Οι βαθιές πολιτικές ρίζες της ελλ. χρεοκοπίας

Οι βαθιές πολιτικές ρίζες της ελληνικής χρεοκοπίας

 

Του Δημήτρη Καζάκη*

 

 

 

 Σε μια συνέντευξή του ο υπουργός Οικονομικών κ. Παπακωνσταντίνου διατύπωσε την εξής ενδιαφέ­ρουσα άποψη: «Καμία χώρα με τόσο μεγάλες ανάγκες δανεισμού, με τόσο μεγάλη εξάρτηση από δανεικά κεφάλαια για να λειτουρ­γήσει δεν είναι κατ’ ουσίαν ελεύθερη. Οι πιστωτές – είτε άμεσα είτε έμμεσα – ζητούν λογαριασμό για το τι κάνεις τα λεφτά που σε δανείζουν, όχι απαραίτητα γιατί θέλουν να επιβάλουν την οικονομική τους πολιτική, αλλά κυρίως για να εξασφαλίσουν ότι τα χρήματα που σου δανείζουν θα μπορέσουν να τα πάρουν πίσω, γιατί είναι χρήματα φορολογουμένων και ασφαλισμένων σε Ταμεία άλλων χωρών και μετόχων στους οποίους λογοδο­τούν» («Κόσμος του Επενδυτή», 15-16.5).

Ας αφήσουμε κατά μέρος την αναφορά σε «φορολογούμε­νους και ασφαλισμένους σε Ταμεία άλλων χωρών», όπου υπο­τίθεται ότι λογοδοτούν οι πιστωτές της χώρας μας. Πρόκειται για τις συνήθεις ανοησίες με τις οποίες διανθίζουν τόσο ο κύριος υπουργός όσο και ο πρωθυπουργός της χώρας τις λιγοστές αλήθειες που αναγκάζονται να ομο­λογήσουν. Άλλωστε δεν μπορεί να μην ξέρει κοτζάμ υπουργός Οικονομικών ότι σε ασφαλιστικά ταμεία και ασφαλιστικές εταιρείες ανήκει μόλις το 15% των ελληνι­κών ομολόγων.

Κι αυτοί που διαχειρίζονται τα λεφτά των «φορολογουμένων και ασφαλισμένων» λογοδοτούν σ’ αυτούς όσο λογοδοτούν και οι διαχειριστές των δικών μας ασφαλιστικών ταμείων, οι οποίοι καθ’ υπόδειξη των κυβερνήσεων, αλλά και γνωστών κερδοσκοπικών κυκλωμάτων, έχουν φορτώσει τα ταμεία με κάθε λογής ομόλογα και άλλες ανάλογου τύπου επενδύσεις χωρίς αντίκρισμα.

Οι πιστωτές του κράτους εξ άλλου δανείζουν την Ελλάδα μόνο επειδή γνωρίζουν ότι έχουν να κερδίσουν πάρα πολλά. Πάντα με την αμέριστη βοήθεια των κυβερνήσεων αυτής της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ολόκληρη την περίοδο της μεταπολίτευσης, 1974-2009, η Ελλάδα έχει πληρώσει σε εξυπηρέτηση χρέους πάνω από 640 δισ. ευρώ για ένα κυλιόμενο δημόσιο χρέος των 300 δισ. ευρώ το 2009. Πρόκειται για μια μέση απόδοση της τάξης του 215%!

Ποια άλλη επιχείρηση μπορεί να υπερηφανευτεί για τέτοιες αποδόσεις;

Γιατί λοιπόν να μη φορτώσουν με δάνεια τη χώρα;

Ωστόσο, αυτό που ομολογεί ο υπουργός Οικονομικών, ότι δη­λαδή το βασικό πρόβλημα έγκειται στις «τόσο μεγάλες ανάγκες δανεισμού», είναι αυτό που αρνιόταν να παραδεχθεί η κυβέρνηση ευθύς εξαρχής. Αντ’ αυτού είχε πλασάρει το γνωστό πια παραμύθι περί «αξιοπιστίας της χώρας στις αγορές».

Για να μη μιλήσουμε για τον Καιάδα του ΔΝΤ, ο οποίος, όπως ομολόγησε πρόσφατα ο υφυ­πουργός Οικονομικών Σαχινίδης, ήταν εξαρχής ο κρυφός στόχος της κυβέρνησης, ήδη από την επομένη των εκλογών.

Όμως αυτό που δεν διευκρινίζει ο κ. Παπακωνσταντίνου είναι το πώς γεννήθηκαν αυτές οι «τόσο μεγάλες ανάγκες δανεισμού».

Το ελληνικό κράτος δανειζόταν ανέκαθεν, όχι για να επενδύσει στην ανάπτυξη της χώρας και στην ευημερία του λαού, αλλά για να ξεπληρώσει παλιότερα δάνεια που είχε συνάψει με επαχθείς όρους.

 

Στον Μητσοτάκη η ρίζα του κακού!

 

«Η μεγάλη αυτή δανειακή επιβάρυνσις εδημιουργήθη συ­νεπεία των υποχρεώσεων των παλαιών δανείων και μάλιστα δανείων μη εισπραχθέντων και μη χρησιμοποιηθέντων χάριν της εθνικής οικονομίας» έγραφε το 1937 ο καθηγητής Άγγελος Αγγελόπουλος σχετικά με την υπέρογκη δανειακή επιβάρυνση του κράτους εκείνης της εποχής.

Οι σημερινές δανειακές ανάγκες, τα σημερινά αδιέξοδα της υπερχρέωσης, έχουν την καταγωγή τους στις ρυθμίσεις των προπολεμικών χρεών της χώρας που έγιναν στη δεκαετία του 1960 από τις κυβερνήσεις της ΕΡΕ και της Ένωσης Κέντρου. Από την περίοδο της απελευθέρωσης, τόσο το ΕΑΜ όσο και σύσσωμη η Αριστερά αργότερα, με κύρια έκφρασή της την ΕΔΑ, είχαν ως βασική θέση τη διαγραφή των προπολεμικών χρεών της χώρας, με σκοπό την αυτοδύναμη παραγωγική ανσυγκρότησή της προς όφελος του λαού της.

Την άποψη αυτή, περί διαγραφής των προπολεμικών χρεών, είχαν υιοθετήσει την εποχή εκείνη και μια σειρά σεβαστών καθη­γητών της οικονομίας, όπως ο μετέπειτα ακαδημαϊκός Άγγελος Αγγελόπουλος, ο διατελέσας διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος Ξενοφών Ζολώτας, ο καθηγητής Δημήτριος Καλιτσουνάκης κ.ά. Το θεωρούσαν – εκτός όλων των άλλων – και ως έναν ελάχιστο φόρο τιμής από τους συμμάχους προς την Ελλάδα που υπέστη ανυ­πολόγιστες καταστροφές κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Φυσικά οι Βρετανοί και οι Αμερικάνοι κάθε άλλο παρά ήταν διατεθειμένοι να ξεχάσουν τα προπολεμικά χρέη της Ελλάδας. Αντίθετα θέλησαν να τα χρησιμοποιήσουν για να τη μετατρέψουν ουσιαστικά σε αποικία τους. Εν τη μεγαθυμία τους, αντί για διαγραφή, πρότειναν αναδιαπραγμάτευση και ρύθμιση των προπολεμικών χρεών.

Έτσι ξεκίνησε ένας οργανωμένος διεθνής διασυρμός της χώρας από τους πιστωτές της προκειμένου να εξασφαλίσουν, μέσα από την ανα­διαπραγμάτευση του προπολεμικού χρέους, όσο το δυνατόν μεγαλύ­τερα οφέλη. Ο διασυρμός αυτός διάρκεσε σχεδόν δυο δεκαετίες, με αποτέλεσμα μια αποικιοκρατική ρύθμιση των προπολεμικών χρεών.

Την τελική αυτή ρύθμιση επέτυχε – ποιος άλλος; – ο κ. Μητσο­τάκης, ως υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, τον Ιούλιο του 1964. Ο Μητσοτάκης προχώρησε σε τέτοια ρύθμιση χρεών, ώστε μπροστά της ωχριούσε ακόμη και η παλιότερη της ΕΡΕ.

«Η ονομαστική αξία των χορηγηθεισών νέων ομολογιών εις τους κομιστάς προπολεμικών εσωτερικών δανείων διαπλασιάζεται, ο τόκος αυξάνεται και θεσπίζεται λαχείον. Εν συγκρίσει προς την ρύθμισιν υπό της κυβερνήσεως της ΕΡΕ, δίνονται ήδη 160% επί πλέον», θριαμβολογούσε τότε η φιλική προς τον Μητσοτάκη «Ελευθερία» (16.7.1964). Ο διακανονισμός αποπληρωμής αυτής της λεόντειας σύμ­βασης προβλεπόταν να γίνει εντός 42 έως 45 ετών. Ο κ. Μητσοτάκης, δηλαδή, το 1964 υποθήκευσε τη χώρα έως το 2006 και 2009!

Με αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα αναγνώριζε και όφειλε να αποπλη­ρώσει προπολεμικά δάνεια από το 1881 σε τουλάχιστον διπλάσια από την τρέχουσα αξία τους. Κι αυτό παρά, το γεγονός ότι είχαν μεσο­λαβήσει δυο επίσημες πτωχεύσεις της χώρας (το 1893 και το 1932) και δυο παγκόσμιοι πόλε­μοι που την είχαν κυριολεκτικά ισοπεδώσει. Το ύψος αυτών των υποχρεώσεων αντιστοιχεί σε σημερινές τιμές γύρω στα 100 δισ. ευρώ! Δηλαδή σχεδόν το ένα τρίτο του σημερινού δημόσιου χρέους. Αυτές αποτέλεσαν τη βάση της δυναμικής του σημερινού χρέους, που είναι πλέον αδύνατο να αποπληρωθεί.

Ο γνωστός ιστορικός της περιόδου Ζορζ Μεϊνό παρατηρούσε ότι ο «εξαναγκασμός της χώρας ν’ αναλάβη την εξυπηρέτηση του δη­μοσίου της χρέους, υποχρέωση με αμφίβολη ηθική βασιμότητα», αποκτά εκ των πραγμά­των «δυσάρεστο χαρακτήρα για την οικονο­μική κατάσταση μιας χώρας από την στιγμή που η κυβέρνησή της είναι υποχρεωμένη να συνάπτη νέα χρέη για να εξασφαλίση την υπηρεσία των παλαιών» αυτά γράφονταν το 1964.

 

Από τη χούντα στον Καραμανλή

 

 Η χούντα κατόπιν θεσμοθέτησε ως αναπόφευκτη την πολιτική υπερχρέωσης ισχυριζόμενη ότι «ο συνεχώς διογκούμενος δανεισμός από την ξένην κεφαλαιαγοράν ακολουθεί ως αναπόφευκτον δυσμε­νές σύνδρομον αυτής της ανωμαλίας (σ.σ.: του ελλειμματικού ισο­ζυγίου πληρωμών), καθιστών ακόμη στενωτέραν την εξάρτησιν από το εξωτερικόν. Και το τελευταίον αυτό αποτελεί την πλέον εντυπωσιακήν ομοιότητα μεταξύ των μικρών εθνικών οικονομικών μονάδων» («Ελεύθερος Κόσμος», 29.12.1968).

Με άλλα λόγια, ως τυπική Ψωροκώσταινα, η Ελλάδα δεν μπορεί να αποφύγει τον δυσμενή δανεισμό από τη διεθνή κεφαλαιαγορά. Ό,τι δηλαδή ισχυρίζονται και οι σημερινοί κυβερνήτες.

Με τη μεταπολίτευση οι κυβερνήσεις Καραμανλή του πρεσβύτε­ρου όχι μόνο αναγνώρισαν τα κρυφά και φανερά χρέη της χούντας, αλλά συνέχισαν στον ίδιο καταστροφικό δρόμο. Ο υφυπουργός Συ­ντονισμού Στ. Δήμας διευκρίνιζε ότι «η χώρα μας… θα συνεχίσει για αρκετά ακόμη χρόνια να έχει την ανάγκη προσφυγής στον εξωτερικό δανεισμό…» («Ναυτεμπορική», 20.10.1979).

Ενώ ο κ. Μητσοτάκης, ως υπουργός Συντονισμού, δήλωνε υπερη­φάνως: «Όλοι επιδιώκουν να μας δανείσουν!» (ό.π.). Και πώς να μην επιδιώκουν να μας δανείσουν, όταν κάθε σύμβαση δανείου, ιδίως από το εξωτερικό, συνοδευόταν με προνομιακούς όρους αποπληρωμής και ταυτόχρονα με δεσμεύσεις αγοράς προϊόντων, βιομηχανικών και άλλων, από την πιστώτρια χώρα;

Κι ενώ ο ελληνικός λαός, από τον «γύψο» της χούντας, έμπαινε στον «γύψο» της μόνιμης λιτότητας επί μεταπολίτευσης, οι κυβερνήσεις Καραμανλή ανακάλυπταν ένα νέο κόλπο για να φορτώνουν με χρέη το Δημόσιο. Αντί να δανείζεται η κεντρική κυβέρνηση, έβαζαν τις δη­μόσιες επιχειρήσεις και τις κρατικές τράπεζες να δανείζονται, για να καλύπτονται οι «μαύρες τρύπες» στον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά και να τροφοδοτούνται με «δανεικά και αγύριστα» οι μεγαλοβιομήχα­νοι και οι κρατικοδίαιτοι μεγαλοεπιχειρηματίες της εποχής.

Έτσι εντέχνως εμφανιζόταν ο δημόσιος δανεισμός να είναι πε­ριορισμένος, την ίδια στιγμή που οι δημόσιες επιχειρήσεις και οι τράπεζες φορτώνονταν με χρέη έως και 10 φορές την κεφαλαια­κή τους σύνθεση.

 

Η εποχή Ανδρέα Παπανδρέου

 

 Το 1981 η πλειονότητα του ελληνικού λαού πίστεψε ότι θα απαλ­λάξει τη χώρα από αυτόν τον βραχνά και ανέδειξε στην κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ, το οποίο είχε υποσχεθεί «σεισάχθεια» για τα χρέη και τιμωρία για τους ενόχους της εξωτερικής υπερχρέωσης της χώρας. Δυστυχώς όμως οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ ανακάλυψαν στον δανεισμό ένα καλό εργαλείο για να εξαναγκάσουν τον λαό να πορευτεί στον ίδιο καταστροφικό κατήφορο.

Μάλιστα ο ίδιος ο Α. Παπανδρέου στην 9η Σύνοδο της Κ.Ε. του ΠΑΣΟΚ το 1983 ανακάλυ­πτε ότι λόγω της κρίσης:

«Η Ελλάδα θα πρέπει να στηριχτεί αρκετά στον εξωτερικό δανεισμό, όχι περισσότερο από πριν, αλλά τουλάχιστον όσο πριν. Και εδώ είναι το κλειδί της ιστορίας. Εάν η οικονομία σου δεν κριθεί φερέγγυα, με κάποια έννοια του νοικοκύρη, θα αναγκαστείς να πας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και να χτυπήσεις την πόρ­τα του. Και αυτοί θα σου δώσουν. Αλλά υπό τον όρο πλέον ότι αυτοί θα επιβάλουν – εκείνοι σε σένα – την οικονομική πολιτική της κυβέρνησής σου. Και αυτό σημαίνει: Τέρμα το σοσιαλι­στικό πείραμα».

Το σκηνικό της προσφυγής στο ΔΝΤ άρχισε να στήνεται από την εποχή που ο Α. Παπανδρέ­ου έκανε την ιστορική ανακάλυψη ενός «σοσι­αλιστικού πειράματος» με δανεικά και μάλιστα χρωστούμενα στις ξένες κεφαλαιαγορές. Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ όχι μόνο αποδέχτηκαν να συνεχίσουν την αποπληρωμή όλων των προηγούμενων ληστρικών δανειακών συμ­βάσεων, αλλά ξεκίνησαν και τον δικό τους καταστροφικό κύκλο υπερχρέωσης.

Για παράδειγμα, φρόντισαν να φορτώσουν στον κρατικό προϋ­πολογισμό τις αποκαλούμενες «προβληματικές επιχειρήσεις», αυτές δηλαδή που είχαν λεηλατήσει οι ιδιοκτήτες τους με την αμέριστη βοήθεια των «δανεικών κι αγύριστων» των κυβερνήσεων Καραμανλή. Όχι μόνο φόρτωσαν στο κράτος τα τεράστια ιδιωτικά χρέη που είχαν συσσωρεύσει αυτές οι επιχειρήσεις, αλλά τις κρά­τησαν για σχεδόν μια δεκαετία ουσιαστικά ανενεργές ή σε κατά­σταση σκόπιμης υπολειτουργίας, πληρώνοντας μέσω του Οργα­νισμού Ανασυγκρότησης των Επιχειρήσεων (ΟΑΕ) τους μισθούς των εργαζομένων σ’ αυτές με αντάλλαγμα την ψήφο τους.

Με τον τρόπο αυτόν όχι μόνο κατέστρεψαν την αφρόκρεμα των παραγωγικών επιχειρήσεων της ελληνικής οικονομίας εκείνης της εποχής, όχι μόνο εκμαύλισαν συστηματικά το πιο παραγωγικό εργατικό δυναμικό της χώρας, αλλά μετασχημάτισαν τη ληστεία των προβληματικών σε ένα τεράστιο δημόσιο χρέος. Τελικά, άλλες τις έκλεισαν και άλλες τις πούλησαν για παλιοσίδερα.

Κι όχι μόνο αυτό. Ο εναγκαλισμός των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ με την τότε ΕΟΚ είχε ως αντάλλαγμα τα Μεσογειακά Ολοκληρω­μένα Προγράμματα (ΜΟΠ), τα οποία αποτέλεσαν την απαρχή των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων προς τη χώρα, έχοντας ευθύς εξαρχής σκοπό να εκμαυλίσουν και να διαφθείρουν πλατιά κοινω­νικά στρώματα, ώστε να αποδεχτούν την υποταγή της χώρας στην «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση».

Προκειμένου οι αγρότες να μη φωνάζουν για την αδιάθετη πα­ραγωγή τους, τους έμαθαν να νοιάζονται μόνο για τα θαφτικά των χωματερών και τις επιδοτήσεις άνευ αντικρίσματος. Προκειμένου η επαγγελματική διανόηση να μη διαμαρτύρεται για τη μάστιγα της ανεργίας, της υποαπασχόλησης και της ετεροαπασχόλησης, τους έμαθαν να βολεύονται με τα κοινοτικά προγράμματα. Έτσι έκαναν τη δουλειά τους ανενόχλητοι και οι ποικίλοι επιτήδειοι του κομματικού μηχανισμού που συντηρούν ανέκαθεν και αναπαρά­γουν την εξουσία. Έτσι, για κάθε 100 ευρώ κοινοτικών επιχορηγή­σεων, το δημόσιο χρέος αυξανόταν κατά 250.

Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ αδιαφόρησαν πλήρως για την εκτί­ναξη των εξωτερικών ελλειμμάτων, στην οποία συνέβαλε αποφασι­στικά πρώτα η ΕΟΚ και αργότερα η Ε.Ε. Πώς αντιμετώπισαν αυτήν την εκτίναξη; Με τον πολύ παραδοσιακό τρόπο. Με επιστροφή, από το 1984 και μετά, στη μονόπλευρη λιτότητα και φυσικά στην έξαρση του δημόσιου δανεισμού.

Την εποχή εκείνη πλήθαιναν οι προειδοποιήσεις για τον εκτρο­χιασμό του δημόσιου χρέους, ειδικά του εξωτερικού. Ο ακαδημα­ϊκός Άγγελος Αγγελόπουλος προειδοποιούσε ότι το 75% των νέων δανείων χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση των παλιών και επομένως «είναι πολύ αμφίβολο αν κατά τα προσεχή έτη η Ελλάς θα μπορεί να δανείζεται τόσο σημαντικά ποσά δίχως παρεμβάσεις διεθνών οργανισμών, δίχως δεσμεύσεις έναντι των δανειστών και δίχως υποθήκευση του οικονομικού μέλλοντος της χώρας» («Το Βήμα», 15.9.1985).

 

Το 1986 πρώτη φορά στο ΔΝΤ…

 

 Η προειδοποίηση του Αγγελόπουλου δεν άργησε να επαλη­θευτεί. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αδυνατώντας να δανειστεί από το εξωτερικό, προσέφυγε το 1986 στην ΕΟΚ. Οι Βρυξέλλες ανταποκρίθηκαν με δάνειο της τάξης των 1,75 δισ. Ευρωπαϊκών Νομισματικών Μονάδων, το οποίο θα δινόταν σε δυο δόσεις «μετά από ανασκόπηση εκ μέρους της Νομισματικής Επιτροπής του ΔΝΤ της πορείας της ελληνικής οικονομίας κατά το 1986», όπως σημείωνε η έκθεση του ΔΝΤ εκείνη τη χρονιά.

 Ήταν η πρώτη φορά που οι Βρυξέλλες έστελναν την Ελλάδα στο ΔΝΤ με μοχλό τον δανεισμό. Το τι ζητούσε το ΔΝΤ για να εγκρίνει τον εξωτερικό δανεισμό της ελληνικής κυβέρνησης ήταν αυτονόητο: «σταθερή εισοδηματική πολιτική ώστε να περιορι­στεί η αύξηση του κόστους εργασίας συνοδευόμενη από αυστη­ρή νομισματική και οικονομική πολιτική…» («Ναυτεμπορική», 24.8.1986). Δηλαδή περικοπές μισθών, περικοπές δαπανών, άνοιγ­μα των αγορών, ιδιωτικοποιήσεις κ.ο.κ.

Αυτός που ανέλαβε να διεκπεραιώσει τις έξωθεν «υποδείξεις» ήταν ο γνωστός κ. Σημίτης, ο οποίος, ως υπουργός Οικονομικών, υπο­στήριζε το 1986 ότι «η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου οδήγησε σε αύξηση του εξωτερικού χρέους της χώρας». Επομένως «πρόγραμμα για τη συγκράτηση του εξωτερικού χρέους, χωρίς συγκράτηση της εγχώριας ενεργού ζήτησης, δεν μπορεί να υπάρξει» («Εξόρμηση», 7.2.1986) Τι φταίει λοιπόν για τον δανεισμό; Το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Τσακίστε το. Αυτή ήταν η φιλοσοφία Σημίτη.

Αυτό που ακολούθησε ήταν ουσιαστικά δυο δεκαετίες αυ­στηρής λιτότητας, ανοίγματος των αγορών, ιδιωτικοποιήσεων, απορρύθμισης των πάντων κ.ο.κ. Το αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να γίνει το λατρεμένο παιδί των διεθνών κεφαλαιαγορών και να δανείζεται ασύστολα. Το δημόσιο χρέος και η εξυπηρέτησή του εκτινάσσονται στα ουράνια.

Όσο έβρισκε δάνεια καμιά κυβέρνηση δεν νοιάστηκε για το δημόσιο χρέος. Ούτε ο Μητσοτάκης ούτε ο Α. Παπανδρέου ούτε ο Σημίτης ούτε κι ο Καραμανλής. Κι όσο συμπίεζαν μισθούς και συντάξεις, όσο άνοιγαν όλο και περισσότερο τις αγορές, όσο ξε­πουλούσαν και ιδιωτικοποιούσαν το σύμπαν, τόσο περισσότερο πίστευαν ότι θα βρίσκουν εσαεί να δανείζονται όσα ήθελαν, ανε­ξάρτητα από το ύψος του δημόσιου χρέους.

 Κι έτσι φτάσαμε εδώ που είμαστε σήμερα, με μια διαλυμένη οικο­νομία, ένα χρεοκοπημένο κράτος και υπό καθεστώς κατοχής. Κι αντί να καθίσουμε στο σκαμνί τους αρχιτέκτονες αυτής της καταστρο­φής, τον κ. Μητσοτάκη, τον κ. Σημίτη και όλους τους υπόλοιπους, τους ανεχόμαστε να βγαίνουν δημόσια και να διαγκωνίζονται για νέους ρόλους στη «νέα μεταπολίτευση» που σχεδιάζουν οι επικυρίαρχοι πάνω στο πτώμα της χώρας και του λαού της.

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος – αναλυτής

 

ΠΗΓΗ: 21-05-2010,  «ακυβέρνητες πολιτείες».

Το παραπάνω πολύ επιτυχημένο πρωτοσέλιδο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ  (με αριθμό φύλλου 1604) [ΣΣ: ΠΕΜΠΤΗ, 20-05-2010), από την οποία θα αναδημοσιεύσω το πολύ καλό άρθρο του οικονομολόγου-αναλυτή Δημήτρη Καζάκη με τίτλο «Οι βαθιές πολιτικές ρίζες της ελληνικής χρεοκοπίας».  Αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω τους ανθρώπους της εφημερίδας για την άδεια αναδημοσίευσης του συγκεκριμένου άρθρου μετά από επικοινωνία που είχαμε.  Προς το παρών δεν υπάρχει στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας.  

Αξίζει να το διαβάσουμε για να κατανοήσουμε επιτέλους το πώς φτάσαμε ως εδώ αλλά και το ποιοί έχουν την πολιτική ευθύνη στο ακέραιο. Γιατί τελικά ΔΕΝ «έχουν όλοι ευθύνη για την κρίση» και κυρίως οι εργαζόμενοι. Για συνεχή ροή πληροφόρησης επισκεφθείτε το site της εφημερίδας.  

http://yiannis63.wordpress.com/2010/05/21/%CE%BF%CE%B9-%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CE%B9-%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%BF%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CE%B2%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CE%AD%CF%82-%CF%80%CE%BF%CE%BB/

… αρχίζω να μην ανέχομαι μια Αριστερά…

Πώς σκουριάζει το ατσάλι…

 

Επειδή είμαι αριστερός και θα πεθάνω αριστερός, αρχίζω να μην ανέχομαι μια Αριστερά που αρχίζει να με πεθαίνει…

 

Του Στάθη (Σταυρόπουλου)*

 

 

 

Οταν γράφει κανείς περί Αριστεράς, αν είναι αριστερός όπως και η αφεντιά μου, γράφει ταυτοχρόνως και υπέρ Αριστεράς – ενίοτε κι αθέλητα, αλλά συνήθως εκούσια. Τουλάχιστον υπέρ της Αριστεράς έτσι όπως ο καθένας εννοεί τη δόκιμη εκδοχή της, μιας και πλέον, σκόρπιοι έτσι όπως πολλοί φθάσαμε να 'μαστε, ο καθένας μπορεί να διατηρεί την πολυτέλεια του «προσωπικού του κομμουνισμού» – αριστοκρατικό μεν, αλλά καμμιά φορά ψυχοσωτήριο…

Με έναν λόγο, πολλοί αριστεροί τα τελευταία χρόνια διάγουμε εν αναμονή. Για αυτούς ο λόγος σήμερα, για εμάς – οι οργανωμένοι στα κόμματα της Αριστεράς είναι άλλη υπόθεση, μάλλον ανώτερη, οι σύντροφοι αυτοί την αντέχουν ακόμα την καλογερική και μπράβο τους, ότι βαρειά. Τους βγάζω το καπέλο κι επικαλούμαι τη συμπάθειά τους (όπως άλλωστε και τη δική σας, όσοι είσθε αριστεροί κι όσοι δεν είσθε) για όσα θα πω παρακάτω.

Οταν, προ ετών, δημιουργήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, πολλοί αριστεροί, άλλοι διστακτικά κι άλλοι με ενθουσιασμό, έσπευσαν σε έναν «κοινό τόπο» όπου θα μπορούσαν να ζυμωθούν ιδέες, να γεννηθούν προτάσεις -κυρίως αυτό- και να βγάλουν την Αριστερά, σε μια εποχή που ο λαός και η κοινωνία την είχαν ανάγκη περισσότερο από ποτέ, από το σύνδρομο της ιστορικής πολιτικής (αλλά όχι ιδεολογικής) ήττας.


 Σιγά σιγά ο κόσμος που προσήλθε σε αυτό το φόρουμ άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι έχει να κάνει απλώς με μια νεκρανάσταση της παλιάς αριστερής παθολογίας, μάλιστα σε μορφές της -αριστερίστικες- από τις πλέον επαχθείς κι απεχθείς. Ανθρωποι συνηθισμένοι να ζουν στο πλαίσιο του μικρόκοσμου-γκρουπούσκουλου, ιδρυματικοί, που στην «εποχή τους» είχαν στείλει κόσμο στο σπίτι του (παρά τις φιλοδοξίες τους να τον στείλουν στα ψυχιατρεία), άρχισαν εκ νέου να δίνουν τον τόνο στο πείραμα του ΣΥΡΙΖΑ, με

αποτέλεσμα αντί το νέο σχήμα να εξελιχθεί σε συνάντηση κι ώσμωση ανθρώπων, συλλογικοτήτων και κομμάτων, να ξεπέσει σε ένα τεραίν διαρκούς καταμέτρησης και αναμέτρησης των εσωτερικών του συσχετισμών. Μάλιστα, ούτε καν για την παραγωγή πολιτικής (πόσω μάλλον ιδεολογίας και ήθους), αλλά μόνον για τη νομή της (μικρο)εξουσίας.

Κι έτσι, οι άνθρωποι άρχισαν να φεύγουν απ' τον ΣΥΡΙΖΑ και να μένουν τα γκρουπούσκουλα. Η επιρροή του σχήματος στην κοινωνία ξεφούσκωσε και τις ελπίδες διαδέχθηκαν η κριτική και επικριτική στάση.

Προσωπικώς ομνύω στην Αριστερά του καλού, τη λαϊκή Αριστερά, με τις παραδόσεις και τον πολιτισμό της, την ταξική Αριστερά ενός δημοκρατικού κομμουνισμού, ανοιχτόκαρδου, ανοιχτόμυαλου, πειθαρχικά οργανωμένου, ανεκτικού με τα παιδιαρίσματα των ανθρώπων, ικανού να προστατεύει τα πρόσωπα απ' τη βαρβαρότητα των συλλογικοτήτων, όταν εκφυλίζονται σε θρησκευτικά τάγματα. Ουτοπίες, θα μου πείτε, μεγάλο το δίκιο σας…


Ομως μεγάλο και το άδικο. Και για τον κόσμο της Αριστεράς και για την κοινωνία που περιμένει την Αριστερά τουλάχιστον πρόμαχο στα δίκια της.

Οπως απεδείχθη, αυτό που κυρίως παράγουν τα γκρουπούσκουλα, άλλοτε συνιστώσες κι άλλοτε υποσύνολα μέσα στις συνιστώσες, είναι το ένδον μίσος. Ενα μίσος μεταξύ τους και προς όποιον άλλον στοχοποιήσουν, που βγάζει μάτια, ανυπόφορο, αδυσώπητο κι ανισόρροπο. Ατελεύτητο.

Ομως η Αριστερά που μισεί τα άλλα της μισά, δεν αγαπάει τον κόσμο. Ο κόσμος το νοιώθει αυτό, πικραίνεται στην αρχή κι ύστερα αηδιάζει και βδελύσσεται.

Λόγος, με τέτοιους όρους, για πολιτική (θέμα κομματικής δεν τίθεται) ενότητα της Αριστεράς δεν μπορεί να γίνει, χωρίς να 'ναι από χέρι απελπισμένος. Διότι όσοι προσπαθούν να διαλεχθούν, χαρακτηρίζονται συχνά από λογής ταμπέλες που αφειδώς κοτσάρουν οι πάντες στους πάντες, χωρίς αιδώ, δεύτερη σκέψη και συχνά με άκραν δολιότητα.

Οι κλασικές αρετές που οι πάντες αναγνώριζαν σε έναν αριστερό, της αλληλεγγύης, της συντροφικότητας, της ανιδιοτέλειας, έχουν γίνει για πολλούς από μας καπνός και κατά τον εξυπνακισμό, τον κυνισμό και την αποηθικοποίηση της καθημερινής μας στάσης απέναντι στα πράγματα, μοιάζουμε ήδη από καιρό σε αυτούς που κατηγορούσαμε, τους συστημικούς, τους καριερίστες και τους αριβίστες.

Κι έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται τώρα να διαλύεται στον εσωτερικό μικρόκοσμο των γκρουπούσκουλων. Δεν ξέρω αν πνέει τα λοίσθια, αλλά ξέρω ότι η ταπεινότης μου, όπως και πολλοί άλλοι αριστεροί δεν μπορούν πια να διαλέγουν απ' την Κική και τη Φωφώ ποια θα τους τη φέρει καλύτερα. Κι αν κι αυτήν τη φορά ψηφίσουμε κάποιοι από μας αυτήν την Αριστερά, θα το κάνουμε με κρύα καρδιά και χωρίς καμμιά ελπίδα.

Η μόνη ελπίδα πλέον (για πολλούς από μας) είναι οι νέες γενιές να υπερβούν τη δική μας παθογένεια, ξαναδίνοντας στην Αριστερά τα νοήματά της…

 

ΥΓ.: Υπάρχουν ακόμα και πάντα θα υπάρχουν πολλοί αγωνιστές της Αριστεράς, των οποίων τον αγώνα και την προσωπική στάση εκτιμώ και σέβομαι. Το πολιτικό όμως αποτέλεσμα της συλλογικής τους δράσης είναι δραματικά κατώτερο (κι επί μακρόν πλέον διάστημα) των απαιτήσεων της συγκυρίας. Ανήκω σε 'κείνους που εμφορούνται από «ιστορική αισιοδοξία», ξέρω ότι «η Γη θα γίνει κόκκινη», ήλπιζα όμως αυτό να συμβεί πριν να πάμε στα άστρα…

 

* ΣΤΑΘΗΣ Σ. 20.ΙΧ.2010 stathis@enet.gr  

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010, http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=204741

Πίσω έχει η απογραφή την… ουρά!

Πίσω έχει η απογραφή την… ουρά!

 

ΝΕΟΣ ΓΥΡΟΣ ΜΕ ΨΑΛΙΔΙΣΜΑ ΜΙΣΘΩΝ, ΜΕΙΩΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΤΑΞΕΙΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΟΜΕΑ

 

Του Χρήστου Κάτσικα

 

 

 

Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι οποίοι εξέφρασαν ευθύς εξαρχής την απορία τους, όταν η κυβέρνηση ανακοίνωσε την πρόθεσή της να απογράψει τους δημοσίους υπαλλήλους. Η Κοινή Υπουργική Απόφαση του υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του υπουργείου Οικονομικών, με βάση το Νόμο 3845/2010, κάλεσε κάθε δημόσιο υπάλληλο ξεχωριστά να καταγραφεί με δική του ευθύνη, με τη ρητά διατυπωμένη, μάλιστα, απειλή ότι όποιος δεν απογραφόταν θα αντιμετώπιζε τη διακοπή της μισθοδοσίας του το φθινόπωρο που θα κάνει το ντεμπούτο της η νεοσυσταθείσα Ενιαία Αρχή Πληρωμών. Το βασικό ερώτημα εστιάστηκε στο γιατί η καταγραφή δεν γινόταν με τα στοιχεία που ήδη διέθεταν οι διευθύνσεις προσωπικού υπουργείων και άλλων φορέων του Δημοσίου.

Στην Κοινή Υπουργική Απόφαση τονιζόταν επίσης ότι «με την απόφαση αυτή, η ελληνική κυβέρνηση κάνει ένα ακόμα βήμα για τη βελτίωση της λειτουργίας του κράτους και δείχνει την αποφασιστικότητά της να διορθώσει χρόνιες γραφειοκρατικές αγκυλώσεις. Το κράτος αποκτά για πρώτη φορά πλήρη εικόνα των αμοιβών σε όλο το φάσμα του Δημοσίου, ενώ γίνεται πράξη το αυτονόητο, η πλήρης καταγραφή των εργαζομένων, που θα επιτρέψει την ουσιαστική αξιοποίησή τους και παράλληλα τη δυνατότητα καλύτερου ελέγχου των δαπανών του Δημοσίου, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις, σε ένα δεύτερο στάδιο, για δημιουργία ενιαίου μισθολογίου».

Όποιος έχει στοιχειώδη εμπειρία από τους μάγιστρους της επικοινωνιακής πολιτικής της κυβέρνησης μπορεί να διακρίνει με γυμνό οφθαλμό τις αθέατες σκοπιμότητες: Η όλη διαδικασία, με τη βοήθεια των ηλεκτρονικών μας γκουβερνάντων, με τα ατελείωτα άρθρα της δημοσιογραφίας της αυλής και με το βάρος των πρόθυμων διανοουμένων της οθόνης, ερχόταν να πριμοδοτήσει, να στερεώσει και να νομιμοποιήσει έναν από τους βολικότερους αστικούς μύθους για το διογκωμένο συγκεντρωτικό κράτος με τους άπειρους, προνομιούχους και βαριεστημένους δημοσίους υπαλλήλους, ο αριθμός των οποίων σχετίζεται, αφενός, με τα δημοσιονομικά ελλείμματα, αφετέρου με τις αναχρονιστικές αγκυλώσεις της κρατικής μηχανής. Στη συνείδηση της κοινής γνώμης οι δημόσιοι υπάλληλοι παρουσιάστηκαν για μια ακόμη φορά με αριστοτεχνικό τρόπο σαν το βαρίδι στα πόδια μιας κοινωνίας και μιας οικονομίας που θέλει να προχωρήσει και δεν μπορεί.

Πριν από κάθε επίθεση προηγείται η προπαγάνδα η οποία χρησιμοποιείται για να λιπάνει το έδαφος. Στόχος, η συκοφάντηση του αντιπάλου, η απομόνωσή του από σύμμαχες δυνάμεις, σε τέτοιο βαθμό που το θύμα να αποδεχθεί τη θυσία σαν να είναι θέλημα Θεού. Να γίνει ξεκάθαρο: Η συζήτηση για το μέγεθος του δημόσιου τομέα και για την έκταση της απασχόλησης σ’ αυτόν με τους όρους που γίνεται είναι προφανές ότι λειτουργεί στην κατεύθυνση της νομιμοποίησης της ιδιωτικοποίησης και της απόσυρσης του κράτους από δραστηριότητες υπέρ των ιδιωτών.

Το γεγονός ότι το αποτέλεσμα της απογραφής (768.000, εκ των οποίων οι 160.000 είναι ένστολοι και άλλοι 100.00 είναι συμβασιούχοι, αιρετοί κ.λπ.) δεν συνάδει με την προβολή όλη την προηγούμενη περίοδο ενός κράτους-μαμούθ 1.000.000 και βάλε δημοσίων υπαλλήλων και έχει μικρή σημασία για τους επικοινωνιολόγους της υποταγής και ακόμη μικρότερη για τους πολιτικούς εργοδότες τους. Εξάλλου, σύμφωνα με τα στοιχεία των κρατικών υπηρεσιών τα οποία αποστέλλονται τακτικά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το Μάρτιο του 2009 ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων ανερχόταν – κατά προσέγγιση – σε 741.148 άτομα.

Στο σημείο αυτό έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι αριθμοί. Αν ρίξει κανείς μια ματιά μόνο στο ποσοστό που καταλαμβάνει η απασχόληση στο δημόσιο τομέα στο σύνολο της γενικής απασχόλησης θα διαπιστώσει πως το ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων στην Ελλάδα δεν απέχει καθόλου από το μέσο όρο του ποσοστού των δημοσίων υπαλλήλων στις χώρες της Ευρωζώνης, στις ΗΠΑ και στον Καναδά.

 

Η ΕΕ μαντάρει, μοντάρει και ταχτοποιεί

 

Πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι: Η απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων δεν αποτελεί παρά τμήμα μιας οργανωμένης επιχείρησης σε επίπεδο ΕΕ, η οποία μοντάρεται εδώ και αρκετό καιρό και με την ευκαιρία της κρίσης επιταχύνθηκε η προσπάθεια υλοποίησής της. Αναφερόμαστε, βεβαίως, στη νέα ευρωπαϊκή στρατηγική «Ευρώπη 2020», που περιλαμβάνει στο μενού της ως πρόγευμα την αυστηροποίηση του Συμφώνου Σταθερότητας και την «οικονομική διακυβέρνηση», θέματα που βρέθηκαν στο επίκεντρο των συνομιλιών στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ στις Βρυξέλλες στις 17-18 Ιουνίου του 2010.

Λίγες μέρες αργότερα, στις 30 Ιουνίου 2010, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία περιγράφεται μια σειρά από εργαλεία για την ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ και της Ευρωζώνης. Σε πρώτο επίπεδο το νέο μοντέλο οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωζώνης σημαίνει μεγαλύτερο έλεγχο των δημοσιονομικών και των οικονομικών πολιτικών κάθε χώρας-μέλους από τις Βρυξέλλες. Στα πλαίσια αυτά συμφωνήθηκαν συγκεκριμένες προτάσεις, όπως η εκ των προτέρων – κάθε άνοιξη, αρχής γενομένης από το 2011 – αξιολόγηση σε κοινοτικό επίπεδο των σχεδίων προϋπολογισμών των κρατών-μελών πριν κατατεθούν και εγκριθούν από τα εθνικά κοινοβούλια.

Η εφαρμογή της ολοκληρωμένης ενισχυμένης επιτήρησης, τόσο των δημοσιονομικών πολιτικών, όσο και των μακροοικονομικών και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, συνοδεύεται από κυρώσεις για την πρόληψη ή τη διόρθωση των εκτροπών που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την οικονομική σταθερότητα της ΕΕ και της Ευρωζώνης. Για να περιοριστεί ο κίνδυνος μη συμμόρφωσης των χωρών με τους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας, η καγκελάριος της Γερμανίας πρότεινε να υπάρχουν αυστηρές ποινές στους παραβάτες, με κυρώσεις που θα ξεκινούν από την παρακράτηση πόρων από τα κοινοτικά Ταμεία και θα φτάνουν έως τον αποκλεισμό των παραβατών από τις ψηφοφορίες στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια και, σε περίπτωση υποτροπής, στον αποκλεισμό τους από την Ευρωζώνη. Στο πλαίσιο, λοιπόν, της ιδέας για «οικονομική διακυβέρνηση» της ΕΕ προωθούνται κατευθύνσεις για τον ορισμό ενός πλαφόν, που θα αναφέρεται στο ανώτατο όριο των υπαλλήλων (οι αμοιβές των οποίων χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό) ως ποσοστό του πληθυσμού ή του ενεργού πληθυσμού ή αλλιώς για τον ορισμό ενός πλαφόν του κρατικού προϋπολογισμού το οποίο θα εξυπηρετεί τη μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων.

Ας έρθουμε τώρα στη χώρα μας για να δούμε με ποιους τρόπους υλοποιούνται οι κατευθύνσεις αυτές. Σύμφωνα με τις επιταγές του Μνημονίου, τους επόμενους μήνες η κυβέρνηση πρέπει να παρουσιάσει έναν καινούριο κρατικό μηχανισμό, οπωσδήποτε, εκτός των άλλων, πιο φθηνό. Το μισθολογικό κόστος του Δημοσίου το 2009, πριν από την εφαρμογή του προγράμματος σταθερότητας, ήταν 12,5 δις ευρώ, από τα οποία περίπου 5 δις αφορούσαν επιδόματα. Με το «πάγωμα» των μισθών και τη μείωση δώρων και επιδομάτων προβλέπεται μείωση της μισθολογικής δαπάνης κατά 1,1 δις ευρώ το 2010. Η συνολική μείωση μέχρι και το 2013 προϋπολογίζεται σε 2,7 δις ευρώ και κατανέμεται ως εξής:

– Το 2011 η μισθολογική δαπάνη θα μειωθεί κατά 400 εκατ. ευρώ ακόμη, με το ψαλίδι που έχει μπει σε δώρα και επιδόματα, και 100 εκατ. ευρώ επιπλέον, με την εφαρμογή του ενοποιημένου συστήματος πληρωμών.

– Το 2012 το μισθολογικό κόστος πρέπει να υποχωρήσει κατά 600 εκατ. ευρώ, με την περαιτέρω μείωση των προσλήψεων (κάτω και από τη σχέση μία πρόσληψη για κάθε πέντε συνταξιοδοτήσεις), και το 2013 επίσης άλλα 500 εκατ. ευρώ.

– Επιπλέον 1,5 δις ευρώ εξοικονόμηση προβλέπεται την τριετία 2011-2013, με την εφαρμογή του «Καλλικράτη».

 

Με όχημα το νέο μισθολόγιο

 

Το όχημα του νέου ψαλιδίσματος των μισθών θα είναι το λεγόμενο νέο μισθολόγιο του οποίου ο κεντρικός άξονας είναι η «εξίσωση των μισθών προς τα κάτω». Σύμφωνα με το σενάριο που επεξεργάζεται η κυβέρνηση, πλήθος επιδομάτων θα καταργηθεί, ενώ κάποια επιδόματα, όπως είναι το κίνητρο απόδοσης ή το επίδομα εξομάλυνσης που το λαμβάνουν όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, θα ενσωματωθούν στο βασικό μισθό. Είναι αναπόφευκτο, λοιπόν, ορισμένες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων να υποστούν σημαντικές περικοπές στις μηνιαίες αποδοχές τους, ενώ μειωμένες θα είναι οι αποδοχές και για τους νεοπροσλαμβανόμενους στο Δημόσιο.

Παράλληλα, η κεντρική γραμμή είναι η μείωση των δημοσίων υπαλλήλων, αφενός μέσω της δραστικής μείωσης των προσλήψεων, αφετέρου μέσω της δρομολόγησης νέων και εκτεταμένων ιδιωτικοποιήσεων υπηρεσιών και εκχώρηση των λειτουργιών τους σε ιδιώτες. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Μνημόνιο προβλέπεται ότι σε κάθε πέντε παραιτήσεις – αποχωρήσεις δημοσίων υπαλλήλων θα προσλαμβάνεται ένας, ενώ η πρόβλεψη για «εξαίρεση» του τομέα της Υγείας και της Παιδείας μοιάζει με πικρόχολο ανέκδοτο, καθώς στην παραίτηση – αποχώρηση 11.500 μονίμων εκπαιδευτικών η κυβέρνηση «απάντησε» με 2.825 όλες κι όλες προσλήψεις.

 

ΠΗΓΗ: Επίκαιρα, 17 Σεπτεμβρίου, 2010, http://m-epikaira.gr/2010/09/%CF%80%CE%AF%CF%83%CF%89-%CE%AD%CF%87%CE%B5%CE%B9-%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE-%CF%84%CE%B7%CE%BD%E2%80%A6-%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AC/

Η μάχη του Μαραθώνα Ι

Η μάχη του Μαραθώνα

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Συμπληρώθηκαν 2.500 έτη από τον θρίαμβο των Αθηναίων και Πλαταιέων κατά των Περσών. Τότε “Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι, χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν” (επίγραμμα Σιμωνίδη). Με την ευκαιρία της επετείου τονίστηκαν εκείνα που κατά καιρούς έχουν γραφεί τόσο από Έλληνες όσο και από άλλους Ευρωπαίους μετόχους του δυτικού λεγομένου πολιτισμού. Θεωρείται από πολλούς ότι η ελληνική νίκη υπήρξε σταθμός στην παγκόσμια ιστορία. Υπήρξε νίκη του πολιτισμού κατά της βαρβαρότητας, της ελευθερίας κατά της δουλείας, της λογικής κατά του ανατολικού μυστικισμού. Εκείνο που θα αποφύγουν οι πολλοί να αναλύσουν είναι το πόσο επηρέασε τους νικητές το πνεύμα των ηττημένων και ποιές οι συνέπειες αυτής της επιρροής.

Οι αρχαίοι πρόγονοί μας του Νότου είχαν υιοθετήσει αυστηρό διαχωρισμό των ιδίων από όλους τους άλλους, τους οποίους χαρακτήριζαν συλλήβδην βαρβάρους. Η επιχειρούμενη στις ημέρες μας από Νεοέλληνες, κατά βάση μη ειδικούς, άμβλυνση αυτού του διαχωρισμού με βάση απόσπασμα εκ του “πανηγυρικού λόγου” του Ισοκράτους (380 π.Χ.) μαρτυρεί ότι οι απόγονοι εκείνων που μεγαλούργησαν μάλλον δεν μετέχουμε της ελληνικής παιδείας. Μάλιστα με ανεξήγητη υστερία επιχειρούμε την κατεδάφιση όλων εκείνων που μας συνδέουν με την ελληνική αρχαιότητα, αφού πιστέψαμε προηγουμένως ότι έχουμε ξεμπερδέψει με το “σκοτεινό” Βυζάντιο, του οποίου την κληρονομιά αποποιηθήκαμε. Ο διαχωρισμός σε Έλληνες και βαρβάρους είχε φθάσει στο σημείο να χαρακτηριστούν βάρβαροι από τους Θουκυδίδη και Δημοσθένη (για διαφορετικούς λόγους) ακόμη και οι Μακεδόνες με ιστορικές συνέπειες οδυνηρές για τη Νέα Ελλάδα κατά τους πρόσφατους αιώνες. Η λέξη βάρβαρος είναι ηχομιμητική και δήλωνε αρχικά τον μη ομιλούντα την ελληνική. Με την πάροδο του χρόνου κατέληξε να σημαίνει εκείνον που χαρακτηρίζεται από αγριότητα και αδυνατεί να αναπτύξει πολιτισμό ή να υιοθετήσει πολιτιστικά στοιχεία του πολιτισμού άλλων.

Περί πολιτισμού έχουν γραφεί πλείστα όσα, κατά κανόνα όμως αποφεύγεται η διάκριση μεταξύ τεχνικού και πνευματικού πολιτισμού, όπου ο όρος “πνευματικός” εννοείται με τη χριστιανική έννοια. Όλοι μαθαίνουμε από την ιστορία ότι οι πρώτοι τεχνικοί πολιτισμοί αναπτύχθηκαν στην εύφορη Μεσοποταμία και στην Αίγυπτο. Και παρά την αίσθηση του ελληνικού μονοπωλείου 3 από τα 7 θαύματα του αρχαίου κόσμου είναι κατασκευάσματα εκτός ελληνικού πολιτισμού, μάλιστα προηγούνται χρονικά. Δεν υπήρξαν λαοί, οι οποίοι να περιορίστηκαν στην ανάπτυξη τεχνικού πολιτισμού και μόνο δίχως κάποιον εκπρόσωπό τους, ο οποίος μέσα στο σκότος της ειδωλολατρείας να ανέπτυξε απόψεις με άρωμα πνευματικότητας. Υπό το πρίσμα αυτό εξετάζοντας τη διάκριση που επιχείρησαν οι πρόγονοί μας διαβλέπουμε πνεύμα αλαζονείας, χωρίς να αφήνουμε τη διαπίστωση αυτή να μας οδηγήσει στην υποτίμηση της θαυμαστής τους πορείας τους στο ιστορικό στερέωμα.

Ο Δαρείος, που οργάνωσε την πρώτη εκστρατεία κατά των Ελλήνων, είχε φονεύσει 55.000 εξεγερθέντες σε περιοχή της αχανούς αυτοκρατορίας του. Δεκαετίες αργότερα οι Αθηναίοι εφόνευσαν όλους τους άνδρες της Μήλου, επειδή αντιστάθηκαν, και πούλησαν τα γυναικόπαιδα στα σκλαβοπάζαρα. Αιώνες αργότερα οι καυχόμενοι ως συνεχιστές του αρχαιοελληνικού πολιτισμού Δυτικοευρωπαίοι, χριστιανοί πλέον κατ’ όνομα, εξόντωσαν τους ιθαγενείς της Αμερικής, εξανδραπόδισαν τους κατοίκους της Αφρικής, καταπίεσαν τους λαούς των αποικιών τους, προκάλεσαν αγριότατους, φονικότατους και καταστροφικότατους πολέμους, υποτίμησαν μέχρι πλήρους απωλείας της αξίας του τον άνθρωπο! Τα του πολιτισμού λοιπόν ας τα διαχειριζόμαστε προσεκτικότερα.

Η αγάπη προς την ελευθερία υπήρξε από τις πλέον χαρακτηριστικές αρετές των αρχαίων Ελλήνων. Το βασίλειο των Περσών, όπως και τόσα άλλα της Ανατολής με εξαίρεση μοναδική το θεοκρατικό Ισραήλ, ήσαν θεμελιωμένα στην απόλυτη μοναρχία, κύριο γνώρισα της οποίας ήταν ο επεκτατισμός για λόγους απληστίας και κενοδοξίας. Άμεση συνέπεια αυτού ήταν η δουλοκτησία. Οι Έλληνες όχι μόνο δεν προσέφεραν γην και ύδωρ προς τους απεσταλμένους του Δαρείου, αλλά έλαβαν την απόφαση να αντισταθούν στη στρατιά που επιβουλευόταν την ελευθερία τους. Με κάποιες ταλαντεύσεις βέβαια, καθώς κάποιοι πάντοτε επηρεάζονται από τους συσχετισμούς των δυνάμεων. Σημασία έχει πάντως η τελική απόφαση. Οι Έλληνες με τη νίκη τους δεν διατήρησαν μόνο την ελευθερία τους εξαναγκάζοντας τους Πέρσες να περιορισθούν σε κυριαρχία επί της ασιατικής ηπείρου και μόνο. Έδειξαν περίτρανα στην ιστορία αυτό που τόσο χαρακτηριστικά διατύπωσε με τον δυνατό του στίχο ο Παλαμάς: “Η μεγαλοσύνη στα έθνη δεν μετριέται με το στρέμμα. Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και το αίμα”! Αυτή η αγάπη προς την ελευθερία υπήρξε η πιό λαμπρή κληρονομιά. Και ο Έλληνας επί αιώνες επαναλάμβανε το κατόρθωμα των μαραθωνομάχων, καθώς, όπως γράφει ο Μακρυγιάννης “όλα τα θερία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά”! 

Η ελευθερία θεωρείται άρρηκτα συνυφασμένη με τη δημοκρατία. Αυτή δεν είχε συμπληρώσει ακόμη ούτε δύο δεκαετίες στην Αθήνα, όταν διεξήχθη η μάχη στον Μαραθώνα. Τη μάχη παρακολούθησε ο τελευταίος προ αυτής τύραννος, ο Ιππίας, ο οποίος αναζήτησε καταφύγιο στην αυλή του Δαρείου. Αργότερα η αυλή αυτή θα φανεί πολύ “φιλόξενη” για πλείστους όσους Έλληνες αισθάνονταν τη ζωή τους σε κίνδυνο. Αυτή η δημοκρατία κατεδίκασε μετά έτος από τον θρίαμβο τον Μιλτιάδη, τον κύριο συντελεστή της νίκης, αρχικά σε θάνατο και στη συνέχεια σε βαρύτατο πρόστιμο. Ο ήρωας πέθανε μετά από λίγο στη φυλακή! Κανείς διαχρονικά δεν ανέλυσε την αχίλλεια πτέρνα της δημοκρατίας, τη δημαγωγία (τον σύγχρονο λαϊκισμό) ούτε και την άλλη της επιβολής των οικονομικά και οικογενειακά ισχυρών, γεγονός που οδήγησε τον θαυμαστό Θουκιδίδη να γράψει το “λόγω μεν δημοκρατία έργω δε του πρώτου ανδρός αρχή”! Αυτή η στρεβλή δημοκρατία απετέλεσε το πρότυπο για τη μόρφωση της σύγχρονης δημοκρατίας αστικού τύπου, για την οποία τόσο καυχάται η Δύση και οι δικοί μας ετερόφωτοι δημαγωγοί! Εκείνοι παραβλέπουν τα μύρια όσα εγκλήματα διέπραξαν στο όνομα της δημοκρατίας σ’ όλη την έκταση του πλανήτη. Οι δικοί μας, αμέτοχοι της παιδείας των προγόνων μας, αδυνατούν να εννοήσουν πως οι νικητές των μαχών υποδουλώθηκαν στη συνέχεια στον τύραννο της Ανατολής μέσω των δαρεικών (περσικών νομισμάτων) και αποδέχθηκαν να ρυθμίζει τα πράγματα των ελληνικών πόλεων η περσική αυλή. Μεγαλοϊδεάτες στο έπακρο προβάλλουν την ακρόπολη χωρίς να ψελλίζουν λέξη ότι την έκτισαν δούλοι με χρήματα των άλλων ελληνικών πόλεων, τους οποίους οι “ελεύθεροι” Αθηναίοι είχαν καταστήσει φόρου υποτελείς και τιμωρούσαν παραδειγματικά τους αρνούμενους, όπως οι Μήλιοι, να συμμορφωθούν. Γι’ αυτό και ουδεμία υποψία περνά από το νού τους ότι στα πλαίσια της συμμαχίας του ΝΑΤΟ είμαστε φόρου υποτελείς, αν όχι δούλοι, των Αμερικανών, που καμαρώνουν αμέτοχοι όντες της παιδείας μας, επειδή τάχα παρέλαβαν τη σκυτάλη του πολιτισμού από τους προγόνους μας και προβάλλουν ως υπέρμαχοι της ελευθερίας. Παραβλέπουν όλοι τους ότι κύρια σημασία έχουν όχι οι θεσμοί, που μπορούν να κουρελιαστούν, αλλά τα πρόσωπα, τα οποία καλούνται να τους υπηρετήσουν. Η απολυταρχική Σπάρτη έστειλε τον βασιλιά της Λεωνίδα να σταθεί στις Θερμοπύλες. Και εκεί έπεσε για την ελευθερία. Λίγα έτη μετά σφράγισε τον ναό, στον οποίο είχε καταφύγει ο μηδίζων Παυσανίας, ο θριαμβευτής της μάχης των Πλαιταιών. Η “ελεύθερη” Αθήνα εξέθρεψε πολλούς μηδίζοντες. Γι’ αυτό και τονίσαμε το πόσο αναγκαίο είναι να μελετάται η πνευματικότητα ενός πολιτισμού και όχι το τεχνικό μέρος αυτού.

Ο Αισχύλος στην τραγωδία του Πέρσες αναλύει κατά θαυμάσιο τρόπο την ήττα των Περσών ως τιμωρία των θεών για την υπέρμετρη αλαζονεία, η οποία συνιστά ύβριν, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου. Η τραγωδία παίχθηκε και σύντομα λησμονήθηκε, με αποτέλεσμα να επαναλάβουν την ύβριν οι Αθηναίοι. Και έκτοτε την επαναλαμβάνουν όλοι οι ισχυροί της γης. Αλλά παρά την, στο όνομα της λογικής, διακήρυξη της ευρωπαϊκής διανόησης κατά τον 19ο ότι “ο Θεός πέθανε”, Αυτός, ως “ο όντως ων” και “το πρώτον κινούν ακίνητον” είναι ο κύριος της ιστορίας. Η τιμωρία περιμένει όλους εκείνους, που περιφρονούν το του Ευρυπίδη “όλβιος όστις της ιστορίας έσχε μάθησιν”.

 

 

                                                                                                                                                                      “ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 20-09-2010  

Δημοφασκέλωμα…

Δημοφασκέλωμα…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

Είχε πει, προ καιρού, ο αξιότιμος Υπουργός της Δικαιοσύνης: Τα μέτρα, που μέχρι τώρα έχει πάρει η Κυβέρνηση έχουν ανάγκη «δημοκρατικής νομιμοποίησης». Γιατί, διαφορετικά, η κεντροαριστερά, θα κάνει πολλά χρόνια να ξαναϊδεί εξουσία… Και κάποια ΜΜΕ, είπαν ότι ο αξιότιμος κ. υπουργός με το σιβυλλικό του χρησμό υπονοούσε, τάχα, δίδυμες-με τις δημοτικές-εθνικές εκλογές…

Και βρέθηκε κάποιος παπαδάκος να πει, ότι, προφανέστατα, ο κ. Υπουργός αναφέρεται στις δημοτικές εκλογές.  Με τις οποίες θα προσπαθήσουν με κάθε τρόπο να πετύχουν την επικύρωση των ανάλγητων ακροδεξιών μέτρων, που πήραν και συνεχίζουν να παίρνουν, με ιδιάζουσα σκληρότητα, σε βάρος μας.

Και να που αυτό ακριβώς ήρθε να υποστηρίξει τώρα ο ίδιος, ο Πρωθυπουργός. Ο οποίος ορθά-κοφτά μας είπε ότι οι τωρινές δημοτικές εκλογές, έχουν, γι’ αυτόν και την παρέα του, χαρακτήρα δημοψηφίσματος…

Που σημαίνει ότι καλούμαστε να εγκρίνουμε συλλήβδην τα προκρούστεια μέτρα της «εθνοσωτήριας» κυβέρνησης. Αλλά και όλα συνολικά τα πιγκ πογκ των σκανδάλων, ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη της δικομματικής λαμογιοκρατίας.

Κι ακόμη τη θεσμοθετημένη εξαπάτηση και καταλήστευση του λαού! Με την ασυλία των βουλευτών, την ανευθυνότητα των υπουργών, την παραγραφή των σκανδάλων και την αμνηστία των, παντός κυβισμού, σκανδαλοποιών…

Για να συνεχίσουν το «θεάρεστο» και «εθνοσωτήριο» έργο τους. Χαλκεύοντας, σύμφωνα με τις υπαγορεύσεις του διευθυντηρίου των τοκογλύφων, ολοένα και σκληρότερα προκρούστεια μέτρα, σε βάρος μας….

Και, μοιάζουν σα να θέλουν να μας τρομοκρατήσουν και να μας πουν: Ή εμείς ή το χάος!

Όταν είναι πασίγνωστο ότι αυτοί με τα γαλάζια συνεταιράκια τους και τους συνοδοιπόρους τους είναι οι δημιουργοί και αρχιτέκτονες του χάους. Το ίδιο το χάος. Αφού, βέβαια, ούτε οι μεν ούτε οι δε μας ήρθαν, τον τελευταίο καιρό, απ’ το υπερπέραν.

Κι εμείς τι θα κάνουμε;

Θα εγκλωβιστούμε, «ως πρόβατα επί σφαγήν», στο πράσινο ή στο γαλάζιο μαντρί; Για να συνεχίσουν να μας γδέρνουν, εμάς και τις ερχόμενες γενεές!…
Και δεν ντρεπόμαστε καθόλου τις περασμένες γενιές, που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν, για να μας προσφέρουν ελευθερία και δημοκρατία!
Ούτε τις επόμενες, που θα μας καταριούνται, επειδή τους πουλήσαμε και τους σκλαβώσαμε στους τοκογλύφους!…

Και δεν θέλουμε να καταλάβουμε ότι οι δημοτικές αυτές εκλογές είναι η χρυσή ευκαιρία, για να τους δώσουμε να καταλάβουν ότι είναι από κάθε άποψη απαράδεκτοι στη συνείδηση της συντριπτικής πλειονότητας των Ελλήνων!

Ιδιαίτερα, μάλιστα, τώρα που, πασιφανέστατα, η δημοφιλία τους βρίσκεται στο ναδίρ και παρακάτω…

Γεγονός, που φάνηκε από το μέγεθος της φρουράς, που χρειάστηκαν, για να επισκεφθούν την Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης.

Αφού επιστράτευσαν περισσότερους αστυνομικούς, ακόμη, κι απ’ αυτούς, που θα χρειαζόταν ο φίλος τους πρωθυπουργός των Εβραίων, αν επισκεπτόταν την Τεχεράνη…

Κι αυτό, γιατί τα εχθρικά απέναντι στο λαό μέτρα τους, τους κάνουν να αισθάνονται, ωσάν να βρίσκονταν σε εχθρικό έδαφος…

Και, ούτως εχόντων των πραγμάτων, ζητούν από μας να επικυρώσουμε τα άθλια σε βάρος μας πεπραγμένα τους.

Ε, λοιπόν, δημοψήφισμα θέλουν: Ας τους δώσουμε το δημοφασκέλωμα, που τους χρειάζεται!…

Να «μαυρίσουμε» όλους αυτούς, που έκαμαν τη ζωή μας μαύρη! Εδώ και τώρα! Και άπαξ δια παντός. Ανεξαρτήτως αποχρώσεως….

Έστω κι αν κάποιες κυβερνήσεις των παγκοσμιοποιητών, των νεοεποχιτών, των ΔΝΤαμιευτών και των τοκογλύφων, μπορεί να έχουν τους «τρόπους», κάποιες χώρες και λαούς όχι μόνο να τους χρεοκοπήσουν, αλλά… και να βγάζουν, σε βάρος τους, όποια εκλογικά αποτελέσματα θελήσουν….

 

 

παπα- Ηλίας, 20-09-2010

http://papailiasyfantis.wordpress.com

http://profitikatragoudia.wordpress.com

 

Είδατε ότι βγαίνουν όπως τα λέγαμε;

Είδατε ότι βγαίνουν όπως τα λέγαμε;

Κάνανε λάθος !!!

 

Ανωνύμου τινός…

(Κυκλοφορεί με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο…)

 

Οι ίδιοι οι τροϊκανοί παραδέχονται τώρα, ότι έδωσαν λάθος συνταγή για την κατάσταση στην Ελλάδα!

 Οι ίδιοι οι εκπρόσωποι των διεθνών τοκογλύφων δηλώνουν τώρα, ότι η θεραπεία-ηλεκτροσόκ που εφαρμόζεται στην ελληνική οικονομία δεν είναι η ενδεικνυόμενη. Αυτά ελάλησε ο «ύπατος αρμοστής» της Μπανανίας του Βαλκανικού Νότου, Πωλ Τόμσεν, o οποίος υπογράμμισε ότι: «το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι τόσο το δημόσιο χρέος και το έλλειμμά της, αλλά κυρίως οι διαρθρωτικές αδυναμίες που παρουσιάζει η ελληνική οικονομία».

Την ίδια ώρα ο κ. Παπακωνσταντίνου δηλώνει ότι δεν φτάνει για τα χρέη μας το δάνειο που πήραμε από τον Ντομινίκ Στρος Καν και το ταμείο-γνωστό οικονομικό εκτελεστή διαφόρων χωρών – που διευθύνει.

Δηλαδή, ο πολυταξιδεμένος «φερόμενος ως πρωθυπουργός μας», ενώ γνώριζε ότι αυτό το «φάρμακο» έφερνε αντίθετα αποτελέσματα και το έλεγε σε παλιές συνεντεύξεις του, μας οδήγησε στο χειρότερο «γιατρό» για να μας το δώσει και μάλιστα σε μεγάλη δοσολογία, με ανέλεγκτες και απροσδιόριστες παρενέργειες για την επιβίωση της πατρίδας. Φυσικά, όλοι αυτοί αρχίζουν να τα γυρίζουν, γιατί βλέπουν ότι σε καμία περίπτωση, όσο και να ξεζουμίσουν τους Έλληνες, όσους κι αν κυνηγήσουν ή τους βάλουν στη φυλακή, όσο κι αν υποθηκεύσουν τη χώρα και την παραδώσουν, αντί πινακίου φακής, στα ξένα συμφέροντα και στη βαρονία του εσωτερικού, ο λογαριασμός της εξυπηρέτησης των περίφημων αγορών-τραπεζών δεν πρόκειται να βγει με τίποτα.

Προετοιμάζουν την κοινή γνώμη ότι θα είναι εδώ και μετά το 2013, ως αποβατική δύναμη κι ότι θα συνεχιστεί η κατοχική κατάσταση, η υποτέλεια και ο πολιτικός και οικονομικός έλεγχος.

Μας προετοιμάζουν πλέον για τα χειρότερα, που θα φανούν το επόμενο εξάμηνο και παίρνουν και τα μέτρα τους για την περίπτωση πλήρους αποτυχίας και την πολύ πιθανή εκδοχή της αργεντινοποίησης της χώρας μας, λέγοντας ότι «είναι ριζωμένη βαθιά στην κουλτούρα των Ελλήνων η φοροδιαφυγή και η διαστρέβλωση της αγοράς σε όλα τα στρώματα σε συνεργασία με τους εφοριακούς και τις άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου».

Τα διεθνή αρχιλαμόγια, οι συνεργάτες της Lehman Brothers, των Goldman Sachs κι όλων εκείνων των διεθνών απατεώνων που ανεβοκατεβάζουν τα χρηματιστήρια ροκανίζοντας τα δισεκατομμύρια των επενδυτών, όλοι αυτοί που πάγωσαν διεθνώς τα επιτόκια καταθέσεων, ενώ συνεχίζουν να δανείζουν τοκογλυφικά επιχειρήσεις και κράτη, τώρα πραγματικά φοβούνται, ότι μπορεί η συνταγή στην Ελλάδα να γυρίσει μπούμερανγκ σε όλη την οικονομία της ευρωζώνης και να γίνει βόμβα στα θεμέλια των μεγαλύτερων τραπεζών της.

Φυσικά, δεν θα μείνουν εδώ. Θα εξαντλήσουν όλα τα μέτρα (με τη συνεργασία φυσικά της κυβέρνησης των δωσίλογων του Μνημονίου) προκειμένου να πάρουν όσο το δυνατόν περισσότερα πίσω και σε ταχύτερο χρόνο και ταυτόχρονα μαζεύοντας ο Τρισέ όσα μπορεί περισσότερα ομόλογα, από τη δευτερογενή αγορά, να φθάσουν σε ένα σημείο ελεγχόμενης πτώχευσης, με απάλειψη μικρότερου ποσού (haircut), αλλά ταυτόχρονη και την εις το διηνεκές υποθήκευση των εθνικών πόρων, των εθνικών εσόδων και κυρίως της εθνικής ανεξαρτησίας.

Γι’ αυτό άλλωστε, προετοιμάζουν με δηλώσεις τους ότι μετά το 2013 θα υπάρξει ένα νέο (θα πούνε ότι είναι πιο ανακουφιστικό) Μνημόνιο για 8-10 χρόνια.

Γενικά, οι μισθοί θα πέσουν μέχρι και 30% με την ανεργία το 2012 να ακουμπάει το 1,5 εκατομμύριο λόγω ισοπέδωσης της κατανάλωσης και προσθήκης χιλιάδων ακόμη λουκέτων.

Οι συντάξεις σε δεύτερη και τρίτη φάση θα οδηγηθούν σε πλαφόν και θα έχουν πέσει στο 50% των σημερινών συντάξεων. Στη δεύτερη και τρίτη φάση, θα συγχωνευθούν νοσοκομεία ή κάποια κομμάτια από αυτά,  θα δοθούν σε ιδιώτες.

Οι αντικειμενικές αξίες ακινήτων θα ανέβουν στα ουράνια, ενώ θα ισοπεδώνεται η εμπορική αξία τους, το real estate – και αυτό θεωρείται κάτι παραπάνω από βέβαιο, από τους ειδήμονες της αγοράς –  θα πάθει παράκρουση και το κέντρο Αθήνας και Θεσσαλονίκης, δηλαδή τα εμπορικά φιλέτα, θα αγοραστούν από επενδυτές του εξωτερικού, αντί πινακίου φακής.

Οι τράπεζες θα συγχωνευθούν και ήδη κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά οι επισφάλειες απ’ όλων των μορφών τα δάνεια, αποτελούν εφιάλτη, ακόμη κι αν οι πλειστηριασμοί γίνουν χιλιάδες και η ιδιοκτησία χιλιάδων οικογενειών περάσει στις τράπεζες. Τι να τα κάνουν τα χιλιάδες κτίρια ή τα χιλιάδες κατασχεμένα περιουσιακά στοιχεία, αν δεν υπάρχει η απαραίτητη ρευστότητα;

Πόσα να αγοράσουν τα εγχώρια κοράκια ή τα ξένα; Και ποιες επιχειρήσεις μπορούν να αντέξουν χωρίς πωλήσεις, χωρίς τιμολόγια και με ένα κόσμο τρελαμένο, από έμμεσους και άμεσους φόρους, από ανεργία, από ανασφάλεια, από σύγχυση, με καμένα όνειρα;

Η συνταγή, όπως παραδέχονται πλέον οι τροϊκανοί, ήταν λάθος. Το εκπληκτικό είναι ότι η συνεργαζόμενη μαζί τους κατοχική κυβέρνηση των δωσίλογων, δεν παραδέχεται, ηλιθίως, ότι έκανε λάθος κι ότι έστρεψε το όπλο εναντίον του λαού και των συμφερόντων της χώρας, προκειμένου να διασώσει μόνο τους διεθνείς τοκογλύφους και τις ξένες τράπεζες.

Και είναι εξωφρενικό, όταν αυτό έχει επιτελεστεί, από πολύχρονο και παράνομο υπερδανεισμό για τον οποίον ουδέποτε οι πρώην πρωθυπουργοί, αλλά ούτε και ο σημερινός «φερόμενος ως πρωθυπουργός» ενημέρωσαν τα θύματά τους, δηλαδή εμάς.

 

ΠΗΓΗ: Από: Kostas  …. Θέμα: Κάνανε λάθος !!! Προς:  …… Ημερομηνία: Σάββατο, 18 Σεπτέμβριος 2010, 18:33

ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΠΡΟΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΝΑΥΑΓΟΥΣ

ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΠΡΟΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΝΑΥΑΓΟΥΣ

 

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη


 

 

Λένε πως στη ζωή συναντά κανείς δυό κατηγορίες ανθρώπων. Εκείνους που πεθαίνουν με τις μπότες τους καθαρές και τη ζωή τους γεμάτη θαυμαστικά και κείνους που πεθαίνουν με τις μπότες τους βρώμικες και τη ζωή τους γεμάτη ερωτηματικά. Και είναι στ' αλήθεια οδυνηρό ότι σ' αυτή τη χώρα όπου για πρώτη φορά τέθηκαν τα μέγιστα ερωτήματα, εδώ και τρεις δεκαετίες κάνουν θραύση οι πωλήσεις λογής-λογής γυαλιστικών παπουτσιών για τους “καταναλωτές” της πρώτης κατηγορίας. Για τους δεύτερους – σε αντίθεση – θα απαιτείται σε λίγο να παραδώσουν στις αρχές τα λερά υποδήματα τους, μήπως έτσι σιωπήσουν επιτέλους στις καταθέσεις των εναγώνιων ερωτημάτων τους.

Ετούτη είναι μια νέα διαχωριστική γραμμή που υπερβαίνει ταξικούς, κομματικούς ή άλλους κοινωνικούς διαχωρισμούς. Και είμαι σχεδόν βέβαιος ότι στο σύντομο μέλλον αυτή η κόκκινη γραμμή θα προσδιορίσει σε μεγάλο βαθμό και τις πολιτικές εξελίξεις της χώρας.

Μιλώ υπαινικτικά για κείνη την κατηγορία των Ελλήνων, που απέταξαν τα κοσμοπολίτικα “ουάου” και ως εκ τούτου κατέβαλαν ακέραιο το αντίτιμο, καθώς ξεβράστηκαν στις περιθώριες όχθες του συστήματος. Εκεί μπορεί – για πόσο ακόμη – να τους ανταμώσει ο κάθε φιλόπονος ταξιδευτής. Εκεί ναυαγοί στον ίδιο τους τον τόπο-τρόπο, μαζεύουν “τα σαπιόξυλα που ξεβράζει η θάλασσα δοκιμάζοντας σχεδίες δραπέτευσης”. Δεν ξέρω αν το πιο ζόρικο είναι αυτό, η δραπέτευση, ή η τήρηση της ρητής υποχρέωσης τους απέναντι στο σύμπαν να παραμένουν αξιοπρεπείς ακόμη και όταν τα μεγαλύτερα όνειρα τους φαίνεται να ματαιώνονται οριστικά και αμετάκλητα.

Μιλώ για κείνη την κατηγορία των Ελλήνων, που κατέβαλαν δια βίου εργώδη δημιουργική προσπάθεια, καταθέτοντας ριζοσπαστικές ιδέες και ρηξικέλευθες προτάσεις ενώπιον λαού και Θεού. Εκταμιεύοντας το συνολικό “έχει” τους στην υλοποίηση των οραμάτων τους, απαλλαγμένοι από το όποιο άγχος υλικής αντιμισθίας ή εγωκεντρικής επιβεβαίωσης. Βάζοντας πλάτη και ψυχή, όταν το πλήθος γύρω έστηνε κώλο.

Μιλώ για κείνη την κατηγορία των Ελλήνων, που προέβλεπαν πως “οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε” εισπράττοντας από την εξέδρα την περιφρόνηση του γραφικού και από την αδιάφθορη – δήθεν – “έδρα” την αμετάκλητη καταδίκη σε σιωπή.

Μιλώ για κείνη την κατηγορία των Ελλήνων, που αφέθηκε με ευθύνη – κυρίως – του σώματος της κοινωνίας, ανυπεράσπιστο έρμαιο στη κάθε χυδαία δράκα αλητών, επειδή επέμενε πεισματικά να φέρει την ιερότητα κάποιων αξιών ως καθημερινή πρακτική.

Μιλώ για κείνη την κατηγορία των Ελλήνων που επένδυσε παραγωγικά σε ένα αφιλόξενο παρασιτικό περιβάλλον.

Μιλώ για κείνη την κατηγορία των Ελλήνων που με τη φθορά τους στη μικρή κλίμακα – κατά πως το ορίζει ο Ελύτης – επέμεναν να προσδοκούν την αφθαρσία στην μεγάλη κλίμακα του λαού και του έθνους.

Μιλώ για τον Έλληνα που από ντροπή δεν “τακτοποίησε” το παιδί του στο δημόσιο, μιλώ για τον δημόσιο υπάλληλο που παραιτήθηκε, για τον αυτόχειρα μπάτσο – αν υπήρξε ποτέ -, για τον πανεπιστημιακό που δεν λούφαξε στο λουφέ των ευρωπαϊκών κονδυλίων, για τον επιχειρηματία που δεν απέκτησε ιδιόκτητη έπαυλη στα βόρεια προάστια, για τον πολιτικό που τους τα βρόντηξε, για τον πιλότο που πέταξε για πάντα στο αρχιπέλαγος. Μιλώ για τον άγνωστο Έλληνα που με την πράξη του αντιστάθηκε στον μηδενισμό του “ναι σε όλα μέσα στο τίποτα”.

Μιλώ και με ονόματα αν και ενδεικτικά. Για το Κώστα Καββαθά των 4Τροχών και τόσων άλλων εκδόσεων που αυτό το καλοκαίρι έκατσε στο μπαλκόνι του σπιτιού του δίχως να ξέρει αν την επόμενη μέρα θα είναι ακόμη δικό του. Μιλώ για τον Πρόδρομο Εμφιετζόγλου της Μηχανικής που “πέταξε, γιατί δεν μπορούσε να περπατήσει” κι ας μην πήρε ούτε ένα δημόσιο έργο από την “ισχυρή ελλάδα” του εργοληπτικού σημιτισμού. Μιλώ για τον Μιχάλη Χαραλαμπίδη και την Ρωμανία του. Μιλώ για τον Γιώργη τον Καραμπελιά και την πατριωτική του αριστερά. Μιλώ – ευτυχώς – για ζωντανούς Έλληνες.

Μιλώ γι' αυτήν την Ελλάδα που υπήρχε και χθες και προχθές. Και μίλαγε. Στιγμή δεν σταμάτησε να μιλάει για ότι ερχόταν. Και προειδοποιούσε. Και αγωνιζόταν τσαλαβουτώντας τις μπότες της στην αγωνία των ερωτημάτων. Και δημιουργούσε. Και πρότεινε. Και πλήρωσε, η ψυχούλα του καθενός το ξέρει, πλήρωσε και με το παραπάνω που δεν “τσίμπησε” στα θαυμαστικά “από το εξωτερικόν”.

Ακόμη και σήμερα, πάλι αυτή η Ελλάδα πληρώνει. Αυτή πληγώνεται, αυτή αγωνιά, αυτή διερευνά, αυτή αντιπαλεύει. Στη δική της ψυχή αντανακλά ο πόνος του σάπιου δοντιού που μάσησε ολόκληρη τη χώρα. Κι η γλώσσα του λαού σ' αυτήν – αργά ή γρήγορα – θα ανατρέξει ψηλαφώντας το βάλσαμο.

Αυτή η ριγμένη Ελλάδα, η ριγμένη στις όχθες του συστήματος, καλείται σήμερα σε εκ νέου κατάθεση. Καλείται εκ νέου να αρμολογήσει το σχέδιο διαφυγής της πατρίδας από τη μέγκενη των τραπεζιτών και των νεοθωμανών. Μια αρμολόγηση που οφείλει – για μια ακόμη φορά στην ιστορία μας – να γίνει ενόσω το εντεταλμένο προσωπικό του πλοιαρίου σαχλαμαρίζει ανά τας Ευρώπας και οι επιβάτες παρατηρούν βουβοί και απορούν – ακόμη – πως γίνεται και τα στιλβωμένα παπούτσια τους άρχισαν να φθείρονται ραγδαία.

Στο αναμεταξύ όλα δείχνουν – και εδώ είναι η πλάκα – πως το κουτάκι που “αενάως” παρήγαγε τα προς κατανάλωση θαυμαστικά, διέκοψε την παραγωγή του. Πώς θα ζήσουν τώρα όλοι αυτοί οι δύσμοιροι άνθρωποι !

 

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ, 19.09.2010

Γιατί οι Ρωμαίοι κοιμούνται ήσυχοι

Γιατί οι Ρωμαίοι κοιμούνται ήσυχοι

 

Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου

 


 

Πριν από λίγες εβδομάδες, οι θερινοί κινηματογράφοι πρόβαλαν τη θρυλική ταινία των Μόντι Πάιθονς «Ένας προφήτης, μα τι προφήτης». Γυρίστηκε το 1979, χρονιά – ορόσημο, λόγω της εκλογής της Μάργκαρετ Θάτσερ, που σηματοδότησε ένα τέλος εποχής για την ευρωπαϊκή Αριστερά. Μπήκα στον κινηματογράφο με την ελαφρά μελαγχολία του «τριάντα χρόνια μετά» και βγήκα με την αυτοσαρκαστική αίσθηση μιας αναπάντεχης επικαιρότητας: τελικά, για μας μιλούσε ο μύθος…

Σε μια χαρακτηριστική σκηνή, ο νεαρός Ιουδαίος Μπράιαν συναντά σε ρωμαϊκό αμφιθέατρο ομοεθνείς του, που θέλουν να τον στρατολογήσουν στο επαναστατικό Λαϊκό Μέτωπο της Ιουδαίας. «Τους μόνους που μισούμε πιο πολύ από τους Ρωμαίους, είναι τους διασπαστές του Ιουδαϊκού Λαϊκού Μετώπου», λέει ένας από τους συνωμότες. «Και τους διασπαστές του Λαϊκού Μετώπου του Ιουδαϊκού Λαού», παρεμβαίνει ένας άλλος. «Και τους διασπαστές του Λαϊκού Μετώπου Ιουδαίων», προσθέτει ένας τρίτος.

Ο τρόπος που αντιμετωπίζει η ελληνική Αριστερά την καταθλιπτική πραγματικότητα της κρίσης και του Μνημονίου δεν διαφέρει και πάρα πολύ από εκείνη των συντρόφων του Μπράιαν. Αν οι ηγεσίες της έπαιρναν στα σοβαρά τις ίδιες τις διαπιστώσεις τους περί κοινωνικού Μεσαίωνα και τα συναφή, θα έπρεπε να επιλέξουν όχι τον μέγιστο κοινό διαιρέτη, αλλά τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή. Πολύ περισσότερο που το ΠΑΣΟΚ περνάει, τηρουμένων των αναλογιών, το δικό του «1989», μια περίοδο υπαρξιακής κρίσης, καθώς ο ηγέτης του εγκωμιάζεται από τους Financial Times ως «ο άνθρωπός μας στην Ελλάδα» και βρίσκει υποστήριξη, στο εσωτερικό της χώρας, από πολιτικούς της αντίπερα όχθης, όπως ο κ. Καρατζαφέρης και η κ. Μπακογιάννη.

Η αντίδραση του ΚΚΕ σ’ αυτή την σπάνια ευκαιρία που προσέφερε η συγκυρία στην Αριστερά είναι σαφής: Χάραξε μια γραμμή σκληρών ιδεολογικών διαχωρισμών, απορρίπτοντας οποιαδήποτε πρόταση άμεσης διεξόδου (π.χ. στάση πληρωμών) και παραπέμποντας την έξοδο από την κρίση στη «λαϊκή εξουσία» και τον σοσιαλισμό. Το τίμημα αυτής της «καθαρότητας» κινδυνεύει να είναι η πολιτική περιχαράκωση – ιδίως αν συνοδευτεί από την επιλογή μιας οργανωτικής ρήξης στα συνδικάτα, η οποία μπορεί να οδηγήσει στη διχοτόμηση ή και τριχοτόμηση της ΓΣΕΕ. Εν πάση περιπτώσει, είναι μια κάποια πολιτική γραμμή, την οποία το ΚΚΕ προωθεί με συνέπεια και με την αίσθηση της δικαίωσης απέναντι στον υπόλοιπο πολιτικό κόσμο, που εμπιστεύτηκε τυφλά την Ευρώπη του Μάαστριχτ.

Στην απέναντι πλευρά, ο Συνασπισμός πλειοδοτεί υπέρ της ενότητας, πράγμα που θα ήταν πολύ καλό, αν την ίδια στιγμή δεν… υπήρχε πολυδιάσπαση στον ίδιο! Χθες έφυγαν οι ανανεωτικοί του κ. Κουβέλη, σήμερα απειλείται με διάσπαση ο ΣΥΡΙΖΑ, με αφορμή την υποψηφιότητα Αλαβάνου για τις περιφερειακές εκλογές.

Ασφαλώς, η ιστορία της Αριστεράς είναι γεμάτη εσωτερικές διαμάχες. Σε άλλους καιρούς, αυτές είχαν προφανή ιδεολογική νομιμοποίηση. Οι αριστεροί ήξεραν ότι σε άλλους θεούς πίστευαν οι σταλινικοί από τους τροτσκιστές, οι μαοϊκοί από τους χρουστσοφικούς, οι ευρωκομμουνιστές από τους μπρεζνιεφικούς. Μπορεί όλοι οι «ισμοί» να έχουν την παθολογία τους, αλλά επιτέλους επρόκειτο για διαφορετικές θεωρήσεις του κόσμου. Ποιες είναι σήμερα, όμως, οι αγεφύρωτες διαφορές μεταξύ Αλέκου Αλαβάνου και Αλέξη Τσίπρα; Πώς γίνεται η ηγεσία του ΣΥΝ να προτείνει για δήμαρχο τον Διονύση Τσακνή, ο οποίος είναι διαχρονικά συνεπής σε μια γραμμή κριτικής υποστήριξης του ΚΚΕ, έπειτα να προτείνει για περιφερειάρχη τον Αλέξη Μητρόπουλο, επίσης συνεπή στη γραμμή του «κοινωνικού ΠΑΣΟΚ», κι έπειτα να συζητά τον Μανώλη Γλέζο, με αντιπεριφερειάρχες τον Μητρόπουλο και τον Αλαβάνο; Και πώς να πιστέψουν οι πολίτες ότι πίσω από όλα αυτά διακυβεύεται κάτι σοβαρότερο από προσωπικές φιλοδοξίες και ηγετικά άγχη;

Στην προαναφερθείσα ταινία, υπάρχει και μια άλλη ενδιαφέρουσα σκηνή. Δύο από τις πολυάριθμες, επαναστατικές ιουδαϊκές οργανώσεις επιχειρούν ταυτόχρονα, χωρίς προσυνεννόηση, να απαγάγουν τη γυναίκα του Πόντιου Πιλάτου. Συναντιούνται τυχαία, στα υπόγεια του παλατιού, κι αντί να ενώσουν τις δυνάμεις τους, αρχίζουν να αλληλοεξοντώνονται μέχρι και τον τελευταίο άνδρα, κάτω από τα έκπληκτα μάτια των Ρωμαίων στρατιωτών, που δεν χρειάστηκε να κουνήσουν ούτε το δαχτυλάκι τους…

 

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Hμερομηνία:   04-09-10, http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_18/09/2010_1292506   

Απαγορεύεται το κάπνισμα τσιγάρου…

Απαγορεύεται το κάπνισμα τσιγάρου

 

ΠΑΣΟΚ:

«Απαγορεύεται το κάπνισμα τσιγάρου», «Να δοθεί η δυνατότητα στον χρήστη κάναβης να καλλιεργεί σπίτι του μια μικρή ποσότητα χασίς για προσωπική του και μόνο χρήση»!!!

 

Του Παναγιώτη Βήχου*

 

 

Ήταν Ιούνης του 1997 όταν η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δια στόματος Γ. Παπανδρέου καλούσε τους εξαρτημένους από τα ναρκωτικά να καλλιεργούν μια μικρή ποσότητα χασίς στο μπαλκόνι τους για προσωπική τους χρήση!!! Την ίδια ημέρα ένας  διδάκτορας Θεολογίας, που κατείχε θέση σχολικού συμβούλου σε πρότασή του που περιέχεται σε επίσημη εγκύκλιο που απέστειλε στους διδάσκοντες καθηγητές έκανε την εξής τρομακτική δήλωση: «Τα βιβλία του Καζαντζάκη πρέπει να καούν στην πυρά»!!! Στις μέρες της Τρόικας ο Γ. Παπανδρέου απαγορεύει το κάπνισμα σε όλους τους δημόσιους χώρους (Καφενεία, καφετέριες, εστιατόρια κλπ.) για το καλό… της υγείας μας!!! Αν τώρα κάποιος αποτολμούσε να "δέσει" αυτές τις "θέσεις" με το περιεχόμενο των εκθέσεων των ιμπεριαλιστικών οργανισμών (Τρόϊκας κ.ά) και στις αντίστοιχες κυβερνητικές επιδιώξεις, πολλοί αναγνώστες ίσως να μην συμφωνούσαν μαζί του!

Θάχαν, όμως, άδικο γιατί όλες οι παραπάνω περιπτώσεις στη βάση τους στηρίζονται σε έναν ιδιόμορφο μιθριδατισμό, ως διαδικασία εξοικείωσης με το κάθε είδους δηλητήριο και κατ΄ επέκταση με τον ίδιο τον εθισμό. Σε τελική ανάλυση, δεν υπάρχει χάσμα ανάμεσα στην αντίληψη που θέλει να μπαίνει σε διάλογο η νομιμοποίηση της χασισοκαλλιέργειας στα μπαλκόνια και στο ενδεχόμενο "ρίψης στην πυρά" των βιβλίων του Καζαντζάκη, ή την επιζήτηση της συναίνεσης των εργαζομένων στην απαλλοτρίωση των πλέον ελάχιστων και στοιχειωδών δικαιωμάτων τους, όπως είναι το κάπνισμα ενός τσιγάρου μαζί με την παρέα τους σε κάποιο καφέ μπαρ. Σε κάθε μια και σε όλες τις πάρα πάνω περιπτώσεις, εκείνο που επιχειρείται να θεοποιηθεί είναι η ιδέα, η αντίληψη και η συνείδηση της ατομικής, της συλλογικής και κοινωνικής εν τέλει υποταγής στη λογική του "σφάξε με αγά μ΄ ν΄ αγιάσω"…

Όπως γράφει ο σύντροφός μας, μέλος της ΣΟ, Μανώλης Γρηγοριάδης «Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν απαγόρευσε και δεν ποινικοποίησε το κάπνισμα. Δεν απαγόρευσε και δεν ποινικοποίησε την παρασκευή, την πώληση και την αγορά καπνού. Άρα, δεν νομοθέτησε ενάντια στις βλαπτικές συνέπειες του καπνίσματος. Το ΠΑΣΟΚ, αν ήθελε να προστατεύσει τους μη-καπνίζοντες από το λεγόμενο «παθητικό κάπνισμα», θα μπορούσε να επιβάλλει καλό εξαερισμό σε καφενεία, μπαράκια, ταβέρνες κλπ. Το ΠΑΣΟΚ, αν ήθελε να προστατεύσει την υγεία και των μη-καπνιζόντων και των καπνιστών, θα μπορούσε να επιβάλλει την τοποθέτηση ιονιστήρων, οζονιστήρων κλπ. σε καφενεία, μπαράκια, ταβέρνες κλπ. Ιδίως στις μεγαλουπόλεις, όπου οι ρύποι είναι τρομακτικοί, η χρήση ιονιστήρων-οζονιστήρων θα μπορούσε να καταστήσει τις καφετέριες, τα μπαράκια κλπ., οάσεις αναπνευστικής υγείας, και για τους καπνίζοντες και για τους μη-καπνίζοντες.

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, λοιπόν, απαγόρευσε και ποινικοποίησε τη διάθεση των μη-καπνιζόντων – ιδίως εκείνων που ανήκουν στα λαϊκά στρώματα – να συναντιώνται με τους φίλους τους καπνιστές, αλλά και αυτών που καπνίζουν  – ιδίως αυτών που ανήκουν στα λαϊκά στρώματα – να συναντιώνται και με τους φίλους τους μη-καπνιστές, αλλά και μεταξύ τους αφού δεν έχουν άλλους χώρους συνάντησης και συζήτησης εκτός από τα καφενεία, τις καφετέριες, τα ουζερί, τα μπαράκια, τις ταβέρνες κλπ.

Το ΠΑΣΟΚ γνωρίζει την ανωριμότητα του υποκειμενικού παράγοντα και, με το ίδιο ωμό και θρασύ τρόπο που επέβαλε τα μέτρα του μνημονίου χωρίς να συναντήσει κάποια ουσιώδη αντίσταση, νομοθέτησε και το μέτρο της καθολικής απαγόρευσης του καπνίσματος σε χώρους όπου οι άνθρωποι συναντώνται, συζητούν και διασκεδάζουν, για να τονίσει τη δύναμη της εξουσίας και να χλευάσει το λαό.

 

Ο Καρλ Μαρξ έλεγε: «Ο άνθρωπος είναι ο ελεύθερος χρόνος του».

 

Η νομοθετική απαγόρευση του καπνίσματος, σε χώρους όπου στον ελεύθερο χρόνο τους οι άνθρωποι συναναστρέφονται, συνομιλούν ή διασκεδάζουν, είναι μέτρο μαζικής καθυπόταξης και ελέγχου των συνειδήσεων. Είναι μέτρο, που θέλει να καταστήσει τους ανθρώπους παθητικούς αποδέκτες των εντολών της εξουσίας.

Οι ρυπογόνες καπιταλιστικές επιχειρήσεις, που καταστρέφουν πράγματι το περιβάλλον, τον πλανήτη, την υγεία κι ελέγχουν και εκμεταλλεύονται απάνθρωπα τον εργάσιμο χρόνο, θέλουν τώρα να ελέγξουν, με πρόσχημα την υγεία, και τον ελεύθερο χρόνο.

Η πολιτική ΠΑΣΟΚ-ΤΡΟΪΚΑΣ θέλει, όχι μόνο να εξαθλιώσει, αλλά και να καθυποτάξει τους μισθοσυντήρητους και το λαό».

Όπως τώρα που είναι ανάγκη για το σύστημα να επιβάλλει τη συναίνεση στην εξαθλίωση του λαού, έτσι και τότε ο κύριος ΓΑΠ παρέα με το Θεολόγο του επιχειρούσαν κάτι ανάλογο. Πάντα για το… καλό του λαού και την υγεία του, υποτίθεται. Ουαί υμίν!

Διανύουμε την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, μια δεκαετία όπου ο καπιταλισμός γνωρίζει τη μεγαλύτερη κρίση από την γέννησή του και οι εργαζόμενοι την μεγαλύτερη επίθεση σε κάθε πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό κ. ά., δικαίωμά τους. Με δεδομένη την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, μόνο στην επιβολή του σκοταδισμού αποβλέπει ο συνεχής βομβαρδισμός από διεθνείς οργανισμούς, κυβέρνηση και μεγαλοεπιχειρηματίες, ότι για να εξασφαλιστεί η ευημερία πρέπει να αποδεχτούμε την κλιμάκωση των αντεργατικών μέτρων που επέβαλε η Τρόικα και το ΠΑΣΟΚ, που οδηγούν τις κοινωνίες σε μεγαλύτερη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου και σε πλήρη εξαθλίωση. Μόνο εξαρτημένοι, αλλοτριωμένοι  και χειραγωγημένοι εργαζόμενοι και κοινωνικές ομάδες μπορούν να αποδεχτούν την ιδέα ότι η φτώχεια και η εξαθλίωση είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν με τη συνεχή μείωση των εισοδημάτων των εργαζομένων, την αύξηση των ορίων ηλικίας, την περικοπή των συντάξεων, και την απαγόρευση του καπνίσματος. Μόνο υποταγμένοι στις αντιλήψεις της άρχουσας τάξης είναι δυνατόν να συμφωνήσουν πως η ευημερία των εργαζομένων περνάει μέσα από την ασυδοσία κυβέρνησης και Τρόϊκας και την πλήρη εξαθλίωση ακόμα και της μεσαίας, μικροαστικής τάξης.

Να, λοιπόν, τι συνδέει τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, τον θεολόγο από τη Λάρισα, τον υπουργό και την κυβέρνηση, την απαγόρευση του τσιγάρου και την προτροπή του ΠΑΠνα φυτεύουμε και να καπνίζουμε χασίσι, αλλά όχι τσιγάρο!!! Είναι βαθιά νήματα που συνδέουν το σκοταδισμό του θεολόγου με την έντονα αρρωστημένη προπαγάνδιση κρισιακών κοινωνικών φαινομένων όπως η "ναρκο-εξάρτηση". Προπαγάνδιση, που γίνεται, μάλιστα, με τη μορφή της "φιλελευθεριότητας" στη βάση της οποίας κυβερνά ο κύριος Παπανδρέου. Φυσικά, οι συγκεκριμένες θέσεις που εξέφρασε ο Γ. Παπανδρέου τότε – και που έχει και σήμερα – δεν αποτελούν απλώς και μόνο μια προσωπική άποψη, όπως ισχυρίστηκε ο κύριος Ρέππας το 1997, αλλά αποτελούν μέρος μιας πανευρωπαϊκής τουλάχιστον εκστρατείας για την προώθηση της ιδεολογίας της "μαστούρας" και της υποταγής, αντί του καπνίσματος ενός τσιγάρου!!!

Η εκσυγχρονιστική προοπτική προφανώς προβλέπει για τους νέους χασίσι, μαστούρα, κοιμισμένες συνειδήσεις με εξαρτημένη σκέψη. Θέλουν τη νεολαία πειθήνια μάζα στις ορέξεις του κεφαλαίου. Έτσι κι ο Γ. Παπανδρέου προσφέρει από τη θέση του σαν πρωθυπουργός κύρος στην άποψη περί νομιμοποίησης των εξαρτησιογόνων ουσιών, εισάγοντας τη θεωρία της κατ΄ οίκον μαστούρας και με σημαία την "πρωτιά" του σε ψήφους, πατάει στην πρωθυπουργική του καρέκλα για να παίξει ρόλο "γλάστρας" στο θερμοκήπιο του εθισμού της κοινής γνώμης, ώστε να αποδεχτεί η τελευταία το νόμιμο της "παραμύθας", αλλά και το…παράνομο του τσιγάρου! Να μάθει να υπακούει στις απαγορεύσεις και ας μαστουρωθεί όσο θέλει.

Ναι, είναι πολύ βαθιά τα νήματα που διαπλέκουν μεταξύ τους τις αντιλήψεις του θεολόγου και του κυρίου πρωθυπουργού. Κι αυτό, γιατί τόσο ο νεότευκτος "μακαρθισμός" όσο και το πλασάρισμα της "ναρκο-χαύνωσης" με το μανδύα της "προοδευτικότητας¨ (!) και τις επικλήσεις περί "ανοιχτού μυαλού" (!!!) έχουν κοινή ρίζα. Οι αιτίες τους ανάγονται στις ανοχές και στις αντοχές του σημερινού κοινωνικού και πολιτικού συστήματος. Το καπιταλιστικό σύστημα της εποχής μας, ειδικά σε συνθήκες εξαρτημένης μορφής, όπως αυτές που βιώνουμε στην Ελλάδα, παθαίνει αλλεργία στο άκουσμα της θέσης ότι "συλλογάται καλά όποιος συλλογάται ελεύθερα". Όλο και λιγότερο ανέχεται αρχές και αξίες, που περιποιούν τιμή στον άνθρωπο. Δεν ανέχεται ανθρώπους που δεν συναινούν στην απώλεια των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειάς τους. Δεν θέλει ανθρώπους που σκέφτονται, που αμφιβάλλουν, που ερευνούν, που αγωνίζονται. θέλει την υποταγή, την αλλοτρίωση, τον "ωχαδερφισμό", την εξατομίκευση, την απομόνωση. Θέλει τον άνθρωπο "ανυποψίαστο" και βουτηγμένο στην "πάρτη του". Κι αυτό επιτυγχάνεται, όταν τα μυαλά των ανθρώπων καλυφθούν είτε από το απόλυτο μαύρο πέπλο της άγνοιας είτε από την απόλυτη "θολούρα" της πρέζας, είτε κι από τα δυο μαζί. Ναι, λοιπόν. Όποιος δεν διαβάζει Καζαντζάκη, όποιος δηλ., δεν έρχεται σε επαφή με θέσεις κι απόψεις που βρίσκονται στον αντίποδα των κυρίαρχων τάξεων, που αμφισβητούν την ιδεολογία της εκμετάλλευσης, που αντιτίθενται στην αιώνια σκλαβιά του "έτσι είναι τα πράματα κι έτσι θα μείνουν", δεν συλλογάται λεύτερα. Όποιος "βρίσκει την άκρη" στη μαστούρα και στην υποταγή, όποιος βολεύεται στο να ζει με παραισθήσεις και όχι στο να παλεύει για να ζήσει τα οράματά του, δεν συλλογάται λεύτερα.

Τέτοιους, "τυφλούς", εξαπατημένους και τελικά ελεγχόμενους ανθρώπους θέλει το σύστημά τους. Γι΄ αυτό και οι εγκέφαλοι της ιδεολογίας της μαστούρας μας προτρέπουν να ρίξουμε μια "εξευρωπαϊσμένη" ματιά στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπου οι εκεί Παπανδρέου συνεπικουρούμενοι από έναν πολυδαίδαλο μηχανισμό εμφανίζουν ως "ιν" και ως "προχωρημένο" οτιδήποτε σε "απογειώνει" από την πραγματικότητα, ενώ παράλληλα εμφανίζουν την αποχαύνωση ως "προοδευτική εμπειρία". Και δεν μας λένε, βέβαια, ότι το κοινωνικό σύστημα της αλλοτρίωσης και της αποξένωσης, της περιθωριοποίησης και της βαρβαρότητας, ο καπιταλισμός δηλ. στην πιο στυγνή του σημερινή μορφή, συνιστά το θερμοκήπιο για να παράγονται ανθρώπινα θύματα πάνω στα οποία κερδίζουν οι έμποροι του θανάτου. Την ίδια ώρα το πρόβλημα είναι το…κάπνισμα!!! Το τσιγαράκι με την παρέα και το καφεδάκι στον καφενέ ή σε κάποιο Στέκι!!!

''Και μήπως για τον εργάτη που δώδεκα ώρες υφαίνει, κλώθει, τρυπάει, τορνάρει, χτίζει, φτυαρίζει, σπάει πέτρες, κουβαλάει κλπ, -αυτή η δωδεκάωρη ύφανση, αυτό το δωδεκάωρο κλώσιμο, τρύπημα, τορνάρισμα, χτίσιμο, φτυάρισμα, σπάσιμο πέτρας, υπολογίζεται απ' αυτόν σαν εκδήλωση της ζωής του, σαν ζωή; Αντίθετα. Η ζωή αρχίζει γι' αυτόν εκεί που σταματάει αυτή η δράση, στο τραπέζι, στο μπάγκο της ταβέρνας, στο κρεβάτι.'' κλπ, κλπ. (Μαρξ – Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο).

Αυτός είναι ο φόβος της για τη "ζωή" της κυρίαρχης τάξης μέσα στην κρίση του συστήματος και της δημοκρατίας της, που δεν της αρκεί η εκμετάλλευση, η καταπίεση και η εξαθλίωση των εργαζομένων – και ιδιαίτερα των νέων, αλλά απαιτεί τον εθισμό και παράλληλα το φόβο και το ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ, την εξάρτηση και την αποχαύνωσή τους, για να ΄ναι πιο σίγουρη ότι τα σαθρά της θεμέλια μπορούν να αντέχουν τη στήριξη του βάθρου της εξουσίας της. Τη συνείδησή τους αποζητά να υποτάξει και όταν κινδυνεύει να μην μπορεί να το εξασφαλίζει, αυξάνει τα όρια της ελευθερίας μέχρι το χασίς και τα ναρκωτικά… Γιατί τα ναρκωτικά αλλοιώνουν τη συνείδηση ενώ το τσιγάρο μπορεί να βλάπτει την υγεία αλλά δεν αλλοιώνει καμία συνείδηση. Το αντίθετο μάλιστα.

Αυτή τη δημοκρατία, λοιπόν, υπερασπίζονται τα ΜΜΕ, τα παπαγαλάκια, οι εφημερίδες και οι δημοσιογράφοι, των άβουλων εξατομικευμένων εξαρτημένων και χωρίς συνείδηση ανθρώπων ενάντια στη συλλογική συνειδητή δράση της προοπτικής, όπου οι εργαζόμενοι θα διαφεντεύουν οι ίδιοι τις τύχες τους. Πράγματι, κύριοι φαρισαίοι δημοκράτες, οπαδοί του άθλιου παράδεισου, της "άγιας" κοινωνίας σας, η δημοκρατία σας δεν κινδυνεύει από το χασίς, γιατί ζει με το χασίς που προσφέρει απλόχερα για να παρατείνει τη ζωή της, περιμένοντας αναπόφευκτα τον νεκροθάφτη της…

 

* Ο Παναγιώτης Βήχος είναι admin του «Πολιτικού Καφενείου», http://www.politikokafeneio.com/neo/index.php

 

ΠΗΓΗ: Πολιτικό καφενείο, 17-09-2010-22:51:08, http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=8556

Ο Θάνατος του Θεού – η Ανάσταση του ανθρώπου

Ο Θάνατος του Θεού και η Ανάσταση του ανθρώπου

 

+ Του Παναγιώτη Νέλλα*

 

 

 

Ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνα ἀπό τά κεντρικά θέματα ὄχι μόνο τῆς σύγχρονης δυτικῆς φιλοσοφίας καί λογοτεχνίας, ἀλλά καί τῆς ἴδιας τῆς θεολογίας. Τά τελευταῖα χρόνια γράφτηκαν χιλιάδες σελίδες σχετικές μ᾽ αὐτό, ἀνέβηκαν ἔργα στό θέατρο, γυρίσθηκαν ταινίες, τό θέμα ξέφυγε ἀπό τά μελετητήρια τῶν εἰδικῶν καί ἀπασχολεῖ τό εὐρύτερο κοινό. Τό σύντομο αὐτό δοκίμιο ἔχει σκοπό νά δώσει, στήν ἀρχή μιά γενική ἐνημέρωση καί μιά ἑρμηνεία γιά τό φαινόμενο, καί νά προσπαθήσει στή συνέχεια, ἀφοῦ τό τοποθετήσει μέ βάση τά ὀρθόδοξα κριτήρια, νά σκιαγραφήσει τή συμβολή, πού θά μποροῦσε νά προσφέρει ἡ Ὀρθοδοξία συμμετέχοντας στή σχετική συζήτηση.

Στό χῶρο τῆς φιλοσοφίας τό θέμα ἀρχίζει μέ τό Nietzsche, γιά τόν ὁποῖο, ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται καί ταυτόχρονα εἶναι ταυτόσημος μέ τήν ἀνατροπή ὅλων τῶν ἀξιῶν, ὁλόκληρης τῆς ὑπεραισθητῆς περιοχῆς σύμπαντος τοῦ κόσμου τῶν ἰδεῶν καί τῶν ἰδανικῶν. Μοναδική καί ὕψιστη ἀξία μένει γιά τό Nietzsche ὁ ἄνθρωπος, ὁ ″ὑπεράνθρωπος″: «Ποῦ εἶναι ὁ Θεός;» Γράφει ἤδη στά 1882. «Θά σᾶς τό πῶ ἐγώ. Τόν σκοτώσαμε. Ἐμεῖς ὅλοι εἴμαστε οἱ φονιάδες του… ὁ Θεός εἶναι νεκρός… ὁ Θεός θά μείνει νεκρός. Τί ἄλλο εἶναι οἱ ἐκκλησίες παρά οἱ τάφοι καί τά μνήματα τοῦ Θεοῦ;»

Ὁ Nietzsche στήν ἐποχή του ἀναγκάζεται νά βάλει τά λόγια αὐτά στό στόμα ἑνός τρελοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά ὁ Sartre ἐπαναλαμβάνει μέ πλήρη ἄνεση τό ἴδιο κήρυγμα κατά τήν ἔναρξη τοῦ Β’ παγκοσμίου πολέμου, μιλώντας σέ μιά δημόσια συγκέντρωση στή Γενεύη: «Κύριοι, ὁ Θεός πέθανε. Σᾶς ἀναγγέλλω, κύριοι, τό θάνατο τοῦ Θεοῦ.»

Τό τί σημαίνει γιά τήν ἄθεη ὑπαρξιακή φιλοσοφία ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ, μᾶς τό ἀποκαλύπτει μέ ἐνάργεια ἡ ἀντίστοιχη λογοτεχνία. Ἀφοῦ δέν ὑπάρχει Θεός, ἄρα δέν ὑπάρχει παρά ἡ βιολογική ζωή. Μέ διονυσιακή ἀγαλλίαση ὁ Camus ὑμνεῖ στά πρῶτα του ἔργα τό μεγαλεῖο καί τή χαρά αὐτῆς τῆς ζωῆς τήν ὁμορφιά πού κλείνει μέσα της μιά ζεστή μέρα στήν ἀκροθαλασσιά, μιά χειμωνιάτικη νύχτα, πού ἡ οἰκογένεια εἶναι μαζεμένη γύρω στή φωτιά. Ἀλλά ἡ βιολογική ζωή εἶναι ἡ ″ἐν φθορᾷ ζωή″ καί ὁ ἴδιος ὁ Camus ὅσο προχωρεῖ, ἀνακαλύπτει μέσα στή ζωή τό σαράκι αὐτό τῆς φθορᾶς, πού κλέβει τή χαρά, πού ἀπομυζᾶ τήν οὐσία καί ἀφήνει ἀνούσια καί ἀνόητη τή ζωή, πού δημιουργεῖ μέσα στόν ἄνθρωπο τήν αἴσθηση τοῦ χάους καί τοῦ κενοῦ, πράγμα πού τόσο ἔντονα περιγράφεται στόν «Ξένο», καί πού ὁ Sartre μέ τόση ἐπιτυχία ὀνομάζει στό ὁμόνυμο ἔργο του «Ναυτία».

Ὁ ὑπαρξιστής ἄνθρωπος νοιώθει τό θάνατο ὄχι σάν κάτι μακρινό, κάτι πού τόν περιμένει στό τέλος τῆς ζωῆς του, ἀλλά σάν κάτι πού βρίσκεται μέσα του. Ἡ δαμόκλεια σπάθη τοῦ θανάτου κρέμεται ἀδιάκοπα πάνω του καί μέσα του, ἀκρωτηριάζει τά ὄνειρά του, κόβει στή μέση τίς πιό εὐγενικές προσπάθειές του, περιορίζει ἀσφυκτικά τά ὅρια τῆς ὕπαρξής του, εἶναι, ὅπως λέει ὁ Camus, ἕνας Σίσυφος, πού ἀγωνίζεται νά ἀνεβάσει ὥς τήν κορυφή τοῦ βουνοῦ τήν πολύτιμη πέτρα τῆς ζωῆς του καί, μόλις κοντεύει νά φτάσει στό τέρμα, ἡ πέτρα τοῦ φεύγει καί κατρακυλάει πάλι στό βυθό. Αἰσθάνεται ἐγκαταλειμμένος καί ἔρημος. Καταδικασμένος νά βλέπει, καταλαβαίνει καί συνειδητοποιεῖ ὅτι ζεῖ τό παράλογο. Ὁ Heidegger ὁμολογεῖ ὅτι βρίσκεται, χωρίς νά τό ἐπιδιώξει, ριγμένος καί ἐγκαταλειμμένος σ᾽ ἕνα καντόνι τοῦ σύμπαντος, ὑποχρεωμένος νά ζεῖ.

Μέ τή γεύση αὐτή τοῦ κενοῦ στήν ψυχή, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος βρίσκεται μπροστά στό καθιερωμένο ἀπό αἰῶνες κήρυγμα τοῦ μεταγενεστέρου δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ, πού προσφέρει ὡς λύση στήν ταλαιπωρία τῆς ἐπίγειας ζωῆς τήν ὑπόσχεση γιά τή μακαριότητα τῆς μετά θάνατο ζωῆς, πού θεωρεῖ αὐτή ἐδῶ τή ζωή σχεδόν ἀποκλειστικά σάν τό χῶρο, στόν ὀποῖο μέ τά ἔργα (Ρωμαιοκαθολικοί) ἤ τήν πίστη (Προτεστάντες), γίνεται ἤ δέ γίνεται κανείς ἄξιος νά κληρονομήσει τήν αἰωνιότητα.

Μπροστά ὅμως στήν ἄποψη αὐτή, πού διακρίνει ὑπερβολικά τό χρόνο ἀπό τήν αἰωνιότητα, τή γήινη ἀπό τήν οὐράνια ζωή, καί σχετικοποιεῖ ἀπελπιστικά τή σημασία τῆς πρώτης, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος στέκεται μέ ἀποτροπιασμό. «Ἄν ὑπάρχει μιά ἁμαρτία κατά τῆς ζωῆς», γράφει ὁ Camus, «δέν εἶναι τόσο τό νά ἀπελπιστοῦμε, ἀπό αὐτή, ὅσο τό νά ἐλπίσουμε σέ μιάν ἄλλη ζωή, τό νά ἀφήσουμε νά ξεκλέψει τήν ἀγάπη μας γιά τή συγκεκριμένη ζωή τό ἀνελέητο μεγαλεῖο μιᾶς δῆθεν αἰώνιας ζωῆς». Καί στό ὄνομα τῆς καθημερινῆς, χειροπιαστῆς ζωῆς, ὁ Camus ἀρνεῖται νά πιστέψει σέ μιάν ἄλλη, ὡραία ἔστω καί αἰώνια, ἀλλά πάντως ἄλλη ζωή.

Ὁ Sartre εἶναι στό σημεῖο αὐτό περισσότερο ἀπόλυτος. Ἡ πίστη σέ μιά ἄλλη ζωή, λέει, εἶναι ἀκριβῶς ἐκείνη πού φέρνει τό θάνατο σ᾽ αὐτήν ἐδῶ καί ἰσοδυναμεῖ μέ αὐτοκτονία. Καί, προωθώντας τήν ἀμφισβήτησή του ὥς τόν ἴδιο τό Θεό, ὑποστηρίζει ὅτι ὁ ἕνας Θεός, πού δέν παίρνει στά σοβαρά αὐτήν ἐδῶ τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, πού δέν ἐνδιαφέρεται γιά τά συγκεκριμένα ἱστορικά προβλήματά του, ἀλλά πού ὑποβιβάζει τόν ἀνθρώπινο βίο σέ μιά περίοδο ἐξιλασμοῦ καί ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης, μπορεῖ βέβαια νά εἶναι δίκαιος, ἀλλά δέν εἶναι ἀσφαλῶς φιλάνθρωπος Θεός. Εἶναι ἕνας πατέρας ἐγωιστής καί σαδιστής, πού ἀρέσκεται νά βλέπει τό τέκνο του νά βασανίζεται καί νά ἐκλιπαρεῖ γιά νά ἔχει ὁ ἴδιος τή χαρά νά τοῦ προσφέρει, ὅποτε αὐτός θελήσει, τή σωτηρία. Ἀλλά μιά τέτοια σωτηρία εἶναι γιά τό σύγχρονο, ἐνήλικο ὅπως αὐτοχαρακτηρίζεται ἄνθρωπο, ἀπαράδεκτη καί ἕνας τέτοιος πατέρας εἶναι ἄχρηστος. Εἶναι προτιμότερο, κατά τήν ἄποψη αὐτή, γιά τό παιδί, νά κόψει κάθε σχέση μέ τόν πατέρα καί νά προσπαθήσει νά σωθεῖ μόνο του. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Sartre πού δέν ἔχει γνωρίσει τή διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, γιά τή θεανθρώπινη συνεργία, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ πίστη δέν καταπιέζει, ἀλλά ἀναπτύσσει καί ὁλοκληρώνει τόν ἄνθρωπο, τονίζει κατηγορηματικά ὅτι ἡ πίστη στό δίκαιο ἀλλά σαδιστή Θεό ὑποβιβάζει, ἐξευτελίζει καί ψευτίζει τόν ἄνθρωπο.

Συνέπεια λογική τῆς τοποθέτησης αὐτῆς εἶναι ὅτι γιά νά ὑπάρξει ἐλεύθερος καί γνήσιος ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά μήν ὑπάρχει ὁ Θεός. Στό φοβερό ἔργο του πού ἔχει τόν εἰρωνικό τίτλο «Ὁ διάβολος καί ὁ θεούλης», ὁ κεντρικός ἥρωας, μετά ἀπό μιά ἐναγώνια ἀναζήτηση τῆς εὐτυχίας κοντά στό διάβολο καί κοντά στό Θεό παρουσιάζεται νά συμπεραίνει: «Ἐγώ ὑπάρχω… μόνος ἐγώ. Ἱκέτευα ὅλον αὐτό τόν καιρό γιά ἕνα σημεῖο, ἀλλά δέν πῆρα καμία ἀπάντηση. Ὁ Οὐρανός ἀγνοεῖ ἀκόμα καί τό ὄνομά μου. Διερωτόμουνα κάθε στιγμή τί μποροῦσα νά εἶμαι ἐγώ στά μάτια τοῦ Θεοῦ. Τώρα τό ξέρω: Τίποτε. Ὁ Θεός δέν μέ βλέπει, ὁ Θεός δέν μέ ἀκούει. Ὁ Θεός δέν μέ ξέρει. Βλέπεις αὐτό τό κενό πάνω ἀπό τά κεφάλια μας; εἶναι ὁ Θεός. Αὐτό τό φάγωμα στήν πόρτα; εἶναι ὁ Θεός. Αὐτή τήν τρύπα στή γῆ; εἶναι ὁ Θεός.Ἡ σιωπή, εἶναι ὁ Θεός. Ἡ ἀπουσία, εἶναι ὁ Θεός. Ἡ μοναξιά τῶν ἀνθρώπων, αὐτό εἶναι Θεός. Ὅλον αὐτό τόν καιρό δέν ὑπῆρχα παρά ἐγώ. Ἐγώ ἀποφάσισα τό κακό. Ἐγώ μόνος μου βρῆκα τό καλό. Ἐγώ ἁμάρτησα. Ἐγώ ἔκανα τίς καλοσύνες πού ἔκανα. Ἐγώ σήμερα κατηγορῶ τόν ἑαυτό μου καί ἐγώ μόνος μου μπορῶ νά τόν συγχωρήσω. Ἐγώ ὁ ἄνθρωπος. Ἄν ὁ Θεός ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος εἶναι μηδέν. Ἀλλά δέν ὑπάρχει Θεός. Χαρά. Δάκρυα χαρᾶς. Ἀλληλούια. Δέν ὑπάρχει Θεός.» Καί βλέποντας τή Χίλντα, μιά γυναίκα, πού πιό πρίν δέν τολμοῦσε οὔτε ν᾽ ἀτενίσει γιά τό φόβο τῆς ἁμαρτίας, νά μπαίνει στή σκηνή, τήν πιάνει ἀπό τά χέρια φωνάζοντάς της: «Ὁ Θεός πέθανε. Δέν ἔχουμε πλέον μάρτυρα. Μόνος μπορῶ νά βλέπω τά μαλλιά καί τό μέτωπό σου. Ὤ! πῶς εἶσαι μπροστά μου ἀληθινή, ἀπό τή στιγμή πού δέν ὑπάρχει ὁ Θεός. Ἐπί τέλους εἴμαστε μόνοι».

Τά κείμενα αὐτά δείχνουν μέ σαφήνεια πώς τό μεγαλύτερο τμῆμα τῆς σύγχρονης ὑπαρξιακῆς φιλοσοφίας καί λογοτεχνίας προσπαθεῖ νά καταξιώσει τόν ἄνθρωπο ἀνεξάρτητα ἤ καί ἐνάντια στό Θεό, πράγμα πού ὀφείλεται, ὅπως εἴδαμε, στή λαθεμένη ἀντίληψη ὅτι ὁ Θεός δέν ἐνδιαφέρεται καί δέν ἀγαπᾶ, ἀλλά τιμωρεῖ καί ἐξουθενώνει τόν ἄνθρωπο. Καί δέν εἶναι χωρίς σημασία τό γεγονός ὅτι τά κείμενα αὐτά εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνα, πού ἔθρεψαν τή νέα εὐρωπαϊκή γενιά. Στήν Ἀμερική πάλι, ἡ ἴδια ἀντίδραση κατά τοῦ Θεοῦ τῶν σημερινῶν χριστιανῶν καί τῆς σύγχρονης συμβατικῆς θρησκευτικῆς ζωῆς παρουσιάστηκε, κυρίως κατά τήν προηγούμενη δεκαετία, κατά τρόπο πολύ πιό, θά λέγαμε, βιολογικό, μέ τήν ἐπαναστατημένη νεολαία πού φωνάζει: «Κύριοι, ὁ Θεός γιά τόν ὁποῖο μᾶς μιλᾶτε δέν ζεῖ. Καί ἡ ἴδια ἡ ζωή σας εἶναι νεκρή. Ἕνας Θεός πού δέν ἀγγίζει τήν ὕπαρξή μας, πού δέν ἔχει σχέση μέ τό σῶμα μας, μᾶς εἶναι ἄχρηστος. Ἐμεῖς θά μπορούσαμε νά παραδεχθοῦμε τόν Ἰησοῦ, πού μίλησε γιά τήν ἀγάπη. Ὁ δικός σας Θεός εἶναι ἁπλῶς χρήσιμος, γιατί σᾶς βολεύει. Τόν χρησιμοποιεῖτε ὅπου θέλετε. Ὅπως ἐμεῖς χρησιμοποιοῦμε τή μαριχουάνα. Ἄν ὑπάρχει ὁ Θεός ἄς ἔρθει νά μᾶς βρεῖ ἐδῶ πού εἴμαστε. Ἀλλοιῶς δέν ὑπάρχει Θεός.»

Ἡ πρόκληση αὐτή τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου ἔφερε, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀναστάτωση στήν Καθολική καί Προτεσταντική Ἐκκλησία. Καί ἡ δυτική θεολογία προσπάθησε νά ἀπαντήσει. Τό ἐλπιδοφόρο ὅμως κίνημα μερικῶν Γάλλων κυρίως θεολόγων νά ξαναγυρίσουν στίς πηγές καί, τοποθετώντας στό κέντρο τῶν θεολογικῶν τους ἀναζητήσεων τήν ἔννοια τῆς Ἱερᾶς Ἱστορίας, νά δημιουργήσουν μιά βιβλική, λειτουργική καί πατερική ἀνανέωση βάθους, δέν μπόρεσε νά ἐπιβληθεῖ. Ἡ κίνηση αὐτή φαίνεται ὅτι μάλλον ξεπεράστηκε ἀπό τούς μοντερνιστές, πού, παρασυρμένοι ἀπό τά σύγχρονα ρεύματα, προσκολλήθηκαν στήν ἐπιφάνεια καί δημιούργησαν, ἀντίστοιχη πρός τή φιλοσοφία καί τή λογοτεχνία, τή λεγόμενη ″θεολογία τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ″.

Δυό εἶναι οἱ βασικές κατευθύνσεις τῆς σχολῆς αὐτῆς: Πρώτη ἡ γραμμή τοῦ Bultmann ὁ οποῖος, ἐπηρεασμένος βασικά ἀπό τόν Heidegger βλέπει τήν οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ στή σχέση τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο, σχέση ἡ ὁποία καί φέρνει ἤ, καλύτερα, ἡ ὁποία εἶναι ἡ σωτηρία. Ἡ ἱστορική διάσταση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔρχεται, στήν τοποθέτηση αὐτή, σέ ἐντελῶς δεύτερη μοίρα, ὁ ἱστορικός Ἰησοῦς, ἡ ζωή, τά θαύματα, ἡ ἴδια ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι μύθος, μιά δηλαδή ἀπό τίς πολλές ἐκφράσεις πού μποροῦν νά περιβάλλουν τήν οὐσία, καί ἀφοῦ σήμερα ἡ ἔκφραση, ἡ γλώσσα τοῦ κόσμου, ὁ πολιτισμός, ἔχει ἀλλάξει, εἶναι ἀνάγκη νά ἀλλάξει καί ἡ ἔκφραση τῆς οὐσίας τοῦ Χριστιανισμοῦ. Πρόκειται γιά τήν περίφημη θεωρία τῆς ″ἀπομυθεύσεως″.

Τίς ἀκραῖες συνέπειες τῆς γραμμῆς αὐτῆς ἀποκαλύπτει καί ὑποστηρίζει ἡ δεύτερη κατεύθυνση, σύμφωνα μέ τήν ὁποία γιά νά μπορέσει ἡ Ἐκκλησία νά προσεγγίσει τόν ἐκκοσμικευμένο ἄνθρωπο τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, εἶναι ἀνάγκη νά θέσει μερικά θεμελιώδη ἐρωτήματα πάνω στή ἔννοια τοῦ Θεοῦ, νά φθάσει νά διερωτηθεῖ σοβαρά γιά τήν πραγματικότητα τῶν μυστηρίων καί τῆς Ἐκκλησίας, νά ἀντιμετωπίσει τό θεμελιακό ἐρώτημα, μήπως ὁ Θεός δέν βρίσκεται πλέον στίς σκέψεις καί τίς περιγραφές πού δίνει τό Εὐαγγέλιο, καί στίς ἰδέες-δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά στήν πραγματικότητα τοῦ κόσμου, μήπως δηλαδή τό πραγματικότερο μυστήριο σήμερα, τό ἀληθινό ἔργο τοῦ λαοῦ, ἡ σύγχρονη χριστιανική λειτουργία (λαοῦ–ἔργον) πρέπει νά εἶναι ὄχι ἡ θεία Εὐχαριστία, ἀλλά ἡ πρός τόν πλησίον ἀγάπη, ἡ πολιτική καί ὁ συνδικαλισμός. Γύρω ἀπό αὐτή τήν προβληματική γράφτηκαν βιβλία μέ τούς χαρακτηριστικούς τίτλους «Θεός χωρίς Θεό», «Τό Εὐαγγέλιο τοῦ ἄθεου Χριστιανισμοῦ», «Ἡ νέα οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ», «Ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ καί ὁ πολιτισμός τῆς μεταχριστιανικῆς ἐποχῆς» κ. ἄ.

Πρός στό πολύπλευρο καί πολυσήμαντο αὐτό φαινόμενο τοῦ ″θανάτου τοῦ Θεοῦ″ ποιά μπορεῖ ἄραγε νά εἶναι ἡ στάση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς; Ὅπως σέ κάθε θέμα, δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι καί ἐδῶ ταυτόχρονα κριτική καί οἰκοδομητική.

Προσπαθώντας νά ἑρμηνεύσει ὁ ὀρθόδοξος μελετητής τό φαινόμενο τοῦ ἄθεου οὐμανισμοῦ, διαπιστώνει ὅτι πρόκειται στήν οὐσία γιά τό ἁμάρτημα τοῦ Ἀδάμ καί ὅτι ἡ διαδικασία ἀνάπτυξης τοῦ σύγχρονου ἀθεϊσμοῦ ἐπαναλαμβάνει, ὅπως ἀποκαλύπτουν τά ἴδια τά κείμενά του, στίς κεντρικές γραμμές τή διαδικασία τῆς πτώσεως.

Ἡ Ἁγία Γραφή διδάσκει πράγματι ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν Ἀδάμ καί τοῦ ἔδωσε τόν προορισμό νά ἑνωθεῖ μαζί Του. Ὁ σκοπός τοῦ ἀνθρώπου ἦταν νά ὑψωθεῖ σέ Θεάνθρωπο. Γιά νά γίνει αὐτό, ἔπρεπε ὁ Ἀδάμ νά προσανατολισθεῖ σωστά, νά τοποθετηθεῖ θετικά μπροστά στό Θεό καί νά βαδίσει τό δρόμο πού ὁδηγοῦσε σ᾽ Αὐτόν. Ἀλλά ὁ διάβολος κατόρθωσε νά τόν πείσει ὅτι ὁ Θεός τόν ζηλεύει καί θέλει νά τόν κρατᾶ δοῦλο Του καί ἔτσι τόν κίνησε σέ ἀνταρσία, τόν παρέσυρε σ᾽ ἕναν ἄλλο δρόμο, πού θά τόν ὁδηγοῦσε δῆθεν ἀμέσως καί θά τόν ἔκανε τόν ἴδιο καί κατά τρόπο αὐτόνομο Θεό. Ὁ δρόμος ὅμως αὐτός ἦταν οὐσιαστικά ἀνύπαρκτος καί ἔτσι ἡ ἀλλαγή πορείας τοῦ Ἀδάμ δέν ἦταν στήν πραγματικότητα παρά ἕνας ἐκτροχιασμός, μιά συντριβή στό κενό. Μακριά ἀπό τό χῶρο στόν ὁποῖο ἀκούγεται ὁ ζωηφόρος Λόγος τοῦ Θεοῦ, στή χώρα τῆς ἀν-ὑπακοῆς, ὁ ἄνθρωπος βρέθηκε πλέον καί μακριά ἀπό τήν ἀληθινή ζωή. Ἔχασε τήν ″πνοή τῆς ζωῆς″, πού τοῦ ἔδωσε κατά τή δημιουργία ὁ Θεός. Ξανάγινε πάλι ″χοῦς ἀπό τῆς γῆς″, ξέπεσε στήν ἁπλή βιολογική, τήν ἐν φθορᾷ ζωή, πού εἶναι ὁ θάνατος. Ὁ ζόφος καί τό σκοτάδι, ἡ κυριαρχία τῶν ἐνστίκτων, τό ἄγχος τῆς αὐτοσυντηρήσεως κάνει στό ἑξῆς, μακριά ἀπό τό Θεό, τόν ἄνθρωπο ἀποκρουστικό καί ἐχθρό τόν ἕνα γιά τόν ἄλλο. Ὁ Κάϊν σκοτώνει τόν Ἄβελ καί ὁ ἀνθρωπιστής Sartre ἀνακαλύπτει μέ φρίκη ὅτι «οἱ ἄλλοι εἶναι ἡ κόλασή του».

Ἡ ἐπαγγελία τοῦ αὐτονόμου ἀνθρωπισμοῦ ἀποδεικνύεται μέ τόν τρόπο αὐτό πώς εἶναι ἡ διαβολική πρόκληση πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά ἐξορίσει ἀπό τόν κόσμο του τό Θεό: «Θέλω ἀνθρώπους παντοῦ, γύρω μου, πάνω μου, ἀνθρώπους πού νά μοῦ κρύβουν τόν οὐρανό» (Sartre). Τό διώξιμο ὅμως τοῦ Θεοῦ ἀφήνει ἀναπόφευκτα στόν κόσμο ἕνα φρικαλέο κενό: «Σκότωσα τό Θεό, γιατί μέ χώριζε ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀλλά νά πού ὁ θάνατός του κάνει τελεσίδικο τό χωρισμό» (Sartre).

Ἡ φιλάνθρωπη διάθεση τοῦ γιατροῦ τῆς «Πανούκλας» (Camus) παραχωρεῖ ἔτσι γρήγορα τή θέση της στόν ἀδιάφορο γιά ὅλους καί ὅλα «Ξένο». Ἡ περιγραφή τοῦ μακάβριου κενοῦ τοῦ θανάτου ὁλοκληρώνεται στό «Νεκροί χωρίς τάφο». Ἐνῶ ἡ ἀποσύνθεση τῆς ζωῆς ἀποκαλύπτεται σ᾽ ὅλη της τήν τραγικότητα σέ ἔργα σάν τόν «Τεῖχο» καί τό «Περιμένοντας τόν Γκοντό».

«Τί μέρα εἶναι σήμερα;» ρωτάει ὁ ἕνας ἀλήτης στό ἔργο αὐτό.

– «Πέμπτη.

– Πέμπτη εἶπε ὅτι θά ᾽ρθει.

– Κι ἄν σήμερα εἶναι Παρασκευή;

– Μπορεῖ νά ᾽ναι καί Τρίτη.

– Τί λές, ξαναρχόμαστε αὔριο;

– Ναί, ἀλλά νά φέρουμε καί τό σχοινί.

– Κι ἄν δέν ἔρθει;

– Θά κρεμαστοῦμε.

– Ἄν ἔρθει;

– Θά σωθοῦμε».

Καί σέ λίγο:

– «Εἴμαστε ἀνεξάντλητοι», λέει ὁ ἕνας.

– «Γιά νά μή σκεφτόμαστε», ἀποκρίνεται ὁ ἄλλος.

– «Ὅλο καί βρίσκουμε κάτι πού μᾶς δίνει τήν ἐντύπωση πώς ὑπάρχουμε»!

– «Ὑπάρχουμε, πάλι ὑπάρχουμε, αὐτή ἡ προαιώνια δυστυχία»!…

«Καί ὅλο λένε νά φύγουν», σημειώνει ὁ κριτικός, «καί ὅλο κάθονται ἐκεῖ, στό ἄδειο μέρος. Ἄλλωστε καί νά φύγουν καί πού μένουν δέν ἔχει νόημα. Εἶναι τό ἴδιο. Γιατί τίποτε δέν πρόκειται νά ἀλλάξει. Κι ἀλλοῦ δέν ὑπάρχει παρά ὁ ἀκίνητος θάνατος, κι ἐδῶ δέν ὑπάρχει παρά ἡ θανάσιμη ἀκινησία».

Ἔτσι γίνεται φανερό ὅτι στήν προσπάθειά τους νά σκοτώσουν τό Θεό, ὁ Ἀδάμ καί οἱ σύγχρονοι ἀθεϊστές δέν κατορθώνουν παρά νά σκοτώσουν τόν ἄνθρωπο. Ἀπομακρύνοντας ἀπό τήν κοινωνία τους τό Θεό, χάνουν τό κέντρο τῆς ζωῆς τους, μένουν ἀνέστιοι, ἔρημοι καί νεκροί. Τά ἴδια τά κείμενά τους, ἐνῶ μιλᾶνε γιά τό θάνατο τοῦ Θεοῦ δέν ἀποδεικνύουν στήν πραγματικότητα παρά τό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου. Φαίνεται πώς τό ἐρώτημα «νά ζεῖ κανείς ἤ νά μή ζεῖ» βρῆκε ἀπάντηση στήν ἐποχή μας: Νά ζεῖ κανείς καί νά μή ζεῖ.

Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τώρα τήν προσπάθεια τῆς δυτικῆς θεολογίας νά λύσει τό ὀξύ περί Θεοῦ πρόβλημα, ὁ ὀρθόδοξος μελετητής βρίσκεται στήν ἀνάγκη νά ὁμολογήσει μέ εἰλικρίνεια πόσο συμπαθής τοῦ εἶναι ἡ προσπάθεια αὐτή ἀλλά καί πόσο ἀνεπιτυχής καί ἐπικίνδυνη ἀποκαλύπτεται, στό φῶς τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης, ἡ λύση πού δίνεται.

Τό νά μιλήσει πράγματι ὁ θεολόγος τή γλώσσα τῆς ἐποχῆς του εἶναι καθῆκον πρωταρχικό. Ἡ μεταγλώττιση τοῦ κηρύγματος εἶναι δικαίωμα ἀναφαίρετο πού τό χάρισε μέ τόν Παῦλο ὁ Χριστός στήν κάθε ἐποχή καί πού τό ἐπιβεβαίωσε ἡ πράξη τῶν Πατέρων τοῦ Δ’ καί τοῦ ΙΔ’ αἰώνα. Ἀλλά καί ἡ πιστότητα στήν ἱστορικότητα τοῦ Χριστοῦ, στό γεγονός δηλαδή ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἀληθινά καί πραγματικά ἄνθρωπος τόν καιρό τοῦ Καίσαρος Αὐγούστου καί ὅτι σταυρώθηκε, πέθανε καί ἀναστήθηκε καί, μολονότι ἀναλήφθηκε, συνεχίζει νά βρίσκεται ἀληθινά καί πραγματικά, ἱστορικά, μέ τά μυστήρια μέσα στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ στούς αἰῶνες τό ἱστορικό σῶμα του, ἀποτελεῖ τόν πυρήνα τοῦ χριστιανισμοῦ. Καί αὐτόν τόν πυρήνα κινδυνεύουν νά ἀρνηθοῦν οἱ δυτικοί θεολόγοι τῆς σχολῆς τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ. Στήν καλοπροαίρετη καί εὐγενική προσπάθειά τους νά προσεγγίσουν τόν ἄθρησκο σημερινό ἄνθρωπο, ἀντί νά κατέβουν στήν οὐσία καί νά προσφέρουν στόν ἄνθρωπο τόν ἀληθινό Θεό, βγαίνουν στήν ἐπιφάνεια, ἐγκαταλείπουν διαδοχικά καί οἱ ἴδιοι τή θρησκεία, τήν Ἐκκλησία, τό Χριστό, φθάνουν σ᾽ ἕνα Θεό χωρίς Χριστό, σ᾽ ἕνα Θεό ἄσαρκο , σέ μιάν ἰδέα, πού μπορεῖ βέβαια νά εἶναι ἕνας κάποιος φιλοσοφικός Θεός, ἀλλά δέν εἶναι ὁ Θεός τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαάκ καί τοῦ Ἰακώβ, ὁ Θεός πού σώζει. Ἔτσι ἡ θεολογία αὐτή μπορεῖ νά εἶναι ἐπίκαιρη, ἀλλά δέν εἶναι κήρυγμα σωτηρίας καί παρόλη τή συμπάθεια πού μπορεῖ νά τρέφει ἕνας ὀρθόδοξος γιά τίς προθέσεις της, δέν μπορεῖ παρά νά τονίσει ὅτι, ἄν τελικά ἐπικρατήσει στή Δύση, θά σημάνει ἀναπόφευκτα τό ἱστορικό τέλος τοῦ δυτικοῦ χριστιανισμοῦ.

Ἐκτός ὅμως ἀπό αὐτό τό βασικό κίνδυνο πρέπει νά τονισθεῖ πώς ἡ θεολογία τῆς σχολῆς αὐτῆς εἶναι ἀνίκανη νά συζητήσει στήν οὐσία μέ τόν ἀθεϊσμό. Καί τοῦτο, ἐπειδή ἡ λύση τήν ὁποία προσφέρει εἶναι ἐπιφανειακή καί θεωρητική, δέν ἀγγίζει τήν οὐσία τῶν πραγμάτων καί δέν αἴρει οὔτε στό παραμικρό τίς οὐσιώδεις περί Θεοῦ καί ἀνθρώπου παρεξηγήσεις, πού ὁδήγησαν στήν κατά τοῦ Θεοῦ ἐπανάσταση τοῦ οὐμανισμοῦ.

Τό σύγχρονο ὑπαρξιακό κίνημα ζητάει κατά τρόπο ἐπίμονο καί ἀπόλυτο ἕνα ἀξιοπρεπές νόημα γιά τή ζωή καί ἕναν ἀξιοπρεπή προορισμό γιά τόν ἄνθρωπο. Ἀλλά ἡ θεολογία τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ, ἀντί νά ἀνεβάζει τόν ἄνθρωπο, ἐκκοσμικεύει τό Θεό καί ἔτσι ἀναπόφευκτα ὑποβιβάζει ἀκόμα περισσότερο τόν ἄνθρωπο. Στό φαῦλο κύκλο πού δημιουργεῖται, ἡ κίνηση εἶναι φυγόκεντρη καί ἀπομακρύνει ὅλο καί περισσότερο τή δυτική σκέψη, φιλοσοφική καί θεολογική, ἀπό τήν πραγματικότητα τῆς σωτηρίας πού εἶναι ἡ ἱστορική ἀνασυγκρότηση καί ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή ἡ νοηματοποίηση, ἑνοποίηση καί ἀθανατοποίηση τῆς μιᾶς καί μοναδικῆς ἐπίγειας μαζί καί οὐράνιας ζωῆς του.

Στό σημεῖο αὐτό ἀποκαλύπτεται ἡ κεντρική ἀδυναμία τῆς δυτικῆς σκέψης, δηλαδή ὁ χωρισμός καί ἡ ἀντίθεση ἀνάμεσα στό ἱστορικό καί τό ὑπερβατικό, τό ἐπίγειο καί τό οὐράνιο, τό χρονικό καί τό αἰώνιο. Ὅσα εἴπαμε ὥς ἐδῶ ἔδειξαν ὅτι ἡ μεταγενέστερη δυτική θεολογία ὑποτίμησε τό ἱστορικό γιά χάρη τοῦ ὑπερβατικοῦ, ὅτι ὁ οὐμανισμός, φθάνοντας στό ἄλλο ἄκρο ἀπέρριψε τό ὑπερβατικό γιά νά διασώσει τό ἱστορικό, καί ὅτι ἡ μοντέρνα δυτική θεολογία, γιά νά πλησιάσει τόν οὐμανισμό, κηρύττει ἕνα νέο σχεδόν ἐξ ὁλοκλήρου ἐκκοσμικευμένο Θεό. Ἀλλά ἔτσι ἡ ἀπομάκρυνση εἶναι μεγάλη καί ἡ ἀνάγκη γιά τήν παρέμβαση τῆς Ὀρθοδοξίας ἀποκαλύπτεται ἄμεση.

Ποιά ὅμως θά μποροῦσε νά εἶναι ἡ συμβολή τῆς Ὀρθοδοξίας στή λύση τοῦ προβλήματος αὐτοῦ; Τά ὅρια ἑνός δοκιμίου δέν ἐπιτρέπουν νά δοθεῖ στό ἐρώτημα πλήρης καί διεξοδική ἀπάντηση. Μετά τήν παρουσίαση καί τήν ἑρμηνεία τοῦ φαινομένου, ἐκεῖνο πού μπορεῖ νά γίνει στή συνέχεια εἶναι νά προσδιορίσουμε μιά νέα κατεύθυνση λύσεως, μιά νέα προοπτική μέσα στήν ὁποία τό πρόβλημα εἶναι νά κατανοηθεῖ πληρέστερα καί νά λυθεῖ ἀνετότερα, νά ὑπογραμμίσουμε δηλαδή μερικές βασικές καί ἀναγκαῖες γιά τή λύση τοῦ προβλήματος προϋποθέσεις.

Ἡ νέα αὐτή προοπτική πού προτείνει ἡ Ὀρθοδοξία, μπορεῖ ἀπό τήν ἀρχή νά χαρακτηριστεῖ ὄχι σάν κλασματική καί ἀποσπασματική, ἀλλά ὡς συνθετική καί καθολική. Στήν προοπτική αὐτή τά πράγματα ἀντί νά χωρίζονται ἤ νά ἀντιδιαστέλλονται, ἀλληλοσυμπληρώνονται καί ἑνώνονται. Αὐτό φαίνεται καθαρά καί στά τρία ἀντιθετικά ζεύγη, αἰωνιότης ἤ χρόνος, μέλλουσα ἤ παρούσα ζωή, Θεός ἤ ἄνθρωπος, πού ὅπως εἴδαμε βρίσκονται στή ρίζα τοῦ προβλήματος τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ καί ταλαιπωροῦν τίς τελευταῖες δεκαετίες τή Δύση. Γιά τή Δύσι ἡ ταλαιπωρία αὐτή εἶναι φυσική καί ἀναπόφευκτη, γιατί ἀπό τή στιγμή πού οἱ πραγματικότητες πού ἀποτελοῦν τά παραπάνω ζεύγη χωριστοῦν καί τοποθετηθοῦν μπροστά στόν ἄνθρωπο ἀντιθετικά, χάνουν τή γνησιότητά τους, μετατρέπονται σέ δυό φοβερές χοάνες, ἔτσι ὥστε σέ ὁποιαδήποτε κι ἄν προτιμήσει νά πέσει ὁ ἄνθρωπος, καταποντίζεται.

Ἐνῶ στήν ὀρθόδοξη προοπτική οἱ πραγματικότητες αὐτές συνυπάρχουν, ἡ μιά προσδιορίζει τήν ἄλλη καί ταυτόχρονα ὁλοκληρώνεται ἀπό τήν ἄλλη.

Ὁ Γιάννης Ξενάκης ἔλεγε πρό καιροῦ ὅτι ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα προβλήματα πού ἀντιμετωπίζει στή σύνθεση τῆς μουσικῆς του εἶναι ἡ μονοδιάστατη ἀντίληψη τοῦ χρόνου πού διαθέτουμε, ὁ εὐθύγραμμος χωρισμός τοῦ χρόνου σέ παρελθόν, παρόν καί μέλλον. Καί διαλογιζόταν ποιές καινούργιες προοπτικές θά ἀνοίγονταν στή μουσική, ἀλλά καί στίς ὑπόλοιπες δημιουργίες τοῦ ἀνθρώπου, ἄν μποροῦσε νά ὑπάρξει μιά ἄλλη ἀντίληψη τοῦ χρόνου πού θά ξεπερνοῦσε αὐτό τό γνωστό μας σχῆμα. Ἀλλά ἡ ἄλλη αὐτή ἀντίληψη ὑπάρχει. Ὁ χρόνος στόν ὁποῖο τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία ἔχει μέσα του πραγματικά ἐνεργό τόσο τό παρελθόν, ὅσο τό παρόν καί τό μέλλον. Μέσα στήν ὀρθόδοξη παράδοση τό νόημα τοῦ χρόνου βρίσκεται ἀκριβῶς στό ὅτι προσδιορίζει, κάνει συγκεκριμένη καί ἀποκαλύπτει τήν αἰωνιότητα, ἐνῶ ἀπό τό ἄλλο μέρος ἡ αἰωνιότης ὁλοκληρώνει τό χρόνο, ἀποτελεῖ τό τέλος του, δηλαδή τό σκοπό καί τό περιεχόμενό του.

Ἡ σχέση αὐτή ἀποκαλύπτεται μέ μεγαλύτερη σαφήνεια στό δεύτερο ζεῦγος, σέ ὅ,τι δηλαδή ἀφορᾶ τή μέλλουσα καί τήν παρούσα ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Γιά τήν Ὀρθοδοξία ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μία καί ἑνιαία, εἶναι ἡ ζωή ἑνός καί τοῦ αὐτοῦ προσώπου, τό ὁποῖο ἀρχίζει νά ὑπάρχει ἐδῶ καί συνεχίζει νά ὑπάρχει χωρίς καμιά διακοπή στόν οὐρανό. Ἔτσι ἡ μέλλουσα ζωή δέν συνθλίβει οὔτε σχετικοποιεῖ τήν παρούσα, ἀλλά ἀντίθετα, τῆς δίνει νόημα καί συνέχεια, ἀφοῦ ὅ,τι κάνουμε σ᾽ αὐτή τή ζωή δέν εἶναι τυχαῖο καί ἀποσπασματικό, ἀλλά εἶναι κάτι πού προορίζεται νά μείνει καί στήν ἄλλη. Αὐτή εἶναι καί ἡ ἄποψη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι μιά ψυχή φυλακισμένη σ᾽ ἕνα σῶμα, δηλαδή μιά ψυχή πού θά ἀρχίσει νά ζεῖ ὅταν ἐλευθερωθεῖ ἀπό τό σῶμα, ἀλλά ἕνα πρόσωπο πού ἀρχίζει νά ζεῖ μιά χρονική στιγμή καί καλεῖται νά μήν πεθάνει, ἀλλά νά ζήσει αἰώνια. Ψυχή, ὅπως εἶναι γνωστό, σημαίνει στή γλώσσα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ζωή ἀληθινή καί αἰώνια καί τό «τί ὠφεληθήσεται ἄνθρωπος ἐάν τόν κόσμον ὅλον κερδίσῃ τήν δέ ψυχήν αὐτοῦ ζημιωθῇ» σημαίνει ἀκριβῶς «τί θά ὠφεληθεῖ ἕνας ἄνθρωπος ἄν κερδίσει ὅλο τόν κόσμο καί χάσει τή ζωή του;» ἤ «τί ἀντάλλαγμα μπορεῖ νά δώσει κανείς σ᾽ ἕναν ἄνθρωπο γιά νά πάρει τή ζωή του;»

Ἔτσι ἡ ἀντίδραση τοῦ Camus στό νά δεχθεῖ τή μέλλουσα ζωή, πού εἴδαμε ὅτι ὀφείλεται στό γεγονός πώς δέν βλέπει νά ὑπάρχει καμιά σχέση ἀνάμεσα σ᾽ αὐτή καί σέ τούτη ἐδῶ τή ζωή, γίνεται φανερό ὅτι στήν προοπτική αὐτή αἴρεται. Εἶναι μάλιστα ἀπό τήν ἄποψη αὐτή χαρακτηριστική ἡ ἀναφώνησή του ὅταν διάβασε τό βιβλίο τοῦ Λόσσκυ, «Ἡ μυστική θεολογία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς»: «Ἐπί τέλους τώρα μποροῦμε νά συζητήσουμε μέ τό Χριστιανισμό».

Ἡ ἀποτελεσματικότητα τῆς καθολικῆς αὐτῆς ὀρθόδοξης προοπτικῆς εἶναι φανερή καί στήν ἄρση τοῦ τρίτου ἀντιθετικοῦ ζεύγους, στήν κατάργηση τῆς ἀντιδικίας ἀνάμεσα στό Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Ἡ σχετική διδασκαλία τῶν ὀρθόδοξων Πατέρων τῆς Ἀνατολῆς θεωρεῖ τόν ἄνθρωπο ὡς τήν «δόξα», δηλαδή τή φανέρωση καί τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, πράγμα πού σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι γιά τήν Ὀρθοδοξία ἀληθινά καί πραγματικά ἡ ἐν χρόνῳ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ταυτόχρονα καί ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέ βρίσκει τήν ὁλοκλήρωση καί τήν πληρότητά του παρά μόνο στό Θεό. Τό ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο «κατ᾽ εἰκόνα Του» σημαίνει γιά τούς ὀρθόδοξους Πατέρες ὅτι τόν ἔπλασε μέ τόν προορισμό νά ἑνωθεῖ μαζί Του. Ὁ ἄνθρωπος, λέει ὁ Μ. Βασίλειος, εἶναι «Θεός κεκελευσμένος». Τείνει πρός τό Θεό, καλεῖται νά ὑψωθεῖ ὥς τό Θεό, νά γίνει θεάνθρωπος. «Καί γάρ διά τόν καινόν Ἄνθρωπον» (τόν Θεάνθρωπο), γράφει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, συζητώντας τόν ΙΔ’ αἰώνα μέ τούς ἀνθρωπιστές, «ἀνθρώπου φύσις συνέστη τό ἐξ ἀρχῆς.καί νοῦς καί ἐπιθυμία πρός Ἐκεῖνον κατεσκευάσθη. Καί λογισμόν ἐλάβομεν, ἵνα τόν Χριστόν γινώσκωμεν.ἐπιθυμίαν, ἵνα πρός Ἐκεῖνον τρέχωμεν. Μνήμην ἔσχομεν ἵν᾽ Ἐκεῖνον φέρωμεν, ἐπεί καί δημιουργημένοις Αὐτός ἀρχέτυπον ἦν». Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο κατά τόν ἴδιο Πατέρα, ὁ Θεάνθρωπος εἶναι τό ὕψιστο «κατάλυμα τῶν ἀνθρωπίνων ἐρώτων», τό ἔσχατο καί τό ἀκρότατο τῶν ἐφετῶν. Ἔτσι ὁ Θεάνθρωπος, πού, ἀντί νά χωρίζει ἑνώνει ὑποστατικά, ἀσύγχυτα, καί ἀδιαίρετα, τό Θεό καί τόν ἄνθρωπο, εἶναι ἡ καλύτερη ἀποκάλυψη καί τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ Θεοῦ, τό κλειδί γιά τήν κατανόηση ὁλοκλήρου τοῦ ὀρθόδοξου Χριστιανισμοῦ. Ὁ Θεάνθρωπος Χριστός ὁλοκληρώνει τόν ἄνθρωπο, ἀποκαλύπτει τό Θεό, εἶναι ἡ τελείωση τῆς Ἱστορίας. Γι᾽ αὐτό καί ἀποτελεῖ τό ὕψιστο καί ἔσχατο κριτήριο τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ὁ Θεός καί ἄνθρωπος Χριστός εἶναι, πρῶτα, ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἀληθινῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, γιατί εἶναι ὁ τελειότατος Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, τό ὕψιστο γέννημα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ὁ Ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού ἀναδύεται, ἐμφανίζεται στήν ἱστορία, τή στιγμή πού ἡ ἀνθρώπινη φύση φθάνει στόν ἔσχατο προορισμό της, πού ἑνώνεται ὑποστατικά μέ τή θεία. Ὑπῆρξαν πολλοί ἄθεοι μέσα στούς αἰῶνες πού ὑποστήριξαν ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά γίνει Θεός ἀνεξάρτητα ἀπό τό Θεό. Ἀλλά ἡ αἵρεση ποτέ δέν εἶναι τόσο τολμηρή ὅσο ἡ ἀλήθεια. Καί κανένας ποτέ αἱρετικός δέν ἔφθασε στήν τόλμη τῶν ὀρθόδοξων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι, ὅπως τούς ἑρμηνεύει μέ σαφήνεια ἀπαράμιλλη στίς Θεομητορικές ὁμιλίες του ὁ Καβάσιλας, τονίζουν ὅτι μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ὄχι ἁπλῶς μπορεῖ νά γίνει Θεός, ἀλλά καί νά γεννήσει μέσα στήν ἱστορία τό Θεό. Γιά τήν Ὀρθοδοξία τό μεγαλεῖο τῆς ἀνθρώπινης φύσης εἶναι ἀκριβῶς τό ὅτι ἀξιώνεται νά γίνει Θεοτόκος. Καί αὐτό τό μεγαλεῖο ἀποκαλύπτει, διασφαλίζει καί πιστοποιεῖ ὁ Μονογενής Υἱός τῆς Θεοτόκου.

Ἀλλά ὁ Θεός καί ἄνθρωπος Χριστός ἀποκαλύπτει καί τήν πραγματική φύση τοῦ Θεοῦ, γιατί ἀποκαλύπτει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο, καί εἶναι γνωστό ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα βεβαιώνει μέ τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη ὅτι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν». Πρόκειται γιά μιά ἀγάπη πού δέν εἶναι οἶκτος ἤ ἐλεημοσύνη, ἀλλά πραγματική φιλία, βαθύς δηλαδή σεβασμός καί ἐκτίμηση, φιλανθρωπία. Γιατί ὁ Θεός, παρόλο πού μπορεῖ, δέ νικᾶ ὁ Ἴδιος μέ τή δύναμή Του τό θάνατο καί τό διάβολο, δέν χαρίζει συγκαταβατικά στόν ἄνθρωπο τή σωτηρία, ἀλλά γίνεται ἀληθινός καί πραγματικός ἄνθρωπος, ἔτσι ὥστε ἕνας ἄνθρωπος νά νικήσει τό θάνατο, γιά νά μποροῦν στή συνέχεια ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά τόν νικήσουν. Ὑπομένει ὁ Θεός, ὡς ἄνθρωπος πού ἦταν, τούς ἐμπτυσμούς καί τούς κολαφισμούς, γιά νά καθαρισθεῖ καί νά λάμψει στό ἀρχέγονο κάλλος του ὁ ἄνθρωπος. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ Πιλάτος τή Μ. Παρασκευή, δείχνοντας τόν ταπεινωμένο Θεό, ἀναφωνεῖ τό ἀποκαλυπτικό: «Ἴδε ὁ Ἄνθρωπος».

Ἀκόμα περισσότερο, ὁ Θεός συγκαταβαίνει, πεθαίνει ἀληθινά καί πραγματικά ὡς ἄνθρωπος πραγματικός πού ἦταν, καί ἀφοῦ ἦταν Θεός, ἀνασταίνεται. Καί ἔτσι μέσα στό Χριστό ἀνασταίνεται ὁ ἄνθρωπος. «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν… τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». Ὁ σκοπός συνεπῶς γιά τόν ὁποῖο πεθαίνει ὁ Θεός, γίνεται ἔτσι φανερό, ὅτι εἶναι ἡ ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Καί αὐτό ἀκριβῶς τό σκοπό θέλει νά κάνει φανερό καί νά πιστοποιήσει ὁ Κύριος, ὅταν λίγες μέρες πρίν ἀπό τό θάνατό Του περνάει ἀπό τή Βηθανία κι ἀνασταίνει τό Λάζαρο. «Τήν κοινήν ἀνάστασιν πρό τοῦ Σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τόν Λάζαρον, Χριστέ ὁ Θεός», τονίζει τό ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς.

Ἀλλά ἤδη γίνεται φανερό πώς ἡ ὀρθόδοξη προοπτική, στήν ὁποῖα προσπαθήσαμε νά τοποθετήσουμε τό θέμα μας, μᾶς ὁδηγεῖ στόν πυρήνα τοῦ προβλήματος, τόν ἱστορικό δηλαδή καί πραγματικό θάνατο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί φθάνοντας στόν πυρήνα βλέπουμε νά ξεπηδάει μπροστά μας καί ἡ λύση. Γιατί ἡ ἴδια ἡ φύση τῶν πραγμάτων μᾶς παρουσιάζει μέ σαφήνεια ὡς ὀρθόδοξη ἀπάντηση στό κήρυγμα τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ τό Εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως τοῦ ἀνθρώπου.

Τό σημεῖο αὐτό εἶναι ἕνα ἀπό τά κεντρικά θέματα τῆς χαρμόσυνης ἀγγελίας τῆς σωτηρίας. Ἀκριβέστερα, εἶναι ἡ ἴδια ἡ σωτηρία. «Εἰ γάρ νεκροί οὐκ ἐγείρονται», διακηρύττει ὁ Ἀπ. Παῦλος, «μάταια ἡ πίστις ἡμῶν». «Νυνί δέ Χριστός ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων». Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος καλεῖ τούς ἀνθρώπους σέ πανηγυρισμό: Κανείς πλέον ἄς μή θρηνεῖ γιά ἁμαρτίες καί πταίσματα, «συγγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος». Πλέον «ἀνέστη Χριστός καί πεπτώκασι δαίμονες. Ἀνέστη Χριστός καί χαίρουσιν ἄγγελοι. Ἀνέστη Χριστός καί ζωή πολιτεύεται. Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδείς ἐν τῷ μνήματι».

Ἀπό τό ὕψος αὐτό τῆς ἀληθινῆς καί πραγματικῆς ἀναστάσεως τοῦ ἀνθρώπου ὁλόκληρη ἡ προβληματική τῶν φιλοσόφων καί τῶν θεολόγων τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ γίνεται φανερό πώς βρίσκεται σέ δεύτερη μοίρα. Εἴδαμε πράγματι, ὅτι οἱ ἐκπρόσωποι τῆς σχολῆς αὐτῆς μιλοῦν ὄχι γιά τόν ἱστορικό θάνατο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά γιά τό θάνατο μιᾶς ἰδέας περί τοῦ Θεοῦ. Ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ εἶναι γι᾽ αὐτούς ἕνα λεκτικό τέχνασμα, πού χρησιμοποιεῖται γιά νά καλύψει τήν ὄζουσα πραγματικότητα, πού, ὅπως μᾶς ἔδειξε ἡ σύντομη μελέτη τῶν κειμένων τους, εἶναι καί γι᾽ αὐτούς τούς ἰδίους ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά τό κήρυγμα τῆς Ὀρθοδοξίας, πού δέν εἶναι μιά ἰδεολογία ἤ μιά φιλοσοφία, ἀλλά μιά πραγματική ἱστορία, εἶναι ὁ πραγματικός καί ἱστορικός θάνατος τοῦ Θεοῦ, πού φέρνει ἀκριβῶς τήν πραγματική καί ἱστορική ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου. «Ὁ δέ Ἰησοῦς… κράξας φωνῇ μεγάλῃ ἀφῆκε τό πνεῦμα. Καί ἰδού τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο, καί ἡ γῆ ἐσχίσθη καί αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν καί τά μνημεῖα ἀνεῴχθησαν καί πολλά σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη καί ἐξελθόντα ἐκ τῶν μνημείων εἰσῆλθον εἰς τήν ἁγίαν πόλιν καί ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς».

Ἔτσι γίνεται φανερό πώς ἡ ὀρθόδοξη θεολογία μπορεῖ νά κηρύξει πολύ πιό πραγματικά ἀπό τούς ἀθέους τό θάνατο τοῦ Θεοῦ. Τήν Μ. Παρασκευή στόν Ἐπιτάφιο οἱ ὀρθόδοξοι πιστοί γιορτάζουν ἀληθινά καί πραγματικά αὐτό τό θάνατο. Ἀλλά τό θαῦμα τῆς Μ. Παρασκευῆς εἶναι ὅτι οἱ πιστοί κηδεύοντας τό Θεό πανηγυρίζουν τή νέκρωση τοῦ θανάτου καί τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. «Τέτρωται Ἅδης ἐν τῇ καρδίᾳ δεξάμενος τόν τρωθέντα λόγχῃ τήν πλευράν. Καί στένει πυρί θείῳ δαπανώμενος, εἰς σωτηρίαν ἡμῶν τῶν μελῳδούντων, Λυτρωτά, ὁ Θεός εὐλογητός εἶ». «Σύ γάρ τεθείς ἐν τάφῳ κραταιέ, ζωαρχική παλάμῃ τά τοῦ θανάτου κλεῖθρα διεσπάραξας καί ἐκήρυξας τοῖς ἀπ᾽ αἰῶνος ἐκεῖ καθεύδουσι λύτρωσιν ἀψευδῆ, Σῶτερ, γεγονώς νεκρῶν πρωτότοκος». Ὁ Χριστός λοιπόν πέθανε πραγματικά, ἀλλά πέθανε γιά νά συναντήσει τόν ἄνθρωπο ἐκεῖ πού βρίσκεται, μέσα στή φθορά καί τό θάνατο, μέσα στήν ὀδύνη καί τήν ἀπογοήτευση, μέσα στό ἀνόητο καί τό παράλογο, καί νά τόν ἀναστήσει.

Ἄν δέν πέθαινε, ἡ σάρκωσή του δέν θά ἦταν πλήρης, θά ἦταν φαινομενική. Ἀλλά πέθανε πραγματικά, γιατί πῆρε στά σοβαρά τή θνητή κατάστασή μας. Γιατί ἔγινε σέ ὅλα τά σημεῖα, ἐκτός ἀπό τήν ἁμαρτία, ὅ,τι εἴμαστε κι ἐμεῖς. Ὁ ἄνθρωπος ἐγκατέλειψε τό Θεό, ἐκτροχιάστηκε στό κενό καί ἐξαφανίστηκε μέσα στήν ἁμαρτία. Καί ὁ Θεός κενώνεται μέσα στό χῶρο τῆς ἁμαρτίας, φοράει ἀναμάρτητα ὡς σάρκα του τή σάρκα τῆς ἁμαρτίας καί τήν ἁγιάζει. Χύνεται σάν μύρο στό βόρβορο τῆς δυσωδίας καί μετατρέπει τή δυσωδία σέ εὐωδία. Ζεῖ τήν ἁπλή καθημερινή ζωή τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς δίνει νόημα, τή γεμίζει ἀπό τήν αἰωνιότητα. Ἐργάζεται χειρωνακτικά γιά νά φανερώσει ὅτι καί ἡ πιό μονότονη καθημερινή δουλειά ἔχει αἰώνιο σκοπό καί περιεχόμενο. Ὑποφέρει, θλίβεται, ἀγωνιᾶ γιά νά μή μείνει κανένα τμῆμα καί καμιά μορφή τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, πού νά μή τήν ἔχει ὁ Ἴδιος ζήσει. Καί, ὁλοκληρώνοντας αὐτή τή συμμετοχή στά ἀνθρώπινα, φθάνει ὥς τό θάνατο. Γιατί θέλει νά εἶναι κοντά μας ὁπουδήποτε κι ἄν βρισκόμαστε. Ἔτσι, ἄν βρεθοῦμε στή χειρότερη ἀπελπισία, πρέπει νά ξέρουμε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι δίπλα μας, γιατί ἔζησε τήν ἀπελπισία. Ἄν βρεθοῦμε στήν ἀγωνία, ὁ Χριστός εἶναι πάλι δίπλα μας, γιατί ἔζησε τήν ἀγωνία. Ἄν βρεθοῦμε σέ ἐγκατάλειψη καί μοναξιά, μποροῦμε νά ξέρουμε πώς κανείς δέν ὑπῆρξε περισσότερο μόνος ἀπό Αὐτόν πού ἔνιωσε πάνω στό Σταυρό νά τόν ἐγκαταλείπει ὁ ἴδιος ὁ Πατέρας του. Ὅσο χαμηλά καί νά κατεβοῦμε, ὅσο καί νά ξεπέσουμε, ὁ Χριστός εἶναι κάτω ἀπό μᾶς, ἀφοῦ βρίσκεται στόν Ἅδη. Ἀκόμα κι ἄν πεθάνουμε, μέσα στό χάος τοῦ θανάτου μᾶς περιμένει ὁ Χριστός.

Γι᾽ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἡ ἀπογοήτευση, ἀλλά ἡ παρηγοριά καί ἐλπίδα τῶν πιστῶν. «Ὁ Σταυρός Σου, Κύριε, ζωή καί ἀνάστασις ὑπάρχει τῷ λαῷ σου». Καί τό κήρυγμα τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ ἀποδεικνύεται ἔτσι τό καύχημα, ἡ νίκη καί ἡ δόξα ὄχι τῶν ἀπίστων, ἀλλά τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ εἶναι ταυτόσημος μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Θεός πέθανε, ἀλλά ὁ Χριστός ἀνέστη. Μιά Κυριακή πρωί στήν Ἰερουσαλήμ ἐπί Ποντίου Πιλάτου ἀνέστη ἀληθινά καί πραγματικά ὁ Χριστός. Πράγμα πού σημαίνει ὅτι ἀνέστη ἀληθινά καί πραγματικά ὁ ἄνθρωπος. Γιατί ὁ Χριστός ἀναστάς συνέτριψε τά δεσμά τῆς φθορᾶς καί ἐλευθέρωσε τόν αὐτοδεσμώτη ἄνθρωπο, νέκρωσε τό κεντρί τοῦ θανάτου καί χάρισε στόν ἄνθρωπο τή ζωή. Γκρέμισε τό μεσότοιχο τοῦ φραγμοῦ, «ἥνωσε τά τό πρίν διεστῶτα», ἔφερε στό θάνατο τή ζωή, στό χρόνο τήν αἰωνιότητα, στή γῆ τόν οὐρανό, στόν ἄνθρωπο τό Θεό, «πάντα ἀναμίξ γέγονε».

Ἀφοῦ ὅμως ἡ ἀνάσταση αὐτή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀνάσταση ὄχι μονάχα τῆς ψυχῆς, μά καί τοῦ σώματός του, εἶναι φυσικό νά ἀκολουθεῖται καί ἀπό τήν ἀνάσταση τῶν ἔργων τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ πολιτισμοῦ, καί μαζί καί τῆς κτίσης, πού εἶναι ἡ προέκταση τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου. Μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τό Ἅγιο Πνεῦμα ξεχύνεται σέ ὁλόκληρη τήν κτίση, τό ψωμί καί τό κρασί μετατρέπονται σέ Σῶμα καί σέ Αἷμα Χριστοῦ. Σπάζουν οἱ περιορισμοί τοῦ τόπου καί τοῦ χρόνου, ἀρχίζει ὁ καινούργιος λειτουργικός χρόνος καί ὁ καινούργιος λειτουργικός χῶρος, ἐγκαινιάζονται οἱ καιροί τῶν ἐσχάτων.

«Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια. Ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις τήν ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται».

«Φωτίζου, φωτίζου, ἡ νέα Ἰερουσαλήμ. Ἡ γάρ δόξα Κυρίου ἐπί σέ ἀνέτειλε. Χόρευε νῦν καί ἀγάλλου Σιών. Σύ δέ ἁγνή τέρπου Θεοτόκε, ἐν τῇ ἐγέρσει τοῦ τόκου σου».

Τό ὅτι πέθανε λοιπόν ὁ Θεός ἔγινε φανερό πώς σημαίνει γιά τήν Ὀρθοδοξία ὅτι ἀνέστη ὁ ἄνθρωπος καί καθετί πού δημιουργεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὅτι, σέ τελευταία ἀνάλυση, ἔχει νόημα καί ἐνδιαφέρον, ὅτι γίνεται ὡραία καί ἀθάνατη ἡ ζωή.


******************************************************
Πηγή 1: Αγία Ζώνη

 

* Ο Παναγιώτης Νέλλας κοιμήθηκε την Άνοιξη του 1986

 

ΠΗΓΗ 2: Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010,   http://paterikakeimena.blogspot.com/2010/09/blog-post_14.html