Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΙΙ

Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ:

…. η εξαθλίωση, η επόμενη ημέρα και η μόνιμη σχέση με το ΔΝΤ – Μέρος ΙΙ

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι Η ΕΞΑΘΛΙΩΣΗ

Ανακεφαλαιώνοντας, σαν αποτέλεσμα των τρομακτικών πιέσεων που ασκήθηκαν τόσο από τις τράπεζες, όσο και από τα υπόλοιπα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της δύσης, η τουρκική κυβέρνηση αναγκάσθηκε, εκείνο το Σάββατο του Απριλίου του 2001, δύο μόλις μήνες μετά το ξέσπασμα της κρίσης και ενώ ο λαός ήταν ακόμη υπό την επήρεια του σοκ, να καταθέσει ένα αυστηρότατο πρόγραμμα μέτρων («μνημόνιο») – εν μέσω μαζικών διαδηλώσεων και διαμαρτυριών των εργαζομένων. Το πρόγραμμα αυτό προέβλεπε μία ευρύτατη αναδιάρθρωση της οικονομίας της χώρας, σε συνδυασμό με δραστικές μειώσεις του βιοτικού επιπέδου των Πολιτών της.

Ο βασικός λόγος, ο οποίος ανάγκασε την κυβέρνηση να λάβει τις συγκεκριμένες, οδυνηρές αποφάσεις ήταν, όπως αναφέραμε, οι «επιθετικές κινήσεις» της ισχυρότατης τουρκικής στρατιωτικής ηγεσίας, καθώς επίσης του τότε προέδρου της χώρας – σε στενή συνεργασία με το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα. Όλοι μαζί οι παραπάνω είχαν σαν «επίσημο» στόχο (κάλυψη;), την ολοκληρωτική διάλυση του «εδραιωμένου δικτύου» των πολιτικών, των δημοσίων υπαλλήλων και των μεγάλων επιχειρηματιών, οι οποίοι κυριαρχούσαν για πολλές δεκαετίες στην τουρκική κοινωνία. Ο σύνδεσμος όμως των βιομηχάνων και επιχειρηματιών (Tusiad) ήταν επίσης μέλος της ομάδας που επεδίωκε την αλλαγή, με σύνθημα του την «κήρυξη του πολέμου εναντίον της διαφθοράς», καθώς επίσης τον «εκδημοκρατισμό της χώρας» – έτσι ώστε να ενισχυθούν, όπως τόνιζε, οι προσπάθειες του τόσο από το εσωτερικό, όσο και από το εξωτερικό. Επομένως, πως ήταν δυνατόν να απαιτούσε ο ίδιος την τιμωρία του;

Κλείνοντας, σύμφωνα με ανεξάρτητους ξένους παρατηρητές της εποχής εκείνης, το αυστηρότατο πρόγραμμα μέτρων, το οποίο κατατέθηκε από την (σκιώδη) κυβέρνηση, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο εάν εξαθλιωνόταν εντελώς ο ήδη φτωχός πληθυσμός της χώρας – ενώ δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας. Αντίθετα, ήταν εντελώς ασυμβίβαστο με τους κανόνες της Δημοκρατίας, η οποία βέβαια δεν θα μπορούσε να επιβιώσει σε συνθήκες άκρατου νεοφιλελευθερισμού και βασιλείας των αγορών. Απλούστερα, οι νέοι καπετάνιοι του τουρκικού υπερωκεανίου θα πετούσαν έναν μεγάλο αριθμό ταξιδιωτών στη θάλασσα, για να μπορέσει το καράβι να συνεχίσει το δρόμο του με τους υπόλοιπους – οι οποίοι, αφενός μεν θα αποδέχονταν δουλικά, αφετέρου δε θα ισχυροποιούσαν και θα έτρεφαν πλουσιοπάροχα τους νέους ιδιοκτήτες. Σε σχέση με το συγκεκριμένο συμπέρασμα, είναι μάλλον χαρακτηριστική η παρακάτω διαπίστωση ενός ξένου δημοσιογράφου, όσον αφορά τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε στην Τουρκία: «Πως είναι δυνατόν να επιζήσει ένας φυσιολογικός άνθρωπος εδώ; Τα χαμηλά εισοδήματα είναι της τάξης των 175-250 €, ενώ τα μεσαία κυμαίνονται μεταξύ 350 € και 450 € μηνιαία. Ανάλογα με το εκάστοτε εισόδημα, το 35% πηγαίνει στο ενοίκιο, οπότε μένουν ελάχιστα χρήματα για τα υπόλοιπα έξοδα. Το κόστος διαβίωσης δεν είναι χαμηλό στην Τουρκία, όπως υποθέτουν πολλοί στην Ευρώπη – αντίθετα, είναι απερίγραπτα υψηλό. Ένα τηλεφώνημα κοστίζει τριπλάσια, από όσο στην Ευρώπη – δεκαπλάσια, εάν το μετρήσει κανείς με κριτήριο τα πραγματικά του εισοδήματα. Ένα ζευγάρι παπούτσια κοστίζει στην επαρχία περίπου 50 € – θα πρέπει δηλαδή να δουλέψει κανείς τουλάχιστον μία εβδομάδα για να τα αγοράσει. Το κρέας είναι ακριβότερο από τη Γερμανία, ενώ όλα τα υπόλοιπα τρόφιμα επίσης, με εξαίρεση μόνο τα φρούτα και τα λαχανικά. Για να μπορέσει μία τετραμελής οικογένεια να ζήσει με σχετική αξιοπρέπεια στην Τουρκία, χρειάζεται περίπου 900 € μηνιαία – ενώ συνήθως δεν διαθέτει ούτε τα μισά. Είναι πραγματικά μυστήριο το πως μπορεί και επιβιώνει ένας μέσος εργαζόμενος άνθρωπος εδώ – για τους άνεργους και τους συνταξιούχους, ένας άλυτος γρίφος. Πεθαίνουν στην κυριολεξία άνθρωποι στους σκουπιδότοπους και κανείς δεν τους δίνει την παραμικρή σημασία. Δεν είμαι πια σίγουρος εάν ο πόλεμος της φτώχειας είναι καλύτερος από το συμβατικό. Τουλάχιστον στον κανονικό πόλεμο, πεθαίνει κανείς με αξιοπρέπεια και με υπερηφάνεια για την πατρίδα του. Είναι πραγματικά οδυνηρή η εικόνα αυτού του κάποτε υπερήφανου, στρατιωτικού λαού, ο οποίος καθημερινά ζητιανεύει στους σκονισμένους, άθλιους δρόμους της λεηλατημένης χώρας του – δούλος μίας παγκόσμιας, αχόρταγης ολιγαρχίας που δεν πρόκειται ποτέ στη ζωή του να συναντήσει».    

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΗΜΕΡΑ

Μεταξύ των ετών 2002 και 2005 η οικονομία αυξανόταν με έναν ρυθμό της τάξης του 7,2% ετήσια – με τις εξαγωγές να διπλασιάζονται στο ίδιο χρονικό διάστημα (μία μάλλον μέτρια «επίδοση», εάν υπολογίσει κανείς την τεράστια υποτίμηση του νομίσματος κατά 96%, καθώς επίσης τις μειώσεις των μισθών). Φυσικά δε, μόλις το 20% του πληθυσμού της χώρας είχε κάποιο όφελος από  την ανάπτυξη – με την περιοχή της Κωνσταντινούπολης να απολαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των «νέων» εισοδημάτων της χώρας. Οι αμοιβές των εργαζομένων συνέχισαν να μειώνονται μέχρι και το 2006, ενώ η διαφορά τους, σε σχέση με το 2000, διαμορφώθηκε στο -30,2% (πηγή: O.Onaran). Δηλαδή, οι ονομαστικοί μισθοί των εργαζομένων στην Τουρκία το 2006 ήταν κατά 30% περίπου χαμηλότεροι, σε σχέση με το 2000 (οι πραγματικές αμοιβές το 2007 ήταν χαμηλότερες κατά -21,5%, σε σχέση με το 1979 – παρά τη συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας και του ΑΕΠ της χώρας). Ειδικά στον ιδιωτικό τομέα, επιβλήθηκαν μεγάλες μειώσεις στους μισθούς, υπό το φόβο της ανεργίας – ενώ τα συνδικάτα των εργαζομένων αποδέχθηκαν ακόμη και απολύσεις, χωρίς αποζημιώσεις. Το 2005, ο βασικός μισθός ενός δεκαεξάχρονου ήταν 350 νέες τουρκικές λίρες (200 €), ενώ το επίσημο όριο της φτώχειας για μία τετραμελή οικογένεια 1.600 λίρες (915 €) – δηλαδή, ο βασικός μισθός ήταν περίπου 4,5 φορές χαμηλότερος από το όριο της φτώχειας, ενώ μόλις το 48% των εργαζομένων ήταν ασφαλισμένοι.           

Συνεχίζοντας, ο πληθωρισμός περιορίσθηκε σε μονοψήφια μεγέθη για πρώτη φορά μετά από 37 έτη, ενώ το έλλειμμα του προϋπολογισμού μειώθηκε στο -7% το 2004. Στην πραγματικότητα βέβαια, ήταν (συνεχίζει να είναι) πολύ δύσκολο να διαπιστώσει κανείς τα πραγματικά οικονομικά μεγέθη της Τουρκίας, αφού «αποτυπώνονταν» κάθε φορά με διαφορετικούς τρόπους – ενώ ήταν «επηρεασμένα» από την ιδιαίτερα στενή συνεργασία της νέας τουρκικής κυβέρνησης με το ΔΝΤ. Έτσι λοιπόν, όπως αναφερόταν το 2005 από το ΔΝΤ, το δημόσιο χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ περιορίσθηκε από 91% το 2001, στα 63,5% το 2004 – παράλληλα με τη σημαντικότατη μείωση του πληθωρισμού, σε επίπεδα της τάξης του 10%. Οι αριθμοί όμως αυτοί ήταν (είναι) σε μεγάλο βαθμό «παραπλανητικοί», επειδή οφείλονταν στην έντονα υπερτιμημένη τότε τουρκική λίρα. Εάν δηλαδή εξέταζε κανείς τα μεγέθη χωρίς τη «νομισματική επίδραση», τότε θα διαπίστωνε πως το δημόσιο χρέος αυξήθηκε ουσιαστικά κατά 50% – παράλληλα με την τεράστια αύξηση των εισαγωγών. Απλούστατα λοιπόν, η υπερτιμημένη λίρα περιόριζε το κόστος των εισαγωγών, μείωνε το εξωτερικό, καθώς επίσης το δημόσιο χρέος, ενώ λειτουργούσε αποπληθωριστικά – ένα πραγματικά εξαιρετικό τέχνασμα του «Ταμείου» το οποίο, αφενός μεν εξυπηρέτησε τα μέγιστα την είσοδο των ξένων κερδοσκοπικών κεφαλαίων, με στόχο τη λεηλασία του δημοσίου/ιδιωτικού πλούτου της Τουρκίας, αφετέρου δε τη «διαιώνιση» των προβλημάτων της χώρας (αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο κλπ.), έτσι ώστε να παραμένει σταθερά «στον ορό του ΔΝΤ». Περαιτέρω, τόσο το δημόσιο χρέος (ειδικά για μία χώρα με σχετικά περιορισμένες υποδομές και ξεπουλημένα πλέον περιουσιακά στοιχεία), όσο και το έλλειμμα του εξωτερικού ισοζυγίου, παραμένουν επικίνδυνα υψηλά  – παρά το ότι εισπράχθηκαν άνω των 20 δις $ από τις ιδιωτικοποιήσεις. Πρέπει να επισημάνουμε βέβαια το γεγονός ότι, οι ιδιωτικοποιήσεις ξεκίνησαν/ολοκληρώθηκαν ουσιαστικά μετά το 2005 – από τη  νέα κυβέρνηση της χώρας. Το γεγονός αυτό μας κάνει να αναρωτιόμαστε για ποιόν ακριβώς λόγο θεωρείται ικανός «ηγέτης» ο νυν πρωθυπουργός της Τουρκίας, ο οποίος ουσιαστικά συνθηκολόγησε με τους «κατακτητές» της.  Μία μεγάλη «απειλή» για την Τουρκία ήταν (και είναι) η ισοτιμία της λίρας, η οποία αντικαταστάθηκε την 1η Ιανουαρίου του 2005 από τη νέα τουρκική λίρα (με έξι μηδενικά λιγότερα). Ειδικότερα, αν και το συνολικό δημόσιο χρέος της Τουρκίας ήταν το 2004 σε απόλυτα νούμερα 235,8 δις $, σε «μετρήσιμα μεγέθη» ήταν καταχωρημένο με 198,7 δις $ – λόγω της ανατίμησης της λίρας (είχε αρχικά υποτιμηθεί, το 2001 δηλαδή, κατά -96%). Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί είναι χαρακτηριστικός (αν και τα μεγέθη του είναι σε μεγάλο βαθμό «σχετικά»):

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι:  «Σχετικά» μεγέθη της Τουρκίας (ΑΕΠ, Εξαγωγές, Εισαγωγές σε δις $, κατά κεφαλήν εισόδημα σε $)

Μεγέθη

2002

2005

2008

 

 

 

 

Ρυθμός ανάπτυξης

7,90%

7,60%

4,00%

ΑΕΠ*

180,90

374,80

455,50

ΑΕΠ σε ΑΔ**

./.

575,7

750,0

Κατά κεφαλή ΑΕΠ

2.598

5.008

6.113

Πληθωρισμός

44,4%

7,7%

10,1%

Εξαγωγές

36,06

72,10

125,80

Εισαγωγές

51,55

115,70

201,82

Εμπορικό έλλειμμα

-15,49

-43,60

-76,02

Έλλειμμα Προϋπ.***

-24,84

-2,35

-11,05

Έλλειμμα /ΑΕΠ****

-13,73%

-0,63%

-2,42%

Ανεργία

10,35%

10,00%

9,70%

Δημόσιο χρέος

134,40

181,80

289,30

Δημόσιο χρέος/ΑΕΠ

74,29%

48,50%

63,51%

* Η αύξηση του ΑΕΠ μεταξύ των ετών 2002 και 2005 δεν φαίνεται σωστή, με κριτήριο το ρυθμό ανάπτυξης. Εν τούτοις, έχει γραφτεί με βάση την πηγή του Πίνακα (ενδεχομένως να είναι το αποτέλεσμα της ανατίμηση της λίρας ως προς το δολάριο).

** ΑΕΠ σε συγκριτική αγοραστική αξία – *** Σε δις €. Μειώθηκε το 2005 λόγω της πώλησης δημόσιας περιουσίας. Το έλλειμμα του προϋπολογισμού διπλασιάστηκε το 2009, στα -29,57 δις €  – **** Εκτινάχθηκε στο -6,7% το 2009 (με σχέση 1:1 για € και $)

Πηγή: Συνδυασμός WP και EurostatΠίνακας: Β. Βιλιάρδος – Σημείωση: Το 65% του ΑΕΠ προέρχεται πια από τις υπηρεσίες, το 25% από τη βιομηχανία, ενώ μόλις το 10% από τη γεωργία – με την πληθώρα όμως των επιχειρήσεων στα χέρια των ξένων (οι εξαγωγές αυτοκινήτων το 2005, ξένων βιομηχανιών προφανώς, ξεπέρασαν τα 13,7 δις $). Στο τέλος του 2007, οι ξένες κεφαλαιουχικές επιχειρήσεις στην Τουρκία ήταν περίπου 18.000 – εκ των οποίων πάνω από 3.000 γερμανικές. Όπως συμπεραίνουμε από τον Πίνακα Ι το δημόσιο χρέος, παρά το ότι μειώθηκε ως ποσοστό του ΑΕΠ, διπλασιάστηκε σε απόλυτα μεγέθη το 2008, σε σχέση με το 2002 – παρά το ότι ιδιωτικοποιήθηκαν οι μεγάλες κρατικές εταιρείες, αποφέροντας σημαντικά ποσά στα ταμεία της χώρας. Το εμπορικό έλλειμμα δε της Τουρκίας διατηρεί την αυξητική του πορεία – γεγονός που προφανώς σημαίνει ότι η ανταγωνιστικότητα της, παρά την τεράστια μείωση των αμοιβών των εργαζομένων της, συνεχίζει να παραμένει χαμηλή.

Εάν δε υπενθυμίσουμε πως το κατά κεφαλήν εισόδημα της Τουρκίας (6.000 $) είναι περίπου πέντε φορές χαμηλότερο από αυτό της Ελλάδας (περί τα 30.000 $), τότε θα καταλάβουμε ότι τόσο οι ρυθμοί ανάπτυξης της, όσο και η «πικρή» θεραπεία του ΔΝΤ, οδηγήθηκαν σε ξένα «ταμεία» – επίσης όμως την τεράστια απειλή της πατρίδας μας, από μία ενδεχόμενη άλωση της από τους συνδίκους του διαβόλου. Ίσως οφείλουμε να συμπληρώσουμε εδώ ότι, το ποσοστό της φοροδιαφυγής υπολογίζεται στο 26,22% του ΑΕΠ της Τουρκίας (πηγή WP για το 2005) – γεγονός που σημαίνει ότι το κράτος, σε απόλυτους αριθμούς, χάνει περίπου έσοδα ύψους 9-11 δις $ ετησίως (2,94% του ΑΕΠ, με συντελεστή φορολόγησης τότε στο 20%). Αυτό θα βοηθήσει να κατανοήσουμε την σκόπιμα  εσφαλμένη «μετάφραση» κάποιων εννοιών στην Ελλάδα – όπου το ποσοστό της φοροδιαφυγής επί του ΑΕΠ θεωρείται ταυτόσημο με τα διαφυγόντα έσοδα του δημοσίου. Προφανώς τα εισοδήματα που (κακώς) φοροδιαφεύγουν, δεν θα φορολογούνταν με 100%, αλλά με τον εκάστοτε ισχύοντα συντελεστή – αφαιρουμένων των εξόδων. Κατά την άποψη μας δε, η φοροαποφυγή των πολυεθνικών, ειδικά στις χώρες που έχουν αλώσει με τη βοήθεια του ΔΝΤ, είναι απείρως υψηλότερη. Περαιτέρω στο θέμα μας, με δεδομένο ότι η ανάπτυξη (διόγκωση καλύτερα) της Τουρκίας στηρίχθηκε κυρίως στην ανοικοδόμηση (το 30% των συνολικών επενδύσεων του 2010 κατευθύνθηκε στις ανέγερση κτιρίων – ειδικά στην Κωνσταντινούπολη και μέσω μεγάλων «πιστωτικών διευκολύνσεων», η «ποιότητα» των οποίων θα φανεί αργότερα), ενώ το πρόβλημα του ελλειμματικού εμπορικού ισοζυγίου της συνεχώς επιδεινώνεται (-8,9% του ΑΕΠ το 2010, με αυξανόμενο ρυθμό), έχουμε την άποψη ότι, εφόσον δεν συμβεί κάτι εντελώς διαφορετικό, η Τουρκία θα καταλήξει ξανά σε μία νέα κρίση – αυτή τη φορά χωρίς να διαθέτει σημαντική δημόσια περιουσία, προς εξασφάλιση νέων δανείων. Το ενδεχόμενο αυτό ενισχύεται ακόμη περισσότερο από το ότι, η μετά-ΔΝΤ πολιτική ηγεσία της χώρας, η οποία κυβερνάει από το 2002, έχει στηρίξει την «ηγεμονία» της στην ανάπτυξη – οπότε είναι εύλογα επιρρεπής σε μεγάλα «σφάλματα» οικονομικής πολιτικής (όπως μάλλον είναι τα νέα μεγάλα έργα που ανακοινώθηκαν). Εάν λοιπόν κάποια στιγμή τα κερδοσκοπικά κεφάλαια που «εισέρρευσαν» μαζί με το ΔΝΤ στη χώρα, κεφάλαια τα οποία λειτουργούν πολλές φορές σαν φοβισμένη «αγέλη ζώων», εγκαταλείψουν ξαφνικά την Τουρκία, η προηγούμενη κρίση της θα θεωρηθεί μάλλον «αμελητέα».  

Η ΜΟΝΙΜΗ ΣΧΕΣΗ ΔΝΤ-ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Οι σχέσεις της Τουρκίας με το ΔΝΤ”, διαβάζαμε στον Τύπο το 2010, “αποτελεί ένα ιδιαίτερα μεγάλο κεφάλαιο. Οι δύο πλευρές συζητούν περίπου δύο χρόνια για τη σύναψη ενός έκτακτου δανείου, ύψους 20 δις $. Το νέο αυτό δάνειο αποτελεί ουσιαστικά αναπροσαρμογή παλαιότερου δανείου 10 δις $, το οποίο είχε λάβει η Τουρκία από τον διεθνή οργανισμό (έληξε τον Δεκέμβριο του 2008). Η τουρκική κυβέρνηση, εδώ και μήνες, ισχυρίζεται ότι ολοκληρώνεται σύντομα η συμφωνία – με αποτέλεσμα να εντείνεται η απογοήτευση τόσο των επενδυτών, όσο και της επιχειρηματικής κοινότητας της χώρας. Θεωρείται βέβαιο ότι το ΔΝΤ ασκεί έντονες πιέσεις στην κυβέρνηση, για να εφαρμοστεί ένα νέο υποχρεωτικό πρόγραμμα λιτότητας. Φυσικά δεν προβλέπονται αυξήσεις στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι ήλπιζαν ότι θα ισοσταθμίσουν κάπως τις απώλειες των εισοδημάτων τους, προερχόμενες από την πτώση της τιμής της λίρας.  Η οικονομική σταθεροποίηση, σε συνδυασμό με την συνέχιση των διαρθρωτικών αλλαγών που απαιτεί το ΔΝΤ («απελευθέρωση» των πάντων, εκμηδενισμός των μισθών, αύξηση των ωρών και των χρόνων εργασίας, περιορισμός των κοινωνικών παροχών κλπ.), αποτελούν καθοριστικό βήμα στην περαιτέρω διεθνοποίηση της τουρκικής οικονομίας. Βέβαια, αυτή η τακτική του ΔΝΤ ενοχλεί σε μεγάλο βαθμό την τουρκική κυβέρνηση, η οποία όμως δεν έχει εναλλακτικό τρόπο επιβίωσης – αν και προσπαθεί απεγνωσμένα να το κρύψει από τους ψηφοφόρους της. Τόσο στους ακαδημαϊκούς κύκλους, όσο και στις τηλεοπτικές εκπομπές, η «μόνιμη σχέση» ΔΝΤ-Τουρκίας συζητείται έντονα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα – ένα διαρκώς επαναλαμβανόμενο σενάριο, από πολλές δεκαετίες. Όταν η Τουρκία αντιμετωπίζει προβλήματα, όπως συνήθως συμβαίνει, ευρίσκονται πρόθυμοι ξένοι δανειστές – οι οποίοι τοποθετούν κερδοσκοπικά τα χρήματα τους, χρεώνοντας τοκογλυφικά επιτόκια, σε ένα πηγάδι που μοιάζει να μην έχει πυθμένα”.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

“Η επιτυχία της επέκτασης των πολυεθνικών με τη βοήθεια των κρίσεων χρέους στη Ν. Αμερική, στην Ασία, στην Τουρκία και αλλού, έχει αποφέρει στις ίδιες τόσο εντυπωσιακά κέρδη, ώστε να διψούν για συνεχώς νέες κατακτήσεις. Στα σχέδια τους πια δεν συμπεριλαμβάνονται μόνο οι αναπτυσσόμενες οικονομίες, αλλά και οι πλούσιες χώρες της Δύσης – όπου τα κράτη ελέγχουν ακόμη πιο προσοδοφόρα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να εκμεταλλευθούν επικερδώς οι ιδιωτικές εταιρείες: τηλεφωνικές επικοινωνίες, λιμάνια, μεταφορές, αεροδρόμια, εταιρείες ηλεκτρισμού, εταιρείες ύδρευσης κλπ”.  Με κριτήριο την τραυματική εμπειρία της Τουρκίας, την οποία προσπαθήσαμε να αποδώσουμε περιληπτικά όσο καλύτερα γινόταν, συμπεραίνεται χωρίς καμία αμφιβολία ότι, η προσέγγιση του μονοπωλιακού καπιταλισμού στην επίλυση των προβλημάτων χρέους, συνίσταται στη «μετακύλιση» ολόκληρου του κοινωνικού κόστους στα ασθενή εισοδηματικά στρώματα – επειδή αυτά αποτελούν την συντριπτική, αλλά και αδύναμη πλειοψηφία. Επίσης συμπεραίνεται πως η σχέση μίας χώρας με το ΔΝΤ δεν είναι σε καμία περίπτωση χρονικά περιορισμένη – ενώ δεν λύνει κανένα από τα πραγματικά προβλήματα της Οικονομίας της. Τέλος ότι, η αλλαγή της εκάστοτε κυβέρνησης, του «τρέχοντος» κόμματος εξουσίας καλύτερα, δεν σημαίνει ουσιαστικά τίποτα για τους συνδίκους του διαβόλου – αντίθετα, έχει μάλλον προϋπολογισθεί, με την υφιστάμενη κυβέρνηση να θεωρείται «νομοτελειακά αναλώσιμη». Στο παράδειγμα της Τουρκίας, η νέα κυβέρνηση και όχι η παλαιά, ήταν αυτή που αφενός μεν «διεύρυνε» την εξαθλίωση των Πολιτών της, αφετέρου ξεπούλησε σχεδόν το σύνολο της δημόσιας περιουσίας – παραμένοντας σταθερά «υποτελής» του Καρτέλ και των τοκογλύφων, χωρίς παραδόξως να διακινδυνεύει την εκλογική της δύναμη. Φυσικά το ξεπούλημα έγινε «έντεχνα», αφού ακολούθησε 2-3 έτη μετά την εκλογική της νίκη και τη σταθεροποίηση της στην εξουσία. 

* Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 04. Ιουνίου 2011, viliardos@kbanalysis.comΟ κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει πρόσφατα το βιβλίο «Η κρίση των κρίσεων», το οποίο περιλαμβάνει επιλεγμένα οικονομικά άρθρα του 2009.

 ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2357.aspx

Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ Ι

Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ:

Ιστορική αναδρομή στην οθωμανική αυτοκρατορία, η χρεοκοπία της, η νέα τουρκική δημοκρατία, το μεσοδιάστημα, η μεγάλη κρίση του 2001, η κατάληψη της εξουσίας, το μνημόνιο,… – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Μία απίστευτη διαπλοκή της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής μαφίας με την πολιτική διαφθορά, δημιουργεί από διαδικτυακά, ανύπαρκτα χρήματα πραγματικές αξίες, κλέβει από τους Πολίτες τη δημόσια περιουσία τους και συνεχίζει να τους εκμεταλλεύεται – για όσο διάστημα θέλει και με όποιον τρόπο μπορεί. Η δικτατορία των αγορών πετυχαίνει με εγκληματική δύναμη και με δολοφονική μανία τους στόχους της.

«Ή θα ιδιωτικοποιήσετε τα πάντα, παραμένοντας δούλοι μας, ή θα καταστραφείτε εντελώς», απειλούν σχεδόν καθημερινά. Με απλούστερα λόγια «Τα χρήματα σας ή τη ζωή σας», όπως ακριβώς συνηθίζουν να εκβιάζουν και να πανικοβάλουν τα θύματα τους οι κλέφτες του πεζοδρομίου – αν και αυτοί δεν προσβάλλουν την υπερηφάνεια και δεν θίγουν την αξιοπρέπεια ολόκληρων λαών, όπως συμβαίνει σήμερα με τους Έλληνες (άποψη Γερμανού αναγνώστη της Zeit στο διαδίκτυο). Στο θέμα μας τώρα, η βιομηχανική επανάσταση στην Ευρώπη το 19ο αιώνα, δεν επεκτάθηκε στην τότε οθωμανική αυτοκρατορία – κυρίως λόγω των περιορισμένων κεφαλαίων και ελάχιστων υποδομών, καθώς επίσης σαν αποτέλεσμα της έλλειψης επιχειρηματικότητας, όσον αφορά το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της χώρας. Τόσο η στρατιωτική, όσο και η δημοσιοϋπαλληλική καριέρα ήταν πολύ πιο επιθυμητοί στόχοι, ενώ απολάμβαναν μεγαλύτερο κύρος από την επιχειρηματική δραστηριοποίηση – με το υπόλοιπο μέρος των Πολιτών να απασχολείται στη γεωργία, να είναι επαγγελματίες τεχνίτες ή ιδιοκτήτες μεγάλων εκτάσεων γης. Οι βιοτεχνίες ήταν αντιμέτωπες με διαρκώς μεγαλύτερες δυσκολίες, επειδή δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν τα βιομηχανικά παραγόμενα προϊόντα της δύσης – αφού οι ευρωπαϊκές δυνάμεις είχαν αναγκάσει την αυτοκρατορία να μην επιβάλει δασμούς στα εισαγόμενα εμπορεύματα τους, τα οποία πλημμύρισαν την τουρκική αγορά με φθηνές τιμές. Επί πλέον, οι ανάγκες χρηματοδότησης, η πάγια οικονομική αδυναμία, καθώς επίσης οι πανάκριβοι πόλεμοι που διεξήγαγε, είχαν σαν αποτέλεσμα να οδηγείται η οθωμανική αυτοκρατορία σε μία όλο και μεγαλύτερη εξάρτηση της από την Ευρώπη.

Το έτος 1875, σαν απόρροια των υψηλών τόκων, σε συνδυασμό με τα μεγάλα δημόσια χρέη, η αυτοκρατορία χρεοκόπησε – οπότε αναγκάσθηκε να εκχωρήσει τη δημοσιονομική της κυριαρχία στους πιστωτές της, έτσι ώστε να είναι σε θέση να πληρώνει τις υποχρεώσεις της. Χωρίς να επεκταθούμε σε περισσότερες λεπτομέρειες η δημοσιονομική, καθώς επίσης η οικονομική ανεξαρτησία της αυτοκρατορίας, ανακτήθηκε μετά την ίδρυση της τουρκικής δημοκρατίας (1927) – δηλαδή, πενήντα δύο ολόκληρα χρόνια αργότερα. Περαιτέρω, η «βαριά» κληρονομιά τού οθωμανικού παρελθόντος ήταν εξαιρετικά απαιτητική για τη νεοϊδρυθείσα δημοκρατία. Εκτός αυτού τόσο οι βιοτεχνίες, όσο και ο χρηματοπιστωτικός κλάδος, καθώς επίσης το εξαγωγικό εμπόριο, υπέφεραν από την έλλειψη της επαγγελματικής εξειδίκευσης των Αρμενίων, καθώς επίσης της κοινωνικής-επιχειρηματικής «προσφοράς» των Ελλήνων. Σε γενικές γραμμές λοιπόν, η εκδίωξη της πλειοψηφίας των «μειονοτήτων» είχε σαν αποτέλεσμα αφενός μεν την απώλεια κεφαλαίων, αφετέρου δε πολλών άλλων «παραγωγικών» συντελεστών – όπως της επιχειρηματικής εμπειρίας και των διεθνών σχέσεων (γνωριμιών).

Συνεχίζοντας η γεωργία, μη ορθολογικά οργανωμένη και στα χέρια πολύ λίγων μεγαλοκτηματιών, οι οποίοι υπενοικίαζαν τα χωράφια τους σε μικρούς αγρότες, δεν μπορούσε να προσφέρει στη χώρα αρκετά έσοδα για επενδύσεις. Επί πλέον εξέλιπε μία σύγχρονη οικονομική νομοθεσία, μία λειτουργική δημόσια διοίκηση, ένα μεθοδικό φορολογικό σύστημα, καθώς επίσης ένας σωστά εκπαιδευμένος πληθυσμός – αφού το έτος 1927 οι αναλφάβητοι ήταν το 90% των 14 εκ. Τούρκων τότε. Παρά το ότι λοιπόν η νέα κυβέρνηση της χώρας ακολούθησε μία φιλελεύθερη πολιτική, επένδυσε στις υποδομές και προσπάθησε να αναπτύξει τη βιομηχανία, με τη βοήθεια του δανεισμού της από τη Ρωσία, δεν επιτεύχθηκε η αναμενόμενη πρόοδος – αφού το 1953 απασχολούνταν μόλις 26.000 εργαζόμενοι στις ιδιωτικές βιομηχανίες και 86.000 στις κρατικές.  

Μεταξύ των ετών 1945 και 1980 τώρα, η Τουρκία ακολούθησε μία φιλόδοξη οικονομική πολιτική εσωτερικής ανάπτυξης – όπου οι επιχειρήσεις της αφενός μεν επιδοτούνταν, αφετέρου δε προστατεύονταν από τον ανταγωνισμό των εισαγωγών, με τη βοήθεια των υψηλών δασμών. Επειδή όμως η κρατική γραφειοκρατία εμπόδιζε την ανάπτυξη των εξαγωγών, εξέλιπε το απαραίτητο συνάλλαγμα για τις επενδύσεις στην περαιτέρω βιομηχανοποίηση, μέσω της εισαγωγής μηχανημάτων και πρώτων υλών. Παράλληλα, το μεγαλύτερο μέρος των δημοσίων επιχειρήσεων της Τουρκίας ήταν μη ανταγωνιστικά οργανωμένο, ενώ χρησιμοποιούταν από την Πολιτική τόσο για κομματικούς, όσο και για κοινωνικούς σκοπούς.

Για να επιτυγχάνει τώρα το κράτος τα φιλόδοξα πενταετή του προγράμματα, τα οποία είχαν υιοθετηθεί ήδη από την ίδρυση του, ήταν υποχρεωμένο να επενδύει περισσότερα, από όσα εισέπραττε. Κατ’ επακόλουθο, αυξανόταν τα ετήσια ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού και εξ αυτών το δημόσιο χρέος – με τον πληθωρισμό να παραμένει σταθερά διψήφιος. Η διαρκώς αυξανόμενη λοιπόν εξάρτηση της χώρας από τα εξωτερικά χρέη είχε σαν αποτέλεσμα αλλεπάλληλες οικονομικές κρίσεις (τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70), οι οποίες προκαλούσαν κοινωνικές και πολιτικές «εκρήξεις» – ενώ κατέληγαν σε στρατιωτικά πραξικοπήματα και σε απίστευτες «θηριωδίες».  Τελικά, η οικονομικοπολιτική αλλαγή στην Τουρκία επήλθε μετά το 1982 – όπου η χώρα ακολούθησε μεθοδικά τη φιλελεύθερη κατεύθυνση μίας εξαγωγικά προσανατολισμένης εκβιομηχάνισης, με την συστηματική αναθεώρηση της χρηματοπιστωτικής, της νομισματικής και της εξαγωγικής της πολιτικής. Με στόχο την ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της λοιπόν, καταργήθηκαν οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί των εισαγωγών, ενώ ενισχύθηκαν οι εξαγωγές. Η γραφειοκρατία άρχισε να περιορίζεται αισθητά, ενώ αυξήθηκαν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις – μεταξύ άλλων, με τη βοήθεια των επιλεκτικών αποκρατικοποιήσεων δημοσίων εταιρειών. Η διευκόλυνση όμως των εισαγωγών και ο περιορισμός των δασμών, είχαν σαν αποτέλεσμα την αύξηση των ανταγωνιστικών πιέσεων στις τουρκικές επιχειρήσεις – με οριακό σημείο την είσοδο της χώρας στην ευρωπαϊκή «τελωνειακή ένωση», το 1996. Κατ’ επακόλουθο, οι οικονομικές κρίσεις δεν σταμάτησαν να την απειλούν, με τις τελευταίες το 1994, το 1999, το 2000 και το 2001 – οφειλόμενες κυρίως στα ελλειμματικά εξωτερικά ισοζύγια της, σε συνδυασμό με ένα αδύναμο χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθώς επίσης με ένα μη λειτουργικό δημόσιο. Τα προβλήματα αυτά ξέφυγαν τελικά από τον έλεγχο, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η Τουρκία, το 2001, στα νύχια του ΔΝΤ.   

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Η μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση ξέσπασε ουσιαστικά το Φεβρουάριο του 2001 – με αφορμή τη στοχευμένη επίθεση του προέδρου της χώρας εναντίον του πρωθυπουργού της, στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας (ένα κρατικό όργανο, στο οποίο υπερίσχυε το στρατιωτικό καθεστώς). Ο τότε πρόεδρος είχε κατηγορήσει τον πρωθυπουργό, ισχυριζόμενος ότι έχει αποτύχει παταγωδώς στην καταπολέμηση της διαφθοράς – με το «σκάνδαλο» να αναπαράγεται και να μεγαλοποιείται από όλα σχεδόν τα τουρκικά και διεθνή ΜΜΕ. Αμέσως μετά τη διαμάχη της ανώτατης ηγεσίας, κατέρρευσαν οι μετοχές στο χρηματιστήριο της χώρας ενώ αργότερα, μετά την «απελευθέρωση» της συναλλαγματικής ισοτιμίας της τουρκικής λίρας, ακολούθησε η υποτίμηση της κατά 40% – επομένως και η αντίστοιχη, θανατηφόρα ασφαλώς μείωση των πραγματικών αμοιβών των εργαζομένων. «Θυμάμαι ακριβώς τι συνέβη τότε», αναφέρει χαρακτηριστικά ένας ξένος παρατηρητής, συνεχίζοντας: «Ήταν η 21η Φεβρουαρίου του 2001. Από τη μία ημέρα στην άλλη, το δολάριο δεν κόστιζε πια 690.000 λίρες, αλλά 850.000 – πριν ακόμη ανακοινωθεί επίσημα από την κυβέρνηση η απελευθέρωση της τουρκικής λίρας. Μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου του 2001, την κύρια ημέρα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, την ημέρα μηδέν, η ισοτιμία αναρριχήθηκε σχεδόν στις 900.000 λίρες. Αργότερα, έφτασε στο 1.300.000 λίρες».    

Σαν επακόλουθο των παραπάνω, η οικονομία της χώρας κατέρρευσε με τη σειρά της – με την ύφεση να ξεπερνάει το 3% και τον πληθωρισμό να πλησιάζει το 50%, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της κυβέρνησης (κατά την Morgan Stanley τότε, η ύφεση ήταν της τάξης του 7,2% και ο πληθωρισμός 70%). Παράλληλα, τα επιτόκια δανεισμού για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, έφτασαν στο 110% – ένα μέγεθος με το οποίο ήταν αδύνατον να επιβιώσουν (ίσως από εδώ μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα την τεράστια σημασία του Ευρώ για την Ελλάδα, καθώς επίσης τις «εγκληματικές» παροτρύνσεις να εγκαταλείψουμε τη Ευρωζώνη). Κατά τη διάρκεια των επομένων εβδομάδων η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 10%, αρκετές χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις χρεοκόπησαν, ολόκληροι βιομηχανικοί κλάδοι (υποδήματα, κλωστοϋφαντουργίες) έπαψαν να λειτουργούν, ενώ περίπου 500.000 εργαζόμενοι έχασαν τη δουλειά τους – παρά το ότι η ανεργία ήταν ήδη στο 18%, πριν ακόμη ξεσπάσει η κρίση. Εκτός αυτού, τα φάρμακα σε όλα τα νοσοκομεία της Τουρκίας εξαντλήθηκαν, αφού οι ξένες φαρμακοβιομηχανίες σταμάτησαν να προμηθεύουν τη χώρα – λόγω της αβέβαιης ισοτιμίας του νομίσματος της.   

Η ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Στις αρχές Μαρτίου του 2001, οι υπευθυνότητες για το μεγαλύτερο μέρος της Οικονομίας και του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ανατέθηκαν στον K.Dervisστον μέχρι τότε αντιπρόεδρο δηλαδή της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο οποίος ήταν στο στελεχιακό δυναμικό της από τη δεκαετία του ’70. Ο K.Dervis, αρκετά χρόνια προηγουμένως, είχε διαχωρίσει το δρόμο του από τον σοσιαλιστή πρωθυπουργό της Τουρκίας, όταν αυτός (B.Ecevit) είχε πολύ σωστά εναντιωθεί στη δραστική ιδιωτικοποίηση της οικονομίας – ιδρύοντας μαζί με άλλους πολιτικούς, το 1994, τη «Νέα Δημοκρατική Κίνηση». Η οργάνωση αυτή, υπό τη ηγεσία του προέδρου των εργοδοτών, ήταν υπέρ ενός συμβιβασμού στο κουρδικό θέμα, «προωθούσε» τη συνεννόηση με το πολιτικό Ισλάμ και σχεδίαζε τη ριζική φιλελευθεροποίηση της Οικονομίας – στα πλαίσια των αρχών των «παιδιών του Σικάγου». Εν τούτοις, μετά τα αποτελέσματα των εκλογών του 1995 η «οργάνωση», στην οποία συμμετείχε ο K.Dervis, εξαφανίσθηκε εντελώς από την πολιτική σκηνή.

Στις 19 Μαρτίου του 2001, η κυβέρνηση συμφώνησε με το ΔΝΤ σε ένα «μεσοπρόθεσμο» πρόγραμμα ριζικής «αναμόρφωσης» της τουρκικής οικονομίας – το οποίο προέβλεπε την αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα, τον δραστικό περιορισμό των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού, μέσα από τη μεγάλη μείωση των δημοσίων δαπανών, καθώς επίσης τις ιδιωτικοποιήσεις όλων των κρατικών εταιρειών. Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, η τουρκική οικονομία είχε χαρακτηρισθεί ως «σοβιετικού τύπου» από τους ιθύνοντες του ΔΝΤ – οι οποίοι τοποθέτησαν αμέσως το δικό τους άνθρωπο, στην ισχυρότερη θέση της χώρας (Υπουργείο Οικονομικών). Συνεχίζοντας οι διεθνείς επενδυτές, οι τοκογλύφοι και το Καρτέλ δηλαδή, δεν εμπιστευόντουσαν ότι η τότε πολυκομματική κυβέρνηση, συναποτελούμενη από τη σοσιαλιστική, τη συντηρητική και την εθνικιστική παράταξη (Γκρίζοι Λύκοι), θα μπορούσε να επιβάλλει τις αλλαγές – πόσο μάλλον όταν τόσο οι κρατικές τράπεζες, όσο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, ήταν οι βασικές «δεξαμενές» άντλησης πολιτικής δύναμης για τα κόμματα. Ακριβώς για το λόγο αυτό οι δυτικές κυβερνήσεις, το ΔΝΤ και οι τράπεζες (η πραγματική Τρόικα ουσιαστικά, σύμφωνα με την ευρηματική ονομασία που της έδωσαν πρώτοι οι Έλληνες), πίεζαν μαζικά και από κοινού την Τουρκία με απώτερο, κρυφό στόχο την «άλωση» και τη λεηλασία της. Έτσι λοιπόν, τα «παρακλητικά» γράμματα του τότε πρωθυπουργού για την παροχή οικονομικής βοήθειας στη χώρα του (δάνεια), είτε δεν γινόταν αποδεκτά, είτε συνδέονταν με απίστευτες απαιτήσεις ολοκληρωτικής αναδιάρθρωσης (ξεπουλήματος καλύτερα)  της τουρκικής οικονομίας. Παράλληλα, τόσο τα διεθνή ή τοπικά ΜΜΕ, όσο και οι σύνδεσμοι των εργοδοτών, βιομηχάνων και επιχειρηματιών, ενισχυόμενοι σιωπηλά από τη στρατιωτική εξουσία (η οποία απειλούσε έμμεσα ακόμη και με πραξικόπημα), είχαν εξαπολύσει μία απίστευτη «γκεμπελική καμπάνια», κατηγορώντας με κάθε τρόπο την κυβέρνηση για ανικανότητα και διαφθορά. Ο δήθεν στόχος τους ήταν η μετατροπή της Τουρκίας σε μία σύγχρονη Δημοκρατία, μακριά από τον «κρατισμό» του παρελθόντος.   

ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ

Συνεχίζοντας, παρά το ότι η κυβέρνηση είχε αποδεχθεί το πρόγραμμα του ΔΝΤ, δεν έκανε απολύτως τίποτα για να επιβάλλει της διαρθρωτικές αλλαγές του – περιοριζόμενη στις συνεχείς αυξήσεις των φόρων στη βενζίνη, στον καπνό, στο οινόπνευμα, στη ζάχαρη και σε πολλά άλλα είδη. Όταν όμως η πιστοληπτική ικανότητα της Τουρκίας υποτιμήθηκε από τις διεθνείς τράπεζες και τις εταιρείες αξιολόγησης, παράλληλα με τη νέα υποτίμηση του νομίσματος της, η κυβέρνηση αναγκάσθηκε να συναντηθεί, κατά τη διάρκεια ενός Σαββατοκύριακου, με τους αντιπροσώπους του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, υπογράφοντας ένα δεσμευτικό «μνημόνιο» συνεργασίας – με βάση το οποίο ήταν πλέον αναγκασμένη να υποκύψει σε όλες τις απαιτήσεις τους. 

Σύμφωνα με τους γνωστούς μας πια Financial Times της Γερμανίας τότε (09.04.2001), «Οι δαπάνες του δημοσίου έπρεπε να μειωθούν άμεσα κατά 25%, ενώ τα έσοδα να αυξηθούν κατά 10%. Από τις αρχές του 2002 έπρεπε να καταργηθούν οι επιδοτήσεις των αγροτών, καθώς επίσης να πουληθούν όλα τα δημόσια αγροτικά εργοστάσια. Η ανάπτυξη όφειλε, μετά την ύφεση του 2001, να είναι 4,5% το 2002 και 5,5% το 2003». Ίσως οφείλουμε να προσθέσουμε εδώ ότι, οι (με απόσταση) δύο μεγαλύτεροι πελάτες της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας, η οποία είναι ένας από τους σημαντικότερους «διαφθορείς συνειδήσεων» διεθνώς (άρθρο μας), είναι η Ελλάδα και η Τουρκία – γεγονός που σημαίνει ότι δεν είναι εντελώς απίθανο να «υποδαυλίζει» η Γερμανία τις συνεχείς «αντιπαλότητες» μεταξύ τους, οι οποίες συμβάλλουν αφενός μεν στις εξαγωγές της Γερμανίας, αφετέρου δε στην υπερχρέωση της Ελλάδας και της Τουρκίας (εξοπλιστικά προγράμματα). Περαιτέρω, έπρεπε να καταργηθούν όλοι οι offshore-λογαριασμοί στις τράπεζες, ενώ οι ιδιοκτήτες των χρεοκοπημένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων θα ήταν υπεύθυνοι για τα χρέη τους, με την ιδιωτική τους περιουσία (οι πιστωτικές απώλειες των κρατικών τραπεζών υπολογίσθηκαν στα 20 δις $ – αν και τελικά δεν έκλεισε καμία τράπεζα). Το πρόγραμμα λιτότητας απαιτούσε επίσης την απόρριψη τουλάχιστον 5.000 κοινωφελών επενδυτικών σχεδίων της κυβέρνησης. Εκτός αυτού, η πλειονότητα των 230.000 υπαλληλικών κατοικιών έπρεπε να πουληθεί, ενώ ένα μεγάλο μέρος των 2,5 εκ. δημοσίων υπαλλήλων όφειλαν να απολυθούν.

Συνεχίζοντας στη μεγάλη λεηλασία της Τουρκίας, οι ιδιοκτήτες των αυθαιρέτων ήταν υποχρεωμένοι να νομιμοποιήσουν τα ακίνητα τους, πληρώνοντας ποσά, τα οποία θα απέφεραν συνολικά στα ταμεία του κράτους περί τα 5 δις $. Επίσης, οι δημόσιες επιχειρήσεις ήταν υποχρεωτικό να πουληθούν στις τότε εξευτελιστικές τιμές στο διεθνές κεφάλαιο – οι κρατικές τράπεζες δηλαδή, οι επιχειρήσεις ενέργειας, ύδρευσης και ηλεκτροδότησης, οι αεροπορικές εταιρείες, οι τηλεπικοινωνίες κλπ. Παράλληλα, η κεντρική τράπεζα της χώρας έπρεπε να ανεξαρτητοποιηθεί εντελώς από την Πολιτική. Μάλλον οφείλουμε να συμπληρώσουμε επίσης εδώ ότι, συνήθως αυξάνεται δυσανάλογα το δημόσιο χρέος με την είσοδο των συνδίκων του διαβόλου σε μία χώρα, επειδή τα αδύναμα κράτη υποχρεώνονται να συμπεριλάβουν τις εγγυήσεις προς τις τράπεζες, καθώς επίσης τις ζημίες των επιχειρήσεων του δημοσίου, όπως και αποζημιώσεις του προσωπικού που απολύουν – έτσι ώστε οι κρατικές επιχειρήσεις να πουληθούν στους ιδιώτες όχι μόνο σε εξευτελιστικές τιμές, αλλά και «ελεύθερες βαρών». Επομένως, δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση η αλματώδης αύξηση του δημοσίου χρέους της Ελλάδας, τα τελευταία δύο χρόνια – επίσης όχι η συνεχής «ανοδική αναθεώρηση» των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού μας. Περαιτέρω το ΔΝΤ, μετά την υπογραφή του «μνημονίου υποτέλειας», αποφάσισε τελικά να δανείσει τα 6 δις $ στην Τουρκία, τα οποία είχε υποσχεθεί και δεν εκταμίευε (το σύνηθες τέχνασμα), ενώ η Παγκόσμια Τράπεζα υπολόγισε τις ανάγκες εξυγίανσης του τραπεζικού συστήματος στα 35 δις $ – καθώς επίσης τα ληξιπρόθεσμα ομόλογα των επομένων τριών μηνών, τα οποία δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει η Τουρκία, στα 10,1 δις $ (το συνολικό δάνειο του ΔΝΤ προς την Τουρκία, μεταξύ των ετών 2002-2004, ήταν 31 δις $).   

Ολοκληρώνοντας, σύμφωνα με τις τότε δημοσκοπήσεις, κανένα από τα τρία κόμματα που συγκυβερνούσαν δεν ξεπερνούσε πλέον το ελάχιστο όριο εισαγωγής τους στη Βουλή (10%) – ενώ ο πρωθυπουργός δεν ήθελε (ίσως δεν του επιτρεπόταν από το ΔΝΤ) να παραιτηθεί, παρά το ότι είχε χαθεί εντελώς η εμπιστοσύνη τόσο των βουλευτών, όσο και των Πολιτών της χώρας απέναντι του. Όπως αποδείχθηκε δε στη συνέχεια, κανένα από τα παλαιότερα κόμματα δεν «επέζησε» ως είχε – χωρίς αυτό να σημαίνει δυστυχώς ότι, η νέα ηγεσία συμπεριφέρθηκε όπως μάλλον θα περίμεναν οι Πολίτες της χώρας. Αν μη τι άλλο, το κόμμα που διαδέχθηκε τα «συντρίμμια» που άφησε το ΔΝΤ, ήταν αυτό που τελικά «ξεπούλησε» τη δημόσια περιουσία της Τουρκίας, όσο και αν κάτι τέτοιο φαίνεται παράδοξο – κυρίως δε τις κερδοφόρες κρατικές επιχειρήσεις, καθώς επίσης τις προσοδοφόρες, αποκλειστικές άδειες εκμετάλλευσης (τυχερών παιχνιδιών, τηλεοπτικών συχνοτήτων κλπ.).  

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 04. Ιουνίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει πρόσφατα το βιβλίο «Η κρίση των κρίσεων», το οποίο περιλαμβάνει επιλεγμένα οικονομικά άρθρα του 2009.

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2357.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Η ΝΕΑ ΑΛΩΣΗ

Η ΝΕΑ ΑΛΩΣΗ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε η κατάληξη μιας πορείας υπό συνθήκες παρακμής του ελληνισμού. Ανάξιοι και διεφθαρμένοι, πλην εξαιρέσεων, αυτοκράτορες, αυλικοί, ανώτεροι κληρικοί, άνθρωποι των γραμμάτων και άπληστοι για πλούτο οικονομικά ισχυροί συνέθεταν την εικόνα της ηγέτιδας ομάδας. Τα έσοδα εκ των φόρων σπαταλούνταν γι’ αυτό και επιβάλλονταν νέοι. Η συσσσώρευση πλούτου, παρά τις εξωτερικά δυσμενείς συγκυρίες, ήταν κύριο μέλημα και όχι η διάθεση αυτού για την άμυνα της χώρας.

Την έλλειψη υπερασπιστών της ελευθερίας αναπλήρωνε μισθοφορικός στρατός, ο οποίος εύκολα μετακινείτο στο στρατόπεδο του εχθρού σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής. Ο έλεγχος του εμπορίου, με αντιστάθμισμα την παροχή εκδουλεύσεων, είχε περιέλθει στις ανταγωνιστικές δυνάμεις της Βενετίας και της Γένουας με συνέπεια την δραματική συρρίκνωση των δημοσίων πόρων. Και τα στίφη των επιδρομέων διαδέχονταν το ένα το άλλο. Όπως σε κάθε περίοδο παρακμής πριν από την τελική κατάρρευση τις ελπίδες είχαν πάψει να εναποθέτουν στον Θεό. Tις είχαν στηρίξει στη Δύση, που ζητούσε ως αντάλλαγμα τη θρησκευτική υποταγή, τήν ψευτοένωση των Εκκλησιών.

Ο λαός έχοντας ως οδηγούς φωτισμένους κληρικούς αντιστεκόταν στο ξεπούλημα της πίστης του. Είναι άκρως εντυπωσιακό ότι δέχθηκε με ενθουσιασμό κατά την επάνοδό του στην Κωνσταντινούπολη τον Μάρκο, τον μητροπολίτη της υπό δουλεία πλέον Εφέσσου, που δεν είχε υποκύψει στις πιέσεις των παπικών, ενώ αποδοκίμασε τους υπογράψαντες την ψευτοένωση. Είναι επίσης εντυπωσιακό το ότι ο τελευταίος μέγας δούξ, τρόπον τινά πρωθυπουργός, Λουκάς Νοταράς έμεινε γνωστός για τη φράση του: “Προτιμότερο είναι να δω να βασιλεύει στην πόλη το τουρκικό τουρμπάνι παρά η καθολική τιάρα”. Η στάση των ανθενωτικών δέχθηκε αυστηρή την κριτική πολλών ιστορικών, ξένων και Ελλήνων. Χαρακτηρίζονται αυτοί  συλλήβδην ως όχλος φανατικών και εμπαθών, οι οποίοι συνετέλεσαν στο να χαθεί τελικά η αυτοκρατορία. Η αυτοκρατορία, που πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν χαίρει εκτιμήσεως από πλείστους όσους δικούς μας ιστορικούς που προβαίνουν σε ιστορικές αναλύσεις με βάση δυτικές ιδεολογίες. Εκείνο που αποκρύπτεται με επιμέλεια τόσο από τους συμπαθούντες όσο και από τους αντιπαθούντες τους ανθενωτικούς είναι η στάση που κράτησε κάποιος άλλος από εκείνους που μετείχαν στις συνόδους Φερράρας και Φλωρεντίας, ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος (μη χριστιανός) Γεώργιος Γεμιστός (Πλήθων), σύμβουλος του αυτοκράτορα. Υπήρξε μεταξύ των ελαχίστων που αρνήθηκαν να υπογράψουν το κείμενο της ψευτοένωσης όχι βέβαια για λόγους θρησκευτικούς, αφού τα δόγματα της πίστεως τον άφηναν αδιάφορο, αλλά για λόγους αξιοπρέπειας! Τελικά “η πόλις εάλω”, παρά τη βοήθεια που έλαβε (μικρή ασφαλώς) μετά τη δραματικό συλλείτουργο στον ναό της του Θεού Σοφίας τον Δεκέμβριο του 1452.

Εκείνο που δεν κατάφεραν οι ενωτικοί να επιτύχουν τότε το πέτυχαν μετά την ανασύσταση του ελληνικού κράτους με την παρέμβαση, διπλωματική και πολεμική (Ναυαρίνο), των μεγάλων Δυνάμεων. Ο λαός, όσος δεν λύγισε κατά τη μακραίωνη σκλαβιά, παρέμενε σταθερά προσηλωμένος στην παράδοση της ρωμηοσύνης. Πολιτειακοί και πολιτικοί παράγοντες, διανόηση δυτικοσπουδαγμένη και μέρος του ανωτέρου κλήρου επέτυχαν μετά από αιώνα και πλέον να ξερριζώσουν από την καρδιά του λαού την παράδοση τη θεμελιωμένη στην ορθόδοξη πίστη και να τον κατευθύνουν προς τον δυτικό τρόπο ζωής. Καμμιά φωνή διαμαρτυρίας δεν ακούστηκε όταν ρίχτηκε το σύνθημα “ανήκομεν εις την Δύσιν”, σύνθημα που έκανε να τρίζουν τα κόκκαλα εκείνων που είχαν δεχθεί στο διάβα της ιστορίας το δολοφονικό μαχαίρι της. Ο λαός παραδόθηκε με μικρή σχετικά αντίσταση στο εκμαυλιστικό τραγούδι των σειρήνων, που, άλλωστε δεν ζητούσαν, όπως τότε, να νοθεύσει την πίστη του, αφού στη Δύση η θρησκευτική πίστη έχει πάψει από καιρό να διαδραματίζει ρόλο σημαντικό στη δημόσια ζωή των χωρών και έχει καταπέσει σε προσωπική υπόθεση μικρής μειοψηφίας.

Ο λαός δεν ρωτήθηκε πριν υπογράψουν οι εκπρόσωποί του τις συμβάσεις ένταξής του στη Δύση (ΕΟΚ –ΕΕ). Δεν ενημερώθηκε για τις συνέπειες της. Απεναντίας αισθάνθηκε επί τέλους τη ζωή του να αλλάζει με την αύξηση της αγοραστικής του δύναμης και ο καταναλωτισμός έγινε η νέα του θρησκεία! Κύλισαν 30 έτη “ονειρεμένα” και ξαφνικά ξύπνησε σε πραγματικότητα αδυσώπητη! Εκείνοι που μας εκμαύλισαν δια των “ενωτικών” εντολοδόχων – εκπροσώπων μας άρχισαν να ζητούν πίσω τα δανεικά. Μάλιστα έχουν θαυμαστούς τρόπους να τα υπολογίζουν με τόκους και πανωτόκια και να τα πολλαπλασιάζουν. Και αυτοί που μας οδήγησαν στη συμφορά με το “ενωτικό” παραλήρημα προβάλλουν τώρα ως οι αγωνιστές για να εξέλθει η χώρα μας από την κρίση. Μια κρίση που βαθαίνει μέρα με την ημέρα, που οδηγεί στην εκποίηση της περιουσίας του δημοσίου, στον αφανισμό της μικρής επιχείρησης, στη διόγκωση της ανεργίας και στο νέο κύμα μετανάστευσης πλήθους επιστημόνων, ενώ η χώρα πλημμυρίζει από μετανάστες απόκληρους από τις χώρες που γεύτηκαν πριν από μας τις αγαθές προσφορές του πολιτισμένου δυτικού ανθρώπου! Μια κρίση που δεν αντιλαμβανόμαστε ότι είναι πρωτίστως ηθική.

Και ενώ η χώρα μας δοκιμάζεται, όπως και τότε που η παρακμή του λαού οδήγησε στην άλωση τη βασιλεύουσα των πόλεων, όλοι αναζητούμε εναγωνίως τον ηγέτη που θα ορθώσει το ανάστημά του απέναντι στους οικονομικά ισχυρούς που καταδυναστεύουν τους λαούς και θα χαρακτηρίσει το χρέος επαχθές! Είναι όμως πρόθυμος ο λαός να ακολουθήσει για λόγους αξιοπρέπειας έναν τέτοιο ηγέτη; Ή θα παραμένει απαθής βλέποντας να εκποιούνται εργοστάσια της ΔΕΗ, αεροδρόμια και λιμάνια, έδαφος και υπέδαφος, νησιά και, τέλος, η Ακρόπολη; (Ακόμη και αν αυτό το τελευταίο αποτελεί ακραία υπερβολή, η συζήτησή του είναι ένδειξη του πόσο στερούμαστε αξιοπρέπειας). Σε τελευταία ανάλυση μας αξίζει ένας τέτοιος ηγέτης; Είναι καιρός να συνειδητοποιούμε ότι η επίθεση άρχισε αυτή τη φορά από την πρωτεύουσα της παρακμής μας, ενω στην εξουσία βρίσκονται οι “ενωτικοί”; Η “βασιλεύουσα”, με αρχαίο χιτώνα κακοΰφαντο στη Δύση και όχι βυζαντινή χλαμύδα, βρίσκεται υπό μερική κατοχή των αποκλήρων, που δεν έσπευσαν εδώ υποκινούμενοι από τις υποσχέσεις ενός νέου πορθητή για δηώσεις και λάφυρα, αλλά από την ανάγκη να εξασφαλίσουν τον επιούσιον άρτο;

Τί είναι πιθανότερο; Να επιβιώσουμε στην ιστορία ταυτιζόμενοι απόλυτα με τη Δύση ή διαχωρίζοντες πλήρως τη θέση μας από τους ολετήρες του πλανήτη; Ενωτικοί ή ανθενωτικοί; Το κύριο δίλημμα του Νεοέλληνα στην περίοδο που επιχειρείται η επανεγγραφή της ιστορίας του μακροβιότατου έθνους μας.

 

                                                                        “ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 6-6-2011               

Υπάρχει ζωή και μετά το ευρώ!

Υπάρχει ζωή και μετά το ευρώ!

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Μπορεί να επιβιώσει η χώρα χωρίς το ευρώ; Για να απαντήσει κανείς σ' αυτό το ερώτη­μα θα πρέπει πρώτα να απαντήσει στο αν μπορεί να επιβιώσει η χώ­ρα με το ευρώ. Αν έχετε προσέξει, όλοι οι απολογητές του ευρώ και της Ε.Ε., από τους διατεταγμένους προ­παγανδιστές του επίσημου δωσιλογισμού έως τα «παπαγαλάκια» τους στην Αριστερά, αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι να αναφερθούν στο συγκεκριμένο ερώτημα.

Αρκούνται μόνο σε μια απίστευτη καταστροφολογία για το τι δήθεν θα γίνει, αν τυχόν η χώρα απαλλα­γεί από τον χαλινό του ευρώ. Ενώ όταν αναγκάζονται να μιλήσουν για το τι μας έχει «προσφέρει» το ευρώ, τότε απογειώνονται από τον μάταιο τούτο κόσμο της κοινής λο­γικής και αναζητούν καταφύγιο στη νεφελοκοκκυγία του παραλόγου. Εκεί δηλαδή όπου τα εξωτερικά ελ­λείμματα είναι απόδειξη αναπτυξι­ακής δυναμικής κι όχι παραγωγικής αποσύνθεσης. Εκεί όπου ο υπερδανεισμός, ιδιωτικός και δημόσιος, δεν αποτελεί πρόβλημα ούτε οδη­γεί στη χρεοκοπία. Εκεί όπου με τη δραχμή είχαμε πολύ περισσότερα αδιέξοδα και προβλήματα, παρά με το ευρώ. Εκεί όπου η άνοδος του ΑΕΠ, του πιο εικονικού δείκτη της οικονομίας, αποτελεί βασικό κρι­τήριο της οικονομικής ανάπτυξης. Εκεί όπου το να πληρώσουν με κά­ποιο τρόπο λαός και εργαζόμενοι το τοκογλυφικό χρέος που έχει συσ­σωρεύσει η οικονομική και πολιτική ολιγαρχία, είναι ο μόνος δρόμος.

Κι όχι μόνο αυτό. Η ίδια η κρίση του ευρώ και της ευρωζώνης έχει εξαφανιστεί παντελώς από την ανά­λυσή τους. Δεν είναι παρά μια απλή παράπλευρη συνέπεια της παγκόσμι­ας κρίσης, έστω κι αν ο ίδιος ο Τρισέ έχει πει ότι «από τον Σεπτέμβριο του 2008 αντιμετωπίζουμε την πιο δύσκο­λη κατάσταση από την εποχή του Δευ­τέρου Παγκοσμίου Πολέμου – ίσως ακόμη και από την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου» («DerSpiegel», 15.5.10)

Η κρίση του ευρώ

Τι ξέρει ο Τρισέ από ευρώ και κρί­ση, όταν υπάρχουν προοδευτικοί, ακόμη και αριστεροί, φωστήρες, που ξεμπερδεύουν στα γρήγορα με όλα αυτά σαν να ήταν ασήμαντες λεπτο­μέρειες. Η απολογητική στην οποία ασκούνται όλοι αυτοί, κάνει ακόμη και τους Μπαρόζο – Τρισέ να ωχριούν. Όσο για την τερατώδη υπερδιόγκωση των τραπεζών και την επιβολή ενός δημοσιονομικού ολοκληρωτισμού στην ευρωζώνη υπέρ των χρηματαγορών, ούτε που τους απασχολεί. Γι' αυτούς δεν υπάρχει μεγαλύτερος «διεθνισμός», δεν υπάρχει μεγαλύτερη δικαίωση του «ευρωπαϊσμού» τους από την ολοκληρωτική ισοπέδωση λαών, χωρών και εργαζομένων που εφαρμόζει η Ε.Ε. σήμερα.

Τι θα γίνει άμα φύγουμε από το ευρώ και την ευρωζώνη; Θα πέσει ο ουρανός να μας πλακώσει; Θα έρθει η συντέλεια του κόσμου; Θα χάσουμε ό,τι έχουμε και δεν έχουμε; Όλα αυτά μαζί και πολλά ακόμη έχουμε να πάθουμε στη νοσηρή φαντασία όσων νομίζουν ότι το να τα βάλουμε με τις αγορές, την ευρωζώνη και τους ισχυρούς αποτελεί συνώνυμο της καταστροφής. Όμως ας ηρεμίσουμε λίγο και ας σοβαρευτούμε.

Εκτός ευρωζώνης

Καταρχάς, σήμερα σχεδόν το σύνολο των οικονομικών αναλυτών διεθνώς, πέρα από τους τρόφιμους των ευρωκονδυλίων, των γνωστών τραπεζικών και επιχειρηματικών κυκλωμάτων που χρησιμοποιούν το ευρώ για να καταληστέψουν τα πάντα, έχει καταλήξει ότι η Ελλάδα δεν μπορείνα ανακάμψει χωρίς διαγραφή χρέους και επαναφορά του εθνικού νομίσματος. Χαρακτηριστική περίπτωση, ο Mark Weisbrot, διευθυντής ενός από τα πιο φημισμένα διεθνώς κέντρα δημοσιονομικής πολιτικής, του Κέντρου Έρευνας για την Οικονομία και την Πολιτική (CEPR): «Η Πορτογαλία μόλις ολοκλήρωσε ένα σύμφωνο με το ΔΝΤ που προβλέπει δυο χρόνια ύφεσης ακόμα. Καμιά κυβέρνηση δεν πρέπει να δέχεται αυτή την τιμωρία. Κάθε ηγέτης που σέβεται τον εαυτό του και τη χώρα του θα τόνιζε προς τις ευρωπαϊκές αρχές πως έχουν τα χρήματα για να υποστηρίξουν την Ελλάδα με πολιτικές "αντι-κυκλικές" (όπως οι κεφαλαιακές ενισχύσεις), παρόλο που επιλέγουν να μην το κάνουν. Επίσης υπάρχει η ιδέα ότι η Ελλάδα – όπως και η Ιρλανδία, η Ισπανία και η Πορτογαλία – μπορούν να ανανήψουν μέσα από μια "εσωτερική υποτίμηση".

Δηλαδή, μέσα από την αύξηση της ανεργίας, με σκοπό οι μισθοί να πέσουν τόσο, ώστε να γίνει η χώρα ανταγωνιστική διεθνώς. Το κοινωνικό κόστος μιας τέτοιας ενέργειας, όμως, είναι εξαιρετικά υψηλό και δεν αποδίδει. Η ανεργία διπλασιάστηκε στην Ελλάδα (στο 14,7%), υπερδιπλασιάστηκε στην Ισπανία (σε 20,7%) και υπερτριπλασιάστηκε στην Ιρλανδία (σε 14,7%). Αλλά η ανάκαμψη δεν υπάρχει στον ορίζοντα. Να είστε σίγουροι ότι οι ευρωπαϊκές αρχές θα προσέφεραν στην Ελλάδα μια καλύτερη συμφωνία αν αντιμετώπιζαν μια σοβαρή απειλή αποχώρησής της από την ευρωζώνη…

Όμως το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα δεν αντέχει να δεχτεί συμφωνίες που δεν την αφήνουν να αναπτυχθεί και έτσι να βρει τον δρόμο της εξόδου από την ύφεση. Τα δάνεια που απαιτούν αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν πολιτικές που ενισχύουν τον "κύκλο" – μείωση εξόδων και αύξηση φόρων μπροστά στην ύφεση – πρέπει να βγουν από το τραπέζι. Η προσπάθεια να γλιτώσει η Ελλάδα μέσω της υποτίμησης έχει αποτύχει. Αν αυτό είναι όλο κι όλο που μπορεί να προσφέρει η Ευρώπη, τότε είναι ώρα για την Ελλάδα, ίσως και για άλλους, να πουν αντίο στο ευρώ» («The New York Times», 9.5).

Η λύση της δραχμής

Η απάντηση στο παραπάνω είναι έτοιμη: ο κύριος αυτός είτε είναι «γραφικός» είτε εκπροσωπεί σκοτεινά αμερικανικά συμφέροντα. Κι αυτά τα λένε όσοι δεν χάνουν ευκαιρία να εξαργυρώνουν επιταγές αλληγορικά και κυριολεκτικά. Από πού προκύπτει ότι με το να φύγουμε από το ευρώ και να επανέλθουμε σε εθνικό νόμισμα θα οδηγηθούμε σε απανωτές υποτιμήσεις και θα εκτιναχθεί ο πληθωρισμός; Επειδή μας το λένε όλοι εκείνοι που ευθύνονται σήμερα για την κατάντια της ελληνικής οικονομίας και το παπαγαλίζουν κάθε είδους μίσθαρνα όργανα; Δεν θα έπρεπε να μας το αποδείξουν αντί να το θεωρούν ως δεδομένο ή θέσφατο;

Για να καταλάβει κανείς πόσο παραμύθι είναι η επίκληση της καταστροφής της Ελλάδας λόγω εξόδου από το ευρώ, θα αναφέρουμε απλώς την περίπτωση των Βρετανών οικονομικών συμβούλων του Centre for Economics and Business Research (CEBR) που κάλεσε η ίδια η κυβέρνηση πριν από λίγες εβδομάδες για να τους συμβουλευτεί για το τι θα συμβεί αν η Ελλάδα φύγει από το ευρώ. Σύμφωνα με τους «Times» του Λονδίνου (30.5), ο επικεφαλής του CEBR Νταγκ ΜακΓουίλλιαμς απάντησε σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με το τι θα υποστεί το νέο νόμισμα της Ελλάδας μετά την έξοδο από το ευρώ: «Εγκαταλείποντας το ευρώ θα σήμαινε ότι το νέο νόμισμα θα υποτιμηθεί κατά 15%». Αποτελεί καταστροφή μια υποτίμηση κατά 15%;

Με εξαίρεση τα επίσημα και ανεπίσημα παπαγαλάκια της ΕΚΤ και της Ε.Ε., που όμως δεν προσκομίζουν κανένα σοβαρό αποδεικτικό στοιχείο, μια και ο σκοπός τους είναι μόνο να τρομοκρατήσουν τον κόσμο, δεν υπάρχει κανένας σοβαρός οικονομικός αναλυτής ανά τον κόσμο που να θεωρεί ότι θα υποστεί καταστροφή η Ελλάδα αν φύγει από το ευρώ. Αυτό που λένε είναι ότι η Ελλάδα θα περάσει μια περίοδο νομισματικής αστάθειας, την οποία άλλοι προσδιορίζουν σε λίγους μήνες και άλλοι σε ένα με δύο χρόνια, έως ότου η συναλλαγματική αξία της νέας δραχμής σταθεροποιηθεί μέσα από την ανάκαμψη της οικονομίας της. Σ' αυτό που συμφωνούν όλοι είναι ότι αυτός που πιθανόν να υποστεί την καταστροφή είναι το ίδιο το ευρώ, αλλά αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο.

Δύο μοντέλα

Κι όλα αυτά από αναλυτές που δεν υιοθετούν τα μέτρα ή την κατεύθυνση πολιτικής που προτείνουμε για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας. Όποιος έχει στοιχειώδεις γνώσεις οικονομίας, γνωρίζει ότι υπάρχουν δυο τρόποι να δημιουργήσεις νόμισμα: Ο πρώτος είναι να το ρίξεις στις αγορές, βορά και έρμαιο των κερδοσκόπων και να περιμένεις πού, πότε και πώς θα σταθεροποιηθεί η αξία του. Με ό,τι συνεπάγεται για την οικονομία και την κοινωνία σου. Αυτό συμβαίνει με το ευρώ, που είναι εκ φύσεως τέτοιο νόμισμα. Όμως αυτό συνέβαινε και με την παλιά δραχμή, την οποία οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούσαν ως εργαλείο ραγδαίας υποτίμησης της εθνικής οικονομίας και των εισοδημάτων από εργασία προς όφελος των ντόπιων και ξένων κερδοσκόπων.

Ο δεύτερος είναι να δημιουργήσεις ένα εθνικό νόμισμα που να υποστηρίζει και να υποστηρίζεται από την πραγματική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και πρωτίστως της παραγωγικής της βάσης. Αν θέλει πραγματικά κάποιος την παραγωγική ανάπτυξη της οικονομίας προς όφελος του λαού και της χώρας, τότε δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γίνει αυτό παρά μόνο έχοντας το δικό του νόμισμα. Ούτε η οικονομική θεωρία, αλλά ούτε και η ιστορική εμπειρία έχει να επιδείξει άλλο τρόπο. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα σχήματα παγκόσμιου χρήματος, όλες οι νομισματικές ενώσεις, όλα τα συστήματα σταθερών ισοτιμιών και σταθερής νομισματικής αξίας, με πιο γνωστό εκείνο του χρυσού κανόνα, απέτυχαν παταγωδώς αφήνοντας πίσω τους ερείπια εκείνες ειδικά τις χώρες που ήταν πιο αδύναμες και εξαρτημένες από την παγκόσμια αγορά.

Ανάγκη «οικονομικής αυτονομίας»

Ο Αλέξανδρος Διομήδης, ιδρυτής και πρώτος διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, προσπαθώντας να αντλήσει συμπεράσματα από την τραγωδία της επίσημης χρεοκοπίας του 1932, τόνιζε την «ανάγκη οικονομικής αυτονομίας», έναντι του μοντέλου της νομισματικά σταθερής δραχμής κλειδωμένης με τη χρυσή βρετανική λίρα, προκειμένου η ελληνική οικονομία να είναι ανοιχτή στην παγκόσμια αγορά και στις κυρίαρχες δυνάμεις της: «Η Ελλάς πρέπει απαραιτήτως να φροντίση πώς θα ζη, θα τρέφεται, θα κινήται, θα εργάζεται, με ίδια κατά το πλείστον εφόδια. Πώς θ' ασφαλίση με δυνάμεις αντλουμένας εκτου ιδίου αυτής τόπου, σχετικήν τουλάχιστον ισορροπίαν και μείζονα ή κατά το παρελθόν οικονομικήν αυτοτέλειαν. Αι προσπάθειαί της πρέπει προς αυτό το αποτέλεσμα να τείνουν».

Ο Διομήδης δεν ήταν οπαδός της οικονομικής αυτάρκειας, αλλά πίστευε ότι, αν δεν σταματήσει η εξάρτηση της οικονομίας από το εξωτερικό, αν δεν στηριχθεί η ελληνική οικονομία πρωτίστως σε εσωτερικούς όρους συσσώρευσης και ανάπτυξης, δεν πρόκειται να πάψει να είναι έρμαιο των συγκυριών στην παγκόσμια αγορά που αναγκαστικά οδηγούν τη χώρα στη χρεοκοπία όταν ξεσπούν μεγάλες παγκόσμιες κρίσεις. Το ίδιο ισχύει και σήμερα.

Αιτία χρεοκοπίας

Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο αν δεν διαθέτει η οικονομία το δικό της νόμισμα, ένα νόμισμα που να ελέγχει και να προσαρμόζει κάθε στιγμή στις ανάγκες της; Φυσικά και όχι. Όποιος ισχυριστεί το αντίθετο, είτε είναι παντελώς άσχετος με το θέμα, είτε είναι πολύ μεγάλος απατεώνας. Μπορεί το ευρώ να λειτουργήσει ως τέτοιο νόμισμα για την ελληνική οικονομία; Μόνο όποιος δεν γνωρίζει την ιδιοσυστασία και τη λειτουργία του ευρώ, ή απλώς προτάσσει άλλες σκοπιμότητες, μπορεί να απαντήσει θετικά στο ερώτημα. Μπορεί να έχουμε ανάπτυξη της παραγωγικής βάσης στην ελληνική οικονομία με το ευρώ; Μόνο όποιος δεν γνωρίζει ή δεν θέλει να γνωρίζει τι συνέβη τη δεκαετία του ευρώ μπορεί να θεωρεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο εφικτό. Άλλωστε στον κόσμο της φαντασίας όλα είναι εφικτά.

Μια άλλη πολιτική

Όμως στον αληθινό κόσμο έχει αποδειχτεί ότι το ευρώ λειτούργησε καταλυτικά τόσο για την οικονομική καταστροφή που έχει υποστεί η χώρα όσο και για τη χρεοκοπία της. Πώς μπορεί να υπάρξει ένα εθνικό νόμισμα που να μην υποτιμάται διαρκώς και να μην πυροδοτεί τον πληθωρισμό; Πρώτα και κύρια χτυ­πώντας τις εσωτερικές αιτίες των υποτιμήσεων και του πληθωρισμού, και αυτές δεν είναι νομι­σματικές, αλλά έχουν άμεση σχέση αφενός με τη συνολική κατάσταση και τις εξαρτήσεις της οικονομίας και αφετέρου με τις μονοπωλιακές καταστάσεις στην εσωτερική αγορά.

Τι σημαί­νει αυτό; Σημαίνει με πολύ απλά λόγια ότι το χτύπημα των μονοπωλίων και των καρτέλ, ντό­πιων και ξένων, που κυριαρχούν στην ελληνική οικονομία, η αντιστροφή της σχέσης ιδιωτικών κερδών και αμοιβών που υπάρχει σήμερα, η άμεση ενίσχυση των μικρών και μεσαίων επι­χειρήσεων ιδίως στους τομείς της παραγωγής, η εθνικοποίηση κρίσιμων τομέων της οικονομί­ας και πρωτίστως του τραπεζικού συστήματος, ο πολλαπλασιασμός του προγράμματος δημο­σίων επενδύσεων με όρους άμεσης απόδοσης και στήριξης της εθνικής οικονομίας, όπως και η γενναία αναδιανομή εισοδημάτων και πλού­του, μαζί με μια ριζικά διαφορετική πολιτική ένταξης στον διεθνή καταμερισμό εργασίας μέσα κυρίως από διακρατικές προγραμματι­κές συμφωνίες, εναλλακτικές μορφές εμπο­ρικών σχέσεων, ανοίγματα σε χώρες και περι­οχές όπου η Ελλάδα σήμερα είναι απούσα και την επιβολή ενός επιλεκτικού ανταγωνιστικού πλαισίου για την προστασία των πιο σημαντι­κών τομέων της ελληνικής οικονομίας, μπορεί να δημιουργήσει μια τέτοια δυναμική που να μην αφήσει το νόμισμά της να κατρακυλά στις διεθνείς αγορές, ούτε να επιτρέψει την εκδή­λωση πληθωριστικών πιέσεων.

Στεγνώνει η οικονομία από ρευστότητα

Επειδή οι παπαγάλοι του ευρώ έχουν ιδιαίτερο καημό με τις καταθέσεις στις τράπεζες, θα πρέπει να τους πούμε τα εξής: Πριν προλάβουμε εμείς, που προτείνουμε όλα αυτά τα καταστροφικά, να εξανεμίσουμε τις καταθέσεις, θα το έχουν κάνει οι σημερινοί κρατούντες. Η πολιτική που ασκείται είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα «στεγνώσει» την οικονομία από κάθε ρευστότητα. Είναι κάτι που συμβαίνει ήδη και κλιμακώνεται μέρα με τη μέρα.

Με την κάλυψη της τρόικας και της κυβέρνησης η καταθετική βάση των τραπεζών, όση έχει απομείνει, λεηλατείται ασύστολα από τις ίδιες τις τράπεζες προκειμένου να καλύψουν τις «μαύρες τρύπες» του ενεργητικού τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αργά ή γρήγορα θα προχωρήσουν σε δέσμευση των καταθέσεων με τη μια ή την άλλη μορφή. Κι αυτό είναι πολύ πιθανό να συμβεί τους αμέσως επόμενους μήνες, μια και η κρίση ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας θα επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό που ακόμη και το χαρτονόμισμα θα γίνει δυσεύρετο.

Ποια αναστήλωση;

Αυτό θα είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα που θα έχει να αντιμετωπίσει, αν και όποτε κατορθώσει ο λαός να επιβάλει την πολιτική που προτείνουμε. Θα έχουμε να αναστηλώσουμε μια οικονομία και μια κοινωνία εντελώς διαλυμένη, χωρίς ίχνος ρευστότητας στην αγορά και τις τράπεζες, με εισοδήματα πείνας και μαζική ανεργία πρωτοφανή, με κατεστραμμένους τους τρεις στους τέσσερεις ελευθεροεπαγγελματίες, βιοτέχνες, αγρότες και μικρομεσαίους επιχειρηματίες. Κι από πάνω φορτωμένη με τα υπέρογκα βάρη του αναδιαρθρωμένου χρέους της και των ιδιωτικοποιημένων υποδομών της.

Μπορεί να αναστηλωθεί μια οικονομία σ' αυτή την κατάσταση δίχως δικό της νόμισμα, δίχως να αποκτήσει τον έλεγχο στους διαθέσιμους πόρους και στις υποδομές της; Μπορεί να γίνει με δεδομένο το καθεστώς εξάρτησης και υποταγής της χώρας που υπάρχει σήμερα; Κάποιοι νομίζουν ότι δεν μπορεί να γίνει. Δικαίωμά τους. Άλλωστε όταν ένα έθνος, ένας λαός βρίσκεται σε ιστορική καμπή, όπως βρισκόμαστε εμείς σήμερα, όταν καλείται να ανατρέψει την τυραννία είτε του οθωμανικού ζυγού τον 19ο αιώνα είτε του ναζιστικού και φασιστικού ιμπεριαλισμού στη δεκαετία του 1940 είτε των αγορών και του πολιτικού τους προσωπικού σήμερα, υπάρχουν πάντα κάποιοι που θεωρούν αδιανόητο για έναν μικρό και ασήμαντο λαό να τα βάλει με τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής του. Όμως από πότε η λιποψυχία, η αδυναμία να στρατευθείς σ' αυτό που έχει πραγματικά ανάγκη ο λαός και ο τόπος αποτελεί επιχείρημα;

 

ΠΗΓΗ: Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011, http://dimitriskazakis.blogspot.com/2011/06/blog-post_05.html

Η μεγάλη σφαγή των διδασκόντων 407/80

Η μεγάλη σφαγή των διδασκόντων 407/80

 

Του Παναγιώτη Σωτήρη


 

Το Υπουργείο Παιδείας αποφάσισε να προχωρήσει σε μαζικές απολύσεις εκατοντάδων συμβασιούχων διδασκόντων 407/80 στα Πανεπιστήμια, να στερήσει τα Τμήματα από προσωπικό χωρίς το οποίο δεν μπορούν να λειτουργήσουν να οδηγήσει σε πρωτοφανή υποβάθμιση τα προγράμματα σπουδών.

Με έγγραφό του Υφυπουργού Πανάρετου προς τα Πανεπιστήμια (αντίστοιχο έχει στείλει και στα ΤΕΙ για θέσεις έκτακτου προσωπικού) ανακοινώνει ότι φέτος δεν θα δοθούν πιστώσεις σε κάθε ίδρυμα για να τις κατανείμει, αλλά το ίδιο το Υπουργείο θα αξιολογήσει τις ανάγκες των τμημάτων και θα προσφέρει συγκεκριμένες πιστώσεις για συγκεκριμένα μαθήματα. Για το σκοπό αυτό ζητά από τις γραμματείες των Τμημάτων αναλυτικά στοιχεία για τα μαθήματα που θα διδαχθούν από συμβασιούχους, το εάν είναι υποχρεωτικά ή επιλογής, τον αριθμό των μελών ΔΕΠ ανά τμήμα, το πόσοι φοιτητές το δήλωσαν την περασμένη χρονιά κ.λπ. Στη βάση αυτών των στοιχείων το ίδιο το Υπουργείο θα κρίνει και όχι τα τμήματα αν δικαιούνται πιστώσεις ή όχι. Ξεκαθαρίζει επίσης ότι για τα τμήματα με περισσότερα από 25 μέλη ΔΕΠ δεν θα πάρουν καθόλου πιστώσεις, παρά μόνο ελάχιστες κατ’ εξαίρεση.

Είναι προφανές ότι το Υπουργείο ετοιμάζεται να κάνει τεράστιας κλίμακας περικοπή πιστώσεων 407/80. Άλλωστε, ήδη υπάρχει ρητή εντολή του Υπουργείου Εσωτερικών για περικοπή -50% των συμβασιούχων σε όλα τα Υπουργεία. Βάζοντας το πλαφόν των 25 μέλη ΔΕΠ στερεί από πάρα πολλά τμήματα, με μεγάλες διδακτικές ανάγκες, το αναγκαίο προσωπικό. Επιπλέον, η διαδικασία αξιολόγησης και ιεράρχησης που θα κάνει το Υπουργείο είναι σχεδόν νομοτελειακό ότι θα είναι χρονοβόρα, χαοτική και εγγενώς διαβλητή, όπως φάνηκε και από την επαναξιολόγηση των ερευνητικών προτάσεων. Μετά τη στάση πληρωμών έρχεται και η στάση προσλήψεων.

Είναι μια μεθόδευση παράνομη (αφού αφαιρεί από τα πανεπιστήμια το δικαίωμα επιλογής που ρητά ορίζει το ΠΔ 407/80) που θα έχει τρομακτικές συνέπειες μέσα στα Πανεπιστήμια. Μιλάμε για βέβαιη απόλυση εκατοντάδων διδασκόντων σε όλη την Ελλάδα και για χιλιάδες μαθήματα που δεν θα προσφέρονται την επόμενη χρονιά. Μια ολόκληρη γενιά επιστημόνων, αφού για χρόνια γεύτηκαν την εργασιακή περιπλάνηση, τον εξευτελισμό των σπαστών συμβάσεων, τις τεράστιες καθυστερήσεις πληρωμών, τώρα έχουν μπροστά τους την προοπτική της πλήρους εργασιακής και ακαδημαϊκής εξαθλίωσης. Είναι η Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου για τους συμβασιούχους διδάσκοντες.

Πολλά τμήματα δεν θα μπορέσουν να ολοκληρώσουν το πρόγραμμα σπουδών ή θα το υποβαθμίσουν ριζικά. Σε συνδυασμό με το πάγωμα ουσιαστικών των διορισμών των εκλεγμένων μελών ΔΕΠ, το πάγωμα των προκηρύξεων νέων θέσεων, τις μαζικές συνταξιοδοτήσεις μελών ΔΕΠ τα πανεπιστήμια δεν οδηγούνται απλώς σε συρρίκνωση αλλά σε ένα πραγματικό ακαδημαϊκό κραχ. Ταυτόχρονα, ο πολυεπίπεδος στραγγαλισμός των Πανεπιστημίων αντικειμενικά ανοίγει το δρόμο όχι μόνο για τη συρρίκνωση αλλά και για την εμπορευματοποίηση των πανεπιστημίων, αφού μόνο  με την εισαγωγή διδάκτρων και γενικότερα μορφών ανταποδοτικότητας θα μπορούν να λειτουργήσουν τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ.

Με αυτή την πραγματικότητα δεν χωράει κανένας συμβιβασμός. Ή τώρα θα υπάρξει μαζική και αποφασιστική αντίδραση, συλλογικός αγώνας για τη σωτηρία του δημόσιου πανεπιστημίου ή απλώς θα μετράμε τη μία απώλεια μετά την άλλη. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε το νέο νόμο, ο νόμος ήδη εφαρμόζεται με τις τεράστιες περικοπές στους προϋπολογισμούς, τις απολύσεις διδασκόντων 407/80, το πάγωμα διορισμών και προσλήψεων, τις συνεχείς παρεμβάσεις του Υπουργείου, τα ενεργά σχέδια για συγχωνεύσεις – καταργήσεις. Τώρα είναι η ώρα της απάντησης, όχι το Σεπτέμβρη. Με μαζικές συνελεύσεις όλης της Πανεπιστημιακής Κοινότητας, ενωμένοι διδάσκοντες, φοιτητές και διοικητικοί να κατεβάσουμε το Πανεπιστήμιο στο δρόμο. Με απεργίες, με διαδηλώσεις, με καταλήψεις με αγωνιστική αναστολή λειτουργίας των Ιδρυμάτων πριν το Υπουργείο Παιδείας βάλει οριστική ταφόπλακα στο δημόσιο πανεπιστήμιο. Η ανοχή ή η μοιρολατρική αναμονή απλώς θα μας κάνουν συνένοχους στο έγκλημα…

 

ΠΗΓΗ: 3-6-2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=34758

Σχολείο και αντισχολείο – Σκέψεις

Σκέψεις για τη σκοπιμότητα της  λειτουργίας της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο σχολείο και την επίδραση της διοίκησής του σε αυτή

 

Της Αμαλίας  Κ. Ηλιάδη*


 

Μπλεγμένη στους λαβυρίνθους της σκέψης μου και προσπαθώντας, παράλληλα, να κάνω έναν ελάχιστο «απολογισμό» εμπειριών, θεωριών και ιδεών για τη σκοπιμότητα της  λειτουργίας της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο σχολείο, «σκόνταψα» ευεργετικά στο κίνημα της αποσχολειοποίησης:  Η αποσχολειοποίηση ή το αντι-σχολείο ήταν ένα κίνημα της δεκαετίας του ΄70 και σκοπό είχε να απαλλαγεί η κοινωνία από το σχολείο.

Το κίνημα αυτό αμφισβήτησε τις προθέσεις του σχολείου και τον ρόλο της εκπαίδευσης. Κύριος εκφραστής ήταν ο Ιvan Ιllich, ο οποίος υποστήριζε ότι το σχολείο ως θεσμός είναι αποτυχημένος, ότι ο άνθρωπος αποκτά τις γνώσεις έξω από αυτό και ότι υπάρχει καταπίεση με την υποχρεωτική φοίτηση στο σχολείο. Σύμφωνα με αυτό το κίνημα, το σχολείο δρα ως φυλακή του πνεύματος. Αν και η κριτική που άσκησε στο σχολείο το κίνημα της αποσχολειοποίησης ήταν αρκετά εύστοχη, παρ’ όλα αυτά δεν κατάφερε να δώσει ικανοποιητικές εναλλακτικές απαντήσεις και λύσεις. Οι θιασώτες του υποστήριζαν βέβαια ότι αν δεν υπάρξει ριζική αλλαγή στις κοινωνικές δομές, δεν θα μπορέσει να αλλάξει και η εκπαιδευτική δομή της κοινωνίας.

Θεωρώ πως το κίνημα της αποσχολειοποίησης συμπυκνώνει αριστοτεχνικά, ακόμη και στην άρνησή του, και ιδιαίτερα με εκφράζει, το ακόλουθο απόσπασμα του Μπουσκάλια από το βιβλίο του: «Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις»:

«Βέβαια, ο άνθρωπος χρειάζεται έναν οδηγό. Ο δάσκαλος – όπως κι ο γονιός – είναι τέτοιος οδηγός. Μ’ αρέσει να με ονομάζουν παιδαγωγό. Δε μ’ αρέσει να με λένε καθηγητή. Ο καθηγητής θυμίζει την έδρα κι από έδρες έχουμε πήξει. Η παιδαγωγική βγαίνει από το ρήμα άγω, που σημαίνει οδηγώ, διευθύνω, κι αυτό θα ‘πρεπε να κάνουμε. Υπάρχει ένα τραπέζι γεμάτο θαύματα. Η αγωγή είναι ο τρόπος να οδηγήσεις τους ανθρώπους σ’ αυτό. Μπορείς να διακοσμήσεις το τραπέζι, μπορείς να βάλεις πάνω του όλα τα φαγητά του κόσμου, μα δεν μπορείς να αναγκάσεις κανέναν να φάει. Ο Καρλ Ρότζερς λέει, «κανείς δε δίδαξε ποτέ τίποτε σε κανέναν. Κι αυτό είναι αλήθεια. Μόνο τον εαυτό μας διδάσκουμε. Ο δάσκαλος που νομίζει ότι έχει όλες τις απαντήσεις είναι ο πιο μεγάλος ηλίθιος του κόσμου! Τι θαυμάσιο πράγμα ν΄ακούς ένα παιδί να βάζει ένα ερώτημα πραγματικά έξυπνο και ν΄απαντά ο δάσκαλος: «μπράβο! Δεν την ξέρω την απάντηση, αλλά πάμε να την βρούμε μαζί». Ίσως είναι αυτός ο τρόπος να πεις στον άλλο: η μάθηση είναι συναρπαστική. Δε χρειάζεται να ξέρεις τα πάντα. Θα οδηγήσουμε ο ένας τον άλλο».

Στο πλαίσιο αυτό, η συνεργατική λειτουργία μιας σχολικής κοινότητας, θεωρητικά, πρέπει να στοχεύει στην κάλυψη ορισμένων πιθανών δεικτών, σε ομάδες κριτηρίων για την εύρυθμη λειτουργία της, που αφορούν:

Α) Το φυσικό περιβάλλον

·        Το σχολείο είναι ένα ασφαλές μέρος

·        Το σχολείο είναι καθαρό και τακτοποιημένο

·        Η δουλειά των μαθητών γίνεται γνωστή

·        Οι αίθουσες είναι ελκυστικές, γεμάτες χρώματα και δημιουργούν θετικές αντιδράσεις.

Β) Το κοινωνικό περιβάλλον και μαθησιακό περιβάλλον

. Υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός μεταξύ δασκάλων και μαθητών

. Δεν υπάρχει εκφοβισμός μέσω απειλών

Γ) Η επαγγελματική  αντίληψη και πρακτική

. Υπάρχουν ευκαιρίες για να αναπτύξει το προσωπικό γνώσεις και να αποκτήσει εμπειρίες

. Οι δάσκαλοι συνεργάζονται και ανταλλάσσουν εμπειρίες καλής πρακτικής

. Οι δάσκαλοι έχουν ευκαιρίες να πάρουν πρωτοβουλίες, να εισαγάγουν καινοτομίες και να αποδείξουν τις διοικητικές τους ικανότητες.

Στον τρόπο διοίκησης που εφαρμόζεται, και ειδικά από τη συμπληρωματικότητα των  μονομελών του οργάνων, του διευθυντή και του υποδιευθυντή, εντάσσεται και η διάθεση του να  επαινούνται οι πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουν οι διδάσκοντες καθηγητές (π.χ.: η μεταβολή δύο από τους πέντε περιπάτους σε επισκέψεις σε μουσεία, προκειμένου να αναβαθμίσουν το σχολείο και να δώσουν ερεθίσματα στους μαθητές). Με τον τρόπο αυτό οι καλοπροαίρετοι δηλώνουν ικανοποιημένοι από το κλίμα του σχολείου και την καλή επικοινωνία μεταξύ του προσωπικού και της διεύθυνσης. Τέτοιες ενέργειες χαρακτηρίζουν το διευθυντή ως ένα μορφωμένο και ευσυνείδητο εκπαιδευτικό λειτουργό, με δημοκρατική ιδεολογία, που έχει όραμα για το σχολείο που διοικεί και με πειστικό τρόπο το μετουσιώνει.

Ένας σωστός διευθυντής, συμβάλλοντας στην καλή, από άποψη κτιριακής και υλικοτεχνικής υποδομής, λειτουργία του σχολείου και στο ότι πολλές φορές με την παρέμβασή του αποφεύγονται συγκρούσεις μεταξύ των εκπαιδευτικών, αποδεικνύει έμπρακτα πως νοιάζεται για τη διατήρηση και την ενίσχυση του συλλογικού πνεύματος στο σχολείο του. Επίσης, πρέπει να  καταβάλλει συστηματική προσπάθεια, με στόχο, αφενός, ιδιαίτερα οι νέοι εκπαιδευτικοί, να αναπτύσσουν απρόσκοπτα και να βελτιώνουν τους διδακτικούς και παιδαγωγικούς χειρισμούς τους, και, αφετέρου, να ενταχθούν ομαλά στη μικροκοινωνία του σχολείου και του συλλόγου διδασκόντων. Κατά τη γνώμη μου, η προσπάθεια του διευθυντή να βοηθήσει να ενσωματωθούν όσο το δυνατό γρηγορότερα στο κλίμα του σχολείου και στο σύλλογο διδασκόντων  νέοι συνάδελφοι, είναι εξαιρετικά σημαντική για τη συνοχή του σχολείου.

Τέτοιοι  διευθυντές συνήθως έχουν στόχους για το συγκεκριμένο σχολείο, ενεργούν κατά την ουσία των νομικών κειμένων και δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στις ανθρώπινες σχέσεις. Είναι  παρακινητικοί, ιδιαίτερα φιλικοί και ευαισθητοποιημένοι, βρίσκονται κοντά στις ανάγκες και στα προβλήματα των μαθητών,  επιδιώκουν να κρατούν τις ισορροπίες στο σχολείο.

Θεωρώ ότι  ένας δημοκρατικός «ηγέτης» που θέλει να ακούει τις απόψεις του προσωπικού και δεν επιβάλλει τη δική του γνώμη, που δέχεται τις αποφάσεις της πλειοψηφίας, ακόμη και για θέματα στα οποία έχει αντίθετη άποψη, είναι ικανός να δημιουργήσει  καλό κλίμα στο σχολείο του και  να προωθήσει τη συνεργασία του προσωπικού με τους χειρισμούς του, οι οποίοι στηρίζονται στο σεβασμό της προσωπικότητας κάθε ατόμου, είτε είναι εκπαιδευτικός είτε μαθητής, και στην προσπάθεια εύρεσης της καλύτερης δυνατής λύσης. Πολλοί συνάδελφοι, άλλωστε, δηλώνουν ότι συμμετέχουν σε δραστηριότητες ή αναλαμβάνουν εξωδιδακτικές πρωτοβουλίες, επειδή γνωρίζουν ότι θα έχουν την αμέριστη συμπαράστασή του διευθυντή τους και επειδή τους εμπνέει το όραμά του για ένα διαφορετικό δημόσιο σχολείο.


* Η Αμαλία  Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος -ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.), Υπεύθυνη Σχολικής Βιβλιοθήκης 2ου Ε.Π.Α.Λ.  Τρικάλων, ailiadi@sch.gr, http://users.sch.gr/ailiadi, http://blogs.sch.gr/ailiadi,  http://www.matia.gr, http://www.emy67.wordpress.com

Ελλάδα: ξεπούλημα στην ΕΕ και οι πλατείες

Το ξεπούλημα της Ελλάδος στην ΕΕ και οι πλατείες*

 

Του Τάκη Φωτόπουλου


 

Ενώ η χώρα είναι στα πρόθυρα να ανακηρυχθεί και επίσημα προτεκτοράτο της υπερεθνικής ελίτ (δηλ. της πολιτικής και οικονομικής ελίτ των ΗΠΑ και ΕΕ), η παραπέρα συνέχιση του δανεισμού μας… για να ξεπληρώνουμε τα παλιά δάνεια εξαρτάται τώρα από το ξεπούλημα κάθε κοινωνικού πλούτου (λιμάνια, αεροδρόμια, τρένα, ηλεκτρικό, νερό κ.λπ.) στις ίδιες ελίτ – και ό,τι ξεροκόμματο αρπάξει και η ντόπια οικονομική ελίτ – που θα επιβλέπουν σαν γκαουλάιτερ την όλη διαδικασία.

Για το ξεπούλημα αυτό, που ακόμη και οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς περιγράφουν ως «απώλεια όχι μόνο της κυριαρχίας αλλά και της αξιοπρέπειας της χώρας»,[1] είναι άμεσα συνυπεύθυνα τα κόμματα εξουσίας που συναίνεσαν στην «αξιοποίηση» (όπως βάφτισαν σαν τον Ροΐδη) το ξεπούλημα αντί πινακίου φακής του κοινωνικού μας πλούτου, που θα έχει καταστροφικές συνέπειες στο μέλλον.

Έμμεσα όμως συνυπεύθυνα  είναι και τα κόμματα της  «Αριστεράς» και «οικολογίας», καθώς και η πνευματική  και πολιτιστική ελίτ, που δεν θέτουν θέμα άμεσης και μονομερούς εξόδου από την ΕΕ (και όχι απλά από το Ευρώ που θα ήταν καταστροφική λύση) αλλά αποπροσανατολίζουν τον λαό στο να «δέρνει το σαμάρι», – δηλαδή, τους επαγγελματίες πολιτικούς  για τη διαφθορά τους κ.λπ., που είναι βέβαια αλήθεια αλλά δεν είναι η απώτερη αιτία τη βαθιάς κρίσης, αφού είναι απλά εκτελεστικά όργανα των ελίτ. Έτσι, σύσσωμη η αριστερά, από τον ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι, πιο αριστερά, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ (που μιλά για ρήξη και καπιταλιστική αποδέσμευση από την ΕΕ… σε τρία τέρμινα), καθώς και την πατριωτική Αριστερά του Μίκη (που μιλά για προστατευτισμό… μέσα στην ΕΕ!) αντιμετωπίζουν ως ταμπού το θέμα της εξόδου από την ΕΕ και ασχολούνται με τον… Λογιστικό Έλεγχο του Χρέους (μήπως ‘κουρέψουμε’ κάποιο τμήμα του!), ενώ κάποιοι παπαγαλίζουν τη συστημική γραμμή  ότι η επιστροφή στην δραχμή οδηγεί στην καταστροφή, «ξεχνώντας» ν’ αναφέρουν ότι αυτό ισχύει μόνο αν η έξοδος από την ΕΕ δεν συνοδεύεται από σειρά άλλων μέτρων και τη δημιουργία των προϋποθέσεων για ένα εντελώς διαφορετικό οικονομικό μοντέλο. Δηλαδή, ένα μοντέλο που θα μας απαλλάξει δια παντός από την ξένη εξάρτηση μέσα από μια αυτοδύναμη (όχι αυτάρκη) οικονομία, πιθανώς σε μια συνομοσπονδία αυτοδύναμων οικονομιών του Ευρωπαϊκού «Νότου»[2]. Τέλος το ΚΚΕ βλέπει μεν σωστά ότι χωρίς την έξοδο από την ΕΕ δεν είναι δυνατή η ελεγχόμενη από τον λαό οικονομία, αλλά ανάγει το θέμα στην κατάκτηση της Λαϊκής Εξουσίας, δηλαδή όταν και εάν δημιουργηθούν επαναστατικές συνθήκες! Και, φυσικά, η αντιεξουσιαστική «Αριστερά» περί άλλα τυρβάζει…

Η οικονομική αυτοδυναμία σήμερα είναι, επομένως, όχι μόνο επιθυμητή (όπως πάντα ήταν, ως προϋπόθεση της οικονομικής δημοκρατίας, δηλαδή της εξουσίας του δήμου στην οικονομική σφαίρα που προϋποθέτει οικονομική ισότητα) αλλά και εφικτή. Η αυτοδυναμία αυτή δεν σημαίνει, βέβαια, «κλείσιμο των συνόρων», όπως διαστρεβλώνουν πολλοί την διαδικασία αυτή, αλλά ανάκτηση του κοινωνικού ελέγχου στην οικονομία, που σήμερα είναι αδύνατος με ανοικτές και απελευθερωμένες αγορές. Στην πραγματικότητα, η οικονομική αυτοδυναμία αποτελεί τη μόνη λύση για διέξοδο όχι μόνο από τη τωρινή βαθιά κρίση, αλλά και από τη μακροπρόθεσμη κρίση, ιδιαίτερα την οικολογική, που βαθαίνει καθημερινά. Η ανάγκη άλλωστε της αυτοδυναμίας γίνεται σήμερα επιτακτική όταν π.χ. προβλέπεται μαζική εξαθλίωση σε λίγα χρόνια εξαιτίας του διπλασιασμού των τιμών τροφίμων που φέρνει, άμεσα η έμμεσα, η παγκοσμιοποίηση και η συναφής κερδοσκοπία![3] Όπως προσπάθησα να αναλύσω αλλού[4], οι αυτοδύναμες οικονομίες αποτελούν σήμερα όχι μόνο τη μόνη απάντηση στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση αλλά και θεμελιακά στοιχεία ενός νέου διεθνισμού, ο οποίος υιοθετεί μεν τις βασικές αρχές του παραδοσιακού διεθνισμού της Αριστεράς, αλλά και τον υπερβαίνει, διότι θεμελιώνεται σε μια διεθνοποιημένη οικονομία που δεν καθορίζεται ούτε από την καπιταλιστική οικονομία της αγοράς, ούτε από το κεντρικό Πλάνο, αλλά από την Οικονομική Δημοκρατία, δηλ. τις αυτό-καθοριζόμενες (μέσω των συνελεύσεων των πολιτών) οικονομίες.

Στο μεταξύ, ένα πρωτόγνωρο είδος ειρηνικής εξέγερσης ξεκίνησε στις πλατείες της Ισπανίας και της Ελλάδας που δυνητικά έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από τις εξεγέρσεις στις Αραβικές χώρες, εφόσον στρέφεται, έστω έμμεσα προς το παρόν, κατά της ίδιας της υπερεθνικής ελίτ και όχι ενάντια σε εύκολα αναλώσιμους τυράννους τύπου Μουμπάρακ και Μπεν Αλί. Ο αυθόρμητος και αμεσοδημοκρατικός χαρακτήρας των εξεγέρσεων αυτών είναι η δύναμή τους αλλά και η πιθανή πηγή αδυναμίας τους. Είναι η δύναμή τους γιατί σε αυτές μετέχουν οι πολίτες σαν πολίτες και όχι σαν κομματικά η γραφειοκρατικά στελέχη συνδικάτων κ.λπ. Αλλά είναι και η πηγή αδυναμίας τους γιατί, αν δεν υιοθετήσουν στόχους και στρατηγική με βάση κάποιο πολιτικό πρόταγμα που θα έχει μια στοιχειώδη ανάλυση των συστημικών αιτίων της κρίσης και των τρόπων για την υπέρβασή της, εύκολα, τα μη συνειδητοποιημένα στοιχεία τους θα ενσωματωθούν πάλι στο σύστημα, ενώ τα πιο ριζοσπαστικά θα συντριβούν από τη Χουντική  βία, ιδιαίτερα εάν η εξέγερση αυτή δεν καταφέρει να γίνει ακόμη πιο μαζική και οργανωμένη.

 

* Μια μικρότερη εκδοχή του συγκεκριμένου άρθρου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία στις 04-06-2011

 

Παραπομπές

 

[1] Lex, “Eurozone sovereignty: ‘gunboat’ diplomacy”, Financial Times, 29/5/2011

[2] βλ Τ. Φωτόπουλος, “Η Λατινοαμερικανοποίηση του ευρωπαϊκού «Νότου»”, Περιεκτική Δημοκρατία, τεύχος 22  (Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2010)

[3] βλ΄Εκθεση Oxfam, “E”, 31/5/2011

[4] βλ Η Ελλάδα ως Προτεκτοράτο της Υπερεθνικής Ελίτ (Γόρδιος, 2011), Μέρος Ε

 

ΠΗΓΗ: http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2011/2011_06_04.html

Προς αγανακτισμένους

Προς αγανακτισμένους

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

 

Αγαπητοί φίλοι

Δεν ξέρω για πόσες μέρες είστε αγανακτισμένοι. Εγώ είμαι μια ζωή. Και όχι, γιατί έχω κάποιο σύνδρομο αγανάκτησης. Αλλά γιατί από μικρό παιδί έζησα κάτω απ’ το ζυγό της ανάγκης και της φτώχειας.

Οι δυο μεγάλες χαρές της παιδικής μου ηλικίας ήταν, όταν στην προσχολική μου ζωή φόρεσα γουρουνοτσάρουχα και στη ν 4η του Δημοτικού φόρεσα πάνινα παπούτσια.

Η φτώχεια μας δεν ήταν αποτέλεσμα της τεμπελιάς μας. Γιατί δουλεύαμε μέρα νύχτα. Στα καπνά και σε όλα τα μέτωπα. Ήταν αποτέλεσμα της κλοπής και της ληστείας του κράτους, των βιομηχάνων και των μεσαζόντων. Που σημαίνει ότι ήταν αποτέλεσμα της αλυσιδωτής αδικίας.

Η πολιτική και οικονομική ολιγαρχία μπορεί να κλέβει και να ληστεύει απεριόριστα. Παράνομα και νόμιμα. Χωρίς να φοβάται τίποτε. Έχουμε μπουχτίσει να βλέπουμε και ν’ ακούμε απ’ τα παράθυρα των τηλεοράσεων τους κλέφτες και τους απατεώνες να βρίζουν οι μεν τους δε για τις κλοπές και τις ληστείες και τις απάτες τους.

Είδατε μήπως κανέναν να δικαστεί και να καταδικαστεί; Να μπει στη φυλακή και να επιστρέψει τα κλεμμένα; Κανένας! Έχουν νομικά και συνταγματικά κατοχυρωμένη την ασυλία της αλητείας και της ασυδοσίας τους. Αλλά…

Η νομική και οικονομική αλητεία και ασυδοσία δεν είναι μόνο εθνικό, αλλά και διεθνές σπορ. Που σημαίνει ότι οι ντόπιοι κλέφτες και απατεώνες είναι συγκοινωνούντα δοχεία με τους διεθνείς. Και έχουν την αμέριστη αλληλεγγύη και συμπαράστασή τους.

Με αποτέλεσμα να προαχθούν από κλέφτες και απατεώνες, σε εφιάλτες και προδότες. Έτσι που, όχι μόνο το λαό, να ληστεύουν, αλλά και την ίδια την πατρίδα να προδίδουν και να την ξεπουλάνε.

Και, γι’ αυτό, ακριβώς, σε συνεργασία με τους διεθνείς τοκογλύφους, μεθόδευσαν το τεράστιο χρέος. Και, τώρα υποστηρίζουν τον παραλογισμό ότι, για να ξεχρεωθούμε, πρέπει να χρεωνόμαστε ολοένα και περισσότερο. Πληρώνοντας ολοένα και μεγαλύτερους τόκους.

Στο όνομα, λοιπόν, αυτού του παραλογισμού ψήφισαν, πριν ένα χρόνο, το μνημόνιο της εσχάτης προδοσίας και υπόγραψαν τη δανειακή σύμβαση της εθνικής δολοφονίας.

Σύμφωνα με την οποία αποφάσισαν την αμετάκλητη και άνευ όρων παραίτηση της πατρίδας μας από τα κυριαρχικά της δικαιώματα και τα περιουσιακά της στοιχεία!…

Που σημαίνει ότι η μαφία των τοκογλύφων μπορεί να ξεπουλάει, ακόμη και τους αρχαιολογικούς μας χώρους και τις παραμεθόριες περιοχές. Ακόμη-ακόμη και τις ένοπλες δυνάμεις της πατρίδας μας!…

Και υπάρχουν ακόμη Έλληνες που χειροκροτούν και ζητωκραυγάζουν την έσχατη αυτή προδοσία και δολοφονία της πατρίδας μας….  Και μπαίνει το ερώτημα: Εμείς τι κάνουμε;

Και ασφαλώς θα πούμε ότι εμείς, οι αγανακτισμένοι δεν ανήκουμε στους χειροκροτητές της προδοσίας. Μάλιστα ήρθαμε εδώ για να διαδηλώσουμε την αντίθεσή μας και την αγανάκτησή μας.

Αλλά αρκεί αυτό;

Πιστεύουμε ότι υπάρχει περίπτωση να συγκινήσουμε τους μεταλλαγμένους αυτούς ανθρώπους; Που είναι ολόιδιοι με το θάνατο! Τυφλοί, κουφοί και χωρίς σπλάχνα. Σαν τα ταριχευμένα πτώματα. Συνειδητά ασυνείδητοι και αποφασισμένοι! Για να υπηρετήσουν πιστά τα αφεντικά της παγκόσμιας διαβολοκυβέρνησης. Και ορκισμένοι να φέρουν σε πέρας την έσχατη προδοσία του ξεπουλήματος της πατρίδας μας!…

Ε, και λοιπόν – ίσως πείτε – και τι να κάνουμε; Να πάρουμε τουφέκια, μαχαίρια τσεκούρια και να επαναστατήσουμε; Σε καμιά περίπτωση! Άλλωστε στην περίπτωση αυτή οι εφιάλτες και οι πάτρωνές τους διαθέτουν περισσότερα όπλα. Είναι προετοιμασμένοι. Και πιθανώς να το εύχονται κιόλας. Για να βρουν έτσι πάτημα και να κάμουν το ληστρικό τους καθεστώς τους ακόμη καταπιεστικότερο και ασφυκτικότερο.

Ο ασφαλέστερος και αποτελεσματικότερος δρόμος και τρόπος αντίδρασης είναι η άμεση και γρήγορη πολιτική οργάνωση. Το 60% των Ελλήνων είναι εναντίον τους. Και, όπως αυτοί συνεννοούνται μεταξύ τους, για να επιβάλλουν το καθεστώς της έσχατης προδοσίας και του ξεπουλήματος, παρόμοια να βρούμε κι εμείς ένα minimum συναίνεσης. Για να ανατρέψουμε το προδοτικό τους καθεστώς και να αποτρέψουμε την καταστροφή της πατρίδας μας.

Γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να προκηρύξουν σύντομες εκλογές. Να δημιουργήσουν κυβέρνηση συναίνεσης. Και να προχωρήσουν στο ξεπούλημα και της διάλυση της κρατικής και εθνικής μας υπόστασης. Και στην οριστική υποδούλωση στο εφιαλτικό καθεστώς της χρεοκοπίας και της τοκογλυφίας.

Όχι, λοιπόν, παθητική ομφαλοσκόπηση απέναντι στο νεκροταφείο των συνειδήσεων της πολιτικής και οικονομικής ολιγαρχίας. Αλλά άμεση και γρήγορη οργάνωση για την ανατροπή της εφιαλτικής χρεοκρατίας και την αποτροπή του εξευτελιστικού πλειστηριασμού των πλουτοπαραγωγικών πηγών της πατρίδας μας… Έτσι ώστε να μην καταντήσει η Βουλή των Ελλήνων από ναός της δημοκρατίας, Βαστίλη της τοκογλυφίας….

Παπα-Ηλίας, http://papailiasyfantis.wordpress.com

Και λαγός ο ουρακοτάγκος

Και λαγός ο ουρακοτάγκος

 

Του Στάθη Σ(ταυρόπουλου)*


 

Έβλεπα την κυρία Ξαφά ομιλούσα από της ΝΕΤ. Ανεξαρτήτως των ιδεοληπτικών της δογματισμών, αυτή η κυρία είναι ικανή να οδηγήσει σε εγκεφαλικό ένα χάνι γαϊδάρους! Taedium vitae…

Αυτή λοιπόν ήταν για τον πονηρό Τύπο η είδηση από τη μεγαλειώδη συγκέντρωση του Λαού στα Προπύλαια: η υπό προστασίαν απομάκρυνση ορισμένων βουλευτών από το Κοινοβούλιο; Ουδόλως αθώος αυτός ο λαϊκισμός, ούτε καν ευήθης. Βολικός για την εξουσία είναι, βολικός για την κυβέρνηση.

Μπορεί ορισμένοι πολίτες να θεωρούν ότι «όλοι οι βουλευτές είναι ίδιοι» ή ότι ακόμα-ακόμα «πρέπει να καεί το μπουρδέλο η Βουλή» – όμως αυτό ούτε τις λαϊκές κινητοποιήσεις χαρακτηρίζει ούτε ορισμένοι δημοσιογράφοι μπορούν να το γενικεύουν (παρακολουθώντας την κυβερνητική προπαγάνδα των γενικεύσεων που αναγάγει την παθολογία κάθε κατάστασης σε χαρακτηριστικό της).

Δεν είναι ίδιοι ούτε όμοιοι όλοι οι βουλευτές, άλλο η κυρία Σακοράφα που δεν ψήφισε το Μνημόνιο κι άλλο ο κ. Αδώνιδας Γεωργιάδης ή ο κ. Πάγκαλος που το ψήφισαν. Αυτονόητα όλα αυτά, αλλά ως φαίνεται το αυτονόητο κινδυνεύει διαρκώς απ’  το ανόητο.

……………………………

Όπως και να ‘χει, η καλλιέργεια αντικοινοβουλευτικού κλίματος αυτήν τη στιγμή μόνον παγίδα για τις λαϊκές διεκδικήσεις μπορεί να συνιστά, όπως
αυτή που πήγε να επιχειρήσει αυτό το όνειδος της δημοκρατίας ο κ.  Καρατζαφέρης απειλώντας (μόνον για επικοινωνιακούς λόγους, πράγμα που κάνει τις ενέργειές του ακόμα πιο κατάπτυστες) να αποσύρει

από τη Βουλή τους βουλευτές του ΛΑΟΣ (λες και οι τελευταίοι είναι πιόνια).

Όμως ο λαός έδωσε σε αυτόν τον άχρηστο έστω και κωλοτούμπα κλόουν την εντολή να τον εκπροσωπήσει στη Βουλή. Αυτή λοιπόν την εντολή ο πρόθυμος σύμμαχος των γκαουλάιτερ της Τρόικας την εξαργυρώνει καθημερινώς σε παίγνια εντυπώσεων, συναλλαγών και ανταλλαγμάτων.

Αυτά τα παίγνια είναι που υποβαθμίζουν το Κοινοβούλιο κι όχι οι μούντζες των αγανακτισμένων πολιτών εναντίον έστω και δικαίων κι όχι μόνον αδίκων.
Το ευγενές δικαίωμα της μούντζας ο λαός το έχει κατακτήσει απ’ την εποχή της Πνύκας και του Ιπποδρόμου. Είναι μια μη βίαιη, ανώτερη της βίαιης, αντίδραση με στόχο όχι τη φυσική υπόσταση αλλά το δοτό κύρος του κάθε σοβαροφανούς λεχρίτη.

 Ουδέποτε ουδεμία δημοκρατία έπαθε τίποτα από ουδέναν Θερσίτη (ακόμα και τον πιο χολερικό ή άδικον), αλλά έπαθε συχνά τα πάνδεινα απ’ τα χρυσά της τέκνα – κάτι μορφωμένους Κριτίες και φωτισμένους Ροβεσπιέρους. Δεν κινδυνεύει απ’ τον λαό η δημοκρατία -ούτε καν απ’ τους λίγους εκείνους που μέσα στην αγανάκτησή τους δεν χωρίζουν την ήρα απ’ το στάρι – μόνον αν γίνουν πολλοί είναι ικανοί να κάψουν τα χλωρά μαζί με τα ξερά.

Όμως ούτε αυτοί οι λίγοι γίνονται ποτέ πολλοί, αν δεν τους αυγατίσουν οι δημαγωγοί (ποπουλιστές και εκσυγχρονιστές).

………………………………….

Όχι βέβαια! Δεν κινδυνεύει απ΄ τον λαό της η δημοκρατία, αλλά απ’ αυτούς που την καταργούν με το Μνημόνιο, απ’ αυτούς που έχουν θέσει το ίδιο το κράτος υπό κατοχήν, απ’ αυτούς που εξολοθρεύουν τον πολιτισμό της εργασίας, ξανακάνοντας τους ανθρώπους σκλάβους του 10ωρου και του 12ωρου ή του 6ωρου! Απ’ αυτούς που στήνουν μακελειό…

Σκληρά τα πράγματα. Πυκνώνουν οι αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους! Οι περισσότερες περνάνε στο ντούκου και στα ψιλά… Το αίμα αυτό είναι προϋπολογισμένο ή συνιστά παράπλευρη απώλεια;

………………………………..

Ίσως οι φόροι στα αναψυκτικά να είναι κι αυτοί μια κάποια λύσις…


* ΣΤΑΘΗΣ Σ. 2.VI.2011 stathis@enet.gr

 

ΠΗΓΗ: Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011, http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=280756

Εάν χρεοκοπήσει η Ελλάδα…

Τι θα μας συμβεί, εάν χρεοκοπήσει η Ελλάδα;

 

Ο Β(ασίλης) Βιλιάρδος* απαντά στο cosmo.gr** [συνέντευξη στην Σοφία Κατσαρέλη]


 

"Η ημιμάθεια είναι χειρότερη της αμάθειας", λέει μία σοφή ελληνική ρήση, το περιεχόμενο της οποίας βρίσκει την απόλυτη εφαρμογή του, σ' αυτό που βιώνουμε σήμερα ως Έλληνες και έχει να κάνει με μία επικείμενη χρεοκοπία της χώρας. Πώς φτάσαμε σ' αυτό το κρίσιμο ιστορικά σημείο στην Ελλάδα, ποιος ευθύνεται και τι θα σημάνει η επόμενη μέρα της πτώχευσης για τη χώρα γενικά και καθέναν από εμάς ειδικότερα;

Κύριε Βιλιάρδε, καταρχάς, νομίζω ότι θα πρέπει να αποσαφηνίσουμε ορισμένους όρους, που ακούμε καθημερινά και των οποίων την έννοια δε γνωρίζουμε οι περισσότεροι από εμάς. Τι σημαίνει λοιπόν χρεοκοπία και τι είναι στάση πληρωμών;

Η χρεοκοπία και η στάση πληρωμών, η πτώχευση επίσης, είναι συνώνυμες έννοιες. Ουσιαστικά υποδηλώνουν την αδυναμία μίας χώρας να εξοφλήσει τις ληξιπρόθεσμες  υποχρεώσεις της – κυρίως βέβαια αυτές, για τις οποίες έχει εκδώσει "υποσχετικές" πληρωμής τους, δηλαδή ομόλογα δημοσίου.     
 
Τι σημαίνει ελεγχόμενη χρεοκοπία και σε τι διαφέρει από την πτώχευση μίας χώρας;

Η ελεγχόμενη χρεοκοπία είναι το αποτέλεσμα της καθυστέρησης, του διακανονισμού καλύτερα της πληρωμής των υποχρεώσεων μίας χώρας, με τη συμφωνία των πιστωτών της. Η απλή χρεοκοπία είναι η μονομερής στάση πληρωμών – αυτή δηλαδή, η οποία δεν προϋποθέτει τη συμφωνία των πιστωτών.   
 
Η χρεοκοπία αφορά στο σύνολο των ληξιπρόθεσμων χρεών μίας χώρας, ή και σε μέρος αυτών;

 Αφορά συνήθως μέρος των υποχρεώσεων μίας χώρας, αυτών ουσιαστικά που τη δεδομένη στιγμή δεν μπορεί να πληρώσει. Στη συνέχεια όμως, επεκτείνεται σε όλες τις υπόλοιπες, αφού εκμηδενίζεται η πιστοληπτική ικανότητα της και επιδεινώνεται η ρευστότητα της.  


Η επέλευση της χρεοκοπίας προϋποθέτει και "επίσημη κυβερνητική εξαγγελία" ή βγαίνει και από τα συμφραζόμενα; Στην Ελλάδα, τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή; Με άλλα λόγια… Έχουμε χρεοκοπήσει και δεν το λέμε, όπως ακούγεται;

Συνήθως, εξαγγέλλεται από την εκάστοτε κυβέρνηση, πριν ακόμη συμβεί, αν και δεν αποτελεί προϋπόθεση, αφού επέρχεται αυτόματα, όταν η χώρα παύει να πληρώνει τους πιστωτές της. Φυσικά και δεν έχουμε χρεοκοπήσει, αφού δεν υπάρχουν ακόμη "διαμαρτυρημένα" ομόλογα ή ανεξόφλητες "διαταγές πληρωμής". Αυτά που ακούγονται περί χρεοκοπίας είναι μάλλον ανεύθυνα. Σε κάθε περίπτωση, η χώρα μας έχει τεράστια προβλήματα ρευστότητας, αλλά δεν είναι χρεοκοπημένη, αφού το ενεργητικό της (περιουσιακά στοιχεία), είναι τουλάχιστον ίσο με το παθητικό (δημόσιο χρέος). Δυστυχώς όμως, δεν καταρτίζονται Ισολογισμοί για τα κράτη, οπότε δεν μπορούμε ουσιαστικά να τα συγκρίνουμε μεταξύ τους, ούτε να γνωρίζουμε την καθαρή θέση τους.      


Οι πολίτες κατηγορούν τους πολιτικούς, οι πολιτικοί τη φοροδιαφυγή των πολιτών. Τελικά, ποιος φταίει για τη χρεοκοπία μίας χώρας; Ποια είναι τα αίτια γενικά και γιατί φτάσαμε ως εδώ στην Ελλάδα ειδικά;

Η φοροδιαφυγή των Ελλήνων, αν και απόλυτα κατακριτέα, δεν είναι σημαντικά μεγαλύτερη από αυτήν των υπολοίπων κρατών. Μεγάλο πρόβλημα για την Ελλάδα είναι η φοροαποφυγή των πολυεθνικών, επειδή αφενός μεν έχουν κατακλύσει τη χώρα μας, αφετέρου εμείς δεν έχουμε επεκταθεί αρκετά στο εξωτερικό. 

Για τη χρεοκοπία μίας χώρας, όπως και μίας επιχείρησης, φταίει αναμφίβολα ο εκάστοτε διαχειριστής – στην προκειμένη περίπτωση λοιπόν, η πολιτική ηγεσία. Φυσικά όχι μόνο η σημερινή κυβέρνηση, παρά το ότι διαχειρίστηκε λανθασμένα την κρίση δανεισμού, την οποία η ίδια προκάλεσε σε μεγάλο βαθμό. Το σφάλμα έρχεται από το παρελθόν, κατά τη διάρκεια του οποίου δεν λήφθηκαν τα απαιτούμενα μέτρα αποφυγής της κρίσης, ενώ η χώρα μας υπερχρεώθηκε.  Τα σημαντικότερα αίτια της σημερινής μας κατάστασης είναι: 

(α) Το ελλειμματικό ισοζύγιο μας (οι εισαγωγές μας είναι κατά πολύ υψηλότερες από τις εξαγωγές, καταναλώνουμε περισσότερα από όσα παράγουμε), το οποίο επιδεινώθηκε μετά την είσοδο μας στην Ευρωζώνη – μεταξύ άλλων, σαν αποτέλεσμα της "μερκαντιλιστικής" πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης που ακολούθησε η Γερμανία.

(β) Οι τόκοι, σε συνδυασμό με το υψηλό δημόσιο χρέος μας, το οποίο αυξήθηκε επειδή μπορούσαμε να δανειζόμαστε ευκολότερα, ως κράτος-μέλος της Ευρωζώνης. Από τα 20 δις € περίπου του ελλείμματος μας, τα 15 δις € είναι τόκοι – αυξανόμενοι συνεχώς. Εάν δεν επιβαρυνόμαστε με τόκους, το έλλειμμα μας θα ήταν σύντομα κάτω του 3% του ΑΕΠ μας (συμβαίνει και σε πολλές άλλες χώρες). Εάν δε τα επιτόκια ήταν χαμηλότερα κατά 2-3%, τότε το έλλειμμα μας θα ήταν απόλυτα διαχειρίσιμο.   

γ) Η αποβιομηχανοποίηση της Ελλάδας, για την οποία ευθυνόμαστε όλοι μας – ειδικά όμως το κράτος, αφού το μεγαλύτερο πρόβλημα μας δεν είναι η μειωμένη ανταγωνιστικότητα μας, ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων ή το φορολογικό περιβάλλον, αλλά η σχεδόν ανύπαρκτη λειτουργικότητα των κρατικών υπηρεσιών μας (γραφειοκρατία, διαφθορά, διαπλοκή, εμπόδια στο άνοιγμα/κλείσιμο εταιριών κλπ.).    

        
Μια χώρα της Ευρωζώνης κινδυνεύει να χρεοκοπήσει ή δε θα το επιτρέψουν οι Ευρωπαίοι εταίροι;

 Είναι κάτι, στο οποίο μόνο με υποθέσεις μπορεί να απαντήσει κανείς. Σε γενικές γραμμές πάντως το ΔΝΤ, ένας σύνδικος πτώχευσης ουσιαστικά, αναλαμβάνει την διαδικασία αποφυγής της χρεοκοπίας των κρατών. Συνήθως δεν επιτρέπει τη στάση πληρωμών, λεηλατώντας κυριολεκτικά την περιουσία των θυμάτων του – κάτι που φαίνεται να επαναλαμβάνεται και στην περίπτωση της Ελλάδας.

  
Η Ελλάδα δεν είναι η μόνη αδύναμη οικονομία μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης. Μία ενδεχόμενη χρεοκοπία της, μπορεί να συμπαρασύρει και τις υπόλοιπες αδύναμες οικονομίες και το αντίστροφο;
Η Ελλάδα φυσικά δεν είναι η μόνη αδύναμη οικονομία της Ευρωζώνης. Εκτός αυτού, το πρόβλημα της είναι μόνο το δημόσιο, αφού ο ιδιωτικός τομέας της (τράπεζες, επιχειρήσεις, νοικοκυριά) είναι με απόσταση ο πλέον υγιής της Ευρώπης. Το συνολικό χρέος μας, δημόσιο και ιδιωτικό, είναι επίσης από τα χαμηλότερα μεταξύ των δυτικών, ανεπτυγμένων οικονομιών. 

Μία ενδεχόμενη χρεοκοπία της Ελλάδας, αφενός μεν θα συμπαρασύρει τις υπόλοιπες οικονομίες της Ευρωζώνης, όχι μόνο τις αδύναμες, αφετέρου θα σημάνει την αρχή του τέλους της ζώνης του Ευρώ, ενώ πιθανότατα θα πυροδοτήσει μία νέα παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση άνευ προηγουμένου. Το αντίστροφο θα μπορούσε να συμβεί επίσης, αφού οι χώρες που έχουν υιοθετήσει ένα κοινό νόμισμα, λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία.  
Τελευταία, γίνεται πολύς λόγος για έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη και επιστροφή στη δραχμή. Είναι εφικτή η έξοδος; Και από τι κινδυνεύει η Ελλάδα, εάν επιστρέψει στο παλιό της νόμισμα; Η Ελλάδα δεν μπορεί να υποχρεωθεί στην έξοδο της από την Ευρωζώνη – ίσως μόνο να το αποφασίσει η ίδια, "κοινή συναινέσει". Η επιστροφή στη δραχμή, υπό τις παρούσες συνθήκες, θα ήταν έγκλημα. Μεταξύ άλλων, το νέο νόμισμα θα υποτιμούταν αμέσως, τουλάχιστον κατά 50% – με αποτέλεσμα να αυξηθεί αντίστοιχα το συνολικό εξωτερικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, σε επίπεδα που θα ήταν αδύνατον να αποπληρωθεί.

Τέλος, θα ήταν μάλλον δεδομένη η επιδρομή στις τράπεζες (bank run) και η χρεοκοπία τους, γεγονός που θα είχε συνέπειες για πολλές άλλες χώρες της Α. Ευρώπης, στις οποίες οι τράπεζες μας διατηρούν υποκαταστήματα.  


Ας μιλήσουμε για την επόμενη μέρα της χρεοκοπίας. Ποια είναι η τύχη των δανείων και τι επακόλουθα θα έχει η όποια τύχη τους για την οικονομία της Ελλάδας;

Τα δάνεια φυσικά δεν μηδενίζονται, αφού οι πιστωτές δεν θα πάψουν να ζητούν την πληρωμή τους, με κάθε τρόπο – πόσο μάλλον τα "ενυπόθηκα" της Τρόικας. Τα αποτελέσματα της χρεοκοπίας ενός κράτους στην Οικονομία του είναι καταστροφικά. Αμέσως μετά ακολουθεί:

(α) μία πολύ μεγάλη τραπεζική κρίση (οι τράπεζες είναι συνήθως αυτές που κατέχουν σημαντικό μέρος των ομολόγων δημοσίου, τα οποία υποχρεούνται να "αποσβέσουν", ενώ οι επισφάλειες τους εκσφενδονίζονται στα ύψη),

(β) μία εκτεταμένη οικονομική κρίση (η εσωτερική ζήτηση μειώνεται, οι επενδυτές αποσύρουν μαζικά το σύνολο των χρημάτων τους, η παραγωγή συρρικνώνεται, ο πληθωρισμός "καλπάζει", το χρηματιστήριο καταρρέει, η αγορά των ακινήτων επίσης, λόγω απουσίας αγοραστών κλπ.) και  

γ) μία νομισματική κρίση (οι ξένοι επενδυτές «αποφεύγουν» για μεγάλο χρονικό διάστημα τη "χρεοκοπημένη" Οικονομία).   

Ειδικά, όσον αφορά στους πολίτες. Με τι ισοδυναμεί η κρατική χρεοκοπία; Τι θα συμβεί με τα δάνεια που έχει κανείς, αλλά και με τις καταθέσεις του; Και πόσο θα αλλάξει η καθημερινότητα των πολιτών;
Ή χρεοκοπία ενός κράτους σημαίνει πρακτικά για τους Πολίτες του τη ραγδαία κατάρρευση του βιοτικού επιπέδου τους, όπως και τη μείωση των αποταμιεύσεων τους, είτε επειδή είναι πιστωτές του κράτους τους, είτε επειδή το νόμισμα υποτιμάται σημαντικά (δεν ισχύει για τις χώρες του Ευρώ) – ενώ τα δάνεια τους παραμένουν ως έχουν, οπότε αδυνατούν να τα αποπληρώσουν. Συνήθως δεν προλαβαίνουν να πάρουν πολλά χρήματα από τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, αφού για κάποιο διάστημα επιτρέπονται μόνο περιορισμένες αναλήψεις.

Η έμμεση επιβάρυνση τους όμως από τα καταστροφικά αποτελέσματα στην Οικονομία του κράτους (τράπεζες, επιχειρήσεις κλπ.) είναι πολύ πιο επώδυνη, κυρίως λόγω της υψηλής ανεργίας που ακολουθεί, καθώς επίσης της απώλειας όλων σχεδόν των κοινωνικών παροχών (παιδεία, υγεία κλπ.) που απολάμβαναν. Για την καθημερινότητα σημαίνει φτώχεια, τεράστια αύξηση της εγκληματικότητας, εξαθλίωση ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας κλπ.   

 
Με ποιους τρόπους μπορεί να αποφευχθεί η κρατική χρεοκοπία;

Η κρατική χρεοκοπία μπορεί σε γενικές γραμμές να αποφευχθεί με τον δραστικό περιορισμό των δημοσίων δαπανών, με την αύξηση των φόρων (χωρίς όμως την πρόκληση στασιμοπληθωρισμού), με διάφορους καταναγκαστικούς τρόπους μεταφοράς της ιδιωτικής περιουσίας στο δημόσιο (ειδική φορολόγηση κλπ.) ή/και με τον πληθωρισμό – ο οποίος όμως, αν και η καλύτερη δυνατή μέθοδος όλων, στην περίπτωση της Ευρωζώνης δυστυχώς δεν εξαρτάται από το εκάστοτε κράτος. Στόχος είναι εν πρώτοις η επίτευξη πρωτογενών (προ τόκων) πλεονασμάτων στον προϋπολογισμό, έτσι ώστε να μπορέσει η χώρα να δανείζεται από τις αγορές.

  
Στην Ελλάδα, υπάρχει κάποιο άλλο μέτρο, που δεν "επιστρατεύτηκε" και μπορεί να βοηθήσει; Ειδικά ως προς τις αποκρατικοποιήσεις, μπορούν στο κρίσιμο αυτό σημείο, να αποτελέσουν λύση;

Οι αποκρατικοποιήσεις, τουλάχιστον υπό τις σημερινές αξίες των περιουσιακών στοιχείων της χώρας μας, δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση λύση – ίσως μόνο αυτές των ζημιογόνων, μη κοινωφελών και μη στρατηγικών επιχειρήσεων. Η Ελλάδα οφείλει να απαιτήσει έναν βιώσιμο διακανονισμό του δημοσίου χρέους της, με χαμηλά επιτόκια και με τον παράλληλο "συμψηφισμό" των γερμανικών αποζημιώσεων – χωρίς τον αποκλεισμό της από τις αγορές και τη λεηλασία του εθνικού πλούτου της (παραμένοντας φυσικά εντός της Ευρωζώνης, αφού κανένας δεν μπορεί να απαιτήσει την έξοδο της). Στην καλύτερη περίπτωση, ένα σχέδιο Μάρσαλ για την οικονομία της, ανάλογο με αυτό που προσφέρθηκε στη Γερμανία από τις Η.Π.Α.  

 

Εδώ και καιρό, ο πρωθυπουργός ζητά τη συναίνεση των πολιτικών κομμάτων, κάτι που δεν έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα. Πώς βοηθά πρακτικά η συναίνεση και κατά πόσο έχει παρέλθει το κρίσιμο διάστημα, που θα μπορούσε πράγματι να εξυπηρετήσει το ρόλο της;
Η συναίνεση των πολιτικών κομμάτων σήμερα, όταν η χώρα μας κυβερνάται ήδη από εξωθεσμικούς οργανισμούς, σημαίνει ουσιαστικά κατάλυση της δημοκρατίας. Εάν τα πολιτικά κόμματα συνεργάζονταν, στενά και αποτελεσματικά, από τις αρχές του 2009 (το αργότερο), θα υπήρχε σίγουρα λύση. Τώρα όμως είναι μάλλον αργά, εκτός εάν αποφασίσουν όλα μαζί να αντισταθούν, από κοινού με τους Πολίτες, στην επέλαση των αγορών, καθώς επίσης στις ηγεμονικές βλέψεις της Γερμανίας.

Απαιτείται λοιπόν μία έντιμη συναίνεση ακομμάτιστων πολιτικών και Πολιτών, στα πλαίσια ενός νέου "κοινωνικού συμβολαίου" – εάν θέλουμε πραγματικά να κερδίσουμε τον πόλεμο, με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Προφανώς, η ολοκληρωτική εξάλειψη της ατιμωρησίας των πολιτικών, θα ήταν εκ των "ουκ άνευ" ενός τέτοιου "συμβολαίου".      

 
Πιστεύετε ότι ειδικά στην Ελλάδα, έχει αποφευχθεί ο κίνδυνος; Ήδη ενάμιση μήνα, αν όχι και λιγότερο, από τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου του 2009, υπήρχε φημολογία, ότι η Ελλάδα κινδυνεύει με πτώχευση. Από τότε έχουν γίνει βήματα; Έχουν πιάσει τόπο οι θυσίες του ελληνικού λαού;

Φυσικά και δεν έχει αποφευχθεί ο κίνδυνος – το αντίθετο μάλιστα, έχει αυξηθεί σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο. Η διαχείριση της κρίσης δανεισμού μετά τις εκλογές ήταν καταστροφική – επίσης καταστροφική ήταν η διαχείριση της κρίσης χρέους πριν από τις εκλογές. Έχουν γίνει πολλά βήματα προς τα πίσω και οι όποιες θυσίες του ελληνικού λαού είναι μέχρι στιγμής χωρίς αποτέλεσμα.


Εάν τελικά ξεπεράσουμε τον κίνδυνο και η Ελλάδα δε χρεοκοπήσει, τι κληρονομιά" θα αφήσουν οι διαδοχικοί διεθνείς δανεισμοί για τις επόμενες γενιές;

Εάν η Ελλάδα δεν διακανονίσει μακροπρόθεσμα το χρέος της με χαμηλά επιτόκια, εάν δεν επιλύσει σωστά τα προβλήματα του ισοζυγίου της, καθώς επίσης εάν δεν αρχίσει να παράγει, καταναλώνοντας λιγότερο και κυρίως ελληνικά προϊόντα, οι επόμενες γενεές αφενός μεν θα υποφέρουν οικονομικά, αφετέρου δε θα είναι πολίτες ενός προτεκτοράτου κάποιας δυτικής χώρας.   


Η χρεοκοπία μπορεί να μεταμορφωθεί σε και κάτι "θετικό"; Έχουν υπάρξει παραδείγματα χωρών, που χρεοκόπησαν κι όμως κατόρθωσαν να ορθοποδήσουν και να γίνουν ίσως και δυνατότερες οικονομικά;
Δεν νομίζω ότι η χρεοκοπία έχει κάτι το θετικό. Τα αποτελέσματα της είναι πάντοτε επώδυνα, ενώ συμβάλλει μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις (για παράδειγμα, το σχέδιο Μάρσαλ μετά τη χρεοκοπία της Γερμανίας και τη διαγραφή χρεών εκ μέρους των πιστωτών της), στο να ενδυναμωθεί οικονομικά μία χώρα. Για πολλές δεκαετίες δε οι Πολίτες μίας χρεοκοπημένης χώρας, όπως αποδείχθηκε από την ασιατική κρίση, παραμένουν σε κατάσταση "μετατραυματικού σοκ".  

  
Εάν τελικά, η Ελλάδα κηρύξει πτώχευση, από την εμπειρία σας, με ποιους τρόπους και σε πόσο βάθος χρόνου κρίνετε, ότι θα ανακάμψει οικονομικά;

Εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο η νέα κυβέρνηση (τα υφιστάμενα κόμματα και οι κυβερνήσεις συνήθως χάνονται για πάντα) θα διαχειρισθεί την ενδεχόμενη πτώχευση. Συνήθως πάντως, η ανάκαμψη ξεκινάει αμέσως μετά τη χρεοκοπία – όχι όμως για τους μισθωτούς, τους εργαζομένους και τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες, για τους οποίους η ανάκαμψη αργεί ακόμη και δεκαετίες.  
 
Το τελευταίο διάστημα, έχουν οργανωθεί και πραγματοποιούνται διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, αγανακτισμένων πολιτών, σε πολλές περιοχές της χώρας. Υπάρχει περίπτωση, αυτή η "ανυπακοή" ή έστω αντίδραση, να επιβαρύνει με κάποιον τρόπο τη χώρα;

Ουσιαστικά ένα κράτος χρεοκοπεί, όταν οι Πολίτες του επιδείξουν «ανυπακοή» – εάν "επαναστατήσουν", δηλαδή και εμποδίσουν την εφαρμογή των καταναγκαστικών και λοιπών μέτρων που επιβάλλονται από την κυβέρνηση τους. 

Εν τούτοις, τουλάχιστον όσον αφορά μία πάμπλουτη, πολλαπλά προικισμένη χώρα, όπως είναι η Ελλάδα, μία χώρα που ευρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα, αποτελεί πειραματόζωο μίας νέας "τάξης πραγμάτων" και επιχειρείται η λεηλασία της, τα πράγματα διαφέρουν. Στην προκειμένη περίπτωση λοιπόν είναι ακριβώς σαν να δεχόμαστε την επίθεση ενός εχθρού, ο οποίος επιχειρεί να εισβάλλει στα σύνορα μας (μέσω αυτών δε στην υπόλοιπη Ευρωζώνη). Επομένως, οφείλουμε να αντισταθούμε άμεσα και με κάθε τρόπο, ει δυνατόν βέβαια ειρηνικά και χωρίς να προκαλέσουμε εσωτερικές αναταραχές ή εμφυλίους πολέμους. 

 

* Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος σπούδασε οικονομικά στην ΑΣΟΕΕ και έκανε μεταπτυχιακά   στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Δραστηριοποιήθηκε για σχεδόν 20 χρόνια στο εξωτερικό, με ιδιόκτητη επιχείρηση. Σήμερα ζει και εργάζεται στην Ελλάδα ως Εκδότης και Σύμβουλος Επιχειρήσεων.

 

** Ο οικονομολόγος, εκδότης και συγγραφέας οικονομικών μελετών και συγγραμμάτων, Βασίλης Βιλιάρδος, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο cosmo.gr, αναλύει τους – ασαφείς για πολλούς – οικονομικούς όρους, που έχουν ενσωματωθεί στο καθημερινό μας λεξιλόγιο, τους λόγους που μας οδήγησαν ένα βήμα πριν την κρατική χρεοκοπία, αλλά και τι θα συμβεί, εάν και εφόσον ο "εφιάλτης" της πτώχευσης, που δεν έχει αποφευχθεί, γίνει πραγματικότητα…

 

ΠΗΓΗ: Δημοσίευση : 04/06/2011 10:30 – Τελ. ανανέωση : 04/06/2011 12:11, http://www.cosmo.gr/Finance/Hellas/326654.html