ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

Ο καπιταλισμός θεωρείται ως το κοινωνικοπολιτικό σύστημα, το οποίο εγγυάται την ελευθερία του ατόμου να αναπτύξει πάσης φύσεως δραστηριότητες. Η εγγύηση ελευθερίας προβάλλεται κατά κόρον και είναι άκρως εντυπωσιακή, ώστε λίγο-πολύ όλοι μας να ενεργούμε ως οπαδοί του συστήματος! Ας εξετάσουμε όμως λίγο βαθύτερα το θέμα. Ο όρος καπιταλισμός αποδίδεται στην ελληνική ως κεφαλαιοκρατία.

Συνεπώς πρόκειται για ένα σύστημα, στο οποίο κεντρική αξία αποτελεί το χρήμα και οι κατέχοντες αυτό ασκούν την εξουσία. Τα περί ελευθερίας του προσώπου (ο όρος άτομο είναι άκρως διασπαστικός της κοινωνικής συνοχής) είναι η μεγαλύτερη απάτη του συστήματος, το οποίο παραμυθιάζει τους λαούς με την προβολή της δυνατότητας πλουτισμού!

Ο καπιταλισμός είναι το σύστημα της άπληστης αστικής τάξης. Διαδέχθηκε αυτή στην εξουσία την εκφυλισμένη τάξη των ευγενών, οι οποίοι είχαν κατοχυρώσει το «δίκαιο» της κληρονομικής εξουσίας των μελών της επί των υπηκόων τους και της γης. Με τους ευγενείς είχε συμπλεύσει και η θρησκευτική ηγεσία στη Δύση. «Δικαίωνε» με την αντιευαγγελική ευλογία την απολυταρχία και διευκολυνόταν στη διεκπεραίωση ζητημάτων πίστεως από την κοσμική εξουσία (βασανιστήρια αντιφρονούντων και πυρές). Ο καπιταλισμός εισήγαγε το «φυσικό» δίκαιο στη θέση του «θείου» δικαίου της απολυταρχίας. Το διατύπωσε κατά τρόπο σαφή αυτό η επαναστατική επιτροπή του γαλλικού συντάγματος του 1793.  Ήταν συνεπώς ένα σύστημα αθεϊστικό στη γένεσή του. Ο Ρήγας Βελεστινλής, ο Ρωμηός συνέταξε λίγα έτη αργότερα το δικό του σύνταγμα. Επειδή στην πατρίδα μας, που στέναζε κάτω από τον οθωμανικό ζυγό, η Εκκλησία αποτελούσε την παρηγοριά των σκλαβωμένων, παρ' όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες κλήρου και λαού, ο Ρήγας δεν υπέκυψε στη νεωτερικότητα του αθεϊσμού. Γι' αυτό και έγραψε ότι το δίκαιο είναι θεόθεν δοσμένο, που ερμηνεύεται: Αν δεν υπάρχει Θεός, δεν υπάρχει δικαιοσύνη! Και είναι εντυπωσιακό το ότι μετά από ενάμισι αιώνα κορυφαίος στοχαστής της Δύσης, υλιστής, ο Αλμπέρ Καμύ θέτει το ερώτημα: «Υπάρχει δικαιοσύνη χωρίς Θεό;» (Ο επαναστατημένος άνθρωπος).

Η αστική τάξη κυριάρχησε σ' όλη την Ευρώπη. Μπορεί να διατηρήθηκε σε κάποιες χώρες ο θεσμός της βασιλείας, οι βασιλείς όμως ασκούν τυπική εξουσία αρχηγού κράτους για γιορτές και πανηγύρια. Οι άπληστοι για χρήμα αστοί ασκούν την εξουσία ανεχόμενοι μόνο στην (πάλαι ποτέ Μεγάλη) Βρετανία τη Βουλή των φαιδρών πλέον λόρδων! Η αστική τάξη που παραμύθιασε αρχικά τον γαλλικό λαό και μετέπειτα πολλούς άλλους, μηδέ και του ελληνικού εξαιρουμένου, έσπειρε και εξακολουθεί να σπέρνει τον όλεθρο σ' όλη την έκταση του πλανήτη. Η αποικιοκρατία είναι το μεγαλύτερο έγκλημα που διέπραξε κατά τον 19ο αιώνα. Οι μεγάλοι και ολέθριοι πόλεμοι εξ αιτίας των αντικρουομένων οικονομικών συμφερόντων σημάδεψαν τον 20ο αιώνα. Σήμερα ευημερούν μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια συνανθρώπων μας και δυστυχούν περισσότερα από έξι δισεκατομμύρια άλλων, τα οποία γεννούνται και πεθαίνουν στην αθλιότητα!

Η αστική τάξη, σε αντίθεση με την άλλη των ευγενών, διακρίνεται για τις διανοητικές της ικανότητες. Διείδε ευθύς μετά την κατάληψη της εξουσίας, ότι δεν είναι δυνατόν διοικητικής φύσεως μέτρα να εξαλείψουν το θρησκευτικό αίσθημα από τις ψυχές των ανθρώπων. Έτσι προέβη σε ιστορικό συμβιβασμό με τη θρησκευτική ηγεσία της Δύσης, η οποία ήταν πρόθυμη να προβεί σε νέου τύπου παραχωρήσεις και προδοσία του Ευαγγελίου επιδιώκοντας τη διατήρηση προνομίων και υπό το νέο καθεστώς! Στην αστική τάξη ταίριαζε περισσότερο το θρησκευτικό πρότυπο της διαμαρτύρησης (προτεσταντισμού), το οποίο είχε συγκρουστεί κατά το παρελθόν με την απολυταρχία του Βατικανού. Η ατομική ερμηνεία του δόγματος και η απεμπόληση της παράδοσης από τους διαμαρτυρόμενους συνταίριαζε με την ατομική επιδίωξη του κέρδους από τους νέους εξουσιαστές. Έτσι οι «χριστιανοί», με εξαίρεση κάποιους χριστιανούς, ευλόγησαν την αποικιοκρατία, την καταλήστευση του πλούτου των υποταγμένων, δια του όπλου ή της δοτής ηγεσίας, λαών και τη χρήση βίας κατά λαών που διεκδικούσαν την ελευθερία τους, η οποία, όπως γράψαμε στην αρχή, θεωρείται θεμελιακό δεδομένο του καπιταλισμού και γι' αυτό επαίρονται οι οπαδοί του συστήματος! Πάστορες στην Κύπρο κατά τη διάρκεια του αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. διενεργούσαν σωματική έρευνα σε ορθοδόξους ιερείς, αφού είχαν θέσει εκτός της υποτυπώδους λατρείας τους το ιερό θυσιαστήριο!

Την αστική τάξη επιχείρησε να ανατρέψει ο διεθνής κομμουνισμός. Αν και το κοινωνιολογικό πρότυπο, άκρως μοιρολατρικό στην αρχή, προέβλεπε την νομοτελειακή υποχώρηση του αστισμού και τη δικτατορία (σε βάρος ποίων;) του προλεταριάτου, επικράτησε σε μη βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες, με πρώτη την ορθόδοξη Ρωσία, τη χώρα των πολλών κριμάτων κλήρου, άρχουσας τάξης, διανόησης και λαού. Ο κομμουνισμός είχε ως πρότυπό του τον ολοκληρωτισμό του παπισμού και κατάληξε σε θρησκεία χωρίς θεό, για να εκμηδενιστεί τελικά από τον αστισμό, που αποδείχθηκε «Κρόνος» που τρώει τα παιδιά του! Οι κομμουνιστές διέπραξαν τρομακτικό σφάλμα: Ενώ επιχείρησαν με άγριους διωγμούς να εξαλείψουν το θρησκευτικό αίσθημα από τις ψυχές των λαών, επί των οποίων άσκησε δικτατορία, όχι βέβαια το προλεταριάτο αλλά η νομενκλατούρα κατά το ανάλογο της κούριας του Βατικανού, κάλεσε τους υποταγμένους λαούς σε αγώνα κατ' εξοχήν ηθικό, σε πόλεμο κατά του ατομισμού. Αλλά ο άνθρωπος της πτώσης, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας, ρέπει προς τον ατομισμό και την επιδίωξη του ατομικού οφέλους. Γι' αυτό ακριβώς και ο καπιταλισμός έχει αναδειχθεί κυρίαρχος. Ακόμη και εκείνοι, που στενάζουν κάτω από την αδικία και την εκμετάλλευση των κρατούντων, είναι στην συντριπτική πλειοψηφία καπιταλιστές με την έννοια ότι, καθώς το καθεστώς τους έχει εκμαυλίσει, ζουν με το όνειρο να τους «χαμογελάσει και αυτούς η τύχη». Θεωρούν και αυτοί ως πρώτη, αν όχι μοναδική, αξία το χρήμα και γι' αυτό παθιάζονται. Και διατηρούν το φρόνημα αυτό ακόμη και όταν οι άπληστοι αστοί ξαναπαίρνουν πίσω εκείνα, που είχαν διανείμει στους προνομιούχους λαούς, προκειμένου να εξασφαλίσουν κοινωνική ειρήνη, τότε που το αντίπαλο δέος του κομμουνισμού διέθετε ιδεολογική και συνδικαλιστική ισχύ. Τον κόσμο των αποκλήρων τον έχουν αφανίσει. Τί επί πλέον να αρπάξουν απ' αυτούς;

Μήπως υπό τις τρέχουσες συνθήκες, κατά τις οποίες επιδιώκεται η πλήρης πτώχευση του ελληνικού λαού, είναι ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε την αφροσύνη μας να απεμπολήσουμε την παράδοσή μας, την ποτισμένη με τα νάματα της ορθοδοξίας και να ενστερνιστούμε τις δυτικές «αξίες»; Το Ευαγγέλιο του Χριστού, που λογοκρίνεται ακόμη και στις  χώρες με ορθόδοξους λαούς, είναι συντριπτικό κατά του πάθους του πλουτισμού! Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, τον οποίο η Εκκλησία εορτάζει κατά την Δ΄ Κυριακή των νηστειών γράφει για τη φιλαργυρία: Φιλάργυρος είναι εκείνος που καταφρονεί τις ευαγγελικές εντολές και τις παραβαίνει ενσυνείδητα. Όποιος απέκτησε αγάπη διεσκόρπισε χρήματα. Όποιος όμως ισχυρίζεται πως συμβιβάζει στη ζωή του και τα δύο αυτοαπατήθηκε… Όποιος νίκησε το πάθος αυτό (της φιλαργυρίας), έπαυσε να έχει μέριμνες… Η ακτημοσύνη είναι απαλλαγή από τις φροντίδες, αμεριμνία βίου, οδοιπορία ανεμπόδιστη, αποξένωση από τη λύπη, πίστη στις εντολές του Θεού».

Επειδή κρύβουμε τον καπιταλιστή μέσα μας τα γραφόμενα αυτά δεν μας συγκινούν. Όταν μας τα πάρουν όλα, όπως έχουν σχεδιάσει, τότε θα βρεθούμε μπροστά στο δίλημμα: Να επιστρέψουμε στον Θεό ή να κατρακυλίσουμε στην απελπισία. Ο καπιταλισμός μας προσφέρει ελευθερία επιλογής!   

 

«ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ», 15-4-2013

Η αποθέωση της πολιτικής θρησκοληψίας…

Η αποθέωση της πολιτικής θρησκοληψίας…

 

Του Δημήτρη Καζάκη


Η κ. Παπαρήγα δεν παύει να μας ξαφνιάζει, αν και έχουμε μάθει να περιμένουμε τα χειρότερα απ' αυτήν και την ομάδα της. Το κόμμα του οποίου ηγείται σήμερα μπορεί να φέρει τα σύμβολα του πάλαι ποτέ κομμουνιστικού κινήματος, μιας και η εντεταλμένη αποστολή της είναι να τα ξεφτιλίσει στα μάτια της κοινωνίας ως εκεί που δεν παίρνει άλλο, αλλά στην πραγματικότητα δεν μπορεί να κρύψει ότι πρεσβεύει μια τυπική παραθρησκευτική οργάνωση της πολιτικής. Ιδού πώς αντιλαμβάνεται τις διαφωνίες από μέλη του κόμματός της:

 

«Η πιο ουσιαστική κριτική και βαθιά είναι όταν συμφωνείς με τη στρατηγική του Κόμματος. Γιατί τότε μπορείς να κρίνεις ουσιαστικά, όχι αυτός που διαφωνεί, αυτός που διαφωνεί δεν μπορεί να κρίνει γιατί κυριαρχεί η διαφωνία του. Κρίνει με βάση τη διαφωνία του. Αντίθετα, αυτός που συμφωνεί με τη στρατηγική, μπορεί να γίνει ο πιο σκληρός κριτής και του συγκεκριμένου καθοδηγητή και της ΚΕ. Γιατί έχει τη δυνατότητα και μπορεί να κρίνει αν ο καθοδηγητής στο κάτω κάτω τον καθοδηγεί και σωστά. Αυτός που διαφωνεί δεν μπορεί[1]

Μόνο όταν συμφωνείς μπορείς να ασκήσεις κριτική! Γιατί; Διότι η «στρατηγική του Κόμματος» (προσέξτε την θεολογική αποτύπωση της έννοιας του κόμματος με το «κ» κεφαλαίο) δεδομένη εκ θεού, μία και μόνη, έτοιμη εκ προοιμίου επιδέχεται μόνο εφαρμογή και όχι βεβαίως κριτική επί της ουσίας της. Επομένως η μόνη δυνατή κριτική που μπορεί να ασκηθεί είναι εκείνη που αποτρέπει την «κακή» εφαρμογή της στρατηγικής. Δεν επιτρέπεται ούτε καν να σκεφτεί κανείς το κατά πόσο μια «κακή» εφαρμογή της στρατηγικής δεν οφείλεται στην «κακή» καθοδήγηση, ή σε λάθη πρακτικής, αλλά στην ίδια την ουσία της στρατηγικής.

Έτσι η κ. Παπαρήγα διαγράφει με μια μονοκονδυλιά ολόκληρη την μακρόχρονη ιστορία επικών συζητήσεων και αντιπαραθέσεων που χαρακτήριζαν όλα τα κοινωνικά κινήματα και πρωτίστως αυτό του οποίου τα σύμβολα καπηλεύεται. Απευθύνεται βέβαια είτε σε βαθιά πορωμένα άτομα, είτε σε πανηλίθιους, που διακρίνονται πρωτίστως για την τυφλή τους πίστη και όχι για την γνώση, για την συνείδηση που κατακτάς με την θεωρία όταν την δοκιμάζεις ανελέητα στην πράξη έχοντας ξεκάθαρο ότι δεν οφείλεις κανενός είδους αφοσίωση και υποταγή σε κανέναν παρά μόνο στην αληθινή ζωή που δεν μπορεί να μπει σε καλούπια, ούτε μπορεί ποτέ να αποτυπωθεί με μια και μόνη στρατηγική, όσο ευφυής κι αν είναι. Εκτός βέβαια κι αν είναι θεολογικό δόγμα.

Δυστυχώς, τόσο η κ. Παπαρήγα, όσο και οι οπαδοί της δεν είναι καν σε θέση να γνωρίζουν ότι η στρατηγική ενός κινήματος και πρωτίστως ενός κινήματος που υπόσχεται να ανατρέψει τα πάντα εκ βάθρων, είναι και οφείλει να είναι προνομιακό πεδίο ανοιχτής ζύμωσης όπου οι διαφωνίες και οι αναμετρήσεις είναι αναγκαστικά στην ημερήσια διάταξη. Πώς αλλιώς μπορεί η στρατηγική να προσαρμόζεται στην πραγματική ζωή και στις αληθινές συνθήκες των κοινωνικών αγώνων και της ταξικής πάλης; Μήπως με φετβά και όρντινα της εκάστοτε ηγεσίας;

Η κ. Παπαρήγα έχει μετατρέψει την «στρατηγική του κόμματος» σε ένα θεολογικό δόγμα, σε θεωρία αποκάλυψης της μίας και μοναδικής αλήθειας κατά τας Γραφάς των οποίων η ερμηνεία ανήκει πάντα και αποκλειστικά στο Ιερατείο. Αυτό που αντιλαμβάνεται Επομένως η μοναδική κριτική που αποδέχεται εντός του κόμματος είναι μόνο εκείνη που ασκείται για την παραβίαση του δόγματος. Είναι η «κριτική της πράξης», όπως έλεγαν παλιά οι φασίστες του Μουσολίνι που αποτελεί εκδήλωση της απόλυτης αφοσίωσης και της πίστης στη μία και μόνη «στρατηγική του κόμματος» καταγγέλλοντας όλους τους διαφωνούντες ως σαμποταριστές, διαστρεβλωτές, εχθρούς με μια λέξη αιρετικούς με το ίδιο πάθος και μένος του συνειδητού ρουφιάνου που νιώθει ως χρέος του να καταδώσει ακόμη και τους πιο κοντινούς του όταν διαπιστώνει ότι η τυφλή πίστη στην Υπέρτατη Αλήθεια, που αντιπροσωπεύει η μόνη και αμετάλλακτη «στρατηγική του κόμματος», αρχίζει να υστερεί. Μόνο αυτή την κριτική, δηλαδή την κριτική του ρουφιάνου, αποδέχεται η κ. Παπαρήγα. Καμιά άλλη.

Ο κομουνιστής κατά το ευαγγέλιο της κ. Παπαρήγα πρέπει να διαθέτει όλα τα τυπικά προσόντα του προσήλυτου. Δεν έχει ανάγκη να σκέφτεται ελεύθερα, ούτε να μελετά σε βάθος την ζωντανή πραγματικότητα για να σχηματίσει άποψη. Αρκεί να μηρυκάζει τις σιδερένιες νομοτέλειες του κομματικού ευαγγελίου. Είναι ο Καπιταλισμός, ηλίθιε, όπως έξυπνα ονόμασε το αξιόλογο βιβλίο του ο Νίκος Μπογιόπουλος, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει πιο ηλίθιος σ' αυτή την ζωή από εκείνον που αρκείτε να παπαγαλίζει το «αυτός είναι ο καπιταλισμός» κάθε φορά που καλείται από τα ίδια τα πράγματα να αναλύσει και να κατανοήσει την πραγματικότητα. Δεν υπάρχει πιο ηλίθιος από εκείνον που αντικαθιστά την μελέτη του αληθινού καπιταλισμού όπως αυτός συγκροτείται σε κάθε ιστορική συγκυρία με την βαρετή επανάληψη κλισέ που όταν καν γνωρίζει το τι σημαίνουν. Μεγιστοποίηση του κέρδους, πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους, πλουτοκρατία, εργατική τάξη, υπεραξία και μερικά ακόμη που συνθέτουν όχι επιστημονικά εργαλεία ακριβείας για την ανίχνευση της πραγματικότητας, αλλά απλοϊκές ρετσέτες που συνθέτουν το «πιστεύω» ενός πνευματικά καθυστερημένου που ξέρει μόνο στο κομματικό πίστευε και μη ερεύνα.

Αυτός είναι ο «ορθόδοξος» κομμουνιστής σήμερα εσοδείας Παπαρήγα. Τα γεγονότα πάνω στα οποία ο «ορθόδοξος» στηρίζει τα συμπεράσματά του δεν είναι ανάγκη να προέρχονται από δική του παρατήρηση και πείρα, ούτε βέβαια από την γνώση και την επιστήμη, αλλά από την «αγία γραφή» του. Το υπέρτατο προσόν ενός κομματικού σήμερα δεν διαφέρει από αυτό ενός φανατικού: «Τόσο πολύ πρέπει να πιστεύουμε στο λόγο που μας αποκαλύπτει η γραφή, ώστε εγώ, αν όλοι οι άγγελοι του ουρανού κατέβαιναν σε μένα για να μου πουν άλλα, θα έκλεινα τα μάτια μου και θα βούλωνα τα αυτιά μου – δεν αξίζουν ούτε να τα δει ούτε να τ' ακούσει κανείς», όπως απαιτούσε ο Λούθηρος[2] από τους πιστούς του και το τηρούν κατά γράμμα οι πιο πιστοί οπαδοί του σημερινού ΚΚΕ. Τα λόγια της κ. Παπαρήγα και της ομάδας της μοιάζουν σαν απόηχος της διδασκαλίας του Ραβίνου Ιάκωβου τον πρώτο αιώνα μετά την γέννηση του Χριστού: «Όποιος ξεφεύγει από το δρόμο και ξεχνάει τη μελέτη της Γραφής και λέει ‘τι ωραίο είναι αυτό το δέντρο', ‘τι ωραίο είναι αυτό το οργωμένο χωράφι', αμαρταίνει ενάντια στην ίδια του την ψυχή[3] Ή του Ντέιβιντ Χιουμ ο οποίος διηγείται την περίπτωση ενός μοναχού, ο οποίος, «επειδή από τα παράθυρα του κελιού του είχε μια υπέροχη θέα, έκλεισε με τα μάτια του μια συμφωνία, να μη στραφούν ποτέ προς αυτή την κατεύθυνση, ή να νιώσουν μια τέτοια αισθητική απόλαυση[4]

Η ικανότητα του «ορθόδοξου» να κλείνει τα μάτια του και να βουλώνει τ' αυτιά του μπροστά σε γεγονότα που δεν αξίζουν να τα δει και να τα ακούσει κανείς, είναι γι' αυτόν ανεκτίμητη πηγή δύναμης και σταθερότητας. Οι κίνδυνοι δεν τον τρομάζουν, τα εμπόδια δεν τον αποκαρδιώνουν, οι αντιφάσεις δεν τον κλονίζουν, γιατί πολύ απλά αρνείται την ύπαρξή τους. Η δύναμη της πίστης δείχνεται, όπως έγραφε ο Μπρεξόν, όχι στο ότι μετακινεί τα βουνά, αλλά στο ότι δε βλέπει τα βουνά που πρέπει να μετακινηθούν.[5] Η βεβαιότητα του αλάνθαστου δόγματός του είναι αυτό που κάνει τον «ορθόδοξο» άτρωτο απ' όλες τις αβεβαιότητες, τις εκπλήξεις και τις δυσάρεστες αλήθειες της ζωντανής πραγματικότητας και της αληθινής κίνησης της ζωής.Γι' αυτό ένα δόγμα, όπως η «στρατηγική του Κόμματος» κατά την κ. Παπαρήγα, δεν μπορεί να κρίνεται από το περιεχόμενό του σε αλήθεια, βάθος και εγκυρότητα, αλλά από την αποτελεσματικότητα του στην απομόνωση του κομματικού από τον ίδιο του τον εαυτό και από το κοινωνικό περιβάλλον. Για την «στρατηγική του Κόμματος» ισχύει ότι λέει ο Πασκάλ για μια αποτελεσματική θρησκεία, που ισχύει πάντα για κάθε αποτελεσματικό δόγμα, πρέπει «να αντιφάσκει στη φύση, στην κοινή λογική και στην ευχαρίστηση[6] Κι έτσι οι πιστοί καλούνται συνεχώς να αναζητούν την απόλυτη αλήθεια με την καρδιά τους και όχι με την λογική. Η κατοχή της απόλυτης αλήθειας δίνει την αίσθηση ακόμη και στον ηλίθιο ότι κατέχει την αιωνιότητα. Δεν υπάρχουν εκπλήξεις και τίποτε που να μην είναι γνωστό.

Όλες οι ερωτήσεις έχουν ήδη απαντηθεί, όλες οι αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί, όλες οι πιθανότητες έχουν ήδη προβλεφθεί, όποτε δεν χρειάζεται πια κανένας να ταλαιπωρείται με τις αντιφάσεις που αναγεννά διαρκώς η ίδια η ζωή. Ο «ορθόδοξος» δεν εκπλήσσεται και δεν διστάζει, απλά υπακούει. Δεν έχει ανάγκη να εντρυφήσει στα εγκόσμια, απλά τα περιφρονεί. Το αληθινό δόγμα είναι το μαγικό κλειδί για τη λύση όλων των προβλημάτων της εποχής και του κόσμου όλου. Μ' αυτό ακόμη κι ο πιο ηλίθιος, ο πιο πνευματικά καθυστερημένος μπορεί λύσει και να αρμολογήσει ολόκληρο τον κόσμο χωρίς προσπάθεια και ιδιαίτερες απαιτήσεις. Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε και καθάρισες.

Κάποτε ο Λένιν, λίγο πριν τον θάνατό του, προειδοποιούσε εμφατικά τους συντρόφους του: «Εάν ξεφορτωθείτε όλους τους ευφυείς αλλά ελάχιστα υποταχτικούς ανθρώπους και κρατήσετε μόνο τους υποταχτικούς ηλίθιους, είναι απολύτως σίγουρο ότι θα φέρετε την καταστροφή στο κόμμα.»[7] Οι σύντροφοί του δεν τον άκουσαν κι έτσι με τα χρόνια τα κομμουνιστικά κόμματα μετατράπηκαν σε μηχανισμούς μαζικής παραγωγής υποταχτικών ηλιθίων. Ιδίως σε συνθήκες πολιτικής ομαλότητας. Ιδανικό περιβάλλον για την επικράτηση μιας άκρως ιδιοτελούς γραφειοκρατικής κάστας που έμαθε να ζει παρασιτικά από το κίνημα και όχι για το κίνημα. Η εξάρτηση από την χρηματοδότηση του αστικού κράτους και τα δάνεια ήταν απλά η λογική συνέπεια. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερο αβαντάζ για μια πουλημένη, πλήρως εξαρτημένη ηγεσία, για έναν αλωμένο κομματικό μηχανισμό, από το να διαθέτει υποταχτικούς ηλίθιους για κομματικά μέλη και οπαδούς που διακρίνονται για την θρησκόληπτη σχέση τους με το «Κόμμα».

Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει μία και μόνη στρατηγική, που να είναι χρήσιμη κάτω απ' όλες τις συνθήκες και όλους τους ιστορικούς όρους. Αυτό το γνωρίζει ακόμη κι ο πιο άσχετος με το όλο θέμα. Μιας και ο ίδιος ο στόχος, που, θεωρητικά πάντα, ήταν ανέκαθεν ο σοσιαλισμός για το κίνημα του οποίου τα σύμβολα έχει οικειοποιηθεί η κ. Παπαρήγα, δεν ήταν ποτέ κάτι το έτοιμο, το στατικό, μια έτοιμη συνταγή που μπορεί να φορεθεί στην πραγματικότητα και να λύσει όλα τα χρόνια προβλήματα της ανθρωπότητας.

Ο Λένιν έλεγε: «Ο σοσιαλισμός δεν είναι ένα έτοιμο σύστημα που θα δοθεί σαν ευεργεσία στην ανθρωπότητα. Ο σοσιαλισμός είναι η ταξική πάλη του σημερινού προλεταριάτου, που βαδίζει από ένα σκοπό σήμερα σ' έναν άλλο αύριο στο όνομα του βασικού του σκοπού, προς τον οποίο πλησιάζει κάθε μέρα»[8] Ποιος είναι ο ένας σκοπός σήμερα, ο άλλος αύριο που βαδίζει το προλεταριάτο στο όνομα του βασικού σκοπού; Πώς θα πρέπει να βαδίσει το προλεταριάτο από τον ένα στον άλλο; Και τι επίδραση έχουν όλα αυτά στον ίδιο τον βασικό σκοπό που δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι ένα «έτοιμο σύστημα που θα δοθεί σαν ευεργεσία στην ανθρωπότητα»; Όλα αυτά ανήκουν στη σφαίρα της στρατηγικής κι αυτός που αποφασίζει γι' αυτήν δεν είναι η ηγεσία, ούτε κάποιο σώμα του κόμματος, αλλά η ίδια η διαλεκτική της ζωής που επιβάλλει τους όρους μέσα από τους οποίους οφείλει να προχωρήσει το κίνημα.

Μπορεί να κατανοηθεί αυτή η διαλεκτική της αληθινής ζωής μέσα από έτοιμα σχήματα; Όχι. Απαιτεί την κατάκτηση της επιστήμης της ταξικής πάλης κι αυτό σημαίνει διαρκή αναζήτηση, ανοιχτή κρίση και ανελέητη κριτική, ζύμωση χωρίς κανένα ταμπού, χωρίς κανένα προκάτ, ή προειλλημένο συμπέρασμα, χωρίς άνωθεν ή έξωθεν επιβεβλημένους περιορισμούς. Επιστήμη χωρίς κριτική και διαφωνίες, χωρίς αμφισβήτηση και αντιπαραθέσεις ακόμη και για την ίδια την ουσία και τις αρχές της, δεν μπορεί να υπάρξει. Ιδίως όταν αυτή φιλοδοξεί να ανακαλύψει τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους της ριζικής ανατροπής των πάντων.

Κι όπως έλεγε ο Μαρξ: «Ο δρόμος που οδηγεί στην επιστήμη δεν είναι πλατιά λεωφόρος και πιθανότητες να φτάσουν στις φωτεινές κορυφές της έχουν μόνο εκείνοι που δεν φοβούνται να κουραστούν για να σκαρφαλώσουν στ' απόκρημνα μονοπάτια της[9] Πράγμα που δεν ισχύει για καμιά άλλη επιστήμη, όσο για την επιστήμη της ταξικής πάλης. Και για να κατακτηθούν οι φωτεινές κορυφές της απαιτούν ανήσυχα μυαλά όσο δεν παίρνει, ανεξάρτητες προσωπικότητες που δεν καταδέχονται να σκύψουν το κεφάλι σε κανένα δόγμα, ούτε τρέμουν μπροστά στην διάψευση των ιερών και οσίων τους όπως κάθε τυπικός θρησκόληπτος.

Προσωπικά δεν ανήκω, ούτε ανήκα ποτέ στην κατηγορία των πανηλίθιων οπαδών της κ. Παπαρήγα, ούτε εκείνων των κομματικών που σέρνουν την κοινή λογική και την θεωρία από τον βούρκο μιας εσωκομματικής αντιπαράθεσης ενός «καλού» ΚΚΕ της οργιώδους φαντασίας τους έναντι του «κακού» σημερινού ΚΚΕ, με τους ίδιους ακριβώς όρους που οι ορθόδοξοι μάχονται για το παλιό και το νέο ημερολόγιο μακριά από τα εγκόσμια. Σέβομαι τους ιδρυτές του επιστημονικού σοσιαλισμού τόσο ώστε να μην τους μεταχειρίζομαι ως στείρα «τσιτάτα» στα πλαίσια μιας απόκοσμης εσωκομματικής πάλης δίχως αληθινό νόημα, μόνο σε μυημένους και έτη φωτός μακριά από τις αληθινές ανάγκες του κινήματος σήμερα.

Όπως το 1553, όταν ο Μωάμεθ πολιορκούσε την Πόλη και απειλούσε με τέσσερεις αιώνες Οθωμανικό ζυγό τους πληθυσμούς του Βυζαντίου, οι Βυζαντινοί καλόγεροι συζητούσαν με πάθος αν υπάρχουν θηλυκοί καλόγεροι στην επουράνια βασιλεία, έτσι και σήμερα στο ΚΚΕ. Αδυνατούν να κατανοήσουν το προφανές, το γεγονός δηλαδή ότι βρισκόμαστε καταμεσής μιας από πολλές απόψεις πρωτοφανούς επαναστατικής κρίσης, η οποία εξ αντικειμένου θα οδηγήσει – σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα – είτε στην εξέγερση του λαού, είτε στην απόλυτη κυριαρχία της πιο μαύρης αντίδρασης. Αδυνατούν να κατανοήσουν αυτό που αντιλαμβάνεται σήμερα ακόμη και ο πιο απλός εργαζόμενος. Αν δεν οργανωθεί άμεσα η κοινωνική εξέγερση του λαού με σκοπό την ανατροπή του καθεστώτος, είναι σίγουρο ότι η Ελλάδα θα πάψει να υπάρχει και ο λαός της θα υποδουλωθεί χάνοντας ακόμη και το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Είναι μια ιστορική ευκαιρία που ο ελληνικός λαός δεν μπορεί να χάσει, γιατί δεν θα υποστεί απλά μια ήττα, αλλά θα χάσει τα πάντα μαζί και την χώρα του. Και χωρίς χώρα, χωρίς πατρίδα δεν μπορεί να υπάρξει λαός, δεν μπορεί να υπάρξει τάξη, πολύ περισσότερο δεν μπορεί να υπάρξει κίνημα ούτε καν αντίστασης.

Το έχουν αντιληφθεί αυτό οι κομματικοί που διαπληκτίζονται για την στρατηγική και την τακτική του κόμματος; Στην πλειοψηφία τους όχι. Ούτε καν αυτοί που διαφωνούν από σχετικά ορθές θέσεις. Έχουν χάσει την αίσθηση της πραγματικότητας. Δεν έχουν καν αντιληφθεί ότι η αληθινή ζωή δεν περιμένει, επιτάσσει. Κι όταν η ίδια η ζωή θέτει στην ημερήσια διάταξη την επανάσταση, τον παλλαϊκό ξεσηκωμό, όπως σήμερα, τότε ο αληθινός επαναστάτης, ο αληθινός κομμουνιστής δεν χάνει την ώρα του με νεκρές υποθέσεις, αλλά επιλέγει συνειδητά την πρώτη γραμμή, εκεί που τον έχει ανάγκη ο λαός του και η πατρίδα του. Αλλιώς είναι μια καρικατούρα άξια περιφρόνησης και χλευασμού, είτε διαχωρίζει την θέση από την σημερινή κατάσταση του ΚΚΕ, είτε όχι.

Αυτό που αναδύει σήμερα ο «διάλογος» και η εσωκομματική αντιπαράθεση στο ΚΚΕ είναι την δυσοσμία ενός πτώματος που σαπίζει με τους συγγενείς του να τσακώνονται για τα ιμάτιά του. Κανένα από τα καίρια ζητήματα της πιο επαναστατικής απ' όλες τις καταστάσεις στην μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας δεν φαίνεται να τους απασχολεί. Λες και βρίσκονται σε μια ομαλή κοινοβουλευτική περίοδο όπου έχουν όλο το χρόνο να τα ξαναδούν όλα, πρώτα να αναμοχλεύσουν την θεωρία με ομίλους προβληματισμού και θεωρητικές αντιπαραθέσεις όπου ανθεί ο στείρος ακαδημαϊσμός, ανίκανος να προσθέσει έστω κι ένα «ι» στην ανάλυση της ζωντανή πραγματικότητας, αλλά ικανότατος στο να χάνεται στους λαβύρινθους ενός απίστευτου σχολαστικισμού μακριά από τις απαιτήσεις της μαζικής λαϊκής πάλης. Αυτή η τελευταία μπορεί να περιμένει.

Κι όταν με το καλό θα υπάρξει επιτέλους μια αληθινή αριστερά, ένα ικανό «κόμμα» όπως το ονειρεύονται οι πιο πιστοί οπαδοί του, τότε ίσως να έρθει και η ώρα να δούμε τι έχει ανάγκη ο λαός και η χώρα. Έως τότε όμως η ιστορία, η ίδια η ζωή, οφείλει να σταματήσει. Προέχουν άλλα πολύ πιο σοβαρά πράγματα. Τι σημασία έχει το γεγονός ότι ο κόσμος πεθαίνει, δουλοποιείται σε απίστευτο βαθμό, εξαθλιώνεται μαζικά και χάνει μέρα με τη μέρα ακόμη και την ελπίδα να ζήσει. Όλα αυτά μπορούν να περιμένουν έως ότου οι επαναστάτες του γλυκού νερού, της ακαδημαϊκής θεωρητικολογίας, της τρικυμίας εν κρανίω, ξεκαθαρίσουν τους λογαριασμούς τους με το κόμμα τους. Τι πειράζει αν εν τω μεταξύ χαθεί αυτή η ιστορική ευκαιρία για τον λαό και τη χώρα; Τι πειράζει αν ο λαός, ο απλός κόσμος, εισπράξει μια ακόμη τραγική ήττα; Τι σημαίνει μια ακόμη ήττα; Τόσες και τόσες τους πρόσφερε το κόμμα μας κι εμείς οι ίδιοι με την νοοτροπία και την πρακτική μας. Τι είναι μια ακόμη;

Όσο υπάρχουμε εμείς – σκέφτονται οι ανόητοι που σουλατσάρουν ως επαναστάτες – ο λαός έχει ελπίδα για το μέλλον. Έστω κι αν αυτό το μέλλον αφορά στις ελληνικές καλένδες και γράφεται με τον ανδραποδισμό ενός ολόκληρου λαού και την διάλυση της χώρας. Εξαρτημένοι από τον μυστικισμό του κόμματος, που έμαθαν να υπηρετούν τυφλά, αρνούνται να αντιληφθούν το τι συμβαίνει τριγύρω τους. Δεν έχουν ούτε καν αντιληφθεί ότι το κυρίαρχο ζήτημα σήμερα δεν είναι το τι σόι κόμμα θέλουν οι μεν, ή οι «δεν», ούτε καν το είδος της πολιτικής συμμαχιών, ή της στρατηγικής, αλλά το πώς πρέπει να οργανωθεί άμεσα και πρακτικά η κοινωνική εξέγερση του λαού εναντίον του καθεστώτος. Όχι του Αγίου Ποτέ, ή του Οσίου Πατάπιου ανήμερα, αλλά εδώ και τώρα με τους όρους και τις συνθήκες που γεννά σήμερα η ίδια η πραγματικότητα μιας πρωτοφανούς κοινωνικοπολιτικής πόλωσης, η οποία πολύ σπάνια έχει παρατηρηθεί στην ιστορία τόσο της Ελλάδας, όσο και διεθνώς. Αλλιώς, γίνονται συνένοχοι στην σφαγή ενός ολόκληρου λαού και στη διάλυση της πατρίδας του. Κι από αυτή την συνενοχή δεν πρόκειται να τους γλυτώσει κανένα «τσιτάτο» του Μάρξ, ή του Λένιν, κανένα ορατόριο για την επανάσταση που δεν έμαθαν ποτέ πώς να την υπηρετούν στην πράξη και στην ώρα της.

Όποιος πιστεύει σήμερα ότι πρώτα πρέπει να φτιάξει το ΚΚΕ και ύστερα να δούμε πώς θα πορευτεί το κίνημα, η κοινωνία και ο λαός, δεν μπορεί ούτε καν να αντιληφθεί ότι έχει «φύγει», έχει αναχωρήσει εις Κύριον. Είναι το ίδιο αναχωρητής, όσο και οι οπαδοί της Παπαρήγα, έστω κι αν διαφωνεί μαζί τους. Ο αληθινός κομμουνιστής, ο αληθινός επαναστάτης ξέρει ότι ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Δεν μπορεί να συντηρείται ένα κόμμα που το έχει ξεβράσει η κοινωνία και η ιστορία, ούτε αυτό μπορεί να αναγεννηθεί σε άλλη πιο «καλή» εκδοχή του παρά μόνο σαν φάρσα, ή σαν παρά φύση απόστημα. Ότι πέθανε, πέθανε και όσο πιο γρήγορα το θάψουμε στο νεκροταφείο της συνείδησής μας και της ιστορίας, τόσο πιο γρήγορα θα ανθήσουν οι ιδέες και οι αξίες του κινήματος της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης μέσα στα σπλάχνα της ίδιας της κοινωνίας και όχι στο περιθώριό της όπως θέλουν να το καταδικάσουν σήμερα. Το θεμελιώδες ερώτημα που ανέκαθεν απασχολούσε έναν αληθινό επαναστάτη σε ανάλογες καμπές ήταν αυτό που διατύπωνε από την εποχή του ο Αλεξάντερ Χέρτσεν: «είμαστε πεθαμένοι που ανήκουμε στα περασμένα και δευτερώνουμε με αναστεναγμούς «τελείωσε», ή είμαστε ζωντανοί άνθρωποι του μέλλοντος που λένε, αφήνοντας να πέσει το σάβανο στο κουφάρι του βασιλιά: ο βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο βασιλιάς!»

Ο αληθινός κομμουνιστής δεν ανήκει στην κατηγορία εκείνου του μαθητή που διστάζοντας να ακολουθήσει τον Ιησού του είπε: «Κύριε, πίτρεψόν μοι πρτον πελθεν κα θάψαι τν πατέρα μου.» Διότι γνωρίζει πολύ καλά την απάντηση του ίδιου του Ιησού, που συνιστά την αιώνια απάντηση σε ανάλογα ερωτήματα που γεννιούνται σε όποιον έχει θέσει τον εαυτό του στην υπηρεσία των καταπιεσμένων κάθε ιστορικής εποχής: «κολούθει μοι, κα φες τος νεκρος θάψαι τος αυτν νεκρούς.» Και ξέρει να την κάνει πράξη χωρίς καμιά καθυστέρηση, χωρίς να ασχολείται με το θάψιμο των νεκρών, όταν τον καλεί η ιστορία και τα καθήκοντα που έχει θέσει η συνειδητή του στράτευση στο πλευρό των καταπιεσμένων, του ίδιου του λαού του. «Δεν υποφέρουμε μονάχα από τους ζωντανούς μα κι από τους πεθαμένους. Le mort saisit le vif!», έγραφε ο Μαρξ.[10] Ο πεθαμένος αδράχνει τον ζωντανό. Αυτό συμβαίνει με το ΚΚΕ σήμερα και αυτό είναι που δεν καταλαβαίνουν ακόμη κι όσοι διαφωνούν με το πώς κατάντησε το κόμμα της η ομάδα της κ. Παπαρήγα.

Ο αληθινός κομμουνιστής γνωρίζει ότι η χειρότερη δοκιμασία για τον ίδιο, η πιο μεγάλη αδυναμία του είναι όταν δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι αυτό που τον εξέφρασε οργανωτικά και πολιτικά σε μια άλλη εποχή έχει πεθάνει προ πολλού. Κι αγωνίζεται να κρεμαστεί από την ανάμνησή του, χάνεται στην προσπάθεια να το αναβιώσει, να του δώσει ζωή μόνο και μόνο για να καταλήξει ως νέος δόκτωρ Φράνκενστάιν να προσπαθεί με τα πειράματά του να αναστήσει τους νεκρούς. Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα είναι να χαθεί στο περιθώριο της ιστορικής κίνησης μέσα σε ατέρμονες προσπάθειες που είναι καταδικασμένες εκ προοιμίου να γεννήσουν μόνο τέρατα.

Ο Μαρξ είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς το γεγονός αυτό: «Είμαστε ακλόνητα πεισμένοι ότι ο πραγματικός κίνδυνος δεν βρίσκεται στις πρακτικές προσπάθειες, αλλά στη θεωρητική επεξεργασία των κομμουνιστικών ιδεών, μιας και οι πρακτικές προσπάθειες, ακόμη και οι επιδιώξεις των μαζών, μπορούν να απαντηθούν με το κανόνι μόλις γίνουν επικίνδυνες, ενώ οι ιδέες που έχουν κατακτήσει τη νοημοσύνη μας και έχουν κατακλύσει το νου μας, οι ιδέες με τις οποίες η λογική έχει αλυσοδέσει τη συνείδηση μας, είναι δεσμά από τα οποία δεν μπορεί κανείς να απελευθερωθεί δίχως να ραγίσει την καρδιά του, είναι δαίμονες που οι ανθρώπινες υπάρξεις μπορούν να εξευμενίσουν μόνο με το να υποκύψουν σ' αυτές.»[11] Αληθινός επαναστάτης, αληθινός κομμουνιστής είναι αυτός που ξέρει να σπάει τα δεσμά του παρωχημένου, των αλλοτινών ιδεών που έχουν αλυσοδέσει την λογική του και την αίσθηση που πρέπει να έχει της πραγματικότητας, έστω κι αν ραγίσει η καρδιά του, έστω κι αν του κοστίσει προσωπικά, προκειμένου να αναμετρηθεί με το καθήκον που του θέτει αντικειμενικά η ίδια η ζωή.

Προσωπικά δεν έχω καμιά διάθεση να απαγορέψω στον οιονδήποτε να αυτοπροσδιορίζεται ως κομμουνιστής και να λειτουργεί στον κλειστό κόσμο των δικών του Καθαρών. Κι όπως οι Καθαροί του μεσαίωνα έτσι κι αυτός αναλώνεται για να βρει τους δικούς του Bons Hommes, τους δικούς του «καλούς Χριστιανούς». Δικαίωμά του. Όμως αυτός ο κομμουνιστής δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ανεμογκάστρι της ιστορικής συγκυρίας. Μια παρά φύση απόφυση άλλων πολύ μακρινών εποχών όταν η κοινωνική διαμαρτυρία εκφραζόταν από οργανώσεις και πολιτικά σχήματα με όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά των αιρέσεων, μιας και «η ίδια η έννοια του κόμματος μεταπήδησε στην πολιτική από την Εκκλησία διαμέσου της φιλολογίας και των φιλοσοφικών σχολών», όπως έγραφε στα 1843 ο νεοχεγγελιανός Καρλ Ρόζενκραντς.[12]

Όταν ο Μαρξ στην 11η θέση για τον Φόιερμπαχ έγραφε, «οι φιλόσοφοι μονάχα εξηγούσαν τον κόσμο, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε», δεν είχε υπόψη του κάποιο έτοιμο πολιτικό πρόγραμμα με βάση το οποίο έπρεπε να αλλάξει ο κόσμος. Ούτε θεωρούσε ότι διέθετε μια δεδομένη ερμηνεία του κόσμου και επομένως το μόνο που έμενε ήταν να αλλάξει σύμφωνα με τους θεωρητικούς κανόνες αυτής της ερμηνείας. Αντίθετα, ο Μαρξ πρότεινε έναν εντελώς νέο τρόπο για να ερμηνεύσουμε τον κόσμο. Όχι παρατηρώντας από απόσταση, ή μέσα από ολοκληρωμένα θεωρητικά σχήματα, έτοιμα να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα. Αλλά μέσα από την πάλη για να τον αλλάξουμε. Μόνο μέσα από αυτή την πάλη μπορεί και να ερμηνευθεί, να κατανοηθεί σε βάθος η ίδια η πραγματικότητα. Άλλωστε όπως εξηγεί ο ίδιος στην 8η θέση για τον Φόιερμπαχ, «η κοινωνική ζωή είναι στην ουσία της πραχτική. Όλα τα μυστήρια, που παρασέρνουν τη θεωρία προς το μυστικισμό, βρίσκουν τη λογική τους λύση στην ανθρώπινη πράξη και στην κατανόηση αυτής της πράξης

Γι' αυτό και για τους Μαρξ και Ένγκελς ο κομμουνισμός αποκτούσε εξαρχής ένα ριζικά διαφορετικό περιεχόμενο. Δεν ήταν ένα πολιτικό πρόγραμμα με βάση το οποίο έπρεπε να αναμορφωθεί επαναστατικά ο καπιταλισμός, αλλά η αναγκαία κατάληξη των εσωτερικών όρων ανάπτυξης της αστικής κοινωνίας. Επομένως το βασικό πρόβλημα της θεωρίας για τον Μαρξ δεν ήταν η διατύπωση γενικών αρχών, δεδομένων συμπερασμάτων και ακαταμάχητων νομοτελειών, αλλά η κατανόηση των υλικών προϋποθέσεων που ενυπάρχουν στην ίδια τη φύση της αστικής κοινωνίας και επιτρέπουν με καταλύτη την ταξική πάλη το άνοιγμα του δρόμου για την επαναστατική ανατροπή και την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. «Ο κομμουνισμός» υπογράμμιζαν οι Μαρξ-Ένγκελς, «δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες που σ' αυτό θα πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων. Οι όροι αυτής της κίνησης προκύπτουν από τις προϋποθέσεις που τώρα υπάρχουν[13] Το ζητούμενο λοιπόν για τη θεωρητική συνείδηση του Μαρξ δεν ήταν ποτέ αυτή καθαυτή η μελλοντική κοινωνία, αλλά η κατανόηση του ιστορικού τρόπου της γέννησής της μέσα από την αστική κοινωνία. Γι' αυτό και βασικό μέλημα του Μαρξ δεν ήταν το ποια ακριβώς θα είναι η μελλοντική κοινωνία, με ποιους κανόνες, ή με ποιες νομοτέλειες αυτή θα συγκροτηθεί, αλλά με ποιο τρόπο θα ανοίξει ο δρόμος γι' αυτήν, υπό ποιους όρους οι καθημερινοί αγώνες που είναι αναγκασμένο να διεξάγει το προλεταριάτο για τα πιο άμεσα αιτήματά του θα μετατρέψουν την ποσότητα σε ποιότητα.

Φυσικά ένα τέτοιο καθήκον γνώσης δεν μπορεί να αναλάβει μια θεωρία που απλώς παρατηρεί και αναλύει. Χρειάζεται μια θεωρία που είναι συνειδητά στρατευμένη στην υπόθεση του πραγματικού κινήματος της εργατικής τάξης. Κι αυτό γιατί η ανάγκη για την ανατροπή του καπιταλισμού δεν πηγάζει από την κοινωνική αδικία, τη φτώχεια, την ανέχεια και την αδίστακτη εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, αλλά από τη δυνατότητα της ίδιας της εργατικής τάξης να συγκροτείται και να διεκδικεί σε καθημερινή βάση τα δικά της συμφέροντα. Ο Μαρξ είναι ο πρώτος που απέδειξε επιστημονικά πως η εργατική τάξη είναι σε θέση να νικήσει και να υπερβεί κάθε «σιδερένιο νόμο» του καπιταλισμού, να αποσπάσει κατακτήσεις, να έχει επιτυχίες ακόμη και μέσα στις πιο δύσκολες, τις πιο αντίξοες και δυσμενείς γι' αυτήν συνθήκες. Κι αυτός ο αγώνας, αυτές οι επιμέρους επιτυχίες είναι ο μόνος δρόμος για να οργανωθεί, να συγκροτηθεί ως τάξη, να αποκτήσει εμπειρία και να κατανοήσει μέσα από τη δική της πείρα ότι «παρ' όλες τις αθλιότητες που της επιβάλλει, το τωρινό σύστημα γεννάει ταυτόχρονα και τους υλικούς όρους και τις κοινωνικές μορφές που είναι απαραίτητες για μια οικονομική ανοικοδόμηση της κοινωνίας[14]

Επομένως ο αγώνας για τους επαναστάτες, για τους κομμουνιστές, όπως τουλάχιστον τους αντιλαμβάνονταν οι Μαρξ-Ένγκελς, δεν είναι να αλλάξουν τα μυαλά του προλεταριάτου, δεν είναι να πείσουν τους εργάτες για την ορθότητα των δικών τους συνθημάτων και προγραμματικών στόχων, αλλά να γίνουν ένα με την εργατική τάξη, να βοηθήσουν το κίνημά της να κερδίσει καλύτερες θέσεις μέσα στον καπιταλισμό, να διευκολύνουν την συνεύρεση, συσπείρωση και οργάνωση της μεγάλης πλειοψηφίας των εργαζομένων κατά κλάδο και συνολικά, δίχως να απαιτούν από τους εργάτες και τις ηγεσίες τους πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, ή να εγκαταλείψουν εξαρχής και εκ προοιμίου τις όποιες πολιτικές εξαρτήσεις τους.

Ο Μαρξ τόνιζε πάντα ότι «δεν ερχόμαστε για να αντιμετωπίσουμε τον κόσμο με δογματικό τρόπο προβάλλοντας μια νέα αρχή: Ιδού η αλήθεια, προσκηνύστε την! Αναπτύσσουμε νέες αρχές για τον κόσμο μέσα από τις ίδιες τις δικές του αρχές. Δεν λέμε στον κόσμο: σταματήστε τους αγώνες σας, είναι ανόητοι. εμείς θα σας δώσουμε το αληθινό σύνθημα του αγώνα. Εμείς απλά δείχνουμε στον κόσμο αυτό για το οποίο αγωνίζεται στ' αλήθεια, και η συνείδηση είναι κάτι που πρέπει να αποκτήσει, ακόμη κι αν δεν το θέλει[15] Και αυτή η αλλαγή της συνείδησης σε μαζικό επίπεδο έχει αποδειχτεί ότι δεν μπορεί να καταχτηθεί στο επίπεδο της μαζικής ιδεολογίας, με όπλο την προπαγάνδα θέσεων, αλλά «μπορεί να γίνει μόνο μέσα σ' ένα πρακτικό κίνημα»[16] της ίδιας της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων.

Οι Μαρξ-Ένγκελς δεν επεδίωξαν ποτέ να κατασκευάσουν το «δικό τους» κίνημα και το «δικό τους» κόμμα, ή να υποκαταστήσουν την αληθινή εργατική τάξη με την εικόνα που αναπαράγει η θεωρία τους μεταφρασμένη σε δόγμα, αλλά να λειτουργήσουν καταλυτικά, τόσο με το θεωρητικό έργο τους, όσο και με την πρακτική που απορρέει από αυτό, στη συγκρότηση του κινήματος και του κόμματος της εργατικής τάξης. Δεν είναι τυχαίο που στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, οι Μαρξ-Ένγκελς θεωρούν ότι το κομμουνιστικό κόμμα, για το οποίο έγραψαν αυτήν την προγραμματική διακήρυξη, δεν είναι ένα αυτοτελές κόμμα της εργατικής τάξης, ή όπως το έθεταν οι ίδιοι: «Οι κομμουνιστές δεν είναι ένα ξεχωριστό κόμμα, που αντιτίθεται στ' άλλα εργατικά κόμματα. Δεν έχουν συμφέροντα που ξεχωρίζουν από τα συμφέροντα του προλεταριάτου στο σύνολό του. Δεν διακηρύσσουν ξεχωριστές (αιρετικές) αρχές, που σύμφωνα μ' αυτές θα θέλαν να πλάσουν το εργατικό κίνημα.»[17]

Κι αυτό το τόνιζαν γιατί θεωρούσαν ότι ένα αληθινό κόμμα της εργατικής τάξης δεν χειροτονείται αφ' εαυτού του ως τέτοιο με βάση την ιδεολογία του, ή τις προγραμματικές διακηρύξεις του, αλλά αποτελεί την πολιτική συγκρότηση της ίδιας της τάξης. Κι επομένως κόμμα της εργατικής τάξης που δεν μπορεί να εκφράσει στην πράξη και να κινητοποιήσει την πλειοψηφία της τάξης, ακόμη κι όταν αυτή ακολουθεί άλλα κόμματα, δεν μπορεί να υπάρξει. Στο μυαλό τους δεν υπήρχε κανένα ιδεατό κόμμα, αλλά παρακολουθούσαν και ανέλυαν τις μορφές κομμάτων και πολιτικών κινημάτων που γεννούσε η ίδια η ζωή και η πάλη της εργατικής τάξης σε κάθε χώρα και διεθνώς.

Οι Μαρξ-Ένγκελς αρνήθηκαν να ιδρύσουν το Κόμμα της Εργατικής Τάξης. Αρνήθηκαν να αντιμετωπίσουν ως κόμμα της εργατικής τάξης, οργανώσεις που δεν ξεπήδησαν μέσα από το εργατικό κίνημα και δεν ανδρώθηκαν μαζικά από την ίδια την εργατική τάξη. Ακόμη κι αν στις οργανώσεις αυτές συμμετείχαν και οι ίδιοι, όπως π.χ. ήταν η Ένωση των Κομμουνιστών για την οποία έγραψαν το Μανιφέστο. Γι' αυτούς το αληθινό κόμμα της εργατικής τάξης γεννιέται από την ίδια την τάξη με τον τρόπο που εν πολλοίς γεννήθηκε το πρώτο ιστορικά κόμμα της, οι Χαρτιστές. Οι κομμουνιστές με τη σειρά τους θα έπρεπε να παίξουν τον ρόλο ενός δραστήριου οργανωτικού και πολιτικού κέντρου μέσα στο εργατικό κίνημα, να λειτουργήσουν «ως το πιο αποφασιστικό τμήμα των εργατικών κομμάτων όλων των χωρών, το τμήμα που τα κινεί πάντα προς τα μπρός[18] Κι αυτό γιατί «ο άμεσος σκοπός των κομμουνιστών είναι ίδιος με τον σκοπό όλων των άλλων προλεταριακών κομμάτων: συγκρότηση του προλεταριάτου σε τάξη, ανατροπή της αστικής κυριαρχίας, κατάχτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο[19]

 Όσο περισσότερο αποθεώνεται ο μαρξισμός ως θεωρητική ενασχόληση ομίλων, ή κλειστών κομματικών διαδικασιών, μακριά από τις τρέχουσες πρακτικές ανάγκες της μαζικής λαϊκής πάλης, τόσο περισσότερο η θεωρία αποστεώνεται και απομακρύνεται από τα επίγεια. Μετατρέπεται σε δόγμα όπως ακριβώς συνέβαινε με τους παλιούς φιλοσόφους που σύμφωνα με τον Βάκωνα το μόνο που ξέρουν να κάνουν είναι να «κατασκευάζουν φανταστικούς νόμους για φανταστικές κοινοπολιτείες, ενώ οι αναλύσεις τους είναι σαν τα άστρα, τα οποία εκπέμπουν ελάχιστο φως, γιατί βρίσκονται τόσο ψηλά.»[20] Κι αυτού του τύπου η θεωρία υπήρξε πάντα το γόνιμο περιβάλλον μέσα στο οποία ανθεί η γραφειοκρατία, η οποία με τον ίδιο τρόπο που «είναι το φανταστικό Κράτος δίπλα στο πραγματικό»[21], όπως έλεγε ο Μαρξ, συνιστά επίσης το φανταστικό κόμμα δίπλα στο πραγματικό. «Το καθολικό πνεύμα της γραφειοκρατίας είναι το μυστικό, το μυστήριο που φυλάγεται από την ιεραρχία προς τα μέσα κι από τον χαρακτήρα της σαν κλειστής συντεχνίας προς τα έξω… Η Αρχή είναι η αρχή της γνώσης της και η ειδωλολατρία της Αρχής η πεποίθησή της[22] Μια ειδωλολατρία, που σε αντίθεση με τον διαλεκτικό υλισμό της «ανελέητης κριτικής όλων όσων υπάρχουν, ανελέητης τόσο με την έννοια ότι δεν φοβάται σε ποια συμπεράσματα θα καταλήξει, όσο και με την έννοια ότι εξίσου δεν φοβάται να συγκρουστεί με τις όποιες κατεστημένες εξουσίες»[23], οδηγεί πάντα σε έναν «χυδαίο υλισμό, στον υλισμό της παθητικής υποταγής, της τυφλής πίστης στην εξουσία, του μηχανισμού μιας καθορισμένης τυπικής δραστηριότητας, καθορισμένων αρχών, απόψεων και παραδόσεων[24]

Η αποφασιστική υπέρβαση της λογικής αυτού του χυδαίου υλισμού αποτέλεσε την πρώτη θεμελιώδη προϋπόθεση για την ανάδειξη ενός επαναστατικού κόμματος νέου τύπου. Όμως αυτή, όσο κι αν ήταν απαραίτητη, δεν υπήρξε ποτέ αρκετή. Χρειάζονταν επιπλέον δυο αναγκαίες και ικανές συνθήκες: Αφενός, μια θεωρία που δεν θα αποτελεί «μια συλλογή δογμάτων τα οποία πρέπει κάποιος να τα αποστηθίσει και να τα επαναλαμβάνει σαν θαυματουργή φόρμουλα, ή σαν Καθολική προσευχή[25] Και αφετέρου μια συνειδητή πρακτική που ξέρει με συλλογικό τρόπο όχι απλά να «εκπροσωπεί», ή να «εκφράζει», όπως επιδιώκει κάθε τυπικό πολιτικό κόμμα, ούτε πολύ χειρότερα να «υποκινεί», όπως ήθελαν οι συνωμοτικές σέκτες, τους καταπιεσμένους γενικά, αλλά να «δουλεύει με την εργατική τάξη σε κάθε πιθανό στάδιο της ανάπτυξής της[26]

Ωστόσο, οι συνθήκες αυτές, ακόμη και για όσους υιοθέτησαν ανεπιφύλακτα τον επιστημονικό σοσιαλισμό, δεν ήταν ποτέ δεδομένες, ούτε κατοχυρωμένες για κανένα κόμμα, όσο κι αν ορκιζόταν σε επαναστατικά ιδανικά, όσο κι αν έχριζε τον εαυτό του δικαιωματικό κληρονόμο του μαρξισμού, της εργατικής τάξης και των ιστορικών της πεπρωμένων. Η μεγάλη δυσκολία να κατακτηθεί αυτή η πολύ συγκεκριμένη ενότητα θεωρίας και πράξης στα πλαίσια της ταξικής πάλης, έσπρωξε πολλά μαρξιστικά κόμματα – από την εποχή της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και μετά στην περίοδο του κομμουνιστικού κινήματος – να δημιουργήσουν για δική τους προσωπική χρήση μια εικονική εργατική τάξη και μια εικονική ταξική πάλη, όπου αρκούσε το αίσθημα της κατάφωρης αδικίας, η γενική διάθεση για κοινωνική διαμαρτυρία, όπως και η ηρωική αποθέωση των αμέτρητων «αγώνων και θυσιών». Μόνο που οι εικονικές πραγματικότητες, τόσο στην πολιτική, όσο και στην κοινωνία, συνοδεύονται αναγκαστικά από την ιδεολογικο-πολιτική και ηθική απαξίωση όσων αιχμαλωτίζονται απ' αυτές.

Ο Πιοτρ Λαβρόφ απέδιδε πολύ εύστοχα το κλίμα γενικευμένης κατάπτωσης, που κυριαρχούσε ανέκαθεν σε κάθε «οργάνωση της κοινωνικής επανάστασης» η οποία επενδύει στο συναίσθημα, στη γενική διαμαρτυρία, στη μεταφυσική αποθέωση του κόμματος, των ιδανικών και των συνθημάτων του, ενώ κατανοεί τον πολιτικό της ρόλο ως «υποκινητή» της μαζικής δράσης. Κάθε τέτοια οργάνωση, τόνιζε ο Λαβρόφ, πάσχει από ένα βαθύ και ανυπέρβλητο εσωτερικό διχασμό, ανάμεσα σε μια επιτήδεια ηγεσία, ικανή για οτιδήποτε στο όνομα ενός μεταφυσικού «κομματικού συμφέροντος» και μια αποχαυνωμένη βάση οπαδών. Η επιτηδειότητα των ηγετών εκφράζεται πάντα με την προσπάθεια να αξιοποιήσουν «τη χολή των υποστηρικτών της νέας κοινωνικής τάξης ενάντια στις αδικίες της παλιάς κοινωνίας, υιοθετώντας την αρχή ότι, στον πόλεμο, κάθε μέσο είναι επιτρεπτό. Ανάμεσα σ' αυτά τα επιτρεπτά μέσα συμπεριλαμβάνουν την εξαπάτηση των συντρόφων τους, την εξαπάτηση του λαού που, παρόλα αυτά, υποστηρίζουν ότι υπηρετούν. Ήταν έτοιμοι να πουν ψέματα σε όλους και στον καθένα ξεχωριστά με μόνο σκοπό να οργανώσουν ένα επαρκώς ισχυρό κόμμα, λες και ένα ισχυρό κόμμα της κοινωνικής επανάστασης μπορεί να συγκροτηθεί χωρίς την ειλικρινή αλληλεγγύη των μελών του!… Ήταν έτοιμοι να εκμεταλλευτούν τους φίλους και συντρόφους τους, να τους μετατρέψουν σε υποχείρια στα σχέδιά τους. Ήταν έτοιμοι να υπερασπιστούν στα λόγια την πιο πλήρη ανεξαρτησία και αυτονομία προσώπων και τάξεων, την ίδια στιγμή που οργανώνουν την πιο ξεδιάντροπη δικτατορία και εκπαιδεύουν τους οπαδούς τους να συμπεριφέρονται υποταχτικά, σαν πρόβατα δίχως σκέψη, λες και η κοινωνική επανάσταση μπορεί να διεξαχθεί από μια ενότητα εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων, από μια ομάδα ανθρώπων των οποίων η πράξη είναι σε κάθε στιγμή ένα χαστούκι στο πρόσωπο όλων αυτών που στα λόγια διακηρύχνουν!»[27]. Ο Μαρξ ένιωθε τέτοια απέχθεια για όσες «επαναστατικές οργανώσεις» θεμελίωναν τη δράση τους, τόσο προς τα μέσα, όσο και προς τα έξω, στην αποθέωση του συνωμοτισμού, που θεωρούσε ότι η μόνη δυνατή συνεισφορά τους είναι η αναβίωση της «ιδεολογίας του μαφιόζου» στο εσωτερικό της επανάστασης. Ο Ένγκελς με τη σειρά του συμπλήρωνε ότι η εξύμνηση του συνωμοτισμού και των συνεπειών του «λειτουργεί μονάχα ως μανδύας για να κρύψει την πιο εξόφθαλμη επαναστατική ανικανότητα απέναντι στις κυβερνήσεις, αλλά και τη φιλόδοξη συμπεριφορά κλίκας στο εσωτερικό του επαναστατικού κόμματος.»[28]

Αρκετά χρόνια αργότερα ο Μπουχάριν θέλοντας να απαντήσει στο «μανιφέστο» του πάπα Πίου (Rigasche Rundschau, No 3, 10/2/1930) εναντίον του μπολσεβικισμού, αναφέρεται με ιδιαίτερα εύστοχο τρόπο στους θεωρητικούς των θρησκευτικών ταγμάτων: «Αυτοί οι θεωρητικοί ανέβασαν την ιδεολογία της εκπόρνευσης και της υποταγής δίχως αναστολές, στο ύψος της ανώτατης αρχής. Οικοδόμησαν μια οργάνωση των οποίων τα μέλη θεωρούσαν ως μέγιστη αρετή και ηθικό τους καθήκον την άρνηση των δικών τους αρχών. Έχει ορθά ειπωθεί ότι δεν υπάρχει καμμιά αθλιότητα στον κόσμο για την οποία να μη μπορεί να βρεθεί κάποια ιδεολογική δικαίωση. Ο ηγεμόνας των ιησουϊτών, ο Λογιόλα, ανέπτυξε μια ολόκληρη θεωρία υποταγής, μιας «πτωματώδους πειθαρχίας», όπου το κάθε μέλος του τάγματος θα έπρεπε να υπακούει τον ανώτερό του «όπως ένα πτώμα που μπορεί να γυρίσει προς όλες τις κατευθύνσεις», όπως ένα ραβδί που ακολουθεί κάθε κίνηση, όπως μία μπάλα από κερί που μπορεί να πλαστεί και να εκταθεί προς κάθε κατεύθυνση… Αυτό το πτώμα χαρακτηρίζεται από τρεις βαθμούς τελειότητας: υποταγή της πράξης, υποταγή της θέλησης, υποταγή της σκέψης. Όταν ο τελευταίος βαθμός έχει κατακτηθεί, όταν ο άνθρωπος υποκαθιστά τη νοημοσύνη με την τέλεια υποταγή, απαρνούμενος όλες τις πεποιθήσεις του, τότε έχεις έναν εκατό τα εκατό Ιησουίτη… Δεν πρέπει να αναρωτιέται κανείς γιατί κάτω από την κυριαρχία μιας τέτοιας «εκπόρνευσης αρχών» η εξαπάτηση, η παραπλάνηση, η κοροϊδία, η χρήση του στιλέτου, το δηλητήριο, η δολιότητα, το εκλεπτυσμένο σύστημα ψεύδους που αποκαλείται σοφιστική, τα σαδιστικά βασανιστήρια στις ακροάσεις, η διπλοπροσωπία – όλα αυτά και άλλα πολλά ανθοφόρησαν με τέτοια αφθονία στους αμπελώνες του Κυρίου. Αυτή την πνευματική πορνεία, αυτή την ιδεολογία των δόλιων καστράτων και των ομοφυλόφιλων, αυτή τη βρωμιά, εσείς, Άγιε Πίο, αποκαλείται "πολιτισμό";»[29]

Δεν γνωρίζουμε αν ο Μπουχάριν, όταν ορθά απέδιδε με τόσο μελανά χρώματα την εσωτερική λογική των θρησκευτικών ταγμάτων, είχε στο νου του και το ανερχόμενο καθεστώτος ιησουίτικης πειθαρχίας μέσα στο ίδιο το ΚΚΣΕ την εποχή αυτή. Το σίγουρο είναι ότι καμμιά οργάνωση τύπου «θρησκευτικού τάγματος», κανενός είδους κόμμα δεν μπορεί να αποφύγει τον ίδιο απόλυτο εκφυλισμό, την ίδια πρόστυχη κατάληξη, ότι κι αν επικαλείται, όσο «αγνά» κι αν είναι τα αρχικά της κίνητρα, οιονδήποτε «ανώτερο σκοπό» κι αν υπηρετεί, όποιο χρώμα κι αν έχουν τα λάβαρά της.

Όταν ο Ένγκελς κλήθηκε το 1884 να γράψει τις αναμνήσεις του σχετικά με την Νέα Εφημερίδα του Ρήνου, την εφημερίδα που ίδρυσαν μαζί με τον Μαρξ και έπαιξε κορυφαίο ρόλο στο δημοκρατικό κίνημα που είχε ξεσπάσει τότε, ανάμεσα στα άλλα σημείωνε:

«Η γερμανική αστική τάξη, η οποία είχε μόλις αρχίσει να δημιουργεί την μεγάλης κλίμακας βιομηχανία της, δεν είχε ούτε τη δύναμη ούτε το θάρρος να κερδίσει για τον εαυτό της άνευ όρων κυριαρχία στο κράτος, ούτε υπήρχε επιτακτική ανάγκη για να το πράξει. Το προλεταριάτο, υπανάπτυκτο σε ίσο βαθμό, έχοντας μεγαλώσει σε πλήρη πνευματική υποδούλωση, όντας ανοργάνωτο και χωρίς καν να είναι σε θέση για ανεξάρτητη οργάνωση, κατείχε μόνο μια αόριστη αίσθηση της βαθιάς σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ του ιδίου και της αστικής τάξης. Συνεπώς, αν και στην πραγματικότητα θανάσιμος εχθρός της τελευταίας, παρέμεινε, από την άλλη πλευρά, η πολιτική της απόφυση. Τρομαγμένη όχι από ό, τι το γερμανικό προλεταριάτο ήταν, αλλά από ό, τι απειλεί να γίνει και από το τι ήταν ήδη το γαλλικό προλεταριάτο, η αστική τάξη είδε ως μόνη σωτηρία της κάποιο συμβιβασμό, ακόμη και τον πιο δειλό, με τη μοναρχία και τους ευγενείς. Καθώς το προλεταριάτο αγνοούσε ακόμη τον δικό του ιστορικό ρόλο, το μεγαλύτερο μέρος του είχε, στην αρχή, να αναλάβει το ρόλο του μοχλού πίεσης προς τα εμπρός, δηλαδή την ακραία αριστερή πτέρυγα της αστικής τάξης. Οι Γερμανοί εργάτες έπρεπε πάνω απ 'όλα για να κερδίσουν αυτά τα δικαιώματα τα οποία ήταν απαραίτητα για την ανεξάρτητη οργάνωσή τους ως ένα ταξικό κόμμα: την ελευθερία του Τύπου, του συνεταιρίζεσθαι και του συνέρχεσθαι – δικαιώματα τα οποία η αστική τάξη, προς το συμφέρον της δικής της εξουσίας θα έπρεπε να είχε αγωνιστεί, αλλά που η ίδια με το φόβο της άρχισε τώρα να αμφισβητεί όταν αφορούσαν στους εργαζομένους. Τα μερικές εκατοντάδες διάσπαρτα μέλη της Ένωσης [των Κομμουνιστών] εξαφανίστηκαν μέσα στην τεράστια μάζα που ξαφνικά πέταξαν είχαν έρθει στο κίνημα. Έτσι, το γερμανικό προλεταριάτο εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην πολιτική σκηνή ως ένα ακραίο δημοκρατικό κόμμα. Με αυτόν τον τρόπο, όταν ιδρύσαμε μια μεγάλη εφημερίδα στη Γερμανία, το λάβαρό μας καθορίστηκε αυτονόητα. Δεν θα μπορούσε να είναι τίποτε άλλο παρά μόνο εκείνο της δημοκρατίας, αλλά μιας δημοκρατίας η οποία τονίζεται παντού σε κάθε σημείο ο ειδικός προλεταριακός χαρακτήρας τον οποίο δεν θα μπορούσε να εγγράψει ακόμα μια για πάντα στο λάβαρό της. Αν δεν θέλαμε να το κάνουμε, αν δεν θέλαμε να αναλάβουμε το κίνημα, να μείνουμε σ' αυτό που ήδη υπάρχει, στην πιο προηγμένη, πραγματικά προλεταριακή πλευρά και να το προχωρήσουμε περαιτέρω, τότε δεν έμενε τίποτα άλλο να κάνουμε, εκτός από το να κηρύττουμε τον κομμουνισμό σε ένα μικρό επαρχιακό φύλλο και να ιδρύσουμε μια μικρή αίρεση αντί για ένα μεγάλο κόμμα της δράσης. Αλλά είχαμε ήδη καλομάθει για παίξουμε τον ρόλο του ιεροκήρυκα στην έρημο. Είχαμε μελετήσει τους ουτοπιστές πάρα πολύ καλά και ούτε είχαμε συντάξει το πρόγραμμά μας για τον σκοπό αυτό[30]

Κομμουνιστής κατά τον Ένγκελς δεν είναι εκείνος που προτιμά να στήνει σέχτες, ή αιρέσεις ομοϊδεατών, οι οποίοι ικανοποιούνται με την ιδεολογική καθαρότητα του προγράμματός τους, ή των θεωρητικών τους αναζητήσεων. Αυτές οι λογικές ανήκουν μόνο σ' εκείνους που προτιμούν να κάνουν κηρύγματα στην έρημο, που νιώθουν ασφάλεια στην κλειστή ομάδα των «δικών τους» μακριά από τις δοκιμασίες της αληθινής ζωής του κινήματος. Κομμουνιστής είναι αυτός που λειτουργεί καταλυτικά στον ήδη υπάρχων, στο υφιστάμενο κίνημα της μάζας, του λαού, των εργαζομένων στη βάση των πιο άμεσων καθηκόντων και αιτημάτων που η ίδια η κατάσταση των λαϊκών και εργαζόμενων στρωμάτων αναδεικνύει αντικειμενικά. Όπως για τον Ένγκελς και τον Μαρξ την εποχή εκείνη ήταν αυτονόητο ότι θα λειτουργούσαν μέσα στο δημοκρατικό κίνημα και ότι η δημοκρατία στην ανώτερή της μορφή, που εξασφαλίζει πλήρως τα δικαιώματα του εργαζόμενου λαού και την κυριαρχία του, θα αποτελούσε το άμεσο πρόγραμμά τους, έτσι και σήμερα.

Για τους κομμουνιστές που αντλούν την συγκρότησή τους και την ιδεολογία τους από τους κλασικούς του επιστημονικού σοσιαλισμού, δεν θα μπορούσαν παρά να παλεύουν για ένα αληθινά παλλαϊκό κίνημα στην βάση ενός πατριωτισμού που διεκδικεί την χώρα, την Ελλάδα για τον λαό της. Και παλλαϊκό κίνημα, για να θυμηθούμε τον Λένιν, «δεν πρέπει να εννοούμε καθόλου ένα κίνημα που – στις συνθήκες της αστικοδημοκρατικής επανάστασης – θα είναι αλληλέγγυα μ' αυτό ολόκληρη η αστική τάξη, ή έστω και η φιλελεύθερη αστική τάξη. Έτσι βλέπουν το ζήτημα μόνο οι οπορτουνιστές. Όχι. Παλλαϊκό είναι το κίνημα που εκφράζει τις αντικειμενικές ανάγκες όλης της χώρας και κατευθύνει όλα τα σκληρά χτυπήματά του ενάντια στις κεντρικές δυνάμεις του εχθρού, ο οποίος εμποδίζει την ανάπτυξη της χώρας. Παλλαϊκό, είναι το κίνημα που το υποστηρίζει η συμπάθεια της τεράστιας πλειοψηφίας του πληθυσμού[31]

Όπως την εποχή του ΕΑΜ δεν μπορούσε να νοηθεί, ούτε μπορούσε να υπάρχει κομμουνιστής έξω από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, έτσι και σήμερα δεν μπορεί να νοηθεί, ή να υπάρξει κομμουνιστής έξω από την προσπάθεια να ενωθεί ο λαός και να οργανωθεί για το κορυφαίο εθνικό του καθήκον, την κατάκτηση της εξουσίας από τον ίδιο τον λαό με όρους εθνικής ανεξαρτησίας, αυτοδιάθεσης και κυριαρχίας. Όπως την εποχή που αναφέρει ο Ένγκελς, ο κομμουνιστής έπρεπε να αποδείξει την χρησιμότητά του στο πραγματικό προλεταριάτο κι όχι σ' αυτό που είχε στο κεφάλι του, μέσα από την συνεισφορά του στον αγώνα για την δημοκρατία, αποδεικνύοντας δηλαδή πόσο βαθιά δημοκράτης είναι για τον εαυτό του, το κίνημα και την κοινωνία, έτσι και σήμερα. Ο κομμουνιστής σήμερα πρέπει να αποδείξει στον ίδιο τον λαό ότι είναι ο πιο δημοκράτης απ' όλους και ο πιο πατριώτης απ' όλους παλεύοντας χωρίς ανταλλάγματα, ή προϋποθέσεις για την εθνική και δημοκρατική αναγέννηση του λαού και της χώρας από την τυραννία και το σημερινό καθεστώς κατοχής.

Γι' αυτό είναι κομμουνιστής, για να είναι άμεσα και πρακτικά χρήσιμος στον λαό του όταν αυτός ο τελευταίος τον έχει ανάγκη. Και τότε ο κομμουνιστής οφείλει να ανταποκριθεί χωρίς κανένα ενδοιασμό, χωρίς να βάζει το δικό του συμφέρον, ή την δική του ιδεολογική καθαρότητα πάνω από τις ανάγκες και τις πεποιθήσεις του ίδιου του λαού. Σ' αυτό ακριβώς διαφέρει ο κομμουνιστής από οποιονδήποτε άλλο αγωνιστή. Είναι ταγμένος αδιαφιλονίκητα στην υπηρεσία του λαού του με τον πιο άδολο και ανυπόκριτο τρόπο χωρίς να προσδοκά σε κανενός είδους ανταμοιβή. Απ' εκεί πηγάζει το αίσθημα αυτοθυσίας που τον διακρίνει και όχι από μια θεολογική προσήλωση σε ιδεολογίες και θέσφατα της θεωρίας.

Ο κομμουνιστής, καθώς οι πεποιθήσεις του βασίζονται σε μια βαθιά γνώση της ιστορικής εξέλιξης, γνωρίζει πολύ καλά ότι η κοινωνία δεν εκβιάζεται, ούτε θέτει στόχους που δεν είναι έτοιμη αντικειμενικά και υποκειμενικά να τους κατακτήσει. Κι επομένως δεν έχει κανένα άγχος να προσηλυτίσει κανέναν στην ιδεολογία του. Δεν είναι ιεροκήκυρας, ούτε ιησουίτης. Δεν νοιάζεται για οπαδούς, ούτε για πιστούς. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να βγει μπροστά ο λαός, οι εργαζόμενοι, οι καταπιεσμένοι. Όχι με τους δικούς του ιδιοτελείς όρους ιδεολογίας και πολιτικής, αλλά με τους όρους που κατανοεί και επιλέγει ο ίδιος ο λαός. 

Ο αληθινός κομμουνιστής σήμερα – τουλάχιστον εκείνος με την έννοια που του έδιναν οι ιδρυτές του επιστημονικού κομμουνισμού – δεν θα τον βρεις στα διάφορα κομματικά σουαρέ της αριστεράς. Δεν πρόκειται να τον βρεις μέσα στις γραμμές του ΚΚΕ να αποδέχεται την δική του προσωπική ταπείνωση και την μετατροπή του σε κοινό χούλιγκαν, υπό την δικτατορία της πιο ανάξιας και ύποπτης ηγεσίας που έχει υπάρξει σ' ολόκληρη την ιστορία αυτού του κόμματος. Δεν πρόκειται να τον βρεις σε ομάδες και ομίλους θεωρητικής ενόρασης. Ο κομμουνιστής, ο αληθινός κομμουνιστής γνωρίζει πολύ καλά πώς η θεωρία που θεμελιώνεται στην επιστήμη γεννιέται μέσα από την ταξική πάλη, μέσα από την άμεση εμπλοκή σ' αυτήν. Δεν υπάρχει θεωρία που να υπηρετεί την επιστήμη της ταξικής πάλης, η οποία μπορεί να γεννηθεί στα θεωρία ή στις κερκίδες από απλούς θεατές των εξελίξεων.

Τον αληθινό κομμουνιστή σήμερα θα τον βρεις μέσα στην καρδιά της μάχης, στον αγώνα των κινημάτων αυτοοργάνωσης του λαού και προπαντός μέσα στα μέτωπα λαϊκής και εθνικής ενότητας – όπως είναι σήμερα μόνο το ΕΠΑΜ – στην ίδια την πάλη για την δημοκρατία. Ο αληθινός κομμουνιστής δεν είναι ιεροκήρυκας, ούτε ιερομάντης για να τον νοιάζει ο προσηλυτισμός στο δικό του δόγμα. Παλεύει για να υπάρξει αληθινή δημοκρατία όπου ο λαός να εκφράζεται και να δρα απολύτως ελεύθερα. Παλεύει για την ελευθερία του ίδιου του λαού να καθορίζει ο ίδιος τις τύχες του και όχι κάποιος «πατερούλης» στο όνομά του. Κι αν δεν αποδείξει στα μάτια του ίδιου του λαού, στην ίδια την πράξη – ακόμη και με την ζωή του αν χρειαστεί – ότι είναι ο πιο συνεπής δημοκράτης που μπορεί να υπάρξει και στην ώρα του εθνικού κινδύνου είναι ο πιο συνεπής και αδάμαστος πατριώτης με την πιο μεστή λαϊκή έννοια που υπάρχει, τότε οφείλει να χαθεί μια για πάντα από το ιστορικό προσκήνιο. Να ποιος είναι ο αληθινός κομμουνιστής σήμερα.

Μόνο έτσι μπορεί να ξαναποκτήσει αληθινό νόημα, όχι για μια δράκα μυημένων επιπέδου μασονικής στοάς, αλλά μέσα στον ίδιο τον λαό ευρύτερα και πιο ειδικά στους εργαζόμενους, ή τόσο κατασυκοφαντημένη και απαξιωμένη ιστορική έννοια του κόμματος της εργατικής τάξης. Όλοι οι άλλοι που αυτολανσάρονται ως καθαρόαιμοι κομμουνιστές, ακόμη κι αν προσεύχονται στον Μαρξ ή στον Λένιν, δεν ανήκουν παρά στην θεολογική παράδοση του κομμουνισμού που όταν επιβλήθηκε στην κοινωνία δυστυχώς γέννησε τέρατα.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ριζοσπάστης, Τρίτη 2 Απρίλη 2013.

[2] Αναφέρεται στο F. Funck-Brentano, Luther, London: J. Cape, Ltd., 1939, σ. 246.

 [3] Αναφέρεται στο Pirke Aboth, The Sayings of the Jewish Fathers, New York: Random House, 1938, σ. 18.[4] The Philosophical Works of David Hume, in four volumes, vol. III, Edinburgh: A. Black & W. Tait, 1826, σ. 302.

[5] Henri Bergson, The Two Sources of Morality and Religion, London: Macmillan & Co, 1935, σ. 193.

[6] F. M. Warren, Selections from Pascal, Boston: D. C. Heath & Co., 1906, σ. 44.

[7] Το απόσπασμα αυτό αναφέρεται στην τοποθέτηση του Μπουχάριν στο 6ο συνέδριο της ΚΔ και περιλαμβάνεται στα Στενογραφημένα πρακτικά του VI συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, τόμος Ι, Μόσχα-Λένινγκραντ: Κρατικό Εκδοτικό, 1929, σελ. 614.

[8] Β. Ι. Λένιν, Συζήτηση. Άπαντα, τ. 23, σελ. 54.

[9] Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, σ. 29.

[10] Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, σ. 15.

 11] Καρλ Μαρξ, Ο Κομμουνισμός και η Augsburg Allgemeine Zeitung. K. Marx & F. Engels, Collected Works, vol. 1. New York: Progress Publishers, 1975, σ. 220-221.

[12] Karl Rosenkranz, Über den Begriff derpolitischen Partei, Theodor Theile, 1843, σ. 13.

[13] Κ. Μαρξ & Φ. Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, τ. πρώτος, Αθήνα: Gutenberg, χ. χ., σ. 81-82.

[14] Κ. Μαρξ, Μισθός, Τιμή, Κέρδος, Αθήνα: Θεμέλιο, 1978, σ. 101-102.

[15] Κ. Μαρξ, "Γράμματα από τα Γερμανο-Γαλλικά Χρονικά". K. Marx & F. Engels, Collected Works, v. 3, Moscow: Progress Publishers, 1975, σ. 144.

[16] K. Marx, Selected Writings (ed. by L. H. Simon), New York: Hackett Publishing, 1994, σ. 124.

[17] Κ. Μαρξ & Φ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Αθήνα: ΣΕ, 1980, σ. 36

[18] Ό. π., σ. 36-37.

[20] The Two Books of Francis Bacon of the Proficience and Advancement of Learning, Divine and Human, London: J. W. Parker & Son, 1852, σ. 195.

[21] Καρλ Μαρξ, Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου, Αθήνα: Παπαζήσης, 1978, σ. 85.

[22] Στο ίδιο

[23] K. Μάρξ, "Γράμματα στα Γερμανο-Γαλλικά Χρονικά". K. Marx & F. Engels, Collected Works, v. 3, Moscow: Progress Publishers, 1975, σ. 142.

γγγ

[24] Κ. Μαρξ: Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου, Αθήνα, Παπαζήσης, 1978, σ. 85.


[25] Επιστολή του Φρ. Ένγκελς στη Λάουρα Λαφάργκ, 4/5/1891. K. Marx & Fr. Engels, Collected Works, vol. 49 (1890-1892) (London: Lawrence & Wishart, 2001), σελ. 186.

[26] Στο ίδιο.

[27] Αναφέρεται από τον Φρ. Ένγκελς, Εμιγκρέδικη Φιλολογία. K. Marx & F. Engels: Collected Works, vol. 24, (1874 -1883). Moscow: Progress Publishers, 1989, σ. 27

[28] ο. π., σελ. 37

[29] N. Bukharin, Finance Capital in Papal Robes, New York: Friends of the Soviet Union, 1930, σ. 10-11.

[30] Fr. Engels, «Marx and the Neue Rheinische Zeitung (1848-49)», MECW, V. 26, σ. 120.

[31] Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τ. 22, σ. 294-95.

ΠΗΓΗ: 8-4-2013, http://dimitriskazakis.blogspot.gr/2013/04/blog-post_8.html

Τι κάνουμε τώρα; (3) – Γιατί οικονομική αυτοδυναμία

Τι κάνουμε τώρα; (3) – Γιατί οικονομική αυτοδυναμία

 

Του Τάκη Φωτόπουλου*

 

Συνέχεια από το προηγούμενο: Τι κάνουμε; 2 Η ανάγκη για παλλαϊκό Μέτωπο

Ενώ το μαζικό ξεπούλημα εντείνεται, σήμερα με τα νησιά μας και τη δημόσια περιουσία, αύριο με τις Τράπεζες, σε λίγο με τα όποια ενεργειακά αποθέματα βρεθούν, και ενώ η φτωχοποίηση της μεγάλης πλειοψηφίας συνεχίζεται, το κρίσιμο ερώτημα είναι: ποιος πρέπει να είναι ο στόχος μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής που όχι μόνο θα μας βγάλει από τη σημερινή καταστροφή αλλά και θα βάλει τις βάσεις για να μην ξαναφτάσουμε ποτέ στο ίδιο σημείο.

Είναι φανερό πια σε όλους, εκτός από αυτούς που έχουν επενδυμένα συμφέροντα για την παραμονή μας στην Ευρωζώνη, (δηλαδή οι οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές ελίτ, καθώς και τα αλληλοεξαρτώμενα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα), είτε ανήκουν στη Δεξιά είτε στην "Αριστερά", ότι η εξακολούθηση της παραμονής μας στο Ευρώ είναι καταστροφική. Και αυτό, γιατί σε χώρες μικρές και μη ανταγωνιστικές σε σχέση με τα μητροπολιτικά κέντρα, όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, η έλλειψη νομίσματος ουσιαστικά τις στερεί από κάθε ίχνος οικονομικής και επομένως εθνικής κυριαρχίας. Και αυτό δεν είναι μόνο θέμα μνημονίου αφού η προβλεπόμενη μετεξέλιξη της Ευρωζώνης σε «Τραπεζική Ένωση» θα θεσμοποιήσει την έλλειψη οικονομικής κυριαρχίας, ιδιαίτερα για τις περιφερειακές χώρες που βρίσκονται σε σχέση εξάρτησης με τα μητροπολιτικά κέντρα.

Εκείνο όμως που δεν είναι φανερό σε όλους είναι ότι η δήθεν εναλλακτική λύση που προτείνεται για την έξοδο από την καταστροφή, η απλή έξοδος από την Ευρωζώνη, εάν δεν συνοδεύεται από παράλληλη μονομερή έξοδο από την ΕΕ (χωρίς τους δικολαβισμούς που χρησιμοποιεί η αριστερο-δεξιά  για να συγκαλύψει την απροθυμία της εξόδου από την ΕΕ), θα είναι εξίσου καταστροφική με τη σημερινή κατάσταση. Και αυτό για δύο λόγους. Πρώτον, διότι η αιτία της καταστροφής δεν είναι απλά το Χρέος και τα Μνημόνια, όπως υποστηρίζουν οι απατεώνες της Δεξιάς και της "Αριστεράς", αφού αυτά είναι απλές συνέπειες της υπάρχουσας παραγωγικής και καταναλωτικής δομής της χώρας, και αν αύριο μας χάριζαν όλο το Χρέος σε λίγα χρόνια θα είχαμε πάλι παρόμοια κρίση! Δεύτερον, διότι για να έχουν οποιαδήποτε πρακτική σημασία τα μέτρα που θα ληφθούν εκτός Ευρωζώνης, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η κατάργηση των "4 ελευθεριών" που επιβάλλει όχι απλά η Ευρωζώνη, αλλά η ίδια η ΕΕ. Δηλαδή, απαιτείται:

– η κατάργηση του ανοίγματος και της απελευθέρωσης της αγοράς  κεφαλαίων και η καθιέρωση μονίμων κοινωνικών ελέγχων στη κίνηση κεφαλαίου, ώστε να μην κινδυνεύει κάθε στιγμή το νόμισμά μας από τους κερδοσκόπους  ή ο κοινωνικός μας πλούτος από τους  ληστο-επενδυτές που, με υποτιμημένο εθνικό νόμισμα, θα μπορούν  να τον αγοράζουν ακόμη φθηνότερα από τώρα

– η κατάργηση του ανοίγματος και της απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας, ώστε να καταργηθεί ο εργασιακός Μεσαίωνας που επέβαλαν τα Μνημόνια με στόχο την Κινεζοποίηση της εργασίας. Όμως αυστηροί κοινωνικοί έλεγχοι στην εργασία είναι αδύνατοι μέσα στην ΕΕ, παρά τους μύθους των υποστηρικτών της απλής εξόδου από το Ευρώ.

– η κατάργηση του ανοίγματος και  της απελευθέρωσης των αγορών εμπορευμάτων, ώστε να μην πλημμυρίζουν οι αγορές μας με ξένα προϊόντα που οδήγησαν στη καταστροφική διαστρέβλωση της παραγωγικής και της καταναλωτικής δομής μας. Όμως, κοινωνικοί έλεγχοι για την προστασία της παραγωγής μας απαγορεύονται μέσα στην Ενιαία αγορά της ΕΕ.

– η κατάργηση του ανοίγματος και της απελευθέρωσης των αγορών υπηρεσιών, ώστε να μην καταλάβουν ξένες πολυεθνικές και τον μοναδικό παραγωγικό τομέα που μας απέμεινε: τον τομέα των υπηρεσιών.

Τότε, όμως, οι δήθεν διεθνιστές της "αριστεράς'' ερωτούν: θα γυρίσουμε σε μια Ευρώπη των εθνικών περιχαρακώσεων και ανταγωνισμών του παρελθόντος; Αλλά το ερώτημα αυτό είναι εντελώς απατηλό γιατί προϋποθέτει ότι υπάρχει εναλλακτική «καλή» παγκοσμιοποίηση από τη σημερινή νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, την οποία δήθεν επέβαλλαν κάποιοι κακοί πολιτικοί (Θάτσερ, Ρίγκαν, Μέρκελ κ.λπ.) και εξίσου κακοί Τραπεζίτες, με τη βοήθεια ενός Ευρώ δομημένου για να ευνοεί τους κακούς Γερμανούς. Εντούτοις, αυτό αποτελεί ένα καθαρό αποπροσανατολιστικό παραμύθι μιας ‘‘αριστεράς" που εξαπατά και προσποιείται ότι δεν βλέπει ότι δεν είναι μόνο οι κακοί νεοφιλελεύθεροι που επέβαλαν δήθεν τις πολιτικές αυτές, αλλά και οι καλοί σοσιαλιστές τύπου Μιτεράν, Μπλερ, Ολλάντ, για να μην εκπαραθυρωθούν από τις αγορές!  Και αυτό, γιατί καμιά κυβέρνηση, στην εποχή της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, όπου μερικές εκατοντάδες πολυεθνικές ελέγχουν την παγκόσμια παραγωγή και το παγκόσμιο εμπόριο, δεν μπορεί να εφαρμόσει άλλες πολιτικές από τις νεοφιλελεύθερες, όσο οι αγορές είναι ανοικτές και απελευθερωμένες.

Το συμπέρασμα είναι ότι μόνο εάν η έξοδος από την ΕΕ συμπληρώνεται από μια στρατηγική οικονομικής αυτοδυναμίας έχει νόημα. Ο διεθνισμός του αύριο μόνο σε αυτοδύναμες οικονομίες μπορεί να θεμελιωθεί, δηλαδή σε οικονομίες που θα στηρίζονται πρωταρχικά στους δικούς τους πόρους, ανθρώπινους και φυσικούς, και στην ικανότητα αυτόνομου καθορισμού των στόχων και λήψης των συλλογικών αποφάσεων, σε μια διεθνοποιημένη οικονομία των λαών και όχι των αγορών.

* http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/

ΠΗΓΗ: Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία – 14 Απριλίου 2013. Το είδα: 14-4-2013, http://www.periektikidimokratia.org/fotopoulos/grE/04_14/ti-kanoume-3-aftodinamia

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΑΤΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΑΤΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ:

Οι ευρωπαϊκές τράπεζες κερδοσκοπούσαν εις βάρος των κυπριακών, με χρήματα που δανείζονταν με μηδενικό επιτόκιο από την ΕΚΤ – όταν το βρώμικο παιχνίδι τους έμοιαζε να τελειώνει, εξασφάλισαν τον απαραίτητο χρόνο για να μην ζημιώσουν, με τη βοήθεια της ΕΚΤ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

"Ο εν ψυχρώ βιασμός και η εκ προμελέτης δολοφονία της Κύπρου, δεν θα ήταν δυνατόν να συμβούν, εάν δεν υπήρχαν «Εφιάλτες» εντός των τειχών της. Η επιμονή των πολιτών της όμως να συνεχίσουν να μένουν στο ίδιο σπίτι με τους βιαστές και δολοφόνους τους, είναι σίγουρα μαζοχιστική – αφού είναι πολύ πιθανόν ότι θα συνεχίσουν να βιάζονται, καθώς επίσης να δολοφονούνται, για πολλά από τα επόμενα χρόνια".

Άρθρο

Αρκετοί αναρωτιούνται σχετικά με το μέλλον της Ευρωζώνης, διαισθανόμενοι προφανώς ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά – επί πλέον στα λάθη και στις παραλείψεις, οι οποίες έχουν δυστυχώς διαπιστωθεί κατά καιρούς.

Εν τούτοις, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό το να δημιουργείται κάποιο πρόβλημα από ένα λάθος, σε σχέση με το να είναι σκόπιμο – πόσο μάλλον όταν πρόκειται για μία πολύ μεγάλη απάτη, όπως διαπιστώνεται στην περίπτωση της Κύπρου (σύμφωνα με τα ξένα ΜΜΕ). Ειδικότερα τα εξής:

Τόσο πριν, όσο και μετά τη διαγραφή χρέους της Ελλάδας (PSI), η κυπριακή κυβέρνηση τόνιζε συνεχώς ότι, η συγκεκριμένη διαδικασία θα απειλούσε τις τράπεζες της χώρας της – ενώ τα προβλήματα του χρηματοπιστωτικού τομέα της Κύπρου ήταν σε πολλούς γνωστά (άρθρο μας).

Σε κάθε περίπτωση, το αργότερο στις αρχές του 2012, οι δύο μεγάλες κυπριακές τράπεζες (Λαϊκή, Τράπεζα Κύπρου), έπρεπε (α)  είτε να χρεοκοπήσουν (κατά το παράδειγμα της Ισλανδίας), (β)  είτε να διασωθούν, μέσω κάποιου πακέτου στήριξης – να αναδιαρθρωθούν, να ανακεφαλαιοποιηθούν ή να ληφθούν οποιαδήποτε άλλα ανάλογα μέτρα, αφού οι ζημίες στους ισολογισμούς τους υπολογίζονταν στα 11 δις € (ποσόν που αντιστοιχεί με το 60% περίπου του ΑΕΠ της χώρας). 

Εάν όμως συνέβαινε κάτι τέτοιο, εάν δηλαδή αντιδρούσε σωστά και έγκαιρα η Ευρωζώνη, τότε θα δημιουργούνταν μεγάλα προβλήματα σε άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της – επειδή στις αρχές του 2012 οι τράπεζες της Ευρωζώνης, κυρίως οι γερμανικές και οι γαλλικές, είχαν ακόμη καταθέσεις στις κυπριακές τράπεζες ύψους 20 δις € (παρά το ότι είχαν ήδη αποσύρει το 2011 μεγάλα ποσά – Διάγραμμα Ι).

 

 

 

Στο Διάγραμμα Ι, η μαύρη γραμμή αφορά τις τοποθετήσεις των γερμανικών και των γαλλικών τραπεζών στην Κύπρο, οι οποίες απέσυραν μαζικά τα χρήματα τους το 2011. Η κόκκινη γραμμή αφορά τις καταθέσεις των Κυπρίων – επιχειρήσεων και ιδιωτών. Τέλος, η κίτρινη αφορά τις καταθέσεις των Ρώσων, ενώ η πράσινη τις τοποθετήσεις τραπεζών εκτός Ευρωζώνης. Όπως φαίνεται καθαρά, μόνο η μαύρη γραμμή εμφάνισε απότομη μείωση των τοποθετήσεων – ενώ οι άλλες είτε παρέμειναν σταθερές, είτε αυξήθηκαν ελαφρά.

Συνεχίζοντας, η Ευρωζώνη θα έπρεπε ήδη το 2012 να συμφωνήσει είτε να διασώσει την Κύπρο (Bailout), είτε να αναδιαρθρώσει τις κυπριακές τράπεζες – επειδή το κυπριακό χρηματοπιστωτικό σύστημα ήταν ετοιμοθάνατο. Όμως, αυτό θα ζημίωνε τόσο τις γαλλικές, όσο και τις γερμανικές τράπεζες – οι οποίες θα υποχρεώνονταν να συμμετέχουν στην "δήμευση" των καταθέσεων.

Στα πλαίσια αυτά είναι φανερό πως η Τρόικα καθυστέρησε τη διάσωση της Κύπρου, το "Bailout" δηλαδή, έως ότου να γίνει υποχρεωτικά "Bail-in" – όπως αποκαλείται η συμμετοχή των μετόχων, των ομολογιούχων, καθώς επίσης των καταθετών, στη διάσωση των τραπεζών.

Στην Ελλάδα η διαδικασία διάσωσης ήταν πολύ πιο σύντομη, επειδή εδώ οι τράπεζες των δύο ηγετικών χωρών της Ευρωζώνης είχαν αποσυρθεί γρηγορότερα – αφού το 80% των δανείων, τα οποία δόθηκαν στην πατρίδα μας πριν από το PSI, οδηγήθηκε στις τράπεζες των έντιμων "εταίρων" μας.

Σε σύγκριση τώρα με το 2010, οι ευρωπαϊκές τράπεζες κατάφεραν να αποσύρουν συνολικά 50 δις € από την Κύπρο, πριν από τη "δήμευση" που αποφασίσθηκε – ένα ποσόν που χωρίς καμία αμφιβολία συνέβαλλε τα μέγιστα στην ασθένεια, καθώς επίσης στη μετέπειτα κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Κύπρου.

Ενδεχομένως δε, τα υπόλοιπα 10 δις € που έχουν ακόμη απομείνει στην Κύπρο να μην υποστούν διαγραφή – επειδή πιθανότατα είναι τοποθετημένα στις άλλες τράπεζες και όχι στην Κύπρου ή στη Λαϊκή (η άλλη απάτη).

Εκτός αυτού, δεν είναι όλες οι ευρωπαϊκές τράπεζες εξίσου δικτυωμένες με την Πολιτική – οπότε ίσως κάποιες δεν είχαν την απαιτούμενη εσωτερική πληροφόρηση, με τη βοήθεια της οποίας θα απέσυραν έγκαιρα τα χρήματα τους.

Η ΑΙΤΙΑ ΤΩΝ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Οι τράπεζες της Γαλλίας και της Γερμανίας, λόγω των χαμηλών επιτοκίων δανεισμού, δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν την απαιτούμενη κερδοφορία στις χώρες τους – μέσω της παροχής δανείων εκεί.

Εάν όμως τοποθετούσαν τα χρήματα τους στην Κύπρο, είτε σαν αποταμιεύσεις, είτε προθεσμιακά, με διάρκεια ενός έτους, μπορούσαν να επιτύχουν επιτόκια μεταξύ 2,8% και 4,9% – όταν το επιτόκιο στις χώρες τους ήταν μόλις 0,55% (Πίνακας Ι).    

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Επιτόκια καταθέσεων

Ποσοστό Επιτοκίου

Τύπος κατάθεσης και χώρα

 

 

0,55%

German Overnight Deposit

1,1%

Cyprus Overnight Deposit

2,8%

Cyprus Savings Deposit (1 year)

4,9%

Cyprus Time Deposit (1 year)

Πηγή: mdbriefing.com. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος     

Βέβαια, για να κερδίσουν περισσότερα, θα έπρεπε πραγματικά να αφήσουν τα χρήματα τους στην Κύπρο, όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι – έτσι ώστε να πάρουν τους τόκους και να μην έχουν ζημίες. Επομένως, δεν μπορεί παρά να υποθέσει κανείς ότι, δεν απέσυραν όλες τις τοποθετήσεις τους αμέσως, επειδή δεν ήθελαν να χάσουν τα κέρδη τους – οπότε έπρεπε να περιμένουν ένα χρόνο.

Φυσικά, δεν θα μπορούσαν οι γερμανικές και οι γαλλικές τράπεζες να διακινδυνεύσουν κάτι τέτοιο, εάν δεν είχαν τη βοήθεια της κεντρικής τράπεζας της Ευρωζώνης (ΕΚΤ) – οπότε του διοικητή της, της κυβέρνησης της Γερμανίας, καθώς επίσης της Γαλλίας.  

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Συμπερασματικά, η διάσωση της Κύπρου δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία "αηδιαστική" ιστορία εσωτερικής πληροφόρησης και απάτης.

Σε γενικές γραμμές δε, οι ευρωπαϊκές τράπεζες κερδοσκοπούσαν εις βάρος των κυπριακών, με χρήματα τα οποία δανείζονταν με μηδενικό επιτόκιο από την ΕΚΤ. Αργότερα, όταν το βρώμικο παιχνίδι τους έμοιαζε να τελειώνει, εξασφάλισαν το απαραίτητο χρόνο για να μην ζημιώσουν – με τη βοήθεια της ΕΚΤ.

Εάν αυτό δεν είναι διαφθορά και διαπλοκή της χειρίστης μορφής, μπροστά στις οποίες η πολιτική διαφθορά στην Ελλάδα και στην Κύπρο φαίνονται παιδαριώδεις, τότε τι είναι; Γιατί θα πρέπει να πληρώσουν οι απλοί πολίτες της Κύπρου (της Ελλάδας, της Ιρλανδίας κλπ.) το λογαριασμό της απίστευτης αυτής απάτης;

Από την άλλη πλευρά, είναι δυνατόν ποτέ να ακολουθήσει η τραπεζική, η πολιτική και η δημοσιονομική ένωση της Ευρωζώνης, χωρίς την οποία είναι καταδικασμένο το ευρώ, υπό αυτές τις προϋποθέσεις;

Τέλος, πως θα μπορούσαμε να έχουμε "εταίρους", οι οποίοι συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο, εξαπατώντας αφενός μεν τους δικούς τους πολίτες, αφετέρου όλους εμάς τους υπόλοιπους Ευρωπαίους;

ΥΓ: Είναι προφανές πως εάν θέλουμε να διατηρηθεί το ευρώ, η ειρήνη και η δημοκρατία στην ήπειρο μας, υπάρχει ένας και μοναδικός τρόπος: να φύγει η Γερμανία από τη Ευρωζώνη (εξοφλώντας μας φυσικά αυτά που μας οφείλει από χρόνια τώρα, τις πολεμικές επανορθώσεις, τις οποίες πάρα πολύ σωστά φαίνεται πως θα απαιτήσει επιτέλους η Ελληνική κυβέρνηση).  

Όπως αποδεικνύεται πλέον, είχαν δίκιο οι Βρετανοί όταν έλεγαν πως η απόφαση τους να μην συμμετέχουν στο κοινό νόμισμα βασιζόταν στο ότι, είναι αδύνατον να έχει μέλλον με τη Γερμανία «εταίρο».

Το απίστευτο μισθολογικό dumping που εφαρμόζει «μερκαντιλιστικά» η χώρα, έτσι ώστε να πετυχαίνει πλεονάσματα στο εμπορικό της ισοζύγιο, ζώντας εις βάρος όλων των άλλων κρατών και εντείνοντας τις «ευρωπαϊκές ασυμμετρίες», αποδεικνύεται ακόμη μία φορά από την επίσημη διαμαρτυρία του Βελγίου στην Κομισιόν.

Ειδικότερα, όταν ο υπουργός οικονομικών του Βελγίου επισκέπτεται τα σφαγεία στη χώρα του, ακούει πάντοτε τα ίδια παράπονα: εργάτες από την Α. Ευρώπη δουλεύουν 60 ώρες την εβδομάδα στα γερμανικά σφαγεία, αμειβόμενοι με 400-600 € μηνιαία – το χειρότερο δε είναι πως κάτι τέτοιο δεν είναι παράνομο, αφού δεν υπάρχει νομοθεσία περί κατώτατου μισθού στη Γερμανία. 

Οι επιχειρήσεις του Βελγίου (επίσης της Γαλλίας και της Ολλανδίας) κινδυνεύουν να χρεοκοπήσουν, επειδή δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τις γερμανικές. Για παράδειγμα, πάντοτε σύμφωνα με τον υπουργό, είναι φθηνότερο το να μεταφέρουν τα βελγικά μοσχάρια στη Γερμανία, να γίνει εκεί η επεξεργασία τους, να τα μεταφέρουν πίσω στο Βέλγιο και μετά να τα πουλήσουν.

Όπως υπολογίζεται, υπάρχουν 7,5 εκ. χαμηλά αμειβόμενοι στη Γερμανία, οι οποίοι εργάζονται για 3-4 € την ώρα, τις περισσότερες φορές ανασφάλιστοι – με αποτέλεσμα να κατηγορείται η χώρα από το Βέλγιο για αθέμιτο ανταγωνισμό.

Όσον αφορά τώρα τις υπόλοιπες «μεθοδεύσεις» της Γερμανίας, η συμπεριφορά των τραπεζών της στο θέμα της Κύπρου είναι χαρακτηριστική – δυστυχώς με τη συμμετοχή ορισμένων  γαλλικών τραπεζών.

Στα πλαίσια αυτά, οφείλουμε να προσέξουμε τις δικές μας τράπεζες, όσον αφορά την ανακεφαλαιοποίηση τους (γίνεται με δικά μας χρήματα, αφού ο προϋπολογισμός μας επιβαρύνεται με περίπου 50 δις €), έτσι ώστε να μην «αφελληνισθούν» – ειδικά ίσως την Εθνική, στην οποία είναι υποθηκευμένη η μισή Ελλάδα (τρόπος του λέγειν).


Σημείωση: Πρωινή ραδιοφωνική συνομιλία στην «Νέα Κρήτη», με θέμα την ανακεφαλαιοποίηση των Ελληνικών τραπεζών, τη Δευτέρα 08.04.2013, όταν οι μετοχές πολλών τραπεζών κατέρρεαν (-30%). Πατήστε εδώ.

 

* Βασίλης Βιλιάρδος, Αθήνα, 09. Απριλίου 2013, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2860.aspx

Έρχονται οι τροϊκανοί! Του π. Ηλία Υφ.

Έρχονται οι τροϊκανοί!

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Έρχονται οι τροϊκανοί!
Κι εδώ οι πραιτωριανοί
πήραν και εξαφάνισαν
το σκύλο μας το Ρούμπι,
που όλοι εμείς οι ιθαγενείς,
οι διεφθαρμένοι κι αγενείς
Τον είχαμ' αποκούμπι…

Αφού, σε πλήρη αντίθεση
με όλους τους προδότες,
Γιωργάκηδες, Αντώνηδες,
Βαγγέληδες και Νίκους
που προσκυνούν των Γερμανών
τις ματωμένες μπότες
και μοιάζουν με τις τούμπες τους
Στων τσίρκων τους πιθήκους,
Ήταν αυτός, που γάβγιζε
Της τρόϊκας τους λύκους!

 

Γιατί με τη σκυλίσια του
αλάθευτη σοφία
διάβαζε πόσο απέραντη
βρωμιά κι ακαθαρσία
κρύβει μέσα στα σπλάχνα της
της τρόϊκας η μαφία…

Με όλη τη χοντράδα τους
και την αναισθησία
τον πήγαν να του κάνουνε,
λένε, ευθανασία.

 

Έτσι, ώστε ανενόχλητοι
τη χώρα να ρημάζουν
και θάνατο για το λαό
αργό να ετοιμάζουν…

Για να 'χουνε όλοι μαζί
Κι οι εφιάλτες κι οι ναζί
Κι όλοι οι άλλοι σπιούνοι
για τις μεγάλες τους βρωμιές
άφθονο το σαπούνι…

 

παπα-Ηλίας, Απριλίου 10, 2013,  Ο Ρούμπι…

Βόλφγκανγκ Σόιμπλε: Ο μονόλογος ενός Νοσφεράτου

Ο μονόλογος ενός Νοσφεράτου

 

Του Στάθη (Σταυρόπουλου)*

 

Εγώ ο Σόιμπλε.

Εγώ ο Φρειδερίκος ο Μέγας. Τουλάχιστον ώς τις δέκα το πρωί κάθε μέρα. Διότι μετά το προάριστον γίνομαι Βίσμαρκ. Γιατί εγώ ο Σόιμπλε ασχολήθηκα με το θέμα των πολεμικών αποζημιώσεων που οφείλει η Γερμανία στην Ελλάδα; – ποιοι είναι αυτοί οι Έλληνες και με απασχόλησαν; Και γιατί με απασχόλησε τέτοιο θέμα;υπάρχει;

Εγώ είμαι ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, είμαι απ' τους Γρανιτένιους Τείχους των Μαύρων Γραφείων και με απασχολούν μόνον σοβαρά θέματα (φέρ' ειπείν, αυτήν τη στιγμή προγράφω δεκατρείς χώρες), το θέμα των αποζημιώσεων γιατί με απασχόλησε; δεν είναι σοβαρό.

Για να είναι σοβαρό ένα θέμα, πρέπει να το υποστηρίζει μια σοβαρή κυβέρνηση, και η ελληνική κυβέρνηση δεν είναι σοβαρή.

Βεβαίως, σοβαρή υπόθεση είναι η Ελλάδα. Εχουν ωραία σπίτια στον ήλιο οι Ελληνες. Τράπεζες, λιμάνια, δρόμους, υδρογονάνθρακες -πολύ σοβαρό αυτό– τραίνα, χρυσοφόρα σκουπίδια, αλλά δεν μπορούν να τα διαχειριστούν όλα αυτά, κάποιος πρέπει να τους βοηθήσει ή να τα βουτήξει και – για να είμαστε σοβαροί – όποιος βοηθάει, βουτάει! Σε όλες τις εποχές. Ο Μάριος βούταγε, ο Σύλλας, ο Λούκουλος, ο Καίσαρας – σήμερα έχουμε γίνει πολύ καλύτεροι, δεν βουτάμε μόνον. Βοηθάμε. Οι ναζί βούταγαν. Εμείς όμως δεν είμαστε ναζί. Δεν κάναμε εμείς τις αμαρτίες που μας ζητάνε οι Ελληνες να πληρώσουμε σήμερα. Άλλωστε και η Γερμανία καταστράφηκε στον πόλεμο. Μάλιστα εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες εργάτες μάς βοήθησαν να την ξανακτίσουμε στις δεκαετίες του '50, του '60 και του '70. Μετανάστες, θα μου πεις! Μετανάστες, όταν δεν μπορείς να κάνεις αλλοιώς τους ανέχεσαι! Άλλωστε και σήμερα απασχολούμε μετανάστες νέας εσοδείας απ' όλη την Ευρώπη, κυρίως την ανατολική, που είναι και ο Ζωτικός μας Χώρος, με 2 ευρώ την ώρα μεροκάματο, αν θέλουν περισσότερα, ας πάνε στην Κίνα, ή στην Ελλάδα! Πολύ κακομαθημένοι ήταν οι Ελληνες με τα μεροκάματα – όμως μην εκνευρίζομαι! εγώ είμαι ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε l' etat c' est moi, το κράτος είμαι εγώ.

Είμαι εγώ! ο Σόιμπλε. Ξέρω από μαύρο χρήμα, το ξέπλυνα. Ξέρω από τοξικά ομόλογα, τα ελέγχω, τα δημιουργώ, ξέρω από μίζες και Ζήμενς, ξέρω από Ντόυτσε Μπανκ και Μπιγκ Μπανγκ οι Φούσκες, ξέρω ό,τι θέλω, οι πολεμικές αποζημιώσεις θα με απασχολήσουν; Φωνάχτε μου τη «Bild» να της υπαγορεύσω τι θα γράψει για αυτό το θέμα! Εμείς είμαστε φίλοι της Ελλάδας! Την αγαπάμε! Τόσους αρχαιολογικούς θησαυρούς της έκλεψαν οι ναζί στην Κατοχή, ακόμα τους έχουμε, τους φυλάμε, τους προσέχουμε και τους εκθέτουμε.

Εμείς αγαπάμε την Ελλάδα. Δεν μας στάθηκε η χώρα αυτή, όταν, μαζί με άλλες, μας βοήθησε το 1953 να σταθούμε στα πόδια μας; Τότε που μας χάρισαν χρέη – να δεις πώς το λένε στα ελληνικά; sissahthien, νομίζω, τότε που μας αναγνώρισαν τη «ρήτρα ανάπτυξης» ως προϋπόθεση αποπληρωμής χρεών – κι εμείς πληρώνουμε πάντα τα χρέη μας, χρέος μας σήμερα είναι να κάνουμε την Ελλάδα Ειδική Οικονομική Ζώνη. Και θα την κάνουμε! Τι νομίζουν επιτέλους ότι είναι αυτοί οι Έλληνες; Δεν είναι σαν τους προγόνους τους «να τους συναντάμε πάντα μπροστά μας» όπως έλεγε ο Νίτσε, ούτε υπήρξαν ποτέ αυτά τα πλάσματα που φαντασιώθηκε ο Γκαίτε, οι Ελληνες είναι εργατική δύναμη και η εργασία ελευθερώνει, τελεία και παύλα. Σε ελεύθερη αγορά ζούμε, επιβιώνουν οι ισχυρότεροι. Τελεία και παύλα. Ας κοιτάξουν λοιπόν οι Ελληνες πώς θα πληρώσουν τις δόσεις τους για να παίρνουν τη δόση τους κι ας αφήσουν τις κουταμάρες για τις πολεμικές αποζημιώσεις. Αυτές τις αναγνωρίσαμε το 1946 και τώρα έχουμε 2013, θέλουν να γυρίσουμε 70 χρόνια πίσω; Σιγά μη γυρίσουμε και στην εποχή του Βίσμαρκ – τι ώρα είναι; όχι, Βίσμαρκ γίνομαι σε είκοσι λεπτά, έως τότε παραμένω Φρειδερίκος ο Μέγας και με εκνευρίζει να ασχολούμαι με μικρότητες εκτός κι αν είναι μεγάλα τα ποσά.

Και οι πολεμικές αποζημιώσεις για την Ελλάδα είναι μεγάλο ποσό, μ' εκνευρίζει αυτό, ευτυχώς που ως θέμα δεν υπάρχει και για αυτό δεν ασχολούμαι μαζί του, εγώ ο Σόιμπλε, εγώ ο Υπατος Αρμοστής της Κύπρου, Ανθύπατος Κροατίας και Μεγάλης Βοημίας, εγώ ο Κατακτητής του Βισύ και Μέγας Μάγιστρος των Τραπεζών, ο Αφέντης των Μισθών και ο Ντούτσε των αγορών, εγώ ο Σόιμπλε, Κλειδοκράτορας ζωών, Ποντίφιξ πρακτόρων και κομισάριων, εγώ ο Σόιμπλε, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, Σουλτάνος όλων των χαρατσιών και Δούκας των μικρών και μεγάλων Δουκάτων Λουξεμβούργου, Αλσατίας και Σάαρ, εγώ ο Τοποτηρητής όλων των Ευρώ, πολλά τα έτη Μου, τι έπαθα σήμερα κι ασχολήθηκα με ένα θέμα που δεν υπάρχει;

* email: stathis@enikos.gr

ΠΗΓΗ: Πρώτη καταχώρηση: 12/04/2013 – 08:00. Τελευταία δημοσίευση: 09:37, http://www.enikos.gr/stathis/136248,O_monologos_enos_Nosferatoy.html

Τι χρωστά η Εκκλησία στον Γιώργο Λιερό εκτός από μισθούς

Τι χρωστά η Εκκλησία στον Γιώργο Λιερό εκτός απ’ τους μισθούς των κληρικών;

Του Βασίλη Ξυδιά*

 Πριν από έναν περίπου μήνα (10-3-2013) η εβδομαδιαία εφημερίδα ΕΠΟΧΗ [1]  δημοσίευσε ένα άρθρο του Γιώργου Λιερού, θεωρητικού της άμεσης δημοκρατίας και της κοινωνικής οικονομίας, με τίτλο «Πρέπει το κράτος να πληρώνει τους μισθούς κληρικών;» Με δεδομένο ότι μιλάμε για έντυπο της αριστεράς και για ακροαριστερό αρθρογράφο, θα περίμενε κανείς μια απάντηση αρνητική, βασισμένη στα συνήθη αριστερά αντιθρησκευτικά ή αντικληρικαλιστικά επιχειρήματα ή, έστω, σε μια φιλελεύθερη, ουδετερόθρησκη λογική διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους. Κι όμως, ο Γ. Λιερός έλεγε στο άρθρο του κάτι εντελώς άλλο:

Συνέχεια

Καταθέσεις: Θα παραβιαστεί το όριο των € 100,000

Γιατί το όριο των € 100,000 στις καταθέσεις θα παραβιαστεί

 

Από την CYNICAL

 

Παρά τις όποιες διαβεβαιώσεις της ευρωελίτ, έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι τα λόγια της δεν έχουν περισσότερη βαρύτητα από ό,τι οι πορδές της.

Παράδειγμα 1ο.

Η απόφαση του 1ου eurogroup όπου σύσσωμοι και οι 17 ΥΠΟΙΚ επικύρωσαν με βουλοκέρι και χωρίς κανένα ενδοιασμό το κούρεμα κάτω των 100,000 στις κυπριακές τράπεζες ανεξαιρέτως.

Αγνοούσαν την ύπαρξη ευρωπαϊκής συνθήκης που ορίζει το όριο προστασίας στις 100,000; Φυσικά και το γνώριζαν. Αλλά στο βαθμό που δεν υπάρχει κανένα σώμα να τους ελέγχει, και στο βαθμό που οι λαοί ακόμα ψάχνονται, η Γερμανία και οι υποτακτικοί της μπορούν να αλωνίζουν ελεύθερα.

Παράδειγμα 2ο.

Μετά την κυπριακό ΟΧΙ, η επόμενη σκέψη που η ευρωελίτ κατέβασε άμεσα στο τραπέζι ήταν η προστασία των καταθέσεων μέχρι του ορίου των 20,000, ποσό, που κατά τη γνώμη μας αποτελεί και το defacto νέο όριο προστασίας. Οι όποιες συνθήκες, αναθεωρούνται είτε αυτοστιγμή, είτε εκ των υστέρων για τη διατήρηση του προσωπείου, τάχαμ δήθεν, της νομιμότητας.

Παράδειγμα 3ο.

Εφ' όσον το δόγμα bail-in αποτελεί πλέον γεγονός, διότι η λιτότητα, ως όπλο καταστροφής κεφαλαίων αρχίζει να πνέει τα λοίσθια, πολλοί σπεύδουν να τακτοποιήσουν τις αποταμιεύσεις τους με τρόπο τέτοιο ώστε να εξασφαλίσουν την προστασία τους βάσει του ορίου των 100,000, με αποτέλεσμα, σε ενδεχόμενο μελλοντικό κούρεμα να μην βρεθούν τα απαραίτητα κεφάλαια από τις ανασφάλιστες καταθέσεις για το bail-in. Ο μόνος τρόπος να εξασφαλιστούν είναι απλά να κατεβεί το όριο ασφάλειας. Στοιχειώδες!

Υπενθυμίζουμε ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες, και λόγω του γεγονότος ότι οι περισσότερες τράπεζες στο δυτικό κόσμο είναι κατ' ουσίαν πτωχευμένες, το να προσπαθήσεις να πιαστείς από λόγια, συνθήκες και υποσχέσεις, αποτελεί το άκρον άωτον της ηλιθιότητας.

ΠΗΓΗ: Κυριακή, 7 Απριλίου 2013, http://e-cynical.blogspot.gr/2013/04/100000.html

Τα σχέδια του ΣΥΡΙΖΑ

Τα σχέδια του ΣΥΡΙΖΑ

 

Του Δημήτρη Μητρόπουλου*

 

Η Κυπριακή μισο-χρεοκοπία, εντός ευρώ, ήρθε να θυμίσει μια πικρή αλήθεια σε όσους κάνουν την επιθυμία πραγματικότητα και την δημοσκόπηση πολιτική. Το πρόβλημα της ευρωζώνης, το πρόβλημα ευρώ, δεν είναι ένα απλό νομισματικό θέμα, δεν είναι απλά ένα «εργαλείο» που μπορείς να το χρησιμοποιήσεις ως μαχαίρι, είτε για να κόψεις ψωμί είτε για να σκοτώσεις. Είναι και τέτοιο. Και το κλείσιμο της κάνουλας της χρηματοδότησης από την ΕΚΤ προς την Κύπρο έδειξε ότι είναι και κρίσιμο, αφού ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας που οδήγησε το ΟΧΙ της Κυπριακής βουλής στο άτακτο ΝΑΙ.

Κάποιοι θέλουν να εξακολουθούν να παραμυθιάζονται ή να παραμυθιάζουν και να ισχυρίζονται ότι το πρόβλημα ήταν ο Αναστασιάδης, παραβλέποντας ότι η βουλή ήταν αυτή που είπε το αρχικό ΟΧΙ και η βουλή ήταν που είπε το τελικό άτακτο ΝΑΙ κάτω από τον εκβιασμό της διακοπής ρευστότητας. Αλλά ας είναι…

Το πρόβλημα λοιπόν της ευρωζώνης δεν είναι – κυρίως – ένα τεχνικό-νομισματικό θέμα. Είναι δομικό χαρακτηριστικό της Ε.Ε. και του τι είδους διακρατική ένωση είναι. Ορίζει πολιτικές σχέσεις κυριαρχίας από κάποιες χώρες σε κάποιες άλλες, από την Γερμανία προς την Ελλάδα, από το Βορρά προς το Νότο. Ορίζει ταξικές σχέσεις υπέρ του κεφαλαίου, στον ίδιο το σχεδιασμό της, πολιτικές λιτότητας, πολιτικές υπέρ των τραπεζών. Θέτει όρια στο ποιες πολιτικές μπορείς να εφαρμόσεις. Δεν υπάρχουν πληθωριστικές πολιτικές διεξόδου από την κρίση. Δεν υπάρχουν ελλείμματα που χρηματοδοτούν την ανάπτυξη. Απαγορεύεται. Η λιτότητα είναι μονόδρομος. Επιτρέπονται fast track, ειδικές οικονομικές ζώνες, αποβιομηχάνιση και αποαγροτοποίηση.

Τα παραπάνω πρέπει να τα υπενθυμίζουμε γιατί η συζήτηση για το «ευρώ» τείνει να πάρει όντως έναν οικονομίστικο χαρακτήρα. Αν εννοούσε αυτό ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ όταν έλεγε «δεν είναι η οικονομία, είναι η πολιτική ηλίθιε», να το χαιρετίσουμε. Μάλλον όμως είναι άλλο ένα επικοινωνιακό τρικ που υπακούει στο «είναι η επικοινωνία ηλίθιε για να μη μιλήσουμε για την ταμπακιέρα». Και η ταμπακιέρα είναι ότι οι πολιτικές σχέσεις μέσα στην ευρωζώνη σου ορίζουν οικονομικά πλαίσια. Αυτό το κατάλαβε καλά η Κύπρος. Ο ΣΥΡΙΖΑ ακόμα να το καταλάβει;

Δύο χρόνια μετά τις πλατείες και μετά από δεκάδες μεγάλες απεργίες και λαϊκές κινητοποιήσεις με κεντρικά συνθήματα να φύγει η Τρόικα, να φύγει το μνημόνιο και αυτοί που το φέρανε και να ανατραπούν τα βάρβαρα μέτρα, το όριο του ευρώ ήταν καθοριστικό στα να αποπολιτικοποιείται και όχι να πολιτικοποιείται το λαϊκό κίνημα. Γιατί ένα πραγματικό εναλλακτικό σχέδιο, ένα πραγματικό σχέδιο Β που:

α) καταγγέλλει τις δανειακές συμβάσεις, καταργεί τα μνημόνια και διώχνει την Τρόικα από την Ελλάδα,

β) εθνικοποιεί τις τράπεζες και τις λειτουργεί προς όφελος του λαού

γ) έχει αναπτυξιακές πολιτικές με ισχυρές δημόσιες επενδύσεις, για αντιμετώπιση του τέρατος της ανεργίας,

δ) έχει άμεσες πολιτικές ανακούφισης του λαού και άρσης της λιτότητας με βασική πηγή πόρων την παύση πληρωμών στους δανειστές,

ε) καταργεί το ανεργατικό πλαίσιο των μνημονίων και της Ε.Ε. και ενισχύει το κοινωνικό κράτος κόντρα στις ιδιωτικοποιήσεις

στ) συγκρούεται με το παλιό πολιτικό σύστημα, αλλάζει το κράτος, ανακτά την λαϊκή κυριαρχία,

δεν είναι εφικτό εντός ευρωζώνης, δεν είναι εφικτό χωρίς απελευθέρωση από τις κατακτητικές δανειακές συμβάσεις, δεν είναι εφικτό με τις δόσεις των δανειστών. Τα παραμύθια για ανάπτυξη μέσω ενός σχεδίου Μάρσαλ (με ή χωρίς τις ναπάλμ;), για ανατροπή της λιτότητας ταυτόχρονα σε όλη την Ε.Ε. και για απελευθέρωση από την Τροικανή επιτήρηση μετά από συζήτηση με τους δανειστές είναι ωραία, αλλά είναι παραμύθια που αναπτύχθηκαν για δεκαετίες στην φαντασία του ευρωπαϊσμού που έβλεπε σοσιαλιστικούς μετασχηματισμούς και συγκλίσεις μέσα από διαδοχικές μεταρρυθμίσεις της Ε.Ε. Το όνειρο ήταν όνειρο, αλλά η πραγματικότητα της ιμπεριαλιστικής – Γερμανικής Ε.Ε. σαν ένωση για τα συμφέροντα των πολυεθνικών και των τραπεζιτών, πρέπει να ξυπνήσει όσους θεωρούν ακόμα ότι είναι ένα ουδέτερο πεδίο διεκδίκησης.

Έτσι η σπουδή του ΣΥΡΙΖΑ, να τρέξει να αλλάξει διατυπώσεις και επικοινωνιακό προφίλ (γιατί πολιτική δεν αλλάζει), είναι αξιοθαύμαστη. Μα για ένα τόσο απλό θεματάκι, όπως είναι το νόμισμα; Τέτοιο άγχος και ταραχή για ένα «οικονομίστικο θέμα»;

Όλη η κοινωνία καταλαβαίνει ότι ο Γ. Δραγασάκης είναι ο βασικός άνθρωπος στο οικονομικό επιτελείο και κατ' επέκταση και στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Και ότι είναι μεθοδικός και γνώστης των θεμάτων. Σε αντίθεση με άλλους οικονομολόγους του ΣΥΡΙΖΑ… Η μεθοδικότητα αυτή δεν είναι κατ' ανάγκη και αριστερή βέβαια. Σε πρόσφατη συνέντευξή του στην Ελευθεροτυπία ο Γ.Δ. δεν θα αποφύγει να προχωρήσει σε μια μεγάλη διάψευση του εαυτού του και του Αλέξη Τσίπρα, μετά το ναυάγιο της γραμμής του ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι τώρα «αποδέχεται» φραστικά την ανάγκη σχεδίου Β που μπορεί να περιλαμβάνει ακόμα και την επιστροφή στην Δραχμή, όταν είχαμε διαδοχικές τοποθετήσεις που έκαναν επίθεση ακόμα και στην φράση σχέδιο Β. Είναι γνωστό σε όλους ότι πριν την Κυπριακή τραγωδία, η μόνιμη επωδός του ΣΥΡΙΖΑ στην ερώτηση «έχετε σχέδιο Β;» ήταν «το σχέδιο Β είναι μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και η διαπραγμάτευση με τους δανειστές εντός ευρωζώνης». Ο ίδιος ο Δραγασάκης είχε «προκαλέσει» με ειρωνικό, υποτιμητικό, αφ υψηλού τρόπο, όποιον έχει κάποιο σχέδιο καλύτερο από του ΣΥΡΙΖΑ, να το συζητήσει μαζί του. Σήμερα έρχεται και υιοθετεί σαν φρασεολογία το σχεδίο Β, όσες κατάρες και να ‘ριχνε σύσσωμος ο ΣΥΡΙΖΑ στον «κακό» Αλαβάνο που μιλάει εδώ και μήνες για ανάγκη σχεδίου Β. Είναι όμως έτσι;

Η αλήθεια είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εμμένει στην αρχική του πολιτική. Πρώτα το ευρώ και μετά η ελληνική κοινωνία. Πρώτα η διαπραγμάτευση, όπου – παραιτούμενος από τα όπλα σου – σημαίνει αποδοχή του ισχυρότερου, και μετά η κατάργηση του μνημονίου. Αυτό που αλλάζει είναι ότι θα βάλει μέσα στο επικοινωνιακό του οπλοστάσιο το υπαρκτό ενδεχόμενο καραμπόλας-διάλυσης της ευρωζώνης. Και ότι εκεί πρέπει να υπάρχει σχέδιο με εθνικό νόμισμα. Όχι με πρωτοβουλία μιας κυβέρνησης της αριστεράς στην Ελλάδα σε περίπτωση που την εκβιάσουν οι δανειστές. Όχι ως εκβιασμό μέχρις τέλους μιας αριστερής κυβέρνησης στους αλλεπάλληλους εκβιασμούς της Τρόικας για την χρηματοδότηση, τις δόσεις, την ρευστότητα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έρχεται να μας πει το …αυτονόητο. Ότι θα επεξεργαστεί εναλλακτικό σχέδιο σε περίπτωση διάλυσης της ευρωζώνης. Ότι αν διαλυθεί η ευρωζώνη και καταργηθεί το ευρώ, θα φροντίσει να βάλει μπρος το εθνικό νομισματοκοπείο. Κάτι είναι κι αυτό. Όμως δεν είναι εναλλακτικό σχέδιο διεξόδου από την κρίση. Δεν είναι σχέδιο Β απέναντι στην μνημονιακή πολιτική. Είναι επικοινωνιακός χειρισμός της πτώχευσης της γραμμής του ΣΥΡΙΖΑ, γραμμή που ηττήθηκε με κρότο στην Κύπρο.

Σε μια πρόσφατη συνέντευξη στον Παπαχελά ο Γ. Δραγασάκης είναι αποκαλυπτικός: 

…..

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ

Αντιπρόεδρος της Βουλής και Βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ

Εμείς λοιπόν προετοιμαζόμαστε για τρεις εκδοχές όπως είπα. Η πρώτη είναι αυτή που λέτε, η κακή, δηλαδή δεν αναγνωρίζει η Ευρώπη τη δημοκρατία, διότι αν μας πει ο κ. Ρεν αυτό σημαίνει ότι ο κ. Ρεν δεν αναγνωρίζει ότι στην Ελλάδα υπάρχει δημοκρατία, ότι γίνονται εκλογές και ο ελληνικός λαός μπορεί να αποφανθεί για οτιδήποτε. Αυτή θα είναι μια κακή εκδοχή.

ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ

Εκεί τι κάνετε;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ

Αντιπρόεδρος της Βουλής και Βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ

Εκεί θα δούμε τη συνολικότερη εικόνα στην Ευρώπη πώς διαμορφώνεται και η κυβέρνηση θα κάνει ένα road map, μια διαδρομή με σενάρια. Τι βοήθειες μπορούμε να έχουμε από αλλού. Δεν θα κάνουμε τίποτα που θα φέρουμε σε δυσκολότερη θέση τους εαυτούς μας και τον ελληνικό λαό.

Εμείς βλέπουμε μία πορεία σκληρή. Και θέλω λίγο να μιλήσουμε θεωρητικά.

ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ

Απλώς εγώ θέλω λίγο να επιμείνω στο πρώτο σενάριο γιατί είναι ένα πολύ πιθανό σενάριο.

……

ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ

Θα πάω εγώ στο κακό σενάριο. Σε αυτή την περίπτωση υπάρχει το σχέδιο Β, το Plan B το περίφημο; Δηλαδή για παράδειγμα να σας ρωτήσω κάτι. Υπάρχει περίπτωση, γιατί έχει γίνει μεγάλη συζήτηση γι' αυτό, να βρει η χώρα μας λεφτά εκτός ευρωπαϊκών μηχανισμών απ' τη Ρωσία, από την Κίνα, από κάπου αλλού;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ

Αντιπρόεδρος της Βουλής και Βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ

Το διερευνούμε. Λεφτά με την έννοια του να καλύψουμε το χρέος ή τα ελλείμματα, αν έχουμε ελλείμματα, το θεωρώ δύσκολο αλλά λεφτά…

ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ

Εγώ νομίζω ότι και η περίπτωση της Κύπρου απέδειξε ότι είναι κάτι παραπάνω από δύσκολο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ

Αντιπρόεδρος της Βουλής και Βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ

Δύσκολο. Όμως λεφτά με την έννοια του αναπτυξιακού δανεισμού ή με την έννοια των αναπτυξιακών συμπράξεων θα έλεγα ότι υπάρχουνε μη αξιοποιημένες δυνατότητες απ' αυτό που βλέπουμε, με την έννοια ότι ζούμε ένα κόσμο αυτός που είναι αλλά είναι πολυκεντρικός με μία έννοια και η χώρα μας έχει κάποια πλεονεκτήματα τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούνε ως εργαλεία για να κάνει κανείς συνεργασίες, συμπράξεις σε μία πολυδιάστατη έτσι προσέγγιση των πραγμάτων.

Όμως δεν πρέπει να φύγουμε εύκολα από το ευρωπαϊκό έδαφος διότι εκεί είμαστε και πρέπει να πω ότι δεν είμαστε τόσο γυμνοί όσο λέγεται καμιά φορά. Δηλαδή η Ελλάδα είναι μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρα συμμετέχει στους θεσμούς της. Άρα σε κάποια θέματα χρειάζεται και η ψήφος η ελληνική για να γίνουνε πράγματα γενικότερα.

Δεν λέω ότι η πρώτη μας επιλογή είναι το αντάρτικο, αλλά οι λύσεις που έχουμε είναι τρεις: με βάση αυτό το σχέδιο που θα έχουμε πρώτον να διεκδικήσουμε τη συνδρομή τους για να το πετύχουμε. Δεύτερη επιλογή αν δεν μας το δώσουνε να ζητήσουμε εξαιρέσεις για να το πετύχουμε. Εάν δεν μας δώσουν ούτε συνδρομή ούτε εξαιρέσεις θα κάνουμε ανυπακοή, θα κάνουμε ό,τι μπορούμε. Δεν μπορούμε να αφήσουμε την κοινωνία να πεθάνει.

ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ

Να μείνουμε σε αυτό το σημείο. Υπήρχε και υπάρχει ακόμα σε κάποιους μια θεωρία που έλεγε ότι η Ελλάδα πρέπει να ζωστεί κάποια εκρηκτικά, να πει ότι είμαστε συστημικός κίνδυνος και ότι αν δεν μας δώσετε αυτά που θέλουμε χρεοκοπούμε μονομερώς, φεύγουμε απ' το ευρώ και γαία πυρί μειχθήτω.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ

Αντιπρόεδρος της Βουλής και Βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ

Δεν έχει υπάρξει αυτό ως πολιτική άποψη, ως πολιτική πρόταση. Λέγεται με τον τρόπο που το είπατε ή κάπως έτσι για να τρομάξουμε κλπ. Οι λύσεις απόγνωσης στην ιστορία υπάρχουνε. Δηλαδή λύσεις απόγνωσης μπορεί ένας λαός να οδηγηθεί. Το ερώτημα είναι αν πρέπει να το επιδιώκουμε.

Και η απάντησή μου στο Plan B είναι αυτή: ότι εμείς θέλουμε το Plan A να περιέχει όλα τα στοιχεία που θα μας επιτρέπουνε να αποτρέψουμε κινδύνους και όχι να περιμένουμε τον κίνδυνο για να τον διαχειριστούμε.

Όποιος προσέξει τα λεγόμενα του Γ. Δραγασάκη θα δει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τρία σενάρια. Τα δύο όμως είναι στην επιθυμία του ή μάλλον στην φαντασία του (ότι οι δανειστές θα συμφωνήσουν σε ένα πρόγραμμα αντίστασης στην λιτότητα ή ότι θα έχουμε μια ταυτόχρονη πανευρωπαϊκή πολιτική αλλαγή), άρα μένει το τρίτο το χειρότερο. Και εκεί ο ΣΥΡΙΖΑ είναι καθαρός μέσα στην θολούρα του και την αμφισημία του. Θα προχωρήσω σε διαπραγμάτευση με ένα εναλλακτικό σχέδιο που θα αναγνωρίζει μέρος των αξιώσεων των δανειστών, δεν θα απειλήσω με έξοδο από ευρωζώνη, δεν θα προχωρήσω σε μονομερείς ενέργειες και θα προσπαθήσω να έρθω σε συμφωνία με τους δανειστές. Είναι προφανές ότι σε μια τέτοια συμφωνία θα απαιτηθούν διαδοχικές υποχωρήσεις από την πλευρά μιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, αφού την λύση της εξόδου από την ευρωζώνη την θεωρεί «κίνηση απόγνωσης». Και το σενάριο της ανυπακοής απομακρύνεται αν κρίνουμε από την τύχη του ΟΧΙ της Κύπρου. Όπως είναι γνωστό, όταν δεν είσαι αποφασισμένος να πυροβολήσεις, μην βγάζεις το πιστόλι στο τραπέζι. Γιατί τότε αυτός που αποφασίζει για το αν θα πεθάνει η κοινωνία, δεν είσαι εσύ, αλλά ο ισχυρότερος. Και εσύ απλά θα υποχωρήσεις.

Η ελληνική κοινωνία είναι πολύ κουρασμένη από την μνημονιακή εξόντωση. Και δεν ψάχνει μπλοφαδόρο και τζογαδόρο σε μια υποτιθέμενη και ανύπαρκτη «διαπραγμάτευση» με την Τρόικα. Αναζητά έμπνευση και στόχους για να αγωνιστεί. Για μια διαφορετική Ελλάδα σαν καταλύτη σε ένα ντόμινο ανατροπών στην Ευρώπη, μέχρι την διάλυση της αντιδημοκρατικής Ε.Ε. Και όσον αφορά το «φόβητρο» της εθνικής περιχαράκωσης, ας θυμηθούμε ότι οι διαδοχικές – και όχι ταυτόχρονες – ρήξεις στην Λατινική Αμερική με τον Βορειοαμερικάνικο ιμπεριαλισμό και τις διακρατικές συμφωνίες του (NAFTA) ανέδειξαν έναν νέο διεθνισμό και όχι την εθνική περιχαράκωση με την οποία έντρομος μας προειδοποιεί ο ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Γ.Δραγασάκης ξεδιπλώνει το μοναδικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ. Κι αυτό είναι η μέχρι «θανάτου» διαπραγμάτευση εντός ευρωζώνης, με στόχο μια σχετική σταθεροποίηση εντός ευρωζώνης και Ε.Ε.. Ουσιαστικά μια σταθεροποίηση της μιζέριας και της κοινωνικής καταστροφής, μέχρι νεωτέρας, πιθανά από ένα (πόσο πιθανό;) συμβιβασμό Βορρά και Νότου (ή Γερμανίας και Γαλλίας;).

Αυτό που λέει ο λαός στην απόγνωσή του «να μπει πάτος στο βαρέλι», είναι αυτό που εννοεί ο ΣΥΡΙΖΑ λέγοντας «να σταματήσουμε την καταστροφή»; Μιλάμε για το αισιόδοξο σενάριο. Γιατι στην πιο πιθανή περίπτωση, που είναι οι δανειστές και η Γερμανία να εκβιάσουν την Ελλάδα με διακοπή ρευστότητας από την ΕΚΤ και να δείξουν την πόρτα της εξόδου, το σχέδιο ποιο είναι; Με άλλα λόγια τι θα έκανε ο Τσίπρας στην θέση του Αναστασιάδη; Από ρεπορτάζ της Ελευθεροτυπίας, τι είπε ο ίδιος στο ερώτημα; Περιγράφοντας τις κινήσεις στις οποίες κατά τη γνώμη του θα έπρεπε να προβεί ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ανέφερε χαρακτηριστικά:

«Αν ήμουν στη θέση του Αναστασιάδη, θα ζητούσα από τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου να δεσμευτούν ότι δεν θα ψηφίσουν στο ΔΣ της ΕΚΤ τη διακοπή του ELA (σ.σ. μηχανισμού χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών τραπεζών) για την Κύπρο, θα ζητούσα από την ελληνική κυβέρνηση τα 2 δις που αναλογούν στην Κύπρο από την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, θα "γυρνούσα" στη Λευκωσία και θα έλεγα: "σε 4 μήνες να μιλήσει ο λαός"».

Μεθερμηνευόμενο. Επειδή από παντού θα εισέπραττε άρνηση, θα έλεγε ναι (γιατί αν έλεγε όχι θα πήγαινε σε άτακτη απροετοίμαστη χρεοκοπία χωρίς σχέδιο, αφού σύμφωνα με τον Γ. Δραγασάκη αυτό είναι κίνηση απόγνωσης και όχι αφετηρία διεξόδου). Μετά θα πήγαινε στον λαό να έλεγε δεν συμφωνούμε και είπαμε το ναι λόγω εκβιασμού της ΕΚΤ και σε 4 μήνες δημοψήφισμα για να αποφασίσεις εσύ. Περίπου ότι φημολογείται ότι θα κάνει σήμερα το ΑΚΕΛ, αφού έφερε την Τρόικα στην Κύπρο. Είναι όμως αυτός ο τυχοδιωκτισμός αριστερή πολιτική;

Αντιγράφοντας τον Α.Τσίπρα, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πολλά οικονομίστικα σενάρια. Το ερώτημα είναι ποια είναι η πολιτική του. Η απεραντολογία περί διαπραγμάτευσης τέθηκε όταν ο ΣΥΡΙΖΑ είπε ότι δεν θα προχωρήσει σε μονομερείς πράξεις, ότι δεν θα καταγγείλει την δανειακή σύμβαση αλλά θα την διαπραγματευτεί, ότι δεν θα προχωρήσει σε παύση πληρωμών, ότι δεν πρέπει να προκαλέσει πρόβλημα στην ροή των τροϊκανών δόσεων. Αν προσέξει κάποιος τα λεγόμενα του Γ. Δραγασάκη, και η κατάργηση των μνημονίων είναι υπό διαπραγμάτευση, αφού δώσουμε στους δανειστές ένα διαφορετικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων. Κι όλα αυτά γιατί δεν μπορούσε για πολύ καιρό ο ΣΥΡΙΖΑ να λέει ότι θα καταργήσει αυτές τις πολιτικές όταν ήταν φανερό ότι κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει με τις ευλογίες της Ε.Ε. Και σε αυτό το ερώτημα πήρε θέση. Πρώτα η παραμονή στην ευρωζώνη και μετά «διαπραγμάτευση» για να γίνουν πιο ανεκτοί οι όροι ύπαρξης σε αυτήν. Αν μας κάνουν την ζωή κόλαση, βλέπουμε.

Ο ισχυρισμός του ΣΥΡΙΖΑ ότι το πολιτικό του σχέδιο είναι η κατάργηση της λιτότητας εντός ευρωζώνης και όχι η λιτότητα με ευρώ ή δραχμή, είναι ευφυολόγημα και επικοινωνιακό τρικ.

Υπάρχει λιτότητα με ευρώ.

Υπάρχει λιτότητα με εθνικό νόμισμα.

Υπάρχει ανατροπή της λιτότητας με εθνικό νόμισμα.

Δεν υπάρχει ανατροπή της λιτότητας με ευρώ.

Απλά γίναν τα πράγματα, ειδικά μετά την Κύπρο.

Καμία ανατροπή της λιτότητας και καμία ανάκτηση της λαϊκής κυριαρχίας με στόχο μια φιλολαίκή πολιτική δεν γίνεται εντός ευρωζώνης και Ε.Ε., καμία πολιτική διεξόδου από την κρίση δεν υπάρχει, ειδικά για τις χώρες του Νότου, μέσα σε αυτό το ιμπεριαλιστικό, νεοφιλελεύθερο οικοδόμημα.

Ένα εναλλακτικό σχέδιο στην καπιταλιστική κρίση και στην κρίση της ευρωζώνης, ένα σχέδιο Β, οφείλει να ξεκινάει από αυτήν την αφετηρία. Και πάνω εκεί να αναπτύσσει το πολιτικό του σχέδιο, δηλαδή την οικοδόμηση λαϊκού κινήματος και πολιτικού και κοινωνικού μετώπου που θα αλλάζει τους συσχετισμούς για μια μεγάλη πολιτική και κοινωνική ανατροπή, σε ρήξη με το πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης και την ευρωπαϊκή εκδοχή του, την Ε.Ε. Πάνω σε μια τέτοια πολιτική μπορούν να σταθούν και τα όποια διαφορετικά σενάρια στα όποια επεισόδια της ρευστοποιημένης ευρωζώνης. Και πάνω σε αυτή την βάση είναι που μπορεί να οικοδομηθεί μια νέα αλληλεγγύη ανάμεσα στις χώρες της Ευρώπης.

* Ο Δημήτρης Μητρόπουλος είναι εκπαιδευτικός, μέλος της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ. Δραστηριοποιείται συνδικαλιστικά στην ΕΛΜΕ Πειραιά. Αρθρογραφεί τακτικά στο antapocrisis.gr

ΠΗΓΗ: http://antapocrisis.gr/index.php/2012-04-24-19-38-44/item/798?acm=1007_37

Οι βιαστές

Οι βιαστές

 

Του Στάθη (Σταυρόπουλου)*


 

Η συκοφαντία είναι τέχνη αρχαιοτάτη. Σκοτώνει ακαριαία όπως το δηλητήριο της κόμπρας ή αργά και μεθοδικά, αλλά το ίδιο αποτελεσματικά όσον οι μελετημένες δόσεις του αρσενικού.

Ιδιαιτέρως εναντίον των γυναικών έκπαλαι η συκοφαντία, αλλά και στις ημέρες μας είναι ακόμα πιο θανατηφόρα, διότι γαργαλάει κι ενεργοποιεί ανδρικούς ατταβισμούς, αρχετυπικούς και δασύτριχους.

Η κυρία Ζωή Κωνσταντοπούλου βρίσκεται στο στόχαστρο τέτοιων συκοφαντιών από την πρώτη στιγμή της εισόδου της στον πολιτικό στίβο, όταν απέδειξε αμέσως ότι είναι αυτόφωτη, με τις επιχειρήσεις λάσπης εναντίον της να κορυφώνονται, όταν η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ ορίσθηκε απ' το κόμμα της μέλος στην Προανακριτική Επιτροπή της Βουλής για τη λίστα Λαγκάρντ.

Η πρώτη (και κατ' εμέ κορυφαία) συκοφαντία εναντίον της κυρίας Κωνσταντοπούλου δεν αφορούσε στην πολιτική της στάση, αλλά στην επιστημονική της συγκρότηση, την επαγγελματική της υπόσταση και την ηθική της ακεραιότητα. Έτσι ώστε η φθορά της κυρίας Κωνσταντοπούλου ως φυσικού και δημοσίου προσώπου να κάνει εύκολη την ακύρωσή της ως πολιτικού.

Κατηγορήθηκε λοιπόν η Ζωή ως συνήγορος βιαστών. Κι επιπροσθέτως ότι, ως συνήγορος, μετήλθε αμφιλεγόμενων δικονομικών μεθόδων, προκειμένου να παρατείνει χρονικώς την εκδίκαση της υπόθεσης που είχε αναλάβει.

Κατήγορος: η οργάνωση γυναικών του ΠΑΣΟΚ, ο κατάλληλος δηλαδή ευαίσθητος χώρος (γυναίκες γαρ) του πιο «ευαίσθητου» σε θέματα ισονομίας και ισηγορίας κόμματος από γενέσεως νεοελληνικού κράτους – του ΠΑΣΟΚ.

(Ειρήσθω εν παρόδω, ότι η φυτιλιά της κατηγορίας αποδόθηκε σε «συντρόφισσες» της Ζωής από τον ΣΥΡΙΖΑ, φυτιλιά την οποίαν «ανέδειξαν» στη συνέχεια οι γυναίκες του ΠΑΣΟΚ, ούτως ώστε η κατηγορία να φανεί πιο πειστική.)

Αυτοί όμως που εξαπέλυσαν τέτοιες κατηγορίες όφειλαν να γνωρίζουν (καθώς μάλιστα συχνά-πυκνά αναφέρονται στον «νομικό πολιτισμό») ότι ένας «βιαστής» δικαιούται συνήγορο υπεράσπισης.

Όφειλαν επίσης να γνωρίζουν (πόσω μάλλον καθώς μονίμως, συνεχώς κι ανελλιπώς καταφέρονται εναντίον του λαϊκισμού) ότι δεν υπήρχε κανείς «βιαστής», αλλά κάποιος κατηγορούμενος για βιασμό, κάτοχος, όπως όλοι μας, του τεκμηρίου της αθωότητος, ώσπου η Δικαιοσύνη να αποφανθεί.

Στοιχειώδη πράγματα. Ναι, αλλά όχι για τους συκοφάντες. Κι εν προκειμένω για τον κ. Βενιζέλο, ο οποίος αναφέρθηκε από το βήμα της Βουλής απαξιωτικά κατά της κυρίας Κωνσταντοπούλου, μιας υπερασπίστριας βιαστών. Τόσον καλά, αλλά όχι μόνον! Διότι και η άλλη κατηγορία κατά της κυρίας Κωνσταντοπούλου, ότι δηλαδή χρησιμοποιούσε δικονομικά τεχνάσματα για να αποφύγει την εκδίκαση της υπόθεσης, κατέπεσε βροντωδώς.

Από τον ίδιο τον αντίδικό της δικηγόρο στην ίδιαν αυτήν υπόθεση. Όπου ο άνθρωπος (μάλιστα ΠΑΣΟΚ το θρήσκευμα) εξήγησε δημοσίως ότι για τις υπαρκτές καθυστερήσεις δεν ευθυνόταν η κυρία Κωνσταντοπούλου, αλλά τα κρατούντα στις αίθουσες και τα πινάκια, περί της δυσπραγίας των οποίων όλοι γνωρίζουμε.

Κατόπιν τούτων, όλοι πιστεύαμε ότι η υπόθεση έληξε, ξεκαθαρίστηκε, ο διαιτητής σφύριξε τη λήξη. Αμ δε!

Σαν να μην άκουσε τίποτα ο κ. Πρετεντέρης, σαν να μη διάβασε τίποτα για όλα αυτά, πήρε την «υπόθεση» και την ξανάγραψε στη στήλη του στα «ΝΕΑ», σε ένα απ' τα πιο αισχρά συκοφαντικά κείμενα στην ιστορία του ελληνικού Τύπου.

Δεν πά' να λέει η νομική δεοντολογία, δεν πά' να υπαγορεύει το δικανικό σύστημα, δεν πά' να παραδέχεται ο αντίδικος της Ζωής το δίκιο της, η συκοφαντία έπρεπε να συνεχισθεί (λέγε-λέγε-λέγε, που έλεγε και ο Γκαίμπελς, κάτι θα μείνει), ανέλαβε λοιπόν ο κ. Πρετεντέρης και συνέχισε ο κ. Βενιζέλος – όλα αυτά πριν λίγο καιρό, αλλά οι συκοφαντίες προς πάσαν κατεύθυνση δεν τελείωσαν, συνεχίζονται.

Μόλις προ τριών-τεσσάρων ημερών ο κ. Βενιζέλος, καθ' έξιν πλέον συκοφάντης, συκοφάντησε την επανεκδοθείσα «Ελευθεροτυπία» ως «όργανο κόμματος» (κατά την κατάθεσή του στην Προανακριτική). Σε επανειλημμένες αιτιάσεις της εφημερίδας προς τον κ. Βενιζέλο να «ονομάσει το κόμμα» που εννοεί αλλοιώς «είναι κοινός συκοφάντης» ο κ. Βενιζέλος κάνει την πάπια, αποδεικνύοντας ότι όντως είναι ένας «κοινός συκοφάντης» – αν και, η ταπεινότης μου διαφωνώ με το «κοινός», διότι αντιθέτως είναι πολυτάλαντος (συκοφάντης) – τώρα, αναισχύντως, προσπαθεί να ταυτίσει την κυρία Ζωή Κωνσταντοπούλου με τον κ. Κασιδιάρη, τη Χρυσή Αυγή με τον ΣΥΡΙΖΑ – θα πει κάποιος: αυτό δεν είναι συκοφαντία, είναι πολιτική. Όχι, είναι συκοφαντική πολιτική, η πολιτική έχει πάντα πρόσημα, αριστερή, δεξιά, καθαρή, βρώμικη, εθνική, προδοτική – πάντα η πολιτική έχει πρόσημο.

Και η πολιτική που μετέρχεται ο κ. Βενιζέλος, όταν προτάσσει τη θεωρία των δύο άκρων ταυτίζοντας τον ΣΥΡΙΖΑ με τη Χρυσή Αυγή, είναι μια συκοφαντική πολιτική διότι η μόνη επαφή που έχουν τα δύο άκρα είναι όταν η θρασύδειλη γροθιά ενός Κασιδιάρη προσγειώνεται στο ανυπεράσπιστο πρόσωπο της κυρίας Κανέλλη.

Αυτό, που μόνον ένα φασιστοειδές γουρούνι μπορεί να κάνει, ουδεμία σχέση έχει με το ήθος της Αριστεράς και αυτό ο κ. Βενιζέλος το γνωρίζει, συνεπώς συνειδητά συκοφαντεί, διότι αυτός είναι ο μόνος δρόμος που του έχει απομείνει.

Η απαξίωση της Προανακριτικής είναι εκ των ων ουκ άνευ για το σύστημα και ως εκ τούτου η απαξίωση της κυρίας Κωνσταντοπούλου προϋπόθεση.

Ποιο είναι το σύστημα;

Αυτό που παρέστη στην παρουσίαση του βιβλίου Πρετεντέρη σύσσωμο, από τον κ. Σημίτη έως τον κ. Στουρνάρα, απ' την κυρία Δαμανάκη και τον κ. Κουβέλη έως όλους τους πολιτικούς θαμώνες της Μεγάλης Βρετανίας – ένα σύστημα τρομακτικό και τρομερό από γραβατοφορεμένους φονιάδες των μισθών, από αρπακτικά σπιτιών, από φορομπήχτες και διαπλεκόμενους, το σύστημα που υπηρετεί ο κ. Βενιζέλος και ο κ. Σαμαράς όταν εξετάζει ο κ. Σαμαράς τον κ. Βενιζέλο αν είναι ένοχος για το στικάκι, σαν να εξετάζει ο Γιωργάκης αν είναι ένοχος για το Μνημόνιο ο ίδιος.

Αλλά, όταν γράφεις ένα άρθρο 420 λέξεων για τον Τσάβες και λες 824 ψέματα για αυτόν, όπως έκανε σε άλλο μνημειώδες άρθρο του ο κ. Πρετεντέρης, σιγά που δεν θα την πέσεις στην κυρία Κωνσταντοπούλου γιατί υπερασπίζεται «βιαστές» (που, αυτοί, μπορεί να αποδειχθούν κι αθώοι, ενώ εσύ εν σχέσει με την αλήθεια, αποκλείεται).

Διότι τι άλλο από βιαστές της αλήθειας είναι οι συκοφάντες;

* email: stathis@enikos.gr

ΠΗΓΗ: Πρώτη καταχώρηση: 09/04/2013 – 08:00, http://www.enikos.gr/stathis/135307,Oi_viastes.html