Διεθνή Συνάντηση Βερολίνου: Κεντρ. παρέμβαση

Κεντρική παρέμβαση στη Διεθνή Συνάντηση του Βερολίνου

 

Του Δημήτρη Καζάκη*


 

Συνάδελφοι,

Δεν θα ξαφνιάσουμε κανέναν αν πούμε ότι και η εργατική τάξη στην Ελλάδα, το σύνολο των εργαζομένων της χώρας, βρίσκεται στον αστερισμό της ζοφερής πραγματικότητας που όλοι περιγράφουν όταν μιλούν για παγκοσμιοποίηση, για απορρύθμιση, για «απελευθέρωση των αγορών», για ιδιωτικοποιήσεις, κοκ.

Όπως συμβαίνει παγκόσμια, έτσι και στην Ελλάδα η εργατική τάξη έχει βρεθεί μπροστά στην ανάγκη να επιβεβαιώσει με σκληρούς αγώνες ακόμη και τα πιο αυτονόητα: δουλειά για όλους, αξιοπρεπείς αμοιβές, ωράρια και συνθήκες εργασίας που δεν μετατρέπουν τους εργαζόμενους σε ανθρώπινα υποζύγια, εξασφάλιση από τα αδιέξοδα της αγοράς.

Δεν είναι καθόλου λίγοι εκείνοι σήμερα που πλημμυρίζουν με δέος και τρόμο μπροστά στις φαινομενικά ακατάβλητες δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου. Τι άλλο μπορεί να κάνει η εργατική τάξη εκτός απ’ το να βρει έναν τρόπο να «προσαρμοστεί» πιο ανώδυνα, πιο ομαλά στις νέες απαιτήσεις των μεγάλων αφεντικών; Μπορεί να τα βάλει με την παγκόσμια αγορά, με τις πολυεθνικές, με το ΔΝΤ, τον ΠΟΕ, την Παγκόσμια Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Ένωση; Ας αρκεστεί σ’ ότι μπορεί να περισώσει απ’ την λαίλαπα και ας καθίσει ήσυχα μέχρις ότου περάσει η μπόρα.

Όσοι σκέφτονται έτσι αναζητούν άλλοθι είτε σε αντιλήψεις που αντιλαμβάνονται ότι συμβαίνει ως «τετελεσμένο γεγονός», ως «αντικειμενική διαδικασία» εκ Θεού, είτε καταφεύγουν σε μια γενική αντικαπιταλιστική ρητορική, δίχως αντίκρισμα στα μέτωπα πάλης του εργατικού κινήματος.

Στη χώρα μας συνδικαλιστικές και πολιτικές δυνάμεις που αντλούν την καταγωγή τους από διαφορετικά ρεύματα του εργατικού κινήματος, συναντήθηκαν σε μια κοινή προσπάθεια ανασυγκρότησης του οργανωμένου κινήματος της εργατικής τάξης. Εκ μέρους αυτής της κοινής προσπάθειας συμμετέχουμε και εμείς στη Διεθνή Συνδιάσκεψη κατά της απορύθμισης και για τα εργατικά δικαιώματα.

Κοινή διαπίστωση μας είναι ότι βρισκόμαστε πλέον σε μια εποχή όπου το φάσμα της διαρκούς ανέχειας, της καταθλιπτικής αβεβαιότητας, της κοινωνικής περιθωριοποίησης, ακόμη και της εξαθλίωσης δεν αναγνωρίζει «άσπρα» και «μπλε» κολάρα, δεν ξεχωρίζει ανειδίκευτους, ειδικευμένους και υψηλά ειδικευμένους εργαζόμενους. Μπροστά στον οδοστρωτήρα της «απελευθέρωσης των αγορών», δεν υπάρχει πλέον καμμιά ατομική εξασφάλιση, κανένα ιδιαίτερο καθεστώς για κανένα ειδικό κοινωνικό ή επαγγελματικό στρώμα της εργατικής τάξης και των υπολοίπων εργαζομένων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που ακόμη και τα πιο υποτυπώδη κοινωνικά προγράμματα του άλλοτε γνωστού «κράτους πρόνοιας», σήμερα το ένα μετά το άλλο κρίνονται «ασύμφορα» και εξανεμίζονται.

Κι όλα αυτά συμβαίνουν με τις εργαζόμενες τάξεις να έχουν ακόμη vωπές τις αvαμvήσεις απo τις βαρύγδoυπες υπoσχέσεις της πρώτης μεταπoλεμικής περιόδoυ για «πλήρη απασχόληση», για διαρκή άvoδo του βιοτικού επιπέδου, για αvελαστικά εργατικά δικαιώματα και συvθήκες εργασίας, για «κoιvωvικό κράτoς» και «κράτoς πρόvoιας», για «κoιvωvία της ευημερίας», κοκ. Αρκούσε μόνο ο εργάτης, ο εργαζόμενος γενικά, να κοιτάζει τη δουλειά του, να κάθεται ήσυχος και πειθαρχικός, να αφήνει την «υψηλή πολιτική» στις εντεταλμένες ηγεσίες του στο συνδικάτο, στο κόμμα και την κυβέρνηση και να επιλέγει, όποτε του δίνουν την ευκαιρία, το «φως» απ’ το «σκότος», τους «καλούς» απ’ τους «κακούς» που θα τον κυβερνήσουν.

Ωστόσο, μετά την χρεοκοπία και την ανατροπή του «αντίπαλου δέους», δηλ. του υπαρκτού σοσιαλισμού, η παγκοσμιοποίηση εξέφρασε με τον πιο ολοκληρωμένο τρόπο την προσπάθεια της κυρίαρχης τάξης να κατοχυρώσει μια πλασματική εικόνα καταθλιπτικής παντοδυναμίας του παγκόσμιου συστήματος του καπιταλισμού, από το οποίο όπως και να το κατανοεί κανείς – σαν παράδεισο, σαν κόλαση ή σαν καθαρτήριο – δεν υπάρχει καμμιά πιθανότητα διαφυγής.

Η επίθεση των «διαρθρωτικών αλλαγών» δεν έχει σαν στόχο απλά και μόνο μια τερατώδη αναδιανομή ωφελειών, πλούτου και εισοδήματος σε βάρος των εργαζομένων. Αντίθετα επιδιώκει τη συνολική αποδιάρθρωση της ίδιας της εργατικής τάξης, του τρόπου που εντάσσεται στην «αγορά εργασίας», αλλά και του τρόπου που έως σήμερα εκφραζόταν και δρούσε ως οργανωμένη τάξη. Σ’ αυτή την αντιδραστική επιχείρηση τίποτε δεν μένει αλώβητο, τίποτε δεν παραμένει στο απυρόβλητο. Κάθε στήριγμα της κοινωνικής υπόστασης της εργατικής τάξης και των υπολοίπων εργαζομένων έχει μπει στο στόχαστρο της «απορύθμισης» και της «απελευθέρωσης των αγορών».

Όλα από μηδενική βάση, αυτή είναι η νέα πολεμική κραυγή διευθυντηρίων, κυβερνήσεων και καθεστωτικών πολιτικών της δεξιάς και της αριστεράς.

Πράγματι, σε μια εποχή που η εργατική τάξη αντιμετωπίζει την αναίρεση ακόμη και των πιο θεμελιωδών εγγυήσεων μιας υποφερτής διαβίωσης, δεν μπορεί παρά να επαναπροσδιορίζεται «από μηδενική βάση» απέναντι σ’ ολόκληρη την αναγκαιότητα ύπαρξης του σημερινού συστήματος σχέσεων οικονομίας και πολιτικής. Κανένα πλαίσιο δεν μπορεί να θεωρείται ανυπέρβλητο, καμμιά κατάσταση δεδομένη και ακλόνητη, τίποτε πιο ιερό και όσιο απ’ την ικανοποίηση των πιο ζωτικών αιτημάτων των εργαζομένων.

Ιστορικά η εργατική τάξη αναδύθηκε μέσα από ένα μίζερο συνοθύλευμα από διαφορετικά κοινωνικο-επαγγελματικά στρώματα, έρμαια των δυνάμεων της αγοράς, σε διαρκή εξατομικευμένο ανταγωνισμό μεταξύ τους, αλλά και με ολόκληρη την κοινωνία σαν σύνολο. Η εργατική τάξη ξέφυγε από αυτή την μίζερη κατάσταση μόνο όταν κατέκτησε την ανεξάρτητη οργάνωσή της. Κι αυτή η ανεξάρτητη οργάνωση της τάξης εκδηλώθηκε με δυο κύριες ιστορικές μορφές:

Αφενός, τη συγκρότηση των συνδικάτων, ως πρωτογενή μορφή άμεσης πρακτικής οργάνωσης του συνόλου της τάξης σ’ ένα διαρκή αγώνα για τη διεκδίκηση καλύτερων ζωής και εργασίας.

Αφετέρου, την ανάδειξη του ανεξάρτητου πολιτικού κόμματος της εργατικής τάξης, προνομιακού φορέα και πεδίου ζύμωσης της δικής της ανεξάρτητης ιδεολογίας και πολιτικής.

Η ιστορική πορεία γέννησης και άνδρωσης των δύο μορφών οργάνωσης της εργατικής τάξης υπήρξε παράλληλη, αλληλοτροφοδοτούμενη και εσωτερικά αντιφατική διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δίχως την οργάνωση και τις κατακτήσεις που απορρέουν απ’ αυτή, τόσο στο επίπεδο της καθημερινής πάλης – όπως συλλογικές συμβάσεις, κοινωνικά δικαιώματα, εργατική νομοθεσία – όσο και στο επίπεδο της ιδεολογίας και της πολιτικής, η εργατική τάξη κινδυνεύει να αποσυντεθεί, να διαλυθεί, να μεταβληθεί σε έρμαιο της καθολική απόγνωσης και απογοήτευσης. 

Σ’ αυτήν ακριβώς: Οι παραγωγικές ικανότητες της κοινωνίας δεν συγκρίνονται με καμμιά περίοδο της ιστορίας της. Μ’ αυτή την έννοια ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, η ανέχεια, η φτώχεια, η μιζέρια, η περιθωριοποίηση χάνει και τα τελευταία ερείσματα «ανεπάρκειας πόρων». Βρισκόμαστε σε μια εποχή υπερπληθώρας πόρων, και την ίδια ώρα τρομακτικών «κοινωνικών ελλειμμάτων».   

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011, http://dimitriskazakis.blogspot.com/2011/02/blog-post_825.html

Προνομιακό ζήτημα-Διορισμοί Κληρικών 21ου αι.

Το το 19ο αιώνα και η αναστολή του διορισμού των κληρικών τον 21ο αιώνα

 

Του Μητροπολίτη Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου Ανδρέα Νανάκη, Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης


 

Η Εκκλησία προϋπήρχε της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Ελληνικού Κράτους, της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και έχει την αρχή της στη Θεϊκή αποκάλυψη για τη λύτρωση του ανθρώπου από τα πάθη του, εν τω προσώπω του σαρκωθέντος και ενανθρωπισθέντος Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Τα όποια κοινωνικά σχήματα του κόσμου τούτου, μεταξύ αυτών και τα σημερινά, δηλαδή η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ελληνική Πολιτεία, είναι τα επίγεια όργανα προς την ουράνια εσχατολογική και αποκαλυπτική πορεία της Εκκλησίας, ημών των ορθοδόξων χριστιανών.

Συνεπώς, εν μέσω των περιπετειών της ιστορίας και των σχημάτων αυτού του κόσμου, πορεύεται η Εκκλησία ως σώμα Χριστού και τα μεν γήινα παρέρχονται, η δε Εκκλησία παραμένει «ν οραν καί πί γς ες τούς αώνας, ως τς συντελείας το αἰῶνος τούτου». Με αφορμή την αναστολή του διορισμού των κληρικών, από τον εξοχότατο Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κ. Γ. Ραγκούση, θα αναφερθώ σε ένα διωγμό που η Ορθόδοξη Εκκλησία αντιμετώπισε από τον Σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ το Β΄ (1876-1909) στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Είναι το γνωστό προνομιακό ζήτημα επί Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ΄ (1878-1884) και Πατριάρχου Διονυσίου του Ε΄ (1887-1891). Η Εκκλησία, στους χρόνους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οργάνωνε το βίο της ως εθναρχούσα Εκκλησία. Οι αυτοκρατορίες, βέβαια, συγκροτούσαν θεοκεντρικά συστήματα και οι κοινωνίες είχαν για κέντρο και σημείο αναφοράς τους τη θρησκεία. Οι άνθρωποι, στην αυτοκρατορία, προσδιορίζονται με βάση την θρησκευτική τους ταυτότητα. Οι εθνικές ταυτότητες και συνειδήσεις ακολούθησαν και διαμορφώθηκαν στο υπόβαθρο και τα δεδομένα των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων, που ανέκυπταν από τις θρησκευτικές συνειδήσεις και τις σύνολες κατ’ έτος εκδηλώσεις, οι οποίες εκπήγαζαν από τη θρησκευτική παράδοση. Η κοινωνία των πολιτών, με τη συνείδηση του πολίτη, ακολουθεί τις εθνικές συνειδήσεις και ταυτότητες.

Οργανωμένα, προσπαθεί να αποτελέσει τη σύγχρονη ιδεολογία του 21ου αιώνα, όπως στο 19ο και 20ο αιώνα η ιδεολογία του έθνους – κράτους. Στο 19ο αιώνα οι τότε κρατούντες στην Οθωμανική αυτοκρατορία αμφισβήτησαν και αποφάσισαν να περιορίσουν τα προνόμια του ρουμ μιλέτ, του Ορθόδοξου Γένους, που συγκροτούσαν ελληνόφωνοι, αραβόφωνοι, τουρκόφωνοι, βλαχόφωνοι και σλαβόφωνοι ορθόδοξοι χριστιανοί.

Η αρχή των προνομίων ανάγεται στην αμέσως μετά την άλωση συμφωνία του Πατριάρχη Γεννάδιου Σχολάριου με το Σουλτάνο Μωάμεθ, με την πτώση της Κωνσταντινούπολης, το 1453. Τα προνόμια αφορούσαν το πλαίσιο και τις δικαιοδοσίες με τις οποίες οι ορθόδοξοι χριστιανοί θα οργάνωναν τη ζωή τους σ’ ένα κοινωνικό σύστημα, όπου κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής προσδιορίζονταν από τις αρχές και τις αξίες του Κορανίου, του μουσουλμανικού νόμου, της σαρίας και ό,τι από αυτά προβλεπόταν για τις μονοθεϊστικές θρησκείες και ειδικά για το Χριστιανισμό. Τα προνόμια στην περιφέρεια της αυτοκρατορίας διευρύνονταν ή καταπατούνταν κατά τις βουλές των τοπικών πασάδων. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι στο σύνολό της η αυτοκρατορία δεν είχε ενιαίο σύστημα διοίκησης. Η Σάμος, η Χίος, τα Αμπελάκια, η Αίγυπτος αποτελούν ενδεικτικές αναφορές. Το 19ο αιώνα τα προνόμια εισέρχονται σε μια πορεία διεύρυνσης.

Είναι η εποχή των μεταρρυθμίσεων, τα γνωστά τανζιμάτ. Ξεκίνησαν το Νοέμβριο του 1839 με το Χάτι Σερίφ του Γκιουλχανέ, επί Σουλτάνου Αμπτούλ Μετζίτ (1839-1863) και με το Μουσταφά Ρεσίτ πασά. Η αρχή της νέας πορείας των προνομίων εδράζονταν στη δέσμευση για συνεργασία και συμπόρευση με όλους τους Οθωμανούς υπήκοους, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική τους πίστη. Τα προνόμια κορυφώνονται με το ψήφισμα των Γενικών Κανονισμών το 1856.

Το προνομιακό ζήτημα ξεκίνησε στην πρώτη πατριαρχία του Ιωακείμ του Γ΄, όταν ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ο Β΄ αποφασίζει τον περιορισμό των προνομίων που είχαν οι Χριστιανοί. Σκοπός και προοπτική του ήταν η πλήρης κατάργηση των δικαιωμάτων που είχαν να ρυθμίζουν ως μιλέτ, ως ορθόδοξη κοινότητα, δηλαδή θέματα όπως: εκπαίδευση, κλήτευση κληρικών, διαζύγια, κοινωνική πρόνοια με γηροκομεία, ορφανοτροφεία, πτωχοκομεία. Ο Ιωακείμ ο Γ΄, στις 9 Δεκεμβρίου 1883, υπέβαλε την πρώτη παραίτησή του και αποσύρθηκε στο Βαφεοχώρι.

Στις 16 Δεκεμβρίου 1883 υπέβαλε τη δεύτερη παραίτησή του και στις 29 Δεκεμβρίου 1883 παραιτήθηκε το τρίτον και οριστικά, δοθέντος ότι και το εθνικό κέντρο, η Αθήνα, δεν βοήθησε και δεν συμπαραστάθηκε στο μεγάλο εκείνο Πατριάρχη που συνέδεσε τη δεύτερη πατριαρχία του (1901-1912) με το Μακεδονικό αγώνα και άλλα σπουδαία και λαμπρά γεγονότα του Γένους μας και του Ελληνισμού. Τον διαδέχθηκε ο Ιωακείμ ο Δ΄ (1884-1886), παραιτηθέντος μετά από σοβαρά προβλήματα υγείας και εκδημήσαντος το 1887. Το ίδιο έτος Πατριάρχης εξελέγη ο Διονύσιος ο Ε΄ (1887-1897) ο οποίος, ως Μητροπολίτης Κρήτης, ξεκίνησε την οικοδόμηση και ανέγερση του μεγαλοπρεπέστατου Μητροπολιτικού ναού του Αγίου Μηνά στο Ηράκλειο. Από τον Ιούνιο του 1890 μέχρι τον Ιανουάριο του 1891 έχομε τη δεύτερη φάση του προνομιακού ζητήματος. Ο Διονύσιος ο Ε΄, στις αρχές του 1890, υπέβαλε την πρώτη παραίτησή του και τον Αύγουστο του 1890 υπέβαλε τη δεύτερη.

Στη δεύτερη φάση του προνομιακού ζητήματος, σε κοινή συνέλευση, οι κληρικοί και λαϊκοί του ορθόδοξου μιλετιού αποφάσισαν το κλείσιμο των ιερών ναών, οι οποίοι άνοιγαν μόνο για την τέλεση των κηδειών. Έμπροσθεν αυτής της δυναμικής αντίδρασης, ο Σουλτάνος υποχώρησε, με παρέμβαση του Τσάρου και των άλλων μεγάλων δυνάμεων. Οι Χριστιανοί θα συνέχιζαν να οργανώνουν και να ρυθμίζουν σε κοινοτικό πλαίσιο, με τα προνόμιά τους, την πνευματική και κοινωνική ζωή τους. Οι ναοί άνοιξαν κι έτσι εόρτασαν τελικά τα Χριστούγεννα του 1890.

Η τρίτη φάση του προνομιακού ζητήματος (1908-1914) έγινε επί Πατριάρχη Ιωακείμ του Γ΄ και Γερμανού του Ε΄ (1913-1918) και αφορούσε κυρίως την υπαγωγή των χριστιανικών σχολείων στη δικαιοδοσία του υπουργείου παιδείας της αυτοκρατορίας. Στον 21ο αιώνα και ήδη περί τα μέσα του 20ου, στο πλαίσιο του έθνους – κράτους, η Εκκλησία στην Ελλάδα είχε δικαίωμα και προνόμιο να διορίζει τους κληρικούς που χειροτονεί. Ο ιερέας, για όλους εμάς που συγκροτούμε το σώμα του Χριστού και συναπαρτίζομε τα μέλη του μυστηρίου της Εκκλησίας, είναι ο λειτουργός των θείων μυστηρίων, της χάριτος και του ελέους του Θεού, που αναπληροί τα ελλείποντα και θεραπεύει τις πνευματικές και οργανικές ασθένειες των μελών της στρατευόμενης εκκλησίας, κατά τρόπο πολλές φορές θαυματουργικό και μη υποκείμενο στην ανθρώπινη λογική.

Για τους εκτός της Εκκλησίας συνανθρώπους μας και με όποια ιδεολογία ή κοινωνικοπολιτικό σύστημα οργάνωσης συντάσσονται, μπορούμε να συμφωνήσουμε στην κοινή βάση: ότι ο ιερέας είναι κοινωνικός λειτουργός και αυτό μαρτυρείται και από το γεγονός ότι δεκάδες δεκάδων χιλιάδες γεύματα παρέχονται καθημερινά από την Εκκλησία σε αναξιοπαθούντες αδελφούς μας. Όπως, μπορούμε επίσης να συμφωνήσουμε ότι έχομε μια ευρύτατη κοινωνική πρόνοια, που ασκείται από τους ιερείς χωρίς την κρατική επιβάρυνση και σε εποχή υποχώρησης και εξασθένισης της κρατικής κοινωνικής πρόνοιας. Για παράδειγμα, στην Ιερά Μητρόπολή μας, τα καθημερινά παιδικά γεύματα, η λειτουργία του Γηροκομείου, τα άνω των χιλίων πασχαλινά δέματα, που άρχισαν ήδη να προετοιμάζονται, είναι έργο των κληρικών, των ιερέων μας.

Οι ιερείς όχι μόνο καταβάλουν τον προσωπικό τους μόχθο και την αγωνία τους, αλλά αναζητούν και δωρητές για να ενισχύσουν τους πάσχοντες, τους αναξιοπαθούντες, τους πτωχούς και νεόπτωχους των ημερών μας. Σε κάθε Μητρόπολη, επίσης, οι ιερείς με τη στήριξη ευλαβών δωρητών έχουν αναλάβει την συντήρηση των ιερών ναών, τον ευπρεπισμό τους, τη διαφύλαξη πολλών μικρών ή μεγάλων ναών, της βυζαντινής, μεταβυζαντινής περιόδου ή των νεότερων χρόνων και τη διάσωσή τους από την καταστροφή του χρόνου.

Τα πολιτιστικά μνημεία της παράδοσής μας, τα οποία παρουσιάζουν υψηλή για τον πολιτισμό μας αρχιτεκτονική, σπάνιο αγιογραφικό διάκοσμο, θαυμάσιες εικόνες, πανέμορφα ξυλόγλυπτα τέμπλα και κανδήλες, διαφυλάσσονται με τις βοηθητικές παρεμβάσεις (αναστηλώσεις, μονώσεις κ.ά.) των ιερέων μας, οι οποίοι εκτός από την κοινωνική μέριμνα, υπηρετούν κατ’ ουσίαν και ως φύλακες και συντηρητές στη διαφύλαξη των εκκλησιαστικών μας μνημείων, σε συνεργασία με τις κατά τόπους αρμόδιες κρατικές εφορείες. Για την εύρυθμη και σωστή λειτουργία του ιερού ναού είναι απαραίτητοι οι ιεροψάλτες, οι νεωκόροι, το ηλεκτρικό ρεύμα και η ύδρευση, η οικονομική τακτοποίηση των οποίων καταβάλλεται από την εκκλησιαστική κοινότητα.

Η πολιτεία επιβαρύνεται μόνο με το μισθό του εφημερίου, τον οποίο στερεί ο εξοχότατος Υπουργός Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κ. Γ. Ραγκούσης με την πρόσφατη εγκύκλιό του. Δεν θα αναφερθούμε στη μοναστηριακή περιουσία, την οποία η προϋπάρχουσα του Ελληνικού κράτους Εκκλησία έχει καλώς παραχωρήσει και αυτό το έπραξε τότε για να βοηθήσει στην οργάνωση του κράτους και για να επιλύσει μείζονα θέματα, όπως των ακτημόνων ή των προσφύγων, ούτε βέβαια θα πούμε για τα της ανταποδόσεως Εκκλησίας και Πολιτείας. Με την αναστολή του διορισμού των εφημερίων, ως Εκκλησία, αντιμετωπίζουμε μείζον θέμα, που δεν γνωρίζουμε πως θα εξελιχθεί. Με αφορμή το γεγονός αυτό καλούμεθα να προγραμματίσουμε το μέλλον μας. Στο πλαίσιο των διακριτών ρόλων, καλούμεθα να προσδιορίσουμε τις σχέσεις μας με την πολιτεία. Να διαφυλάξουμε, να διασώσουμε και να προστατέψουμε, με την Ελληνική πολιτεία ή με τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το μόνο προνόμιο που έχουμε ως ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα, να διορίζουμε ένα κληρικό. Η καταβολή από το κράτος ενός μισθού στον ιερέα, στο θρησκευτικό λειτουργό, είναι γεγονός σύνηθες και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο μισθός αυτός είναι ο οβολός της πολιτείας προς την πνευματική και πολιτιστική προσφορά των κληρικών, η οποία πανθομολογουμένως είναι πολλαπλάσια αυτής του μισθού. Προσφορά εκκλησιαστική, η οποία γίνεται χάρις στην καθημερινή οικονομική συμβολή της κοινωνίας προς την Εκκλησία. Παρ’ όλες τις ενορχηστρωμένες συναυλίες, η κοινωνία εξακολουθεί να εμπιστεύεται το θεσμό της Εκκλησίας. Για τη λειτουργία, διαφύλαξη και συντήρηση δεκάδων χιλιάδων ναών στην Ελλάδα, μνημείων του πολιτισμού και της παράδοσης, για την κοινωνική και πνευματική διακονία η Ελληνική πολιτεία, έως το 2010, κατέβαλλε ένα μισθό στους θρησκευτικούς λειτουργούς της ορθόδοξης Εκκλησίας.

Η πρόσφατη εγκύκλιος του εξοχότατου Υπουργού Εσωτερικών Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κ. Γ. Ραγκούση αναστέλλει αυτό το στοιχειώδες και βασικό εκκλησιαστικό προνόμιο – υποχρέωση του 21ου αιώνα.

 

ΠΗΓΗ:   Mar 9, 2011, http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=5090

Το νόημα της Μεγάλης Σαρακοστής

Το νόημα της Μεγάλης Σαρακοστής*

 

(+) Του πατρός Αλεξάνδρου Σμέμαν (1921-1983)


 

Πώς θα μπορούσε η Μεγάλη Σαρακοστή να έχει όχι μια απλή επιφανειακή αλλά μια αληθινή επίδραση στην ύπαρξή μας; Πώς είναι δυνατόν να εφαρμόσουμε στη ζωή μας τη διδασκαλία της Εκκλησίας σχετικά με τη Μεγάλη Σαρακοστή όπως μας μεταδίδεται κυρίως μέσα από τη λατρεία αυτής της περιόδου;

Τούτη η ζωή είναι πολύ διαφορετική από τη ζωή των ανθρώπων εκείνων που ζούσαν τον καιρό που γράφονταν αυτοί οι ύμνοι και οι ακολουθίες και συντάσσονταν οι κανόνες και τα τυπικά. Ζούσε τότε κανείς σε μια σχετικά μικρή και βασικά αγροτική κοινωνία, μέσα σ' ένα οργανωμένο ορθόδοξο κόσμο και η Εκκλησία διαμόρφωνε το γενικό ρυθμό της ζωής του. Τώρα όμως ζούμε σε τεράστια αστικά κέντρα, σε τεχνοκρατούμενες κοινωνίες, πληθωρικές στα θρησκευτικά «πιστεύω» τους με εκκοσμικευμένες απόψεις για τον κόσμο και μέσα σ' αυτές εμείς οι ορθόδοξοι αποτελούμε μια ασήμαντη μειονότητα. Η Μεγάλη Σαρακοστή δεν είναι πια «αισθητή» όπως ήταν παλιά στην Ελλάδα ή στην Ρωσία, ας πούμε. Η ερώτησή μας λοιπόν είναι πολύ ουσιαστική: πώς μπορούμε εμείς – πέρα από το να κάνουμε μια ή δυο «συμβατικές» αλλαγές στην καθημερινή ζωή μας – να τηρήσουμε τη Σαρακοστή;

Είναι φανερό, λόγου χάρη, ότι για τους πιο πολλούς από τους πιστούς το να παρακολουθούν καθημερινά τις ακολουθίες αυτής της περιόδου είναι πέρα από κάθε συζήτηση. Εξακολουθούν, φυσικά να εκκλησιάζονται την Κυριακή, αλλά, όπως έχουμε πει, τις Κυριακές της Σαρακοστής η Θεία Λειτουργία, τουλάχιστον εξωτερικά, δεν αντανακλά κάτι από τη Μεγάλη Σαρακοστή και έτσι δεν μπορεί κανείς να έχει ούτε καν την αίσθηση του λατρευτικού τυπικού της Σαρακοστής, δεδομένου μάλιστα ότι η λατρεία είναι το μόνο μέσο που μας μεταφέρει στο πνεύμα της Σαρακοστής.

Και εφ’ όσον η Σαρακοστή με κανένα τρόπο δεν χρωματίζει τον πολιτισμό στον οποίο ανήκουμε, δεν είναι ν' απορεί κανείς που αρνητικά καταλαβαίνουμε τη Σαρακοστή, δηλαδή, σαν μια περίοδο στην οποία απαγορεύονται μερικά πράγματα, όπως το κρέας, τα λίπη, οι χοροί και οι διασκεδάσεις. Η συνηθισμένη ερώτηση: «τι προσπαθείς να στερηθείς τούτη τη Σαρακοστή;» συνοψίζει τέλεια την αρνητική προσέγγιση της Σαρακοστής.

Σαν Θετική προσέγγιση, θεωρείται η αντίληψη ότι η Σαρακοστή είναι ο καιρός για την πραγματοποίηση της ετήσιας «υποχρέωσης» της Εξομολόγησης και της θείας Κοινωνίας («… και όχι αργότερα από την Κυριακή των Βαΐων...» έγραφε ένα φυλλαδιάκι μιας ενορίας). Και αφού εκπληρωθεί αυτή η υποχρέωση τότε το υπόλοιπο της Σαρακοστής φαίνεται να χάνει όλα τα θετικά νοήματα.

Έτσι είναι φανερό ότι έχει αναπτυχθεί μια, μάλλον βαθιά, διαφωνία ανάμεσα στο πνεύμα ή τη «θεωρία» της Σαρακοστής, που προσπαθούμε να σκιαγραφήσουμε με βάση τη λατρεία, και στην κοινή και συνηθισμένη αντίληψη που επικρατεί και υποστηρίζεται όχι μόνο από τους λαϊκούς αλλά ακόμα και από τους ίδιους τους κληρικούς. Γιατί είναι πάντοτε πολύ πιο εύκολο να περιορίσεις κάτι πνευματικό μέσα σε κάτι τυπικό παρά ν' αναζητήσεις το πνευματικό μέσα στο τυπικό.

Μπορούμε να πούμε, χωρίς καμιά υπερβολή, ότι αν και η Μεγάλη Σαρακοστή “τηρείται" ακόμα, όμως έχει χάσει την επίδρασή της στη ζωή μας, σταμάτησε να είναι το λουτρό της μετανοίας και της ανανέωσης που είχε σαν σκοπό της, σύμφωνα με τη λειτουργική και πνευματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Αλλά τότε, μπορούμε άραγε να ξαναβρούμε και να ξανακάνουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή μια πνευματική δύναμη για την καθημερινή πραγματικότητα της ύπαρξής μας;

Η απάντηση σ' αυτή την ερώτηση εξαρτάται πρώτα πρώτα – θα έλεγα και μοναδικά – από το αν επιθυμούμε να πάρουμε στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή ή όχι. Όσο και αν είναι νέες ή διαφορετικές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούμε σήμερα, όσο και αν είναι πραγματικές οι δυσκολίες και τα εμπόδια που υψώνονται από το σύγχρονο κόσμο μας, τίποτε απ' αυτό δεν αποτελεί αμετάκλητο εμπόδιο, τίποτε δεν κάνει τη Μεγάλη Σαρακοστή «αδύνατη».
Η πραγματική αιτία για την οποία βαθμιαία χάνουμε την επίδραση της Σαρακοστής στη ζωή μας βρίσκεται βαθύτερα. Είναι η δική μας συνειδητή ή ασυνείδητη μείωση της θρησκείας σε ένα επιπόλαιο τυπικισμό και συμβολισμό, πράγμα που αποτελεί ακριβώς το ξεστράτισμα και μετριάζει τη σοβαρότητα των απαιτήσεων της θρησκείας από τη ζωή μας, την αίτηση για δέσμευση και προσπάθεια. Αυτή η μείωση, θα πρέπει να προσθέσουμε, είναι, κατά κάποιο τρόπο, ιδιόμορφη στην Ορθοδοξία. Οι χριστιανοί της Δύσης, Καθολικοί ή Προτεστάντες, όταν αντιμετωπίζουν αυτό που εκείνοι θεωρούν «αδύνατον» αλλάζουν την ίδια τη θρησκεία, την «προσαρμόζουν» στις νέες συνθήκες έτσι ώστε να την κάνουν «εφαρμόσιμη». Πρόσφατα, λόγου χάρη, είδαμε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία πρώτα να ελαττώνει τη νηστεία στο κατώτατο όριο και ύστερα να την ξεφορτώνεται τελείως.

Με σωστή και δικαιολογημένη αγανάκτηση, καταγγέλλουμε μια τέτοια «προσαρμογή» σαν προδοσία της χριστιανικής παράδοσης και σαν περιορισμό στο ελάχιστο της χριστιανικής πίστης. Και πραγματικά, η αλήθεια και η δόξα της Ορθοδοξίας είναι ότι δεν «προσαρμόζεται» και δεν συμβιβάζεται με τις χαμηλότερες επιδιώξεις και δεν κάνει το Χριστιανισμό «εύκολο». Αυτό είναι η δόξα για την Ορθοδοξία αλλά φυσικά, όχι για μας, τους ορθόδοξους.

Δεν είναι σήμερα, ούτε και χθες, αλλά πολύ παλιότερα που βρήκαμε ένα τρόπο να συμφιλιώνουμε τις απόλυτες απαιτήσεις της Εκκλησίας με την ανθρώπινη αδυναμία μας και αυτό δεν γίνεται μόνο με «απώλεια του προσώπου» αλλά και με πρόσθετες αφορμές για αυτοδικαίωση και ήσυχη συνείδηση.
Ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι η εκπλήρωση αυτών των απαιτήσεων συμβατικά, και ο συμβολικός τυπικισμός που διαποτίζει σήμερα όλη τη θρησκευτική μας ζωή. Έτσι, λόγου χάρη, δε θα σκεπτόμασταν ποτέ να αναθεωρήσουμε τη Λειτουργία μας καί τους μοναστικούς κανονισμούς της –  Θεός φυλάξοι! – θα συνεχίζαμε όμως να ονομάζουμε την ακολουθία της μιας ώρας «ολονύκτια αγρυπνία» και υπερήφανα θα εξηγούσαμε ότι αυτή είναι η ίδια ακολουθία που έκαναν οι μοναχοί στη Λαύρα του Αγίου Σάββα τον 9ο αιώνα!
Σε σχέση με τη Μεγ.Σαρακοστή, αντί να κάνουμε ουσιαστικές ερωτήσεις – «τι είναι νηστεία; ή «τι είναι Σαρακοστή»; – εμείς ικανοποιούμαστε με τα σύμβολά της. Στα εκκλησιαστικά περιοδικά και φυλλάδια εμφανίζονται συνταγές για «ένα υπέροχο νηστήσιμο πιάτο»! Μπορεί ακόμα η ενορία και να συγκεντρώσει μερικά πάρα πάνω χρήματα οργανώνοντας ένα καλοδιαφημισμένο «σαρακοστιανό γεύμα».

Είναι τόσα πολλά εκείνα που στις εκκλησίες μας εξηγούνται συμβολικά σαν ενδιαφέροντα, πολύχρωμα και διασκεδαστικά έθιμα και παραδόσεις, σαν κάτι δηλαδή που μας δένει όχι τόσο πολύ με το Θεό και με μια νέα ζωή «εν Αυτώ», όσο με το παρελθόν και τις συνήθειες των προγόνων μας, ώστε γίνεται όλο και περισσότερο δύσκολο να διακρίνουμε πίσω απ' αυτά τα λαϊκά έθιμα τη σοβαρότητα της θρησκείας σε όλη της την έκταση.

Θέλω να τονίσω ότι δεν υπάρχει τίποτε το άσχημο στα διάφορα έθιμα. Όταν αυτά πρωτοεμφανίστηκαν ήταν τα μέσα με τα οποία η κοινωνία μπορούσε να δείξει ότι έπαιρνε στα σοβαρά τη θρησκεία. Τότε τα έθιμα δεν ήταν σύμβολα, αλλά η ίδια η ζωή. Αυτό που συνέβηκε πάντως ήταν το ότι καθώς άλλαξε η ζωή και έπαψε λίγο λίγο η θρησκεία να τη διαμορφώνει στην ολότητά της, λίγα από τα έθιμα διασώθηκαν σαν σύμβολα ενός τρόπου ζωής που δεν υπήρχε πια. Και αυτό που διασώθηκε ήταν εκείνο που, αφ' ενός είναι έντονα ζωντανό και αφ' ετέρου είναι λιγότερο δύσκολο.

Ο πνευματικός κίνδυνος εδώ είναι ότι σιγά σιγά αρχίζει κανείς να καταλαβαίνει τη θρησκεία σαν ένα σύστημα από σύμβολα και έθιμα μάλλον παρά να ερμηνεύει όλα αυτά σαν μια πρόκληση για πνευματική ανανέωση και προσπάθεια.

Μεγαλύτερη είναι η προσπάθεια που γίνεται για να προετοιμάζονται νηστίσιμα φαγητά ή για το πασχαλινό τραπέζι, παρά για τη νηστεία και τη συμμετοχή στην πνευματική πραγματικότητα του Πάσχα. Αυτό σημαίνει ότι, όσο τα έθιμα και οι παραδόσεις δε συνδεθούν και πάλι με τη γενική θρησκευτική αντίληψη από την οποία προέρχονται, όσο δηλαδή δεν παίρνουμε στα σοβαρά τα σύμβολα, η Εκκλησία θα παραμένει χωρισμένη από τη ζωή και δεν θα την επηρεάζει καθόλου. Αντί να παριστάνουμε με σύμβολα την «πλούσια κληρονομιά» μας καιρός είναι ν' αρχίσουμε να την ενσωματώνουμε στην καθημερινή ζωή μας.

Το να πάρουμε λοιπόν στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή σημαίνει ότι θα τη θεωρούμε, πρώτα απ' όλα με την πιο βαθιά έννοια, μια πνευματική πρόκληση που απαιτεί αντίδραση, απόφαση, πρόγραμμα και συνεχή προσπάθεια. Και ακριβώς για το λόγο αυτό, όπως ξέρουμε, θεσπίστηκαν από την Εκκλησία οι εβδομάδες προετοιμασίας για τη Μεγάλη Σαρακοστή. Η περίοδος αυτή είναι καιρός για δράση, για απόφαση, για προγραμματισμό. Και ο καλύτερος και ευκολότερος τρόπος είναι ν' ακολουθήσουμε την καθοδήγηση της Εκκλησίας που είναι η μελέτη και ο στοχασμός πάνω στα πέντε ευαγγελικά θέματα που μας προσφέρονται τις πέντε Κυριακές της περιόδου πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή.

Τα θέματα αυτά είναι: η διακαής επιθυμία (Ζακχαίος), η ταπείνωση (Τελώνης και φαρισαίος), η επιστροφή από την εξορία (Άσωτος), η κρίση (Κυριακή της Απόκρεω) και η συγχωρητικότητα (Κυριακή της Τυροφάγου). Αυτές οι ευαγγελικές περικοπές δεν διαβάζονται μόνο και μόνο για ν’ ακουστούν στην Εκκλησία. Σκοπός είναι να τις «πάρω μαζί μου στο σπίτι» και να στοχαστώ πάνω σ' αυτές σχετίζοντάς τις μάλιστα με τη ζωή μου, την οικογενειακή μου κατάσταση, τις επαγγελματικές υποχρεώσεις μου, το ενδιαφέρον μου για τα υλικά πράγματα, τις σχέσεις μου με τους συγκεκριμένους ανθρώπους με τους οποίους ζω. Αν σ' αυτή την προσπάθεια περισυλλογής προσθέσει κανείς και την προσευχή αυτής της περιόδου: «της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλαις ζωοδότα…» και τον ψαλμό 136 «επί των ποταμών της Βαβυλώνος εκεί εκαθήσαμεν...» μπορεί να καταλάβουμε τι σημαίνει να «νιώθεις ότι είσαι με την Εκκλησία», και πώς μπορεί μια λειτουργική περίοδος να χρωματίσει τη καθημερινή ζωή.

Επίσης είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να διαβάσει κανείς κάποιο θρησκευτικό βιβλίο. Ο σκοπός δε αυτού του διαβάσματος δεν είναι μόνο ν' αυξήσουμε τις θρησκευτικές γνώσεις μας είναι βασικά να καθαρίσουμε το μυαλό μας απ' όλα όσα συνήθως το πλημμυρίζουν. Είναι πραγματικά απίστευτο πόσο στο μυαλό μας συνωστίζονται όλων των ειδών οι έννοιες, τα ενδιαφέροντα, οι αγωνίες και οι εντυπώσεις και πόσο ελάχιστο έλεγχο ασκούμε πάνω σ' όλα αυτά.

Διαβάζοντας ένα θρησκευτικό βιβλίο συγκεντρώνουμε την προσοχή μας σε κάτι εντελώς διαφορετικό από το συνηθισμένο περιεχόμενο των σκέψεών μας• δημιουργείται έτσι μια άλλη διανοητική και πνευματική ατμόσφαιρα. Όλα αυτά, φυσικά, δεν είναι «συνταγές» ίσως να υπάρχουν άλλοι τρόποι για να προετοιμαστεί κανείς για τη Σαρακοστή.

Το βασικό σημείο είναι ότι, στη διάρκεια αυτής της περιόδου βλέπουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή σαν να βρίσκεται σε κάποια απόσταση, σαν κάτι δηλαδή που ακόμα έρχεται και που μας το στέλνει ο ίδιος ο Θεός σαν ευκαιρία για αλλαγή, για ανανέωση, για εμβάθυνση, και ότι παίρνουμε αυτή την επερχόμενη ευκαιρία πολύ στα σοβαρά.

Έτσι, όταν την Κυριακή της Συγγνώμης αφήνουμε το σπίτι μας και πάμε στον Εσπερινό, μπορεί να είμαστε έτοιμοι να κάνουμε δικά μας – έστω και για λίγο –  τα λόγια από το Μεγάλο Προκείμενο που ανοίγει τη Μεγάλη Σαρακοστή:

Mη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από του παιδός σου, ότι θλίβομαι…

 

*Απόσπασμα του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν από το βιβλίο του Μ. Σαρακοστή (εκδ. Ακρίτας) με θέμα το νόημα της Μ. Σαρακοστής στη ζωή μας σήμερα.


Πηγή: ΘΑΝΟΣ ΕΥΗ kookfamily, Το είδα: Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011, http://amethystosbooks.blogspot.com/2011/03/blog-post_09.html

«Αμμοθύελλα» στη Σαουδαραβία

«Αμμοθύελλα» στη Σαουδαραβία

 

Του Γιώργου Δελαστίκ


 

Κάτι δεν πάει καθόλου καλά για τον βασιλικό οίκο των αλ Σαούντ στην Ανατολική Επαρχία της Σαουδικής Αραβίας – εκεί δηλαδή που βρίσκεται πάνω από το 80% των πετρελαϊκών κοιτασμάτων της χώρας. Στο σαουδαραβικό βασίλειο η απόλυτη μοναρχία ανέκαθεν απαγόρευε όχι μόνο την ύπαρξη πολιτικών κομμάτων, αλλά ακόμη και τις πολιτικές συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις.

Παρόλα αυτά όμως στις 25 Φεβρουαρίου εκατοντάδες νεαροί Σαουδάραβες στις άγνωστες στο εξωτερικό πόλεις της Ανατολικής Επαρχίας Κατίφ και Σάφουα, όπως και στην Αουαμίγια, διαδήλωσαν με αίτημα την απελευθέρωση 12 πολιτικών κρατουμένων.

Τα άτομα αυτά η σαουδαραβική ασφάλεια τα έχει συλλάβει πριν από… δεκαπέντε (!) χρόνια ως δήθεν υπόπτους συμμετοχής σε βομβιστική επίθεση που είχε γίνει εναντίον αμερικανικής βάσης στο αλ Τζομπάρ και είχε 19 Αμερικανούς πεζοναύτες νεκρούς, το 1996. Αυτοί οι 12 συνελήφθησαν τότε, αλλά επειδή δεν βρέθηκαν στοιχεία εναντίον τους, παραμένουν έκτοτε φυλακισμένοι χωρίς ποτέ να παραπεμφθούν σε δίκη!

Την ίδια ημέρα, ο Σαουδάραβας σιίτης μουλάς Ταουφίκ αλ Αμίρ ζήτησε κατά τη διάρκεια της προσευχής την εγκαθίδρυση συνταγματικής μοναρχίας στη χώρα, καθώς και την εξίσωση των δικαιωμάτων της σουνιτικής πλειοψηφίας και της σιιτικής μειοψηφίας στη Σαουδική Αραβία. Δύο 24ωρα αργότερα ο μουλάς αυτός είχε συλληφθεί από την Ασφάλεια. Με ανησυχία και εκνευρισμό περιμένουν οι σαουδαραβικές αρχές ασφαλείας την Παρασκευή 11 Μαρτίου. Αγνωστη ομάδα έχει καλέσει μέσω Φέισμπουκ σε «Ημέρα Οργής» και μέχρι την Παρασκευή που πέρασε πάνω από 18.000 άτομα είχαν υιοθετήσει την έκκληση αυτή, αν και μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει γνωστό πού θα γίνουν συγκεντρώσεις, οι οποίες είναι εξ ορισμού απαγορευμένες.

Το τεράστιο πρόβλημα για τον Σαουδάραβα βασιλιά είναι πως στην Ανατολική Επαρχία η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι σιίτες, ενώ στο σύνολο της Σαουδικής Αραβίας το ποσοστό των σιιτών δεν υπερβαίνει το 15%. Σιίτες είναι η πλειοψηφία του πληθυσμού και στο μικρό νησιωτικό κρατίδιο του Μπαχρέιν, όπου έχουν ήδη ξεσηκωθεί για να διώξουν τον σουνίτη μονάρχη Χαμάντ μπιν Ισά αλ Χαλίφα. Είτε πετύχουν τον στόχο τους είτε σφαγούν από την αστυνομία και τον στρατό του Μπαχρέιν, η τύχη της θα προκαλέσει σίγουρα αναστάτωση στον σιιτικό πληθυσμό της Σαουδαραβίας που ζει δίπλα τους και συνδέεται με πολλούς συγγενικούς και οικογενειακούς δεσμούς μαζί τους.

Ακόμη χειρότερα για τον βασιλικό οίκο των αλ Σαούντ, στην άλλη πλευρά των βόρειων συνόρων της Ανατολικής Επαρχίας κατοικούν εκατομμύρια σιίτες του Ιράκ, έτοιμοι να περάσουν κατά εκατοντάδες χιλιάδες τα σύνορα ένοπλοι για να βοηθήσουν τους σιίτες Σαουδάραβες, αν ο βασιλιάς Αμπντάλα επιχειρήσει να προχωρήσει σε σφαγές, σε περίπτωση που ο σιιτικός πληθυσμός της Σαουδαραβίας ξεσηκωθεί είτε επηρεαζόμενος από τις εξελίξεις στο Μπαχρέιν είτε για δικούς του λόγους. Και λόγους να ξεσηκωθεί η σιιτική μειονότητα της Σαουδαραβίας έχει πολλούς, καθώς η σουνιτική πλειονότητα της χώρας τούς φέρεται φρικτά, με αποτέλεσμα οι σιίτες Σαουδάραβες, παρόλο που στις δικές τους περιοχές υπάρχει όλο σχεδόν το πετρέλαιο της χώρας, να είναι πάρα πολύ φτωχότεροι από τους σουνίτες ομοεθνείς τους και να ζουν πολύ χειρότερα και εξαιρετικά καταπιεσμένοι. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, απέναντι από την Ανατολική Επαρχία της Σαουδαραβίας είναι το σιιτικό Ιράν με τα 70 και πλέον εκατομμύρια κατοίκους του, το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν θα μείνει αμέτοχο σε περίπτωση εξέγερσης των σιιτών της Σαουδικής Αραβίας ? και βεβαίως ως κράτος έχει τεράστιες δυνατότητες άμεσης και συγκαλυμμένης παρέμβασης, ακόμη και εξοπλίζοντας στρατιές σιιτών του Ιράκ!

Με άλλα λόγια, αν ξεσπάσει εξέγερση των σιιτών της Σαουδαραβίας, θα γίνει πραγματική κόλαση παγκοσμίων διαστάσεων με το πετρέλαιο να εκτοξεύεται ούτε και ξέρει κανείς στις πόσες εκατοντάδες δολάρια το βαρέλι! Ο Σαουδάραβας βασιλιάς Αμπντάλα ανακοίνωσε αύξηση κατά 15% των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, αυξημένα στεγαστικά δάνεια και ελάφρυνση των οικογενειακών χρεών των σαουδαραβικών οικογενειών ξοδεύοντας συνολικά ένα πακέτο 35 και πλέον δισεκατομμυρίων δολαρίων σε φιλολαϊκά μέτρα, ελπίζοντας έτσι να αποτρέψει την απειλούμενη κοινωνική έκρηξη και στη Σαουδική Αραβία. Παράλληλα όμως αυξάνεται η πίεση εκ μέρους της σαουδαραβικής κοινωνίας κατά της απολυταρχίας. Πάνω από 2.500 επιφανείς Σαουδάραβες με επικεφαλής τον κορυφαίο θεολόγο της χώρας Σαλμάν αλ Αουντάκ υπέγραψαν κοινή δήλωση με την οποία ζητούν συνταγματική μοναρχία και πολιτικές ελευθερίες, ενώ χωριστή δήλωση με πιο προωθημένα αιτήματα υπέγραψαν 580 φιλελεύθεροι Σαουδάραβες διανοούμενοι.

 

ΕΦΙΑΛΤΗΣ: Απειλή πολέμου ΗΠΑ κατά Αράβων

 

Η μοναρχία της Σαουδαραβίας θα φέρει τον κόσμο ολόκληρο στο χείλος εφιαλτικών εξελίξεων, αν επιχειρήσει να σφάξει τους Σαουδάραβες σιίτες της πετρελαιοφόρου Ανατολικής Επαρχίας της χώρας αντί να τους δώσει ισονομία και ελευθερίες. Η βέβαιη ανάμειξη Ιράκ και Ιράν σε μια τέτοια περίπτωση, θα οδηγήσει τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ να καταλάβουν στρατιωτικά τις σαουδαραβικές πετρελαιοπηγές για να διασφαλίσουν τη ροή πετρελαίου προς τη Δύση. Έτσι όμως θα απειλήσουν να προκαλέσουν γενικευμένο πόλεμο της Δύσης με τους Άραβες και το Ιράν, εμπλέκοντας στη σύρραξη στρατιωτικές δυνάμεις εκατομμυρίων ανδρών! Εφιαλτικό σενάριο με υπαίτιο το απολυταρχικό σαουδαραβικό καθεστώς, σύμμαχο των ΗΠΑ…

 

ΠΗΓΗ: "ΕΘΝΟΣ", «E» 8/3/2011, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11826&subid=2&pubid=56556963

Με βουλιμία και χαμέρπεια, του Γιάννη Ποτ.

Με βουλιμία και χαμέρπεια

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου


 

Σαλπίζει του κέρδους η βουλιμία

                   και εξέρχονται τα τέρατα

απ’ τη μήτρα της φιδομάνας  

                                          εξουσίας

στεφανωμένα μαύρα σύννεφα

                   και λάγνα αδηφαγία

Υποκριτές και τοκογλύφοι

             δούλοι της χαμέρπειας

στον μυστικό δείπνο της κρίσης

μοιράζονται τα ιμάτιά μας

 

Ένστολοι άγγελοι ρομφαιοφόροι

                                     της απώλειας

συνήχθησαν  στις παρόδους

                                     των λεωφόρων

Και πρόβλεψε ο προφήτης:

Θα ρεύσει και πάλι στην άσφαλτο

                                    το αίμα των αμνών

που εξύβρισαν την θεόσταλτη τάξη

 

Ο αιματοβαμμένος Ωρίων

                               στήνει το δόκανο

και αχνίζει το αίμα της άρκτου

                               στο λευκό χιόνι

 

Τα βογγητά της τιμιότητας

                     κοσμούν τα πεζοδρόμια

Καθώς  κατρακυλά απ’ τα μάτια

                      το αναίτιο δάκρυ

Τότε είναι που δραπετεύουν

                      απ τ’ ανοιχτό πουκάμισο

μια χούφτα όνειρα

                       και ζητούν εκδίκηση

 

Θα φύγουν και φέτος τα χελιδόνια

                          με την πείνα στα μάτια

Καθώς τα ένστολα ρόπαλα

                           συντρίβουν το δίκιο

 

Όμως αντιλαλούν οι κεραυνοί

                            της νότιας καταιγίδας

που σαρώνει την έρημο

                             με τα ξυπόλυτα  πόδια

Θρυμματισμένη στους δρόμους

                             η βούλησή μας

                            

Τη μαζεύει η χαλκέντερη ιστορία

να ράψει το πουκάμισο

                                     του μέλλοντος

 

Αφού αμέτρητα τα λάβαρα

                                        της οργής

που ευωδιάζουν την προοπτική μας

Αφού αρίφνητα τα χέρια,

                         που δένονται γροθιές

και διεκδικούν το μέλλον

 

Έφτασαν

μεσσίες, προφήτες και ντελάληδες

                  να ωριμάσουν τους καιρούς

Κι ο βροντόηχος κεραυνός

                  στέλνει σημάδι ανοξείδωτο

 

                                           6 Μαρτίου 2011, Γιάννης Ποταμιάνος

ΕΛΛΑΔΑ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ

ΕΛΛΑΔΑ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ:

 Τα τμήματα του μηχανισμού στήριξης, η ανεπάρκεια των κεφαλαίων του, οι ανάγκες της Ελλάδας για το 2011, οι τράπεζες, καθώς επίσης λύσεις για το χρέος, τα ελλείμματα και το δανεισμό της χώρας μας

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Ο ευρωπαϊκός μηχανισμός διάσωσης ύψους 750 δις €, ο οποίος ψηφίσθηκε στις 10 Μαΐου του 2010 από τους 27 υπουργούς οικονομικών της ΕΕ, όταν η Ελλάδα «αναγκάσθηκε» να καταφύγει στη βοήθεια των ΔΝΤ-ΕΕ, αποτελείται από τα εξής τρία «μέρη»:

 

(α)  Το σημαντικότερο «τμήμα» του είναι η συμμετοχή όλων των χωρών της Ευρωζώνης, οι οποίες ίδρυσαν τον «Ευρωπαϊκό μηχανισμό διευκόλυνσης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας» (EFSF), με έδρα το Λουξεμβούργο. Η συγκεκριμένη εταιρεία ειδικού σκοπού έχει τη δυνατότητα, με τη βοήθεια της έκδοσης ομολόγων, να χρηματοδοτείται από τις «αγορές», με στόχο την ενίσχυση των χωρών-μελών της Ευρωζώνης. Για την έκδοση αυτών των ομολόγων, εγγυώνται τα κράτη της ζώνης του Ευρώ (με εξαίρεση την Ελλάδα και την Ιρλανδία, μέχρι στιγμής), για το συνολικό ποσόν των 440 δις €.

(β)  Έως και 60 δις € τώρα προσφέρονται από τον «Ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας» (EFSM), μέσω του οποίου η Κομισιόν (η ΕΕ των 27 δηλαδή), μπορεί να συνάψει δάνεια από τις αγορές – για να τα διοχετεύσει στις αδύναμες χώρες.    

(γ)  Το ΔΝΤ είναι το τρίτο μέρος του ευρύτερου μηχανισμού στήριξης, αφού ανέλαβε την υποχρέωση να συμμετέχει με το 50% των χρημάτων που θα διατίθενται κάθε φορά από το μηχανισμό – επομένως, συνολικά μέχρι 250 δις €.

Εν τούτοις, τα χρήματα που μπορούν να διατεθούν, είναι στην πραγματικότητα πολύ λιγότερα από 750 δις € – γεγονός στο οποίο οφείλονται οι απόψεις, σχετικά με το ότι δεν θα φτάσουν, εάν υποχρεωθεί και η Ισπανία (η Πορτογαλία θεωρείται δεδομένη) να καταφύγει στο μηχανισμό στήριξης. Ο λόγος είναι πως για τα 440 δις € εγγυώνται όλες οι χώρες – όχι μόνο δηλαδή αυτές που διαθέτουν αξιολόγηση ΑΑΑ. Οι εταιρείες αξιολόγησης λοιπόν, για να βαθμολογήσουν με ΑΑΑ το μηχανισμό (γεγονός που θα σήμαινε ότι, θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από τις αγορές με χαμηλό επιτόκιο), απαιτούν περισσότερα χρήματα σαν εγγύηση. Στην αντίθετη περίπτωση, αξιολογούν με ΑΑΑ μόνο τα ποσά εκείνα, με τα οποία εγγυώνται οι χώρες με ΑΑΑ αξιολόγηση – δηλαδή, «επιτρέπουν» να χρηματοδοτηθεί (να εκδώσει ομόλογα, με χαμηλά επιτόκια), μόλις με 250 δις € και όχι με 440 δις €.

Επομένως, οι δύο «μηχανισμοί» (EFSF και EFSM), μπορούν να δανεισθούν μόνο 250 δις € και 60 δις € αντίστοιχα (συνολικά 310 δις €) από τις «αγορές». Με το ΔΝΤ λοιπόν να καλύπτει το 50% (155 δις €), το ποσόν που τελικά μπορεί να διατεθεί με χαμηλά επιτόκια, δεν ξεπερνάει τα 465 δις €.  Με διαφορετικές μεθόδους (όπως για παράδειγμα η υποχρέωση του μηχανισμού να διατηρεί το 20% σε ρεζέρβες, έτσι ώστε να αξιολογείται με ΑΑΑ, καθώς επίσης η αντίστοιχη υποχρέωση των χωρών που λαμβάνουν στήριξη, να συμμετέχουν με 20%), οι οικονομολόγοι της BNP Paribas, καθώς επίσης άλλων τραπεζών, υπολογίζουν το ποσόν του μηχανισμού στα 473 δις €.

Με δεδομένο τώρα το ότι, οι συνολικές κεφαλαιακές ανάγκες της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας (η Ελλάδα έχει χρηματοδοτηθεί με διακρατικά δάνεια και όχι από το μηχανισμό) υπολογίζονται, μέχρι τα τέλη του 2013, στα 310 δις €, μία μεγάλη ομάδα, αποτελούμενη από 190 γερμανούς οικονομολόγους, υποστήριξε πως ο μηχανισμός δεν έχει ανάγκη από επί πλέον κεφάλαια – τάχθηκε δηλαδή εναντίον της περαιτέρω ενίσχυσης του μηχανισμού, με την αιτιολογία ότι, υπερκαλύπτει σημαντικά τις ενδεχόμενες ανάγκες και των τριών χωρών μαζί.

Δυστυχώς όμως (κάτι που ισχύει και για τη χώρα μας, όπως θα αναλύσουμε στη συνέχεια), οι γερμανοί οικονομολόγοι, δεν έλαβαν υπ’ όψιν τις επί πλέον ανάγκες που θα μπορούσαν να προκύψουν για τα τρία κράτη – προερχόμενες από τα ετήσια ελλείμματα των προϋπολογισμών τους. Υπολογίζοντας τα ελλείμματα στο 3% επί του ΑΕΠ της εκάστοτε χώρας, κάθε χρόνο έως και το 2013, το ποσόν τοποθετείται στα 124 δις €. Επομένως, οι ανάγκες τους θα διαμορφώνονταν στα 310 δις € (υφιστάμενα ομόλογα), συν 124 δις € (ελλείμματα) – συνολικά στα 434 δις  (πηγή: FTD) Κατ’ επέκταση, ο μηχανισμός των 473 δις € υπερκαλύπτει μόλις κατά 10% τις πιθανές ανάγκες χρηματοδότησης των τριών «υποψηφίων» χωρών – αυτών δηλαδή, οι οποίες ενδεχομένως θα έπρεπε να χρηματοδοτηθούν (η Ιρλανδία έχει υπαχθεί ήδη στο μηχανισμό).

Ένα επόμενο στοιχείο που δεν συνυπολόγισαν, είναι οι πιθανές ανάγκες των τραπεζικών ιδρυμάτων των χωρών αυτών, τα οποία ενδεχομένως θα χρειασθεί να ενισχυθούν από το δημόσιο τομέα τους – ειδικά όσον αφορά την Ιρλανδία, αλλά και την Ισπανία, η οποία υπολογίζεται ότι θα πρέπει να ενισχύσει τουλάχιστον με 100 δις € τις τοπικές τράπεζες της. Στην περίπτωση λοιπόν που τυχόν συμβεί κάτι τέτοιο, το ποσόν του μηχανισμού στήριξης δεν είναι σε θέση να τα καλύψει – ιδιαίτερα εάν συναντήσει προβλήματα η Ιταλία, το δημόσιο χρέος της οποίας υπερβαίνει το 120% του ΑΕΠ της ή το Βέλγιο (δημόσιο χρέος περί το 100% του ΑΕΠ).

 

Η ΕΛΛΑΔΑ

 

Όπως έχουμε επανειλημμένα τονίσει, η δανειοδότηση μας από τους ΔΝΤ-ΕΕ, μεταθέτει απλά το πρόβλημα επαυξημένο στο μέλλον – το αργότερο δηλαδή στη χρονική εκείνη στιγμή που θα κληθούμε να πληρώσουμε τα 110 δις €, επιβαρυμένα με τοκογλυφικά επιτόκια. Ο Πίνακας Ι, ο οποίος συμπεριλαμβάνει τη (τότε) λήξη των ομολόγων του Ελληνικού δημοσίου, καθώς επίσης τα δάνεια των ΔΝΤ-ΕΕ είναι χαρακτηριστικός: 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Λήξη Ομολόγων 2010-2013, με ημερομηνία καταγραφής τις 29.04.2010, σε δις € – προγραμματισμός εκταμίευσης μηχανισμού στήριξης

 

Έτος

Λήξη ομολόγων συνολικά

Δάνεια ΔΝΤ-ΕΕ

 

 

 

2010

15,80

38,00

2011

31,30

40,00

2012

31,70

24,00

2013

24,90

8,00

 

 

 

Σύνολο

103,70

110,00

Πηγή: Bloomberg – Υπουργείο Οικονομικών (προσχέδιο προϋπολογισμού)

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Σύμφωνα με τον Πίνακα Ι, ο δανεισμός της Ελλάδας από το μηχανισμό στήριξης για τα έτη 2010-2013, εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο την αποπληρωμή των πιστωτών της – αφού λήγουν ομόλογα συνολικής αξίας 103,7 δις € και δανείζεται 110 δις € (τα 110 δις € του ταμείου στήριξης, είναι ουσιαστικά τα 103,7 δις € που χρωστάμε, συν τους τόκους τους). Επομένως, όλα όσα ακούγονται περί δανεισμού της χώρας μας για την πληρωμή συντάξεων, μισθών κλπ. είναι απολύτως ανακριβή, εάν όχι σκόπιμα ψευδή. Τα χρήματα παρέχονται εμφανώς με στόχο τη διάσωση των ευρωπαϊκών τραπεζών, αφού αυτές είναι οι κύριοι δανειστές μας – πόσο μάλλον όταν, στις ανάγκες χρηματοδότησης της χώρας μας, δεν έχουν συμπεριληφθεί τα ελλείμματα του προϋπολογισμού, τουλάχιστον για το χρονικό διάστημα που θα απαιτηθεί για την κάλυψη τους. 

Ειδικά όσον αφορά το 2010, εισπράξαμε 38 δις € από το μηχανισμό στήριξης (μαζί με τα 6,5 δις € του Ιανουαρίου), ενώ έληγαν ομόλογα ύψους 15,8 δις € – οπότε, εισπράξαμε 22,2 δις € περισσότερα. Επομένως, το έλλειμμα του προϋπολογισμού μας το 2010 (περί τα 23 δις €), καλύφθηκε από το συγκεκριμένο δανεισμό μας.

Σύμφωνα τώρα με την εισηγητική έκθεση του κρατικού προϋπολογισμού για το 2011, οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας για το συγκεκριμένο έτος (διαφοροποιούνται συνεχώς, σαν αποτέλεσμα των ελλειμμάτων, των τόκων, του βραχυπρόθεσμου δανεισμού, της «αναδιαμόρφωσης» των κρατικών χρεών κλπ) είναι οι εξής (Πίνακας ΙΙ):  

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Χρηματοδοτικές ανάγκες κρατικού προϋπολογισμού 2011 σε εκ. €

 

Έλλειμμα κρατικού προϋπολογισμού

20.857

Χρηματοδότηση φορέων με ειδικά ομόλογα

420

Ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας

2.000

Συμμετοχή σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου τραπεζών κλπ

51

Χρεολύσια μεσομακροπρόθεσμου χρέους

28.130

Πρόβλεψη εξόφλησης βραχυπρόθεσμου χρέους

18.000

 

 

Σύνολο χρηματοδοτικών αναγκών

69.458

 

 

Χρηματοδότηση από

 

Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου

420

Μηχανισμό Στήριξης*

46.500

Βραχυπρόθεσμο δανεισμό

22.538

 

 

Σύνολο δανεισμού

69.458

* Ουσιαστικά είναι 40 δις €, όπως στον Πίνακα Ι. Διαμορφώθηκαν στα 46,5 δις € επειδή λάβαμε καθυστερημένα τη δόση από την ΕΕ, τον Ιανουάριο του 2011.

Πηγή: Προϋπολογισμός 2011, σελίδα 74

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως διαπιστώνουμε από τον Πίνακα ΙΙ, η Ελλάδα θα χρειασθεί τουλάχιστον 22,54 δις € επί πλέον αυτών που θα λάβει (εκτός απροόπτου) από το μηχανισμό στήριξης. Εκτός αυτού, εάν τυχόν υπάρξει κάποια επείγουσα ανάγκη ενίσχυσης των τραπεζών εκ μέρους του ελληνικού δημοσίου, θα έπρεπε να έχει τη δυνατότητα να ανταπεξέλθει – προφανώς με επί πλέον δανεισμό.

Χωρίς να επεκταθούμε σε περαιτέρω λεπτομέρειες, έχουμε την άποψη ότι, κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί – πόσο μάλλον όταν τα επιτόκια δανεισμού, έτσι όπως διαμορφώνονται διεθνώς για τη χώρα μας (spreads), είναι αδύνατον να «εξυπηρετηθούν». Επομένως η Ελλάδα, αφενός μεν δεν είναι εύκολο να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες της για το 2011 (για τα επόμενα έτη επίσης, αφού τα ελλείμματα θα συνεχίσουν – ακόμη και αν εξέλθουμε από την ύφεση, γεγονός για το οποίο αμφιβάλλουμε πάρα πολύ), αφετέρου αδυνατεί να ανταπεξέλθει, σε ενδεχόμενη ενίσχυση των τραπεζών (Πίνακας ΙΙΙ).

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Δάνεια έτους 2010 – Παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου

 

Τράπεζα

Εγγυήσεις

Ίδια Κεφάλαια*

Εγ/Ίδ. Κεφ.**

 

 

 

 

Εθνική Τράπεζα

8.765.600.000

8.224.161.000

106,58%

EFG Eurobank

7.770.000.000

5.486.000.000

141,63%

Alpha Τράπεζα

4.867.000.000

4.775.572.000

101,91%

Τράπεζα Πειραιώς

4.576.500.000

3.238.154.000

141,33%

Αγροτική Τράπεζα

648.600.000

1.353.604.000

47,91%

Attica Bank

215.000.000

582.812.039

36,89%

Proton Bank

149.400.000

321.371.000

46,49%

 

 

 

 

Σύνολο

26.992.100.000

23.981.671.039

112,55%

*   Την 31.12.2009

** Εγγυήσεις προς Ίδια Κεφάλαια (μετοχικό και αποθεματικά)

Σημείωση: Η Eurobank, καθώς επίσης η Πειραιώς εισέπραξαν τα περισσότερα (σχεδόν 1,5 φορές τα ίδια κεφάλαια τους), ακολουθούμενες από την Εθνική και την Άλφα. Οφείλουν να υπολογισθούν οι πρόσφατες αυξήσεις κεφαλαίου της Εθνικής, καθώς επίσης της Πειραιώς, για την ολοκλήρωση της εικόνας.

Πηγή: Προϋπολογισμός 2011 – σελ. 175  / Ισολογισμοί των τραπεζών (Ν)

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙΙ, η «ρευστότητα» που χορηγήθηκε στις τράπεζες το 2010 ήταν ύψους 26,99 δις € – ποσόν δηλαδή που υπερβαίνει τα Ίδια Κεφάλαια τους κατά 12,55%. Από την άλλη πλευρά βέβαια, οι Ελληνικές τράπεζες κατέχουν περίπου 56 δις € ομόλογα του Ελληνικού δημοσίου (πηγή: Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, Δεκέμβριος 2010). Το γεγονός αυτό μάλλον «συνηγορεί» υπέρ της μελλοντικής ενίσχυσης τους – πρόκειται για τα επί πλέον 30 δις € που ανακοινώθηκαν, έτσι ώστε να «καλυφθούν» ουσιαστικά τα ομόλογα του δημοσίου.

Η αναγκαιότητα αυτή είναι ενδεχομένως ακόμη μεγαλύτερη, ειδικά λόγω των υψηλοτέρων επισφαλειών που προβλέπονται από τα καταναλωτικά και λοιπά δάνεια – ελπίζοντας πως θα παραμείνουν σχετικά σταθερές οι τιμές των ακινήτων στην Ελλάδα, καθώς επίσης ότι, οι τράπεζες δεν θα συναντήσουν ιδιαίτερα προβλήματα στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.   

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Συμπερασματικά λοιπόν, οι πιθανότητες μίας ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας αυξάνονται καθημερινά ενώ, εάν δεν συμβεί κάποιο «θαύμα» στη σύνοδο κορυφής του Μαρτίου, η Ελλάδα θα οδηγηθεί στην καταστροφή – παρά τα τεράστια διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα που είχε (ίσως έχει ακόμη) στο παρελθόν, τα οποία δυστυχώς «εξανέμισε» η κυβέρνηση μας, επιλέγοντας να «επαιτεί» αντί να απαιτεί, στην Ουάσιγκτον των Η.Π.Α. και ιδίως της Ευρώπης (Βερολίνο).

Κατά την άποψη μας, με δεδομένο το ότι η ανάπτυξη δεν φαίνεται πια εφικτή, υπό τις σημερινές παγκόσμιες συνθήκες (υπερχρέωση της δύσης, κοινωνικές αναταραχές στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, πετρέλαιο, αυξήσεις τιμών κλπ), η λύση του προβλήματος της Ελλάδας δεν είναι άλλη, από την «εκδίωξη» του ΔΝΤ και την αποπληρωμή του συνολικού δημοσίου χρέους της σε 40 ισόποσες ετήσιες δόσεις, με επιτόκιο ίσο με αυτό που δανείζονται οι τράπεζες – με το βασικό της ΕΚΤ (1%).

Στην περίπτωση αυτή, οι ετήσιοι τόκοι για το σύνολο των χρεών μας (περί τα 340 δις €, εκ των οποίων τα 100 δις € ανήκουν σε Έλληνες – τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία, αμοιβαία, ιδιώτες), θα ήταν περίπου 3,4 δις € το πρώτο έτος (μειούμενοι στη συνέχεια), ενώ τα χρεολύσια 8,5 δις € το χρόνο – συνολικά 11,9 δις €. Εάν από το έλλειμμα του 2011 (20,857 δις €), αφαιρέσουμε τους τόκους (15,92 δις €) και προσθέσουμε τα «νέα τοκοχρεολύσια» (11,9 δις €), το συνολικό ποσόν που θα απέμενε για χρηματοδότηση θα ήταν 16,837 δις € συν περίπου 2,5 δις € (ταμείο σταθερότητας κλπ) – οπότε γύρω στα 19,34 δις € (το έλλειμμα του 2011 θα διαμορφωνόταν στα 8,34 δις € σαν αποτέλεσμα των χαμηλότερων τόκων, ή στο 3,65% του προϋπολογιζόμενου ΑΕΠ των 228.408 εκ. € για το 2011).

Αυτά τα 19,34 δις € θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν με την έκδοση Εθνικών ομολόγων σε ετήσια βάση (εσωτερικός δανεισμός), έως εκείνο το χρονικό σημείο που θα καλύπτονταν από τα πλεονάσματα του προϋπολογισμού (σωστή αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, μείωση των περιττών κρατικών δαπανών, φορολόγηση των «εμπορικών» πολυεθνικών επί του τζίρου κλπ) – κάτι που θα μπορούσε να επιτευχθεί, εάν βέβαια επανερχόταν η αισιοδοξία στην Ελλάδα, μέσα από την προοπτική για το μέλλον (εξόφληση του χρέους σε 40 έτη, με 1%), καθώς επίσης εάν κέρδιζε η Πολιτεία την εμπιστοσύνη των Πολιτών της.

Όλα όσα αναφέρονται λοιπόν, σε σχέση με την επιμήκυνση των 110 δις €, με την επαναγορά χρέους κλπ, είναι εντελώς εκτός πραγματικότητας (με εξαίρεση ίσως την άμεση διαγραφή 40-50% του χρέους). Το πρόβλημα της χώρας μας δεν είναι το τι θα συμβεί μετά το 2013, αλλά το πώς θα εξασφαλισθεί σήμερα ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός των 22,54 δις € (Πίνακας ΙΙ), ή 1,88 δις € μηνιαία (με αρχή τον Ιανουάριο του 2011), έτσι ώστε να εξοφλούνται οι μηνιαίες υποχρεώσεις του κράτους μας (μισθοί, συντάξεις κλπ) – υποθέτοντας φυσικά ότι, με εντολή του ΔΝΤ προηγούνται οι δανειστές μας (28 δις € χρεολύσια, συν τους τόκους).

Κατά την άποψη μας, εάν δεν περιορισθούν οι τόκοι και δεν διακανονισθεί το συνολικό δημόσιο χρέος, οι πιθανότητες επίλυσης του προβλήματος σήμερα είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Εάν η κυβέρνηση μας είχε ενεργοποιηθεί σωστά και έγκαιρα, καθώς επίσης εάν δεν είχαμε υποχρεωθεί στην «υφεσιακή» πολιτική του ΔΝΤ, η Ελλάδα θα είχε μεν δυσκολίες, αλλά δεν θα αντιμετώπιζε αδιέξοδα – πόσο μάλλον την απειλή της χρεοκοπίας.  

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 04. Μαρτίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

                                         

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2300.aspx

Σύγχρονοι Γέροντες I

Σύγχρονοι Γέροντες

 

Του αγιορείτη μον. Μωυσή


 

Θεωρώ τον εαυτό μου ιδιαίτερα τυχερό που γνώρισε κάποιους πριν από λίγα χρόνια κοιμηθέντες ρασοφόρους. Πρόκειται για τους πατέρες Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο, Παΐσιο Αγιορείτη, Πορφύριο Καυσοκαλυβίτη, Εφραίμ Κατουνακιώτη, Νικόλαο Μπεκατώρο και Αιμιλιανό Σιμωνοπετρίτη, που μου έδωσε το μέγα σχήμα των μοναχών. Με βοήθησαν πολύ στη ζωή μου, ιδιαίτερα ο τελευταίος.

Μ’ έμαθαν να ξέρω γιατί ζω, την ωραιότητα του Θεού, το μυστήριο της ελευθερίας του ανθρώπου και τον σεβασμό του κάθε προσώπου, να μη λέω ψέματα στον εαυτό μου, να προασπίζομαι την αλήθεια με αγάπη. Με απομάκρυναν με τρόπο και διάκριση από έναν τρόπο ζωής δίχως βαθύ νόημα και ιερό σκοπό.  Έναν τρόπο που ζουν πολλοί σαν υπνωτισμένοι μπροστά στην τηλεόραση ή με το πώς βλέπουν και βιώνουν τη ζωή, την ίδια τη ζωή τους.  Έχουν κλείσει τα μάτια της ψυχής τους, για να δουν και να χαρούν το αληθινό φως.

Μερικές φορές δημιουργείται ένας μύθος και μία υπερβολή από κάποιους για ορισμένους γέροντες. Αυτό είναι λάθος σοβαρό σε βάρος των τιμίων αυτών προσώπων. Θεωρούν ότι μεγεθύνοντας τους γεροντάδες τους ανεβαίνουν και των δικών τους πνευματικών μετοχών τα ποσοστά. Ούτε φυσικά πάλι επιτρέπεται οι ίδιοι οι γέροντες να παρασύρονται κάποτε σε προσωποπαγείς, συναισθηματικές και νοσηρές σχέσεις και καταστάσεις. Οι γέροντες να συνδέουν τους ανθρώπους τους πάντοτε με τον Χριστό και όχι με τα πρόσωπά τους. Στην πνευματική ζωή χρειάζεται υπέρβαση, γενναιότητα και θυσιαστικότητα.

Ένας γέροντας και κατ’ επέκταση ένας πνευματικός-εξομολόγος δεν θα πρέπει να δεσμεύει ασφυκτικά τα πρόσωπα, αλλά να τα εμπνέει με το βιωμένο του παράδειγμα, με τη διακριτική νουθεσία του, τη σεμνότητα, την ταπείνωση και την προσευχή του, όπως οι παραπάνω αναφερθέντες. Αναγνωρίζονται για τη διάκριση, τη χαρισματιούχα ζωή τους, την προσευχή τους και την αγάπη τους. Αγαπούσαν πολύ τον Χριστό και τον πάσχοντα συνάνθρωπο.  Όλοι οι γέροντες δεν είναι όσιοι. Δεν είναι ορθό επίμονα και βιαστικά να θέλουμε να τους θέσουμε τα φωτοστέφανο της αγιότητας. Για να δοξαστούμε κι εμείς.

Ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος από τη Μεσσηνία σπούδασε θεολογία αριστεύοντας. Υπήρξε πνευματικός πατέρας σπουδαίος πολλών πιστών που τον εκτιμούσαν βαθύτατα. Ο λόγος του είχε ακρίβεια, εγκυρότητα, τεκμηρίωση, σοβαρότητα, υπευθυνότητα, καθαρότητα και πιστότητα. Ο γνωστότατος γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης γεννήθηκε στα Φάρσαλα της Μ. Ασίας, μεγάλωσε στην Κόνιτσα της Ηπείρου και μόνασε για πολλά έτη στο Άγιον  Όρος. Η μακρά του άσκηση του έδωσε εμπειρία και χαρίσματα, με τα οποία βοηθούσε πολλούς πολύ. Το ίδιο και ο μακαριστός Γέροντας Πορφύριος, που μικρός ήλθε από την Εύβοια στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων, απ’ όπου και το προσωνύμιό του, και λόγω σοβαρού κλονισμού της υγείας του πήγε στην Αθήνα, όπου επί σαράντα χρόνια παρέμεινε ασκητής, μοιράζοντας θεϊκά δώρα σε πολλούς θλιμμένους και πονεμένους.

Ο γέροντας Εφραίμ αγωνίστηκε επί δεκαετίες στα απαράκλητα Κατουνάκια, υπακούοντας, γηροκομώντας τους γεροντάδες του, εργαζόμενος σκληρά και προσευχόμενος ακατάπαυστα. Ο λόγος ήταν βιωματικός, πειστικός, κατανυκτικός και εγκάρδιος. Ο π. Νικόλαος Μπεκατώρος γεννήθηκε από έλληνες γονείς στη Ρωσία και πολλά υπέστη ως νέος ιερεύς από τους άθεους κυβερνώντες και τα όργανά τους. Πήγε στην Αθήνα και κατόπιν στην Αμερική, όπου έγινε στοργικός πνευματικός πατέρας Ελλήνων, Ρώσων, Αμερικανών και άλλων, τους οποίους σαγήνευε με τη γνήσια ειλικρίνεια, πραότητα και ταπείνωσή του.

Ο γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης, που ζει άρρωστος βαριά στο μοναστήρι της Ορμύλιας, που ίδρυσε ο ίδιος και έχει σήμερα 120 μοναχές, διακρίθηκε για τη σοφία, την εμπειρία, τη γνώση των ιερών θεσμών, την εμβάθυνση στ’ άδυτα της ανθρώπινης ψυχής, την ανάλυση θεμάτων υψηλών και σπουδαίων. Πρόκειται για μια σπάνια και εξαιρετική μορφή αληθινού ανθρώπου του Θεού.

Οι γέροντες απομυθοποιημένοι, αφτιασίδωτοι και γνήσιοι έχουν να καταθέσουν βαρυσήμαντο λόγο στις μεγάλες δυσκολίες των καιρών και των ανθρώπων.

 

ΠΗΓΗ: http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=1776

Κυβ. ΓΑΠ: Τους συμφέρει να μην «καταλαβαίνουν»

Τους συμφέρει να μην «καταλαβαίνουν»

Δεν υπάρχει έστω και μία ανάλυση που να δικαιώνει τις επιλογές της κυβέρνησης.

 

Του Νίκου Κοτζιά*


 

Η οικονομία έχει μπει σε μεγάλη ύφεση, που συνδυάζεται με πληθωρισμό. Η ανεργία καλπάζει. Το χρέος αυξάνει. Η παραγωγική βάση συρρικνώνεται. Ο κοινωνικός ιστός αποδιοργανώνεται. Η χώρα βρίσκεται ενώπιον μιας συνολικής κρίσης. Πολιτικής, ηθικής, πνευματικής, πολιτισμικής και οικονομικής. Κινδυνεύει δε να βρεθεί ενώπιον μιας πολύπλευρης εθνικής κρίσης με ιστορικών διαστάσεων απώλειες.

Συνολικά η κυβερνητική πολιτική έχει αποτύχει παταγωδώς. Δεν φτάνει που βαδίζει σε λάθος δρόμο, αλλά, επιπλέον, δεν είναι σε θέση να τον περπατήσει. Ολο μπερδεύεται και πέφτει.

Οι δυνάμεις που αντιτίθενται στο δρόμο που είχε πάρει η κυβέρνηση έχουν από καιρό προαναγγείλει ότι η πολιτική της κυβέρνησης θα οδηγήσει τη χώρα σε κατήφορο. Πολλοί φοβισμένοι ήλπιζαν ότι ίσως να υπήρχε κάποιο «κρυφό μαγικό σχέδιο» που θα οδηγούσε τη χώρα κάποια στιγμή σε καλύτερες μέρες.

Τώρα γνωρίζουν: Αυταπάτες τέρμα. Οι δυνάμεις που στήριξαν την κυβέρνηση τής κάνουν κριτική διότι δεν δείχνει επάρκεια σταθερότητας στις επιλογές της και αρκετή σκληρότητα έναντι των μεσαίων και φτωχών εισοδημάτων. Βιάζονται να παραλάβουν σε τιμές ευκαιρίας τον δημόσιο εθνικό πλούτο. Οι δύο αυτές οπτικές είναι δύο ριζικά διαφορετικές κριτικές. Εκφράζουν διαφορετικές ανάγκες και συμφέροντα. Οι μεν θέλουν να σταματήσει η κατηφόρα της χώρας. Οι δε θέλουν να επιταχυνθεί αυτή η πορεία, διότι έχουν στήσει στην κατηφόρα «ακριβά διόδια».

Εκείνοι που μας έφεραν στην κρίση και επιθυμούν να βγάλουν κέρδη από την αντιμετώπισή της πιστεύουν ότι διαθέτουν το σωστό και ορθό συνταγολόγιο και επιθυμούν τη «συνεπή» και αταλάντευτη εφαρμογή του. Επιθυμούν να βγάλουν και άλλα κέρδη, όχι μόνο οικονομικά, αλλά και ιδεολογικά, ηθικά, πολιτικά και κοινωνικά. Διαθέτουν τις «ναυαρχίδες» τους και τα δημόσια πιστόλια τους. Προκειμένου να γίνουν πειστικοί εμφανίζουν τα δικά τους συμφέροντα, εξαιτίας των οποίων βρέθηκε η χώρα εδώ που βρέθηκε, ως συμφέροντα της χώρας. Εμφανίζουν τις πολιτικές, με τις οποίες δεν πληρώνουν για σκάνδαλα, για λανθασμένες επιλογές, με τις οποίες οδήγησαν στην αποδιοργάνωση του παραγωγικού και κοινωνικού ιστού της χώρας, ως το μονόδρομο για τη χώρα.

Εκείνοι που αντιστρατεύονται αυτό το δρόμο δεν έχουν καταφέρει ακόμα να βρουν έναν κοινό παρονομαστή προάσπισης της χώρας. Δεν έχουν επεξεργαστεί πειστικές λύσεις. Σε μεγάλο βαθμό δεν έχουν κατανοήσει τι έχει συμβεί στη χώρα και ποια είναι η διέξοδος.

Με εξαίρεση την ενδιαφέρουσα πρόταση της Σοφίας Σακοράφα για το χρέος, χαρακτηρίζονται σε μεγάλο βαθμό από δύο λανθασμένες επιλογές: Η μία είναι τα πολλά «εγώ» και οι συνεχείς περιχαρακώσεις έναντι των άλλων. Αυτή η στάση είναι προϊόν της βαθιά λανθασμένης αντίληψης αυτοματισμού στην πολιτική. Οτι όταν έρχεται η κρίση, οι κοινωνικές δυνάμεις που υφίστανται τις αρνητικές συνέπειές της θα προσχωρήσουν άμεσα και χωρίς χρονοτριβή στις όποιες αναλύσεις και ελλιπείς προτάσεις τους. Το δεύτερο, που είναι και το σημαντικότερο, είναι ότι σε μεγάλο βαθμό οι προτάσεις αυτές δεν αναλύουν επαρκώς τις εσωτερικές διαδικασίες και τις δυνάμεις στην Ελλάδα που συγκροτούν, στηρίζουν και προωθούν το μνημόνιο. Το οπλοστάσιό τους προέρχεται κυρίως από τις συζητήσεις στο εξωτερικό. Συζητήσεις από τις οποίες οφείλουμε όλοι να μαθαίνουμε, αλλά να μην εξαντλούμαστε σε αυτές.

 

* Ο Νίκος Κοτζιάς είναι συγγραφέας, καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς,  nkotzias@otenet.gr.

 

ΠΗΓΗ: Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 6 Μαρτίου 2011,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=257059

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin.

Η Ήπειρος που πεθαίνει και το μεταναστευτικό

Η Ήπειρος που πεθαίνει και το μεταναστευτικό

 Και τα δέκα εκατομμύρια Ευρωπαίων: Η δημογραφική κατάρρευση

 

Του  Paul Treanor* [Μτφρ.: Radical Desire]


 

Οι πληθυσμιακές προβλέψεις της Eurostat το 2006 προβλέπουν μείωση πληθυσμού έως το 2050 σε 13 από τις τωρινές χώρες-μέλη της ΕΕ, περιλαμβανομένων σημαντικών δυτικών κρατών όπως η Γερμανία και η Ιταλία. Στην πραγματικότα, κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα, το μεγαλύτερο τμήμα του κόσμου είναι πολύ πιθανό να ακολουθήσει στο μονοπάτι των ανατολικο-ευρωπαϊκών χωρών κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου – η εκδίκηση του Μπρέζνιεφ. Δεν υπάρχει εγγύηση ότι η μείωση θα αναστραφεί.

Ο φόβος της αύξησης πληθυσμού ήταν η πολιτιστική νόρμα στη Δύση έως την δεκαετία του 1990. Αλλά οι λαοφιλείς εικόνες ενός αναπόφευκτα πολυπληθούς μέλλοντος έχουν σε μεγάλο βαθμό εξαφανιστεί. Μελέτες για τον πληθυσμό του μέλλοντος, όπως το Πρόγραμμα Παγκόσμιου Πληθυσμού IIASA, εισήγαγαν την ιδέα της πτώσης του παγκόσμιου πληθυσμού στα ΜΜΕ και την κοινή γνώμη. Το σενάριο "χαμηλής γεννητικότητας-υψηλής θνησιμότητας" έδωσε μια πρόβλεψη για τον παγκόσμιο πληθυσμό το 2100 μόνο 3.397 εκατομμυρίων – ένα τρίτο μικρότερο από τον σημερινό. Φυσικά υπάρχουν αβεβαιότητες στις προβλέψεις πληθυσμού. Στην αναθεώρηση των Προοπτικών Παγκόσμιου Πληθυσμού του 2006, υπάρχει διαφορά 4 δισεκατομμυρίων μεταξύ του σεναρίου χαμηλής γεννητικότητας και αυτού σταθερής γεννητικότητας. Στα σενάρια της ESA, υπάρχει χάσμα 34 δισεκατομμυρίων ανθρώπων ανάμεσα στο χαμηλότερο και το ψηλότερο σενάριο για το 2300. Όσο πιο μακριά στο μέλλον προσπαθούμε να προβλέψουμε, τόσο μεγαλύτερες είναι οι αβεβαιότητες και τα περιθώρια λάθους – και οι δημογράφοι εξακολουθούν να προειδοποιούν για την τεράστια αύξηση πληθυσμού στα επόμενα 50 χρόνια (Βλ. Παγκόσμιος πληθυσμός: Κύριες τάσεις).

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν λόγοι να πιστεύουμε ότι το ρεαλιστικό σενάριο είναι η μακροχρόνια μείωση. Ίσως θυμάστε τις τέσσερις φάσεις της δημογραφικής μετάβασης από την σχολική γεωγραφία. Στο μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας, τα ποσοστά  γεννήσεων και θανάτων ήταν υψηλά, γύρω στα 40/1.000. Ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξήθηκε, αλλά αργά και ασταθώς. Αυτή ήταν η πρώτη φάση. Τους τελευταίους τρεις αιώνες, και αρχικά στην Ευρώπη, έπεσαν δραστικά τα ποσοστά θανάτων. Στην αρχή, τα ποσοστά γεννήσεων παρέμειναν υψηλά και ο πληθυσμός αυξήθηκε. Αυτή ήταν η δεύτερη φάση. Με την αυξανόμενη πρόνοια, άρχισαν να πέφτουν επίσης και τα ποσοστά γεννήσεων, και η αύξηση πληθυσμού επιβραδύνθηκε: η τρίτη φάση. Τέλος, σύμφωνα με την βασική θεωρία, τα ποσοστά γεννήσεων και θανάτων θα σταθεροποιούνταν περίπου στο 10 ανά 1.000. Η διαδικασία πήρε 250 με 300 χρόνια στην Ευρώπη, αλλά ορισμένες περιοχές στην Αφρική και την Ασία μπήκαν στην δεύτερη φάση μόλις πριν από μία γενιά. 

Τελειώνει όμως εδώ η ιστορία; Τι γίνεται αν τα ποσοστά γεννήσεων πέσουν μόνιμα κάτω από τα ποσοστά θανάτων; Φαίνεται πως οι ανατολικοευρωπαϊκές χώρες εισήλθαν σε μια πέμπτη φάση της δημογραφικής μετάβασης – και δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι αυτό θα αναστραφεί ποτέ. Η φάση αυτή παρακμής περιλαμβάνεται πλέον σε κάποιες εκδοχές θεωρίας της δημογραφικής μετάβασης. Για τις χώρες της ΕΕ, η μελέτη της Eurostat προέβλεψε ποσοστό γεννητικότητας σταθερό στα 1.95. Το ποσοστό γεννητικότητας είναι, περίπου, ο αριθμός παιδιών ανά γυναίκα. Για έναν σταθερό πληθυσμό είναι απαραίτητο ένα ποσοστό 2.1. Ένα ποσοστό 1.95 στις χώρες της ΕΕ θα παρέμενε μόνιμα κάτω από το επίπεδο της αντικατάστασης [θανάτων από γεννήσεις] – και αυτό είναι το σενάριο που βασίζεται σε αισιόδοξες προβλέψεις γεννητικότητας. 

Οι περισσότερες χώρες δεν έχουν μπει ακόμη σε μια πέμπτη φάση. Όμως οι προβλέψεις της Eurostat δείχνουν κάποιες σταθερές τάσεις, σύμφωνα με τις οποίες οι πλούσιες χώρες, η μία μετά την άλλη, αρχίζουν να παρακμάζουν πληθυσμιακά. Και η χαμηλή γεννητικότητα δεν είναι πλέον μόνο ευρωπαϊκή, ούτε περιορίζεται πια στις πλούσεις βιομηχανικές χώρες. Σύμφωνα με τις Προοπτικές Παγκόσμιου Πληθυσμού (αναθεώρηση 2006), και οι 45 αναπτυγμένες χώρες έχουν ποσοστά γεννητικότητας κάτω από το επίπεδο αντικατάστασης, αλλά τέτοια έχουν επίσης και 28 αναπτυσσόμενες χώρες. Όλες μαζί αποτελούν το 44% του παγκόσμιου πληθυσμού. Η γεννητικότητα κάτω από τα επίπεδα αντικατάστασης επηρεάζει πλέον χώρες όπως η Αρμενία, η Κύπρος, η Γεωργία, το Καζακστάν, η Σρι Λάνκα και η Ταϊλάνδη.  

Δεν μπορούμε πια να λέμε απλώς ότι το τέλος της δημογραφικής μετάβασης είναι ένας σταθερός πληθυσμός. Ίσως ένας πληθυσμός που μειώνεται να είναι "φυσιολογικός" – όπως κάποτε θεωρούνταν "φυσιολογική" η αύξηση. Ίσως η μείωση πληθυσμού να είναι χαρακτηριστική κάθε πλανήτη με προχωρημένη τεχνολογία. […]

Μια μαύρη Ευρώπη;

 

Ένα πράγμα φαίνεται βέβαιο: Η σημασία της Ευρώπης έχει λάβει τέλος. Παρά τις διαφορές στις μακροπρόθεσμες προβλέψεις, όλα τα σενάρια της IIASA και της Eurostat δείχνουν σχετική παρακμή στο μερίδιο που έχει η Ευρώπη στον παγκόσμιο πληθυσμό. Το 1950, περίπου 12% του παγκόσμιου πληθυσμού ζούσε στις χώρες που σήμερα απαρτίζουν την ΕΕ. Σύμφωνα με την Eurostat, το 2050, το ποσοστό αυτό θα έχει κατέβει μόλις στο 4%. Το μερίδιο που προβλέπει η IIASA για όλη την Ευρώπη το 2050 είναι από 7-8%. Στην πρόβλεψη της ESA το 2004, το μερίδιο που προβλέπει το κατά προσέγγιση μέσο σενάριο για το 2300 είναι 7%.

Το σενάριο που βασίζεται στην υπόθεση σταθερής γεννητικότητας είναι πολύ πιο ακραίο: Η γεννητικότητα μένει στα σημερινά επίπεδα σύμφωνα με αυτό το σενάριο, κάτι το οποίο οδηγεί σε απίστευτα υψηλούς αριθμούς για τον παγκόσμιο πληθυσμό. Για τον ευρωπαϊκό όμως πληθυσμό οδηγεί αντίθετα, μακροπρόθεσμα τουλάχιστον, σε εκπληκτικά χαμηλά ποσοστά. Ο πληθυσμός της ΕΕ θα έπεφτε μόλις στα 59 εκατομμύρια έως το 2.300. Οι μισές περίπου από τις ευρωπαϊκές χώρες θα έχαναν 95% ή παραπάνω του πληθυσμού τους, και χώρες όπως η Ρωσία και η Ιταλία θα έμεναν με περίπου 1% του πληθυσμού που έχουν τώρα. Αν και κάποιος μπορεί να φανταστεί την δυνατότητα η γεννητικότητα να αυξηθεί σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα, οι συνέπειες φαίνονται αρκετά γκροτέσκες ώστε να κάνουν κάτι τέτοιο να μοιάζει μάλλον απίθανο.

Πρόκειται για μια παράλογη αντίφαση:  τα αντιμεταναστευτικά κόμματα παραπονιούνται για τις ατέρμονες ορδές μεταναστών και για ασφυκτικά γεμάτες πόλεις. Και όμως, οι υπολογισμοί των Ηνωμένων Εθνών για το Ποσοστό Παγκόσμιου Πληθυσμού ανά Περιοχή δείχνουν ότι η κλίμακα σχετικής πληθυσμιακής παρακμής είναι τεράστια. Τόσο μεγάλη, που εκατοντάδες εκατομμύρια μεταναστών θα χρειαζόντουσαν για να αποκαταστήσουν το ποσοστό [των κατοίκων της Ευρώπης] επί του παγκόσμιου πληθυσμού. Η πιο πρόσφατη Αναφορά των Ηνωμένων Εθνών για την Αντικατάσταση μέσω Μετανάστευσης υπολογίζει το ποσοστό μετανάστευσης που χρειάζεται για να αποκατασταθεί η ηλικιακή ισορροπία. Ο συνοπτικός πίνακας για την ΕΕ περιλαμβάνει ένα σενάριο με σταθερή αναλογία ανάμεσα στην ομάδα ηλικιών από 15-64 και την ομάδα άνω των 65.  Από το 1995 έως το 2050, θα χρειαστούν 700 εκατομμύρια μετανάστες. Το σενάριο αυτό περιλαμβάνει την αύξηση πληθυσμού στην Ευρώπη – στην πραγματικότητα μεταθέτει την αφρικανική και ασιατική αύξηση στην Ευρώπη. Η μετανάστευση που είναι αναγκαία για να διατηρηθεί ο πληθυσμός χωρών στην ΕΕ είναι μικρότερη, αλλά θα εξακολουθούσε να τρομοκρατεί τα αντιμεταναστευτικά κόμματα: 47 εκατομμύρια μετανάστες. Και οι τρεις στόχοι (η διατήρηση του μεριδίου επί του παγκόσμιου πληθυσμού, η διατήρηση της ηλικιακής ισορροπίας και η διατήρηση του πληθυσμού), προαπαιτούν τεράστιους αριθμούς μεταναστών.

Αν, το 2300, η Ευρώπη παραμείνει σημαντική ήπειρος, θα είναι σχεδόν βέβαια μια μαύρη ήπειρος. Η μελλοντική πολιτική για την μετανάστευση μπορεί να φαντάζει παράλογη με τα κριτήρια του σήμερα. Θα αντικατασταθεί η συνοριακή αστυνομία με διαφημίσεις που θα λένε "ελάτε εδώ"; Σε ένα ποσοστό, αυτό έχει ήδη συμβεί:  στα τέλη της δεκαετίας του 1990, οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες άρχισαν να ανταγωνίζονται για εξειδικευμένους μετανάστες, αρχής γενομένης από τον κλάδο της Τεχνολογίας Πληροφορικών Συστημάτων. Ο ανταγωνισμός αυτός  είναι πιθανόν να συνεχιστεί όταν ανακάμψει η οικονομία. Ίσως στο μέλλον οι διακομιστές μεταναστών να αντικατασταθούν από απαγωγείς μεταναστών. Οι επιδρομές για δούλους ήταν κάποτε βασικός τρόπος εύρεσης εργατικού δυναμικού για την χαμηλής αποδοτικότητας γεωργία. […]

Δεν είναι αδύνατο να έχουμε κάποια νέα μορφή "επιδρομών για την εξασφάλιση πληθυσμού", αν και θα είναι πιο εκλεπτυσμένη. Προς το παρόν, οι ψηφοφόροι στις πλούσιες χώρες βλέπουν τους μετανάστες ως απειλή. Η στάση αυτή προϋποθέτει ότι υπάρχει ένα τεράστιο απόθεμα μεταναστών, για παράδειγμα στην Αφρική. Αλλά σε 25 ή 30 χρόνια, εάν οι πλούσιες χώρες αποφασίσουν ότι χρειάζονται εκατομμύρια μεταναστών, μπορεί απλώς να μην τους βρίσκουν. Αν τα αφρικανικά επίπεδα διαβίωσης βελτιωθούν και μειωθεί η γεννητικότητα, οι Αφρικανοί μπορεί να μην είναι ενθουσιώδεις στην ιδέα της μετανάστευσης. Στην πραγματικότητα, είναι ήδη αργά για να υιοθετηθεί μια στρατηγική "μαζικής μετανάστευσης." Η μαζική μετανάστευση μπορεί να είναι ιστορικά εφήμερο φαινόμενο. Η μετανάστευση από κράτος σε κράτος μειώνεται αναμφίβολα αν ιδωθεί ως ποσοστό επί όλων των ειδών ταξιδίου. Η κυκλοφορία διεθνών επιβατών έχει αυξηθεί σε τεράστιο βαθμό από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Εάν αυξανόταν με τα ίδια ποσοστά η μετανάστευση, σχεδόν όλοι μας θα ήμασταν μετανάστες. Οι τεχνολογικές αλλαγές είναι μια ακόμα χρησιμότερη ένδειξη: το 1550, ένα πλοίο που έπλεε από την Ευρώπη στην Ιαπωνία χρειαζόταν ένα χρόνο για να φτάσει, και το ένα τρίτο του πληρώματος πέθαινε σε ένα τυπικό ταξίδι μετ' επιστροφής. Σήμερα είναι εφικτό να μεταφέρεις αεροπορικά ολόκληρο τον πληθυσμό της Ιαπωνίας στην Ευρώπη σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα από έναν χρόνο. Αλλά η μετανάστευση δεν αυξήθηκε ανάλογα. Η τάση φαίνεται να είναι ένας κόσμος με πολλές μετακινήσεις, αλλά και με μόνιμη κατοικία στην χώρα γέννησης. Και έτσι η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να ανοίξει τις πύλες και να περιμένει τους μετανάστες να έρθουν. 

Πηγή: http://web.inter.nl.net/users/Paul.Treanor/nohumans.html

 

ΠΗΓΗ: Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011, http://radicaldesire.blogspot.com/2011/03/blog-post_1745.html

 

* Σημείωση admin: Paul Treanor Senior Conference Manager at Hanley Wood,  http://www.linkedin.com/pub/paul-treanor/10/b48/85a

Μ. ΑΝΑΤΟΛΗ: ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ “ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΟΥ“ ΚΥΚΛΟΥ

ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ: ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ “ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΟΥ“ ΚΥΚΛΟΥ

 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου


 

Κόβει τώρα την ανάσα ο ρυθμός επαναστατικής «μεταμόρφωσης» της όλης Μέσης Ανατολής, κύριου τροφοδότη της Ευρασίας σε πετρέλαιο, κρίσιμου στρατηγικού μεγέθους για όλο τον πλανήτη, αποφασιστικής σημασίας για την Ελλάδα και την Κύπρο, που σπανίως βέβαια το αντιλαμβάνονται, με δεδομένο τον πρωτοφανή εκφυλισμό και τον υποτελή ευρωατλαντικό (εσχάτως και φιλοισραηλινό) «στραβισμό» των ελληνικών πολιτικών και λοιπών «ελίτ».

Στη χώρα μας έχει συμβεί, μεταξύ πολλών άλλων, το διανοητικό ισοδύναμο μιας βαριάς μορφής «σκλήρυνσης κατά πλάκας», με το πολιτικό και άλλο «ηγετικό» και διανοητικό προσωπικό της χώρας να διαιρείται σε δύο κυρίως κατηγορίες, τους κατά κυριολεξία ηλίθιους και τους άρπαγες λεηλατητές του δημόσιου πλούτου. (Ελπίζω να συγχωρήσετε στον γράφοντα την ωμότητα των διαπιστώσεών του, σε τι ωφελεί όμως ο εξωραϊσμός της πραγματικότητας;)

Με την αγωνία του καθεστώτος Καντάφι αυτές τις μέρες, μοιάζει να κλείνει ο κύκλος των από πολλού χρόνου εκφυλισμένων καθεστώτων που γέννησε ο αραβικός εθνικισμός, η ατελής και ανολοκλήρωτη δηλαδή προσπάθεια των Αράβων να μπουν στη νεώτερη εποχή, αποτινάζοντας ταυτόχρονα εσωτερική καθυστέρηση και ξένη υποδούλωση. ‘Έναν κύκλο που άνοιξε πριν από δεκαετίες η κρίση του αραβικού σοσιαλισμού και κομμουνισμού, καθώς η Ρωσική Επανάσταση είχε μια τεράστια απήχηση στους ‘Αραβες, που τη διασπάθισε όμως παντελώς η υποταγή της στις απαιτήσεις της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, η υποστήριξη της Μόσχας προς τη δημιουργία του Ισραήλ, το φλερτ με την απόσπαση του ιρανικού Αζερμπαϊτζάν και πολλά άλλα. Από την κρίση του αραβικού σοσιαλισμού προέκυψε ο αραβικός εθνικισμός, από την κρίση του τελευταίου προέκυψε ο ισλαμισμός και τώρα οι απροσδιόριστες ακόμα, όπως όλα τα βαθιά και πρωτότυπα ιστορικά γεγονότα, σύγχρονες επαναστάσεις των Αράβων.

«Τα αραβικά κράτη μπαίνουν στον δυτικό κόσμο», μας λέει ο Μωχάμεντ Χάρμπι, λαμπρός διανοούμενος του Μαγκρέμπ, καθηγητής στη Σορβόννη, αλλά και άνθρωπος της δράσης, ως μέλος της ηγεσίας του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου της Αλγερίας κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Είναι από μια άποψη σωστό, γιατί στις αραβικές επαναστάσεις μπορεί να δει κανείς την πολιτιστική επίδραση της «παγκοσμιοποίησης», που γενίκευσε σε όλη την ανθρωπότητα την προσδοκία του δυτικού «τρόπου ζωής», αποκρυσταλλώνοντας στο πολιτικό αίτημα της δημοκρατίας το ηθικό αίτημα της αξιοπρέπειας, το ίδιο αίτημα χάρη στο οποίο οι Σουννίτες του Ιράκ και οι Χεζμπολά του Λιβάνου σταμάτησαν δύο αυτοκρατορίες, όπως οι δικοί μας πρόγονοι (ήταν όντως;) έπραξαν στον Μαραθώνα και τη Σαλαμίνα. Τα τεχνολογικά μέσα του κυβερνοχώρου και η επαναστατική δράση του … Εμίρη του Κατάρ, ιδιοκτήτη του «Αλ Τζαζίρα», έκαναν τα υπόλοιπα.

Μαριονέττες εδώ και καιρό των Δυτικών, οι Μουμπάρακ και Μπεν Αλί δεν είχαν άλλη επιλογή από το φύγουν, όταν η επαναστατική δράση των μαζών απαιτούσε πλέον, για να καμφθεί, μια μαζική προσφυγή στη βία με αβέβαιο αποτέλεσμα. Ούτε οι στρατοί τους, ούτε η Ουάσιγκτων (σε αντίθεση με το Ισραήλ) πρόκριναν κάτι τέτοιο. Η πίεση των μαζών σάρωσε και τις «γέφυρες» τύπου Σουλεϊμάν και ήδη αυξάνεται στην Τυνησία, ζητώντας αποχώρηση και της διάδοχης κατάστασης, ενώ συνεχίζεται η αναταραχή στο απείρως σημαντικό, λόγω πετρελαίων, αμερικανικών βάσεων και στρατηγικής σημασίας Μπαχρέιν. Οι Μουμπάρακ και Μπεν Αλί την έπαθαν περίπου όπως ο δικός μας Ιωαννίδης το 1974, με την κρίσιμη βέβαια διαφορά ότι η ταχεία επιστροφή Καραμανλή «πάγωσε» τρόπον τινά το επαναστατικό κύμα που άρχιζε να εκδηλώνεται στην Ελλάδα.

Οι περιπτώσεις Σαντάμ και Καντάφι ήταν διαφορετικές. Παρόλο που και οι δύο είχαν κάνει κάθε είδους συμβιβασμούς με τις ΗΠΑ, ενίοτε προδίδοντας και τους φίλους τους, δεν μετετράπησαν ποτέ σε απλές μαριονέττες. Γι’ αυτό και η αποχώρηση Καντάφι προϋποθέτει, κατά τα φαινόμενα, μια εξαιρετικά αιματηρή εμφύλια διένεξη.

Ορισμένοι διατυπώνουν μια «θεωρία συνωμοσίας» πίσω από τις αραβικές επαναστάσεις. Είναι αλήθεια ότι, εδώ και χρόνια, το πολύ σημαντικό αμερικανικό CFR, υπό την καθοδήγηση Μπρζεζίνσκι, έχει εκπονήσει ένα λεπτομερές σχέδιο «εκδημοκρατισμού». Οι Αιγύπτιοι και Τυνήσιοι «κυβερνοακτιβιστές» έχουν εκπαιδευθεί από τους συναδέλφους του του σερβικού OTPOR και το δίκτυο ΜΚΟ «Κανβάς». Από κει μέχρι τη CIA είναι μια πόρτα απόσταση, αν είναι κι αυτό…

Αλλά μήπως ένας πασίγνωστος προβοκάτορας, ο Παπα-Γκαμπόν, δεν ήταν επικεφαλής των διαδηλωτών στην Πετρούπολη, που προκάλεσαν την Επανάσταση του 1905; Μήπως ένας πράκτορας της τσαρικής Οχράνα δεν βρέθηκε στην ηγεσία των Μπολσεβίκων; Τα «κλασικά» αυτά γεγονότα δεν είχαν καμιά πολιτική επίδραση. Είναι τόσο λογικό να αποδίδουμε τις αραβικές επαναστάσεις στη CIA, όσο και να της αποδίδουμε το Πολυτεχνείο ή τον Μάη του 1968, παρόλο που και οι δύο εξεγέρσεις βοήθησαν ορισμένες επιδιώξεις της. Είναι αδύνατο να κινηθούν μεγάλες μάζες με παρόμοια αυτοθυσία επειδή το θέλει μια υπηρεσία. Αντίστροφα, σε καμία από τις «έγχρωμες επαναστάσεις» της Ανατ. Ευρώπης δεν είδαμε ανθρώπους να θυσιάζουν τη ζωή τους αυτοπυρπολούμενοι.

Αυτό που μοιάζει πιθανότερο, είναι ότι οι Αμερικανοί διέβλεψαν εγκαίρως το πανθομολογούμενο άλλωστε αδιέξοδο των διεφθαρμένων καθεστώτων και, αντί να κυττάξουν να σώσουν τους ανθρώπους τους, κύτταξαν να σώσουν τα συμφέροντά τους, τοποθετούμενοι όσο το δυνατόν καλύτερα εν όψει των αλλαγών, καβαλλικεύοντας δηλαδή το κύμα, αντί να δοκιμάσουν να το τιθασσεύσουν.
Ενδέχεται να υπάρχει και δεύτερος υπολογισμός. Τόσο ο Μπρζεζίνσκι, όσο και μια μερίδα του εβραϊκού λόμπυ έχουν τρομάξει με τον τυχοδιωκτισμό του Νετανιάχου και των «σκληροπυρηνικών» του Ισραήλ, που φοβούνται ότι απεργάζεται μια διεθνών διαστάσεων καταστροφή. ‘Ολο και λιγότερο κρύβουν εξάλλου την ανησυχία τους για την πρωτοφανή επιρροή του Ισραήλ στην αμερικανική πολιτική. Εξαιτίας αυτής της επιρροής δεν μπορούν όμως να ασκήσουν άμεσα πίεση στο Τελ Αβίβ. Για να το κάνουν ενθάρρυναν ενδεχομένως ή τουλάχιστο ανέχθηκαν τον Ερντογάν. Τα νέα καθεστώτα που θα προκύψουν στην Αραβία, εκτιμούν, θα είναι λιγότερο βολικά προς το Ισραήλ, επομένως η ύπαρξή τους θα τους προσφέρει έναν έμμεσο μοχλό πίεσης επ’ αυτού.

‘Ολοι αυτοί οι υπολογισμοί βέβαια μπορεί να αποδειχθούν λάθος. Η Αραβία ήταν σε τόσο μεγάλη «υστέρηση», που το κύμα της «παγκοσμιοποίησης» έφτασε τελικά στις ακτές της την ίδια ώρα που ένα άλλο κύμα, το κύμα της κρίσης της παγκοσμιοποίησης προστίθεται στους κραδασμούς του πρώτου. Οι επαναστάσεις είναι στην πραγματικότητα ταυτόχρονα προϊόν της νίκης της παγκοσμιοποίησης και της κρίσης της, με την οικονομική κρίση του 2008. Ο Καντάφι αίφνης, ανοίχτηκε μάλιστα στη «φιλελευθεροποίηση», χωρίς κανένα λόγο να το κάνει, αφού δεν αντιμετώπιζε οικονομικό πρόβλημα. Εκτός, μας λέει ο Γαλλοαιγύπτιος οικονομολόγος και φίλος του Ανδρέα, ο Σαμίρ Αμίν, αν κίνητρό του ήταν να αφήσει στα παιδιά του την ιδιοκτησία της χώρας…

Οι λαοί που έσπασαν δεκαετίες, αν όχι αιώνες φόβου της εξουσίας, ριζωμένου όχι μόνο στην εμπειρία των τυραννικών καθεστώτων τους, αλλά και στις αραβικές θρησκευτικές και πατριαρχικές παραδόσεις, που γεύτηκαν το κρασί μιας τόσο μεγάλης νίκης και ένοιωσαν τη δύναμή τους, δεν μπορούν να μεταβληθούν ξανά, γρήγορα και εύκολα σε πειθήνια ανθρωπάκια. Αλλά δεν θα τους φτάσει η τυπική, φιλελεύθερη δημοκρατία. Θα απαιτήσουν αναπόφευκτα λύση των κοινωνικών προβλημάτων και αξιοπρεπή στάση απέναντι στο Ισραήλ. Η ίδια η κατάσταση θα απαιτούσε ‘Αραβες Τσάβες και Λούλα, έναν αραβικό πόλο δηλαδή, ικανό να σταθεί όρθιος απέναντι στους ανέμους της παγκοσμιοποίησης και των ισχυρών διεθνών δυνάμεων που επιβουλεύονται την περιοχή. «Αν οι ‘Αραβες τάφτιαχναν με το Ιράν, θα μπορούσαν να αποκτήσουν ένα βάρος απέναντι στους δυτικούς», υποστηρίζει ο Χαρμπί, που δεν είναι πολύ αισιόδοξος όμως για μια τέτοια πολιτική.

Ηγέτες τύπου Τσάβες ή Λούλα δεν διακρίνονται σήμερα στον αραβικό ορίζοντα. Το μόνο «μοντέλο» σε κυκλοφορία είναι του Ερντογάν, αλλά οι Τούρκοι Ισλαμιστές άλλαξαν την κατάσταση «από τα πάνω», με τη συνδρομή βέβαια των «από κάτω», δεν κληρονόμησαν επαναστατικές νίκες, όπως αυτές της Αιγύπτου και της Τυνησίας. ‘Οσο για τους στρατούς της Αιγύπτου ή της Αλγερίας π.χ., δεν είναι βέβαιο ότι είναι έτοιμοι να αποδεχθούν περιθωριακό ρόλο. Στη Λιβύη, το πράγμα εξελίσσεται πολύ πιο αβέβαια και επικίνδυνα, με μια δυτική στρατιωτική επέμβαση, για την οποία προετοιμάζεται ήδη το κλίμα, να μην μπορεί να αποκλεισθεί, αν δεν έχει αρχίσει κιόλας, με διάφορες συγκαλυμμένες μορφές, στις «απελευθερωμένες» περιοχές.

Δύο μόνο βεβαιότητες υπάρχουν αναφορικά με την αραβική επανάσταση. Πρώτον, ότι οι αραβικοί λαοί θα κάνουν πολύ περισσότερο από ότι στο παρελθόν αισθητή την παρουσία τους και το πολιτικό τους βάρος, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Δεύτερο, ότι μπαίνουμε σε μια περίοδο μεγάλων αναταράξεων, τόσο κοινωνικών, όσο και σχετικών με τις αραβοϊσραηλινές σχέσεις.
Δεν είναι άλλωστε προνόμιο μόνο της Αραβίας. Ο πλανήτης ολόκληρος τείνει τώρα να εκραγεί μπροστά στα μάτια μας, επιβεβαιώνοντας την κλασική πρόβλεψη για το μέλλον και τον επαναστατικό χαρακτήρα του καπιταλισμού, που διατύπωσε πριν από ενάμισυ αιώνα ο Καρλ Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. ‘Οπου κι αν σταθεί το μάτι, στις δυτικές οικονομίες, στον αραβικό κόσμο, στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, βλέπει τις τεράστιες αναταραχές στις ιδέες και στην υλική πραγματικότητα των κοινωνιών μας κι αυτά χωρίς ακόμα να προστεθεί το μεγαλύτερο από τα επερχόμενα προβλήματα: η καταστροφή, σταδιακή ή απότομη, των προϋποθέσεων επιβίωσης των ανθρώπων, εξαιτίας των κλιματικών αλλαγών που προκαλούμε. Μετά το «σοσιαλιστικό σχέδιο» που κατέρρευσε, στις διάφορες εκδοχές του, το «νεοφιλελεύθερο» της «παγκοσμιοποίησης» και της δικτατορίας «των αγορών», δηλαδή των κατόχων χρήματος, που απέμεινε μόνο, καταρρέει κι αυτό, μετά τον Οκτώβριο του 2008, ή πάντως τείνει να προκαλεί όλο και μεγαλύτερες κρίσεις. Και το «τεχνολογικό», η πίστη δηλαδή του ανθρώπου ότι μπορεί να «επιδιορθώνει» αενάως τις συνέπειες της απληστίας του και της κυριαρχικότητάς του, με την δύναμη της επιστήμης, θα καταρρεύσει αναπόφευκτα κι αυτό, απειλώντας την ίδια μας την επιβίωση. Σε μια εποχή που τα ίδια τα «μοντέλα σκέψης» αποσυντίθεται, με μια πληθώρα «πληροφοριών» που κανείς δεν μπορεί να ταξινομήσει και να επεξεργασθεί ικανοποιητικά. Τείνει να επικρατήσει το «τέλος του νοήματος», ενώ η δυνατότητα ηγεσιών, διανοουμένων, κομμάτων, κρατών, κοινωνιών να αντιμετωπίζουν τον κόσμο περιορίζεται δραστικά και η κρίση τείνει να λάβει χαοτική μορφή, λόγω της αλληλεπίδρασης μεταξύ των διαφόρων «μετώπων» που εκδηλώνεται.

 

ΠΗΓΗ: Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011, http://konstantakopoulos.blogspot.com/2011/03/blog-post.html  και  Επίκαιρα, 3.3.2011