Το ΟΧΙ και το ΝΑΙ…

Το ΟΧΙ και το ΝΑΙ…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

 

Μας έθεσαν, προεκλογικά, τα διλήμματα: «Αλλάζουμε ή βουλιάζουμε»! «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα»! Και οι προεκλογικοί λαοσωτήρες, έγιναν μετεκλογικά, με τις ερπύστριες του ΔΝΤ, εθνοκτόνοι και λαοκτόνοι οδοστρωτήρες. Αφού παραμέρισαν τα διλήμματα και μας μίλησαν για τα τερατώδη χρέη και τα εξωφρενικά ελλείμματα.

Τα χρέη και ελλείμματα, που δεν δημιουργήθηκαν, κατά λάθος. Ούτε, επειδή τα «έφαγε ο λαός μαζί» με την πολιτική και οικονομική ολιγαρχία. Αλλά εσκεμμένα. Για να μας σύρουν, όπως τους μαύρους της Αφρικής, στην ατιμωτική δουλεία και του ΔΝΤ την τοκογλυφία.

Και για να μας σώσουν, τάχα, από τα χρέη και τα ελλείμματα, προχώρησαν στα, από μακρού χρόνου, προμελετημένα τους εγκλήματα: Έστειλαν χιλιάδες νέους στην ανεργία. Πετσόκοψαν τους μισθούς και τις συντάξεις. Στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα. Φαλκίδευσαν και υπονόμευσαν τα εργασιακά και τα οποιαδήποτε λαϊκά δικαιώματα.

Και δεν το έκαμαν μόνο για να υπονομεύσουν και ευτελίσουν τη ζωή μας. Αλλά κυρίως και προπάντων, για να εξευτελίσουν και τρομοκρατήσουν την ψυχή μας.

Έτσι ώστε να μας σύρουν ταπεινωμένους και τρομοκρατημένους στην παραδοχή της έσχατης και αίσχιστης προδοσίας και της επονείδιστης, στο ΔΝΤ, δουλείας. Για να ξεχάσουμε, μια και καλή, το σοσιαλισμό και να μας βουλιάξουν στη βαρβαρότητα.

Και από την εκχώρηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, να μας περάσουν στην εκποίηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της πατρίδας μας και των προνομιακών δημόσιων επιχειρήσεων και εθνικών καταπιστευμάτων… Και ήδη προωθείται, αλματωδώς, το ξεπούλημα! Και τίθεται το ερώτημα:

Θα τους ακολουθήσουμε στον κατήφορο της αχαλίνωτης διαφθοράς, για να ριχτούμε στο απύθμενο βάραθρο της εθνικής συμφοράς; Θα τους αφήσουμε να μας ρυμουλκούν στο κατάντημα της ανίατης διαστροφής, για να καταλήξουμε στον Καιάδα της ανεπίστροφης καταστροφής;

Θα τρίζουν τα κόκαλα του Καραϊσκάκη, του Κολοκοτρώνη, του Μακρυγιάννη, του Πατροκοσμά. Και των τόσων άλλων, που θυσιάστηκαν για την ελευθερία της πατρίδας.

Και θα είναι ανείπωτη ντροπή, για τον καθένα μας, αν εγκαταλείψουμε και προδώσουμε την Ελευθερία μας. Και τη στείλουμε – όπως λέει ο εθνικός μας ποιητής – και πάλι «πικραμένη, εντροπαλή» στις ερημιές και τις σπηλιές της ατίμωσης.

Τους ντόπιους και διεθνείς οφείλουμε να εγκαταλείψουμε εφιάλτες, που παίζουν το μπιλιάρδο της προδοσίας, στης πατρίδας και τις δικές μας πλάτες.

Να πούμε το ΟΧΙ στον καθένα ουρανοκατέβατο μεσσία. Που επιβάλλεται, άνωθεν και έξωθεν, με τους καλπονοθευτικούς νόμους, για να παίρνει την εξουσία. Και να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της ντόπιας ολιγαρχίας και της διεθνούς τοκογλυφίας.

Και να βροντοφωνάξουμε ΝΑΙ στη λαϊκή κυριαρχία και την άμεση δημοκρατία των ανεξάρτητων πολιτών, των ελεύθερων Ελλήνων.

 

παπα-Ηλίας, http://papailiawyfantis.wordpress.com, 23-2-2011

 

Υ.Γ. Ομιλία στη συγκέντρωση Αγρινίου.

Εξεγέρσεις (Αραβικές….)

Εξεγέρσεις (Αραβικές….)

 

Του Ευγένιου Αρανίτση


 

Οι εξεγέρσεις στη βόρεια Αφρική και, κατ’ επέκτασιν, σε ολόκληρη τη μουσουλμανική επικράτεια τείνουν να προσλάβουν μορφή επιδημικής ρήξης με το παρελθόν, δηλαδή με τις παραδόσεις, θρησκευτικές και πολιτικές.

Αυτό είναι κάτι που ο διεθνής Τύπος παρουσιάζει σαν ξαφνική αφύπνιση των λαών της ευρύτερης Μέσης Ανατολής με στόχο τον πόλεμο «κατά της τυραννίας», όπως το θέτουν ας πούμε οι Financial Times, οπότε τι άλλο απομένει για τους δυτικούς παρατηρητές απ' το να εξετάσουν λεπτομερώς τη διάταξη των δυνάμεων στη σκακιέρα και τη συνεπαγόμενη μετατόπιση των συμφερόντων από ‘δώ ή από ‘κεί. Έτσι, η απόσυρση της αμερικανικής στήριξης στον Μουμπάρακ, φέρ’ ειπείν, σχολιάζεται σαν αποθαρρυντικό δίδαγμα για τους σουνίτες ηγέτες, έτοιμους υποτίθεται μέχρι πρότινος να συνασπιστούν κατά του ιρανικού καθεστώτος ώστε να διατηρήσουν τις ισορροπίες που θα τους εξασφάλιζαν μακροημέρευση.

ΕΝΤΟΥΤΟΙΣ, τέτοιες «αθώες» από ψυχολογική και πολιτισμική σκοπιά αναλύσεις, οσονδήποτε έγκυρες κι αν θεωρούνται οι υπογραφές που τις συνοδεύουν, είναι σχεδόν εκτός θέματος αφού τους διαφεύγει το βασικό: δηλαδή ότι η τρίτη φάση της παγκοσμιοποίησης, μετά την πτώση των τειχών που είχαν υψώσει οι δικτατορίες της ανατολικής Ευρώπης, θα σημάνει τον ουσιαστικό, μακροπρόθεσμο εκδυτικισμό των ισλαμικών πληθυσμών ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ. Είναι αρκετά εκπληκτικό το γεγονός ότι οι παράγοντες εκείνοι που καθιστούν μια τέτοια εξέλιξη μονόδρομο δεν λαμβάνονται υπ' όψιν στις αναλύσεις λες και υπονοούνται σαν κάτι το μοιραίο ή απλώς φυσικό, όπως π.χ. τα μετεωρολογικά φαινόμενα. Οι πάντες μιλούν για «πολιτικές εξελίξεις», ενώ αυτές αποτελούν, ολοφάνερα, τα προεόρτια της έμπρακτης παραδοχής ότι δεν είναι δυνατόν να υφίστανται θεοκρατικά ή στρατιωτικά ολοκληρωτικά καθεστώτα την εποχή της ψηφιακής τηλεόρασης και του Διαδικτύου.

Η ΡΗΤΟΡΙΚΗ του Τύπου περιγράφει λοιπόν μέτωπα λαϊκής αντίστασης κατά της στέρησης των ελευθεριών, λες και βρισκόμαστε στη δεκαετία του '50, τη στιγμή που, σήμερα, πρόκειται – κάτι εντελώς διαφορετικό! – για την αυτόματη, αν και βασανιστική, όσο και αμφίβολης έκβασης, απόπειρα πολιτισμικής προσαρμογής των λαών οι οποίοι, μολονότι ζουν μακριά απ’ τις δυτικές μητροπόλεις, αρχίζουν πλέον να γειτνιάζουν με τη Δύση στο επίπεδο της «καινούργιας» χωροχρονικής αντίληψης της πραγματικότητας των «ελεύθερων» ΜΜΕ και της δειλής ή λιγότερο δειλής εισβολής των καταναλωτικών προσταγμάτων. Επιτρέπεται ασφαλώς να ισχυριστεί κάποιος ότι οι λαοί αυτοί αγωνίζονται για τις ελευθερίες τους αλλά ΔΕΝ αρκεί: θα απαιτούνταν επίσης να υπογραμμίσουμε -και κανείς δεν το κάνει – ότι οι ζητούμενες ελευθερίες, εκεί, δεν είναι μόνον συνταγματικές: η νεογέννητη αλλά τιτανική ροπή ενάντια στις δομές του παρελθόντος υποστηρίζεται πρωτίστως απ’ αυτό το δυστυχώς εκτυφλωτικό δέλεαρ του δυτικού τρόπου ζωής, εμπορευματικού και «επικοινωνιακού», που έχει πια καταστεί, στον όλο και στενότερο παγκοσμιοποιούμενο κόσμο μας, ακαταμάχητο.

ΣΑΝ ΝΑ ΛΕΜΕ ότι οι λαοί εκείνοι στέκονται, όπως κι εμείς πριν από χρόνια, μπροστά στο μόνιμο πλαστό δίλημμα της μοντέρνας Ιστορίας: προσκόλληση σ' ένα αδιέξοδο παρελθόν ή κυνικός μηδενισμός του μέλλοντος. Ψηφίζουν το δεύτερο. Κοντός ψαλμός αλληλούια.

 

ΠΗΓΗ:  Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=253051

(Απο) ανάπτυξη ή (μόνο) απομεγέθυνση;

 (Απο) ανάπτυξη ή (μόνο) απομεγέθυνση;

 

Του Τάκη Νικολόπουλου*

 

 Όλη η πολιτική μας αναπαράσταση, από την άκρα Δεξιά έως την άκρα Αριστερά, είναι εμποτισμένη από την έννοια της οικονομικής ανάπτυξης-μεγέθυνσης (growth-croissance), η οποία ταυτίζεται με την ανάπτυξη (development) ή θεωρείται προϋπόθεση αυτής. Η τελευταία συστημική οικονομική κρίση (2008 – ;), που βύθισε στην ύφεση και την αρνητική μεγέθυνση πολλές χώρες, έφερε στο προσκήνιο (από τις λίγες εξαιρέσεις η Ελλάδα της «πράσινης ανάπτυξης») τη συζήτηση γύρω από την «κίνηση» ή «σχολή» της αποανάπτυξης-απομεγέθυνσης (décroissance-degrowth) ως σταδιακή λύση όχι μόνο στο οικολογικό πρόβλημα αλλά και στο οικονομικό και, εν τέλει, στο ανθρωπολογικό. Ωστόσο στη Γαλλία η σχετική συζήτηση είχε ήδη (επαν)εμφανισθεί από το 2001, με πρωτοβουλία του B. Clementin και του V. Cheynet.

Δύο πρόσφατα βιβλία αποτελούν σημαντική παρέμβαση στην εντεινόμενη συζήτηση που αποκτά, σε συνθήκες κρίσης, ξεχωριστό ενδιαφέρον. Συγγραφείς τους είναι οι εκφραστές των δύο κύριων – σε αδρές γραμμές – [1]  πολιτικοφιλοσοφικών αλλά και στρατηγικών τάσεων της αποανάπτυξης: από τη μιαο συνιδρυτής, το 2004, του περιοδικού Décroissance, μεταρρυθμιστής, ρεπουμπλικανός, οικουμενιστής, κομματοεκλογεντρικός, «ατομικός και συλλογικός» V. Cheynet, και από την άλλη ο ριζοσπάστης, αντισυστημικός, αντικρατιστής, «τοπικιστής», «συλλογικός», Σ. Λατούς (με τίτλους αντίστοιχα: Le choc de la décroissance. Lʼ histoire immédiate, Seuil, 2008 και Το στοίχημα της αποανάπτυξης  Βάνιας/Περάσματα, 2008· σε αυτές τις εκδόσεις γίνονται οι παραπομπές στη συνέχεια του άρθρου).

 

Η σημερινή κρίση ως ευκαιρία για τους θιασώτες της αποανάπτυξης

 

Πράγματι, πολλοί θιασώτες της αποανάπτυξης θεωρούν ως ευκαιρία την σημερινή κρίση. [2]  «Να μεγαλώσει η κρίση», αναφωνεί ο Σ. Λατούς, επαναλαμβάνοντας τον Fr. Partant. H ανθρωπότητα θα αναγκασθεί, συλλογικά ή και ατομικά, να συνετισθεί και – εύχονται άλλοι – να οδηγηθεί στην αποανάπτυξη. Να την επιλέξει αυτή τη φορά, και όχι να την υποστεί όπως σήμερα. Ούτως ή άλλως (N. Georgescu-Roegen ο οποίος εισήγαγε και τον όρο απομεγέθυνση και την «βιοοικονομία») η μεγέθυνση τελειώνει για λόγους αντικειμενικούς-εντροπιακούς (δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα).

 Από την άλλη βέβαια η κρίση και, με αφορμή αυτή, μια «παιδαγωγική των καταστροφών», που φαίνεται, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, να υιοθετεί ο Σ. Λατούς (βλ. όμως και σ. 338, βρίσκοντας ανεπιφύλακτα απέναντί του τον Ph. Ariès [3]  και τον V. Cheynet, σ. 137) οδηγεί τους ανθρώπους σε ατομικιστική ή ακόμα και «φασιστική» αναδίπλωση και απωθεί την πολυτέλεια του οικολογικού προβλήματος – ή νομίζει ότι το επιλύει μέσω της «πράσινης» ανάπτυξης-μεγέθυνσης.

 Περί τίνος πρόκειται όμως; Πρόκειται για ένα οικοπολιτικό πρόταγμα με διάφορες τάσεις και παραλλαγές (τουλάχιστον δύο κύριες), οι οποίες κινούνται ανάμεσα στις αντισυστημικές προσεγγίσεις, την ισχυρή αειφορία και τα πράσινα κινήματα, ή ακόμα και τη βαθιά οικολογία. Δεν ταυτίζεται ούτε με τη «στάσιμη κατάσταση» των κλασικών, παρόλο που τη θυμίζει, ούτε με την αρνητική μεγέθυνση, αλλά ούτε και με τη μηδενική ή επιβραδυμένη ανάπτυξη μερικών οπαδών της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης και της ανθρώπινης ανάπτυξης (Attac, J. Harribey, A. Lipietz). Ανήκει σ’ εκείνη τη γενική (με αρκετές διαφοροποιήσεις πάντως) κατηγορία απόψεων που θεωρούν ότι η βαθύτερη ανάλυση των αιτίων της οικολογικής (αλλά και ανθρωπολογικής και συμβολικής) κρίσης προϋποθέτει ριζική κριτική στάση απέναντι σε κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές δομές και παγιωμένα αξιώματα, καθώς και αναθεώρηση και επαναπροσδιορισμό των αξιών που τις συνοδεύουν, όπως η ανάπτυξη και η πρόοδος, ο ορθολογισμός της ποσοτικοποίησης και η τυφλή «πίστη» στην τεχνοεπιστήμη.

Πιο συγκεκριμένα, έχει ως αφετηριακή παρατήρηση-δεδομένο ότι η – ποσοτική – ανάπτυξη (είτε «βιώσιμη» είτε «αυτοσυντηρούμενη» είτε ακόμα και «πράσινη» είτε «ανθρώπινη») υποβαθμίζει το περιβάλλον, ενώ εξακολουθεί να αυξάνει τις ανισότητες και τις αδικίες. Ευνοεί έτσι πρώτα τα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας (V. Cheynet, σ. 25), τα πλούσια και «ανώτερα» κράτη του Βορρά δημιουργώντας φτώχεια στον Τρίτο Κόσμο, ενώ σταδιακά καταβροχθίζει και την ευημερία, αφού δεν υπολογίζει, στο ΑΕΠ, το οικολογικό και κοινωνικό κόστος. Και τούτο επειδή κάθε ανάπτυξη είναι οικονομική, βασίζεται δηλαδή στην αύξηση του πλούτου («στο μεγάλωμα της πίτας»), είναι εν τέλει μεγεθυνσιακή. Η αποανάπτυξη, με άλλα λόγια, δεν νοείται χωρίς έξοδο από τον «οικονομισμό», και ειδικότερα την οικονομία της αγοράς και τον καπιταλισμό (σ. 92 και σ. 85).

Τη θέση αυτή των καθολικών «αντιρρησιών της ανάπτυξης», στον βαθμό που προαναγγέλλει «μια κοινωνία λιτότητας», δεν την αποδέχεται βέβαια το σύνολο των κατεστημένων πολιτικών δυνάμεων ούτε η πλειονότητα της Αριστεράς και της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης. Οι περισσότεροι οπαδοί της σχολής αυτής, όχι όμως όλοι, αρνούνται και την έννοια της (ποιοτικής) ανάπτυξης, η οποία δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη θανατηφόρα (ποσοτική) μεγέθυνση — εξ ου και η γενική χρήση στην ελληνική του όρου «αποανάπτυξη».

 

Οι πολιτικές υλοποίησης του προτάγματος

 

Οι προσεγγίσεις διαφέρουν και ως προς τις πολιτικές υλοποίησης του προτάγματος. Ο Σ. Λατούς (σημ. 515) θεωρεί τα «8Re» (επανατοπικοποίηση, επαναχρησιμοποίηση, επανάκτηση, επαναξιολόγηση κλπ.) ως τους βασικούς άξονες μιας διαδικασίας αποανάπτυξης. Ο V. Cheynet (σ. 113) προτείνει δέκα μέτρα με τα οποία ήταν υποψήφιος των «αποαναπτυξιακών» με το κόμμα της αποανάπτυξης (PPLD, το οποίο απεκάλεσε «γελοιότητα» ο Σ. Λατούς) στις βουλευτικές εκλογές του 2007. Τα μέτρα αυτά εκτείνονται από την απαγόρευση όλων των μέσων σύγχρονης καταναλωτικής προπαγάνδας (διαφήμιση κλπ.) και την απελευθέρωση των ΜΜΕ από την επιτροπεία των πολυεθνικών και το σταδιακό «ξήλωμα» αυτών, μέχρι την κατάργηση του επαγγελματικού αθλητισμού, περνώντας από μέτρα όπως απαγόρευση κατοχής πάνω από δύο ακινήτων, θέσπιση σταδιακού ανώτατου εισοδήματος, επανατοπικοποίηση της οικονομίας και εγκαθίδρυση μικρών οικονομικών μονάδων, σταδιακή έξοδο από τον πολιτισμό του αυτοκινήτου υπέρ των μαζικών μεταφοράς κ.ά.

 Είναι αλήθεια ότι πολλά από αυτά τα μέτρα υιοθετούνται και από το ρεύμα της οικολογικής ή «ανθρωπιστικής» οικονομίας (R. Passet κ.ά.) και επαναχαρακτηρισμού της ανάπτυξης («ανάπτυξη χωρίς μεγέθυνση» – «ανθρώπινη ή «κατάλληλη» ανάπτυξη» βλ. ATTAC, H. Daly, M. Mousel, περιοδικό Alternatives Economiques, εναλλακτικοί). Έτσι συχνά θεωρείται, λανθασμένα, ότι η βιώσιμη ή διαρκής ανάπτυξη είναι το ίδιο πράγμα με την απο-ανάπτυξη (βλ. λ.χ. A. Caillé). Είναι όμως φανερό ότι τα παραπάνω μέτρα δεν αρκούν για να αντιμετωπίσουν την μεγαμηχανή ούτε της – διεθνοποιημένης – οικονομίας της αγοράς – ανάπτυξης/μεγέθυνσης ούτε της – συνδεδεμένης με την προηγούμενη –  τεχνοεπιστήμης.

 

 

Κριτικές στην αποανάπτυξη

 

H κριτική εναντίον αυτής της σχολής-προτάγματος δεν προέρχεται μόνο από τους κλασικούς φιλελεύθερους αναπτυξιολάγνους ή ορισμένους σοσιαλφιλελεύθερους (J.-P. Fittoussi, ο πρώην υπουργός του Λ. Ζοσπέν Cl. Allegre κ.ά.), αλλά και από τους οπαδούς της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης και της ανθρωπιστικής ανάπτυξης (κυρίως ATTAC  [4] και ένα τμήμα του περιοδικού Alternatives Economiques), όπως και από Πράσινους (C. Di Meo, Y. Fremion) και αντισυστημικούς (Τ. Φωτόπουλος). Αυτή εντοπίζεται, μεταξύ άλλων, καταρχήν στο ότι η αποανάπτυξη, ή τουλάχιστον μια τάση της, δίνει την έμφαση στο ανθρωπολογικό στοιχείο και στη μη αναγνώριση των υλικών συνθηκών. Όπως σημειώνει ο J. Harribey,  [5] ο χώρος της πολιτικής, ως χώρος διαμεσολάβησης και μετασχηματισμού, απωθείται στο όνομα μιας ελευθεριακής ή θρησκευτικής ριζοσπαστικότητας, η οποία γενικά δυσπιστεί απέναντι στους (υπάρχοντες πολιτικούς) θεσμούς και στο κράτος πρόνοιας. Επιπλέον, ακόμα και αν δεχθούμε ως ορθή την ανθρωπολογική αφετηρία του προτάγματος για μια συνολική κριτική του οικονομικού μοντέλου ανάπτυξης-μεγέθυνσης και συνεπώς κάθε έννοιας ανάπτυξης, πάλι φαίνεται να παραμένει μετέωρο και θολό το πολιτικό πρόβλημα και ένας – θετικός – πολιτικός ορισμός του προτάγματος (π.χ. μείωση ή κατάργηση ανισοτήτων, ισοκατανομής της εξουσίας κλπ.), σε επίπεδο συλλογικού φαντασιακού. Το ίδιο πρόβλημα παραμένει ακόμα κι αν θεωρήσουμε, όπως ο V Cheynet αλλά και ο Η. Kempf, ότι η αρχή της απομεγέθυνσης θα γίνει από τους έχοντες , αφού αυτοί καταστρέφουν τον πλανήτη μέσω της υπερκατανάλωσης.

Πράγματι, κατά τους υποστηρικτές της ανάπτυξης, δύσκολα μπορεί να απορριφθεί ο διαχωρισμός της ανάπτυξης από τη μεγέθυνση, αν με την πρώτη (και έναν ορισμό αυτής) εννοούμε την διεκδίκηση των φτωχών ανθρώπων του (Νότου του) πλανήτη για πρόσβαση στην υγεία, την εκπαίδευση, το πόσιμο νερό ή άλλες βασικές ανάγκες. Είναι θεμιτό τα παραπάνω αγαθά να συνιστούν ανάπτυξη και να αποτελούν οικουμενικά δικαιώματα χωρίς αυτά να ταυτίζονται με τα φιλελεύθερα και «δυτικά» φυσικά δικαιώματα (π.χ. δικαίωμα της ιδιοκτησίας). [6]  Είναι δυνατόν, με άλλα λόγια, διερωτώνται οι πολέμιοι της αποανάπτυξης (Attac, J. Harribey), να γίνει δεκτή η θέση του Σ. Λατούς ότι η φτώχεια είναι μόνο προβολή των δυτικών αξιών ή απλή προβολή του φαντασιακού; Βέβαια, εδώ ο συγγραφέας (σ. 188, 295, 307) κάνει λόγο για «μη μεγέθυνση» ή «α-μεγέθυνση», αναγνωρίζοντας ότι ο στόχος της αποανάπτυξης δεν αφορά όλους αδιακρίτως τους πληθυσμούς του πλανήτη, ιδίως του Νότου. Αλλά και ο V. Cheynet αναγνωρίζει επίσης, μαζί με τον H. Kempf, ότι η αποανάπτυξη απευθύνεται πρώτα στους πλούσιους και στα πλούσια κράτη του Βορρά (σ. 23 και σ. 60), με στόχο να καταστεί δυνατή μια – θεμιτή – οικονομική μεγέθυνση των φτωχών κρατών σε μια μη παραγωγιστική κατεύθυνση. Έτσι οι λαοί της Αφρικής έχουν ανάγκη ανύψωσης του υλικού επιπέδου ζωής, ακόμα κι αν δεν χρειάζεται προς τούτο να μιμηθούν τον  – εθνοκεντρικό – δυτικό τρόπο ζωής και ανάπτυξης. [7]

Συνακόλουθα, αν η αποανάπτυξη υλοποιείτο κατά γενικευμένο τρόπο στις πλούσιες χώρες του Βορρά, κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε χωρίς επιπτώσεις στο καθεστώς της απασχόλησης, με ορατό τον κίνδυνο επανεμφάνισης της μαζικής φτώχειας. Για παράδειγμα, ο Τ. Φωτόπουλος, στον οποίο συχνά παραπέμπει ο Σ. Λατούς, θεωρεί ότι το σύστημα δεν μπορεί να ζήσει χωρίς οικονομική μεγέθυνση και ότι μια διαδικασία θεμελιακής ανατροπής της, που μερικοί αποκαλούν απομεγέθυνση, δεν είναι δυνατή στο ισχύον σύστημα της οικονομίας της αγοράς.

Ειδικότερα από την πλευρά της παραγωγής, μια μηδενική ανάπτυξη είναι καθαρή φαντασία, κυρίως διότι μια επιτυχημένη παγκόσμια πολιτική απομεγέθυνσης (εντός του ισχύοντος συστήματος της οικονομίας της αγοράς) θα επέσπευδε μια οικονομική ύφεση μεγαλύτερη από αυτή του 1929 [8]  ή τη σημερινή. Βέβαια, και ο ίδιος ο Σ. Λατούς , όπως προαναφέραμε, δεν ταυτίζεται με την αρνητική ή μηδενική ανάπτυξη, αλλά κάνει λόγο για αποανάπτυξη σε μια «κοινωνία αποανάπτυξης» (passim), όπως αντίστοιχα ο V. Cheynet κάνει λόγο για «βιώσιμη ή υποστηρίξιμη αποανάπτυξη» (σ. 111 και σ. 116), κατ’ αντίθεση προς την «βιώσιμη ανάπτυξη». O Σ. Λατούς επίσης αναγνωρίζει ότι ακόμα και η σταδιακή μετάβαση με προσωρινή διατήρηση της αγοράς και του κέρδους δεν θα γινόταν εύκολα αποδεκτή χωρίς βίαιες αντιδράσεις. Γιʼ αυτό φαίνεται να «στοιχηματίζει», όπως ήδη αναφέρθηκε (κατ’ αντίθεση προς τον V. Cheynet, σ. 132) περισσότερο στην «αντικειμενική» αναγκαιότητα της απομεγέθυνσης, που εκπορεύεται από την αύξηση των – συστημικών – κρίσεων, όπως η σημερινή. Κρίσεων όλο και πιο συχνών, έντονων και πολύπλευρων, κατανοήσιμων και μέσα από το πρίσμα μιας, όπως αναφέρθηκε αρχικά, «παιδαγωγικής των καταστροφών» (έκφραση του D. de Rougemont που υιοθετεί ο Σ. Λατούς και άλλοι όπως ο F. Partant, αλλά απορρίπτουν ο P. Ariès και ο V. Cheynet, σ. 137 ), για την «απο-αποικιοποίηση του φαντασιακού».

Επίσης, πώς μια «κοινωνία αποανάπτυξης» μπορεί να εξορκίσει την οικονομία (ανάλυση κόστους/αποτελεσματικότητας, το σύστημα των τιμών και της αναδιανομής του εισοδήματος), [9]  εάν δεν υπάρξει μια γενικότερη και εξαρχής σε όλα τα επίπεδα οικονομική και, κυρίως, πολιτική (θεσμική) επανασχεδίαση της κοινωνίας; Ο Σ. Λατούς (σ. 319) υποστηρίζει ότι κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν στο ισχύον σύστημα, εάν δεν γίνει μια «συνολική ανατροπή» του και μια «επανασυγκρότηση της κοινωνίας», με βασικό και πρώτο ζητούμενο την «επανίδρυση της δημοκρατίας» (όχι αποκλειστικά στην άμεση μορφή της).

Τέλος, η αποανάπτυξη, στην ακραία της (άμεση) μορφή, όπως και η βαθιά οικολογία αλλά και η έκθεση της Λέσχης της Ρώμης, κατηγορείται για μαλθουσιανισμό. Ο Σ. Λατούς, αν και υποστηρίζει, όπως και ο P. Rabhi, ότι το πρόβλημα δεν είναι ο (υπερ)πληθυσμός του πλανήτη αλλά η δίκαιη διανομή του πλούτου και των πόρων, εντούτοις αναγνωρίζει ότι η δημογραφική αποανάπτυξη θέτει φοβερά προβλήματα, ακόμα κι αν είναι εφικτή ή επιθυμητή (σ. 180). Με τον Λατούς φαίνεται να συμφωνεί και ο V. Cheynet (σ. 127-128) ο οποίος, εντούτοις, θεωρεί ότι η συζήτηση για τη μείωση των φυσικών πόρων παραμένει ανοιχτή. Είναι αλήθεια ότι ο υπερπληθυσμός, όπως και κατά μερικούς η σπανιότητα των πόρων, [10] αποτελούν απατηλά επιχειρήματα, απολογητικά του ισχύοντος οικονομικού αγορα-μεγεθυνσιακού μοντέλου και της ισχύουσας τάξης πραγμάτων.

Εν πάση περιπτώσει, όλα τα παραπάνω επιχειρήματα κατά της αποανάπτυξης οδηγούν (V. Cheynet σ. 20-21) σε υπερβολικούς και αδικαιολόγητους αφορισμούς. Κυρίως, απορρίπτεται η αποανάπτυξη ως αρνητική ουτοπία και οπισθοχώρηση της ανθρωπότητας αλλά και του περιβάλλοντος (στον βαθμό που άνθρωπος και φύση βρίσκονται σε διάδραση), με άλλοθι την καθολική υπεράσπιση της ιδεολογίας της «προόδου» — «ψευδοπροόδου» ή «προοδευτισμού», κατά τους αποαναπτυξιακούς.

 Τελικά, η αποανάπτυξη δεν φαίνεται να συνιστά ένα μοντέλο ή σύστημα αλλά, σύμφωνα με τον V. Cheynet, μια εισαγωγή σε μια συζήτηση και ένα άνοιγμα του πεδίου των εναλλακτικών δυνατοτήτων, ή ένα πολιτικό σύνθημα, κατά τον Σ. Λατούς, διακηρύξεις αρχών, όχι όμως πολιτικό σχέδιο που βασίζεται σε συνολικές αναλύσεις.

 

 

Παραπομπές

 

[1] E. Dupin, «La décroissance, une idée qui chemine sous la récession», Le Monde diplomatique, Αύγουστος 2009, σ. 20-2.

[2] Στο ίδιο.

[3] Βλ συνέντευξη στη Liberation, που αναδημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία, 13.5.2008: «Η κρίση οδηγεί από την κοινωνία της αφθονίας στην κοινωνία των ορίων». Ακόμα, βλ. Ph. Ariès, Décroissance ou barbarie, Parangon, 2005.

[4] ATTAC, Le petit Alter. Mille et une nuits, 2006, σ. 172 κ.ε.· J. Harribey, «Développement, croissance et environnement. Les théories de la décroissance: enjeux et limites », στο Développement et Environnement, Cahiers français, αρ. 337/2007, La documentation française, σ. 20-25.

[5]   J. Harribey, ό.π., σ. 25.

[6] J. Harribey, «Faut-il renoncer au développement?», στο Ecologie le grand défi, Manière de voir , τ. 81/2005, σ. 72, 78.

[7] E. Dupin , ό.π

[8] Τhe price of “development” and the limitations of direct action, http//:www.iclusivedemocracy.org/journal/vol3, no4 (October 2007).

[9] D. Clerc, Alternatives Economiques, αρ. 270 /2008 σ. 36, αναφορικά με το βιβλίο του V. Cheynet.

[10] Π. Παπακωνσταντίνου, Το χρυσό παραπέτασμα, η γέννηση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, Λιβάνης, 2009, σ.148

 

* Ο Τάκης Νικολόπουλος διδάσκει δίκαιο και πολιτική περιβάλλοντος στο Τμήμα Κοινωνικών-Συνεταιριστικών Επιχειρήσεων και Οργανώσεων του ΤΕΙ Μεσολογγίου.

 

ΠΗΓΗ: 24/01/2010, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=519467

Ο διεθνισμός ως αμηχανία

Ο διεθνισμός ως αμηχανία

 

Του Δημήτρη Μπελαντή

 

Στα προηγούμενα φύλλα της «Εποχής» διεξήχθη μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για τα όρια ανάμεσα στον εθνικισμό, το διεθνισμό και τον ευρωπαϊσμό (θα προσέθετα λανθανόντως και τον κοσμοπολιτισμό) ανάμεσα στο σ. Στάθη Κουβελάκη και το σ. Τάκη Μαστρογιαννόπουλο. Στη συνέχεια παρενέβη ο σ. Χρήστος Λάσκος (στο φύλλο της 28/11/2010 ) και εμπλούτισε το διάλογο.

Επίσης, ο σ. Μηλιός έχει θέσει άκρως ενδιαφέροντα ζητήματα για τη σχέση ευρώ και εργατικών συμφερόντων αλλού. Ορισμένα ζητήματα παραμένουν, κατά την άποψή μου, ανοιχτά προς περαιτέρω συζήτηση. Ως προς αυτά θα ήθελα να κάνω κάποιες παρατηρήσεις μην κρύβοντας διόλου και προς αποφυγή επαναλήψεων ότι επί της αρχής τάσσομαι με τις απόψεις του σ. Κουβελάκη (και, άρα, ενδεχομένως και με τον «σοσιαλισμό σε μια μόνη χώρα», τον «αριστερό εθνικισμό» κ.λπ.).

Η εργατική τάξη, «εθνική» ή διεθνής τάξη;

 

O αναγκαίος και αξιακά ισχυρός διεθνισμός των εργατικών αγώνων δεν αναιρεί το γεγονός ότι α) η εργατική τάξη συγκροτείται ιδεολογικά και πολιτιστικά στην αστική κοινωνία ως μια «εθνική» τάξη με εθνικά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ιστορικότητα και μορφές πάλης (βλ. και τις περίφημες αναλύσεις του Ε.Π. Τόμπσον για τη Βρετανία). Όπως έχει επισημάνει και ο Πουλαντζάς στο τελευταίο του βιβλίο (σελ. 169) «η χωρότητα και η ιστορικότητα κάθε εργατικής τάξης είναι μια παραλλαγή του δικού της έθνους, τόσο διότι είναι σφηνωμένες μέσα στη χωρική και στη χρονική μήτρα , όσο και διότι είναι συστατικό μέρος αυτού του έθνους ως συνιστώσα του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στην εργατική τάξη και στην αστική τάξη» β) η ταξική πάλη και ιδίως η πολιτική ταξική πάλη αναπτύσσεται κατ’ αρχήν σε έναν εθνικό κοινωνικό σχηματισμό και επιφέρει αποτελέσματα εντός αυτού. Το τελικό διεθνές άνοιγμα της ταξικής πάλης και η διαμόρφωση μιας διεθνούς συγκυρίας και ατζέντας της ταξικής πάλης με τη μορφή του ντόμινο ή αλλιώς δεν αναιρούν αυτή την πραγματικότητα. Επιπλέον, είναι αντιφατικό να αρνούμαστε την ύπαρξη μιας υπερεθνικής ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης (η «πολυεθνική ελίτ» του Τ. Φωτόπουλου) και να εναποθέτουμε ταυτόχρονα όλα τα καθήκοντα σε μια μυθική «διεθνή εργατική τάξη».

 

Το ηγεμονικό σχέδιο

 

Η εργατική τάξη, αν δεν θέλει να είναι απλώς μια « συνδικαλιστική τάξη», οφείλει να έχει ένα (αντι-) ηγεμονικό πολιτικό σχέδιο για τον εθνικό κοινωνικό σχηματισμό. Ακόμη και σε συνθήκες ακραίας διεθνοποίησης του κεφαλαίου (τάση πάντως που μπορεί και να αντιστραφεί ), δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτό το ιστορικό της καθήκον. Άρα, δεν μπορεί μόνο να αμύνεται κατά του κυρίαρχου σχεδίου – όσο και αν αυτή η άμυνα είναι πολύτιμη. Πρέπει να επεξεργασθεί ως σχέδιο μια στρατηγική κοινωνικών συμμαχιών και θεματικών, η οποία θα αποδιαρθρώνει τον αντίπαλο και θα ανοίγει το δρόμο στην κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από αυτήν («μεταβατικό πρόγραμμα», στη συνέχεια «πρόγραμμα της επαναστατικής κρίσης» κ.λπ.). Ακόμη και η «ανασύνθεση της ΕΕ» – αν και προσωπικά κλίνω πολύ περισσότερο προς την «έξοδο από την ευρωζώνη» – θα μπορούσε να είναι ένα τέτοιο σχέδιο, παρά τα προβλήματα που η ασυμμετρία και ασυγχρονία των αγώνων από χώρα σε χώρα αντικειμενικά προκαλούν. Όχι, όμως, η σκέτη «άμυνα» χωρίς σχέδιο. Άλλωστε, η σημαντική νίκη του κεφαλαίου στα τελευταία τριάντα χρόνια έγκειται ακριβώς στην αποδυνάμωση της συζήτησης για το εθνικό ηγεμονικό σχέδιο της εργασίας.

Επίσης, είναι αυτονόητο ότι αν έχεις τέτοιο σχέδιο δεν φοβάσαι να μιλήσεις και στο όνομα του «έθνους»: είναι φανερό ιδίως στις συνθήκες κρίσης (βλ. και 1941-1944 στην Ελλάδα) και όσο δεν μπαίνεις σε σχήματα «εθνικής ενότητας» ότι το δικό σου «έθνος» είναι ριζικά διαφορετικό από εκείνο της αστικής τάξης.

 

Έξοδος από το ευρώ: προς την εύρυθμη καπιταλιστική ανάπτυξη;

 

Δεν είναι καθόλου προφανές ότι μια πρόταση σε εθνική κλίμακα απεμπλοκής από το ευρώ πρέπει να καταλήγει σε σχέδια «καπιταλιστικής ανάπτυξης», σαν αυτά που μας έχει συνηθίσει η διαχειριστική Αριστερά. Ακόμη και παρά το γεγονός ότι μεταβατικά και με το καθαρότερο ακόμη σοσιαλιστικό σχέδιο ή σχέδιο εργατικού ελέγχου κάθε ανάπτυξη είναι ακόμη «καπιταλιστική», μια πρόταση εξόδου από την ευρωζώνη μπορεί κάλλιστα να συνιστά μια μεγάλη ρωγμή με την αστική εξουσία. Εφόσον κάτι τέτοιο γίνει με την πρωτοβουλία της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος και δεν είναι η λύση απελπισίας του αστισμού. Αλήθεια, μπορούμε να φανταστούμε το άνοιγμα μιας διαδικασίας ανατρεπτικής του καπιταλισμού με δεδομένο όλο το μηχανισμό της ευρωζώνης, την ΕΚΤ, το Συμβούλιο της ΕΕ και το Σύμφωνο Σταθερότητας; Γιατί, βεβαίως, το ευρώ δεν νοείται χωρίς αυτούς τους όρους και μηχανισμούς. Αν αυτοί κατέρρεαν, καμία κυρίαρχη δύναμη δεν θα ενδιαφερόταν για το ευρώ. Επιπλέον, ας θυμηθούμε ότι καμία επαναστατική διαδικασία δεν προχώρησε χωρίς να «σπάσει» το ιμπεριαλιστικό πλαίσιο όπου η χώρα ήταν προσδεδεμένη είτε ισότιμα είτε ανισότιμα. Ή πάντως απέτυχε και γιατί δεν μπορούσε να το «σπάσει». Η Ρωσία και η Αντάντ το 1917. Το ενδιαφέρον του ΝΑΤΟ για την έκρυθμη ιταλική συγκυρία στα 1970.

Άρα, το ζήτημα δεν είναι ακριβώς το αν το ευρώ έβλαψε ή ωφέλησε την καπιταλιστική ανάπτυξη – θα μπορούσαν να έχουν συμβεί με αντιφατικό τρόπο και τα δύο – αλλά το αν οι ειδικοί θεσμικοί μηχανισμοί του ευρώ είναι πρόσφοροι α) για την αντικαπιταλιστική διέξοδο από την κρίση ή και β) απλώς για μια φιλολαϊκή μεταρρύθμιση. Διότι η ιστορική τραγωδία του μεταφορντικού ευρωπαϊκού καπιταλισμού έγκειται ακριβώς στο ότι έχει οικοδομήσει την τελευταία εικοσαετία έναν τέτοιο θεσμικό μηχανισμό που φαίνεται να αποκλείει απολύτως ακόμη και γνήσιες εναλλακτικές σοσιαλδημοκρατικές λύσεις. Εκτός, αν πιστεύουμε, ότι η φύση του ευρώ στη σημερινή σκληρυμένη φάση του νεοφιλελευθερισμού είναι επίδικο πιέσεων, πολιτικών ανασυμφωνιών κ.λπ. προς τα Αριστερά. Εμείς, αντιθέτως, πιστεύουμε ότι η συζήτηση περί του Μνημονίου και της αντίστασης σε αυτό είναι άρρηκτα συνδεμένη με τους μηχανισμούς του ευρώ και του νεοφιλελεύθερου Συμφώνου Σταθερότητας και ότι αυτοί οι μηχανισμοί συνέβαλαν άλλωστε σημαντικά και στη δανειακή υπερχρέωση και αναξιοπιστία της Ελλάδας.

 

Η θεωρία του «αδύνατου κρίκου» – Στάλιν και Τρότσκι

 

Η θεωρία του «αδύνατου κρίκου» δεν είναι ενταγμένη στην πάγια σταλινική στρατηγική – αν και σε αυτήν συνέβαλε θεωρητικά ο Ι.Β. Στάλιν- αλλά αναγκαίο στοιχείο μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής. Η θεωρία αυτή πρεσβεύει ότι η συγκέντρωση αντιφάσεων οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών της διεθνούς συγκυρίας του καπιταλισμού σε μια ειδική καπιταλιστική χώρα και σε μια ορισμένη / ειδική συγκυρία οδηγεί αντικειμενικά και υποκειμενικά σε όρους επαναστατικής κατάστασης και κρίσης και σε έξοδο από την ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Ότι δεν υπάρχει μια γραμμική συγχρονία και συμμετρία των κοινωνικών αγώνων, η οποία θα οδηγούσε στη «γενική και διεθνή ανατροπή». Ρεύματα αναμφισβήτητα διεθνιστικά, που αναφέρονται στη «διαρκή επανάσταση», κατήγγειλαν τη λογική τής «αυτοοχύρωσης του σοσιαλισμού» από τον Στάλιν σε βάρος της διεθνούς επανάστασης και όχι τον «αδύνατο κρίκο». Ο Τρότσκι στη δεκαετία του ’30 κατέληγε πάντοτε σε αποφάνσεις για τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ισπανία και όχι σε ένα σχήμα «διεθνούς συγχώνευσης» της ταξικής πάλης και συνδύαζε ικανοποιητικά τη διεθνή συγκυρία με τις «εθνικές ανάγκες» κάθε κινήματος. Έψαχνε με αγωνία τον εκάστοτε «αδύνατο κρίκο» δυστυχώς ακόμη και εκεί που δεν υπήρχε (βλ. και Τ. Κλιφ «Τρότσκι 4 -όσο πιο σκοτεινή η νύχτα τόσο πιο φωτεινό το αστέρι», Αθήνα 2010).

Το «επαναστατικό» και το «ρεφορμιστικό»

 

Η θέση υπέρ της παραμονής στο ευρώ στην «αριστερή» της εκδοχή επιχειρηματολογεί υπέρ μιας κοινής πίεσης για μια Νέα Συνθήκη και μια Νέα Ευρωζώνη. Η θέση αυτή , ακόμη και όταν προβάλλεται ως υπερδιεθνιστική, έχει ένα σημαντικό μειονέκτημα. Προϋποθέτει συνομιλητή και κοινωνικό συμβόλαιο εντός της καπιταλιστικής κυριαρχίας – εκτός και αν εννοεί ότι η Νέα Ευρωζώνη θα αντιστοιχεί στις Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης και στο κοινό σοσιαλιστικό νόμισμα. Με όρους σοβαρότητας, πιστεύουμε ότι δεν είναι αυτή η κυρίαρχη εκδοχή της συζήτησης. Η κυρίαρχη εκδοχή είναι η ώθηση προς ένα πιο φιλοκεϊνσιανό ευρωπαϊκό πλαίσιο (βλ. και Θ. Παρασκευόπουλο, στην «Εποχή» της 28/11/2010).

Μια νέα συμφωνία απαιτεί ενδιαφερόμενους παίκτες να αλλάξουν τους κανόνες του παιχνιδιού. Ο βασικός παίκτης, η Γερμανία, προσανατολίζεται σαφώς τόσο στην ένταση της νεοφιλελεύθερης επίθεσης κατά της εργασίας όσο και στην κατά το δυνατόν απεμπλοκή από υποχρεώσεις της και στυγνή πίεση πάνω στους πιο «αδύναμους» σχηματισμούς της ευρωζώνης. Πώς θα μπορούσαμε να τον πείσουμε να αλλάξει τους όρους της ευρωζώνης, όταν α) δεν ενδιαφέρεται και τόσο τραγικά για την πορεία της ευρωζώνης β) έχει ένα δυστυχώς αρκετά ισορροπημένο και πειθαρχημένο κοινωνικό τοπίο και γ) δεν θα μετείχε ούτως ή άλλως σε ένα αναθεωρημένο προς τα αριστερά Ευρωσύμφωνο;
Άρα, πού κατατείνει η πρόταση για μια νέα συμφωνία ευρωζώνης; Από τη μια πλευρά μάλλον κατατείνει στο κενό μέσα σε συνθήκες κατάρρευσης της ευρωζώνης.
Από την άλλη πλευρά καλλιεργεί όχι μια αναζωπύρωση των κοινωνικών αγώνων στην Ευρώπη, αλλά περισσότερο έναν «αττεντισμό» (όρος κριτικής του Όττο Μπάουερ για την πολιτική του Κάουτσκι πριν από το 1914), μια παθητική αναμονή εξελίξεων που θα έλθουν κυρίως από τα πάνω.

 

Το πλεονέκτημα των άμεσων και μεταβατικών πολιτικών αιτημάτων

 

Καμία ριζοσπαστική και πολύ περισσότερο επαναστατική ανατροπή δεν μπορεί να γίνει με απλή ιδεολογική παράθεση του επαναστατικού στόχου (ο οποίος πάντως είναι ο κομμουνισμός και όχι απλώς ο «σοσιαλισμός», δηλαδή η μετάβαση προς τον κομμουνισμό). Η σύνδεση των συγκεκριμένων αγώνων όχι μόνο με την άμυνα κατά του μνημονίου, αλλά και με επιθετικές πολιτικές, που, όμως, διαθέτουν το προσόν της σαφήνειας, της απτότητας και της αμεσότητας (όπως μπορεί να είναι μια αριστερή εκδοχή της «εξόδου από την ευρωζώνη») μπορεί να στρέψει τον διάχυτο πια στην Ελλάδα αντιμνημονιακό – αντιΕΕ λόγο και διάθεση, που εκφράσθηκε και με την ευρύτατη αποχή, προς μια αριστερή/ κινηματική κατεύθυνση και μάλιστα πιο συγκεκριμένη από τον στεγανό λόγο του «κόμματος-φρουρίου», του ΚΚΕ. Διαφορετικά, άλλες λύσεις συναινετικές ή και ακροδεξιές ακόμη καραδοκούν.

Ο κίνδυνος τελικά δεν είναι «ο σοσιαλισμός σε μια μόνη χώρα». Είναι η αποσύνδεση της «χώρας» (αυτής που μας ενδιαφέρει και όχι του συλλογικού κεφαλαιοκράτη) από τη ριζοσπαστική/σοσιαλιστική προοπτική.

 

ΠΗΓΗ: Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010, ΕΠΟΧΗ, Το είδα: http://anasyn.wordpress.com/2010/12/21/%CE%BF-%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CF%89%CF%82-%CE%B1%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1/

Σήμερα βρέχει -του Γιάννη Ποτ.

Σήμερα βρέχει

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

 

Ταξιδεύει ο άνεμος

στα μαλλιά της

Κυλάει στα μάτια της

η βροχή

Το ταξίδι γίνεται ποτάμι

Ροβολάει στους κάμπους

να ποτίσει τα όνειρα

Κουράστηκε το δάκρυ

να κυλάει

Το στέγνωσε ο αγέρας

Δυνατός ο αγέρας στις Κυκλάδες

Αφρίζει το κύμα

στις μυστικές σπηλιές

Στα βράχια αντιλαλούν οι φωνές

των γλάρων

Και έρχεται ο χειμώνας μας

Με τα γυμνά του δάχτυλα

Πονάει η ψυχή ξεγυμνωμένη

Αναριγά η παλάμη

στα ασημένια σου μαλλιά

Όμως βρέχει σήμερα ολημερίς

Και η νύχτα ξαπλώνεται

σαν υποψία

Μια ρυτίδα έρπει στο βλέφαρο

του φεγγαριού

Πληγές που αφήνει ο χρόνος

στις αέναες περιπολίες του

Σου χαρίζω με τις παλάμες μου

παρηγοριά

Και σαν απελπίζομαι ξαπλώνω

στην ποδιά σου

Τα μάτια σου είναι η πανοπλία μου

Σαν έρχεται απρόσκλητη

η μελαγχολία

 

8 Φεβρουαρίου 2010, Γιάννης Ποταμιάνος

Διαστροφή ή επιστροφή;

Διαστροφή ή επιστροφή;

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

 

Ο άσωτος της ευαγγελικής παραβολής κυλιέται και κολυμπάει μέσα στο βούρκο της ασωτείας. Και πάει, όπου τον πάει το ποτάμι της διαφθοράς. Και, όταν φθάνει στον πυθμένα της διαφθοράς, του κάνουν την «τιμή» να τον χειροτονήσουν χοιροβοσκό. Που σημαίνει ότι, από διεφθαρμένο, τον προάγουν σε διαφθορέα. Προαγωγό και μάνατζερ της διαφθοράς. Και απ’ το βούρκο τον σπρώχνουν στο βόθρο.

Αλλά εδώ αντιστέκεται. Αισθάνεται ότι αυτό το «αξίωμα» δεν του πάει. Και ότι δεν μπορεί να παίξει αυτόν το ρόλο:

Μπορεί να έχει παραβιάσει, κατά συρροήν, τη συνείδησή του. Και, μαζί της, πολλές ηθικές και πνευματικές αξίες και αρχές. Αλλά δεν μπορεί να καταργήσει, να εξαφανίσει τη συνείδησή του:

Δεν θα μπορούσε, για να ‘ρθούμε, για παράδειγμα, στην εποχή μας, να γίνει μέλος μιας λέσχης, ή οποιαδήποτε μυστικής οργάνωσης, που θα αποσκοπούσε στην εξόντωση των συνανθρώπων του. Με την πείνα ή τον πόλεμο. Ή ακόμη με μεταλλαγμένα τρόφιμα ή τα δολοφονικά φάρμακα…

Ούτε να μεθοδεύσει την αποσάθρωση του πολιτισμικού τους ιστού. Με τη διάβρωση της εθνικής και ιστορικής και θρησκευτικής τους συνείδησης. Και την, δια παντός τρόπου και μέσου υπονόμευση της παιδείας τους. Και μάλιστα των ίδιων των συμπατριωτών του.

Δεν θα μπορούσε να προδώσει και να πουλήσει κάποιον, στον οποίο υποσχέθηκε άσυλο και φιλοξενία. Και πολύ περισσότερο δεν θα μπορούσε να προδώσει και να ξεπουλήσει την ίδια του την πατρίδα. Ή να μεθοδεύσει την υποδούλωση των συμπατριωτών του στο ζυγό μιας αδιέξοδης χρεοκοπίας και μιας αδηφάγου τοκογλυφίας.

Κι ακόμη δεν θα μπορούσε να κάμει θεό του το Μαμωνά, θρησκεία του το σατανισμό, ηθική του την υποκρισία και τον αμοραλισμό και τρόπο ζωής το έγκλημα.

Που, συμπερασματικά, σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να φτάσει στην πώρωση και να γίνει συνειδητά ασυνείδητος.

Η ασωτεία έχει όρια. Η πώρωση είναι απεριόριστη και αδιέξοδη. Η μόνη διέξοδός της είναι το πέρασμα απ’ τη διαφθορά στη διαστροφή.

Ο διεφθαρμένος είναι ένας ηθικά άρρωστος, που, όσο βαριά κι αν είναι η αρρώστια του, μπορεί να θεραπευθεί. Ο διαφθορέας είναι ανίατος. Με την έννοια ότι είναι η ίδια η αρρώστια. Αφού έχει ταυτιστεί μα τη διαστροφή.

Ο Χριστός συντρώγει με τις πόρνες και τους τελώνες. Συγχωρεί, μέσα στην οδύνη του σταυρού, τους σταυρωτές του και τους παρατρεχάμενους, που τον βρίζουν και τον χλευάζουν. Και παρακαλεί τον πατέρα του να τους συχωρέσει. Γιατί, μεθυσμένοι με το κρασί της περιρρέουσας κοινωνικής διαφθοράς και την αυτπάτη της εξουσίας, δεν ξέρουν τι κάνουν και τι λένε.

Κατακεραυνώνει όμως, με τα περίφημα ουαί του, τους γραμματείς και τους φαρισαίους. Τη νομική και θρησκευτική αριστοκρατία. Που έχουν ταυτιστεί με τη διαστροφή. Σε σημείο ώστε να θεοποιήσουν τη διαστροφή και το έγκλημα και να δολοφονήσουν το Θεό,…

Και αυτή είναι απάντηση σε όσους προσπαθούν να δημιουργήσουν αισθήματα ενοχής στο λαό και να διασύρουν τη χώρα:

Άλλο είναι να έχει κάνει κάποιος κάποια λάθη. Και άλλο να ταυτίζεται με τη διαστροφή και όσους ταυτίζονται με αυτήν:

Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει η δυνατότητα της μεταστροφής και ο δρόμος της επιστροφής. Και για τους λαούς και για τα άτομα. Ο ανηφορικός και δύσκολος δρόμος της «αιδούς και δίκης» (=αλληλοσεβασμού και δικαιοσύνης) του Ησιόδου και το Ευαγγελίου. Που οδηγεί στην Ελευθερία. Τη βγαλμένη απ’ τα κόκαλα των ηρώων και αγίων, τα ιερά.

Ενώ ο – χωρίς επιστροφή – δρόμος της διαστροφής οδηγεί στα βάραθρα του ατιμωτικού εξανδραποδισμού. Με τους αδηφάγους τοκογλύφους του ΔΝΤ και τους πολεμοκάπηλους δολοφόνους του ΝΑΤΟ…

Κι εμείς καλούμαστε να επιλέξουμε ανάμεσα στη λυτρωτική επιστροφή στην ελευθερία ή την υποδούλωσή μας σε όσους έχουν θεμελιώσει τα συμφέροντά τους και την εξουσία του στη διαστροφή.

Για να μας οδηγήσουν αναπόδραστα στην καταστροφή!…

 

παπα-Ηλίας, http://papailiasyfantis.wordpress.com, 21-2-2011

ΗΡΩΕΣ ΣΕ ΑΝΤΙΗΡΩΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

ΗΡΩΕΣ ΣΕ ΑΝΤΙΗΡΩΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Ζούμε αναμφισβήτητα σε αντιηρωική εποχή. Ο ηρωισμός είναι εκδήλωση ανδρείας και αυτοθυσίας υπό την επήρεια ισχυρού κινήτρου και όχι απλού τυχοδιωκτισμού.

Ο αντιηρωισμός δεν δηλώνει απλά την έλλειψη προσώπων προθύμων να υπερβούν τη μικροπρέπεια των πολλών εγκλωβισμένων στην εγωπάθεια τους, αλλά διακρίνεται για τον χλευασμό, την περιφρόνηση και την επίκριση εκείνων που τολμούν να πορεύονται αντίθετα προς τους πολλούς ακόμη και όταν το μόνο που επιδιώκουν αυτοί οι λίγοι είναι η διατήρηση της αξιοπρέπειάς τους!

Ο αντιηρωισμός προχωρεί ακόμη στην προβολή αντιηρώων, τους οποίους όμως χαρακτηρίζει ήρωες! Σε τηλεοπτική εκπομπή ερωτήσεων οι παίκτες κλήθηκαν από τον παρουσιαστή να επιλέξουν είδος ερωτήσεων. Αισθάνθηκα ευχάριστη έκπληξη όταν τους άκουσα να επιλέγουν ήρωες. Ευθύς όμως προσγειώθηκα στην άθλια πραγματικότητα: Ήρωες ήσαν ανθρωπάκια από γνωστές σειρές κινουμένων σχεδίων, με τις οποίες μας έχει βομβαρδίσει κατά τις τελευταίες δεκαετίες η αντιηρωική Δύση! 

Ο Μπρέχτ έγραψε:Αλίμονο στη χώρα που έχει ανάγκη από ήρωες”! Δεν γνωρίζω σε ποιά συνάφεια το έγραψε. Μήπως αηδιασμένος από το πλήθος των ψευδοηρώων μιας στο έπακρο υποκριτικής κοινωνίας, που δεν τον είχε βοηθήσει να εγκύψει με ιδιαίτερη προσοχή στο ήθος και τον χαρακτήρα του πραγματικού ήρωα; Στις ημέρες μας την ακραία περιφρόνηση όχι μόνο προς τους ψευτοήρωες αλλά ακόμη και προς τους πραγματικούς εκδηλώνουν οι εξεγειρόμενοι ενάντια στην υποκριτική κοινωνία αναρχικοί ή ψευδοαναρχικοί, οι οποίοι αισθάνονται βαθειά την ικανοποίηση κατά την “ηρωική” πράξη να καλύπτουν τα πρόσωπα των ανδριάντων ή προτομών των ηρώων με χρώμα ή να γράφουν συνθήματα σ’ αυτούς εύκολα και γρήγορα χάρη στην ανάπτυξη της τεχνολογίας! Αλίμονο στη χώρα που όχι μόνο δεν αισθάνεται ευγνωμοσύνη προς τους ήρωες, αλλά τους αποστρέφεται και τους περιφρονεί! Δεν θα γεννήσει άλλους και ως εκ τούτου είναι καταδικασμένη σε αφανισμό από το ιστορικό προσκήνιο.

Από την άλλη πλευρά παρατηρείται η απώθηση του ήρωα σε κόσμο ιδανικό-εξωπραγματικό ανάλογο προς τον μυθικό κόσμο των ημιθέων. Ανάλογη είναι η αντιμετώπιση των αγίων της Εκκλησίας εκ μέρους πολλών πιστών. Ωσάν δηλαδή αυτοί να μην υπήρξαν άνθρωποι σαν εμάς, αλλά ήσαν εκ προοιμίου προικισμένοι με χαρίσματα που τους βοήθησαν να υπερβούν τις μικρότητες των πολλών. Αυτή η ερμηνεία βολεύει εμάς τους πολλούς, οι οποίοι βρίσκουμε πρώτης τάξεως ευκαιρία χαρακτηρίζοντας την εποχή μας εχθρική προς αγώνες και θυσίες. Υποταγμένοι άνευ όρων στο πνεύμα του καταναλωτισμού και της ευμάρειας προβάλλουμε την όποια θυσία υπέρτερη των δυνατοτήτων μας με τη δικαιολογία ότι οι καιροί άλλαξαν και διαμορφώθηκαν νέες κοινωνικές συνθήκες, οι οποίες αντιστρατεύονται την όποια καλή θέληση να μιμηθούμε εκείνους που ξεπέρασαν τις μικρότητές και προσέφεραν ακόμη και τον εαυτό τους θυσία για το γενικότερο καλό. Την εσφαλμένη αυτή αντίληψη έχοντες ως αφετηρία παραβλέπουμε ότι και στις ημέρες μας εμφανίζονται κατά καιρούς ήρωες, οι οποίοι καταφέρνουν να υπερνικήσουν τις κοινωνικές συμβατικότητες και να αρθούν σε ύψος που κάνει εμάς τους πολλούς συμβιβασμένους να αισθανόμαστε τη μικρότητά μας. Αυτό είναι που μας ενοχλεί και γι’ αυτό σπεύδουμε να ταυτιστούμε με τους προβάλλοντες τον αντιηρωισμό!

Μια ηρωίδα, μιά άγαμη κυοφορούσα, που τόλμησε να αντιταχθεί στο πνεύμα υποταγής και μοιρολατρικής αποδοχής των κοινωνικών απαξιών αποκαλύπτεται σε επιστολή της που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό του “Συλλόγου προστασίας του αγέννητου παιδιού”, απόσπασμα από την οποία αναδημοσιεύουμε:

“Τα δυσάρεστα συμπτώματα του πρώτου τριμήνου και η αρνητική αντιμετώπιση τόσο από τον χώρο εργασίας, όσο και από την οικογένειά μου, αλλά και του συντρόφου μου, δεν μου άφηναν καν ένα περιθώριο αισιοδοξίας…Το πρωί πήγαινα στην υπηρεσία μου και κρατούσα μονίμως ένα χαρτομάντηλο στα χείλη, για να φτύνω τις ελάχιστες γουλιές νερού που έπινα (ήταν το μόνο που μπορούσα να βάλω στο στόμα μου) έχοντας ν’ αντιμετωπίσω την περιέργεια και την κακεντρέχεια των περισσοτέρων συναδέλφων, αλλά και των προϊσταμένων μου. Όταν δε γύριζα το βράδυ σπίτι, είχα ν’ αντιμετωπίσω τους φίλους και τους συγγενείς που με νουθετούσαν για το έγκλημά μου να κυοφορώ ένα παιδί εκτός γάμου…(όσο και να πρόσεχα σε όλη μου τη ζωή αυτή ήταν η μία και μόνη φορά που δεν πήρα τα κατάλληλα μέτρα αντισυλληπτικής προστασίας και ήταν αρκετή για να απαλείψει όλες τις εξετάσεις καλής συμπεριφοράς που είχα περάσει ως τώρα). Η επωδός; Αφού ο πατέρας δεν θέλει αυτό το παιδί, δεν πρέπει να το κρατήσω. Και η εύκολη λύση για τους περισσότερους ήταν αυτή που επιμόνως ζητούσε ο πατέρας του παιδιού: η άμβλωση!

Επηρεασμένη από όλα αυτά προσπάθησα να σχηματίσω τον αριθμό γνωστής κλινικής για διακοπή της κυήσεως αρκετές φορές, προκειμένου να κλείσω ραντεβού. Δεν μπόρεσα όμως. Τελικά πήγα σε ένα ιατρικό κέντρο. Ζήτησα να γίνουν εξετάσεις αίματος και υπερηχογράφημα. Οι εξετάσεις ήταν καλές, εκεί όμως που τα πάντα ανατράπηκαν και ένοιωσα μέσα μου τα πιό πρωτόγνωρα συναισθήματα  ήταν στον υπέρηχο, όταν ο γιατρός δυνάμωσε τον ήχο από την καρδούλα του μωρού. Αυτό ήταν αρκετό, για να με κάνει να πάρω την οριστική μου απόφαση: Θα το κρατούσα το παιδί. Δεν είχα κανένα δικαίωμα να κάνω αυτή την καρδιά να πάψει να χτυπά, ό,τι και αν έλεγαν οι άλλοι…Έφυγα από το ιατρικό κέντρο με συναισθηματική φόρτιση, αλλά πρώτη φορά 100% σίγουρη για την απόφασή μου. Και αυτή η απόφαση παραδόξως μου έδωσε ξαφνικά πολλή δύναμη, σα να είχα θωρακίσει τον εαυτό μου με κάποιο αόρατο φίλτρο και να είχα γίνει άτρωτη στα διάφορα βέλη που δεχόμουν.

Οι πρώτες μέρες ήταν δύσκολες, ωστόσο ένοιωθα για πρώτη φορά να πατάω γερά στα πόδια μου. Η απόφασή μου ήταν να αναλάβω τις ευθύνες μου απέναντι σ’ αυτό το πλασματάκι που μεγάλωνε μέσα μου και δεν επρόκειτο ν’ αλλάξω γνώμη. Όποιος ήθελε να σταθεί δίπλα μου ήταν ευπρόσδεκτος. Οι άλλοι, αν δεν δέχονταν την απόφασή μου, ας με διέγραφαν από τη ζωή τους…λίγο μ’ ένοιαζε έτσι κι αλλιώς. Αρκεί που εγώ θα έκανα αυτό που έκρινα σωστό κι έτσι προχώρησα…”

Η θαρρετή και σταθερή στάση της ανέτρεψε την αρνητική ως τότε στάση αρκετών προσώπων του περιβάλλοντός της. Έκανε και την ανανδρία του συντρόφου της του καλυμμένου πίσω από τον άκρως φαλλικό νόμο περί εκτρώσεων, και ας βαυκαλίζονται περί του αντιθέτου οι φεμινίστριες, να υποχωρήσει και να οπλιστεί αυτός ο δειλός με θάρρος να επωμισθεί τις δικές του ευθύνες. Η ιστορία είχε αίσιο τέλος, τον γάμο. Και όταν ήλθε η ώρα της γέννας, αυτή δεν ήταν μόνη στην κλινική.

Την επιστολή της κλείνει με προτροπή προς τις γυναίκες που βρίσκονται τώρα στην ίδια μ’ εκείνη κατάσταση:

“Θερμή μου παράκληση είναι να σκεφτούν καλά, όσες είναι σήμερα στη θέση που εγώ βρισκόμουν πριν από μερικούς μήνες, πριν πάρουν οποιαδήποτε απόφαση. Η ζωή είναι απρόβλεπτη, ποτέ κανείς δεν ξέρει τί θα του συμβεί. Μπορεί τη μια στιγμή να είναι όλα μαύρα και την άλλη ώρα ν’ ανοίξει ένα παράθυρο στον ήλιο. Και τότε λάθη που δεν διορθώνονται κοστίζουν ακριβά….Ελπίζω η δική μου ιστορία να βοηθήσει και άλλες γυναίκες να σκεφθούν ψύχραιμα και με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον”.

Ποιός θα ισχυριστεί ότι δεν έχουμε ανάγκη από τέτοιες ηρωίδες;

 

                                                                                                                       “ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 20-2-2011

Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ

Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ:

 

 Η προσπάθεια «εγκατάστασης» τυπικών κυβερνήσεων στη ζώνη του Ευρώ, με τις «σκιώδεις» στο «παραπέτασμα», φαίνεται να έχει ξεκινήσει από την Ελλάδα – η οποία πλέον διοικείται μη δημοκρατικά, από μία υπόγεια εξουσία στο παρασκήνιο

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

 

“Πρακτικά, μεταξύ του κόσμου της Πολιτικής και του κόσμου της Οικονομίας σήμερα, δεν μεσολαβεί ούτε καν ένα λεπτό φύλο χαρτιού. Οι σύγχρονες τάσεις, με πρωτοβουλία των μονοπωλιακών υπερεπιχειρήσεων (Καρτέλ), ειδικά αυτών του χρηματοπιστωτικού κλάδου, φαίνεται να μας οδηγούν στην επαναφορά της φεουδαρχίας.

Αυτό σημαίνει ότι, δίπλα από τις τυπικές δομές, δίπλα δηλαδή από τα δημοκρατικά εκλεγμένα κοινοβούλια, η «άτυπη», η σκιώδης καλύτερα εξουσία, κερδίζει ξανά ειδικό βάρος – με συνεχώς αυξανόμενους ρυθμούς. Οι εκλεκτοί της «άτυπης εξουσίας» τώρα, οι αυτοαποκαλούμενοι βέβαια εκλεκτοί, οι οποίοι κυβερνούν τον κόσμο εκ των άνω, κρύβονται όλο και περισσότερο από τους υπόλοιπους» – σε λέσχες με κρυφά, αυστηρώς εμπιστευτικά θέματα συζητήσεων, καθώς επίσης πίσω από τις «εκλεγμένες» κυβερνήσεις”.

Όπως αναλύσαμε ήδη στο άρθρο μας «Η αποκρατικοποίηση της εξουσίας», πλησιάζουμε πάρα πολύ γρήγορα στα τελευταία στάδια των «νεοφιλελεύθερων ιδιωτικοποιήσεων», οι οποίες «διευρύνθηκαν» στις αρχές της δεκαετίας του 1980, με «ηγέτη» τις Η.Π.Α. και τη Μ. Βρετανία. Αφού προηγήθηκαν οι μεγάλες κρατικές εταιρείες, μεταξύ των οποίων βέβαια οι κοινωφελείς, οι οποίες εξαγοράσθηκαν από τις υπερμεγέθεις πολυεθνικές (μόνο αυτές διαθέτουν τα απαιτούμενα κεφάλαια), η διαδικασία τείνει προς το τέλος της – με τις ενέργειες της ολοκληρωτικής «κατάληψης» της Πολιτείας. 

Η προσπάθεια «εγκατάστασης» τώρα τυπικών κυβερνήσεων στη ζώνη του Ευρώ, με τις «σκιώδεις» στο «παραπέτασμα» (Καρτέλ, τοκογλυφικές αγορές), φαίνεται να έχει ξεκινήσει από την Ελλάδα – η οποία πλέον διοικείται, ασφαλώς μη δημοκρατικά, από μία υπόγεια εξουσία στο παρασκήνιο. Η εξουσία αυτή, με τις ενέργειες των διαβολικών «συνδίκων πτώχευσης», καθώς επίσης με τη βοήθεια κάποιων «διατεταγμένων ΜΜΕ», προσπαθεί ήδη να λεηλατήσει όλα ανεξαιρέτως τα «μέσα παραγωγής» της Ελλάδας, κυρίως δε τις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, με στόχο την πλήρη εξάρτηση της χώρας μας από τους εντολοδόχους του ΔΝΤ – από τις πολυεθνικές επιχειρήσεις και από το διεθνές, τοκογλυφικό κεφάλαιο.

Προφανώς λοιπόν την πρώτη, δήθεν αυθαίρετη εκ μέρους του ΔΝΤ, ανακοίνωση περί αποκρατικοποίησης των ελληνικών επιχειρήσεων και εκποίησης της δημόσιας περιουσίας, θα ακολουθήσει ένα «μπαράζ» θετικών άρθρων και εκθέσεων εκ μέρους διαφόρων ΜΜΕ ή «οργανισμών» – με τη βοήθεια των οποίων θα επιδιωχθεί η συμφωνία των Πολιτών, στην πλήρη υποδούλωση του κράτους τους. Υπενθυμίζουμε εδώ τη «ρήση» του J. J. Rousseau, σύμφωνα με την οποία «Ο λαός δεν μπορεί να διαφθαρεί ποτέ, αλλά είναι δυνατόν να ξεγελασθεί – τότε μόνο είναι που μοιάζει να θέλει αυτό που είναι κακό».

Ταυτόχρονα, θα δρομολογηθεί η εγκατάσταση μίας πανίσχυρης «οικονομικής αστυνομίας» σε μία «φορολογικά αστυνομική» Ελλάδα, κατά τα πρότυπα της Γερμανίας – ενός εξελιγμένου «μηχανισμού εξουσίας» δηλαδή, ο οποίος θα μετατραπεί σταδιακά σε μία τεράστια, ανεξέλεγκτη γραφειοκρατική εξουσία. Έτσι, θα λειτουργεί «υπόγεια» ένα απίστευτο «Κράτος εν Κράτει», το οποίο θα καταδυναστεύει όλους ανεξαιρέτως τους Πολίτες – με στόχο την πλήρη υποταγή τους στις απαιτήσεις της «δίδυμης», απολυταρχικής εξουσίας των πολυεθνικών, καθώς επίσης των αγορών.

Ο «ναζιστικός μηχανισμός» αυτός φυσικά δεν θα αγγίζει τους «εργοδότες του», αφού θα έχει δημιουργηθεί από τους ίδιους – ενώ θα χρηματοδοτείται βέβαια, ως συνήθως, από τους οικονομικά αδύναμους Πολίτες της χώρας: από τα θύματα του. Η δημιουργία τέτοιου είδους «κατασταλτικών» μηχανισμών τεκμηριώνει ουσιαστικά την ελλειμματική διακυβέρνηση μίας χώρας – την αδυναμία της δηλαδή να λειτουργήσει ορθολογικά και σωστά. Ας μην ξεχνάμε ότι, σε ένα κράτος όπου η διακυβέρνηση είναι καλή, υπάρχουν ελάχιστες τιμωρίεςόχι επειδή απονέμονται πολλές χάρες, αλλά επειδή υπάρχουν ελάχιστοι εγκληματίες (J. J. Rousseau).           

Περαιτέρω, θα ακολουθήσουν «προτροπές» εκποίησης-αποκρατικοποιήσεων εκ μέρους της Γερμανίας, η οποία μάλλον δεν θα συμφωνήσει στην παροχή περαιτέρω «βοήθειας» προς την Ελλάδα – με την αιτιολογία ότι, διαθέτουμε τεράστια περιουσιακά στοιχεία. Πόσο μάλλον όταν η ίδια η Γερμανία έχει ξεπουλήσει σχεδόν όλη τη δημόσια περιουσία της, μετατρέποντας το κράτος της σε προτεκτοράτο, «ηγετικό» βέβαια, των πολυεθνικών –  τους Πολίτες της δυστυχώς σε «άβουλα εξαρτήματα» μίας «καλολαδωμένης» παραγωγικής μηχανής. Εκτός αυτού, θα «επινοηθούν» πάρα πολλά δήθεν «πλεονεκτήματα» για τους Έλληνες Πολίτες, έτσι ώστε τελικά να πεισθούν να «υπογράψουν» μόνοι τους, τη θανατική τους καταδίκη.  

Φυσικά, όπως φαίνεται η Γερμανία θα επιμείνει σθεναρά στην υποχρέωση έντιμης αποπληρωμής του δημοσίου χρέους μας, με τοκογλυφικά επιτόκια, χωρίς βέβαια να επιδεικνύει την ίδια εντιμότητα για τον εαυτό της – αναφορικά με την πληρωμή των τεράστιων πολεμικών αποζημιώσεων που μας οφείλει, καθώς επίσης των απίστευτα υψηλών υπερτιμολογήσεων της βιομηχανίας της εις βάρος μας (Siemens κλπ). Το να θελήσει όμως κάποιος, η Ελλάδα εν προκειμένω, να αντιμετωπίσει έντιμα τις εκ φύσεως ανέντιμες «αγορές» ή τον ηγετικό, επεκτατικό «πυρήνα» της Ευρωζώνης, είναι μία μάλλον οξύμωρη «παραίνεση», η οποία είναι αδύνατον να λειτουργήσει υπέρ της.

Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή μας, βιώνουμε παράλληλα την «εξέγερση των πεινασμένων» στις φτωχότερες περιοχές του πλανήτη (Αφρική, Ασία), η οποία δεν προέρχεται φυσικά από την επιθυμία «εκδημοκρατισμού» του λαού αυτών των χωρών. Οι εξεγέρσεις πηγάζουν από την αδυναμία των Πολιτών τους να τραφούν, λόγω της τεράστιας αύξησης των τιμών των βασικών εμπορευμάτων –  η οποία «πηγάζει» επίσης από τις αχόρταγες χρηματοπιστωτικές αγορές (επένδυση της υπερβάλλουσας ρευστότητας της δύσης, λόγω της ποσοτικής διευκόλυνσης και των χαμηλών επιτοκίων).

Ο υπόγειος αυτός πόλεμος, ο οποίος διενεργείται με όπλα τις τιμές των βασικών εμπορευμάτων, έχει σαν τελικό στόχο αφενός μεν την «εξουδετέρωση» των αναπτυσσομένων οικονομιών (εσωτερικές επαναστάσεις στην Κίνα, το Ιράν, τη Ρωσία κλπ), αφετέρου δε τη δική μας υποταγή στη δικτατορία των αγορών.  Ο Πίνακας Ι είναι αποκαλυπτικός:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Εξέλιξη τιμών βασικών εμπορευμάτων, εντός ενός έτους

 

Εμπορεύματα

Ιανουάριος 2010

Ιανουάριος 2011

Μεταβολή

 

 

 

 

Σιτάρι

500

880

76%

Ζάχαρη

25

30

20%

Σόγια

1.000

1.350

35%

Καφές

125

220

76%

Καλαμπόκι

375

625

66%

Πηγή: Thomson Reuters

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Οι τιμές στον Πίνακα Ι είναι ενδεικτικές, περίπου δηλαδή, ενώ αναφέρονται στην εκάστοτε επίσημη μονάδα μέτρησης του συγκεκριμένου προϊόντος. Για να κατανοήσει κανείς το πόσο σημαντικές είναι οι αυξήσεις αυτές για τις φτωχές χώρες του πλανήτη, οφείλει να γνωρίζει ότι, για την αγορά τροφίμων δαπανάται το 80% του μηνιαίου μισθού (10% στη Γερμανία) οπότε, μία αύξηση κατά 76% (σιτάρι), καθιστά αδύνατη πλέον την εξασφάλιση του συγκεκριμένου προϊόντος από την πλειοψηφία του πληθυσμού.   

 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ

 

Σύμφωνα με τον K. Popper, τα χρήματα, αυτά καθαυτά, δεν είναι ιδιαίτερα επικίνδυνα. Γίνονται όμως επικίνδυνα, εάν μπορούν να αγοράσουν δύναμη – είτε άμεσα, είτε έμμεσα, είτε με την υποδούλωση των οικονομικά αδύναμων, οι οποίοι αναγκάζονται να «πουλήσουν» τον εαυτό τους για να ζήσουν. Οι σημερινές συνθήκες της εντυπωσιακής τρομοκρατίας του «πλήθους», με «φόβητρο» τον κίνδυνο χρεοκοπίας του κράτους τους, μάλλον τεκμηριώνουν την τεράστια «ισχύ» των χρημάτων – εάν δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις.   

Κατά την άποψη μας τώρα, μόνο η Πολιτεία είναι σε θέση, μέσω του νόμου (Κράτος Δικαίου), να εγγυηθεί την ίση (δίκαιη) αντιμετώπιση όλων των Πολιτών της, καθώς επίσης ότι, ο καθένας που θέλει να εργασθεί, θα μπορεί να κερδίσει τα μέσα συντήρησης του. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κανένας ουσιαστικός λόγος, για τον οποίο δεν θα ήταν κάτι τέτοιο εφικτό – πόσο μάλλον αφού η ανεργία είναι ουσιαστικά τεχνητή, με στόχο η ζήτηση εργασίας να διατηρείται σταθερά υψηλότερη από την προσφορά, έτσι ώστε οι εργαζόμενοι να περιορίζουν τις μισθολογικές απαιτήσεις τους (οι πολυεθνικές να αυξάνουν τα κέρδη τους, για να μπορούν να αναπτύσσονται, με εξαγορές ή συγχωνεύσεις, έχοντας τελικό στόχο τη μονοπώληση των επί μέρους κλάδων).  

Ίσως οφείλουμε να προσθέσουμε εδώ το ότι τελευταία, στα πλαίσια της συμπίεσης των αμοιβών των εργαζομένων, έχει «στρατευθεί» και ο πληθωρισμός – για τη μέτρηση του οποίου αλλάζει κατά το δοκούν το καλάθι των προϊόντων, ενώ οι αποφάσεις (βασικά επιτόκια κλπ), λαμβάνουν κυρίως υπ’ όψιν τον «πυρήνα του πληθωρισμού». Δηλαδή, δεν προσμετρούνται οι τιμές της ενέργειας και των τροφίμων, με την αιτιολογία ότι υπόκεινται σε έντονες εποχιακές διακυμάνσεις (!). Όσο λοιπόν ο πληθωρισμός διατηρείται τεχνητά χαμηλός, οι εργαζόμενοι δεν απαιτούν υψηλότερες αμοιβές (πόσο μάλλον όταν βλέπουν κατατρομαγμένοι να υπερχρεώνονται-εξαθλιώνονται οι χώρες γύρω τους) – οπότε δεν ακολουθεί ο σπειροειδής ανοδικός κύκλος μισθών-τιμών, ο οποίος υποχρεώνει τις κεντρικές τράπεζες στην άνοδο των βασικών επιτοκίων, για την καταπολέμηση των παρενεργειών της συγκεκριμένης διαδικασίας (υπερπληθωρισμός κλπ).

Συνεχίζοντας τη σκέψη μας, ανεξάρτητα από όλες τις δυσλειτουργίες της, η «πολιτική δύναμη» αποτελεί το κλειδί της προστασίας μας, απέναντι στις προσπάθειες της οικονομικής μας υποδούλωσης. Επομένως, η λύση των προβλημάτων μας είναι η πολιτική δύναμη και ο έλεγχος της – αφού κανένας δεν επιθυμεί την απόλυτη κυριαρχία της οικονομικής εξουσίας. Εάν χρειασθεί λοιπόν, η οικονομική δύναμη οφείλει να καταπολεμηθεί, έτσι ώστε να τεθεί κάτω από τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας.    

Κατ’ επέκταση, το κεντρικό πρόβλημα των ανθρωπίνων κοινωνιών είναι ο έλεγχος της πολιτικής εξουσίας, η οποία είναι η μόνη που μπορεί να «δαμάσει» την οικονομική δύναμη. Από τη στιγμή λοιπόν που θα καταφέρουμε να βρούμε τις μεθόδους ελέγχου της πολιτικής δύναμης, καταπολεμώντας τη διαφθορά της, όλα τα υπόλοιπα προβλήματα της κοινωνικής ζωής είναι πολύ πιο εύκολο να επιλυθούν.

Σε μία Δημοκρατία λοιπόν, οι ελεύθεροι, ενημερωμένοι Πολίτες είναι αυτοί, οι οποίοι κρατούν τα κλειδιά, για τον έλεγχο των «οικονομικών δολοφόνων» – επομένως, οι Πολίτες είναι αυτοί που έχουν τη δυνατότητα να τους «δαμάσουν». Οφείλουν όμως να συνειδητοποιήσουν την τεράστια δύναμη τους, καθώς επίσης να χρησιμοποιήσουν σωστά τα «κλειδιά» που έχουν στη διάθεση τους.

Ο καλύτερος δυνατός τρόπος «χρήσης» των κλειδιών αυτών, είναι η επιμονή των Πολιτών στη διαμόρφωση θεσμών – συγκεκριμένων «πλαισίων» δηλαδή, σε σχέση με τη λειτουργία και τον έλεγχο της Πολιτείας. Οι θεσμοί αυτοί οφείλουν να ελέγχουν δημοκρατικά την Πολιτική, υποχρεώνοντας την ταυτόχρονα να περιορίζει την οικονομική δύναμη – με στόχο την προστασία όλων από την οικονομική ή λοιπή «εκμετάλλευση». 

Συνεχίζοντας, εάν επιλέξουμε τη «διεύρυνση» της εξουσίας της Πολιτικής, με στόχο την προστασία της ελευθερίας μας από την οικονομική εξουσία, θα πρέπει να σκεφθούμε ότι είναι δυνατόν κάποτε, αυτές οι διευρυμένες «πολιτικές» εξουσίες, να περιέλθουν στα χέρια λάθος προσώπων – οπότε θα πρέπει να λάβουμε έγκαιρα, σωστά μέτρα αντιμετώπισης τέτοιων κινδύνων. Η πιθανότητα αυτή τεκμηριώνει επίσης την άρνηση μας, να εμπιστευόμαστε την ηγεσία ενός κράτους σε κάποιους «εκλεκτούς» (Πλάτωνας) – επειδή κανένας δεν μας εγγυάται ούτε την «ποιότητα», ούτε τη διάρκεια ή τη συνέχεια αυτής της εξουσίας.

Η λύση στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι άλλη από τη διεύρυνση της συμμετοχής των Πολιτών στις αποφάσεις της Πολιτείας – με τη βοήθεια της «εγκατάστασης» της άμεσης δημοκρατίαςΕπίσης, πέρα από της επιτροπές Πολιτών, η δημιουργία ενός ειδικού μηχανισμού ελέγχου της πολιτικής εξουσίας, ενός Σώματος Δίωξης του Πολιτικού Εγκλήματος κατά κάποιον τρόπο το οποίο, με την ενεργή συμμετοχή του Δικαστικού Σώματος (εισαγγελείς κλπ), θα μπορεί να ελέγχει μεθοδικά όλα όσα «διαδραματίζονται» στο χώρο της Πολιτικής (συμβάσεις, διαφθορά κλπ).    

Ολοκληρώνοντας, επειδή θεωρούμε ότι, η κρατική δύναμη, η πρωτοκαθεδρία της Πολιτικής δηλαδή, πρέπει να παραμείνει για πάντα ένα επικίνδυνο αλλά αναγκαίο κακό, αφού είναι η μοναδική «Αρχή», η οποία ελέγχεται από τους «Αρχόμενους», από τους Πολίτες και την ψήφο τους δηλαδή, οφείλουν να ενισχύονται συνεχώς οι δημοκρατικοί θεσμοί μας – ενώ δεν πρέπει ποτέ να «χαλαρώνουμε» την επαγρύπνηση μας, την ενεργή συμμετοχή μας δηλαδή στα πολιτικά δρώμενα, αφού οι αυξημένες δικαιοδοσίες στο κράτος, για «παρεμβατικό σχεδιασμό» της κοινωνικής ζωής, απειλούν τα μέγιστα την «ορισμένη», την οροθετημένη δηλαδή ελευθερία μας.

Σε κάθε περίπτωση δε, ειδικά σε εποχές όπως η σημερινή, οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί στις συμπεριφορές και στις αντιδράσεις μας. Τόσο οι κοινωνικές εξεγέρσεις, όσο και η εχθρική αντιμετώπιση της μίας ομάδας από την άλλη, οι εμφύλιοι πόλεμοι δηλαδή, εξυπηρετούν μάλλον παρά εμποδίζουν την εγκατάσταση της βασιλείας των αγορών σε μία χώρα. Επομένως οφείλουμε να απέχουμε από τέτοιες ενέργειες, επικεντρώνοντας τις «πρωτοβουλίες» μας εναντίον των πραγματικών εχθρών μας – των πολυεθνικών και των αγορών δηλαδή οι οποίες, μεταξύ άλλων, είναι οι βασικοί ένοχοι της διαφθοράς κάποιων «πολιτικών ανδρών» μας.   

Ενδεικτικά εδώ, οι «αντιδράσεις» μας θα μπορούσαν να επικεντρωθούν, όσον αφορά τις πολυεθνικές, στα προϊόντα παραγωγής, καθώς επίσης στις συμβάσεις εργασίας μαζί τους. Για παράδειγμα, θα ήταν ίσως εύλογο να αποφεύγουμε εντελώς την αγορά των «πολυεθνικών» προϊόντων, ενώ θα έπρεπε να επιβάλλουμε «υψηλότερες» συλλογικές συμβάσεις (μισθούς) εργασίας μαζί τους – απεργώντας «μαζικά» μόνο από αυτές, όταν δεν ανταποκρίνονται στις λογικές «απαιτήσεις» μας. Επίσης, θα ήταν προτιμότερο να αγοράζουμε άλλα προϊόντα, έστω και ακριβότερα ή να εργαζόμαστε με χαμηλότερη αμοιβή στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθιστώντας τες συνεχώς πιο ανταγωνιστικές. 

Από την πλευρά του κράτους, οφείλουμε να απαιτήσουμε αμέσως όλες τις υπερτιμολογήσεις, οι οποίες έλαβαν χώρα στα πλαίσια του «χρηματισμού» των πολιτικών – ενώ θα πρέπει να επιβάλλουμε δια νόμου την «εκδίωξη» εκείνων των πολυεθνικών, οι οποίες «συλλαμβάνονται» για τη σκόπιμη διαφθορά δημοσίων λειτουργών. Επίσης, είναι σωστό να ζητήσουμε τη φορολόγηση των πολυεθνικών επί του τζίρου τους (κατά το παράδειγμα της Ουγγαρίας), έτσι ώστε να αποφύγουμε την έντεχνη «φοροαποφυγή» – την τεράστια φοροδιαφυγή τους καλύτερα (με τη βοήθεια υπεράκτιων εταιρειών, transfer pricing και άλλων «ευγενών» μεθοδεύσεων), η οποία υπολογίζεται τουλάχιστον στο 10% του ΑΕΠ (περί τα 24 δις € ετησίως). Τέλος, θα έπρεπε να επιβάλλουμε τη σωστή λειτουργία της επιτροπής ανταγωνισμού – στην οποία οι πολυεθνικές χρωστούν από πολλά χρόνια τεράστια πρόστιμα (άνω του 1 δις € στην Ελλάδα), χωρίς να έχουν καμία διάθεση να τα πληρώσουν.

Συγκεκριμενοποιώντας και απομονώνοντας τον εχθρό λοιπόν, μπορούμε να ανακαλύψουμε νέες μεθόδους «στοχευμένης» αντιμετώπισης του, χωρίς να ενοχλούμε όμως τη λειτουργία της Οικονομίας μας – χωρίς να στρέφουμε τη μία κοινωνική ομάδα απέναντι στη άλλη, χωρίς να κατηγορούμε ο ένας τον άλλο και «διαδηλώνοντας» μόνο για θεσμικά, μη συντεχνιακά, «συλλογικά αιτήματα». 

 

ΟΙ ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

 

Δυστυχώς για τους Πολίτες και ειδικά για τη Δημοκρατία, η Πολιτική, εκτός από διεφθαρμένη, είναι εξαιρετικά ανίσχυρη, συγκρινόμενη με την οικονομική εξουσία – η οποία σήμερα επελαύνει, γκρεμίζοντας το ένα πίσω από το άλλο όλα τα φράγματα που την εμποδίζουν. Η Πολιτική, ευρισκόμενη στη μέση των εξελίξεων, αντιμέτωπη με το «πλήθος» από τη μία πλευρά, με όλους εμάς δηλαδή, καθώς επίσης με την τεράστια πλέον οικονομική δύναμη από την άλλη, με το Καρτέλ και τις πολυεθνικές, είναι πάρα πολύ δύσκολο να επιβιώσει (άρθρο μας).

Για παράδειγμα, όταν η γερμανίδα καγκελάριος προσπάθησε πρόσφατα να επιβάλλει τους κανόνες της Πολιτείας στις ιδιωτικοποιημένες εταιρείες παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, εμποδίζοντας τες να επεκτείνουν τις συμβάσεις με τα πυρηνικά εργοστάσια, απέτυχε παταγωδώς. Υπό την απειλή της μαζικής κατάθεσης αγωγών εκ μέρους τους, αναγκάσθηκε να αποσύρει το νομοθέτημα που είχε προετοιμάσει, φοβούμενη βέβαια ότι θα έχανε τις δίκες – πληρώνοντας επί πλέον αποζημιώσεις στο πανίσχυρο «ενεργειακό» Καρτέλ.

Το ίδιο συνέβη όταν προσπάθησε να επιβάλλει χαμηλότερες τιμές για το ηλεκτρικό ρεύμα (είναι υπερδιπλάσιες από αυτές της ΔΕΗ), κάτι με το οποίο δεν συμφώνησαν οι εταιρείες – οι οποίες ασφαλώς δεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους στα πλαίσια των δήθεν ανοιχτών αγορών, όπως προσπαθούν να μας πείσουν αλλά, αντίθετα, συνεννοούνται πλήρως, μέσα από ένα τέλεια οργανωμένο και λειτουργικό Καρτέλ.

Από την άλλη πλευρά βέβαια, οι όποιες προσπάθειες της γερμανίδας καγκελαρίου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, έρχονται αντιμέτωπες (με τη βοήθεια των εκεί «στρατευμένων» ΜΜΕ), με τους Πολίτες της χώρας της – με αποτέλεσμα να χάνει συνεχώς στις εκλογικές αναμετρήσεις. Ευρισκόμενη λοιπόν ανάμεσα στις δύο κυρίαρχες, αντιμαχόμενες δυνάμεις, στις πολυεθνικές και στο λαό της, είναι πολύ δύσκολο να επιβιώσει, αφού δεν έχει τη δυνατότητα να «εξυπηρετήσει» τις ανάγκες όλων.      

Συνεχίζοντας οι πολυεθνικές, έχοντας προφανώς την άνεση να απασχολούν «στρατιές» ικανότατων, καθώς επίσης αρκετά καλοπληρωμένων δικηγόρων ή άλλων διοικητικών στελεχών, είναι σε θέση να «κατατροπώνουν» τα κράτη, χωρίς να αντιμετωπίζουν την παραμικρή δυσκολία. Αντίθετα τα εθνικά κράτη, έχοντας στην υπηρεσία τους συνήθως ανεπαρκή, μη αντίστοιχα πληρωμένα ή εκπαιδευμένα άτομα, στη θέση ακόμη και υπουργών ή πρωθυπουργών, είναι αδύνατον να αντιμετωπίσουν τις πολυεθνικές.

Προφανώς δε, όταν οι πολυεθνικές ιδιωτικοποιούν τις κοινωφελείς εταιρείες (στο παράδειγμα της Ελλάδας τη ΔΕΗ, την ΕΥΔΑΠ, τις συγκοινωνίες, τους δρόμους, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, τις τηλεπικοινωνίες κλπ), αφενός μεν υπερδιπλασιάζουν τις τιμές, αφετέρου αποκλείουν κάθε δυνατότητα «άμυνας» των Πολιτών – κάτι που δεν συμβαίνει βέβαια, όταν ο ιδιοκτήτης είναι το κράτος. 

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι οι μεγάλες τράπεζες οι οποίες, αυτοαποκαλούμενες «συστημικές», ανάγκασαν τα κράτη να αναλάβουν την πληρωμή των λαθών τους – συνεχίζοντας φυσικά να κερδοσκοπούν ασύδοτα, χωρίς να διατρέχουν τον παραμικρό κίνδυνο (ετεροβαρές ρίσκο). Στη Δανία κρατικοποιήθηκε η δέκατη υπερχρεωμένη τράπεζα πρόσφατα, εις βάρος φυσικά των Πολιτών της, ενώ το ίδιο συμβαίνει σε πολλές άλλες χώρες (στη Γερμανία επίσης).  

Ειδικά όσον αφορά την Ιρλανδία, οι τράπεζες είναι αυτές που την οδήγησαν στα νύχια του ΔΝΤ, με τους Πολίτες της να καλούνται να αναλάβουν τα τεράστια χρέη τους. Κάτι ανάλογο συνέβη και στην Ισλανδία, όπου όμως οι Πολίτες της χώρας ευτυχώς αντέδρασαν – μη αναλαμβάνοντας τα χρέη των τραπεζών και στέλνοντας τον πρωθυπουργό τους στο δικαστήριο.

Για να μπορέσουμε λοιπόν να καταπολεμήσουμε τις «αδυναμίες» της Πολιτικής, ενισχύοντας, ως οφείλουμε, τη θέση της απέναντι στην οικονομική εξουσία, πρέπει να συμμετέχουμε ενεργά στο δημόσιο βίο – επιβάλλοντας δημοψηφίσματα, επιτροπές ελέγχου και οτιδήποτε άλλο σκεφθούμε προς αυτήν την κατεύθυνση. Υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις η Πολιτική, έχοντας σύμμαχο και όχι αντίπαλο τους Πολίτες, θα καταφέρει τελικά να επιβληθεί στις «αγορές» – ενώ ταυτόχρονα θα «συλλαμβάνονται», διαμέσου των ελέγχων των Πολιτών, τα διεφθαρμένα, άρρωστα στελέχη της.

Για παράδειγμα, θα ήταν μάλλον πιο αποτελεσματικές οι ειρηνικές «διαδηλώσεις» έξω από τα σπίτια των αποδεδειγμένα «επίορκων» πολιτικών ή μπροστά στα γραφεία των πολυεθνικών διαφθορέων, από τις συγκεντρώσεις στο κέντρο της πρωτεύουσας – οι οποίες αναμφίβολα εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της οικονομίας. Το ίδιο ίσως ισχύει και για τη δημόσια «αποπομπή» τους, η οποία πιθανότατα θα τους οδηγούσε στην απομόνωση ή στην εξορία.

 

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

Ένα τρίτο παράδειγμα «πολιτικής αδυναμίας» είναι η Ελλάδα η οποία, μέσα σε τρία μόλις χρόνια, οδηγήθηκε από τις «αγορές» έντεχνα στη χρεοκοπία – με τη βοήθεια της οικονομικής κρίσης, της συχνά εξαγορασμένης ψήφου κάποιων Πολιτών, της διαφθοράς ορισμένων πολιτικών, της Γερμανίας, καθώς επίσης της «διατεταγμένης» υπηρεσίας πολλών διαφορετικών «συντελεστών» της. Ο Πίνακας ΙΙ που ακολουθεί αναφέρεται σε ορισμένα βασικά μεγέθη της χώρας μας:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Εξέλιξη ΑΕΠ, εσόδων, δαπανών και ελλειμμάτων (των ζημιών δηλαδή του κράτους) σε εκ. €, στην Ελλάδα

 

ΕΤΟΣ

ΑΕΠ*

Έσοδα

Δαπάνες

Έλλειμμα

Δημόσιο Χρέος**

Ποσοστό επί ΑΕΠ

 

 

 

 

 

 

 

2003

153.045

37.500

40.735

-3.235

179.008

117,00%

2004

164.421

40.700

45.414

-4.714

198.832

120,90%

2005

196.609

42.206

48.685

-6.479

209.723

118,90%

2006

213.085

46.293

50.116

-3.823

224.162

105,10%

 

 

 

 

 

 

 

2007

227.134

54.024

64.545

-10.521

237.742

104,67%

2008

236.936

56.698

71.266

-14.568

260.439

109,91%

2009

235.035

50.531

81.403

30.872

298.032

126,80%

2010

231.888

54.240

73.694

-19.454

330.400

142,48%

2011

228.408

59.442

77.503

-18.061

348.461

152,56%

Πηγή: 2003 – 2006 Υπουργείο Οικονομικών / 2007 – 2011 Τράπεζα της Ελλάδος

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* ΑΕΠ 2005 αναθεωρημένο, δηλαδή 20% περίπου «τεχνητά» αυξημένο σε σχέση με το 2004, μετά την πρόσθεση εσόδων από την «μαύρη οικονομία» εκ μέρους της κυβέρνησης, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθεί το ποσοστό του ελλείμματος και να βρεθεί εντός του συμφώνου σταθερότητας της Ε.Ε. (ουσιαστικά, πλασματικό ΑΕΠ).

** Χρέος γενικής κυβέρνησης – 2009 και 2010 από ΤτΕ (2011 προϋπολογιστικά)

Σημείωση: Στο χρέος του 2010 δεν έχει συμπεριληφθεί η δόση των 6,5 δις € της ΕΕ, η οποία καταβλήθηκε τον Ιανουάριο του 2011, ενώ έχουν συνυπολογισθεί τα 2,5 δις € του ΔΝΤ.  

 

Σε σχέση με τον Πίνακα ΙΙ, οφείλουμε να διαλευκάνουμε ορισμένες παραμέτρους του, έτσι ώστε να κατανοήσουμε τις τεράστιες αδυναμίες, εάν όχι την «προδοσία», της πολιτικής της χώρας  μας (της ΕΕ επίσης):

(α)  Σε σχέση με την τεράστια αύξηση του δημοσίου χρέους το 2009, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδας, το έλλειμμα και το χρέος αναθεωρήθηκαν προς τα πάνω για την περίοδο 2006-2009, με βάση την ανακοίνωση της Eurostat (15.11.2009) – μία ενέργεια την οποία μάλλον προκάλεσε η κυβέρνηση μας, «καταγγέλλοντας» την προηγούμενη (!).  

Συγκεκριμένα, για το 2009 το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης αναθεωρήθηκε από 13,6% του ΑΕΠ σε 15,4% του ΑΕΠ, ενώ το δημόσιο χρέος αναθεωρήθηκε από 115,1% του ΑΕΠ (273.407 εκ. €), σε 126,8% του ΑΕΠ (298.032 εκ. €) – εν μέσω παγκόσμιας ύφεσης και πιστωτικής συρρίκνωσης (!). Ίσως οφείλει να σημειωθεί εδώ ότι, σύμφωνα με την αντιπολίτευση, το έλλειμμα επιβαρύνθηκε τεχνητά κατά τουλάχιστον 4% (από το 9,6% στο 13,6%), με την βοήθεια της μεταφοράς δαπανών περί τα 10 δις € (από το 2010 στο 2009), καθώς επίσης της σκόπιμης μείωσης των εσόδων («ακύρωση» φόρων, μη πρόταξη της φορολογικής περαίωσης  κλπ).     

Τη μεγαλύτερη επίδραση στην αύξηση του δημόσιου χρέους του 2009 είχε η «αναταξινόμηση» των δημοσίων επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και η άμεση, η όχι σταδιακή δηλαδή ένταξη τους στη γενική κυβέρνηση. Η απίστευτη αυτή ενέργεια, της κυβέρνησης μας ουσιαστικά, εν μέσω παγκόσμιας ύφεσης και προβλημάτων της Ευρωζώνης, είχε σαν αποτέλεσμα να επιδεινωθεί το χρέος μας κατά 7,7% του ΑΕΠ. Το δημόσιο χρέος μας επιβαρύνθηκε επί πλέον κατά 2,3% του ΑΕΠ, από την καταγραφή παλαιοτέρων συμφωνιών ανταλλαγής (swaps) – επίσης, κατά 2% περίπου από διάφορες άλλες αναπροσαρμογές.     

(β)  Για το επόμενο έτος, η αύξηση του λόγου του χρέους προς το ΑΕΠ, από 126,8% το 2009 σε 142,48% το 2010, οφείλεται κυρίως στους εξής παράγοντες: (1) στο εκτιμώμενο έλλειμμα για το 2010 (9,4%), (2) στην ανάληψη χρεών των νοσοκομείων (2,3% του ΑΕΠ), (3) στη χρηματοδότηση του ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (1,1% του ΑΕΠ),  (4) στη μείωση του επιπέδου του ΑΕΠ (1,9% του ΑΕΠ) και (5) σε εκτιμώμενο ταμειακό υπόλοιπο ύψους 1,1% του ΑΕΠ στις 31.12.2010.

Ουσιαστικά λοιπόν, η αναπροσαρμογή των μεγεθών της οικονομίας μας βασίσθηκε σε «εξωγενείς», μη επαναλαμβανόμενους παράγοντες, με απώτερο στόχο την, κατά κάποιον τρόπο, «εικονική», προφανώς σκόπιμη και ραγδαία επιδείνωση του – αφού τίποτα ανάλογο δεν συνέβη στην Ισπανία, στην Ιταλία κλπ. Για παράδειγμα, εάν συνυπολογίσουμε στις Η.Π.Α. τα ελλείμματα των επί μέρους Πολιτειών (στη Γερμανία των ομοσπονδιακών κρατιδίων κλπ), τότε το δημόσιο χρέος (Πίνακας ΙΙΙ) δεν θα ήταν πια 94,3% του ΑΕΠ, αλλά 113,7% του ΑΕΠ (ενδεχομένως πολύ υψηλότερο, αφού και στις Η.Π.Α. υπάρχουν πιθανότατα «αναπροσαρμόσιμα» οικονομικά μεγέθη).

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙIΙ: Βασικά μεγέθη της αμερικανικής Οικονομάς, σε τρις $ (Δεκέμβριος του 2010)

 

Τομείς

Ποσόν

Ποσά / ΑΕΠ

 

 

 

ΑΕΠ

14,60

 

 

 

 

Δημόσιο χρέος

13,80

94,30%

Τοπικό Χρέος*

1,70

11,64%

Χρέος των 50 Πολιτειών

1,10

7,53%

 

 

 

Γενικό δημόσιο χρέος

16,6

113,70%

Πηγή: WP

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

  

Συνεχίζοντας, όπως διαπιστώνουμε από τον Πίνακα ΙΙ, οι δαπάνες της Ελλάδας αυξήθηκαν κατά 31,29 δις € από την 01.01.2007 έως και το 2009, ενώ τα έσοδα μόλις κατά 4 δις € – γεγονός απόλυτα φυσιολογικό, όσον αφορά βέβαια τα έσοδα, αφού το ΑΕΠ μας αυξήθηκε τεχνητά (οπότε δεν συνοδευόταν από ανάλογα μεγαλύτερα έσοδα). Από την άλλη πλευρά, το δημόσιο χρέος μας από το 2008 έως το 2010 (σε τρία μόλις χρόνια), αυξήθηκε κατά 70 δις € – ενώ μόνο το 2010 αυξήθηκε κατά 32 δις € επειδή, στο ήδη «διογκωμένο» έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού (19,5 δις €), προστέθηκαν τα χρέη των νοσοκομείων, καθώς επίσης τα άλλα μεγέθη που αναφέραμε, για πρώτη φορά και όλα μαζί.

Αντί δηλαδή να συμπεριλάβουμε τα χρέη αυτά σταδιακά στο δημόσιο χρέος, υποχρεωθήκαμε από τους «εταίρους» μας, με πρωτοβουλία δυστυχώς της κυβέρνησης μας, στην άμεση «καταγραφή» τους, παράλληλα με την μείωση του ΑΕΠ μας (ύφεση 4,5%) – λόγω των καταστροφικών μέτρων του ΔΝΤ, τα οποία περιόρισαν ακόμη περισσότερο τα έσοδα του δημοσίου, αυξάνοντας δυσανάλογα τις δαπάνες (κόστος ανεργίας, αποζημιώσεις λόγω εθελουσίας εξόδου κλπ).

Έτσι, ο δείκτης Δημόσιο χρέος/ΑΕΠ επιδεινώθηκε κατά 38 ολόκληρες μονάδες (2007-2010), επειδή ο «παρανομαστής» (ΑΕΠ) μειώθηκε και ο «αριθμητής» (δημόσιο χρέος) αυξήθηκε, οδηγώντας μας στα νύχια των αγορών – σε ένα δρόμο χωρίς επιστροφή, αφού τα αυξημένα επιτόκια, η ανεργία, η πιστωτική συρρίκνωση, η ύφεση, ο φορολογικός πληθωρισμός κλπ, θα επιδεινώνουν συνεχώς τα μεγέθη του προϋπολογισμού μας.

Προφανώς, εάν αυτά που περιγράψαμε παραπάνω (συν πολλά άλλα, όπως το «παιχνίδι» με τις ανοιχτές πωλήσεις των ελληνικών ομολόγων με Τ+10 από την ΤτΕ κλπ), συμβούν σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου η οποία, εκτός των άλλων, δεν έχει τη δυνατότητα «νομισματικής» πολιτικής, τα αποτελέσματα θα είναι τα ίδια και χειρότερα – η ραγδαία, «τεχνητή» προφανώς επιδείνωση των οικονομικών δεικτών της, με στόχο την εξαθλίωση των Πολιτών της και την υποδούλωση τους στις αγορές. Στον Πίνακα ΙV τώρα που ακολουθεί (επίσης αναμορφωμένος με τα πρόσφατα στοιχεία της ΤτΕ), αναφέρονται ορισμένα άλλα μεγέθη της οικονομίας μας.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙV: Μεγέθη κρατικού προϋπολογισμού σε εκ. €

 

Έτη

2007

2008

2009

2010

2011

 

 

 

 

 

 

Τόκοι

9.791

11.207

12.325

13.223

15.920

Χρεολύσια

22.544

26.246

29.135

19.549

28.130

 

 

 

 

 

 

Πρωτογενείς Δαπάνες ΤΟ

45.951

50.435

57.992

51.679

52.633

Π.Δ.Ε.

8.803

9.624

9.588

8.447

8.500

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος / Νομισματική Πολιτική 2010 – 2011

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙV, οι τόκοι το 2011 θα είναι κατά 6,2 δις € υψηλότεροι, σε σχέση με το 2007, με αποτέλεσμα την αύξηση των πρωτογενών δαπανών του τακτικού προϋπολογισμού (χωρίς το ΠΔΕ – Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων). Φυσικά το πρόγραμμα αυτό (ΠΔΕ), το οποίο κάθε άλλο παρά δημόσιες επενδύσεις αφορά (άρθρο μας) αλλά, αντίθετα, «σκοτεινές δαπάνες» του δημοσίου, παραμένει ουσιαστικά στο απυρόβλητο.

Ολοκληρώνοντας, οι τόκοι και τα χρεολύσια το 2011 (44 δις €) υπερβαίνουν το 80% των εσόδων του 2010 – καταδικάζοντας προφανώς τη χώρα μας οριστικά και «αμετάκλητα». Φυσικά, οι πρωτογενείς δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού μας (ΤΠ), αυτές δηλαδή για μισθούς, συντάξεις, ασφάλειες κλπ, καλύπτονται πλήρως από τα έσοδα του κράτους – οπότε, η «βοήθεια» εκ μέρους των ΔΝΤ-ΕΕ, ειδικά από το 2011, καλύπτει ουσιαστικά μόνο τους δανειστές μας.     

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Η Ελλάδα είναι μία πολύ πλούσια χώρα και σε καμία περίπτωση χρεοκοπημένη – αφού, απέναντι στο δημόσιο χρέος της, ευρίσκονται πολύ περισσότερα περιουσιακά στοιχεία. Αρκεί να τη συγκρίνει κανείς με τη Μ. Βρετανία, η οποία διαθέτει μηδενικά περιουσιακά στοιχεία, ενώ πουλάει πλέον ακόμη και τα δάση της, για να καταλάβει σε πόσο καλή θέση ευρίσκεται. Πόσο μάλλον όταν, το συνολικό χρέος της Ελλάδας, δημόσιο και ιδιωτικό είναι, όπως έχουμε επανειλημμένα τεκμηριώσει με Πίνακες, το χαμηλότερο στην Ευρωζώνη.

Εν τούτοις η Ελλάδα, οδηγούμενη έντεχνα από τις «αγορές», καθώς επίσης από κάποιους «διατεταγμένους» λειτουργούς της, στην αδυναμία πληρωμής των χρεών της, έχει αφενός μεν υποχρεωθεί στην καταστροφική πολιτική του ΔΝΤ (με στόχο τη λεηλασία της, καθώς επίσης την υποταγή της στο Καρτέλ), αφετέρου στην πλήρη σχεδόν απαξίωση των περιουσιακών στοιχείων της – έτσι ώστε να πουληθεί σε «τιμή ευκαιρίας» το σύνολο των παγίων της.

Παρά τις τεράστιες δυσκολίες όμως, με τις οποίες ευρίσκεται αντιμέτωπη, μπορεί να τα καταφέρει – μετατρέποντας τον κίνδυνο σε ευκαιρία. Αρκεί βέβαια να συνειδητοποιήσει τα μεγάλα διαπραγματευτικά της πλεονεκτήματα (δεν είναι δυνατόν να αποτελεί συστημικό κίνδυνο μία τράπεζα και όχι μία χώρα) αντιστρέφοντας εντελώς τα δεδομένα – καθώς επίσης να εκμεταλλευθεί τις ίδιες τις αγορές (ασφαλιστική βόμβα μεγατόνων), στο δικό τους «πεδίο μάχης» και με τις δικές τους «έντιμές» μεθόδους.    

Φυσικά οφείλει πλέον να επιδιώξει ριζικές λύσεις οι οποίες, εκτός από την αλλαγή πολιτεύματος (με στόχο την επιτυχή καταπολέμηση της πολιτικής διαφθοράς), πρέπει να επικεντρωθούν στην επίλυση του προβλήματος του δημοσίου χρέους – χωρίς φυσικά την καταναγκαστική εκποίηση δημόσιας περιουσίας ή την πώληση των κοινωφελών επιχειρήσεων της. Πιθανότατα δε η καλύτερη λύση σήμερα (εάν δεν καταφέρουμε τη διαγραφή των απεχθών χρεών), η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί σε καμία περίπτωση «ανέντιμη», είναι η αποπληρωμή του χρέους της πατρίδας μας, με 40 ισόποσες ετήσιες δόσεις και με επιτόκιο ίσο με το βασικό της ΕΚΤ  –  με το επιτόκιο δηλαδή που δανείζονται οι τράπεζες

Στην περίπτωση αυτή, όπως έχουμε ήδη αναλύσει, τα χρεολύσια (δόσεις) θα ήταν της τάξης των 9 δις € ετήσια, ενώ οι τόκοι (1%) θα ανερχόταν στα 3,6 δις € τον πρώτο χρόνο – μειούμενοι στη συνέχεια. Συνολικά λοιπόν, η επιβάρυνση μας θα ήταν το ανώτατο 12,6 δις € ετήσια – ένα μέγεθος με το οποίο θα μπορούσαμε πιθανότατα να ανταπεξέλθουμε, ειδικά εάν μας εξοφλούσε η Γερμανία.

Ταυτόχρονα βέβαια, πρέπει να εκδιωχθούν πάση θυσία τόσο οι σύνδικοι πτώχευσης από τη χώρα μας (ΔΝΤ), όσο και οι διεφθαρμένοι πολιτικοί ή οι «πολυεθνικοί διαφθορείς», ενώ δεν θα υπάρχει κανένας λόγος λήψης νέων «μέτρων λιτότητας» αφού, απλά με την εξοικονόμηση δαπανών, οι οποίες οφείλονται στη σπατάλη του δημοσίου, ειδικά στο ΠΔΕ, θα μπορούσαμε να μηδενίσουμε το έλλειμμα.

Η «διατηρήσιμη» τώρα μη λήψη νέων μέτρων, θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά στην αύξηση της κατανάλωσης – κατ’ επακόλουθο, στην αύξηση του ΑΕΠ μας, η οποία θα ακολουθούσε σίγουρα, αφού θα επέστρεφε η αισιοδοξία στην Ελλάδα και θα σταματούσε να εφαρμόζεται η καταστροφική, υφεσιακή και αντιαναπτυξιακή πολιτική του ΔΝΤ (μειώσεις μισθών, τεράστια ανεργία, στασιμοπληθωρισμός κλπ).     

Η αύξηση του ΑΕΠ με τη σειρά της θα είχε σαν αποτέλεσμα, αφενός μεν τη μείωση του ελλείμματος σαν ποσοστό επί αυτού, αφετέρου την αύξηση των εσόδων του δημοσίου. Με δεδομένο ότι, τα έσοδα του δημοσίου ανέρχονται (2010) στο 22% περίπου του ΑΕΠ μας, η πραγματική αύξηση του ΑΕΠ κατά 10 δις € (παράδειγμα), θα απέφερε αυτόματα επί πλέον έσοδα 2,2 δις € στο δημόσιο.

Η επένδυση τώρα αυτών των επί πλέον εσόδων στην οικονομία, θα μπορούσε να προκαλέσει μία επόμενη αύξηση του ΑΕΠ, επόμενα επί πλέον έσοδα, επανεπένδυση τους και «ούτω καθ’ εξής» (υγιής ανοδικός σπειροειδής κύκλος, στηριζόμενος στο cash flow και όχι στο δανεισμό), οδηγώντας τη χώρα μας στη θέση που πραγματικά της αξίζει.

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 19. Φεβρουαρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2287.aspx

 

Ο Τζουτζές ο χαμουραμπί …

Ο Τζουτζές ο χαμουραμπί …

 

Του Στάθη Σ(ταυρόπουλου)*


 

Ενθυμείσθε το «καρτέλ γάλακτος», υπόθεση που απασχόλησε το πανελλήνιο την πρώτη περίοδο της κυβέρνησης Καραμανλή;

Ενθυμείσθε τη φασαρία που έκαναν τότε οι νεοφιλελεύθεροι για «στρέβλωση της αγοράς», για «εναρμονισμένες πρακτικές τιμών» και για όλους εκείνους τους δαίμονες που δεν αφήνουν τα προϊόντα να φθηνύνουν;

Ενθυμείσθε τις προσευχές και τις ωδές στον Ανταγωνισμό; να αφεθεί να λειτουργήσει ελεύθερα ώστε να εξομαλύνει την (ανωμαλιάρα) αγορά;

Αφέθηκε. Ο Ανταγωνισμός. Πεντε-εξι-εφτά χρόνια μετά, το γάλα είναι ακόμα πιο ακριβό από όσον ήταν ήδη ακριβό τότε. Και γίνεται ακριβότερο.

Αν δε η Βιβάρτια απορροφήσει τη Μεβγάλ, αποδεικνύεται για μιαν ακόμα φορά ότι ο δρόμος του ανταγωνισμού (να υποκύπτει ο ασθενέστερος στον ισχυρότερο) είναι ο μονόδρομος προς τα ολιγοπώλια, τα μονοπώλια και τα τραστ.

Δεν ξέρω, εκτός απ' τον εαυτόν τους, ποιον άλλον μπορούν να δουλεύουν πλέον οι νεοφιλελεύθεροι…

Κρίση του Τύπου, τέλος! Νέα εφημερίδα αποκτάει η επικράτεια! Τη Night News! Θα την εκδίδει κάθε βράδυ στις 2.00 η ώρα ο Γιωργάκης!

Με αρχισυντάκτη τον κ. Καρχιμάκη, γελοιογράφο την κυρία Αννα Νταλάρα, στα διεθνή τούς τρεις Τροϊκανούς, ανταποκριτή στην Πόλη τον Ερντογάν αγά, στα καλλιτεχνικά ο Καλατράβα και στα αθλητικά ο Κόκκαλης – ΟΠΑΠ – φρουτάκια! Εφημεριδάρα!…

 

*****

 

Βρε τον ανάλγητο δυστροπόπιγκα κουτόφραγκο Γιουνκέρ! Στα παλαιότερα των υποδημάτων του η εξέγερση των λαϊκοπασόκων εναντίον των Τροϊκανών! «Πουλήστε» βρυχήθηκε απ' τις Βρυξέλλες ο Υπατος κι επνίγη εν τη γενέσει της η εξέγερση του κ. Ξυνίδη στα δάκρυα του κ. Κουκουλόπουλου.

Ευτυχώς αυτήν τη φορά τα αντανακλαστικά του Γιωργάκη του Ψευτοθόδωρου μπροστά στον νέον διαφαινόμενο εξευτελισμό του έθνους υπήρξαν καλύτερα απ' του Ραν Ταν Πλαν. (Αντέδρασε στο «Ταν»)…

Θορυβημένος ο κ. Πρωθυπουργός διεκήρυξε στους Ελληνες ότι θα φέρει νέον νόμο στο Καπιτώλιο, με τον οποίον θα απαγορεύεται η πώληση δημόσιας γης έως σπιθαμής. Τελείως; Όχι, ακριβώς! Αλλά ό,τι πωλείται, θα πωλείται με διαφάνεια.  Θεϊκός ο νομοθέτης! νέος Γράκχος!

Βεβαίως, το ίδιο πρόσωπο, ο Παπανδρέου, τον Σεπτέμβριο του 2010 μιλούσε στη Νέα Υόρκη για «απ' ευθείας πώληση» δημόσιας ακίνητης περιουσίας, για «μακροπρόθεσμες συμβάσεις παραχώρησης» και «ιδιωτικοποιήσεις» στις μεταφορές, την ενέργεια, τις τράπεζες, τα νερά και τα ύδατα…

Πότε έλεγε ψέματα ο Ψευτοθόδωρος; τότε ενώπιον των θηρίων της Γουώλ Στρητ ή τώρα ενώπιον των καθημαγμένων Ελλήνων;

 

…………………………….

 

Όσο για τα 50 δισ! «Θα τα βρούμε», δήλωσε ο κ. Πεταλωτής, «πρέπει να τα βρούμε! Είναι δέσμευσή μας μπροστά στον Ελληνικό λαό»! «Δέσμευση» να του υπεξαιρέσουν περιουσία αξίας 50 δισ.;!!!  Οι άνθρωποι δεν παίζονται. Παίζουν!

Όπως ο Παπανδρέου όταν υπογράφοντας το Μνημόνιο αναγνώριζε στους δανειστές μας το δικαίωμα της κατάσχεσης. Ναι! της κατάσχεσης!

Να μπορούν δηλαδή να πάρουν απ' την Ελλάδα το (υποθηκευμένο) σπίτι της οι Τοκογλύφοι Βρυξελλών – Βερολίνου – Ουάσινγκτων. Και «σπίτι» της Ελλάδας είναι η γη και οι πόροι της.

Ε, λοιπόν, και να μπορεί να τους πουλάει αυτούς τους πόρους θέλει ο Παπανδρέου και να μπορούν να μας τους κατασχέσουν οι ξένοι επέτρεψε. Τέτοιο νταμπλ ούτε ο Γουλιμής.

Όμως βρίσκουν και τα κάνουν. Διότι όχι λίγοι απ' τους πολίτες τσιμπάνε ακόμα στα τετελεσμένα που δημιουργούν οι Δυνατοί και στα διλήμματα που συνακολούθως θέτουν.

Αφήνουν λοιπόν έναν τομέα να ερημώσει ή τον ρημάζουν οι ίδιοι, κι ύστερα ρωτάνε σαν άλλες ουρσουλίνες τον λαό: τι είναι προτιμότερο; να ρημάζει το ρημάδι ή να μου το δώσεις να το αξιοποιήσω;

Με αυτόν τον τρόπο έφαγαν, τρώνε και θα φάνε άπαν το σώμα της πατρίδας. Κόβουν πρώτα  τους μισθούς κι ύστερα σε ρωτάνε: τι είναι προτιμότερο; να σου κόψω κι άλλο τον μισθό ή να σου φάω τα Ολυμπιακά ακίνητα;

Τα οποία βεβαίως το κράτος τους (των Δυνατών) έχει στο μεταξύ φροντίσει να αφήσει αφρόντιστα, να απαξιώνονται, ώσπου να εκποιηθούν για ένα κομμάτι ψωμί – να αξιοποιηθούν. Είκοσι χρόνια παίζεται αυτό το παιχνίδι. Τα επόμενα σαράντα μάλλον θα το καταλάβουμε…

 

* ΣΤΑΘΗΣ Σ. 16.ΙΙ.2011 stathis@enet.gr

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011, http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=251865

Οι άρρητες επιδιώξεις του γερμανικού σχεδίου

Οι άρρητες επιδιώξεις του γερμανικού σχεδίου

 

Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου


 

Οι λεονταρισμοί της ελληνικής κυβέρνησης με την τρόικα παραπέμπουν στον ήρωα του Μπρεχτ, ο οποίος, αν και έχει βουτηχτεί μέχρι τον λαιμό στο βούρκο, πασχίζει να κρατήσει τη χωρίστρα του στη θέση της. Είναι πασιφανές ότι η διαφωνία δεν αφορούσε την ουσία του ζητήματος, αλλά αποκλειστικά το ποιος όφειλε να ανακοινώσει την προαποφασισμένη εκποίηση – κατ’ ευφημισμόν «αξιοποίηση» – της κτηματικής περιουσίας του Δημοσίου σήμερα, του ορυκτού πλούτου και των ενεργειακών πηγών της χώρας αύριο.

Η φαρσοκωμωδία αυτής της εικονικής διαφωνίας λειτούργησε ως προπέτασμα καπνού έναντι των εξαιρετικά επικίνδυνων εξελίξεων σχετικά με το γερμανικής έμπνευσης «Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας», το οποίο θα απασχολήσει τη Σύνοδο Κορυφής της Ε. Ε. στις 11 Μαρτίου. Πρόκειται για το αντάλλαγμα που ζητεί, με σχεδόν τελεσιγραφικούς όρους, η Γερμανία, προκειμένου να ενισχύσει τον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης.

Όπως είναι γνωστό, η κ. Μέρκελ εννοεί να φορέσει το ίδιο, ασφυκτικά στενό, γερμανικό κοστούμι και στα 17 μέλη της Ευρωζώνης, αδιαφορώντας για τις οικονομικές ιδιομορφίες και τις κοινωνικές αντοχές κάθε χώρας: Διαρκής λιτότητα με αποσύνδεση των μισθών από τον πληθωρισμό, σύνταξη στα 67, ενιαία φορολογική πολιτική, υπονόμευση των κλαδικών συμβάσεων, συνταγματική απαγόρευση για ελλείμματα άνω του 3% του ΑΕΠ και πάει λέγοντας.

Προβλέψιμα, ο εκβιασμός του Βερολίνου προκάλεσε αντιδράσεις από την πλειονότητα των κρατών-μελών του ευρώ. Ο καγκελάριος της Αυστρίας, μιας χώρας με ισχυρά συνδικάτα, Βέρνερ Φάιμαν απέρριψε τις επεμβάσεις στο εργασιακό. Ο Βέλγος πρωθυπουργός, Ιβ Λετέρμ, αντιστάθηκε στην κατάργηση της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των μισθών. Ο Ιρλανδός ομόλογός του, Μπράιαν Κόουεν, αρνείται τη φορολογική εναρμόνιση, γιατί φοβάται μαζική διαρροή κεφαλαίων από τη χώρα του. Ακόμη και ο πρόεδρος του Eurogroup, Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ, πνέει τα μένεα και δηλώνει ότι «δεν είναι σαφής η προστιθέμενη αξία αυτού του Συμφώνου».

Δακτυλοδεικτούμενες εξαιρέσεις αποτελούν δύο πολιτικοί που εναρμονίστηκαν απολύτως με τις αξιώσεις του Βερολίνου: Ο Νικολά Σαρκοζί και ο Γιώργος Παπανδρέου. Και ο μεν Γάλλος πρόεδρος είχε ισχυρούς λόγους: Να προστατέψει τις σοβαρότατα εκτεθειμένες γαλλικές τράπεζες από το ενδεχόμενο χρεοκοπίας των περιφερειακών χωρών της Ευρωζώνης και να αποτρέψει την απαγκίστρωση της Γερμανίας από το ευρώ και τον αναπροσανατολισμό της σε ρόλο αυτοτελούς παγκόσμιας δύναμης, με το βλέμμα της στραμμένο όχι τόσο δυτικά του Ρήνου όσο ανατολικά του Οντερ. Ο Γιώργος Παπανδρέου, όμως, ποια εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας έρχεται άραγε να υπηρετήσει;

Όσοι μηρυκάζουν άκριτα τη γερμανική λογική περί τεμπέληδων και αντιπαραγωγικών Ελλήνων θα πουν: Η Ελλάδα πάσχει από σοβαρό πρόβλημα ανταγωνιστικότητας (πράγμα που είναι σωστό), επομένως πρέπει να ρίξει δραστικά το κόστος εργασίας για να μπει σε τροχιά ανάπτυξης (πράγμα που είναι εντελώς λάθος). Όπως μας υπενθύμισε στις 14 Φεβρουαρίου η – κατ’ εξοχήν νεοφιλελεύθερη – αμερικανική εφημερίδα Wall Street Journal, οι Έλληνες δουλεύουν κατά μέσο όρο 42 ώρες την εβδομάδα έναντι 35,8 των Γερμανών και 31 των Ολλανδών. Αντίθετα, οι μισθοί τους όχι μόνο είναι πολύ χαμηλότεροι έναντι εκείνων των πλούσιων ευρωπαϊκών χωρών, αλλά ακρωτηριάστηκαν κατά 14% την τελευταία διετία, όπως πιστοποίησε ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος.

Το πρόβλημα της Ελλάδας, προσθέτει η Wall Street Journal, δεν βρίσκεται στο κόστος εργασίας, αλλά στη χαμηλή παραγωγικότητα – δηλαδή στην υστέρηση των ελληνικών επιχειρήσεων αναφορικά με την τεχνολογία, τον εξοπλισμό, την οργάνωση της εργασίας. Έτσι, το γερμανικό «κοστούμι» έρχεται να φορτώσει στους Έλληνες εργαζομένους τις συνέπειες της αποτυχίας των Ελλήνων επιχειρηματιών (εξαιρουμένων των ελάχιστων κλάδων που είναι διεθνώς ανταγωνιστικοί).

Το γερμανικό σχέδιο είναι καταδικασμένο σε αποτυχία αναφορικά με τον δεδηλωμένο στόχο του, δηλαδή την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της Ευρωζώνης. Τα δύο τρίτα του εξωτερικού εμπορίου της Ε. Ε. γίνονται στο εσωτερικό της Ένωσης και αυτό ισχύει για όλα σχεδόν τα μεμονωμένα κράτη (64% για τη Γερμανία, 65% για την Ελλάδα). Επομένως, ο αγώνας δρόμου των ευρωπαϊκών κρατών προς το ελάχιστο δυνατό εργασιακό κόστος, παρά το τεράστιο κοινωνικό κόστος του, πολύ μικρό όφελος θα φέρει ως προς την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης (και πάντως πολύ μικρότερο από τη θετική ώθηση που θα έδινε ένα λιγότερο «σκληρό» ευρώ). Απομένει να αποδειχθεί αν το γερμανικό σχέδιο πετύχει ως προς τον αδήλωτο, αλλά πραγματικό στόχο του:

Τη μετακύλιση του βάρους της κρίσης από τις τράπεζες του γαλλογερμανικού πυρήνα, στις εργαζόμενες τάξεις της περιφέρειας και, εν τέλει, ολόκληρης της Ευρωζώνης.

 

ΠΗΓΗ: "Καθημερινή",  Ημερομηνία δημοσίευσης: 18-02-11, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/news/columns_2Kath/edition?fdate%3D18/2/2011

 

ΥΓ: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin.