Αρχείο κατηγορίας Παιδεία και προπαίδεια

Παιδεία και προπαίδεια

Ολοήμερο σχολείο με διαπολιτισμική προοπτική

Το ελληνικό ολοήμερο σχολείο μέσα από μια διαπολιτισμική προοπτική:

Κριτική της υπάρχουσας κατάστασης και προτάσεις βελτίωσής του

 

 Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη * 

 

Η εκπαίδευση των παλιννοστούντων και αλλοδαπών μαθητών θα μπορούσε και θα έπρεπε να λειτουργήσει ως καταλύτης για την ανανέωση και τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος**.

** (Εκφράζω τις θερμές μου ευχαριστίες στην αδερφή μου Βάσω Κ. Ηλιάδη, χωρίς την πολύτιμη βοήθεια της οποίας δεν θα ολοκληρωνόταν αυτή η εισήγηση).

Μάλιστα, έρευνες για την ταυτόχρονη ανάπτυξη της μητρικής και μιας δεύτερης ξένης γλώσσας από τους μικρούς και μεγαλύτερους μαθητές έχουν καταδείξει ότι:

-Μαθαίνοντας κανείς ταυτόχρονα δύο γλώσσες βοηθιέται στην μεταγλωσσική αντίληψη. Έχει τη δυνατότητα να συζητήσει τις διαφορές μεταξύ των δύο αυτών γλωσσών.

-Η αναγνώριση και η χρήση της μητρικής γλώσσας στο νηπιαγωγείο βοηθά στην ενδυνάμωση της  αυτοϊδέας  και της αυτοπεποίθησης του παιδιού.

Άλλες έρευνες έχουν δείξει επίσης ότι είναι δυνατή η σχολική επιτυχία των παλιννοστούντων και αλλοδαπών μαθητών όταν γίνονται θετικές παρεμβάσεις στις σχολικές μονάδες (Batelaan.-Coomans 1999).

Ο αριθμός των αλλοδαπών και παλιννοστούντων μαθητών στην Ελλάδα του σήμερα είναι σημαντικός. Άλλωστε τα επίσημα στοιχεία του ΥΠΕΠΘ, δείχνουν ότι το (11%) του μαθητικού πληθυσμού των σχολείων μας, αποτελείται από μαθητές με διαφορετικά εθνοπολιτισμικά χαρακτηριστικά (βλ. σχετικά στοιχεία της ειδικής Γραμματείας Παιδείας Ομογενών και Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης για το σχολικό έτος 2003-2004).

Το Ολοήμερο σχολείο στο παραπάνω συγκυριακό πλαίσιο καλείται να παίξει σημαντικό ρόλο αφού έχει ως κύριο σκοπό «…τη βελτίωση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης, τη μεγιστοποίηση της αποτελεσματικότητας του εκπαιδευτικού έργου και τη μεταστροφή της εκπαιδευτικής φιλοσοφίας ώστε, αφενός, η εκπαίδευση να βασίζεται στις ανάγκες του κάθε μαθητή και, αφετέρου, να υπάρχει ευελιξία στη διαμόρφωση του μαθησιακού περιβάλλοντος…»(ΥπΕΠΘ-Π.Ι., Φ50/116/72388/Γ1/11-7-2003).

Είναι αλήθεια ότι στο άμεσο παρελθόν ασκήθηκε δριμύτατη κριτική στο «παραδοσιακό» σχολείο για τον ακαδημαϊσμό του, τη διδασκαλία ίδιων μαθημάτων σε όλους τους μαθητές χωρίς διακρίσεις, την εφαρμογή προγραμμάτων χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες των τοπικών κοινωνιών, την αδυναμία εφαρμογής ουσιαστικής ενισχυτικής διδασκαλίας, τη σχολική αποτυχία των μαθητών, τον κοινωνικό αποκλεισμό, τη δυσκολία ένταξης των μειονοτικών ομάδων, το ρόλο του εκπαιδευτικού… (Πυργιωτάκης 2002: 23-56).

Στη φιλοσοφία και την πρακτική του «νέου σχολείου» προτείνονται τα ακόλουθα Μέτρα-Στόχοι:

α) Τον εμπλουτισμό του Αναλυτικού Προγράμματος, β) Τον επαναπροσδιορισμό των μεθόδων διδασκαλίας και της διδακτικής πράξης, γ) Την ανάπτυξη ουσιαστικής διαπροσωπικής επικοινωνίας, την αποδοχή της ετερότητας μέσα από τη βαθύτερη γνωριμία της κουλτούρας του «άλλου», δ) Τον εμπλουτισμό της γλωσσικής δυνατότητας και την ανάπτυξη της φαντασιακής-συμβολικής ικανότητας των μαθητών, ε) Την ενισχυτική διδακτική παρέμβαση, την παιδαγωγική φροντίδα, την ενίσχυση των μαθησιακών αποτελεσμάτων και την καταπολέμηση της σχολικής αποτυχίας και διαρροής, στ) Την ευαισθητοποίηση και ενεργοποίηση των γονέων και των τοπικών κοινωνιών με στόχο το «άνοιγμα του σχολείου στην κοινωνία».

Οι παραπάνω στόχοι και επιδιώξεις του «νέου» σχολείου προσδίδουν σ' αυτό ένα διαπολιτισμικό προσανατολισμό, που υπό προϋποθέσεις, μπορεί να εμπλουτίζει τις δραστηριότητές του, να ενισχύει τα κίνητρα των μαθητών και να βοηθήσει στην ανάπτυξη της εμπιστοσύνης, της ψυχικής επαφής και της αλληλοκατανόησης των μαθητών.

Το ελληνικό σχολείο ολοήμερο ιδιαίτερα σχολείο πρέπει να:

α) Αναπτύσσει τη διαπροσωπική επικοινωνία, την αλληλεπίδραση, την κατανόηση, τις φιλίες και την αποδοχή του «άλλου»

β) Βοηθά στην κοινωνικοποίηση και την ένταξη  των παλιννοστούντων ή «ξένων» μαθητών

γ) Βοηθά στη γρήγορη εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας

δ) Παρέχει ίσες ευκαιρίες σε όλους τους μαθητές

ε) Λειτουργεί αντισταθμιστικά, στην κατεύθυνση άρσης των ανισοτήτων

στ)  βοηθά τον αναπροσανατολισμό στην κοινωνική και παιδαγωγική λειτουργία του.

Σε έρευνες για το ολοήμερο σχολείο (βλ. Βιτσιλάκη-Σορωνιάτη 1999. Μουρελάτου 2000. ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2003. Πατινιώτης-Ντολοπούλου-Θωμά 2003. Παπαπέτρου & Σουσαμίδου-Καραμπέρη 2004. Λουκέρης-Σταματοπούλου-Αλβέρτης 2005. Κυρίζογλου-Γρηγοριάδης 2005) καταγράφεται η βελτίωση της ατομικής συμπεριφοράς των μαθητών, η τόνωση του αυτοσυναισθήματος και της συλλογικότητας, η διαμόρφωση μηχανισμών αποτελεσματικότερης επίλυσης των συγκρούσεων, η ανάπτυξη των φιλικών σχέσεων μεταξύ μαθητών διαφορετικών ηλικιών. Θετικά αποτελέσματα μάλιστα αναφέρονται όσον αφορά τους μαθητές που απειλούνται με κοινωνικό αποκλεισμό.

Η συντριπτική πλειοψηφία των εκπαιδευτικών στις παραπάνω έρευνες (ποσοστά έως και 98% στην έρευνα των Λουκέρη-Σταματοπούλου-Αλβέρτη 2005: 64-65), εκτιμά ότι το συνεργατικό και αλληλέγγυο κλίμα που δημιουργείται, βοηθά και έχει θετικό αντίκτυπο στην διαδικασία κοινωνικοποίησης των μαθητών. Όσον αφορά τους γονείς, παρά το ότι συνεχίζουν να πηγαίνουν τα παιδιά τους σε ποικίλες δραστηριότητες εκτός Ολοήμερου, δηλώνουν ότι το επιλέγουν «για την ασφάλεια που προσφέρει στους μαθητές και για το ενδιαφέρον πρόγραμμά του» Κυρίζογλου-Γρηγοριάδης 2005: 80-81).

Να τονίσουμε εδώ ότι τα ερευνητικά δεδομένα συγκλίνουν στην άποψη ότι τα παιδιά των μεταναστών και των μειονοτήτων, που δεν έχουν προηγούμενη σχολική εμπειρία στις χώρες καταγωγής τους, χρειάζονται 7 με 10 χρόνια περίπου για να αποκτήσουν ακαδημαϊκή γλωσσική ικανότητα, δηλ. ικανότητα να εκφράζουν σύνθετα νοήματα και αφηρημένες έννοιες σε προφορική ή γραπτή μορφή μέσω της ίδιας της γλώσσας (Cummins 2000: 163-178). Η επικοινωνιακή βέβαια πλευρά της δεύτερης γλώσσας, που υποβοηθείται από διαπροσωπικές μορφές επικοινωνίας, χρειάζεται για να αποκτηθεί τα 2 χρόνια περίπου (Γλώσσα του διαλείμματος και γλώσσα της σχολικής τάξης). Να σημειώσουμε βέβαια ότι οι θετικές απαντήσεις των εκπαιδευτικών στην ερώτηση αυτή αναφέρονται κυρίως στη διάρκεια παραμονής των μαθητών στο Ολοήμερο Σχολείο και στις αλληλεπιδράσεις οι οποίες αναπτύσσονται και βοηθούν τους αλλόγλωσσους μαθητές να μιλούν και να μαθαίνουν ελληνικά και όχι στην δική τους επιμόρφωση και εξειδίκευση όσον αφορά τη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας. Όσον αφορά τον τομέα της δικής τους εκπαίδευσης και επιμόρφωσης σε θέματα που αφορούν τη διαπολιτισμική εκπ/ση εκφράζουν δυσαρέσκεια και όχι ικανοποίηση.

Οι εκπαιδευτικοί ρωτήθηκαν επίσης αν το Ολοήμερο σχολείο λειτουργεί αντισταθμιστικά, στην κατεύθυνση άρσης των ανισοτήτων και καταπολέμησης της σχολικής αποτυχίας και διαρροής. Οι μισοί σχεδόν εκπαιδευτικοί πιστεύουν ότι το Ολοήμερο σχολείο δεν μπορεί να λειτουργήσει στην κατεύθυνση αυτή και να καλύψει τα προβλήματα του οικογενειακού περιβάλλοντος.

Η αντισταθμιστική λειτουργία του Ολοήμερου, έχει την έννοια της παροχής βοήθειας και ενίσχυσης, ώστε να κατακτήσουν και ικανοποιητικό βαθμό γλωσσομάθειας, ώστε να συναγωνιστούν τους γηγενείς μαθητές με τους καλύτερους δυνατούς όρους, αλλά και να πετύχουν  την κάλυψη των κενών του οικογενειακού περιβάλλοντος. Να σημειώσουμε βέβαια τις αντιλήψεις που κυριαρχούν και σήμερα για τα παιδιά των μεταναστών και των μειονοτήτων περί ελλειμματικότητας. Οι αντιλήψεις αυτές, εφ' όσον εξακολουθούν να υπάρχουν στο σχολείο και στους εκπαιδευτικούς, δείχνουν κυρίως τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το ίδιο το σχολείο, αφού απευθύνεται σε ένα υψηλό μέσο όρο και λειτουργεί με την αντίληψη της ομοιομορφίας και εξισωτικά, χωρίς να παίρνει υπόψη το κεφάλαιο, τον πλούτο και τις ανάγκες του κάθε μαθητή. Οι όποιες αντισταθμιστικές παρεμβάσεις μικρό αποτέλεσμα θα έχουν σύμφωνα με τον Cummins όταν οι εξουσιαστικές σχέσεις, που βρίσκονται σε λειτουργία στην ευρύτερη κοινωνία αποτελούν τη ρίζα της σχολικής αποτυχίας των πολιτισμικά διαφερόντων μαθητών. Σε περιβάλλοντα πολιτισμικής, γλωσσικής και οικονομικής ανισότητας, η αλληλεπίδραση διδασκόντων και μαθητών δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Είτε αμφισβητεί ανοιχτά τη λειτουργία των εξουσιαστικών σχέσεων είτε ενισχύει αυτές τις σχέσεις. Οι σχέσεις αλληλεπίδρασης που αναπτύσσονται μεταξύ μαθητών και δασκάλων και μεταξύ των ίδιων των μαθητών, έχουν μεγαλύτερη σημασία για τη μαθητική πρόοδο από την οποιαδήποτε μέθοδο για τη διδασκαλία της γλώσσας και των άλλων μαθημάτων (Cummins 2003: 163).

 Προτάσεις για τη βελτίωση του Ολοήμερου σχολείου σε διαπολιτισμική κατεύθυνση.

Α). Συστηματική εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και παράλληλη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας των μαθητών. Οργανωμένη ενισχυτική/εξατομικευμένη διδασκαλία στα γλωσσικά μαθήματα (Οργάνωση φροντιστηριακού τμήματος). Ειδικά δηλ. προγράμματα, που να αφορούν αυτούς τους μαθητές.

Β). Βελτίωση της υλικοτεχνικής υποδομής του Ολοήμερου σχολείου (χώροι φαγητού, ξεκούρασης, δραστηριοτήτων…). Βελτίωση της οργάνωσής του (στελέχωση, πόροι, προγράμματα…) και εμπλουτισμός με κατάλληλο εκπαιδευτικό και εποπτικό υλικό.

Γ). Ενίσχυση του κοινωνικού χαρακτήρα του Ολοήμερου (δωρεάν γεύματα και υλικού σε μαθητές). Προώθηση και ενίσχυση της συνεργασίας και της αλληλεγγύης με τους γονείς και τις οικογένειες των μαθητών -διδασκαλία και εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας σε απογευματινά τμήματα. Εμπλουτισμός του προγράμματος με διαπολιτισμικές δραστηριότητες.

Δ). Παρουσία δίγλωσσου εκπαιδευτικού, ειδικευμένου και καταρτισμένου σε θέματα διαπολιτισμικής και δίγλωσσης εκπαίδευσης, από τη χώρα προέλευσης των μαθητών.

Ε). Αναμόρφωση και αναπροσαρμογή των προγραμμάτων και της φιλοσοφίας του Ολοήμερου στην κατεύθυνση δημιουργίας ενιαίου σχολείου και όχι δύο μορφών εκπαίδευσης, όπως συμβαίνει σήμερα.

Στ). Συνεχής εκπαίδευση και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών σε θέματα διαπολιτισμικής εκπαίδευσης και εκμάθησης της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας.

 

Οι Διδακτικές ενότητες που αφορούν τη Διαπολιτισμική Εκπαίδευση και που θα έπρεπε να αποτελούν αντικείμενο μελέτης και εξειδίκευσης για τους ενδιαφερόμενους εκπαιδευτικούς είναι οι παρακάτω:

 

1. Θεωρίες μάθησης και κινήτρων

2. Έννοια-περιεχόμενο-σκοποί της Δ.Ε.

3. Στερεότυπα-προκαταλήψεις-κοινωνικές διακρίσεις και η αντιμετώπισή τους

4. Θέματα Ειδικής Αγωγής

5. Κοινωνική ενσωμάτωση και κοινωνικός αποκλεισμός.

6. Ευρωπαϊκή και Διαπολιτισμική διάσταση στην εκπ/ση

7. Μειονότητες και Διαπολιτισμική Εκπαίδευση

8. Μετανάστευση-Παλιννόστηση.

9. Η Διαπολιτισμική Εκπαίδευση στην Ελλάδα: κατάσταση-προοπτικές.

10.Εκπαιδευτικές και κοινωνικές ανισότητες-μηχανισμοί σχολικής /κοινωνικής επιλογής

11. Αντιρατσιστική Εκπαίδευση

12. Ετερότητα και Πολυπολιτισμικότητα

13. Εκπ/ση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα

14. Διδακτικές προσεγγίσεις και μεθοδολογικές αρχές στα πλαίσια της Δ.Ε.

15. Διγλωσσία και Δίγλωσση Εκπαίδευση

16. Διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης ή ξένης γλώσσας

17. Θεωρίες κοινωνικής ταυτότητας

18. Αντισταθμιστική Αγωγή

19. Θέματα εκπ/σης Ελλήνων της διασποράς.

 

Η). Ενίσχυση των μαθημάτων ειδικοτήτων (αγγλικά, πληροφορική, αθλητικές δραστηριότητες, θεατρικό παιχνίδι…) και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών ώστε να προσδίδουν διαπολιτισμικό προσανατολισμό στο παρεχόμενο παιδαγωγικό και μορφωτικό τους έργο.

Θ). Τέλος και ανακεφαλαιώνοντας, το ζήτημα της συνεχούς επιμόρφωσης όλων των εκπαιδευτικών σε θέματα διαπολιτισμικής εκπαίδευσης -αφού η πλειοψηφία τους δεν έχει τέτοια γνώση- της διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας στους μαθητές και της ελληνικής στους γονείς, της διεύρυνσης της συνεργασίας με τις οικογένειες των μαθητών και της παροχής συμβουλευτικής είναι αναγκαία.

 Ενδεικτική Βιβλιογραφία

1) Ασκούνη Ν., Ανδρούσσου Αλ. (2001), «Οι «άλλοι» μαθητές στο σχολείο: από την αφομοίωση των διαφορών στη «Διαπολιτισμική» αναζήτηση», στο: Α. Ανδρούσσου, Ν. Ασκούνη, Σ. Χρηστίδου-Λιοναράκη, Κ. Μάγος (επιμ.), Εκπαίδευση: Πολιτισμικές Διαφορές και Κοινωνικές Ανισότητες. Εκδ. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, τ. Β΄, Πάτρα, σ. 13-43.

2) Batelaan, P.-Coomans F. (1999), The international basis for Intercultural Education including Anti-racist and Human Rights Education, Paris, I.A.I.E.-Unesco-Council of Europe.

3) Γεωργογιάννης Π., (1997), Θέματα Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης, Αθήνα, Gutenberg.

4) Cummins J., (2003), Ταυτότητες υπό Διαπραγμάτευση-Εκπαίδευση με σκοπό την Ενδυνάμωση σε μια Κοινωνία της Ετερότητας, μτφρ.: Σ. Αργυρή, εισαγωγή-επιμέλεια: Ε. Σκούρτου,  Αθήνα, Gutenberg.

5) Cummins J., (2000). Negotiating intercultural identities in the multicultural classroom. The CATESOL Journal, 12 (1), 163-178.

6) Department of Education and sciences (DES) (1985), Education for All. The Swann Report, London, HMSO.

7) ΙΝΕ/ΓΕΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, (2003), «Έρευνα του ΙΝΕ: Ολοήμερο σχολείο, η κοινωνική σημασία και οι προοπτικές του», Ενημέρωση, τχ. 95 (Μάιος 2003).

8) Μουρελάτου Εύα, (2000), «Ολοήμερο σχολείο και διαπολιτισμική εκπαίδευση», Προαιρετικά Εκπαιδευτικά Προγράμματα στη Σχολική Εκπαίδευση, (επιμ.: Γ. Μπαγάκης), Αθήνα, Μεταίχμιο, σς. 164-171.

9) Παπαχρήστος Κ., (2005), Διαπολιτισμικότητα και ισότητα των Φύλων στο Ολοήμερο σχολείο: Ο ρόλος του Εκπαιδευτικού, Αθήνα, Ατραπός, (υπό έκδοση).

10) Παπαπέτρου Μ., Σουσαμίδου-Καραμπέρη Α., (2004), Ολοήμερο Σχολείο, Θεσσαλονίκη, University Studio Press.

11) Τζάνη Μ., (2001), «Το Ολοήμερο Σχολείο δεν είναι μόνο ζήτημα ωραρίου. Φιλοσοφία και μεθοδολογία μιας καινοτόμου προτάσεως», στο: Σχολική Γνώση και Διδασκαλία στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, Πρακτικά Πανελλήνιου Συνεδρίου Π.Τ.Δ.Ε. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Ιωάννινα.

12) Χατζηχρήστου Χ., Λαμπροπούλου Α., Λυκιτσάκου Κ. (2004), «Ένα διαφορετικό σχολείο: Το σχολείο ως κοινότητα που νοιάζεται και φροντίζει», περ. Ψυχολογία, τόμος 11-τχ. 1, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, σσ. 1-19.

 

* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ' το Α.Π.Θ.).

Χώρος εργασίας: Μουσικό Γυμνάσιο-Λύκειο Τρικάλων

Δ/νση κατοικίας: Μ. Πιτσάκου 21

Τ.Κ. 42100 ΤρίκαλαΤηλ.& Fax:  2431071402

ailiadi@sch.gr

http://users.sch.gr/ailiadi

http://blogs.sch.gr/ailiadi

http://www.matia.gr

 

ΠΗΓΗ: http://www.alfavita.gr/artra/art3_6_9_01013.php

Παιδεία ή εκπαίδευση; Ι

Ελληνικό κράτος, 21ος αιώνας: Παιδεία ή Εκπαίδευση;
Το παράδειγμα των Μουσικών Σχολείων – Το μάθημα της μουσικής

 

«ΣΧΟΛΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΑ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ»


8ο Εκπαιδευτικό Συνέδριο της ΟΛΜΕ – Χανιά 8-10/5/2008
Προσυνέδριο Θεσσαλονίκης – Φιλοσοφική Σχολή ΑΠΘ 16/4/2008

Του Στέργιου Ζυγούρα

Αγαπητοί συνάδελφοι, θα προτιμήσω να σας προσφωνήσω «αγαπητοί συμπολίτες», καθώς σ' ένα συνέδριο με θέμα «σχολικά προγράμματα και βιβλία», εύκολα η συζήτηση και ο προβληματισμός μεταφέρεται σε γενικότερο επίπεδο στο επίπεδο των πρωτογενών προβλημάτων, εκεί που φαίνεται να πάσχει η εποχή μας στην τάση μετατροπής του Σχολείου που παράγει Πολίτες, σε Σχολείο που παράγει Πελάτες. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με ερωτήματα στο επίπεδο του αυτονόητου:

Παιδεία ή Εκπαίδευση; Λειτουργός της παιδείας ή Εκπαιδευτικός; Γενική ή Ειδική παιδεία στην α΄ και β΄ βαθμίδα; Σφαιρική ή κατακερματισμένη γνώση; Μορφωτικό-ανθρωπιστικό ιδεώδες ή επαγγελματική κατάρτιση; Βαυκαλιζόμαστε με τις πρώτες, ενώ βολευόμαστε ή ανεχόμαστε τις δεύτερες επιλογές;

Το παράδειγμα της «καλλιτεχνικής παιδείας», της «αισθητικής αγωγής» και ειδικότερα της «μουσικής αγωγής» και των Μουσικών Σχολείων είναι από τα προσφορότερα για να δούμε την απόσταση μεταξύ λόγων και έργων στην παιδεία να δούμε πώς από το άρθρο 16 §2 του Συντάγματος μένει -σχεδόν πάντα- μόνο η «επαγγελματική αγωγή», κι αυτή όμως καχεκτική, χωρίς στήριξη στην πολύπλευρη προσωπικότητα του «ελεύθερου, πολίτη», στην οποία οφείλει/έπρεπε να στοχεύει η ΠΑΙΔΕΙΑ.

Στα πρώτα ερωτήματα, μπορεί κάποιος να προσθέσει:

Επιστήμη χωρίς Τέχνη; Παιδεία χωρίς Πολιτισμό; Ύλη χωρίς Ενέργεια;

Όλα τα ερωτήματα, αφορούν και επηρεάζουν καθοριστικά το μάθημα της μουσικής στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια παιδεία, που κινείται μεταξύ της κατακερματισμένης εγκυκλοπαιδικής-επιστημονικής γνώσης και της επαγγελματικής κατάρτισης. Επίσης, η μουσική κυριαρχεί ως σταθερό, (παθητικό) εξωτερικό ερέθισμα (καταχωρημένος ήχος/εικόνα) που επιστημονικά επιδιώκεται να διακρίνεται ως προς την ποιότητα (καλή μουσική, επιλογή συνθέσεων). Αυτά όμως σε δεύτερο επίπεδο, καθώς σε πρώτο, κυριαρχεί η «καλλιέργεια της ικανότητας για αισθητική απόλαυση» (Π.Ι., ΔΕΠΠΣ Μουσικής, 2001). Εύκολα κάποιος μπορεί να διαπιστώσει, τόσο από το ΑΠΣ, όσο και από τα νέα βιβλία ότι εδώ η «αισθητική» δεν αφορά στον κλάδο της φιλοσοφίας, και η «απόλαυση» δεν παραπέμπει στην αρχαία ψυχική-πνευματική «τέρψη». Πρόκειται για μετάφραση αγγλικού όρου, που όπως και η «δημιουργικότητα», δεν έχουν αποδοθεί ορθά στα ελληνικά, ούτε όμως και σε ορθά ελληνικά. Συνεπώς, η «aesthetic sensitivity» και η «creativity», οι οποίες αρχικά χρησιμοποιήθηκαν σε μια προσπάθεια άρσης των αδιεξόδων της εξειδικευμένης, τεχνικής μουσικής παιδείας που επικράτησε επί δύο αιώνες περίπου (και) στο αγγλοσαξωνικό σύστημα, έγιναν στην Ελλάδα ο πυρήνας της εύκολης λύσης: copy-paste! Θα πρέπει να δει αυτό το παράδειγμα η σημερινή κυβέρνηση που δια στόματος του Υπουργού Παιδείας δηλώνει: «Το συγκριτικό πλεονέκτημα της Ευρώπης μας είναι η πολυμορφία της. Δεν πρέπει να κλωνοποιήσουμε τους πολιτισμούς μας, αλλά να σεβαστούμε την Ευρώπη των πατρίδων. Πρέπει να αντιστοιχήσουμε, αλλά όχι να εναρμονίσουμε, με την έννοια της εξομοίωσης, τα εθνικά εκπαιδευτικά μας συστήματα.» (Βουλή, 18-12-07).

Παρά το προβληματικό ΔΕΠΠΣ, τα βιβλία του Δημοτικού διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους, με αυτό της Ε΄ Δημοτικού να ξεχωρίζει προς το καλύτερο. Όπως σωστά τόνισε και η κ. Χατζηβαρίτη, η (πανάκεια) «διαθεματικότητα» που συνήθως καταλήγει να γίνει αποσπασματικότητα, έχει αποτελέσει κατά περίπτωση ανασταλτικό παράγοντα για το αντικείμενο της μουσικής που είναι κατ' αρχήν προφορικό. Είναι θετικό το ότι υπάρχουν για πρώτη φορά βιβλία μουσικής στην πρωτοβάθμια, όπως και βιβλία δασκάλων και τετράδια εργασιών για τους μαθητές και ένα CD-ROM. Ανησυχητικό όμως είναι το γεγονός ότι η μουσική τείνει να αντιμετωπίζεται σε σημαντικό βαθμό ως κατακερματισμένη ηχοκινητική διαδικασία, ως εγκυκλοπαιδισμός, ως επιστημονική γνώση/γραπτή διαδικασία και ως διαδικασία παθητική/καταναλωτική. Επί πλέον με την επίκληση των αναγκών μιας σημερινής «πολυπολιτισμικής κοινωνίας» αντιμετωπίζονται κατά περίπτωση με υποτίμηση οι ελληνικές πολιτισμικές παραδόσεις, ενώ μέσα σ' ένα αστικό πλαίσιο αντιμετώπισης και στον αντίποδα των παλιών βιβλίων, απουσιάζουν οι αναφορές σε ιστορικές και σε προφορικές παραδόσεις. Το μοναδικό βιβλίο για τις τρεις τάξεις του Γυμνασίου είναι ένα ανθολόγιο (βιβλίο καθηγητή), κάτι θετικό κατ' αρχήν από την άποψη της έμφασης που δίνεται στην μουσική ως διαδικασία πρακτική. Το ανθολόγιο έχει καλή χωρο-χρονική ισορροπία και καταλόγους θεμάτων, περιοχών που διευκολύνουν και καθοδηγούν. Δημιουργείται όμως έτσι μια σημαντική αντίθεση μεταξύ πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας προσέγγισης, ενώ δεν τηρείται ούτε το ΔΕΠΠΣ.
Όσα ειπώθηκαν ήταν απαραίτητα για να τονιστούν δύο στοιχεία:

α) το ΥπΕΠΘ αντιμετωπίζει τη μουσική ως διδακτικό αντικείμενο που δεν στοχεύει κατ' αρχήν στο ύφος/ήθος και στην εξερεύνηση εσωτερικού και εξωτερικού κόσμου [i].

β) τα Μουσικά Σχολεία έχουν θεσμικά κενά από την ίδρυσή τους και τείνουν δια του άγραφου νόμου να υιοθετούν τη μουσική ως ειδική εκπαίδευση που αντιφάσκει με το χαρακτήρα της δευτεροβάθμιας παιδείας. Τείνουν έτσι να πάρουν το χαρακτήρα Μ.Σ.= ένα σχολείο + ένα Ωδείο κι αυτό όταν η Ωδειακή παιδεία, η βάση της εκπαίδευσης των διδασκόντων στα Μουσικά Σχολεία ανήκει σε άλλο υπουργείο (ΥπΠΟ) με τρόπο που μόνο προβλήματα προκαλεί.

Τα Μουσικά Σχολεία έχουν εγκατάλειψη από την Πολιτεία, αντίστοιχη με αυτή που ανέφερε ο κ. Ματζιάρης για τα Ειδικά Σχολεία, ενώ η μουσική ως αντικείμενο πάσχει από την ίδια, αντιφατική, υποτιμημένη υπερτίμηση που ανέφερε και ο κ. Καμτσίκης για τη φυσική αγωγή. Πού βρίσκεται τοποθετημένη η μουσική παιδεία των Μουσικών Σχολείων; Στην επαγγελματική κατάρτιση (Δ/νση ΣΕΠΕΔ)! Τι είναι μεταξύ άλλων τα Μουσικά Σχολεία σύμφωνα με τον ιδρυτικό νόμο του 1988; Σχολεία από τα οποία οι νέοι αποφοιτούν «…χωρίς να υστερούν σε γενική παιδεία..»! Η έλλειψη Διεύθυνσης Μουσικών Σπουδών στο ΥπΕΠΘ είναι εμφανής. Η Καλλιτεχνική Επιτροπή είναι τόσο ελλιπής θεσμός, ώστε με μια αλλαγή υπουργού να μετατρέπεται από απόλυτο διαχειριστή κρίσιμων θεμάτων (όπως η αξιολόγηση του υπό πρόσληψη προσωπικού) σε απόλυτο απόντα. Μέσα σ' αυτή την κατάσταση και με δεδομένη την ελληνική συνήθεια της προχειρότητας, διατρέχουμε άμεσα τον κίνδυνο, η κραυγαλέα έλλειψη ΑΠΣ για τα Μουσικά Σχολεία να αντιμετωπιστεί στο επίπεδο μιας τεχνικής ταξινόμησης της «ύλης» με βάση τα κριτήρια της υπάρχουσας Ωδειακής παιδείας. Η Καλλιτεχνική Επιτροπή έχει δηλώσει ότι ΑΠΣ για τα Μουσικά Σχολεία βρίσκονται ήδη υπό επεξεργασία. Όπως συνήθως, στην Ελλάδα ο διάλογος με τη βάση γίνεται είτε προσχηματικά, είτε καθόλου. Σήμερα ζούμε τη δεύτερη περίπτωση, κι όλα αυτά όταν η ίδια η «μουσική» είναι από τα αντικείμενα που προσελκύουν την εισχώρηση ιδιωτικών πρακτικών, μέσα στο γενικευμένο πλαίσιο της μετατροπής του δημόσιου σχολείου σε σχολείο της αγοράς.


Πόσα χρήματα δίνει το κράτος για τη μουσική παιδεία; Φαίνεται από την έγκαιρη στελέχωση των μουσικών σχολείων, από την κατάργηση των προπαρασκευαστικών τμημάτων του δημοτικού, από τη διαιώνιση του παράνομου και εξευτελιστικού «θεσμού» της ωρομισθίας, από τα προβλήματα και τα διαφαινόμενα σκάνδαλα στη μετακίνηση των μαθητών, από την εγκατάλειψη του μοναδικού Κρατικού Ωδείου, από την προχειρότητα της προεκλογικής ανακοίνωσης για ίδρυση «Ακαδημίας Τεχνών» (Μάιος 2007).


Παιδεία και Πολιτισμός! Πόσες φορές το έχουμε ακούσει από κυβερνητικά χείλη, από χείλη παραγόντων της παιδείας και πόσα θαυμαστικά ακολουθούσαν; Πού βρίσκεται ο «πολιτισμός» στη δευτεροβάθμια παιδεία; Στο «κρυφό πρόγραμμα», δηλαδή εκτός ωρολογίου προγράμματος και στους μαθητικούς καλλιτεχνικούς αγώνες του ΥπΕΠΘ.

Και πώς εννοεί το επίσημο κράτος τον «πολιτισμό» στην παιδεία; Πώς εννοεί την πολιτισμική παιδεία; Με την έννοια που είναι τοποθετημένη στο ομώνυμο υπουργείο; Με τις προτάσεις «πολιτισμού» στη σελίδα του πρωθυπουργού; (αξιοπρόσεκτος είναι και ο πρώτος σύνδεσμος στην κατηγορία «αθλητισμός»: ΟΠΑΠ). Με την υιοθέτηση από πλευράς ΥπΕΠΘ της κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης που στηρίζεται στο Άαχεν, στο 800 μ.Χ. και στον Καρλομάγνο;

Σε μια πολιτεία με παράδοση στην αναξιοκρατία, σε μια πολιτεία που διακατέχεται από αισθήματα πολιτισμικής μειονεξίας, σε μια πολιτεία που άλλα λέει κι άλλα κάνει, ποιοι τελικά στελεχώνουν τις θέσεις συμβούλων και παρέδρων του Π.Ι., ποιοι διαμορφώνουν τους παιδαγωγικούς στόχους, ποιοι αξιολογούν τα σχολικά «διδακτικά πακέτα», ποιοι επιμορφώνουν το διδακτικό προσωπικό; Γιατί σήμερα μας ζητείται εντός 48ώρου να καταθέσουμε προτάσεις ως σύλλογοι διδασκόντων για την επιμόρφωσή μας; Γιατί για δεύτερη φορά μετά την «ονοματοδοσία των σχολείων» επιλέγεται μια διαδικασία εξπρές και μάλιστα, τώρα, χωρίς κεντρικό έγγραφο, σε επίπεδο Δ/νσεων Δ/θμιας Εκπ/σης;

Πώς μπορούμε να επηρεάσουμε τα πράγματα; Με το να είμαστε παρόντες κατ' αρχήν και κάνοντας πράξη το σύνθημα της ΟΛΜΕ για το συνέδριο αυτό: γιατί τα σχολικά προγράμματα και βιβλία είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για την αφήσουμε στους "ειδικούς". Όντας «ειδικοί», πρέπει να πάψουμε να είμαστε πολίτες;


Στο ερώτημα «παιδεία ή εκπαίδευση;» απαντούμε: «πρώτα παιδεία, ύστερα εκπαίδευση!»


16-4-2008, Στέργιος Ζυγούρας, Καθηγητής στο Μ.Σ.Θ.

 

ΠΗΓΗ:   http://users.sch.gr/szygouras/themata/paideia-ekpaideysh.htm



[i]  Μούσα > μάω – μώ = ερευνώ

Αξιολόγηση και εκπαίδευση Ι

Αξιολόγηση και εκπαίδευση σήμερα (Σ. Σ. 2000)

 

των Αντώνη Ναξάκη και Παναγιώτη Μπούρδαλα

Αναμφίβολα πρόκειται για ένα από τα δυσκολότερα και πιο σύνθετα προβλήματα που αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν οι υποτελείς τάξεις, σε σχέση με τις μεθόδους επιβολής της εξουσίας πάνω τους. Ένα θέμα που σχετίζεται με την παραγωγή και αναπαραγωγή εξουσιαστικών σχέσεων για όλη την κοινωνία και σε όλες τις δράσεις του ανθρώπου. Στις διαδικασίες δηλαδή παραγωγής, κατανάλωσης και αναπαραγωγής του.

Είναι αδύνατον κανείς να διαχωρίσει το ζήτημα της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, στις διάφορες ιστορικές φάσεις διαχωρίζοντάς το από το εκπαιδευτικό μοντέλο της αντίστοιχης περιόδου, άρα και από το παραγωγικό μοντέλο, όπως επίσης και από το ζήτημα της αξιολόγησης της νεολαίας από τους εκπαιδευτικούς.

Από αυτή την άποψη είναι σαφές ότι η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού, που ίσχυε στην χώρα μας πριν από το 1981, ανταποκρινόταν στο μοντέλο της  μεγάλης βιομηχανίας, δηλαδή της ταινίας παραγωγής, της λεγόμενης βιομηχανίας κλίμακας.

Κύριος στόχος αυτού του μοντέλου ήταν η αποτύπωση κοινωνικών συμπεριφορών και προτύπων, που ανταποκρίνονταν στον εγκλεισμό του εργαζομένου, της μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας, στις συνθήκες λειτουργίας της μεγάλης βιομηχανίας. Η εκπαιδευτική συμπεριφορά αυτού του σχολείου ήταν κυρίως η έμμεση αποτύπωση συμπεριφορών και προτύπων γι αυτόν το σκοπό και όχι μορφωτικού (κυρίως επιστημονικού) κεφαλαίου, που καλλιεργούσε στην νεολαία.

Εξ' άλλου το ενδιαφέρον για επιστημονικές γνώσεις περιοριζόταν σε ένα μικρό τμήμα της νεολαίας, αυτό που τελικά επάνδρωνε το σύστημα ελέγχου στην διαδικασία της παραγωγής και ευρύτερα της κοινωνίας. Επιτύγχανε αυτόν τον έμμεσο παιδευτικό ρόλο από την ίδια την δομή του (τάξη, θρανία εν σειρά), όπως οι Τεϊλορικές μηχανές, δάσκαλος – αυθεντία, όπως ο τμηματάρχης στην μεγάλη βιομηχανία, τιμωρίες, βία για τις αποκλίνουσες συμπεριφορές κ.τ.λ.

Επομένως η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού πριν από το 1981 (επιθεωρητισμός) σκόπευε στην πειθάρχηση ολόκληρου του εκπαιδευτικού μοντέλου στις παραπάνω προδιαγραφές, με βασικό στρώμα, που έπρεπε να ελέγχεται και να πειθαρχεί, τον εκπαιδευτικό. Βασικός μοχλός αυτής της πειθάρχησης ήταν οι εκθέσεις αξιολόγησης των επιθεωρητών με τις αλήστου μνήμης επισκέψεις τους στις τάξεις διδασκαλίας. Μια αξιολόγηση που συνδεόταν με βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη, δηλαδή ο εκπαιδευτικός έπρεπε να κριθεί θετικά για να πάρει τον επόμενο βαθμό και άρα υψηλότερο μισθό.

Το μοντέλο αυτό λειτουργούσε στα πλαίσια ενός γενικότερου αυταρχικού – αντιδημοκρατικού μοντέλου που χαρακτηριζόταν από την παντοκρατορία του διευθυντή, που ήταν μόνιμος σε αυτή την θέση, την απαγόρευση συμμετοχής σε κόμματα των εκπαιδευτικών, την ανυπαρξία παρατάξεων συνδικαλιστικών και μέχρι το 1974, το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων των εκπαιδευτικών προκειμένου να διοριστούν. Το πλαίσιο αυτό προσδιόριζε ο δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας του 1951, που δημιουργήθηκε καθ' υπόδειξη των αμερικάνων.

Στα πλαίσια του ευρύτερου λαϊκού ξεσπάσματος της μεταπολίτευσης και με τους συνεχείς εκπαιδευτικούς αγώνες της δεκαετίας του ‘70, καταργήθηκε ο Επιθεωρητής και αντικαταστάθηκε από τον Σύμβουλο με υποτίθεται άλλο ρόλο, καταργήθηκε η μονιμότητα του διευθυντή, έγινε δυνατή η απόλυτη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη των εκπαιδευτικών, λειτούργησαν τα σχολεία δημοκρατικά και καταργήθηκε ο δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας.

Αρχές λοιπόν της δεκαετίας του 80 πολλά αιτήματα των εκπαιδευτικών γίνονται πραγματικότητα, ενώ αυξάνει ο αριθμός τους με νεοεισερχόμενη γενιά, αυτή   του Πολυτεχνείου, η οποία συμβάλει σε σημαντικό βαθμό στην αλλαγή του κλίματος στα σχολεία.

Και ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 80 επικρατεί σχετική ευφορία στους εκπαιδευτικούς χώρους, η βαθιά διεθνή καπιταλιστική κρίση της δεκαετίας του 70 αρχίζει να εμφανίζει και στην χώρα μας μόνιμα χαρακτηριστικά, με κορυφαίο παράδειγμα την πλειάδα των προβληματικών (Τεϊλορικών) επιχειρήσεων που μεταφέρονται στο κράτος για «εξυγίανση», δηλαδή στις τσέπες των εργαζομένων.

Την ίδια στιγμή που το λαϊκό κίνημα αδυνατεί να εκτιμήσει το είδος και το βάθος αυτής της κρίσης, η Πασόκικη διακυβέρνηση αρχίζει, μετά μικρή ανάπαυλα, από το 1984 και μετά, την μάχη για την επιβολή ξανά της αξιολόγησης, προσπαθώντας να πείσει ότι αυτή αφορά για κάτι νέο σε σχέση, με τον επιθεωρητισμό.

 

Προσπάθειες επαναφοράς του επιθεωρητισμού την δεκαετία του ‘80

 

Ήδη από το 1982 το Π.Δ. που καθιερώνει τους σχολικούς Συμβούλους αναφέρει ότι αυτοί συμμετέχουν στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού.

Ο νόμος 1566 του Απ. Κακλαμάνη προβλέπει την έκδοση Π.Δ. για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, που ο ίδιος δεν επιχείρησε να καθιερώσει. Το επιχείρησε όμως ο Α. Τρίτσης την Άνοιξη του 1987, με κύρια άποψη ότι αν δεν αξιολογηθεί ο εκπαιδευτικός, η εκπαίδευση δεν βελτιώνεται. Η άμεση αντίδραση των ΕΛΜΕ του λεκανοπεδίου της Αττικής με απειλή ακόμα και το μπλοκάρισμα των Πανελλαδικών εξετάσεων ανάγκασε την κυβέρνηση να ανακρούσει πρύμνα.

Η μεγάλη απεργία του 1988 και η πολιτική ρευστότητα της περιόδου 1989-90, ανέστειλαν πάλι την προώθηση Π. Δ. αξιολόγησης μέχρι το 1991.Το δε Βατερλό του υπερφίαλου Β. Κοντογιαννόπουλου το 91, ακύρωσε την προσπάθεια για αξιολόγηση που προέβλεπαν οι νόμοι του, ενώ ο διάδοχος του Γ. Σουφλιάς εκδίδει Π. Δ. τις παραμονές της ανατροπής της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Ο υπουργός Παιδείας  Φατούρος της κυβέρνησης Παπανδρέου παγώνει το Π. Δ. Σουφλιά τον Δεκέμβρη του 94.

Στον Σουφλιά όμως οφείλουμε ιδιαίτερη μνεία. Είναι αυτός που δρομολογεί τα μεταλυκειακά ΙΕΚ. Ένα θεσμό που λειτουργεί με βάση το ωρομίσθιο και τα ελαστικά ωράρια, δηλαδή χωρίς μονιμότητα, που αντικειμενικά σπρώχνει προς την αξιολόγηση (με την έννοια της απόλυσης) και στην άρση της μονιμότητας.

Το πιο σημαντικό είναι ότι ο Σουφλιάς είναι ο πρώτος που προσπαθεί να συνδέσει άμεσα την αξιολόγηση με την επιμόρφωση. Και στον νόμο 2009 (ΙΕΚ, επιμόρφωση) και κυρίως στο 3μηνο ΠΕΚ πριν από τον διορισμό, προσπαθεί η εισαγωγική επιμόρφωση (πριν τον διορισμό) να μετατραπεί σε αξιολογητικό μηχανισμό απόρριψης των "ανικάνων".

Το εκπαιδευτικό κίνημα έδωσε μια από τις πιο συστηματικές και σημαντικές μάχες για να καταργήσει την εισαγωγική επιμόρφωση – αξιολόγηση – απόρριψη του Σουφλιά.

Το 1997 έρχεται η σειρά του Γερ. Αρσένη που μέσο του περιβόητου νόμου 2525, του Π. Δ. 140/98 και τις Υ.Α.Δ2/1938/26 – 2 – 98 εγκυκλίου, προσπαθεί με τον πιο ακραίο τρόπο να ξεμπερδεύει μια και καλή με το εκπαιδευτικό κίνημα και τις αντιστάσεις του. Με τον Αρσένη άλλη μια προσπάθεια χειραγώγησης και υποταγής αποτυγχάνει λόγω των σθεναρών εκπαιδευτικών αντιστάσεων, κόντρα στις λογικές της υποταγής και της αναποτελεσματικότητας των αγώνων.

 

                                        Το σημερινό μοντέλο Ευθυμίου

 

Κατά την γνώμη μας, θα είναι λάθος να δούμε την νέα προσπάθεια Ευθυμίου ως προσπάθεια σαν όλες τις άλλες που προηγήθηκαν.

Πρώτα-πρώτα σε αυτή την 10ετία εφαρμόστηκαν εκπαιδευτικές πολιτικές κρίσιμες για το ζήτημα της αξιολόγησης και κυρίως μερικές από αυτές εμπεδώθηκαν, δημιουργώντας κοινωνικά δεδομένα. Οι σπουδαιότερες από αυτές είναι:

1ο Η σταθεροποίηση των θεσμών ΙΕΚ, ΚΕΚ, ΤΕΕ, Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών (μορφές ιδιωτικών ΑΕΙ), προγράμματα εθνικών και κοινωνικών μειονοτήτων, προγράμματα Δήμων κ.τ.λ. Αυτή η σταθεροποίηση έφερε και μια σταθεροποίηση των νέων εργασιακών σχέσεων του ωρομίσθιου, της 6άμηνης σύμβασης κ.τ.λ. ένα μεγάλο δυναμικό εργαζομένων στην προσφορά εκπαιδευτικού έργου σκέφτεται πλέον, ενεργή και ονειρεύεται, με βάση το περιβάλλον που δημιουργούν οι νέες εργασιακές σχέσεις. Είναι ο αυριανός πολιορκητικός κριός για την "τελική" άρση της μονιμότητας που σκέφτεται να χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση και οι μελλοντικές κυβερνήσεις. Η απουσία του εκπαιδευτικού κινήματος σε αυτούς τους χώρους και η αδυναμία του να διαμορφώσει συγκεκριμένες αντιστάσεις μέσα στις νέες εργασιακές σχέσεις είναι ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα σήμερα. Η επιμονή μόνο σε διακηρυκτικά αιτήματα όπως η κατάργηση των ΙΕΚ, ΚΕΚ, ΤΕΕ κ.τ.λ. δεν οδηγεί πουθενά, ούτε βέβαια στην μελλοντική επιτυχία αυτών των στόχων (δηλαδή την κατάργηση ΙΕΚ, ΚΕΚ κ.τ.λ.)

Ήδη ο πραγματικός στόχος των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που είναι η πλήρης ιδιωτικοποίηση του τομέα της κατάρτισης, άρχισε με την ιδιωτικοποίηση – ξεπούλημα του ΟΑΕΔ. Μια τέτοια επιλογή για το δίκτυο ΟΑΕΔ – ΤΕΕ – ΙΕΚ – προγράμματα μειονοτήτων θα ενισχύσει σε μεγάλο βαθμό την ήδη αυξανόμενη πίεση στο θέμα της αξιολόγησης με τελικό στόχο την ολική άρση της μονιμότητας.

2ο Την 5αετία 95 – 2000 ένα νέο μοντέλο δράσης των νεοφιλελεύθερων στις εκπαιδευτικές δομές άρχισε να κάνει δυναμικά την εμφάνιση του. Πρόκειται για την πιστοποίηση (αξιολόγηση) εκπαιδευτικών ιδρυμάτων όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης, με βάση συγκεκριμένα κριτήρια και νόρμες, που έχουν να κάνουν κυρίως με την χρηστικότητα τους για τις δυνάμεις της αγοράς. Το μοντέλο εφαρμόστηκε ήδη καθολικά για τα ΙΕΚ και τα ΚΕΚ, πειραματικά σε ΑΕΙ – ΤΕΙ ενώ πρώτες κρούσεις άρχισαν να γίνονται και για ΤΕΕ.

Μια τέτοια γενικευμένη πορεία περιοδικής πιστοποίησης εκπαιδευτικών δομών οδηγεί στην απαξίωση του εκπαιδευτικού με άλλο τρόπο από την κλασσική ατομική αξιολόγηση. Αγνοώντας τις ταξικές, κοινωνικές, πολιτιστικές, γλωσσικές κ.τ.λ. διαφορές, κανονικοποιεί το σύνολο των εκπαιδευτικών δομών πάνω σε ενιαίες πανελλαδικές φόρμες ανά κατηγορία σχολών, συνθλίβοντας έτσι τον εκπαιδευτικό και το έργο του και μάλιστα αυτών που εργάζονται με τις δυσμενέστερες συνθήκες.

3ο Η συνεχής μεταφορά εκπαιδευτικών δομών στον α΄  και β΄ βαθμό Τ. Α. ως προς το κόστος λειτουργίας και συντήρησης τους, με παράλληλη ελλιπή χρηματοδότηση, οδηγεί σταδιακά στον στόχο της κρατικής χρηματοδότησης ανά μαθητή της Τ. Α., με τελικό αποτέλεσμα την απομόρφωση ολόκληρων περιοχών, αυτών που οικονομικά και κοινωνικά είναι ασθενέστερες.

Αυτές τις μέρες συντελείται η μεταφορά των παιδικών σταθμών στους Δήμους ενισχύοντας ακόμα περισσότερο την προηγούμενη κατάσταση. Την ίδια όμως στιγμή το κράτος αναλαμβάνει υποχρέωση ίσης χρηματοδότησης εκπαιδευτικών ιδιωτικών δομών, αναλαμβάνει την επιμόρφωση του προσωπικού τους, την εκπαίδευση του στις νέες «εκπαιδευτικές» ανάγκες (τεχνολογίες), την συμμετοχή τους (των ιδιωτικών φορέων) στα υπηρεσιακά συμβούλια κ.τ.λ.

Μία τέτοια πορεία πραγμάτων θα σπρώξει τους Δήμους για να ανταποκριθούν σε αύξηση των κοινοτικών φορέων από την μία και από την άλλη σε εντατικοποίηση του ρυθμού δουλειάς του εκπαιδευτικού προσωπικού. Ήδη σε αυτή την κατεύθυνση το Πασόκικο νεοφιλελεύθερο κράτος οξύνει τα λαϊκίστικα χαρακτηριστικά των τοπικών κοινωνιών, δείχνοντας τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουν οι Δήμοι στο ζήτημα της αξιολόγησης.

4ο Επί υπουργίας Γ. Παπανδρέου είδε το φως της δημοσιότητας το σχέδιο αλλαγής του άρθρου 16 του συντάγματος, πού αφορά τα μορφωτικά αγαθά. Τυπικά αυτή η αναθεώρηση δεν προωθήθηκε, διότι για τους αντιδρώντες εισήγαγε την δυνατότητα ιδιωτικών Πανεπιστημίων. Σήμερα χωρίς να αναθεωρείται το άρθρο 16 υιοθετείται και υλοποιείται ολόκληρη η πρόταση Παπανδρέου. Με την οδηγία 89/48, που ψηφίστηκε το καλοκαίρι του 2000 στην βουλή, ονομάζονται σπουδές Πανεπιστημιακού επιπέδου τα πτυχία των Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών.

Μετατρέπονται οι επιστημονικές ενώσεις σε επαγγελματικές και αναλαμβάνουν την χορήγηση άδειας εξασκήσεως επαγγέλματος. Αναλαμβάνουν δηλαδή να καταργήσουν το πτυχίο ως μοναδικό κριτήριο για εργασία, αφού θα πραγματοποιούν εξετάσεις κ. α., για να χορηγούν την άδεια. Έχουν ξεκινήσει ήδη τα Δημοτικά Πανεπιστήμια. Ο Κόκκαλης ετοιμάζει το δικό του. Η ουσία του προτάσεων Παπανδρέου κρύβεται στην πρόταση: «συνεχής  πιστοποίηση – αξιολόγηση με «ανεξάρτητες» επιτροπές σοφών, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων όλων των βαθμίδων και συνεχής δια βίου αξιολόγηση πραγματικών επαγγελματικών προσόντων εκ των υστέρων, που να ελέγχονται από τις επαγγελματικές τάξεις».

Η αδίστακτη θεωρεία του απασχολήσιμου, που εκφράζει αυτή η διατύπωση, του ανθρώπου δηλαδή που οποιοδήποτε προσόν του, θεωρείται ανά πάσα στιγμή όχι ισχυρό, αλλά προς συνεχή επιβεβαίωση και επανεξέταση, όσο γίνεται πράξη και μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση επιβολής στα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα, τόσο σπρώχνει μεγάλες κοινωνικές ομάδες σε συντηρητική λαϊκίστικη κατεύθυνση. Μια κατεύθυνση που θα σπρώχνει στην αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και στην άρση της μονιμότητας τους. Οι αποκάτω και μάλιστα οι ποιο αδικημένοι, επιδιώκεται να αποτελέσουν τους φορείς πίεσης για την αντιδραστική αξιολόγηση και την άρση της μονιμότητας των εκπαιδευτικών.

Επομένως η νέα προσπάθεια Ευθυμίου για τον έλεγχο-χειραγώγηση και πλήρη υποταγή του εκπαιδευτικού γίνεται επί της βάσης νέων δεδομένων:

α) Η πιστοποίηση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων για την εξυπηρέτηση καλύτερα της αγοράς, διευρύνει τις δυνατότητες επιβολής της ατομικής αξιολόγησης.

β) Η μετατροπή της επιμόρφωσης σε αξιολόγηση.

γ) Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού με βάση την κοινωνική συνεισφορά του τίθεται όπως αναλύσαμε σε νέα βάση.

Το κυριότερο όμως όλων από όσα περιγράψαμε είναι ότι τα προηγούμενα δεν βρίσκονται στο στάδιο των προθέσεων ή των διακηρύξεων, αλλά έχει προχωρήσει αρκετά η υλοποίηση τους, ώστε αυτό να αποτελεί την υλική βάση πάνω στην όποία πατάει η νέα προσπάθεια Ευθυμίου.

Οι νέες ρυθμίσεις του ΥΠΕΠΘ, όπως αποτυπώνονται στο πρόσφατο προσχέδιο νόμου έχουν ως εξής:

1) Οι Περιφερειακοί Διευθυντές Εκπαίδευσης (Π. Δ. Ε.) που συστήθηκαν με βάση το άρθρο 14, παρ. 29 του νόμου 2817/00 και λειτουργούν στην έδρα κάθε περιφέρειας της χώρας, θα έχουν «τον έλεγχο και την εποπτεία» των σχολείων, των εκπαιδευτικών δομών πάσης φύσεως και εκπαιδευτικών (πλην γ/θμιας εκπαίδευσης). Κάθε Π.Δ.Ε. περιλαμβάνει τρία τμήματα: α) Διοίκησης, β) Επιστημονικής – Παιδαγωγικής Καθοδήγησης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, γ) Επιστημονικής Παιδαγωγικής Καθοδήγησης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Βέβαια ο Περιφερειακός Διευθυντής και οι Προϊστάμενοι των τριών τμημάτων διορίζονται και παύονται από τον υπουργό.

2) Ο έλεγχος της αξιολόγησης μετατίθεται στο ΚΕΕ (Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας) και στο Π. Ι. (Παιδαγωγικό Ινστιτούτο), δυο όργανα άμεσα ελεγχόμενα από το ΥΠΕΠΘ. Αυτά τα νέα όργανα αναλαμβάνουν το «έργο της ανάπτυξης και προτυποποίησης δεικτών και κριτηρίων» αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου.

3) Εισάγεται η Θατσερικής έμπνευσης αξιολόγηση της σχολικής μονάδας, με βάση ποσοτικούς δείκτες. Ήδη ανακοινώθηκε η ίδρυση ειδικής επιτροπής αξιολόγησης εκπαιδευτικών δομών όλων των βαθμίδων στα πλαίσια του νόμου 2327, στα πλαίσια δηλαδή του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας (ΕΣΥΠ).

4) Αξιολόγηση εκπαιδευτικών:

α. Καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 8 του νόμου 2525/97 για το σώμα μόνιμων αξιολογητών (Σ.Μ.Α.) και η Επιτροπή Αξιολόγησης Σχολικών Μονάδων (Ε.Α.Σ.Μ.).

β. Προτάσσονται για αξιολόγηση οι νεοεισερχόμενοι, μέχρι την νομιμοποίηση τους και όσοι επιδιώκουν θέσεις στελέχους εκπαίδευσης.

γ. Τίθεται σε εθελοντική βάση προσωρινά η αξιολόγηση των υπολοίπων.

δ. Αξιολογούνται άμεσα όσες μεμονωμένες περιπτώσεις θεωρηθεί σκόπιμο!!!

ε. Σκόπιμα παραλείπεται προσωρινά το ποινολόγιο της αξιολόγησης, όπως και η σύνδεση της με την βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.

Τα επίπεδα αξιολόγησης είναι τα γνωστά από παλιά, Παιδαγωγική – Επιστημονική και διδακτική επάρκεια από τον Σύμβουλο, υπηρεσιακή συνέπεια, επικοινωνιακή δυνατότητα, (με Μαθητές – Καθηγητές) από τον Δ/ντή σχολικής μονάδας και τα τρία νέα: κοινωνική δραστηριότητα και συνεισφορά από Δ/ντή και Σύμβουλο, συνεισφορά για την βελτίωση των ποσοτικοποιημένων δεικτών που έχει επιβάλει στην σχολική μονάδα η επιτροπή αξιολόγησης σχολικών μονάδων και τα  bonus από τις αξιολογημένες επιμορφώσεις που έχει συμμετάσχει ο εκπαιδευτικός.

 

Απ' αυτές καθ' αυτές τις προτάσεις Ευθυμίου είναι φανερά τα ακόλουθα:

 

1) Το δήθεν αποκεντρωμένο μοντέλο δεν έχει καμία σχέση με την λαϊκή απαίτηση για αποκέντρωση, που σημαίνει μεταφορά εξουσιών προς την βάση, δηλαδή προς τον εκπαιδευτικό και τους συλλόγους διδασκόντων. Αντίθετα πρόκειται για το πιο ιεραρχοποιημένο ασφυκτικά ελεγχόμενο σύστημα από την κεντρική εξουσία. Ένα σύστημα απόλυτης εξουσίας ακόμα και στους δικούς του ανθρώπους, όπως επίσης σε κάθε μορφή εκπαίδευσης ακόμα και στην ιδιωτική.

2) «Η προτυποποίηση δεικτών και κριτηρίων» για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών που θα επιβάλλουν το ΚΕΕ και το Π. Ι., αντανακλά την πιο ακραία νεοφιλελεύθερη αντίληψη για πλήρη αντιστοίχηση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς. Μια αντίληψη που θεωρεί το σχολείο επιχείρηση και τον εκπαιδευτικό εργαζόμενο – παραγωγό, που η δουλειά του θα εκτιμηθεί από την αξία των κομματιών (μαθητών) που παράγει. Μια αξία που η αγορά επιβεβαιώνει, (δηλαδή το κατά πόσο οι απόφοιτοι απορροφούνται από την αγορά εργασίας).

Μια φασίζουσα αντίληψη που αγνοεί τις κοινωνικές, ταξικές, μορφωτικές, γλωσσικές, χωροταξικές κ.α. διαφορές των υποκειμένων, (μαθητών πάνω στους οποίους εφαρμόζονται οι ποσοτικοποιημένοι δείκτες και κριτήρια μέσω των οποίων θα αξιολογηθούν οι καθηγητές )

Το ίδιο συμβαίνει και για τα ποσοτικοποιημένα μετρήσιμα κριτήρια αξιολόγησης των σχολικών μονάδων.

Μια αντίληψη που αγνοεί δήθεν που οδήγησε η μετρήσιμη διδασκαλία το Αμερικάνικο εκπαιδευτικό σύστημα και η αξιολόγηση των σχολικών μονάδων το Αγγλικό.

3) Η διάσπαση και κατηγοριοποίηση των εκπαιδευτικών σε σχέση με την δυνατότητα αντιστάσεων τους, είναι φανερή σε όλο  το νομοσχέδιο, αφού ξεκινά την αξιολόγηση από τους νεοδιόριστους και όσους επιθυμούν (εθελοντικά) και όσοι θέλουν να γίνουν στελέχη εκπαίδευσης. Προσπαθεί να πείσει ότι τα κριτήρια αξιολόγησης της σχολικής μονάδας θα παίρνουν υπόψιν τις κοινωνικές συνθήκες έναρξης κάθε σχολείου. Αποφεύγει να μιλήσει άμεσα για ποινές ή για σύνδεση βαθμού – μισθού και δίνει μια περίοδο χάριτος σε όλους, αφού το σύστημα θα ξεκινήσει την αξιολόγηση από πάνω προς τα κάτω.

Για την ηπιότητα που δείχνει το σύστημα Ευθυμίου ως προς την αξιολόγηση των σχολικών μονάδων και ως προς αυτή των εκπαιδευτικών, σε σχέση με τα αντίστοιχα αγγλοαμερικανικά, πρέπει να συνεκτιμήσουμε:

 1ον  Την κατάρρευση αυτών των μοντέλων σε Αγγλία – Αμερική.

2ον  Την κουλτούρα της καθημερινότητας της κοινωνίας μας, που ακόμα αντέχει σε ορισμένα αντιδραστικά δυτικά πρότυπα.

3ον   Την δυναμική της ταξικής πάλης της προηγούμενης τριετίας.

4ον  Την οικονομική αδυναμία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού να διαθέσει κονδύλια για μια ουσιαστική κατηγοριοποίηση των μισθών συνδεδεμένη με αξιολογικά κριτήρια.

5ον Την αναγκαιότητα να περπατήσει στην ζωή ένα ηπιότερο σύστημα που θα επιτρέψει  στο μέλλον μια επιθετικότερη εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων μέτρων, όπως την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού από την απόδοση των μαθητών στις εξετάσεις, το κλείσιμο των σχολικών μονάδων που δεν ανταποκρίνονται στ κριτήρια της επιτροπής αξιολόγησης των σχολείων, την χρηματοδότηση των Δήμων ανά μαθητή, δηλαδή μεταφορά άμεσα του κόστους στους πολίτες μέσο των Δήμων, όπως επίσης και την μεταφορά των εκπαιδευτικών μισθών στους Δήμους. Και αυτό, γιατί και οι μνήμες του επιθεωρητισμού είναι έντονες, όπως έντονες είναι και αυτές των δημοδιδασκάλων.

6ον Η επικινδυνότητα στρατηγικά αυτού του μοντέλου πρέπει να γίνει κατανοητό ότι κρύβεται στη ηπιότητά του.

 

Σε τι εξυπηρετεί μια κοινωνία η αξιολόγηση;

 

Η αξιολόγηση αναμφίβολά δεν είναι και δεν μπορεί να γίνει μια ουδέτερη διαδικασία εντός οποιουδήποτε ταξικού – ιεραρχικού συστήματος. Εξαρτάται από το ποιος αξιολογεί, ποιόν αξιολογεί και με ποιόν ιδιαίτερο σκοπό.

Πρώτον:

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, μιλάμε για αστική αξιολόγηση σε συνθήκες εξέλιξης του καπιταλισμού (μετατεϋλοφορντικών και μετακεϋνσιανών αλλαγών). Ταυτόχρονα ο καπιταλισμός δεν είναι ο έφηβος των 2 αιώνων πριν, είναι ένα υπερώριμο σχήμα (σύστημα). που οι αλλοτριοτικές μαζικές συνθήκες ελέγχου – χειραγώγησης – υποταγής και εκμετάλλευσης της ζωντανής εργασίας, που έχει εφεύρει και εφαρμόζει στην συντριπτική λαϊκή πλειοψηφία, μόνο με τα συστήματα της ώριμης μανδραρινοκρατίας μπορούν να συγκριθούν (Φαραωνισμός, κινέζικες δυναστείες κ.τ.λ.). Είναι δε υποχρεωμένος να αναπτύξει τόσο πολύπλευρες και πολυποίκιλες ιεραρχοποιημένες εξουσιαστικές δομές, που μόνο αυτή κάθε αυτή η ιεραρχοποίηση αποτελεί λαιμητόμο για τα υποκείμενα που πάνω τους εφαρμόζεται.

Δεύτερο και κυριότερο:

Σ' αυτή την υπερώριμη αστική φάση, η επέμβαση στα προγράμματα σπουδών, στις διδακτικές μεθόδους, στην αξιολόγηση και στην αποτύπωση αξιών στην νεολαία, έχει κάνει τόσο ασφυκτική την επιβολή του αστικού κοσμοειδώλου σε αυτές τις διαδικασίες, που ή οι άνθρωποι πρέπει να αποδεχτούν βιωματικά το αστικό κοσμοείδωλο ή δεν έχουν άλλη επιλογή από την ανατροπή του.

Συγκεκριμένα. Η φορμαλιστική – τεχνοκρατική επέμβαση στα προγράμματα σπουδών 20 χρόνια τώρα, από το Δημοτικό ως το Λύκειο, με υποβάθμιση έως εξαφάνιση μαθημάτων που αναπτύσσουν την κριτική ικανότητα όπως η Γεωμετρία, η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας σαν να ήταν μια ξένη γλώσσα, η αφαίρεση από την ύλη των μαθηματικών και φυσικής του Λυκείου (και γενικότερα των μαθημάτων γενικών επιστημών) των αποδείξεων των θεωρημάτων και η εκμάθηση μόνο της χρηστικότητας τους, το σύστημα των ερωτήσεων πολλαπλών επιλογών που παράγει ηλίθιους, οι έτοιμες ερωτήσεις ανά μάθημα που παράγει το ΚΕΕ κ.τ.λ., όλα αυτά οδηγούν από την μια στην αποσάθρωση της κριτικής ικανότητας της νεολαίας και από την άλλη δεν εκπαιδεύει τους ανθρώπους να παράγουν γνώσεις, αλλά «απλές» πληροφορίες, που μπορούν όμως να δημιουργήσουν εμπορικό αποτέλεσμα (να πουληθούν). Τους μαθαίνει αυτό το μοντέλο την γρήγορη αποβολή απαξιόσιμων πληροφοριών και την γρήγορη πρόσληψη νέων.

Κυρίως τους μαθαίνει ότι τα πάντα είναι εμπορεύσιμα. Συνεπικουρούμενο το μοντέλο αυτό από την κοινωνία του θεάματος, οι νέοι μαθαίνουν πως ότι υπάρχει στον χώρο και στον χρόνο και στο ανθρώπινο, είναι εμπορεύσιμο. Τους μαθαίνει επίσης ότι τα προεπαγγελματικά προσόντα, είναι εντελώς εξατομικευμένα και κανείς δεν μπορεί να έχει ίδια προσόντα και δεξιότητες για ένα επάγγελμα, και επομένως ο καθένας έχει συμφέρον να ανταγωνίζεται τον διπλανό του, να ενισχύει την μοναδικότητα του με κάθε τρόπο, να μην διανοηθεί από εδώ και στο εξής να συλλογιστεί μαζί με άλλους ως ομάδα για να ζήσει, αλλά και να διεκδικήσει τα δικαιώματα και τις ανάγκες του.

Ταυτόχρονα αυτό το μοντέλο αποτρέπει και «αποκλείει» τις συνολικές και συλλογικές αφηγήσεις για μια καλύτερη κοινωνία, αποκλείει τα πανάρχαια ερωτήματα τι είναι ελευθερία και τι αλήθεια, κ.τ.λ.

Αναπαράγει, διαμορφώνει και δημιουργεί τις προϋποθέσεις ενός καταμερισμού εργασίας, που ενώ φαίνεται να οδηγεί σε τέσσερα διακριτά σύνολα εργαζομένων (παραγωγούς νέας γνώσης, πολυλειτουργικούς εργαζόμενους, απασχολήσιμους και συνεχώς επανακαταρτιζόμενους, οργανικά άνεργους), ταυτόχρονα μέσα σε αυτά τα σύνολα ο καθένας είναι πλήρης εξατομικευμένος σε σχέση με τα προεπαγγελματικά τους εφόδια και άρα ανταγωνιστικός με όλους.  Του αφήνουν βέβαια ανοικτές τις δυνατότητες μεταπήδησης από το ένα στρώμα στο άλλο, περισσότερο όμως ως ελπίδα.

Για να μην μείνει καμία αμφιβολία για τις δυνατότητες τους να επιβάλουν μακροχρόνια αυτό το μοντέλο, δημιουργούν «πανίσχυρους» μηχανισμούς προσαρμογής των εκπαιδευτικών δομών σε συγκεκριμένα ποσοτικοποιημένα κριτήρια και δείκτες. Παρόμοια κριτήρια και δείκτες παράγουν και για την διδασκαλία κάθε μαθήματος για να ελέγχουν (μετρήσουν) πλήρως όλες τις δυνατότητες διαφυγής από το Οργουελικό μοντέλο τους. Για να μην μείνει επίσης καμία αμφιβολία για τις υλικές συνέπειες του ελέγχου τους, οδηγούν τα σχολεία που δεν θα πιάσουν τα κριτήρια αξιολόγησής τους σε κλείσιμο (όπως Αγγλία) και τους καθηγητές που δεν λειτουργούν με τα μετρήσιμα κριτήρια τους, σε αξιολόγηση – απόρριψη, με χειραγώγηση-υποταγή, με συνεχείς περικοπές μισθού, στο τέλος μέχρι και απόλυση.

Τρίτον:

Την ίδια στιγμή που προσπαθούν να επιβάλουν αυτό το ασφυκτικό σε κάθε τομέα της καθημερινότητας (εκπαιδευτικής και όχι μόνο) κοσμοείδωλο ελέγχου και υποταγής (εκπαιδευτικών – μαθητών), το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα απογειώνει σε επίπεδο ευρύτερης κοινωνίας τις ταξικές, μορφωτικές, οικονομικές γλωσσικές, χωροταξικές (διαφορά χωριού – πόλης) κ.α. διαφορές. Αυτή η ποσοτικοποιημένη, εξειδικευμένη, λεπτομερειακή και καθημερινή αξιολογητική υποταγή, φέρνει σε τρομακτική αντίθεση την υλοποίηση αυτών των προτύπων με την πραγματικότητα των ταξικών και κοινωνικών διαφορών.

Τέταρτον:

Ο εκπαιδευτικός από την στιγμή που ακόμα δεν μπορεί να αντικατασταθεί στην εκπαιδευτική διαδικασία, δέχεται με μεγάλη ένταση τις παραπάνω αντιφάσεις. Γιατί η ενσωμάτωση του στο αστικό φαντασιακό της νέας φάσης είναι και θα παραμείνει μικρή, ενώ είναι μάρτυρας της κοινωνικής ταξικής πραγματικότητας που αυτό δημιουργεί και αναπαράγει, ταυτόχρονα όμως ο ίδιος είναι βασικός φορέας της υλοποίησης του. Δέχεται μια διπλή και πολλή μεγάλη πίεση.

Συγκρούεται με την συνείδηση και το δικό του φαντασιακό που δεν συμπίπτει με το Οργουελικό αστικό φαντασιακό και ταυτόχρονα με την πραγματικότητα των στεναγμών που δημιουργεί η διαδικασία της επιβολής του στην λαϊκή πλειοψηφία υπό το βάρος των ταξικών και κοινωνικών διαφορών.

Είναι σαφές πως στα ερωτήματα που θέσαμε στο ποιος αξιολογεί, πώς και ποιόν αξιολογεί και με τι γενικό και ειδικό συμφέρον, οι απαντήσεις μας αφορούν και ερμηνεύουν την προσπάθεια μίας μικρής μειοψηφίας (των αστών) και μια δομή της καπιταλιστικής δομής, να επιβάλει νέες μεθόδους ελέγχου, χειραγώγησης και υποταγής.

Μεθόδους που ότι συνέβαινε στο παρελθόν, που το παρελθόν ωχριά μπροστά τους και που το γενικό και ειδικό συμφέρον από την επιβολή τους, συνίσταται στην δημιουργία ενός νέου τύπου ανθρώπου, που να αποδέχεται βιωματικά (θεληματικά) την θέση που του επιβάλλεται μέσα στην κοινωνία. Δηλαδή να αποδέχεται την απόλυτη κοινωνική του διακριτότητα και τον ανταγωνισμό του με όλους τους άλλους, σαν κάτι φυσικό και αιώνιο και την παραίτηση του από κάθε αντίσταση ενάντια στους πραγματικά υπευθύνους της κατάστασής του. Να αποδέχεται βιωματικά και αυτονόητα να του κλέβουν το προϊόν της εργασίας του και να μην αμφισβητεί την υποταγή του, όπως οι δούλοι που δεν ήθελαν την ελευθερία τους.

-Είναι δυνατόν να διαφύγει ο εκπαιδευτικός από αυτή την αξιολόγηση και από κάθε ιεραρχική και άρα καπιταλιστική αξιολόγηση;

-Είναι δυνατόν να παράγει άλλο αποτέλεσμα από τους στόχους που του επιβάλλουν να υλοποιήσει;

Είναι γνωστό πώς το εκπαιδευτικό έργο είναι μη μετρήσιμο. Το παιδαγωγικό μορφωτικό, ακόμα και το ειδικό επιστημονικό αποτέλεσμα της δράσης του εκπαιδευτικού πάνω στην νεολαία εκδηλώνεται πάντα μακροπρόθεσμα. Ακόμα και να θέλαμε να το μετρήσουμε αυτό μακροπρόθεσμα, δεν γίνεται γιατί αν μη τι άλλο σε μακροχρόνιο επίπεδο επεμβαίνουν στην ανθρώπινη ύπαρξη άπειροι και πολλές φορές απρόβλεπτοι παράγοντες.

Είναι επίσης σαφές, ότι δεν υπάρχουν απόλυτοι κανόνες παιδαγωγικής και συμπεριφορών. Χιλιάδες προσπάθειες των αστικών ιδεολογιών και των παιδαγωγικών ερευνητικών σχολών τους, οδηγήθηκαν πάντα στο ίδιο αποτέλεσμα. «Δεν υπάρχουν παιδαγωγικοί κανόνες και συμπεριφορές που να προάγουν από μόνες τους και  αποδεδειγμένα το μορφωτικό αγαθό».

Γιατί η παιδαγωγική σχέση μαθητή – καθηγητή, εκπαιδευτικού – εκπαιδευόμενου, εσωκλείει τους βαθύτερους προσδιορισμούς και ανάγκες της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι μεγάλοι παιδαγωγοί δεν γεννήθηκαν με εκπαιδευτικές διαδικασίες. Δημιουργήθηκαν στην καθημερινότητα από εκείνα τα  πρόσωπα, που είχαν το «χάρισμα» να ενσωματώνουν μέσα τους τις βαθύτερες συλλογικές, σε συνθήκες ισοτιμίας, ανθρώπινες προσδοκίες.

Αυτό είναι το ισχυρό σημείο των εκπαιδευτικών και ιδίως αυτών που αντιστέκονται από την πλευρά των καταπιεσμένων στην βαρβαρότητα του καπιταλισμού, γιατί αυτοί κατά τεκμήριο διαθέτουν το παιδαγωγικό χάρισμα.

Ενώ λοιπό, ακριβώς γιατί το εκπαιδευτικό έργο δεν είναι μετρήσιμο και η παιδαγωγική δεν έχει κανόνες, οι εκπαιδευτικοί ως στρώμα συλλογικό έπρεπε να τύχουν της μέγιστης ελευθερίας να συνδιαλέγονται, να παράγουν δηλαδή συλλογικά επιμόρφωση και να παρακολουθούν με συλλογικό τρόπο τις κοινωνικές αλλαγές.

Λόγω όμως των απελευθερωτικών δυνατοτήτων ενός τέτοιου δρόμου, οι εκπαιδευτικοί είναι εκείνη η συλλογικότητα, που ουδέποτε είχε δυνατότητα και ελευθερία να καθορίζει το είδος, την ποιότητα και τις συλλογικές διαδικασίες αυτομόρφωσής της.

Αντίθετα με άλλα στρώματα, που λόγω του φορμαλιστικού χαρακτήρα του έργου τους, της μετρησιμότητας του δηλαδή, είχαν πάντα την δυνατότητα του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού για την διεύρυνση του γνωστικού τους πεδίου: μηχανικοί, γιατροί, δικηγόροι αυτοορίζουν τις επιμορφωτικές ανάγκες τους, όχι όμως και οι εκπαιδευτικοί.

Στο ερώτημα λοιπόν, αν ο εκπαιδευτικός μπορεί να "δημιουργήσει" άλλο παιδαγωγικό αποτέλεσμα από αυτό που προσπαθούν να επιβάλουν οι κρατούντες, η απάντηση είναι θετική και θα ισχύει πάντα ανεξαρτήτως του είδους και της μορφής της εξουσίας.

Οι σημερινές εκπαιδευτικές αλλαγές όμως, γίνονται στην βάση της γνώσης των κρατούντων, σε σχέση με αυτό το δεδομένο. Γι' αυτό προσπαθούν, όσο μπορούν, με την μέτρηση και την ποσοτικοποίηση, όπως περιγράφτηκε σε αυτό το κείμενο, να περιορίσουν και να εξαλείψουν αυτό το πλεονέκτημα των εκπαιδευτικών.

Είναι σίγουρο, πώς ο εκπαιδευτικός ως πρόσωπο και υπό το βάρος των συνολικών εκπαιδευτικών αλλαγών, όσο συγκροτημένος και να είναι και όσο αποφασιστικά ταξικά τοποθετημένος με τους εκμεταλλευόμενους και αν είναι, δεν μπορεί να αντέξει και να παλέψει μόνος του μέσα στο νέο μοντέλο, δημιουργώντας διακριτά αποτελέσματα.

Μόνο ένα κίνημα παιδείας, ένα κίνημα πολιτισμού της καθημερινότητας για την παιδεία, ένα κίνημα που θα υποβάλει σε ριζική κριτική τον φορμαλισμό των προγραμμάτων σπουδών, την κατάργηση-μετάλλαξη των μαθημάτων κριτικής ικανότητας, την νέα διδακτική και τα καταστροφικά test πολλαπλής επιλογής, την πεποίθηση της απόλυτα εξατομικευμένης εκπαίδευσης, που μεταβάλλει τον άνθρωπο σε συλλέκτη πληροφοριών κ.τ.λ., μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες απονομιμοποίησης της αξιολόγησης-χειραγώγησης, την ίδια στιγμή που δημιουργεί προϋποθέσεις γενικότερων αλλαγών στην εκπαίδευση.

Η αντιμετώπιση λοιπόν της αξιολόγησης-χειραγώγησης, δεν μπορεί να γίνει μόνο δια της άρνησής της, πρέπει να γίνεται ταυτόχρονα με μια ριζική κριτική στα προγράμματα σπουδών και στους στόχους τους, στη νέα διδακτική και στο περιεχόμενο, γιατί μόνο τότε οι λόγοι της άρνησης της αξιολόγησης γίνονται πιστευτοί κοινωνικά (σε μαθητές -καθηγητές-εργαζομένους).

 

Γίνεται αξιολόγηση σήμερα ;

 

Κοινωνία σημαίνει αξιολόγηση. Αξιολόγηση που προκαλεί συγκρούσεις τάξεων εναντίον άλλων τάξεων, ιδεολογικών ρευμάτων εναντίων άλλων, παντοτινών κοινωνικών αντιθέσεων (άντρας-γυναίκα, ατομικό-συλλογικό, φύση-κοινωνία), μεσοχρονικών αντιθέσεων, όπως κυρίαρχης τάξης-υποτελών τάξεων (δούλοι-δουλοκτήτες, φεουδάρχες-δουλοπάροικοι, αυτοί-προλετάριοι κ.τ.λ.) και τρεχουσών αντιθέσεων. Η αξιολόγηση επομένως είναι σύμφυτη με την πραγματικότητα, είναι η ίδια η πραγματικότητα.

Όταν αρνούμαστε λοιπόν την δομημένη ιεραρχικά αξιολόγηση στην εκπαίδευση και χθες και σήμερα και αύριο, δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε κάθε αξιολόγηση. Πρώτα-πρώτα αυτό είναι στρουθοκαμηλισμός. Γιατί τι άλλο είναι να αρνείσαι ότι είναι καθημερινά μπροστά σου.

Σήμερα στην εκπαίδευση γίνεται αξιολόγηση με άμεσες επιδράσεις και αποτελέσματα ορατά (π.χ. δυσμενείς μεταθέσεις εκπαιδευτικών κατά απαίτηση μαθητών-γονέων κ.τ.λ. ). Διεξάγεται εκπαιδευτική αξιολόγηση από μαθητές, γονείς, διάφορους κοινωνικούς φορείς, την λεγόμενη κοινή γνώμη κ.τ.λ. ). Όμως αυτή η αξιολόγηση δεν είναι ουδέτερη, έξω από τα κοινωνικά πρότυπα και συμπεριφορές, έξω από τις προτυπικές επιβολές της κοινωνίας του θεάματος, έξω από την κυρίαρχη αντίληψη της εμπορευματοποίησης των πάντων, του εξατομικευμένου και φοβισμένου ανθρώπου.

Επομένως αυτή η αξιολόγηση, όχι μόνο δεν είναι ουδέτερη, αλλά στην πραγματικότητα η ποιότητά της εκφράζει στη συγκυρία τον συσχετισμό δύναμης, των δυνάμεων που επιδιώκουν την εκμετάλλευση και την υποταγή με τις δυνάμεις που τα αντιστρατεύονται. Στις σημερινές συνθήκες με δεδομένο τον αρνητικό συσχετισμό δύναμης για τις λαϊκές δυνάμεις, η μεν ιεραρχικά δομημένη συστημική αξιολόγηση είναι αποβλητέα, η δε κοινωνική αξιολόγηση θέλει αντιμετώπιση.

Την πρώτη μπορεί να την παλέψει το εκπαιδευτικό κίνημα, ώστε να μην εφαρμοστεί, όπως κάνει δυο 10ετίες τώρα, την δεύτερη όμως όχι μόνο δεν μπορεί να την αγνοήσει, αλλά αν το κάνει μπορεί να έχει ως συνέπεια να ηττηθεί και στην πρώτη. Και για αυτό επίσης τον λόγο, η αντίληψή μας, όπως σε αυτό το κείμενο αναλύεται, περιέχει ως στοχοθεσία μια ριζική κριτική στους στόχους των προγραμμάτων σπουδών, την νέα διδακτική και την προσπάθεια που καταβάλουν μέσω αυτών, να αποσαθρώσουν την κριτική ικανότητα της νεολαίας  κ.τ.λ.

Για να μεταβάλουμε την συντηρητική κοινωνική αξιολόγηση που γίνεται ενάντια στην εκπαίδευση, σε μια κοινωνική εκπαιδευτική αξιολόγηση που επιβάλει μια εκπαιδευτική και μορφωτική διαδικασία προς το συμφέρον των υποτελών τάξεων, χρειαζόμαστε ένα νέο κίνημα πολιτισμού, που υποβάλει σε ριζική κριτική τις προδιαγραφές του νέου εκπαιδευτικού μοντέλου.

Το σύνθημά μας λοιπόν δεν μπορεί να είναι: «Στην αξιολόγηση της απόρριψης, αντιτάσσουμε την απόρριψη της αξιολόγησης». Γιατί αυτό απαντά με την άρνηση και σωστά στην δομημένη αξιολόγηση-χειραγώγηση των εκμεταλλευτικών και καταπιεστικών δυνάμεων, αλλά δεν απαντά στην ευρύτερη κοινωνική αξιολόγηση που γίνεται στην μορφωτική-εκπαιδευτική διαδικασία.

Χρειάζεται λοιπόν ένα σύνολο πρακτικών και θεωρητικών δράσεων κάτω από το σύνθημα: «όχι στην αξιολόγηση, ναι στην βελτίωση του εκπαιδευτικού έργο», όπου το δεύτερο σκέλος του συνθήματος θα σημαίνει μια βελτίωση των μορφωτικών διαδικασιών, όπως την εννοεί μια εκπαιδευτική θεώρηση, που προτάσσει το συμφέρον των υποτελών στρωμάτων και τάξεων.

(Σημείωση Παναγ. Μπούρδαλα: Πρόκειται δηλαδή για πολλαπλή και δυναμική αλληλεπίδραση όλων των υποκειμένων του χώρου της εκπαίδευσης).

Αυτό σημαίνει, ανάμεσα σε πολλά:

α) Την ενεργητική δράση του συλλόγου των διδασκόντων σε θέματα όπως συστηματικές απουσίες εκπαιδευτικών από τα μαθήματα, ακραίες συμπεριφορές από μέρους των, εμπορίας μορφωτικού αγαθού (φροντιστήρια στους μαθητές τους κ.τ.λ. ). β) την ανάπτυξη σχέσεων των συλλόγων διδασκόντων (συνεργασία όλων των συλλόγων διδασκόντων μιας περιοχής) με τις τοπικές κοινωνίες, από τη σκοπιά μιας έμπρακτης απόδειξης ενδιαφέροντος του εκπαιδευτικού κινήματος για το μορφωτικό αγαθό. Άρα κάθε σχολείο ή ομάδα σχολείων απαιτείται να έχει μορφωτική παρέμβαση στον περίγυρό του.

γ) Είναι αναγκαία επίσης η ανάπτυξη δραστηριοτήτων ανά περιοχή γενικά στην κουλτούρα των μαθητών ή και ανά ειδικότητα π.χ. στο επίπεδο μιας περιοχής που συγκεντρώνει σχετική εννιαιότητα μαθητικής δυσκολίας στα μαθηματικά, φυσική, γλώσσα κ.τ.λ., μπορεί να επιλεγούν ειδικές πρακτικές και συλλογικές δράσεις των εκπαιδευτικών ανά ειδικότητα.

Μια τέτοια δράση, όσο θα παίρνει γενικευμένα χαρακτηριστικά θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας πραγματικής μάχης πάνω στο θέμα της «επιμόρφωσης». Μιας μάχης που το εκπαιδευτικό κίνημα θα διεκδικήσει τον έλεγχο κάθε επιμορφωτικής διαδικασίας. Έναν έλεγχο στις ανάγκες, στο περιεχόμενο και στον τρόπο διεξαγωγής κάθε επιμορφωτικής διαδικασίας. Έναν έλεγχο που θα σπάσει τον φαύλο κύκλο, που θέλει τον εκπαιδευτικό μαθητή του συστήματος και όχι της κοινωνίας.

Μια τέτοια συλλογική-συνεργατική δράση των εκπαιδευτικών και του εκπαιδευτικού κινήματος για την βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου, θα πρέπει βαθιά να κατανοεί, να περιφρουρεί και να πείθει την κοινωνία για την «απόλυτη» ελευθερία, που είναι αναγκαίο να χαίρει ο εκπαιδευτικός, όσο αφορά το ουσιαστικό του έργο μέσα στην τάξη. Η παιδαγωγική ικανότητα και η διδακτική δεινότητα δεν έχουν μέτρο και σε αυτό το ζήτημα καμία παραχώρηση ο εκπαιδευτικός και το εκπαιδευτικό κίνημα δεν μπορεί να κάνει. Γιατί η όποια παραχώρηση είναι στην ουσία ενάντια στην «ισόρροπη» ανάπτυξη της κοινωνίας.

Πρέπει να γίνει δηλαδή κατανοητό κοινωνικά, ότι ακόμα και η αρνητικότητα ενός εκπαιδευτικού σ' αυτά τα ζητήματα (παιδαγωγική-διδακτική) αποτελούν για τον μαθητή μέσο σύγκρισης και άρα μέτρο εμβάθυνσης της προσωπικότητας και των δυνατοτήτων του. Μ' άλλα λόγια σε τέτοιας έκτασης κοινωνικούς θεσμούς, όπως είναι τα εκπαιδευτικά συστήματα και κυρίως σε τέτοιους θεσμούς που οι επιδράσεις τους στους ανθρώπους δεν μπορούν να μετρηθούν άμεσα όχι μόνο δεν μπορεί, αλλά δεν πρέπει οι εκπαιδευτικοί να είναι αντίγραφα του ίδιου μοντέλου.                                     

Οι σημερινές εκπαιδευτικές αλλαγές στο σύνολό τους στοχεύουν ακριβώς να δημιουργήσουν εκτός των άλλων ένα εκπαιδευτικό υποκείμενο, ραμμένο με το ίδιο πατρόν. Είναι αυτό ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα όχι του εκπαιδευτικού, αλλά της κοινωνίας μας. Μίας κοινωνίας που πρέπει να αποφασίσει και εξ' αυτού του θέματος αν θέλει να πορευτεί προς το "θάνατο" ή τη ζωή. Γιατί η ομοιομορφία είναι πηγή θανάτου και όχι ζωής.

 

Αξιολόγηση και γνώση.

 

Η κεντρική σημασία που δίνουμε στο θέμα της γνώσης είναι φανερή σ' ολόκληρο το κείμενο. Όμως μέχρι τώρα το κύριο βάρος δόθηκε στην κριτική της φορμαλιστικής κατεύθυνσης των προγραμμάτων σπουδών. Ιδιαίτερα στην κριτική της προσαρμογής των προγραμμάτων σπουδών σε καταρτίσεις που εξυπηρετούν άμεσα και με ένα τρέχον τρόπο τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Κριτικάραμε επίσης τα προγράμματα σπουδών στον βαθμό που αποψιλώνονται από μαθήματα που αποδεδειγμένα αναπτύσσουν την κριτική ικανότητα της νεολαίας, όπως επίσης και τα νέα συστήματα διδακτικής και αξιολόγησης ( test πολλαπλής επιλογής κ.τ.λ.).

Όμως το θέμα της γνώσης στην εποχή μας έχει ανοίξει σ' ένα βαθύτερο επίπεδο, που αφορά αυτό καθεαυτό το περιεχόμενό της. Και πως μπορούσε να είναι διαφορετικά, όταν αυτή η γνώση στην υλοποιημένη μορφή της (εφαρμογή της σ' όλους τους τομείς της ζωής), έχει οδηγήσει σε αμφισβήτηση υπαρξιακή, εμάς και τον πλανήτη μας.

Με το τέλος της β΄ βιομηχανικής επανάστασης, ο καπιταλισμός κατάφερε να ελέγξει πλήρως την γνώση. Κατάφερε να υποκλέψει το σύνολο της παραγωγικής γνώσης που ήταν στα χέρια των εργατών – παραγωγών και να την μετατρέψει σε νεκρή εργασία. Αποθησαύρισε αυτή την γνώση και μετέφερε την διαδικασία επεξεργασίας της έξω από τον χώρο της παραγωγής. Έτσι μορφοποίησε την υλοποιημένη μορφή της (μηχάνημα) κατ' εικόνα και κατ' ομοίωση των αξιακών προτύπων του. Ιδιαίτερα με το τέλος της β΄ βιομηχανικής επανάστασης, δεν μπορούμε να μιλάμε πια για γνώση γενικά, αλλά για καπιταλιστική γνώση. Μια γνώση δηλαδή που εγγράφει στο εσωτερικό της τις ίδιες τις αστικές αξίες, τις ίδιες τις παραγωγικές δυνάμεις και παραγωγικές σχέσεις.

Το περιεχόμενο λοιπόν των προγραμμάτων σπουδών σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες φιλτράρεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να περιέχει μόνο γνώσεις που αξιώνουν και αναπαράγουν το αστικό αξιακό πρότυπο και φαντασιακό. Επομένως ο εκπαιδευτικός, πρέπει να αναπαράγει γνώσεις που εμφανώς σε πολλά σημεία είναι αντιανθρώπινες. Στο βαθμό που αυτό θα γίνεται βαθιά και πλατιά αντιληπτό, η σύγκρουση θα αναπτύσσεται και η αξιολόγηση καλείται να παίξει τον ρόλο του Προκρούστη.

Είναι αδήριτη αναγκαιότητα ένα νέο ρεύμα πολιτισμού να υποβάλλει σε ριζική κριτική τα προγράμματα σπουδών, ως προς το περιεχόμενο της γνώσης σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες. Είναι ανάγκη το κίνημα αυτό να απαιτήσει και να επιβάλει ριζική αλλαγή των προγραμμάτων σπουδών, πρώτα-πρώτα σε αντιφορμαλιστική κατεύθυνση.

Αλλαγή των προγραμμάτων σπουδών στην β/βάθμια εκπαίδευση, έτσι ώστε να περιέχουν αφετηριακές γνώσεις από όλα τα πεδία που το ανθρώπινο πνεύμα προσδιορίστηκε. «Ρατσιστική» αντιμετώπιση της ποσοτικής γνώσης, υπέρ μιας γνώσης που αναπτύσσει την κριτική ικανότητα. Εκτεταμένα αντισταθμιστικά προγράμματα στήριξης εκείνων των κομματιών της νεολαίας, που μειονεκτούν κοινωνικά και μορφωτικά.

Αλλαγή των προγραμμάτων σπουδών στην γ/βάθμια εκπαίδευση, όχι μόνο προς την κατεύθυνση του ενός πτυχίου ανά επιστημονικό κλάδο, αλλά και εισαγωγή βασικών γνώσεων από όλους τους κλάδους, σε κάθε κλάδο. Εισαγωγή τουλάχιστον σε πανεπιστημιακό επίπεδο σε όλα τα επιστημονικά πεδία γνώσεων διαφορετικών ρευμάτων πολιτισμού από τον δυτικό πολιτισμό, και όχι μόνο.

Δεν μπορούν π.χ. οι επιστήμες της αγωγής να αφορούν τον νηπιαγωγό, τον δάσκαλο και όσους εργάζονται στην β/βάθμια εκπαίδευση, αλλά όχι και τον γιατρό, τον νομικό, τον μηχανικό κ.τ.λ., όπως δεν μπορεί η ιατρική να μην αφορά τον εκπαιδευτικό, τον μηχανικό κ.τ.λ.

Είναι τραγικό οι μισοί έλληνες να τρέχουν στον βελονιστή, τον ομοιοπαθητικό, και στην πρακτική ιατρική, αλλά αυτά τα πεδία να μην υπάρχουν ούτε καν στις ιατρικές σχολές.

Θέλουν έναν επιστήμονα μηχάνημα. Έναν μηχανικό  π.χ. που να μην γνωρίζει στοιχεία ιατρικής και παιδαγωγικής, ώστε να μπορεί να κρίνει τις συνέπειες των ερευνών του.

Είναι φανερό πως ένα τέτοιο κίνημα γενικευμένης κριτικής των βαθύτερων αστικών προθέσεων σε σχέση με την παιδεία – εκπαίδευση στο βαθμό, που θα έχει στοιχειώδη αποτελέσματα, θα επιφέρει πλήγματα στην ιεραρχική – ατομικιστική γνώση (δηλαδή την καπιταλιστική), υπέρ μιας γνώσης με στοιχεία αντιϊεραρχικά – συλλογικά και συνεργατικά.

Θα απορροφηθούν (ξεπεραστούν) έτσι αιτήματα για επιπλέον έτος παιδαγωγικής επάρκειας, αφού η παιδαγωγική και η φιλοσοφία είναι σε όλα τα επιστημονικά πεδία αναγκαία. Θα ξανατεθεί επιτέλους το ερώτημα επί της ουσίας και εφ' όλης της ύλης. Ποια γνώση και για ποιόν;

Και ίσως σιγά-σιγά, ανοίξει το πραγματικό κατά την γνώμη μας ερώτημα, που συνίσταται στο «όχι μόνο ποιες παραγωγικές σχέσεις θα αντικαταστήσουν τις καπιταλιστικές, αλλά και ποιες παραγωγικές δυνάμεις θα αντικαταστήσουν τις καπιταλιστικές που σήμερα κυριαρχούν».

Όπως το νέο αξιολογικό αστικό μοντέλο δεν διαχωρίζει την πιστοποίηση (αξιολόγηση) εκπαιδευτικών δομών, την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου, την δια βίου ατομική αξιολόγηση (εκπαιδευτικών – μαθητών), έτσι και το εκπαιδευτικό – λαϊκό κίνημα δεν μπορεί να διαχωρίσει την αξιολόγηση – κριτική του εκπαιδευτικού συστήματος, των προγραμμάτων σπουδών του, την νέα διδακτική του, την αγοραία προσασμοστικότητά του.

Μια κριτική όμως, που για να έχει αποτελέσματα, πρέπει να συνοδεύεται με πρακτικές βελτιώσεις του εκπαιδευτικού έργου σε ένα περιεχόμενο και μια κατεύθυνση αντικαπιταλιστική. Γιατί ο καπιταλισμός, όπως και το λαϊκό κίνημα, διεκδικούν τον ίδιο κόσμο, ο καθένας κάτω από το δικό του φαντασιακό.  

                                                       

Πάτρα, Φθινόπωρο του 2000.

 

Η βάση του 10 Ι

Η βάση του 10 ως νέος μοχλός για ξεκαθάρισμα εκπαιδευτικών και πολιτικών λογαριασμών

 

Του Παναγ. Α. Μπούρδαλα*

 

1. Εισαγωγή.

Έχει χυθεί πολύ μελάνι κυρίως τη φετινή καλοκαιρινή περίοδο (Σ. Σ. Καλοκαίρι 2006) για το θέμα. Όπως έγινε και την προηγούμενη περίοδο ενάντια στους «αιώνιους φοιτητές» και πριν λίγα χρόνια ενάντια στην «επετηρίδα» των εκπαιδευτικών.

Τότε για μια δεκαετία οι «πληρωμένοι κονδυλοφόροι» κάνοντας παρέα με πολλούς πολιτικά αφελείς και στηριζόμενοι από μικροϋπολογισμούς ενός στρατεύματος πτυχιούχων ΑΕΙ που προέρχονταν από ένα κατά τεκμήριο άνευρο φοιτητικό κίνημα, «χτύπησαν» ιδεολογικά την «επετηρίδα πρόσληψης». Όχι ότι η επετηρίδα  δεν είχε αντιφάσεις και προβλήματα. Όλα τα «τσόφλια» αυτής της ζωής τα έχουν. Αλλά χρειάζονται για να προφυλάγουν τους καρπούς από την «κακοκαιρία» άγριων πολιτικών. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Επετηρίδα Ασεπιτών, 16άμηνου, τριαντάμηνου, αναπληρωτών, πολυτεκνίας και δεν συμμαζεύεται, για κάθε κλάδο και ειδικότητα.   Και το κυριότερο είναι ακόμα ο μεταξύ αυτών των ανέργων συντεχνιακός πόλεμος χαρακωμάτων. Και αν καταργηθούν οι πολλές επετηρίδες και πάμε στην «προφορική συνέντευξη» θα λυθεί το πρόβλημα της εργασίας τους; Όχι βέβαια.

Ο στόχος ήταν άλλος: Να «αξιολογήσουμε τα αξιολογημένα πτυχία σε μια και μόνη εξέταση» και να φτιάξουμε το ιδεολόγημα των «καλύτερων». Οι «καλύτεροι» είναι πάντα ο «δούρειος ίππος» για τη γνώση και την εργασία, σε μια κοινωνία του ανταγωνισμού, που πάει να επιβληθεί ως το όραμα της Νέας τάξης?

Τα ίδια γράφτηκαν για το «πρόβλημα των αιώνιων φοιτητών».  Ένα νέο μηχανιστικό όχημα, που είχε απορριφθεί από το φοιτητικό κίνημα του 1979, επανήλθε για την ιδεολογία της «αξιολόγησης των πανεπιστημιακών τμημάτων και τις πιστωτικές μονάδες των φοιτητών» ως ένας βασικός δείκτης. Ένας δείκτης που μετράει το μέσο όρο φοίτησης για το πτυχίο.

 Οι έρευνες λένε όμως ότι οι «αιώνιοι» δεν μπαίνουν στο λογαριασμό, αφού δεν παίρνουν πτυχίο. Άλλος είναι ο σχεδόν ανομολόγητος στόχος. Τον απέδειξε ο πρώτος και νικηφόρος γύρος ενός πρωτόγνωρου για μας φοιτητικού κινήματος. Η είσοδος της κυριαρχίας αγοράς και των επιχειρήσεων στο χώρο της όλης εκπαίδευσης και η ατέρμονη εντατικοποίηση των φοιτητών στην ειδίκευση για να μη προλαβαίνουν να σκέπτονται ούτε για δικό τους μέλλον.

Γι? αυτό και η αλλαγή του άρθρου 16 του συντάγματος. Διάβασε κανείς τις υπόλοιπες αλλαγές, πέρα από τη μη κρατικά πανεπιστήμια, που προτείνει[i]  η Νέα Διακυβέρνηση; Μάλλον  κάνει «σουρωτήρι» την υποχρέωση της Πολιτείας για δωρεάν δημόσια εκπαίδευση; Μα επί τέλους, όλα τα της παιδείας στα θα γίνουν ΣΔΙΤ[ii];

  2. Πρώτες απαντήσεις σε «απλοϊκά» επιχειρήματα υπέρ της βάσης του δέκα.

Γράφει  αξιοπρεπής, κατά τα άλλα,  πασίγνωστος δημοσιογράφος  για το νέο δούρειο ίππο, τη λεγόμενη «βάση του δέκα»: «…Tο ένα είναι η αποτυχία του 40% των υποψηφίων να συγκεντρώσουν μέση βαθμολογία βάσης = 10! H διαπίστωση αυτή μπορεί να σημαίνει, επίσης, δύο πράγματα διαφορετικά και ταυτόχρονα ταυτόσημα. Ως υποψήφιοι για την τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν έχουν τις αναγκαίες γνώσεις για να παρακολουθήσουν τα μαθήματά της. Αλλά και ως απόφοιτοι της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, λογικά δεν διαθέτουν αξιόπιστο πτυχίο αποφοίτησης»[iii].

Ένας άλλος  αξιοπρεπής κατά τα άλλα πρώην σχολ. Σύμβουλος φιλολόγων  συμπληρώνει: « ?Βέβαια το πρόβλημα της αξιολόγησης για την επιλογή των καλύτερων είναι σύνθετο, αλλά οπωσδήποτε σε ένα θεσμό εισαγωγικών εξετάσεων κατ' ανάγκην χρησιμοποιούνται αντικειμενικά δεδομένα, όπως είναι οι βαθμοί, για να μπορούν να γίνουν συγκρίσεις. Επομένως δεν μπορούμε να μη λάβουμε υπόψη τις «βάσεις» εκείνες της βαθμολογίας, που κατά τεκμήριο, το κατώτατο όριο, που επιτρέπει στους υποψήφιους να παρακολουθήσουν πανεπιστημιακές σπουδές. Αν αρνηθούμε τη «λογική των βάσεων», θα πρέπει  να καταργήσουμε τις εισαγωγικές εξετάσεις. Τότε όμως οι απόφοιτοι της Μ.Ε. να μπορούν να γράφονται σε ένα προπαρασκευαστικό έτος σπουδών των ΑΕΙ, όπου όμως από τη διδασκαλία ορισμένων μαθημάτων επιβάλλονται αυστηρότατες εξετάσεις επιλογής»[iv].

Ποιες αλήθειες φανερώνουν και ποιες αλήθειες, αλήθεια, κρύβουν – για μένα τον καχύποπτο εκπαιδευτικό και γονέα, συνειδητά ή ασυνείδητα, αδιάφορο – οι δύο δημοσιογραφούντες; Ας τα  παρατηρήσουμε με μια σχετικά λεπτομερή προσπάθεια:

1). «Η αποτυχία του 40% να συγκεντρώσει τη βάση του δέκα». Κατ? αρχήν να διορθώσουμε το ποσοστό. Είναι 41,70 %. «Από τα στοιχεία φαίνεται ότι ο αριθμός όσων υποψηφίων βαθμολογήθηκαν κάτω του 10 σε όλες τις κατευθύνσεις είναι φέτος 38.982 σε σύνολο 93.423 εξετασθέντων (ποσοστό 41,70%) έναντι 38.942 σε σύνολο 89.318 (ποσοστό 43,66%) του 2005»[v].

Δηλαδή είχαμε μια μείωση της αποτυχίας σχεδόν 2%. Το ποσοστό αυτό είναι στατιστικά,  γι' αυτού του είδους τις εξετάσεις, σχεδόν χωρίς καμιά ιδιαίτερη αξία. Παρόμοια ποσοστά έχομε τα τελευταία χρόνια. Άγνοια επομένως της Κυβέρνησης δεν υπήρχε. Μόνο σκοπιμότητα. Το αποτέλεσμα το είδαμε.

2). «?Ως υποψήφιοι για την τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν έχουν τις αναγκαίες γνώσεις για να παρακολουθήσουν τα μαθήματά της…».  Ο ισχυρισμός αυτός έχει μια «βάση», αλλά είναι στην καλύτερη περίπτωση απλοϊκός. Διότι εκ του αποτελέσματος αποδείχθηκε ότι   «Συνολικά, στα TEI έμειναν 17.245 κενές θέσεις, εκ των οποίων οι 14.365 «ανήκουν» στους υποψηφίους των ενιαίων λυκείων και οι υπόλοιπες 2.880 στους «δικαιούχους» των TEE?Χθες, το υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε τις βάσεις εισαγωγής στα AEI και TEI και συνολικά 18.768 θέσεις έμειναν κενές από υποψηφίους που δεν πέρασαν τη βάση. Μεταξύ αυτών, οι 15.361 ήταν υποψήφιοι από τα ημερήσια ενιαία λύκεια – όπου και ο μεγάλος όγκος των μαθητών -, οι οποίοι άφησαν κενές 1.394 θέσεις σε ξενόγλωσσα πανεπιστημιακά τμήματα και Ακαδημίες του Εμπορικού Ναυτικού, καθώς και 13.967 θέσεις στα TEI»[vi].

Επομένως σε όλα σχεδόν τα ΑΕΙ οι θέσεις καλύφτηκαν και πάλι με φοιτητές που έγραψαν πάνω από τη βάση. Προς τι ο θρήνος και ο σπαραγμός για τους μελλοντικούς επιστήμονες; Οι κενές θέσεις λοιπόν έμειναν στα ΑΤΕΙ, που είναι κυρίως τμήματα εφαρμογής και υψηλής κατάρτισης και στα ξενόγλωσσα ΑΕΙ. Οι απόφοιτοι αυτοί επομένως κατευθύνονται κυρίως στην χαμηλή κατάρτιση των κυρίως ιδιωτικών ΙΕΚ ή θα  δώσουν εκ νέου εξετάσεις. Αυτό λοιπόν είναι προτιμότερο;

Αποκρύβεται όμως ότι εισάχθηκαν  χιλιάδες  φοιτητές με βάση κάτω των 10.000 μορίων με μικρότερη αυτή των 8.500, ενώ έμειναν από έξω περίπου τελείως άδικα 10.000 υποψήφιοι με περισσότερα μόρια απ?  αυτούς (λείπουν τα πλήρη ακριβή στοιχεία). Μια πρόβλεψη και η εξήγηση γι? αυτό το «παράδοξο»  είχε δημοσιευτεί στις 17-07-2006 από τον μαθηματικό κ. Εμμ. Αμαριαννάκη[vii]

3). «…Αλλά και ως απόφοιτοι της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, λογικά δεν διαθέτουν αξιόπιστο πτυχίο αποφοίτησης?». Με αυτή την έκφραση διαφαίνεται  το λογικό υπόβαθρο του άρθρου αγνοεί ότι:

– στο απολυτήριο (που είναι μια άλλη βάση του δέκα) συμμετέχουν πλέον ισότιμα οι προφορικοί βαθμοί, οι οποίοι, καλώς από παιδαγωγική και μορφωτική πλευρά, εκφράζουν μια διαρκή, ετήσια  και σύνθετη ικανότητα για τις βασικές γνώσεις των μαθημάτων.

– συμμετέχουν και οι γραπτοί βαθμοί των έξη ή επτά πανελλαδικώς εξεταζόμενων μαθημάτων.

–  πρόκειται για το μέσο όρο με μαθήματα που δεν εξετάζονται πανελλαδικά.

–  το απολυτήριο εκφράζει, με το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα, το τέλος μιας μορφωτικής διαδικασίας με το ελάχιστο των απαραίτητων γνώσεων για έξοδο στην κοινωνία, αλλά όχι για επιστημονική συνέχεια.

–  υπάρχουν χώρες (π.χ. Φιλανδία) που όλοι οι μαθητές αποφοιτούν, ανεξαρτήτως βαθμού.

Πρόκειται επομένως για το  παρόμοιο επιχείρημα και από τους ίδιους κύκλους με την οποία υποτιμούνται όλα τα πανεπιστημιακά πτυχία (που αποτελούν καρπό μακροχρόνιας διαδικασίας και αξιολόγησης) από το βαθμό μιας διήμερης εξέτασης στον ΑΣΕΠ, που είχε στόχο τότε την κατάργηση της επετηρίδας. Τώρα το επιχείρημα αυτό έχει πάλι στόχο την πάρα πέρα μείωση των αποφοίτων του Γεν. Λυκείου και του ΕΠΑ.Λ. και αύξηση των μαθητών στη πολύ χαμηλή κατάρτιση των ΕΠΑ.Σ.

        4). «?Αν αρνηθούμε τη «λογική των βάσεων», θα πρέπει  να καταργήσουμε τις εισαγωγικές εξετάσεις. Τότε όμως οι απόφοιτοι της Μ.Ε. να μπορούν να γράφονται σε ένα προπαρασκευαστικό έτος σπουδών των ΑΕΙ, όπου όμως από τη διδασκαλία ορισμένων μαθημάτων επιβάλλονται αυστηρότατες εξετάσεις επιλογής». Ο αγαπητός μου συνάδελφος με αυτή την έκφραση υποπίπτει στα εξής απανωτά πολιτικά λάθη:

– Χρησιμοποιεί την έννοια της σχετικής βάσης για κάθε τμήμα, αφού έχει εκεί οριστεί κλειστός αριθμός εισακτέων, υπονοώντας  τη βάση του δέκα  η οποία όμως αποτελεί οριστικό αποκλεισμό, ανεξάρτητα από τις κενές θέσεις. Και το χρησιμοποιεί φέτος που είχαμε 17.245 κενές θέσεις στα ΑΤΕΙ και έχει διχαστεί ο εκπαιδευτικός και μη κόσμος!!!

– Ενώ όλοι μιλάμε για τη βάση τελικού αποκλεισμού, αναφέρεται στις πολλές βάσεις, για τις οποίες δεν έχει τεθεί ζήτημα.

– Εισάγει το ζήτημα της κατάργησης των εισαγωγικών εξετάσεων για να οδηγηθεί συμπερασματικά με τεράστιο άλμα σκέψης στο «προπαρασκευαστικό έτος», που αποτελεί μεν την πρόταση συναδέλφων του στο Π.Ι.[viii], ενώ παράλληλα αγνοεί ή αποκρύβει το σχέδιο του ΕΣΥΠ[ix] για περιφερειακές εξετάσεις. Πολύ δε περισσότερο ότι  είναι δυνατόν ένα μορφωτικό και εκπαιδευτικό κίνημα να οδηγήσει, με ένα πράγματι μακροχρόνιο σχεδιασμό για αναβαθμισμένο ενιαίο και βαθιά αντισταθμιστικό σχολείο[x],   και σε ελεύθερη εισαγωγή σε ΑΕΙ -ΑΤΕΙ.

-Οδηγεί πλαγίως τη σκέψη του μη ειδικού στο  συμπέρασμα ότι προτιμότερο μια βάση του δέκα παρά ένα τέτοιο προπαρασκευαστικό έτος και επομένως «τα κεφάλια μέσα» και μη σκεφτείτε άλλες λύσεις.

3. Το αντι-επιστημονικό της βάσης του δέκα.

Όπως απέδειξε συνάδελφος και ερευνητής[xi], η χρήση μιας τέτοιας βάσης είναι και επιστημονικά αστήρικτη. Με βάση μια σειρά πινάκων με στοιχεία του ΥΠΕΠΘ, εκθέτει τα πραγματικά στοιχεία που ισχύουν για τη βάση του δέκα, ως φίλτρο αποκλεισμού:

«Όμως, η προσεκτική έρευνα των βαθμολογιών αποδεικνύει ότι το 10 είναι ένα τελείως αυθαίρετο όριο αν λάβουμε υπόψη ότι:

-Από χρόνο σε χρόνο και ανά μάθημα έχουμε ποσοστά υποψηφίων που γράφουν κάτω από 10 που κυμαίνονται από το 20 έως το 80%.

-Πολύ κοντά στο 10 βρίσκεται ο μέσος βαθμός των υποψηφίων. Αυτό σημαίνει ότι ο μέσος υποψήφιος είναι σχεδόν ακατάλληλος για εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση;

-Οι μέσοι βαθμοί ανά μάθημα παρουσιάζουν τεράστιες διακυμάνσεις που, σε κάποια μαθήματα, ξεπερνούν τις 5 μονάδες! (Πίνακας 1) Ποια μπορεί να είναι η σημασία του 10 σε τέτοιες συνθήκες.

-Σε κάθε επιστημονικό σύγγραμμα αναφέρεται ότι κριτήριο αντικειμενικότητας ενός τεστ είναι τα ίδια τα αποτελέσματά του. Όταν 70% των υποψηφίων γράφουν σε κάποιο μάθημα κάτω από τη βάση, εκείνος που πρέπει να «κοπεί» είναι το ίδιο το διαγώνισμα – ίσως και ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα- και πάντως όχι οι συμμετέχοντες σ'  αυτό».

4. Επίλογος

Το ζήτημα δεν τελειώνει με αυτές τις παρατηρήσεις. Έχει πολλές πλευρές ακόμα. Θα σημειώσω τελείως επιγραμματικά άλλες τρεις:

1). Την αντι-κοινωνική πλευρά. Όχι μόνο για το ότι τα παιδιά που αποκλείονται από τα ΤΕΙ προέρχονται κυρίως από τα φτωχά κοινωνικά στρώματα, όπως απέδειξε γνωστός ερευνητής[xii], και αυξάνεται η ταξικότητα στις ανώτερες σπουδές. Αλλά και από την μείωση των φοιτητών στις μεσαίες ελληνικές πόλεις (42 τον αριθμό έχουν πρόβλημα).

Και δεν αναφέρομαι στην οικονομική ζημιά στο εισόδημα από τους φοιτητές (ενοίκια, καταστήματα, κλπ). Εκεί χρειάζονται μάλλον μέτρα μάλλον υπέρ των φοιτητών (φοιτητικές εστίες κλπ). Αναφέρομαι στο πολιτισμικό, κοινωνικό και πολιτικό ζωντάνεμα αυτών των πόλεων από τον φοιτητικό κόσμο.

2). Την αντι-εκπαιδευτική. Χρησιμοποιείται για άλλες εκπαιδευτικές πολιτικές, όπως η αναδιάρθρωση των ΑΤΕΙ, οι αλλαγές στο εξεταστικό του Λυκείου, η αλλαγή του ποσοστού ροής προς την ΤΕΕ, ενώ όλοι γνωρίζαμε από πριν το αποτέλεσμα. Λες και μας προσκόμισε «γλαύκας εις Αθήνας»… Και παρόλα αυτά το ΥΠΕΠΘ επιμένει ακόμα να μην πάρει επιλαχόντες, ενώ έπαιξε  ήδη με 27.000 υποψήφιους χωρίς τη βάση 10, που  το άκουσαν και έκαναν  μηχανογραφικό,  όπου περίπου οι μισοί έχουν περισσότερα από 8.500 μόρια, τα οποία ήταν η φετινή βάση των βάσεων…

3). Την αντι-δημοκρατική. Όχι μόνο γιατί οι φετινοί υποψήφιοι το έμαθαν, ενώ είχαν ήδη ξεκινήσει την Γ΄ Λυκείου, αλλά και γιατί χρησιμοποιείται ως άλλοθι για τις εκπαιδευτικές πολιτικές σε ΑΤΕΙ και Λύκεια[xiii].

Με αυτό το πολιτικό ήθος μας λέει η πολιτική εξουσία της Νέας Εποχής ότι, εκτός του ότι δεν λογαριάζει τον ουσιαστικό δημοκρατικό διάλογο εντός και εκτός των θεσμών,  προσπαθεί να μας παραπλανήσει, όπως με την «επετηρίδα» και τους «αιώνιους φοιτητές».

Είναι το χειρότερο μάθημα δημοκρατίας που μπορεί να δώσει το ΥΠΕΠΘ της Ν.Δ.. Και μαζί με αυτό και ένα μεγάλο κομμάτι αξιοπρεπών κονδυλοφόρων. Ελπίζουν μάλιστα όλοι αυτοί ότι δεν θα υπάρξει πάλι δυναμικό, πλατύ και μακρόπνοο φοιτητικό ή μαθητικό κίνημα;

Στην αντίθετη και απευκταία γι? αυτούς περίπτωση, πιθανά να ακουστούν πάλι αυτά που ακούστηκαν επί υπουργίας του αλήστου μνήμης Γερ. Αρσένη το 1999-2000 ή το περασμένο καλοκαίρι με την υπουργό μας. 

Τότε πάλι θα αναμετρηθούν οι συνειδήσεις μας  με την κραυγή αγωνίας και αγώνα της ανυπότακτης νεολαίας στο πολιτικό εκπαιδευτικό ψέμα…

 

  * Αντιπρόεδρος της Α΄ ΕΛΜΕ Αχαΐας, μέλος Δ.Σ. Ομοσπονδίας ενώσεων Γονέων Ν. Αχαΐας (Σ. Σ. την περίοδο εκείνη).

 

Οβρυά Πάτρας, 08-09-2006.

 


[i] http://www.parliament.gr/ergasies/anathsyntagmaDetails.asp?lawid=451

[ii]  Στα ΣΔΙΤ 37 εκπαιδευτικά κτίρια: http://www.edra.ipet.gr/  Δημοσιεύθηκε την: 06.09.2006 19:10:01, Πηγή: ΥπΕΠΘ).     

[iii] 4). Αντ. Καρκαγιάννης, H αποτυχία του 10!: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ? ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ,  04/07/2006,

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_04/07/2006_189689

[iv] Θ.Κ., Οι «βάσεις» των εισαγωγικών εξετάσεων,  ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ, 31-08-2006, Αρ. Φ. 733 (1046), σελ. 1 και 2.

[v]  http://www.alfavita.gr/ejetaseis05/ejet0690.htm   και

http://www.alfavita.gr/ejetaseis05/GenikosBathmosProsbasis2006.xls

[vi] Απόστολου Λακασά, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25-08-06,

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100054_25/08/2006_195286

[vii] ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΒΑΣΗΣ; του Εμμ. Αμαργιανάκη (17/07/06), Γιατί ένας υποψήφιος με ΓΒΠ 7,5 και 10000 μόρια θεωρείται καλύτερος από έναν υποψήφιο με ΓΒΠ 9,95 και 9991 μόρια;

http://www.alfavita.gr/anakoinoseis/anak1650.htm

[viii] ΕΚΘΕΣΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ,

http://www.paremvaseis.org/eisigisipi.htm

[ix] Τι αλλάζει σε Γυμνάσιο ? Λύκειο. Όλο το σχέδιο του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση: 

http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=14808&m=A04&aa=1 και

http://assets.in.gr/newspapers/reportofesyp.doc

[x]  http://www.bibliopolis.gr/allGreeks/content.php?article.226 και

http://www.kke.gr/koinvnia/paideia/protash/3/protash_6.html

[xi] Τα αποτελέσματα της βαθμολογικής βάσης (5/9/06), Σ. Μαρίνη,

http://www.proslipsis.gr/cmCat_treePrd.php?&cm_catid=58&cm_prdid=2275

[xii] Χρ. Κάτσικας, ΤΑ ΝΕΑ, 28-8-06, 

http://www.alfavita.gr/typos/typos1988.htm

[xiii] 14). Δ.Σ. ΟΛΜΕ, 312-08-06:

http://www.olme.gr/2002/vaseisTELIKO0906.pdf

 

Υπό το κράτος του ζόφου…

Υπό το κράτος του ζόφου…*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Το Νοέμβριο του 2006, με αφορμή την καταγγελία μαθήτριας του λυκείου Αμαρύνθου στην Εύβοια ότι κατά τη διάρκεια της κατάληψης του σχολείου υπήρξε η ίδια θύμα βιασμού από συμμαθητές της, στηλιτεύαμε την επίθεση που είχε εξαπολυθεί από δημοσιογράφους και πολιτικούς εναντίον των καθηγητών του λυκείου για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκαν την υπόθεση, μια υπόθεση όμως που ουσιαστικά δεν ήταν υποκείμενη στις αρμοδιότητες των διδασκόντων, εφόσον εκτυλίχτηκε κατά την κατάληψη κι ενώ το σχολείο δεν ελεγχόταν απ' τους καθηγητές.

Εξαιτίας του διασυρμού των εκπαιδευτικών σε απίστευτα δημοσιογραφικά πάνελ προβλέπαμε πως ο καλλιεργούμενος κλονισμός της εμπιστοσύνης απέναντι στους λειτουργούς τής εκπαίδευσης «οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις που ήδη εκδηλώνονται στις Η.Π.Α. και στη Γερμανία. Μένει απλά να δούμε», σχολιάζαμε, «πότε θα σημειωθεί κι εδώ το πρώτο κρούσμα εισβολής ένοπλων μαθητών σε σχολεία, καθώς και πόσα θύματα θα υπάρξουν.» («Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω!», εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 208, 22/11/2006.)

Η εισβολή τον προηγούμενο μήνα στη σχολή Ο.Α.Ε.Δ. του Ρέντη ενός ένοπλου 19χρονου μαθητή της, ο οποίος τραυμάτισε σοβαρά συμμαθητή του, κατόπιν άλλους δύο εργάτες μετά από την αποχώρησή του απ' τη σχολή, και στο τέλος αυτοκτόνησε, είναι το πρώτο περιστατικό που εισάγει στη χώρα μας τα αντίστοιχα ξενικά ήθη. Φαίνεται ότι η αντίδραση του 19χρονου θύτη και συνάμα θύματος δεν σχετίζεται με την απόρριψη συγκεκριμένα των εκπαιδευτικών, όπως υποθέταμε πριν από δυόμισι χρόνια. Είναι όμως βίαιη ενέργεια που εντάσσεται σε μια σειρά ανάλογων ενεργειών στους σχολικούς χώρους, από ληστείες για οτιδήποτε πολύτιμο φέρει ένας μαθητής (για παράδειγμα χρήματα ή κινητό τηλέφωνο) μέχρι βιασμούς, ξυλοδαρμούς σε συμπλοκές ανηλίκων ή διακίνηση ναρκωτικών.

Τα αίτια των βιαιοτήτων εντοπίζονται σε σοβαρά προβλήματα, όπως η οικονομική ένδεια, η αβεβαιότητα στην προοπτική επαγγελματικής αποκατάστασης, η κοινωνική περιθωριοποίηση, η οικογενειακή αστάθεια ή το συναισθηματικό κενό. Βάσιμη είναι και η παρατήρηση πως οι ακραίες συμπεριφορές υποδηλώνουν συνήθως κάποια ψυχική πάθηση. Πάντως, όσο κι αν ευσταθούν οι προηγούμενες επισημάνσεις, είναι ιδιαίτερα ανησυχητική η επιλογή εκδήλωσης των βιαιοτήτων στους σχολικούς χώρους. Ψυχικές παθήσεις ταλάνιζαν τους ανθρώπους και πριν από μερικές, για παράδειγμα, δεκαετίες, όμως ήταν διαφορετικοί οι χώροι εκδήλωσης των όποιων αντιδράσεων. Η επιλογή των σχολικών χώρων ίσως δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι αποτελούν μικρογραφία της κοινωνίας απέναντι στην οποία εκδηλώνεται η οργισμένη αντίδραση και η απόρριψη, αλλά και στο γεγονός ότι φαίνεται να στεγάζουν ένα εκπαιδευτικό σύστημα καταπιεστικό και αδιέξοδο, άρα αποτυχημένο, καθώς και τους φορείς του, που παρουσιάζονται ανεπαρκείς, αδιάφοροι και αλλοτριωμένοι. Έτσι ο εκπαιδευτικός χώρος γίνεται αποδέκτης των πυρών, και μάλιστα όχι μόνο μεταφορικά πλέον.

Οι αιτιάσεις, μεθοδευμένες ή ασύνειδες, μέσω των οποίων βάλλεται ο χώρος της εκπαίδευσης, αναδεικνύονται μέσα από δύο ενδεικτικά παραδείγματα. Αμέσως μετά από την ένοπλη επίθεση του 19χρονου κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο βίντεο από κινητό τηλέφωνο μαθητή, και πάλι του Ο.Α.Ε.Δ. στον Ρέντη, στο οποίο καταγράφονται οι μισοί περίπου μαθητές της τάξης να κοιμούνται κι ο καθηγητής να συνεχίζει το μάθημα «ακάθεκτος». Το σχόλιο που συνοδεύει την ανάρτηση του βίντεο θεωρεί αδιανόητη τη στάση του διδάσκοντα, ο οποίος επιτρέπει στους μαθητές του να κοιμούνται. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται δήλωση της δημοσιογράφου κ. Αγγελικής Νικολούλη, που αναπαράχθηκε από το κεντρικό δελτίο ειδήσεων του «Άλτερ» στις 12/4/2009. Συγκεκριμένα, η κ. Νικολούλη απορούσε πώς είναι δυνατό να διαφεύγουν από την εκπαιδευτική κοινότητα περιπτώσεις μαθητών που χρήζουν ψυχικής υποστήριξης, ώστε να παραπέμπονται σε ειδικούς επιστήμονες, ψυχολόγους ή ψυχιάτρους. Είναι εμφανές πως και στις δύο περιπτώσεις καταλογίζονται ευθύνες στους εκπαιδευτικούς.

Οι εκπαιδευτικοί είναι αναμφίβολα ο εύκολος στόχος. Όμως η απόδοση ευθυνών σ' αυτούς για πολυσύνθετα κοινωνικά προβλήματα όχι μόνο δεν συμβάλλει στην αντιμετώπισή τους μα και διαιωνίζει μία άκρως επικίνδυνη στρέβλωση με ανεξέλεγκτες επιπτώσεις. Πόσο εφικτό είναι για τον εκπαιδευτικό που εκ των πραγμάτων, λόγω του περιεχομένου των σπουδών του, δεν είναι καταρτισμένος σε ψυχολογικά ζητήματα να εντοπίζει αντίστοιχα προβλήματα; Πόσο εφικτό είναι για τον εκπαιδευτικό, ο οποίος διδάσκει σε 6 ή 7 τμήματα των 30 μαθητών το καθένα, να ψυχολογεί νέους με βαθιά κρυμμένα μυστικά, νέους που αν και έτοιμοι να εκραγούν, δεν εκδηλώνονται παρά μόνο στο απρόσμενο ξέσπασμα; Πώς να αντιληφθεί ο εκπαιδευτικός τον νέο με την ψυχική πάθηση, όταν κάτι τέτοιο απαιτεί ιδιαίτερη, στενή επαφή, που καθίσταται αδύνατη λόγω της παράλληλης υποχρέωσης του εκπαιδευτικού να καλύψει τη διδακτέα ύλη του αντικειμένου του; Αν οι ίδιοι οι γονείς, με τα τρία, έστω, παιδιά, αδυνατούν να εντοπίσουν την ψυχική πάθηση, πώς να την εντοπίσει ο εκπαιδευτικός με τους 150 μαθητές; Η απορία της κ. Νικολούλη λοιπόν τής επιστρέφεται με την εξής μορφή, προκειμένου η ίδια να κατανοήσει καλύτερα την αστοχία της ένστασής της: «Πώς είναι δυνατόν, κ. Νικολούλη, να 'χετε εξιχνιάσει μόνο μερικές υποθέσεις εξαφανισμένων ατόμων, και να μην τις έχετε εξιχνιάσει όλες;»

Συνεπώς δεν είναι άξια απορίας η αδυναμία των εκπαιδευτικών να εντοπίσουν τους νέους που χρήζουν ψυχικής υποστήριξης. Παρ' όλες τις αντιξοότητες, ωστόσο, οι εκπαιδευτικοί κάποτε εντοπίζουν ανάλογες περιπτώσεις. Όποιος όμως θεωρεί ότι ο εντοπισμός είναι αρκετός για την παραπομπή ενός νέου σε ειδικούς επιστήμονες, πλανάται οικτρά. Η οποιαδήποτε παραπομπή προϋποθέτει τη συμφωνία των γονέων. Οι γονείς, πάλι, δεν είναι συνήθως δεκτικοί σε κάτι τέτοιο. Θεωρούν ότι το παιδί τους θα στιγματιστεί αν αποδεχτούν την ύπαρξη ψυχικής νόσου, γι' αυτό και αντιδρούν αρνητικά σε σχετικές επισημάνσεις, απορρίπτοντας το πρόβλημα. Μπροστά στην άρνησή τους, τα χέρια των εκπαιδευτικών είναι δεμένα. Επιπρόσθετα, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ακόμη και η διαμεσολάβηση των ειδικών θα έλυνε όλα τα προβλήματα. Μήπως θυμάται η κ. Νικολούλη ποια κατάληξη είχε η υπόθεση του Σορίν Ματέι, την οποία χειρίστηκε ο συνάδελφός της κ. Νίκος Ευαγγελάτος, καθοδηγούμενος από «ειδικούς»; Ας μην έχει λοιπόν κανείς εύκολο το «ανάθεμα», ας μην προβαίνει μ' ελαφρότητα σε μετάθεση ευθυνών, προτού ν' ασκήσει την αυτοκριτική του και να συλλογιστεί τις προσωπικές του ευθύνες.

Κι αν η αδυναμία των εκπαιδευτικών να εντοπίσουν περιπτώσεις ψυχικών παθήσεων δεν είναι άξια απορίας, είναι άξια απορίας η στόχευση του βίντεο από αίθουσα της σχολής του Ο.Α.Ε.Δ. στον Ρέντη, το οποίο αναρτήθηκε στο διαδίκτυο. Αν δηλαδή το συγκεκριμένο βίντεο παρουσίαζε μία αίθουσα όπου οι μαθητές θα θορυβούσαν και θα εμπόδιζαν τη διεξαγωγή του μαθήματος, η κριτική θα ήταν κατανοητή. Εδώ, εφόσον ο καθηγητής διδάσκει απρόσκοπτα, γιατί θα έπρεπε ο μαθητής που βιντεοσκόπησε (παράνομα!) το κλίμα της αίθουσας να ενοχλείται; Εφόσον ο ίδιος έχει πρόσβαση στη γνώση, γιατί ενοχλείται που οι συμμαθητές του κοιμούνται; Κυρίως όμως, πώς ακριβώς θα έπρεπε να αντιμετωπίσει ο συγκεκριμένος εκπαιδευτικός τους μαθητές που κοιμούνται, οι οποίοι είναι βιοπαλαιστές και προσέρχονται στη σχολή τους αμέσως μετά από τη δουλειά τους, χωρίς να έχουν φάει, χωρίς να έχουν αλλάξει καν ρούχα, όπως άλλωστε δήλωσε ο διευθυντής του Ο.Α.Ε.Δ. Ρέντη; Τι να κάνει ο καθηγητής που καλείται να διδάξει όχι μόνο σε κουρασμένους νέους, μα και σε νέους που δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον για εξειδικευμένες γνώσεις, παρά επιζητούν το δίπλωμα πιστοποίησης μιας δεξιότητας την οποία ήδη εξασκούν στην πράξη; Και ποιος αλήθεια νοιάστηκε ειλικρινά για την προσαρμογή του εκπαιδευτικού προγράμματος στις σύγχρονες ανάγκες, με βάσεις ρεαλιστικές; Επιπλέον, μήπως έχει κανείς την ψευδαίσθηση ότι η προσοχή των μαθητών στο μάθημα είναι κάτι που μπορεί να επιβληθεί; Ή μήπως δεν θα χαρακτηριζόταν αυταρχικός, χωρίς παιδαγωγική επάρκεια και ανθρωπιά, ο εκπαιδευτικός που θα επιχειρούσε να επιβάλλει την αυστηρή πειθαρχία σε μαθητές με τα προαναφερθέντα βιοποριστικά προβλήματα;

Είναι εμφανές ότι η κατάσταση είναι πολυσύνθετη και διόλου απλή ώστε τα κοινωνικά προβλήματα να προβάλλονται απλουστεύτικα στον χώρο-μικρογραφία της κοινωνίας, τον εκπαιδευτικό, και να καταλογίζονται στους λειτουργούς της εκπαίδευσης. Άλλωστε, η συνθετότητα αυτή αντανακλάται στις δηλώσεις αμηχανίας συνολικά του πολιτικού κόσμου, οι οποίες περιορίστηκαν στην αναζήτηση των αιτίων τής ένοπλης επίθεσης, καθώς και σε ευχολόγια. Επειδή όμως η απαξιωτική αντίληψη μιας μεγάλης μερίδας απέναντι στον εκπαιδευτικό χώρο είναι πλέον γεγονός, κι επειδή η ίδια απαξιωτική αντίληψη εκδηλώθηκε για πρώτη φορά όχι απλώς με υλικές φθορές αλλά με φονική επίθεση, ο φόβος για το τι μέλλει γενέσθαι θα στοιχειώνει στο εξής τον χώρο της εκπαίδευσης. Βέβαια, υπό το κράτος του ζόφου είναι αδύνατο να ευοδωθεί οποιοδήποτε έργο. Η προάσπιση του εκπαιδευτικού συστήματος και των λειτουργών του κρίνεται επιτακτική, αν όντως μας ενδιαφέρει η σφυρηλάτηση ήθους. Το ερώτημα είναι: έχουμε διάθεση να συνηγορήσουμε το εκπαιδευτικό μας σύστημα και να αναδείξουμε την αξία του ή θα το θυσιάζουμε στις σκοπιμότητες των μέσων ενημέρωσης και της μικροπολιτικής;

 

* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 270, 1/5/2009

Γιάννης Στρούμπας

Ολίγον παραβάτες, ολίγον παιδαγωγοί …

Ολίγον παραβάτες, ολίγον παιδαγωγοί, ολίγον… έγκυοι!

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Η περίπτωση του μαθητή στο λύκειο Λευκίμμης στην Κέρκυρα, ο οποίος, ύστερα από απόφαση της Δικαιοσύνης, κλήθηκε να παρακολουθήσει ξανά την Α΄ Λυκείου ενώ ήδη φοιτούσε στη Γ΄, προκάλεσε αμηχανία, κυρίως λόγω της ανεπαρκούς παρουσίασης του θέματος από τα μέσα ενημέρωσης. Σταδιακά η υπόθεση φωτίστηκε από αρκετές οπτικές γωνίες. Έτσι είναι δυνατή μία μάλλον ασφαλής ανασύνθεσή της: το σχολικό έτος 2006-2007 ο εμπλεκόμενος μαθητής υπερέβη το επιτρεπτό από τη νομοθεσία όριο απουσιών.

Ο σύλλογος διδασκόντων του λυκείου του έκρινε ανεπαρκή τη φοίτησή του, συνεπώς έπρεπε να επαναλάβει την τάξη. Οι γονείς του αμφισβήτησαν την απόφαση των καθηγητών, επειδή ο μαθητής υπερέβαινε το όριο των 114 απουσιών μόλις κατά 4, επειδή είχε νοσηλευτεί σε νοσοκομείο, άρα υπεισερχόταν ο ανθρώπινος παράγοντας, κι επειδή η υπέρβαση του ορίου απουσιών αποδόθηκε επιπλέον σε μονοήμερη αποβολή του νέου, η οποία όμως ήταν, κατά τους γονείς, άδικη και φανέρωνε τον αυταρχισμό του λυκειάρχη. Έτσι οι γονείς προσέβαλαν στη Δικαιοσύνη την απόφαση των διδασκόντων. Σημειωτέον ότι ο μαθητής φοιτούσε στην Α΄ λυκείου για δεύτερη χρονιά, καθώς το σχολικό έτος 2005-2006 δεν προβιβάστηκε, και πάλι λόγω απουσιών (πραγματοποίησε 139 απουσίες, εκ των οποίων 66 αδικαιολόγητες, με όριο για το σύνολο των απουσιών τις 114 και για τις αδικαιολόγητες τις 50 απουσίες). Σημειωτέον επίσης ότι τη δεύτερη χρονιά της φοίτησης του μαθητή στην Α΄ λυκείου, ο σύλλογος τελικά δικαιολόγησε τις απουσίες της αποβολής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση στο εφετείο, αποδεχόμενο ασφαλιστικά μέτρα που «πάγωναν» την απόφαση των καθηγητών κι επέτρεπαν στον μαθητή να φοιτήσει στην επόμενη τάξη μέχρι να εκδοθεί απόφαση από το εφετείο. Τον Οκτώβριο του 2008 το Διοικητικό Εφετείο Ιωαννίνων δικαίωσε τον σύλλογο διδασκόντων. Η δικαστική απόφαση κοινοποιήθηκε στους ενδιαφερόμενους τον Φεβρουάριο του 2009, κι ενώ ο μαθητής φοιτούσε πλέον στη Γ΄ λυκείου. Έπρεπε λοιπόν να επιστρέψει στην Α΄ τάξη!

Η έκδοση της δικαστικής απόφασης με τόση χρονική καθυστέρηση δικαίως κατέστησε μονόδρομο την απόφαση του Υπουργείου να συνεχίσει ο μαθητής στη Γ΄ λυκείου: εφόσον ήδη είχε προβιβαστεί από την Α΄ στη Β΄ κι από τη Β΄ στη Γ΄, θα 'ταν οξύμωρο να υποχρεωθεί σε νέα παρακολούθηση των δύο προηγούμενων τάξεων, απ' τις οποίες αποφοίτησε με επιτυχία. Είναι φανερό πως η τραγελαφική κατάσταση που δημιουργήθηκε είναι απόρροια της κάκιστης λειτουργίας της Δικαιοσύνης. Και η κρίση αυτή δεν αφορά, φυσικά, το αν το δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη του τυχόν «ανθρώπινες» παραμέτρους – άλλωστε ο ορισμός του «ανθρώπινου» δύναται να προσλάβει πολλές ερμηνείες, όπως θα συζητήσουμε παρακάτω· αφορά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης, ο οποίος εκ των πραγμάτων καθιστούσε την όποια απόφαση ξεπερασμένη από τα ίδια τα γεγονότα.

Κι ενώ τα πυρά θα 'πρεπε να στρέφονται εναντίον της γραφειοκρατικής Δικαιοσύνης, για μία ακόμη φορά στράφηκαν εναντίον των καθηγητών και της παιδαγωγικής τους επάρκειας! Η ελαφρότητα με την οποία πολιτικοί, δημοσιογραφικοί, ακόμη και συνδικαλιστικοί φορείς τοποθετούνται πάνω σε εκπαιδευτικά ζητήματα, συχνά μεταβάλλοντας προηγούμενες τοποθετήσεις τους και αποποιούμενοι τις ευθύνες τους, είναι παροιμιώδης. Στην παρούσα υπόθεση το Υπουργείο παρουσιάστηκε λίγο-πολύ σαν θεματοφύλακας της ανθρωπιάς, ενώ ο σύλλογος των διδασκόντων σαν άκαμπτο διοικητικό όργανο που συνθλίβει κάθε ευαισθησία. «Πίσω από τους αριθμούς κρύβονται ανθρώπινες ψυχές που πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε με ζεστασιά και να τις αγκαλιάζουμε», δήλωσε ο υπουργός Παιδείας κ. Άρης Σπηλιωτόπουλος. Όμως ο σύλλογος διδασκόντων του λυκείου Λευκίμμης, αμέσως μετά από την κοινοποίηση σ' αυτόν της δικαστικής απόφασης κι ενώ ο μαθητής φοιτούσε πλέον στη Γ΄ λυκείου, ζήτησε από το Υπουργείο να του διευκρινίσει πώς θα χειριζόταν την υπόθεση. Το Υπουργείο απάντησε στον σύλλογο, υπενθυμίζοντάς του τη σχετική νομοθεσία, ότι «οι δικαστικές αποφάσεις είναι άμεσα εκτελεστές». Τι συμβαίνει λοιπόν; Όταν μια υπόθεση διακινείται σε στενά «υπηρεσιακούς» χώρους πρέπει να εφαρμόζεται ο νόμος, ενώ όταν αναλαμβάνουν τη διακίνησή της τα μέσα ενημέρωσης πρέπει να αντιμετωπίζεται «με ζεστασιά»; Και γι' αυτήν την πολιτικάντικη επικοινωνιακή παλινωδία θα ελεγχθούν οι διδάσκοντες;

Μέχρι το σημείο, συνεπώς, που το Υπουργείο δηλώνει στο δελτίο τύπου της 30/3/2009 ότι «εκλείπει ο λόγος που [sic· προφανώς «για τον οποίο»] θα μπορούσε η δικαστική απόφαση να υλοποιηθεί», συμφωνούμε απολύτως. Όμως από εκεί και πέρα, είναι αδιανόητο τα επικοινωνιακά τρικ του Υπουργείου να επιφορτίζουν τους εκπαιδευτικούς. Γιατί «ανθρώπινες ψυχές» έχουν κι εκείνοι, και καταρρακώνονται όταν η συνέπεια και η νομιμοφροσύνη τους ποδοπατούνται και κουρελιάζονται. «Ανθρώπινες ψυχές» έχουν και οι μαθητές που στην συντριπτική τους πλειοψηφία σέβονται τους κανόνες της πολιτείας, δεν υπερβαίνουν τα θεσπισμένα όρια, και νιώθουν να εμπαίζονται απ' όσους επιπλέουν καταστρατηγώντας τους νόμους. «Ανθρώπινες ψυχές» έχουν και οι 13 μαθητές του λυκείου Λευκίμμης που, αν και υπερέβησαν το όριο απουσιών, ανέλαβαν την ευθύνη των πράξεών τους, δεν προσέβαλαν την απόφαση του σχολείου τους και παρακολούθησαν ξανά την ίδια τάξη. Επιπλέον, «ζεστό» και στοργικό «αγκάλιασμα» δεν είναι να κανακεύεις όσους επιδεικνύουν παραβατική συμπεριφορά, όσους εκβιάζουν με πλανερές εντυπώσεις καταφεύγοντας στα μέσα ενημέρωσης, κάνοντάς τους το χατίρι σαν να 'ναι κακομαθημένα νήπια· «ζεστό» και στοργικό «αγκάλιασμα» είναι να υποδεικνύεις σε κάποιον τις αδυναμίες του και να τον βοηθάς να βελτιωθεί υπερβαίνοντάς τες, όχι να τον κολακεύεις και να τον εθίζεις στην ευκολία και τον ετσιθελισμό. Κι αν, στο κάτω-κάτω, πίσω από τους «αριθμούς» κρύβονται ανθρώπινες ψυχές, δεν ήταν ο σύλλογος των καθηγητών εκείνος που νομοθέτησε τους «αριθμούς»: το Υπουργείο ήταν. Αν δεν πιστεύει σ' αυτούς, ας τους καταργήσει ή ας διευκρινίσει ποιοι απ' όσους υπερβαίνουν τους κανόνες της πολιτείας «έχουν» ψυχή και ποιοι… «δεν έχουν»! Όχι όμως να εξευτελίζει μέσα από κουτοπόνηρες, ψηφοθηρικές δηλώσεις «ευαισθησίας» τους εκπαιδευτικούς!

Παράλληλα, όσοι επικρίνουν το σύλλογο διδασκόντων για τις «μόλις 4 παραπάνω» απουσίες, αποκρύπτουν ότι τα θεσπισμένα από την πολιτεία όρια απουσιών είναι κάθε άλλο παρά ασφυκτικά. Οι δέκα μέρες νοσηλείας του μαθητή στο νοσοκομείο μεταφράζονται το πολύ σε οκτώ εργάσιμες, δηλαδή το ανώτερο σε 56 απουσίες. Οι υπόλοιπες 62 (ως τις 118) απουσίες, απ' τις οποίες οι 41 αδικαιολόγητες, δεν είναι ήδη πολλές; Πού ήταν οι γονείς με τις μηνυτήριες αναφορές, όταν το παιδί τους απουσίαζε συστηματικά από το σχολείο, κι όταν μάλιστα η κατάσταση επαναλαμβανόταν για δεύτερη συνεχή χρονιά; Πόσο εφικτό είναι για έναν μαθητή να αναπληρώσει τα κενά του και να μην εθίζεται σε νοοτροπίες ευκολίας, που θα τον συνοδεύουν και σαν ενήλικα, όταν θα προσφέρει τις υπηρεσίες του στο κοινωνικό σύνολο; Γιατί λοιπόν στις ήδη πολλές απουσίες να προστεθούν «λίγες» ακόμα; Και πώς θα οριστεί το «λίγο»; Υπάρχει «πολύ» και «λίγο» έγκυος; Αν οι «λίγες» απουσίες καταστούν άγραφος κανόνας, τότε στο «άγραφο όριο» θα προστεθούν περαιτέρω «λίγες», σε μια πορεία χωρίς τέρμα. Η καταστρατήγηση ενός ορίου ή ενός νόμου σηματοδοτεί την απαρχή της καταστρατήγησης κι άλλων νόμων. Αν, εν προκειμένω», το δικαστήριο, που «όφειλε» να αποφανθεί «ανθρώπινα», κατέλυε το θεσπισμένο όριο, ποιος θα μπορούσε να εμποδίσει, λόγω του δεδικασμένου, τόσο την κατάργηση του συγκεκριμένου κανόνα όσο και την αμφισβήτηση άλλων; Είναι δυνατή η λειτουργία όχι μόνο ενός σχολείου αλλά της ίδιας της πολιτείας χωρίς την κοινή αποδοχή και την τήρηση συγκεκριμένων κανόνων συμπεριφοράς;

Γι' αυτό όσοι δημοσιογράφοι επέκριναν το σύλλογο διδασκόντων δεν δικαιώνονται ως προς την ορθότητα της κρίσης τους. Δεν είναι δυνατόν να σχολιάζεται ότι ένας μαθητής «βρέθηκε στο τέλος της χρονιάς να έχει ξεπεράσει (για λίγο) [σ.σ.: η υπογράμμιση δική μου] το συνολικό επιτρεπόμενο όριο απουσιών», άρα δεν μπορούμε για τους καθηγητές που σεβάστηκαν τον νόμο «να πιστέψουμε ότι είναι παιδαγωγοί και να τους ονομάσουμε έτσι» (εφημ. «Ριζοσπάστης», «Μπορούμε να μιλάμε για παιδαγωγούς;», 31/3/2009). Αυτές οι προσεγγίσεις δεν είναι απλώς επιπόλαιες· είναι λαϊκίστικες.

Από την άλλη μεριά η Ο.Λ.Μ.Ε., που συναγωνίζεται με τον δικό της τρόπο το Υπουργείο σε επικοινωνιακά παιχνίδια, οφείλει να διευκρινίσει ορισμένα σημεία της ανακοίνωσής της. Σημειώνει η Ο.Λ.Μ.Ε. πως «όταν οι διοικητικές πράξεις και αποφάσεις ακολουθούν στενά το γράμμα του νόμου, απογυμνωμένες από παιδαγωγική ευαισθησία, δεν οδηγούν σε καμιά περίπτωση σε απονομή δικαιοσύνης». Καταρχάς το «γράμμα του νόμου», όπως σχολιάσαμε νωρίτερα, είναι μάλλον ευρύχωρο παρά «στενό». Πέρα όμως απ' αυτό, επιβάλλεται να διευκρινιστεί πώς ορίζεται η «παιδαγωγική ευαισθησία» και πώς ακριβώς «παιδαγωγούνται» όσοι εντρυφούν στην εξαίρεση και στον εμπαιγμό του κοινωνικού συνόλου. Επιπρόσθετα, όταν η Ο.Λ.Μ.Ε. δηλώνει «θεωρούμε ότι είναι σημαντικό οι μαθητές μας να φεύγουν από το σχολείο έχοντας ολοκληρώσει τις σπουδές τους», οφείλει να εξηγήσει πώς αντιλαμβάνεται την «ολοκλήρωση» των σπουδών. Δηλαδή ποια «ολοκλήρωση» σπουδών επιτρέπει στους νέους να προσφέρουν στην κοινωνία και ποια να την εμπαίζουν; Η «ολοκλήρωση» έχει ποιοτικές προϋποθέσεις ή είναι αυτοσκοπός που συντελείται με οποιονδήποτε τρόπο;

Θα επαναλάβουμε λοιπόν ότι η συνέχιση της φοίτησης του μαθητή στη Γ΄ λυκείου ήταν μονόδρομος: όσες ενστάσεις κι αν κατατεθούν επ' αυτής, όσο βάσιμες κι αν είναι, ο μαθητής αναμφισβήτητα προώθησε τις σπουδές του -μ' όσες ελλείψεις του επιτρέπει η βάση του 9,5- κι εδώ δεν χωρά επιστροφή. Εκείνο όμως που δεν είναι ανεκτό είναι η απόπειρα να θεμελιωθεί θεωρητικά μία τελείως ιδιόρρυθμη υπόθεση. Γιατί άλλο είναι η κατανόηση της ιδιορρυθμίας της κι άλλο η λαϊκίστικη διαστρέβλωση των εννοιών «ανθρωπιά», «ευαισθησία», «παιδαγωγός» ή «νομιμοφροσύνη». Από εδώ και πέρα, και ιδίως σε ό,τι αφορά τον κ. Υπουργό, οφείλει αυτός να αναλογιστεί, εξαιτίας της θεωρητικής του υπεράσπισης στην υπόθεση, πώς θα αντιμετωπίσει ανάλογες περιπτώσεις στο μέλλον, καθώς προβλέπεται ότι, εξαιτίας των ευλογιών του, το «δεδικασμένο» της αναίρεσης δικαστικών αποφάσεων θα καταστεί κανόνας. Οπότε, πώς ο κ. Υπουργός θα υποστηρίξει τις σχολικές μονάδες προκειμένου να μην καταργηθεί η εύρυθμή τους λειτουργία; Επειδή όμως οι πολιτικοί λειτουργούν ψηφοθηρικά, εικάζουμε πως οποιαδήποτε αντίστοιχη μελλοντική κρίση προφανώς θα αντιμετωπιστεί, ως συνήθως, με κριτήρια επικοινωνιακά.

 

* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 269, 16/4/2009

Γιάννης Στρούμπας

Φοιτητικό κίνημα Μαΐου – Ιουνίου 2006 Ι

Ένα σχόλιο για το φοιτητικό κίνημα του Μαΐου Ιουνίου 2006

 

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα

 

Μιλάμε για ένα κίνημα με γνήσια κινηματικά χαρακτηριστικά.  Επειδή εγώ είμαι λίγο παλιός, μου θυμίζει χαρακτηριστικά του '70, όσον αφορά τη μαχητικότητά του, την ανεξαρτησία του, τις μαζικές συνελεύσεις και την πολυμορφία του.

Έχει όμως και αρνητικά, διότι δεν έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν κοινή στρατηγική όλα τα ρεύματα. Υπάρχουν δηλαδή αποκλίνοντα ρεύματα μέσα σ' αυτό το κίνημα. Χαρακτηριστικό είναι οι διαφορετικές πορείες στη πόλη μας (Σ.Σ. Πάτρα) και αναφέρομαι στο ΠΑΜΕ.

Παρ' όλα αυτά το κίνημα έχει βάλει τη σφραγίδα του. Το ότι αναγκάστηκε η κυβέρνηση να μεταφέρει την ψήφιση του λεγόμενου νομοσχεδίου για το φθινόπωρο, είναι η πρώτη νίκη. Από εκεί και πέρα, επειδή το προσχέδιο, όπως είπε η Υπουργός, ουσιαστικά κρατά όλη τη ψυχή του των σχεδιασμών που είχε το Υπουργείο, χρειάζεται μια στρατηγική για το Φθινόπωρο, ώστε το κίνημα να πάρει γενικότερα πανεκπαιδευτικά και παλλαϊκά χαρακτηριστικά.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι η Υπουργός, ακολουθώντας και τον προηγούμενο Υπουργό του ΠΑΣΟΚ, είχε δεσμευτεί στο Μπέργκεν της Σουηδίας ώστε ως το 2007 να έχει ψηφιστεί το νομοσχέδιο αυτό.

Αυτό δείχνει ακριβώς τη βιασύνη που είχε για να το περάσει το καλοκαίρι. Αυτό ακριβώς δείχνει και τη νίκη του φοιτητικού κινήματος μέχρι τώρα.

 

Δημοσιεύτηκε: Περιοδικό "Εκτός Γραμμής", ΈΚΤΑΚΤΗ ΕΚΔΟΣΗ, Φοιτητικό κίνημα 2006, σελ. 31.

 

ΥΓ Το νομοσχέδιο τελικά, με αρκετά στρογγυλέματα, ψηφίστηκε το Μάρτη του 2007, όταν η ΝΔ είχε χάσει την μάχη για αναθεώρηση του άρθρου 16, όπως βεβαίως και του υπόλοιπου συντάγματος.

Σεισμόπληκτα Σχολεία Αχαΐας Ι

Οι κρυφές όψεις του επιχειρησιακού προγράμματος του ΥΠΕΠΘ για το κτιριακό της Αχαΐας.

 Tου Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

 

Οι πρώτες μέρες, μετά τις εξαγγελίες του Υπ. Παιδείας κ. Στυλιανίδη στην Αχαΐα φαίνονται ότι είναι μέρες ευφορίας στους τοπικούς φορείς. Αυτό έχει μια βάση αφού επί πολλά χρόνια η Αχαΐα έχει μείνει αδικαιολόγητα πίσω κυρίως στην ανέγερση νέων σχολικών κτιρίων ειδικά για την β/βάθμια εκπαίδευση. Ο σεισμός των 6,5 Ρίχτερ λειτούργησε ως πυροκροτητής και έδωσε την ευκαιρία στον Υπουργό παιδείας να κάνει εξαγγελίες.

Αυτές μπροστά στην φτώχεια των προηγούμενων δέκα χρόνων φαντάζει ως «μάννα εξ ουρανού»[1]. Είναι όμως έτσι;

Μια πρώτη προσέγγιση στην “άλλη βιολογία”

Μια πρώτη προσέγγιση στην «άλλη βιολογία» του νέου βιβλίου Βιολογίας της Γ΄ Γυμνασίου (επαυξημένη και βελτιωμένη)

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα


1. Εισαγωγή – η εκκωφαντική σιωπή

Αυτές τις μέρες φυλλομετρούμε οι καθηγητές ΠΕ04 (κλάδος φυσικών) τα νέα βιβλία φυσικών επιστημών στα Γυμνάσια της Χώρας:

Βιολογία Α΄ και Γ΄ Γυμν.[1], Χημεία Β΄ και Γ΄ Γυμν. και Φυσική Β΄ Γυμν. – η Φυσική της Γ΄ Γυμν. προορίζεται για του χρόνου, οπότε δεν χρειάζεται μάλλον να … φυλλομετρηθεί. Στην πρώτη αυτή προσέγγιση που αποπειρώμαι[2], θα ήθελα να «αφήσω», κατά κανόνα, το καθαρά επιστημονικό κομμάτι στους συναδέλφους βιολόγους και το παιδαγωγικό στους συναδέλφους, βιολόγους και μη, που θα το διδάξουν για πρώτη φορά.

Παιδείας περιπέτειες – μια συζήτηση το 2006

Παιδείας περιπέτειες – μια συζήτηση στο Πατρινό Ράδιο Γάμα:

 Δευτεροβάθμια εκπαίδευση και οι νέες θεσμικές αλλαγές της.

Συνέντευξη του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα στο Πατρινό «Ράδιο Γάμα»,

Σάββατο 20-05-2006, ώρα 10.00-11.00,

στον Βασίλη Πανούσο της ραδιοφωνικής ομάδας του Ε.ΣΥ.Ν.

1. Εισαγωγικός πρόλογος. 

…… Μουσική ……..

Βασίλης Πανούσος (Β.Π.): Γεια σας από την εκπομπή του «Εθνικού Συμβουλίου κατά των Ναρκωτικών», όσους δεν πήρε η μοναξιά,  μια καλοκαιρινή καλή μέρα, για όσους δεν  πήρε η μοναξιά και ετοιμάζονται για αποδράσεις για δροσερές παραλίες. Μείνετε μέχρι εκείνη την ώρα πάντως, συντονισμένοι στο «Ράδιο Γάμα» στου 94 μεγάκυκλους.

Τον ήχο σήμερα θα ρυθμίζει, όπως πάντα, ο Βασίλης Νικολακόπουλος, ενώ στο μικρόφωνο θα είναι μαζί σας για μία περίπου ώρα, ο Βασίλης Πανούσος. Παιδείας περιπέτειες, μέρος δεύτερο αγαπητοί  φίλοι σήμερα. Την προηγούμενη εβδομάδα η Ελισάβετ Καπαγερίδου είχε αναφερθεί στα ζητήματα της ανώτατης εκπαίδευσης. Εμείς σήμερα θα αναφερθούμε σε εκείνα της  μέσης.

Συνέχεια