Αρχείο κατηγορίας Βιβλία που αγγίζουν

Βιβλία και Περιοδικά που αγγίζουν

Συνοπτική ιστορία Xρ. Εκκλησίας. τ.Ι – Δ. Ν. Μόσχος

Συνοπτική ιστορία της Xριστιανικής Εκκλησίας. Η πρώτη χιλιετία.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ν. ΜΟΣΧΟΣ*

 

Του Αθανάσιου Καλαμάτα **


Παλαιότερα ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, τεκμηριώνοντας την άποψη περί ιστορικότητας της χριστιανικής πίστης, με χαρακτηριστικό τρόπο υποστήριζε ότι ο Χριστιανισμός ως «θρησκεία των ιστορικών», «καταφεύγει δυναμικά στην ιστορία». Γι' αυτό και η διδασκαλία του είναι «μαρτυρία πίστεως σε ορισμένα γεγονότα του παρελθόντος, σε ορισμένα συγκεκριμένα δεδομένα της ιστορίας».
Δίνοντας έμφαση στην ιστορικότητα του ίδιου του χριστιανικού Πιστεύω, ο επιφανής Ρώσος ορθόδοξος κληρικός και ιστορικός, έλεγε ότι αυτό «περιέχει την όλη ουσία του Χριστιανισμού σ' ένα απλό ιστορικό σχεδίασμα σαν μια "ιστορία της σωτηρίας" από τη δημιουργία προς την τελείωση, προς την έσχατη κρίση και το τέλος της ιστορίας» [1].  

H επίδραση που άσκησε ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, στους μεταγενέστερους εκκλησιαστικούς ιστορικούς υπήρξε τεράστια. Tούτο μπορεί κανείς να το διαγνώσει και στο παρουσιαζόμενο εδώ βιβλίο του Δημητρίου N. Μόσχου, Λέκτορα στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. H γοητεία της σπουδής σε όποιον, σελίδα – σελίδα, το περιδιαβεί, θα σηματοδοτηθεί από την ανακάλυψη μιας συνιστώσας των ιστορικών τεκμηρίων, τις οποίες πρώτος ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ έθεσε στο πολύπλευρο και διεισδυτικό συγγραφικό του έργο, στις τάσεις των οποίων όλο και περισσότερο θητεύει σήμερα η εκκλησιαστική ιστορική επιστήμη. Eίναι πράγματι γεγονός, ότι η σύγχρονη εκκλησιαστική ιστοριογραφία, απαλλαγμένη από αδυναμίες παλαιότερων εποχών, έχει καταφέρει να αποτυπώσει ένα διαφορετικό λόγο, που συνεχώς ιχνηλατεί πρόσωπα και γεγονότα, βλέποντας την Eκκλησιαστική Iστορία ως ιστορικό και θεολογικό έργο. Έγνοια του εκκλησιαστικού ιστορικού είναι, δυναμικά πάντοτε, άλλοτε να θεάται κι άλλοτε να αποτιμά το μακρινό και εγγύτερο θεολογικό και εκκλησιαστικό παρελθόν.

Για τον εκκλησιαστικό ιστορικό που θέλει να έχει καλή σχέση με την επιστήμη που διακονεί, είναι αυτόδηλο, ότι το υφάδι της ενασχόλησής του με ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα που σχετίζονται με την Eκκλησία και το έργο της, στη διαδρομή δύο χιλιάδων και πλέον ετών, με τα πρόσωπα που τη διακονούν, αλλά και γενικότερα με τη Θρησκευτική Iστορία [2] δομείται πάνω σ' ένα βασικό άξονα. Πέραν της αντικειμενικότητας [3], η σχέση του ίδιου του εκκλησιαστικού ιστορικού με τα ίδια τα εκκλησιαστικά ιστορικά γεγονότα εξαρτάται πάντα από τον τρόπο που τα καταγράφει και τα ερμηνεύει. Kύρια επιδίωξή του είναι η νηφάλια προσέγγιση και ανάλυσή τους, στην προοπτική που θέλει τον χριστιανό ιστορικό, να βλέπει την ιστορία σαν «μυστήριο και τραγωδία – μυστήριο της σωτηρίας και τραγωδία της αμαρτίας» [4]. 

Όσον αφορά τώρα στην παρουσίαση του συγκεκριμένου βιβλίου, ευθύς εξ αρχής, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω δύο θεωρητικά ζητήματα. Tο πρώτο σχετίζεται με την Εισαγωγή (σσ. 17-34). O συγγραφέας ύστερα από μια σύντομη ανασκόπηση διαφόρων ιστορικών σχολών που αναπτύχθηκαν κυρίως από την εποχή του Διαφωτισμού και μετά, και οι οποίες επηρέασαν η καθεμιά την Εκκλησιαστική Ιστορία, (διαφωτιστικός ορθολογισμός, θετικισμός, ιδεαλισμός, ρομαντισμός, σχολή των Annales, ρωσική θεολογία της Sobornost, θεολογική γενιά του '60), προβαίνει στην πραγμάτευση της ύλης με επιστημονικά κριτήρια και προτάσεις, για μια θεολογική ερμηνεία των γεγονότων της μακραίωνης ιστορικής διαδρομής της Χριστιανικής Εκκλησίας. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι ο εκκλησιαστικός ιστορικός οφείλει να τοποθετείται κριτικά έναντι των εκκλησιαστικών ιστορικών γεγονότων, ούτως ώστε να είναι σε θέση να ξεκαθαρίζει τη σχέση της Εκκλησιαστικής ιστορίας με το «εσχατολογικό μέλλον» της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Για να το επιτύχει αυτό, οφείλει με τον καλύτερο τρόπο να ακολουθεί τη μεθοδολογία που βλέπει αντικειμενικά και κριτικά τα εκάστοτε ιστορικά γεγονότα. Yπ' αυτήν την έννοια, ορθά ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι «καμμιά θεολογία δεν διαγράφει ποτέ τα γεγονότα, ούτε τα επινοεί», διότι «ηθελημένη διαστρέβλωση» αυτών κινδυνεύει να «διασύρει συνολικά το έργο της Eκκλησιαστικής Iστορίας». Όμορες προς την Eκκλησιαστική Iστορία επιστήμες, όπως η Kοινωνική Aνθρωπολογία και η Kοινωνιολογία, για τον συγγραφέα είναι δυνατόν να προσφέρουν το απαραίτητο υλικό για εφαρμόσει ο εκκλησιαστικός ιστορικός τη μέθοδο εκείνη ερμηνείας του εσχατολογικού μηνύματος του Eυαγγελίου, με αποτέλεσμα να κάμει μια άλλη ανάγνωση της κοινωνίας που αυτοπροσδιορίζεται ως χριστιανική.

Tο δεύτερο θεωρητικό ζήτημα αφορά στη μεθοδολογία παρουσίασης της Iστορίας της Xριστιανικής Eκκλησίας κατά την πρώτη χιλιετία, (σσ. 35-242). Aν και ο τρόπος της παρουσίασης των ιστορικών γεγονότων είναι συνοπτικός, καταβάλλεται προσπάθεια αυτά να καταγραφούν και να αποτιμηθούν με νηφαλιότητα. Eπισκοπώντας χίλια χρόνια εκκλησιαστικών και θεολογικών αγώνων, ο συγγραφέας πετυχαίνει να αποδώσει διαγραμματικά την Iστορία της Xριστιανικής Eκκλησίας κατά την πρώτη χιλιετία της, μια χιλιετία της οποίας το τέλος συμπίπτει με το οριστικό Σχίσμα Aνατολικής και Δυτικής Eκκλησίας (1054). Σκοπός του έργου είναι να δώσει ένα «οδηγητικό νήμα» στην έρευνα της Iστορίας του Xριστιανισμού, η οποία δεν είναι μόνο σύνθετη, αλλά θέτει επί τάπητος και την ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων, μέσα από την «οπτική γωνία της ορθόδοξης θεολογίας», που ορθά ο συγγραφέας τη θέλει να βρίσκεται σε ένα συνεχή «διάλογο με όλα τα ιστοριογραφικά ρεύματα της εποχής της νεωτερικότητας».

O αναγνώστης, είτε αυτός σχετίζεται άμεσα είτε έμμεσα με τη θεολογική επιστήμη, άνετα μπορεί να συνεχίσει μόνος του το εγχείρημα της ιστορικής σπουδής του Xριστιανισμού, με πρόσθετο οπλισμό τη σχετική βιβλιογραφία που παραθέτει ο συγγραφέας στο τέλος κάθε κεφαλαίου, αλλά και την επιπλέον βιβλιογραφία που πλουσιοπάροχα σήμερα προφέρεται. Όπως λόγου χάριν, δύο πρόσφατα μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα και εκδοθέντα βιβλία, του Bamber Gascoigne, Συνοπτική Iστορία του Xριστιανισμού, μτφρ. Mαρία Tσάτσου, εκδ. Eνάλιος, Aθήνα 2008, και του A. Nτ. Λη, Παγανιστές και Xριστιανοί στην Ύστερη Aρχαιότητα. Ένα ανθολόγιο πηγών, μτφρ. Xαρίκλεια Tσαλιγοπούλου, εκδ. Eνάλιος, Aθήνα 2009 [5].

Yπ' αυτές τις προϋποθέσεις, ο συγγραφέας οργανώνει το υλικό του σε δύο μέρη. Στο πρώτο παρουσιάζει την Iστορία της Eκκλησίας από την ίδρυσή της μέχρι το διάταγμα των Mεδιολάνων (313), (σσ. 37-89). Στο δεύτερο, την περίοδο όπου ο χριστιανική οικούμενη ήταν ενιαία (313-1054), (σσ. 93-242). Eκείνο, ωστόσο, που εδώ οφείλω να επισημάνω με καίριο τρόπο είναι το γεγονός, ότι ο συγγραφέας ευθύς εξ αρχής θέτει το κρίσιμο ερώτημα: κατά πόσο δηλαδή η Eκκλησία αποτέλεσε το «προνομιακό πεδίο απολογητικής» της χριστιανικής πίστης, ή την «απόλυτη απόδειξη της ολοκληρωτικής αποτυχίας της;». Mια πρώτη ερμηνεία ο αναγνώστης μπορεί να αναζητήσει ανατρέχοντας στα συμπεράσματα που παραθέτει ο συγγραφέας στο τέλος κάθε κεφαλαίου, όπως, ότι ο «Xριστιανισμός μετεξελίχθητε από "κίνημα του Iησού" στον πολιτιστικό και θρησκευτικό χώρο του Iουδαϊσμού σε μια ανεξάρτητη κίνηση ανθρώπων από αρκετά έως τελείως διαφορετικά θρησκευτικά και πολιτιστικά περιβάλλοντα, που επεξεργάσθηκε το αρχικό παράδοξο βίωμα της Aποκάλυψης του ενός βιβλικού Θεού στο πρόσωπο και το έργο ενός Mεσσία που σταυρώνεται και ανασταίνεται και αναμένεται να επανέλθει για να σώσει και να κρίνει τον κόσμο», (σ. 43), ή ότι η Xριστιανική Εκκλησία κατά την περίοδο 135-313, με το άνοιγμά της στον ελληνορωμαϊκό κόσμο και την αντιπαράθεσή της με αυτόν, καταφέρνει να διασφαλίσει την διδασκαλία της και να δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στην «έμπρακτη ηθική (αγάπη, διακονία), σε αντιδιαστολή με τον Γνωστικισμό, στην προφητεία (χάρισμα)», εξηγώντας γιατί αυτός ο τρόπος ζωής οδηγούσε στου «διωγμούς (μαρτύριο)», (σ. 88). 

Tο βιβλίο του Δημητρίου N. Mόσχου, σε έκδοση φροντισμένη από τις εκδόσεις Aκρίτας, αποτελεί ευπρόσδεκτη συμβολή στην εκκλησιαστική ιστορική επιστήμη. Mε χαρά αναμένουμε και τον δεύτερο τόμο.

 

* Τ. Α΄, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2008, σσ. 244 + Γενικό Ευρετήριο σσ. 12

 

** Ο Αθανάσιος I. Καλαμάτας είναι Θεολόγος Καθηγητής, DEA Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Υποψήφιος Διδάκτωρ θεολογικής Σχολής ΑΠΘ.  Είχε την ευγενή καλοσύνη να μας το αποστείλει.

Υποσημειώσεις

 

[1]. Xριστιανισμός και Πολιτισμός, μτφρ. N. Πουρναράς, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 40. Για τη προσφορά του π. Γ. Φλωρόφκσυ στη Θεολογία βλ., «π. Γεώργιος Φλωρόφκσυ. Aπό τη θεολογία των Πατέρων στη "νεοπατερική σύνθεση"», Σύναξη τχ. 64 (Oκτώβριος – Δεκέμβριος 1997) 4-82.

[2]. Eπίκαιρη επισκόπηση του ζητήματος γύρω απ' αυτόν τον κλάδο της ιστορικής επιστήμης βλ. Olwen Hufton «Tι είναι Θρησκευτική Iστορία σήμερα;», στον τόμο: Tι είναι Iστορία σήμερα;, μτφρ. Kώστας Aθανασίου, εκδ. Nήσος, Aθήνα 2007, σσ. 115-154.

[3]. Γενικότερα σ' ότι αφορά στο ερώτημα κατά πόσο η ιστορία μπορεί να είναι αντικειμενική βλ. W. H. Walsh, Eισαγωγή στη Φιλοσοφία της Iστορίας, μτφρ. Φ. Bώρος, εκδ. Mορφωτικό Ίδρυμα Eθνικής Tραπέζης, Aθήνα 1994, σσ. 145-182.  

[4]. π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Xριστιανισμός και Πολιτισμός, ό.π., σ. 85.

[5]. Tο δεύτερο ειδικότερα, έρχεται να συμπληρώσει προγενέστερες μελέτες για την μακρά περίοδο διαλόγου και συγκρούσεως του Xριστιανισμού με τα θρησκευτικές παραδόσεις της Ύστερης Aρχαιότητας. Bλ. E. P. Nτοντς, Eθνικοί και Xριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας. Όψεις της θρησκευτικής εμπειρίας από τον Mάρκο Aυρήλιο ως τον M. Kωνσταντίνο, μτφρ. K. Aντύπας, εκδ. Aλεξάνδρεια, Aθήνα 1995. Πήτερ Mπράουν, O κόσμος της ύστερης αρχαιότητας (150-750 μ.X.), μτφρ. Eλένη Σταμπόγλη, εκδ. Aλεξάδρεια, Aθήνα 1998. Δ. Kυρτάτας, Eπίκρισις. H κοινωνική δομή των χριστιανικών κοινοτήτων από τον πρώτο έως τον τρίτο αιώνα, εκδ. Eστία, Aθήνα 1992.

Ρίζα Ιεσσαί…I

Tο γενεαλογικό δένδρο του Χριστού «Ρίζα Ιεσσαί»:

 

Μια εξαίρετη επιστημονική εργασία από τον Λαρισαίο φιλόλογο και Δρ. Βυζαντινής Τέχνης Στ. Γουλούλη

 

Tου Χάρη Ανδρεόπουλου *

 

Το δένδρο ή ρίζα του Ιεσσαί είναι στην ουσία μια εικονογραφική εκδοχή γενεαλογικού δένδρου η οποία αποδίδει συμβολικά την ανθρώπινη καταγωγή του Χριστού από τη βασιλική γενιά του Δαβίδ και έχει την αφετηρία της στη γνωστή προφητεία του Ησαϊα «εξελεύσεται ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί και άνθος εκ της ρίζης αναβήσεται» (Ησ. 11, 1).

Η εικόνα ονομάζεται «Ρίζα Ιεσσαί» επειδή η Παναγία (η οποία συμβολίζεται εν προκειμένω με τη «ράβδο», το κλωνάρι που φυτρώνει από τον κορμό του Ιεσσαί), προέρχεται, κατά σάρκα, από το γένος του προφητάνακτος Δαβίδ, του οποίου ο Ιεσσαί ήταν πατέρας.

Από το πλαγιασμένο σώμα του γενάρχη Ιεσσαί φύεται ένα δένδρο. Οι άρρενες πρόγονοι του Χριστού εικονίζονται στα κλαδιά να περιβάλλουν το πολύτιμο άνθος, την Παναγία με το Βρέφος. Η εικόνα δοξάζει τη θεία γέννηση, ακριβώς όπως οι στίχοι του ύμνου των Χριστουγέννων «…ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί, και άνθος εξ αυτής, Χριστέ, εκ της Παρθένου ανεβλάστησας…».

Με την ιστορικοθεολογική ανάλυση αυτής της λίαν ενδιαφέρουσας – και εξ επόψεως επιστημονικής – αγιογραφικής παράστασης, ασχολείται ο αγαπητός συνάδελφος, συντοπίτης, διευθυντής του τοπικού Γραφείου των Γενικών Αρχείων του Κράτους (Γ.Α.Κ.),   φιλόλογος και διδάκτορας της Βυζαντινής Τέχνης, Σταύρος Γουλούλης, στο έργο του «Ρίζα Ιεσσαί: Ο σύνθετος εικονογραφικός τύπος  (13ος -16ος αι.) – Γένεση, ερμηνεία και εξέλιξη ενός δυναστικού μύθου», το οποίο εκδόθηκε σε πολυτελή τόμο από το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του ΑΠΘ, στη σειρά «Βυζαντικά Κείμενα και Μελέται».

Η εν λόγω αγιογραφική παράσταση συνήθως παρουσιάζει ξαπλωμένο τον Ιεσσαί, όπου εκ του σώματός του αναφύεται κορμός δένδρου, στη κορυφή του οποίου "εν είδει" άνθους παρίσταται η βρεφοκρατούσα Θεοτόκος. Στους δε κλάδους του δένδρου απεικονίζονται κατά γενεαλογική σειρά, εκ των κάτω προς τα πάνω οι επίγειοι προπάτορες του μνήστορoς Ιωσήφ, παρεμβάλλοντας ενίοτε, αναλόγως της έμπνευσης των διαφόρων αγιογράφων, και άλλα βιβλικά πρόσωπα, κυρίως Προφήτες.

Η μεγάλη σύνθεση της Ρίζας Ιεσσαί, με την οποία ασχολείται στο έργο του ο Σταύρος Γουλούλης, είναι γνωστή από 25 περίπου παραστάσεις, από τις οποίες πιο γνωστές από την Ελλάδα είναι αυτές του ιερού ναού των Αγίων Αποστόλων Θεσσαλονίκης (περίπου στα 1330), της Λαύρας Αγίου Όρους (π. 1335), του ιερού ναού Αγ. Γεωργίου Πλατανίτη στην Ανω Βιάννο ν. Ηρακλείου (1401), του Αγ. Νικολάου στη Τσαριτσάνη ν. Λάρισας (1615), κ.α. Η παλαιότερη όμως είναι στο Sopocani Σερβίας (1260-1270), ενώ η πιο πλήρης είναι αυτή σε γλυπτό στην πρόσοψη του καθεδρικού (ρωμαιοκαθολικού) ναού της Θεοτόκου, στο Orvieto (Ουμβρία, Ιταλία, φωτ.)  (π. 1310-1320).

   Τα δομικά στοιχεία της σύνθεσης είναι:

1) ο κοιμώμενος – νεκρός Ιεσσαί, γενάρχης του βασιλικού οίκου του Ισραήλ, από τον οποίο εκφύεται συμβολικά ο γιος του Δαβίδ και όλο το δένδρο,

2) οι βασιλείς και άλλοι προπάτορες, η Θεοτόκος και ο Ιησούς Χριστός,

3) οι προφήτες,

4) οι Έλληνες φιλόσοφοι (Όμηρος, Σωκράτης, Αριστοτέλης, Πυθαγόρας, Γαληνός, Διοσκορίδης, Σίβυλλα, Σόλων, Πλάτων, Κλεάνθης, Πλούταρχος, Φίλων Ιουδαίος),

5) δεκαοκτώ σκηνές με αναπαραστάσεις ιστορικών γεγονότων και προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης.

   Το πλήθος μορφών και σκηνών που αναφύονται μέσα σε πλούσιο βλαστικό περιβάλλον μιας άκανθας που φυτρώνει σε ξερό τόπο, ορίζουν έναν σύνθετο εικονογραφικό τύπο, ο οποίος αποτελεί εξέλιξη ενός άλλου πιο απλού, που αναπτύσσεται ανάμεσα στον 11ο και 15ο αι., ενώ περιέχει μόνο τον Ιεσσαί, τον Δαβίδ, τον Σολομώντα, τη Θεοτόκο και τον Χριστό, καθώς και μερικούς προφήτες, και καθόλου σκηνές.

   Πάντως απλός και σύνθετος τύπος της Ρίζα Ιεσσαί αποτελούν μορφή του γνωστού θέματος του δένδρου της ζωής, ενός συμβόλου που συνδέει τον φυσικό και μεταφυσικό κόσμο ή τον κόσμο των νεκρών και έχει (στον εβραϊσμό και χριστιανισμό) εσχατολογική αναφορά. Γι' αυτό η κατανομή των 18 σκηνών έγινε έχοντας πρότυπο τη μεγάλη λειτουργία της Αποκαλύψεως του Ιωάννη, η οποία αναλογεί (αλληγορικά) προς τη φυσική λειτουργία της άκανθας.
 
  Η εικονογραφική ανάλυση δείχνει ότι η σύνθεση, δημιουργήθηκε τον 13ο αιώνα αλλά συνοψίζει καλλιτεχνικά και ιδεολογικά πρότυπα που είναι γνωστά από την παλαιοχριστιανική περίοδο, όπως και τη βυζαντινή τέχνη. Μια πιο ειδική ματιά δείχνει ότι οι σκηνές αναπαριστώντας γεγονότα και προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης αντιγράφουν με ποιητικό τρόπο σκηνές της επίσημης ζωής των βυζαντινών ανακτόρων όπως η γέννηση στην Πορφύρα, η χρίση, η αναγόρευση (acclamatio), ο γάμος, ο νυφικός θάλαμος, ο θρίαμβος, η ταφή (θάνατος) ενός βασιλιά. Οι σκηνές είναι αναπαραστάσεις από στιγμιότυπα της ανακτορικής ζωής, που αναφέρονται στη γέννηση, εκπαίδευση, αναγόρευση, κτλ. του τιμώμενου αυτού βασιλέα, αναμφίβολα της Ρωμανίας (Βυζαντίου), η οποία εθεωρείτο ως νέος Ισραήλ, και η κυβερνώσα δυναστεία παράλληλη προς αυτή της αρχέτυπης δαβιδικής δυναστείας.

   Αυτό σημαίνει ότι από τη ρίζα του δένδρου του Ιεσσαί φυτρώνει πάνω στον κορμό η βασιλεία ενός νέου αυτοκράτορα, μιας νέας δυναστείας, η οποία μπορεί να ταυτισθεί με αυτή των Λασκαριδών (1204-1258). Όπως δείχνουν μερικές εικονογραφικές λεπτομέρειες ο τιμώμενος βασιλιάς πρέπει να είναι ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις (1254-1258), ο οποίος καλλιέργησε τις επιστήμες και τα γράμματα, καθιστώντας τη Νίκαια δεύτερη Αθήνα.

    Η σύναξη των 81 μορφών (=92), προπατόρων, προφητών, Ελλήνων φιλοσόφων, γίνεται με αφορμή τα εγκαίνια ενός κτιρίου, το οποίο πρέπει να ταυτισθεί με τον ναό – μαρτύριο του προστάτη της γεωργίας Αγίου Τρύφωνος στη Νίκαια, όπου ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις ενέταξε την γνωστή σχολή του, γεγονός που συνέπεσε με την επίσημη αναγόρευση (χρίση) του, πιθανότατα την ημέρα της Πεντηκοστής, της μεγάλης εγκαινιαστικής γιορτής της Εκκλησίας.

 

* Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να προμηθευτούν το βιβλίο από κεντρικά βιβλιοπωλεία της Λάρισας, το Γραφείο Λάρισας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ, όπου ο κ. Στ. Γουλούλης υπηρετεί ως Διευθυντής,  τηλ.   2410 – 531935 και 6978 – 847587) ή απ' ευθείας από το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ (οδ. Βασ. Όλγας 36, 54 641, Θεσσαλονίκη, τηλ.: 2310 – 992002, 2310 – 992003).

 

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr), συνεργάτης της εφημερίδας «Ελευθερία» Λάρισας, της Πύλης Εκκλησιαστικών Ειδησεων «Αmen.gr» και καθηγητής Β/θμιας εκπ/σης (Γυμνάσιο Αρμενίου ν. Λάρισας).

 

ΠΗΓΗ: Amen.gr, Τελευταία Ενημέρωση: Jun 16, 2010, http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=2643

Χριστιανοί στον δημόσιο χώρο

Σταύρος Ζουμπουλάκης:  Χριστιανοί στον δημόσιο χώρο. Πίστη ή πολιτιστική ταυτότητα;*


Του Βασίλη Αργυριάδη**

 

 

Το «Χριστιανοί στον δημόσιο χώρο» είναι το δεύτερο βιβλίο του Σταύρου Ζου­μπουλάκη πάνω στη θεματική της ευρύτερης διαλεκτικής Εκκλησίας και κόσμου. Η ύλη του, όπως και του πρώτου («Ο Θεός στην πόλη», εκδ. Εστία), αποτελείται από κείμενα που είτε δημοσιεύτηκαν ως άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες, είτε εκφωνήθηκαν ως ομιλίες σε συνέδρια, ημερίδες ή άλλες ευκαιρίες. Τα κείμενα είναι άνισα μεταξύ τους είτε λόγω δομής, είτε λόγω πρίσματος

Δηλαδή, άλλοτε η δομή υποτάσσεται στους όρους μιας μελέτης και άλλοτε στους όρους ενός σημειώματος σε κάποια καθημερινή εφημερίδα. Και πάλι: άλλοτε το πρίσμα είναι, για παράδειγμα, η λογοτεχνική κριτική και άλλοτε η πολιτική της παιδείας. Η δομή λοιπόν των κειμένων, καθώς και τα πρίσματα εξέτασης των θεμάτων, ποικίλουν, πράγμα που καθιστά τη μεταξύ τους σύγκριση άνιση. Ωστόσο, ο κεντρικός άξονας είναι ένας, κοινός, και αυτός είναι που αίρει την ανομοιομορφία: Η έγνοια του πώς θα υπάρχει ο χριστιανισμός στον σύγχρονο κόσμο, χωρίς να παύει να είναι χριστιανισμός και χωρίς να παύει να είναι σύγχρονος.

 Ο συγγραφέας έχει δύο βασικά προτερήματα. Το πρώτο είναι χωρικό, αφορά στον τόπο που επιλέγει να ίσταται, στο σημείο εκείνο που επιλέγει ως «αρχιμήδειο» για την προσωπική του οπτική. Έτσι, ο Σ.Ζ. επιλέγει μια (όχι ανεύθυνη, ούτε βολική) μεθοριακότητα: δεν είναι ούτε «χριστιανός στοχαστής», ούτε «χριστιανίζων διανοούμενος». Με άλλα λόγια, δεν είναι ένας θεολόγος-στοχαστής που παλεύει (εκ των έσω των τειχών της Εκκλησίας) να δει και να αξιολογήσει τη θέση των χριστιανών στον σύγχρονο κόσμο (με όλο τον αμυντισμό, τον απολογητισμό και την προκατάληψη ή και ιδεοληψία που συνεπάγεται συνήθως η ιδιότητα του θεολόγου-στοχαστή) κι ούτε πάλι είναι ένας εκτός Εκκλησίας διανοούμενος, που καταπιάνεται με το ζήτημα του χριστιανισμού, επειδή οι καιροί ευνοούν μια τέτοια ενασχόληση, ή επειδή έχει ο ίδιος μια εσωτερική θρησκευτική ανησυχία. Ο Σ. Ζ. στέκει στο μεθόριο. Και η ματιά του είναι κοφτερή. Δεν χαρίζεται και δεν χαϊδεύει. Αλλά ταυτόχρονα, ο αναγνώστης δεν αποκομίζει την αίσθηση ενός συγγραφέα ψυχικά αποστασιοποιημέ­νου από τα βάσανα του θέματός του.

Το δεύτερο προτέρημα του συγγραφέα είναι χρονικό: ανατέμνει το παρόν με όρους του μέλλοντος. Να το εξηγήσω: Για να μιλήσεις για τη θέση των χριστιανών στο δημόσιο χώρο, θα πρέπει ασφαλώς να γνωρίζεις τι σημαίνει «χριστιανός» και τι σημαίνει «δημόσιος χώρος». Αλλά αυτό δεν αρκεί. Θα πρέπει επίσης να γνωρίζεις προς τα πού έλκονται τα δύο αυτά μεγέθη, ποιο είναι το ιστορικό ρεύμα εντός του οποίου αρμενίζουν και προς τα πού αυτό τα οδηγεί. Είναι δηλαδή σαν να πρέπει να έρχεται η ματιά σου από το μέλλον – γι' αυτό ανέφερα συμβατικά πως το δεύτερο προτέρημα του Σ.Ζ. είναι χρονικό. Αν δεν έχεις υπόψη σου τι μας περιμένει (ως χριστιανούς στον δημόσιο χώρο) στη στροφή της ιστορίας, οι εκτιμήσεις σου για το παρόν είναι άστοχες και αστήρικτες. (Θυμηθείτε πόσο εκτός χρόνου [και τόπου] ήταν η ρητορεία του προηγούμενου Αρχιεπισκόπου, η οποία, ολότελα αντίθετα, αντίκριζε τον «χριστιανό» και τον «δημόσιο χώρο» με όρους του παρελθόντος [και αυτού πάλι, στρεβλωμένου από ιδεοληπτικές αγκυλώσεις!]).

Ανοιχτό ασφαλώς παραμένει το ζήτημα του γιατί ο Σ.Ζ. έχει τα δύο προτερήματα που ανέφερα και ποιος μας βεβαιώνει ότι είναι πράγματι έτσι. Το ζήτημα δεν είναι του παρόντος και πάντως ενέχει τόσο υποκειμενισμό, όσο και οι αποφάσεις εκείνες που ανέκαθεν εξόριζαν τους προφήτες από τον τόπο τους…

Το βιβλίο περιλαμβάνει 16 κείμενα. Δύο από αυτά πραγματεύονται το ζήτημα της ορθόδοξης ιεραποστολής, δύο άλλα συζητούν για το ουδετερόθρησκο σχολείο και το ζήτημα της διδασκαλίας των θρησκευτικών, τρία για την πρόσφατη (αλλά και διαρκή) κρίση της Εκκλησίας (τις προϋποθέσεις και τα εκδηλώματά της), δύο ακόμα εντοπίζουν βαθιές θεσμικές δυσλειτουργίες τής (λεγόμενης «διοικούσας») Εκκλησίας, τέσσερα παίρνουν την αφορμή τους από ισάριθμες προσωπικότητες (Θεοτοκάς, Πάλλας, Γιανναράς, Παπανικολάου) και ένα παρουσιάζει την προσπάθεια της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών του Βόλου.

Όλα τα κείμενα έχουν κάτι να πουν, σε όλα υπάρχει ένας καίριος αναστοχασμός περί την ουσία. Προσωπικά, θα ξεχώριζα το κείμενο κριτικής στον Χρήστο Γιανναρά. Οι επισημάνσεις εδώ είναι λεπτές και ευθύβολες. Ο Σ.Ζ. «διαβάζει» στο έργο «Η ελευθερία του ήθους» του Χρήστου Γιανναρά, μια υποτίμηση της ηθικής της ευθύνης (με τη βιβλική της έννοια) απέναντι στον συνάνθρωπο και τον Θεό, και ως εκ τούτου διαγιγνώσκει μια θεολογική πρόταση αποηθικοποίησης του Χριστιανισμού. Από τον καιρό που εκφώνησε το κείμενο ως ομιλία σε συνέδριο στο Βόλο (2005), μέχρι σήμερα που το συμπεριλαμβάνει στο τομίδιο αυτό, ο Σ.Ζ. έχει ακούσει διάφορες ενστάσεις, όσον αφορά στη «μονομέρεια» της κριτικής του στον Γιανναρά – ότι τάχα οι μομφές κατά της θεολογικής πρότασης Γιανναρά παραγνωρίζουν μεγάλο μέρος του έργου τού υπό κρίση θεολόγου, και εν πάση περιπτώσει βασίζονται σε ένα μόνο βιβλίο του (και δη στην πρώτη του έκδοση)· κι ακόμα, ότι ο Γιανναράς, ως θεολόγος, δεν διαθέτει μία μόνο πτυχή, όπως μοιάζει να υπονοεί η κριτική του Σ.Ζ., αλλά πολλές και διάφορες, με ποικίλες συνεισφορές η καθεμία. Διαφωνώ. Η θεολογική πρόταση αποηθικοποίησης του Χριστιανισμού αποτελεί το νήμα εκείνο που υφαίνει σχεδόν κάθε βιβλίο (ακόμα και άρθρο) του Χρήστου Γιανναρά. Είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο σκιαγραφούνται ακόμα και κείνα τα βιβλία του που δεν ασχολούνται με το ζήτημα της Ηθικής. Η δε ένσταση εκείνη που ισχυρίζεται ότι «στον Γιανναρά υπάρχει Ηθική (οπότε είναι λάθος να μιλάμε για πρόταση αποηθικοποίησης), αλλά είναι εκείνη η Ηθική που απορρέει από την Ευχαριστία», θα έλεγα ότι μάλλον επιβεβαιώνει τη μομφή Ζουμπουλάκη παρά την αντιστρατεύεται (αρκεί κανείς να αναλογιστεί ένα βασικό ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν να απορρέει συγκεκριμένο ηθικό πρόταγμα για το παρόν, την καθημερινότητα, από κάτι που είναι και θα παραμένει άχρις εσχάτων μυστήριο…).

Τα ζητήματα που τίθενται χωρούν πολλή συζήτηση. Το βιβλίο δίνει πάμπολλες αφορμές, που δεν μπορούν φυσικά να αξιοποιηθούν σε ένα σύντομο σημείωμα όπως αυτό.

Όσον αφορά πάντως τα υπόλοιπα κείμενα, έχει μεγάλη σημασία να διαβαστούν ιδιαίτερα όσα γράφει ο Σ.Ζ. για τον Αρχιμανδριτισμό, τη Συλλειτουργία επισκόπου, κλήρου και λαού, το ζήτημα της ιεραποστολής και την εκκλησιαστική τέχνη. Αξίζει να διαβαστούν όχι μόνο για την ουσία των γραφομένων, αλλά και για το ότι κάνουν τον αναγνώστη να αντιλαμβάνεται επιτέλους και να συνειδητοποιεί πως η χριστιανική αυτοσυνειδησία δεν (πρέπει να) είναι κάτι άκαμπτα παγιωμένο και δεδομένο εκ του παρελθόντος, αλλά κάτι ζωντανό, που οφείλει διαρκώς να αυτοπροσδιορίζεται και να προσλαμβάνει στο σώμα του την κάθε εποχή, με τα εκάστοτε πολιτιστικά της δεδομένα. Αυτό και μόνο αν καταφέρει το βιβλίο του Ζουμπουλάκη να μπολιάσει στη συνείδηση του αναγνώστη (πέραν των επί μέρους καίριων τοποθετήσεων, που διατυπώνονται), το όφελος θα είναι μεγάλο.

 

* Σταύρος Ζουμπουλάκης: "Χριστιανοί στον δημόσιο χώρο. Πίστη ή πολιτιστική ταυτότητα;",  (Εκδ. Εστία 2010, Σελ. 191)

 

** Ο Βασίλης Αργυριάδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975. Σπούδασε Θεολογία στην Αθήνα. Υπήρξε υπεύθυνος σύνταξης (1994-1997) στο περιοδικό Παρεμβολή της Χριστιανικής Φοιτητικής Ένωσης. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς στα περιοδικά Σύναξη, Ανάπλαση, Διγενής κ.ά., ενώ έχει μόνιμη στήλη στο περιοδικό Τόλμη. Συνεργάστηκε και συνεργάζεται με ραδιοφωνικές εκπομπές. Σήμερα ασχολείται με επιμέλειες βιβλίων και έχει γράψει παιδικά παραμύθια, διηγήματα, ποιήματα και δοκίμια. Είναι παντρεμένος με την Παρασκευή Χρόνη. (Εδώ).

 

ΠΗΓΗ:  Ψηφίδες, Αναρτήθηκε από: vlassisn | 10/05/2010,

http://psifides.wordpress.com/2010/05/10/%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%AF-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CF%8C%CF%83%CE%B9%CE%BF-%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%BF/

Το μοναδικό φιλί

Το μοναδικό φιλί*

 

Της Βασιλικής Νευροκοπλή

 

Ένα παραμύθι για μικρούς μεγάλους κι ακόμα μεγαλύτερους. Η τρυφφερή ιστορία ενός ηλικιωμένου ζευγαριού που έζησε μια αντισυμβατική ζωή. Μια μεγάλη αγάπη, ένα αλλιώτικο βλέμμα. Τέλος παράδοξο. Ένα φιλί μοναδικό. Αξιοζήλευτο.

Απόσπασμα:

"Μεσάνυχτα. Το ρολόι χτύπησε δώδεκα.

Στον παγωμένο ουρανό δεκάδες φωτοβολίδες εκτοξεύονταν να φιλήσουν τα σύννεφα, μα λίγο πριν τ' αγγίξουν καίγονταν. Καπνός επέστρεφαν στη γη.

Η Νύχτα μηνούσε στους ξενύχτηδες πως για ένα τόσο φιλόδοξο φιλί δεν αρκεί η τόλμη. Θέλει για συντροφιά την αρετή.

Έπρεπε ειδικά αυτήν την παγερή Πρωτοχρονιάτκη Νύχτα να μάθουν όσοι ξαγρυπνούσαν, πού έσμιγε η τόλμη με την αρετή και ποιο θα ήταν το μοναδικό φιλί που αυτό το βράδυ θα δεχόταν ο Ουρανός.

Σήκωσε, τότε, η Νύχτα το Φεγγάρι απ' το θρόνο του και το οδήγησε σ' ένα φτωχικό καλύβι. Το παρακάλεσε να ρίξει όλο το γλυκό του φως στο παραθύρι του.
Το Φεγγάρι τούς βρήκε καθισμένους πλάι πλάι.

Εκείνη ακουμπούσε το κάτασπρο κεφάλι της πάνω στο κυρτό τόξο της ζωής του, -αυτό που κάποιοι ονομάζουν καμπούρα. Εκείνος της ζέσταινε τα χέρια τα σημαδεμένα απ' τις ανάγκες της ζωής.

Φωτίστηκαν, τότε, τα γέρικα μυαλά τους κι άρχισαν ν' αναθυμούνται τα παλιά…

………………………………………………………………
… Πόσες φορές η ζωή δεν πήγε να τους μπερδέψει, να τους χαλάσει, να χτίσει τοίχους ανάμεσά τους. Πόσες φορές δεν κινδύνεψαν να χαθούν στην ομίχλη της καθημερινής μέριμνας, της σκληρής βιοπάλης.

Μα πάντα σώζονταν. Πάντα κατέληγαν μαζί γιατί κατάφεραν να μείνουν παιδιά, με τον αγώνα, την αγάπη τους, και την ευχή ενός καλόψυχου ζητιάνου. Παιδιά, που όταν το ένα γκρέμιζε, το άλλο έχτιζε. Παιδιά, που όταν το ένα πληγωνόταν, το άλλο έτρεχε να φροντίσει τις πληγές του…"

 

* "Το μοναδικό φιλί" της Βασιλικής Νευροκοπλή σε εικονογράφηση Σβετλίν κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη

Η Εκκλησία γίνεται όταν ανοίγεται

Η Εκκλησία γίνεται όταν ανοίγεται

 

(Η Ιεραποστολή ως ελπίδα και ως εφιάλτης)*

 

Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου

 

Μήπως η χριστιανική εκκλησία είναι κάτι σαν μετεωρίτης που έπεσε στη γη από άλλο σύμπαν; Μήπως, δηλαδή, είναι κάτι φτιαγμένο, τετελεσμένο και ως εκ τούτου άσχετο ουσιαστικά προς τον χώρο και τον χρόνο γύρω του; Το βιβλίο αυτό απαντά "όχι". Προσεγγίζει την εκκλησία ως μια πραγματικότητα η οποία φτιάχνεται έχοντας τον κόσμο ως πρώτη ύλη της όχι απλώς ως περιτύλιγμά της.

Η μαρτυρία που έχει να δώσει η εκκλησία λαμβάνει μέσα στην ιστορία πολλές μορφές. Και κάθε φορά πρόκειται για μια σχοινοβασία μεταξύ αγιοσύνης και διαστροφής.  Η εκκλησία, δηλαδή, καλείται κάθε στιγμή να αποφασίζει αν θα είναι μια παρουσία που θα φέρνει καλά μαντάτα (αυτό δεν σημαίνει η λέξη "ευαγγέλιο";) ή, αντιθέτως, μια περιπολία που θα αστυνομεύει τις κοινωνίες. Είναι τα ύψη και τα βάθη της ιεραποστολής…

 

Τα περιεχόμενα διακρίνονται σε τέσσερα μέρη. Στο πρώτο καταδεικνύεται ότι το άνοιγμα της Εκκλησίας σχετίζεται με την ίδια της τη φύση. Στο δεύτερο εξετάζεται η χριστιανική κατανόηση της ιστορίας ως πορείας προς μια τελική και αίσια έκβαση. Στο τρίτο μερος αποτυπώνονται διάφορες στρεβλώσεις της ιεραποστολής (βλ. χαρακτηριστικά το κεφάλαιο για την καταστροφή παγανιστικών ιερών από χριστιανούς) και στο τέταρτο παρουσιάζονται οι σημερινές προοπτικές για μια απελευθερωτική χριστιανική μαρτυρία.

 

* Εκδόσεις «Εν Πλω»

 

ΠΗΓΗ: http://bibliotopos.blogspot.com/ και Παρασκευή, Απρίλιος 24, 2009, http://1personsandclowns.blogspot.com/2009/04/blog-post_24.html

Εκπαίδευση και ετερότητα: Αθ. Ε. Γκότοβου

Εκπαίδευση και ετερότητα: Αθ. Ε. Γκότοβου

 

Μια αντι-συστημική ματιά στην εκπαίδευση μειονοτήτων/μεταναστών

 

Του Παναγιώτη Καρακολίδη*

 

 

Στη δίνη της οικονομικής κρίσης η ελληνική κοινωνία σε ένα μεγάλο μέρος της εισέρχεται παραζαλισμένη από την αυτιστική της ιδιωτεία, τη μακρόχρονη υπερκατανάλωση και την υπερέκθεση σε μεγάλες δόσεις τηλεοπτικής βλακείας. Η έμμεση και άμεση λεηλασία των μισθών είναι γνωστή και ήδη αισθητή, ταυτόχρονα όμως και με τη μέθοδο του αντιπερισπασμού η κυβέρνηση εισάγει με κάθε προχειρότητα ζητήματα αυτοδιοικητικής αναδιάρθρωσης (Καλλικράτης), μεταναστευτικής πολιτικής και εκπαίδευσης, ενώ η υπουργός (μόνο) Παιδείας καμαρώνει για την πιλοτική εφαρμογή της διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας των μεταναστόπουλων.

Καθώς, λοιπόν, στο μυαλό μας στροβιλίζουν όλες αυτές οι έννοιες του παιδαγωγικού συρμού, η «ανοχή προς τον Άλλον», «πολυπολιτισμική εκπαίδευση», «διαπολιτισμικότητα», «σεβασμός του πολιτισμικά διαφορετικού», αναζητήσαμε στο βιβλίο του καθηγητή Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΚΟΤΟΒΟΥ, με τίτλο «ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ. Ζητήματα Διαπολιτισμικής Παιδαγωγικής», εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2003, ένα χρήσιμο εργαλείο, για να ξεδιαλύνουμε τα πράγματα. Μπορεί οι «πολιτικά ορθές» απόψεις στην επιστήμη της Αγωγής με κύριους φορείς το δίδυμο Φραγκουδάκη- Δραγώνα να μην είναι απλώς ακαδημαϊκή μόδα, αλλά να έχουν περιβληθεί και με τη δύναμη της εξουσίας και οι «άδειες» κορώνες του ΛΑ.Ο.Σ να τις νομιμοποιούν στη συνείδηση της κοινής γνώμης, ωστόσο το βιβλίο του καθηγητή Γκότοβου προσφέρει έναν νηφάλιο επιστημονικό αντίλογο σ' αυτές, αναδεικνύοντας θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής που φωτίζουν τόσο την εκπαίδευση των μεταναστών όσο και τη μειονοτική εκπαίδευση στη Θράκη.

Ανακαλύπτουμε στις σελίδες του βιβλίου ότι υπάρχει και άλλη σχολή σκέψης στο ελληνικό και ακαδημαϊκό περιβάλλον της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης, κατά την οποία το σχολείο μετέρχεται ενιαίες διαδικασίες και μεταδίδει ενιαίες αξίες σε όλους τους μαθητές (διαφορετικούς ή όχι, γλωσσικά, θρησκευτικά, πολιτισμικά, εθνοτικά), προετοιμάζοντάς τους για μια κοινωνία «με ενιαία λογική» και ανάμειξη στο κοινωνικο-οικονομικό πεδίο και όχι για παράλληλες κοινωνίες. Τώρα βέβαια, γιατί η πολυπολιτισμική σχολή σκέψης αποτελεί σήμερα ιδεολογικό μονοπώλιο, είναι ένα ερώτημα που πρέπει να μας προβληματίσει για τον ρόλο της επιστήμης, των διανοουμένων και των ΜΜΕ σήμερα.

 Στη συνέχεια ο συγγραφέας θέτει κάτω από τη βάσανο της λογικής και της επιστημονικής έρευνας τα κυρίαρχα αξιώματα των παιδαγωγών της πολυπολιτισμικής πλευράς. Αμφισβητεί το δόγμα περί ισοτιμίας των πολιτισμών  που παραπέμπει στη θεωρία της πολιτισμικής σχετικότητας και που απαγορεύει κάθε αξιολογική ιεράρχηση των πολιτισμών. Παραβλέπει, βέβαια, η άποψη αυτή ότι και η κατάταξη των πολιτισμών σε ισότιμες θέσεις είναι μια μορφή αξιολόγησης και ότι για την περίπτωση των μεταναστών «η απόφασή τους να εγκαταλείψουν προσωρινά ή μόνιμα την αρχική τους κοιτίδα, η οποία αδυνατεί να αντιμετωπίσει κεφαλαιώδους σημασίας ανάγκες τους, αποτελεί έμπρακτη κριτική στη θέση περί ισοτιμίας των πολιτισμών». Κατά το ίδιο τρόπο πιστεύει πως στο σχολείο δεν είναι δυνατόν να συμβιώνουν όλοι οι αξιακοί κώδικες, ειδικά οι αντιφατικοί και ασύμβατοι με τις δοκιμασμένες παραδοσιακές εθνικές αξίες (π.χ ποια θέση μπορούν να έχουν στο δημοκρατικό ευρωπαϊκό σχολείο αξίες του οποιουδήποτε θρησκευτικού φονταμενταλισμού;). Κριτική ασκεί και στη θέση της Φραγκουδάκη/Δραγώνα περί εθνοκεντρισμού του ελληνικού σχολείου, τονίζοντας ότι απλώς το ελληνικό σχολείο δίνει (κακώς) υπερβολικά μεγάλη έμφαση στο αρχαίο παρελθόν, ενώ τα άλλα σύγχρονα κράτη χρησιμοποιούν μια έμμεση και εξυπνότερη εκδοχή του εθνοκεντρισμού, υποβαθμίζοντας την αξία άλλων κρατών . Άλλωστε ο εθνοκεντρισμός είναι ως ένα βαθμό θεμιτός, αφού τα εθνικά κράτη είναι (ακόμη) κυρίαρχα και γνωρίζουμε (ακόμη) τον κόσμο ξεκινώντας από την πόλη, την περιοχή μας, το κράτος μας κ.τ.λ., ενώ η ρομαντική προσφυγή σε μια διεθνιστική οπτική θα σημαίνει στην ουσία ανάδειξη των κυρίαρχων (οικονομικά και στρατιωτικά) εθνικών κρατών (Η.Π.Α., Γερμανία, Αγγλία κ.τ.λ.) που δεσπόζουν στη διεθνή σκηνή.

Ο συγγραφέας, επίσης, ελέγχει και την προσπάθεια των ιστορικών, οι οποίοι στα πλαίσια της διαπολιτισμικής αγωγής γράφουν μια «ισορροπημένη» σχολική ιστορία απαλείφοντας κάθε αγκάθι του παρελθόντος, που μπορεί να δηλητηριάσει τις σχέσεις σύνοικων κοινοτήτων ή γειτονικών εθνών. Θεωρεί κάθε τέτοιο εγχείρημα, όπως ήταν και το αλήστου μνήμης Ρεπούσειο «πόνημα», δημοσιοσχετίστικη και επιφανειακή ιστοριογραφία, η οποία δεν οξύνει το ιστορικό κριτήριο των μαθητών, αντίθετα τους καθιστά ευάλωτους σε κάθε φιλοπόλεμη και γενικά υποβολιμαία μελλοντική προπαγάνδα.

Από το στόχαστρο του συγγραφέα δεν ξεφεύγει και η σημερινή νευρωτική υπερευαισθησία και η εμμονή των Μ.Κ.Ο και όλων των υπερασπιστών των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων «στην καταδίκη της αφομοίωσης του διαφορετικού». Έτσι, όμως, δαιμονοποιείται η μικρή ή μεγάλη προσαρμογή του μετανάστη στο επίπεδο της δημόσιας οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής σφαίρας και ενισχύεται η περιθωριοποίηση κοινοτήτων και μειονοτήτων, ακόμα και οι αποσχιστικές τους τάσεις, με το παράδοξο αποτέλεσμα οι «προοδευτικές» θεωρίες περί πολυπολιτισμικότητας να συμπίπτουν με τη συντηρητική περιχαράκωση στα μουσουλμανικά γκέτο της Ευρώπης. Χάρη στην ενδυνάμωση όλων αυτών των διαχωριστικών γραμμών κάνει πολιτική καριέρα ένας εσμός από νομικούς υπερασπιστές των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Μ.Κ.Ο., προστατών μειονοτικών δικαιωμάτων, αλλά και ακροδεξιών θιασωτών του εθνοφυλετικού ρατσισμού και «της καθαρότητας της φυλής».

Προς το τέλος του βιβλίου ο συγγραφέας πραγματεύεται ζητήματα περισσότερο …Θρακικά. Έχοντας καταγεγραμμένη την εμπειρία των εκπαιδευτικών συστημάτων των Η.Π.Α, Καναδά, Αυστραλίας και χωρών της Ευρώπης και αναλύοντας τα εμπειρικά δεδομένα των ερευνών σ' αυτές τις χώρες, θεωρεί πως τα δίγλωσσα προγράμματα στο σχολείο οδηγούν σε υψηλά ποσοστά σχολικής αποτυχίας και πως η μητρική γλώσσα πρέπει επικουρικά να λειτουργήσει, για να στηρίξει την κατάκτηση του ενιαίου γλωσσικού οργάνου. Αν στοχεύουμε, λοιπόν, σε μια συνεκτική, ειρηνική κοινωνία χωρίς συγκρουσιακές και φυγόκεντρες τάσεις, οφείλουμε να σχεδιάσουμε από την αρχή τη μειονοτική και διαπολιτισμική εκπαίδευση, χωρίς ξεχωριστά σχολεία και το εκπαιδευτικό απαρντχάιντ του σημερινού μειονοτικού δημοτικού σχολείου στη Θράκη μας, το οποίο σχεδιάζεται να επεκταθεί και στα νηπιαγωγεία.

Το άλλο θρακικό ζήτημα που θίγεται είναι τα μέτρα θετικής διάκρισης. Ο συγγραφέας αποδεικνύει ξεκάθαρα ότι τα μέτρα αυτά, όπως είναι η ποσόστωση στην κάλυψη θέσεων στις πανεπιστημιακές σχολές από μουσουλμάνους υποψήφιους φοιτητές, είναι προβληματικά, γιατί παρά «το βραχυπρόθεσμο όφελος των αδικημένων» επιβεβαιώνουν τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα των ομάδων, επικυρώνουν τις υφιστάμενες διαχωριστικές γραμμές, διαιωνίζουν τα λάθη του παρελθόντος, αφού δημιουργούν ενοχές στους μαθητές της πλειονότητας απέναντι στους μειονοτικούς για ενέργειες προηγουμένων γενεών, αναζωπυρώνουν τον ρατσισμό ένθεν κακείθεν και τελικά καταστρατηγούν τη βασική δημοκρατική αρχή της αξιοκρατίας για χάρη της κοινωνικής ισορροπίας, την οποία όμως τελικά δεν επιτυγχάνουν.

Η τελική πρόταση διαπολιτισμικής αγωγής του συγγραφέα συνοψίζεται στην ανάγκη να διευρυνθεί η έννοια της ελληνικότητας ως συλλογικής ταυτότητας, χωρίς να αυτοκαταργηθεί, και να «αγκαλιάσει» τις «μερικές» ταυτότητες των μεταναστών και μειονοτήτων, οι οποίες φυσικά δεν θα υπονομεύουν ούτε θα είναι ανταγωνιστικές στην κύρια συλλογική ταυτότητα. Η δια-πολιτισμική εκπαίδευση (όπου η πρόθεση διά- δείχνει την κινητικότητα μεταξύ των διαφορετικών κοινοτήτων και την οικοδόμηση ενιαίας ταυτότητας) μπορεί να βασιστεί στις έννοιες της συμμετοχής στο κοινωνικό γίγνεσθαι και στο παραγόμενο προϊόν της εθνικής κοινότητας, της ισότητας εκπαιδευτικών (και μετέπειτα εργασιακών) ευκαιριών και της ευθύνης που απορρέει από το «ανήκειν» σε μια συλλογικότητα.

Επομένως, από την αντιπαράθεση των δύο σχολών σκέψης στη διαπολιτισμική εκπαίδευση, της πολυπολιτισμικής και εθνοαποδομητικής από τη μία και της εκσυγχρονισμένης εθνικής από την άλλη, μπορούμε να πούμε ότι η σύγκρουση ανάγεται σε ένα γενικότερο επίπεδο αφορά στη σύγκρουση του μοντέλου του εθνικού κράτους με αυτό της πολυεθνικής αυτοκρατορίας και διαπερνά τις περισσότερες ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες. Βλέποντας όμως τα σημερινά εθνικά κράτη να είναι ακμαία, παρότι έχουν εκχωρήσει ορισμένες εξουσίες τους εισερχόμενα σε συνασπισμούς κρατών, δεν είναι παραλογισμός να σχεδιάζουμε μια εκπαίδευση που να αποδομεί την ενιαία εθνική και συλλογική ταυτότητα, όταν οι μαθητές πρόκειται να εισέλθουν σε ένα τέτοιο ενιαίο, εθνικό πρώτα και μετά διεθνές, περιβάλλον;

Πρόκειται για πολύ επίκαιρα και προκλητικά θεωρητικά αλλά και άμεσα πρακτικά ζητήματα κοινωνικής και πολιτικής αντίληψης του κόσμου, τα οποία θα φροντίσουμε να τα συζητήσουμε και σε ζωντανές εκδηλώσεις – συζητήσεις στο εγγύς μέλλον, αν αυτό είναι εφικτό.

 

* Ο Παναγιώτης Καρακολίδης είναι φιλόλογος στη Ροδόπη.

 

Μάρτιος 2010

Ο Ταξιδευτής του Βοσπόρου

Ο Ταξιδευτής του Βοσπόρου

 

Του παπα Χαράλαμπου Παπδόπουλου

 

 

 

Εχθές (10-02-2010) πήγα σε μια πολύ όμορφη εκδήλωση. Από εκείνες όπου ανέκαθεν με χαροποιούσαν. Την παρουσίαση ενός βιβλίου. Συγγραφέας ο Πασχάλης Λαμπαρδής και το βιβλίο «Ο ταξιδευτής του Βοσπόρου». Σεμνή και ουσιαστική εκδήλωση. Ταπεινή, χωρίς να επιβάλλεται.

Μια αξιόλογη μουσικός που δυστυχώς μου διαφεύγει το όνομα της, έπαιξε σε ακορντεόν και τραγούδησε ονειρικές μελωδίες και νοσταλγικούς στίχους με θεματολογία την καθ ημάς Ανατολή.

Ο συγγραφέας σεμνός και λιτός σε όλα. Ανθρώπινος και ουσιαστικός. Μίλησε για την ζωή του, για την αγάπη του στα ταξίδια και την κατ επιλογή και συνείδηση απόφαση του, να ζει τον βίο του ταξιδευτή. Μας είπε ότι ταξίδεψε σε όλα τα μέρη και τόπους που αναφέρονται μέσα στο υπέροχο μυθιστόρημα του.

Έζησε την πορεία του ήρωα του Άγγελου Κομνηνού. Είδε, άκουσε και αισθάνθηκε τα βιώματα που σου προσφέρει κάθε τόπος, κάθε γη, ουρανός και θάλασσα. Έτσι γεμάτος εμπειρίες έκανες τις λέξεις δρόμους για να ταξιδεύσουμε και εμείς. Θάλασσες για να πλεύσουμε μέσα στην ονειρική πραγματικότητα. Γή και αέρα να πατήσουμε τα βήματα μας, να ξαποστάσουμε τον λογισμό, να αναπνεύσουμε λίγη ελπίδα. Και σίγουρα φωτιά. Για πόθο και πεθυμιά να κινήσουμε την ύπαρξη μας στο πιο μεγάλο, στο πιο ουσιώδες, στο εσώτερο μυστήριο.

Άλλωστε τι άλλο είναι η ζωή από ένα ταξίδι, όπως έλεγε και ο έγκλειστος γέροντας της Θηβαΐδας όταν τον ρωτούσαν από ένα μικρό παραθυράκι που άνοιγε προς τον κόσμο μας ως μόνη επικοινωνία… Γέροντα τι κάνεις εδώ μέσα κλεισμένος; Ταξιδεύω, όλο ταξιδεύω… απαντούσε. Ταξίδι μέσα στην ύπαρξη, μέσα από την προσευχή.

Εμένα ωστόσο εκείνο που πραγματικά με άγγιξε χθες βράδυ και με ταλαιπώρησε στα όνειρα μου, ήταν η αναφορά του συγγραφέα, σε ένα σημείο στην ζωή του πρωταγωνιστή του Άγγελου Κομνηνού, που ήταν ζωγράφος, άνθρωπος της καλλιέπειας, όταν κάποια στιγμή στην πορεία του βίου του, έζησε ένα μεγάλο πόνο. Μια μεγάλη δοκιμασία. Από εκείνες που λυγάν και τους πιο δυνατούς. Έχασε την μνήμη του. Δεν θυμόταν τίποτε για την ζωή του, την προσωπική ιστορία του. Τότε λέει ο συγγραφέας, ήταν που δημιούργησε τα μεγαλύτερα έργα του. Τα σπουδαιότερα δημιουργήματα του.

Με συγκλόνισε αυτή η εικόνα, από την ζωή του Άγγελου Κομνηνού, του Ταξιδευτή του Βοσπόρου. Δίχως μνήμη….!!!! Και όμως τότε η καρδιά του, ο εσώτερος εαυτός του, απαλλαγμένος από τις προβολές της κοινωνίας, τους αυτοματισμούς σκέψης, τα περιοριστικά μοντέλα μονοδιάστατης ερμηνείας. Μακριά από όλα εκείνα που δεσμεύουν την ψυχή μας στην ψηλάφηση του Αλλιώς, του διαφορετικού, των πέρα από τα εγγεγραμμένα στους νευρώνες του εγκεφάλου μας πραγματικοτήτων. Αδέσμευτος από εκείνο που μας όρισαν, και ουσιαστικά ξαναγεννημένος μέσα στην λήθη των ονομάτων, των εικόνων, των πραγμάτων, τα ξαναορίζει. Τα ξαναβλέπει, με το όντως καθαρό εσώτερο βλέμμα. Τα ξαναγεννά στο καμβά του με νέα οπτική βλέμματος. Τα ορίζει μέσα σε νέους μύθους που δεν ακούστηκαν ποτές στην γη. Με δικαίωμα στην δική του προσωπική ονειρική πραγματικότητα. Τα ψηλαφά και πάλι από την αρχή ως βρέφος που γνωρίζει την ζωή μέσα από την έκπληξη. Και ως άλλος Αδάμ τα ονοματίζει συμβολίζοντας την δική του νέα σχέση μαζί τους.

Αυτές οι εικόνες γέμισαν την καρδιά μου και την ταξίδευαν ολάκερη την νύχτα. Πρέπει και πάλι να μάθουμε το πως εισχωρούν στο όνειρο. Γιατί τούτο πρόωρα και βίαια μας το στέρησαν υποτάσσοντας μας στην τυραννία του νου.

Δεν θέλω άλλο νου. Δεν χρειάζομαι άλλο τα δεσμά του. Μονάχα μια επιθυμία όλο και περισσότερο κυριαρχεί στην ζωή μου, να υπάρχω στην χώρα των συμβόλων, των εικόνων, του ονείρου. Πιστέψτε με είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα του είναι μας, είναι πιο αληθινός ο κόσμος τους, από τους ήχους των φόβων μας στην βεβαιότητα της απειλής όταν οι γάτες ερωτοτροπούν στην ταράτσες των σπιτιών μας και εμείς τρέχουμε να κρυφτούμε από τον σεισμό.

Για όλα τούτα ευχαριστώ τον Πασχάλη Λαμπαρδή και τον «Ταξιδευτή του Βοσπόρου».

 

π. Λίβυος, 10-02-2010

 

Πρώτη ανάρτηση: Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010, http://plibyos.blogspot.com/2010/02/blog-post_10.html

 

Σκέψεις με αφορμή 3 Ιεράρχες

Σκέψεις με αφορμή «Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών και η εποχή μας», βιβλίο που έγραψε ο   Ανδρέας Αργυρόπουλος

 Του Αλέξανδρου Σταθακιού

 

Πριν λίγες μέρες η Εκκλησία και η Εκπαίδευση γιόρτασαν για μία ακόμα φορά την γιορτή των «Τριών Ιεραρχών» (Βασίλειος Καισαρείας, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Ιωάννης ο Χρυσόστομος).

Είναι μια γιορτή που σημαίνει διαφορετικά πράγματα για ορισμένες ομάδες ανθρώπων: Για τους μαθητές σημαίνει χάσιμο μαθημάτων. Για πολλούς καθηγητές θρησκευτικών, αν δεν είναι μπελάς, είναι η μια και μοναδική μέρα που είναι δική τους στο σημερινό σχολείο…Και αν δεν έχουν χρόνο για μελέτη συνήθως οδηγούνται στην αντιγραφή «πανηγυρικών» από το παρελθόν.

Οι περισσότεροι βέβαια απ’ αυτούς γράφτηκαν σε μετεμφυλιακές εποχές, όταν η εκκλησία και πολύ περισσότερο η «χριστιανική» ιδεολογία  των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων χρησιμοποιήθηκαν  ως  αντίβαρο στην αυξημένη πίεση του λαού και ιδιαίτερα της νέας γενιάς (βλέπε 114) για βαθιές πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές . Είναι μια σχολική γιορτή επίσης, που «ακουμπά» παραπάνω επίπεδα από τους δυο ταλαίπωρους της Δημόσιας Εκπαίδευσης:  Για πολλούς υπέρμαχους  του χωρισμού Εκκλησίας και Κράτους σημαίνει ευκαιρία πολεμικής «απέναντι σε ένα σχολείο που είναι κολλημένο στο παρελθόν», ενώ για τους απέναντι σε αυτή την άχαρη διελκυστίνδα είναι σημείο υπεροχής του γηγενούς πολιτισμού που για αυτούς «έχει μπει στο στόχαστρο σκοτεινών κέντρων του εξωτερικού».Οι καταστάσεις αυτές είναι σίγουρο ότι θα  απογοήτευαν  τους ίδιους τους τρεις Πατέρες της Εκκλησίας. (Ας το σημειώσουμε: και μόνο η μετατόπιση από τον γεμάτο συναισθηματική αξία και σχεσιακή δυναμική τίτλο του «Πατέρα» στον εξωτερικό τίτλο του «Ιεράρχη», ενδεχομένως κατά το «Στρατάρχης», έχει το νόημά της….).Έτσι, στον Βασίλειο θα έδιναν ευκαιρία για λεπτή ειρωνεία και στοχαστική παρατήρηση των κοινωνικών ηθών. Στον ευαίσθητο ποιητή Γρηγόριο τον Θεολόγο, θα έδιναν την ευκαιρία να θεολογήσει «αποφατικώς»:  Να επισημάνει δηλαδή το πόσο απέχει η περιγραφή της σχέσης από την ίδια τη σχέση..  ( Και πολύ περισσότερο όταν αφορά τη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό.) Στο δε Χρυσόστομο, θα έδιναν την ευκαιρία για «πύρινους» λόγους ενάντια στην υποκρισία πολιτικών και εκκλησιαστικών ηγεσιών.  

Συνέχεια →

Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών

Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών

 

του Χάρη Ανδρεόπουλου *

 

 

 Η Ορθόδοξη Θεολογία μπορεί να αρθρώσει λόγο για την οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα μας; Μπορεί να έχει άποψη και, άρα, πρόταση για μια καλύτερη Παιδεία; Μπορεί να διατυπώσει γνώμη για τον ξένο, τον αλλοδαπό, τον μετανάστη; Σε κάποιους – ίσως στους περισσότερους  – τα ερωτήματα αυτά μπορεί να μοιάζουν παράταιρα σε μια θεολογική και, άρα, πνευματική θεώρηση των πραγμάτων, ωστόσο, η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Η Ορθόδοξη Θεολογία, όχι μόνο έχει θέση και άποψη για τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα (ανισότητα, εκμετάλλευση) και προτάσεις που θα έδιδαν λύσεις  σε «καυτά» θέματα της επικαιρότητας (φτώχεια, πείνα), αλλά, θα μπορούσε να πεί κανείς, ότι οι θέσεις αυτές είναι και επαναστατικές!

Παραμονές της μεγάλης γιορτής των Προστατών της Παιδείας και των Γραμμάτων μας, Τριών Ιεραρχών, ο Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων της περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, αγαπητός φίλος και εκλεκτός συνάδελφος Ανδρέας Αργυρόπουλος, θεολογώντας πέρα από τα στερεότυπα περί των ελληνοχ ριστιανικών ιδεών που συνήθως αναπαράγονται αυτές τις μέρες εν είδει αφιερ ώματος στην μνήμη των Τριών Ιεραρχών, με λόγο μεστό που προσαρμόζει το δυναμικό λόγο της Θεολογίας στις υπαρξιακές ανάγκες του μετανεωτερικού ανθρώπου, έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η ζωή και η πρόταση ζωής που εξάγεται από το έργο των Τριών Ιεραρχών περικλείει ένα μήνυμα άκρως επίκαιρο και τα μάλα επανασταστικό!

Σ' ένα καλαίσθητο βιβλιαράκι που κυκλοφόρησε προσφάτως με τίτλο «Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών», ο συγγραφέας, εκπρόσωπος μιας νέας γενιάς θεολόγων και διανοητών, αναδεικνύει με τρόπο γλαφυρό τον επαναστατικό, πράγματι, λόγο των τριών κορυφαίων διδασκάλων και αγίων της Εκκλησίας μας. Ενα λόγο o οποίος contra στη συμβατική θρησκευτικότητα της εποχής  μπορεί, εκφράζοντας τη χριστιανική αυθεντικότητα, να προτείνει λύσεις και να δώσει κατευθύνσεις που θα γεμίσουν ελπίδα τον σύγχρονο άνθρωπο και θα τον απελευθερώσουν από τα δεσμά της σημερινής υποκρισίας η οποία είναι απότοκη ενός βολικού και, άρα, ακίνδυνου χριστιανισμού. 


Οι Τρείς Ιεράρχες δεν μπορούν να συμβιβασθούν με την υποκρισία των βολεμένων χριστιανών, υπογραμμίζει ο Ανδρέας Αργυρόπουλος, παραπέμποντάς μας στο Μεγάλο Βασίλειο: «Ξέρω πολλούς», λέει ο Μ. Βασίλειος, «που νηστεύουν και προσεύχονται και στενάζουν, επιδεικνύοντας κάθε λογής αδάπανη ευσέβεια. Ενώ ούτε έναν οβολό δεν δίνουν στους θλιβομένους. Τι κέρδος έχουν από την υπόλοιπη αρετή τους; Γι' αυτούς η βασιλεία των ουρανών είναι κλειστή…». Ενώ μας παραπέμπει και στον επίσης καυστικό λόγο του Γρηγορίου του Θεολόγου, τον λέγοντα: «Μη τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού…».

 Στο βιβλίο γίνεται αναφορά για τις ριζοσπαστικές θέσεις των Τριών Ιεραρχών σε κοινωνικά θέματα, όπως π.χ. για τη θέση των Μ. Βασιλείου και Ιωάννη Χρυσοστόμου οι οποίοι θεωρούν ότι η κοινοκτημοσύνη είναι η λύση του κοινωνικού προβλήματος και προτείνουν την πρωτοχριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων, όπου όλα ήταν κοινά, σαν πρότυπο για μια δίκαιη οργάνωση των χριστιανικών κοινωνιών. Παράλληλα, ο συγγραφέας μαζί με τις πολλές άλλες αναφορές σε έργα τους, επικαλείται την άποψη του μεγαλύτερου ρώσου διανοητή του 20ου αι ώνα, του Νικόλα Μπερντιάεφ, ο οποίος αναφέρει ότι στον Μ. Βασίλειο, όπως και στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο η κοινωνική αδικία, δημιούργημα της κακής διανομής του πλούτου, κριτικάρεται με μια δριμύτητα που θα έκανε τον Προυντόν και τον Κάρλ  Μάρξ να χλωμιάσουν…

 

Για τις κοινωνικές ανισότητες μιλάει και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Δεν αποτελούν», λέει, «θέλημα Θεού» και εξηγεί: «O Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο… Με την πτώση θρυμματίσθηκε η αρχική ενότητα και ισοτιμία μεταξύ των ανθρώπων, οι θρασύτεροι με τη βοήθεια του πολιτικού νόμου, τον οποίο κατέστησαν όργανο καταδυναστεύσεως, επιβλήθηκαν στους ασθενέστερους και έτσι οι άνθρωποι χωρίσθηκαν σε πλούσιους και φτωχούς, ελεύθερους και δούλους και σε πολλές άλλες κατηγορίες. Εμείς, όμως, σαν χριστιανοί οφείλουμε να αποβλέπουμε και να τείνουμε στην αρχική ενότητα και όχι στη κατοπινή διαίρεση, στο νόμο του Θεού και όχι στο νόμο του ισχυρού».

Χωριστή ενότητα για την θετική στάση των Τριών Ιεραρχών απέναντι στη ανθρωπιστική διάσταση της Παιδείας, ακόμη και στην έγνοια τους για τον σωστό σχολικό επαγγελματικό προσανατολισμό των νέων, αφιερώνει ο συγγραφέας, προτείνοντας επιτακτικά αλλαγή πλεύσης από το σημερινό χρησιμοθηρικό εκπαιδευτικό σύστημα  που καταδυναστεύει τους νέους.

Η σειρά των άρθρων ολοκληρώνεται με ένα παλαιότερο δημοσίευμα του Ανδρέα Αργυ ρόπουλου αναφορικά με τις θέσεις των Τριών Ιεραρχών για την ειρήνη και τον πόλεμο, όπου τονίζεται ότι προϋπόθεση για την επικράτηση της ειρήνης στις σχέσεις των ανθρώπων είναι η αγάπη, όχι σαν θεωρητικολογία, αλλά ως στάση ζωής. Η ειρήνη, αν μένει μόνο στα λόγια, λέει ο Μ. Βασίλειος, καταντάει κοροϊδία.

Το βιβλίο προλογίζει ο Δρ. Θεολογίας και αρχισυντάκτης του περιοδικού «Σύναξη», Θανάσης Παπαθανασίου, επισημαίνοντας κι' αυτός από τη πλευρά του, ότι επειδή μια θεολογία άπραγη δεν έχει νόημα, αν δούμε τους Τρεις Ιεράρχες σαν είδωλα, ή σαν γκουρού, τότε τους χάσαμε…

 

Η διάθεση του βιβλίου γίνεται από το βιβλιοπωλείο «Ναυτίλος», Χαρ. Τρικούπη 28, τηλ. 210 – 3616204. Κεντρική διάθεση: 6972 – 321608


* ΣΗΜΕΙΩΣΗ: O Xάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr), συνεργάτης της εφημ. «Ελευθερία» της Λάρισας και καθηγητής Β/'θμιας εκπαίδευσης (Γυμνάσιο Αρμενίου)

 

ΠΗΓΗ:  Amen.gr, Τελευταία Ενημέρωση: Jan 28, 2010,  http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=1589

Αγορά και κοινωνία – Περιεκτική Δημ.

Αγορά και κοινωνία

 

Εναλλακτικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Η «περιεκτική δημοκρατία» και οι πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και οικολογικές πλευρές της


Του Τάκη Νικολόπουλου *

 

Το βιβλίο του Τάκη Φωτόπουλου Περιεκτική Δημοκρατία, που κυκλοφόρησε πρώτα στα αγγλικά, χαρακτηρίζεται από αυτό που λείπει από όλα σχεδόν τα ομοειδή βιβλία και άρθρα τα οποία ασχολούνται με την καταγραφή και ανάλυση της παγκόσμιας (κυρίως οικονομικής αλλά όχι μόνο) κρίσης: δηλαδή μία συνολική πρόταση για το ξεπέρασμα της κρίσης, ένα εφικτό, κατά τον συγγραφέα, απελευθερωτικό πρόταγμα για μία αληθινή δημοκρατία, η οποία θα ξεπερνά την πολιτική, κοινωνική, οικονομική και οικολογική κρίση.

Πράγματι, ενώ οι περισσότεροι συγγραφείς και αναλυτές της σημερινής πολυδιάστατης κρίσης μένουν κυρίως στη διάγνωση και τα αίτια αυτής, ο Φωτόπουλος, εκτός του ότι αναλύει την κρίση αυτή και τα αίτιά της μέσα από την ιστορική της κυρίως εξέλιξη όπως αποτυπώθηκε στις διάφορες εκφάνσεις της αγοράς, «τολμά» να προτείνει ένα εναλλακτικό σχέδιο (το οποίο, όπως ο ίδιος λέει, δεν είναι μαγική συνταγή) με βάση αφενός ενός την κλασική αθηναϊκή δημοκρατία, την οποία επεκτείνει και εμπλουτίζει, και αφετέρου τη σύνθεση και υπέρβαση των κορυφαίων κοινωνικών κινημάτων του αιώνα (δημοκρατικού, σοσιαλιστικού, ριζοσπαστικού, οικολογικού αλλά και φεμινιστικού και ελευθεριακού).

Η περιεκτική αυτή δημοκρατία θα βασίζεται, τεχνικά και διαδικαστικά, στον συνομοσπονδιακό κοινοτισμό, ενώ ηθικά και φιλοσοφικά σε έναν νέο «δημοκρατικό ορθολογισμό».

Πρέπει να σημειωθεί ότι τις σκέψεις και τις θέσεις του ο συγγραφέας τις έχει κατά καιρούς παρουσιάσει και αναπτύξει τόσο στο περιοδικό «Δημοκρατία και Φύση» (το οποίο διευθύνει) όσο και στο περιοδικό «Κοινωνία και Φύση» (παλαιότερα).


Βασική αιτία της κρίσης, κατά τον Φωτόπουλο, είναι η φιλελεύθερη οικονομία της αγοράς, η οποία «συστηματοποιήθηκε» ως τέτοια πριν από δύο μόλις αιώνες, όταν άρχισε η διαδικασία αγοραιοποίησης και έφθασε σήμερα στη νεοφιλελεύθερη «διεθνοποιημένη» (όσον αφορά ιδίως την κινητικότητα των κεφαλαίων και των εμπορευμάτων) φάση της, την, κατά τον συγγραφέα, «διεθνοποιημένη», όρο που ο Φωτόπουλος προκρίνει έναντι του ευρύτατα χρησιμοποιούμενου όρου παγκοσμιοποίηση (ο οποίος θα πρέπει, όπως υποστηρίζει, να χαρακτηρίζει την παραγωγή αγαθών). Οι οικονομίες, έτσι, από κοινωνικά ελεγχόμενες, έγιναν σήμερα αυτόνομες αγορές.

Η οικονομία της αγοράς βασιζόμενη στον ατομικισμό και στον ανταγωνισμό οδήγησε σε υπερσυγκέντρωση και άνιση κατανομή οικονομικής και πολιτικής δύναμης, χωρίς προηγούμενο στην Ιστορία.

Το πρότυπο αυτό και οι οικονομικές νοοτροπίες που παράγει έχει διεισδύσει πλέον και σε χώρες όπως η Ελλάδα, στις οποίες η οικονομία και η κοινωνία βασίζονταν σε μεγάλο βαθμό σε κοινοτικές αξίες, όπως ο συνεργατισμός, η αλληλοβοήθεια και η αλληλεγγύη.

Κατά τον συγγραφέα όμως και οι αξίες αυτές στις οποίες μπορεί να στηρίζονται σήμερα, σε πολλά κράτη της Δύσης, απόπειρες εγκαθίδρυσης της λεγόμενης κοινωνικής οικονομίας, λίγες ελπίδες έχουν «από μόνες τους» επιβίωσης και ακόμη λιγότερο σύστασης μίας ολοκληρωμένης πρότασης διεξόδου από την κρίση, αφού τελικά απορροφώνται και ενσωματώνονται στην κυρίαρχη οικονομία.


Παρ' όλα αυτά ο Φωτόπουλος θεωρεί ότι «εκ των κάτω» μπορεί να ξεκινήσει η υπέρβαση της οικονομίας της αγοράς αλλά και του κεντρικού σχεδιασμού ικανοποίησης των αναγκών και η μετάβαση σε αυτό που αποκαλεί, εναρμονιζόμενος προς τις απόψεις του Μ. Bookchin, συνομοσπονδιακή περιεκτική δημοκρατία, ένα νέο είδος δηλαδή πολιτικής οργάνωσης που θα βασίζεται στη γεωγραφικά καθορισμένη κοινότητα. Η περιεκτική δημοκρατία θα εμπεριέχει την πολιτική, την οικονομική, την κοινωνική και την οικολογική δημοκρατία και, τέλος, θα διαμορφώνει μια νέα ιδιότητα του πολίτη ως μέλους μίας πραγματικά ανοικτής κοινωνίας, κοινωνίας δηλαδή αληθινών συνειδητοποιημένων πολιτών.

Στο πλαίσιο αυτό, όπως υποστήριξε πρόσφατα σε συνέδριο του ΤΕΙ Μεσολογγίου με θέμα «Παγκοσμιοποίηση και Κοινωνική Οικονομία», η τελευταία αλλά και γενικότερα η λεγόμενη κοινωνία των πολιτών δεν μπορεί να συστήσει μία επιτυχή αντίσταση στην πρώτη. Ο συγγραφέας, «ιδιαίτερα προσεκτικά», απορρίπτει την κοινωνία των πολιτών στα πλαίσια μιας «ριζοσπαστικής» δημοκρατίας, διότι η προσέγγιση αυτή είναι ανιστορική και αρνητικά ουτοπική.

Ανιστορική, επειδή οι ενώσεις αυτές των πολιτών ευνουχίστηκαν από το κράτος στα πλαίσια των δομικών αλλαγών που οδήγησαν στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς και ουτοπική επειδή στο παραπάνω πλαίσιο το οποίο, όπως και το κράτος, θεωρούν δεδομένο οι υποστηρικτές της κοινωνίας των πολιτών (βλέπε και την τελευταία έκθεση του ΟΗΕ για την ανθρώπινη ανάπτυξη), η ενίσχυση και η ενδυνάμωση τέτοιων αυτόνομων θεσμών και ενώσεων είναι δυνατή μόνο στον βαθμό που δεν αντιτίθεται στη λογική και τη δυναμική της οικονομίας της αγοράς.

Από κάπου δεν θα πρέπει όμως να γίνει η αρχή; Η σημερινή κοινωνία των πολιτών, δηλαδή οι ίδιοι οι πολίτες δεν θα είναι αυτοί που θα αποτελέσουν τη βάση των τοπικών και αργότερα συνομοσπονδιοποιημένων κοινοτήτων; Αυτά τα ειδικότερα κινήματα των πολιτών δεν θα αποτελέσουν τα οργανικά «συστημικά» τμήματα ενός γενικότερου κινήματος για ριζική αλλαγή με στόχο την περιεκτική και αυθεντική δημοκρατία; Με την υπάρχουσα αγορά δεν θα πρέπει να αντιπαλέψουν; Επ' αυτού ο συγγραφέας προτείνει τη δημιουργία, σε ένα μεταβατικό στάδιο, τεχνητών αγορών για την ικανοποίηση των πραγματικών αναγκών της κοινότητας της αγοράς (π.χ. συνεταιρισμοί κτλ.).

Μπορεί κάποιοι να σταθούν επιφυλακτικά απέναντι στην πρόταση της περιεκτικής δημοκρατίας, επειδή πλέον έχουν κουραστεί να πιστεύουν και έχουν ταυτιστεί με την «πραγματικότητα», αποδεχόμενοι το τέλος της Ιστορίας. Δεν μπορούν όμως να μείνουν αδιάφοροι στην έξοχη και παραδειγματική ανάλυση του σημερινού συστήματος και των αιτιών της πολυδιάστατης κρίσης του που κάνει ο συγγραφέας, μία ανάλυση που αξίζει πραγματικά να διαβαστεί ευρύτερα, οπωσδήποτε όμως από τους φοιτητές των οικονομικών σχολών.

Το βιβλίο του Φωτόπουλου ενέχει την ουτοπία, αλλά με τη θετική έννοια του όρου. Δεν αναφέρεται σε μία ιδεαλιστικού τύπου ιδεατή κοινωνία, αλλά λαμβάνει σοβαρά υπόψη την πραγματικότητα. Πρόκειται για μία ρεαλιστική ουτοπία. Στο κάτω κάτω, «οι ουτοπίες μπορεί να πέθαναν, η ουτοπία παραμένει». 

 

TO BHMA (16 Ιανουαρίου 2000)

 

 * Ο κ. Τάκης Νικολόπουλος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου στο ΤΕΙ Μεσολογγίου και επιστημονικός  συνεργάτης του Πανεπιστημίου Πατρών.

 

ΠΗΓΗ: http://www.inclusivedemocracy.org/journal/vol1/vol1_no2_nikolopoulos_greek.htm