωάννα Γερμανού*

 


Πανικός στις εταιρίες. Τρόμος στην κυβέρνηση. …Πολλή δουλειά για τα ΜΜΕ. (Ή πως λύνονται οι εξισώσεις:

1. Παράνομες συμβάσεις + άδικη έμμεση φορολογία υπέρ εταιριών = πληρώστε διόδια
2. Καταρρέουν οι συμβάσεις + πρέπει να πληρώσει το κράτος τους ιδιώτες = φταίει το κίνημα ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ)

 

Αγαπητοί μου Βασίλη και Δημήτρη, γλυκύτατε μου Μπάμπη,

Παρακολουθώ τις τελευταίες μέρες την αγωνία σας να αποδείξετε πως το κίνημα ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ, θα είναι υπεύθυνο για τη μη ολοκλήρωση των έργων στις εθνικές οδούς λόγω μεγάλων απωλειών εσόδων. Ειλικρινά συμμερίζομαι την αγωνία σας να αποδείξετε τα αναπόδεικτα. Θα μου επιτρέψετε να σας βοηθήσω.

Θέλω να σας θυμίσω ότι το μεγαλύτερο μέρος των δρόμων ήταν ήδη κατασκευασμένο. Το κόστος κατασκευής της Ιόνιας Οδού, που ανέλαβε η Νέα Οδός Α.Ε. να διεκπεραιώσει, ήταν 800.000.000 ευρώ και η συντήρηση της υπάρχουσας ΠΑΘΕ (τμήμα της Νέα Οδός Α.Ε.) 200.000.000 ευρώ (συντήρηση-ανακατασκευές).

Τα έργα της Ιόνιας Οδού έχουν ολοκληρωθεί κατά το 25%, άρα το κόστος που δαπανήθηκε είναι 200.000.000 ευρώ. Υπολογίζεται ότι έχουν δαπανηθεί τα 150 από τα 200.000.000 ευρώ για τη συντήρηση και τις ανακατασκευές. Έχουν δοθεί στην εταιρεία, από το Δημόσιο 150.000.000 ευρώ. Η είσπραξη των διοδίων υπολογίζεται 200.000.000 ευρώ. Άρα μην κουράζεστε. Δεν υπάρχει θέμα χρηματοδότησης. Υπάρχει το γνωστό: της ρεμούλας!

Θυμίζω επίσης ότι στις συμβάσεις παραχώρησης των εθνικών δρόμων υπάρχουν ρήτρες και για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Γιατί αγωνιάτε συνεχώς να προβάλλετε μονάχα τις υποχρεώσεις του κράτους προς τις εταιρίες και όχι εκείνες των εταιριών προς το κράτος;

Το κράτος έχει χρηματοδοτήσει με 150.000.000 ευρώ, τα οποία συμβατικά θα πρέπει να επιστραφούν, λόγω μη ολοκλήρωσης των έργων. Επιπλέον θα πρέπει να καταβληθούν στο Δημόσιο ρήτρες για την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των έργων ίσες προς 40.000.000 ευρώ.

Εσύ γλυκέ μου Μπάμπη, που αγωνιάς ιδιαίτερα για την λύση των οικονομικών μας προβλημάτων, πως σου διέφυγε το συγκεκριμένο έσοδο, που το κράτος αρνείται να εισπράξει; Ακόμα κι αν είχε τηρηθεί η σύμβαση, την οποία έχουμε προσβάλει νομικά με σκοπό να την καταργήσουμε, το τέλος διοδίων θα έπρεπε να είναι στα μετωπικά διόδια των Αφιδνών 1.60 και όχι 2.05 ευρώ!

Όπως καλά ξέρεις υπήρξε μεγάλη αγωνία αν θα εισπραχθούν τα προβλεπόμενα έσοδα του έτους. Χρειάστηκε να θεωρηθούν όλοι οι Έλληνες πολίτες φοροφυγάδες και να εξαναγκαστούν με περαίωση ενώ θα μπορούσαν να εισπραχθούν πολύ απλά 190.000.000 ευρώ από τις ρήτρες τις σύμβασης για ασυνέπεια στις υποχρεώσεις της.

Ο κύριος Λαμπρόπουλος, πρώην υπάλληλος της ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ (πρώην Γεν. Διευθυντής της Νέα Οδός Α.Ε.) και νυν Γεν. Γραμματέας του Υπουργείου Υποδομών και η κυρία Καλτσά, πρώην μέλος του Δ.Σ. της εταιρίας ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ και νυν Γεν. Γραμματέας του Υπουργείου Υποδομών (οι λύκοι που φυλάνε τα πρόβατα), θα μπορέσουν να σας το επιβεβαιώσουν αν ασκήσετε σοβαρά τα καθήκοντα δημοσιογραφίας σας.

Γλυκύτατε μου Μπάμπη, δεν φταίει το κίνημα ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ που δεν γίνονται τα έργα. Κοίτα λίγο πιο προσεκτικά. Το κράτος δεν έχει λεφτά να απαλλοτριώσει τα κομμάτια, που έχει αναλάβει για να προχωρήσουν και θέλουν, για να καλύψουν τις πομπές τους, να τα ρίξουν πάλι, που αλλού; Στους πολίτες! Αυτούς τους ίδιους ακριβώς, που τα φάγανε μαζί.

Δεν φταίει το κίνημα ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ που το κράτος υπέγραψε ότι η ΔΕΗ θα υπογείωνε τις γραμμές της για να γίνει η Ιόνια Οδός, ξεχνώντας ότι τη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού την είχε το ίδιο κάνει Α.Ε. και ως εκ τούτου, πολύ σωστά, δεν μπορούσε να αναλάβει τέτοιο κόστος προς χάριν των ιδιωτικών συμφερόντων της Νέα Οδός Α.Ε.

Αγαπητοί μου Βασίλη και Δημήτρη, γλυκύτατέ μου Μπάμπη, μη μας φοβίζετε ότι ο ελληνικός λαός θα μείνει χωρίς δρόμους, λόγω του κινήματος των πολιτών που δεν πληρώνουν διόδια. Δεν χρέωναν οι πολίτες τις 4πλάσιες τιμές από όλη την Ευρώπη στην κατασκευή των δρόμων επί μία και πλέον εικοσαετία.

Η χρήση των δρόμων, σας θυμίζω, πληρώνεται με τα τέλη κυκλοφορίας και τα τέλη καυσίμων! Ο συμπαθέστατος κύριος Νασούλης, της Αυτοκινητόδρομος Αιγαίου Α.Ε., δήλωσε σε ραδιόφωνο ότι η κύρια χρηματοδότηση των έργων είναι η είσπραξη των διοδίων!!!!!

Άθελά του δηλαδή, παραδέχτηκε ότι η εταιρία του, με μηδενικό κίνδυνο επένδυσης, ζητάει από τον χρήστη του δρόμου να χρηματοδοτήσει το έργο του και αυτός μετά να συνεχίσει να εισπράττει καθαρό έσοδο για τα επόμενα 30 περίπου χρόνια, χωρίς κανένα ρίσκο.

Ο χρήστης δηλαδή είναι συνέταιρος χωρίς όμως να έχει καμία αξίωση στα κέρδη, ούτε μετέπειτα όφελος με μείωση του τέλους των διοδίων.

Αντίθετα ο κύριος αυτός είπε (μας κάνει χάρη δηλαδή), πως μετά την αποπεράτωση των έργων, θα υπάρχει μόνο τιμαριθμική αύξηση των τελών! Όπως ακριβώς και οι μισθοί των εργαζομένων ακολουθούν την τιμαριθμική αύξηση. Ασφαλώς κάνω χιούμορ… Ο κύριος Μαγκριώτης, ισχυρίζεται ότι οι εταιρείες απαιτούν το αντίτιμο των διελεύσεων των πολιτών, που δεν πληρώνουν!

Δεν ήξερα ότι οποιοσδήποτε ιδιώτης μπορεί να απαιτήσει από το Δημόσιο οφειλές πελατών του! Μήπως ξέρετε που ακριβώς θα πρέπει να στείλω το λογαριασμό για τις καινούριες μου γόβες;

Αγαπητοί μου Βασίλη και Δημήτρη, γλυκύτατέ μου Μπάμπη, λέτε πως η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έδωσε την άδεια να μας φωτογραφίζουν, ούτως ώστε να μας στέλνουν διαταγές πληρωμής, για να μπορέσουν οι εταιρείες να καλύψουν τα τεράστια διαφυγόντα κέρδη.

Κοιτάξτε καλύτερα τα χαρτιά σας: Δεν είναι “Άδεια”! Είναι “Γνωμάτευση” (απάντηση) σε ερώτηση του Υπουργείου. Μην ξεχνάτε ότι ποτέ δεν αρνηθήκαμε να δώσουμε τα νούμερα των αυτοκινήτων μας και ειλικρινά σας λέμε, ότι μας αρέσουν οι φωτογραφίες. Έχουμε όλοι φωτογένεια.
Έχετε έστω και μία στιγμή σκεφτεί πως αν μας στείλουν να πληρώσουμε 2.05 ευρώ για 5χλμ. που συνήθως διανύουμε, πόσο διαβρωμένο δικαστή θα πρέπει να βρουν για να τους δικαιώσει; Τι θα κάνουν οι καλοί σας φίλοι οι εργολάβοι τότε; Θα καταρρεύσουν συλλογικά!

Αγαπητοί μου Βασίλη και Δημήτρη, γλυκύτατέ μου Μπάμπη, ειλικρινά πιστεύετε να το τολμήσουν; Ή θα κάνουν τους βλάκες και θα συνεχίσουν να τα παίρνουν από φοβισμένους περαστικούς και βέβαια, αν εσείς με αυτά που λέτε φοβίσετε κάποιους ακόμα, καλύτερο γι’ αυτούς. Θα εισπράττουν περισσότερα.

Αγαπητοί μου Βασίλη και Δημήτρη, καλέ μου Μπάμπη, πιστεύω ότι η βασιλεία της βλακείας τελειώνει και έρχεται η βασιλεία της αγανάκτησης γι αυτό θα πρέπει να προσαρμόσετε τη δουλειά σας απευθυνόμενοι όχι σε βλάκες αλλά σε αγανακτισμένους πολίτες.

Κάθε σπρώξιμο της μπάρας είναι ένα σπρώξιμο της γενικής αδικίας και καθολικής αηδίας που βιώνουμε καθημερινά. Σ’ αυτή τη χώρα μάθαμε εδώ και αιώνες να λέμε ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ σε χειρότερες συνθήκες.

Αγαπητοί μου Βασίλη και Δημήτρη, γλυκύτατέ μου Μπάμπη, όλοι ξέρουμε ότι πάνω στον πανικό τους οι εταιρείες και οι υπηρέτες τους των υπουργείων, δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν το κίνημα ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ και προσπαθούν απεγνωσμένα, εδώ και καιρό, να βρουν έννομη λύση εκ των υστέρων για να καλύψουν τα κενά τους.

Επειδή ζούμε σ’ αυτή τη χώρα, που μοναδικό στόχο έχει την εξάντληση των πολιτών της, που κατασκευάζει νόμους, τους ψηφίζει με τη μορφή του κατεπείγοντος (συνήθως τις νύχτες ή τα καλοκαίρια), δεν θα μας κάνει καμία εντύπωση αν γίνει κάτι τέτοιο και στην περίπτωση μας.

Ξέρουμε ότι οι συμβάσεις τους για την παραχώρηση των εθνικών μας δρόμων έχουν ήδη καταρρεύσει και προσπαθούν, με όχημα εσάς, να βρουν άλλοθι πως το κίνημα ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ είναι εκείνο, που φταίει για την κατάρρευση των συμβάσεων τους. Μεγάλη τιμή μας!

Αν πάλι προσπαθείτε να μας τρομοκρατήσετε, δυστυχώς έχετε αποτύχει.
Οι φωτογραφίες τους δεν μας τρομάζουν και όποιους νόμους και να κατασκευάσουν στα μέτρα τους, θα είμαστε απέναντί τους.

 

Αγαπητοί μου Βασίλη και Δημήτρη, γλυκύτατέ μου Μπάμπη, θα πρέπει να πείτε στα αφεντικά σας, που τόσο προσπαθούν να μας πείσουν ότι είμαστε νέοι κομματικοποιημένοι και μάλιστα τσακωνόμαστε μεταξύ μας, ότι κάνουν λάθος:
Δεν είμαστε όλοι νέοι. Δεν είμαστε κομματικοποιημένοι.

Δεν είμαστε από αυτούς που πήραν τις μίζες και κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Δεν είμαστε από αυτούς που κατέστρεψαν την χώρα και ακόμα διδάσκουν οικονομία στα πανεπιστήμια με παχυλό μισθό.

Είμαστε από αυτούς που τους περικόπηκε ο μισθός μας, το δώρο μας, τα επιδόματά μας, που χειροτερεύει η ιατροφαρμακευτική μας περίθαλψη, η εκπαίδευση των παιδιών μας… Είμαστε αυτοί που νιώθουμε ότι αυτό το κράτος, που περιθάλπει κλέφτες και ρίχνει χημικά σε συνταξιούχους, δεν είναι δυνατόν να φροντίσει το δίκιο μας…  Ναι Κράτος…διεκδικούμε το δίκιο μας μόνοι μας. Δεν σε εμπιστευόμαστε και μας αποδεικνύεις συνεχώς, πως καλά κάνουμε.

Αγαπητοί μου Βασίλη και Δημήτρη, γλυκύτατέ μου Μπάμπη, θα πρέπει να πείτε στα αφεντικά σας πως το κίνημα ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις, γιατί ο κόσμος σπρώχνοντας τη μπάρα στα διόδια, σπρώχνει από πάνω του την αδικία και εκτονώνει μέρος της καθημερινής του αγανάκτησής του για τις δικές τους και τις δικές σας πομπές.

Μην προσπαθείτε να αποδείξετε ότι μερικοί νέοι αριστεροί και ακροδεξιοί που τσακώνονται, είναι το κίνημα των διοδίων. Το κίνημα των διοδίων είναι απλοί καθημερινοί άνθρωποι. Το κίνημα των διοδίων το “δημιουργήσατε” εσείς!

Εσείς μας κάνατε να σπρώξουμε την μπάρα και τώρα σας διαβεβαιώνουμε ότι όσο και να προσπαθείτε να μας ρίξετε τα βάρη των άστοχων συμβάσεων και των επιλογών σας, όσο και να μας τρομοκρατείτε με πρόστιμα και διαταγές πληρωμών, είναι ήδη πολύ αργά. Και θα το δείτε.


* Φιλικά, Ιωάννα Γερμανού, Κάτοικος Δήμου Ωρωπού (που παρεμπιπτόντως «φιλοξενεί» 8 σταθμούς διοδίων στο εσωτερικό του)


5/1/2011

 

ΠΗΓΗ: …αναδημοσίευση από την τοπική εφημερίδα ΕΚΦΡΑΣΗ (www.ekfrasi.net)… Το είδα: http://papaioannou.wordpress.com/2011/02/09/…..BC/

Πανεπιστήμιο: δεν έχει άλλο «λίπος για να κάψει»

Το Πανεπιστήμιο δεν έχει άλλο «λίπος για να κάψει»

 

Του Παναγιώτη Σωτήρη*


 

Το Πανεπιστήμιο Αιγαίου δεν σέβεται «τη φορολογία, τον κόπο, το αίμα και τον ιδρώτα» του Έλληνα φορολογουμένου, δήλωσε ο υφυπουργός Παιδείας κ. Ιωάννης Πανάρετος, απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση για τις περικοπές πιστώσεων 407 και τη μη καταβολή δεδουλευμένων στους συμβασιούχους των ΤΕΙ.

«Τα Πανεπιστήμια έχουν ακόμη πολύ λίπος να κάψουν», ήταν η απάντηση του ειδικού γραμματέα Ανώτατης Εκπαίδευσης κ. Βασίλη Παπάζογλου, στα αιτήματα των εκτάκτων εκπαιδευτικών των ΤΕΙ, των διδασκόντων με βάση το ΠΔ 407/80 και των μελών ΔΕΠ σε αναμονή διορισμού. Κοινός τόπος αυτών των τοποθετήσεων ότι στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ υπάρχει υπερπροσφορά μαθημάτων και προγραμμάτων, πλεόνασμα διδακτικού προσωπικού, τεχνητή ζήτηση διδασκόντων.

Μόνο που παραβλέπουν ότι ο συνδυασμός ανάμεσα στην καθυστέρηση των διορισμών των μελών ΔΕΠ που έχουν εκλεγεί, με το πάγωμα της προκήρυξης νέων θέσεων και τις περικοπές σε πιστώσεις για συμβασιούχους διδάσκοντες απλώς οδηγεί σε συνθήκη υπολειτουργίας πολλά Τμήματα. Πολύ σύντομα τα Τμήματα θα αρχίσουν να περιορίζουν ριζικά τον αριθμό των προσφερόμενων μαθημάτων, δυσχεραίνοντας ακόμη και τη λήψη πτυχίου. Νέα και σημαντικά γνωστικά αντικείμενα δεν θα καλύπτονται. Τα εργαστήρια θα μοιάζουν με παραδόσεις, αφού οι φοιτητές απλώς θα παρακολουθούν. Τα πράγματα θα κάνει ακόμη χειρότερα η προοπτική του «πανεπιστημιακού Καλλικράτη» και οι γενικευμένες συγχωνεύσεις τμημάτων, που θα οδηγήσουν σε ακόμη μεγαλύτερη μείωση του παρεχόμενου εκπαιδευτικού έργου. Όλα αυτά, ειδικά για τα περιφερειακά πανεπιστήμια, θα σημαίνουν ριζικό περιορισμό της δυνατότητας να λειτουργούν ως μηχανισμοί κοινωνικής και πολιτιστικής ανανέωσης των τοπικών κοινωνιών. Επιπλέον, σε μια χώρα όπου ο κύριος όγκος της έρευνας διεξάγεται στα Πανεπιστήμια, οι περικοπές αυτές πλήττουν καίρια τη δυνατότητα να παράγεται έρευνα. Η φράση «το Μνημόνιο βλάπτει σοβαρά την Παιδεία» δεν είναι συνδικαλιστικό πυροτέχνημα αλλά οδυνηρή πραγματικότητα.

Σημαίνουν όλα αυτά ότι το Υπουργείο Παιδείας απλώς μεθοδεύει μια αυτοκαταστροφική διαδικασία απαξίωσης της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης; Όχι, το Υπουργείο Παιδείας, ακολουθώντας εδώ στρατηγικές επιλογές της ΕΕ αλλά και οργανισμών όπως ο ΟΟΣΑ, χρησιμοποιεί τη συρρίκνωση του παρεχόμενου έργου, ως μοχλό για την εμπέδωση μιας επιχειρηματικής λογική για την ανώτατη εκπαίδευση. Ουσιαστικά, τα Πανεπιστήμια καλούνται να συμμορφωθούν από τώρα με το υπό διαμόρφωση θεσμικό πλαίσιο, να συμπεριφερθούν ως εν δυνάμει μάνατζερ και να αναζητήσουν άλλους τρόπους να καλύψουν τις ανάγκες τους σε χρηματοδοτήσεις και προσωπικό. Είναι σαφές ότι ανοίγει  ο δρόμος για την εισαγωγή όλων των μορφών ανταποδοτικότητας μέσα στα ΑΕΙ και την επιβολή διδάκτρων.

Γι’ αυτό είναι σημαντικό να αναζητήσουμε μια «ενιαία αφήγηση» για το τι συμβαίνει σήμερα στη δημόσια ανώτατη εκπαίδευση, να βρούμε το κοινό νήμα που συνδέει τις αλλαγές που βλέπουμε. Οι περικοπές, η χρηματοδοτική ασφυξία και η εργασιακή επισφάλεια συνδέονται αναπόσπαστα με την επέλαση των ακαδημαϊκών μάνατζερ και την αναίρεση της αυτοδιοίκησης, την κατάργηση του δωρεάν χαρακτήρα της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης, την αποδιάρθρωση των τμημάτων και των πτυχίων, την ένταση του αυταρχισμού και την αμφισβήτηση του πανεπιστημιακού ασύλου. Πάνω από όλα συνδέονται με την αμφισβήτηση της ανώτατης εκπαίδευσης ως κοινωνικού αγαθού.

Ακριβώς, γι’ αυτό το λόγο και η σύγκρουση με αυτή την πολιτική μπορεί σήμερα να συσπειρώσει όχι μόνο το σύνολο της πανεπιστημιακής κοινότητας αλλά και ευρύτερα κοινωνικά κομμάτια. Το Υπουργείο Παιδείας, εάν συνεχίσει με τον ίδιο τρόπο, μόνο δυσάρεστες εκπλήξεις θα έχει να αντιμετωπίσει.

 

* panagiotis_sotiris@yahoo.com

 

ΠΗΓΗ: 16/02/2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=23541

Η ΑΡΑΒΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ – Η ΑΡΑΒΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ

 

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη*



Μάλλον αποτελεί πλέον βεβαιωμένη – επιστημονικά – ιστορική αλήθεια, το γεγονός ότι η Άλωση της Βασιλεύουσας το 1204 και η ως εκ τούτου λεηλασία της ελληνικής Ανατολής, υπήρξε η πρώτη αποικιοκρατική διείσδυση των μητροπολιτικών δυνάμεων της Δύσης σ' ένα πλανητικό παιχνίδι "ακριδών" που συνεχίζεται έκτοτε – εδώ και παραπάνω από 8 αιώνες – με αμείωτη ένταση.

Τα συνοδά χαρακτηριστικά-κριτήρια, όπως η οικονομική και πολιτική εξάρτηση, η  πολιτιστική αλλοίωση και η  εκμετάλλευση των φυσικών της πόρων της αποικίας, αλλά και η πολιτική υποταγή των ιθαγενών, είναι και στην ελληνική περίπτωση περισσότερο από εμφανή.

Σημάδια αυτής της αποικιοκρατικής κυριαρχίας θα βρει κανείς νωπά ακόμη και σήμερα, στους φραγκοχτισμένους ναούς με τα υλικά των γκρεμισμένων βυζαντινών εκκλησιών, στους κρατικοδίαιτους διανοούμενους που γυρεύουν να "εξωραϊσουν" την Ιστορία, στην αποβιομηχάνιση της χώρας και στο Μνημόνιο ή στις χαίνουσες ακόμη πληγές των ζωντανών αγωνιστών της Εθνικής μας Αντίστασης, όταν με πικρία δηλώνουν "καλύτερα να 'χα σκοτωθεί στην κατοχή".

Εν τούτοις, ο παρατηρητικός μελετητής της Ιστορίας μπορεί επίσης να διαπιστώσει ότι μόλις μερικά χρόνια πριν το ορόσημο του 1204, το 1187 η ορμή του – σταυροφορικού δήθεν – δυτικού παρασίτου θα υποστεί επαναλαμβανόμενες δεινές ήττες στον ευρύτερο χώρο της Μέσης Ανατολής. Οι λογής Βαλδουίνοι και Ραυλάνδοι θα συγκρουστούν με τον Αιγύπτιο Βεζίρη Σαλαντίν, ο σταυροφορικός στόλος θα καεί στην Ερυθρά Θάλασσα και ο ίδιος πολύς Γκυ ντε Λουζινιάν, θα πιαστεί αιχμάλωτος. Δύο χρόνια αργότερα, το 1189 έως το 1192 ο πρώτος Άγγλος αποικιοκράτης Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, απέχοντας προφανώς πολύ από την σημερινή χολιγουντιανή εκδοχή του, θα βρει κι' αυτός στο πρόσωπο του Σαλαντίν τον "δάσκαλο του". 

Θα ακολουθήσει η παράδοση του ήδη λεηλατημένου αραβικού κόσμου, στις ορδές των Οθωμανών "φίλων", ακολουθώντας σχεδόν βίους παράλληλους με την καθημαγμένη και παραδομένη αντίστοιχα, καθ' ημάς Ανατολή. Το 1798 ο Βοναπάρτης που αποβιβάζεται στην Αίγυπτο, δεν καταφέρνει τίποτα περισσότερο από το να μπολιάσει με τη γαλλική σκέψη και φιλοσοφία τις Αιγυπτιακές ελίτ, που θαμπωμένες από τα φώτα της Εσπερίας δεν πρόλαβαν να αντιληφθούν τη μεγαλύτερη αρχαιοκαπηλική σπείρα που επέδραμε ποτέ σε τόπο, προκειμένου να διακοσμήσει τα παλάτια και τις φανταχτερές επαύλεις των θηλύμορφων μελών της.

Ώσπου 20 χρόνια αργότερα μετά τα φώτα του '21,  το 1841,  ο Αλί πασάς κερδίζει τον πόλεμος με τους Οθωμανούς και γίνεται ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της Αιγύπτου. Ταυτόχρονα ξεκινούν οι πρώτες προσπάθειες για τον "εκμοντερνισμό" της χώρας. Οι Αιγύπτιοι έχουν πια πεισθεί πως με το τέλος της Οθωμανικής κυριαρχίας και στον ανταγωνισμό που αναπτύσσεται με τη Δύση, ένας μόνο δρόμος υπάρχει. Η μίμηση του δυτικού προτύπου. Η αποδοχή του δυτικού κοσμοειδώλου ως αντίδοτο στη δυτική αποικιοκρατική επιθετικότητα. Το νεωτερικό παράδειγμα αρχίζει σιγά-σιγά να ξεδιπλώνει το ίχνος του, στο ηττημένο σώμα της Αιγυπτιακής αλλά και αραβικής συλλογικότητας. Η ανάπτυξη της τεχνόσφαιρας, εισβάλλει στην αιγυπτιακή πραγματικότητα μ’ ένα κολοσσιαίο έργο. Την διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ – προφανώς – από Γάλλους μηχανικούς και Αιγύπτιους εργάτες, 28 χρόνια αργότερα, το 1869. Οι ιδέες της κομμούνας του Παρισιού το 1871 δεν θα φτάσουν έγκαιρα στην Αίγυπτο κι έτσι, τι "κρίμα", ο αναπτυξιακός οργασμός θα διαρκέσει μόνον 6 χρόνια. Γιατί, το 1875 η οικονομική κρίση οδηγεί τον πασά Ισμαήλ στο ξεπούλημα του Σουέζ στους Άγγλους απογόνους του Λεοντόκαρδου, ενώ ένα χρόνο αργότερα, η Αίγυπτος σύρεται σε πρόγραμμα οικονομικού ελέγχου από την "κοινοπραξία" των Άγγλων και των Γάλλων, εξαιτίας των χρεών της. Ακολουθούν εξεγέρσεις ενάντια στους Άγγλους αποικιοκράτες που καταπνίγονται στο αίμα, ενώ παρ’ όλα αυτά, τόσο στον 1ο όσο και στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο χιλιάδες Αιγύπτιοι θα πολεμήσουν με αυτοθυσία στο πλευρό των συμμάχων, προσδοκώντας "κι' αυτοί", το ίδιο μάταια όπως και άλλοι λαοί, την ανεξαρτησία τους.

Έτσι, το 1952, την ίδια χρονιά που κλείνει ο βασικός κύκλος του ελληνικού εμφύλιου δράματος, με την δολοφονία του Νίκου Μπελογιάννη, η Αίγυπτος θα αναζητήσει εκ νέου το δυτικό πρόταγμα, όμως στη "σοσιαλιστική" εκδοχή του αυτή τη φορά. Στο πρόσωπο του Νάσερ ενσαρκώνεται η προσδοκία αντιμετώπισης της δυτικής αποικιοκρατίας, με την πρόσδεση της χώρας στο σοβιετικό στρατόπεδο, την προσπάθεια συνένωσης όλων των αραβικών κρατών και τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με τις Η.Π.Α., που έχουν γίνει πια για τα καλά οι νέοι επικυρίαρχοι στο "πόδι" των παρηκμασμένων επιγόνων του Βαλδουίνου και του Ραυλάνδου.

"Αλλά πικρές οι βουλές του Αλλάχ και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων" που λέει και το τραγουδάκι. Η "μεγάλη φίλη των λαών" καταρρέει μέσα στις ίδιες της τις αντιφάσεις και εγκαταλείπει τους προστατευόμενους της έρμαια στους "φονιάδες των λαών". Η υποστροφή της χώρας στη δυτική πατρωνία μοιάζει να είναι μονόδρομος, ιδιαίτερα μετά τον ατυχή πόλεμο των 6 ημερών το 1967 και τον πόλεμο του Γιόμ Κιπούρ το 1973. Βλέπεις σ' αυτήν την άθλια παγκόσμια γεωγραφία υπάρχουν και χειρότερες περιπτώσεις από το να έχεις γείτονα την Τουρκία. Να έχεις γείτονα το Ισραήλ.

Έτσι, όσο στην Ελλάδα οικοδομείται το παρασιτικό καθεστώς της μεταπολίτευσης, με την αριστερή ρητορική και την ανάγκη εκδυτικισμού στην ημερήσια διάταξη, ο αιγυπτιακός λαός ανεβαίνει καρτερικά το δικό του Γολγοθά μέχρι τη σταύρωση της εθνικής του αυτοσυνειδησίας όταν καλείται και συμμετέχει το 1991 στον πόλεμο του κόλπου με την τρίτη μεγαλύτερη σε αριθμό στρατιωτική δύναμη. Ως φιλεύσπλαχνη αντιπαροχή θα λάβει προκαταβολικά το 1989, την αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων από την περιοχή της Τάμπα στο Σινά. Επιπρόσθετα, σε ολόκληρη τη δεκαετία του 1990 μια σειρά από "ευνοϊκές" ρυθμίσεις του Δ.Ν.Τ. θα δοθούν για την αντιμετώπιση του εξωτερικού χρέους της χώρας. Όμως από το 2004 και μετά ο πρωθυπουργός Ahmed Nazif's θα επιχειρήσει το αντίστοιχο σημιτικό εκσυγχρονιστικό εγχείρημα, εφαρμόζοντας σειρά μεταρρυθμίσεων όπως η μείωση των φορολογικών συντελεστών των επιχειρήσεων, την ιδιωτικοποίηση διαφόρων επιχειρήσεων της "σοβιετικοποιημένης" αιγυπτιακής οικονομίας και την εισροή ξένου συναλλάγματος με την άνοδο του "βιομηχανοποιημένου" τουρισμού. Το αιγυπτιακό χρηματιστήριο θα ζήσει ελληνικές μέρες, ενώ το ΑΕΠ θα εκτιναχθεί κατά τα έτη 2005-6 σε ρυθμούς 5% και το 2007 σε ρυθμό ανάπτυξης 7%.

Μέσα σ' αυτή την ευημερούσα πραγματικότητα των αριθμών, το 2007, η μέση αμοιβή στη χώρα κυμαίνεται μεταξύ 8-10$ την ημέρα, ενώ το κατά κεφαλήν εισόδημα δεν θα ξεπεράσει τα 1.520 $ (κατ' έτος). Όλα αυτά μάλιστα ενόσω το εσωτερικό χρέος (δηλαδή ο δανεισμός της κεντρικής κυβέρνησης από την εσωτερική αγορά) θα εκτιναχθεί από 194,6 δισ. EGP το 2001, σε  478 δισ. EGP το 2007. Είναι φανερό ότι κάποιοι στη χώρα είχαν αρκετά διαθέσιμα για να δανείσουν με το αζημίωτο την κυβέρνηση του Μουμπάρακ. Αντίθετα το εξωτερικό χρέος υπό το άγρυπνο μάτι του Δ.Ν.Τ. θα παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα αγγίζοντας το 2006 περίπου το 23% του Α.Ε.Π.

Παρ’ όλα αυτά οι Αιγυπτιακές τράπεζες θα κινδυνεύσουν συχνά να βρεθούν στη δίνη μιας σοβαρής τραπεζικής κρίσης, ακριβώς γιατί αποκλειστικό κοινό δανειοδότησης, υπήρξαν επί σειρά ετών οι επιχειρηματικές και γραφειοκρατικές ελίτ που κυβερνούσαν τη χώρα.

Με μια παραοικονομία που προσεγγίζει το 60% η Αίγυπτος παράγει πετρέλαιο, φυσικό αέριο, φωσφορικά άλατα, χρυσό και σιδηρομετάλλευμα. Ενώ ο ζεστός καιρός και οι άφθονοι υδάτινοι πόροι επιτρέπουν διάφορες συγκομιδές ετησίως σε είδη όπως βαμβάκι, ρύζι, σιτάρι, καλαμπόκι, ζαχαροκάλαμο, σακχαρότευτλα, κρεμμύδια, φασόλια κ.λπ.

Κι' όμως μέσα σ' αυτήν την αφθονία, ευρύτατα λαϊκά στρώματα ζούσαν στην εξαθλίωση κάτω από τα 8$ την ημέρα, ενόσω μόνο το 2002, 48 υψηλόβαθμα στελέχη της αιγυπτιακής ελίτ, μεταξύ των οποίων πρώην υπουργοί, κυβερνήτες επαρχιών και βουλευτές καταδικάστηκαν για κατάχρηση επιρροής και χειραγώγηση του χρηματιστηρίου. Όπως ανερυθρίαστα συνιστούν διεθνείς επενδυτικοί σύμβουλοι "η διατήρηση καλών σχέσεων με τους πολιτικούς, είναι κλειδί για την επιχειρηματική επιτυχία στην Αίγυπτο". Γι' αυτό άλλωστε στον δείκτη της διεθνούς διαφάνειας η Αίγυπτος καταλαμβάνει την 70η θέση μεταξύ 163 χωρών. Βεβαίως, σε καλύτερη θέση από την Ελλάδα που καταλαμβάνει "επαξίως" την 78η θέση. 

Μέσα σ' αυτήν την πραγματικότητα, 18 εκατομμύρια Αιγύπτιοι βγήκαν στους δρόμους κάνοντας απεργία και καταλαμβάνοντας εργοστάσια και δημόσια κτίρια. Με ένα κυρίαρχο αίτημα που αν και δεν ακούστηκε σαν κραυγή ούτε μια φορά, δονούσε τον πυρήνα της αραβικής ιδιοπροσωπείας. Αξιοπρέπεια. Πίσω από την αυτοπυρπόλυση του Τυνήσιου συμπατριώτη τους, του ηρωϊκού Μπουαζίζι, λανθάνει ακριβώς αυτό. Η υπέρτατη αρετή της Διάκρισης που θέτει κάθε ανάγκη σε δεύτερη προτεραιότητα, μπροστά στην ανάγκη της αξιοπρέπειας. Ο Μπουαζίζι εγκαταλείπει το πανεπιστήμιο για να εργαστεί και να προσφέρει στα ορφανά αδέλφια του και στην αδελφή του, που αυτή σπουδάζει στο πανεπιστήμιο, καταρρίπτοντας με τη στάση του κάθε δυτικό στερεότυπο που θέλει τη γυναίκα του αραβικού κόσμου υπηρετική της ανδρικής κυριαρχίας. Ο Μπουαζίζι αρνείται να συμμετάσχει στον τυπικό εκμαυλισμό των συνειδήσεων που κυριαρχεί στις διαβρωμένες από τους δυτικούς επικυρίαρχους ελίτ, αν και έχει ο ίδιος την οικονομική δυνατότητα να το κάνει. Ως άλλος Βασίλης του δημοτικού μας τραγουδιού δεν κάθετε φρόνιμα να γίνει νοικοκύρης, δεν συγκατατίθεται στη χρηστική διεκπεραίωση που οδηγεί στο ωφέλιμο της ευζωίας. Ο Μπουαζίζι πετάει το "κλειδί της επιχειρηματικής επιτυχίας" στα μούτρα των επενδυτικών οίκων που χωρίς τσίπα το προτείνουν και γράφει στα παπάρια του μια καλοπέραση που δεν δομείται στο ήθος και στην αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου. Στα ίδια παπάρια του εγγράφει και την όποια κα  Σκάρλετ Ο' Χάρα που διατείνεται με όλο τον δυτικό κυνισμό της ότι "η αξιοπρέπεια είναι για τους δειλούς" Όχι λοιπόν, διατυμπανίζει εμπράκτως ο Μπουαζίζι "η αξιοπρέπεια δεν είναι απλά μια πολυτέλεια που τη χαίρεται κανείς όταν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, έχει ξεπεράσει την Ανάγκη". Αντιθέτως προς ότι συνιστά καθημερινά το νεωτερικό πρόταγμα, η αξιοπρέπεια είναι μια ιστορία που έχει νόημα μόνον και όταν είναι κανείς πλήρης αναγκών. Απλά, την τοποθετεί σε θέση υπέρτερη κάθε ανάγκης, απελευθερώνοντας ουσιαστικά την ύπαρξη από τη δουλεία της κάθε ανάγκης. Συναντά έτσι ανεπίγνωστα τον Αϊ Γιάννη τον Σιναίτη που ασκήτεψε στα ίδια πάνω κάτω μέρη όπως κι' αυτός. "Διάκρισις είναι μια αληθής κατάληψις και κατανόησις της ψυχής, οπού την ποιεί να γνωρίζει καλώς και απταίστως το του Κυρίου θέλημα, και να το φυλάττη απαρασαλεύτως με τον λογισμόν, και με θέλησιν, και λόγον, και έργον εν παντί καιρώ και τόπω οπού ήθελεν ευρεθή, και εν πάση υποθέσει οπού ήθελεν τύχει αυτή, χωρίς να φοβήται ούτε αυτόν τον θάνατον."  Γι' αυτό πεθαίνει. Γιατί μπροστά στην αξιοπρέπεια που ορίζει το ήθος του Τρόπου του, δεν μετράει ούτε ο θάνατος!

Αυτή η Διάκριση των προτεραιοτήτων, ο χαμένος μίτος για τους νεοέλληνες, ορίζει τη σκέψη, τα λόγια αλλά και τη θέληση του Μπουαζαζί. Και ταυτόχρονα ώ του θαύματος, κινητοποιεί προς την ίδια κατεύθυνση ένα ολόκληρο έθνος. Έχοντας Διάκριση ένα ολόκληρο έθνος αφυπνίζεται και αναζητά να επαναθεμελιώσει το δικό του πολιτισμικό πρότυπο. Το αλλοτριωμένο από τη δυτική χρησιμοθηρία και τον ατομοκεντρισμό. Προς τούτο συγκροτεί επιτροπές γειτονιάς, αντικαθιστώντας την αστυνομία. Ακολουθούν οι επιτροπές εργατών, των δικαστών ή ανά γεωγραφική περιοχή φτάνοντας μέχρι τους εξαθλιωμένους κατοίκους στην περίμετρο του Καΐρου. Ακόμη και οι θρησκείες υποχωρούν εξαντλώντας το ρόλο τους στην ικανοποίηση θρησκευτικών αναγκών. Εδώ το παιχνίδι είναι υπέρτερο κάθε ανάγκης. Αιτούμενο είναι η αξιοπρέπεια ως υπαρξιακή ελευθερία συγκρότησης άλλου πολιτισμού. Άλλου τρόπου ιεράρχησης των προτεραιοτήτων του βίου. Γι' αυτό οι Κόπτες Χριστιανοί αγνοούν τις προτροπές των θρησκευτικών ηγετών τους και συμμετέχουν θερμά στις διαδηλώσεις. Γι' αυτό το βήμα των Αδελφών Μουσουλμάνων μένει, μετέωρο θυμίζοντας τον πάλαι ποτέ ρόλο των κομμουνιστικών κομμάτων στις αυθόρμητες λαϊκές εξεγέρσεις. Όταν η αξιοπρέπεια συναντά το πραγματικό της περιεχόμενο, ως υπέρβαση της Ανάγκης, τα ιερατεία δεν έχουν υλικό να διαχειριστούν, δεν έχουν πεδίο να ασκήσουν τον εξουσιαστικό διαμεσολαβητικό τους ρόλο.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το συγκλονιστικό στοιχείο της Αραβικής Επανάστασης. Έμπρακτα, η αξιοπρέπεια διαρρηγνύει το προστατευτικό κέλυφος του δικαιώματος που της χορήγησε η νεωτερικότητα, διασπά τη φλυαρία των κοινωνικών συμβολαίων όπως τα γνωρίσαμε στη Δύση και απαιτεί όχι την εκ νέου δικανική κατοχύρωση της, αλλά τη ζωντανή σάρκωση της μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη, συνύπαρξη και πράξη. Απαιτεί άλλο πολιτισμό. Και το πιο δραματικό. Χιλιάδες ψυχές είναι έτοιμες να πεθάνουν γι' αυτήν.
Αν η Ιστορία είναι τόσο "τσούλα" όσο ο Θουκυδίδης ή ο Κονδύλης υποψιάζονται, δεν αποκλείεται με βάση όλα τα παραπάνω, να είμαστε μάρτυρες μιας κοσμογονικής αλλαγής, μ' έναν τρόπο που θυμίζει όμως πιο πολύ κοριτσίστικα τερτίπια και λιγότερο περισπούδαστες γεωστρατηγικές ανακατατάξεις.

Να κλείνει δηλαδή ο γιγάντιος ιστορικός κύκλος της δυτικής αποικιοκρατίας, με πρώτη την απο-αποικιοποίηση του χώρου από όπου αυτός ξεκίνησε. Η δυτική παρακμή, η μετακίνηση του παγκόσμιου οικονομικού άξονα προς την Ανατολή, η αφύπνιση της Λατινικής Αμερικής, η αποκατάσταση μεγάλου μέρους της Ρωσικής ισχύος  και τώρα η Αραβική Επανάσταση και μάλιστα με τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε παραπάνω συνηγορούν αβίαστα προς την κατεύθυνση αυτή. Μένει ίσως να δούμε αν ο ελληνικός χώρος σε διάστημα όσο από το 1187 στο 1204, ή σαν να λέμε από το 2011 στο 2019 θα ακολουθήσει το δρόμο επανεφεύρεσης της δικής του ιδιοπροσωπείας. Θα 'χει πολύ πλάκα η Ιστορία… 

* Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ είναι οικονομολόγος, 16.02.11, antonisandroulidakis@gmail.com  

ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ

ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ:

 

 Η συμμετοχική δημοκρατία είναι ένας τύπος φιλελεύθερης δημοκρατίας, η οποία δίνει έμφαση στην ευρεία εμπλοκή των Πολιτών, στην διεύθυνση και διαχείριση των πολιτικών υποθέσεων

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*


 

Έχουμε την εντύπωση ότι, αν και μέχρι χθες η Ελλάδα μάλλον είχε την επιλογή της χρεοκοπίας, ήταν ελεύθερη δηλαδή όσον αφορά τη συγκεκριμένη, οδυνηρή απόφαση, η δυνατότητα αυτή έχει πλέον «εκλείψει» – ταυτόχρονα ίσως με την ψευδαίσθηση πως το ΔΝΤ θα δίσταζε να λεηλατήσει τόσο το δημόσιο, όσο και τον ιδιωτικό πλούτο της.

Όταν όμως κανείς παίζει σκάκι με το διάβολο, η παρτίδα είναι συνήθως χαμένη. Εάν δε επιτρέψει σε μία εγκληματική οργάνωση να εισβάλλει στο σπίτι του για να τον «προστατεύσει», είναι προφανώς πολύ δύσκολο να αποφύγει ο ίδιος τη ληστεία – ενώ είναι ανόητο να μην την αναμένει. Εν τούτοις, η δύναμη δεν δημιουργεί Δίκαιο και δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υπακούμε παρά μόνο τις νόμιμες δυνάμεις (J.J.Rousseau).       

Ανεξάρτητα από όλα αυτά, όπως έχουμε αναλύσει στο κείμενο μας «Η τελική, αντίστροφη μέτρηση», “Εκτός των γενικότερων προβλημάτων της εξόδου μίας χώρας από την Ευρωζώνη (άρθρο μας), έχουμε την άποψη ότι, θα ήταν σίγουρα σωστό να μην είχαμε εισέλθει στο χώρο του Ευρώ, αφού είναι εκ των πραγμάτων αδύνατον να ανταγωνιστούν οι δικές μας επιχειρήσεις, αυτές των ανεπτυγμένων χωρών του ευρωπαϊκού Βορά – πόσο μάλλον όταν, ενώ εμείς «χρησιμοποιούσαμε» τη συμμετοχή μας ανόητα για την αύξηση του δανεισμού μας, η Γερμανία λειτουργούσε με απόλυτη ιδιοτέλεια, ύπουλα και επιθετικά, υποτιμώντας εσωτερικά το κοινό νόμισμα. Εν τούτοις, είναι πλέον αδύνατον να εξέλθουμε, τουλάχιστον για τους εξής λόγους:

(α)  Το δημόσιο χρέος μας είναι (και θα παρέμενε βέβαια) σε Ευρώ. Επομένως, μία επαναφορά του εθνικού μας νομίσματος (δραχμή), το οποίο θα έπρεπε να υποτιμηθεί τουλάχιστον κατά 20% (η διαφορά μας με το γερμανικό ευρώ είναι της τάξης του 35%), θα είχε σαν αποτέλεσμα μία ανάλογη αύξηση του χρέους μας. Το δημόσιο χρέος μας τώρα, ύψους 340 δις € (2010), θα εκτοξευόταν «αυτόματα» στα 408 δις € (20%), ενώ θα επιβαρυνόταν επί πλέον από το κόστος της κρίσης (40%), έτσι όπως το έχουμε ήδη αναλύσει (σε δραχμές, θα ξεπερνούσε τα 500 δις €).

(β)  Το επιτόκιο του χρέους μας θα αυξανόταν πολύ περισσότερο από το ύψος των σημερινών spreads – αν και θα ήταν μάλλον απίθανη η συνέχιση του δανεισμού μας από τις «αγορές», ανεξαρτήτως επιτοκίων, αφού το δημόσιο χρέος μας θα υπερέβαινε κατά πολύ το 200% του ΑΕΠ μας.

(γ)  Τα ίδια θα συνέβαιναν και με το ιδιωτικό χρέος μας (τράπεζες, επιχειρήσεις, νοικοκυριά) – τουλάχιστον όσον αφορά το μέρος που έχουμε δανεισθεί από το εξωτερικό.

(δ) Τα αποτελέσματα της τραπεζικής κρίσης, καθώς επίσης του υπερπληθωρισμού που θα ακολουθούσαν την επαναφορά της δραχμής (οι τράπεζες οφείλουν σε ευρώ), θα ήταν κατά πολύ χειρότερα από αυτά της Αργεντινής – οπότε θα ήταν αδύνατον να ανταπεξέλθει η Οικονομία μας. 

(ε)  Για να ήταν βιώσιμη η Ελλάδα εκτός της ζώνης του ευρώ, θα έπρεπε το δημόσιο χρέος της να μην υπερέβαινε το 50% του ΑΕΠ της – άρα, τα 120 δις €. Επομένως, μαζί με την επαναφορά της δραχμής, θα έπρεπε να βρεθεί τρόπος διαγραφής χρεών, ύψους τουλάχιστον 300 δις € – συμπεριλαμβανομένου του κόστους της υποτίμησης του νέου νομίσματος, αλλά μόνο εν μέρει την επιβάρυνση της κρίσης”.

Υπό την τελευταία προϋπόθεση, εάν δηλαδή μπορούσαμε να διαγράψουμε 300 δις €, θα ήταν ευχής έργο η, έστω και μονομερής, αποχώρηση μας από την Ευρωζώνη – παραμένοντας στην ΕΕ και διευρύνοντας τον «ζωτικό» μας χώρο προς τη Ρωσία, την Κίνα, την πλησιέστερη Ασία και τη Βόρεια Αφρική. Έτσι, θα μπορούσαμε ίσως να ξεκινήσουμε από την αρχή, επαναβιομηχανοποιώντας την Ελλάδα – χωρίς τις αρνητικές συνέπειες ενός μη άριστου νομισματικού χώρου, υπό τη διαρκή απειλή της υποταγής του στη Γερμανία και στο Καρτέλ. Οι εξαγωγές μας, οι οποίες είναι σχεδόν μηδενικές (Πίνακας Ι), θα αποτελούσαν αναμφίβολα την σημαντικότερη προτεραιότητα μας, σε μία τέτοια περίπτωση.  

 

ΠΙΝΑΚΑΣ I: Εργαζόμενοι, ΑΕΠ σε δις $, εξαγωγές και εργαζόμενοι ανά εξαγωγές (παραγωγικότητα)

 

Χώρες

Εργαζόμενοι

ΑΕΠ*

Εξαγωγές *

Εξαγωγ/Εργ.

 

 

 

 

 

Ολλανδία

7,50 εκ.

644,6 δις

465,30 δις

62.040

Ελλάδα

4,94 εκ.

237,9 δις

25,76 δις

5.215

Σουηδία

4,66 εκ.

394,5 δις

176,5 δις

37.876

Αυστρία

3,56 εκ.

328,4 δις

158,30 δις

44.466

Δανία

2,90 εκ.

268,8 δις

102,10 δις

35.207

Φιλανδία

2,68 εκ.

210,5 δις

92,62 δις

34.560

Νορβηγία

2,50 εκ.

284,0 δις

136,10 δις

54.440

* 2007 σε δις $ , f.o.b.

Πηγή: ip    

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος 

 

Σε σχέση με όλες τις άλλες χώρες που αναφέρονται στον Πίνακα I, υστερούμε εντελώς αδικαιολόγητα τόσο στις εξαγωγές, όσο και στην παραγωγικότητα των εργαζομένων μας. Ακόμη και η Πορτογαλία, με τα ελάχιστα σχετικά μέσα που διαθέτει,  πόσο μάλλον με τη γεωγραφική θέση που βρίσκεται, έχει διπλάσιες εξαγωγές από εμάς (περί τα 50 δις $). Επομένως, υπάρχει εύκολη διέξοδος για την Ελλάδα, αρκεί να ανοίξει νέες αγορές (Κίνα, Αραβία, Ρωσία κλπ), αυξάνοντας ταυτόχρονα την παραγωγικότητα των εργαζομένων της.   

Περαιτέρω οι διαπιστώσεις μας, όσον αφορά την «καταναγκαστική» παραμονή μας στο χώρο του Ευρώ, από τον οποίο φυσικά κανένας δεν έχει το δικαίωμα να μας διώξει, δε σημαίνουν ότι δεν πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, σε σχέση με τυχόν «διάλυση» του. Η διάλυση αυτή, η κατάρρευση καλύτερα, δεν αποτελεί ένα εντελώς εξωπραγματικό σενάριο (άρθρο μας), αφού συνεχίζουν να αναπτύσσονται οι «φυγόκεντρες δυνάμεις» εντός της Ευρωζώνης –  παρά τις αντίθετες προθέσεις των Η.Π.Α. (Wall Street), πιθανότατα σε συνεργασία με τη Γερμανία (αν και η Γερμανία δεν διαθέτει ούτε τα στελέχη, ούτε τη δομή που θα μπορούσε να της εξασφαλίσει την ηγεμονία της ΕΕ). Εκτός αυτού, η «υποχρεωτική» παραμονή μας στην Ευρωζώνη δεν λύνει φυσικά τα προβλήματα της Οικονομίας μας τα οποία, κατά την άποψη μας, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε άμεσα – προς όφελος μας φυσικά και όχι για το καλό των δανειστών μας, χωρίς να στηριζόμαστε αποκλειστικά και μόνο σε ξένη βοήθεια.

Τέλος, έχουμε συμπεράνει πως, «Όσο περνάει πολύτιμος χρόνος, χωρίς ριζικές αποφάσεις, τόσο υψηλότερη θα γίνεται η απαιτούμενη διαγραφή χρεών και τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος χρεοκοπίας της χώρας μας – παράλληλα με την πλήρη  υποδούλωση της στους εντολείς του συνδίκου του διαβόλου». Ας μην ξεχνάμε ότι, η Αργεντινή τελικά χρεοκόπησε, μετά από πολύχρονη παραμονή στα «νύχια» του ΔΝΤ, από το οποίο στην κυριολεξία λεηλατήθηκε. Η πορεία των μεγεθών της οικονομίας μας, όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙ που ακολουθεί, είναι αρκετά «εύγλωττη», σε σχέση με τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας της χώρας μας.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Εξέλιξη ΑΕΠ, εσόδων, δαπανών και ελλειμμάτων (των ζημιών δηλαδή του κράτους) σε εκ. €, στην Ελλάδα

 

ΕΤΟΣ

ΑΕΠ*

Έσοδα

Δαπάνες

Έλλειμμα

Δημόσιο Χρέος**

Ποσοστό επί ΑΕΠ

 

 

 

 

 

 

 

2003

153.045

37.500

40.735

-3.235

179.008

117,00%

2004

164.421

40.700

45.414

-4.714

198.832

120,90%

2005

196.609

42.206

48.685

-6.479

209.723

118,90%

2006

213.085

46.293

50.116

-3.823

224.162

105,10%

2007

228.180

49.153

55.733

-6.580

237.742

104,20%

2008

239.141

51.680

61.642

-9.962

260.439

108,90%

2009

237.494

48.491

71.810

30.866

298.524

125,68%

2010

231.000

52.700

66.188

-19.473

340.680

147,48%

 Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών  (εκτιμήσεις σελ. 49 και 64)

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* ΑΕΠ 2005 αναθεωρημένο, δηλαδή 20% περίπου «τεχνητά» αυξημένο σε σχέση με το 2004, μετά την πρόσθεση εσόδων από την «μαύρη οικονομία» εκ μέρους της κυβέρνησης, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθεί το ποσοστό του ελλείμματος και να βρεθεί εντός του συμφώνου σταθερότητας της Ε.Ε. (ουσιαστικά, πλασματικό ΑΕΠ).

** Χρέος κεντρικής κυβέρνησης  

 

Τουλάχιστον από την αύξηση των δαπανών, φαίνεται καθαρά η αποκλειστική ευθύνη της Πολιτείας – αφού είναι η μοναδική υπεύθυνη για την «εκτροπή» τους. Δυστυχώς (άρθρο μας), αφού οι κυβερνήσεις έχουν στη διάθεση τους ένα ορισμένο «budget», έτσι όπως εμφανίζεται στον εκάστοτε ετήσιο προϋπολογισμό, δεν ξοδεύουν, όπως ο κάθε συνετός «οικογενειάρχης», το ποσόν που ευρίσκεται στα ταμεία τους, αλλά δανείζονται πολύ περισσότερα – χωρίς καθόλου να ρωτήσουν τους Πολίτες που εκπροσωπούν (κάτι που συμβαίνει συνεχώς, τουλάχιστον τα τελευταία 30 χρόνια).

Όπως συμπεραίνεται λοιπόν και από τον Πίνακα ΙΙ, οφείλουμε να αναζητήσουμε επειγόντως λύσεις οι οποίες, αφενός μεν θα λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τυχόν έξοδο μας από την Ευρωζώνη, αφετέρου θα κάνουν εφικτή την παραμονή μας εντός της – πάντοτε σε συνδυασμό με την εκδίωξη του ΔΝΤ αφού, όσο παραμένει στη χώρα μας, δεν υπάρχει απολύτως κανένα μέλλον (ειδικά τώρα που το ΔΝΤ, εγκαταλείποντας με θράσος τη σκιώδη διακυβέρνηση, καθώς επίσης το μανδύα της «Τρόικας», ανέλαβε «πραξικοπηματικά» την επίσημη κυβέρνηση της Ελλάδας – κρίνοντας τις απεργιακές κινητοποιήσεις και επεμβαίνοντας σε διάφορα εσωτερικά μας ζητήματα).   

Σε κάθε περίπτωση βέβαια είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι, ακόμη και αν το δημόσιο χρέος μας περιοριζόταν στο 50% του ΑΕΠ μας, θα επανερχόταν σύντομα «στη θέση του», στο 150% δηλαδή, εάν δεν αλλάξουμε το πολίτευμα μας ή όσο η Ευρωζώνη δεν αποφασίζει την πολιτική ένωση της – όχι βέβαια απλά τη «δημοσιονομική», έτσι όπως σχεδιάζεται σήμερα μονόπλευρα από τη Γερμανία αλλά, κυρίως, τη μεταφορά πόρων, από τις πλεονασματικές προς τις ελλειμματικές οικονομίες (Transfer Union).

Εναλλακτικά υπάρχει επίσης η λύση, στην οποία είχε αναφερθεί πολλά χρόνια πριν ο Keynes: η αύξηση της κατανάλωσης των πλεονασματικών χωρών, ειδικά σε προϊόντα εισαγωγής τους από τις ελλειμματικές χώρες, σε συνδυασμό με τις «παραγωγικές» επενδύσεις τους στις ίδιες – δηλαδή, η αύξηση των εισαγωγών σήμερα από τους ασθενέστερους «εταίρους» της ΕΕ, καθώς επίσης οι παραγωγικές επενδύσεις των πλεονασματικών χωρών τις ΕΕ, στις ελλειμματικές (και όχι στην Κίνα ή αλλού, όπως δυστυχώς συμβαίνει).   

Οι λύσεις αυτές τώρα θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν, πριν από οτιδήποτε άλλο και αμέσως μετά την εκδίωξη του ΔΝΤ (σαφώς προηγείται), την «αναθεώρηση» του «διεφθαρμένου» πολιτεύματος μας – αφού, εάν παραμείνει ως έχει, καμία από τις όποιες «διεργασίες» δεν πρόκειται να έχει «διατηρήσιμα» αποτελέσματα. Άλλωστε, όπως έχει ιστορικά αποδειχθεί (K.Rogoff), εκείνες οι χώρες, οι οποίες διέγραψαν χρέη τους (haircut), διατηρώντας την αντιπροσωπευτική δημοκρατία μέσα σε ένα καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα, πολύ σύντομα χρεώθηκαν ξανά. Δυστυχώς, η παράλληλη «υποχρέωση» μας, ο έλεγχος των τοκογλυφικών αγορών δηλαδή, ο οποίος είναι απόλυτα απαραίτητος, δεν είναι δυνατόν να εξασφαλισθεί μόνο από μία χώρα, στα πλαίσια της ασύμμετρης παγκοσμιοποίησης – οπότε μπορούμε μόνο να περιορίσουμε τις συνέπειες του.

Στη συνέχεια, αφού δηλαδή διώξουμε το ΔΝΤ και αναθεωρήσουμε το πολίτευμα μας, οφείλουμε να ασχοληθούμε με τη σωστή διαχείριση του δημοσίου χρέους μας – με την διαγραφή ενός εύλογου μέρους του λοιπόν (απεχθές χρέος), καθώς επίσης με την εξόφληση του υπολοίπου, με εφικτούς τόκους και «βιώσιμα» χρεολύσια. Αμέσως μετά, πρέπει να μηδενίσουμε τα ελλείμματα του προϋπολογισμού μας, έτσι ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος να χρεωθούμε ξανά.

Παράλληλα, είναι απαραίτητο να εξασφαλίσουνε την ανάπτυξη της οικονομίας μας, με κέντρο βάρους τις εξαγωγές – αφού, χωρίς ανάπτυξη, αφενός μεν καμία χώρα δεν μπορεί να επιβιώσει μακροπρόθεσμα (πόσο μάλλον μόνη της), αφετέρου δεν δημιουργούνται ρεζέρβες (πλεονάσματα), με τις οποίες εξασφαλίζεται το μέλλον μίας οικονομίας, ανεξαρτήτως συγκυριακών αναταράξεων.  

Για παράδειγμα (αποδείχθηκε από την κατάρρευση της κάποτε κελτικής τίγρης, της Ιρλανδίας), εάν δεν είναι μία χώρα έγκαιρα και κατάλληλα προετοιμασμένη για να αντιμετωπίσει τυχόν οικονομικές κρίσεις, οι οποίες δεν είναι η εξαίρεση σήμερα αλλά, αντίθετα, ο κανόνας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι λειτουργεί ορθολογικά, όσο και αν εξωτερικά φαίνεται υγιής.

Δεν φτάνει λοιπόν να βρούμε «προσωρινές», πόσο μάλλον «λύσεις» ανάγκης, όπως δυστυχώς συμβαίνει σήμερα, αλλά τέτοιες, οι οποίες να είναι «διατηρήσιμες» – να έχουν δηλαδή συμπεριλάβει τουλάχιστον εκείνους τους κινδύνους, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη διάρκεια των συνήθων οικονομικών κύκλων (ανοδικών και καθοδικών), η συχνότητα των οποίων έχει πια αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό.        

 

Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ

 

Έχουμε την άποψη ότι, η ανάγκη αναθεώρησης του εκ φύσεως διεφθαρμένου πολιτεύματος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (άρθρο μας), πρέπει να είναι εν πρώτοις προς την κατεύθυνση της συμμετοχικής δημοκρατίας, η οποία ορίζεται ως εξής:

Η συμμετοχική δημοκρατία είναι ένας τύπος φιλελεύθερης δημοκρατίας, η οποία δίνει έμφαση στην ευρεία εμπλοκή των πολιτών στην διεύθυνση και διαχείριση των πολιτικών υποθέσεων. Αν και η ετυμολογία υπονοεί ότι, όλα τα πολιτεύματα που αξίζουν την ονομασία «δημοκρατία» στηρίζονται στη συμμετοχή των πολιτών, οι παραδοσιακές αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες τείνουν να περιορίζουν τη συμμετοχή αυτή στην ανάδειξη αντιπροσώπων, οι οποίοι αποφασίζουν για όλα τα ζητήματα, εγκαταλείποντας έτσι τη διακυβέρνηση σε μία επαγγελματική ολιγαρχία – πολύ συχνά δε, σε έναν «κομματικό» δικτάτορα-πρωθυπουργό. Η συμμετοχική δημοκρατία προσπαθεί να εισάγει σε αυτό το σύστημα κάποια χαρακτηριστικά άμεσης δημοκρατίας, συνήθως σε φιλελεύθερο πλαίσιο, έτσι ώστε να διευρύνει το πλήθος των ανθρώπων που έχουν πρόσβαση στις πολιτικές διεργασίες λήψης αποφάσεων, αλλά και να εμβαθύνει αυτήν την πρόσβαση”.

Περαιτέρω, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, “Όλα τα κόμματα εξουσίας μίας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η οποία λειτουργεί μέσα σε ένα καπιταλιστικό οικονομικό πλαίσιο, είναι εκ φύσεως «υποχρεωμένα» να κάνουν μεγάλες «παραχωρήσεις» στους εκλογείς τους, να λειτουργούν με αδιαφάνεια, να διαπλέκονται και να διαφθείρονται – με αποτέλεσμα να μην διαχειρίζονται σωστά τα δημόσια οικονομικά, όχι επειδή δεν μπορούν ή δεν θέλουν, αλλά λόγω του ότι δεν γίνεται διαφορετικά.

Το κυρίαρχο κόμμα, στην προσπάθεια του να «ισορροπήσει» παραμένοντας στην εξουσία, χωρίς να επιβαρύνει με φόρους ή με μειωμένες παροχές/διευκολύνσεις καμία από τις δύο κοινωνικές ομάδες (εργαζόμενους, επιχειρηματίες), καθώς επίσης να συντηρήσει τον αχόρταγο πολλές φορές κομματικό του μηχανισμό, καταφεύγει στο δανεισμό. Δια μέσου του δανεισμού όμως, γίνεται αυτόματα «υποχείριο» του αδρανούς τοκογλυφικού κεφαλαίου, οδηγώντας τη χώρα του στην ολοκληρωτική απώλεια της εθνικής της κυριαρχίας

Ολοκληρώνοντας τη σκέψη μας, οφείλουμε να προσθέσουμε ότι, πιστεύουμε στα τεκμηριωμένα πλεονεκτήματα του κοινωνικού κράτους, καθώς επίσης της μη μονοπωλιακά καπιταλιστικής, της πραγματικά δηλαδή ελεύθερης αγοράς – με ελεγχόμενο το μέγεθος, τη δομή και τη λειτουργία των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται εντός της (από επαρκείς επιτροπές ανταγωνισμού κλπ), καθώς επίσης στην παραμονή όλων των κοινωφελών επιχειρήσεων στην ιδιοκτησία του δημοσίου. Έτσι λειτουργούσε η Δυτική Γερμανία, επιτυγχάνοντας το γερμανικό θαύμα – πριν «καταληφθεί» βέβαια από το «νεοφιλελεύθερο πνεύμα» (μετά την ένωση της), το οποίο στη συνέχεια «διαδέχθηκε» ο ασύδοτος, μονοπωλιακός και επεκτατικός καπιταλισμός.

Ταυτόχρονα θεωρούμε ότι, η αναθεώρηση του πολιτεύματος οφείλει να είναι απόλυτα «εφαρμόσιμη» – να μην δημιουργήσει δηλαδή κοινωνικά, οργανωτικά ή επιχειρηματικά προβλήματα, να είναι σταδιακή και συνεχής, με προκαθορισμένο όμως τον τελικό προορισμό.

Στα πλαίσια αυτά, θεωρούμε ως τελικό προορισμό της συνεχώς εξελισσόμενης «συμμετοχικής δημοκρατίας», του δημοκρατικού πολιτεύματος δηλαδή, στο οποίο συμμετέχουν ενεργά όλοι οι ενδιαφερόμενοι Πολίτες, την άμεση δημοκρατία – έτσι όπως αυτή λειτουργεί σήμερα στην Ελβετία, η οποία την υιοθέτησε από την αρχαία Ελλάδα.   

Κατευθυνόμενοι τώρα προς την άμεση δημοκρατία, έχουμε την άποψη ότι, δεν χρειαζόμαστε νέα πολιτικά κόμματα, αφού έχουμε ήδη αρκετά. Αντίθετα, αυτό που χρειαζόμαστε άμεσα, είναι να πείσουμε ή να απαιτήσουμε από ένα τουλάχιστον κόμμα εξουσίας, υποσχόμενοι την ψήφο μας, να υιοθετήσει στο πρόγραμμα του τη συμμετοχική δημοκρατία.

Αναμφίβολα, όποιο κόμμα δεν αποφασίσει να υιοθετήσει τις αρχές της άμεσης δημοκρατίας, ανεξαρτήτως πολιτικής κατεύθυνσης, δεν αξίζει την ψήφο μας. Στην περίπτωση δε που δεν θελήσει να το κάνει κανένα από τα υφιστάμενα, είναι καλύτερα να διατηρήσουμε «λευκή» τη θέση μας – έως ότου ιδρυθεί κάποιο νέο κόμμα, το οποίο θα προσπαθήσει να υπηρετήσει πραγματικά τη χώρα του και τους Πολίτες της, με τη δική τους ενεργή συμμετοχή. Άλλη λύση δεν υπάρχει, ενώ είναι σίγουρα ανόητο να συνεχίσουμε να περιμένουμε το «σωτήρα» – ή να θεωρούμε «σωτήρες» κάποιους πολιτικούς, μετά από τόσες δεκαετίες συνεχών αποτυχιών, οι οποίες οδήγησαν την Ελλάδα στα νύχια του ΔΝΤ.  

Πρώτη προτεραιότητα τώρα της συμμετοχικής δημοκρατίας οφείλει να είναι η δημιουργία εξειδικευμένων επιτροπών Πολιτών – οι οποίοι θα εκλέγονται σε ετήσια βάση με κλήρο, μεταξύ αυτών που θα υποβάλλουν αιτήματα επιλογής τους, ανάλογα με το γνωστικό πεδίο τους. Οι εθελοντικές αυτές επιτροπές, θα έχουν σκοπό τον έλεγχο όλων των δραστηριοτήτων του δημοσίου σε ετήσια βάση, συμπεριλαμβανομένων των λογιστικών καταστάσεων, καθώς επίσης των Ισολογισμών των πολιτικών κομμάτων – κυρίως βέβαια των κομμάτων εξουσίας.

Φυσικά, όλες οι καταστάσεις και οι Ισολογισμοί των κομμάτων, καθώς επίσης του στενότερου ή ευρύτερου δημοσίου, με τα ανάλογα ενημερωτικά (όπως συμβαίνει με τις εισηγμένες εταιρείες), οφείλουν να προετοιμάζονται και να αναρτώνται με διαφάνεια στο διαδίκτυο – έτσι ώστε να είναι «προσβάσιμες» όχι μόνο στις επιτροπές, αλλά σε όλους τους ενδιαφερομένους για τη χώρα τους Πολίτες, όπως και στα ΜΜΕ.

Περαιτέρω, άλλες επιτροπές Πολιτών πρέπει να ελέγχουν τους εκάστοτε νόμους που ψηφίζονται από το Κοινοβούλιο, με τους σημαντικότερους ίσως από αυτούς να προϋποθέτουν δημοψηφίσματα – όπως συμβαίνει στην Ελβετία. Για παράδειγμα, η προσφυγή της χώρας σε έναν διεθνή οργανισμό, όπως στο ΔΝΤ, όφειλε να είναι απόφαση του συνόλου των Πολιτών της – επίσης όλοι οι νόμοι, οι οποίοι αφορούν σοβαρά θέματα των βουλευτών της (ευθύνες υπουργών κλπ). Φυσικά το ίδιο ισχύει και για τις επιτροπές ελέγχου οικονομικών σκανδάλων του δημοσίου, όπως το πρόσφατο της Siemens, έτσι ώστε να μην είναι οι ίδιοι αυτοί που ελέγχονται και ελέγχουν.

Κλείνοντας, όλες οι επιτροπές θα πρέπει να έχουν την υποχρέωση ενημέρωσης της κοινής γνώμης, με τη βοήθεια δικών τους ΜΜΕ – ενός τηλεοπτικού σταθμού για παράδειγμα, μίας εφημερίδας και ενός διαδικτυακού χώρου, μόνο για το συγκεκριμένο αντικείμενο (με πολιτικές, επιμορφωτικές εκπομπές στον κενό χρόνο). Τέλος, οι επιτροπές θα πρέπει να μπορούν να προτείνουν νέους νόμους, τηρουμένων βέβαια κάποιων προϋποθέσεων (συλλογή άνω των 100.000 υπογραφών κλπ) – ενώ το Σύνταγμα θα μπορεί (ή θα πρέπει) να αλλάζει, μόνο με δημοψήφισμα.

 

Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

Είναι ίσως σκόπιμο να αναλύσουμε σε γενικές γραμμές πως λειτουργεί η δημοκρατία της Ελβετίας, έτσι ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα, ποια οφείλουν να είναι τα επόμενα στάδια εξέλιξης της χώρας μας.

Κατ’ αρχήν λοιπόν, η σημερινή Ελβετία αποτελείται από 20 καντόνια και 6 «ημικαντόνια», διαφορετικής έκτασης πληθυσμού και οικονομικής δομής μεταξύ τους (με 3.000 κοινότητες). Το κάθε ένα από τα 26 καντόνια και ημικαντόνια έχει το δικό του Σύνταγμα, τα δικά του Δικαστήρια, τη δική του Κυβέρνηση, το δικό του Κοινοβούλιο και τη δική του Αστυνομία. Η πολύπλοκη αυτή δομή έχει σαν αποτέλεσμα την ύπαρξη διαφορετικών νόμων, οι οποίοι συνήθως εξισορροπούνται μεταξύ τους, έτσι ώστε να λειτουργεί το σύστημα στο σύνολο του – περισσότερο μετά από συμφωνίες των καντονιών και λιγότερο με τη βοήθεια ομοσπονδιακών νομοθετημάτων.

Το βασικότερο χαρακτηριστικό της άμεσης δημοκρατίας της χώρας είναι τα συχνά (αρκετές φορές εντός του ίδιου έτους) δημοψηφίσματα, τα οποία αφορούν νόμους και νομοσχέδια – σε επίπεδο κοινοτήτων, επίσης τον προϋπολογισμό (έσοδα και έξοδα). Κατά τη διάρκεια ενός «δημοψηφιστικού» σαββατοκύριακου, αποφασίζεται συχνά για περισσότερα από δέκα διαφορετικά θέματα, τα οποία συμπεριλαμβάνουν «ερωτήματα» της ομοσπονδίας, των καντονιών και των κοινοτήτων.

Το ομοσπονδιακό Σύνταγμα, όπως επίσης το Σύνταγμα των καντονιών, καθορίζει επακριβώς το είδος των νόμων, καθώς επίσης των υπολοίπων αποφάσεων (νομοσχεδίων κλπ), οι οποίοι (οποίες) υπάγονται υποχρεωτικά σε δημοψηφίσματα. Για όλους τους εναπομένοντες νόμους ή αλλαγές νόμων, για αυτούς δηλαδή που δεν υπάγονται σε δημοψηφίσματα, είναι δυνατόν, εντός τριών μηνών από την ψήφιση τους εκ μέρους του εκάστοτε Κοινοβουλίου, να απαιτηθεί από τους Πολίτες η διενέργεια δημοψηφίσματος – υπό την προϋπόθεση να συγκεντρωθούν 50.000 υπογραφές, μεταξύ αυτών που έχουν το εκλογικό δικαίωμα. Ίσως οφείλουμε να σημειώσομε εδώ ότι, στην Ελβετία επιτρέπεται η ταχυδρομική ψήφος (υποθέτουμε σύντομα και η ηλεκτρονική), έτσι ώστε να διευκολύνονται οι Πολίτες στην εξάσκηση των εκλογικών τους δικαιωμάτων.

Το ίδιο ισχύει και για τις αποφάσεις των καντονιών ή των κοινοτήτων – όπου όμως ο αριθμός των απαιτουμένων υπογραφών είναι ανάλογα μικρότερος. Στις πολύ μικρές κοινότητες δεν υπάρχει «κοινοβούλιο», οπότε οι εκλογείς συζητούν και αποφασίζουν κατά τη διάρκεια των «κοινοτικών συγκεντρώσεων», οι οποίες λαμβάνουν χώρα πολλές φορές εντός του ιδίου έτους.

Επειδή, μέσα σε μία άμεση δημοκρατία, οι νόμοι, οι οποίοι ψηφίζονται από το Κοινοβούλιο, μπορούν να καταργηθούν με τη βοήθεια της συλλογής υπογραφών εναντίον τους, οπότε ακολουθεί δημοψήφισμα, γίνεται εκ των πρότερων προσπάθεια, πριν ακόμη δηλαδή ψηφιστούν, να εξασφαλισθεί η συμφωνία της πλειοψηφίας των εκλογέων – με αποτέλεσμα να υπάρχουν αρκετοί συμβιβασμοί, έτσι ώστε να λαμβάνονται υπ’ όψιν τα συμφέροντα όλων.

Στα πλαίσια αυτά η κυβέρνηση, πριν ακόμη συντάξει τους νόμους, διενεργεί έρευνες μεταξύ όλων των κομμάτων, των κοινωνικών ομάδων, των εμπορικών συνδέσμων, των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των θρησκευτικών συλλόγων κλπ, έτσι ώστε να σφυγμομετρήσει την κοινή γνώμη. Επειδή λοιπόν σε μία άμεση δημοκρατία οι νόμοι ελέγχονται από όλους τους Πολίτες, το κοινό συμφέρον ευρίσκεται σε πρώτη θέση – ενώ η «συντεχνιακή» ικανοποίηση των πολιτικών κομμάτων ή άλλων ομάδων μεταξύ τους, έρχεται σε δεύτερη μοίρα.

Συνεχίζοντας, με τη συγκέντρωση 100.000 υπογραφών από το εκλογικό σώμα, μπορεί να απαιτηθεί η αλλαγή του Συντάγματος σε ομοσπονδιακό επίπεδο – σε επίπεδο καντονιών, οι απαιτούμενες υπογραφές είναι λιγότερες. Σε σχέση δε με κάθε πρωτοβουλία των Πολιτών είναι υποχρεωτικά τα δημοψηφίσματα, ακόμη και αν διαφωνεί η κυβέρνηση ή το κοινοβούλιο. Εν τούτοις, το κοινοβούλιο έχει τη δυνατότητα να αντιπροτείνει κάτι άλλο στους Πολίτες, για το οποίο είναι τότε υποχρεωμένοι να ψηφίσουν.

Σε αντίθεση τώρα με τα απλά νομοθετήματα, η αλλαγή του Συντάγματος σε ομοσπονδιακό επίπεδο απαιτεί, εκτός από την πλειοψηφία των εκλογέων, επίσης την πλειοψηφία των καντονιών – κάτι που πρακτικά έχει αποδειχθεί μεγαλύτερο εμπόδιο. Το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο τώρα αποτελείται από δύο μέρη:

(α)  Από το Εθνικό Συμβούλιο (τη μεγάλη Βουλή), στο οποίο εκπροσωπούνται όλοι οι Πολίτες ισότιμα. Ο αριθμός των εδρών του έχει περιορισθεί στις 200, κάτι που σημαίνει ότι υπάρχει ένας βουλευτής ανά 35.000 εκλογείς. Κάθε καντόνι αποτελεί έναν εκλογικό τομέα και εκλέγει έναν τουλάχιστο εκπρόσωπο – ενώ η εκλογική θητεία ανέρχεται σε τέσσερα έτη.

(β)  Από το Τοπικό Συμβούλιο (τη μικρή Βουλή), στο οποίο εκπροσωπούνται όλα τα καντόνια – όπου το κάθε ένα στέλνει δύο εκπροσώπους, ενώ τα «ημικαντόνια» από έναν. Τα μέλη του τοπικού συμβουλίου εκλέγονται με το Δίκαιο των καντονιών, ενώ η θητεία τους μπορεί (χωρίς όμως να είναι υποχρεωτικό) να είναι η ίδια με αυτήν του Εθνικού Συμβουλίου.

Το «αξίωμα» του βουλευτή στην Ελβετία δεν θεωρείται ως κύρια απασχόληση – οπότε οι αμοιβές που λαμβάνουν οι βουλευτές είναι ελάχιστες, με αποτέλεσμα να είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται στο επάγγελμα τους, για να συντηρηθούν. Παρά το ότι λοιπόν οι απαιτήσεις των κοινοβουλευτικών δραστηριοτήτων είναι πολύ μεγάλες, οπότε οι βουλευτές είναι αναγκασμένοι να δαπανούν πολλές ώρες, οι Ελβετοί δεν θέλουν να υιοθετήσουν ένα «επαγγελματικό κοινοβούλιο» – θεωρώντας πολύ σωστά ότι έτσι, χωρίς να είναι επαγγελματικό δηλαδή, λειτουργεί περισσότερο προς όφελος των Πολιτών.   

Τα μέλη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης δεν εκλέγονται από τους Πολίτες, αλλά από το Κοινοβούλιο – τόσο από το Εθνικό, όσο και από το Τοπικό, κατά τη διάρκεια μίας κοινής συνεδρίασης τους. Τα επτά μέλη της κυβέρνησης (δύο από το κόμμα των ελευθέρων δημοκρατών, δύο από το χριστιανοδημοκρατικό, δύο από το σοσιαλιστικό  και ένα από το SVP), το κάθε ένα εκ των οποίων διοικεί κάποιο υπουργείο, σχηματίζουν μία «συναδελφική Αρχή» (η διακομματική «συναίνεση» είναι εκ των πραγμάτων δεδομένη), η οποία λαμβάνει όλες τις σημαντικές κυβερνητικές αποφάσεις, κατά τη διάρκεια των εβδομαδιαίων συναντήσεων της.

Ο Πρόεδρος (πρωθυπουργός) της κυβέρνησης εκλέγεται κάθε χρόνο όπου, με βάση άγραφους κανόνες, όλα τα μέλη της εκάστοτε κυβέρνησης ασκούν την εξουσία του Προέδρου, ο ένας μετά τον άλλον (rotation principle). Ο εκάστοτε Πρόεδρος διευθύνει τις συνεδριάσεις της κυβέρνησης, ίσος μεταξύ ίσων, ενώ αντιπροσωπεύει τη χώρα σε επίσημες δραστηριότητες, είναι υπεύθυνος για την καθιερωμένη ομιλία του νέου έτους κλπ. Όμως, δεν υποδέχεται μόνο αυτός τους ξένους εκπροσώπους άλλων κυβερνήσεων, αλλά όλη η κυβέρνηση μαζί.

Τα κοινοβούλια των καντονιών αποτελούνται από ένα σώμα (μεγάλη βουλή), ενώ διαθέτουν 100-200 βουλευτές, οι οποίοι εκλέγουν την κυβέρνηση του καντονιού, όπως συμβαίνει με την ομοσπονδιακή. Τέλος, ένα μέρος των 3.000 κοινοτήτων της Ελβετίας ειδικά οι πόλεις, διαθέτουν ένα κοινοτικό κοινοβούλιο – συνήθως με λιγότερους από 50 βουλευτές.

 

ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ

 

Όπως αναφέραμε στην εισαγωγή του κειμένου μας, αφού διώξουμε αμέσως το ΔΝΤ και αναθεωρήσουμε το πολίτευμα μας, με πρώτο βήμα την επίτευξη της «Συμμετοχικής Δημοκρατίας», οφείλουμε να ασχοληθούμε με τον άμεσο περιορισμό του δημοσίου χρέους μας, καθώς επίσης με την αποπληρωμή του – με εφικτούς, με ρεαλιστικούς τόκους δηλαδή και με «βιώσιμα» χρεολύσια.

Ο λόγος είναι ότι, εάν δεν επιλύσουμε ριζικά το πρόβλημα του χρέους, όπως έχουμε αναφέρει επανειλημμένα, είναι σχεδόν αδύνατον να «ισοσκελίσουμε» τον προϋπολογισμό μας – ενώ οι τόκοι θα αυξάνονται διαρκώς, απαιτώντας συνεχώς νέα «μέτρα λιτότητας». Πόσο μάλλον όταν αυξηθούν τα βασικά επιτόκια (άρθρο μας), οδηγώντας μας με σιγουριά στη χρεοκοπία. Εκτός αυτού, η αύξηση του δημοσίου χρέους είναι αντιστρόφως ανάλογη με τη διατήρηση της εθνικής κυριαρχίας – δηλαδή, όσο ένα κράτος χρεώνεται περισσότερο, τόσο λιγότερο αποφασίζει ανεξάρτητα, για το μέλλον της χώρας και των Πολιτών του.

Συνεχίζοντας, όσο αυξάνονται οι τόκοι, τόσο θα πρέπει να περιορίζονται οι υπόλοιπες δαπάνες του προϋπολογισμού – κυρίως δε οι κοινωνικές, με αποτέλεσμα να εξασθενεί όλο και περισσότερο το κοινωνικό κράτος. Ίσως εδώ οφείλουμε να σημειώσουμε πως, όταν ό εκάστοτε υπουργός ισχυρίζεται ότι δεν θα ληφθούν άλλα μέτρα, προφανώς αποκρύπτει την αλήθεια αφού, όσο αυξάνονται οι τόκοι, τόσο περισσότερα νέα μέτρα θα απαιτούνται για την κάλυψη τους.

Αρκεί να διαπιστώσουμε ότι σήμερα, από τα 100 € φόρους που πληρώνουμε, τα 25 σχεδόν κατευθύνονται για την πληρωμή τόκων, στα ταμεία των τοκογλύφων δηλαδή, για να καταλάβουμε το μέγεθος του προβλήματος. Πόσο μάλλον όταν, από τα υπόλοιπα 75 €, μόνο ένα μέρος καταλήγει πραγματικά στο δημόσιο – αφού πάρα πολλά οδηγούνται στα ταμεία της διαπλοκής και της διαφθοράς, τόσο της «εθνικής», όσο και της διεθνούς.     

Περαιτέρω, έχοντας αναλύσει το γενικότερο θέμα των χρεών και των τόκων για όλες τις χώρες, σε προηγούμενο άρθρο μας (Πολίτης και Πολιτεία), είναι προφανές ότι, εάν δεν λύσουμε το πρόβλημα του δημοσίου χρέους, δεν υπάρχει μέλλον. Το αργότερο όταν φθάσει στα 400 δις € (σε δύο ή τρία χρόνια), με μέσο επιτόκιο το 5,3% (δάνειο ΔΝΤ) και τόκους που θα ξεπερνούν τα 21 δις € (τα 40 € από τα 100 € των φόρων), πόσο μάλλον εάν συνεχισθεί η ύφεση, η κατάσταση θα είναι μη ανατρέψιμη – οδηγώντας μας με ασφάλεια στη χρεοκοπία, μετά από τη λεηλασία τόσο του δημοσίου, όσο και του ιδιωτικού πλούτου μας από το ΔΝΤ, η οποία ευρίσκεται ήδη σε πλήρη εξέλιξη.   

Υπολογίζοντας λοιπόν το δημόσιο χρέος μας περί τα 360 δις € στο τέλος του 2011, οφείλουμε να απαιτήσουμε τη διαγραφή των απεχθών χρεών (αυτών δηλαδή που δεν χρησιμοποιήθηκαν προς όφελος των Πολιτών, αλλά ήταν το αποτέλεσμα της διαπλοκής, της διαφθοράς, των υπερτιμολογήσεων κλπ), ελάχιστου ύψους 40% των συνολικών – ήτοι περί τα 144 δις €. Ταυτόχρονα, πρέπει να ζητήσουμε την εξόφληση των πολεμικών αποζημιώσεων εκ μέρους της Γερμανίας (περί τα 70 δις € – ίσως πολύ περισσότερα), οπότε θα απέμεναν 146 δις € υπόλοιπα χρέη.

Τα 146 δις €, έναντι ΑΕΠ 230 δις € (αν και το ΑΕΠ μας είναι αισθητά χαμηλότερο, είναι πλασματικό δηλαδή, αφού αναθεωρήθηκε «αυθαίρετα» κατά περίπου 25 δις € το 2006 – ελπίζουμε ότι δεν θα χρησιμοποιηθεί το ίδιο ζημιογόνο «τέχνασμα» στο μέλλον), θα αντιστοιχούσαν στο 64% του ΑΕΠ – ένα μέγεθος που θα εξασφάλιζε το μέλλον της χώρας μας, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα παρέμενε μέλος της Ευρωζώνης.

Εάν όμως δεν καταφέρουμε τελικά να επιτύχουμε τη διαγραφή χρεών, χωρίς να περιθωριοποιηθούμε, τότε θα έπρεπε να απαιτήσουμε, απαραίτητα και ανυποχώρητα, την εξόφληση όλου του χρέους μας, των 360 δις € δηλαδή, σε 40 έτη – με ισόποσες ετήσιες δόσεις και επιτόκιο κάτω του 1%. Στην περίπτωση αυτή, τα χρεολύσια (δόσεις) θα ήταν της τάξης των 9 δις € ετήσια, ενώ οι τόκοι (1%) θα ανερχόταν στα 3,6 δις € τον πρώτο χρόνο – μειούμενοι στη συνέχεια. Συνολικά λοιπόν η επιβάρυνση μας θα ήταν το ανώτατο 12,6 δις € ετήσια – ένα μέγεθος με το οποίο θα μπορούσαμε πιθανότατα να ανταπεξέλθουμε, ειδικά εάν μας εξοφλούσε η Γερμανία.

Εναλλακτικά φυσικά θα μπορούσε να επιδιωχθεί ένας συνδυασμός των δύο παραπάνω (διαγραφή ενός μέρους και επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των υπολοίπων), όπως συνέβη στη Λατινική Αμερική τη δεκαετία του ’80, με τη βοήθεια των Brady Bonds (άρθρο μας) – τη θέση των οποίων θα «κάλυπτε» σήμερα η χρήση των ευρωομολόγων.

Στην (ύστατη) περίπτωση όμως που δεν θα μπορούσαμε να επιτύχουμε τίποτα από όλα όσα έχουμε αναλύσει, εντός των αμέσως επομένων μηνών, τότε οφείλουμε να καταφύγουμε στη στάση πληρωμών – μία εξαιρετικά επώδυνη διαδικασία βέβαια (άρθρο μας), η οποία όμως είναι κατά πολύ περισσότερο καταστροφική, όταν επιβάλλεται από τις συνθήκες (ανεξέλεγκτη χρεοκοπία) και δεν είναι το αποτέλεσμα μίας συνειδητής απόφασης του εκάστοτε κράτους.    

 

ΤΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ

 

Η μείωση των τόκων, είτε λόγω της διαγραφής μέρους του χρέους, είτε λόγω της αποπληρωμής του συνόλου σε 40 έτη με χαμηλό επιτόκιο, θα μπορούσε να εξοικονομήσει έως και 10 δις € από τον προϋπολογισμό μας. Με το έλλειμμα του προϋπολογισμού να τοποθετείται στα 18 δις €, η μείωση των τόκων θα το περιόριζε άμεσα στα 8 δις € – ήτοι στο 3,5% ενός ΑΕΠ ύψους 230 δις €. Επομένως, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος λήψης νέων «μέτρων λιτότητας» αφού, απλά με την εξοικονόμηση δαπανών, οι οποίες οφείλονται στη σπατάλη του δημοσίου, θα μπορούσαμε να περιορίσουμε το έλλειμμα ακόμη περισσότερο.

Η «διατηρήσιμη» τώρα μη λήψη νέων μέτρων, θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά στην αύξηση της κατανάλωσης – κατ’ επακόλουθο, στην αύξηση του ΑΕΠ μας, η οποία θα ακολουθούσε σίγουρα, αφού θα επέστρεφε η αισιοδοξία στην Ελλάδα και θα σταματούσε να εφαρμόζεται η καταστροφική, υφεσιακή και αντιαναπτυξιακή πολιτική του ΔΝΤ (μειώσεις μισθών, τεράστια ανεργία, στασιμοπληθωρισμός κλπ).     

Η αύξηση του ΑΕΠ με τη σειρά της θα είχε σαν αποτέλεσμα αφενός μεν τη μείωση του ελλείμματος σαν ποσοστό επί αυτού, αφετέρου την αύξηση των εσόδων του δημοσίου. Με δεδομένο ότι, τα έσοδα του δημοσίου ανέρχονται (2010) στο 22% περίπου του ΑΕΠ μας, η πραγματική αύξηση του ΑΕΠ κατά 10 δις € (παράδειγμα), θα απέφερε αυτόματα επί πλέον έσοδα 2,2 δις € στο δημόσιο. Η επένδυση τώρα αυτών των επί πλέον εσόδων στην οικονομία, θα μπορούσε να προκαλέσει μία επόμενη αύξηση του ΑΕΠ, επόμενα επί πλέον έσοδα, επανεπένδυση τους και «ούτω καθ’ εξής» (υγιής ανοδικός σπειροειδής κύκλος, στηριζόμενος στο cash flow και όχι στο δανεισμό)   

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Συμπερασματικά λοιπόν λύσεις υπάρχουν, ενώ είναι πολύ περισσότερες από όσες έχουμε ήδη παρουσιάσει σε προηγούμενες αναλύσεις μας – όπως για παράδειγμα, η ανάπτυξη του Ελληνικού Χρηματιστηρίου, η κεφαλαιοποίηση του οποίου θα μπορούσε να τριπλασιασθεί, με πάρα πολλά οφέλη τόσο για τον δημόσιο, όσο και για τον ιδιωτικό τομέα της Οικονομίας μας. Υπό τις παρούσες συνθήκες βέβαια, με το δείκτη του χρηματιστηρίου μας, πιθανόν σκόπιμα, εντελώς απαξιωμένο, ακόμη και η σκέψη πώλησης κάποιων μετοχών εισηγμένων εταιρειών του δημοσίου, θα συνιστούσε έγκλημα – αν όχι εσχάτη προδοσία.

Απαραίτητη προϋπόθεση όμως, κυρίως επειδή αναζητούμε διατηρήσιμες λύσεις και όχι ευκαιριακές, είναι να εγκατασταθεί η συμμετοχική δημοκρατία στη χώρα μας – η οποία θα μας επιτρέψει να ελέγχουμε τα δημόσια οικονομικά, εμποδίζοντας τη δημιουργία νέων χρεών και την υποταγή μας στη δικτατορία των αγορών. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, προηγείται πριν από κάθε τι άλλο η άμεση εκδίωξη του ΔΝΤ από την Ελλάδα όσο και αν μας κοστίσει αφού, όσο περισσότερο παραμένει, τόσο πιο σκοτεινό και απαισιόδοξο θα γίνεται το μέλλον μας – ενώ οι λύσεις θα περιορίζονται και θα ακριβαίνουν συνεχώς.

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 12. Φεβρουαρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2280.aspx