Αγυρτεία βολευτών βουλευτών…

Αγυρτεία…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

Οι δικαστές, λένε κάποιοι, πρέπει να μισθοδοτούνται προνομιακά, για να αποφασίζουν δίκαια και σωστά. Και ο ηθικά παράδοξος και οξύμωρος αυτός ισχυρισμός, μας οδηγεί στον προβληματισμό: Μπορούν, άραγε, να δικαιώνουν τους πολίτες δικανικά, αυτοί, που εν ονόματι του νόμου, a priori, τους αδικούν οικονομικά;

Και η πραγματικότητα, με στεντόρεια φωνή κραυγάζει: Όχι! Αφού στις, εκάστοτε, αναμετρήσεις ανάμεσα στο λαό και την ολιγαρχία, κερδισμένη βγαίνει, κατά κανόνα, η άρχουσα αναρχία.

Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αμφισβητούμε την ακεραιότητα και εντιμότητα πάμπολλων δικαστικών. Οι οποίοι, παρά τις «χρυσές χειροπέδες» της προνομιακής μισθοδοσίας και την ασφυκτική πολιορκία της, κατά κανόνα, άδικης, νομοθεσίας, κρατούν ελεύθερη τη συνείδησή τους. Και παλεύουν για την απονομή της δικαιοσύνης.

Το ιδιαίτερα εξοργιστικό όμως, σ’ αυτή την περίπτωση, είναι ότι, πάνω στην προνομιακή μισθοδοσία των δικαστών θεμελιώθηκε η αγυρτεία των εθνοπατέρων. Οι οποίοι μεθόδευσαν το συνδυασμό της βουλευτικής μισθοδοσίας με εκείνη των δικαστικών. Και να πώς το κατάφεραν:

Όρισαν με το Σύνταγμα και το νόμο ο ανώτερος μισθός, που χορηγείται από το κράτος να είναι αυτός του Προέδρου του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα, όμως, με τον οποίο να ρυθμίζεται και ο μισθός… των βουλευτών!

Οι οποίοι, όταν θέλουν να πάρουν αυξήσεις, δεν έχουν παρά να χορηγούνν σε κάποιους ημέτερους γαλαζοαίματους μισθούς ανώτερους από εκείνους των δικαστικών. Για να παρανομούν, έτσι και να παραβιάζουν, όσο μπορούν προκλητικότερα, το Σύνταγμα.

Με αποτέλεσμα οι προκαλούμενοι δικαστικοί να παραπέμπουν, ως αδικούμενοι, την υπόθεση στο μισθοδικείο. Και να παίρνουν τις αυξήσεις, που γεφυρώνουν την απόσταση, που τους χωρίζει απ’ τους γαλαζοαίματους της ημετεροκρατίας. Και να εισπράττουν και τα ανάλογα καθυστερούμενα.

Για να σπεύδουν, όμως ευθύς αμέσως, για να επωφεληθούν και οι ενορχηστρωτές της αγυρτείας. Δηλαδή, οι «σεμνοί και ταπεινοί» εθνοπατέρες. Και να εισπράττουν και αυτοί τις τερατώδεις, συχνά, αυξήσεις και τα δυσεξαρίθμητα αναδρομικά.

Γεγονός, που ισχύει, όχι μόνο για τους εν ενεργεία, αλλά και για τους τέως. Οι οποίοι – όπως εμβρόντητοι ακούσαμε αυτές τις μέρες –  αγωνίζονται να πάρουν τις αυξήσεις τους και αυτοί και να εισπράξουν τα «αναδρομικά τους». Πάντα, ασφαλώς, για τις εξαίρετες υπηρεσίες, που πρόσφεραν στην πατρίδα και το λαό.

Με πιο εξαίρετη, βεβαίως, στην προκειμένη περίπτωση, την εξευτελιστική υποχρέωση της Ελλάδας και του λαού της να περάσουν κάτω απ’ τα Καυδιανά δίκρανα του δουλοκτητικού καθεστώτος του ΔΝΤ και της λοιπής τοκογλυφικής μαφίας.

Και, ασφαλώς, η περίπτωση αυτή δεν είναι η μοναδική. Καθώς, στις μέρες μας, βλέπουμε να ξετυλίγεται ,ενώπιον μας, πέραν των αναρίθμητων σκανδάλων το κουβάρι και των τόσων άλλων κλεφτονόμων και ληστονόμων (ασυλίες-παραγραφές, κλπ).

Και, για να μη μπορεί ο λαός να διαμαρτύρεται φροντίζουν, παράλληλα με τους ληστονόμους, να εφευρίσκουν, ανάλογα με τις περιπτώσεις, και τους απαραίτητους τρομονόμους-φίμωτρα:

Όπως, για παράδειγμα, τους νόμους «περί αγωγών» και «προσωπικών…λερωμένων». Εν ονόματι των οποίων η ντόπια και η διεθνής ολιγαρχία μπορεί να δίνει ρεσιτάλ αλητείας, σε βάρος του, νομικά και οικονομικά, ανήμπορου να αντιδράσει, λαού. Και, επειδή το νομικό τους καθεστώς εξελίσσεται επί το ληστρικότερον, φροντίζουν παράλληλα να φρεσκάρουν, ανάλογα και το τρομοκρατικό νομικό τους οπλοστάσιο.

Όπως συμβαίνει, τώρα δα, με τον εκκολαπτόμενο, διαβόητο, «περί εχθροπάθειας» νόμο. Με τον οποίο στοχεύουν να φιμώσουν τις ιδιαίτερα ενοχλητικές, γι’ αυτούς και τους πάτρωνές τους, ελεύθερες φωνές. Και μάλιστα, ιδιαίτερα, των μπλογκς…

Έτσι ώστε να μπορούν να τρίβουν ολοένα και σαδιστικότερα στ’ απαυδισμένα μάτια του λαού τα ολοένα οδυνηρότερα τρομολάγνα δακρυγόνα των ληστονόμων και κλεφτονόμων τους….

 

Παπα-Ηλίας, http://papailiasyfantis.wordpress.com, 6-5-2011

ΕΛΕ: Κριτική Πρωτοβουλίας συλλογής υπογραφών

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΥΠΟΓΡΑΦΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ την επιτροπή λογιστικού ελέγχου (ΕΛΕ) ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

 

Του Γιώργου Βαζάκα*


 

Ξεκαθαρίζω  προκαταβολικά ότι διαφωνώ πως η επιτροπή λογιστικου ελέγχου αντιμετώπισης του ελληνικού δημόσιου χρέους μπορεί να δώσει λύση ικανοποιητική για το λαό μας και τους εργαζόμενους της χώρας μας.

Και αυτό γιατί:

1) Η Ελλάδα δεν είναι Ισημερινός, όπου ο κύριος όγκος  του χρέους του ήταν μέσα σε δανειακές συμβάσεις, ώστε έγινε εύκολο να διαπιστωθεί ποιες ήταν προϊόν ύποπτης συναλλαγής.

2) Το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι κυρίως ανώνυμα κρατικά ομόλογα ελεύθερα διαπραγματεύσιμα στις διεθνείς αγορές. Γι’ αυτό κρύβουν υπόγειες δοσοληψίες, οπότε…  περίμενε την ΕΛΕ ν’ ανακαλύψει μίζες και χειραγωγήσεις…

3)  Το μεγαλύτερο μέρος του χρέους – αμερόληπτοι οικονομολόγοι το ανεβάζουν στο 90% του συνόλου του –  της χώρας μας είναι κεφαλαιοποιημένοι τόκοι, δηλ «παράνομο χρέος» και άρα απεχθές. Νομίζω ότι γινόμαστε τουλάχιστον αφελείς ή συνεργοί σ’ άλλες σκοπιμότητες υπογράφοντας για μια προσπάθεια (ΕΛΕ), για να ανακαλύψει παρανομίες σ’ ένα χρέος που από τη φύση του είναι παράνομο και καταχρηστικό. Δε  λέω,  για το Λένιν αλλά για τον Άνταμ Σμιθ, τον Κέινς «θα ξυπνήσουν και θα μας κυνηγούν…».

 4) Αναρωτιέμαι γιατί  όλοι αυτοί οι χωρίς αμφιβολία έντιμοι μελετητές  και αγωνιστές αντί να μεθοδεύουν την ΕΛΕ, για να ανακαλύψουν ποιο από το δημόσιο  χρέος είναι παράνομο, δεν επικαλούνται την απόφαση του Απρίλη του 2010 του ΟΗΕ, που θεωρεί ως παράνομο και απεχθές χρέος όχι μόνο εκείνο, που είναι προϊόν ύποπτης συναλλαγής αλλά κι εκείνο που, για να το ξεπληρώσει μια χώρα οφείλει να εκποιήσει την υπόστασή της, επομένως δικαιούται να το ακυρώσει. Αυτό συμβαίνει με τη χώρα μας.

Χωρίς να αμφισβητώ καλές προθέσεις τόσο της  Σακοράφα, του Λαπαβίτσα (μα αυτός τελευταία δε μιλά για άρνηση αλλά για αθέτηση του χρέους), του Λαφαζάνη, του  Αλαβάνου κλπ (μα αυτοί και το κόμμα τους χιλιοτοποθετήθηκαν υπέρ της αναδιαπραγμάτευσης του χρέους), αλλά και τόσοι άλλοι γνωστοί και άγνωστοι είτε δεν ξέρουν, είτε δε θέλουν, είτε δε μπορούν ή πιθανόν φοβούνται να υποστηρίξουν την πιο ξεκάθαρη και αρμόζουσα για την αντιμετώπιση του ελληνικού χρέους πολιτική άποψη: Τη μη αναγνώριση και την άρνηση πληρωμής του απεχθούς χρέους.

Έχοντας υπόψη μου τουλάχιστον αυτά και βλέποντας τους τώρα  να συνοδοιπορούν στη διαδικασία της ΕΛΕ του χρέους, φοβούμαι ότι ακολουθούν λαθεμένη πολιτική και ότι μ’ αυτήν το μόνο που θα καταφέρουν, είναι να νομιμοποιήσουν την πληρωμή του χρέους από την πίσω πόρτα, συνεπώς στη διαιώνισή του. Στρώνουν αριστοτεχνικά το έδαφος σ’ όλα αυτά, που οι αγορές απεργάζονται: αναδιάρθρωση με κούρεμα ή επιμήκυνση του χρέους. Δε μας παραξενεύει που η Λούκα Κατσέλη υποστηρίζει την ΕΛΕ; Προσωπικά, βλέποντας τα όσα  εξέθεσα, δε θα παραξενευτώ, μπουχτισμένος από τις ατέλειωτες πολιτικές θολούρες και ασυνέπειες-κοινώς «κωλοτούμπες» – επωνύμων και ανωνύμων ανά το πανελλήνιο,  αν σε κάποια χρονική στιγμή εμφανιστεί και ο ίδιος ο Γ. Παπανδρέου υποστηρικτής της ΕΛΕ…

 

* Ο Γιώργος Βαζάκας είναι καθηγητής και μέλος της ''Σεισαχθειας''.

 

ΠΗΓΗ: Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/05/blog-post_2876.html

Σπίθες: Διλήμματα και προβλήματα

Σπίθες: Διλήμματα και προβλήματα

Έρευνα του φαινομένου και προτάσεις διεξόδου

 

Του Δαμιανού Βασιλειάδη*


 

Για να στηθεί ένα οποιοδήποτε «επαναστατικό» κίνημα χρειάζεται: ατσάλινα νεύρα, γερό στομάχι και «μπόλικο» γνώθι σαυτόν

                                                    Ποιος το είπε; Η συντρόφισσα Πράξη [1]

 

Είναι αλήθεια ότι χρειάζεται απόδειξη το αυταπόδειχτο, ότι δηλαδή, όταν και εφόσον δρα κανείς, κάνει οπωσδήποτε και λάθη. Άλλος λίγα, άλλος πολλά. Άλλος μικρά, άλλος μεγάλα. Αυτό ισχύει και για τον Μίκη, για τους «αμεσοδημοκράτες» και τους αυτόκλητους προστάτες της Κίνησης Ανεξάρτητων Πολιτών και γενικότερα. Αν τα λάθη αυτά τα ερμηνεύαμε και με τη γλώσσα του Ευαγγελίου, τότε θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι «ο πρώτος αναμάρτητος τον λίθο βαλέτω!». Συνεπώς εξασφαλίζουμε στην περίπτωση αυτή το «αλάθητον!!!» του ισχυρισμού μας, οχυρωμένοι πίσω από το Ευαγγέλιο.

Μόνο ο θεός (αν υπάρχει, για να μην αφήσω περιθώρια παρεξήγησης από κάτι άθεους) δεν κάνει λάθη. Και η αλήθεια είναι ότι και αυτός μάλλον δεν είναι «αναμάρτητος». Αυτή είναι η άποψή μου, κι’ ας κάνω λάθος. Ίσως αυτό να φαίνεται ως «ύβρις», όμως θα τολμήσω ακόμη μία, λέγοντας με υπερβολή ότι, αν ήταν να επιλέξω ανάμεσα στην ανεξάρτητη κριτική σκέψη και την αλήθεια, θα διάλεγα προσωπικά την πρώτη αναμφίβολα, κι’ ας με αποκαλούσανε ψεύτη. Κάνω αυτήν την, ολίγον τι, ακατανόητη σε πρώτη ματιά εισαγωγή, για να προσθέσω σε αντιπαράθεση μια σαφή πρόταση.

Ο Σάκης Καράγιωργας, ένα γνήσιο διαμάντι, ένα πρότυπο ανθρώπου, δασκάλου και αγωνιστή, – και κυριολεκτώ – (για όσους τον ξέρουν, για όσους δεν τον ξέρουν, καλό είναι να μάθουν, γιατί χρειαζόμαστε στη ζωή και στη δράση πρότυπα), είχε πει σχετικά με τον ρόλο του ΠΑΣΟΚ, που βέβαια ισχύει και για κάθε κίνημα ή κίνηση και φυσικά και για τη δική μας Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών: «Το σοσιαλιστικό Κόμμα πρέπει να αποτελέσει τον ισχυρότερο μηχανισμό πολιτικής διαπαιδαγώγησης των ανθρώπων στην ιδέα της κοινωνικής δημοκρατίας. Λόγω της σημασίας που έχει η εγχάραξη της ιδέας αυτής για τη λειτουργία της κοινωνικής δημοκρατίας, το σοσιαλιστικό κόμμα θα πρέπει να είναι περισσότερο όργανο ιδεολογικής και πολιτικής διαπαιδαγώγησης και λιγότερο όργανο πολιτικής εξουσίας. Βασική προϋπόθεση για να επιτελέσει αυτόν τον ρόλο είναι το ίδιο το σοσιαλιστικό κόμμα θα πρέπει να είναι δημοκρατικά οργανωμένο». [2] Από τη νουθεσία αυτή του Σάκη Καράγιωργα δύο σημεία θέλω να εξάρω και να τονίσω, που αποτελούν την πεμπτουσία ενός οποιουδήποτε κινήματος. Το ένα «η διαπαιδαγώγηση» που αφορά την ιδεολογία και το άλλο «η δημοκρατική οργάνωση». Εδώ έχουμε πρόβλημα και μάλιστα πολύ μεγάλο. Οι έννοιες που εκφράζουν αυτές οι δύο λέξεις έχουν νοηματοδοτηθεί, ανάλογα με την ιδεολογική ή πολιτισμική αγωγή που εφαρμόζει ο καθένας ή η κάθε πολιτική παράταξη με την κοσμοαντίληψη που διακηρύττει.

Οι κομμουνιστές κυρίως και όχι τόσο οι μαρξιστές, όσο οι Λενινιστές και σε εκφυλιστική μορφή οι Σταλινιστές, εννοούν με τον όρο περισσότερο την καθοδήγηση και όχι τόσο την πραγματική διαπαιδαγώγηση, με την έννοια της αγωγής, που διαφέρει από την έννοια της καθοδήγησης, η οποία βασικά διαμορφώνει δύο επίπεδα  σχέσεων, αυτή των καθοδηγητών και των καθοδηγούμενων και στην πιο ακραία μορφή, των εντολέων και των εντολοδόχων. Με μια άλλη έκφραση θα λέγαμε: των «πεφωτισμένων», που κατέχουν την αλήθεια και της «μάζας», δηλαδή ενός υπό διαμόρφωση εύπλαστου ή δύσπλαστου αντικειμένου. Είναι λίγο πολύ αυτό που εξέφρασε ο Μίκης, όταν έλεγε ότι δεν θέλει να δώσει «μασημένη τροφή». Σε απλά ελληνικά: Δεν έχει πρόθεση να «καπελώσει». Όσον αφορά την πρόθεση είναι αλήθεια κι’ εγώ προσωπικά το αναγνωρίζω. Όσον αφορά την αντικειμενική πραγματικότητα, πέρα από την πρόθεση, νομίζω ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα προς διευκρίνιση. Ποιο είναι αυτό. Το εξηγώ, σύμφωνα με αυτά που το μυαλό μου επεξεργάστηκε, μελετώντας τόσο τη θεωρία των κομμουνιστικών κινημάτων, όσο και την πρακτική εφαρμογή της.

Πρώτον ότι οι μαρξιστές – λενινιστές ρέπουν από τη δική τους διαπαιδαγώγηση στον μαρξισμό – λενινισμό (αφήνω τον σταλινισμό στην πάντα), αντί στη διαπαιδαγώγηση, ουσιαστικά στην καθοδήγηση. Πολύ φοβούμαι ότι και ο Μίκης, που μια ζωή είναι ενάντια στην εξουσία και συνεπώς ενάντια στην καθοδήγηση, παρ’ όλα αυτά δεν ξέφυγε τελείως απ’ αυτό το πνεύμα, που διακατείχε την Αριστερά και είχε γίνει κατά κάποιο τρόπο δεύτερή της φύση. Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά μάλλον όχι! Κάπου υποσυνείδητα η «ριμάδα» η καθοδήγηση ξεφεύγει από τον έλεγχο και βγαίνει ανεπαίσθητα στην επιφάνεια. Θα με ρωτήσετε: Γιατί συμβαίνει αυτό; Θα απαντήσω ευθαρσώς: Γιατί ποτέ η Αριστερά δεν είχε καλές σχέσεις με την ψυχολογία και αυτό της βγήκε σε κακό, σε πολύ κακό. Να φανταστείτε ότι ένας σημαντικός λόγος για την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, οφείλεται στην άγνοια και πολύ περισσότερο στην περιφρόνηση της ψυχολογίας. Θα μου πείτε; Είναι δυνατόν. Ναι! Είναι δυνατόν! Δεν είναι όμως του παρόντος να το αναλύσω. [3]

Και στο θέμα αυτό, όπως και σε πολλά άλλα η ψυχολογία, πριν από την διαπαιδαγώγηση, παίζει αποφασιστικό ρόλο. Θα αναφέρω μόνο για του λόγου το αληθές τι είπε ο Βικτόρ Σερζ, ένας μεγάλος επαναστάτης και συγγραφέας που έζησε την Οκτωβριανή επανάσταση και τον Σταλινισμό στη Ρωσία, στην αρχή Μπολσεβίκος, κατόπιν τροτσκίζων και μετά προς το τέλος «αποτροτκίζων». Έγραψε σχετικά: «Η ψυχολογία δεν υπάρχει καν την εποχή που οι Μαρξ και Έγκελς  οικοδομούσαν το έργο τους. Ούτε ο Κάουτσκι, ούτε ο Λένιν, ούτε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ούτε ο Μπουχάριν, ούτε ο Τρότσκι ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για την ψυχολογία. Ο μπολσεβικισμός της σταλινικής παρακμής έφτιαξε μάλιστα έναν βολικό κανόνα του είδους: ‘Όχι ψυχολογία!’ στις δίκες της Μόσχας. Οι καθηγητές της ανακήρυξαν τον Φρόυντ ως έναν ‘αντιδραστικό μεταφυσικό ιδεαλιστή’ (κατά λέξη)». [4]

Η ψυχολογία μελετά τους ανθρώπους και αναλύει την ψυχοσύνθεση και την χαρακτηροδομή τους. Αναλύει τις ατέλειες, τις αδυναμίες, τα πάθη, τα μίση, τις φιλοδοξίες, τις υποκρισίες, γενικά τα μειονεκτήματα και τα πλεονεκτήματα του χαρακτήρα και της ηθικής των συγκεκριμένων ανθρώπων και διαμορφώνει κατόπιν τις παιδαγωγικές μεθόδους, για να εξυψώσει το επίπεδό τους, για να διαμορφώσει, κατά μία επαναστατική φράση, τη συνείδηση του μικροαστού και αστού σε επαναστατική συνείδηση. Γιατί κακά τα ψέματα: Κανείς δεν είναι από γεννησιμιού του επαναστάτης. Ο καθένας φέρνει μέσα του και έναν φαρισαίο υποκριτή αστό ή μικροαστό και οι αμεσοδημοκράτες επίσης!!!, καθώς και οι αυτόκλητοι επαναστάτες, προστάτες και σωτήρες [5]. Μια αυτοκριτική δεν θα έβλαπτε. Εκτός, αν κάποιοι δεν βλέπουν το δοκάρι που έχουν στο μάτι τους. Τα έχω ζήσει αυτά και τα ξέρω και τα έχω ξεπεράσει μάλιστα σε μεγάλο βαθμό με μεγάλο κόπο και επιμονή. Και αυτά που λέω δεν είναι θεωρίες. Συνήθως στα πλαίσια όχι μόνο των συντηρητικών δυνάμεων, αλλά και των προοδευτικών, πολλώ μάλλον των αριστερών η λέξη κριτική και προπάντων η έννοια «αυτοκριτική» είναι είτε άγνωστη είτε απαγορευμένη. Θα μου πείτε ότι ο προοδευτικός άνθρωπος και δη ο αριστερός ποτέ δεν κάνει λάθη! Τυχαίο…! Στην περίπτωση αυτή λοιπόν δε μιλάμε για καθοδήγηση, ούτε καν για διαπαιδαγώγηση, θα’ λεγα, αλλά για αγωγή, που είναι μια πιο σύνθετη έννοια από την διαπαιδαγώγηση (για να αφήσουμε στην πάντα την «καθοδήγηση», ως αρνητική έννοια). Η αγωγή στοχεύει να καλυτερεύσει την νοοτροπία και τη συμπεριφορά των ανθρώπων και των κοινωνιών, γιατί κατά κάποιο τρόπο αποτελεί ένα σύστημα αρχών και αξιών, που μεταδίδει μέσω της παιδείας τον έως τώρα παραχθέντα πολιτισμό. Γι’ αυτό μιλάμε με θετικό πρόσημο για την οικογενειακή αγωγή, θεωρώντας την συνήθως ανώτερη και από την σχολική αγωγή. Επειδή η διαφθορά έχει μπει ακόμη και έως το μεδούλι μας, η Κίνησή μας πρέπει να παραδειγματίζει με σωστή αγωγή και σωστά πρότυπα και παραδείγματα.

Τι σημαίνουν όλες αυτές οι αναλύσεις, άραγε; Και τι σχέση έχουν με την Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών, θα αναρωτηθεί κάποιος. Θα πω ότι έχουν και για να το αποδείξω θα φέρω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, πολύ χτυπητό. Όταν ως ψυχολόγος γνωρίζεις και έχεις διαπιστώσει τις ατέλειες, τις αδυναμίες, τα λάθη κ.λπ. των ανθρώπων, ακόμη θα’ λεγα την κακή τους πρόθεση, την ιδιοτέλειά ή και την αλαζονεία τους και πολλές άλλες κακίες, τότε δείχνεις και την ανάλογη κατανόηση, διατηρώντας μια ανωτερότητα που καθηλώνει και παραδειγματίζει, γιατί πιστεύεις ότι πέσανε θύματα μιας λανθασμένης αγωγής Π.χ. Ακόμη και τον Καζάκη θα καλούσα σε μια συζήτηση για να εξηγήσει, γιατί έπραξε και γιατί έγραψε αυτά που έγραψε και να φέρει τις ανάλογες αποδείξεις. Μάλιστα προς τον σκοπό αυτό θα καλούσα είτε την Προσωρινή Συμβουλευτική Επιτροπή ή και μια ανοιχτή συνάντηση Σπιθών, όποιοι ήθελαν να έρθουν, και να μιλήσει μπροστά σε όλους. τι ξέρει και τι δεν ξέρει και γιατί λέει αυτά που λέει και αν είναι αλήθεια ή φαντασιώσεις ή προκατασκευασμένα ψεύδη και ούτω καθεξής. [6]

Από την άλλη αναρωτιέμαι και αναρωτιέται λογικά και ο κάθε Σπιθιστής τι κάνει η Προσωρινή Συμβουλευτική Επιτροπή, της οποίας μέλη ήταν ο Καζάκης και ο Ληναίος. Βέβαια ό κ. Καζάκης υπερέβη τα εσκαμμένα, όπως λέγεται, και μπήκε επιπλέον σε θέματα ηθικής τάξης. [7] Δεν θα ήταν γόνιμο και εποικοδομητικό, αν συνεδρίαζε ως συλλογικό όργανο και έβγαζε το ίδιο μια απόφαση ή εν πάση περιπτώσει μια ανακοίνωση με ή χωρίς τον Μίκη, για να μην αναλαμβάνει αποκλειστικά ο Μίκης την ευθύνη; Εκτός αν ο καθένας ενεργεί μόνος του και όχι ως σώμα συλλογικό ή δεν έχει τελικά γνώμη για κάποιο θέμα, που μας αφορά άμεσα. Ακόμη, αν την συμβουλεύεται ο Μίκης ή δεν την συμβουλεύεται και πότε κ.λπ. Είναι ερωτήματα που χρήζουν απάντησης και απάντηση δεν υπάρχει. Δεν έχουμε ως Σπιθίτες δικαίωμα να μάθουμε; Νομίζω  πως ναι! Η πληροφόρηση είναι το πρώτο βήμα για κάθε πράξη. Αλλιώς πλανάται η σύγχυση και η παραπληροφόρηση που αναμφισβήτητα βλάπτει. Εκεί πιθανόν ή μάλλον σίγουρα θα αποκαλύπτονταν η αλήθεια και θα μπορούσε με τρόπο πραγματικά παιδαγωγικό και παραδειγματικό να λυθεί το θέμα. Το πιθανότερο είναι ότι θα έκανε αυτοκριτική για το πραγματικά απαράδεκτο γράμμα του, αλλά, αν δεν είχε αποδεικτικά στοιχεία, (και φυσικά με τα τερατώδη επιχειρήματα που φέρνει που προσβάλουν όλους τους Σπιθίτες), τότε θα αποκαλύπτονταν ότι είναι συκοφάντης. Οπότε αυτομάτως δεν θα είχε θέση ανάμεσά μας. [8]  Επίσης, θα καλούσα και τον Ληναίο σε μια ανοιχτή (μπορεί και κλειστή) συζήτηση και έναν ειλικρινή διάλογο και αντίλογο και μπορεί να λύνονταν εκεί το θέμα. Το ίδιο θα έπραττα και με τον κ. Δημητροκάλη και με πολλούς άλλους. Ένας δημοκράτης (ακόμη και αμεσοδημοκράτης) δεν επιτρέπεται να λειτουργεί με αποκλεισμούς. Υπάρχει μια βασική φιλοσοφική αρχή για τη λύση προβλημάτων, που λέει: Για όλα τα προβλήματα υπάρχει λύση, κάτω από δύο προϋποθέσεις:

1. Να έχει κανείς την πρόθεση να βρει τη λύση και 2. Να έχει την ικανότητα, να βρει τη σωστή λύση. Το πρώτο στην περίπτωση αυτή μπορεί να υπάρχει. Το δεύτερο είναι ζητούμενο και πρόκληση.

Θεωρώ ότι θα μπορούσαν όλα αυτά τα θέματα, χωρίς πολλές τυμπανοκρουσίες και έκτροπα να λυθούν προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση μέσα σε συλλογικά πλαίσια και με μια δημοκρατική αντιπαράθεση. Θα ήταν μάλιστα και πολύ εκπαιδευτικό, με την έννοια ότι θα δίδασκε πώς λύνονται δύσκολα προβλήματα ενός κινήματος, θεμελιώνοντας κάποιες αρχές στον διάλογο και τη λειτουργία, που διαφοροποιούνται από τα καθιερωμένα και τετριμμένα. Επιπλέον θέλω να τονίσω ότι όποιος νομίζει ότι δεν θα υπάρχουν προβλήματα στο Κίνημα τέτοια, παρόμοια ή χειρότερα είναι γελασμένος. Γι’ αυτό πρέπει να υπάρχουν μέθοδοι και τρόποι για την λύση αυτών των προβλημάτων. Και η καλύτερη μέθοδος είναι, σύμφωνα με τη δική μου εμπειρία η ανοιχτή αντιπαράθεση σε συλλογικά πλαίσια. Βέβαια υπάρχει και η περίπτωση να έχει κάποιος ξεπεράσει τα εσκαμμένα, που λέμε και στην περίπτωση αυτή το θέμα είναι κάπως ποιο περίπλοκο. Όμως και στην περίπτωση αυτή το πρόβλημα θα έπρεπε να λυθεί στο συλλογικό όργανο που λέγεται Προσωρινή Συμβουλευτική Επιτροπή, κατά τη γνώμη μου. Μπορεί να κάνω και λάθος. Αλλά ας μου πει κάποιος μια καλύτερη πρόταση, που όμως δεν θα θέλει σώνει και καλά  να την επιβάλει, γιατί νομίζει ότι είναι ο αλάθητος πάπας.

Προς τον σκοπό αυτό συνεπώς απαραίτητη προϋπόθεση είναι το οργανωτικό. Και τώρα ερχόμαστε στο δεύτερο κεφάλαιο. Το οργανωτικό πρέπει να εξασφαλίζει τα συλλογικά πλαίσια δουλειάς, με διάλογο και συναπόφαση από όργανα εκλεγμένα από τη βάση έως την ηγεσία. Με τον τρόπο αυτό δεν χρειάζεται να επιλαμβάνεται για όλα τα θέματα ο Μίκης και δεν θα ήταν όλα τα βέλη στραμμένα για κάθε καλό και κακό σ’ αυτόν. Μπορεί να έχει στην παρούσα φάση μια μεγαλύτερη ευθύνη, αλλά δε χρειάζεται όλα τα θέματα να τα επωμίζεται ο ίδιος. Το οργανωτικό, εφόσον λυθεί δημοκρατικά, θα μας απαλλάξει από πάρα πολλά προβλήματα. Ποιος π.χ. θα μπορούσε να κατηγορήσει μια συλλογική ηγεσία τόσο εύκολα, όταν προέρχεται από τα σπλάχνα της ίδιας της βάσης; Μπορεί κάποιος Σπιθίτης ή κάποια Σπίθα να κάνει κριτική για την άλφα ή βήτα εκτίμηση και επιλογή, αλλά δεν έχει δικαίωμα και θα ήταν άδικο να κατηγορεί κατά κάποιον τρόπο έμμεσα η ίδια τον εαυτό της για τις πράξεις της. Κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ εγωιστικό και έξω από τα πλαίσια αυτού που ονομάζουμε συλλογικότητα και όχι αυθαιρεσία κάποιων μεμονωμένων ατόμων που θέλουν να επιβάλουν τη δική τους γραμμή, έστω κι’ αν αντικειμενικά έχουν δίκαιο. Το θέμα δεν είναι, αν έχεις δίκαιο ή άδικο, αλλά με ποιον τρόπο θελλεις να το προωθήσεις, δηλαδή δημοκρατικά ή αντιδημοκρατικά. Αρκετοί θέλουν να επιβάλουν την άποψή τους με το έτσι θέλω.

Και τώρα ερχόμαστε στην περίπτωση αυτών που αποκαλώ «αμεσοδημοκράτες». Πότε ανακάλυψαν άραγε την άμεση δημοκρατία και που ήταν, πριν ο Μίκης εξαγγείλει τη διακήρυξή του; Υπήρχαν; Και αν υπήρχαν, τι απήχηση είχαν; Δεν αντιστρατεύονται οι ίδιοι την άμεση δημοκρατία, όταν θέλουν να είναι αυτόνομοι, αδέσμευτοι και ανεξάρτητοι και να κάνουνε του κεφαλιού τους, θέλοντας μάλιστα να επιβάλουν την «αλάθητη» άποψή τους ή την «αλάθητη» άποψη άλλων, με τις απόψεις των οποίων ταυτίζονται; (π.χ. Καζάκη). Δεν είναι αυτός δογματισμός και ένας αρνητικός τρόπος δράσης, που δεν έχει καμία δημοκρατική νομιμοποίηση και αποτελεσματικότητα στην πράξη, αν δεν συνδέεται με μια πειθαρχημένη συλλογικότητα; Έχει αυτό το πράγμα να κάνει με δημοκρατία; Δεν πιστεύω, απ’ όσο με έχει διδάξει η θεωρία και η πράξη. Συνήθως στα πλαίσια όχι μόνο των συντηρητικών δυνάμεων, αλλά και των «προοδευτικών έως επαναστατών» η λέξη κριτική ή αυτοκριτική είναι άγνωστη ή απαγορευμένη.

Ο Μίκης απέδειξε σ’ όλη του τη ζωή ότι είναι αντιεξουσιαστής. Και το σημαντικό είναι ότι είναι πατριώτης. Αυτό μετράει πάνω απ’ όλα. Λάθη, όπως είπα στην αρχή κάνει ο καθένας μας. Ασφαλώς θα προσπαθήσουμε να κάνουμε λιγότερα στην πορεία. Όμως οι όψιμοι και ανυπόμονοι «αμεσοδημοκράτες» και σωτήρες, που εδώ και τώρα θέλουν την επανάσταση και μάλιστα με «μηδέν λιπαρά», κάπου μου φαίνονται ότι δίνουν σημασία στο όνομα και όχι στην ουσία. Κι’ εγώ ο ίδιος ήμουν  μια ζωή υπέρ των δημοκρατικών διαδικασιών και δεν έκανα ποτέ πίσω. Πάντοτε όμως εποικοδομητικά και ποτέ διαλυτικά. Ας βγουν μπροστά αν κρατούν τα κότσια τους κι’ εμείς θα συμπαραταχθούμε στον αγώνα μαζί τους, αν προσφέρουν κάτι θετικό στον τόπο. Όμως άρνηση και μετά δικαιολογίες για αδράνεια και υπεκφυγή, είναι κακός σύμβουλος και θεωρώ ότι δεν πρέπει να δεχόμαστε τέτοιες συμβουλές.

Αν είναι κάποιος καλύτερος από τον Μίκη και ποιο αποτελεσματικός, να μας το πει και να μας κάνει προτάσεις θετικές και όχι αρνητικές. Να προτείνει κάτι καλύτερο και να παλέψει μαζί μας για το καλύτερο, όχι όμως για τη αναρχία και τη διάλυση. Το καθεστώς έχει διαφθείρει τις συνειδήσεις τέσσερεις δεκαετίες τώρα. Κανείς δεν μπορεί να πει ότι είναι αλώβητος. Ασφαλώς κατανοώ την ανυπομονησία πολλών, τον υπέρμετρο ζήλο και το θεωρώ φυσιολογικο. Όμως ως εκεί. Αν προσφέρουν αρνητικό έργο με τη στάση τους και τα έργα τους, τότε πραγματικά, ας μας αφήσουν απερίσπαστους να συνεχίσουμε τον αγώνα μας, για την υλοποίηση των στόχων που έχουν θέση οι διακηρύξεις του Μϊκη.

Διαπίστωσα μάλιστα ότι μερικοί χαίρονται με την ελπίδα να πάνε κατά «διαβόλου» οι Σπίθες. [9] Άλλοι λακίζουν με την πρώτη ευκαιρία και μετά βρίσκουν κάποια αδικαιολόγητη δικαιολογία να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Οι περισσότεροι ωστόσο διαπίστωσαν ότι μπορούν να αντέξουν, γιατί έχουν όπως είπα τα νεύρα, το στομάχι και το γνώθι σαυτόν. Οι αγώνες όμως δεν είναι για αγωνιστές του «γλυκού νερού», γιατί το σύστημα δεν αστειεύεται. Δεν ανέχεται διαφοροποίηση. Γι’ αυτό προσπαθεί να σε «νουθετήσει», να σε «απομονώσει» και να σε συντρίψει σε όλα τα επίπεδα: Οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά, πολιτισμικά. Και ένα τελευταίο. Μιας και περάσαμε το Πάσχα μια παρομοίωση δεν είναι άκαιρη. Ο Μίκης άναψε τη λαμπάδα της ανάστασης του έθνους, εμείς προστρέξαμε να πάρουμε φως. Όλοι μαζί θα ανάψουμε φωτιά για να κάψουμε τα ξερά που μπαίνουν φραγμός στην προκοπή του τόπου. Γι’ αυτό εν κατακλείδι ισχύει αυτό που μας συμβουλεύει μετ’ επιτάσεως ο Γκράμσι:  «Πρέπει από σήμερα να  διαμορφωθούμε και να διαμορφώσουμε αυτήν την αίσθηση υπευθυνότητας, κοφτερής κι’ αμείλικτης, σαν το σπαθί ενός εκδικητή. Η επανάσταση αποτελεί κάτι μεγάλο και φοβερό. Δεν είναι παιχνίδι για ερασιτέχνες ή μια ρομαντική περιπέτεια». [10]                                         

Παραπομπές            

[1] Το πρώτο αφορά την ψυχοσωματική διάπλαση των ανθρώπων. Δε λέμε: Ο άνθρωπος είναι νεύρα ή ο άνθρωπος είναι νεύρα; Το δεύτερο τη σωματική αντοχή και ευρωστία. Μάλλον περισσότερο τη σωματική αντοχή παρά την ευρωστία, γιατί πολλοί είναι εύρωστοι, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν αντέχουν τις σωματικές δοκιμασίες και κακουχίες. Το τρίτο με το «γνώθι σαυτόν» έχει να κάνει με τη σωφροσύνη, μ’ αυτό δηλαδή που λέμε «σύνεση». Είναι γεγονός πως όποιος έχει το γνώθι σαυτόν έχει κατανόηση για τους άλλους ανθρώπους και τις αδυναμίες τους και όποιος έχει κατανόηση για τους άλλους ανθρώπους έχει το γνώθι σαυτόν. Τέλος η Πράξη είναι και αποτελεί το κριτήριο της αλήθειας και η πράξη αποδεικνύει του λόγου το αληθές και όχι αντιθέτως.

[2] Βλ. Σάκης Καράγιωργας, Μελέτες – Άρθρα – Ομιλίες, 3ος τόμος, σ. 275.

[3] Θα το κάνω σε επόμενη φάση, για να μη θεωρηθεί ότι το αποφεύγω. Πολλοί από την Αριστερά που θεωρούν ξαφνικά ότι έχουν την «ψυχολογική επιφοίτηση» είναι συνήθως «νεοφώτιστα» κακέκτυπα. Δε θα μαρτυρήσω τι εννοώ. Όποιος κατάλαβε, κατάλαβε, κατά τον «ο νοών νοήτω!».

[4] Βλ. Βικτόρ Σερζ, Αναμνήσεις ενός επαναστάτη, εκδ. «Scripta», Αθήνα, 2008, σ. 580.

[5] Στο θέμα αυτό θα επανέλθω με  μια άλλη μου ανάλυση, γιατί θεωρώ πως αυτά τα θέματα πρέπει να τα ξεκαθαρίσουμε στο κεφάλι μας, για να προχωρήσουμε μπροστά. Για να αλλάξουμε τη συνείδησή μας από καταναλωτική σε «σοσιαλιστική», δηλαδή συλλογική, χρειάζεται πολύ επεξεργασία. Ο ίδιος ο Μίκης είχε πει κάποτε: «Ο σοσιαλισμός είναι βίωμα. Είναι στάση ζωής. Αφορά ολόκληρη την ύπαρξή μας. Αγγίζει όλη τη δομή του ανθρώπου. Ανασκαλεύει τα θεμέλια της προσωπικότητας. Γιατί ο εγωιστής γίνεται αλτρουιστής. Το ΕΓΩ γίνεται ΕΜΕΙΣ. Ο άνθρωπος δεν ολοκληρώνεται παρά μέσα στον άλλον». Βλ. Β. Πετρίδης, Ο πολιτικός Θεοδωράκης, 1940 -1996, εκδ. «¨Προσκήνιο», Αθήνα 1997, σ. 287.

[6] Θα ήμουν περίεργος να ακούσω από το στόμα του δια ζώσης, ότι εμείς οι Σπιθίτες έχουμε πέσει θύματα κάποιου μηχανισμού παρακράτους και ότι τα ινία του παρακράτους αυτού κρατά συγκεκριμένο ίδρυμα (εννοεί μάλλον τα ιδρύματα του Σόρος, γιατί δεν είναι μόνο ένα) και γιατί να θέλει να προστατέψει το όνομα, την ιστορία και κυρίως την υστεροφημία του Μίκη και όχι και τη δική μας μικρή ιστορία, αν έχουμε και τέλος γιατί εμείς έχουμε γίνει συνειδητά ή υποσυνείδητα οι μελανοχίτωνες του παρακράτους, όπως ισχυρίζεται. Θα ήταν πράγματι πολύ ενδιαφέρον!

Μήπως τέτοιες και παρόμοιες απόψεις θυμίζουν άλλες εποχές, όπου σύντροφοι αναγορεύονταν σε χαφιέδες, προδότες και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς; Βλ. υπόθεση Μπελογιάννη και των σταλινικών εκκαθαρίσεων. (Υπόψη ότι ο κ. Καζάκης ήταν μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, απ’ όπου αποχώρησε. Αυτό όμως δε σημαίνει οπωσδήποτε ότι άλλαξε και νοοτροπία).

[7] Έχω αναλύσει το θέμα ηθικής τάξης και καλό είναι κάποια στιγμή να το συζητήσουμε στις Σπίθες για να διαμορφώσουμε κριτήρια συμπεριφοράς, που θα μειώνουν τον κίνδυνο απαράδεκτων παρεκτροπών, που καμία φορά καταρρακώνουν την προσωπικότητα πολλών ανθρώπων. Η ηθική πρέπει να είναι διαλεκτικά συνδεδεμένη με την πολιτική, αλλιώς οδηγούμαστε στη κτηνωδία.

[8] Δυστυχώς ο κ. Καζάκης υπερέβη τα εσκαμμένα

[9] Διάβασα σήμερα στην εφημ. «Το Βήμα», 1.5.2011, ότι διαλύθηκαν οι Σπίθες. Αυτό είναι ενθαρρυντικό βασικά, γιατί δείχνει το σύστημα ότι υπολογίζει την Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών.

[10] Αντόνιο Γκράμσι, Σοσιαλισμός και Κουλτούρα, εκδ. «Στοχαστής», τόμ. Στ΄, Αθήνα 1982, σ. 319.

 

Αθήνα, 30.4.2011

* Ο Δαμιανός Βασιλειάδης είναι εκπαιδευτικός.

Θανάσης Βέγγος: … ή τρελός είναι ή άγιος

Θανάσης Βέγγος: Αυτός ο άνθρωπος ή τρελός είναι ή άγιος

 

Του Δημήτρη Κανέλλη

 

Έτσι τον είχε περιγράψει ο σκηνοθέτης Νίκος Κούνδουρος όταν τον πρωτογνώρισε στη Μακρόνησο. Μπορεί να ήταν και τα δύο. Μα πάνω από  όλα ο Θανάσης Βέγγος ήταν η προσωποποίηση της ανθρωπιάς. Η τελευταία κινηματογραφική μυθική φιγούρα δεν είναι πια ανάμεσά μας και η απώλειά της αφήνει ένα κενό αδύνατο να αναπληρωθεί.

«Καλέ μου άνθρωπε είμαι συνταξιούχος και βλέπω με τη γυναίκα μου τις ταινίες σου. Σ’ ευχαριστώ.  Μόλις βγαίνω από το σινεμά, έχω ξαλαφρώσει για τρεις μέρες».

Έτσι ακριβώς περιέγραψε ο Θανάσης Βέγγος την συνάντησή του, με έναν απλό άνθρωπο, που μόλις είχε δει ταινία του. Έτσι ακριβώς  θα μπορούσαμε και εμείς να συμπυκνώσουμε το κεφάλαιο Θανάσης Βέγγος: ένα μεγάλο ευχαριστώ για την τεράστια προσφορά του στον κινηματογράφο, αλλά και στις καρδιές των θεατών. Η τελευταία μας ίσως  κινηματογραφική μυθική φιγούρα, δεν είναι πια ανάμεσά μας, και η απώλειά της, αφήνει ένα κενό αδύνατο να αναπληρωθεί. Στην κυριολεξία ορφανέψαμε. Μετά τις συνεχόμενες περιπέτειες με την υγεία του, ο μεγάλος μας κωμικός υπέκυψε στο μοιραίο. Θανάσης Βέγγος,  ένα  όνομα   που είναι  ταυτισμένο όχι μόνο με την κωμωδία, αλλά και με την ανθρωπιά. Και εδώ είναι το σημείο που διαφοροποιεί τον Βέγγο, από τους συναδέλφους του κωμικούς. Ότι ο Βέγγος πριν και πάνω από όλα, υπήρξε η προσωποποίηση της ανθρωπιάς. Όσοι τον έζησαν από κοντά αλλά και όσοι τον συνάντησαν έστω και για λίγο σφραγίστηκαν για πάντα από αυθεντικότητα της  ύπαρξής του, από την έμφυτη καλοσύνη του αλλά και από την συντροφικότητα και αλληλεγγύη που εξέπεμπε. Τον περιέγραψε πολύ εύστοχα ο Νίκος Κούνδουρος, όταν τον πρωτογνώρισε στην Μακρόνησο: «Αυτός ο  άνθρωπος ή τρελός είναι ή άγιος»

 

Λαϊκός και ονειροπόλος

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα, στο Νέο Φάληρο τον Μάιο του 1926. Ο πατέρας του Βασίλης Βέγγος, ήταν υπάλληλος και ήρωας της Αντίστασης. Τα χρόνια 1948-1950 εξορίστηκε στην Μακρόνησο, και εκεί γνώρισε τον μετέπειτα διάσημο σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο. Η γνωριμία υπήρξε καταλυτική, και ο Βέγγος έκανε την πρώτη κινηματογραφική του εμφάνιση το 1954 στην «Μαγική πόλη» του Κούνδουρου. Τα επόμενα χρόνια έπαιξε σε μικρούς ρόλους, εργαζόμενος παράλληλα και ως φροντιστής στα  πλατώ. Οι ρόλοι μπορεί να ήταν μικροί, ωστόσο οι ταινίες έχουν γράψει την δική τους ιστορία. «Ο Δράκος», «Διακοπές στην Αίγινα», «Μανταλένα», «Ο Ηλίας του 16ου», «Ποτέ την Κυριακή». Ο πρώτος μεγάλος ρόλος του ήταν το 1960 στην ταινία «Οι δοσατζήδες», στο πλευρό του Νίκου Σταυρίδη. Την ίδια χρονιά πήρε και την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος όχι από σχολή, αλλά από ειδική επιτροπή που αναγνώρισε το πηγαίο ταλέντο του. Επίσης πήρε μέρος και στην πρώτη Θεατρική παράσταση, στο «Ομόνοια πλάτς πλούτς» μαζί με τους Νίκο Ρίζο και Γιάννη Γκιωνάκη. Σταδιακά και με το πέρασμα των χρόνων, ο Θανάσης Βέγγος άρχισε να διαμορφώνει το μύθο του ως ο βασικότερος εκπρόσωπος της παλιάς καλής ελληνικής κωμωδίας. Δημιούργησε τον τύπο του κατατρεγμένου λαϊκού ανθρώπου, του πολυτεχνίτη, που δεν διστάζει να δοκιμάσει  οποιοδήποτε  επάγγελμα προκειμένου να επιβιώσει. Παράλληλα προσθέτει στους ρόλους του όλα εκείνα τα στοιχεία ( του καλοκάγαθου, του ονειροπόλου, του αισιόδοξου, αλλά και του αιώνιου θύματος) που τον έκαναν ιδιαίτερα αγαπητό  στο κοινό  αλλά και  στους συναδέλφους του.

Ο ίδιος σε παλιότερη συνέντευξή του είχε δηλώσει. «Δουλεύω με το ένστικτο. Δεν έχω κανένα ταλέντο παρά  μόνο αυτή τη φάτσα, που κοίταξέ την καλά και διάβασε. Εδώ είναι αποτυπωμένη όλη η μιζέρια, όλη η δυστυχία, όλος ο πόνος του ασήμαντου Έλληνα». Το είχε επιβεβαιώσει πολύ εύστοχα και ο Αλέξης Δαμιανός. «Ο Βέγγος έφερε με αξιοπρέπεια ακόμη και τον ευτελισμό του εμπορικού κινηματογράφου». Στην δεκαετία του ΄60 ο Θανάσης Βέγγος αρχίζει μακροχρόνια συνεργασία με τον σκηνοθέτη Πάνο Γλυκοφρύδη.

Ταινίες όπως « Ψηλά τα χέρια Χίτλερ», «Μην είδατε τον Παναή», «Ζήτω η τρέλα», «Πολυτεχνίτης και Ερημοσπίτης», τον καθιερώνουν στην συνείδηση του κοινού και το 1964, σε αναζήτηση της καλλιτεχνικής του ελευθερίας, ιδρύει την δική του εταιρία παραγωγής, με τίτλο «Θ.Β. – Ταινίες Γέλιου». Αρχίζει να σκηνοθετεί κάποιες από τις καλύτερες ταινίες του, όπως «Φανερός πράκτωρ οοο», «Τρελός, παλαβός και Βέγγος», «Ποιος Θανάσης». Όλες τους χαρακτηρίζονται από την αυτοσχεδιαστική διάθεση των ηθοποιών και το σουρεαλιστικό χιούμορ. Παρόλη, όμως, την εμπορική τους επιτυχία, οδηγούν την εταιρία σε κλείσιμο και τον ίδιο στην οικονομική καταστροφή, από την οποία θα βγει μετά από πολλά  χρόνια. Η καριέρα του θα συνεχιστεί με τον Ντίνο Κατσουρίδη, την ίδια εποχή που η δημοτικότητά του αγγίζει τα ύψη.

Στο φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης το 1971 θα γνωρίσει τη αποθέωση με την ταινία «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση», όπου απέσπασε το βραβείο κοινού και κριτικών. Έτς, αρχίζει μια περίοδος με θεματολογίες γύρω από επίκαιρα κοινωνικά θέματα. Στην δεκαετία του ΄80 ασχολείται με γυρίσματα βιντεοταινιών και της τηλεοπτικής σειράς «Βεγγαλικά».

 

Ένας ηθοποιός που συγκλονίζει

 

Η επιστροφή του στον κινηματογράφο γίνεται με την ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου», η οποία ταυτόχρονα σηματοδοτεί ένα νέο και εξ’ ίσου σημαντικό κεφάλαιο στην καριέρα του. Αρχίζει η σχέση του με τον λεγόμενο νέο κινηματογράφο. Οι ερμηνείες του έχουν πλέον διαφοροποιηθεί. Είναι χαμηλότονες, πιο «εσωτερικές», και μεγάλης εκφραστικότητας. Δεν είναι ο άνθρωπος που συνεχώς τρέχει  και συνεχώς αγωνιά για την τύχη του  και την τύχη των συνανθρώπων του. Είναι πιο μετρημένος στην κινησιολογία του και απόλυτα δωρικός στο πλάσιμο των χαρακτήρων του. Έτσι, δεν είναι καθόλου τυχαία τα εγκωμιαστικά σχόλια  από επιφανείς εκπροσώπους του νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Θόδωρος Αγγελόπουλος, Βασίλης Ραφαηλίδης, Πατρίς Βιβάνκος, Γιάννης Σολδάτος και Παντελής Βούλγαρης, ο οποίος του χάρισε εξαιρετικούς ρόλους στις ταινίες του. Ειδικότερα στο «Όλα είναι δρόμος», ένα οδοιπορικό στο υπέροχο Βορειοελλαδίτικο τοπίο, ο Βέγγος υποδύεται έναν θηροφύλακα, που αναγκάζεται να εκτελέσει  εν ψυχρώ τον  αδίστακτο κυνηγό που σκότωσε την τελευταία νανόχηνα.. Συγκλονιστική η σκηνή με έναν Βέγγο όπως δεν τον έχουμε δει ποτέ, και ένα μεγάλο μάθημα οικολογικής ευαισθησίας.

Ανεπανάληπτη όμως υπήρξε και η ερμηνεία του στο  «Βλέμμα του Οδυσσέα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Το μονόλογό του μέσα στην απεραντοσύνη και στην σιωπή του χιονισμένου τοπίου,  μόνο ο Βέγγος θα μπορούσε να φέρει σε πέρας. Το παραδέχτηκε και ο ίδιος, – ο πολύ απαιτητικός – Αγγελόπουλος. Ας μην ξεχνάμε πως ο Θανάσης Βέγγος είναι από τους ελάχιστους κωμικούς που κατάφεραν να ρίξουν γέφυρα ανάμεσα στον λεγόμενο παλιό Ελληνικό κινηματογράφο, και στον νέο, που άρχισε να αναδύεται στην διάρκεια της δικτατορίας. Και αυτό, χάρη στο αστείρευτο ταλέντο του και στην ικανότητά του να ανακαλύπτει και να ενσαρκώνει σε κάθε περίοδο την πεμπτουσία του απλού, λαϊκού ανθρωπάκου. Κάτι ανάμεσα σε Σαρλό και Καραγκιόζη, διέσχισε επί δεκαετίες το Ελληνικό κινηματογραφικό τοπίο, χαρίζοντάς μας αξέχαστους ρόλους, αξεπέραστες ατάκες και ένα λυτρωτικό, και ενίοτε πικρό χιούμορ, απευθείας βγαλμένο από τα σπλάχνα της αρχαίας τραγωδίας. Να υπενθυμίσουμε εδώ, πως ο μεγάλος μας κωμικός είχε και σπουδαίες επιδόσεις στο θεατρικό σανίδι. Μάλιστα, το καλοκαίρι του 1995 έπαιξε στην Επίδαυρο τον Τρυγαίο στην Αριστοφανική κωμωδία «Ειρήνη», σε σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαηλίδη. Το κοινό φυσικά τον αποθέωσε. Το 1998  παίζει και στην παράσταση «Αχαρνής» και ο δικός του Δικαιόπολις γράφει ιστορία. Σεμνός, έντιμος και ειλικρινής όπως πάντα, αυτός ο πολύ έμπειρος πια ηθοποιός δεν δίστασε να δηλώσει πως πριν από τις παραστάσεις είχε κυριευθεί από αγωνία, τρακ, και ένα απίστευτο άγχος. «Οι Θεοί της Επιδαύρου να βάλουν το χέρι τους». Και το έβαλαν. Βέγγος ήταν αυτός…Αξίζει επίσης να σημειώσουμε πως το 2002, σχεδόν πενήντα χρόνια μετά την πρώτη κινηματογραφική του εμφάνιση, κράτησε έναν από τους βασικούς ρόλους στην γνωστή τηλεοπτική σειρά «Περί  ανέμων και υδάτων».

Ο Θανάσης Βέγγος έχασε τελικά τη μάχη με τη ζωή. Η είδηση του θανάτου σόκαρε και βύθισε μια ολόκληρη χώρα στο πένθος. Το οδοιπορικό ενός από τους κορυφαίους  Έλληνες ηθοποιούς έφτασε στο τέλος. Η καλλιτεχνική  προσφορά του, δύσκολο να αποτιμηθεί, γιατί εκτός των άλλων, ο Βέγγος υπήρξε – και θα συνεχίζει να υπάρχει – ως αρχετυπικό σύμβολο του Έλληνα που αγωνίζεται να επιβιώσει κάτω από τις πιο δύσκολες κοινωνικές συνθήκες. Και τα καταφέρνει. Ο Βέγγος όμως θα μείνει αξέχαστος και για τα σπάνια χαρίσματα που διέθετε ως άνθρωπος. Χαρίσματα και αρετές που τον διαφοροποίησαν και τον μετέτρεψαν  σε έναν ηθοποιό, που μαζί του μπορούσαν να ταυτιστούν όλοι σχεδόν οι Έλληνες. Στην ταινία του Γιάννη Σολδάτου «Το αίνιγμα», ο ηθοποιός ταυτίζεται με τον άνθρωπο.Υποδύεται τον μάντη Τειρεσία, και στην κορυφαία σκηνή, ξεσπάει. «Θανάση με λένε, Θανάση με βαφτίσανε. Θανάση Βέγγο».

 

Τι έχουν πει επώνυμοι μέσα στα χρόνια για τον Θανάση Βέγγο

 

Θόδωρος Αγγελόπουλος: «Ήθελα οπωσδήποτε τον Βέγγο για «Το Βλέμμα του Οδυσσέα», γιατί τελικά κέρδισα  μια αυθεντικότητα που είναι εντελώς σπάνια».

Βασίλης Ραφαηλίδης (Κριτικός Κινηματογράφου-Συγγραφέας): «Ο Βέγγος στην ταινία του Αγγελόπουλου είναι το μεγάλο σύμβολο του κατ’ εξοχήν λαϊκού Έλληνα, ο άνθρωπος που τρέχει και δεν φτάνει πουθενά γιατί δεν θα ήταν δυνατό να φτάσει κάπου στην χώρα του πουθενά».

Χρήστος Βακαλόπουλος (Σκηνοθέτης- Συγγραφέας): «Ο Βέγγος διέτρεξε με απίστευτη ταχύτητα το κινηματογραφικό θέαμα καταπίνοντας κάθε μυθοπλασία και συνθέτοντας ένα γιγαντιαίων διαστάσεων σουρεαλιστικό ντοκιμαντέρ».

Ερρίκος θαλασσινός (Σκηνοθέτης): «Έχει ήθος. Όλοι του οι ρόλοι έχουν ήθος. Άκουσε ότι ο «Ηθοποιός ποιεί ήθος», και αυτό βάλθηκε να εφαρμόσει στο πανί. Και σαν ηθοποιός, και σαν σκηνοθέτης, και σαν παραγωγός».

Κώστας Χατζηχρήστος (Ηθοποιός): «Αυτό που με συγκινεί στον Θανάση Βέγγο, είναι το φιλότιμο και η επαγγελματική του ευσυνειδησία. Πιστεύω πως ο Βέγγος είναι ένας μεγάλος ηθοποιός, με τεράστια υπομονή και επιμονή».

Γρηγόρης Γρηγορίου ( Σκηνοθέτης): «Ο Βέγγος είναι ο ίδιος ένας ρόλος και στις ταινίες του και στην ζωή του. Πικρός, βαθύτατα ανθρώπινος, ένας κλόουν που κουβαλάει στις αγωνιώδεις του τρεχάλες όλο το άγχος και τον παραλογισμό της σύγχρονης κοινωνίας μας. Τρέχει για τον εαυτό του και τρέχει και για τους άλλους».

 

ΠΗΓΗ: (ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 05-05-11),  http://www.topontiki.gr/article/16404

Κατάργηση ανθρωπιστικών κλασικών σπουδών AEI

Κατάργηση όλων των τομέων ανθρωπιστικών κλασικών σπουδών  πανεπιστημίου

 

Ανοιχτή επιστολή  του Gregory A. Petsko*,

 

προς τον πρόεδρο του αμερικανικού πανεπιστημίου State University of New York at Albany, George M. Philip, αναφορικά με την απόφαση του τελευταίου να καταργήσει όλους τους τομείς ανθρωπιστικών και κλασικών σπουδών του πανεπιστημίου, στις αρχές του ακαδημαϊκού έτους 2010/11.

 

Αγαπητέ πρόεδρε Φίλιπ,

Υποθέτω πως το τελευταίο πράγμα που θέλετε αυτή τη στιγμή είναι τα παράπονα κάποιου, που δε σχετίζεται με το πανεπιστήμιο, σχετικά με την απόφασή σας. Αν υποστηρίξετε πως δεν μπορώ να γνωρίζω πραγματικά όλες τις πτυχές του ζητήματος, από τη στιγμή που δεν έχω καμία σχέση με το State University, δε θα διαφωνήσω. Αλλά δεν μπορώ να αφήσω κάτι τέτοιο να περάσει έτσι, απλά, χωρίς να διατυπώσω τη γνώμη μου. Τουλάχιστον πιστεύω πως, όταν τελειώσω, θα είστε σε θέση να καταλάβετε το γιατί. 

Πριν από λίγο καιρό ανακοινώσατε την κατάργηση των τμημάτων Γαλλικών, Ιταλικών, Κλασσικών, Ρωσικών και Θεατρικών Σπουδών. Αναφέρατε πολλούς λόγους για την απόφασή σας, μεταξύ των οποίων και το γεγονός πως πλέον «συγκριτικά, εγγράφονται λιγότεροι φοιτητές σε αυτά τα προγράμματα». Φυσικά η απόφασή σας ήταν επίσης, και ίσως κατά κύριο λόγο, μια απόφαση μείωσης κόστους – στην πραγματικότητα δηλώσατε πως αυτή η απόφαση μπορεί να μην ήταν αναγκαία αν το πολιτειακό νομοθετικό σώμα είχε εγκρίνει ένα νομοσχέδιο το οποίο θα επέτρεπε στο πανεπιστήμιό σας να ορίσει το ποσό των διδάκτρων του. Τέλος, υποστηρίξατε πως οι ανθρωπιστικές σπουδές απομυζούσαν πόρους από το ίδρυμα σε αντίθεση με τις θετικές επιστήμες, οι οποίες φέρνουν χρήμα με τη μορφή χορηγιών και συμβολαίων.

Ας εξετάσουμε λεπτομερώς τόσο αυτά όσο και άλλα σημεία της αιτιολόγησής σας γιατί νομίζω πως, αν το κάνουμε, θα γίνει ξεκάθαρο πως τα γεγονότα στα οποία στηρίζονται έχουν κάποιες σημαντικές πτυχές οι οποίες δεν καλύπτονται στην ανακοίνωσή σας. Πρώτα απ' όλα το ζήτημα των εγγραφών. Είμαι σίγουρος πως σχετικά λιγότεροι φοιτητές παρακολουθούν μαθήματα σε αυτά τα αντικείμενα όπως όντως δηλώσατε. Δεν θα ήταν πολλοί ούτε και την εποχή που ήμουν εγώ φοιτητής, αν τα πανεπιστήμια δεν απαιτούσαν από τους φοιτητές να επιλέγουν μαθήματα από μια ευρεία γκάμα ακαδημαϊκών αντικειμένων (ανθρωπιστικές σπουδές, κοινωνικές επιστήμες, καλές τέχνες, φυσικές επιστήμες) καθώς και να αποκτήσουν επάρκεια σε τουλάχιστον μια ξένη γλώσσα. Βλέπετε, ο λόγος για τον οποίο οι σχολές των ανθρωπιστικών σπουδών έχουν χαμηλό ποσοστό εγγραφών δεν είναι επειδή οι φοιτητές σήμερα τρελαίνονται για μαθήματα πιο σχετικά με το αντικείμενό τους, είναι το ότι διοικητικά στελέχη σαν κι εσάς, καθώς και το υποτακτικό διδακτικό προσωπικό, έχετε σταματήσει να θέτετε ως προαπαιτούμενο την ευρεία επιλογή μαθημάτων και έχετε επιτρέψει στους φοιτητές να επιλέγουν τα δικά τους ακαδημαϊκά προγράμματα – κάτι που θεωρώ πως ακυρώνει τελείως το καθήκον του πανεπιστημιακού προσωπικού ως διδάσκοντες και μέντορες. Μπορείτε να επιλύσετε το πρόγραμμα των εγγραφών άμεσα με το να θεσπίσετε ένα βασικό υποχρεωτικό πρόγραμμα σπουδών το οποίο θα περιλαμβάνει ένα μεγάλο εύρος μαθημάτων.

Οι νέοι άνθρωποι, σε μεγάλο βαθμό, δεν έχουν ακόμα αποκτήσει τη σοφία εκείνη, η οποία θα τους παρείχε τη δυνατότητα να επιλέγουν ελεύθερα χωρίς να κάνουν λανθασμένες επιλογές. Στην πραγματικότητα χωρίς σοφία είναι δύσκολο για όλους τους ανθρώπους να επιλέξουν ελεύθερα. Νομίζω πως πουθενά αλλού δεν έχει παρουσιαστεί αυτή την ιδέα καλύτερα, από το πέμπτο κεφάλαιο του σημαντικού έργου του Ντοστογιέφσκι Οι Αδερφοί Καραμαζόφ, στην παραβολή του Μεγάλου Ιεροεξεταστή. Στην παραβολή αυτή ο Χριστός επιστρέφει στη γη και συγκεκριμένα στη Σεβίλη στην εποχή της Ιεράς Εξέτασης. Πραγματοποιεί αρκετά θαύματα αλλά συλλαμβάνεται από τους Ιεροεξεταστές και καταδικάζεται να καεί στην πυρά. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής Τον επισκέπτεται στο κελί του για να του πει πως η Εκκλησία δεν Τον χρειάζεται πλέον. Το σημαντικό τμήμα του κειμένου είναι το σημείο όπου ο Ιεροεξεταστής του εξηγεί γιατί. Ο Ιεροεξεταστής λέει πως ο Ιησούς αρνήθηκε τους τρεις πειρασμούς του Σατανά στην έρημο για χάριν την ελευθερίας αλλά πιστεύει πως ο Ιησούς έχει κρίνει λανθασμένα την ανθρώπινη φύση. Με το να δώσει στους ανθρώπους το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής ο Χριστός καταδίκασε την ανθρωπότητα σε μια ζωή μαρτυρίου. Μονάχα αυτό το κεφάλαιο, το οποίο βρίσκεται σε ένα αρκετά μεγαλύτερο βιβλίο, αποτελεί από μόνο του ένα από τα μεγαλύτερα έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Θα βρίσκατε πολλά μέσα σε αυτό που θα σας έκαναν να προβληματιστείτε. Είμαι σίγουρος πως το διδακτικό προσωπικό του τμήματος Ρωσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου σας θα σας μιλούσε με χαρά για αυτά τα ζητήματα – εάν είχατε τμήμα Ρωσικών Σπουδών, κάτι που φυσικά πλέον δεν έχετε.

Έπειτα υπάρχει το ερώτημα για το αν η απραξία του πολιτειακού νομοθετικού σώματος δεν σας έδωσε άλλη επιλογή. Είμαι σίγουρος πως είναι σοβαρά τα προβλήματα που έχετε να αντιμετωπίσετε στον προϋπολογισμό σας. Είναι σίγουρα σοβαρά και στο Πανεπιστήμιο Brandeis όπου εργάζομαι. Και εμείς επίσης αναγκαστήκαμε να λάβουμε κρίσιμες στρατηγικές αποφάσεις καθώς τα έσοδά μας δεν ήταν πλέον σε θέση να καλύψουν τα έξοδα. Αλλά αποφύγαμε τα δρακόντεια – και αυταρχικά – μέτρα σας και μια ομάδα του τμήματός μας, με τη βοήθεια όλων των μερών του πανεπιστημίου, κατάφερε να επεξεργαστεί ένα σχέδιο με το οποίο μπορούμε να κάνουμε περισσότερα με λιγότερους πόρους. Δε λέω πως μπορούν όλες οι λεπτομέρειες της λύσης που επιλέξαμε να ταιριάξουν στο ίδρυμά σας αλλά η διαδικασία σίγουρα θα μπορούσε. Διοργανώσατε μια συνάντηση στην πόλη αλλά ήταν για να συζητήσετε το σχέδιό σας και όχι για να αφήσετε το πανεπιστήμιο να δημιουργήσει το δικό του. Και οργανώσατε τη συνάντηση αυτή μια Παρασκευή βράδυ, μια μέρα που λίγοι φοιτητές ή διδακτικό προσωπικό θα μπορούσαν να παρευρεθούν. Για να υπερασπιστείτε τη θέση σας είπατε πως ήταν μια ακατάλληλη στιγμή και υποστηρίξατε πως «υπήρχε περιορισμένη διαθεσιμότητα μεγάλων κατάλληλων χώρων». Το βρίσκω ιδιαίτερα απροσδόκητο αυτό. Αν ο Πρόεδρος του Brandeis ήθελε άμεσα μια αίθουσα διδασκαλίας τότε θα έβρισκε μία. Υποθέτω δεν έχετε πολύ επιρροή στο πανεπιστήμιό σας.

Μου φαίνεται πως ο τρόπος με τον οποίο διαχειριστήκατε την κατάσταση δε θα μπορούσε να αποξενώσει περισσότερο σχεδόν τους πάντες στην πανεπιστημιούπολη σας. Στη θέση σας θα έκανα το παν για να το αποφύγω αυτό. Δε θα ήθελα να καταλήξω στον 9ο λάκκο του 8ου Κύκλου της Κόλασης, όπου ο Δάντης, ο μεγάλος ιταλός ποιητής του 14ου αιώνα, τοποθέτησε εκείνους που σπέρνουν τη διχόνοια. Εκεί, καθώς αγωνίζονται να βγουν από το λάκκο για όλη την αιωνιότητα, ένας δαίμονας διαμελίζει τα σώματά τους, όπως αυτοί διαμέλισαν άλλους όσο ζούσαν.

Η Κόλαση είναι το πρώτο βιβλίο της Θείας Κωμωδίας του Δάντη, ένα από τα σημαντικότερα έργα του ανθρώπινου πνεύματος. Υπάρχουν τόσα πολλά που μπορείτε να διδαχθείτε από αυτό σε σχέση με την αδυναμία και την απερισκεψία του ανθρώπου. Το διδακτικό προσωπικό του τμήματος Ιταλικών Σπουδών θα χαιρόταν να σας αποκαλύψει τα μυστικά του – αν είχατε τμήμα Ιταλικών Σπουδών, κάτι που φυσικά πλέον δεν έχετε. Και αλήθεια πιστεύετε πως εκείνο το διδακτικό και διοικητικό προσωπικό που επικρότησε τη ρεαλιστική στάση σας (κατά ένα μέρος, πιστεύω, επειδή ένιωσαν ανακούφιση που δεν χτύπησε για αυτούς η καμπάνα) θα σας στηρίξει με την ίδια θέρμη στο μέλλον; Μου έρχεται στο νου ο μύθος του Αισώπου με τους ταξιδιώτες και την αρκούδα: δύο άνδρες περπατούσαν μέσα στο δάσος όταν ξαφνικά μια αρκούδα πετάχτηκε μέσα από τα δέντρα. Ο ένας από τους ταξιδιώτες έτυχε να βρίσκεται μπροστά, οπότε έπιασε το κλαδί ενός δέντρου, σκαρφάλωσε και κρύφτηκε ανάμεσα στα φύλλα. Ο άλλος, ο οποίος βρισκόταν αρκετά πίσω, έπεσε, ακίνητος, με το πρόσωπο του μέσα στο χώμα. Η αρκούδα ήρθε δίπλα του, έβαλε το ρύγχος της στο αυτί του και άρχισε να τον μυρίζει. Αλλά τελικά με ένα βρυχηθμό η αρκούδα γύρισε και έφυγε γιατί οι αρκούδες δεν αγγίζουν ψόφιο κρέας. Τότε ο συνταξιδιώτης του κατέβηκε από το δέντρο και πήγε δίπλα του και τον ρώτησε γελώντας: «Τι ψιθύρισε η αρκούδα στο αυτί σου;» «Μου είπε ποτέ να μην εμπιστεύεσαι ένα φίλο που σε εγκαταλείπει την ώρα που τον έχεις ανάγκη».

Ήταν ο πρώτος μύθος που έμαθα και αποτελεί ένα σημαντικό μάθημα για τη ζωή για κάθε πρωτοετή φοιτητή κλασσικών σπουδών. Υπάρχουν εκατοντάδες ακόμα μύθοι του Αισώπου, εξίσου απολαυστικοί – και διαφωτιστικοί. Το διδακτικό προσωπικό του τμήματος Κλασσικών Σπουδών με χαρά θα σας μιλούσε γι' αυτούς – αν είχατε τμήμα Κλασσικών Σπουδών, κάτι που φυσικά πλέον δεν έχετε. Όσο για το επιχείρημα πως οι ανθρωπιστικές σπουδές δεν φέρνουν χρήματα, υποθέτω είναι αλήθεια, αλλά μου φαίνεται πως αποτελεί εσφαλμένη αντίληψη η ιδέα πως ένα πανεπιστήμιο θα πρέπει να λειτουργεί σαν επιχείρηση. Δε λέω πως δε θα πρέπει να έχει συνετή διαχείριση, αλλά η ιδέα πως κάθε πανεπιστήμιο θα πρέπει να αυτοσυντηρείται είναι μια ιδέα που έρχεται σε σύγκρουση με τον ίδιο τον ρόλο του πανεπιστημίου. Φαίνεται πως εκτιμάτε προγράμματα σχετικά με την επιχειρηματικότητα – και πρακτικά μαθήματα τα οποία μπορεί να παράγουν καινοτόμο έργο για το οποίο θα έχετε την πνευματική ιδιοκτησία – περισσότερο από «παλιομοδίτικα» προγράμματα σπουδών. Αλλά τα πανεπιστήμια δεν είναι μόνο για να ανακαλύπτουν και να κεφαλαιοποιούν τη νέα γνώση. Οφείλουν επίσης να διατηρούν τη γνώση από το να χαθεί στο πέρασμα του χρόνου και αυτό είναι κάτι το οποίο απαιτεί χρηματική επένδυση. Υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι μπορούν να δείξουν πως αυτό που φαίνεται απαρχαιωμένο σήμερα μπορεί να αποκτήσει ζωτική σημασία στο μέλλον. Θα σας δώσω δύο παραδείγματα. Το πρώτο είναι η επιστήμη της ιολογίας, η οποία τη δεκαετία του '70 ξεψυχούσε καθώς ο κόσμος είχε πειστεί πως οι μολυσματικές ασθένειες δεν αποτελούσαν πλέον σημαντικό πρόβλημα υγείας στον ανεπτυγμένο κόσμο, ενώ άλλα αντικείμενα έρευνας, όπως η μοριακή βιολογία, ήταν περισσότερο «σέξι». Έπειτα, στις αρχές της δεκαετίας του '90 ένα μικρό προβληματάκι με το όνομα AIDS έγινε το πιο σημαντικό αντικείμενο προβληματισμού στον κόσμο σχετικά με την υγεία. Ο ιός που προκαλεί το AIDS αρχικά απομονώθηκε και χαρακτηρίστηκε από τα Εθνικά Ιδρύματα Υγείας των ΗΠΑ και το Ινστιτούτο Παστέρ στη Γαλλία, επειδή ήταν από τα λίγα εκείνα ιδρύματα τα οποία διατηρούσαν ακόμα εύρωστα προγράμματα ιολογίας. Ίσως το δεύτερο παράδειγμά μου να σας είναι πιο οικείο. Οι σπουδές Μέσης Ανατολής, συμπεριλαμβανομένων σπουδών όπως αυτών της Αραβικής και Περσικής γλώσσας, ήταν ένα ελάχιστα «καυτό» αντικείμενο σπουδών στις περισσότερες πανεπιστημιουπόλεις τη δεκαετία του '90. Έπειτα ήρθε η 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Ξαφνικά όλοι συνειδητοποίησαν πως χρειαζόμαστε περισσότερο κόσμο που να είναι σε θέση να καταλαβαίνει το τι γίνεται σε εκείνο το μέρος του πλανήτη και, κυρίως, να κατανοεί τη μουσουλμανική κουλτούρα. Εκείνα τα πανεπιστήμια τα οποία διατήρησαν τα τμήματα Μεσανατολικών Σπουδών, ακόμα και στη φάση που είχαν μειωμένα ποσοστά εγγραφών, ξαφνικά απέκτησαν τεράστια σημασία. Εκείνα τα οποία δεν είχαν… υποθέτω αντιλαμβάνεστε.

Γνωρίζω πως ένα από τα επιχειρήματά σας είναι πως δε γίνεται ένα μέρος να προσπαθεί να κάνει τα πάντα. Λέτε: «Ας αφήσουμε άλλα ιδρύματα να έχουν σημαντικά προγράμματα Κλασσικών και Θεατρικών Σπουδών, εμείς θα εστιάσουμε στο να προετοιμάσουμε φοιτητές για τον πραγματικό κόσμο». Λοιπόν, θέλω να πιστεύω πως ήδη σας έδειξα πως ο πραγματικός κόσμος είναι αρκετά ευμετάβλητος στο τι χρειάζεται. Ο καλύτερος τρόπος για να είναι ο κόσμος προετοιμασμένος για το ξαφνικό σοκ που μια αλλαγή μπορεί να προκαλέσει είναι να έχει μια παιδεία όσο το δυνατόν ευρύτερη, γιατί αυτό που σήμερα βρίσκεται σε τέλμα μπορεί να αποτελέσει το καυτό αντικείμενο του αύριο. Και η διεπιστημονική έρευνα, η οποία είναι στη μόδα αυτόν τον καιρό, είναι δυνατή μόνο όταν ο κόσμος δεν έχει πολύ εξειδικευμένη εκπαίδευση. Αν τίποτα από αυτά δε σας πείθει τότε είμαι πρόθυμος να σας επιτρέψω να μετατρέψετε το ίδρυμα σας σε ένα μέρος το οποίο ειδικεύεται στην παροχή εξειδικευμένης γνώσης, αλλά μόνο αν πάψετε να το αποκαλείτε πανεπιστήμιο και να χαρακτηρίζετε τον εαυτό σας Πρόεδρό του. Βλέπετε, η αγγλική λέξη university (πανεπιστήμιο) προέρχεται από τη λατινική «universitas» η οποία αναφέρεται στο «σύνολο». Δεν μπορείτε να είστε ένα πανεπιστήμιο χωρίς να έχετε ένα ακμαίο πρόγραμμα ανθρωπιστικών σπουδών. Θα πρέπει να χαρακτηρίσετε το ίδρυμά σας ως μια εμπορική σχολή ή, ίσως, μια επαγγελματική σχολή, αλλά όχι ως πανεπιστήμιο. Όχι πλέον.

Αδυνατώ πλήρως να δεχτώ πως δεν είχατε άλλη εναλλακτική. Είναι δουλειά σας ως Πρόεδρος να βρίσκετε τρόπους επίλυσης των προβλημάτων οι οποίοι δεν απαιτούν τον ακρωτηριασμό υγιών τμημάτων. Ο Βολτέρος είπε πως κανένα πρόβλημα δεν μπορεί να αντισταθεί στην επίθεση της δημιουργικής σκέψης. Ο Βολτέρος, το πραγματικό όνομα του οποίου ήταν Φρανσουά Μαρί Αρουέ, είχε πολλά ζουμερά, πνευματώδη και λαμπρά πράγματα να πει. (η αγαπημένη μου φράση του είναι εκείνη που λέει πως «ο Θεός είναι ένας κωμικός που παίζει για ένα κοινό το οποίο φοβάται να γελάσει»). Πολλά από αυτά που έγραψε θα σας είναι χρήσιμα. Είμαι σίγουρος πως το διδακτικό προσωπικό του τμήματος Γαλλικών Σπουδών θα χαιρόταν να σας αποκάλυπτε τα μυστικά των γραπτών του – αν είχατε τμήμα Γαλλικών Σπουδών, κάτι που φυσικά πλέον δεν έχετε.

Υποθέτω δε θα έπρεπε να με εκπλήσει το γεγονός ότι έχετε δυσκολία να αντιληφθείτε τη σημασία της διατήρησης προγραμμάτων σπουδών τα οποία δεν είναι στη μόδα ή δίνουν την εντύπωση «νεκρών» αντικειμένων. Από το βιογραφικό σας βλέπω πως δεν έχετε διδακτορικό ή κάποιο αντίστοιχο πτυχίο και δεν έχετε διδάξει ποτέ πραγματικά ούτε έχετε κάνει έρευνα σε κάποιο πανεπιστήμιο. Ίσως το δικό μου παρελθόν να σας φανεί ενδιαφέρον. Ξεκίνησα για ένα πτυχίο στις Κλασσικές Σπουδές (classics major). Σήμερα είμαι καθηγητής Βιοχημείας και Χημείας. Από όλα τα μαθήματα που παρακολούθησα κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών και μεταπτυχιακών μου σπουδών εκείνα που με ωφέλησαν περισσότερο κατά τη διάρκεια της καριέρας μου σαν επιστήμονα ήταν τα μαθήματα στις κλασσικές σπουδές, στις καλές τέχνες, στην ιστορία, την κοινωνιολογία και την αγγλική λογοτεχνία. Αυτά τα μαθήματα δε με βοήθησαν απλά να εκτιμήσω περισσότερο την κουλτούρα μου, με βοήθησαν ακόμα στο να σκέφτομαι, να αναλύω και να γράφω καλύτερα. Κανένα από τα μαθήματα θετικών επιστημών δε μου το προσέφερε αυτό.

Ένα από τα πράγματα που κάνω σήμερα είναι να γράφω μια μηνιαία στήλη σχετικά με την επιστήμη και την κοινωνία. Το κάνω αυτό πάνω από μια δεκαετία και με χαρά μπορώ να πω πως φαίνεται να αρέσει σε μερικούς ανθρώπους. Αν έτυχε να καταλήξω σε κάποιες διορατικές παρατηρήσεις σας διαβεβαιώ πως αυτό οφείλεται τελείως στο γεγονός πως παρακολούθησα ανθρωπιστικές σπουδές και στην αγάπη μου για την τέχνη. Ένα από τα πράγματα για τα οποία έχω γράψει είναι ο τρόπος με τον οποίο η γονιδιωματική αλλάζει τον κόσμο στον οποίο ζούμε. Η ικανότητά μας να ελέγχουμε το ανθρώπινο γονιδίωμα πρόκειται να θέσει μερικά από τα πιο δύσκολα ερωτήματα στην ιστορία της ανθρωπότητας μέσα στις επόμενες δεκαετίες, μεταξύ των οποίων και το ερώτημα του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Αυτό δεν είναι μόνο ένα ερώτημα που αφορά την επιστήμη, είναι ένα ερώτημα η απάντηση του οποίου απαιτεί τη συμβολή διαφορετικών σφαιρών ανθρώπινης σκέψης μεταξύ των οποίων -και κυρίως- τη συμβολή των ανθρωπιστικών σπουδών. Η επιστήμη η οποία μένει ανεπηρέαστη από την ανθρώπινη καρδιά και το ανθρώπινο πνεύμα είναι στείρα, ψυχρή και εγωκεντρική. Είναι επίσης χωρίς φαντασία: κάποιες από τις καλύτερες επιστημονικές μου ιδέες προήλθαν από σκέψη και διάβασμα πάνω σε πράγματα τα οποία φαινομενικά δεν έχουν καμία σχέση με την επιστήμη. Αν έχω δίκιο στο ότι το ερώτημα σχετικά με το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος θα αποτελέσει το κεντρικό ζήτημα της εποχής μας, τότε τα πανεπιστήμια που είναι καλύτερα εξοπλισμένα για να το αντιμετωπίσουν, σε όλες τις πτυχές του, θα είναι τα πιο σημαντικά ιδρύματα ανώτερης εκπαίδευσης στο μέλλον. Μόλις κάνατε σαφές το ότι το δικό σας δε θα ανήκει σε αυτά.

Κάποιοι από τους υποστηρικτές σας ισχυρίζονται πως όλο αυτό είναι ένας θαυμάσιος ελιγμός από την πλευρά σας – ένας εξαίσιος πολιτικός ελιγμός ο οποίος στοχεύει να σοκάρει το νομοθετικό σώμα ώστε να δώσει στο ίδρυμά σας αρκετούς πόρους ώστε να διατηρηθούν σε λειτουργία τα τμήματα. Αυτή θα ήταν σίγουρα μια μακιαβελική κίνηση (άλλος ένας σημαντικός συγγραφέας, αλλά και πάλι, δε θα έχετε τμήμα Ιταλικών Σπουδών για να μιλήσει γι' αυτόν) αλλά δεν είμαι σίγουρος αν θα ήταν έξυπνη κίνηση. Αν σκοπεύατε σε κάτι τέτοιο θα έπρεπε να είχατε διοργανώσει τη συνάντηση στην πανεπιστημιούπολη όταν όλοι όσοι σχετίζονται με το πανεπιστήμιο θα μπορούσαν να παρευρεθούν, σε ένα μέρος που θα μπορούσε να έρθει ο τύπος. Αυτός είναι ο τρόπος για να πιέσετε ένα μάτσο πολιτικούς. Διακηρύσσετε τη δράση σας στα σκαλιά της πολιτειακής βουλής, δεν το ψιθυρίζετε στα κλεφτά μέσα στη νύχτα όταν το ίδρυμα δεν ασχολείται καν.

Όχι, νομίζω απλά προσπαθούσατε να ισοσκελίσετε τον προϋπολογισμό σας σε βάρος τμημάτων που τα θεωρείτε αδύναμα., παρωχημένα και ανίσχυρα. Νομίζω πως με τον καιρό θα ανακαλύψετε πως έχετε συνάψει μια φαουστική συμφωνία. Φάουστ είναι ο τίτλος ενός χαρακτήρα από το ομώνυμο θεατρικό έργο του Γκαίτε. Γράφτηκε περίπου το 1800 αλλά ακόμα προσελκύει το μεγαλύτερο κοινό από κάθε άλλο θεατρικό έργο που ανεβαίνει στη Γερμανία. Είναι η ιστορία ενός διανοούμενου που κάνει μια συμφωνία με τι διάβολο. Ο διάβολος του υπόσχεται πως θα εκπληρώσει κάθε του επιθυμία για όσο ζει. Σε αντάλλαγμα ο διάβολος θα πάρει… ε, εντάξει είμαι σίγουρος πως ξέρετε πως λειτουργούν αυτές οι συμφωνίες. Αν είχατε ένα τμήμα Θεατρικών Σπουδών, κάτι που φυσικά δεν έχετε, θα μπορούσατε να τους ζητήσετε να ανεβάσουν μια παράσταση του έργου για να δείτε τι γίνεται στη συνέχεια. Έχει τρομακτικά μεγάλη σχέση με τη δική σας κατάσταση. Βλέπετε, ο Γκαίτε πίστευε πως ο άνθρωπος δεν θα έχει κανένα κέρδος αν πουλήσει την ψυχή του ακόμα και για όλα τα πλούτη του κόσμου. Αυτή είναι όλος ο κόσμος, Πρόεδρε Φίλιπ, και όχι κάποιος ισοσκελισμένος προϋπολογισμός. Αν και, για να είμαι δίκαιος, δεν έχετε πουλήσει τη ψυχή σας. Μόνο τη ψυχή του ιδρύματός σας.

Με (όχι και τόσο ιδιαίτερη) εκτίμηση, Gregory A. Petsko

* Ο Gregory A. Petsko είναι καθηγητής Βιοχημείας του πανεπιστημίου Brandeis, http://www.bio.brandeis.edu/faculty/petsko.html

 ΠΗΓΗ: http://www.tvxs.gr/news/…..B1και: http://genomebiology.com/2010/11/10/138

1η Μάη: Αριστερή πολυδιάσπαση και ατομισμός

Αριστερή πολυδιάσπαση και ατομισμός

 

Του Γιώργου Ρούση*

 

 

Χρόνια τώρα, όπως πολλοί άλλοι αριστεροί, πασχίζω να ανακαλύψω τις αιτίες της μάστιγας της πολυδιάσπασης της αριστεράς. Δύσκολο και πολύ σοβαρό εγχείρημα, γι' αυτό και όσα παραθέτω εδώ πρέπει να αντιμετωπιστούν σαν σκόρπιες σκέψεις που χρήζουν περαιτέρω συλλογικής επεξεργασίας.

Πέρα λοιπόν από τα τετριμμένα αλλά και σ' έναν βαθμό σωστά, ότι αυτή η πολυδιάσπαση αντανακλά την κοινωνική διαστρωμάτωση, ή ακόμη ότι αποτελεί συνέχεια ιστορικών διασπάσεων και μάλιστα βαμμένων με αίμα, κάτι που απλώς μεταθέτει χρονικά το ζήτημα, πέραν του ότι η αριστερά που δεν συμμετέχει σε κυβερνητικά σχήματα διασπάται πιο εύκολα από τα κυβερνητικά κόμματα, διότι δεν έχει το συνεκτικό υπόβαθρο των κρατικών συμφερόντων για να την κρατήσουν ενωμένη, πιστεύω πως σημαντικό ρόλο παίζει και η διάβρωση των πόρων και της αριστεράς από το μικρόβιο του ατομισμού.

Αυτό έχει ως συνέπεια, από τη μια στους διάφορους αριστερούς πολιτικούς σχηματισμούς να εκδηλώνεται η ενυπάρχουσα στο κάθε άτομο κοινωνικότητα και ταυτόχρονα να εκφράζεται σε έναν βαθμό η αναγκαία για την αντίδραση στον επιμέρους εργοδότη και στο σύστημα, αλληλεγγύη και συλλογικότητα, από την άλλη, όμως, αυτά συντελούνται όχι από ολοκληρωμένες κοινωνικές προσωπικότητες, αλλά από λίγο-πολύ κατακερματισμένες και αποξενωμένες ατομικότητες, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό διαποτίζονται από τον εγωιστικό ατομισμό.

Ταυτόχρονα επειδή οι παραδοσιακοί κυρίως αριστεροί κομματικοί μηχανισμοί, οι οποίοι δημιουργήθηκαν κατ' εικόνα και ομοίωση του εκφυλισμένου σοβιετικού πρότυπου, μετατράπηκαν σε γραφειοκρατικά ιερατεία, λειτουργούν μάλλον με κεντρικό άξονα την αυτοσυντήρησή τους.

Ετσι, οδηγούμαστε σε μια λογική κάθε ηγετίσκος και το μαγαζάκι του, κάθε «προσωπικότητα» και μια τάση.

Και το δράμα είναι ότι όσο εντείνονται τα αντιλαϊκά μέτρα τόσο ορισμένες αριστερές δυνάμεις κλείνονται στον εαυτό τους, τόσο δημιουργούνται και νέες αριστερές οργανώσεις, αντί να συσπειρώνονται σε μια αντικαπιταλιστική αντιιμπεριαλιστική βάση όσες ήδη υπάρχουν, λες και ακολουθείται μια αντίστροφη λογική από την καθ' όλα ορθολογική, η ισχύς, αν όχι εν τη ενώσει, κάτι που φαντάζει αδύνατον, τουλάχιστον εν τη κοινή δράση.

Και επειδή ο ηγετικός ρόλος του «αφεντικού» ή της ηγετικής ομάδας εξαρτάται από τη διατήρηση του κάθε μαγαζιού, αυτό το τελευταίο μετατρέπεται σε αυτοσκοπό και αναζητούνται αγωνιωδώς εκείνα που χωρίζουν, ή ακόμη διαμορφώνονται τεχνηέντως τέτοια, ακόμη και εκεί που δεν υπάρχουν, φτάνει να δικαιολογηθεί η αυτόνομη ύπαρξη της κάθε σέχτας. Ακόμη χειρότερα, αντί της κριτικής σκέψης κι ενός πολιτισμού διαλόγου καλλιεργείται ο κομματικός φανατισμός και ανάγεται σε κριτήριο κομματικότητας η χυδαία αντιμετώπιση του όποιου διαφωνούντος και ο κομματικός χουλιγκανισμός.

Ετσι, η αριστερά λειτουργεί κάπως όπως την περιέγραφε ο Τσίρκας στη «Λέσχη»: «Τόσοι άνθρωποι, ναυάγια της καταιγίδας που σαρώνει τον κόσμο, κι αντίς η δυστυχία να τους σμίγει, τους χωρίζει. Λες κι ο καθένας τους φοβάται μην κολλήσει από τον άλλον αρρώστια πιο βαριά απ' αυτή που τον λιώνει».

Μήπως, όμως, μπροστά σε αυτό που διακυβεύεται σήμερα και που δεν είναι άλλο από ζήτημα ζωής ή θανάτου για το ίδιο το μέλλον της ανθρωπότητας, πρέπει όλοι όσοι είμαστε λιγότερο αποξενωμένοι, όσοι δεν έχουμε κανένα όφελος από τα μοναστήρια, να αντιδράσουμε αυτοκριτικά και υπεύθυνα και να ξεπεράσουμε ατομισμούς, μικρότητες, μικροεγωισμούς, παρελθούσες και πιο πρόσφατες διαφορές, και να αναζητήσουμε έναν κοινό τόπο αντίδρασης στη βαρβαρότητα;

Μήπως ήλθε η ώρα να καταλάβουμε ότι ακόμη και για να σώσουμε τα παιδιά μας και τα ίδια το τομάρι τους είναι αναγκαία η απαλλαγή μας από την κυριαρχία του ατομισμού και η κοινή δράση;

Μήπως ήλθε η ώρα να καταλάβουμε ότι, για να πλήξουμε ουσιαστικά το σύστημα, είναι αδύνατον να αντιδρούμε με μπούσουλα τις δικές του κυρίαρχες αξίες ανάμεσα στις οποίες ο ανταγωνισμός και ο ατομισμός αποτελούν ακρογωνιαίους λίθους;

Μήπως, για να «συντρίψουμε πια των αλύσσων (τα) δεσμά και γιγάντια (να) προβάλλει η νικήτρα λευτεριά» όπως έλεγε ο πατέρας μου Τηλέμαχος σε ένα αντιστασιακό τραγούδι που είχε γράψει, πρέπει να σπάσουμε πρώτα τις μικρές προσωπικές αλυσίδες της ιδιώτευσης που μπορεί και να συγκαλύπτεται από κίβδηλες συλλογικότητες;

Μήπως ήλθε η ώρα να κατανοήσουμε ότι σε αυτήν τη φάση που περνάμε το κύριο μέλημά μας πρέπει να είναι η δημιουργία ενός νέου Μετώπου, με χαρακτήρα κοινωνικής αντικαπιταλιστικής πια απελευθέρωσης, ενός Κοινωνικού Απελευθρωτικού Μετώπου, μέσα στο οποίο όποια δύναμη της αριστεράς έχει τα κότσια, ας είναι εκείνη που θα αναδειχτεί ηγεμονεύουσα;

Μήπως ήλθε η ώρα ένα από τα κριτήρια ενίσχυσης, ακόμη και εκλογικής, των αριστερών δυνάμεων να είναι και η στάση τους απέναντι στην κοινή δράση;

Μήπως ήλθε η ώρα να στείλουμε στα μουσεία της ιστορίας και να απομονώσουμε τις ηγεσίες που εγκληματικά αντιστέκονται με ιδιοτέλεια στην κοινή μας δράση και περισυλλογή, αντί να τις εκλιπαρούμε -φωνή βοώντος εν τη ερήμω- να αλλάξουν τακτική;

 

* Ο Γιώργος Ρούσης είναι Καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου,  grousis@ath.forthnet.gr.

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Σάββατο 30 Απριλίου 2011,  http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=30/04/2011&id=271382

FED, Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΙΙ

FED, Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ:

…και η ανάγκη εθνικοποίησης των κεντρικών τραπεζών – Μέρος ΙΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ… ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 Θα μπορούσε να προτείνει κανείς την κατάργηση των κεντρικών τραπεζών –  αφού «σηματοδοτούν» μία κεντρικά κατευθυνόμενη οικονομία, αντίστοιχη με αυτήν της «κομμουνιστικής σχολής», ενώ έχουν συμβάλλει αρνητικά σε πολλές «διαδικασίες» (ο ρόλος της Τράπεζας της Ελλάδας στην κρίση δανεισμού της χώρας μας, όπως επίσης αυτός των υπολοίπων κεντρικών στην κρίση χρέους της Ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ, είναι αρκετά «σκοτεινός»).

Έτσι όμως θα δινόταν το δικαίωμα στις εμπορικές τράπεζες να κατευθύνουν αυτές πλέον την οικονομική ζωή μας – ενώ θα επιτρεπόταν στο αόρατο χέρι της ελεύθερης αγοράς του A. Smith να καθορίζει «αυτόματα» τα επιτόκια, εξισορροπώντας τη ζήτηση με την προσφορά, καθώς επίσης τις απαιτούμενες ποσότητες χρήματος, για την ανεμπόδιστη ανταλλαγή των αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ των ανθρώπων.

Δυστυχώς όμως ο βρετανός οικονομολόγος είχε κάνει ένα μεγάλο λάθος, «υιοθετώντας» το «trickle down effect» – σύμφωνα με το οποίο ο πλούτος θα μοιραζόταν αυτόματα από πάνω προς τα κάτω, όταν οι πλούσιοι θα κάλυπταν όλες τις ανάγκες τους. Η αναδιανομή των εισοδημάτων δεν λειτούργησε ανάλογα και δημιούργησε τεράστιες ανισότητες (ειδικά όπου προωθείται το ΔΝΤ) – οπότε δεν είναι δυνατόν πια να την εμπιστευθούμε αποκλειστικά και μόνο στο αόρατο χέρι της ελεύθερης αγοράς.       

Προφανώς βέβαια δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στον κανόνα του χρυσού, αφού οι υφιστάμενες ποσότητες του ευγενούς αλλά ουσιαστικά άχρηστου μετάλλου, σε σχέση με τις σημερινές παγκόσμιες χρηματικές ροές, είναι αδύνατον να καλύψουν τις ανάγκες μας. Θα μπορούσαμε φυσικά να υιοθετήσουμε ένα καλάθι νομισμάτων/χρυσού ή να επιτρέπουμε στις εμπορικές τράπεζες να διαθέτουν, να διαφυλάσσουν  και να δανείζουν τόσα χρήματα μόνο, όσες οι αποταμιεύσεις των πολιτών τους. Εν τούτοις, θεωρούμε ότι είναι πολύ δύσκολο να ελεγχθούν αυτές οι διαδικασίες – πόσο μάλλον όταν τα σημερινά κράτη αδυνατούν να ανταπεξέλθουν με τις βασικές τους υποχρεώσεις. 

Τέλος, δεν μπορούμε να αποφύγουμε το δανεισμό, αφού χωρίς αυτόν είναι αδύνατον να υπάρξει πρόοδος μέσα στο σύστημα της καπιταλιστικής οικονομίας. Χωρίς δανεισμό είναι πολύ δύσκολη η χρηματοδότηση των κεφαλαιουχικών προϊόντων, αυτών καλύτερα που απαιτούν χρόνο «κατασκευής» που υπερβαίνει τα δύο έτη – οπότε η «δυτική υπεροχή» και η πρόοδος της, στηριζόμενη κυρίως σε αυτά τα αγαθά και όχι στα καταναλωτικά, θα έπαυε να υπάρχει.       

Επομένως, αυτό που απομένει σε μία «μικτή Οικονομία» ως η καλύτερη «λύση», σε μία οικονομία δηλαδή που πιστεύει σε ένα όσο το δυνατόν μικρότερο κράτος (το οποίο όμως συνεχίζει να έχει στην κατοχή του τις κοινωφελείς και τις στρατηγικές επιχειρήσεις), καθώς επίσης στην ιδιωτική πρωτοβουλία (στην  οποία θα πρέπει να τοποθετούνται όρια διασφάλισης του ελεύθερου ανταγωνισμού, ενώ οφείλει να ελέγχεται), δεν είναι άλλο από την κρατικοποίηση των κεντρικών τραπεζών – με τις εμπορικές να παραμένουν στον ιδιωτικό τομέα.  

Οι κεντρικές τράπεζες οφείλουν να είναι εξ ολοκλήρου δημόσιοι οργανισμοί, ανεξάρτητοι από τον ιδιωτικό τραπεζικό τομέα, από τους ιδιώτες επενδυτές, καθώς επίσης από τις κυβερνήσεις – αποτελώντας τον τέταρτο πυλώνα της κρατικής εξουσίας. Δίπλα στις τρείς ανεξάρτητες εξουσίες, στην εκτελεστική (κυβέρνηση), στη νομοθετική (κοινοβούλιο) και στη δικαστική, οφείλει να προστεθεί η νομισματική εξουσίαένας δημόσιος θεσμός δηλαδή, ο οποίος να έχει το προνόμιο, το αποκλειστικό δικαίωμα καλύτερα της δημιουργίας των νόμιμων και αποδεκτών μέσων ανταλλαγής: των εκάστοτε χρημάτων και νομισμάτων.

Με τον τρόπο αυτό θα είχε τη δυνατότητα το κράτος να δανείζεται άτοκα – με μέτρο φυσικά και υπό τον διαρκή έλεγχο των υπολοίπων τριών εξουσιών, καθώς επίσης των Πολιτών του. Έτσι θα μπορούσε να λειτουργήσει καλύτερα, όσον αφορά τις ανάγκες του συνόλου της κοινωνίας – ενώ θα είχε τη δυνατότητα να κατευθύνει ορθολογικότερα την ποσότητα χρήματος (επίσης τα βασικά επιτόκια κλπ), χωρίς να δημιουργούνται οι κερδοσκοπικές φούσκες, οι  υφέσεις και οι  πληθωρισμοί από τις μανιοκαταθλιπτικές, αχόρταγες «αγορές».    

Στην αμερικανική χρηματοοικονομική ιστορία έχουν υπάρξει πολλά εντυπωσιακά παραδείγματα, τα οποία αποδεικνύουν ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό, σύμφωνα με αρκετούς οικονομολόγους. Εν τούτοις όμως, αφενός μεν η επιρροή της βρετανικής αποικιοκρατικής δύναμης, αφετέρου το ιδιωτικό τραπεζικό σύστημα (οι διεθνείς τοκογλύφοι), «τορπίλιζαν» κάθε φορά τις προσπάθειες των κυβερνήσεων να το επαναφέρουν.

Το αποτέλεσμα ήταν να παραμένουν τόσο οι Η.Π.Α., όσο και ο υπόλοιπος κόσμος, κάτω από τη δικτατορία του καρτέλ των πολυεθνικών τραπεζών, μετόχων των κεντρικών και υπό την ηγεσία της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών της Βασιλείας – μίας ιδιωτικής ουσιαστικά τράπεζας, με κρυφό μετοχολόγιο, όπως πολλές άλλες κεντρικές, στην οποία κανένα δικαστήριο, καμία κυβέρνηση και κανένα κράτος δεν επιτρέπεται να επέμβει, ελέγχοντας τις δραστηριότητες της.

Όπως έχουμε αναφέρει δε χαρακτηριστικά, εάν θελήσει να επισκεφθεί κανείς τα 18όροφα κεντρικά, απομονωμένα και «μυστικοπαθή» γραφεία της, δίπλα από το σιδηροδρομικό σταθμό της Βασιλείας, οφείλει να γνωρίζει ότι εισέρχεται σε διεθνές έδαφος – αφού η Ελβετική αστυνομία δεν έχει καμία δικαιοδοσία.

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 01. Μαΐου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει πρόσφατα το βιβλίο «Η κρίση των κρίσεων», το οποίο περιλαμβάνει επιλεγμένα οικονομικά άρθρα του 2009.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2337.aspx

FED, Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΙ

   FED, Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ:

… η κεντρική τράπεζα της Αγγλίας, η «ομοσπονδιακή» των Η.Π.Α…. – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι… Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΑΣ (BoE)

 «Με χρήματα που παράγει κανείς μόνος του, μπορεί να αγοράσει ολόκληρο τον κόσμο – αρκεί να παραμείνει απόλυτα μυστική η ταχυδακτυλουργική δημιουργία τους από το πουθενά».   Στην κλασσική οικονομική θεωρία (Adam Smith), όπως επίσης στη θεωρία της υπεραξίας (Karl Marx), ο ρόλος των χρημάτων αντιμετωπιζόταν με τέτοιον τρόπο, σαν να επρόκειτο για «συνάλλαγμα» σε χρυσά νομίσματα – ενδεχομένως και για χαρτονομίσματα, τα οποία όμως είχαν αντίκρισμα σε χρυσό.

Επομένως, οι πάσης φύσεως επενδύσεις ήταν τότε μόνο δυνατές, κατά τη συγκεκριμένη θεωρία, όταν στηρίζονταν στις προηγούμενες αποταμιεύσεις των πολιτών – στη συσσώρευση χρημάτων δηλαδή είτε από τον ίδιο τον επενδυτή, είτε από αυτούς που τυχόν του δάνειζαν τα πραγματικά χρήματα των αποταμιεύσεων τους (είναι ο μοναδικός τρόπος ουσιαστικά για να αποφεύγονται οι «χρηματοπιστωτικές φούσκες» και να παραμένει υγιής η επενδυτική διαδικασία).       

Εν τούτοις, αντίθετα με όσα πιστεύονταν τότε, η Τράπεζα της Αγγλίας ιδρύθηκε το 1694 από τον ιδιώτη W. Patterson, ως μία ιδιωτική κεντρική τράπεζα με το δικαίωμα της «παραγωγής» χρημάτων από το πουθενά – με την άδεια του άγγλου βασιλιά Wilhelm III, ό οποίος έδωσε το δικαίωμα στον W. Patterson να εκτυπώνει και να θέτει σε κυκλοφορία τα νόμιμα αποδεκτά από όλους χαρτονομίσματα. Στη βάση λοιπόν των αποθεμάτων χρυσού, τα οποία οδηγήθηκαν στην Τράπεζα της Αγγλίας με τη βοήθεια της έκδοσης μετοχών, δημιουργήθηκαν πολλαπλάσιας αξίας «πλαστά» χαρτονομίσματα – τα οποία τέθηκαν στην κυκλοφορία δια μέσου των έντοκων δανείων που χορηγήθηκαν. 

Με τον τρόπο αυτό εισέρευσαν νέα χρήματα στον προϋπολογισμό του βασιλιά, ο οποίος ουσιαστικά ενέκρινε το σχέδιο, την «απάτη» καλύτερα του Patterson, επειδή ευρισκόταν σε πολύ μεγάλη οικονομική ανάγκη. Το παράδοξο στην όλη διαδικασία ήταν το ότι ο βασιλιάς (στη συνέχεια το κράτος), χρεώθηκε απέναντι σε μία ιδιωτική τράπεζα με ποσά που τοκίζονταν – με αποτέλεσμα να είναι απόλυτα εξαρτημένος από την Τράπεζα της Αγγλίας, στην οποία ο ίδιος είχε προηγουμένως δώσει το δικαίωμα να παράγει χρήματα (προφανώς, εάν τα χαρτονομίσματα δεν είχαν τη βασιλική εικόνα, η οποία δημιουργούσε εμπιστοσύνη στους Άγγλους, δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να τεθούν σε κυκλοφορία και να θεωρηθούν επίσημο ανταλλακτικό μέσον).  

Ένα επόμενο «παράδοξο» ήταν αναμφίβολα το ότι, κάτω από τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τα χρήματα μπορούσαν να κυκλοφορήσουν στην αγορά μόνο μέσω της παροχής δανείων – μεταξύ άλλων με τη βοήθεια των αυξανομένων κρατικών χρεών. Η αποπληρωμή τώρα του δημοσίου χρέους δεν είναι «αξιωματικά» εφικτή εντός ενός τέτοιου πιστωτικού συστήματος, το οποίο παραμένει μέχρι και σήμερα, αφού η ποσότητα των χρημάτων, σε μία ανάλογη περίπτωση, θα μειωνόταν ευθέως ανάλογα με τον περιορισμό των χρεών – με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν τα απαιτούμενα χρήματα, τα «ανταλλακτικά μέσα» δηλαδή στο «κυκλοφοριακό σύστημα» της Οικονομίας, η οποία τότε θα κατέληγε σε ύφεση (Deflation).

Όταν λοιπόν «απαιτεί» κάποιος, όπως στο σημερινό παράδειγμα της Ελλάδας, την αποπληρωμή του δημοσίου χρέους της με 40 ισόποσες ετήσιες δόσεις και με το βασικό επιτόκια της ΕΚΤ, με αυτό δηλαδή που δανείζονται οι εμπορικές τράπεζες, έρχεται αντιμέτωπος με τη «καρδιά» του χρηματοπιστωτικού συστήματος – το οποίο ζει από τα δάνεια και πλουτίζει από τους τόκους. Εκτός αυτού η σημερινή υπερχρέωση της Δύσης, εάν δεν συμβεί κάτι άμεσα, θα οδηγήσει μάλλον σε μία πιστωτική συρρίκνωση – η οποία θα προκαλέσει παντού αφενός μεν μία καταστροφική ύφεση, αφετέρου μία τεράστια ανεργία, με αποτελέσματα που είναι πολύ δύσκολο να προβλεφθούν (ενδεχομένως οδυνηρά ακόμη και για το ίδιο το νομισματικό μας σύστημα, μετά από 300 σχεδόν χρόνια λειτουργίας του). Συνεχίζοντας στο θέμα μας είναι λογικό ότι μία τόσο ισχυρή τράπεζα, όπως η κεντρική τράπεζα της Αγγλίας τότε, μπορεί να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την Πολιτική αφού μία ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα ουσιαστικά αποφασίζει για ποιο σκοπό μπορούν να δοθούν χρήματα (δάνεια) στο κράτος και για ποιόν όχι. Από την άλλη πλευρά το κράτος είναι υποχρεωμένο, έτσι ώστε μπορεί να πληρώνει τα συνεχώς αυξανόμενα τοκοχρεολύσια των δανείων του, να αυξάνει διαρκώς τη φορολόγηση των «υπηκόων» του ή/και να μειώνει τις δαπάνες λειτουργίας του – κάτι που βέβαια δεν είναι δυνατόν να συνεχίζεται επ’ αόριστον.  

Περαιτέρω, ο ιδιωτικός «χαρακτήρας» της τράπεζας της Αγγλίας ήταν ανέκαθεν «τραπεζικό μυστικό» – ενώ το πορτραίτο του βασιλιά, καθώς επίσης η υπογραφή του στα χαρτονομίσματα, δημιουργούσαν την εσφαλμένη εντύπωση πως επρόκειτο για μία κρατική κεντρική τράπεζα, καθώς επίσης για κρατικά χρήματα. Ακριβώς για το λόγο αυτό, ο νόμος για την ίδρυση της ψηφίστηκε με απόλυτη μυστικότητα από το Κοινοβούλιο, κρυμμένος στην κυριολεξία μέσα σε ένα άλλο νομοσχέδιο – το οποίο αφορούσε τα επιτρεπόμενα φορτία των καραβιών (αποτελώντας μία υποπαράγραφο του, η οποία δεν έγινε αντιληπτή από κανέναν).     

Ολοκληρώνοντας ακόμη και μέσα στο 20ο αιώνα, τυχόν ερωτήσεις των βουλευτών της κατά τα άλλα δημοκρατικής αυτής χώρας, σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Τράπεζας της Αγγλίας, παρέμεναν αναπάντητες από την εκάστοτε κυβέρνηση της – ενώ «τυπικά» κρατικοποιήθηκε το 1948 (αν και κανείς δεν είναι σίγουρος για αυτό).

Τέλος, η Τράπεζα της Σουηδίας, η οποία ιστορικά ιδρύθηκε λίγο πριν από την Τράπεζα της Αγγλίας, ήταν επίσης μία ιδιωτική τράπεζα – με την άδεια «παραγωγής» χρημάτων από το πουθενά. Η ονομασία δε του νομίσματος της (Σουηδική Κορώνα) έδινε την ίδια εσφαλμένη εντύπωση – ότι επρόκειτο δηλαδή για μία κρατική κεντρική τράπεζα, η οποία εξέδιδε και κυκλοφορούσε κρατικά χρήματα.    

Η ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΩΝ Η.Π.Α. (FED)

 Το σύστημα της ομοσπονδιακής τράπεζας (Fed) είναι το κεντρικό νομισματικό σύστημα των Η.Π.Α. – αποτελούμενο από το συμβούλιο των κυβερνητών (Board of Governors), από δώδεκα τοπικές «Federal reserve banks», καθώς επίσης από έναν μεγάλο αριθμό τραπεζών-μελών και άλλων οργανισμών. Επειδή οι τράπεζες-μέλη είναι ταυτόχρονα οι συνιδιοκτήτες της ομοσπονδιακής, ενώ η γενική διεύθυνση της διορίζεται από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, το ομοσπονδιακό σύστημα «θεωρείται» εν μέρει ιδιωτικό και παράλληλα κρατικό.

Παρά το ότι όμως το κογκρέσο της υπερδύναμης, στο οποίο αναφέρεται η Fed όσον αφορά τις δραστηριότητες της, καθώς επίσης τα σχέδια της για τη νομισματική πολιτική, έχει τη δικαιοδοσία να αλλάζει τους νόμους, οι οποίοι αφορούν την κεντρική τράπεζα, τόσο η καθημερινή λειτουργία της, όσο και οι εκτελεστικές αποφάσεις της, δεν απαιτούν τη συμφωνία του κογκρέσου ή του προέδρου των Η.Π.Α.

(α)  Ιστορική αναδρομή: Το 1790, με πρωτοβουλία του τότε αμερικανού υπουργού οικονομικών, ιδρύθηκε η πρώτη εθνική τράπεζα των Η.Π.Α. (First National Bank of the United States). Η άδεια λειτουργίας της πρώτης αυτής κεντρικής τράπεζας της υπερδύναμης, έληξε το 1811 και δεν ανανεώθηκε – μία νέα αίτηση παραχώρησης άδειας, το 1836, απορρίφθηκε, με αποτέλεσμα να λειτουργήσει ξανά η τράπεζα το 1863, όπου της δόθηκε η έγκριση.

Στο τέλος του 19ου αιώνα η αμερικανική οικονομία βίωσε μία από τις μεγαλύτερες χρηματοπιστωτικές κρίσεις στην ιστορία της, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα τις χρεοκοπίες πολλών τραπεζών – καθώς επίσης τις πολλαπλές διακυμάνσεις του νομισματικού της συστήματος. Έτσι, το 1900 δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την ίδρυση μίας ιδιωτικής κεντρικής τράπεζας, όπως φαίνεται από τα λόγια του J. Schiff, στην ομιλία του ενώπιον του εμπορικού επιμελητηρίου της Νέας Υόρκης “Εάν δεν αποκτήσουμε μία κεντρική τράπεζα, η οποία να μπορεί να ελέγχει τις πιστώσεις, τότε η χώρα μας θα βιώσει τον πλέον έντονο, βαθύ και καταστροφικό «πανικό χρημάτων» στην ιστορία της”. 

Το κογκρέσο των Η.Π.Α. αποφάσισε λοιπόν το 1907, μετά το τέλος της τότε μεγάλης οικονομικής κρίσης, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ένα σίγουρο, έμπιστο και σχετικά ευέλικτο τραπεζικό σύστημα – με την ίδρυση της «Εθνικής Μονεταριστικής Επιτροπής», η οποία είχε την εντολή να ερευνήσει το αμερικανικό τραπεζικό και νομισματικό σύστημα, έτσι ώστε να διαπιστώσει τα προβλήματα του, καθώς επίσης να προτείνει τις καλύτερες λύσεις. Η πρόταση της επιτροπής ήταν η ίδρυση ενός οργανισμού, ο οποίος να επιβλέπει τις τράπεζες, να ελέγχει τις πιστώσεις, καθώς επίσης να προλαβαίνει τόσο τις νομισματικές, όσο και τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις – ή, έστω, να μειώνει τις καταστροφικές συνέπειες τους.

Έτσι ιδρύθηκε το 1913 η Fed, από ένα καρτέλ ιδιωτικών τραπεζών και με ένα νομοθετικό διάταγμα, το οποίο ψηφίστηκε στις 23. Δεκεμβρίου – λίγο πριν από τα Χριστούγεννα δηλαδή, με στόχο να διατηρηθεί το δυνατόν μυστικότερο το ακριβές περιεχόμενο του (ιδιαίτερα το ιδιοκτησιακό καθεστώς, όπως συνέβη και με την Τράπεζα της Αγγλίας). Το διάταγμα της ομοσπονδιακής κεντρικής τράπεζας δίνει ακόμη και σήμερα τη δυνατότητα στη Fed να «παράγει» χρήματα, χωρίς την υποχρέωση αντικρίσματος – έτσι ώστε να μπορεί, για παράδειγμα, να δανείζει έντοκα την αμερικανική κυβέρνηση (Fractional reserve banking).

Η ομοσπονδιακή τραπεζική νομοθεσία προέβλεπε ένα σύστημα από πολλές τοπικές κεντρικές τράπεζες, καθώς επίσης από ένα επταμελές διοικητικό συμβούλιο – με τις εμπορικές τράπεζες που δραστηριοποιούνταν σε όλες τις Πολιτείες να υποχρεώνονται στη συμμετοχή τους στο ομοσπονδιακό σύστημα, ενώ τις υπόλοιπες, τις τοπικές δηλαδή, να μην έχουν ανάλογη υποχρέωση. Για τα μερίδια τους στην κεντρική, οι τράπεζες-μέλη λάμβαναν ένα σταθερό μέρισμα ύψους 6% ετησίως, χωρίς όμως να συμμετέχουν στα κέρδη. Η πρόταση για την ίδρυση της κεντρικής τράπεζας στις Η.Π.Α., της Fed δηλαδή σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, προερχόταν από τον Γερμανό P.M.Warburg – μέτοχο της ιδιωτικής τράπεζας Warburg του Αμβούργου, καθώς επίσης της Kuhn, Loeb & Co της Νέας Υόρκης.

Ίσως οφείλουμε να προσθέσουμε εδώ ότι, ο «πατέρας» του νεοφιλελευθερισμού και ο «μέντορας» του M. Friedman, του «ηγέτη» δηλαδή της νεοφιλελεύθερης σχολής του Σικάγου, η οποία επιβάλλεται σήμερα στον πλανήτη απολυταρχικά, ήταν Αυστριακός – όπως ο Γερμανός δικτάτορας του 2ου παγκοσμίου πολέμου. Ο «εμπνευστής» του Friedman ήταν λοιπόν ο Friedrich von Hayek τις θεωρίες του οποίου «ασπάζεται» και η σημερινή καγκελάριος της Γερμανίας, η κυρία Merkel. Επίσης πρέπει να υπενθυμίσουμε τη «ναζιστική» ιστορία της τράπεζας των τραπεζών, της BIS μέτοχοι της οποίας είναι κεντρικές τράπεζες και ιδιώτες επενδυτές.  Κλείνοντας, ο P. M. Warburg έγινε μέλος του συμβουλίου της Fed και αντιπρόεδρος της, μετά από πρόταση του προέδρου Wilson ο οποίος αργότερα είπε, σε σχέση με το τραπεζικό σύστημα, το γνωστό μας: «Υπάρχει μία δύναμη τόσο οργανωμένη, τόσο λεπτή, τόσο προσεκτική, τόσο διασφαλισμένη, τόσο πλήρης και τόσο κυρίαρχη, που καλά θα κάνουν να προσέχουν όσοι και όταν μιλούν εναντίον της».

(β)  Η τραπεζική «πράξη» (banking act) του 1935: Η Fed αντιμετώπισε έντονη κριτική για τη στάση της στην οικονομική κρίση του 1929. Οι διοικητές των τοπικών ομοσπονδιακών τραπεζών διετέλεσαν ένα σημαντικό ρόλο τότε, αφού μπορούσαν να αποφασίζουν σε σχέση με την πιστωτική/νομισματική πολιτική, χωρίς να δίνουν σημασία στις αποφάσεις του επταμελούς συμβουλίου – γεγονός που οδήγησε τα δύο «αντίπαλα στρατόπεδα» σε μεγάλες συγκρούσεις.

Έτσι, το 1935 το κογκρέσο ψήφισε μία καινούργια νομοθεσία (Emergency Banking Act), η οποία επέτρεπε αποκλειστικά και μόνο στη Fed να ελέγχει το ύψος των δανείων που ενέκριναν οι τράπεζες-μέλη, να προσέχει τις εξωτερικές συναλλαγές τους, να μπορούν οι τράπεζες-μέλη να ιδρύουν υποκαταστήματα σε όλες τις Πολιτείες, να τους απαγορεύονται οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, να μην πληρώνουν τόκους για τις καταθέσεις όψεως των πελατών τους (!) κλπ.   

(γ) Οι «πράξεις» του 1977 και 1978: Οι επαφές μεταξύ της Fed και του κογκρέσου ήταν σχεδόν ανύπαρκτες, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 70. Το γεγονός αυτό άλλαξε με τις παραπάνω νομοθετικές πράξεις, οι οποίες περιόρισαν σημαντικά την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας. Έκτοτε, η κεντρική τράπεζα είναι δύο φορές το χρόνο υποχρεωμένη να ανακοινώνει υπεύθυνα τα σχέδια της, σε σχέση με τη «μονεταριστική» πολιτική που ακολουθεί. 

(δ)  Η νομοθεσία για τον μονεταριστικό έλεγχο του 1981: Με τη συγκεκριμένη πράξη επετράπη, μεταξύ άλλων, στις ομοσπονδιακές τράπεζες, να μπορούν να επενδύουν όχι μόνο σε τίτλους του δημοσίου των Η.Π.Α., αλλά και σε ομόλογα άλλων χωρών. Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, στις Η.Π.Α. όλες οι μεγάλες τράπεζες είναι υποχρεωμένες να συμμετέχουν στη Fed, ενώ η μεγαλύτερη Federal Reserve Bank είναι αυτή της Νέας Υόρκης – η οποία είναι και η μοναδική που επενδύει στο εξωτερικό.   

(ε)  Ο προβληματικός «ρόλος» της Fed: Σε πλήρη αντίθεση με το αμερικανικό σύνταγμα, το κογκρέσο «παρέδωσε» στην ομοσπονδιακή τράπεζα το αποκλειστικό δικαίωμα του κράτους να «τροφοδοτεί» με χρήματα την οικονομία του – παρά την αντίθετη άποψη πολλών αμερικανών προέδρων στο παρελθόν, οι οποίοι είχαν προειδοποιήσει για τους κινδύνους της συγκεκριμένης απόφασης.

Ανεξάρτητα από όλα αυτά δημιουργείται σκόπιμα σε όλους εμάς η λανθασμένη εντύπωση ότι, η Fed είναι ένας κρατικός οργανισμός. Το σωστό είναι ότι η ομοσπονδιακή τράπεζα υπόκειται μεν σε μία ορισμένη «επιρροή» του κράτους, αλλά οι ιδιοκτήτες της είναι κυρίως κάποιες ιδιωτικές μεγάλες τράπεζες – μέλη της χρηματοπιστωτικής ολιγαρχίας.

Μέσω της αδιανόητης ουσιαστικά «εκχώρησης» του αποκλειστικού δικαιώματος της δημιουργίας χρημάτων στη Fed, το αμερικανικό δημόσιο είναι συνεχώς πιο εξαρτημένο από το σκοτεινό «σύστημα» της παραγωγής χρημάτων από το πουθενά – υποχρεωμένο να χρεώνεται έκτοτε με διαρκώς μεγαλύτερα ποσά, για τα οποία πρέπει να πληρώνει όλο και περισσότερους τόκους.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι, σχεδόν το ίδιο χρονικό διάστημα που ιδρύθηκε η Fed, εισήχθη ο φόρος εισοδήματος στις Η.Π.Α. – μέσω του οποίου το κράτος επιβαρύνει τους φορολογούμενους πολίτες, με την πληρωμή των χρεών του στους κεντρικούς τοκογλύφους. Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ πως, παρά το ότι έχουν περάσει σχεδόν 100 χρόνια  από την υιοθέτηση του φόρου εισοδήματος στις Η.Π.Α., δεν έχει ψηφισθεί ακόμη νόμος που να επιτρέπει τη συγκεκριμένη φορολόγηση.               

Συνεχίζοντας, στα «πλαίσια» της λειτουργίας της Fed συμπεριλαμβάνεται η χρηματιστηριακή κατάρρευση του 1929, οι κερδοσκοπικές φούσκες πριν και μετά από το 1929, καθώς επίσης οι σημερινές, οι οποίες ουσιαστικά οφείλονται στις συνεχώς αυξανόμενες ποσότητες χρημάτων που διοχετεύονται στις αγορές – έτσι ώστε να κερδίζουν διαρκώς περισσότερα οι «τοκογλύφοι», αφού τοκίζουν όλο και περισσότερα χρήματα, τα οποία δεν διαθέτουν καν. Στα ίδια «πλαίσια» τοποθετείται και η απόφαση της Fed το 2005, με βάση την οποία δεν δημοσιεύονται πλέον στοιχεία σε σχέση με την ποσότητα χρήματος που κυκλοφορεί (ο κανόνας του χρυσού έχει καταργηθεί το 1971) – οπότε οι αριθμοί που κατά καιρούς αναφέρονται, βασίζονται αποκλειστικά και μόνο σε εκτιμήσεις.

Τα νέα δολάρια που δημιουργούνται συνεχώς από το πουθενά, ιδιαίτερα οι τεράστιες ποσότητες που τέθηκαν στην κυκλοφορία τελευταία, με τα πακέτα στήριξης των τραπεζών ή με τα αντίστοιχα για την ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας, έχουν δημιουργηθεί από την αγορά των συνεχώς περισσοτέρων ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου από τη Fed – για τα οποία το κράτος θα πρέπει να πληρώνει διαρκώς περισσότερους τόκους.

Το γεγονός αυτό αφενός μεν θα εντείνει την υπερχρέωση της υπερδύναμης (ήδη πλησιάζει στο 100% του ΑΕΠ της), αφετέρου θα εμποδίζει τις κυβερνήσεις της στο μέλλον να διαθέτουν χρήματα για τις ανάγκες των αμερικανών Πολιτών, οι οποίοι με τη σειρά τους θα επιβαρύνονται (λεηλατούνται) με συνεχώς μεγαλύτερους φόρους – κάτι που ξεφεύγει εντελώς από τα πλαίσια της λογικής, αφού επιτρέπεται σε μία αχόρταγη τραπεζική ολιγαρχία να «απορροφάει» τον «πλούτο των εθνών», οδηγώντας τον πλανήτη στις φλόγες.   

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 01. Μαΐου 2011, viliardos@kbanalysis.com     

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει πρόσφατα το βιβλίο «Η κρίση των κρίσεων», το οποίο περιλαμβάνει επιλεγμένα οικονομικά άρθρα του 2009.

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2337.aspx

 

 Συνέχεια στο Μέρος ΙΙΙ

FED, Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Ι

FED, Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ:

 Τα καινούργια χρηματοπιστωτικά όπλα μαζικής καταστροφής, η νέα πιστωτική πυραμίδα, η παραγωγή χρήματος από τις εμπορικές τράπεζες…   – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν ενδιαφέρεται τόσο για τα κεφάλαια, πόσο μάλλον για τα «εικονικά» χρήματα, όσο για τους τόκους που «προσφέρουν». Τα κεφάλαια μοιάζουν με τα «οπωροφόρα» δέντρα, τα οποία έχουν τότε μόνο αξία, όταν παράγουν καρπούς – αφού αυτοί πωλούνται στις αγορές, δημιουργώντας κέρδη.

Όσον αφορά τις εμπορικές τράπεζες, με κριτήριο το ελάχιστο αποθεματικό κεφάλαιο (fractional reserve) που υποχρεούνται να καταβάλλουν στις κεντρικές, έχουν τη δυνατότητα να «εγκρίνουν» έως και τα 50πλάσια δάνεια των εγγυήσεων που διαθέτουν – δημιουργώντας χρήματα από το πουθενά και αποκομίζοντας ετήσια επιτόκια που υπερβαίνουν το 250% επί των κατατεθειμένων κεφαλαίων τους.

Για παράδειγμα, όταν προσφέρουν ένα δάνειο 1.000 €, τα χρήματα που στην πραγματικότητα διαθέτουν (υπό ορισμένες προϋποθέσεις), είναι 20 € (2%). Από τα 20 αυτά Ευρώ, με επιτόκιο 5%, οι ετήσιοι τόκοι τους διαμορφώνονται στα 50 € – δηλαδή, κερδίζουν 2,5 φορές τα πραγματικά χρήματα που καταβάλλουν. Επομένως, όχι μόνο ξεπερνούν κατά πολύ ακόμη και τον πιο άπληστο τοκογλύφο, αλλά, το σημαντικότερο ίσως, θα ήταν πιθανότατα ικανές να «εγκληματήσουν», εάν μόνο έτσι θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν περαιτέρω τα υπερκέρδη τους”.  

Με βάση τις παραπάνω τοποθετήσεις, δεν απορεί κανείς διαπιστώνοντας ότι το καζίνο έχει ξανά ανοίξει – ειδικά όταν γνωρίζει ότι οι «πρωταθλητές» του marketing, οι Η.Π.Α., έχουν διοχετεύσει σχεδόν το σύνολο της δημιουργικότητας τους στα χρηματοπιστωτικά προϊόντα «μαζικής καταστροφής». Πόσο μάλλον αφού η εμπειρία των μεγάλων ιδρυμάτων από την πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση τα δίδαξε ότι, ακόμη και αν τυχόν βρεθούν ξανά σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης (χρεοκοπία), οι κυβερνήσεις θα επέμβουν με τα χρήματα των φορολογουμένων Πολιτών τους, διασώζοντας τες (ετεροβαρές ρίσκο).

ΟΙ ΣΚΙΩΔΕΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ

Αναλυτικότερα οι τράπεζες, κυρίως οι τοπικές γερμανικές, με στόχο να αποφύγουν τις μελλοντικές υποχρεώσεις τους από την εφαρμογή της νέας συνθήκης της Βασιλείας, η οποία θα τις αναγκάζει σε Ίδια Κεφάλαια της τάξης του 10,5% επί των συνολικών δανείων τους, «μεταβιβάζουν» τις επισφάλειες (ρίσκα) τους σε εξειδικευμένους επενδυτές (σκιώδεις τράπεζες) – με αποτέλεσμα να ελαχιστοποιούν τα απαιτούμενα κεφάλαια τους, κάποιες φορές σε χαμηλότερα του 1% (δανείζοντας με επιτόκια 5%, επιτυγχάνουν έως και 500% κερδοφορία).

Η καινούργια αυτή «αισθητική επέμβαση» στους Ισολογισμούς τους ονομάζεται «Regulatory Capital Relief Trade / Reg Caps» – όπου οι σκιώδεις, ανεξέλεγκτες από τις Αρχές τράπεζες, οι οποίες στις Η.Π.Α. διαχειρίζονται πιστώσεις ύψους 16 τρις $ (οι κανονικές τράπεζες «μόλις» 13 τρις $), υψηλότερες δηλαδή από το συνολικό ΑΕΠ της υπερδύναμης, «αγοράζουν» τις επισφαλείς πιστώσεις των εμπορικών τραπεζών, «χρεώνοντας» τες με προμήθειες που ξεπερνούν το 15%. Η λειτουργία του απίστευτου αυτού «μηχανισμού ωραιοποίησης» των Ισολογισμών είναι η εξής:

(α)  Η εμπορική τράπεζα προσφέρει πιστώσεις στους πελάτες της, ιδιώτες ή επιχειρήσεις, χωρίς να προσέχει ιδιαίτερα την πιστοληπτική τους ικανότητα (όπως ακριβώς συνέβη με τα ενυπόθηκα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης στις Η.Π.Α.)

(β)  Αρκετές χιλιάδες δανείων «συσκευάζονται» σε ένα «δομημένο» προϊόν. Τα ιδιαίτερα επικίνδυνα πιστωτικά «πακέτα» τώρα, τα δομημένα προϊόντα δηλαδή με το μεγαλύτερο ρίσκο (Junior Trance), «τιτλοποιούνται» και μεταβιβάζονται σε επενδυτές (σκιώδεις τράπεζες).

(γ)  Οι επενδυτές αυτοί (για παράδειγμα κάποια Hedge Funds), αναλαμβάνουν το ρίσκο της απώλειας των πιστώσεων – χρεώνοντας την τράπεζα που τις μεταβιβάζει με υψηλά επιτόκια (έως και 15%).

(δ)  Η τράπεζα, έχοντας μετατρέψει τα επισφαλή της δάνεια σε ασφαλή, αφού έχει μεταβιβάσει το ρίσκο της απώλειας τους (κάτι που λειτουργούσε στο παρελθόν με τα CDS και τις ασφαλιστικές εταιρίες, έως ότου κατέρρευσε η αγορά τους), δεν είναι υποχρεωμένη να τα εγγράψει στον Ισολογισμό της. Επομένως, έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει την παροχή πιστώσεων, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να αυξήσει τα Ίδια Κεφάλαια της (με αποτέλεσμα να μειώνεται η σχέση «Ίδια Κεφάλαια προς Πιστώσεις» στο 1% – αντί να παραμένει στο 10%).    

(ε)  Ο κίνδυνος της απώλειας των επισφαλών δανείων τώρα, τον οποίο έχουν αναλάβει τα Hedge funds από την τράπεζα, μεταφέρεται στους χρηματοδότες τους – που ακριβώς δεν γνωρίζει κανείς. Όπως υποθέτουν οι γνώστες της αγοράς, οι χρηματοδότες αυτοί είναι κρατικά επενδυτικά κεφάλαια, συνταξιοδοτικά ταμεία και πλούσιοι ιδιώτες –  μέσω των ειδικών ιδρυμάτων που διαθέτουν.

(στ) Ολόκληρο το «παιχνίδι», η πιστωτική πυραμίδα δηλαδή, συνεχίζεται επ’ αόριστον – μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, κατά την οποία θα εκραγεί ακόμη μία φορά η «φούσκα» και θα γκρεμισθεί η πυραμίδα (καπιταλισμός-καζίνο).

Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι απίθανο ένας ιδιοκτήτης, ο οποίος για παράδειγμα αγόρασε με δόσεις το σπίτι του από μία Ελληνική Τράπεζα (ή ένας επιχειρηματίας που δανείσθηκε από μία ελβετική τράπεζα), να έλθει αντιμέτωπος με έναν Ιάπωνα επενδυτή ή με κάποιο βρετανικό Hedge Fund, το οποίο θα ζητάει από αυτόν τα χρήματα του. Ειδικά όσον αφορά τα επιχειρηματικά δάνεια, τα οποία είναι συνήθως εξάμηνης λήξης, αν και υπό ομαλές συνθήκες ανανεώνονται, είναι δυνατόν να «καταπέσουν» ξαφνικά, καταστρέφοντας πολλές επιχειρήσεις.        

Περαιτέρω, παρά το ότι οι κρατικές υπηρεσίες ακολουθούν τα ίχνη των πιστωτικών «ακροβατών», προσπαθώντας να εμποδίσουν την καινούργια, πολύ πιο ισχυρή πιστωτική φούσκα που δημιουργείται, δεν φαίνεται δυστυχώς να τα καταφέρνουν. Το γεγονός αυτό είναι μάλλον αυτονόητο αφού ο Αρχές, ιδίως οι ευρωπαϊκές, διαθέτουν ελάχιστα άτομα, με ετήσιους μισθούς που δεν ξεπερνούν τα 130.000 € – έχοντας απέναντι τους πολλές χιλιάδες καλοπληρωμένα, ικανότατα επενδυτικά στελέχη, τα οποία ακολουθούν «πρότυπα» όπως αυτό του J.Paulson (ο οποίος κέρδισε μέσα σε ελάχιστους μήνες από την πρόσφατη κρίση των subrimes σχεδόν 4 δισεκατομμύρια $).

Πολύ περισσότερο όταν, όπως υποθέτουμε, δεν είναι αντίθετη τους η Fed – η οποία, παρά το ότι η ονομασία της (Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα των Η.Π.Α.) μας προδιαθέτει να την θεωρήσουμε κρατική, είναι μία ιδιωτική τράπεζα (με μετόχους μερικές από τις μεγαλύτερες εμπορικές τράπεζες, καθώς επίσης ανώνυμους ιδιώτες-μέλη της τραπεζικής ολιγαρχίας).    

ΟΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ

 Συνεχίζοντας, θεωρούμε ότι οι κανονικές τράπεζες (εμπορικές), δεν διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό από τις σκιώδεις – με μοναδική ίσως εξαίρεση το ότι υπάγονται σε θεσμοθετημένους ελεγκτικούς μηχανισμούς. Ειδικότερα, η διαδικασία της δημιουργίας χρήματος εκ μέρους τους από το πουθενά παραμένει «αδιαφανής – ενώ είναι πολύ δύσκολο να «ανακαλυφθεί/τεκμηριωθεί». Για παράδειγμα, όταν κανείς αναζητήσει στους Ισολογισμούς και στις στατιστικές των εμπορικών τραπεζών, εάν το ποσόν των χορηγήσεων τους υπερβαίνει το αντίστοιχο των καταθέσεων, δεν πρόκειται να διακρίνει σημαντικές διαφορές (Πίνακας Ι).

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Καταθέσεις, χορηγήσεις και διαφορά (καταθέσεις μείον χορηγήσεις) ορισμένων Ελληνικών τραπεζών σε δις €, με κριτήριο τους Ισολογισμούς τους το 2009.

 

Τράπεζα

Καταθέσεις

Χορηγήσεις

Διαφορά

 

 

 

 

Εθνική Τράπεζα

58,08

58,13

-0,05

Eurobank

45,81

42,02

3,79

Alpha Bank

35,26

41,81

-6,55

Τράπεζα Κύπρου

26,93

22,35

4,58

Τράπεζα Πειραιώς

25,73

31,25

-5,52

Αγροτική Τράπεζα

22,68

22,13

0,55

Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο

12,66

7,91

4,75

Πηγή: Ναυτεμπορική, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος 

 

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι, η διαφορά μεταξύ καταθέσεων και χορηγήσεων (όπου το αρνητικό υπόλοιπο σημαίνει ότι η εκάστοτε τράπεζα έχει δανείσει περισσότερα χρήματα από τις «καταθέσεις» της), δεν είναι σημαντική. Επομένως, αυτός που αναζητά πρακτική απόδειξη της δημιουργίας χρημάτων από το πουθενά στους Ισολογισμούς των τραπεζών, δεν πρόκειται να την βρει εκεί – εκτός εάν γνωρίζει ότι, κάτω από την έννοια «καταθέσεις» συμπεριλαμβάνονται επίσης χρήματα, τα οποία δεν προέρχονται από καταθέσεις, αλλά από «πιστώσεις»: λογιστικά χρήματα δηλαδή (πηγή: B. Senf).

Πόσο μάλλον εάν κατανοήσει ότι, εάν κάποιος λάβει ένα δάνειο από μία τράπεζα και καταθέσει (εμβάσει κλπ) το ποσόν του δανείου σε έναν λογαριασμό όψεως, στην ίδια ή σε κάποια άλλη τράπεζα, τότε τα χρήματα αυτά θεωρούνται καταθέσεις – γεγονός που μάλλον δυσχεραίνει κατά πολύ την πειστικότητα εκείνων των στατιστικών αναφορών, οι οποίες καταγράφουν τις αποταμιεύσεις των Πολιτών, προσπαθώντας να μας δώσουν μία δήθεν αντιπροσωπευτική εικόνα των προς διάθεση «πραγματικών» χρημάτων (χωρίς να αφαιρούν τις υποχρεώσεις των καταθετών κλπ).

Παρά το ότι λοιπόν η διαδικασία της παραγωγής χρημάτων από το πουθενά ήταν αρχικά το αποκλειστικό προνόμιο των κεντρικών τραπεζών, στις οποίες οι εμπορικές, για να πάρουν χρήματα (δάνεια) έδιναν σαν εγγύηση τις απαιτήσεις τους από τους πελάτες τους (ανταλλάσσοντας τες με «κεντρικά χρήματα», τα οποία «μεταβίβαζαν» στους επόμενους πελάτες τους), οι εμπορικές τράπεζες έχουν «εφεύρει», για πολλά χρόνια κρυφά από το ευρύ κοινό και την Πολιτική, έναν καινούργιο τρόπο παραγωγής χρημάτων: τα λογιστικά χρήματα, τα οποία πλέον αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της ποσότητας χρήματος Μ1 (μετρητά συν καταθέσεις όψεως).

Όπως έχουμε αναφέρει στο παρελθόν το απλοποιημένο «πιστωτικό φαινόμενο», το οποίο επεξηγεί το μηχανισμό που οδηγεί στη διαρκή αύξηση της ποσότητας των χρημάτων εκ μέρους των εμπορικών τραπεζών, είναι το εξής:  

(α)  Κάποιος καταθέτει στην Τράπεζα Α το ποσόν των 1.000 €. Η τράπεζα διατηρεί τα 200 € στους λογαριασμούς της (σαν «ρεζέρβες», εάν αυτή ήταν η υποχρέωση της στην κεντρική) και δανείζει τα 800 € στην Τράπεζα Β (ή σε κάποιον άλλο πελάτη της κλπ)

(β)  Η Τράπεζα Β, η οποία δανείζεται τα 800 €, διατηρεί αντίστοιχα τα 160 € στους λογαριασμούς της και δανείζει τα 640 € στην Τράπεζα Γ.

(γ)  Η Τράπεζα Γ, η οποία δανείζεται τα 640 € διατηρεί τα 128 € και δανείζει τα 512 € που «περισσεύουν» κοκ.

Με αυτόν τον τρόπο, έχουμε στο τέλος «καινούργιες» καταθέσεις συνολικά 5.000 €, από την αρχική κατάθεση των πραγματικών 1.000 €, ρεζέρβες αυτά τα 1.000 € και νέες πιστώσεις 4.000 €. Δηλαδή, τα 1.000 € που κατέθεσε ένας και μοναδικός πελάτης έγιναν 4.000 € πιστώσεις και 1.000 € ρεζέρβες – επομένως, «ως δια μαγείας» πολλαπλασιάστηκαν.

Ίσως οφείλουμε να συμπληρώσουμε εδώ ότι, εάν η υποχρέωση των εμπορικών τραπεζών για τη διατήρηση εγγυήσεων στην κεντρική δεν ήταν 20%, όπως στο παράδειγμα, αλλά 2%, όπως συμβαίνει σήμερα στην Ευρωζώνη, τα αρχικά 1.000 € θα μπορούσαν να γίνουν 50.000 € (υπό προϋποθέσεις φυσικά, όπου το μέγεθος της τράπεζας, ο όγκος των συναλλαγών της καλύτερα, διαδραματίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο – κάτι που θα αναλύσουμε σε επόμενο άρθρο μας).    

Συνεχίζοντας στο προηγούμενο παράδειγμα, αλλά από την αντίθετη «φορά», εάν ο αρχικός πελάτης ζητήσει από την Τράπεζα Α να του επιστρέψει τα 1.000 €, τότε αυτή θα απαιτήσει από την Τράπεζα Β τα 800 € που της είχε δανείσει, συμπληρώνοντας τα  με τα 200 € που είχε διατηρήσει (ρεζέρβες) κοκ. Έτσι λοιπόν, σε τελική ανάλυση, τα 4.000 € πιστώσεις και τα 1.000 € ρεζέρβες, τα συνολικά 5.000 € δηλαδή, θα ξαναγίνονταν 1.000 € (εδώ το μέγεθος της τράπεζας λειτουργεί ακριβώς αντίθετα, οδηγώντας τις μεγάλες γρηγορότερα στη χρεοκοπία).

Φυσικά, όταν η Οικονομία λειτουργεί ομαλά, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει πρακτικά, αφού εμφανίζονται συνεχώς νέοι καταθέτες, οι τράπεζες δανείζονται επί πλέον χρήματα κλπ. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν είναι τόσο εύκολη η διαδικασία της επιστροφής χρημάτων (πιστωτική συρρίκνωση, «κάψιμο» χρημάτων), όσο αυτή του δανεισμού τους, ενώ εμπεριέχει πολλούς διαφορετικούς κινδύνους – κάτι που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα, με άγνωστα αποτελέσματα για το μέλλον της (ύφεση, ανεργία κλπ).  

Κλείνοντας είναι πιθανόν, στο παράδειγμα μας, η Τράπεζα Β, η οποία για να επιστρέψει με τη σειρά της τα 800 € θα πρέπει να ζητήσει την αποπληρωμή των 640 € από την Τράπεζα Γ, να μην μπορέσει να το επιτύχει – επειδή η Τράπεζα Γ αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα ρευστότητας και αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της. Στην περίπτωση αυτή, η Τράπεζα Β είναι υποχρεωμένη (υπό ορισμένες προϋποθέσεις φυσικά), να ζητήσει από κάποιον άλλο «πελάτη» της τα 640 € και να δημιουργήσει προβλέψεις ζημιών (επίσης 640 €).

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 01. Μαΐου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει πρόσφατα το βιβλίο «Η κρίση των κρίσεων», το οποίο περιλαμβάνει επιλεγμένα οικονομικά άρθρα του 2009.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2337.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Δημόσιο χρέος και ελληνική κλεπτοκρατία

Δημόσιο χρέος και ελληνική κλεπτοκρατία

 

Του «Σκαντζόχοιρου»

 

Το στοιχείο που δημιουργεί ένα εκρηκτικό κοκτέιλ αδιεξόδων στην ελληνική κρίση είναι η σύμπτωση φαινομένων που ανήκουν στο κοίλο δύο διακριτά ιστορικών φάσεων. Σήμερα η Ελλάδα ζει το τέλος του ιδιότυπου μεταπολιτευτικού κρατισμού και ταυτοχρόνως την εξάντληση της εκσυγχρονιστικής στρατηγικής για την «προσαρμογή» της χώρας μας στο παγκοσμιοποιητικό μοντέλο.

Έτσι, έχουμε να αντιμετωπίσουμε την εκτόξευση του κρατικού ελλείμματος, τη διάλυση του παραγωγικού ιστού και ταυτόχρονα πολιτισμικές/εθνοτικές αντιθέσεις λόγω της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης, τις συνθήκες πολιτικής υπαγωγής της χώρας στο ευρωπαϊκό γερμανοκρατούμενο κέντρο, την οικονομική υποδούλωση στο ευρώ κ.ο.κ. Η χώρα μας, δηλαδή, πατά με το ένα της πόδι σε ένα αδιέξοδο που θυμίζει εκείνα που παρατηρούνταν διεθνώς το 1989, και είχαν να κάνουν με την εξάντληση των κρατισμών σε Δύση και Ανατολή, ενώ με το άλλο ζει τις συνέπειες της κρίσης του μοντέλου της παγκοσμιοποίησης και της ευρωκρατίας.

Η τρομακτική συμβολή της κρατικής διαφθοράς στη διαμόρφωση του υπέρογκου ελληνικού χρέους είναι το πεδίο που αναδεικνύει τη διαπλοκή των φαινομένων. Γιατί ο ιδιότυπος ελληνικός κλεπτοκρατικός κρατισμός έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το υπέρογκο χρέος της χώρας προς τους ξένους δανειστές. Κάτι τέτοιο κατ’ αρχήν αποδεικνύεται από εκθέσεις και στοιχεία: «Η διαφθορά του ελληνικού κρατισμού κοστίζει στη χώρα πάνω από 20 δισ. ευρώ ετησίως» (Μάρκους Ουόκερ – «Η διαφθορά επιδεινώνει την ελληνική κρίση», Wall Street Journal -ppol.gr 05/04/2010). Το ίδρυμα Μπρούκινκς, δε, υποστηρίζει ότι «αν ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα ήταν τόσο καθαρός και διαφανής όσο της Σουηδίας, η χώρα πιθανόν να είχε εμφανίσει πλεονάσματα» (TA NEA, 17/04/2010).

H «διαφθορά» είναι μια ουδέτερη έννοια, που προσπαθεί να εξουδετερώσει και να εξωραΐσει γενικευμένες πρακτικές ιδιοποίησης του δημόσιου πλούτου, από το ιδιότυπο ελληνικό κλεπτοκρατικό καθεστώς. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για την ουσιαστικότερη μέθοδο απόσπασης πλούτου από τις ελλαδικές άρχουσες τάξεις και αναδιανομής του σε όλες εκείνες τις τάξεις που συμμετέχουν προνομιακά στο κλεπτοκρατικό μπλοκ – από τους μεγαλοεργολάβους και τους κρατικούς λειτουργούς, μέχρι τους κατώτερους δημοσίους υπαλλήλους και τους υπεργολάβους εργατών.

Στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητας, όλες οι κρατικές λειτουργίες αντιστρέφονται για να παράγουν προσόδους που κατευθύνονται προς το κλεπτοκρατικό μπλοκ. Και το καθετί, μέσα σε ένα όργιο διαστροφής, μετατρέπεται σε όχημα περαιτέρω διασπάθισης του δημόσιου πλούτου…

Ακόμα και τα ευρωπαϊκά προγράμματα, μέσα από ένα όργιο υπερκοστολογήσεων, μιζών και εσκεμμένων καθυστερήσεων, όχι μόνο κλέβονται δίχως να παράγουν κανένα όφελος για την ελληνική κοινωνία, αλλά γίνονται όχημα περαιτέρω ληστείας των κρατικών πόρων. Μια πρόσφατη μελέτη, που είδε το φως της δημοσιότητας, αποκάλυψε έναν τέτοιο μηχανισμό: Για ένα έργο αξίας 1.000.000 ευρώ, που χρηματοδοτείται κατά 50% από την Ε.Ε., πρώτα πληρώνει το Δημόσιο το σύνολο του ποσού, δίνει τα τιμολόγια στις Βρυξέλλες, και μετά λαμβάνει πίσω τα 500.000 ευρώ από τα κοινοτικά ταμεία. (Ελευθεροτυπία, 26/02/2011). Βέβαια, όλοι γνωρίζουμε το πού πηγαίνουν αυτά τα λεφτά. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, εξάλλου, υπάρχει τεράστια διάσταση μεταξύ των δημόσιων δαπανών και του παραγόμενου αποτελέσματος στο οποίο αντιστοιχούν: Με το 27% των σημερινών δαπανών, το ελληνικό κράτος θα μπορούσε να προσφέρει στους Έλληνες πολίτες το ίδιο αποτέλεσμα, ή, με άλλη διατύπωση, το αποτέλεσμα του ελληνικού κράτους είναι μόλις το 65% αυτού που θα μπορούσε να προσφέρει σε σχέση με τα χρήματα που ξοδεύει (Καθημερινή 1/03/2011). Βεβαίως, τα υπόλοιπα πηγαίνουν στη συντήρηση του ελληνικού ιδιότυπου καθεστώτος, είναι το κόστος της αναπαραγωγής του.

Το ζήτημα δεν είναι τεχνοκρατικό, και δεν έχει διόλου να κάνει με τον τρόπο που τίθεται από τον Γιωργάκη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Έχει να κάνει με το πώς το κλεπτοκρατικό μπλοκ εξουσίας, που έχτισε η αλλαγή του ΠΑΣΟΚ, επιβίωσε από την κρίση του 1989 και κατάφερε, έπειτα από τα πρώτα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του 1990, να αυτομετασχηματιστεί ώστε να προσαρμοστεί στο νέο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.

Στις κυρίαρχες αφηγήσεις της πολιτικής επιστήμης και της κοινωνιολογίας, το 1989 συνιστά μια τομή. Τομή εγκατάλειψης του κρατισμού σε Δύση και Ανατολή, τομή μετάβασης από το κεϋνσιανό εθνικό κράτος σε μια νέα εποχή ελεύθερης αγοράς και υποχώρησης της κρατικής ρύθμισης, μια εποχή όπου η πολιτική και οικονομική ισχύς συσσωρεύεται στα διεθνή διευθυντήρια. Στην Ελλάδα, αυτή η αφήγηση έχει άμεσα ή έμμεσα λειτουργήσει κατά κόρον ώστε να επιβληθούν ψεύτικες διαχωριστικές γραμμές και μαύρες τρύπες στον τρόπο με τον οποίο συζητάμε το ελληνικό αδιέξοδο. Διότι κουβεντιάζουμε τα προβλήματά μας σαν να ξεκινήσαμε από το σημείο μηδέν, το 1992 με το Μάαστριχτ, και ό,τι προηγήθηκε πιο πριν να ανήκει σε μια ξένη ως προς το παρελθόν και καινοφανή ιστορική φάση.

Η ελληνική εκδοχή του 1989, ο Κοσκωτάς, ο Παπανδρέου στο δικαστήριο, η οικουμενική κυβέρνηση-αποδέκτης των «άδηλων πόρων» του Σ. Κόκκαλη για τον ΟΤΕ, η συγκυβέρνηση Δεξιάς και Αριστεράς – όλα αυτά έχουν καταβυθιστεί στο βαθύ πηγάδι της εθνικής λήθης. Κι όμως, καμία ισχυρή τομή δεν πραγματοποιήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Ίσα ίσα, αυτό το οποίο επιβεβαιώθηκε ήταν η «συνέχεια» και όχι η «τομή». Διότι αν κάτι «παγκοσμιοποιήθηκε» με τον εκσυγχρονισμό, δεν είναι τίποτε άλλο από το ίδιο το κλεπτοκρατικό σύστημα ΠΑΣΟΚ του 1980. Δηλαδή, μπορούμε να επισημάνουμε δύο φάσεις ζωής της ελληνικής πασοκικής κλεπτοκρατίας κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Μια πρώτη, «κεϋνσιανή», όπου κυριαρχούσε η ληστρική ιδιοποίηση του εσωτερικού πλούτου, μέσα από τις «κρατικοποιήσεις», την απομύζηση των συνεταιρισμών και την ολοκληρωτική άλωση του δημόσιου τομέα. Και μια δεύτερη φάση, εξωστρεφής και «παγκοσμιοποιητική», όπου κυριαρχούσε η εκποίηση της χώρας στις εξωγενείς δυνάμεις της Δύσης και της Ανατολής. Μια φάση, όπου η κλεπτοκρατία στηρίχτηκε αποφασιστικά στη διασπάθιση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, στην εκμετάλλευση των ογκούμενων μεταναστευτικών ρευμάτων και στην εκχώρηση της «γεωπολιτικής αξίας του οικοπέδου  ΕΛΛΑΣ» (Π. Κονδύλης). Στην πρώτη φάση, ο Κοσκωτάς και η Αυριανή, στη δεύτερη η Ζήμενς, το Μέγκα, ο νεο-οθωμανισμός και το γερμανικό κεφάλαιο.

Αυτή η πραγματικότητα, κινείται σήμερα υπόγεια και άρρητα, διαμορφώνοντας τις εξελίξεις και υπονομεύοντας οποιαδήποτε μερική αντιμετώπιση του ελληνικού αδιεξόδου, ακόμα και αν θέλει να εμφανιστεί κατά το μέτρο του δυνατού συνολική και ριζοσπαστική. Γιατί βεβαίως η Ελλάδα μπορεί να κινηθεί στα βήματα του Ισημερινού και να αναθεωρήσει μέρος του επαχθούς της χρέους, αλλά, στο μέτρο που το κλεπτοκρατικό σύστημα αναπαραχθεί, θα έχουμε να κάνουμε με μια σισσύφεια, απελπισμένη κίνηση. Το ίδιο ισχύει και για τη συζήτηση σχετικά με το ευρώ: Ακόμα και η μακροπρόθεσμη απεμπλοκή από το ευρώ – και όχι η άμεση, που θα προκαλέσει συνθήκες εκποίησης της χώρας όμοιας με εκείνην, που βίωσαν οι Ρώσοι στις αρχές της δεκαετίας του 1990 – θα πρέπει να έχει ως προϋπόθεση και θεμέλιο το τσάκισμα του κλεπτοκρατικού συστήματος, ειδάλλως θα έχει γίνει μια τρύπα στο νερό.

Αυτή η πραγματικότητα διαμορφώνει απροσπέλαστα αδιέξοδα όχι μόνον στο επίπεδο των εναλλακτικών λύσεων, αλλά και σε μια διερεύνηση των πιθανών συλλογικών υποκειμένων που θα μπορούσαν να τις ενσαρκώσουν. Γιατί η σοσιαλίζουσα κλεπτοκρατία χρησιμοποίησε ως πυλώνα της τα συνδικάτα, συνδικάτα που, όσο περνούσε ο καιρός, περιορίζονταν στους πολύ εξασφαλισμένους τομείς της εργασίας του δημόσιου τομέα –και όλα αυτά είναι που έχουν αποδυναμώσει την πραγματική τους ισχύ και τα έχουν απονομιμοποιήσει στα μάτια του λαού.

Έτσι, στην πραγματικότητα και επί της ουσίας, πέρα από τα ευχολόγια και πέρα από μια γενικευμένη επίγνωση της ανάγκης για αντίσταση, πρακτική απάντηση σε αυτή την κρίση φαίνεται πως διαθέτει η ίδια η… ηγεσία της κλεπτοκρατίας, το ξένο κεφάλαιο και οι παρασιτικές άρχουσες τάξεις της χώρας. Και αυτή είναι που έχει ξεκινήσει να υλοποιείται. Πιλότος για να δούμε τα γεγονότα είναι οι θεραπείες σοκ που τυράννησαν τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Όπως τότε, έτσι και τώρα, οι ελίτ σπάνε το κλεπτοκρατικό μπλοκ εξουσίας, σπρώχνουν τους μαζικότερους και πιο αδύναμους κρίκους τους στον γκρεμό της κρίσης και προσπαθούν να περισώσουν την ηγεμονία τους σε συνθήκες πολιτικής κατοχής, εκποιώντας στους ξένους τη χώρα μας. Μόνο που, ενώ στη Ρωσία ήταν ντόπιοι οι ολιγάρχες που αναδύθηκαν από το γενικευμένο ξεπούλημα, στην Ελλάδα, ντόπιοι είναι μόνον οι μεσάζοντες, και τον ρόλο του ολιγάρχη έχουν αναλάβει οι ξένες δυνάμεις, τόσο οι αποικιοκράτες της Δύσης, όσο και οι νεο-οθωμανοί της Ανατολής.

Απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση, οι αντιπολιτευόμενες δυνάμεις μοιάζουν να ζουν σε άλλη χώρα –και μόνον από αυτόνομες, ανεξάρτητες φωνές, υπάρχουν νύξεις και υπαινιγμοί για μια σφαιρικότερη αντιμετώπιση του προβλήματος, πέρα από την τεχνοκρατία και το εκ δεξιών και αριστερών εμπόριο της ελπίδας. Κατ’ αρχήν σε επίπεδο ανάλυσης, σταδιακά υπάρχουν προσπάθειες η συζήτηση να διευρυνθεί ξεφεύγοντας από το χρέος αυτό καθαυτό, πηγαίνοντας στους παράγοντες που το δημιούργησαν. Ο Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος, για παράδειγμα, γράφει: Ουδείς δείχνει διάθεση να συνδέσει το υπέρογκο δημόσιο διεθνές χρέος της Ελλάδας με τις παράνομες δραστηριότητες ξένων κυβερνήσεων και εταιρειών σε συνεργασία με ελληνικά πολιτικά κόμματα και Έλληνες κρατικούς λειτουργούς, δικαστικούς και αξιωματούχους (Δ.Κ.-περιοδικό Επίκαιρα, 19/01/11). Ακόμα και τεχνοκράτες καταλαβαίνουν σιγά σιγά ότι η συζήτηση για το χρέος δεν είναι μια στεγνή συζήτηση για την οικονομία, αλλά μια συνολική πολιτική συζήτηση για ολόκληρο το ελληνικό μοντέλο, γι’ αυτό και δειλά δειλά θέτουν την παράμετρο της πολιτικής/πολιτειακής αλλαγής στις προϋποθέσεις για την έξοδο από την κρίση: Οι λύσεις θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν, πριν από οτιδήποτε άλλο και αμέσως μετά την εκδίωξη του ΔΝΤ, την αναθεώρηση του διεφθαρμένο πολιτεύματός μας – αφού εάν παραμείνει ως έχει, καμία από τις όποιες διεργασίες δεν πρόκειται να έχει διατηρήσιμα αποτελέσματα» (Β. Βιλιάρδος, sofokleous10.gr, 14/02/2011).

Στο άμεσο πολιτικό επίπεδο, μόνον η πρόταση της Σ. Σακοράφα δείχνει να κινείται προς την κατεύθυνση μιας συνολικότερης αντιμετώπισης του αδιεξόδου μας. Διότι προφανώς, αν συσταθεί η Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου του Δημόσιου Χρέους, αναγκαστικά η προσοχή όλων θα στραφεί προς αυτά τα μονοπάτια και στο επίκεντρο θα τεθεί η ελληνική κλεπτοκρατία και η προδοτική της λειτουργία.

Ωστόσο, έχουμε μακρύ δρόμο ακόμα. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, πάντως, το ότι ζούμε ταυτόχρονα ένα «1989» και ένα «2008» (με την έννοια της κρίσης του παγκοσμιοποιητικού μοντέλου), δημιουργεί συνθήκες ολικής πολιτικοκοινωνικής εμπλοκής, γιατί ακριβώς η υφή της κρίσης αναγορεύει το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων σε μέρος του προβλήματος και όχι σε φορέα κάποιας πιθανής λύσης.

Σκατζ.

 

ΠΗΓΗ: Απριλίου 27, 2011, http://ithageneis.wordpress.com/2011/04/27/……#more-1795