Η πολιτική ανυπακοή – Το δικαίωμα της αντίστασης

Η πολιτική ανυπακοή – Το δικαίωμα της αντίστασης

 

Του Σταύρου Τσακυράκη*

 

1. Αντιγόνη και Σωκράτης: δύο παραδειγματικές στάσεις

 

Το φαινόμενο της ανυπακοής σε επιταγές της εξουσίας που θεωρούνται άδικες είναι τόσο παλιό όσο η περίφημη ανυπακοή του Προμηθέως στην εντολή του Δία να μην αποκαλύψει στους ανθρώπους τη χρήση της φωτιάς.

Η Αντιγόνη του Σοφοκλή [1] αποτελεί ασφαλώς το πιο λαμπρό παράδειγμα πολιτικής ανυπακοής, ενώ αντίθετα στον Κρίτωνα του Πλάτωνος, ο Σωκράτης μας δίνει το πιο λαμπρό παράδειγμα υπακοής σε μια άδικη αλλά νομότυπη καταδίκη.

Τα δύο έργα επιδέχονται διάφορες αναγνώσεις και έχουν άλλωστε σχολιασθεί από επιφανείς διανοητές της ανθρώπινης σκέψης που έχουν επισημάνει πολύ πιο σύνθετα στοιχεία από την σχηματική αντιπαράθεση υπακοής και ανυπακοής στους νόμους. Ο Σωκράτης π.χ. είναι βέβαιο ότι σε άλλες περιστάσεις, πάλι με κίνδυνο της ζωής του, δεν δίστασε να αψηφίσει εντολές της πόλεως που θεωρούσε άδικες. Όπως έχει παρατηρήσει ο Γ. Βλαστός, στο Κρίτωνα το βασικό ζήτημα δεν είναι η ανυπακοή στους νόμους αλλά η άρνηση αποδοχής μιας πράξης ατιμωτικής, της δωροδοκίας των φρουρών, στην οποία ο Σωκράτης δεν μπορεί να συναινέσει [2].

Παρόλα αυτά, δεν είναι άτοπο να εξετάσουμε εδώ την Αντιγόνη και τον Σωκράτη ως δύο αντίθετες και παραδειγματικές στάσεις έναντι άδικων επιταγών της εξουσίας

Η Αντιγόνη παραβιάζει τις εντολές του Κρέοντος αντιτάσσοντας την υποχρέωση υπακοής της σε ένα αλλο, κατά τη γνώμη της, ανώτερο δικαιικό σύστημα.

«[Δεν] μπορούσα να φανταστώ ότι τα δικά σου κηρύγματα έχουν τόση δύναμη, ώστε μπορείς εσύ αν και θνητός να υπερνικήσεις τους άγραφους και ατράνταχτους νόμους των θεών. Γιατί δεν υπάρχουν αυτά σήμερα μόνο και χτες αλλά αιώνια ισχύουν…» [3].

Η ανυπακοή της γίνεται φανερά· στην προτροπή της Ισμήνης να κρατήσουν μυστικό το σχέδιό της απαντά: «Αλίμονο, λέγε το φανερά· πολύ πιο μισητή θα είσαι αν σιωπήσεις, αν σ' όλους δεν διαλαλήσεις τούτα εδώ» [4], με υπερηφάνεια, «από πού θα κέρδιζα ευγενέστερη φήμη παρά θάβοντας τον αδελφό μου;» [5], με γνώση και αποδοχή των συνεπειών της πράξης της, «θάναι ευτυχία για μένα αυτό να κάνω και μετά να πεθάνω» [6]. Η επιχειρηματολογία του Κρέοντος προβάλλει την διασφάλιση του κύρους της εξουσίας που, κατά τη γνώμη του, δεν μπορεί να ανεχθεί καμία ανυπακοή. «Αλήθεια, τώρα εγώ άντρας δεν είμαι, αυτή θα είναι άντρας, αν αυτή η νίκη της θα μείνει στο ενεργητικό της ατιμώρητη» [7 .

Η υπακοή στους νόμους και η πειθαρχία είναι απαραίτητα στοιχεία της σωστής διακυβέρνησης. «Από την αναρχία […] κακό δεν υπάρχει μεγαλύτερο.» [8]. Όσο και αν ο Σοφοκλής παρουσιάζει με πειστικότητα και τις δύο απόψεις δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι τη στάση της Αντιγόνης θαυμάζουμε και αυτή μας φαίνεται σωστή [9].

Αντίθετα στον Κρίτωνα μας φαίνεται σωστή η στάση του Σωκράτη που αρνείται την ευκαιρία ανυπακοής που του προσφέρεται για να διαφύγει τη θανατική καταδίκη που άδικα αλλά νομότυπα του επεβλήθη. Τι θα απαντήσουμε στους νόμους της πόλεως, όταν την ώρα που το βάζουμε στα πόδια, μας θέσουν αμείλικτα ερωτήματα όπως το εξής: «Φαντάζεσαι ότι μία πόλις μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μην ανατραπεί αν οι νομικές αποφάσεις που εκδίδονται δεν έχουν καμία δύναμη και μπορούν να ακυρωθούν και να καταστραφούν από τους πολίτες; Ήταν μέρος της συμφωνίας μας η ανυπακοή σου σε τυχόν λαθεμένες δικαστικές αποφάσεις, ή είχες συμφωνήσει ότι όλες οι αποφάσεις της πόλεως είναι δεσμευτικές; Δεν καταλαβαίνεις ότι αν δεν μπορείς να πείσεις πρέπει να κάνεις ό,τι σε διατάζει η χώρα σου και υπομονετικά να υποτάσσεσαι σε οποιαδήποτε τιμωρία σου επιβάλλει; Μολονότι οι εντολές μας δεν είναι ωμές διαταγές αλλά έχουν την μορφή προτάσεων και δίνουμε την επιλογή είτε να μας πείσει κανείς σε κάτι διαφορετικό είτε να κάνει ό,τι λέμε, εσύ ούτε υπακούς ούτε προσπαθείς να μας πείσεις να αλλάξουμε την απόφασή μας αν ήταν λάθος σε κάτι» [10].

Ο Σωκράτης δεν βρίσκει δικαιολογίες για την απόδρασή του από την άδικη καταδίκη. Τα επιχειρήματά του είναι υπέρ της υπακοής στα κελεύσματα της πόλεως.

 

2. Η αξίωση υπακοής της έννομης τάξης

 

Πώς μπορούμε άραγε να συμβιβάσουμε την συμπάθειά μας προς την Αντιγόνη με την επιδοκιμασία μας προς τη στάση του Σωκράτη; Είναι δυνατόν να αναγνωρίζουμε την καθολική υποχρέωση υπακοής ή εφαρμογής των νόμων και συγχρόνως να αποδεχόμαστε ορισμένες περιπτώσεις ανυπακοής και να αιτιολογούμε την ατιμωρησία; Η ενδεχόμενη αντίθεση μεταξύ μιας συλλογικής αντίληψης της δικαιοσύνης, που υποτίθεται ότι εκφράζει η έννομη τάξη, και της ατομικής ιδέας της δικαιοσύνης, φαίνεται κατ' αρχήν χωρίς περιθώρια συμβιβασμού.

Σε μία δημοκρατική κοινωνία η έννομη τάξη αποτελεί αξία καθεαυτήν. Η ίδια δε η έννοια της έννομης τάξης φαίνεται να αναιρείται χωρίς την υποχρέωση υπακοής στις επιταγές της. Ο Kant αρνούμενος το δικαίωμα αντίστασης εκφράζει αυτήν την ιδέα. «Δεν μπορεί να υπάρξει δικαιολογημένη αντίσταση από την πλευρά του λαού προς τη νομοθετική αρχή του κράτους.

Ένα κράτος δικαίου είναι δυνατό μόνον δια της υποταγής στην καθολική νομοθετική βούλησή του […]. Ο λόγος για τον οποίο αποτελεί καθήκον του λαού να ανέχεται ακόμη και ό,τι φαίνεται ως η πλέον αβάσταχτη κατάχρηση της ανώτατης εξουσίας είναι ότι είναι αδύνατον να νοηθεί ποτέ η αντίστασή του στην ανώτατη νομοθετική αρχή ως κάτι διαφορετικό από παρανομία και υπεύθυνο για την ακύρωση όλου του νομικού οικοδομήματος» [11]. Είναι προφανώς αντιφατικό, υποστηρίζει ο Kant, να προβλέπει η ίδια η έννομη τάξη τη δυνατότητα αντίστασης στις επιταγές της, διότι τότε αυτοαναιρείται ως υπέρτατη αρχή.

Βεβαίως ο συλλογισμός αυτός έχει βάση μόνον στην περίπτωση που η έννομη τάξη έχει δημοκρατική νομιμοποίηση. Σε ένα τυραννικό καθεστώς, που οι πολίτες αποκλείονται από τη νομοθετική διαδικασία, δεν τίθεται θέμα υποχρέωσης υπακοής σε μία ετερόνομη έννομη τάξη. Σε ένα τέτοιο καθεστώς, ο καθένας έχει δικαίωμα αντίστασης, δικαίωμα εξέγερσης.

Το στοιχείο της συναίνεσης είναι το πιο ισχυρό επιχείρημα στον Πλατωνικό διάλογο. Το δίλημμα που θέτουν οι νόμοι στον Σωκράτη, ή πείθεις για αλλαγή ή υπακούς, ταιριάζει σε μια δημοκρατική κοινωνία που υποτίθεται ότι εξασφαλίζει διαδικασίες διαλόγου και οι αποφάσεις της εκφράζουν τη θέληση της πλειοψηφίας.

Νομιμοποιείται όμως μια δημοκρατική κοινωνία να αξιώνει την πλήρη και τυφλή συμμόρφωση του πολίτη στις επιταγές της; Η θεμελίωση μιας τέτοιας αξίωσης δεν μπορεί παρά να ανάγεται στην ίση συμμετοχή όλων των πολιτών στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων και το σεβασμό της αρχής της πλειοψηφίας. Όμως ούτε η ίση συμμετοχή ούτε η αρχή της πλειοψηφίας ισοδυναμούν με την αυτονομία του πολίτη και επομένως δεν αποτελούν επαρκείς αιτιολογίες για την δέσμευση των πολιτών. Γι' αυτό άλλωστε στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες η πλειοψηφία δεν είναι παντοδύναμη αλλά περιορίζεται από αρχές που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα.

Νόμοι που αντίκεινται στους συνταγματικούς κανόνες και αρχές δεν είναι δεσμευτικοί για τον πολίτη, η δε ανυπακοή σε τέτοιους νόμους δεν αποτελεί νομική παράβαση.

Η αρχή της πλειοψηφίας είναι ένα χρήσιμο μέσο λήψης των αποφάσεων, ο καλύτερος διαθέσιμος τρόπος επιλογής μεταξύ εναλλακτικών λύσεων μέσα στα πλαίσια που διαγράφει το Σύνταγμα και η νομική δέσμευση στις επιλογές της εξαρτάται από τη συμβατότητά τους με τις γενικές συνταγματικές αρχές. Όμως και το περιεχόμενο των γενικών συνταγματικών αρχών επιδέχεται αμφισβητήσεις και διαφωνίες που ασφαλώς δεν αίρονται με καταμέτρηση ψήφων ούτε ακόμη με μια δικαστική απόφαση. Όσες π.χ. δικαστικές αποφάσεις και αν θεωρήσουν συνταγματικό το νόμο περί προσηλυτισμού δεν πρόκειται να με πείσουν ότι ο εν λόγω νόμος δεν περιορίζει ανεπίτρεπτα το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας.

Μπορεί βεβαίως να αντιταχθεί ότι σε μια κοινωνία δεν είναι νοητό ο καθένας να κρίνει με ποιο τρόπο θα εξειδικεύονται οι βασικές αρχές της κοινωνικής συμβίωσης και, επομένως, οι διαφωνίες πάνω στο νόημα των βασικών αρχών και στην εφαρμογή τους πρέπει να κρίνονται από κάποιο συντεταγμένο όργανο, του οποίου οι αποφάσεις πρέπει να είναι σεβαστές. Η κρίση ενός τέτοιου οργάνου, ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου π.χ., ασφαλώς δημιουργεί πρόσθετα επιχειρήματα υπέρ της συμμόρφωσης και εναντίον της ανυπακοής. Δεν είναι όμως επιχειρήματα που θεμελιώνουν ηθική υποχρέωση υπακοής. Το ενδεχόμενο άλλωστε αλλαγής της νομολογίας είναι πάντοτε ανοικτό και κανείς δεν διανοείται ότι μία δικαστική απόφαση λύνει οριστικά και αμετάκλητα ένα ζήτημα θεμελιώδους σημασίας. Τα επιχειρήματα υπέρ της συμμόρφωσης ανάγονται όλα στη ρεαλιστική λογική διευθέτησης της κοινωνικής τάξης και κανένα δεν είναι ικανό να θεμελιώσει απόλυτη υποχρέωση υπακοής.

Αν μια τέτοια απόλυτη υποταγή δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε με την δημοκρατική αρχή ούτε με την αρχή της πλειοψηφίας, τότε το ζήτημα υπακοής ή μη στις επιταγές της έννομης τάξης τίθεται με πιο ελαστικούς όρους. Ασφαλώς δεν μπορούμε να φαντασθούμε την επιβίωση μιας κοινωνίας αν η συμμόρφωση στους νόμους εξαρτάται από την προσωπική βούληση των πολιτών. Δεν είναι ανάγκη όμως να φθάσουμε στο άλλο άκρο και να θεωρούμε ότι κάθε ανυπακοή δοκιμάζει τη συνοχή της κοινωνίας και αναιρεί την έννομη τάξη καθεαυτήν. Το πραγματικό ζήτημα επομένως είναι να εξετάσουμε σε ποιες περιπτώσεις η έννομη τάξη μπορεί να ανεχθεί την ανυπακοή και να την αιτιολογήσει.

 

3. Η αμερικανική παράδοση (Thoreau, Μ.L.King jr., Rawls)

 

Σε αντίθεση με την Ευρώπη, όπου η απολύτως κρατούσα δογματική προσέγγιση του δικαίου δεν άφηνε περιθώρια αιτιολόγησης της ανυπακοής, στις ΗΠΑ αναπτύχθηκε μια παράδοση ανεκτική και ευνοϊκή σε φαινόμενα πολιτισμένης πολιτικής συμπεριφοράς, που ανήγαγε την ανυπακοή σε άδικους νόμους σε μέσο πολιτικής έκφρασης. Θα αναφερθώ συνοπτικά σε αυτή την παράδοση, θα προσπαθήσω να προσδιορίσω για το τι είδους ανυπακοή πρόκειται και θα στηριχθώ βασικά στη θεωρία του John Rawls για την δικαιολόγησή της.

Οι ΗΠΑ είναι, κατά τον Dworkin, μία χώρα «που υπέφερε από μακρά περίοδο πολιτικών διχασμών, οι οποίοι κατέστησαν ιδιαίτερα έντονα τα διλήμματα περί νομιμότητας.» [12].

Η δουλεία υπήρξε ένα μέγα ηθικό, πολιτικό και νομικό ζήτημα και πριν τον εμφύλιο πόλεμο πολλοί άνθρωποι αρνιόνταν να υπακούσουν στο νόμο που επέβαλλε την κατάδοση δούλων που δραπέτευαν. Διάφορες θρησκευτικές ομάδες αρνιόνταν να υπακούσουν σε νόμους που επέβαλλαν κάποια συμπεριφορά που θεωρούσαν αντίθετη προς την θρησκεία τους.

Ετσι, π.χ. οι Μάρτυρες του Ιεχωβά αρνιόνταν να συμμορφωθούν με τον υποχρεωτικό χαιρετισμό της σημαίας στο σχολείο. Πιο πρόσφατα οι αγώνες των μαύρων για την κοινωνική τους απελευθέρωση, με επικεφαλής τον μεγάλο ηγέτη τους Martin Luther King Jr., είχαν ως βασική στρατηγική τους την ανυπακοή στους νόμους που διαιώνιζαν τη διάκριση μαύρων και λευκών. Το κίνημα ειρήνης και η αντίθεση στον πόλεμο του Βιετνάμ οδήγησε πολλούς ανθρώπους να αρνηθούν τη στράτευση. Ολα αυτά υπήρξαν γεγονότα που σημάδεψαν την πορεία της Αμερικής και η πολιτική ανυπακοή επέδρασε καταλυτικά στη διαμόρφωση μιας διαφορετικής συλλογικής συνείδησης για την οποία σήμερα κανείς δεν φαίνεται μετανιωμένος. Ο σημερινός πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν αντίθετος στον πόλεμο του Βιετνάμ και ακόμη και πολλοί από εκείνους που φανατικά επέμεναν στη τιμωρία όσων αρνήθηκαν να καταταγούν τότε, σήμερα δεν θεωρούν ότι διαπράχθηκε κανένα τρομερό έγκλημα.

Πατέρας της παράδοσης της πολιτικής ανυπακοής θεωρείται ο Henry David Thoreau που, στα μέσα του περασμένου αιώνα, αρνήθηκε να πληρώσει φόρους και φυλακίστηκε, όχι γιατί ήταν αντίθετος στη φορολογία γενικά, αλλά επειδή ήταν αντίθετος στον πόλεμο της κυβέρνησης εναντίον του Μεξικού, στη δουλεία και στην παραβίαση των δικαιωμάτων των Ινδιάνων.

Το ενδιαφέρον στη στάση του Thoreau είναι ότι σε αντίθεση με την Αντιγόνη ή τον Σωκράτη δεν υφίστατο προσωπικά κάποια αδικία, αλλά αντιδρούσε και αντιστεκόταν σε γενικές αδικίες που διέπραττε η κυβέρνηση και θεωρούσε ότι με τη φορολογία γίνεται συνεργός σε αυτές τις αδικίες.

Με έντονη ατομιστική φιλοσοφία αμφισβητούσε το δικαίωμα της εξουσίας και φυσικά της πλειοψηφίας να κυριαρχεί πάνω στη συνείδηση του ανθρώπου («Επιθυμητό δεν είναι να καλλιεργούμε το σεβασμό προς το νόμο αλλά το σεβασμό προς το δίκαιο. Η μόνη υποχρέωση που πρέπει να έχω είναι να κάνω πάντοτε ό,τι θεωρώ σωστό» [13]. «Ο σοφός άνθρωπος δεν θα αφήσει το ορθό στο έλεος της τύχης ούτε [θα το εμπιστευθεί] στη δύναμη της πλειοψηφίας» [14]. Όταν υπάρχουν άδικοι νόμοι πρέπει να τους υπακούμε ή να πρέπει προσπαθούμε να τους αλλάξουμε; Και μέχρι να καταφέρουμε να τους αλλάξουμε πρέπει να τους υπακούμε ή πρέπει να τους παραβιάζουμε αμέσως; Οι άνθρωποι γενικά πιστεύουν ότι πρέπει να περιμένουμε μέχρι να πείσουμε την πλειοψηφία να τους αλλάξει. Νομίζουν ότι αν αντισταθούν το φάρμακο είναι χειρότερο από το κακό. Αλλά η κυβέρνηση ευθύνεται γι' αυτό. Εκείνη είναι που δημιουργεί αυτή την κατάσταση. Ας είναι καλύτερη κι ας προβλέπει την αποφυγή τέτοιων αδικιών. Αν η αδικία είναι μικρή μπορεί κανείς να την παραβλέψει, «αλλά αν είναι τέτοιας φύσης που να απαιτεί από σένα να γίνεις ο δράστης της αδικίας προς ένα άλλο άνθρωπο, τότε λέω παραβίασε το νόμο» [15].

Ο Thoreau θεωρεί ότι η ανυπακοή είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος ατομικής πολιτικής παρέμβασης που μπορεί να επιδράσει στην αποτροπή της αδικίας με το παράδειγμα και τη συμβολική δύναμη που έχει. Δεν προχωρεί σε μία θεωρία που να επιχειρεί να εντάξει κάποιες μορφές ανυπακοής σε μιαν αντίληψη κοινωνικής αντιπαράθεσης αλλά μάλλον εκφράζει με πάθος την ατομική αντίσταση στην αδικία.

Αντίθετα, ο Martin Luther King Jr., ως ηγέτης ενός ειρηνικού κινήματος που είχε ως βασικό μέσο πάλης την πολιτική ανυπακοή, ήταν υποχρεωμένος να δει το φαινόμενο στις κοινωνικές του διαστάσεις. Μολονότι το Ανώτατο Δικαστήριο, με την απόφαση Brown ν. Board of Education of Topeka [16], το 1954, είχε ανοίξει το δρόμο για να τερματισθεί ο διαχωρισμός μαύρων και λευκών στην εκπαίδευση, ιδιαίτερα στο Νότο, διάφορες ρυθμίσεις διαιώνιζαν αυτόν τον απαράδεκτο διαχωρισμό. Στη δεκαετία του '60 το κίνημα των μαύρων στράφηκε εναντίον αυτών των ρυθμίσεων και με πορείες, διαδηλώσεις και ειρηνική αντίσταση προσπάθησε να καλλιεργήσει μια «δημιουργική μη βίαιη ένταση» [17] στην κοινή γνώμη για να κατακτήσει ίσα δικαιώματα για όλους τους πολίτες. Εκτός από την αυτονόητη γενική έκκληση για ανυπακοή σε όλους τους διαχωριστικούς νόμους, παραβιάζονταν επίσης νόμοι που απαιτούν άδειες για πορείες και διαδηλώσεις. Το 1963, στη φυλακή για μια τέτοια παραβίαση, ο King γράφει το περίφημο «Γράμμα από την φυλακή της πόλης του Birmingham», όπου εκθέτει τις ιδέες του για την πολιτική ανυπακοή.

Παραδέχεται ότι είναι δικαιολογημένη σε μια κοινωνία η ανησυχία από την παραβίαση των νόμων. Ομως υπάρχουν δίκαιοι και άδικοι νόμοι και όπως είπε και ο Αγιος Αυγουστίνος «ένας άδικος νόμος δεν είναι διόλου νόμος». Αδικοι είναι οι νόμοι που έρχονται σε αντίθεση με τους νόμους της ηθικής και τους νόμους του Θεού. Τέτοιοι είναι όλοι οι διαχωριστικοί νόμοι και με αυτούς δεν πρέπει να συμμορφώνεται κανείς. Και πάλι όμως ο φόβος της αναρχίας είναι δικαιολογημένος.

Γι' αυτό δεν διακηρύσσει την υπεκφυγή ή αναμέτρηση με τον άδικο νόμο αλλά την πολιτισμένη πολιτική ανυπακοή που απαιτεί η παραβίαση να γίνει φανερά, με αγάπη και ετοιμότητα αποδοχής της ποινής. [Αυτός] «που παραβιάζει ένα νόμο που η συνείδησή του λέει ότι είναι άδικος και πρόθυμα αποδέχεται την τιμωρία μένοντας στη φυλακή για να εγείρει τη συνείδηση της κοινότητας πάνω στην αδικία, αυτός στη πραγματικότητα εκφράζει το μεγαλύτερο σεβασμό προς το νόμο» [18].

Στο παράδοξο που καταλήγει ο Μ.L. King, ότι δηλαδή αυτού του είδους η ανυπακοή εκφράζει σεβασμό προς το νόμο, αποτελεί ίσως το πιο κρίσιμο στοιχείο για την δικαιολόγηση της. Ο King δεν επαγγέλλεται οποιαδήποτε ανυπακοή ή αντίσταση στον άδικο νόμο αλλά εκείνη που

α) γίνεται φανερά, δημόσια, ανοιχτά,

β) που αποφεύγει τη βία, και

γ) που είναι συνειδητή και έτοιμη να αποδεχθεί την ενδεχόμενη κύρωση για την παράβαση του νόμου. Πρόκειται για μια πολιτική πράξη που απευθύνεται στην κοινή γνώμη με αίτημα την άρση της αδικίας. Σε αυτά τα στοιχεία, πολλά από τα οποία υπάρχουν στην ανυπακοή της Αντιγόνης, στηρίζεται και ο ορισμός της πολιτικής ανυπακοής που δίνει ο Rawls: «η πολιτική ανυπακοή είναι μία δημόσια, μη βίαιη, ενσυνείδητη πολιτική πράξη αντίθετη στο νόμο, η οποία γίνεται συνήθως με σκοπό να επιφέρει αλλαγή στο νόμο ή στις επιλογές της κυβέρνησης» [19].

Η παραβίαση του νόμου έχει τον χαρακτήρα μιας δραματικής και ύστατης έκκλησης προς τη συνείδηση της πλειοψηφίας να αναθεωρήσει τις απόψεις της. Γι αυτό ακριβώς γίνεται πολιτισμένα και δημόσια, χωρίς βία, αφού σκοπό έχει να πείσει για την ειλικρίνεια, την ένταση και την ακεραιότητα των προθέσεων της πράξης. Στο σκοπό αυτό συμβάλλει και η αποδοχή της ενδεχόμενης κύρωσης, η οποία δείχνει πράγματι ένα γενικότερο σεβασμό προς την έννομη τάξη, αφού της αναγνωρίζει το δικαίωμα να επιβάλλει κυρώσεις.

 

4. Η ανοχή της πολιτισμένης πολιτικής ανυπακοής

 

Αν έτσι οριοθετηθεί η πολιτική ανυπακοή, είναι σαφές ότι διακρίνεται από άλλες μορφές αντίστασης ή ανυπακοής. Διακρίνεται από την επανάσταση ή εξέγερση η οποία έρχεται σε ρήξη με την έννομη τάξη και αμφισβητεί θεμελιακά τη νομιμοποίησή της. Διακρίνεται επίσης από την ατομική μη συμμόρφωση για λόγους συνείδησης στο βαθμό που λείπει το πολιτικό στοιχείο της έκκλησης προς την κοινή γνώμη. Στην περίπτωση των αντιρρησιών συνείδησης προέχει το προσωπικό στοιχείο της ανυπακοής, δεν είναι απαραίτητο η άρνηση τους να περιβάλλεται με δημοσιότητα, δεν είναι αναγκαίο να έχει πολιτικό κίνητρο και είναι πιθανόν η διεκδίκησή τους να περιορίζεται στην εξαίρεσή τους από την εφαρμογή του κανόνα.

Στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής έννομης τάξης, η πολιτική ανυπακοή, κατά τον Rawls, έχει τον χαρακτήρα διορθωτικής παρέμβασης στη νομοθετική διαδικασία. Βεβαίως, σε μια δημοκρατία οι αποφάσεις της πλειοψηφίας είναι κατ' αρχήν δεσμευτικές και μια τέτοια μη θεσμοθετημένη πίεση από την μειοψηφία φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με τον βασικό κανόνα που διέπει την αρχή λήψης των αποφάσεων. Όμως, όπως ακριβώς και στην περίπτωση συνδυασμού της παράβασης του νόμου με το αίσθημα σεβασμού προς την έννομη τάξη, έτσι και εδώ δεν υπάρχει απόρριψη της αρχής της πλειοψηφίας, αλλά μια προσπάθεια πειθούς της πλειοψηφίας.

Στο δημοκρατικό σύστημα, άλλωστε, δεν υπάρχει τρόπος υπολογισμού της έντασης με την οποία επιθυμείται ένα μέτρο. Η πλειοψηφία που δεν ενδιαφέρεται έντονα για ένα ζήτημα πιθανόν να επιβάλλει μέτρα που για μια ομάδα ανθρώπων είναι ζωτικής σημασίας [20]. Η πολιτική ανυπακοή μπορεί να δείξει την ένταση των αισθημάτων της μειοψηφίας, τις διαστάσεις του προβλήματος και να προκαλέσει αναθεώρηση.

Πρόκειται ασφαλώς για μια ιδιόμορφη παρέμβαση που ασκεί πίεση στα θεσμοθετημένα όργανα του κράτους και ιδιαίτερα η συστηματική πρακτική της από διάφορες ομάδες ενέχει τον κίνδυνο της αταξίας. Γι' αυτό, πολλοί υποστηρίζουν ότι η πολιτική ανυπακοή πρέπει να θεωρείται έσχατο μέσο διαμαρτυρίας, που προϋποθέτει την εξάντληση όλων των νόμιμων μέσων προσβολής του άδικου νόμου. Σε κάθε περίπτωση, είναι φανερό ότι μια κοινωνία δεν αντέχει πέρα από ορισμένα όρια την πολιτική ανυπακοή και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε περιπτώσεις που η αδικία θεωρείται μεγάλη.

Το ζήτημα είναι αν η έννομη τάξη μπορεί να προβλέψει περιπτώσεις πολιτικής ανυπακοής και να τις ανεχθεί. Αν ορισμένες φορές μπορεί να αποδειχθεί ωφέλιμη στη κοινωνία, τότε η άκαμπτη θέση που θεωρεί κάθε παραβίαση του νόμου προσβολή και αποδυνάμωση της έννομης τάξης δεν είναι σωστή. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο Dworkin, από τον συλλογισμό που υπαγορεύει ότι «μια κοινωνία δεν μπορεί να αντέξει όταν ανέχεται κάθε ανυπακοή, δεν προκύπτει ούτε είναι προφανές ότι αυτή θα διαλυθεί αν ανέχεται κάποια μόνον ανυπακοή» [21]. Υπάρχει τουλάχιστον ένας ισχυρός λόγος που συνηγορεί υπέρ της ανοχής του παραβάτη στην πολιτική ανυπακοή. Αυτός είναι το κίνητρο. Ολες οι έννομες τάξεις αποδίδουν σημασία στο κίνητρο και διαφοροποιούν την αξιόποινη συμπεριφορά ανάλογα με το κίνητρο του δράστη. Στην πολιτική ανυπακοή (αλλά και στην περίπτωση των αντιρρησιών συνείδησης) είναι πρόδηλο ότι το κίνητρο είναι ευγενές και ο πολιτισμένος τρόπος της παραβίασης του νόμου δεν έχει καμία σχέση με την συνήθη εγκληματική συμπεριφορά [22].

Παρόλα αυτά είναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς κάποια γενική διάταξη που να αίρει το αξιόποινο της πολιτικής ανυπακοής ή να θεωρεί την πολιτική ανυπακοή ως δικαίωμα του πολίτη. Η δυσκολία δεν έγκειται τόσο στη διάκριση της πολιτικής ανυπακοής από άλλες μορφές παράβασης ή περιφρόνησης των νόμων, μολονότι στη σύγχρονη Ελλάδα ακόμη και προκλητικές περιπτώσεις περιφρόνησης των νόμων εμφανίζονται ως πολιτική ανυπακοή [23]. Εγκειται κυρίως στο ότι μια τέτοια «θετικοποίηση» λογικά αναιρεί το φαινόμενο της πολιτικής ανυπακοής. Πράγματι, αν υποθέσουμε ότι η έννομη τάξη προβλέπει και δικαιολογεί συγκεκριμένες περιπτώσεις ανυπακοής στους νόμους, τότε δεν υπάρχει νομική παράβαση και άρα εκλείπουν όλα εκείνα τα στοιχεία που της προσδίδουν τον ιδιαίτερο, δραματικό και εξωθεσμικό χαρακτήρα που εξ ορισμού έχει [24].

 Η αντίφαση που περιέχει η προσπάθεια θεσμοθέτησης της πολιτικής ανυπακοής δεν σημαίνει όμως και αδυναμία της κοινωνίας να διακρίνει πράξεις ανυπακοής που συνεγείρουν τη συλλογική συνείδηση, να εκτιμά την ακεραιότητα των προθέσεων και το ήθος που αναδύεται από ανθρώπους που η στάση τους παραδειγματίζει. Και τελικά να βρίσκει τρόπους ανοχής και αποδοχής μιας τυπικά παράνομης αλλά ηθικά υποκινούμενης συμπεριφοράς.


 

[1] Βλ. Gregory Vlastos, Socrates on Political Obedience and Disobedience, Yale Review (Summer 1974), σ. 517.

[2] Διανοητές όπως ο Goethe και ο Hegel έχουν σχολιάσει την «Αντιγόνη». Για μια πιο σύγχρονη και «ευφάνταστη» ανάγνωση βλ. Jacques Lacan, Le Seminaire, livre VII, 1986, σ. 285-333.

[3] Σοφοκλέους, Αντιγόνη, κριτική και ερμηνευτική έκδοση Γερ. Μαρκαντωνάτου, Αθήνα, 1991, σ. 183.

[4] Στο ίδιο σ. 159.

[5] Στο ίδιο σ. 185.

[6] Στο ίδιο σ. 157.

[7] Στο ίδιο σ. 185.

[8] Στο ίδιο σ. 197.

[9] Αντίθετα ο Jean Anouilh στο θεατρικό του έργο Antigone, αναδεικνύει, χωρίς επιτυχία κατά τη γνώμη μου, την επιχειρηματολογία του Κρέοντος.

[10] «Και ότι ομολογήσας ημίν πείθεσθαι ούτε πείθεται ούτε πείθει ημάς, ει μη καλώς τι ποιούμεν, προτιθέντων ημών και ουκ αγρίως επιταττόντων ποιείν, ά αν κελεύωμεν, αλλά εφιέντων δυοίν θάτερα, ή πείθειν ημάς ή ποιείν, τούτων ουδέτερα ποεί.» Πλάτων, Κρίτων § 13.

[11] Immanuel Kant, The Metaphysics οf Morals, στο τόμο Political Writings, Cambridge, 1970, σ. 144.

[12] R. Dworkin, «Civil Disobedience and Nuclear Protest» στο «Α Matter of Principle», Cambridge, 1985, σ. 104.

[13] Henry David Thoreau, Civil Disobedience, στον τόμο Civil Disobedience in Focus, έκδ. Hugo Adam Bedau, 1991 σ. 29.

[14] Στο ίδιο σ. 33.

[15] Στο ίδιο σ. 36.

[16] 347 U.S. 483 (1954).

[17] Η φράση ανήκει στον Martin Luther King Jr.: «Nonviolent direct action seeks to create such a crisis and establish such creative tension that a community that has constantly refused to negotiate is forced to confront the issue.» Letter from Birbingham City Jail, στο Civil Disobedience in Focus, ό.π. σ. 71.

[18] Στο ίδιο σ. 74.

[19] John Rawls, Α Theory of Justice, Cambridge, 1971, σ. 364.

[20] Βλ. Peter Singer, Disobedience as a Plea for Reconsideration, στο Civil Disobedience in Focus, ό.π. σ. 122.

[21] Ronald Dowrkin, Taking Rights Seriously, Cambridge, 1977, σ. 206.

[22] «Civil disobedience, whatever further dinstinctions we might want to make within that general category, is very different from ordinary criminal activity motivated by selfishness or anger or madness.» R. Dowrkin, Α Matter of Principle, ό. π. σ. 105.

[23] Βλ. τον προβληματισμό της Κ.Δ. Σπινέλλη, «Περιφρόνηση των ποινικών νόμων ως μορφή πολιτικής ανυπακοής» και «βαθύτερη φύση του εγκλήματος», στην Υπεράσπιση, 1991, σ.1269 επ. Η γνώμη μου είναι ότι στον τόπο μας περισσεύει η ανυπακοή και δεν υπάρχει διόλου το φαινόμενο της πολιτισμένης πολιτικής ανυπακοής.

[24] Έτσι αντιλαμβάνομαι την επιχειρηματολογία του Joseph Raz, The Authority of Law, Oxford, 1979, σ. 266-275, ότι δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε δικαίωμα στην πολιτική ανυπακοή.

 

* Ο Σταύρος Τσακυράκης είναι λέκτορας του δημόσιου δικαίου στο πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Σημείωση της ομάδας που χειρίζεται το blog:

Ο Σταύρος Τσακυράκης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Συνταγµατικού Δικαίου στη Νοµική Αθηνών. Το άρθρο το έγραψε προφανός λίγο παλαιότερα και το βρήκαμε  εδώ >>  http://www.kostasbeys.gr/articles.php?s=1&mid=&mnu=0&id=24183&keyw=%E7+%F0%EF%EB%E9%F4%E9%EA%DE+%E1%ED%F5%F0%E1%EA%EF%DE&sr=search&pg=#_ftnref22

ο Κος Τσακυράκης αρθρογραφεί στον Δ.Ο.Λ.  και σε πολλά άρθα του έχουμε αντίθετη άποψη αλλά αυτό δεν μας εμποδίζει να επαναδημοσιεύσουμε σήμερα αυτο του το άρθρο όπου πιστεύουμε ότι μπορει να διέξαχθεί ένα γόνιμος διάλογος  αφού τα στοιχεία που παραθέτοντε έιναι πολύ ενδιαφέροντα.

 

ΠΗΓΗ: Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011, http://zimosispithakentroathinas.blogspot.com/2011/02/blog-post_23.html

Γερμανικές … χειροπέδες

Γερμανικές … χειροπέδες

 

Του Δημήτρη Καζάκη*


 

Υπό τη σκιά των μεγάλων λα­ϊκών εξεγέρσεων στον αρα­βικό κόσμο που, εκτός όλων των άλλων, έχουν πυροδοτή­σει έναν παροξυσμό κερδοσκοπίας στα διεθνή χρηματιστήρια εμπορευμάτων με απρόβλεπτες διαστάσεις και προε­κτάσεις για την παγκόσμια οικονομία, όπως επίσης και υπό τη σκιά των εκλο­γών στην Ιρλανδία, που απ’ ό,τι φαίνε­ται θα μετατρέψουν την οικονομική κρίση της ευρωζώνης σε ανοιχτά πολι­τική για το σύνολο των κρατών-μελών, συνεχίζονται τα πάρε-δώσε ανάμεσα στους ισχυρούς προκειμένου να βρε­θεί έγκαιρα – ως το τέλος Μαρτίου – κάποια μορφή μηχανισμού διαχείρισης των χρεοκοπιών εντός της ευρωζώνης.

Προς το παρόν όλα είναι ανοιχτά. Κι όλα προμηνύουν μια δραματική επι­δείνωση της κατάστασης. Ιδίως για τις χώρες, όπως η Ελλάδα, που βρίσκονται ήδη σε κατάσταση χρεοκοπίας.

 

Όλα στη Μέρκελ

 

Εν τω μεταξύ ο πρωθυπουργός της χώρας δίνει ρεσιτάλ υποτέλειας που ξεπερνά κάθε όριο πολιτικής ευπρέ­πειας. Η Ελλάδα προσδέθηκε στο άρμα της Γερμανίας «με την ελπίδα ότι έτσι θα επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή (συ­νολική) λύση στο πρόβλημα του χρέ­ους», όπως έγραφε το «Βήμα» (25/2) απηχώντας κυβερνητικούς κύκλους. Έτσι ο κ. Γ. Παπανδρέου και ο υπουργός Οικονομικών κ. Γ. Παπακωνσταντίνου εμφανίστηκαν σε δημόσιες δηλώσεις τους και σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις να υποστηρίζουν το γερμανικό σχέδιο για το «σύμφωνο ανταγωνιστικότητας», χωρίς όμως να έχουν λάβει καμιά επί­σημη διαβεβαίωση για τους όρους που θα συνοδεύσουν την επιμήκυνση της αποπληρωμής του δανείου προς την τρόικα. Τα έδωσαν όλα εν λευκώ και δεν πήραν ούτε καν υπόσχεση.

Ο κ. Παπανδρέου δεν έχασε την ευ­καιρία ακόμη και δημόσια να κρατήσει μια στάση που ταιριάζει περισσότερο σε γιουσουφάκι, παρά σε πολιτικό εκ­πρόσωπο κράτους. Κατά τη διάρκεια της κοινής συνέντευξης Τύπου (23/2) με την καγκελάριο Μέρκελ, ο Ελληνας πρωθυπουργός δήλωσε: «Θα ήθελα να σε ευχαριστήσω για την υποστήριξη, τη φιλία και τη φιλοξενία σου. Όπως εί­πε και η Άνγκελα, έχουμε στενή διμε­ρή συνεργασία σε πολλούς τομείς, από τον τουρισμό, την υγεία και την πράσι­νη ανάπτυξη μέχρι το περιβάλλον μας και τα δάση – και σε ευχαριστώ γι’ αυ­τό». Από το «ευχαριστώ τις ΗΠΑ» του κ. Σημίτη για τις γκρίζες ζώνες στο Αιγαίο μετά το φιάσκο των Ιμίων, στο «ευχαρι­στώ την Άνγκελα» του κ. Γ. Παπανδρέ­ου για την επιβολή καθεστώτος Νταχά­ου στην Ελλάδα και την ευρωζώνη. Και φυσικά η «στενή διμερής συνεργασία» που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός σημαί­νει πολύ απλά ότι η Ελλάδα μετατρέπε­ται σε εμπορική αποικία της Γερμανίας για να πουλά υποβρύχια που γέρνουν και μονοπωλιακά υπερτιμημένα εμπο­ρεύματα, να εκμεταλλεύεται υποδο­μές, δημόσια περιουσία, ακόμη και δά­ση. Όλα στη διάθεση των τραπεζιτικών και επιχειρηματικών συμφερόντων της Γερμανίας, που φαίνεται να εξασφάλι­σαν το δικό τους Ελ Ντοράντο στην Ελ­λάδα.

Η κ. Μέρκελ από την πλευρά της δεν κράτησε ούτε τα προσχήματα: «Γνωρί­ζουμε στη Γερμανία και συνειδητοποι­ούμε ότι έχουμε ένα κοινό νόμισμα και ότι έχουμε πολλά οφέλη από το ενιαίο νόμισμα. Οι εξαγωγικές μας αγορές εί­ναι στην Ευρώπη, πιο συγκεκριμένα, τα δύο τρίτα των αγορών μας βρίσκονται στην Ευρώπη. Επομένως, είναι προς το συμφέρον μας να έχουμε ένα σταθερό ευρώ». Με άλλα λόγια, για όποιον δεν κατάλαβε, όλα γίνονται για να στηρι­χθεί το κοινό νόμισμα προς το συμφέ­ρον των εξαγωγικών αγορών της Γερ­μανίας, που κατά τα δύο τρίτα βρίσκο­νται στην Ευρώπη.

Επίσης η κ. Μέρκελ αισθάνθηκε με­γάλη ικανοποίηση με το να δηλώσει, όπως κάθε τυπικός αποικιοκράτης, ότι «η Ελλάδα έχει ξεκινήσει να νοικοκυ­ρεύει τα οικονομικά της. Και αυτό το παρακολουθούμε από κοντά και αυτό το βλέπουν και οι άνθρωποι στη Γερ­μανία. Πιστεύω ότι έχει γίνει ορατό. Βλέπουμε ότι ο δρόμος δεν είναι εύ­κολος, απαιτεί πολιτική βούληση», ενώ συμπλήρωσε ότι «από τις απεργίες και τις διαμαρτυρίες που γίνονται, μπορού­με να δούμε ότι υπάρχουν και αντιστά­σεις» και ότι «όσο πιο σταθερά συνεχι­στεί η πορεία αυτή τόσο περισσότερο θα υπάρξει και η πεποίθηση στη Γερμα­νία ότι η Ελλάδα θα ολοκληρώσει την πορεία αυτή με επιτυχία».

Να θυμίσουμε εδώ ότι παρόμοιες δηλώσεις των ελεγκτών της τρόικας πριν από δυο βδομάδες ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων από την κυβέρνηση για «απαράδεκτη παρέμβαση στα εσωτερικά της χώρας». Αυτή τη φορά ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση σι­ώπησαν, κοινώς εποίησαν την νήσσα. Το μόνο που έκανε ο κ. Παπανδρέου είναι να διαβεβαιώσει τους Γερμανούς ότι δεν πρόκειται να επιβαρυνθούν με το ελληνικό χρέος. «Πήραμε ένα δά­νειο και θα το αποπληρώσουμε με τό­κο, όταν ολοκληρωθεί το πρόγραμμα», δήλωσε ο κ. Παπανδρέου.

Εκεί βέβαια που ο πρωθυπουργός έδωσε αληθινά διαπιστευτήρια εθελοδουλίας είναι στη συνέντευξή του με τους Γερμανούς δημοσιογράφους. Με τη συνέντευξή του στην «Bild» (24/2) κυριολεκτικά ξεπέρασε τον εαυτό του. Ο κ. Παπανδρέου θεώρησε καλό να δι­αβεβαιώσει τους δημοσιογράφους μιας από τις πιο χυδαίες φυλλάδες που κυκλοφορούν σε γερμανικό και ευρω­παϊκό επίπεδο ότι «σας υπόσχομαι ότι η Ελλάδα θα αποπληρώσει και το τελευ­ταίο σεντ». Σε μια συνέντευξη όπου η αναίδεια, το θράσος και η προκλητικό­τητα των δημοσιογράφων θα έκανε οι­ονδήποτε άνθρωπο με στοιχειώδη αξι­οπρέπεια να βγει από τα ρούχα του, ο κ. Παπανδρέου, ξεχνώντας για μια ακό­μη φορά ότι δεν εκπροσωπεί τον εαυτό του, συνέχισε να απολογείται με τον πιο χυδαίο τρόπο.

Δείτε χαρακτηριστική ερώτηση δημο­σιογράφου: «Καταλαβαίνετε την οργή των Γερμανών φορολογούμενων, όταν πρέπει να πληρώσουν για μία χώρα, η οποία δεν εκπληρώνει τα καθήκοντά της;». Τι λέτε να απάντησε ο κ. Παπαν­δρέου; Μήπως τους θύμισε ότι απευθύ­νονται σε πρωθυπουργό; Μήπως τους έβαλε στη θέση τους λέγοντας ότι δεν μπορούν να κρίνουν το ποια είναι τα καθήκοντα της Ελλάδας; Μήπως τους θύμισε ότι δεν είμαστε υποτελείς του Γερμανικού Ράιχ; Τίποτε απ’ όλα αυτά. Το μόνο που είπε είναι τα εξής: «Κατ’ αρχάς, πρόκειται για δάνεια, για τα οποία πληρώνουμε τόκους, και όχι για δώρα. Και δεν θέλουμε τα δάνεια, για να τα αφήσουμε όλα όπως ήταν. Αλλά αντιθέτως, προκειμένου να κερδίσου­με χρόνο για τις αναγκαίες μεταρρυθμί­σεις. Κατανοώ την οργή ορισμένων Γερ­μανών. Εκείνο που μπορώ να κάνω είναι να τους ευχαριστήσω». Η μόνη αποστο­λή του κ. Παπανδρέου ήταν να ευχαρι­στεί ακόμη και τον τελευταίο τζουτζέ της Μέρκελ και της γερμανικής κυβέρ­νησης, διαβεβαιώνοντας ότι αυτός, η κυβέρνηση, η χώρα και ο λαός της, θα κάνουν ό,τι θέλουν αυτοί.

Ακάθεκτοι όμως οι Πρετεντέρηδες και οι Καψήδες της Γερμανίας ξαναπυροβόλησαν τον κ. Παπανδρέου λέ­γοντας: «Δεν είπατε όμως ευχαριστώ, όταν η ‘‘Bild’’ σας πρότεινε να πουλή­σετε ελληνικά νησιά, προκειμένου να μειώσετε τα χρέη σας».

Αν νομίζετε ότι ο κ. Παπανδρέου απάντησε λέγοντας ότι η δημόσια πε­ριουσία δεν πουλιέται και ότι θα φέρει και νόμο να το κατοχυρώνει, απατάστε. «Όχι, δεν ευχαρίστησα γι’ αυτό. Κάτι τέ­τοιο αποκλείεται. Πρέπει να καταλάβε­τε πόσο σημαντικά είναι αυτά τα νησιά για τους Έλληνες και για την ελληνική ιστορία. Έχουν διατεθεί τεράστια ποσά από τον προϋπολογισμό για την άμυ­να, προκειμένου να προστατευτούν τα νησιά που είναι κοντά στις τουρκικές ακτές. Εκτός αυτού, τα νησιά αποτε­λούν πολιτιστική κληρονομιά, την οποία εκτιμούν και οι Γερμανοί τουρίστες. Αν πουλούσαμε τα νησιά μας σε κάποιους πάμπλουτους, δεν θα είχε πια κανένας πρόσβαση σε αυτά. Θέλουμε να ανα­πτύξουμε με ευαισθησία και με οικο­λογικό τρόπο αυτά τα μοναδικά φυσικά τοπία. Αυτό θα μας αποφέρει πολύ πε­ρισσότερα».

Με άλλα λόγια, ο κ. Παπανδρέου δεν σκέφτεται, προς το παρόν, να πουλήσει τα ελληνικά νησιά, όχι γιατί είναι δημό­σια περιουσία ή εθνικό έδαφος, αλλά γιατί η Ελλάδα έχει ξοδέψει πολλά για την άμυνά τους, υπάρχει ένα είδος συ­ναισθηματικής προσκόλλησης με αυτά και επιπλέον τα φυλάει για να τα χαί­ρονται οι Γερμανοί τουρίστες. Και για όποιον νομίζει ότι τα ελληνικά νησιά είναι μέρος της εθνικής επικράτειας με κατοίκους των οποίων οι ανάγκες και τα προβλήματα έχουν προτεραιότητα έναντι των τουριστών, δεν έχει αντι­ληφθεί περί τίνος πρόκειται. Στο ανα­πτυξιακό μοντέλο του κ. Παπανδρέου τα ελληνικά νησιά υπάρχουν μόνο ως «μοναδικά φυσικά τοπία», όπου προ­φανώς οι κάτοικοι ανήκουν στη χλωρί­δα και την πανίδα του τόπου.

 

Δεδομένη η πτώχευση

 

Όμως τα πράγματα δεν πάνε καθό­λου καλά. Ο Κλέμενς Φούεστ του Πα­νεπιστημίου της Οξφόρδης διατύπωσε τη γενική εκτίμηση που υπάρχει στους κύκλους των ειδικών: «Πρέπει να απο­δεχτούμε το γεγονός ότι η Ελλάδα και η Ιρλανδία είναι χρεοκοπημένες». Κι επομένως, σύμφωνα με τον Φουέστ, υπάρχουν μόνο δυο τρόποι να αντιμε­τωπιστεί το πρόβλημα: Είτε οι ισχυρές οικονομίες θα αναλάβουν μέρος του χρέους των προβληματικών χωρών, εί­τε οι πιστωτές πρέπει να διαγράψουν μέρος του χρέους. «Όμως με την έν­νοια ότι είναι καλύτερο από το να αρχί­σουν μόνες τους οι προβληματικές χώ­ρες να αναδιαρθρώνουν». («Der Spiegel», 24/1).

Το ίδιο περίπου σχολίαζε και η γερ­μανική «Süddeutsche Zeitung» (25/2), η οποία παράθετε και σχόλιο του Γερμανού διοικητή της Ευρωπαϊκής Τράπε­ζας Επενδύσεων και Ανάπτυξης Τόμας Μίροφ, ότι είναι αδύνατο το ευρωπακέτο διάσωσης να βγάλει την Ελλάδα από τον φαύλο κύκλο των χρεών. «Η αλήθεια είναι ότι το χρέος της Ελλάδας πρέπει να μειωθεί. Οι Ευρωπαίοι πολιτι­κοί οφείλουν να αποδεχθούν αυτή την αλήθεια σήμερα και όχι το 2013, όταν θα λήξει το ευρωπακέτο βοήθειας».

Σε ανάλογα συμπεράσματα καταλή­γει και η ετήσια έκθεση για την ευρω­παϊκή οικονομία της EEAG, που πρό­σκειται στο γνωστό Ινστιτούτο Οικο­νομικών μελετών του Μονάχου Ifo. Η έκθεση εκτιμά ότι το «πρόγραμμα δά­σωσης» που λήγει το 2013 δεν πρόκει­ται να δώσει την ευκαιρία στην Ελλάδα να βγει ξανά στις αγορές ή να γλιτώσει από τον φαύλο κύκλο του χρέους. Σύμ­φωνα με έναν από τους συντάκτες της έκθεσης, τον Γιαν Έγκμπερτ Στουρμ, μπροστά στην Ελλάδα «υπάρχουν δια­φορετικές δυνατότητες για να επιλυθεί το πρόβλημα, μία από αυτές είναι και η έξοδος από το ευρώ. Λέμε ξεκάθαρα ότι υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις και είναι δύσκολο να επιλέξει κανείς μία από αυτές. Αυτό που είναι σημαντικό για την Ελλάδα είναι να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της. Συνήθως αυτό γίνεται είτε με εσωτερική υποτίμηση, δηλαδή δραστική μείωση μισθών και εισοδημάτων, είτε με εξωγενή υποτί­μηση, δηλαδή στην προκειμένη περί­πτωση με την επιστροφή στη δραχμή». («Deutsche Welle», 23/2).

Το γεγονός ότι καθώς θα συνεχίζεται η θεραπεία της εσωτερικής υποτίμη­σης, που σημαίνει όλο και πιο δραστική μείωση μισθών και εισοδημάτων εσαεί, χωρίς να λυτρώνεται η χώρα από τον φαύλο κύκλο του χρέους, αρχίζει να στοιχειώνει τους ειδικούς, τους πολιτι­κούς και οικονομικούς παράγοντες της ευρωζώνης και των αγορών. Τι θα γίνει αν το αδιέξοδο προκαλέσει ανεξέλε­γκτες καταστάσεις; Τι θα γίνει αν ο λα­ός της Ελλάδας πειστεί από την πείρα του ότι δεν πάει άλλο; Τι θα γίνει αν η διαμαρτυρία και η αντίσταση μετατρα­πεί σε ένα δυναμικό κίνημα που απαι­τεί τη μονομερή διαγραφή ενός χρέους που έτσι ή αλλιώς δεν μπορεί να πλη­ρωθεί;

 

Οι εργαζόμενοι θα πληρώσουν το «μάρμαρο»

 

Όλοι μπορούν να σκέφτονται τα αδιέξοδα, να σχεδιάζουν και να εκπονούν σχέδια για το πώς θα αντιμετωπιστεί το χρέος, εκτός από αυτόν που καλείται τελικά να πληρώσει το μάρμαρο. Τον ερ­γαζόμενο λαό. Αυτός είναι που δεν πρέπει με κα­νέναν τρόπο να διανοηθεί ότι μπορεί να επιβάλει τη μη αναγνώριση και την άρνηση πληρωμής του δημόσιου χρέους, μεταφέροντας το κόστος και τις ζημιές από τις πλάτες του στις μεγάλες τράπεζες και τους κερδοσκόπους των αγορών. Κι όσο από τα ίδια τα πράγματα αποδεικνύεται ότι κάθε προσπάθεια να πληρωθεί το χρέος οδηγεί σε καταστροφικό αδιέξοδο τον λαό και τη χώρα, τόσο εντείνονται οι προσπάθειες να ξεγελαστεί ο απλός κόσμος, να ξεχάσει ότι το βασικό ερώτημα είναι ένα: Μπορεί η χώρα και ο λαός να συνεχίσει να πληρώνει το δημόσιο χρέος, χωρίς να απειλεί­ται άμεσα η ίδια η επιβίωσή του;

Ο άμεσος κίνδυνος να κάνει ο εργαζόμενος λα­ός δική του υπόθεση τη μη αναγνώριση του χρέ­ους και την άρνηση της πληρωμής του, ανάγκασε το κυρίαρχο πολιτικό και οικονομικό σύστημα να καλέσει τις εφεδρείες του.

 

Το… κουκούλωμα

 

Κι αυτές έρχονται υπό την αιγίδα της Επιτρο­πής Λογιστικού Ελέγχου του χρέους (ΕΛΕ). Φαινομενικά ακούγεται καλή ιδέα. Ποιος θα έλεγε όχι στον έλεγχο του χρέους; Κανείς. Όμως το πρόβλημα είναι ότι το δημόσιο χρέος της χώρας αποτελείται συντριπτικά από ανώνυμα κρατικά ομόλογα ελεύθερα διαπραγματεύσιμα στις διε­θνείς αγορές. Τι μπορεί να ελέγξει κανείς από αυ­τά; Μόνο το αν έγιναν τυπικά και με τον νόμο οι δημοπρασίες. Αν οι μεσιτείες των τραπεζών που μεσολάβησαν ήταν καταχρηστικές ή όχι. Και γενικά αν έγιναν τίποτε παρανομίες κατά τη διάθεσή τους στην αγορά. Από τη στιγμή που τα κρατικά ομόλογα ρίχνονται στην αγορά η παρακολούθη­ση της πορείας τους είναι εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη, προκειμένου να ανακαλυφθούν μί­ζες και χειραγωγήσεις. Γι’ αυτό άλλωστε τα προ­τιμούν κυβερνήσεις και δανειστές. Μπορούν με μεγάλη άνεση να κρύψουν τις υπόγειες δοσο­ληψίες τους. Κι έτσι η παγίδα στήνεται αριστοτεχνικά. Αντί ο λαός να κάνει δική του υπόθεση το να ξεμπερδέψει με το χρέος, αυτό ανατίθεται σε κάποιους ειδικούς που υποτίθεται ότι θα ανα­λάβουν να διαπιστώσουν ποιο κομμάτι του είναι «παράνομο» για να διαγραφεί. Με βάση ποιες αρχές δικαίου; Έχουν όλοι οι ειδικοί την ίδια αντί­ληψη περί δικαίου και αδίκου; Από ποια σκοπιά και με βάση ποιανού τα συμφέροντα θα κρίνουν τι είναι δίκαιο από το χρέος και τι όχι;

Δεν τους αρκεί το γεγονός ότι το δημόσιο χρέ­ος της χώρας, στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του, αποτελείται αποδεδειγμένα από κεφαλαιο­ποιημένους τόκους. Όχι, πρέπει να ανακαλύψουν το «παράνομο» χρέος. Λες και η κεφαλαιοποίηση τόκων δεν είναι μια κατεξοχήν παράνομη και κα­ταχρηστική πρακτική των δανειστών.

Καλούνται να ελέγξουν ένα δημόσιο χρέος που στο μεγαλύτερο μέρος του δεν μπορεί να ελεγχθεί επί της ουσίας. Μόνο και μόνο για να νο­μιμοποιήσουν την πληρωμή του χρέους από την πίσω πόρτα. Μόνο και μόνο για να πουν στον κό­σμο ποιο από το χρέος οφείλει να πληρώσει γιατί δήθεν είναι δίκαιο. Δεν θέλουν να ανακαλύψουν το «παράνομο» χρέος, αλλά να δικαιολογήσουν την αναδιάρθρωση του χρέους με «κούρεμα» που ετοιμάζουν οι κερδοσκόποι, οι αγορές και τα όργανά τους.

 

Απεχθές χρέος για τα συμφέροντα του λαού

 

Μιλούν για «απεχθές» χρέος περιορίζοντας την έννοιά του μόνο στις παράνομες δανειακές συμβάσεις και πρακτικές, αγνοώντας σκόπιμα ότι απεχθές είναι οποιοδήποτε χρέος αναγκάζει έναν λαό και μια χώρα να το πληρώσουν από το υστέρημά τους, από πόρους που χρειάζονται για να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν. Άλλωστε, παρά την πρεμούρα των οπαδών της ΕΛΕ να ανακαλύψουν δήθεν τις παράνομες δανειακές συμβάσεις, δεν λένε κουβέντα για τη δανειακή σύμβαση με βάση την οποία επιβλήθηκαν τα απανωτά μνημόνια. Αν όντως θέλουν να ψάξουν για το παράνομο χρέος, γιατί δεν ξεκινούν με τη δανειακή σύμβαση, που από κάθε άποψη είναι παράνομη και επομένως οφείλει ο ελληνικός λαός να την αρνηθεί και να μην πληρώσει τα δανεικά, καταγγέλλοντας τη Γερμανία, τη Γαλλία και τις άλλες χώρες που την επέβαλαν;

 

Τελευταία υπογραφή

 

Μην παραξενευτείτε αν δείτε τον κ. Γ. Παπανδρέ­ου, αφού βάλει και την τελευταία υπογραφή για το ξεπούλημα της χώρας, ξαφνικά – ίσως στις ερχόμενες εκλογές – να εμφανίζεται υπέρμαχος της Επιτροπής Ελέγχου του χρέους. Τα στελέχη του, όπως η κ. Λούκα Κατσέλη, έκαναν ήδη την αρχή. Όμως μην ανησυχείτε.

Οι ειδικοί της ΕΛΕ των αντιμνημονιακών είναι καλύτεροι από την επιτροπή σοφών για την οποία μιλούν οι δυνάμεις που επέβαλαν το μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση. Έστω κι αν οι δυο τους υπηρετούν την ίδια λογική και έχουν την ίδια στόχευση.

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι Οικονομολόγος – Αναλυτής

 

ΠΗΓΗ: (ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 03-03-11), http://www.topontiki.gr/article/14469

Ανάσταση χωρίς αναστημένους;

 Ανάσταση χωρίς αναστημένους;*

 

Του Γιάννη Στρούμπα


 

Το θολό τοπίο που δημιουργεί η οικονομική κρίση επιτείνει την ανασφάλεια μέσα από τη σύγχυση των αντιφατικών προοπτικών, οι οποίες προβάλλονται. Πλάι στις δυσοίωνες προβλέψεις για την αδυναμία όσων μέτρων λαμβάνονται να οδηγήσουν στην υπέρβαση του προβλήματος, για την εκτόξευση του ελλείμματος και του εξωτερικού χρέους, για την επέκταση της λιτότητας σε βάθος χρόνου ολόκληρων δεκαετιών, ακόμη και για χρεοκοπία, εμφανίζονται τελευταία και αισιόδοξες θεωρήσεις, τόσο από Έλληνες όσο κι από ξένους οικονομολόγους, οι οποίοι διαβλέπουν υπό προϋποθέσεις την επερχόμενη ανάκαμψη και την έξοδο από την κρίση.



* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 314, 1/3/2011.

Όπως σημειώνεται σε δημοσίευμα της ηλεκτρονικής «Ημερησίας» στις 11/2/2011, ο διοικητής της «Τράπεζας της Ελλάδος» κ. Γιώργος Προβόπουλος διαπιστώνει «σημάδια ανάκαμψης στις οικονομίες της νοτιοανατολικής Ευρώπης» (http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=12336&subid=2&pubid=97147157.

Την ίδια αισιοδοξία συμμερίζονται και οι επικεφαλής των μεγάλων ελληνικών εμπορικών τραπεζών, μεταξύ των οποίων επιτελικά στελέχη της «Εθνικής», της «Eurobank», της «Alpha» και της «Πειραιώς», σύμφωνα με την «Καθημερινή» τής 22/1/2011 (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_2_22/01/2011_429703 ). Στους Έλληνες οικονομολόγους προστίθεται κι ο επικεφαλής του ομίλου «Allianz» κ. Μίχαελ Χάιζε, ο οποίος διαβλέπει τα «πρώτα σημάδια ανάκαμψης των προβληματικών χωρών ήδη εντός του 2011 («Ντόιτσε Βέλε», 17/1/2011, http://www.dw-world.de/dw/article/0,,6407264,00.html).

Τα διαπιστωμένα «σημάδια ανάκαμψης» αφορούν τα μέτρα που ήδη ενεργοποιούνται στην προσπάθεια προς ανάκαμψη της οικονομίας. Ωστόσο τα υπάρχοντα δάνεια με τους επαχθείς όρους αποπληρωμής τους δεν επιτρέπουν την απόδοση των μέτρων. Οι πραγματικές αντίξοες συνθήκες στην οικονομία δεν έχουν μεταβληθεί διόλου. Παρ’ όλ’ αυτά χρειάζεται να επισημανθεί για μία ακόμη φορά πως η πραγματικά ελλειμματική οικονομία δεν ήταν η βαθύτερη αιτία της κρίσης. Αντίστοιχα μεγέθη και ελλείμματα εμφανίζουν και προηγμένες χώρες με καπιταλιστική οικονομία, οι οποίες δεν πιέστηκαν σε καμία περίπτωση ανάλογα με την Ελλάδα. Η τεχνητή ελληνική κρίση θα μπορούσε να οφείλεται στην απόπειρα των Η.Π.Α., όπου κι εδρεύουν οι «αγορές», να υπονομεύσουν την Ε.Ε., εφόσον την αντικρίζουν ανταγωνιστικά. Μα με δεδομένη τη συμπόρευση της Ε.Ε. με τις Η.Π.Α., φαίνεται προς το παρόν να σχηματίζεται η εικόνα πως η πρόκληση της κρίσης δεν σχετίζεται τόσο με τη συνέχιση της διασφάλισης γεωπολιτικών συμφερόντων, τα οποία εξακολουθούν ούτως ή άλλως να ελέγχονται από τη Δύση, όσο με την επιβολή στις δυτικές κοινωνίες ενός ακραίου καπιταλισμού, που θα συνθλίψει τα εργασιακά δικαιώματα και θα επιτρέψει τη μεταβίβαση των κρατικών περιουσιών στους ιδιώτες, μαζί με το εξειδικευμένο μα οικονομικά υποβαθμισμένο υπαλληλικό δυναμικό των δημόσιων επιχειρήσεων. Κι όλα «εξαιτίας» της υποτιθέμενης ελληνικής κρίσης, που «επιβάλλει» τη συγκεκριμένη πορεία προκειμένου να μην «επεκταθεί» το «πρόβλημα» συνολικά στον δυτικό κόσμο.

Το σχέδιο εφαρμόζεται ήδη στην Ελλάδα. Τα εργασιακά δικαιώματα εξατμίζονται συστηματικά, ενώ προωθείται και η εκχώρηση της δημόσιας περιουσίας σ’ όσους εκπροσωπούν το ακραιφνώς στυγνό πρόσωπο του καπιταλιστικού συστήματος.

Ενδεικτική των μεθοδεύσεων είναι η προοπτική εξαγοράς δύο ισχυρών δημόσιων επιχειρήσεων, της «Αγροτικής Τράπεζας» και του «Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου», από την ιδιωτική «Τράπεζα Πειραιώς», περίπτωση που επανέρχεται με εντυπωσιακή επιμονή στο προσκήνιο. Δύο υγιείς δημόσιες επιχειρήσεις «βαφτίστηκαν» σε μία νύχτα ζημιογόνες, προκειμένου να εκποιηθούν στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Η εκποίηση περιλαμβάνει σαν μεταβατικό στάδιο, που θα επιτρέψει την περαιτέρω μείωση στην τιμή πώλησης των «προβληματικών» κρατικών τραπεζών, και την «οριστική» απόσυρση του ενδιαφέροντος από την «Τράπεζα Πειραιώς», καθότι μία απόσυρση ενδιαφέροντος θα αφήσει υποτίθεται στα «αζήτητα» τις «προβληματικές» κρατικές τράπεζες. Επομένως, πώς θα «απαλλαγεί» από το «άχθος» τους το δημόσιο; Εκποιώντας τες σε τιμή ευκαιρίας! Φυσικά, αντιστρέφοντας τη γνωστή φράση, ουδέν προσωρινότερον του οριστικού! Γιατί η «οριστική» απόσυρση του ενδιαφέροντός της δεν κατατίθεται από την «Τράπεζα Πειραιώς» για πρώτη φορά στα τέλη Φεβρουαρίου του 2011.

Τον Ιούλιο του 2010 είχε επίσης εκδηλώσει το ενδιαφέρον της, για να το αποσύρει και πάλι «οριστικά» τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Στρατηγήματα απροσχημάτιστα, προκειμένου μία ιδιωτική επιχείρηση με μέγεθος σφουγγαριού, να εμφανίζεται ως ικανή για την απορρόφηση αντίστοιχων δημόσιων επιχειρήσεων, που έχουν όμως μέγεθος μπανιέρας γεμάτης με νερό! Το σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο οι συγχωνεύσεις θα ισχυροποιήσουν τους επιχειρηματικούς ομίλους στο πλαίσιο της ανασφάλειας που προκαλεί η οικονομική «κρίση», ενισχύεται μέσω της προβολής και της αντίστροφης πορείας, δηλαδή της απορρόφησης μιας ιδιωτικής επιχείρησης από μία κρατική ή, έστω, από μία στην οποία συμμετέχει και το δημόσιο.

Η συγχώνευση της «Εθνικής Τράπεζας» με την ιδιωτική «Alpha» συζητήθηκε έντονα τον προηγούμενο μήνα (2/2011). Σε τούτο το αντίστροφο όμως σενάριο η ιδιωτική εταιρεία απέρριψε τελικά την προοπτική της συγχώνευσης! Τι λόγους θα ’χε άλλωστε να τη δεχτεί, σ’ ένα σκηνικό όπου το ιδιωτικό κεφάλαιο προωθείται με κάθε οικονομικό μέτρο κι όπου τα «σημάδια ανάκαμψης» άρχισαν ήδη να «διαφαίνονται», δρομολογώντας την προετοιμασία της εξόδου από την «κρίση», εφόσον ο στυγνός καπιταλισμός θα ’χει πετύχει την επιβολή του με τους άκαμπτους όρους του;

Βέβαια, η επιβολή του καπιταλισμού με το πιο άκαμπτό του πρόσωπο δεν πρόκειται να ευδοκιμήσει για το μεγαλοεπιχειρηματικό λόμπι που την προωθεί, αν δεν δοθούν στις κοινωνίες κίνητρα ώστε να στραφούν στις υπηρεσίες και στα προϊόντα που θα προσφέρονται από το σύστημα υπό τις νέες αποξηραμένες συνθήκες. Για να επιτευχθεί ο στόχος, θα χρειαστεί να προετοιμαστεί η έξοδος από την κρίση, γεγονός που θα επιφέρει σταδιακά την αντιστροφή του αρνητικού ψυχολογικού κλίματος, το οποίο και παγώνει κάθε κίνηση στην αγορά. Φαίνεται, λοιπόν, πως η προετοιμασία της κοινωνίας εξελίσσεται βήμα-βήμα. Με τον ίδιο ακριβώς τεχνητό τρόπο με τον οποίο σημειώθηκε η είσοδος στην κρίση, θα συντελεστεί και η έξοδος απ’ αυτήν.

Μία αισιόδοξη έκθεση για την μελλοντική πορεία της οικονομίας ή μία κουβέντα και μόνο αρκούν για να υπερφαλαγγιστεί στη στιγμή κάθε «αξεπέραστο» προηγούμενο πρόβλημα. Φυσικά, τα ελλείμματα θα παραμένουν υψηλά, τα χρέη θα διογκώνονται εξαιτίας των δυσβάστακτων επιτοκίων δανεισμού, μα το πρόβλημα θ’ αποτελεί παρελθόν, όπως δεν εκδηλωνόταν και πριν από την «κρίση», γιατί θα φυσά πλέον άνεμος αισιοδοξίας! Και με την αναγκαία στάχτη στα μάτια, που θα μεταφραζόταν ίσως σε κάποια ανεπαίσθητη αύξηση των μισθών λόγω της «απόδοσης» των οικονομικών μέτρων, η ψυχολογία θα ανυψωθεί, τα χρηματιστήρια θα σημειώσουν άνοδο στους δείκτες τους, οι κοινωνίες θα ανασάνουν ψυχολογικά και θα πάψουν να απέχουν από την αγορά, οπότε θα σηματοδοτηθεί και η ανάσταση του εμπορικού κόσμου.

Ζητούμενο πάντως παραμένει ο χρόνος που θα επιλεγεί προκειμένου να ξεκινήσει η εκ νέου τεχνητή αντιστροφή του κλίματος. Φαίνεται ότι το κλίμα θα συνεχίσει να επιδεινώνεται με νέα αντεργατικά μέτρα και με ξεπούλημα των δημόσιων επιχειρήσεων που εμπερικλείουν δυναμική ανάπτυξης και κερδοφορίας, για όσο η συντριπτική πλειοψηφία των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων εμφανίζεται να αντέχει, παρά την αφαίμαξη που ήδη έχει υποστεί. Η λογική υποδεικνύει πως η γιγάντωση του μεγαλοεπιχειρηματικού κύκλου θα αυτοπεριοριστεί όταν νιώσει πως η εξάντληση των κοινωνικών στρωμάτων που υφίστανται την εκμετάλλευση θα καταστήσει σαθρά τα θεμέλια και της δικής του ευημερίας. Επειδή όμως συχνά η απληστία κυριαρχεί πάνω στη λογική, δεν θα πρέπει να θεωρείται καθόλου απίθανο πως ανά πάσα στιγμή ο έλεγχος του παιχνιδιού μπορεί να χαθεί. Ο σχεδιασμένος θάνατος των «εμποράκων» περιλαμβάνει και μία προεξαγγελθείσα ανάσταση. Θα προλάβουν όμως όσοι δημιούργησαν την τεχνητή κρίση να διευθετήσουν και την ανάσταση;

Αν ο δρόμος που επιλέχτηκε, με την πλήρη ανατροπή όλων των ισορροπιών, συνεχιστεί με την ίδια απληστία, η ανάσταση θα περιοριστεί αποκλειστικά στην υποτιθέμενη θετική δυναμική των οικονομικών δεικτών, χωρίς να ανιχνεύει δείγμα αναστημένου στις μικρομεσαίες κοινωνικές τάξεις. Ο εφιάλτης, εδώ, για την οικονομική ολιγαρχία είναι να καταστεί η ανάσταση αντικείμενο διεκδίκησης από τα ίδια τα συνθλιμμένα κοινωνικά στρώματα, χωρίς να προλάβουν τη σκηνοθεσία και τον έλεγχό της όσοι την εμπνεύστηκαν. Κι ίσως γι’ αυτό να χρειάζεται η σταδιακή κι ελεγχόμενη δρομολόγηση της εξόδου από την «κρίση».

Ανεξαρτήτως, πάντως, από τον τρόπο με τον οποίο θα κυλήσουν οι εξελίξεις και το κατά πόσο αυτός θ’ αποδειχτεί ελεγχόμενος ή ανεξέλεγκτος, η διαφαινόμενη πλήρης υποδούλωση των μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων δεν επιτρέπεται να προσπερνιέται αψήφιστα. Κι επειδή οι όποιοι έλεγχοι για οικονομικά εγκλήματα συνήθως αφήνουν ανέγγιχτους τους κολοσσούς τους, είναι ανάγκη οι επόμενοι έλεγχοι να κατευθυνθούν προς τη ρίζα των δεινών. Η λειτουργία των «αγορών», με τη σκανδαλώδη γιγάντωσή τους και τη δυνατότητά τους να διαμορφώνουν τις οικονομικές προοπτικές ολόκληρων κρατών, επιβάλλεται να εξεταστεί ενδελεχώς. Είναι αδιανόητο να ελέγχονται από τις «αγορές» οι «πραγματικές» οικονομικές δυνατότητες των κρατών, και να μην ελέγχονται από τα κράτη οι υπόγειες δοσοληψίες των συγκεκριμένων πιστοληπτικών ιδρυμάτων, τα οποία μάλιστα παρουσιάζουν εικόνα προκλητικής αδιαφάνειας, στηρίζοντας την οικονομική τους δύναμη στην τοκογλυφία, τους εκβιασμούς, τον τζόγο των χρηματιστηρίων και τον «κοπανιστό αέρα» των μετοχών.

Αν ο δυτικός καπιταλιστικός κόσμος πέτυχε την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, είναι καιρός να πετύχει και την παγκοσμιοποίηση της δικαιοσύνης. Εκτός κι αν η «αδυναμία» εντοπισμού των κερδοσκόπων είναι προϊόν ηθελημένης σύμπλευσης του πολιτικού κόσμου μαζί τους, γεγονός που δηλώνει τη διεύρυνση των ομάδων που παρανομούν. Όπως και να ’χει, η ύπαρξη του καρκινώματος δεν επιδέχεται καμία άλλη αντιμετώπιση πέρα από τον εντοπισμό και τον καθαρισμό του.

 

Γιάννης Στρούμπας

Οι εναπομείναντες – του Γιάννη Ποτ.

Οι εναπομείναντες

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου


 

Ξανάρθαν απόψε

να μου θυμίσουν το παλιό μου χρέος

Κρατιόνταν χέρι με χέρι

σαν τις Σουλιώτισσες στο Ζάλογγο

Κι’ η νύχτα νοτισμένη

με ιδρώτα και μνήμες

 

Έσερναν το χορό ανάεροι

κι έπεφταν στο κενό ένας ένας

                              λαμπιρίζοντας

Σαν πεφταστέρια

 

Η αυτοθυσία τους να φωτίζει

                                το αύριο

κάθε σύντροφος και λαμπάδα

να φωτίζει τα όνειρα

 

Μα όσο πλησιάζει το πρωί

οι Σουλιώτισσες λιγοστεύουν

Τελειώνουν τα τραγούδια

κι’ η μέρα ξεχωρίζει τα χέρια

 

Σφίγγουν οι παλάμες σε γροθιές

να φοβερίζουν τη μέρα

καθώς ανοίγουν οι κουρτίνες

και μπαίνει απ’ τις γρίλιες η ζωή

 

Τότε φεύγουν ένας ένας λυπημένοι

κι’ οι εναπομείναντες ονειροφύλακες.

 

Περιμένουν την επόμενη νύχτα,

για να ξοφλήσουν

                     το παλιό τους χρέος

Να γίνουν στα όνειρα ολοκαύτωμα

 

                          12 Δεκεμβρίου 2010, Γιάννης Ποταμιάνος

Ευαγγέλιο της Κρίσης: 2 σχόλια

                 Ευαγγέλιο της Κρίσης: 2 σχόλια

  

                     Του φιλαλήθη/Philalethe00

 

1.… και την περασμένη Κυριακή που διαβαζόταν το Ευαγγέλιο της Τελικής Κρίσης, ειλικρινά σας το λέω ότι δεν μπορούσα παρά να σκέφτομαι πόσο είμαστε* γενιά ‘άπιστος και διεστραμμένη’…  Αλλά και για αυτό, επειδή είμαστε και ήρθαμε μέσα σε μια τέτοια κατάσταση, η κρίση, αν μπορούμε κυριολεκτικά να την ονομάσουμε έτσι – που δεν μπορούμε, γιατί είναι απλώς η συνέπεια της ελεύθερής μας επιλογής – , θα γίνει ακόμη απαλότερη…

 

Αχ… πλην, όμως, αυτοί οι άνθρωποι, που εμείς ονομάσαμε ελαχίστους, ενώ ο Χριστός τους ονομάζει αδελφούς, εμμέσως πλην σαφώς, θα μας κρίνουν, όπως μας κρίνουν ήδη τώρα με την πρόγευση της Κόλασης που επιλέγουμε (μαζί και εγώ) δια μέσου της παληάς εκείνης αδιαφορίας μας προς εκείνους που πάντα βρίσκει δικαιολογίες, εύσχημα λόγια, προφάσεις (-αηδιαστικά πράγματα)……

 

Έτσι, παληά, είχε συμβεί να δω σε ενορία της πόλης (Θεσσαλονίκης) κάποιον “αδελφό” (και έχω μια εντύπωση ότι ο Σώτος Χονδρόπουλος θα έκανε λόγο για ψευδάδελφο…) να ταπεινώνει ένα κοριτσάκι που, για να αιτήσει μερικά ψιλά από εμάς τους εμπεπλησμένους, αν όχι ‘καλοζωισμένους’, αλλά… ενδεείς και ανήμπορους να συντρέξουν (πάντα!), στεκόταν μόνο του στο κρύο του Γενάρη δεν ξέρω πόσες ώρες, και να το προτρέπη να … πάει να δουλέψει, ήταν δεν ήταν πάνω από 12 χρονών… Ο ίδιος κατόπιν, ή εν τω μεταξύ μάλλον, έτρεξε -εμ, πώς το θέλετε, μην μας πιάσουν και κορόιδο και χάσουμε την σειρά μας τώρα… – για να προκάμει να πάρει αγιασμό μέγα, των Θεοφανείων, και να φύγει…

…οι Πατέρες, όμως, έλεγαν ότι αν δεν έχουμε(που έχουμε) να δώσουμε χρήματα, τότε τουλάχιστον να σταθούμε και να δακρύσουμε, να πούμε ένα καλό λόγο παρηγοριάς στους ανθρώπους αυτούς στους οποίους χρωστάμε το ‘πάνω απο το μέτρο της χρείας’, που είναι εξ ορισμού η πλεονεξία… Το ρητό της Καινής Διαθήκης λέει “παντί τω αιτούντι σε, δίδου” και όχι “δίδου νώτα”, αν θυμάμαι καλά… Και επίσης, αν κάποιος θεωρεί ότι όσοι του ζητάνε είναι απατεώνες, ίσως θα έπρεπε να δοκιμάσει να κάνει το ίδιο: να σταθεί, δηλαδή, κάπου και να ζητά χρήματα από τους περαστικούς· άραγε υπάρχει ένας-δύο που θα μπορούσε να το κάνει…; Ο δε άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων, ο και επίσκοπος στην Αλεξάνδρεια, λέγεται ότι εξοργιζόταν ιδιαίτερα με τις ενέργειες των συνεργατών του, όταν αυτοί ζητούσαν λόγο και λεπτομέρειες(αν  βιοπορίζονταν μάλλον και τα συναφή) από τους όσους τους προσέγγιζαν, ώστε, αν τους ικανοποιούσαν οι εξηγήσεις, να τους δώσουν… Στην περίπτωσή μας, σκεφτείτε, δεν ζητάμε λόγο, αλλά… τους φτύνουμε απλώς απευθύνοντας, ίσως, εμείς δικά μας λόγια…

…θεωρούμε, νομίζω, ότι όλοι αυτοί, οι “γυμνητεύοντες”, οι πεινώντες και διψώντες, οι ξένοι, οι ασθενείς και φυλακισμένοι, οι ενδεείς δηλαδή γενικά, είναι ακόμη και ‘του δρόμου, περιθωριακοί’, απόβλητοι, μας χαλάνε την μόστρα ενί λόγω, και μας καθυστερούν από τις πολλές και επείγουσες – πάντα – δουλειές μας και την ‘αναψυχή’ (sic) μας. Καλύτερα να τους αποφύγουμε, για να μην νομίσει η γειτονιά ότι γίναμε και εμείς τέτοιοι, ίδιοι με την “σάρα και τη μάρα”, μην χαλάσει το status και το προφίλ μας…

…και βέβαια, όλα αυτά είναι απολύτως αφημένα στην εξουσία μας(ανεξαρτήτως συνεπειών-οψωνίων της αμαρτίας), αλλά σίγουρα μας πάνε με τα ερίφια, μια και καλή, όπως μας το λέει ο Χριστός μας σήμερα… Και ερίφια και αγριοκάτσικα θα έπρεπε να είμαστε με τους δαίμονες και τις κακές ‘ρεαλιστικές’ συμβουλές και τα ποικίλα κατεστημένα, τα οποία υπακούμε και κολακεύουμε ευλαβικά, κατά κανόνα, σήμερα… έτσι δεν είναι..;

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

 2. Ναι χίλιες φορές, αν θέλεις να ουρλιάξεις σήμερα με αυτά που βλέπεις και ακούς γύρω σου, είσαι κατάλληλος, αν όχι ο καταλληλότερος*, για Χριστιανός… Διότι όλα, ή περίπου, είναι λάθος – και είναι τόσο μα τόσο λάθος… Έτσι, στην μεταπολίτευση, με τον σάπιο κόσμο της που μας τραβάει, κάπως σαν στο ‘Φάντασμα’ του Ξενόπουλου, από το χώμα προς τα κάτω, συνέβη το εξής καταπληκτικό: ένας ορισμένος μαρξισμός υπεραπλουστεύτηκε, έγινε αγνώριστος οπωσδήποτε, και χρησιμοποιήθηκε, για να μας διδάξει ποικίλα ηλίθια και απείρως ευτελή, δηλαδή φτηνιάρικα, ιδεολογήματα. Και μπορεί τα ‘κομμουνιστικά εγχειρίδια’ και ιδιαίτερα αυτά της Τρίτης/Κομμουνιστικής Διεθνούς(λ.χ. του ΚΚΕ – ”Σύγχρονη εποχή”) να διέκριναν απ’τα παλιά αυστηρά και ρητά τον φιλοσοφικό ιδεαλισμό από τον ηθικό ιδεαλισμό  και ο -ανεκδιήγητος εδώ- Γ. Κορδάτος να …κατέκρινε τον άγιο των γραμμάτων μας Παπαδιαμάντη, επειδή έπινε λίγο ο καημένος και δεν είχε, τάχα, (κοινωνικές) αξίες και ιδανικά, αλλά ο μαρξισμός αυτός της μεταπολίτευσης (και το ΠαΣοΚ συστηνόταν ως “μαρξιστικό, μη δογματικό κόμμα”, μέχρι που εκπορνεύτηκε σε ικανό μέρος από τον καπιταλισμό και τους θανατηφόρους πειρασμούς του…) έλεγε ότι δεν έπρεπε να έχουμε, γενικά, ιδανικά, διότι ‘όλοι κοιτάνε την πάρτη τους’ και ‘αυτοί είναι οι κανόνες του παιχνιδιού’ (παιχνιδιού;…) και ‘δεν θα σώσουμε εμείς τον κόσμο’ και ‘έτσι θα φας το κεφάλι σου’(!).

 

Βέβαια, δεν καταλάβαιναν αυτοί οι τόσο πρακτικοί, να πούμε, συνάνθρωποί μας ότι όλα αυτά είναι τόσο αδιέξοδα ήδη και οδηγούν ανεξαιρέτως σε μια αυτοτιμωρία φρικτή, αλλά είχαν το (άσφαιρο) όπλο του γνωσιολογικού σχετικισμού του αστού (έρχομαι να σας εξηγήσω αμέσως), όσον αφορά την Ιστορία, ότι δεν υπάρχει Ιστορία, δεν υπάρχει ιστορική αλήθεια που μπορεί μέχρι ένα σημείο να βρούμε, αλλά υπάρχουν αφηγήσεις και αφηγήματα, αυτό δηλαδή που εμείς οι γραμματιζούμενοι λέμε μεταμοντερνισμό. Μπέρδεμα μέγα… Και ότι ήδη ο Μαρξ και οι μαρξιστές, αλλά και πολλοί-πολλοί άλλοι, άνθρωποι, είχαν προσπαθήσει να διακρίνουν την θεωρία (=δηλαδή η “αλήθεια”) από την ιδεολογία (=τα ιδεολογήματα, που λέμε συνήθως), με τα γνωστά αποτελέσματα. Αλλά τι να λέμε, ο αυτοδικαιωτισμός αμφισβητεί την γεωμετρία, όχι απλώς και μόνο τις υπερβατικές πραγματικότητες που προϋποθέτουν να δώσουμε μόνοι μας βάση και θέληση

Γιατί, όμως, σας τα λέω όλα αυτά..; Επειδή θα ήθελα πολύ να κάνω ένα σχόλιο επιπλέον πάνω στο Ευαγγέλιο της Τελικής Κρίσης…! Έτσι, λοιπόν, ένας ορισμένος μεταπολιτευτικός “μαρξισμός” – δεν κάνω αντιμαρξιστική προπαγάνδα – πασοκικού(μετά και ΝΔικού, αφού έγιναν δύο-σε-ένα) τύπου μας δίδασκε ότι η Εκκλησία και οι παπάδες – επί Σημίτη, είχε γίνει βρισιά, ύβρις, σχεδόν αυτή η λέξη, θα έλεγα… – “μας μιλάνε για την μετέπειτα ζωή, για να μας τα παίρνουν εδώ και να χοντραίνουν και να μην νοιαζόμαστε να βελτιώσουμε αυτήν εδώ” ή περίπου έτσι. Κρίνοντας από τις αμαρτίες των ανθρώπων που φτιάχνουν την στρατευομένη Εκκλησία, δηλαδή αυτή που υπάρχει εδώ και τώρα στην γη, πλην των κεκοιμημένων και των αγέννητων, αυτή η κατηγορία είναι δικαιολογημένη. Πλην, δεν κρίνουμε από τον ‘χειρότερο καρπό’, διότι τότε θα έπρεπε ίσως να κρίνουμε τον μαρξισμό από τις δίκες της Μόσχας ή την σοσιαλδημοκρατία από το σημερινό ΠΑΣΟΚ ή την Β’ Διεθνή από τα του Μουσολίνι. Το Ευαγγέλιο αυτό μας μιλάει για το τελείως αντίθετο: ότι δίνουμε τώρα, στον συγκεκριμένο αδελφό και τελείως άγνωστο και άσχετο με μας, αλλά ίσως (αδιάφορο) και με την αλήθεια, ότι βοηθάμε απροϋπόθετα και νοιαζόμαστε για όλους, σήμερα και τώρα, με δικό μας κόστος και προσπάθεια, ει δυνατόν. Παράλληλα, βέβαια, το δίχως άλλο, πολεμάμε και το κακό σε όλα τα επίπεδα, καθώς και την εκμετάλλευση-αρπαγή, όπως ακριβώς το έχουν τονίσει η Οσία Μαρία Σκομπτσόβα από το Παρίσι και ο επίσκοπος Διοκλείας (Αγγλία) π. Κάλλιστος Ware.

Έτσι, η κατηγορία, όπως καταλαβαίνουμε, μπορεί εύκολα ακόμη και να αντιστραφεί. Είναι συγκεκριμένα ένας λενινισμός – κατά κάποιους πολύ σημαντικούς, ο λενινισμός δεν είναι καν μαρξισμός, αλλά αυτό ας το αφήσουμε προς το παρόν… – που μας λέει ότι δεν πρέπει καν να ενδιαφερθούμε να λύσουμε το υλικό πρόβλημα κάποιου ανθρώπου τώρα και εδώ, αλλά να το μεταθέσουμε για μετά την επανάσταση, αφού άλλωστε για αυτό φταίνε οι καπιταλιστές και όχι εμείς… Η επανάσταση είναι η μόνη ελπίδα για αυτούς που έχουν χάσει κάθε ελπίδα… Τώρα, βέβαια, άλλο αν δεν γίνει ποτέ ή επιφέρει μια γραφειοκρατική δικτατορία…

Και αφού είναι σχεδόν περίοδος νηστείας (αποχή από κρέας για τώρα), στον Ησαΐα αναφέρεται ότι νηστεία πραγματική είναι «Νά λύσεις τα δεσμά της αδικίας» (Ησ. 63, 6), καθώς και το εξής, κάπως … μαρξιστικό (σχήμα πρωθύστερο, που λέγαμε και στο σχολείο), που, όμως, λέει ο ίδιος ο Θεός… (άλλο πάλι και τούτο):

“Νηστεία το λέτε εσείς αυτό, μέρα αρεστή σε μένα, τον Κύριο;

Η νηστεία που θέλω εγώ είν’ ετούτη:  Να σπάτε των αδικημένων τα δεσμά,

να λύνετε τα φορτία που τους βαραίνουν,

τους καταπιεσμένους ν’ απελευθερώνετε

και να συντρίβετε κάθε ζυγό. (Ησαΐας 58:6)”

Και αυτό σημαίνει απλώς ριζική επαναστατικοποίηση της ζωής μας, δεν βρίσκετε;…

* το οποίο είναι α’ πληθυντικό πρόσωπο :-)
 

** αυτό φέρνει πικρές μνήμες βέβαια από την πρόσφατη ιστορία του τόπου, το αναγνωρίζω… :-D

 

Ιδεολογία προσοδοθηρίας

Ιδεολογία προσοδοθηρίας

 

Του Γ. Σ. Πρεβελάκη

 

Η νεότερη ιστορίας της Ελλάδας χαρακτηρίζεται από την πάλη ανάμεσα σε δύο τάσεις:

Η μία έχει ρίζες στην γαιοκτησία, στον παλαιοελλαδίτικο κοταμπασισμό: είναι η αναζήτηση της προσόδου, η οποία στην παραδοσιακή κοινωνία προερχόταν αποκλειστικά από την γη, κατόπιν έλαβε την μορφή δανείων, ξένης βοήθειας, εισροών από τη ναυτιλία και την μετανάστευση.

Η άλλη τάση ανάγεται στην διασπορά, στις Ελληνικές κοινότητες της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης, της Θεσσαλονίκης, της Αλεξάνδρειας, της Τεργέστης. Αναζητεί πλούτο και επιτυχία στο εμπόριο και, γενικότερα, στις αστικές δραστηριότητες.

Καθώς αναπτύχθηκε το νεοελληνικό κράτος, οι δύο τάσεις συναντήθηκαν στην νεοσύστατη ελίτ. Το προσοδοθηρικό τμήμα, καθ’ ότι πλέον ντόπιο, διέθετε εξαρχής πολιτικό πλεονέκτημα, αν και υποχρεωνόταν να μοιράζεται την εξουσία με το παραγωγικό, ιδιαιτέρως όταν η πολιτική του κατέληγε σε αδιέξοδο.
Η υπερδιόγκωση του κράτους, εν σχέσει με την ιδιωτική οικονομία αντανακλά την πολιτική ανισότητα ανάμεσα στις δύο εθνικές τάσεις. Το Κράτος, αρμόδιο να απορροφά και να διανέμει την έξωθεν πρόσοδο, έγινε φρούριο της προσοδοθηρίας, η Διασπορά λειτούργησε ως καταφύγιο για τις ασφυκτιώσες ή διωκόμενες δημιουργικές δυνάμεις. Η δυναμική Ελληνική παρουσία στο εξωτερικό και η υπανάπτυκτη Ελλάδα αντιπροσωπεύουν τις δύο φαινομενικά αντιφατικές, ουσία συμπληρωματικές όψεις του Ελληνισμού.

Μετά από την Κατοχή και τον Εμφύλιο, οι δύο τάσεις ισορρόπησαν επί μία περίπου τριακονταετία, οπότε έγιναν κάποια βήματα ανάπτυξης. Από το 1981 επανέκαμψε η ιδεολογία της προσοδοθηρίας. Η ένταξη στην Κοινή Αγορά, αντί να ενισχύσει την παραγωγική πτέρυγα, όπως ευελπιστούσαν οι υποστηρικτές της, έδωσε πρόσθετες δυνατότητες για άντληση προσόδων.

Έτσι εξηγείται η μετεκλογική φιλοευρωπαϊκή στροφή του ΠΑΣΟΚ, το οποίο, διαστρέφοντας την ευρωπαϊκή λογική, τροφοδότησε τα προσοδοθηρικά κυκλώματα με πόρους που προορίζονταν για την ενίσχυση της παραγωγικότητας. Το πνεύμα του κοτζαμπασισμού θριάμβευσε, εις βάρος των Κουτόφραγκων – και της Ελλάδας.

Με τις συνέπειες αυτής της πολιτικής προφανείς, υπάρχουν σήμερα ελπίδες για αλλαγή; Μήπως το αδιέξοδο οδηγεί σε ριζικές αναθεωρήσεις, ώστε να αξιοποιηθούν τα τεράστια γεω-οικονομικά και γεω-πολιτισμικά πλεονεκτήματα της χώρας; Οι καλόπιστοι υποστηρικτές του Μνημονίου κινδυνεύουν να διαψευσθούν, όπως διαψεύσθηκαν οι προσδοκίες από την είσοδο στην Ευρώπη.

Η προσοδοθηρική παράταξη έχει εμπεδώσει την εξουσία της. Ελίσσεται, αλλά δεν παραιτείται. Διαθέτει ισχύ σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις, με προεξάρχουσα παρουσία στο κυβερνών κόμμα το οποίο, αντί να προωθήσει τις απαιτούμενες ριζικές μεταρρυθμίσεις, αναζητεί νέες πηγές προσόδων. Η κυβέρνηση δοκιμάζει τις αντοχές των Ευρωπαίων στην προσπάθειά της να επιβιώσει όπως-όπως, με αυξανόμενο δανεισμό. Διαπραγματεύεται με όποια διεθνή δύναμη μοιάζει διατεθειμένη να την χρηματοδοτήσει, χωρίς ηθικές ή γεωπολιτικές αναστολές. Συνεχίζει, δηλαδή, να προεξοφλεί το μέλλον της χώρας για να αποτρέψει την κατάρρευση του παρασιτισμού. Πόσο μπορεί να συνεχίσει την τακτική αυτή, πριν από την χρεοκοπία;

Όπως οι εκφυλισμένοι γόνοι πλουσίων οικογενειών, η Ελλάδα διαθέτει ακόμη τρόπους να κατολισθαίνει: άφθονη και διεθνώς περιζήτητη γη προς πώληση. Η διάθεση των ακινήτων του Δημοσίου δεν είναι, βέβαια, απορριπτέα αφ’ εαυτής. Το αποτέλεσμα κρίνεται από το πώς θα χρησιμοποιηθούν οι προκύπτοντες πόροι. Εφόσον αποφασίζουν οι προσοδοθήρες κάτοχοι της κρατικής εξουσίας, η νέα πηγή προσόδου θα επιδιώξει να διασφαλίσει την παράταση του παρασιτισμού. Οι μεταρρυθμίσεις θα παραπεμφθούν ad calendas graecas.

Δεδομένου ότι το κυρίαρχο κατεστημένο είναι ανίκανο να οργανώσει την πώληση της γης, ενδέχεται να ζητηθεί τεχνοκρατική αρωγή από εκπροσώπους της παραγωγικής παράταξης, έναντι υποσχέσεων για ουσιαστικές αλλαγές. Όταν θα έχουν επιτελέσει το έργο τους, θα βρεθούν εκτός πολιτικού νυμφώνος. Εφόσον, εξάλλου, αρχίσει να αντλείται έγγειος ιδιοκτησία από το εξωτερικό, η ιδιωτική γη θα ακολουθήσει την δημόσια. Η γη θα ξαναγίνει κυρίαρχη πηγή προσόδου, παράγων αδράνειας, όπως στην εποχή των τσιφλικάδων.
Σε μακροπρόθεσμη προοπτική, η ιδιοκτησία της γης θα έχει περιέλθει σε ξένους, το δημογραφικό περίσσευμα των γειτονικών ηπείρων θα έχουν καταλάβει την Ελληνική αγορά εργασίας, οι δημιουργικοί Έλληνες θα έχουν καταφύγει στην Διασπορά. Θα έχει κλείσει ο κύκλος τον οποίο άνοιξε η Επανάσταση του 1821.

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, Μάρτιος 03, 2011, http://kostasxan.blogspot.com/2011/03/blog-post_4903.html

Γιατί όχι στη «Σπίθα» του Θεοδωράκη

Γιατί όχι στη «Σπίθα» του Θεοδωράκη

 

Του  FalseFaith*


 

Την Κυριακή παρευρέθηκα στη συγκέντρωση της «Σπίθας» του Μίκη Θεοδωράκη, στο Βελλίδειο στη Θεσσαλονίκη. Αν και δεν είχα μεγάλες προσδοκίες από μια τέτοια εκδήλωση, σκέφτηκα οτι το αναγνωρίσιμο πρόσωπο του μουσικοσυνθέτη θα μπορούσε να εμπνεύσει και να συσπειρώσει πολλούς ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, πεποιθήσεων και κοινωνικών τάξεων, με κοινό παρονομαστή την αντίθεση στο Μνημόνιο, το οικονομικό σύστημα, το έλλειμμα δημοκρατίας γενικότερα. Δυστυχώς, οι φόβοι μου για συγκεντρωτισμό και στροφή προς τα (ακρο)δεξιά επαληθεύτηκαν, με αποτέλεσμα να αποχωρήσω πριν το τέλος της ομιλίας, εμφανώς απογοητευμένος.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η Σπίθα είναι ένα ιδιότυπο κίνημα-οργάνωση που ιδρύθηκε από το Μίκη Θεοδωράκη πριν από τρεις περίπου μήνες, με σκοπό να σχηματίσει ένα μέτωπο αντίδρασης και ανυπακοής στους όρους του Μνημονίου. Αυτό που μου άρεσε εξαρχής είναι το κάλεσμα να παραμερίσουμε τις πολιτικές μας διαφορές και να συνασπιστούμε απέναντι στον κοινό εχθρό, τους εκπροσώπους των αγορών και του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ακόμα, ιδιαίτερα θετική μου φάνηκε η οργάνωση του κινήματος με βάση τις αρχές της άμεσης δημοκρατίας, χωρίς αρχηγούς και κεντρική οργάνωση, αλλά με ενεργό συμμετοχή όλων στη λήψη αποφάσεων.

Όσον αφορά τα αρνητικά, δεν θα μπορούσα να παραβλέψω την εμμονή του Θεοδωράκη και των άλλων πρωτεργατών με τα λεγόμενα «πατριωτικά» θέματα, όπως είναι ο κίνδυνος του νεο-οθωμανισμού, η απειλή των Σκοπίων, ο αφελληνισμός του μαθήματος της ιστορίας και άλλα, παρομοίου μήκους κύματος… Επίσης, υποψιαζόμουν οτι η έντονη προβολή των «επιφανών προσωπικοτήτων» αποτελούσε σημάδι οτι το κίνημα θα εξελισσόταν σε ένα παραδοσιακό πολιτικό κόμμα με ηγέτες και οπαδούς, αντί για μια δημοκρατική, οριζόντιου τύπου οργάνωση.

Με ανάμικτα συναισθήματα λοιπόν αποφάσισα να πάω στη συγκέντρωση. Η πρώτη εντύπωση, δικιά μου αλλά και των φίλων μου ήταν αρνητική. Ο μέσος όρος ηλικίας των παρευρισκομένων ήταν ιδιαίτερα υψηλός, οι περισσότεροι ήταν μεσήλικες και εκπρόσωποι της τρίτης ηλικίας. Από στιλιστικής πλευράς, τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Πλατινέ ξανθές γριές, κοπέλες με εμφάνιση ΔΑΠίτισσας, καλοζωισμένοι οικογενειάρχες με κοιλιά και γραβάτα, διέκρινα μάλιστα και δύο μοναχούς…

Η συμπεριφορά κάποιων παρευρισκομένων ήταν απαράδεκτη, καθώς με νεοελληνικό τρόπο «κρατούσαν» από πέντε θέσεις ο καθένας για συγγενείς και φίλους, την ίδια στιγμή που υπερήλικες και άνθρωποι με κινητικά προβλήματα ήταν όρθιοι. «Από αυτούς θα γίνει η επανάσταση;» αναρωτήθηκε μια φίλη μου. Προσπάθησα να μην επηρεαστώ από αυτές τις λεπτομέρειες και να επικεντρωθώ στην ουσία, δηλαδή τον πολιτικό λόγο του κινήματος.

Εξαρχής κατάλαβα οτι θα μιλούσαν σχεδόν αποκλειστικά ο Θεοδωράκης και οι «εκλεκτοί» του, αφήνοντας λίγο μόνο χρόνο για κάποιους εκπροσώπους «περιφερειακών Σπιθών». Πρώτος ξεκίνησε να μιλά ο γνωστός και μη εξαιρετέος Κώστας Ζουράρις, ο οποίος εκτελούσε στη συνέχεια και χρέη συντονιστή. Κατάφερε, μέσα από ένα πλήθος αερολογιών και φληναφημάτων, να μην πει ουσιαστικά τίποτε, κατά την προσφιλή του συνήθεια…

Στη συνέχεια, το λόγο έλαβε ο ομότιμος καθηγητής της νομικής, Γεώργιος Κασιμάτης. Με λόγο απλό και κατανοητό προσπάθησε να υποδείξει σε ποιά σημεία είναι αντισυνταγματικό, αλλά και εμφανώς παράλογο, το Μνημόνιο που υπέγραψαν οι ηγέτες μας. Νομίζω πως έχει κάνει σοβαρή δουλειά στον τομέα αυτό και αποτελεί μια από τις πιο αξιόλογες προσωπικότητες στο κίνημα. Είναι πολύ θετικό να βλέπει κανείς έναν νομικό, και μάλιστα καθηγητή πανεπιστημίου, να καταφέρεται εναντίον του συστήματος εκ των έσω, χρησιμοποιώντας τα όπλα που συνήθως χρησιμοποιούν οι ισχυροί, δηλαδή την ερμηνεία των νόμων.

Ακολούθησε ο οικονομολόγος Δημήτρης Καζάκης, κείμενα του οποίου είχα την τύχη να διαβάσω παλιότερα, μέσα από τη σελίδα “No Money No Debt”. Μιλώντας αποκλειστικά με επιχειρήματα και αφήνοντας έξω τους συναισθηματισμούς, προσπάθησε να παρουσιάσει σε λίγα λεπτά την τραγική πραγματικότητα του ελληνικού χρέους, που είναι από τα πιο επαχθή και δυσβάσταχτα στον κόσμο. Αν και δεν συνάντησε τη θερμότερη υποδοχή από το κοινό, θεωρώ οτι ο Καζάκης είναι ο πλέον άξιος πρωτεργάτης της Σπίθας. Τέτοιους ανθρώπους φοβούνται οι πολιτικοί, που ξεσκεπάζουν τις λαμογιές τους με στοιχεία, και θα ήταν ευχής έργον αν η προσπάθειά του προβληθεί περισσότερο στο μέλλον.

Ο επόμενος ομιλητής ήταν ο εκδότης του Άρδην, Γιώργος Καραμπελιάς. Ο λόγος του ήταν έντονα συγκινησιακά φορτισμένος και εξαντλήθηκε στα λεγόμενα πατριωτικά θέματα, όπως είναι η έξαρση του «νεο-οθωμανισμού», το μάθημα της ιστορίας στα σχολεία και άλλα, τα οποία δεν μπόρεσα να καταλάβω τι σχέση είχαν με την κρίση. Η άποψή μου είναι οτι ο χώρος της «πατριωτικής Αριστεράς», που εκπροσωπεί ο Καραμπελιάς, χαρακτηρίζεται από λογικά ασυμβίβαστες μεταξύ τους θέσεις και στηρίζεται στον συχνά λαϊκίστικο συναισθηματισμό. Πώς μπορεί κάποιος που υποστηρίζει τους φτωχούς εργαζόμενους όλου του κόσμου να διαχωρίζει τους ανθρώπους σε «συνέλληνες» και «ξένους»;

Στη συνέχεια ακολούθησαν κάποιοι εκπρόσωποι τοπικών επιτροπών της Σπίθας, οι οποίοι κινήθηκαν στο ίδιο μήκος κύματος. Χαρακτηριστικά, ο εκπρόσωπος από την Κομοτηνή, εκδότης κάποιας τοπικής εφημερίδας, αναφέρθηκε στο θέμα της χειραγώγησης των Πομάκων από το τουρκικό προξενείο, ενώ ο Κύπριος εκπρόσωπος έθιξε τα προβλήματα της τουρκικής κατοχής του νησιού και του αφελληνισμού της εκπαίδευσης σε Ελλάδα και Κύπρο. Ο τελευταίος μάλιστα, συγκινημένος μέχρι δακρύων, κατήγγειλε οτι «δεν διδάσκονται πλέον τα παιδιά μας για τους γενίτσαρους», ενώ προσφέρθηκε να… υιοθετήσει τα σχολεία που θα κλείσει η Διαμαντοπούλου! Χαρακτηριστικό είναι οτι το κοινό πραγματικά αποθέωσε τις εθνικιστικές εξάρσεις τους, επιβεβαιώνοντας τους αρχικούς φόβους μου.

Τέλος, το λόγο έλαβε ο πρωταγωνιστής της βραδιάς, Μίκης Θεοδωράκης. Μέσα από μια μακροσκελή και ελαφρώς βαρετή ομιλία προσπάθησε να συνοψίσει τις κατευθυντήριες γραμμές του κινήματος. Αν και ξεκίνησε πολύ καλά, λέγοντας οτι «συμμετέχουμε σε ένα πρωτόγνωρο πείραμα από την έκβαση του οποίου θα αποδειχθεί εάν πραγματικά ο λαός είναι ικανός να αυτοκυβερνηθεί ή εξακολουθεί να χρειάζεται Σωτήρες-Ηγέτες-Κόμματα-Μηχανισμούς για να σωθεί… να γίνεται οπαδός-κοπάδι με τυφλή πίστη και φανατισμό για τον οδηγό-βοσκό και την αυλή του, για να προχωρήσει», στη συνέχεια μας απογοήτευσε. Εκτός από το οτι επέμεινε κι αυτός στα εθνικά θέματα, αναίρεσε με τα λεγόμενά του την αρχή της άμεσης δημοκρατίας, την οποία υποτίθεται οτι πρέσβευε. Αναφέρθηκε στην αναγκαιότητα ύπαρξης ενός «εθνικού κέντρου», που θα κατευθύνει και θα συντονίζει τις «περιφερειακές Σπίθες». Αποδοκίμασε την απόφαση κάποιων τοπικών επιτροπών να κατεβούν στην πορεία της περασμένης Τετάρτης, παρά την απαγόρευση της προσωρινής συμβουλευτικής επιτροπής, λέγοντας μάλιστα οτι «αυτό το είδος της δημοκρατίας εγώ το θεωρώ αναρχία που οδηγεί κατ' ευθείαν σε διάλυση». Αξίζει να σημειωθεί οτι στο σημείο αυτό ο μουσικοσυνθέτης καταχειροκροτήθηκε από το κοινό, ενώ τα προηγούμενα λόγια του για άμεση δημοκρατία και κοπάδι με βοσκό έπεσαν στο κενό. Όταν μάλιστα μια φίλη μου φώναξε «κάτω οι ηγέτες! », μια ομάδα αξιοπρεπών γραιίδων την αγριοκοίταξε σαν να είχε βλαστημήσει μέσα στην εκκλησία…

Μετά από όλα αυτά, αποχώρησα από το Βελλίδειο χωρίς να περιμένω τη λήξη της ομιλίας. Δεν ξέρω αν το πείραμα της Σπίθας τελικά πετύχει, με τις προϋποθέσεις όμως αυτές εγώ δεν μπορώ να αποτελώ μέλος του. Δεν θα είχα πρόβλημα να συμμετέχω σε ένα κίνημα μαζικής ανυπακοής, που να συγκέντρωνε στις τάξεις του άτομα όλων των κοινωνικών βαθμίδων και πεποιθήσεων. Η Σπίθα όμως δεν έχει ως μόνο συνεκτικό κρίκο την οργή απέναντι στο Μνημόνιο και την απογοήτευση για την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Θέτει αξιωματικά την προϋπόθεση να ενστερνιστείς την (ακρο)δεξιά ατζέντα των ιδρυτών της, ενώ καταργεί ουσιαστικά την αρχή της άμεσης δημοκρατίας, έχοντας μια «προσωρινή επιτροπή» από εκλεκτούς, που καθοδηγεί και διοικεί. Δεν βλέπω μεγάλη διαφορά μεταξύ της Σπίθας και ενός οποιουδήποτε πολιτικού κόμματος, ενώ δεν θα μου φανεί παράξενο αν βάλουν υποψηφιότητα στις επόμενες εκλογές.

Αγαπητέ Μίκη λοιπόν, αν και σε σέβομαι σαν καλλιτέχνη και σαν προσωπικότητα, ευχαριστώ, δεν θα πάρω…


Δείτε και: http://www.mikis-theodorakis-kinisi-anexartiton-politon.gr/el/info/?nid=481

http://www.ardin.gr/taxonomy/term/18

http://www.nomoneynodebt.gr/

 

* FalseFaith, Wissen macht frei – Η γνώση απελευθερώνει

 

ΠΗΓΗ: Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011, http://falsefaith.blogspot.com/2011/03/blog-post.html

 

Σημείωση admin: κάτω από το άρθρο στην «ΠΗΓΗ» υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα και αντικρουόμενα σχόλια…

Κρίση, εξέγερση, στρατηγική

Κρίση, εξέγερση, στρατηγική

 

Του Παναγιώτη Σωτήρη


 

Η τρέχουσα καπιταλιστική κρίση έχει δείξει προ πολλού ότι δεν είναι απλώς μια κρίση στη σφαίρα της κυκλοφορίας ή του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αλλά μια δομική καπιταλιστική κρίση, που αφορά όλες τις πλευρές της καπιταλιστικής παραγωγής και αναπαραγωγής. Η έξοδος από αυτή προϋποθέτει τη διατύπωση από τη μεριά των αστών ενός νέου κοινωνικού, οικονομικού και τεχνολογικού παραδείγματος, που ακόμη δεν έχει διατυπωθεί.

Αυτό διαμορφώνει το υλικό υπόβαθρο μιας πραγματικής κρίσης στρατηγικής για τις αστικές τάξεις, όσο και εάν αναδιπλώνονται σε έναν παροξυσμό αντιλαϊκών μέτρων και μια «φυγή προς τα εμπρός».

Αυτό αποτυπώνεται στη συνολικότερη κρίση και μετάλλαξη του σχεδίου της Ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η αρχιτεκτονική της ΟΝΕ και το κοινό νόμισμα μετατρέπεται πια σε ένα μηχανισμό που επιδεινώνει τις κρισιακές τάσεις, παροξύνει το πρόβλημα του χρέους, οδηγεί όχι πια σε αναδιάρθρωση αλλά σε κοινωνική αποδιάρθρωση. Η προτεινόμενη Γερμανογαλλική «Ευρωπαϊκή Οικονομική Διακυβέρνηση», απλώς θα οξύνει ακόμη περισσότερο αυτές τις αντιφάσεις.

Η κρίση της αστικής στρατηγικής συμπίπτει με την είσοδο σε έναν νέο ιστορικό κύκλο με κύριο χαρακτηριστικό την όξυνση των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων, έναν κύκλο που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε οριακά εξεγερσιακό. Αυτό το στοιχείο δεν αφορά μόνο τις κοσμοϊστορικές εξελίξεις στη Βόρεια Αφρική και τον Αραβικό κόσμο, με όλο το μήνυμα ελπίδας που στέλνει εκεί η αποφασιστικότητα, μαχητικότητα και επινοητικότητα των λαϊκών μαζών. Αφορά, προοπτικά, και σχηματισμούς όπως η Ελλάδα.

Στην πραγματικότητα η ελληνική κοινωνία έχει μπει σε μια φάση όπου η κοινωνική αντιπαράθεση μπορεί να πάρει εξεγερσιακή μορφή. Και δεν μιλάμε μόνο για το Δεκέμβρη του 2008 που τρόμαξε τα αστικά επιτελεία. Όταν η ανυπακοή στα πανάκριβα διόδια και εισιτήρια από παραδειγματική χειρονομία γίνεται μαζική πρακτική, όταν αρκετές κλαδικές κινητοποιήσεις κλιμακώνονται γρήγορα προς την κατεύθυνση της απεργίας διαρκείας, όταν στρώματα όπως οι γιατροί προχωρούν σε καταλήψεις Υπουργείων και θεωρούν συμμάχους τους άλλους απεργούς, όταν στην Κερατέα διεξάγεται, εδώ και μήνες, ένας πραγματικός πόλεμος με τις δυνάμεις καταστολής, όταν αυθόρμητα στις διαδηλώσεις τα συνθήματα που παραπέμπουν σε άτακτη φυγή της κυβέρνησης έχουν μεγαλύτερη απήχηση από τα συγκεκριμένα αιτήματα των κλάδων, όταν προχτές στο Σύνταγμα χιλιάδες νέοι και εργαζόμενοι άντεξαν απέναντι σε αλλεπάλληλα κύματα επιθέσεων από την μεριά των συμμοριών της κρατικής αλητείας, γίνεται σαφές ότι έχουμε περάσει σε μια φάση κλιμάκωσης χωρίς προηγούμενο των κοινωνικών συγκρούσεων.

Ο συνδυασμός ανάμεσα στην βαθύτερη κρίση στρατηγικής που συμπυκνώνει η συγκυρία της οικονομικής, κρίσης, στην εξάντληση της όποιας ηγεμονικής απήχησης μπορεί να είχε ο «υπαρκτός νεοφιλελευθερισμός», και στην όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων στο όριο ενός εξεγερσιακού κύκλου, συμπυκνώνει το υπαρκτό ενδεχόμενο μιας ηγεμονικής κρίσης για τις δυνάμεις του κεφαλαίου.

Στην Ελλάδα αυτό είναι ακόμη πιο έντονο, με την εμφανή εξάντληση του «αναπτυξιακού υποδείγματος» του ελληνικού καπιταλισμού, που είχε στηριχτεί στις εισροές από την ΕΕ, τη φτηνή μεταναστευτική εργασία και τις πολυεπίπεδες μορφές επιδότησης του κεφαλαίου. Η «δημιουργική καταστροφή» που επιλέγουν οι νεοφιλελεύθεροι εμπνευστές του μνημονίου και η απόπειρα σαρωτικής αλλαγής του συσχετισμού δύναμης προς όφελος του κεφαλαίου, απλώς επιταχύνει μια ευρύτερη πραγματική καταστροφή συλλογικών παραγωγικών δυνατοτήτων, αποκαρδιώνει μια ολόκληρη κοινωνία, συνιστά συνθήκη πραγματικής κοινωνικής παρακμής.

Γι’ αυτό και το αστικό πολιτικό σύστημα, ανίκανο να προσφέρει οποιαδήποτε έστω και χαραμάδα «θετικής προοπτικής» αναδιπλώνεται στη λογική του «αυτόματου πιλότου» και της αναμονής, μήπως και αποφευχθεί η μοιραία κοινωνική και πολιτική έκρηξη. Η επένδυση στο ρατσισμό, την ξενοφοβία, τα πιο σκοτεινά και αυταρχικά νεοσυντηρητικά αντανακλαστικά δύσκολα μπορεί να αποτρέψει την όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων.

Το ότι μπορούμε να συζητάμε σήμερα, με όρους οριακών πραγματικών ενδεχομένων και όχι απλώς «φαντασιακών προβολών» για την περίπτωση κατάρρευσης του κυβερνητικού κέντρου, ιδίως σε ένα ενδεχόμενο χρεοκοπίας ή σε ένα ενδεχόμενο ανεξέλεγκτης κοινωνικής και πολιτικής αντιπαράθεσης, ο τρόπος που τόσο τα ντόπια όσο και τα διεθνή κέντρα δείχνουν οριακά απλώς να προσπαθούν να «κερδίσουν χρόνο», ο κραδασμός που προκάλεσε το ενδεχόμενο μαζικής εκποίησης δημόσιου πλούτου, όλα αυτά αποτυπώνουν την αλλαγή ιστορικής φάσης.

Σε μια προηγούμενη περίοδο η ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού ήταν αδιαμφισβήτητη και τα κοινωνικά κινήματα μπορούσαν απλώς να ελπίζουν στο να υψώσουν αναχώματα, να καθυστερήσουν αναδιαρθρώσεις, ή να συντηρήσουν την εμπιστοσύνη στη συλλογική διεκδίκηση. Σήμερα, όμως, τα πράγματα αλλάζουν, αναπροσαρμόζονται οι όροι της ηγεμονίας και τίθεται το ερώτημα της εξουσίας. Ο λαϊκός παράγοντας, το εργατικό κίνημα και η πολιτική Αριστερά έχουν τη δυνατότητα να παρέμβουν καταλυτικά, να τροποποιήσουν το συσχετισμό δύναμης, και να θέσουν με πραγματικούς όρους το ζήτημα της εξουσίας μιας αντικαπιταλιστικής λαϊκής κοινωνικής συμμαχίας, μετασχηματίζοντας τις εξεγερσιακές τάσεις σε δυναμική πολιτικής ανατροπής. Διαφορετικά, οι αστικές δυνάμεις έχουν τη δυνατότητα, πατώντας πάνω στην αποκαρδίωση, την αποθάρρυνση, την εξατομίκευση θα δοκιμάσουν να εμπεδώσουν συνθήκη ακόμη πιο αντιδραστική, συνθήκη αυταρχική, μεταηγεμονική και μεταδημοκρατική, συνθήκη κοινωνικής βαρβαρότητας.

Όμως, η εξέγερση είναι μια τέχνη. Η φράση αυτή του Ένγκελς, την οποία επαναλάμβανε ο Λένιν συχνά, αποτυπώνει ακριβώς την πρόκληση μπροστά μας. Το να περάσουμε από τη νικηφόρα αντίσταση στην ανατροπή βάζει συγκεκριμένες απαιτήσεις.
Πρώτον, πρέπει να παγιωθεί, ενισχυθεί, διευρυνθεί η τάση που υπάρχει σήμερα για την κλιμάκωση των αγώνων, τον πειραματισμό με πρωτότυπες μορφές αγώνα, τον επαναπροσδιορισμό της απεργίας και της κινητοποίησης ως πραγματικό «σταμάτημα της μηχανής», το πέρασμα στη γενικευμένη ανυπακοή. Άλλωστε, πολιτική ανατροπή χωρίς μαζικό, συγκροτημένο και πολιτικά επικίνδυνο κοινωνικό κίνημα δεν υπάρχει. Μια τέτοια κλιμάκωση και πολιτικοποίηση του κινήματος είναι που μπορεί να πετύχει και στόχους όπως η ανατροπή της κυβέρνησης. Αυτό απαιτεί μια νέα δημοκρατία – αλλά και πειθαρχία… – του αγώνα, την κουλτούρα του συντονισμού και της αλληλεγγύης, τη ρήξη με τον υποταγμένο συνδικαλισμό, την υπέρβαση των παραδοσιακών διαχωρισμών ανάμεσα σε συνδικαλιστική διεκδίκηση, πολιτική διαμαρτυρία, πρωτοβουλία αλληλεγγύης.

Να βρεθούν μαζί τα κινήματα «δεν πληρώνω» και τα συνδικάτα των μεταφορών και να καταργήσουν στην πράξη τα ακριβά εισιτήρια. Να κάνουν κινητοποιήσεις μαζί γονείς μαθητές και εκπαιδευτικοί για τις συγχωνεύσεις. Να κάνουν μαζί καταλήψεις φοιτητές, πανεπιστημιακοί και διοικητικοί. Να δείξουμε εμπιστοσύνη στην ίδια την επινοητικότητα των μαζών και το πολιτικό αντανακλαστικό τους. Να συνδυάσουμε την προσπάθεια για συνεχείς κλιμακώσεις με την πραγματικότητα ενός «παρατεταμένου λαϊκού πολέμου». Να γενικευτούν οι μορφές του συντονισμού από τα κάτω, οι συντονισμοί των σωματείων, των τοπικών κινημάτων, των κινημάτων ανυπακοής, να περάσουμε στον αναγκαίο «συντονισμό των συντονισμό» ως βήμα για την ανασύνθεση του κοινωνικού υποκειμένου, της σύγχρονης αντικαπιταλιστικής λαϊκής συμμαχίας, του πραγματικού κοινωνικού «αντίπαλου δέους».

Δεύτερον, χρειάζεται όλο αυτό να επικεντρωθεί στον πολιτικό στόχο της ανατροπής του «καθεστώτος Παπανδρέου». Είναι ένας στόχος πολιτικός που συμπυκνώνει την πλήρη ταύτιση του κυβερνητικού κέντρου με την πολιτική του Μνημονίου και ταυτόχρονα εκφράζει την βασική κεντρική μας στόχευση: Να υπάρξει πολιτική τομή, σφραγισμένη από την καταλυτική παρουσία του λαϊκού παράγοντα. Το να πέσει κυβέρνηση υπό το βάρος των λαϊκών αντιδράσεων μπορεί να πυροδοτήσει απρόβλεπτες εξελίξεις.

Τρίτον, χρειάζεται να επιμείνουμε στην ανάγκη προβολή εκείνων των στόχων που σήμερα ορίζουν με τρόπο απτό και συγκεκριμένο τη ρήξη με την κυρίαρχη πολιτική και ορίζουν τη δυνατότητα εργατικής απάντησης στην κρίση. Παύση πληρωμών και διαγραφή του χρέους. Ρήξη με ΟΝΕ, έξοδος από το ευρώ, έξοδος από την ΕΕ. Εθνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων. Ριζική αναδιανομή εισοδήματος. Το απλό «όχι στο Μνημόνιο» ή το απλό «όχι στα μέτρα» δεν μπορεί να εμπνεύσει σήμερα, αντίθετα, απαιτούνται στόχοι που να λένε, με τρόπο απτό, ότι «τα πράγματα μπορούν να πάνε αλλιώς», στόχοι που να κάνουν σαφές τι σημαίνει για εμάς ανατροπής πολιτικής και τροποποίηση του συσχετισμού δύναμης.

Τέταρτον, οποιαδήποτε συζήτηση για τη ριζική αλλαγή πολιτικής σε φιλολαϊκή κατεύθυνση, δεν μπορεί παρά να στέκεται και στην επαναδιατύπωση του στόχου του σοσιαλισμού του 21ου αιώνα και της σύγχρονης κομμουνιστικής προοπτικής. Σε ρήξη με τον παραγωγισμό, τον κρατισμό και τον οικονομισμό του ιστορικού αριστερού κινήματος. Με αφετηρία την αποδέσμευση από τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου και μια ταξική διεθνιστική επανοικειοποίηση της έννοιας της εθνικής κυριαρχίας. Με βασικό πρόταγμα τη δυνατότητα πραγματικής κοινωνικής ανάπτυξης, έξω και πέρα από το φαύλο κύκλο καταναλωτισμός – εξάντληση παραγωγικών πόρων – καταστροφή του περιβάλλοντος. Με έμπνευση από τα χνάρια του κομμουνισμού στο σήμερα, όλες τις μορφές αποδέσμευσης από τον εξαναγκασμό της αγοράς, κοινωνικής αλληλεγγύης, συλλογικής επανιδιοποίησης χώρων και αγαθών, το «δίκαιο εμπόριο», την παραγωγή ελεύθερου λογισμικού και πνευματικών αγαθών χωρίς δικαιώματα, τις ψηφιακές κοινότητες και δικτυώσεις μιας νέας αναδυόμενης δημόσιας σφαίρας.

Πέμπτον, η συζήτηση για την επαναστατική στρατηγική πρέπει να ανοίξει ξανά, μια συζήτηση που στην πραγματικότητα έχει σταματήσει στη δεκαετία του 1970 και στην οποία δεν συνεισφέρουν αυταπάτες για το πώς «θα αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία». Όταν συζητάμε το ενδεχόμενο πτώσης κυβέρνησης, χωρίς «έτοιμη» διάδοχη αστική λύση, ακόμη και για την ελληνική περίπτωση, είναι σαφές ότι το ερώτημα δεν είναι ακαδημαϊκό. Το ερώτημα για το πώς γίνεται το πέρασμα από τη λαϊκή εξέγερση στην αμφισβήτηση και διεκδίκηση της πολιτικής εξουσίας αποτελεί σήμερα υλική πρόκληση, όπως δείχνουν και οι εξελίξεις στον Αραβικό κόσμο. Ερωτήματα για τη σχέση ανάμεσα σε κινήματα και αριστερή κυβερνητική εξουσία ή ζητήματα όπως το τι σημαίνει σήμερα το τσάκισμα των κατασταλτικών μηχανισμών αποκτούν διαφορετική επικαιρότητα. Σε πείσμα μεταρρυθμιστικών αυταπατών, να επιμείνουμε στην κομβικότητα της επαναστατικής ρήξης και τομής αλλά και ταυτόχρονα να υπερβούμε και τον ιδεότυπο μιας «εφόδου στα χειμερινά ανάκτορα» επιμένοντας στη συνθετότητα, την περιπλοκότητα και την αντιφατικότητα που θα είχε σήμερα μια διαδικασία επαναστατικής μετάβασης.

Έκτον, όλα τα παραπάνω απαιτούν τομές και ανακατατάξεις μέσα στην Αριστερά. Να το πούμε απλά: όσο αναγκαία είναι σήμερα η κοινή δράση, η αγωνιστική ενότητα, η συμπόρευση μέσα στο κίνημα, άλλο τόσο ατελέσφορο είναι να πιστεύουμε ότι η λύση είναι η απλή ενότητα ή συμπαράταξη της Αριστεράς. Ακόμη περισσότερο, όσο ισχύει ότι κανείς δεν περισσεύει σήμερα, άλλο τόσο ισχύει ότι υπάρχουν απόψεις πρακτικές και κατευθύνσεις που πρέπει να ξεπεραστούν. Σήμερα ο καταναγκαστικός φιλοευρωπαϊσμός της ηγεσίας του ΣΥΝ, η αναγόρευση του ευρω-φεντεραλισμού, του ευρώ και του ευρωομόλογου σε «άρθρο πίστης», είναι αντικειμενικά εχθρική προς οποιαδήποτε πραγματικά φιλολαϊκή πολιτική διέξοδο. Αντίστοιχα, η εγκεφαλική σύλληψη της επαναστατικής προοπτικής από την ηγεσία του ΚΚΕ, η λογική ότι πρώτα οικοδομούμε το κομματικό κάστρο, εκκαθαρίζοντας όποιον στέκεται εμπόδιο και μετά προχωράμε «με αυταπάρνηση και αυτοθυσία» στην πάλη για το σοσιαλισμό, σήμερα διασπά τις λαϊκές δυνάμεις, είναι επικίνδυνη γιατί αντικειμενικά ενισχύει τις αστικές δυνάμεις και πρέπει να ηττηθεί. Αντίθετα, σήμερα υπάρχει η δυνατότητα ευρύτερες δυνάμεις να βρεθούν σε μια διαδικασία ανασύνθεσης εκείνης της Αριστεράς που θα μπορούσε πραγματικά να ηγηθεί της λαϊκής εξέγερσης.

Στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ δείχνουμε έμπρακτα ότι μπορούμε να κάνουμε το πέρασμα από τον αντικαπιταλιστικό βερμπαλισμό, στη συγκεκριμένη επεξεργασία μιας σύγχρονης αριστερής στρατηγικής. Έχουν αναμφίβολο ενδιαφέρον οι φωνές μέσα στο ΣΥΝ που αμφισβητούν τον πυρήνα του ευρωπαϊσμού και του κυβερνητισμού. Είναι σημαντικό που κομμάτια του ΣΥΡΙΖΑ αντιλαμβάνονται τα όρια που είχε αυτό το εγχείρημα που έκλεισε οριστικά τον κύκλο του. Γεννούν ελπίδα τα σκιρτήματα αμφισβήτησης της κομματικής γραμμής μέσα στο ΚΚΕ. Ξέρουμε ότι μέσα από τα κινήματα βγαίνουν στο προσκήνιο νέες πρωτοπορίες και μια φρέσκια πολιτικοποίηση. Όμως, διαμορφώνουν τη δυνατότητα ενός πρωτότυπου ιστορικά αριστερού μετώπου σε αντικαπιταλιστική και ανατρεπτική κατεύθυνση. Όμως, όλα αυτά απαιτούν τόλμη και πραγματικές πολιτικές, ιδεολογικές και οργανωτικές ρήξεις μέσα στο σημερινό τοπίο της Αριστεράς. Εμείς στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την τόλμη μας τη δείχνουμε στην ίδια την αυτοϋπέρβασης που σηματοδοτεί το πέρασμα από τη μέτωπο οργανώσεων στο δημοκρατικό μέτωπο, που θα στηρίζεται στην πλήρη δημοκρατία, στην «ΑΝΤΑΡΣΥΑ των συντρόφων», και σε νέες πολιτικές συνθέσεις, αλλά και από τη στράτευσή μας σε μια ευρύτερη ανασύγκρότηση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς που απαιτούν οι καιροί. Από άλλα κομμάτια περιμένουμε, αν μη τι άλλο, ανάλογη τόλμη.

Έβδομον και τελευταίο αλλά όχι έσχατο, μέσα σε όλες αυτές τις διεργασίες η διαμόρφωση μιας σύγχρονης κομμουνιστικής πρωτοπορίας, δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναγκαία συνθήκη, μέσα στο αναγκαστικά αντιφατικό τοπίο της ανασύνθεσης μιας επαρκούς πολιτικής αριστεράς. Μόνο που αυτό απαιτεί οι δυνάμεις που αναφέρονται στην επαναστατική ανανέωση της κομμουνιστικής στρατηγικής, που αντιμετωπίζουν κριτικά και αυτοκριτικά την ήττα του ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος, που δοκιμάζουν το ξαναδιάβασμα του επαναστατικού μαρξισμού, που διεκδικούν ένα νέο εργατικό διαφωτισμό, να τολμήσουν την υπέρβαση του σημερινού κατακερματισμού τους, για να μπορούν αυτές οι διεργασίες να έχουν πολιτικό νεύρο και σημείο αναφοράς.

Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία δείχνει, με χαρακτηριστική ξεροκεφαλιά, να κινείται με τους δικούς της ρυθμούς και να μην περιμένει πότε εμείς θα κάνουμε τις αναγκαίες τομές με τα δικά μας όρια και αντιφάσεις. Εάν θέλουμε να κάνουμε το πέρασμα από την Αριστερά της ήττας στην Αριστερά της νικηφόρα εξέγερσης, πρέπει, μάλλον, να τολμήσουμε και να βιαστούμε.

 

ΠΗΓΗ: Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011,  ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ

AINIΓΜΑΤΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΑ ΕΠΕΜΒΑΣΕΩΝ

AINIΓΜΑΤΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΑ ΕΠΕΜΒΑΣΕΩΝ

 

Tου Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου



Υπάρχουν δύο βεβαιότητες για τις αραβικές επαναστάσεις: α) ότι διαθέτουν το στοιχείο της γνήσιας λαϊκής εξέγερσης, β) ότι όποιο καθεστώς και αν επικρατήσει τελικά σε αυτές τις χώρες, θα είναι υποχρεωμένο να λαμβάνει υπόψιν του τις διαθέσεις των λαϊκών μαζών στα πολιτικά, κοινωνικά και εθνικά θέματα. Ο φόβος που προκαλούσαν στους ‘Αραβες οι δεσπότες τους τελείωσε.

Οι λαοί είχαν τη συγκλονιστική εμπειρία του ότι μπόρεσαν να ανατρέψουν καθεστώτα όπως του Μπεν Αλί και του Μουμπάρακ, και θα χρειαζόντουσαν ποταμοί αίματος για να ξανασυσταθεί το Βασίλειο του Φόβου και της Απάθειας.

Μέχρις εκεί όμως, γιατί πιο πέρα αρχίζουν οι αβεβαιότητες. Η κατάσταση στη Λιβύη εξελίσσεται ήδη διαφορετικά, προς μια μορφή εμφυλίου πολέμου. Οι δύο πλευρές δείχνουν αποφασισμένες να νικήσουν ή να πεθάνουν. Ο Μουμπάρακ και ο Μπεν Αλί ήταν μαριονέττες των Αμερικανών και των Γάλλων. Οι στρατοί τους, σε μεγάλο βαθμό ελεγχόμενοι από την Ουάσιγκτον. Δεν είναι αυτή η περίπτωση του Καντάφι, που, παρά τον μεγάλο συμβιβασμό του με τους δυτικούς πριν από 10 χρόνια, διατηρούσε μια ανεξάρτητη βάση εξουσίας. Στην περίπτωση εξάλλου της Λιβύης καλό είναι να διατηρεί κανείς μια επιφύλαξη, δεδομένου ότι έχουμε πολύ λίγες αξιόπιστες πληροφορίες για το τι πραγματικά γίνεται στο εσωτερικό της χώρας.

Είδαμε πολύ καλά, για παράδειγμα στις περιπτώσεις της ανατροπής Τσαουσέσκου, του κανονιοβολισμού της ρωσικής Βουλής από τον Γέλτσιν, των πολέμων στη Γιουγκοσλαβία και το Ιράκ, του Ισραήλ, ότι τα μεγάλα δυτικά ΜΜΕ, αλαζονικά αυτοπαρουσιαζόμενα ως θεματοφύλακες της «αντικειμενικής πληροφόρησης» μπορούν να μας γεμίσουν με σωρό από ψέμματα και παραποιήσεις της πραγματικότητας. Τις τελευταίες ημέρες επιχειρούν να παρουσιάσουν το Καντάφι περίπου ως ενσάρκωση του διαβόλου. Δεν έχει κανείς οποιαδήποτε διάθεση να υπερασπιστεί ένα πλήρως εκφυλισμένο, εδώ και πολύ καιρό καθεστώς, που ήδη άλλωστε από την αρχή έθετε πρόβλημα, από αυτό το σημείο όμως μέχρι να εμφανίζει τον Λίβυο ηγέτη ως ικανό να καταστρέψει όλο τον κόσμο με την τρομοκρατία και τους μετανάστες, όπως λένε τώρα οι δυτικές τηλεοράσεις, υπάρχει μια διαφορά.

‘Ηδη, σε ορισμένους δυτικούς κύκλους συζητείται το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης κάποιας μορφής στη Λιβύη. Το Περού, μια άσχετη χώρα της Λατινικής Αμερικής, με κυβέρνηση πολύ φιλική προς την Ουάσιγκτον, ζήτησε επιβολή απαγόρευσης πτήσεων. Η Γουώλ Στρητ Τζόρναλ ζήτησε να «ξεμπερδεύουμε με τον Καντάφι». Ο σύμβουλος του Γάλλου Προέδρου Γκενό ζήτησε δράση πέραν των οικονομικών κυρώσεων, μια προοπτική στην οποία φαίνεται να αντιδρά ο Μπερλουσκόνι. Η κάλυψη των λιβυκών από τον μεγάλο δυτικό τύπο και τις τηλεοράσεις μπορεί να φτιάξει το κλίμα που προϋποθέτει μια στρατιωτική επέμβαση. Το δεύτερο «σενάριο» που αρχίζει και συζητείται διεθνώς, είναι αυτό μιας ενδεχόμενης «διάσπασης» της Λιβύης.

Από τις λεγόμενες «απελευθερωμένες» περιοχές της Κυρηναϊκής υπάρχουν αναφορές για αντικατάσταση των λιβυκών σημαιών με τα σύμβολα του βασιληά Ιντρίς και, σε μερικές περιοχές, για κατάληψη της εξουσίας από ισλαμιστές. Το τελευταίο αυτό, παραδόξως, δεν πανικοβάλλει, ως θα όφειλε, τον δυτικο τύπο, κάθε άλλο!

Η στρατηγική της Ουάσιγκτον (Ομπάμα-Μπρζεζίνσκι) είναι η κατά το δυνατόν ομαλότερη μετάβαση σε φιλοδυτικά κατά βάσιν καθεστώτα. Εργαλεία αυτής της πολιτικής της «γέφυρας», αντίστοιχης με αυτή που εφήρμοσαν στην Ελλάδα το 1974 και την Ισπανία το 1975, είναι η «διεθνής των ΜΚΟ» που «εκπαίδευσε» τους μεσοαστούς νέους μπλόγκερς σε Αίγυπτο και Τυνησία, ο Μπαραντέι και οι αραβικοί στρατοί.

Υπάρχουν βεβαίως και οι σκληροπυρηνικοί Ισραηλινοί που αποβλέπουν εδώ και δεκαετίες, ρητά, στην αποσύνθεση του αραβομουσουλμανικού κόσμου, κατά τα πρότυπα που έθεσαν, πριν από όλους στη νεώτερη εποχή, οι Βρετανοί ιμπεριαλιστές. Την τάση αποσύνθεσης τη διακρίνει κανείς στη διάσπαση του Σουδάν, στο φλερτ με τους Κούρδους, στη ντε φάκτο διάλυση του Ιράκ ως ενιαίου κράτους κ.ο.κ. Το τι βέβαια θα γίνει στην πραγματικότητα, το επηρεάζουν, αλλά δεν το καθορίζουν σχεδόν ποτέ αυτοί που εκπονούν τα σχέδια και τα σενάρια.

 

ΠΗΓΗ:  Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011,  http://konstantakopoulos.blogspot.com/2011/03/aini.html και  kosmos tou ependiti, 26-2-2011

Ζακλίν Ντε Ρομιγύ: Γαλλίδα με Ελληνική ψυχή

Ζακλίν Ντε Ρομιγύ: Μια Γαλλίδα με Ελληνική ψυχή

 

Της Ε. Αργυρούλη*

 

«Δεν θα κουραστούμε ποτέ να εγκωμιάζουμε τις αρετές του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και την επίδραση που άσκησε στον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Όμως η μαγεία που αποπνέουν τα ελληνικά κείμενα, έστω και μέσα από τις όσο το δυνατόν πιστότερες μεταφράσεις τους, αιχμαλωτίζει σε τέτοιο βαθμό τον αναγνώστη, που σπάνια γίνεται λόγος για το χρέος το οποίο οφείλει η ελληνική λογοτεχνία στην ίδια την ελληνική γλώσσα, έτσι όπως αυτή διαμορφώθηκε στην πορεία του χρόνου προσφέροντας στους ποιητές και στους πεζογράφους της ένα απαράμιλλο εργαλείο, που τόσο πολύ ζήλεψαν οι Ρωμαίοι».

Διαβάζοντας κανείς αυτές τις φράσεις θα ήταν σίγουρος πως πρόκειται για σκέψεις ενός φλογερού Έλληνα. Και όμως, αυτά τα έγραψε μια γαλλίδα η οποία, βέβαια, είχε βαθειά μέσα στην ψυχή της την Ελλάδα: η Ζακλίν ντε Ρομιγύ στο έργο της «Μαθήματα Ελληνικών».

Και συνεχίζει  «Με τις εξαίρετες ιδιότητες της ελληνικής γλώσσας θα ασχοληθεί τούτο το βιβλίο, όχι για να διδάξει τις μορφές ή τους κανόνες της, αλλά για να περιγράψει τις ομορφιές της. Σκοπός μας είναι να αναδείξουμε μέσα από μια σειρά παραδειγμάτων τις λεπταίσθητες εκφραστικές αποχρώσεις που παρήγαγε η ελληνική γλώσσα με τους τόσο ιδιαίτερους μηχανισμούς της, και να επιχειρήσουμε υπό αυτή τη σκοπιά να ερμηνεύσουμε τόσο την εκπληκτική επίδραση και διάδοση της γλώσσας αυτής σε έναν ευρύτατο γεωγραφικό τομέα, όσο και τον τρόπο με τον οποίο άφησε τη σφραγίδα της στις περισσότερες γλώσσες της Ευρώπης, με πρώτη τα λατινικά, στο πέρασμα των αιώνων».

Η Ακαδημαϊκός και διάσημη ελληνίστρια σ’ αυτό το συγκινητικό βιβλίο προσπαθεί να μεταφέρει στον αναγνώστη της τις ομορφιές της ελληνικής γλώσσας. Η ίδια υποστηρίζει πως η δομή και οι εκφραστικές δυνατότητες των αρχαίων ελληνικών επέτρεψαν την μεγάλη έκρηξη της σκέψης που έγινε στην Ελλάδα και επηρεάζει ακόμη και σήμερα τον πολιτισμό μας. Πάντα ακριβόλογη καταφέρνει να αναδείξει, ακόμη και μέσα από τα γραμματικά φαινόμενα τους μηχανισμούς μιας διάνοιας η οποία υπήρξε μοναδική.

 Τι να πρωτοπεί κανείς γι αυτή τη γυναίκα; Γεννήθηκε στη Σαρτρ της Γαλλίας το 1913. Μεγάλωσε από τη μυθιστοριογράφο μητέρα της Ζαν Μαλβουαζέν και από πολύ νωρίς η Ρομιγύ σάρωσε τις πρωτιές κι έγινε έτσι σύμβολο της γυναικείας χειραφέτησης: υπήρξε η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή στην Ecole Normale (1933), η πρώτη γυναίκα καθηγήτρια στο College de France (1973) στην έδρα «Η Ελλάδα και η διαμόρφωση της ηθικής και πολιτικής σκέψης», η πρώτη γυναίκα στην Ακαδημία «Αρχαίων Επιγραφών και Γραμμάτων» (1975) και η δεύτερη γυναίκα στη  Γαλλική Ακαδημία μετά τη Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. 

Ήταν πάντα προσανατολισμένη στο ευρύ κοινό, επιδιώκοντας να περάσει το μήνυμά της όσον αφορά την ανθρωπιστική παιδεία και αντίληψη σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους. Αυτόν το διάλογο υπηρέτησε με τα πολυάριθμα έργα της μέχρι τέλους, όταν τυφλή πια έγραφε μέσω της γραμματέως της, βλέποντας ωστόσο πολύ καθαρά με τα μάτια της ψυχής της.

Η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Σορβόνης (Παρίσι) Ζακλίν Ντε Ρομιγύ αγάπησε όσο λίγοι την Ελλάδα, την Ελληνική Γλώσσα (αρχαία και νέα) και τον Ελληνικό Πολιτισμό. Η μεγάλη ελληνίστρια θεωρούσε τον Θουκυδίδη έναν από τους άντρες της ζωής της, έκανε παρέα με τον Περικλή και σε όλη τη ζωή της υπερασπίστηκε με πάθος την κλασική παιδεία και τον ανθρωπισμό.

Επειδή δεν είναι σε όλους γνωστή, επιβάλλεται να αναφερθούν μερικά πράγματα γύρω από την προσφορά της σε όλα αυτά: Το όνομά της άρχισε να γίνεται γνωστό ευρύτερα στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1995. Λίγο αργά βέβαια. Ήταν τότε που το «Ίδρυμα Ωνάση» απένειμε βραβεία σε μεγάλες προσωπικότητες του Ευρωπαϊκού Πνεύματος και όχι μόνον. Ανάμεσα στους άλλους ήταν και η μεγάλη Ελληνίστρια Ακαδημαϊκός και καθηγήτρια της Σορβόνης Ζακλίν Ντε Ρομιγύ που βραβεύτηκε. Έγραψε 28 βιβλία, που αναφέρονται στην αρχαία Ελλάδα. Τότε έλαβε και την ελληνική υπηκοότητα ενώ το 2000 έγινε πρέσβειρα του Ελληνισμού. 

Συγκινημένη η Ζακλίν Ντε Ρομιγύ στην αρχή της ομιλίας της είπε: «Όλη μου τη ζωή αντλούσα ευτυχία στην αδιάκοπη επαφή με τα έργα της αρχαίας Ελλάδας». Αυτά τα έλεγε μιλώντας στα Ελληνικά. Και συνέχισε: «Και αισθάνομαι γι’ αυτό ένα μεγάλο χρέος απέναντι στη χώρα σας. Και να που σήμερα η Ελλάδα μου χαρίζει επιπλέον το πιο μεγαλοπρεπές και το πιο ένδοξο δώρο».

Στην ομιλία της, ανάμεσα στα άλλα, είπε: «Ο ελληνικός πολιτισμός έχει κάτι το εξαιρετικό: τη δύναμη της επικοινωνίας! Αυτή είναι η πραγματικά εξαιρετική, η μοναδική συμβολή της Ελλάδος στους άλλους πολιτισμούς που έμαθαν από τον ελληνικό πολιτισμό τον τρόπο να εξηγούν και να συγκρίνουν, δηλαδή να επικοινωνούν μεταξύ τους!  Δεν είναι τυχαίο επίσης το γεγονός ότι η ελληνική γλώσσα είχε αυτήν την τεράστια διάδοση σε όλον τον κόσμο. Αυτό οφείλεται στο ότι η ελληνική γλώσσα είναι ένα εργαλείο με το οποίο εύκολα μπορεί κανείς να εξοικειωθεί και να ανοίξει τη σκέψη του.

Σας το λέω χωρίς επιφύλαξη: Όλος ο κόσμος θα πρέπει να μάθει ελληνικά, γιατί η ελληνική γλώσσα μας βοηθάει πρώτα απ’ όλα να καταλάβουμε τη δική μας γλώσσα. Έχει μια τέτοια λιτότητα η ελληνική γλώσσα που μπορεί να πει κανείς ότι χρησιμοποιήθηκε για μεγάλες ανακαλύψεις! Παίρνω πολλές επιστολές κάθε μέρα και από νέους και από ηλικιωμένους ανθρώπους που εξυμνούν την ελληνική γλώσσα εξηγώντας μου πώς μπορεί να επιτύχει κανείς στη ζωή του και στο επάγγελμά του χρησιμοποιώντας τα …ελληνικά».

Όταν ήταν μαθήτρια Γυμνασίου, η μητέρα της (μια μορφωμένη γυναίκα), της έδωσε να διαβάσει Θουκυδίδη. «Ήταν η πρώτη αρχαία ελληνική αγάπη μου, αλλά αργότερα αγάπησα πιο πολύ τον Όμηρο», είπε.

Η Ρομιγύ αναδεικνύει σταθερά τη σημασία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και τη θεμελιακή τους θέση στον ευρωπαϊκό πολιτισμό και την ευρωπαϊκή παιδεία: «Η λέξη «Ευρώπη» είναι ελληνική. Χρησιμοποιήθηκε από τον 4ο αιώνα π.Χ. για να προσδιορίσει την Ελλάδα σε αντίθεση προς τα ασιατικά βασίλεια», λέει στις «Συναντήσεις με την Αρχαία Ελλάδα» (Αστυ, 1997). Όσο για τους αρχαίους Έλληνες, «έδωσαν συγκεκριμένη μορφή στις ευρωπαϊκές αξίες, τις διεκδίκησαν και τις προσδιόρισαν για τους μελλοντικούς αιώνες», προβάλλοντας την «πολιτική ελευθερία του υπεύθυνου πολίτη» έναντι του άβουλου υπηκόου. 

Καθημερινά η Ζακλίν Ντε Ρομιγύ εκδήλωνε τον έρωτά της και το θαυμασμό της για την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό. Θα αναφέρω μερικές περιπτώσεις: «Μια σύγχρονη Ελλάδα, που θα έχανε την επαφή με τους αρχαίους συγγραφείς, θα έχανε επίσης την επαφή με τους σύγχρονους ποιητές της, που είχαν και αυτοί γαλουχηθεί με τις ίδιες αξίες, με τον Καβάφη, με τον Σεφέρη»!

«Θα αγνοούσε αυτό που συνεχίζει να αποτελεί την δόξα της προς τα έξω και πρέπει να μείνει το καύχημά της: το ότι άνοιξε τον δρόμο στον δυτικό πολιτισμό. Πώς μπορεί να φαντασθεί κανείς ότι οι σημερινοί πολίτες της Ελλάδας μπορεί να αγνοούν την κληρονομιά που αυτή τους κληροδότησε και που μελετάται σήμερα στη Φινλανδία, στην Ιαπωνία, στην Βραζιλία; Ένας γνωστός μου νεαρός Κινέζος μεταφράζει στην γλώσσα του τον Θουκυδίδη: Πώς να δεχθώ ότι ένας Έλληνας δεν έχει τη δυνατότητα να τον διαβάζει με ευχέρεια»;

Σε άλλη περίπτωση είπε: «Οι επιστήμονες ανατρέχουν στο αστείρευτο ελληνικό «γλωσσικόν ύδωρ» για να ονομάσουν τις σύγχρονες ανακαλύψεις και εφευρέσεις (από την αθανασία ως τον μεταβολισμό), χωρίς να αναφέρουμε τους πυραύλους ή τους μεγάλους επιστημονικούς στόχους που ονομάζονται «Αριάδνη» ή «Ερμής». Ο Μίτος της Αριάδνης, όπως και τόσα άλλα είναι αναμνήσεις ελληνικές. Το ίδιο και οι Ολυμπιακοί αγώνες και ο Μαραθώνιος δρόμος. Η Ευρώπη που σφυρηλατούμε έχει Ελληνικό όνομα. Η Αρχαία Ελλάδα μας προσφέρει μία γλώσσα για την οποία θα πω ακόμη μία φορά ότι είναι ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ».

Η Ζακλίν Ντε Ρομιγύ μελετούσε όλη της τη ζωή τους Έλληνες κλασικούς, αλλά αγαπούσε και την Ελλάδα του σήμερα, θεωρώντας ότι αποτελεί συνέχεια του χθες. Σε μία συνέντευξή της είχε πει: «Έχω αναλώσει τον περισσότερο χρόνο της ζωής μου με τον Περικλή και τον Αισχύλο παρά με τους σύγχρονους». Σε δηλώσεις της, πριν από λίγα χρόνια, εξέφρασε τη λύπη της που δεν μπορούσε πια να επισκεφθεί την Ελλάδα, γιατί είχε χάσει το φως της, είχε σχεδόν τυφλωθεί.

Από το Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010 η μεγάλη Ελληνίστρια και Ακαδημαϊκός Ζακλίν Ντε Ρομιγύ βρίσκεται στη γειτονιά των Αγγέλων. Έφυγε  πλήρης ημερών στα 97 της χρόνια…

Γράφω όλα αυτά ως ελάχιστο φόρο τιμής στο τεράστιο έργο που άφησε πίσω της.

 

* καθηγήτρια στο 14ο Γυμν/ Λάρισας

 

ΠΗΓΗ: 10/02/2011, http://14press.gr, ηλεκτρονικό περιοδικό του 14ου Γυμν. Λάρισας, τ. 3.