Πρόσφατες εκλογές: ΑΝΥΠΑΚΟΗ

ΑΝΥΠΑΚΟΗ

 

(Συμπεράσματα από τις πρόσφατες εκλογές)

 

Του Μίκη Θεοδωράκη


 

Τα αποτελέσματα από τις τελευταίες εκλογές θέτουν σοβαρά προβλήματα σε σχέση με κείνο το ποσοστό των ψηφοφόρων που νομιμοποιεί μια κυβέρνηση και το κυβερνόν κόμμα να ισχυρίζονται ότι διαθέτουν την πλειοψηφία ενός λαού και επομένως το δικαιούται να ασκούν την εξουσία.

Ήδη το γεγονός ότι οι ποικίλες αλχημείες – απαραίτητες για να λειτουργήσει δήθεν το σύστημα – επιτρέπουν να αναδειχθούν κυβερνήσεις ουσιαστικής μειοψηφίας κάτω του 50% και να λαμβάνουν αποφάσεις και μέτρα που είναι δυνατόν ακόμα και να αντίκεινται στα συμφέροντα της πραγματικής πλειοψηφίας, έχει ως αποτέλεσμα να υποσκάπτεται η ενότητα του λαού που μονάχα μια ουσιαστική πλειοψηφία μπορεί να εξασφαλίσει και επομένως η εθνική σύμπνοια που θα πρέπει να αποτελεί το ΑΛΦΑ και το ΩΜΕΓΑ τόσο για την ομαλότητα όσο και για την πρόοδο του συνόλου μιας κοινωνίας.

Τι γίνεται όμως όταν η μεγάλη αποχή και η ύπαρξη πολλών κομμάτων κατεβάζει τον πήχυ της κυβερνητικής πλειοψηφίας στο ένα τρίτο του συνόλου των ψηφοφόρων; Δεν πρόκειται πλέον για ένα ποσοστό περιορισμένης μειοψηφίας όπως πριν αλλά για ένα αποτέλεσμα μιας ελάχιστης μειοψηφίας, που επομένως είναι  απαράδεκτο να μπορεί να εκπροσωπήσει το σύνολο του λαού και μάλιστα σε μια περίοδο εθνικής κρίσεως.

Από τις αλχημείες των συνταγματολόγων του ισχύοντος κοινοβουλευτικού μας συστήματος εκπέσαμε στην καρικατούρα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που επιτρέπει σε μια ασήμαντη για κοινοβουλευτικά σταθμά μειοψηφία να ασκεί την εξουσία εν ονόματι αλλά εάν το επιθυμεί και εις βάρος της πραγματικής πλειοψηφίας του λαού.

Το γεγονός αυτό κατά τη γνώμη ενός απλού πολίτη όπως εγώ αποτελεί εκτροπή από την δημοκρατική νομιμότητα κατά την οποία η πλειοψηφία κυβερνά και η μειοψηφία ελέγχει. Γιατί σήμερα η μεν μειοψηφία κυβερνά η δε πλειοψηφία είναι καταδικασμένη να υφίσταται παθητικά τις αποφάσεις της.

Γεγονός που κατά την γνώμη μου νομιμοποιεί την ανυπακοή και την καθιστά όργανο άμυνας των πολλών απέναντι σε μια έωλη και ουσιαστικά αντιδημοκρατική νομιμοποίηση των ολίγων.

Στον πρώτο γύρο των εκλογών για τον Καλλικράτη το ΠΑΣΟΚ απώλεσε ένα εκατομμύριο των ψηφοφόρων του. Αυτό σημαίνει ότι με τον α  ή τον β τρόπο οι οπαδοί του κυβερνώντος κόμματος διαφώνησαν με την πολιτική του. Πώς καταγράφεται λοιπόν αυτή η αποδοκιμασία του κυβερνητικού προγράμματος από τους ίδιους τους οπαδούς του σε συνταγματικό επίπεδο ουσίας και όχι τύπων; Και κυρίως ποιες είναι στο επίπεδο πραγματικής δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος; Και με ποιες επιπτώσεις στην πορεία της χώρας;  Και με ποιο ουσιαστικό και όχι τυπικό και διάτρητο κύρος όπως τώρα θα εξακολουθεί να έχει το μονοπώλιο των αποφάσεων στη Βουλή για την ψήφιση νόμων και μέτρων χάρη στην κυβερνητική πλειοψηφία;

Πρόκειται για ένα συνταγματικό αδιέξοδο, που βαρύνει, αλλοιώνει και βλάπτει την χρηστή διακυβέρνηση της χώρας οδηγώντας σε μια ουσιαστική κατάχρηση εξουσίας και μετατρέπει τη Βουλή σε ένα άλλοθι για μια κατ’ ουσίαν δικτατορική επιβολή μιας μειοψηφίας επί της πλειοψηφίας. Με άλλα λόγια οδηγεί στην καταπάτηση της Δημοκρατίας ως συστήματος που διασφαλίζει ίσα δικαιώματα σε όλους τους πολίτες.

Υποθέτω ότι μετά την μετατροπή του Πολιτεύματος από Προεδρικό σε Πρωθυπουργοκεντρικό, ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας που είναι κατά το Σύνταγμα «ρυθμιστής του Πολιτεύματος» παραμένει παθητικός.

Τι δέον γενέσθαι; Το ιδεώδες θα ήταν, η ίδια η Κυβέρνηση να αποκτούσε συναίσθηση της θέσης της και να αναζητούσε μέσα κι έξω από την Βουλή την ευρύτερη δυνατή συναίνεση επιδιώκοντας οι όποιες αποφάσεις να έχουν την έγκριση της ουσιαστικής πλειοψηφίας του λαού παύοντας να οχυρώνεται αλαζονικά σε μια συνταγματική νομιμότητα που μοιάζει με το «άδειο πουκάμισο» του Γιώργου Σεφέρη.

Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι ο Βασιλιάς είναι γυμνός, δηλαδή ιστορικά και εθνικά ακατάλληλος να υποστηρίξει τα δικαιώματα του λαού του.

Στο μεταξύ και έως ότου η πολιτική εξουσία επιλύσει τα προβλήματά της εμείς η συντριπτική πλειοψηφία των ανεξάρτητων πολιτών έχουμε ηθικό, εθνικό και δημοκρατικό χρέος να θεωρούμε τις αποφάσεις αυτής της ουσιαστικής μειοψηφίας σε μια εποχή μάλιστα που έχει παραδώσει τις τύχες της χώρας μας στους ξένους, ως ηθικά, εθνικά και δημοκρατικά παράνομες, αντιτάσσοντας το όπλο της ΑΝΥΠΑΚΟΗΣ στις ηθικά, εθνικά, δημοκρατικά και ιστορικά παράνομες αποφάσεις της.

Ανυπακοή ατομική και συλλογική σε όλα τα αντιλαϊκά μέτρα που παίρνονται μάλιστα κατ’ επιταγήν των ξένων επιτηρητών μας και που θίγουν εκτός από τα συμφέροντα του Λαού και της χώρας, την προσωπική, λαϊκή και εθνική μας αξιοπρέπεια.

Στην ιστορία των δημοκρατιών η πολιτική ανυπακοή υπήρξε το μέσο μη βίαιης και διαφανούς αντίστασης του συνειδητού πολίτη απέναντι στις αποφάσεις μιας Κυβέρνησης που παραβιάζει τους θεμελιώδεις κανόνες της κοινωνικής συμβίωσης. Η πολιτική ανυπακοή δεν είναι μια αυθαίρετη έννοια. Είναι μια ολόκληρη θεωρία της πολιτικής επιστήμης και του συνταγματικού δικαίου και κεκτημένο του πολιτικού και συνταγματικού μας πολιτισμού.  Ας μην ξεχνάμε την  ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματός μας: «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων».  

 

 

ΠΗΓΗ: 14.11.2010, http://anemos5.blogspot.com/2010/11/blog-post_7880.html

Καλή μας Ιρλανδία καληνύχτα!

Καλή μας Ιρλανδία καληνύχτα!

 

Του Γιώργου Σαρρή

 

 

Υπάρχει άραγε κανείς που να μην καταλαβαίνει τι πρόκειται να γίνει; Όλη η Ευρώπη που έζησε το δράμα της Ελλάδας και την τραγική κατάληξη στην αγκαλιά του ΔΝΤ σίγουρα φαντάζεται τη συνέχεια. Με τα Ιρλανδικά spreads να αγγίζουν τις 700 μ. β. –  και επομένως το επιτόκιο δανεισμού από τις αγορές να  "πετάει" στο 9% – τί άλλο μπορεί να σκεφτεί κανείς εκτός από μια πορεία ανάλογη με αυτήν της Ελλάδας. Μόνο που η πραγματικότητα της Ιρλανδίας είναι πολύ διαφορετική από την δική μας.

Πρώτα- πρώτα το κατά κεφαλήν εισόδημα (όσο αυτό σημαίνει κάτι ουσιαστικό) στις 2 χώρες εχει τεράστια διαφορά. Στην Ελλάδα είναι κοντά στις 30000Ε ενώ στην Ιρλανδία στις 45500Ε!!

Μα η τέως πτωχή Ιρλανδία θα πείτε; Και όμως. Η παλιότερα  περιφρονημένη αγροτική Ιρλανδία ήταν μια από τις χώρες όπου έγινε ένα από τα οικονομικά πειράματα της μοντέρνας οικονομίας και τώρα μελετώνται οι συνέπειες πάνω από τα ερείπια.

Ενώ μέχρι το 1995 περίπου ήταν μια από τις τελευταίες οικονομίες της Ευρώπης και η ντροπή του παλιού Ην. Βασιλείου, ξαφνικά αποφάσισε να αλλάξει ρότα. Βάζοντας πλώρη για την ένταξη στο ενιαίο νόμισμα, αποφάσισε συνολική αλλαγή στη δομή της οικονομίας της.

Θεσπίζοντας μεγάλης κλίμακας φορολογικές ελαφρύνσεις προς όλους τους πιθανά ενδιαφερόμενους, έγινε γρήγορα ένας ελκυστικός φορολογικός παράδεισος, προσελκύοντας με ευκολία επενδύσεις από εταιρείες που ως γνωστό έχουν ως μόνη πατρίδα το κέρδος. Η μέχρι πρότινος  αγροτική και ολίγον τουριστική Ιρλανδία μετατράπηκε σε μια ανερχόμενη βιομηχανική δύναμη, αφού όλοι έτρεχαν να εγκαταστήσουν μονάδες εκεί εκμεταλλευόμενοι τη χαμηλή φορολογία.

Με αυτό τον τρόπο η Ιρλανδία κατάφερε γρήγορα να δημιουργήσει μέσω εξαγωγών βιομηχανικών προϊόντων, ένα πολύ θετικό εμπορικό ισοζύγιο, με 30% των εργαζομένων να απασχολείται στη βιομηχανία που έφτασε στο σημείο να προσφέρει το 50% περίπου του ΑΕΠ!

Φυσικά σαν επακόλουθο άρχισαν να μαζεύονται στη χώρα τράπεζες ή ανάλογες εταιρείες "τραπεζικών" και "επενδυτικών" υπηρεσιών.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήταν πού άρχισε μέσα σε μια πανευρωπαϊκή αλλά και παγκόσμια χρηματιστηριακή ευφορία να χαλαρώνει σε επικίνδυνο βαθμό το πλαίσιο λειτουργίας των αγορών με κεντρική κατεύθυνση από τις ΗΠΑ και τον Α. Γκρηνσπαν της FED.

Έτσι στην Ιρλανδία που ήδη είχαν δοθεί κίνητρα για την είσοδο τραπεζών και εταιρειών του χρηματοοικονομικού τομέα το πράγμα άρχισε να ξεφεύγει, ειδικά από τη στιγμή που η χώρα μπήκε σε πορεία ένταξης στο ευρώ μετά το 2000.Τα γνωστά μας subrimes άρχισαν να κάνουν θραύση στην αγορά, ενώ όλες οι τράπεζες και οι παρατράπεζες κατέφευγαν σε εξωτερικό δανεισμό για αγορά περίεργων "προϊόντων"- συμβολαίων που έδιναν βραχυπρόθεσμα τεράστιες αποδόσεις  στους "επενδυτές" τους.

Αυτό σε συνδυασμό με τη σταθερότητα που πρόσφερε στο οικονομικό περιβάλλον το ευρώ(π.χ στον πληθωρισμό) έφερε κι άλλες "επενδύσεις" και περαιτέρω αύξηση του ΑΕΠ(η Ιρλανδία έχει ΑΕΠ ανάλογο με το Ελληνικό με λιγότερο από μισό πληθυσμό!)Αυτό δε σημαίνει ότι το Ελληνικό ΑΕΠ είναι μικρό αλλά ότι το Ιρλανδικό ήταν πολύ μεγάλο.

Κάπου λοιπόν στη μέση της δεκαετίας όλοι μιλούσαν για το Ιρλανδικό θαύμα!

Φυσικά η διόγκωση του τραπεζικού και χρηματοοικονομικού τομέα (σχεδόν 10πλασιασμός!) δεν γινόταν να μην έχει παρενέργειες. Οι τράπεζες τρέφονται από την πώληση δανείων και η Ιρλανδοί έπρεπε να δανειστούν μέχρι εκεί που δεν έπαιρνε άλλο. Το αποτέλεσμα φυσικά ήταν ο υπερδανεισμός για αγορές σπιτιών και κατανάλωση, ο 10πλασιασμός των τιμών των κατοικιών και η ολοφάνερη υπερβολή μέσα σε ελάχιστα χρόνια 8 στα 10 Ιρλανδικά σπίτια να είναι  ιδιόκτητα!

Όλα λοιπόν πήγαιναν καλά μέχρι το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων στην Αμερική.

Τότε όλη η ευφορία εξαφανίστηκε και το γνωστό ντόμινο της καταστροφής δήλωσε έντονα το παρόν του.

Η ξαφνική εμφάνιση επισφαλειών στις διάφορες εταιρείες δανείων(φυσικά αναμενόμενη στους γνωρίζοντες),  έφερε ξαφνικές χρεοκοπίες που φυσικά επηρέασαν τον τραπεζικό και χρηματοοικονομικό τομέα και γρήγορα μόλυναν την πραγματική οικονομία. Κλείσιμο δεκάδων εταιρειών, φυγή επιχειρήσεων που είχαν εμπλακεί στο πανηγύρι, εμφάνιση ανεργίας, αδυναμία αποπληρωμής των δανείων για σπίτια κ.λ.π. Ύστερα ο φαύλος κύκλος ξανάρχιζε απειλώντας και παρασύροντας τα πάντα.

Η Ιρλανδική κυβέρνηση προσπαθώντας να διασώσει την κατάσταση, εθνικοποίησε τις μεγάλες ιδιωτικές τράπεζες που δεν μπορούσαν να επιβιώσουν, δίνοντας 10άδες δις ευρώ όπως έκανε και η Ισλανδία φορτώνοντας βέβαια το κόστος στην οικονομία και στις πλάτες των υπερδανεισμένων Ιρλανδών.

Ακολούθησε η πίεση για λήψη μέτρων, που λόγω των αρκετά υψηλών εισοδημάτων μπορεί να μην προκάλεσε αντιδράσεις έφερε όμως επιβράδυνση και στη συνέχεια ύφεση .

Το αποτέλεσμα ήταν η περαιτέρω συρρίκνωση του τραπεζικού τομέα, η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας και έτσι η δήλωση πριν από λίγες μέρες της αδυναμίας πληρωμών από την ΑNGLO-IRISH. Όπως ξέρουμε η τράπεζα έκανε  πρόταση αναδιάρθρωσης του χρέους της στους δανειστές της, που τους καλούσε να δεχτούν την αποπληρωμή του 20%(!!!) της αξίας του χρέους της με κρατικά ομόλογα η ακόμη μικρότερου ποσοστού με μετρητά (δηλ. ανταλλαγή ομολόγων της τράπεζας με κρατικά ομόλογα στο 20% της ονομαστικής αξίας των ομολόγων που έχουν στα χέρια τους ή τίποτα!).

Αυτό βέβαια είχε ένα άρωμα κρατικής χρεοκοπίας αφού η Αnglo-Irish ανήκει πλέον στο κράτος.

Έτσι μέσα σε λίγες μέρες είδαμε τα Ιρλανδικά spreads να εκτοξεύονται στις 685 μονάδες και όλη την Ευρώπη να περιμένει με αγωνία την εξέλιξη, αφού τουλάχιστον Ισπανία και Πορτογαλία, μοιάζουν να είναι τα επόμενα πιθανά θύματα.

Το ΔΝΤ και η ΕΚΤ με τα συμβόλαια πλέον στα χέρια ετοιμάζουν βαλίτσες για το Δουβλίνο και τα κοράκια ακονίζουν τα νύχια τους.

Καλή μας Ιρλανδία καληνύχτα.

 

 

ΠΗΓΗ: Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010, http://giorgossarris.blogspot.com/2010/11/blog-post_12.html

Δυσφορία στη Δημοκρατία

Δυσφορία στη Δημοκρατία

 

Απόσπασμα από το κείμενο που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 18 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ

 

Του Πέτρου Θεοδωρίδη

 
Ως ο τελευταίος κρίκος της μακραίωνης δημοκρατικής  περιπέτειας θεωρήθηκε η Μόδα που με την επιλογή και τη συνεχή αλλαγή μας εκπαιδεύει στην ελευθερία. Όμως σ’ έναν κόσμο με τη μόδα ως αρχή, έχουμε περισσότερα κίνητρα αλλά και περισσότερη βαρεμάρα, μεγαλύτερη χειραφέτηση αλλά και αντίστοιχα μεγαλύτερη σκλαβιά, μεγαλύτερη εξατομίκευση αλλά και αποπροσωποποίηση.

Στις μελαγχολικές μετά Δημοκρατίες μας ο Δήμος διατήρησε την δυνατότητα επιλογής. Έχασε την δύναμη και την ικανότητα της απόφασης. Διακρίνουμε μια μάρκα ρούχων από μια άλλη, ένα τύπο ουίσκι από κάποιον άλλο, μια σεξουαλική στάση από μια άλλη. Ψάχνουμε απελπισμένα για διαφορές. Αυτό που μετρά είναι η διάκριση, όχι το περιεχόμενο, καθώς η ύπαρξη τέτοιων διαφορών μας κάνει να ελπίζουμε ότι υπάρχουν ακόμη  στον κόσμο ιδιότητες[i]:

Μάταια συγκαλύπτουμε – μας λέει ο Ζίζεκ – τον βαθιά ανορθολογικό χαρακτήρα της αποκαλούμενης «τυπικής δημοκρατίας» Μόνο η αποδοχή μια τέτοιας διακινδύνευσης, να παραδώσουμε τη μοίρα μας στην «ανορθολογική τυχαιότητα  καθιστά δυνατή την Δημοκρατία[ii]

Και ο Γιάννης Σταυρακάκης  μας προτείνει μια νέα δημοκρατική ηθική μια ηθική χωρίς ιδεώδη: την θέση του ιδεώδους καταλαμβάνει η αναγνώριση της ανταγωνιστικής φύσης της καταστατικής διαίρεσης στη καρδιά της κοινωνίας[iii].

O Σταυρακάκης προτείνει να στραφούμε στην ηθική τη ψυχανάλυσης  ώστε να βρεθεί το έρεισμα για μια νέα ηθική της Δημοκρατίας .Και αναφέρει ως παράδειγμα αυτής της ηθικής την φροϋδική έννοια της μετουσίωσης καθώς «η μετουσίωση δημιουργεί έναν δημόσιο χώρο». Το έργο τέχνης είναι καταρχήν ατομικό συνδέεται με τη λίμπιντο του καλλιτέχνη. Αλλά απευθύνεται επίσης στο κοινό: παράγει ένα διαφορετικό είδος δεσμού μεταξύ μας που συνδέει το ατομικό και το κοινό: αναγνωρίζει την έλλειψη  καθώς η ίδια η έλλειψη λειτουργεί ως οργανωτική αρχή  του δημόσιου, κοινού χώρου που παράγει η μετουσίωση[iv].

Μπορούμε όμως να αντικρίσουμε κατάματα την έλλειψη; Είναι σαν να αντικρίζαμε το ίδιο μας το Τραύμα  Προτού ο Περσέας αντιμετωπίσει τη Μέδουσα, η Αθηνά τον προειδοποίησε να μη κοιτάξει ευθέως τη γοργόνα. Στον μύθο  οποιοσδήποτε κοιτούσε την Μέδουσας κατάματα μεταμορφωνόταν σε πέτρα..

 

 

Και μπορούμε να μη διακρίνουμε την προϊούσα σήμερα εμπορευματοποίηση της Τέχνης; Τι άλλο είναι σήμερα ο Δημόσιος  χώρος που παράγει υποτίθεται η Τέχνη  παρά μια αισθητική Ουτοπία που συγκαλύπτει σε δεύτερο βαθμό τον φετιχισμό του εμπορεύματος;

Τι άλλο θαυμάζει σήμερα το κοινό του καλλιτεχνικού έργου παρά  την μυστική ουσία του σύγχρονου καπιταλισμού δηλαδή αυτή που παράγει πλεόνασμα, υπεραξία;

Ο Zizek μας θυμίζει :το σοκολατένιο αυγό Κίντερ – έκπληξη: όταν ξετυλίγεις το σοκολατένιο κέλυφος, βρίσκεις στο εσωτερικό του ένα μικρό πλαστικό παιχνίδι. Το παιδί συχνά το ξετυλίγει νευρικά, χωρίς να μπαίνει στον κόπο να φάει τη σοκολάτα, ενδιαφερόμενος μόνο για το παιχνίδι στο εσωτερικό του. Έτσι «το αυγό της Κίντερ μας παρέχει τη φόρμουλα για κάθε προϊόν που υπόσχεται «περισσότερα». Γιατί «το εμπόρευμα είναι ένα συγκεκριμένο αντικείμενο που ικανοποιεί  μια συγκεκριμένη ανάγκη, αλλά ταυτόχρονα υπόσχεται και «κάτι περισσότερο» μια απύθμενη απόλαυση που ο αληθινός της τόπος είναι η φαντασίωση»[v].

«Τι μας υπόσχονται οι δημοκρατίες μας; – αναρωτιόταν ο Πασκαλ ΜπρυκνέρΤην ευτυχία τον πλούτο την προσωπική ολοκλήρωση. Με άλλα λόγια, το αδύνατο. Γι’ αυτό και αποτελούν το κατ’ εξοχήν  πολίτευμα των παραπόνων, της διαμαρτυρίας του ατόμου για την τύχη του. Θα έπρεπε μάλιστα να ιδρύσουμε στις χώρες μας ένα υπουργεία της Δυσαρέσκειας που θα έστελνε  προς όλες τις κατευθύνσεις Μεγάλους Παρηγορητές επιφορτισμένους να ακούν τα παράπονα μας  και ιδιαίτερα  αυτό που λέει  κατ ¨ιδίαν ο καθένας μας με σιγανή φωνή: « Αξίζω περισσότερα»[vi].

Όμως σήμερα οι παγκοσμιοποιημένες Δημοκρατίες  μας σε συνθήκες οικολογικής και οικονομικής Κρίσης απειλούνται  από ολοκληρωτικές αλλά και παρτικουλαριστικές τάσεις: Οι δυο απειλές για τη δημοκρατία διαμορφώνουν ένα φαύλο κύκλο: η απειλή του κατακερματισμού προκαλούνται αισθήματα μνησικακίας η εξάρθρωση ανοίγει επίσης το δρόμο για κύματα παρτικουλαρισμου που αντιτίθενται σε τάσεις ενοποίησης. Ο Ολοκληρωτισμός κατηγορεί την δημοκρατία ότι διαλύει την κοινωνική ενότητα, ο παρτικουλαρισμός της προσάπτει ότι προσπαθεί να αρθρώσει μι ενότητα που θεωρεί ολοκληρωτική[vii].

Και τι θα απογίνει τώρα, στην εποχή της παγκόσμιας οικονομικής και οικολογικής κρίσης  η διεκδίκηση του δικαιώματος  της απόλαυσης δισεκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν ή νομίζουν ότι ζουν στην πλανητική δημοκρατία;

Η δεκαετία του 90 φαινόταν να είναι η δεκαετία του θριάμβου της Φιλελεύθερης Δημοκρατίας σφραγίσθηκε από την lingua franca της παγκόσμιας ηθικής σκέψης την «παγκόσμια κοσμική θρησκεία» των Ανθρωπίνων δικαιωμάτων Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Κόφι Ανάν, (το 1999) αποκάλεσε την Διακήρυξη το «μέτρο σύγκρισης με το οποίο μετρούμε την ανθρώπινη πρόοδο». Και η νομπελίστρια Ναντίν Γκόρντιμερ την περιέγραψε ως «το ουσιαστικό ντοκουμέντο, τη Λυδία λίθο, το πιστεύω της ανθρωπότητας»[viii].

Όμως όπως έγραφε (σχεδόν προφητικά) ήδη από το 1991 ο Π. Κονδύλης «Τα ανθρώπινα δικαιώματα θα μπορούσαν να γίνουν υπόθεση εκρηκτική, αν π.χ. κάτω από δύσκολες οικολογικές συνθήκες εμπεριείχαν και το δικαίωμα για αέρα και νερό.»[ix]

Η ανεκτικότητα, η πίστη στα δικαιώματα γίνεται σχεδόν αβάσταχτη. στις συνθήκες παγκοσμιοποιημένης  ύστερης Δημοκρατίας. Συχνά τα άτομα μπροστά στη διαρκή κατάσταση αμφιθυμίας και αγωνίας, βρίσκουν  καταφύγιο στην ''κατασκευασμένη, ενεργητική, συνειδητή εγκατάλειψη της αμφιβολίας''[x] εγκαταλείπονται στη θαλπωρή ενός κόσμου αμυντικής αναδίπλωσης στην ψυχαναγκαστική παραγωγή  ταυτότητας: «η γειτονιά μου, η κοινότητα μου η πόλη μου, το σχολείο μου το δέντρο μου, ο ποταμός μου, η παραλία μου, το εκκλησάκι μου, το περιβάλλον μου»[xi]. Μιας και   το «να ζεις ως άτομο σε αυτόν τον συγκεχυμένο κόσμο είναι ένας ατέλειωτος εφιάλτης»[xii].

O σύγχρονος  μετανεωτερικός  πολίτης της Ύστερης παγκοσμιοποιημενης δημοκρατίας «ταλαντεύεται συνεχώς ανάμεσα στις παντόφλες και το οδόφραγμα»[xiii] και, ίσως, να νοσταλγεί την ‘’εποχή των άκρων‘’, όπως θα προτιμούσε κάποιος να ενθυμείται την Δημοκρατία ως Τραγωδία παρά την ατέρμονη επανάληψη της ως Φάρσα ή να «τελειώσει ο κόσμος με μια έκρηξη παρά με ένα άθλιο μικρό λυγμό»[xiv].

 

 

ΠΗΓΗ: Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010, http://nosferatos.blogspot.com/2010/11/18.html

 


[i]  lars svendsen ο.π. σελ. 65, σελ. 67-68.

[ii] Ζιζεεκ, Το υψηλό αντικείμενο 2006: 243.

[iii] Γιάννης Σταυρακάκης, Ο Λακάν και το Πολιτικό, (1999), Εκδόσεις Ψυχογιός  Αθήνα 2008 σελ. 232 250, 268.

[iv] Γιάννης Σταυρακάκης  ο.π. σελ. 258.

[v] Zizek, η μαριονέτα και ο Νανος, ο.π. σελ. 218-219.

[vi] Πασκάλ Μπρυκνέρ Η Μελαγχολική Δημοκρατία, (1990), μτφ Μαρίνα Λώμη, Αστάρτη, 1990 σελ. 160.

[vii] Γιάννης Σταυρακάκης  ο.π, 248.

[viii] Αναφορά στο Μαικλ  Ιγκνατιεφ, Τα ανθρώπινα δικαιώματα  ως πολιτική και ως ειδωλολατρία, μτφ Ελένη Αστερίου, εκδ.  Καστανιώτη, (2001) 2004 σελ. 100.

[ix] Παναγιώτης Κονδύλης. Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα  εποχή  κι από τον φιλελευθερισμό στη μαζική Δημοκρατία, Θεμέλιο, 1991 σελ. 333, 334.

[x] Beck, U.1996: 142.

[xi] ΡΕΥΣΤΟΙ ΚΑΙΡΟΙ, 2008 σελ. 142.

[xii] Αλέν Μπαντιού (συνέντευξη): Η συνάντηση ως αρχή μιας πιθανής περιπέτειας, Ελευθεροτυπία  11-8 2010.

[xiii] Πασκάλ Μπρυκνέρ, Η Μελαγχολική Δημοκρατία, (1990), μτφ Μαρίνα Λώμη, Αστάρτη, 1990 σελ. 161.

[xiv] lars Svendsen  Η φιλοσοφία της βαρεμάρας σελ. 56.

απορία για προσδοκία ανάδυσης πολιτ. υποκειμένου

απορία μπροστά στην προσδοκία ανάδυσης νέου πολιτικού υποκειμένου

 

του Βασίλη Ψύλλη*


η καπιταλιστική
ανομία που με όλο και μεγαλύτερη ένταση βιώνουμε όλοι μας, έχει συνεγείρει σε πολλές αγαθές συνειδήσεις την προσδοκία μιας κοινωνικής αναγέννησης, που θα οδηγήση στην ανάδυση ενός νέου πολιτικού υποκειμένου, ικανού να δράση απελευθερωτικά. δεν αρνούμαι ότι μια τέτοια προοπτική με συγκινεί αληθινά, αλλά μου δημιουργεί αμηχανία η αισιοδοξία για μια τέτοια εξέλιξη που διακρίνω σε πολλούς. μιλώ για ανθρώπους με εμπειρία κοινωνικών αγώνων και αγωνιών, για ανθρώπους με συγκροτημένη και δοκιμασμένη πολιτική σκέψη.

όμως, καθώς φαίνεται, το παιδί μέσα μας ζητά πάντα το υπέροχο, αυτό που δε χωρεί στο καθ'ημέραν. για τούτο, από αγάπη και σεβασμό σε αυτές τις υπέροχες ψυχές, δεν πρόκειται εδώ να κρίνω τις προσδοκίες τους, αλλά θα προσπαθήσω να διατυπώσω την πολιτική απορία μου:

αν και, όπως πολλοί από σας γνωρίζουν, δεν πιστεύω στις ιστορικές αναγκαιότητες, καταφεύγω στην ιστορική εμπειρία για να ξεκινήσω την κριτική μου, ώστε να αποφύγω αφηρημένες ανθρωπολογικές αναλύσεις.

η ανθρώπινη εμπειρία έχει δείξει ότι τα πολιτικά υποκείμενα αναδύονται

[α] από κοινωνικά σώματα σχετικά ομογενή,

[β] σε συνθήκες έκτακτης αναφοράς, όπου βασικές παράμετροι τις κοινωνικής ρύθμισης είτε καταρρέουν είτε απονοηματοδοτούνται είτε χάνουν την κοινωνική τους νομιμοποίηση, και

[γ] μέσα από διαδικασίες βίας. (αναφέρομαι, φυσικά, στη βία σαν γεγονός κατάλυσης της παλαιάς τάξης και σαν πηγή του νέου νόμου.)

ας προσπαθήσουμε να δούμε τί από τα παραπάνω ισχύει στην παρούσα συνάφεια. (οι προσωπικές μου εκτιμήσεις βέβαια δεν αποτελούν τίποτε παραπάνω από αυτό —εκτιμήσεις ενός από όλους.)

[α] η σχεδόν απόλυτη κυριαρχία του αστικού φαντασιακού έχει διαλύσει την όποια ομοιογένεια της κοινωνίας. στην καλύτερη περίπτωση μπορούμε να μιλήσουμε για πολλές παράλληλες κοινωνίες μέσα στον ίδιο πολιτικό χώρο• στην χειρότερη, για ιδιωτικά σύμπαντα με κοινό καταναλωτικό ορίζοντα.

[β] ό,τι καταρρέει σήμερα στην συντριπτική πλειοψηφία των συνειδήσεων (όσο μπορώ να εικάσω, αφού θα ήταν υπερφίαλο να ισχυρισθώ ότι γνωρίζω τι συμβαίνει στην 'πλειοψηφία των συνειδήσεων') δεν είναι το αστικό μοντέλο, αλλά η δυνατότητα των πολλών να συνεχίσουν να το ζουν, ενώ το επιθυμούν.

[γ] η όποια βία βλέπω να αναδύεται δεν είναι η δραστική παρουσία ενός συγκροτημένου ή, έστω, λανθάνοντος πολιτικού υποκειμένου, αλλά η βίαιη (και πολιτικά νόμιμη, βέβαια) αντίδραση ιδιωτικών προσδοκιών που αστόχησαν των επιθυμιών τους και αναζητούν διέξοδο στον πανικό τους.

για να συγκεφαλαιώσω:

φοβάμαι ότι, με εξαίρεση λίγες βασανισμένες πολιτικές συνειδήσεις που λίγο θέλουν να πάρουν φωτιά σαν την ίσκα και να καταναλωθούν μέσα στην χαρά της εξέγερσης (δεν σαρκάζω, μιλώ με σεβασμό), οι πολλοί, σήμερα, στη δεδομένη αστική συνάφεια, δεν μπορούν να αποτελέσουν ένα εξεγερμένο πολιτικό σώμα, αλλά μια συνάθροιση ιδιωτικών ενδιαφερόντων. αυτό θα μπορούσε να μην ήταν αναγκαστικά κακό, αν δεν συνεπαγόταν ότι

[α] η βία σε αυτήν την περίπτωση δεν θα έχει όρια, και

[β] δεν θα είναι σε θέση να συγκροτήση μια νέα πολιτική δομή.

έτσι γρήγορα θα εκφυλιστή και θα γίνη όχημα ανάδυσης ενός νέου ολοκληρωτισμού, όπου βέβαια δεν θα έχη θέση κανένα πολιτικό υποκείμενο.

και για να αφήσω κατά μέρους τις θεωρητικές αναλύσεις, καθώς δεν κατοικώ σε κάποιον ανεμοδαρμένο πύργο, παρά ζω και εργάζομαι και δρω μέσα στο πλήθος• αυτό που βλέπω γύρω μου είναι μια βαθειά συντηρητική πραγματικότητα, έτοιμη για το χειρότερο έγκλημα, αρκεί να συντηρήση τον αστικό της παράδεισο. (ομολογώ ότι μιλώντας για συντηρητικότητα γενικολογώ απαράδεκτα, και θα έπρεπε να διακρίνω τις μορφές αυτής της συντηρητικότητας, αλλά ελπίζω θα μου συγχωρεθή σε αυτή την φάση χάριν οικονομίας του κειμένου.)

βέβαια στο μυαλό πολλών δεν έχει πολύ σημασία η μεταφυσική της εξέγερσης. αρκεί να κατεβούν στο δρόμο τα πλήθη και μετά θα αναλάβουν οι φωτισμένες πρωτοπορίες. (…) εχτός του ότι πιστεύω πως αυτό είναι αφέλεια εγκληματική, στην περίπτωση που θα μπορούσε να καταστή πιθανό θα ήταν το τέλος κάθε πολιτικής δυνατότητας.

γιατί γράφονται αυτές οι γραμμές; μήπως για να αμφισβητήσω την ελπίδα, ή την επιθυμία της εξέγερσης ή την προσδοκία της απελευθερωτικής δράσης; ΜΗ ΓΕΝΟΙΤΟ. αυτό που προσπαθώ να πω είναι το απλό: όπως στα φυσικά υποκείμενα και στα πολιτικά υποκείμενα υπάρχει μια τάξη (με τίποτα εδώ δεν εννοείται 'μια αναγκαιότητα'): πρώτα έρχεται η κοινότητα του βίου και μετά ακολουθεί η πολιτική δράση που θα συγκροτήση το νέο πολιτικό υποκείμενο. η αληθινά καταλυτική βία που θα γεννήση το νέο πολιτικό υποκείμενο είναι ακριβώς αυτή η κοινότητα του βίου, η κατάλυση της αστικής ιδιώτευσης.

αντίθετα, η αισθητικοποίηση της βίας ανήκει στη σφαίρα του φασισμού, και η επικαιρότητα της κοινωνικής κρίσης είναι προνόμιο του λενινισμού. η προφάνεια (γιατί πάντα παρούσα ήταν έτσι κι αλλιώς) της κρίσης δεν είναι αφορμή εξέγερσης, αλλά αυτοσυνειδησίας που μπορεί οδηγήση στην επαναστατική δράση ενός πολιτικού σώματος που θα έχη αναδυθή μέσα από την κοινότητα του βίου, την πολιτική αλληλεγγύη, που αυτή ακριβώς η αυτοσυνειδησία θα έχη γεννήση.
με δυο λόγια: αν δεν αναγνωρίσουμε με τιμιότητα την παθολογία του κοινωνικού σώματος και συρθούμε πίσω από την καπιταλιστική κρίση θα βρεθούμε να ξιφομαχούμε τον άνεμο.

υστερόγραφο: έτσι κι αλλιώς το αύριο θα μας βρή στους δρόμους. τουλάχιστον να γνωρίζουμε τι γυρεύουμε εκεί και ποιοι είναι οι διπλανοί μας


/βασίλης ψύλλης, ( “alios”
)

Ηθικισμός στην Ορθοδοξία; Όχι ευχαριστώ!

Ηθικισμός στην Ορθοδοξία; Όχι ευχαριστώ!

 

Η «αλλεργία στο χριστιανισμό»

 

Του «νεκρού για τον κόσμο»

 

Έτσι γεννήθηκε ο νεώτερος αθεϊσμός όλων των αποχρώσεων [από τη βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει Θεός (που συχνά εκφράστηκε επιθετικά, όπως στα κομμουνιστικά καθεστώτα) μέχρι την απλή αδιαφορία για σχέση με το Θεό, άσχετα αν υπάρχει ή όχι]. Γεννήθηκε από τη λανθασμένη ταύτιση του χριστιανισμού με τις νοσηρές δυτικές παραχαράξεις του (καθολικισμό και προτεσταντισμό), που ήταν φανερά αντίθετες στη διδασκαλία του Ιησού, όπως διατυπώνεται στην Καινή Διαθήκη, και συχνά έγιναν αφορμή να φερθούν με σκληρότητα στους ανθρώπους κάποιοι δήθεν «καθαροί», που τιτλοφορήθηκαν «αντιπρόσωποι του Θεού».

Ωστόσο, η «αλλεργία» που πιάνει το σύγχρονο άνθρωπο (και μάλιστα το νέο) όταν ακούει για χριστιανισμό και παπάδες, οφείλεται στην άγνοια στοιχείων του αρχαίου (των πρώτων χιλίων ετών) και του ορθόδοξου χριστιανισμού, όπως:

Ότι σκοπός του χριστιανικού ηθικού αγώνα δεν είναι η αποφυγή αμαρτωλών πράξεων (αφήνοντας την ψυχή να βράζει από καταπιεσμένες επιθυμίες, που γεννούν παθολογικές καταστάσεις και κάποτε εκρήγνυνται), αλλά η «νέκρωση των παθών», δηλαδή των εξαρτήσεων που, ριζωμένες στα βάθη της ψυχοσωματικής μας ύπαρξης (όχι μόνο στο σώμα ή μόνο στην ψυχή), εμποδίζουν τον άνθρωπο να ανοιχτεί με αγάπη προς το Θεό, το συνάνθρωπο και τα άλλα πλάσματα της δημιουργίας· στην πραγματικότητα, η «νέκρωση» αυτή δεν είναι ακρωτηριασμός της ανθρώπινης προσωπικότητας, αλλά μεταμόρφωση των ψυχοσωματικών δυνάμεων από εμπαθείς σε απαθείς, δηλαδή σε δυνάμεις που προωθούν την αγάπη προς τον άλλο (Θεό, συνάνθρωπο, άλλα όντα) αντί να συστρέφουν τον άνθρωπο προς τον εαυτό του.

Κατά τον άγιο Ιωάννη το Σιναΐτη (6ος αι. μ.Χ.), συγγραφέα της Κλίμακος και κατ’ εμέ πατέρα της επιστήμης της ψυχολογίας, τα πάθη δεν είναι «φυσικά στην ψυχή», αλλά εμείς μεταβάλαμε σε πάθη «τα φυσικά χαρακτηριστικά της». Αυτά δεν είναι κακά από μόνα τους, αφού «ο Θεός δε δημιούργησε τίποτα κακό», αλλά γίνονται κακά όταν χρησιμοποιούνται λάθος. Έτσι η «σπορά» (η εκσπερμάτωση και, κατ’ επέκτασιν, η σεξουαλική πράξη) διαστράφηκε σε πορνεία, ο θυμός, που προορίζεται κατά του όφεως (διαβόλου), στράφηκε κατά του πλησίον, ο ζήλος, αντί για τις αρετές, απευθύνεται στο κακό, η επιθυμία της δόξας, αντί για την ουράνια δόξα («δοξασμός» = μετοχή στο θείο Φως, γιατί «δόξα του Θεού» στη Βίβλο = το θείο Φως, εκ του εβραϊκού νεφές Γιαχβέ), στράφηκε προς την ανθρώπινη δόξα κ.ο.κ. (Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, Περί διακρίσεως – Β΄, 41). Βλ. Ιωάννου του Σιναΐτου, Κλίμαξ, έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1994, σελ. 318. Βλ. επίσης π. Νικ. Λουδοβίκου, «Να μην χάσουμε τα πάθη. Να τα μεταβάλουμε», Αντί, 13.1.2007.

Αγνοεί επίσης όποιος πάσχει από την παραπάνω αλλεργία ότι το αποτέλεσμα αυτού του αγώνα δεν είναι κάποια «μετά θάνατον» ανταμοιβή, έναντι της ασκητικής στέρησης κάθε απόλαυσης στην παρούσα ζωή (πράγμα εξαιρετικά ύποπτο, αφού έτσι «η Εκκλησία σου πουλάει κάτι, που δε μπορείς να το ελέγξεις παρά μόνο μετά το θάνατό σου»), αλλά η εδώ και τώρα μεταβολή του ανθρώπου σε θείο ον, που μπορεί να συμβεί στον καθένα –με προσπάθεια φυσικά–και να επαληθευτεί άμεσα με έρευνα στους γνωστούς ζώντες αγίους κάθε γενιάς.

Ότι χαρακτηριστικό αυτού του αγώνα δεν είναι η πειθήνια αποδοχή κάποιων αυθαίρετων κατασκευασμένων «δογμάτων», άνωθεν επιβαλλόμενων με τη βία ή την προπαγάνδα, όπως συνέβη στη μεσαιωνική δύση, αλλά η άμεση γνώση του Θεού, συσσωρευμένη μέσα στους αιώνες και ελεγμένη τόσο προσεχτικά, όσο η γνώση σε κάθε άλλο τομέα, όσο κάθε επιστήμη ελέγχει τη γνώση που αποκτάται με τις μεθόδους της· «πίστη», στην ορολογία της Βίβλου και των αγίων χριστιανών διδασκάλων, δε σημαίνει αποδοχή της ιδέας ότι υπάρχει Θεός (σημασία που έλαβε ο όρος στην εποχή μας), αλλά εμπιστοσύνη στο Θεό (για τον οποίο γνωρίζουμε με βεβαιότητα και δεν πιστεύουμε μόνον ότι υπάρχει) ότι η επαγγελία για τη μέλλουσα βασιλεία Του είναι αληθής.

Ότι οι εντολές του Θεού δεν είναι «νόμος», που η παράβασή του επιφέρει την (ανελέητη μάλιστα και αιώνια) τιμωρία του παντοδύναμου νομοθέτη προς τον αδύναμο παραβάτη, αλλά «αποκάλυψη στον κόσμο του τρόπου ζωής του Θεού» (της αγάπης) και οδηγίες προς τον άνθρωπο για μίμηση αυτού του τρόπου [βλ. π. Σωφρονίου(Σαχάρωφ), Οψμεθα τον Θεόν καθς εστί, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1996, σελ. 112. Ο τίτλος του έργου («θα δούμε το Θεό όπως είναι») προέρχεται από την Α΄ επιστολή Ιωάννου, 3, 2]. Η μίμηση αυτή θα θεραπεύσει τον άνθρωπο από τη μεγάλη ασθένεια, το θάνατο, φέρνοντάς τον σε ενότητα με το Θεό (παράδεισος), αντί του χωρισμού από αυτόν, που προκαλεί την απερίγραπτη οδύνη, την οποία ονομάζουμε κόλαση. «Πρέπει να ξέρουμε ότι ο Θεός δεν κολάζει κανένα, αλλά ο καθένας κάνει τον εαυτό του επιδεκτικό της μετοχής στο Θεό. Η μετοχή στο Θεό είναι απόλαυση και η αμεθεξία στο Θεό κόλαση» (άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, PG 94, 1573C).

[Αναλυτική παρουσίαση του θέματος, με πλήθος βιβλικών και πατερικών παραπομπών, βλ. στον τόμο Θάνατος, Ανάσταση και Αιώνια ζωή, εκδ. Ετοιμασία, ιερά μονή Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 2005. Βλ. ακόμη π. Γ. Δ. Μεταλληνού, τ. κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών, «Παράδεισος και Κόλαση στην ορθόδοξη παράδοση», Ν. Μ., «Ο Θεός ως πυρ και φως», Αλέξανδρου Καλόμοιρου (1931-1990) Ο Πύρινος Ποταμός, μτφρ. Π. Μπότση, Ζέφυρος, Θεσσαλονίκη 1995].

Μιλώντας για «Εκκλησία» η νεώτερη και σύγχρονη διανόηση, δυτική και εκδυτικισμένη (βέβαιη για την ανωτερότητά της έναντι των προηγούμενων και των μη δυτικών χώρων του ανθρώπινου πνεύματος), φαντάζεται σταυροφόρους, ιεροεξεταστές, ιησουΐτες, άτεγκτους εξομολόγους που κραδαίνουν απειλητικά το γράμμα του νόμου, ακόμη και δουλεμπόρους, αποικιοκράτες και κονκισταδόρες, δηλαδή τις απάνθρωπες διαστρεβλώσεις του χριστιανισμού, που όχι μόνο συνιστούν αιρέσεις, αλλά και συχνά έπεσαν θύματά τους οι ίδιοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί, δηλαδή οι πνευματικοί πατέρες τουλάχιστον εκείνων των σύγχρονων διανοητών που προέρχονται από τις χώρες της ευρωπαϊκής ανατολής. Κάνει λάθος, γιατί η ορθόδοξη παράδοση μπορεί να είναι ένας απλός παπάς, μια αγράμματη γιαγιά, ένας έφηβος που γίνεται άγιος, επειδή αγαπάει το Θεό και το συνάνθρωπό του. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι «θεσμός», αλλά ζωντανός οργανισμός, ανθρώπινη κοινωνία – με πολλούς αμαρτωλούς, αλλά δεν έχουμε κανέναν για πέταμα.

 

Η ορθόδοξη αγία Όλγα η Μαία,

ιθαγενής της Αλάσκας, 1916-1979 (από εδώ)

 

Κανένας για πέταμα

 

Ακόμη κι αν δε λάβουμε υπόψιν μαρτυρίες όπως του Ευσέβιου Καισαρείας για την αυτοθυσία, με την οποία περιέθαλπαν οι χριστιανοί τους ειδωλολάτρες ασθενείς, που είχαν πετάξει στο δρόμο οι δικοί τους στο φονικό λοιμό του 251 μ.Χ., και έθαβαν τους έκθετους νεκρούς διακινδυνεύοντας τη ζωή τους (και συχνά κολλούσαν οι ίδιοι το λοιμό και πέθαιναν ενώ είχαν σώσει άλλους), και το παράπονο του Ιουλιανού του παραβάτη πως το μαγικοθρησκευτικό του όραμά αποτύγχανε, επειδή οι χριστιανοί φρόντιζαν και τους εθνικούς, άρα γίνονταν ηθικά ακαταμάχητοι [1], πάλι γίνεται φανερό το αυθεντικό χριστιανικό ήθος.
Γίνεται φανερό από περιπτώσεις, όπως του αγίου Βονιφάτιου, που ήρθε αντιμέτωπος με την αρχαία γερμανική θρησκεία, μια θρησκεία ανθρωποθυσιών, και θυσιάστηκε οικειοθελώς το καλοκαίρι του 754, αρνούμενος να αμυνθεί μαζί με τους συντρόφους του, όταν δέχτηκε επίθεση των εξαγριωμένων πολεμιστών μιας ειδωλολατρικής φυλής στα δάση πέραν του Ρήνου. Ακολούθησε έτσι το παράδειγμα των αρχαίων χριστιανών μαρτύρων και έδωσε το ειρηνόφιλο μήνυμα του χριστιανισμού, που δε φοβάται το θάνατο. Αλλά και των αγίων Αναργύρων (γιατρών που δεν έπαιρναν αργύρια, ως γνωστόν [2]), του αγίου Παυλίνου, επισκόπου Καμπανίας (5ος αι. μ.Χ.), που, αφού δαπάνησε τα χρήματα της Εκκλησίας και τα δικά του εξαγοράζοντας αιχμαλώτους των Βανδάλων, αντάλλαξε και τον εαυτό του με έναν ακόμη απ’ αυτούς, των αγίων Ρώσων πριγκίπων Μπόρις και Γκλεμπ, που παραδόθηκαν οικειοθελώς στον αδερφό τους Σβιατοπόλκο και θανατώθηκαν το 1015 μ.Χ., για να μη βάλουν τους στρατιώτες τους να πολεμήσουν για χάρη τους, του αγίου Διονυσίου, στη μονή Αναφωνήτριας, στη Ζάκυνθο, γύρω στο 1600, που συγχώρησε το φονιά του αδερφού του σώζοντάς τον από τα χέρια της αστυνομίας, αλλά και των μεγάλων αγίων της φιλανθρωπίας, όπως οι άγιοι Ταβιθά της Ιόππης, Βασίλειος ο Μέγας, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Ιωάννης ο Ελεήμων, Γενεβιέβη των Παρισίων, Μελάνη η Ρωμαία κ.ά., και στα νεώτερα χρόνια Φιλοθέη η Αθηναία, Κοσμάς ο Αιτωλός (εξαγόρασε εκατοντάδες κοπέλες ελευθερώνοντάς τις από μουσουλμανικά χαρέμια), Ιωάννης της Κρονστάνδης, Ελισάβετ Θεοδώροβνα, Μαρία Σκόμπτσοβα (μετά από πολυσχιδή ανθρωπιστική δράση, ιδίως στη Γαλλία, πέθανε στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπουργκ, παίρνοντας μάλλον τη θέση κάποιας άλλης για να τη σώσει), Γαβριηλία Παπαγιάννη (μια αγιασμένη νοσοκόμα που ακροβολίστηκε στην Ινδία θέλοντας να υπηρετήσει εκείνους που θεωρούσε πιο βασανισμένους ανθρώπους του πλανήτη) και πολλοί άλλοι, λ
ιγότερο γνωστοί.

 
Αγία Μαρία Σκόμπτσοβα, νεομάρτυρας τ

ων ναζιστικών στρατοπέδων

(από εδώ)


Το αυθεντικό χριστιανικό ήθος όμως το αντιλαμβάνεται σαφέστατα όποιος μελετήσει το ορθόδοξο αγιολόγιο. Εκεί θα βρει, καταγεγραμμένους ως αγίους, κάθε είδους περιθωριακούς ανθρώπους, αναλφάβητους, ζητιάνους, ανάπηρους (που δε θεραπεύτηκαν, όπως η σύγχρονη αγία Ματρώνα η αόμματη), νόθα παιδιά, ορφανά, δούλους, και φυσικά πόρνες και τελώνες, καθώς και ανθρώπους που διέπραξαν ποικίλα αμαρτήματα, υπήρξαν φονιάδες, δήμιοι, βασανιστές αγίων, μάγοι, ανελέητοι άρχοντες, βιαστές κ.τ.λ. Έχουν ωστόσο ένα κοινό μεταξύ τους και, θα έλεγα, μια μεγάλη διαφορά από εμάς: μετανόησαν ειλικρινά, σοβαρά και βαθιά. Γι’ αυτό αγίασαν.

Ένας ουμανιστής ηθικός άνθρωπος ή ηθικολόγος εδώ συνήθως αναρωτιέται: μήπως λοιπόν το αγιολόγιο είναι μια βίβλος αποθέωσης της διαφθοράς; Πώς ο χριστιανισμός διδάσκει ότι ο Θεός συγχωρεί τόσο γενναιόδωρα αποτρόπαιους αμαρτωλούς; Τι θα πει «μετανόησαν»; Η δικαιοσύνη απαιτεί να πληρώσουν!

Ανάλογη ερώτηση διατυπώνουν πολλοί, ακόμη και βαφτισμένοι ορθόδοξοι χριστιανοί, πνευματικά όμως αρχάριοι, σκανδαλισμένοι που ο Ιησούς δικαιώνει με τέτοιο τρόπο τον άσωτο υιό στην παραβολή του Λουκ. 15, 11-32 – όλοι βέβαια ταυτίζουν τον εαυτό τους με το «δίκαιο» μεγάλο αδελφό, όχι με τον άσωτο, κι αυτό δεν τους επιτρέπει να νιώσουν ανακούφιση, που η παραβολή τους δίνει ελπίδα σωτηρίας.

Κι όμως η παρουσία τόσων αμαρτωλών στα συναξάρια φανερώνει πως ο χριστιανισμός δεν είναι ηθικιστικός· δεν πετάει στα σκουπίδια τον αμαρτωλό, ούτε καταξιώνει την αμαρτία (κατά την παρερμηνεία άλλων, που νομίζουν πως για να γίνει άγιος κάποιος πρέπει οπωσδήποτε να έχει διαπράξει πολλές ή βαριές αμαρτίες), αλλά τον προσκαλεί σε σωτηρία μέσω της μετάνοιας, που είναι η μεταβολή του νου – "ούτε εγώ σε κατακρνω· πήγαινε και μην αμαρτάνεις πια" είπε ο Ιησούς στη μοιχαλίδα που έσωσε από το λιθοβολισμό (κατά Ιωάννην, 8, 11).

Η σωτηρία του ανθρώπου που μετανοεί οφείλεται στο ότι η μετάνοια προκαλεί άνοιγμα της νοερής καρδιάς, που ήταν κλειστή από τα πάθη, τα οποία οδηγούσαν τον άνθρωπο στην αμαρτία, και επιτρέπει να μπει μέσα της η θεία χάρη, η ενέργεια του Θεού που αγιάζει, δηλαδή σώζει, τον άνθρωπο. Όσο εντονότερη είναι η μετάνοια, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το άνοιγμα της καρδιάς και συνεπώς αφθονότερη η είσοδος της θείας χάριτος. Γι’ αυτό η «συντετριμμένη καρδία» οδηγεί και το μεγαλύτερο αμαρτωλό στην αγιότητα.

Όποιος δεν αντέχει να συνυπάρχει με τους αμαρτωλούς (νομίζοντας – ή κοροϊδεύοντας τον εαυτό του – ότι ο ίδιος «είναι αναμάρτητος» ή λιγότερο αμαρτωλός από τους άλλους ή εφοδιασμένος με μεγαλύτερα ελαφρυντικά) δύσκολα θα συμπαθήσει το χριστιανισμό. Εδώ δεν είναι μια ενάρετη ελίτ, όπως ίσως θα ήθελε για να ενταχθεί πανηγυρικά σ’ αυτήν, αλλά ένα νοσοκομείο, στο οποίο προσέρχονται άνθρωποι ηθικά ασθενείς με σκοπό να γίνουν υγιείς.

 

[1] Ευσεβίου Εκκλησιαστική Ιστορία, 20 688-689. Ιουλιανός, «προς τον Αρσάκιο, αρχιερέα της Γαλατίας», μτφρ. στο: Ιουλιανός, Άπαντα, #4 (σειρά «Οι Έλληνες» #277), Κάκτος, Αθήνα 1993, σελ. 275 και 277.

 

[2] Καταγεγραμμένοι ως ανάργυροι είναι οι άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός οι εκ Ρώμης, Ασίας και Αραβίας (τρία ζεύγη αδελφών με τα ίδια ονόματα), Παντελεήμονας και Ερμόλαος, Κύρος και Ιωάννης, Σαμψών και Διομήδης, Θαλέλαιος και Τρύφωνας, Μώκιος και Ανίκητος, οι Ρώσοι Αγαπητός ο Ιαματικός και Λουκάς ο Ιατρός (†1961), καθώς και οι αγίες γυναίκες γιατροί Ερμιόνη, Ζηναΐδα, Νεονίλλα και Σοφία η Ιαματική.

 

 

ΠΗΓΗ: http://o-nekros.blogspot.com/2010/08/blog-post_28.html

Εκλογές 7-11-10: 20% αποτυχία

20% αποτυχία

 

Του Περικλή Κοροβέση*

 

 

«Τον τρελό τον φτύνανε και έλεγε πως έβρεχε». Αυτό το γνωμικό μού ήρθε στο μυαλό, βλέποντας τις θριαμβολογίες σχεδόν όλων των κομμάτων για τα εκλογικά αποτελέσματα της περασμένης Κυριακής.

Το γεγονός πως περίπου το μισό εκλογικό σώμα αγνόησε τις εκλογές δεν δημιούργησε καμιά σκέψη στους πανηγυρίζοντες. Η απώλεια περίπου ενάμιση εκατομμυρίου ψηφοφόρων από τον δικομματισμό δεν δημούργησε κανέναν ίλιγγο. Η εικονική πραγματικότητα των ποσοστών ήταν αρκετή, άσχετα αν στην αλήθεια τους ήταν ακριβώς τα μισά, σε σύγκριση με τις περσινές βουλευτικές εκλογές.

Κάποιοι αναλυτές σημείωσαν το ποσοστό του 20% που πήρε η Αριστερά συνολικά και το βρήκαν θετικό. Το μεγαλύτερο ποσοστό που πήρε η Αριστερά μετά τη μεταπολίτευση!

Εγώ έχω μια δική μου, διαφορετική προσέγγιση. Νομίζω πως αυτές οι εκλογές εγκαινιάζουν μια μόνιμη πολιτική κρίση του συστήματος, που είναι άγνωστο πού θα μας βγάλει. Μπορεί να οδηγηθούμε σε φασιστικά καθεστώτα ή μπορούμε να βρούμε μια δημοκρατική διέξοδο από την κρίση. Γιατί πρέπει να πάρουμε ως δεδομένο πως το σημερινό καθεστώς στην Ελλάδα, όπως σχεδόν σε όλες τις χώρες της Ε.Ε., δεν είναι δημοκρατικό (με κριτήριο την Αθηναϊκή Δημοκρατία) αλλά ολιγαρχικό – μοναρχικό που εκλέγεται από αυτούς που οικειοθελώς θέλουν να ληστευθούν, να χάσουν τη δουλειά τους, να μείνουν άστεγοι και μετά να καταργιούνται τη μοίρα τους. Μήπως ήταν αυτό η αποχή; Κάτι σαν δήλωση μετανοίας για την ψήφο που έδωσαν στους δυνάστες τους; Ή ήταν μια παραίτηση από το πιο βασικό δικαίωμα που έχει αποκτήσει ο άνθρωπος με θυσίες και αίμα; Την ψήφο για όλους που δεν ήταν αυτονόητη, εδώ και λίγες δεκαετίες πίσω.

Όπως και να έχει η κατάσταση, σήμερα στην Ευρώπη υπάρχει μια φασιστική Ακροδεξιά που σε πολλές χώρες ξεπερνάει το 15% του εκλογικού σώματος (Γαλλία, Ελβετία, Αυστρία, Ουγγαρία, Σερβία, Νορβηγία, Δανία) και στις υπόλοιπες χώρες να κυμαίνεται μεταξύ 2-15% (στοιχεία από την έρευνα της καθηγήτριας Ρίβα Καστοριάνο του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, «Le Monde» 26.10.10). Η κρίση δεν έφερε Αριστερά στην Ευρώπη, αλλά επικίνδυνα ακροδεξιά κινήματα, που το αντίστοιχό τους θα το βρούμε στον Μεσοπόλεμο, με τη θεαματική άνοδο του ναζισμού και του φασισμού σε όλη την Ευρώπη. Το αντίστοιχο μπορεί να συμβεί και στην Ελλάδα και το 5% της «Χρυσής Αυγής» της Αθήνας να γίνει στις επόμενες εκλογές πανελλαδικό.

Θα μπορούσε να μου αντιτάξει κάποιος πως έχουμε ένα μεγάλο ποσοστό αριστερών ψήφων που θα μπορούσε να αποδώσει 3 περιφερειάρχες και να κέρδιζε 150 δήμους. Θεωρητικά, ναι. Στην πράξη όμως η Αριστερά δεν ενδιαφέρεται γι' αυτό. Αυτό που προέχει δεν είναι το τι θα κάνουμε για τον τόπο, αλλά το ποιος θα γίνει ο «Μέγας Αλέξανδρος της Αριστεράς» που θα τους συνενώσει όλους, αφού προηγουμένως τους έχει κατακτήσει και υποτάξει. Και αυτό σημαίνει πως ο πόλεμος των βαρόνων θα συνεχιστεί μέχρι αυτοδιάλυσης. Ενα πρώτο δείγμα το είδαμε στον ΣΥΡΙΖΑ, που αυτή τη φορά δεν κατάφερε να κατεβεί στις εκλογές. Πιθανότατα το ίδιο σενάριο να δούμε και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που ήδη δήλωσε πως «πια κανείς δεν μπορεί να μας αγνοεί». Από τόσο νωρίς καβάλα στο καλάμι;

Αν θα μπορούσα να έκανα μια πρόβλεψη για το μέλλον, βλέπω τις συνθήκες πιο ευνοϊκές για την άκρα Δεξιά και αυτή θεωρώ τον πραγματικό νικητή των εκλογών. Η Αριστερά απλώς κατέγραψε τις δυνάμεις της, χωρίς εν τούτοις να μπορέσει να δώσει καμιά προοπτική. Η ιδέα ενός Μετώπου είναι πάντοτε επίκαιρη και ίσως το μόνο αποτελεσματικό μέσο για να βγούμε από την κρίση. Αλλά αυτό θα προϋπέθετε μια άμεση δημοκρατία στις γραμμές της.

Και θα μπορούσα να έλεγα παραφράζοντας τον Μαρξ: «Η Αριστερά έχει έναν ολόκληρο κόσμο να κερδίσει και να χάσει μόνο τον σταλινισμό της». Αλλά όπως τραγουδούσε και ο φίλος μας Λάκης Καραλής, επαναλαμβάνουμε κι εμείς: «Τέτοια λόγια δεν λέγονται εδώ μέσα. Και έτσι όλοι πήγαμε να κοιμηθούμε».

 

* perkor29@gmail.com

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010, «Το ψευδοκράτος των Αθηνών»,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=223332

 

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις από το ΜΤΒ, αντί για άλλο σχόλιο…

Ημικαθολική ψηφοφορία

Ημικαθολική ψηφοφορία
 
 
Του φιλαλήθη/philalethe00
 
 
Άρτι δι’εσόπτρου εν αινίγματι βλέπομεν (Α’ Κορ. 13:12)

 

 Επρόκειτο, λοιπόν, για μια ημικαθολική ψηφοφορία! Το ποσοστό της απόρριψης προσήγγισε το 50%… Έτσι, λοιπόν, αποκλειστικά από τους απομείναντες του 50-51%, το ΠΑ”ΣΟ”Κ υπέστη καταβύθιση της τάξης του 10%, και έτσι η διαστολή, η ψαλίδα, των δύο πλέον “ενδόξων” κομμάτων έκλεισε στο 2-3%. Αυτό είναι το εύκολο και εύδηλο μέρος. Τι, όμως, συνεπάγονται ή τι προϋποθέτουν όλ’αυτά;

Θαρρώ ότι, και βάσει γνώσης καθαρά εμπειρικής, δηλαδή a posteriori, για να το πω με γνωστό όρο του ένδοξου Ευρωπαίου φιλοσόφου Καντ, μπορούμε να πούμε ότι προϋποθέτουν την αναμενόμενη αντίδραση ενός κατά μέσο όρο χαμηλωμένης ευαισθησίας και συνειδότος, ευσυνειδησίας λαού.  Την αντίδραση σε μια επίθεση της πιο άκρατης και της πιο προβλέψιμης θεωρητικά μορφής του τουρμποκαπιταλισμού-στροβίλου.

 

Το λέω αυτό έχοντας “εν νω” ότι ακόμη και σήμερα, ένα ικανό τμήμα των απομεινάντων ψηφοφόρων είχε ιδιοτελή κίνητρα, βασισμένα στον γνωστό σε όλους μας μεταπολιτευτικό πρακτικό ματεριαλισμό (υλισμό), πολύ παρόμοιο με αυτόν που ενεφορείτο και ο παληός εκείνος “μηδενιστής Καρλομάγνος” και “μηδενιστής επαναστάτης”, ο Αδόλφος Χίτλερ, και που του έδωσε όλη εκείνη την αναλγησία που οδήγησε στην μεταχείριση του ανθρώπου ως αναλώσιμου ζώου – που εξηγεί τελεσιδίκως ο επιστημονισμός – και στην ριζική ισοπέδωση όλης της – ιδιαίτερα της χριστιανικής – παράδοσης στο όνομα του γνωστού φουτουρισμού που κήρυσσαν και ένας Μαρινέττι και ένας Γ. Γκέμπελς αντάμα. Με βάση όλα αυτά, το μόνο που θα μπορούσαμε να περιμένουμε είναι φτήνια, φρικαλέο ατομισμό, άκρα χυδαιότητα, διαλυμένο κοινωνικό ιστό, βία, επαναφορά των βασανιστηρίων, αναβίωση του πνεύματος του Αντιχρίστου που είδε ο Ντοστογιέφσκι στον αιρεσι-άρχη Ισπανό Ιεροεξεταστή Τορκεμάδα. Άνθρωποι που γνωρίζουμε προδήλως ψήφισαν με ένα τέτοιο κίνητρο μερικώς, δηλαδή με ένα κίνητρο αρκούντως ιδιοτελές, ακριβώς αυτό που μας δίδαξε ο ριζοσπαστικός ατομισμός του θετικισμού της προηγούμενης 20ετίας καθώς και ο μεταμοντέρνος μας διαφωτισμός, δηλαδή ο αστικός πολιτισμός της νεωτερικότητας στην μετά το 1960-1970 φάση. Αυτή είναι και η  α λ ή θ ε ι α  του πολιτισμού αυτού, με την τελολογική έννοια: ο μηδενισμός, το μηδέν που προϋπήρξε ως “ασύνειδη πρόθεση του αστού” κατά τον Ελλύλ από την αρχή, δηλαδή κατ’εξοχήν τον 19ο αιώνα, οπότε και υπήρξε. Ο μηδενισμός αυτός σήμερα, κατά όλους τους συγγραφείς, ημεδαπούς ή μη, που έχω διαβάσει, καθώς και κατά τις “προφητείες” του Φρ. Νίτσε, του Φ. Ντοστογιέφσκι και του Κ. Καρυωτάκη, αλλά και κατά την καθ’ημέρα πραγματικότητα, έχει διαχυθεί από τους (εκσυγχρονισμένους) αστικούς θεσμούς στις ψυχές των ανθρώπων, εμβαπτίζοντάς τες στην ασχήμια, την αισθηματική ανεραστία(κατά την φρασεολογία του Άγ. Γρηγόριου του Παλαμά) και στην αλογία του “τεχνικού ανθρώπου” με ένα τρόπο πάλι συχνά ανεπίγνωστο.

Την Κυριακή αυτή το απογευμα ήταν που συλλογιζόμουν με συγκίνηση τι άγιες, άγιες και τόσο επαναστατικές, σκέψεις θα πέρασαν ήδη από τις ψυχές και τους “νόες” πολλών από εσάς, καθώς προετοιμάζατε την ψήφο σας… Και πραγματικά είναι ένα δεύτερο τμήμα του πληθυσμού, είτε εκκλησιαστικό είτε όχι και τόσο, που – προσπαθεί να –  σκέπτεται έτσι· το γνωρίζω και εγγύθεν και αποτελεί ήδη αφορμή για δοξολογία. Εδώ μπορούμε να αποδώσουμε και ένα μέρος της ευχάριστης έκπληξης αυτών των εκλογών· αυτοί που απέρριψαν τουλάχιστον τους οσοδήποτε φιλομνημονιακούς υποψηφίους, που απέρριψαν γενικώς τα “μεγάλα” κόμματα… Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να αποδοθή και ένα μέρος της αποχής και του άκυρου-λευκού του πρωτοφανούς 9%. Βεβαίως, είναι δύσκολο να κάνουμε τον καρδιογνώστη και τον διορατικό, εξ ου και “κρίνουμε κατά μέρος”.

Βάσει των διακαναλικών προεκλογικών διακηρύξεων του πρωθυπουργού, αυτή η κυβέρνηση θα έπρεπε σαφέστατα να έχει παραιτηθεί. Η πτώση ακόμη και σε ποσοστά επί των ψηφισάντων είναι τέτοια και υπό τέτοιες συνθήκες ακραιφνούς εκβιασμού των συνειδήσεων που δεν ενέχει καμιά “νομιμοποίηση”. Το πρόβλημα, πάντοτε, επί της αγγλοσαξονικής έμπνευσης κοινοβουλευτικής μας αστικής “δημοκρατίας” είναι ότι η φωνή του λαού ακούγεται εν αινίγματι, δι’ εσόπτρου. Και επειδή το προεκλογικό συμβόλαιο, ως γνωστόν, είναι ζήτημα υπόσχεσης ή υποσχεσιολογίας και όχι ενδεχομένως ποινικού κολασμού, όπως τόνιζε έκπαλαι και ο Αλ. Τσιριντάνης ως καθ. Νομικής, το ενδεχόμενο να καταστεί η πλειοψηφική βούληση πολιτική πραγματικότητα είναι ολιγοπίθανο. Πάντως, και το λέω κατ’ επίγνωσιν, έρχονται στιγμές που γίνεται πραγματικότητα το “καθείλεν τυράννους από θρόνων […] πεινώντας ενέπλησεν αγαθών και πλουτούντας εξαπέστειλεν κενούς”. Και αυτό το έχουν εξηγήσει από τον Αριστοτέλη και και τον Άγ. Ιωάννη τον Δαμασκηνό έως τον Μέγα Φώτιο  και τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά προ της εξέγερσης των Ζηλωτών. Και ο Γκαίτε ακόμη είχε γράψει στον Έκερμαν το 1824:

“Οι επαναστάσεις είναι κάτι εντελώς αδύνατο, εφόσον οι κυβερνήσεις δεν παύουν να έχουν άγρυπνο το βλέμμα τους, ώστε να αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις με βελτιώσεις στον σωστό χρόνο, και δεν παραμένουν πεισματικά αρνητικές ίσαμε τη στιγμή που το αναγκαίο θα επιβληθεί εκ των κάτω” (Νοβάλις, εκδ. Εκκρεμές, 2004, σ. 15).

Και έτσι, λοιπόν, το ζητούμενο το πολιτικό θα έπρεπε να είναι να μην υπάρξει το ξέσπασμα της σωρευμένης οργής, αλλά να υπάρξει μια ειλικρινής καταλλαγή και συμμόρφωση προς την δίκαιη βούληση των “κάτωθεν” βρισκόμενων. Αλλά πόσο δεν είναι κάτι τέτοιο “σκιάς όναρ”; Πράγματι, είναι κάτι μη-αναμενόμενο. Και σε αυτές τις περιπτώσεις λειτουργεί το “εξ αίφνης”, όταν τελειώσει η περίοδος της “θείας οργής” που συνδέεται με μια (απολύτως, εδώ) κακή εξουσία (βλ. θαυμάσια σχετική Πατερική ανάλυση στο “Ο Κοινωνισμός του Χριστιανισμού”, του Αν. Πιέρριου). Κύριος οίδε. Και έτσι, λοιπόν, ως τότε, θα υποστούμε την τρομακτικά φρικτή επίδραση μίας τέτοιας επιτροπείας όπως και τις συνέπειες του θουκυδίδειου (στο οποίο συμφωνούσε εν πολλοίς και ο Μ. Φώτιος) “το ήθος της πόλεως ομοιούται τοις άρχουσιν”. Χρειαζόμαστε το δίχως άλλο πολλά προσευχητικά δάκρυα κατάνυξης…

 

Σημ. ph.: Δημοσιεύεται στο τρέχον φύλλο της “Χ”, φ.833.

Ώριμοι καιροί του Γιάννη Ποτ.

Ώριμοι καιροί

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου


 

Σαν αντιλάλησε διάτορος

…………………   η κραυγή ιστορίας

ξεσηκώθηκαν τα όνειρα

Αναλήφθηκαν  στους ουρανούς,

………………….  κι έγιναν πουλιά

Φτερούγισαν  τα πουλιά,

……………………  έγιναν σμήνη

Κι εμείς ξοπίσω τους

Ασθμαίνοντας να κυνηγάμε

…………………….. τις σκιές τους

Να ελλοχεύουμε με θηλιές

……………………..  μες τα ξερόκλαδα,

Με ξόβεργες  στ’ αγκάθια

 

Μα πώς να πιάσεις τ’ όνειρο;

Αφού σαν ήρθαν οι καιροί

 ………………  κι’ άνθισαν οι λειμώνες

Σύνθημα έδωσε η Ιστορία, ριγηλό

«Να γίνουν τα όνειρα ζωή»

 

Μα πώς να πιάσεις τ’ όνειρο;

Αφού σαν ήρθαν οι καιροί

Και θησαύρισε

……………… με χρώματα το φως,

Σύνθημα έδωσε η φύση, ευωδερό

Τα σκουλήκια

……………… να γίνουν  πεταλούδες

 

Γι’ αυτό  πέταξαν τα όνειρα

………………  κι’ οι  ψυχές μας  

Γι’ αυτό κι εμείς ξοπίσω τους

………………  ενεοί τα κυνηγάνε

Ας σταματήσουμε  

………………  να στήνουμε παγίδες

και αποξηραμένα λουλουδάκια,

………………  μες στους στίχους μας

 

Αφού δεν βαλσαμώνονται οι ψυχές

……………… κι’ ωρίμασαν οι καιροί

Ξανά  εμείς  περήφανοι ποπολάροι,

………………  Έστω και ρακένδυτοι, στη μάχη

να διδάσκουμε, ακόμα αυταπάρνηση

Καθώς στις σημαίες μας ανεμίζει επίμονα

 ………………  ο συλλογικός  πόθος

 

Πως αλλιώς;

Αφού δεν βαλσαμώνονται τα όνειρα

Στους δύσκολους καιρούς

Εμάς, πάντα θα μας οδηγούν

…………………….  οι γόνιμες στερήσεις

 

Πως αλλιώς;

Αφού όταν σκύμνοι λιονταριών

……………………. βυζαίναμε στέρφες μάνες

Μάθαμε να ορθώνουμε τη χαίτη μας

……………………. Γρυλίζοντας

μες απ’ το έρκος των οδόντων μας

 …………………… το όχι στην εκμετάλλευση

ψυχών τε και σωμάτων

 

                                  

27 Σεπτεμβρίου 2010, Γιάννης Ποταμιάνος

Επιστροφή της πολιτικής και της Αριστεράς;

Επιστροφή της πολιτικής, επιστροφή της Αριστεράς

 

Του Παναγιώτη Σωτήρη



Εισαγωγή

Οι περίοδοι κρίσης όπως είναι η σημερινή εκ των πραγμάτων φέρνουν αντιμέτωπη την Αριστερά με όλα τα ανοιχτά στρατηγικά ερωτήματα που μπορεί να έχει. Ο εκρηκτικός συνδυασμός ανάμεσα σε κινδύνους και ευκαιρίες, που μια κρίση συνεπάγεται, φέρνουν στο προσκήνιο όλες τις απαιτήσεις της συγκυρίας αλλά και όλες τις αδυναμίες της Αριστεράς. Αυτό επιβάλλει να ανοίξει ξανά η συζήτηση με όρους περισσότερο στρατηγικούς.

1. Επιστροφή της πολιτικής

 

1.1 Κρίση: κίνδυνοι και ευκαιρίες

 

Σήμερα έχουμε μπροστά μας ταυτόχρονα μια επίθεση χωρίς προηγούμενο ενάντια στις λαϊκές τάξεις αλλά και μια βαθιά κρίση του αντιπάλου. Η εκρηκτική κρίση του πυρήνα της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής για την αγορά ως μηχανισμό αυτορρύθμισης έρχεται να συναντηθεί με την εκ των πραγμάτων αναίρεση ενός ολόκληρου υποδείγματος απόσπασης συναίνεσης και νομιμοποίησης. Η επιλογή από τις δυνάμεις του κεφαλαίου μιας τακτικής «φυγής προς τα εμπρός» και η στροφή σε μια μετα-ηγεμονική και μετα-δημοκρατική πολιτική που δίνει μικρή βαρύτητα στην διεύρυνση της νομιμοποιητικής βάσης, απειλεί να διαμορφώσει μια ιδιαίτερα αντιφατική κατάσταση όπου η πεποίθηση των αστικών δυνάμεων ότι η πολιτική αυτή θα εμπεδωθεί όποιες και εάν είναι οι αντιδράσεις θα συνυπάρχει με μια ακραία συνθήκη αποξένωσης ή / και εχθρότητας ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων από το πεδίο της επίσημης πολιτικής.

Αυτό αντικειμενικά εισάγει μια κρίσιμη παράμετρο εν δυνάμει αποσταθεροποίησης μέσα στη συγκυρία. Μόνο που η μετατροπή αντικειμενικών κοινωνικών δυναμικών σε αποσταθεροποιητική συνθήκη δεν είναι αυτόματη. Το εάν θα πάρει μορφή συλλογικής συγκροτημένης πάλης ή, αντίθετα, τυφλών εκρήξεων και μορφών ατομικού επιβιωτισμού, έχει σχέση με την κατάσταση στο κίνημα και την Αριστερά, έχει σχέση με τις πολιτικές κατευθύνσεις που επιλέγονται μέσα στην παρέμβαση

 

1.2 Η πολιτική είναι πάντοτε επικαθορισμένη και συγκεκριμένη


Όμως, η πολιτική στρατηγική της Αριστεράς δεν μπορεί να είναι απλώς η αντιστοίχησή της με ένα κοινωνικό υποκείμενο ή η έκφραση των άμεσων αιτημάτων του. Απαιτείται η πολιτική συμπύκνωση σε στόχους τροποποίησης του συσχετισμού δύναμης. Αυτοί δεν μπορούν να είναι απλώς η γενική επίκληση του κομμουνισμού ως οριακής συνθήκης των σημερινών αντιστάσεων. Χρειάζεται η ικανότητα εντοπισμού εκείνων των κρίσιμων στόχων που ορίζουν σήμερα τη ρήξη και την ακύρωση των βασικών στηριγμάτων του αντιπάλου.
Γιατί η πολιτική είναι πάντοτε συμπύκνωση συγκεκριμένων και με αυτή την έννοια πρωτότυπων συγκυριών. Η ταξική πάλη δεν διεξάγεται ποτέ μόνο ως «καθαρή» αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας αλλά πάντα σε συνθήκες επικαθορισμού. Καθαρές ταξικές αντιθέσεις δεν υπάρχουν. Αυτό σημαίνει ότι και οι πολιτικοί κόμβοι γύρω από τους οποίους κρίνεται η έκβαση της πάλης και η διαμόρφωση του συσχετισμού δύναμης, άρα και οι στόχοι που πρέπει να θέτει και η Αριστερά, είναι εκ των πραγμάτων επικαθορισμένοι από μια δοσμένη συγκυρία και αναγκαστικά αντιφατικοί.

Αυτό σημαίνει ότι η ταξική πάλη δεν διεξάγεται ποτέ γύρω από αφηρημένους στόχους, όπως ο σοσιαλισμός, αλλά γύρω από συγκεκριμένα επίδικα, που δεν μπορεί κανείς εύκολα να παρακάμψει. Αυτό, για παράδειγμα, συνεπάγεται ότι σήμερα δεν υπάρχει τρόπος να παρακάμψουμε το ζήτημα της σχέσης με την ΕΕ και ΟΝΕ και το ευρώ ή το θέμα του χρέους στο όνομα των καθαρών ταξικών αιτημάτων ενάντια στο κεφάλαιο. Αυτό σημαίνει ότι αναγκαστικά πρέπει να πάρουμε θέση, να παραδεχτούμε ότι τόσο το θέμα του χρέους όσο και το θέμα του ευρώ αποτελούν σήμερα βασικά στηρίγματα της κυρίαρχης πολιτικής και κατά συνέπεια δεν μπορούμε παρά να διαλέξουμε το δρόμο της ρήξης, με όλες τις αναγκαστικές αντιφάσεις που αυτό συνεπάγεται.


1.3 Η ταλάντευση ανάμεσα στην αντιπολιτική και τη διαχείριση


Αυτό, όμως, μας πάει σε ένα άλλο κομβικό ερώτημα. Ιστορικά η αριστερά ταλαντευόταν ανάμεσα δύο άκρα. Στο ένα άκρο ήταν η αντιπολιτική, είτε με τη μορφή του κινηματισμού είτε / και με τη μορφή μιας τελεολογίας που η αυθόρμητη τάση των φαινομένων οδηγεί στον κομμουνισμό. Παράδειγμα σήμερα μπορεί να είναι η τοποθέτηση για το πώς μπορούμε «να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία» (John Holloway), τοποθέτηση που ταυτόχρονα αντανακλά έναν πλούτο εμπειριών και κινημάτων και την αμηχανία τους, ή η επίκληση μιας «πολιτικής σε απόσταση από το Κράτος» (Αλαίν Μπαντιού). Στο ίδιο μήκος κύματος και μια χιλιαστική λογική της συγκρότησης του επαναστατικού υποκειμένου που μπορεί να βλέπει σήμερα στη συντριβή των λαϊκών τάξεων τη δυνητική μαζικοποίηση του. Στο άλλο άκρο είναι μια αντίληψη κεντρικότητας της πολιτικής ως διακυβέρνησης του υπάρχοντος που οδηγεί στον κυβερνητισμό, τη διαχείριση, την υποτίμηση της κοινωνικής γείωσης. Ανάμεσα στα δύο άκρα και ταυτόχρονα ενάντια και στα δύο, τίθεται η πρόκληση μιας αριστερής πολιτικής που επιμένει ότι το θέμα της πολιτικής εξουσίας είναι πραγματικό επίδικο σε οποιαδήποτε απόπειρα κοινωνικού μετασχηματισμού.

2. Επιστροφή της στρατηγικής


2.1 Μια συζήτηση που πρέπει να ανοίξει ξανά


Αυτό εκ των πραγμάτων ανοίγει και το θέμα του ποια μπορεί να είναι μια στρατηγική της Αριστεράς με ορίζοντα την κατάληψη της εξουσίας και τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Ως προς αυτό, η συζήτηση έχει ουσιαστικά παγώσει εκεί που σταμάτησε τα τέλη της δεκαετίας του 1970, με συμβολική συμπύκνωση την προσπάθεια του Νίκου Πουλαντζά για μια αριστερή επαναδιατύπωση της στρατηγικής του «δημοκρατικού δρόμου» για το σοσιαλισμό. Έκτοτε η «δυτική» Αριστερά κινείται ως εάν το ερώτημα δεν τίθεται, ή να μπορεί να τεθεί μόνο σε ένα αόριστο μέλλον. Αρκεί να αναλογιστούμε το βαθμό στον οποίο σημαντικά εγχειρήματα όπως η Κομμ. Επανίδρυση αρχικά, το NPA ή ακόμη και το Die Linke δεν ανοίγουν τη συζήτηση. Εξ ου και η διπλή υποκατάσταση: είτε προς ένα κυνικό κυβερνητισμό, είτε προς μια αφηρημένη και εγκεφαλική, «πολιτιστική» σχεδόν αντίληψη του κομμουνισμού. Ακόμη και ο πλούτος της εμπειρίας στη Λατινική Αμερική, με τις υπαρκτές νίκες των κινημάτων και την αναμφίβολη αξία των αριστερών κυβερνήσεων δεν έχει μπορεί να υπερβεί το συχνά συγκρουσιακό δίπολο κοινωνικά κινήματα – προοδευτική κυβερνητική διαχείριση.


2.2 Η κεντρικότητα του ερωτήματος της πολιτικής εξουσίας


Όμως, το θέμα της εξουσίας δεν μπορούμε να το παρακάμψουμε εύκολα. Άλλωστε, ως ίχνος διαπερνά και τι κάνουμε ή τι προτείνουμε σήμερα. Για παράδειγμα το εάν μιλάμε για το που θα «πάει η χώρα», εάν εκτιμούμε ότι μπορούμε να απευθυνθούμε σε μια ευρύτερη λαϊκή συμμαχία και να της μιλήσουμε για το πώς μπορούν τα πράγματα να πάνε συνολικά καλύτερα, όχι μόνο με την έννοια των μάξιμουμ παραχωρήσεων που μπορούν να έχουν από τις δυνάμεις του κεφαλαίου και τους πολιτικούς εκφραστές του αλλά και το πώς μια άλλη πολιτική μορφή, μια άλλη εξουσία, μια άλλη κυβέρνηση θα μπορούσε να πάει τα πράγματα σε μια άλλη κατεύθυνση, όλα αυτά περνάνε και μέσα από τη στάση που παίρνουμε απέναντι στο θέμα της εξουσίας.

Άλλωστε, το θέμα της εξουσίας σε κάποιες περιπτώσεις μπαίνει από μόνο του. Τομές όπως η έξοδος από το ευρώ, η διαγραφή του χρέους, η εθνικοποίηση των τραπεζών απαιτούν τελικά και μια άλλη πολιτική εξουσία, που να συνδυάζει την βίαιη εισβολή των λαϊκών μαζών και κινημάτων στο πολιτικό προσκήνιο και την παρουσία της Αριστεράς στο κυβερνητικό κέντρο, ή τουλάχιστον την ικανότητά της να το επηρεάζει καταλυτικά. Η ίδια η σημερινή δυναμική των κινημάτων και τα επίδικα που τίθενται στους σχηματισμούς, όπως η Ελλάδα, που βρίσκονται αντιμέτωποι με τη «φυγή προς τα εμπρός», την επίθεση της λιτότητας και τα προγράμματα «δομικής προσαρμογής» που προσπαθούν να αναιρέσουν σχεδόν το σύνολο των κατακτήσεων των εργαζομένων, δείχνει ότι δεν αρκεί απλώς και μόνο ξεδίπλωμα μαχητικών κοινωνικών αγώνων που να έχουν κατακτήσεις στο επίπεδο των αναγκαστικών παραχωρήσεων εντός της κυρίαρχης στρατηγικής. Σήμερα το διακύβευμα αφορά πλευρές του στρατηγικού πυρήνα της κίνησης του αντιπάλου και κατά συνέπεια η έννοια της νίκης για τους εργαζομένους περνάει μέσα από πραγματικά πολιτικά ρήγματα.

Μόνο μια τέτοια ικανότητα παρέμβασης και στο επίπεδο της πολιτικής εξουσίας, μπορεί να εξασφαλίσει το ξεδίπλωμα εκείνων των κοινωνικών δυναμικών, εκείνων των διεργασιών πειραματισμού στην αλληλεγγύη, τη συλλογικότητα, τη χειραφέτηση χώρων από τον καταναγκασμό του εμπορεύματος, την κοινωνική δημιουργικότητα που σηματοδοτούν την εκκίνηση μιας διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού. Αντίστοιχα, αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει όλη τη συζήτηση για το ποιο μπορεί να είναι ένα εναλλακτικό μοντέλο κοινωνικής ανάπτυξης σε ρήξη με τη λογική του κεφαλαίου, ένα πρότυπο που μπορεί να συνδυάζει την «αποανάπτυξη» με όρους ποσοτικούς, τη ρήξη με ένα κυρίαρχο πρότυπο καταναλωτικού ευδαιμονισμού, αλλά και την διεύρυνση του βαθμού πραγματικής ικανοποίησης κοινωνικών αναγκών.


2. 3 Αναζητώντας την επαναστατική στρατηγική σήμερα


Αναπόφευκτα τίθεται το ερώτημα τι μπορούν να σημαίνουν στους σύγχρονους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς έννοιες όπως δυαδική εξουσία και επαναστατική μετάβαση. Νομίζουμε ότι μπορούμε τουλάχιστον να κάνουμε την παρατήρηση ότι και τα δύο πρότυπα που προτάθηκαν στον 20ο αιώνα δεν μπορούν να αποτελέσουν άμεσο οδηγό για δράση. Το αρχέτυπο μιας ένοπλης εξέγερσης ενάντια στα «χειμερινά ανάκτορα» που στην κορύφωση της κρίσης θα μπορέσει να καταλάβει την «καρδιά του κράτους» και ως επαναστατικό «καθεστώς έκτακτης ανάγκης» να εκκινήσει τη διαδικασία επαναστατικού μετασχηματισμού, δεν μπορεί να περιγράψει όλη την συνθετότητα και την αντιφατικότητα μιας πιθανής διαδικασίας μετάβασης σήμερα. Ούτε μπορούμε να κινηθούμε με τη φαντασίωση ενός κοινοβουλευτικού δρόμου για το σοσιαλισμό, όπου η σταδιακή κατάκτηση θέσεων στην «κοινωνία των πολιτών» θα οδηγούσε σε μια κυβέρνηση της Αριστεράς και του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Αυτό δεν αφορά μόνο την μετάλλαξη της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας σε δύναμη διαχείρισης του καπιταλισμού, ούτε την οδυνηρή διάψευση του κομμουνιστικού ρεφορμισμού της δεκαετίας του 1970. Ακόμη και οι πρόσφατες προσπάθειες, ιδίως στη Λατινική Αμερική, συνάρθρωσης των αριστερών κυβερνήσεων και της δράσης των κινημάτων φέρνουν στο προσκήνιο ανοιχτά ερωτήματα και όχι απαντήσεις, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε σε όλο το φάσμα από τη συνύπαρξη του Μοράλες με τα κινήματα, στο ιδιότυπο πείραμα της Βενεζουέλας, στη σχεδόν συγκρουσιακή σχέση ανάμεσα στην κυβέρνηση του PT και κινήματα βάσης όπως το MST στη Βραζιλία.

Σε αυτό το φόντο σίγουρα δεν είναι εύκολο να δοθεί μια απάντηση που να μην είναι εγκεφαλική και εγγενώς έωλη. Μπορούμε, όμως, να καταθέσουμε την ακόλουθη οριοθέτηση. Στις σημερινές συνθήκες όξυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων και εμφάνισης στοιχείων ηγεμονικής κρίσης στους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς αποτελεί οριακό αλλά υπαρκτό ενδεχόμενο η όξυνση της κοινωνικής σύγκρουσης σε βαθμό αποσταθεροποιητικό για εκδοχές αστικής κυβερνητικής διαχείρισης. Σε μια τέτοια περίπτωση, όπου μια κοινωνική σύγκρουση παίρνει στοιχεία ανοιχτής πολιτικής κρίσης (π.χ. πτώση κυβέρνησης υπό το βάρος του λαϊκού παράγοντα χωρίς άμεση εφικτή εναλλακτική αστική πρόταση), και όπου η Αριστερά μπορεί να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο σε ένα ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο, μπορούμε να δούμε εκδοχές ανόδου της Αριστεράς στην εξουσία, σε διάφορες παραλλαγές κυβερνήσεων «λαϊκής σωτηρίας» υπό τη δέσμευση του κινήματος. Μια τέτοια κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας, στο βαθμό που προχωρούσε πραγματικές τομές (π.χ. διαγραφή χρέους, ρήξη με ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς, εθνικοποιήσεις) θα μπορούσε να συνδυαστεί με εκκίνηση μιας ιστορικά πρωτότυπης και αναγκαστικά άνισης διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού. Προϋπόθεση, όμως, γι’ αυτό θα είναι η πραγματική ισχύς των κοινωνικών κινημάτων και όχι απλώς με την έννοια μιας συσπείρωσης συνδικαλιστικής δύναμης έναντι του κράτους και της εργοδοσίας, αλλά πάνω από όλα ως δυναμική κοινωνικής ανατροπής, αυτοδιαχείρισης, αποεμπορευματοποίησης, διαρκούς οικοδόμησης «ελεύθερων χώρων» από τα κάτω. Αυτό θα μπορούσε να είναι η πρώτη εμφάνιση μιας εκδοχής δυαδικής εξουσίας στον 21ο αιώνα και μπορούμε να δούμε το ίχνος της (ως ένα ακραίο αλλά όχι αβάσιμο ενδεχόμενο) σε όλες τις μεγάλες συγκρούσεις των τελευταίων ετών από τις μεγάλες λατινοαμερικανικές κοινωνικές εξεγέρσεις έως τις κορυφαίες στιγμές των ευρωπαϊκών συγκρούσεων από τους αλλεπάλληλους Γαλλικούς ξεσηκωμούς έως τον ελληνικό Δεκέμβρη και την 5η Μάη.

Επιπλέον, το να μπορούμε να συζητήσουμε τέτοια ενδεχόμενα μπορεί να καθοδηγήσει την παρέμβαση και μέσα σε περισσότερο αντιφατικές και σύνθετες καταστάσεις. Για παράδειγμα, εάν απέναντι στην πολιτική κρίση αναδειχθούν ενδοσυστημικές δυνάμεις που αναλαμβάνουν να προχωρήσουν σε μερικές τομές με την προηγούμενη στρατηγική, μόνο μια μάχιμη και διαλεκτική παρέμβαση της Αριστεράς, με πρωταρχικό στοιχείο τη γείωση στα κινήματα και σε ριζοσπαστικές πρακτικές ρήξης με τη λογική του κεφαλαίου, μπορεί να διευρύνει τις κατακτήσεις και να διατηρήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο και μεγαλύτερων ανατροπών, αποφεύγοντας και την απλή καταγγελία και τον κίνδυνο της ενσωμάτωσης.

 

3. Επιστροφή της Αριστεράς


3.1 Η πρόκληση της πολιτικής συγκρότησης


Όλα αυτά, όμως, απαιτούν σύγχρονες μορφές πολιτικής συγκρότησης και παρέμβασης. Το να σκεφτούμε το θέμα της πολιτικής συγκρότησης απλώς με όρους στρατηγείου ή συγκέντρωσης δυνάμεων, δηλ. με «στρατιωτικές» μεταφορές εντοπίζει μία μόνο από τις απαιτήσεις της περιόδου. Σήμερα, απαιτείται πολύ περισσότερο να δούμε την πολιτική συγκρότηση ως συλλογική διανοητικότητα, ως πραγματική διαμόρφωση συλλογικού διανοουμένου (και επομένως «Σύγχρονου Ηγεμόνα) ως εκείνη τη συλλογική διαδικασία τροποποίησης του κοινού νου, γνώσης του πεδίου της μάχης, παραγωγής πρωτότυπων προγραμματικών κατευθύνσεων που μπορεί να καθοδηγήσει μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική. Σημαίνει ακόμη την αναμέτρηση με την πρόκληση ότι σήμερα οι άνθρωποι, οι εμπειρίες, οι ευαισθησίες που μπορούν να συνδιαμορφώσουν μια τέτοια Αριστερά βρίσκονται ενταγμένοι σε ένα πολύ ευρύ και συχνά αντιφατικό φάσμα πολιτικών εκφράσεων και αναγνωρίσεων.


3.2 Τα όρια των σχεδίων για την Αριστερά


Με μια τέτοια πρόκληση ριζοσπαστικής ανασύνθεσης είναι αντιμέτωπη και η ελληνική Αριστερά. Μόνο που όλα αυτά δεν μπορούν να μένουν απλώς στο επίπεδο μιας γενικής επίκλησης, απαιτούν συγκεκριμένα τομές και υπερβάσεις με βάση και τις ίδιες τις προκλήσεις της συγκυρίας. Και γι’ αυτό το λόγο πρέπει να πούμε καθαρά ότι μια σειρά από σχέδια στην Αριστερά έδειξαν τα όριά τους. Δεν μπορούμε να πάμε μακριά με τη λογική του αντινεοφιλελεύθερου μετώπου, και τις σημερινές ιδιαίτερες ελληνικές εκδοχές του όπως είναι η «συνάντηση με το σοσιαλιστικό χώρο» ή η «αντιμνημονιακή ενότητα». Πρέπει επιτέλους να αρνηθούμε μια παράδοση που έλεγε ότι για να συναντηθούμε με αυτούς που αποδεσμεύονται από τη σοσιαλδημοκρατία πρέπει να πάμε δεξιότερα, αντίληψη που αποτέλεσε άλλοθι για δεξιές στροφές και απειλεί να μετατρέψει την Αριστερά απλό εφαλτήριο αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού. Ταυτόχρονα, η λογική της αυτόκεντρης ανάπτυξης γύρω από ένα κλειστό κομματικό κέντρο που θεωρεί ότι σήμερα δεν μπορούν να υπάρξουν νικηφόροι αγώνες και τροποποίηση του συσχετισμού δύναμης παρά μόνο η κομματική ενδυνάμωση, μπορεί να αποτέλεσε ανάχωμα απέναντι στον κίνδυνο γενικευμένης μετάλλαξης και ανυποληψίας της Αριστεράς για ένα διάστημα, όμως οριακά οδηγεί στη διάσπαση και την υπονόμευση των αγώνων, στηρίζει αντικειμενικά την κυρίαρχη πολιτική. Τέλος, ο εγκλεισμός σε μια λογική «αριστερής αντιπολίτευσης» απειλεί να κάνει την αντικαπιταλιστική αριστερά, παρ’ όλη τη συνεισφορά της σε κινήματα, να μη δει πραγματικές ευκαιρίες ή να την ωθήσει στην αυταπάτη ότι είναι η μόνη μη καθεστωτική δύναμη.

Απέναντι σε όλα αυτά απαιτείται μια τολμηρή προσπάθεια υπέρβασης των ορίων που έχουν τα υπαρκτά σχέδια για την Αριστερά. Προφανώς και η υπέρβαση αυτή δεν μπορεί να είναι μια εγκεφαλική κατασκευή ή μια αφηρημένη θεωρησιακή τοποθέτηση. Οφείλει να είναι ένας συγκεκριμένος πειραματισμός που να πατάει πάνω σε μια προσπάθεια τροποποίησης του πραγματικού συσχετισμού δύναμης. Και σε αυτό το επίπεδο μπορούμε να δούμε τουλάχιστον μερικές κρίσιμες αφετηρίες.


3.3 Η ανασύνθεση του κοινωνικού υποκειμένου


Πρώτη προτεραιότητα σήμερα είναι η διαμόρφωση του αναγκαίου αγωνιστικού κοινωνικού μετώπου, εκείνης της συνάρθρωσης κοινωνικών συγκρούσεων, συνδικαλιστικών μορφών, μορφών αλληλεγγύης και αυτοοργάνωσης που θα μπορέσει να οικοδομήσει την αντίσταση, να ανατρέψει τη σημερινή επίθεση, να επιτρέψει την ανάταξη του λαϊκού κινήματος και μέσα στις ίδιες τις συνθήκες της μάχης να μπορέσει να σφυρηλατήσει μια νέα κοινή ταυτότητα και αυτοπεποίθηση των λαϊκών μαζών, τροποποιώντας τον κοινό νου και διαμορφώνοντας την υλική βάση ενός σύγχρονου ιστορικού μπλοκ, μιας νέας επιστροφής των μαζών ως συλλογικού υποκειμένου στο ιστορικό προσκήνιο, μέσα από την ενότητα εργαζομένων, νέων, ανέργων, μεταναστών. Αυτό απαιτεί, όμως, και τομή με όλο το φάσμα των πρακτικών που έκαναν την Αριστερά, στο συνδικαλισμό, στη διοίκηση, στην τοπική αυτοδιοίκηση κομμάτι εκτεταμένων πρακτικών πολιτικής συναλλαγής με την εξουσία.

Σήμερα χρειάζεται να ορίσουμε ξανά τι σημαίνει κοινωνικό κίνημα, τι σημαίνει ειδικότερα εργατικό κίνημα, ποια στρώματα περιλαμβάνει και με ποιες μορφές οικοδομείται. Πρέπει να μας απασχολήσει το πώς μπορούμε να υπερβούμε τα σημερινά υπαρκτά όριά του και το γεγονός ότι τα στρώματα που έχουν σήμερα αναφορά σε οργανωμένες μορφές πάλης είναι μειοψηφικά σε σχέση με το σύνολο των λαϊκών δυνάμεων. Χρειάζεται με τρόπο πρωτότυπο να επανεξετάσουμε τη σχέση ανάμεσα σε οργανωμένο κίνημα, τις πρακτικές αυτοοργάνωσης σε κάθε επίπεδο, τις αναγκαίες μορφές αλληλεγγύης, τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούν να βρουν τρόπο συλλογικής έκφρασης σε κάθε επίπεδο όσοι σήμερα είναι έξω από τις συγκροτημένες κινηματικές μορφές, τον τρόπο συλλογικής παρέμβασης όσων θα βρεθούν σε συνθήκη αποκλεισμού (άνεργοι, απολυμένοι κ.λπ.) Πρέπει να δούμε πώς μπορούν να συναρθρωθούν οι «κλασικές» μορφές κοινωνικές διεκδίκησης και ανταγωνισμού με τις σύγχρονες εκδοχές μαζικής εξεγερτικής δράσης, αλλά και τις μορφές συλλογικής επανοικειοποίησης χώρων που φέρνει στο προσκήνιο η ένταση της κρίσης και η κλιμάκωση των κινημάτων. Άλλωστε, μόνο πάνω στη βάση της επανεμφάνισης των μαζικών κοινωνικών υποκειμένων του κοινωνικού ανταγωνισμού είναι που μπορούμε να επανιδρύσουμε και το πολιτικό υποκείμενο, τις μορφές που πρέπει να έχει η πολιτική Αριστερά, την εργατική δημοκρατία που της αναλογεί.


3.4 Η σημασία του πολιτικού προγράμματος

 

Η επίγνωση της κεντρικότητας της πολιτικής απαιτεί την επεξεργασία εκείνου του αναγκαίου μίνιμουμ πολιτικού προγράμματος που σήμερα ορίζει τη ρήξη με την κυρίαρχη πολιτική και σηματοδοτεί τον κλονισμό κρίσιμων πλευρών της αστικής κυριαρχίας. Αυτό δεν μπορεί να είναι, στην ελληνική περίπτωση, απλώς το Όχι στο Μνημόνιο, γιατί αυτό απλώς κωδικοποιεί την αντίθεση ή τη δυσαρέσκεια των λαϊκών μαζών, δεν την μετασχηματίζει σε πολιτική στοχοθεσία, ούτε ανατρέπει το βασικό κόμβο της «παθητικής αντεπανάστασης» του κεφαλαίου που είναι ακριβώς η λογική «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση». Αυτό ακριβώς σηματοδοτούν οι στόχοι που περιγράψαμε πιο πάνω (Παύση πληρωμών στο χρέος – Ρήξη με ΟΝΕ και Ευρώ – Εθνικοποίηση Τραπεζών και έλεγχοι κεφαλαίου – Αναδιανομή εισοδήματος). Τέτοιοι στόχοι δεν αποτελούν ούτε μεταρρυθμισμό, ούτε οικονομικό «εθνικισμό» ή προστατευτισμό, παρά μόνο εάν κάνουμε την παράλογη υπόθεση ότι τα λαϊκά κινήματα μπορούν να έχουν καλύτερο συσχετισμό στο υπερεθνικό επίπεδο από ό,τι στο εθνικό. Είναι στόχοι που βάζουν εντοπίζουν τους μηχανισμούς με τους οποίους σήμερα εσωτερικεύεται συστημική κοινωνική βία και αναπαράγεται ένα επιθετικό καθεστώς συσσώρευσης, σηματοδοτεί την έμπρακτη ρήξη της Αριστεράς με τον ευρωπαϊσμό, τον κυβερνητισμό αλλά και τον αριστερό αναχωρητισμό.


3.5 Για μια πρωτότυπη εκδοχή Αριστερού Μετώπου


Η ανασύνθεση σήμερα μιας επαρκώς ριζοσπαστικής πολιτικής Αριστεράς απαιτεί τολμηρά βήματα για μια πρωτότυπη εκδοχή Αριστερού Μετώπου. Αυτό δεν μπορεί σήμερα να είναι η παραδοσιακή δεξιόστροφη εκδοχή του, όπου το κοινωνικό άνοιγμα ταυτίζεται με τη δεξιά στροφή. Ούτε μπορεί να είναι, όμως, μια λογική συσπείρωσης των επαναστατικών δυνάμεων, γιατί αυτό εκ των πραγμάτων θα σηματοδοτεί μια πολύ περιορισμένη απήχηση μέσα στις σημερινές συνθήκες. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι το πεδίο συνάντησης ανάμεσα στην Αντικαπιταλιστική Αριστερά, τις αριστερές αναζητήσεις που αναδύονται μέσα στο ρεφορμισμό, τις κοινωνικές δυνάμεις που έστω και αντιφατικά έρχονται στο προσκήνιο είτε μέσα από την αποδιάρθρωση της κοινωνικής συμμαχίας της σοσιαλδημοκρατίας, είτε μέσα από τις εξεγερτικές πρακτικές ή τις νέες μορφές αυτοοργάνωσης και επανοικειοποίησης χώρων που αναδύονται μέσα στα κινήματα. Η όξυνση της κρίσης των διαφόρων σχεδίων για την Αριστερά μέσα στη συγκυρία διευκολύνει, καθώς απελευθερώνει και αριστερές αναζητήσεις και ενωτικές διαθέσεις.

Ένα αριστερό μέτωπο σε αντικαπιταλιστική και ανατρεπτική κατεύθυνση, με βάση τις κρίσιμες πολιτικές οριοθετήσεις της περιόδου και την ανάγκη για ένα πολιτικό νεύρο του κινήματος, μπορεί να αποτελέσει την πολιτική έκφραση του εν δυνάμει ιστορικού μπλοκ που σκιαγραφήσαμε πιο πάνω. Ένα τέτοιο μέτωπο θα είναι αναγκαστικά αντιφατικό, θα είναι ένα πεδίο όπου η ηγεμονία θα διακυβεύεται αλλά και ταυτόχρονα θα επιτρέπει νέες συνθέσεις και βάθεμα της πολιτικής κατεύθυνσης. Και μόνο έτσι θα μπορέσουμε να έχουμε τη δυνατότητα όντως να θέσουμε και το ερώτημα της εξουσίας.

Μια τέτοια κατεύθυνση αριστερού μετώπου οφείλει να βάζει σήμερα τις πραγματικές οριοθετήσεις που ορίζουν την αριστερή στρατηγική μέσα στη συγκυρία, δηλαδή τη ρήξη με τον κυβερνητισμό της «αριστεράς του εφικτού», ρήξη που συμπυκνώνεται στο αίτημα για παύση πληρωμών και διαγραφή του χρέους, τη ρήξη με τον ευρωπαϊσμό μέσα από την απαίτηση για ρήξη με την ΕΕ και έξοδο από ΟΝΕ και ευρώ, τη ρήξη με το νεοφιλελευθερισμό που συμπυκνώνεται στην απαίτηση για εθνικοποίηση τραπεζών και μεγάλων επιχειρήσεων και για ριζική αναδιανομή εισοδήματος σε βάρος του κεφαλαίου, τη ρήξη με την ηττοπάθεια και τη γραφειοκρατία μέσα από την πρωτοπόρα στράτευση στην κλιμάκωση των κινητοποιήσεων. Με αυτό τον τρόπο διαφέρει τόσο από την παραδοσιακή αντίληψη «ενότητας της Αριστεράς» που υποτιμούσε το αναγκαίο πολιτικό περιεχόμενο που πρέπει να έχει μια μετωπική ενότητα και οδηγούσε στην απλή αναπαραγωγή αδιεξόδων, αλλά και τη λογική του «πόλου των αμιγώς επαναστατικών δυνάμεων» που βάζει τα ανοιχτά ερωτήματα της επαναστατικής στρατηγικής ως προαπαιτούμενα οποιασδήποτε ενωτικής πολιτικής πρακτικής.

Οποιαδήποτε σύγχρονη εκδοχή μετώπου δεν μπορεί παρά να έχει βαθιά δημοκρατική μορφή. Να υπερβαίνει τη λογική του κονκλαβίου τάσεων και οργανώσεων, να στηρίζεται στους αγωνιστές της βάσης, να έχει ως ραχοκοκαλιά ηθική και κοινωνική τους αγωνιστές των κινημάτων. Η δημοκρατική μορφή, η λογική της πιο πλατιάς δημοκρατίας σε κάθε επίπεδο, η πλέρια κατοχύρωση αρχών όπως «ένας σύντροφος, μία ψήφος», δεν είναι εργαλειακό ζήτημα αλλά βαθιά στρατηγικό. Σηματοδοτεί την προσπάθεια σε κάθε επίπεδο από το κόμμα ή την οργάνωση έως τη βάση του μετώπου για μια πολιτική διαδικασία που να είναι πραγματικό εργαστήριο παραγωγής πολιτικής γνώσης, πεδίο της αναγκαίας σήμερα διανοητικότητας της πολιτικής. Σημαίνει τέλος ότι μπορεί να είναι και ένα μεγάλο πεδίο πολιτικού πειραματισμού, μια συλλογική διαδικασία για το τι πρέπει να κρατήσουμε (και τι να αφήσουμε) από την ιστορική κληρονομιά του αριστερού κινήματος και συνάμα για το ποιες νέες πρακτικές ή κατευθύνσεις να εντάξουμε μέσα στη στρατηγική μας.

Και βέβαια ένα τέτοιο μέτωπο είναι και το μόνο πεδίο όπου μπορεί να αναδειχθεί και ένα σύγχρονο κομμουνιστικό ρεύμα, όπου μπορεί η προσπάθεια για εκείνο το πολιτικό ρεύμα που θα αναφέρεται στην επαναστατική ανατροπή σε τομή με τον οικονομισμό, το δογματισμό, την ιδεολογική αποπτώχευση και τον πρακτικισμό που χαρακτηρίζει τις περισσότερες εκδοχές αναφοράς στον κομμουνισμό σήμερα. Όσο και εάν σήμερα μια καταναγκαστική επίκληση του κομμουνισμού μπορεί να φαντάζει κλασική παραλλαγή επαναστατικού βερμπαλισμού, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι τόσο η οικοδόμηση της νικηφόρας αντίστασης όσο και η διαμόρφωση μιας πολιτικά αποτελεσματικής Αριστεράς περνάνε μέσα από την επιμονή στην ανάγνωση της δυναμικής της ανατροπής ως αντικειμενικού ορίου των σημερινών αντιστάσεων. Πόσο μάλλον, που η πειστική κατοχύρωση της ιστορικής δυνατότητας μιας εναλλακτικής μη καπιταλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας είναι κομβική πλευρά μιας σύγχρονης αντι-ηγεμονικής απεύθυνσης. Η ριζική καινοτομία και πρωτοτυπία που αναγκαστικά θα χαρακτηρίσει οποιαδήποτε εκδοχή σύγχρονου επαναστατικού κινήματος δεν αναιρεί την επικαιρότητα των κρίσιμων οριοθετήσεων της κομμουνιστικής αναφοράς: την επίγνωση της προτεραιότητας του ταξικού ανταγωνισμού, την κεντρικότητα της πολιτικής πάλης, την εμμονή στην πολιτική συγκρότηση, τη γραμμή μαζών, την επίγνωση της αναγκαστικής υλικότητας της επαναστατικής ρήξης.

Όλα αυτά δεν μπορούν παρά να έχουν ως συνεκτικό θεωρητικό ιστό την αναφορά σε ένα σύγχρονο επαναστατικό μαρξισμό. Αυτό δεν μπορεί να ειδωθεί ως ‘άρθρα πίστεως’ αλλά πολύ περισσότερο ως την πρόκληση μιας ριζικής ανανέωσης της θεωρίας με τρόπο που να μπορούμε να παρακολουθήσουμε τις αλλαγές του σύγχρονου καπιταλισμού και σε αυτή τη βάση να επιβεβαιώσουμε κρίσιμες οριοθετήσεις όπως είναι η προτεραιότητα των παραγωγικών σχέσεων πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις, η ειδική βαρύτητα του πολιτικού επιπέδου, η υλικότητα της ιδεολογίας, η διαλεκτική σχέση εθνικού και διεθνικού, η ανισόμετρη ανάπτυξη και τις πολιτικές τους επιπτώσεις.

 

Αντί επιλόγου


Η κατεύθυνση αυτή αναγκαστικά θα είναι αντιφατική και πρωτότυπη. Αρκετοί από όσους αυτή η κουβέντα αφορά είναι πιθανό σε πρώτη φάση να μείνουν εγκλωβισμένοι σε προηγούμενα σχήματα και πρακτικές, καθώς και σε όλες τις μορφές προσκόλλησης σε μια αριστερά της ήττας. Ωστόσο, μπορεί να έχει υπαρκτή δυναμική εάν και στο βαθμό που θα συναντηθεί με πραγματικές κοινωνικές δυναμικές και με αναζητήσεις αγωνιστών. Και σημάδια ελπίδας υπάρχουν σήμερα μέσα στο υπαρκτό τοπίο της Αριστεράς. Μέσα στο χώρο του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ, που σήμερα είναι αντιμέτωπος με συνθήκη ανοιχτής κρίσης, υπάρχουν φωνές που μιλούν για ρήξη με τον αριστερό ευρωπαϊσμό, τον κυβερνητισμό και τις συμπράξεις με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, την ίδια ώρα που η λογική της «συνάντησης με το σοσιαλιστικό χώρο» αποτελεί εφαλτήριο δεξιών στροφών, ενώ η επικέντρωση στην αισθητική και τη μεγαλοστομία εμφανώς δεν αποτέλεσε πολιτική διέξοδο. Μέσα στο χώρο του ΚΚΕ είναι ελπιδοφόρες οι φωνές που λένε φτάνει πια με τα αδιέξοδα του εγκλεισμού και του σεχταρισμού, για να μπορεί να πάρει δυναμική η σημαντική στοίχιση λαϊκών στρωμάτων σε αντισυστημικές και αντι-ΕΕ τοποθετήσεις. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να αποτελέσει ένα παράδειγμα δημοκρατικού μετώπου της αντικαπιταλιστικής αριστεράς που αναμετριέται με την πρόκληση των ερωτημάτων για την αριστερά συνολικά, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί πια ένα αναγνωρίσιμο και μαζικό, πολιτικό πανελλαδικό ρεύμα, όπως έδειξαν και οι αυτοδιοικητικές εκλογές. Αυτές οι δυναμικές πρέπει να τολμήσουν να συναντηθούν γύρω από κρίσιμες προγραμματικές οριοθετήσεις και να αναλάβουν το στοίχημα μιας ριζοσπαστικής ανασύνθεσης του τοπίου στην Αριστερά, έχοντας την επίγνωση ότι η ιστορία ενίοτε συμπυκνώνεται και επιταχύνεται και ότι η δική μας τόλμη ή ατολμία μπορεί να κρίνει εξελίξεις.

Και επειδή ο καθένας μας καλείται να μιλά πρώτα από όλα για το δικό του χώρο, θέλω να πω ότι ακριβώς επειδή η Αντικαπιταλιστική Αριστερά έδειξε με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ότι μπορεί να κάνει τομές με τον εαυτό της, πρέπει σήμερα τολμηρά να αναλάβει την ευθύνη να δει πώς μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα συνολικά στο κίνημα και την Αριστερά, κάνοντας τομές στη δημοκρατική λειτουργία και συγκρότησή της, στηρίζοντας την κλιμάκωση των κινητοποιήσεων, προβάλλοντας με επίμονή σε εκείνο το πολιτικό πλαίσιο που σήμερα κάνει πραγματικά την Αριστερά αντίπαλο δέος. Σε μια προηγούμενη περίοδο, όπου ο συνολικός συσχετισμός δύναμης φάνταζε καταθλιπτικός η αντικαπιταλιστική αριστερά είχε όντως δίκιο να επενδύει στην ανάπτυξη αντιστάσεων και πέραν αυτού στην αυτοτελή της συγκρότηση και μόνο, για να μπορεί να έχει ο επαναστατικός δρόμος τη δική του διακριτή καταγραφή.

Η επιτάχυνση και συμπύκνωση διεργασιών που φέρνει μια συγκυρία που συνδυάζει την οικονομική κρίση και την αστική «φυγή προς τα εμπρός» με τα εμφανή σημάδια ηγεμονικής κρίσης και αστάθειας διαμορφώνει ένα διαφορετικό τοπίο. Το τοπίο το διακύβευμα δεν είναι πλέον μόνο η στήριξη των κοινωνικών αντιστάσεων και η επιβίωση της αναφοράς στον επαναστατικό δρόμο. Το διακύβευμα είναι εκείνη η Αριστερά που θα δοκιμάσει να οξύνει αντιφάσεις, να κατακτήσει πραγματικό πολιτικό χώρο, να συγκροτηθεί ως εν δυνάμει ηγέτιδα δύναμη του «έθνους των εργαζομένων» με ορίζοντα όχι απλώς την αντίσταση, αλλά την εξουσία και την κοινωνική χειραφέτηση. Αυτή είναι μια πρόκληση που η αντικαπιταλιστική αριστερά δεν μπορεί να αποφύγει.

 

ΠΗΓΗ: http://aristerovima.gr/details.php?id=1089

Τα σενάρια της χρεωκοπίας

Τα σενάρια της χρεωκοπίας

 

Με ποιον τρόπο η αναδιάρθρωση του χρέους προστατεύει τους δανειστές και πτωχεύει την κοινωνία

 

Του Δημήτρη Καζάκη*


 

«Οι αμέσως επόμενοι μήνες θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμοι», δήλωσε ο πρόεδρος του ΣΕΒ την επομένη των εκλογών και είχε δίκιο. Όχι τόσο για τα πρόσθετα μέτρα που έρχονται, όσο γιατί θα αποκαλυφθούν τα δεδομένα του σχεδίου ελεγχόμενης πτώχευσης, που πέρασαν η Μέρκελ και ο Σαρκοζί στις 28/10 από τη σύνοδο του Eurogroup. Ένα σχέδιο που έχει αναλάβει η «ομάδα εργασίας» του Χέρμαν βαν Ρομπάι να επεξεργαστεί στις λεπτομέρειές του.

Αυτός είναι κι ο λόγος που ο κ. Σαμαράς μετά τη συνάντησή του με τον κ. Ρομπάι στις 28/10, έσπευσε να δηλώσει: «Βρήκα, επιπλέον, την ευκαιρία να δηλώσω στον κ. Ρομπάι ότι θα είμαι κατηγορηματικά αντίθετος στην ιδέα της ελεγχόμενης χρεοκοπίας, που πολλοί εμφανίζουν ως ουσιώδες στοιχείο στον υπό σύσταση μόνιμο ευρωπαϊκό μηχανισμό. Και υπεστήριξα με θέρμη ότι μία ελεγχόμενη πτώχευση, είναι πτώχευση για τη χώρα που την υφίσταται και ελεγχόμενη για όλες τις υπόλοιπες. Μπορεί να λειτουργήσει, όχι ως μηχανισμός διάσωσης των αδύναμων χωρών, αλλά ως μηχανισμός που τις διαχωρίζει, τις ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες, τις ισχυρότερες. Και, αντί να καθιστά έτσι ισχυρότερη, γενικά, την Ευρωζώνη, αποδυναμώνει την ενότητα της Ευρωζώνης. Και θα ήταν μεγάλο λάθος».

Με τον τρόπο αυτό ο κ. Σαμαράς αποκάλυψε επίσημα τα βασικά χαρακτηριστικά της ελεγχόμενης πτώχευσης που προετοιμάζεται για την Ελλάδα και τις άλλες «προβληματικές» χώρες της ευρωζώνης. Γιατί όντως αυτό συμβαίνει: μια ελεγχόμενη πτώχευση, είναι πτώχευση για την χώρα που την υφίσταται και ελεγχόμενη για όλες τις υπόλοιπες, αλλά κυρίως για τις τράπεζες και τους τοκογλύφους των αγορών. Ωστόσο ο κ. Σαμαράς δεν διευκρίνισε τι σημαίνει πρακτικά ότι διαφωνεί με την «ιδέα» της ελεγχόμενης πτώχευσης. Τι σκέφτεται να κάνει από την στιγμή που προωθείται, όπως ξέρει πολύ καλά, για την Ελλάδα; Τίποτε απολύτως. Απλά διατυπώνει δημόσια τη διαφωνία του για να την χρησιμοποιήσει κατόπιν ως άλλοθι αποδοχής άνωθεν και έξωθεν τετελεσμένων.

 

Η ελεγχόμενη πτώχευση

 

Ποιο είναι το βασικό χαρακτηριστικό του σχεδίου της ελεγχόμενης πτώχευσης; Η αναδιάρθρωση του χρέους με «κούρεμα» ή χωρίς. Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι αναδιάρθρωση ή ανάταξη του χρέους είναι μια διαδικασία σύμφυτη με την επίσημη πτώχευση της χώρας. Μόνο που γίνεται με όρους αγοράς και υπό διεθνή επιτήρηση, προκειμένου να περιοριστούν οι επιπτώσεις της στο εξωτερικό.

Όταν ένα κράτος βρίσκεται σε αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους του, τότε οι δανειστές του επιχειρούν να προωθήσουν ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης ή ανάταξης που συνήθως περιλαμβάνει τα εξής βασικά χαρακτηριστικά:

 

1.      Την έκδοση νέων ομολόγων, ή άλλων αξιών που αντικαθιστούν μέρος ή το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών του κράτους και επιτρέπουν την επιμήκυνση της μέσης διάρκειας αποπληρωμής του δημόσιου χρέους.

2.      Την μερική ή ολική αναστολή της πληρωμής τόκων ή χρεωλυσίων για ένα διάστημα προκειμένου το κράτος να ολοκληρώσει την διαδικασία αναδιάρθρωσης.

3.      Την εισαγωγή ειδικών ρητρών στις νέες εκδόσεις ομολόγων που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αλλάξουν στο μέλλον οι όροι πληρωμής τους, αλλά και τις προβλεπόμενες εγγυήσεις ή αποζημιώσεις των κατόχων τους σε περίπτωση αδυναμίας εξόφλησης.

4.      Παροχή πρόσθετης ρευστότητας για την αποφυγή της μονομερούς παύσης πληρωμών, είτε μέσω των χρηματοδοτικών προγραμμάτων του ΔΝΤ, είτε με την έκδοση ειδικών ομολόγων στην διεθνή αγορά κεφαλαίων. Το ρόλο αυτό υποτίθεται ότι καλείται να παίξει το Ταμείο Σταθερότητας της ΕΕ, που ιδρύθηκε αρχικά για 3 χρόνια, αλλά η Μέρκελ και ο Σαρκοζί θέλουν να τον μετατρέψουν σε μόνιμο μηχανισμό της ευρωζώνης για να αναλαμβάνει τις υπό πτώχευση χώρες. Αυτό αποφασίστηκε στις 28/10.

Μια από τις περιπτώσεις αναδιάρθρωσης χρέους, που οι αγορές θεωρούν ίσως ως την πλέον πετυχημένη, είναι αυτή της Ουρουγουάης το 2003. Με μια μόνη κίνηση τον Απρίλιο-Μάιο του 2003, όλα τα κρατικά ομόλογα της χώρας σε ξένο νόμισμα (σε δολάριο, ευρώ, γιεν, λίρες-στερλίνες και πέσος Χιλής) ανταλλάχτηκαν με νέα ομόλογα κατατεθειμένα στην Securities and Exchange Commission των ΗΠΑ. Τα νέα ομόλογα περιλάμβαναν συγκεκριμένες Ρήτρες συλλογικής δράσης (Collective Action Clause) που προβλέπει ότι τυχόν αλλαγή των όρων πληρωμής των νέων ομολόγων απαιτούν την συμφωνία των κατόχων του 85% της συνολική αξίας τους και το 662/3% της κάθε συγκεκριμένης σειράς ομολόγων. Η συνολική αξία του εξωτερικού χρέους με βάση αυτή την αναδιάρθρωση – που επίσημα ονομάστηκε Εθελοντική Αλλαγή Προφίλ Χρέους (Voluntary Debt ReProfiling) – δεν μειώθηκε περισσότερο από 8% προκειμένου η κυβέρνηση της Ουρουγουάης να μπορέσει να βγει στις αγορές και να δανειστεί εκ νέου. Κι όλα έγιναν κάτω από την αυστηρή επίβλεψη και κηδεμονία του ΔΝΤ.

Γλύτωσε η Ουρουγουάη από την υστερική λιτότητα και το χρέος με την αναδιάρθρωση; Όχι. Παρά το γεγονός ότι από 90% του ΑΕΠ της χώρας το 2004, το χρέος βρίσκεται γύρω στο 60% του ΑΕΠ το 2010, η εξυπηρέτησή του συνεχίζει να καλπάζει. Σήμερα το εξωτερικό χρέος της χώρας είναι ακόμη μεγαλύτερο από ότι την εποχή της αναδιάρθρωσης (από 50% του συνόλου το 2003, σήμερα ξεπερνά το 57%) αυξάνοντας την εξάρτηση από τις διεθνείς αγορές. Η αιματηρή λιτότητα και η μετακύλιση σημαντικού μέρους του εσωτερικού δημόσιου χρέους στον φορολογούμενο, οδήγησε στην μείωση του συνολικού χρέους ως ποσοστό στο ΑΕΠ. Όμως τα ελλείμματα γνωρίζουν νέες εξάρσεις και τα προγράμματα προσαρμογής έχουν οδηγήσει το 60% και πλέον του πληθυσμού κάτω από το όριο της φτώχειας. Η χώρα δεν πτώχευσε επίσημα, αλλά πτώχευσε ανεπανόρθωτα ο πληθυσμός της. Το κατά πόσο ακόμη η Ουρουγουάη θα συνεχίσει να αποφεύγει και την επίσημη πτώχευση είναι υπόθεση συγκυριών.

 

Ο Σόιμπλε αποκαλύπτει

 

Κάτι ανάλογο φαίνεται να ετοιμάζεται και για την Ελλάδα. Όπως κι αν το ονομάσουν επίσημα θα είναι μια αναδιάρθρωση χρέους. Σύμφωνα με τον υπουργό οικονομικών της Γερμανίας Β. Σόιμπλε (Der Spiegel, 6/11) το μοντέλο θα είναι μάλλον δύο φάσεων και το περιγράφει ως εξής: «Σε μια πρώτη φάση θα μπορούσε να επιμηκυνθεί η διάρκεια εκείνων των ομολόγων, των οποίων σ’ αυτή την κρίσιμη φάση λήγει η προθεσμία αποπληρωμής. Αν αυτό δεν βοηθήσει, σε μια δεύτερη φάση, οι ιδιώτες πιστωτές θα πρέπει να δεχθούν περικοπή των απαιτήσεών τους. Σε αντάλλαγμα θα λάβουν εγγυήσεις για τις υπόλοιπες».

Με ανάλογο πνεύμα και το τελευταίο Economist εξηγεί ότι «ένα ιδανικό σχέδιο κρατικής πτώχευσης θα διαθέτει τρία κύρια χαρακτηριστικά. Πρώτο, θα χρειαστεί κάποιον να κρίνει ότι το ύψος του χρέους είναι μη βιώσιμο. Δεύτερο, θα χρειαστεί έναν υπερεθνικό θεσμό, όπως είναι το ΔΝΤ ή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για να επιβλέψει τις απαιτήσεις των δανειστών και να συντονίσει τη συμφωνία για τον διακανονισμό. Αυτό ο θεσμός θα χρειαστεί νομικά εργαλεία για να υποχρεώσει όλους τους πιστωτές σε μια συμφωνία που θα στηριχθεί σε μια ειδική πλειοψηφία τους (ας πούμε της τάξης του 75%) και για να προστατεύσει τον οφειλέτη από νομικές προσβολές ενόσω ο διακανονισμός είναι υπό διαπραγμάτευση. Ένα τρίτο στοιχείο θα ήταν ένας μηχανισμός που θα επιτρέπει νέες πιστώσεις ώστε να κρατηθεί η υπό πτώχευση χώρα στον αφρό. Τα κεφάλαια αυτά θα είναι υπό ειδικό καθεστώς ώστε να προστατευθούν από την αναδιάρθρωση.»

Η δανειακή σύμβαση που έχει επιβληθεί στην χώρα αποτελεί το κατάλληλο εργαλείο για να προωθηθεί η αναδιάρθρωση του χρέους ορίζοντας εκ των πραγμάτων την ειδική πλειοψηφία που απαιτείται από τους πιστωτές για τον επιδιωκόμενο διακανονισμό. Αυτό προϋποθέτει ότι η αναδιάρθρωση θα γίνει εντός των προθεσμιών της δανειακής σύμβασης. Εκτός κι αν τροποποιηθεί έτσι ώστε να αποτελέσει μια συμβατική υποχρέωση της χώρας για την ένταξή της στον υπό διαμόρφωση μηχανισμό ελεγχόμενης πτώχευσης από την ευρωζώνη. Κάτι που ακούγεται πολύ έντονα. Ιδίως αν μέχρι το τέλους του έτους το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας κάνει δεχτές τις προσφυγές εναντίον του «μηχανισμού στήριξης» που επιβλήθηκε στην Ελλάδα τον Μάιο. Κάτι που, σύμφωνα με τον γερμανικό τύπο, έχει σοβαρές πιθανότητες να συμβεί.

 

Οι συνέπειες της αναδιάρθρωσης

 

Όπως και να ‘χει το βασικό πρόβλημα παραμένει. Τι θα σημάνει μια αναδιάρθρωση του χρέους για την Ελλάδα και τον λαό της; Μήπως θα ελαφρύνει τα βάρη από την εξυπηρέτηση του χρέους; Όχι, σε καμμιά περίπτωση. Αντίθετα θα θεσμοθετήσει επίσημα την υποδούλωση της χώρας στους δανειστές της, μέσα από την εφαρμογή ρητρών που θα εσωτερικεύουν τους όρους της δανειακής σύμβασης σε κάθε ειδική έκδοση αναδιαρθρωμένων ομολόγων. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πολύ απλά ότι σε κάθε έκδοση νέου ομολόγου θα περιλαμβάνονται ρήτρες και όροι που θα εξασφαλίζουν το κάτοχό του έναντι κάθε μελλοντικής αθέτησης πληρωμής. Έτσι το πιθανότερο είναι τα νέα ομόλογα να εκδίδονται στη βάση του αγγλικού ή άλλου δικαίου και όχι του ελληνικού, να περιλαμβάνουν εμπράγματες εγγυήσεις και προβλέψεις πρόσθετων αποζημιώσεων σε βάρος κάθε έννοιας εθνικής αξιοπρέπειας και να τελούν επίσημα υπό την δικαιοδοσία των οργάνων της ευρωζώνης. Εξ ου και η πρόσφατη δήλωση του Ζαν Κλοντ Γιουγκέρ για την ανάγκη έκδοσης ευρωομολόγου.

Μήπως όμως γλυτώσουμε από την αιματηρή λιτότητα; Αυτό δεν προβλέπεται ακόμη κι αν υπάρξει μια πολύ σοβαρή μείωση του χρέους. Είναι χαρακτηριστική μια πρόσφατη εκτίμηση του ΔΝΤ: «Η αναγκαία δημοσιονομική προσαρμογή [διάβαζε αιματηρή λιτότητα, ΔΚ] δεν πρόκειται να είναι σημαντικά μικρότερη ακόμη και με ένα μεγάλο κούρεμα. Αυτό συμβαίνει γιατί το πρόβλημα στις ανεπτυγμένες οικονομίες σήμερα είναι το μεγάλο πρωτογενές έλλειμμα, όχι τα υψηλά επιτόκια και οι δαπάνες γι’ αυτά όπως ήταν στην περίπτωση των αναδυομένων οικονομιών που πτώχευσαν τις τελευταίες δυο δεκαετίες. Στην πράξη, η πρωτογενής προσαρμογή που είναι αναγκαία για να σταθεροποιηθεί η σχέση του χρέους με το ΑΕΠ θα μειωθεί μόλις κατά 0,5% κατά μέσο όρο στο ΑΕΠ (με μέγιστο το 2,7% για την Ελλάδα) αν γίνει κούρεμα κατά 50% –μια ιδιαίτερα μεγάλη υποτίμηση με βάση τα ιστορικά δεδομένα.» (Fiscal Monitor, 11/2010, σ. 30)

Με λίγα λόγια η αιματηρή λιτότητα και ότι επακολουθεί με όρους γενικευμένου ξεπουλήματος, δεν πρόκειται ουσιαστικά να επηρεαστεί ακόμη κι αν μειωθεί το δημόσιο χρέος κατά 50%. Ίσα-ίσα αποτελεί προαπαίτηση της αναδιάρθρωσης. Κι αυτό γιατί πολύ απλά πρέπει να βρεθούν τα αναγκαία πρωτογενή πλεονάσματα για να συνεχιστεί η εξυπηρέτηση ακόμη και του «κουρεμένου» χρέους. Κι επειδή η οικονομία στην κατάσταση που βρίσκεται δεν είναι σε θέση να παράγει πραγματικά πλεονάσματα, γι’ αυτό και επιβάλλεται η αιματηρή λιτότητα, οι δραστικές περικοπές, το ξεπούλημα, προκειμένου να πληρωθεί το χρέος από το υστέρημα των λαϊκών στρωμάτων και της κοινωνίας συνολικά. Έστω κι αν οδηγηθεί ο λαός σε απόγνωση και η χώρα σε διάλυση.

 

Υπήρχε λύση σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο!

 

Πόσο πρέπει να κατέβει η συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ώστε να πάψει αφενός η λιτότητα και αφετέρου να σπάσει ο κύκλος του νέου δανεισμού; Κανείς δεν έχει απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα απ’ όσους μιλάνε για αναδιάρθρωση του χρέους με «κούρεμα», ή για διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους. Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι η ελληνική οικονομία πετύχει ρυθμούς ανόδου ανάλογους της προηγούμενης δεκαετίας και επιπλέον δημιουργήσει με κάποιον μαγικό τρόπο ένα δημοσιονομικό πλεόνασμα της τάξης του 4% του ΑΕΠ ετήσια, αυτό επαρκεί για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους μειωμένου κατά 80%! Κάτι βέβαια που αποτελεί σενάριο επιστημονικής φαντασίας με βάση τα συμφέροντα των δανειστών, της ευρωζώνης και του ευρώ.

Όμως, σ’ αυτό βρίσκεται η ουσία. Όταν μιλάει κανείς για αναδιάρθρωση χρέους ή διαγραφή μέρους του, θα πρέπει να διευκρινίσει από ποια σκοπιά το κάνει. Με γνώμονα να μην θίξει τα συμφέροντα των δανειστών ή με βάση τα αληθινά συμφέροντα της χώρας και του λαού της; Μπορεί στ’ αλήθεια μια οικονομία με τους πόρους της ήδη κατασπαταλημένους και λεηλατημένους να προχωρήσει γρήγορα σε παραγωγική ανασυγκρότηση, η οποία απαιτεί πολλαπλάσιες επενδύσεις και δαπάνες από το δημόσιο, έχοντας ταυτόχρονα να έστω ένα «κουρεμένο» δημόσιο χρέος; Τα δεδομένα λένε όχι. Τουλάχιστον για μια δεκαετία η ελληνική οικονομία, αφού πρώτα ξεφύγει από το δόκανο του ευρώ, θα χρειαστεί ότι έχει και δεν έχει από άποψη διαθέσιμων πόρων προκειμένου να πετύχει την παραγωγική της ανασυγκρότηση. Όχι μόνο δεν της περισσεύει τίποτε, αλλά θα χρειαστεί πρόσθετους πόρους από το εξωτερικό για να εξασφαλίσει τεχνογνωσία, τεχνολογία και εφαρμογές για μια σύγχρονη ανάπτυξη της δικής της παραγωγής.

Τότε γιατί η κυβέρνηση επέλεξε να συνεχίσει την εξυπηρέτηση του χρέους, θυσιάζοντας το υστέρημα του λαού και της χώρας; Η απάντηση είναι προφανής. Αν ήθελε, αν δεν ήταν τόσο καταφανώς υπόδουλη σε ολιγαρχικά συμφέροντα θα μπορούσε κάλλιστα να επικαλεστεί «κατάσταση ανάγκης» και να σταματήσει, τουλάχιστον για ένα διάστημα, να πληρώνει τα χρέη της. Η έννοια «κατάσταση ανάγκης» (state of necessity) είναι μια διεθνώς αναγνωρισμένη νομικοπολιτική δικλείδα την οποία ένα κράτος μπορεί να επικαλεστεί για να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις προς τους δανειστές του. Κι αυτό έχει γίνει πάρα πολλές φορές στο παρελθόν. Πότε μπορεί να επικαλεστεί ένα κράτος «κατάσταση ανάγκης»; Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο όταν ένα κράτος κινδυνεύει από χρεωκοπία και καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην εσωτερική του ομαλότητα και ασφάλεια του λαού του αφενός και αφετέρου την πληρωμή των χρεών του. Σύμφωνα με την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ, «ένα κράτος δεν μπορεί να αναγκαστεί να κλείσει τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και τα δικαστήριά του, να εγκαταλείψει τις δημόσιες υπηρεσίες του επιφέροντας το χάος και την αναρχία στην κοινωνία, μόνο και μόνο για να εξασφαλίσει τα χρήματα να πληρώσει τους ξένους ή ντόπιους δανειστές του.» (1613η Συνάντηση, 17 Ιουνίου 1980)

Την αρχή αυτή αναγνώρισε σχετικά πρόσφατα και το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας όταν κλίθηκε να αποφανθεί εναντίον της άρνησης της Αργεντινής το 2003 να πληρώσει ορισμένους δανειστές της, προκειμένου να διαφυλάξει το επίπεδο διαβίωσης και παροχών του κράτους προς το λαό της. Με απόφασή του στις 8 Μαΐου 2007, το Bundesverfassungsgericht αποδέχτηκε τον ισχυρισμό της Αργεντινής, αλλά μόνο σε βάρος δανειστών που είναι κράτη. Η απόφαση αυτή, πέρα από όλα τ’ άλλα, αποτελεί ένα ισχυρό νομικοπολιτικό επιχείρημα για τον ελληνικό λαό ώστε να αρνηθεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη δανειακή σύμβαση. Αρκεί να βρει τη δύναμη να επιβάλει το συμφέρον του και μην υποταχθεί στη μοίρα που άλλοι έχουν προδιαγράψει γι’ αυτόν.

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι  οικονομολόγος – αναλυτής

 

 

Δημοσιεύτηκε στο Ποντίκι, 11/11/2010