Μαρτυρίες & ομολογίες πολιτικής ανημποριάς

Μαρτυρίες και ομολογίες πολιτικής ανημποριάς:

Ευρώ, δραχμές και η παραφιλολογία περί εντός-εκτός της ΕΕ

 

Του Παναγιώτη Ήφαιστου*

 

Μια ακόμη αναγκαία και μη εξαιρετέα παρέμβαση που όπως και οι προηγούμενες αναρτώνται στη διεύθυνση www.ifestosedu.gr. Αφορά κάτι το οποίο δεν συμβαίνει συχνά στις διεθνείς σχέσεις: Οι αντιπρόσωποι μιας ελεύθερης κοινωνίας συνομολόγησαν ένα μνημόνιο που βασικά ακυρώνει την εθνική ανεξαρτησία και πάγιες δημοκρατικές αρχές. Απλή ανάγνωση του «εφαρμοστικού νόμου» (epikaira.gr) το καθιστά ολοφάνερο. Πριν και μετά τον εφαρμοστικό νόμο ακούσαμε πολλά ψέματα, απειλές, εκβιασμούς, προπαγάνδες, απλουστεύσεις και σκόπιμες ηχηρές αποσιωπήσεις.

Στο επίκεντρο βρισκόταν η θέση της Ελλάδας στην ΕΕ, οι διαπραγματευτικές δυνατότητές μας και οι δήθεν κίνδυνοι να εκδιωχθούμε κακήν κακώς. Επειδή επί τάπητος τίθενται ζητήματα εθνικής επιβίωσης απαιτείται να τονιστούν πασίδηλα ζητήματα που υποδηλώνουν μια κραυγαλέα πολιτική ανημποριά των πάλαι ποτέ πολιτικών ελεφάντων. Αυτών των μορφικά πανομοιότυπων ελεφάντων οι οποίοι σε πρώτη φάση μετέτρεψαν την Ελλάδα σε τρύπιο Τιτανικό, σε δεύτερη συμμάχησαν με διεθνικούς χρηματοοικονομικούς δρώντες και τεχνοκράτες, σε τρίτη υπέγραψαν θανατηφόρα μνημόνια ύφεσης, δανεισμού, τοκογλυφίας και στο τέλος κατάφεραν κατά της Ελληνικής κοινωνίας ένα θανατηφόρο κτύπημα με το να υπογράψουν το δεύτερο μνημόνιο. Οι πολιτικές μεταστροφές και η τελική σύμπραξη της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης κατέδειξε την ηγετική εμβέλεια συμπαθών, κατά τα άλλα, προσώπων.

Εδώ λοιπόν θα σταθούμε σε ένα κεντρικό ζήτημα: Τις δυνατότητες διαπραγμάτευσης στην ΕΕ, οι οποίες τους μήνες και τα χρόνια που έρχονται είναι ίσως το κρισιμότερο ζήτημα. Δεν θα εξαντλήσουμε αυτό το θέμα για το οποίο υπάρχουν, εξάλλου, χιλιάδες δημοσιευμένες σελίδες δικές μου και άλλων. Αναλύσεις που αφορούν τη δομή, τις λειτουργίες, τα ελλείμματα και τις αστάθειες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Μερικά σημεία, όμως, ιδωμένα υπό το πρίσμα της Ελληνικής κρίσης, ίσως φωτίσουν καλύτερα τον συντρέχοντα διάλογο για την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ και τις απειλές εκδίωξής της ακόμη και από την ΕΕ.

Κατά πρώτον, κανείς μπορεί εύκολα να αναζητήσει αναρίθμητες έντρομες δηλώσεις ευρωπαίων πολιτικών και τεχνοκρατών όταν εξηγούσαν πως αν η Ελλάδα αφεθεί να πτωχεύσει θα κατέρρεε το ευρώ και η ΕΕ. Αυτό ήταν και συνεχίζει να είναι, θεμιτά και νομιμοποιημένα, το ισχυρότερο διαπραγματευτικό μας χαρτί. Πως όμως να λειτουργήσουμε με διαπραγματευτικό ορθολογισμό όταν επί δεκαετίες πολιτικοστοχαστικά οι Έλληνες διαποτίζονταν με αβάστακτα λανθασμένες αναλύσεις για την φυσιογνωμία της ΕΕ.

Αναρίθμητες αναλύσεις αναδείκνυαν κραυγαλέα άγνοια της φυσιογνωμίας της ΕΕ, αναπαρήγαγαν ιδεολογήματα, αναμασούσαν νομικίστικες θέσεις και ανυπόστατα θεωρήματα και αποκάλυπταν απύθμενη άγνοια των δομών και των λειτουργιών της ΕΕ. Αυτές οι αναλύσεις εισέρευσαν και επηρέασαν αρνητικά την πολιτική σκέψη και τις πολιτικές αποφάσεις.

Ούτε λίγο ούτε πολύ αναρίθμητοι περιέγραφαν την ύπαρξη μιας ΕΕ που ήταν μια κοσμοπολίτικη και χαρούμενη παιδική χαρά. Άλλες αναλύσεις που συχνά και αντιφατικά εκπορεύονταν από τις ίδιες πέννες απειλούσαν με εκδίωξή μας ή αυστηρή τιμωρία μας αν δεν υπακούαμε τα τεχνοκρατικά κελεύσματα. Νεφελωδώς και αβάσιμα επικαλούνταν κάποιον υπερεθνικό μπαμπούλα έτοιμο να τιμωρήσει τους απείθαρχους και άτακτους Έλληνες.

Οι τεχνοκράτες στην ΕΕ, όντως, έχουν δύναμη. Πλην και τα νήπια ξέρουν ότι αυτό είναι και το πρόβλημα που τα μέλη με τον έναν ή άλλο τρόπο διαρκώς προσπαθούν να αντιμετωπίσουν. Σε αυτό εξάλλου συνίσταται το δημοκρατικό έλλειμμα. Σε αυτό το πεδίο ένα μικρό κράτος-μέλος καταμαρτυρούμενα διαθέτει πρόσφορο έδαφος άσκησης πολιτικής. Εάν κανείς έχει στοιχειώδη γνώση των δομών και λειτουργιών της ΕΕ, εάν συγκροτεί ορθολογικές πολιτικές και οικονομικές προτάσεις σε όλα τα επίπεδα διαπραγματεύσεων και εάν απορρίπτει τις καταχρηστικές τεχνοκρατικές στάσεις μπορεί να κερδίζει μάχες και τα συμφέροντά του να εκπληρώνονται.

Αυτό καταμαρτυρεί η κοινοτική πρακτική πολλών δεκαετιών. Το κοινοτικό πολιτικό πεδίο είναι τεράστιο, πολλών ιεραρχημένων στρωμάτων και επιπέδων και πολλών αποφάσεων που άλλοτε είναι ρευστές και υπό διαμόρφωση και άλλοτε μόλις στα σπάργανά τους και εκκολαπτόμενες.

Αντί λοιπόν υποτακτικά οι αντιπρόσωποι ενός κράτους να υπογράφουν ό,τι τους δώσουν οι τεχνοκράτες ή τουλάχιστον πριν το κάνουν επιβάλλεται να εξαντλούν όλα τα διαπραγματευτικά τους όπλα σε πολιτικό επίπεδο. Αν και προσωπικά παγερά αδιάφορος με αυτό που ονομάζεται κομματική ζωή, μπορώ εν τούτοις να πω μετά βεβαιότητας ότι πριν τη συγκυβέρνηση του δευτέρου μνημονίου ο κυρίαρχος πολιτικός λόγος πρόδιδε γνώσεις επιπέδου πρωτοετούς φοιτητή πανεπιστημιακού τμήματος ευρωπαϊκών σπουδών. Το ίδιο ισχύει όταν η μείζονα αντιπολίτευση συμπορεύτηκε υπογράφοντας το δεύτερο μνημόνιο. Είναι φανερό σε ποιούς απευθυνόταν το «διάγγελμα του δεκαεξάχρονου» (http://www.ifestosedu.gr/110dekaexaxronos.htm) όταν σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια επιχειρήθηκε να πείσει ότι υπάρχει μεγάλο περιθώριο διαπραγματεύσεων. Μεγάλο πεδίο πολιτικής δράσης που έπρεπε να εξαντληθεί πριν η αντιπολίτευση υποκύψει στις πολιτικές ύφεσης που η ίδια στηλίτευε.

Η λογική της τότε συγκυρίας καλούσε για εκλογές άμεσα και αμέσως μετά ο νέος πρωθυπουργός να σήκωνε τη σημαία του ευρωπαϊκού πολιτικοοικονομικού ορθολογισμού. Τη σημαία της ευρωπαϊκής διακρατικής δημοκρατίας, της ορθολογικής οικονομικής διακυβέρνησης και της αντιμετώπισης των διεθνικών χρηματοοικονομικών θηρίων.

Για να γίνει αυτό όμως, απαιτούσε συγκρότηση πολιτικής στρατηγικής και αξιόπιστο ευρωπαϊκό πολιτικοστοχαστικό λόγο. Αν μια πολιτική ηγεσία δεν διαθέτει τέτοιο λόγο, είναι κατιτί που δεν κρύβεται. Την αλήθεια λέμε αν υποστηρίξουμε πως ο δικομματισμός που κυβερνούσε τις δύο τελευταίες δεκαετίες στερείτο ενός τέτοιου λόγου.

Μετά την υπογραφή του δεύτερου μνημονίου όλοι μαζί ως χορωδία προπαγανδιστών επιδόθηκαν στην πολιτική τρομοκρατία και κινδυνολογία περί μη πληρωμής «μισθών και συντάξεων». Ως και το Ελληνικό κράτος να μην υπήρχε, ως και οι Έλληνες να μην συνέχιζαν να δουλεύουν και να παράγουν, ως και το κράτος να μην είχε έσοδα και ως και να ήταν τόσο εύκολο ένα μέλος της ΕΕ να αφεθεί να καταρρεύσει.

Επιδεικνύοντας ολιγωρία έσπευσαν να υπογράψουν ό,τι τους επέβαλλαν οι τεχνοκράτες. Δεν αξίωσαν μια αναζήτηση των αιτίων σε πανευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και δεν αξίωσαν άμεση απαλλαγή από επαχθή και καταχρηστικά χρέη που δημιουργήθηκαν τα δύο τελευταία χρόνια. Ακολούθησαν τον εύκολο δρόμο της απάθειας, της υποταγής και της υποτέλειας. Ουσιαστικά, καμιά διαπραγμάτευση.

Οι μεταστροφές πολλών ικανών ανθρώπων στον περίγυρο αυτού του συστήματος κατέδειξε ότι από τους ανθρώπους κανείς μπορεί να περιμένει οτιδήποτε. Δεν το λέω αφοριστικά. «Ανθρώπινα όλα αυτά», θα έλεγε ο Κονδύλης. Αναμενόμενα, θα έλεγα εγώ, όταν η πολιτική έχει ροκανιστεί: Όταν πολιτικοστοχαστικά αποδυναμωθήκαμε, όταν κυριάρχησαν αναρριχητικές νοοτροπίες, όταν οι πελατειακές δομές οργίασαν και όταν η πολιτική μετατράπηκε σε ένα καλάθι σάπιων μήλων μέσα στο οποίο όσα νέα μήλα έμπαιναν σάπιζαν. 

Παρενθετικά μια μόνο λέξη για το ζήτημα της κοινωνικής συνοχής. Η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων τον περασμένο Ιανουάριο και Φεβρουάριο θα δεχόταν βασικά οποιοδήποτε μέτρο θα διασφάλιζε τη δημοκρατία τους, την εθνική τους ανεξαρτησία και την πολιτική τους ελευθερία. Μέτρα που θα συνοδεύονταν όπως είναι φυσικό από διασφάλιση του ελάχιστου της διαβίωσης των πολιτών, εγγυήσεις πως κανείς δεν θα ενοχλήσει τις χειμαζόμενες επιχειρήσεις και πως κανείς δεν θα θίξει τα ελληνικά νοικοκυριά. Όλοι αυτοί πριν τα λάθη των πολιτικών του δικομματισμού, ζούσαν φυσιολογικά, δούλευαν, παρήγαγαν, επένδυαν και ήλπιζαν σε ένα καλύτερο μέλλον. Ένας κοινωνικοπολιτικά αξιόπιστος λόγος, λοιπόν, λογικό είναι ότι θα είχε μεγάλη απήχηση. Το αντίθετο συνέβηκε: Γεννήθηκε ένα νέο πολιτικό σπορ, η κινδυνολογία και η πολιτική τρομοκρατία. Στρατιές κινδυνολόγων δικαιολογούσαν την έντρομη υποταγή στους ανεξέλεγκτους τεχνοκράτες.

Για να επανέλθουμε στην ΕΕ, η πολιτική συμπεριφορά όλων των παρατάξεων εξουσίας μετά το 2009 καταμαρτύρησε την πολιτική και στοχαστική ανημποριά της συντριπτικής πλειονότητας του πολιτικού της προσωπικού. Ακόμη και από άτομα που δεν θα το ανέμενε κανείς, καθότι, τυπολογικά μιλώντας έπρεπε να διαθέτουν στοιχειώδη τουλάχιστον γνώση.  

          Έπρεπε να γνωρίζουν ότι η δομή, η φυσιογνωμία, οι πολιτικές λειτουργίες και οι θεσμικές δομές επιτρέπουν σε ένα μικρό κράτος-μέλος της ΕΕ να επιτύχει το μέγιστο των σκοπών του. Βασικά, σε κανέναν άλλο διεθνή πολιτικό χώρο δεν υπήρξε ποτέ μια τέτοια κατάσταση όπου για έναν αριθμό σημαντικών λόγων τα λιγότερο ισχυρά κράτη έχουν πολλές ευκαιρίες να λειτουργούν ισότιμα με τα μεγαλύτερα.

Ανά πάσα στιγμή τους προσφέρεται η δυνατότητα να αναπτύξουν πολιτική και διπλωματική δραστηριότητα τα όρια της οποίας είναι μόνο ο ουρανός. Το πεδίο πολιτικής δράσης είναι απέραντο: Χιλιάδες θεσμοί, συζητήσεις, αποφάσεις, συμπλεκόμενες πολιτικοστρατηγικές σκοπιμότητες, ρευστές εισροές εθνικών συμφερόντων και εθνικών θέσεων που συναρτώνται με την εσωτερική πολιτική κάθε κράτους-μέλους και αναρίθμητες ομάδες πίεσης (Για μια συναφή ανάλυση συναρτημένη με το «Γερμανικό Ζήτημα» και αναρτημένη στο διαδίκτυο βλ. http://www.ifestosedu.gr/111GermanikoEE.htm).

Στο πεδίο της ΕΕ οι δυνατότητες πολιτικής δράσης για να εξυπηρετηθούν τα εθνικά συμφέροντα ενός κράτους είναι πρακτικά ανεξάντλητες. Δεν είναι ένας χώρος αλτρουισμού και χαριτολογιών. Είναι ένας χώρος σκληρών διαπραγματεύσεων. Αν συμμετέχεις είτε εισέρχεσαι μέσα σε αυτή την αρένα ή απέχεις και χάνεις.

Μόνο ανήμποροι πολιτικοί ηγέτες κρατών-μελών σπεύδουν απνευστί να υποκύψουν σε εντολοδόχους γραφειοκρατικές λογικές προσερχόμενοι στη συνέχεια στη χώρα τους ως πολιτικοί τρομοκράτες επιβολής ανορθολογικών οικονομικών αποφάσεων. Από εντολείς των τεχνοκρατών γίνονται έτσι εντολοδόχοι των τεχνοκρατών ή πιο δραστήριων κρατών που επιβάλλουν τα συμφέροντά τους.

Μια εύλογη θέση είναι ότι ποτέ και κανείς δεν μπορεί να επιβάλει σε ένα κράτος μιας επαχθή πολιτική ή οικονομική απόφαση, αν οι αντιπρόσωποί του λειτουργούν αποτελεσματικά στην ΕΕ. Αυτό όμως απαιτεί γνώση της ευρωπαϊκής πολιτικής, θάρρος, ικανότητα ανάληψης πρωτοβουλιών και ικανότητα ανάληψης λελογισμένου πολιτικού ρίσκου. Για έναν ακόμη λόγο, το σύστημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι θετικά ευάλωτο στην πολιτική βούληση των μελών του. Ουσιαστικά, όσο αυτό συμβαίνει τόσο περισσότερο αναδεικνύεται ο θετικός ρόλος της ΕΕ στη ζωή των Ευρωπαίων και όσο αυτό δεν συμβαίνει αναδεικνύεται το αντίστροφο.

Όταν ένα κράτος-μέλος εμφανίζεται με σημαία τα εθνικά του συμφέροντα, με συγκροτημένη ευρωπαϊκή στρατηγική πειθούς και με ορθολογιστικές πολιτικές και οικονομικές θέσεις δύσκολα μπορούν να απορριφθούν οι προτάσεις του. Στη χειρότερη περίπτωση δεν θα συνυπολογιστούν πλήρως αλλά δεν θα αγνοηθούν τα ζωτικά συμφέροντα. Η αντίθετη στάση είναι πάντα καταστροφική: Οι τεχνοκράτες παίρνουν το πάνω χέρι, οι ηγεμονικές στάσεις κυριαρχούν, οι διεθνικοί δρώντες οργιάζουν και το παραπαίων κράτος συμβάλλει στη διολίσθηση της ίδιας της ευρωπαϊκής πολιτικής σε ανορθολογικούς προσανατολισμούς.

Υπάρχουν ακόμη αισθητικά και ψυχολογικά κριτήρια και παράγοντες που μια διπλωματία ποτέ δεν παραμελεί. Είτε αυτό οφείλεται σε ρητορεία είτε επειδή πολλοί το πιστεύουν, δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια να μην ακουστεί θετικά μια ορθολογιστική θέση των αντιπροσώπων ενός κράτους. Αυτό ισχύει όλως ιδιαιτέρως όταν πασίδηλα υπονομεύεται οτιδήποτε λέγεται -ενίοτε ρητορικά και υποκριτικά, δεν αντιλέγω, πλην αυτό μετράει πολιτικά, αν κανείς το εκμεταλλευτεί- και πράττεται στην Ευρώπη μετά το 1945. Αν κανείς το γνωρίζει -και εάν είναι «ηγέτης» φροντίζει να διαθέτει ικανούς συμβούλους για να τον ενημερώνουν-, μπορεί να το υπενθυμίζει με σκληρό τρόπο σε όσους εκτρέπονται. Στη φαρέτρα μας διαθέτουμε χιλιάδες τέτοιες δηλώσεις, θέσεις και αποφάσεις που αφορούν την «ευρωπαϊκή ιδέα», τους συχνά διακηρυγμένους «υψηλούς σκοπούς» της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και τη σκοπιμότητα ύπαρξης συγκεκριμένων πολιτικών και οικονομικών προσανατολισμών.

Στο ίδιο πλαίσιο υπάρχουν και τα λάθη και οι παραλείψεις των κοινοτικών αποφάσεων τις οποίες πολλοί αρμόδιοι συχνά ομολογούν. Σε μια διαπραγμάτευση δεν έχεις παρά να τους τα υπενθυμίζεις. Όλοι γνωρίζουν τα φρικτά λάθη της ΟΝΕ μετά το 1992 και αν τους τα υπενθυμίσεις δύσκολα θα το αρνηθούν. Συχνά εξάλλου τα ομολογούν δημόσια και οι ίδιοι. Αν ένας αντιπρόσωπος ενός κράτους διαθέτει στοιχειώδεις διαπραγματευτικές ικανότητες τα επισημαίνει και αρνείται να αποδεχθεί τις αρνητικές συνέπειες που τον πλήττουν (βλ. πιο πάνω παραπομπή σε ανάλυση του «Γερμανικού ζητήματος» και τη δημιουργία της ΟΝΕ).

Για αυτό το ζήτημα, για αυτές τις παραλείψεις και για αυτά τα ολέθρια λάθη διόλου παράδοξα κανείς μπορεί να βρει πολλούς συμμάχους ακόμη και στην ίδια τη Γερμανία. Στη Γερμανία και σε άλλα κράτη διαρκώς συγκροτούνται και ανασυγκροτούνται συγκλίσεις ρευστών και μονιμότερων συμφερόντων, διαρκώς συντελούνται ορατές και αόρατες διαπραγματεύσεις, διαρκώς διασυνδέονται ζητήματα ποικίλων ιεραρχιών και προτεραιοτήτων και διαρκώς αποκρυσταλλώνονται αποφάσεις που βλάπτουν ή ωφελούν ανάλογα με το κατά πόσο είσαι απαθής ή ενεργητικός συντελεστής του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος.

Χαρακτηριστικά τη στιγμή που γράφω  αυτές τις γραμμές και χωρίς να προκρίνω το αποτέλεσμα ακούεται ότι ένας ή περισσότεροι ηγέτες ενδέχεται να αποστείλουν επιστολές σε ευρωπαίους ομολόγους τους επικαλούμενοι την αντί-μνημονιακή λαϊκή ετυμηγορία. Χωρίς να προκρίνεται το αποτέλεσμα -και χωρίς να μπορεί κανείς να δει μια τέτοια κίνηση μεμονωμένα και μη ενταγμένα σε μια συνολική πολιτική στρατηγική- ως προσέγγιση βρίσκεται στον σωστό προσανατολισμό. Ένα κράτος πάντα κερδίζει όταν οι αντιπρόσωποί του επικαλούνται την κοινωνική βούληση, τη λαϊκή ετυμηγορία και τις αρχές πάνω στις οποίες πρέπει να εδράζεται το κοινοτικό σύστημα. Είναι αμέτρητες οι φορές προσαρμογής όλων των υπόλοιπων κρατών όταν επί σημαντικών ζητημάτων η λαϊκή ετυμηγορία σε ένα κράτος-μέλος επιτάσσει το αντίθετο. 

Η επιβίωση της ΕΕ συναρτάται, βασικά, με το κατά πόσο θα συνεχίσει να λειτουργεί ως ένα πλουραλιστικό σύστημα ανεξαρτήτων κρατών όπου η κυριότερη ιδιομορφία είναι η ισοτιμία μεταξύ των κρατών-μελών και η υιοθέτηση αποφάσεων που εξυπηρετούν τα εθνικά συμφέροντα των κρατών. 

Αν ένα μικρό κράτος πείσει για τον ορθολογισμό, τη δημοκρατική νομιμοποίηση και την πολιτικοοικονομική σκοπιμότητα μιας τέτοιας θέσης δύσκολα μπορεί να μην τύχει ευνοϊκής αντιμετώπισης.

Πιο σημαντικό βέβαια είναι όχι μόνο το καλοπροαίρετο ανέμισμα βάσιμων επιχειρημάτων αλλά και η συγκρότηση συμμαχιών με κράτη ή ομάδες που έχουν τα ίδια συμφέροντα. Στην ΕΕ αυτή είναι μια αδιάλειπτη πρακτική. Η ΕΕ είναι ένα μεγάλο και ιδιόμορφο πεδίο διαρκών συγκλίσεων και «συγκρούσεων» συμφερόντων, διασυνδέσεων συμφερόντων και διατύπωσης ρητορικών και υποκριτικών τοποθετήσεων για να επηρεάσουν τις συμπεριφορές των άλλων. Επειδή για διακρατική πολιτική μιλάμε, λογικά αυτό συμπεριλαμβάνει μπλόφες, εξαπατήσεις, αλλαγή φίλων και εχθρών, εκφοβιστικές δηλώσεις και ενέργειες για αποτροπή λήψεως αποφάσεων και μετατροπής των υπερεθνικών οργάνων σε εξαρτημένες μεταβλητές συγκεκριμένων συμφερόντων. Αναρίθμητοι θεσμικοί και άλλοι παράγοντες περιφέρονται ενώνοντας ή κόβοντας νήματα.

Αν οι αντιπρόσωποι ενός κράτους δεν γνωρίζουν, φοβούνται, δεν αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και ρίσκα και αν απαθώς περιμένουν τους εντολοδόχους τεχνοκράτες να τους πουν τι να αποφασίσουν δεν τους αξίζει να κατέχουν δημόσιες θέσεις ευθύνης. Εν τέλει, σε ένα τόσο διακρατικό, διεθνικό και υπερεθνικό λαβύρινθο πολλών επιπέδων και πολλών στρωμάτων, η δημοκρατία, η ευημερία και η ελευθερία ενός κράτους-μέλους δεν σερβίρεται στο πιάτο αλλά κερδίζεται με αδιάκοπες στάσεις και συμπεριφορές συμβατές με το εθνικό  συμφέρον.

Για όσους κόπτονται «για την Ευρώπη» τέτοιες ορθολογιστικές στάσεις συμβάλουν και στη δημιουργία ενός πιο ορθολογιστικού ευρωπαϊκού πολιτικού περιβάλλοντος και το αντίστροφο. Τέτοιες σκέψεις, όμως, είναι δύσκολο να γίνουν αν ένα μυαλό πλημμυρίζει με κοσμοπολίτικες και διεθνιστικές ασυναρτησίες για μια Ευρώπη που ποτέ δεν υπήρξε και που ποτέ δεν θα υπάρξει. Στο πεδίο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μπορεί να υπάρξει μόνο μια «Ευρώπη των πατρίδων». Η ΕΕ μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να αναπτύσσεται μόνο εάν εδράζεται πάνω στα εθνικά συμφέροντα και μόνο εάν οι αποφάσεις συνεκτιμούν όλα τα συμφέροντα.

Η ισορροπία συμφερόντων είναι το σημαντικότερο ζήτημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η ανισορροπία οδηγεί σε αστάθεια και εκτροχιασμό. Αυτό βασικά βλέπουμε τώρα ως αποτέλεσμα του άνισου ανταγωνισμού λόγω νομισματικής ένωσης που δεν πρόβλεψε τρόπους αλληλεγγύης, δημοσιονομικές προσαρμογές και διορθωτικά μέτρα που διασφαλίζουν μια ισόρροπη ανάπτυξη.  

Τώρα, βέβαια, η πρόσφατη δική μας πολιτική τρομοκρατία για να δικαιολογήσει την πολιτική και διαπραγματευτική ανημποριά κινδυνολογεί περί εκδιώξεων από το ευρώ, εξόδου από την ΕΕ και άλλα κουφά, τρελά και ανήκουστα που μόνο στην Ελλάδα μπορούν να λέγονται. Και όταν εδώ λέγονται λογικό είναι όσοι θέλουν να καθυποτάξουν την Ελληνική κοινωνία να αρχίζουν να απειλούν με το ίδιο νόμισμα (οι ίδιοι τεχνοκράτες ή εκτροχιασμένοι πολιτικοί ηγέτες που μόλις χθες έλεγαν το αντίθετο προειδοποιώντας για τις καταστροφικές συνέπειες μιας Ελληνικής πτώχευσης).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ΕΕ κρέμεται από μια τρίχα. Οι πολιτικοί μας ηγέτες με τις ανορθολογικές στάσεις τους τα δύο τελευταία χρόνια δεν έβλαψαν μόνο τους Έλληνες πολίτες. Συμβάλλουν στο περαιτέρω ροκάνισμα και στη διαφθορά των θεμελίων του εγχειρήματος της ΕΕ. Ας είχαν τουλάχιστον ως υπέρτατο κριτήριο των αποφάσεών τους το συμφέρον των Ελλήνων πολιτών. Τα κατά συνθήκη ψεύδη, οι σπουδαιοφανείς κινδυνολογίες και τα περιττά συνθήματα ευρωπαϊκής πίστης και νομιμοφροσύνης πέραν του ότι βρίσκονται εκτός κλίματος στην Ευρώπη προκαλούν, επιπλέον, σοβαρές ζημιές στα συμφέροντά μας και θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωση της Ελληνικής κοινωνίας.      

 

9.5.2012

 

* Ο Παναγιώτης Ήφαιστος,  www.ifestosedu.gr, Π. Ήφαιστος – P. Ifestos, www.ifestosedu.grinfo@ifestosedu.gr

Η Αριστερά και οι κρυμμένες αλήθειες

Η Αριστερά και οι κρυμμένες αλήθειες

 

Του Διονύση Τσακνή

 

Ε λοιπόν πόσο ειλικρινείς είμαστε και πόσο τάχα να κοστίζει η αλήθεια! Μερικές χιλιάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες ψήφων, είναι αρκετοί για να δώσουν ικανοποίηση στα επιτελεία της Αριστεράς, ή μήπως θα χρειαζόταν και το χειροκρότημα των αντιπάλων. «Μια ζωή παλεύουμε για να γίνουμε αρεστοί στα μάτια όσων δεν συμπαθούμε» είχε πει κάποτε ο Τσαρούχης  και είχε τελικά δίκιο.

Και τώρα, αφού οι έπαινοι και το χειροκρότημα κόπασαν, δίνοντας τη θέση τους στην αμφισβήτηση, την καχυποψία, ή στην καλύτερη των περιπτώσεων στον σκεπτικισμό ήρθε η ώρα να μιλήσουμε όπως μάς ταιριάζει. Η Αριστερά, δεν πρέπει να έχει άλλο λόγο, εκτός απ'  τον καθαρό, τον ευθύ και κυρίως τον ειλικρινή. Και αν φοβάται μήπως με το λόγο της αυτό, φοβίσει τον κόσμο, τότε ούτε Αριστερά είναι, ούτε μας χρειάζεται.

Ας αρχίσουμε απ' το ΣΥΡΙΖΑ, μια και το μεγαλύτερο ποσοστό κατέγραψε και πρόταση κατέθεσε για μια αριστερή διακυβέρνηση, με ή άνευ εισαγωγικών.

Ας υποθέσουμε πως όλοι στηρίζουμε τις βασικές κατευθύνσεις της πρότασής του, θα μας απαντήσει χωρίς μισόλογα, τι θα γίνει σε μια περίπτωση αποπομπής μας απ' την ΕΕ και το ευρώ; Έχει το θάρρος να πει πως ΝΑΙ, σε μια τέτοια περίπτωση, ΜΠΟΡΟΥΜΕ και χωρίς αυτά τα δεκανίκια; Έχει το θάρρος να δηλώσει πως ΣΙΓΟΥΡΑ θα υπάρξει πρόβλημα στα ταμεία του κράτους  μέχρι να ισορροπήσει το σύστημα με το όποιο νέο νόμισμα; Έχει τα κότσια να καλέσει το λαό σε μια ΠΕΡΗΦΑΝΗ φτώχεια για κάποιο διάστημα μέχρι, τα διεθνή μας ερείσματα (τα όποια τέλος πάντων υπάρχουν ή θα προκύψουν στην πορεία ) συμβάλλουν κι αυτά, (παράλληλα με τις δικές μας προσπάθειες και ριζικές αλλαγές) στην αποκατάσταση της ντόπιας αγοράς και των διεθνών εμπορικών μας σχέσεων (επάρκεια αγαθών , ενέργεια κλπ). Τολμάει να πει ότι ΔΕΝ φοβάται να χαρακτηριστεί ως το κόμμα της δραχμής, αν τελικά αυτή θα είναι η κατάληξη;

Καταλαβαίνει ο καθένας, πως οι απαντήσεις των στελεχών τους πως τίποτα τέτοιο δεν θα συμβεί διότι απλούστατα η ΕΕ θα φοβηθεί τους ενδεχόμενους τριγμούς από μια πιθανή αποπομπή της Ελλάδας, δεν είναι παρά, παλιομοδίτικοι και παλαιοκομματικοί βερμπαλισμοί ή ευσεβείς πόθοι. Πρέπει να απαντήσουν στην υποθετική, στην … ακραία  έστω, (κατά τη γνώμη τους) περίπτωση μιας πιθανής πτώχευσης, που θα έρθει ως αποτέλεσμα της σθεναρής τους τάχα στάσης απέναντι στους Ευρωπαίους.

Τι θλίψη η αποφυγή απαντήσεων σε τόσο κομβικής σημασίας ζητήματα! Οι εκλογές πλησιάζουν και οι απαντήσεις, μάς είναι απαραίτητες. Πολύ φοβάμαι πως δεν θα τις λάβουμε ποτέ.

Ή μήπως είναι ειλικρινής η ΔΗΜΑΡ του κυρίου Κουβέλη; Μέχρι σήμερα το πρωί η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πίστευε ότι θα συναινούσε σε μια κυβέρνηση «εθνικής» ενότητας. Το γεγονός πως εν τέλει αρνήθηκε, σημαίνει άραγε, ότι θα πράξει το ίδιο σε μια αντίστοιχη συνθήκη σε πολύ λίγο διάστημα; Και ακόμα,  πως δεν θα επικαλεστεί το συμφέρον τάχα του τόπου, υποκύπτοντας στις ορέξεις των ευρωπαϊστών συνομιλητών της; Μπορεί να απαντήσει μέχρι πού μπορεί να φτάσει υποχωρώντας διαρκώς, προκειμένου να υπερασπιστεί το ευρώ και την ευρωπαϊκή προοπτική που προτάσσει; Και αν ο δρόμος δείξει (που το δείχνει ήδη) πως η Ευρωπαϊκή αυτή προοπτική σημαίνει περισσότερα δεινά και φτώχεια, θα επιμείνει σ' αυτή; Είμαι έτοιμος να αναθεωρήσω την άποψή μου πως πρόκειται για έναν μεταμφιεσμένο σοσιαλδημοκράτη ή διαφορετικά για ένα πασόκ με πολιτική περιβολή, αν ακολουθήσει άλλον δρόμο.

Και το ΚΚΕ; Είναι αρκετή η δικαίωσή του για τις εκτιμήσεις του γύρω απ' το ρόλο της ΕΕ και του διεθνούς κεφαλαίου; Είναι αρκετή η συνέπειά του; Συνέπεια σε τι όμως; Συνέπεια στην απομόνωση και στην αποφυγή εμπλοκής, την ώρα που διαμορφώνονται οι συνθήκες προκειμένου να προωθηθούν οι  στρατηγικοί του στόχοι; Είναι επιστημονική ( ο Μαρξισμός είναι επιστήμη) η άρνησή του για συνεργασία με τις δυνάμεις των πραγματικά αριστερών συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που έχουν κοινούς στόχους; Μπορεί να πει γιατί δεν συμμετέχει σ' ένα διάλογο έστω, με τις υπόλοιπες αριστερές δυνάμεις  πέρα απ' την αστήρικτη άποψη ότι κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε απογοήτευση στους εργαζόμενους; Μια τολμηρή θέση του Β. Ι. Λένιν θυμίζω: «Θα συνεργαζόμουν και με το διάβολο αν χρειαζόταν», αλλά και μια ρήση του Ν. Ζαχαριάδη:  «Άλλο συνεργασία και άλλο ενότητα.» Για συνεργασίες μιλάμε λοιπόν, όχι για κομματικούς γάμους.

Η γνώμη του ΚΚΕ είναι πάντα χρήσιμη, γιατί οι αναλύσεις του γύρω απ' την πολιτική και οικονομική κατάσταση, δεν στερούνται  σοβαρότητας. Ας συμμετείχε λοιπόν σ' ένα διάλογο πιέζοντας ολοένα και πιο αριστερά τις δυνάμεις που ταλαντεύονται και αν στην πορεία  διαπίστωνε (πράγμα σφόδρα πιθανό) ότι η διολίσθηση βρίσκεται προ των πυλών, ας αποχωρούσε, ξεσκεπάζοντας το ρόλο των υποκριτών, έχοντας όμως αποκομίσει την εμπειρία της συνεργασίας και έχοντας ωφεληθεί απ' την ώσμωσή του και με άλλα στρώματα εργαζομένων.

Κυριακή κοντή γιορτή. Όλοι θα θερίσουν απ' την μέχρι τώρα πολιτική τους. Ανάλογα με τη στάση τους. Η διαφορά έγκειται, πως τίποτα δεν μπορεί να θεωρείται ως δεδομένο και αμετακίνητο.

ΠΗΓΗ: Πρώτη καταχώρηση: 11/05/2012, http://www.enikos.gr/ekloges-2012/42983,H_Aristera_kai_oi_krymmenes_alh8eies.html

ΕΙΣΟΔΟΣ «ΧΡ. ΑΥΓΗΣ» ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ: Πρώτες Σκέψεις

ΠΡΩΤΕΣ  ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΤΗΣ «ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ» ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ

 

Της Αγγελικής Φατούρου*

 

Την 9η Μαϊου, ημέρα της αντιφασιστικής νίκης των λαών στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, νίκη στην οποία τεράστια συμβολή είχε ο ελληνικός λαός [από την εποποιία της Εθνικής Αντίστασης και του ΕΑΜ, μέχρι το φόρο αίματος στα  στρατόπεδα συγκέντρωσης, τις μαζικές εκτελέσεις και τις σφαγές ολόκληρων πόλεων και χωριών από τους ναζί στο όνομα της «συλλογικής ευθύνης» – Καλάβρυτα, Δίστομο, Κάνδανος, Κομμένο, Χορτιάτης, Δοξάτο, κλπ], ελάχιστοι ασχολήθηκαν με αυτήν [δηλαδή την επέτειο της αντιφασιστικής νίκης], είτε γιατί θέλουν να την ξεχάσουν, είτε υπό το κράτος της απειλής εξάπλωσης νεοναζιστικών-φασιστικών αντιλήψεων στην ελληνική κοινωνία, με τη σαρωτική άνοδο των ποσοστών της Χρυσής Αυγής και την είσοδό της στη Βουλή στις εκλογές της 6ης Μάη.

Και αυτό όχι μόνον – και κυρίως – γιατί αποτελεί βαρύτατη προσβολή στην ιστορία, τους αγώνες και τις θυσίες του ελληνικού λαού,  αλλά γιατί πιθανόν προοιωνίζεται κινδύνους εκφασισμού, θυμίζοντας περιόδους Μεσοπολέμου και Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Δεν αναφέρομαι, βεβαίως, σε όλες εκείνες τις υποκριτικές φωνές, αστικών κομμάτων – ΜΜΕ – συνήθων αρθρογραφούντων στυλοβατών του συστήματος, που «ανακάλυψαν» δήθεν ξαφνικά το πρόβλημα, ενώ στην πραγματικότητα έχουν συμβάλλει καθοριστικά στη διόγκωσή του [είτε με τον ακραίο αντικομμουνισμό τους και την απόκρυψη ότι τον Χίτλερ στήριξε πρωτίστως η μεγαλοαστική τάξη και το γερμανικό κεφάλαιο – ανεξάρτητα αν η πλαισίωσή του συμπεριέλαβε  μεσοαστικά και εργατικά στρώματα, είτε με τη θεωρία των «κοκκινόμαυρων άκρων», είτε με τη σπεκουλαδόρικη πολιτική τους στο μεταναστευτικό, κλπ], αλλά σε κάθε καλοπροαίρετο δημοκρατικό και αριστερό πολίτη που διερωτάται για τις αιτίες εξάπλωσης του φαινομένου.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν,  να δούμε τις πρόδηλες «πηγές» τους. Αν μέχρι πρότινος κάποιοι απέδιδαν το πρόβλημα στο  Μεταναστευτικό και στη δραματική υποβάθμιση της ζωής – για έλληνες και μετανάστες – σε πολλές περιοχές του κέντρου της Αθήνας ή περιοχών της Δυτικής Αθήνας και Αττικής, θα έχουν βεβαίως εκπλαγεί με το γεγονός ότι η παρακρατική αυτή συμμορία παίρνει τεράστια ποσοστά ψήφων σε ΟΛΗ τη χώρα, ακόμη και σε περιοχές παραδοσιακά δημοκρατικές και αριστερές, ή σε περιοχές που δεν έχουν μετανάστες, ακόμη και σε περιοχές που έχουν πληρώσει φοβερό φόρο αίματος στην πρόσφατη ιστορία μας, όπως το Δίστομο και τα Καλάβρυτα.

Αν όμως συνυπολογίσουμε τη δραματική πληβειοποίηση μεγάλων τμημάτων νεολαίας και μικροαστών τα 2 τελευταία χρόνια [σαν αποτέλεσμα της βάρβαρης επέλασης των μνημονιακών πολιτικών αστικών κυβερνήσεων-ΕΕ-ΔΝΤ], αν λάβουμε υπ' όψη μας ότι οι ψηφοφόροι της είναι κυρίως άντρες 18-34 ετών, αν «διαβάσουμε» την ταξική διαστρωμάτωση της Β' Αθήνας και Β' Πειραιά όπου παίρνει και διψήφια ποσοστά, αν θυμηθούμε ότι η αριστερά έχει ελάχιστους έως μηδενικούς δεσμούς – προσωπικούς, πολιτικούς, ιδεολογικούς- με αυτά τα κοινωνικά τμήματα, η εικόνα αρχίζει σιγά-σιγά να ξεθολώνει.

Επειδή τυχαίνει, σαν εκπαιδευτικός δημόσιου εσπερινού ΕΠΑΛ της Δυτικής Αθήνας, να  συναντώ  εδώ και πολύ καιρό μπροστά μου το πρόβλημα, αντιλαμβάνομαι – όχι μόνο λόγω του θεωρητικού μου υπόβαθρου, αλλά και εντελώς πρακτικά – ότι τόσο οι αιτίες όσο και οι απαντήσεις-λύσεις δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντες, γιατί το φαινόμενο είναι πολυπαραγοντικό. Συνοπτικά οι παράγοντες  είναι: απότομη εξαθλίωση – πληβειοποίηση, καμιά προηγούμενη σχέση με την πολιτική, την αριστερά και το εργατικό κίνημα [συμμετοχή σε σωματείο, απεργία, διαδήλωση κλπ], χαμηλό μορφωτικό – εκπαιδευτικό επίπεδο [ανεξάρτητα από τη γνώμη που έχει για τον εαυτό του, πχ μπορεί να θεωρεί, καταναλώνοντας τα σκουπίδια του διαδικτύου, ότι είναι «ενημερωμένος» ή και ότι ξέρει πολλά], ανασφάλεια-απελπισία που αδυνατεί να μετατραπεί σε αγωνιστική διάθεση [και επενδύεται σε μούντζα-ανάθεση στους «μπράβους» της Χρυσής Αυγής να «καθαρίσουν» για τον ίδιο που αισθάνεται ανήμπορος να το κάνει], αντίληψη για την πολιτική σαν κάτι γενικά «κακό» που επομένως μπορεί να αντιμετωπιστεί με ένα άλλο «αντισυστημικό κακό» [κάτι σαν πόλεμος συμμοριών, επίσημων και ανεπίσημων] κλπ.

Εδώ αξίζει να αναλογιστούν τις ευθύνες τους, όσοι  αυτοαποκαλούμενοι αριστεροί ανέχθηκαν, αν δεν ταυτίστηκαν, με  τα ακραία μηδενιστικά φαινόμενα που εκδηλώθηκαν  το καλοκαίρι του 2011. «Να φύγουν όλοι, οι 300 στην κρεμάλα, έξω τα κόμματα και τα συνδικάτα, όλοι ίδιοι και πουλημένοι» κλπ. Ιδιαίτερα στην επίδραση που αυτά είχαν σε έναν απαίδευτο κόσμο, που αποκτούσε για πρώτη φορά σχέση με την πολιτική και τα κινήματα.

Βεβαίως, 35 χρόνια με κυρίαρχα τα αστικά ιδεολογήματα [λατρεία της ΕΕ, ατομισμός – απονέκρωση κάθε έννοιας συλλογικότητας και αλληλεγγύης,  προφητείες για το τέλος της ιστορίας, των ιδεολογιών και των μεγάλων αφηγήσεων, ολυμπιακοί αγώνες,  λατρεία ενός χυδαίου καταναλωτισμού κλπ] και με συνεχή πτώση [ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια των συνεχών αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση] του μορφωτικού φορτίου που απομένει σ' έναν 15χρονο ή 18χρονο – κυρίως σε αυτούς που δεν συνεχίζουν στα ΑΕΙ –  αλλά και με μια αριστερά που είχε πάψει προ πολλού να είναι νύχι-κρέας με τους λαϊκούς ανθρώπους, τους φτωχούς και κατατρεγμένους, σε εποχή παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης και διεύρυνσης της εξαθλίωσης, τέτοια φαινόμενα θα έπρεπε να αναμένονται, ίσως όμως εκπλήσσει η έκτασή τους, στο βαθμό που η αστική τάξη δεν έχει αποφασίσει ούτε εδώ ούτε πουθενά στην Ευρώπη [χωρίς αυτό και να αποκλείεται στο μέλλον] να επενδύσει κυριαρχικά σε τέτοιες πολιτικές μορφές ανοιχτού φασισμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι μέχρι σήμερα οι ακροδεξιές συμμορίες δεν δρούσαν, είτε σαν ανοιχτά παρακρατικές προβοκατόρικες ομάδες, είτε σαν μαφιόζοι που είχαν την ανοχή της αστυνομίας [και έτσι θα συνεχίσουν, εντείνοντας τη δράση τους όσο το λαϊκό κίνημα θα αναπτύσσεται]. Γενικά, όσο η ταξική πάλη οξύνεται είναι φυσικό – και έτσι συνέβη σε κάθε αντίστοιχη ιστορική περίοδο – τα πράγματα σε κάθε κοινωνία να πολώνονται. Πάντα υπάρχουν οι αγωνιζόμενοι και οι πουλημένοι. Απέναντι στη βία και την τρομοκρατία του φασισμού στο δεύτερο πόλεμο υπήρξαν σ' όλη την Ευρώπη και εδώ στην Ελλάδα εκείνοι που συμβιβάστηκαν ή συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, συμμετέχοντας σε κυβερνήσεις κουίσλινγκς [Τσολάκογλου] και σε τάγματα δοσίλογων.  Στην Παλαιστίνη, εκτός από τους αντάρτες και τις ένοπλες οργανώσεις που παλεύουν για την απελευθέρωση, υπάρχουν και δεκάδες χιλιάδες χαφιέδες των ισραηλινών κλπ. Ιστορικά  αποδεικνύεται ότι  όσο πιο δυνατό ήταν το κομμουνιστικό κίνημα, τόσο λιγότεροι οι χαφιέδες, οι κουκουλοφόροι καταδότες,  και το ανάποδο.

 Όσο η αριστερά και οι κομμουνιστές θα αδυνατούν να πλησιάσουν έμπρακτα αυτές τις κατηγορίες του λαού και να τις πείσουν, δίνοντας πραγματικές λύσεις στα προβλήματά τους, τόσο αυτοί που θα δραπετεύουν προς τον εχθρό, νομίζοντας μάλιστα ότι στρέφονται και κατά του πολιτικού συστήματος,  θα αυξάνονται. Όπως θα ήταν λάθος οι 450.000 έλληνες ψηφοφόροι  του ναζιστικού μορφώματος να καταταγούν σε καμιά μόνιμη τέτοια κατηγορία, έτσι θα ήταν και λάθος να υποτιμηθεί  η μόνιμη σχέση που έχουν αρχίσει να αποκτούν αρκετοί από αυτούς με ρατσιστικές – φασίζουσες αντιλήψεις.

Το σίγουρο είναι ότι η απάντηση στους προσωρινούς – θέλω να ελπίζω – ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής δεν μπορεί παρά να είναι πρωτίστως πολιτική [και όχι «στρατιωτική», όπως βλακωδώς κατά καιρούς διάφοροι με ευκολία προτείνουν], μορφωτική και διαφωτιστική, μέσα στο κίνημα και στους χώρους δουλειάς, στις γειτονιές, στα σχολεία και τις σχολές, συνδεδεμένη με  την πάλη για τα οικονομικά και πολιτικά δικαιώματα του λαού, στον ευρύτερο αγώνα για το σπάσιμο της κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας πλουτοκρατίας.

Υ. Σ.

 

Ειδικά σ' εμάς τους εκπαιδευτικούς πέφτει ένα μεγαλύτερο καθήκον όσον αφορά  στο διαφωτισμό, την ενημέρωση και την παιδευτική λειτουργία σχετικά με το συγκεκριμένο πρόβλημα. Απ' ότι μπορώ να γνωρίζω το φαινόμενο είναι διαδεδομένο στους μαθητές των Λυκείων [και όχι μόνον των ΕΠΑΛ], ακόμη και των Γυμνασίων, και μάλιστα όχι μόνο στις υποβαθμισμένες περιοχές του Λεκανοπεδίου Αττικής. Ας πάρουμε σοβαρές πρωτοβουλίες σύντομα, για να μην αφήσουμε τα παιδιά μας, στην πιο κρίσιμη ηλικία, να γίνουν βορά στα νύχια της ναζιστικής ακροδεξιάς.

 

* Η Αγγελική Φατούρου είναι Καθηγήτρια στο 1ο Εσπερινό ΕΠΑΛ Περιστερίου.

ΠΗΓΗ: Λαϊκός Δρόμος, εφημερίδα του Μ-ΛΚΚΕ, 12/5/2012.

Κατά βάθος λέει την αλήθεια ο Βαρουφάκης

Κατά βάθος λέει την αλήθεια ο Βαρουφάκης

 

Του Χρίστου Κατσούλα

 

Στην τελευταία του παρέμβαση ο καθηγητής Οικονομικών ξεκινά το ξήλωμα της προεκλογικής πολιτικής του Σύριζα, ή – αν μιλήσουμε αυστηρότερα – την καθέλκυσή του στο βούρκο της ευρωενωσιακής νομιμότητας. Εάν το σκαρί γείρει ή αντέξει, θα το μάθουμε εν καιρώ. Σύντομα ή αργότερα, εξαρτάται – κατά παραξενιά της ιστορίας – από τον Φώτη Κουβέλη. Αν δεν συγκροτηθεί μνημονιακή συγκυβέρνηση με την "αριστερά της ευθύνης", άμεσα θα λυθεί η απορία για το τι ακριβώς θα κάνει ο Σύριζα ως κυβέρνηση.

Ο Γ. Βαρουφάκης, προβάλει εδώ και δύο χρόνια, με πολύ πάθος, μια προβληματική πρόταση: Την κατάργηση των μνημονίων με την παράλληλη διαφύλαξη της χώρας στην Ευρωζώνη. Η ουσία της άποψής του συμπυκνώνεται στο τελευταίο του άρθρο: "Από την μία ο σεβασμός των όρων του Μνημονίου όχι μόνο δεν ενδείκνυται αλλά είναι ανέφικτος… Από την άλλη, η εγχώρια χρηματοδότηση των αναπτυξιακών και μεταρρυθμιστικών πολιτικών που είναι προαπαιτούμενο για την ανατροπή της Κρίσης είναι αδύνατη. Άρα, τι κάνουμε; Αν έχω δίκιο, η λύση είναι μία (αν και όχι απλή): Επαναδιαπραγμάτευση εντός του ευρώ".

Αν συγκρίνει κανείς τα λεγόμενα του καθηγητή, και ειδικά την "επαναδιατύπωση" των 5 σημείων του Σύριζα, με τις χθεσινές διατυπώσεις της επιστολής Τσίπρα, όσο και με τις δηλώσεις στο CNBC, θα αναρωτηθεί από πού προκύπτει το συμπέρασμα περί ξηλώματος της πολιτικής του Σύριζα. Οι τσιμπολογητές αποσπασμάτων και οι αναμένοντες δεξιό στραβοπάτημα για να κριτικάρουν εξ αριστερών, θα αναφωνήσουν "έλα μωρέ, τα ίδια λένε". Επαναδιαπραγμάτευση και όχι ακύρωση. Μέσα στο ευρώ. Ενιαία ευρωπαϊκή λύση στην κρίση χρέους.

Όμως δεν είναι έτσι. Ο Γ. Βαρουφάκης ξεκινά όντως από τις δύο παραδοχές του Σύριζα: κατάργηση μνημονίων με παραμονή στο ευρώ. Παρόλα αυτά τις ερμηνεύει με τέτοιο τρόπο, που τελικά ισχύει μόνο η δεύτερη παραδοχή: Παραμονή πάση θυσία, διότι η κατάργηση (για την ακρίβεια αλλαγή) των μνημονίων προϋποθέτει αφελείς προσδοκίες από την Ευρωπαϊκή ηγεσία.

Τι ακριβώς προτείνει ο κ. καθηγητής; Να αρνηθούμε την επόμενη δόση. Και να κάνουμε κουράγιο για 5-6 μήνες, μηδενίζοντας τα πρωτογενή ελλείμματα. Ο τρόπος μηδενισμού παραμένει μυστήριο, καθώς τόσο η από πάνω προς τα κάτω συμπίεση μισθών, όσο και η προκαταβολή φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ σε μια οικονομία στραγγαλισμένη, αποτελούν περισσότερο ακαδημαϊκή άσκηση παρά οικονομική πολιτική.

Κι άντε και δουλεύει η άσκηση. Αν δεν αλλάξει μυαλά η Γερμανική ηγεσία μέχρι το τέλος του 2012; Αν δεν μας συνδράμει η Γαλλική ηγεσία; Αν ο άνεμος που πνέει στην Ευρώπη καταλήξει σε έναν ακόμα σκληρό δημοσιονομικό συμβιβασμό; Και αν ο σκληρός πυρήνας της Ευρωζώνης μας δείξει την πόρτα εξόδου;

Η άρνηση της επόμενης δόσης, περιμένοντας να μας λυπηθούν οι ισχυροί της ΕΕ, οι ίδιοι που μας καταδίκασαν στην καθοδική υφεσιακή σπείρα ασφυξίας, μοιάζει με την απειλή των μικρών παιδιών: Δώσε μου ότι θέλω γιατί αλλιώς θα κρατήσω την αναπνοή μου μέχρι να σκάσω.

Το ενδεχόμενο να μας πουν "σκάσε", δεν υπάρχει για τον κ. Βαρουφάκη; Κι όμως θα έπρεπε.

Οι όροι εδώ είναι πρώτιστα πολιτικοί και δευτερευόντως οικονομικοί. Δηλαδή πολύπλευρη προετοιμασία του λαού, της εργατικής τάξης, των διεθνών αναφορών και σχέσεων, των ρωγμών και των χαραμάδων που αφήνει ο αντίπαλος, ώστε η ελληνική κοινωνία να αντέξει τη ρήξη.

Αν η πορεία προς μια ανυποχώρητη ακύρωση των μνημονίων συντελείται δίχως όρους, τότε η κυβέρνηση αριστεράς ή θα μεταλλαχθεί στο να εφαρμόζει πρόγραμμα Βενιζέλου – Κουβέλη (εφαρμογή μνημονίων μέχρι την απαγκίστρωση), ή θα χαροπαλεύει με έωλες ελπίδες σαν του Γ. Βαρουφάκη. Και τελικά θα καταρρεύσει.

Ο κ. καθηγητής παρόλο που έχει άδικο, στο βάθος λέει την αλήθεια. Στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, ένα τέτοιο πρόγραμμα Σύριζα με διαγραφή έστω και μέρους του χρέους, με καταγγελία των μνημονίων, με επαναφορά μισθών και συντάξεων, με δημόσιο έλεγχο στις τράπεζες, δεν μπορεί να υπάρξει. Πτωχευμένο δημόσιο χωρίς δημοσιονομική και νομισματική πολιτική στα χέρια του δεν μπορεί να ανακάμψει. Ο ίδιος ο κ. καθηγητής στο τέλος του άρθρου του με ταχυδακτυλουργικό τρόπο επαναδιατυπώνει τις πέντε προτάσεις του Σύριζα, τάχα συναινώντας σε αυτές, ενώ στην πραγματικότητα τις ανατρέπει εκ βάθρων.

Η αντίφαση ανάμεσα στην άρνηση των μνημονίων και στον έρωτα για την ευρωζώνη, αναγκαστικά θα οδηγήσει σε αδιέξοδο, με πιο πιθανή κατάληξη την αποβολή από το ευρώ. Αν υποθέσουμε ότι δεν θα υπάρξει κανένας συμβιβασμός με τα μνημόνια. 

Θα ήταν απείρως χρησιμότερο, προ της αποβολής να προηγηθεί η προετοιμασμένη (από τη μεριά της αριστερής κυβέρνησης) ρήξη. Αλλά παρακολουθώντας τους εκπροσώπους του Σύριζα – ακόμα και τους πιο σκληρούς – να ορκίζονται από τη μια ότι θέλουν να παραμείνει η Ελλάδα στο ευρώ και από την άλλη να δηλώνουν βέβαιοι ότι δεν πρόκειται να μας αποπέμψουν, αυτό το καθήκον κουκουλώνεται. Οπότε για να μην καταλήξουμε με τη σειρά μας να επικαλούμαστε τον "Θεό της Αριστεράς", χρειάζεται ένταση προετοιμασίας και παρέμβασης. Την πολιτική επιτυχία της κυβέρνησης της αριστεράς δεν την εγγυάται εκ των προτέρων κανείς. Την ολοκληρωτική εξόντωση όμως της χώρας και της κοινωνίας, την απεργάζονται ισχυρά επιτελεία. Το δίλημμα είναι μπροστά μας. 

 

ΠΗΓΗ: Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012, http://antapocrisis.gr/index.php/2012-04-24-19-38-44/item/154-yv

Σημεία ανάγνωσης των εκλογικών αποτελεσμάτων

Σημεία ανάγνωσης των εκλογικών αποτελεσμάτων

 

Του Στάθη Κουβελάκη

 

Τα σημεία ανάγνωσης των αποτελεσμάτων της εκλογικής αναμέτρησης της 6ης Μαϊου δεν στοχεύουν να δώσουν ούτε μιαν πλήρη εικόνα, ούτε μιαν ανάλυση των αποτελεσμάτων. Στόχος είναι να αναδείξει κάποιες πτυχές, ψηφίδες ουσιαστικά, μιας πολύπλοκης και αντιφατικής πραγματικότητας.

1. Το αυτονόητο: Τα μνημονιακά κόμματα καταβαραθρώθηκαν και μαζί με αυτά εκφράσθηκε, σχεδόν με μορφή δημοψηφίσματος, η απόλυτη αντίθεση του ελληνικού λαού στο Μνημόνιο και στα όσα έχουν προκύψει από αυτό, περιλαμβανομένης και της δανειακής σύμβασης του Φεβρουαρίου. Μάλιστα, η καταδίκη της πολιτικής που εφαρμόσθηκε αυτά τα δύο τραγικά από όλες τις απόψεις χρόνια ξεπέρασε κάθε φιλοδοξία των δυνάμεων, πολιτικών και κοινωνικών, που αντιτάχθηκαν στις μεθοδεύσεις του πολιτικού συστήματος και των «αγορών».

2. Το ενδιαφέρον: Τα ακραιφνώς νεοφιλελεύθερα κόμματα και πολιτικά μορφώματα δεν εκπροσωπούνται στην ελληνική Βουλή. Με άλλα λόγια, οι πολίτες της χώρας δεν απέλυσαν μόνο τον μάγειρα, απέρριψαν και τις συνταγές του.

3. Η διαφαινόμενη προεκλογικά τραμπάλα μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ και το σύστημα αερόσακων σωτηρίας δεν υπήρξαν αποτελεσματικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε διπλάσιους από όσους η ΔΗΜΑΡ από αυτούς που εγκατέλειψαν μαζικά το ΠΑΣΟΚ. Το γιατί, έχει ενδιαφέρον, αλλά ας απαριθμήσω λίγους παράγοντες χωρίς πολλά λόγια: Ο διφορούμενος πολιτικός λόγος, η αντιφάσεις των πολιτικών απόψεων, η ποιότητα του πολιτικού προσωπικού που ενσωμάτωσε από το ΠΑΣΟΚ, οι τριγμοί, αδρανοποιήσεις και απομακρύνσεις αξιόλογου κομματικού δυναμικού που διαπίστωνε ότι αυτό που οικοδομούσαν δεν αντιστοιχούσε σ' αυτό που σχεδιαζόταν: Το καράβι έγερνε μονόπατα, παρά τις κατά καιρούς διαβεβαιώσεις του καπετάνιου.

4. Το ΚΚΕ έχασε. Έχασε όχι μόνο την πρωτοκαθεδρία στο χώρο της αριστεράς, όχι μόνο την ευκαιρία να αναδειχθεί στον πρωταγωνιστή της λαϊκής αντίθεσης στις πολιτικές των τελευταίων χρόνων, έχασε εντός έδρας. Αν και το ποσοστό αυξήθηκε, το ΚΚΕ έχασε ψήφους που σε παραδοσιακές περιοχές δύναμής του φθάνουν το 5 ως 10% της δύναμής του στις προηγούμενες εκλογές. Δείτε τον αριθμό ψήφων σε Β Αθηνών και σε Β Πειραιά. Επί της ουσίας, εν καιρώ.

5. Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε. Και κέρδισε πανηγυρικά, τόσο που δεν το περίμενε. Και η ανατομία αυτής της νίκης υποδεικνύει τρεις βασικούς λόγους:

  • Πρώτον, στο ότι κατάφερε να συνδυάσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, με μεγάλη επιτυχία, παρά κατανοητές δυσχέρειες και στραβοπατήματα, τον κινηματικό με τον θεσμικό ρόλο. Και με τον τακτική αυτή μπόρεσε να διατηρήσει και την ενότητά του, παρά τους τριγμούς και τα κατά καιρούς ρήγματα, πείθοντας ότι εννοείέμπρακτατην ενότητα της αριστεράς, την ενότητα της διαφορετικότητας. Μπορεί να έχασε σε αποτελεσματικότητα, κέρδισε σε αξιοπιστία, και δεν είναι λίγο αυτό. Και αυτό του επέτρεψε να επιχειρήσει επιτυχώς τα επόμενα δύο σημεία.
  • Δεύτερον, ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε γιατίόρισε την ατζέντα των εκλογών. Μπόρεσε να καθορίσει το κρίσιμο ερώτημα στο οποίο κλήθηκε να απαντήσει το σώμα των πολιτών. Το ερώτημα των εκλογών ήταν το μνημόνιο, και παρέμεινε ως το μοναδικό θέμα της εκλογικής ημερήσιας διάταξης. Αλλά μια μονοθεματική ατζέντα με πολλά επιμέρους σημεία, κρίσιμα για τη ζωή του τόπου και των πολιτών του. Ουσιαστικά ένα θέμα που τα κάλυπτε όλα. Και αυτός ο καθορισμός της πολιτικής ατζέντας καθόρισε τις συντεταγμένες της εκλογικής διαμάχης και εν τέλει του αποτελέσματος. Μην υποτιμάται αυτή την διάσταση. Για μένα είναι η καθοριστική. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ετεροκαθορίστηκε στην πολιτική διαμάχη, δεν έσπευσε να απαντήσει στους άλλους, αλλά έθεσε ο ίδιος τα ερωτήματα που ήταν οι αγωνίες των πολιτών. Με άλλα λόγια, ηγεμόνευσε.
  • Τρίτον, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αρκέσθηκε να θέσει την ατζέντα των εκλογών. Έδειξε μια προοπτική επίλυσης του δράματος: την κυβέρνηση της αριστεράς ως αντίπαλο δέος των μνημονιακών – νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων. Με άλλα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ μπόρεσε να μετασχηματίσει την αγανάκτηση και την οργή σε ελπίδα, την απόρριψη σε θέση. Αυτό δηλαδή που ΚΚΕ και ΔΗΜΑΡ δεν μπόρεσαν ή δε θέλησαν να κάνουν.

6. Για να μείνουμε, όμως, στο θέμα της ατζέντας: Γιατί ΝΔ και επιφανή στελέχη του ΠΑΣΟΚ – και των γνωστών ΜΜΕ – προσπάθησαν να ορίσουν μια διαφορετική ατζέντα των εκλογών, την ατζέντα του Νόμου και της Τάξης. Οι μεταγραφές του δίδυμου των ακροδεξιών Βορίδη – Γεωργιάδη στη ΝΔ, η ενίσχυση του παραδοσιακά ακροδεξιού προφίλ της ηγεσίας της, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Χρυσοχοίδη και οι περιπολίες του με δημοσιογραφικές αποστολές στη νύχτα των γκέτο και της Χρυσής Αυγής, οι υγειονομικές βόμβες του Λοβέρδου, η καλλιέργεια του τρόμου δεν είχαν τα επιθυμητά για τους εμπνευστές τους αποτελέσματα: Απλώς νομιμοποίησαν τη ναζιστική Χρυσή Αυγή, την έκαναν να δείχνει ως εναλλακτική, ακραία ριζική και αποτελεσματική, απάντηση στην ατζέντα του φοβικού και απελπισμένου. Όσοι δεν κατανοούν ότι τα εφευρήματα του Χρυσοχοίδη πριμοδότησαν ευθέως τη Χρυσή Αυγή, φοβάμαι ότι δεν κατανοούν τα στοιχειώδη.

7. Την αναξιοπιστία του πολιτικού συστήματος συνόδευσε η αναξιοπιστία των «σοβαρών» ΜΜΕ. Στη θέση τους άνθησαν τα μπλογκς και οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης. Εκεί η πολιτική ανάλυση συνοδεύτηκε συχνά από διεισδυτικό και ανατρεπτικό χιούμορ, εξασφαλίζοντας για τις νεώτερες γενιές τουλάχιστον πηγές ενημέρωσης και πολιτικής σκέψης.

8. Στο κοινωνικό, τα αποτελέσματα των εκλογών υπογραμμίζουν τη διάλυση του «μεσαίου χώρου» και την εντεινόμενη πόλωση της κοινωνίας σε μια μάζα φτωχών και αδύναμων και σε μια ελίτ πλούσιων και ισχυρών. Η κατάρρευση του μεσαίου χώρου – μια κατάρρευση που σημειώθηκε παντού όπου εφαρμόσθηκαν αντίστοιχα προγράμματα – σχετίζεται ευθέως με την κατάρρευση του δικομματισμού, αλλά και με την προσπάθεια επιβολής της αυταρχικής ατζέντας στην προεκλογική διαμάχη. Από τον δικομματικό πολιτικό πυρήνα που εξασφάλιζε την αναπαραγωγή του μέσω της εναλλαγής των δύο στοιχείων – κομμάτων που τον αποτελούσαν, περνάμε σε ένα σύστημα πολιτικής πόλωσης: Δεξιά – Αριστερά, οι επιλογές φαίνονται να διαγράφονται με σαφήνεια και όσα πολιτικά κόμματα δεν το κατανοήσουν και προσπαθήσουν να καλύψουν το «κέντρο» μέλλουν να αναζητούν με αγωνία ψηφοφόρους στο μέλλον.

9. Με την έννοια αυτή, η μεταπολίτευση που βασίστηκε στο «όλοι δημοκράτες είμαστε» και «οι κακοί (χουντικοί) είναι φυλακή», όντως μας τελείωσε. Το ίδιο και η λαμπρή σταθερότητα της ελληνικής μικροαστικής τάξης.

ΠΗΓΗ: Τετάρτη, 09 Μαΐου 2012, http://antapocrisis.gr/index.php/2012-04-24-19-38-44/item/140-sk

Ο νεοδημαγωγός

Ο νεοδημαγωγός

 

Του Λευτέρη Κουσούλη

 

Η νεοδημαγωγία κατακλύζει το δημόσιο χώρο. Σε όλες τις εποχές της κρίσης, από καταβολής κόσμου, η δημαγωγία φουντώνει σαν δυνατός άνεμος. Ιδού και σήμερα ο νεοδημαγωγός επί σκηνής.

Αγέρωχος. Υψηλόφρων. Αυτάρεσκος. Υπεροπτικός. Υπερφίαλος και τυφώδης.    Ο νεοδημαγωγός εκφράζει και διεκπεραιώνει ένα κυνικό σχέδιο εξουσίας. Αδιαφορεί παγερά για τους ανθρώπους. Ως προ-ιστάμενος επί σκηνής διεκδικεί με κεκρυμμένη αδιαντροπία να ορίσει τις τύχες τους.

Ο νεοδημαγωγός είναι λαμπρός γνώστης των επιθυμιών, των αναγκών και των προσδοκιών των ανθρώπων. Αγωνιά να τους κατανοήσει. Αγωνιά να τους εκφράσει. Πασχίζει να τους φέρει στην εξουσία. Είναι ταγμένος στην υπηρεσία τους. Αυτός υπάρχει γι' αυτούς.

Κύριο εργαλείο του το Ψεύδος. Και το ψεύδος αυτό, κάθε αυθεντικός νεοδημαγωγός, το στηρίζει με αλήθειες. Περισσεύει στο λόγο του η αλήθεια. Αυτός ορίζει το περιεχόμενό της. Οργανώνει τη δημόσια έκφρασή της. Χρωματίζει την πραγματική της ουσία. Ο νεοδημαγωγός είναι παθιασμένος με την αλήθεια. Πλην όμως. Τη δική του αλήθεια. Η αλήθεια του νεοδημαγωγού ή οι αλήθειες του νεοδημαγωγού, δεν αποτελούν παρά μια στιγμή του ψεύδους του.

Ο νεοδημαγωγός δεν αναγνωρίζει κανόνες. Αυτός ορίζει τα πάντα. Αγνοεί τις συνθήκες. Νομοτελειακός εκφραστής της ανάγκης, οι συνθήκες θα τον υπακούσουν. Μπροστά του η πραγματικότητα δεν έχει δικαίωμα ύπαρξης. Αυτός ετάζει καρδίας και νεφρούς.

Ο νεοδημαγωγός αδιαφορεί για το μέλλον. Τον ενδιαφέρει το ένδοξο 24ωρο. Η παράσταση επί σκηνής. Οι άλλοι ως θεατές υπάρχουν γι' αυτόν. Δεν θέλει να γνωρίζει τη συνείδησή τους. Ο νεοδημαγωγός ένα μισεί: την ελευθερία. Όλα τα άλλα μπορεί να τα παλέψει. Ως ψευδής συνείδηση, μισεί κάθε ελεύθερη συνείδηση.

Ιδού, λοιπόν, και σήμερα ο νεοδημαγωγός επί σκηνής.Τον παρακολουθούμε με το αγέρωχο, υψηλόφρον και αλαζονικό ύφος του να διεκδικεί την απόλυτη κυριαρχία. Ο νεοδημαγωγός δεν είναι αφηρημένο πρόσωπο. Δεν περνάει κρυφά και ανώνυμα ανάμεσά μας. Κυριαρχεί επί σκηνής. Και μην ψάχνετε στην ιστορία. Είναι εδώ. Χαρακτηριστικός του ιδεότυπος ο Αλέξης Τσίπρας.

ΠΗΓΗ: "Σας στέλνω ένα κείμενο που αναρτήθηκε προχθές (9/5/2012) στο aixmi.gr. Λευτέρης Κουσούλης."

Εκλογικός σεισμός τα σάρωσε όλα

Εκλογικός σεισμός τα σάρωσε όλα

 

Του Γιώργου Δελαστίκ

 

Παρακολουθώντας κανείς τις δηλώσεις των πολιτικών αρχηγώνδιαπιστώνει ότι συμπεριφέρονται σαν να μην έχουν καταλάβει απολύτως τίποτα όχι απλώς από το μήνυμα των εκλογών, αλλά ούτε καν από τον τρομερό εκλογικό τεκτονικό σεισμόπου σάρωσε την Κυριακή τα πάντα και δεν άφησε τίποτα όρθιο στο πολιτικό σκηνικό της χώρας μας. Ανεξαρτήτως των ουσιωδών λεπτομερειών συγκρότησης κυβέρνησης, το θεμελιώδες είναι ότι καμιά κυβέρνηση δεν είναι δυνατόν να σταθεί, αν δεν λάβει υπόψη της το εντελώς διαφορετικό πολιτικό τοπίο που έχει διαμορφωθεί από την Κυριακή.

Οι αριθμοί των ψηφοφόρων που μετακινήθηκαν σε αυτές τις εκλογές προκαλούν ίλιγγο και αξίζει να σημειωθούν. Ελάχιστοι ίσως έχουν συνειδητοποιήσει ότι το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ, μέσα στα δυόμισι μόλις χρόνια που μεσολάβησαν από τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου 2009, έχασαν… 3.300.000 ψηφοφόρους! Το νούμερο φαντάζει απίστευτο, αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινό. Το ΠΑΣΟΚ έχασε 2.200.000 ψηφοφόρους – από 3.000.000 που είχε πήρε μόνο 830.000. Η ΝΔ έχασε 1.100.000 ψηφοφόρους. Είχε το 2009 περίπου 2.300.000 και πήρε τώρα μόλις 1.200.000.

Πρόκειται για πρωτοφανή μετατόπιση ψήφων με σοβαρότατες πολιτικές επιπτώσεις! ΠΑΣΟΚ και ΝΔ με αθροιστικό ποσοστό 77,4% το 2009 ήταν ένας παντοδύναμος συνασπισμός εξουσίας. ΠΑΣΟΚ και ΝΔ με ποσοστό… 32% (!) το 2012 είναι μια οικτρή μειοψηφία σε επίπεδο λαϊκής απήχησης, η οποία κατ' ουδένα τρόπο δικαιούται να έχει τον πρώτο λόγο στον σχηματισμό κυβέρνησης. Δύο αρχηγοί οι οποίοι οδήγησαν τα κόμματά τους κυριολεκτικά στο ναδίρ της εκλογικής τους επιρροής, οφείλουν πρωτίστως να προσαρμοστούν στο νέο ειδικό βάρος των πολιτικών σχηματισμών των οποίων ηγούνται. Μεγαλόστομες διακηρύξεις τους δεν προκαλούν πλέον σεβασμό ή δέος.

Έχουν συνειδητοποιήσει π.χ. στο ΠΑΣΟΚ ότι η διερευνητική εντολή που θα πάρει σήμερα ο πρόεδρός του Ευάγγελος Βενιζέλος έχει από πλευράς εκλογικού ποσοστού το ίδιο βάρος που είχε η ανάλογη εντολή η οποία είχε δοθεί το 1989 στον τότε γενικό γραμματέα του ΚΚΕ Χαρίλαο Φλωράκη; Ποσοστό 13,13% είχε τότε ο ενιαίος Συνασπισμός της Αριστεράς, ποσοστό 13,18% έχει σήμερα το ΠΑΣΟΚ! Δηλαδή… 0,05% περισσότερο! Αποθέωση των κομμάτων της Αριστεράς αποτέλεσαν τα αποτελέσματα αυτών των εκλογών.

Επί μισόν αιώνα και πλέον ο θρύλος για τις εκλογικές επιδόσεις της Αριστεράς συνίστατο στο 24,4% που είχε πάρει η ΕΔΑ το 1958. Την Κυριακή όμως τα τρία κοινοβουλευτικά κόμματα της Αριστεράς, από την κομμουνιστική έως τη ροζ εκδοχή της, συγκέντρωσαν το ποσοστό-ρεκόρ του… 31,37%! Ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε 16,78%, το ΚΚΕ 8,48% και η ΔΗΜΑΡ 6,11%. Ούτε στα πιο γλυκά της όνειρα η Αριστερά δεν μπορούσε να φανταστεί τέτοιο ποσοστό, συνοδευόμενο από τον απίστευτο για τον χώρο αυτόν αριθμό των περίπου… 2.000.000 ψηφοφόρων!

Δύο εκατομμύρια ψήφοι για την Αριστερά, όταν το ΠΑΣΟΚ μόλις ξεπέρασε τις 800.000 και η πρώτη ΝΔ δεν έφτασε τις 1.200.000, σηματοδοτούν εξαιρετικής σημασίας πολιτική νίκη για τα αριστερά κόμματα σε ό,τι αφορά την εκλογική τους επιρροή.

Σοβαρότατες ανακατατάξεις είχαμε και στον χώρο της Ακροδεξιάς, με εντυπωσιακή συνολική αύξηση του εκλογικού ποσοστού της κατά 4%, που ισοδυναμεί με 220.000 ψήφους, σε σχέση με το 2009.

Ενώ όμως το 2009 υπερτερούσε συντριπτικά η ήπια έκφρασή της (ο ΛΑΟΣ είχε 5,63% και 386.000 ψήφους, ενώ η Χρυσή Αυγή μόλις 0,29% και λιγότερες από 20.000 ψήφους), τώρα τα πράγματα γύρισαν εντελώς ανάποδα. Ο μεν ΛΑΟΣ έχασε το μισό ποσοστό του και έμεινε οριακά εκτός Βουλής με 2,93%  και 185.000 ψήφους, η δε Χρυσή Αυγή… υπερεικοσαπλασίασε (!!!) το ποσοστό της και τις ψήφους της! Πήρε 6,97%  και 440.000 ψήφους. Ριζική ανατροπή του ενδοακροδεξιού συσχετισμού δυνάμεων: Κοινοβουλευτική η Χρυσή Αυγή, εξωκοινοβουλευτικός ο ΛΑΟΣ!

 

Ψήφοι:  3.000.000 ΔΙΑΡΡΟΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ

 

Κολοσσιαίες διαστάσεις πήρε η διαρροή ψηφοφόρων από τα μνημονιακά κόμματα (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ αλλά και ΛΑΟΣ  που κανέναν δεν έπεισε η όψιμη στροφή του) προς τα κόμματα του αντιμνημονιακού στρατοπέδου. Έχασαν συνολικά 3.500.000 ψήφους – 3.300.000  ΠΑΣΟΚ και ΝΔ και 200.000 ο  ΛΑΟΣ. Από αυτά τα τριάμισι εκατομμύρια ψηφοφόρους μόνο 275.000 μετακινήθηκαν προς τα καθαρά φιλομνημονιακά κόμματα της Ντόρας και του Μάνου. Αν λάβει κανείς υπόψη του ότι υπήρξαν 6.325.000 έγκυρα ψηφοδέλτια, είναι εξόφθαλμο ότι τα 3.200.000 ψηφοφόροι που εγκατέλειψαν τα μνημονιακά κόμματα της συγκυβέρνησης είναι αυτοί που ανέτρεψαν εκ βάθρων το πολιτικό σκηνικό.

ΠΗΓΗ:  «Έθνος», Πέμπτη 10 Μαΐου 2012, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22792&subid=2&pubid=63655129

ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ;

ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ;

 

Tου Μίκη Θεοδωράκη

 

Πρώτον: Ο ελληνικός λαός είπε ένα ηχηρό ΟΧΙ στο Μνημόνιο και τις μνημονιακές πολιτικές δυνάμεις. Απέρριψε την πολιτική της λιτότητας και κυρίως αποδοκίμασε την παράδοση της Εθνικής Ακεραιότητας και Ανεξαρτησίας στους ξένους, ενέργεια πρωτοφανή και ατιμωτική για τον Λαό και την χώρα, που αγγίζει  τα όρια της εθνικής μειοδοσίας. Επομένως η τιμωρία δεν είχε μόνο οικονομικά κριτήρια αλλά προ παντός ηθικά και γι' αυτό το λόγο υπήρξε τόσο σκληρή.

Δεύτερον: Από την άλλη πλευρά δεν είπε ένα ολοκληρωμένο ΝΑΙ ούτε και στον ΣΥΡΙΖΑ που τον ξεχώρισε και τον ανέδειξε σε κύρια δύναμη μεταξύ των αντιμνημονιακών κομμάτων και κινημάτων. Ενώ στο ΟΧΙ υπήρξε απόλυτος, το ΝΑΙ του δεν ανέδειξε μια δύναμη είτε ένα σύνολο δυνάμεων σε αδιαμφισβήτητη κυβερνητική δύναμη.

Γιατί άραγε;  Η δική μου η άποψη είναι ότι τα κόμματα της ιστορικής-παραδοσιακής Αριστεράς – κι ανάμεσά τους κι ο ΣΥΡΙΖΑ – δεν καλύπτουν παρά ένα μονάχα μέρος της σύγχρονης πατριωτικής κοινωνικής Αριστεράς, που είναι γέννημα και δημιούργημα των νέων κοινωνικών σχέσεων που γεννήθηκαν ιδιαίτερα από την εποχή του Μνημονίου έως σήμερα. Η Σπίθα διέγνωσε την ύπαρξη αυτού του νέου κοινωνικο-πολιτικού χώρου που βασικά προέρχεται από τη διάλυση των δύο κομμάτων εξουσίας και έως ένα βαθμό προσπάθησε και κατάφερε να τα εκφράζει επιχειρώντας να τα εφοδιάσει με μια νέα σύγχρονη ιδεολογία και πολιτική. 

Εκτιμώντας τον χαρακτήρα της απελπισίας, της αγανάκτησης και της οργής αυτού του υπό διαμόρφωσιν προοδευτικού κινήματος, θέσαμε εξ αρχής στόχους προχωρημένους όπως αυτούς της καταγγελίας του Συστήματος Εξουσίας, της τελικής ρήξης μαζί του, της κατάκτησης της Εθνικής Ανεξαρτησίας και της εφαρμογής πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής.

Το Κ.Α.Π.- Σπίθα αναγνωρίζει τη σημασία του αγώνα και των επιτευγμάτων του ΣΥΡΙΖΑ που σε συνάρτηση με την καθίζηση των κομμάτων εξουσίας διανοίγει ασφαλείς προοπτικές Κυβερνήσεων της Αριστεράς και της Προόδου. Το γεγονός αυτό συνενώνει τον Κοινωνικό με τον Πατριωτικό χαρακτήρα του Παλλαϊκού Μετώπου που θα πρέπει να δημιουργηθεί, ώστε να μπορέσει να εκφράσει όλο το εύρος, τη θέληση, την αισιοδοξία και τη δύναμη του Πλειοψηφικού Πατριωτικού Κοινωνικού Μετώπου, το οποίο ελπίζουμε ότι στις νέες εκλογές θα είναι ικανό να διεκδικήσει και να αποσπάσει ένα ολοκληρωτικό ΝΑΙ.

Για την προοπτική αυτή δεν θα πρέπει να υπάρξει ούτε μια μέρα χαμένη. Ο Λαός μας θα πρέπει να πεισθεί το συντομότερο ότι είμαστε ικανοί να βγάλουμε τη χώρα απ' τη βαθειά κρίση και να τον οδηγήσουμε με σταθερό βήμα προς την ανάπλαση της ζωής του στηριγμένοι σ' ένα υπεύθυνο, μελετημένο και ρεαλιστικό πρόγραμμα διακυβέρνησης με Ενότητα στη βάση του Λαού.

Με αυτές τις προϋποθέσεις θα πάμε όλοι μαζί στις εκλογές με τη βεβαιότητα ότι θα νικήσουμε.

Το Κίνημα Ανεξάρτητων Πολιτών-Σπίθα καλεί όλες και όλους να προσφέρουν όλες τους τις δυνάμεις ώστε να επιτευχθεί αυτή η ιστορική προοπτική που διανοίγεται μπροστά μας.

 
Αθήνα,  9.V.2012
, Μίκης Θεοδωράκης

 

ΠΗΓΗ: http://www.spitha-kap.gr/el/articles/?nid=2486

Ρατσιστές vs ανθρωπιστές;

Ρατσιστές vs ανθρωπιστές;

 

Της Στεφανίας Λυγερού

 

Δεν είμαι ρατσίστρια. Πριν αρχίσει η δική μας χούντα στήριζα ένθερμα τον αγώνα της Παλαιστίνης, πήγα κιόλας και πάλεψα στο πλευρό τους ενάντια στη δική τους κατοχή, όπως επίσης πήγα και Κένυα, για να στηρίξω ηθικά τους ανθρώπους εκεί που ζουν στο όριο του θανάτου για να έχουν περισσότερα αυτοί οι ολίγοι που έχουν τα πάντα. Νοιάζομαι για τους λαούς, ακριβώς όσο και για τον δικό μου.

Το ότι αγαπώ όλους τους ανθρώπους όμως δεν σημαίνει ότι θα ανεχτώ οι σκοπιανοί να πάρουν το όνομα Μακεδονία, την ώρα που ξέρω ότι σκοπός τους είναι να επεκτείνουν τα σύνορα της χώρας τους!! Ούτε με βρίσκει σύμφωνη η κατάληψη της Θράκης από τους τούρκους – που βγάζουν και δήμαρχο -, τη στιγμή που ποτέ δεν έπαψαν να λιμπίζονται την χώρα μου!!

Οι αριστεροί ούτε το σκοπιανό το θεωρούν πρόβλημα αλλά και αποδέχονται την κατάληψη της Θράκης από τον εχθρό. Αυτό θεωρούν ότι είναι στα πλαίσια των ιδανικών του ανθρωπιστή;

Και πάμε στην αντίπερα όχθη τώρα.. Σ' αυτούς που για όλα φταίνε οι μετανάστες, οι οποίοι ήρθαν στη χώρα για να μας φάνε το ψωμί, αλλά και για να βιάσουν τις γυναίκες μας. Για τους ΧΑ δεν φταίει αυτός που τους βάζει στη χώρα, κερδίζοντας εκατομμύρια στην καμπούρα τους. Ούτε τους φταίει αυτός που στέλνει τους μετανάστες στη χώρα, με σκοπό να ρίξει το βιοτικό μας επίπεδο. Γι' αυτό, τον πραγματικό φταίχτη δεν τον πολεμάνε, πάνε και βαράνε τον φτωχό, τον πιο ανυπαίτιο, τον πιο αδύναμο. Κι εντάξει, πες ότι δεν μπορείς να τα βάλεις με τους προδότες γιατί έχουν ασυλία (χα, χα), πες ότι δεν μπορείς να τα βάλεις με τους δυνάστες γιατί είναι αόρατοι.. η αόρατος αρχή (χι, χι), γιατί παλικαρά μου δεν πας στη Θράκη να διώξεις πλακώνοντας στο ξύλο τον μετανάστη τούρκο, που ούτε φτωχός είναι αλλά/και έχει κάνει κατάληψη μιας ολόκληρης περιοχής της χώρας;;

Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι αυτός που τα βάζει με τον πιο αδύναμο, αντί με τον πραγματικό υπαίτιο, είναι η πιο κότα τρίλειρη. Καθώς επίσης κι ότι αυτός που ρίχνει ξύλο για να υπερισχύσει, χρειάζεται να επιβεβαιώσει στα μάτια του τον ανδρισμό του, γιατί του λείπει.

Ο βασικός λόγος που γράφω για το συγκεκριμένο ΜΕΓΑ ζήτημα όμως, δεν είναι για να εξοντώσω τους αριστερούς ή/και τους χρυσαυγήτες. Θα το καταφέρουν μια χαρά από μόνοι τους, τώρα που θα είναι και δίπλα-δίπλα στη βουλή. Το θέμα μου είναι οι άχρηστοι που έχουν πιάσει ρεζερβέ (και με τίποτα δεν αφήνουν) κάθε θέση εξουσίας σε τούτο τον τόπο!!

Θέτω λοιπόν το ζήτημα: Μιας και στα καίρια ζητήματα δεν μπορείτε να συμφωνήσετε για να πάρετε τελεσίδικη απόφαση, ΡΩΤΗΣΤΕ ΜΑΣ!!!! Δεν είναι απλό και άκρως δημοκρατικό; 

Αν μας ρωτήσετε θα βγάλετε εύκολα τελική απόφαση, αυτή της πλειοψηφίας. Εμείς θα την αποδεχτούμε ως τέτοια, αλλά – το σπουδαιότερο – εσείς θα απαλλαγείτε από κάθε ευθύνη.

Απλά ερωτήματα:

– Να επιτρέψουμε στα σκόπια να λέγονται Μακεδονία;

– Να επιτρέψουμε στους τούρκους την κατάληψη της Θράκης;

– Να απελάσουμε τους μετανάστες;

– Να φτιάξουμε ΑΟΖ;

– Να απαιτήσουμε τις γερμανικές αποζημιώσεις;

– Να ανήκει ολόκληρη η δημόσια περιουσία αλλά και η περιουσία της εκκλησίας, όχι μόνο τύποις αλλά και κατ' ουσίαν, στο λαό;

– Να αρνηθούμε το χρέος ως επαχθές;

– Να φτιαχτεί από την αρχή το Σύνταγμα;

– Να αρθεί η ασυλία των βουλευτών;

– Να πληρώνονται όσοι ασχολούνται με τα κοινά με τον ελάχιστο μισθό;

– Να μπορεί να ελέγχει κάθε Έλληνας πολίτης τον πάσα ένα που έχει αναλάβει μία εργασία για τη χώρα, και στην περίπτωση που δεν την κάνει καλά, να μπορεί να τον απολύει;

– Όσοι κυβέρνησαν από τη μεταπολίτευση και μέχρι σήμερα έχουν καταχραστεί δημόσιο χρήμα;

– Ποια θα πρέπει να είναι η τιμωρία τους;

– Αυτοί που παρέδωσαν την εθνική κυριαρχία της χώρας νοούνται προδότες;

– Ποια θα πρέπει να είναι η τιμωρία τους;

– Να αποφασίζουν οι Έλληνες πολίτες για κάθε πρόβλημα που προκύπτει στη χώρα;

 

(Όσο κι αν το τρενάρετε είναι μοιραίον κι αναπόφευκτον… Θα μας ρωτάτε και για να κλάσετε. Τελεία. Και.. Παύλα)

 

10-5-2012

Η ύστατη κραυγή πριν από την κοινωνική έκρηξη

Η ύστατη κραυγή πριν από την κοινωνική έκρηξη

 

Tου Σταύρου Λυγερού

 

Οταν έχει καταρρεύσει το μοντέλο πλασματικής ανάπτυξης της μεταπολιτευτικής περιόδου και το συναρτημένο ανομολόγητο κοινωνικό συμβόλαιο, ήταν αναπόφευκτο να καταρρεύσει και το κομματικό σύστημα που εξέφρασε και στηρίχθηκε από τα παραπάνω. Το εκλογικό αποτέλεσμα καταγράφει μια ανατροπή, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη. Με άλλα λόγια, η πολιτική-εκλογική αποδόμηση των κομμάτων που έχουν προσχωρήσει στο στρατόπεδο του Μνημονίου είναι τεραστίων διαστάσεων, αλλά δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.

Ο θριαμβευτής της κάλπης είναι αναμφίβολα ο ΣΥΡΙΖΑ. Προφανώς, ο τετραπλασιασμός του ποσοστού του δεν οφείλεται στην ελκτική δύναμη των θέσεών του, ούτε σε κάποια προεκλογικά μαγικά. Οι θέσεις του δεν έχουν αλλάξει ποιοτικά και τέτοια μαγικά δεν υπάρχουν. Οι ψηφοφόροι έχουν επίγνωση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διαθέτει ένα επεξεργασμένο ρεαλιστικό πολιτικό σχέδιο για να βγάλει τη χώρα από την κρίση. Τον επέλεξαν για να στείλουν και στις εγχώριες εξουσιαστικές ελίτ και στο ευρωιερατείο το μήνυμα ότι η ασκούμενη πολιτική καταστρέφει και την οικονομία και την κοινωνία. Είναι το μήνυμα που προσπάθησε πέρυσι να στείλει το κίνημα των «Αγανακτισμένων», αλλά βρήκε κλειστά αυτιά. Ουσιαστικά, η κραυγή της κάλπης είναι η ύστατη αντίδραση πριν τα απεγνωσμένα και καταστρεφόμενα μικρομεσαία στρώματα οδηγηθούν σε δυναμικές αντιδράσεις που μπορούν να πυροδοτήσουν μια τυφλή, βίαιη κοινωνική έκρηξη.

Το μείζον ερώτημα είναι εάν η νέα Βουλή είναι σε θέση να στηρίξει βιώσιμη κυβέρνηση. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν είναι οριστική η κατανομή των εδρών, αλλά τα δύο κόμματα εξουσίας μάλλον δεν θα έχουν αθροιστικά την αναγκαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Εκτός αυτού, ο κ. Βενιζέλος δήλωσε ότι θα συμπράξει μόνο εάν συνεργασθούν κι άλλα κόμματα, εννοώντας τουλάχιστον τη ΔΗΜΑΡ.

Ο νέος συσχετισμός δυνάμεων που ανέδειξαν οι κάλπες εγγράφεται σ' ένα ιδιότυπο πολιτικό πεδίο. Εκτός από την παραδοσιακή διαχωριστική γραμμή ευρύτερης Δεξιάς-Αριστεράς έχει προστεθεί και η νεοπαγής, αλλά ισχυρή διαχωριστική γραμμή που ορίζεται από τη στάση έναντι του Μνημονίου. Το φάσμα των αντιμνημονιακών δυνάμεων είναι άνετη πλειοψηφία, αλλά δεν έχουν ούτε τις προϋποθέσεις ούτε και τη διάθεση να δώσουν εναλλακτική λύση στο πρόβλημα της εξουσίας.

Με δεδομένα την άρνηση του ΚΚΕ να συμμετάσχει, την εξαίρεση της Χρυσής Αυγής, τη θέση του ΣΥΡΙΖΑ και του Καμμένου ότι δεν συζητούν λύση εντός του Μνημονίου, οι αριθμοί δεν βγαίνουν. Το πιθανότερο είναι ότι θα ασκηθούν ασφυκτικές πιέσεις στη ΔΗΜΑΡ (και σε όποιο ακόμα μικρό κόμμα περάσει το φράγμα του 3%) να συμπράξει στον σχηματισμό κυβέρνησης. Οι επόμενες ημέρες θα δείξουν εάν το εγχείρημα θα επιτύχει ή θα ξαναστηθούν υποχρεωτικά κάλπες υπό το κράτος των απειλών για ακυβερνησία και χάος.

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 10 Mαϊου 2012, http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_07/05/2012_440927