Σεισάχθεια, Αριστερά, κοινή δράση και… ΕΛΕ

Η Σεισάχθεια, η Αριστερά, η κοινή δράση και η επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου (Ε.Λ.Ε.) 

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Η Σεισάχθεια δεν είναι κόμμα, ούτε έχει δημοκρατικό συγκεντρωτισμό για να επιβάλει κοινή ιδεολογία και προσέγγιση σε όλους όσους συμμετέχουν. Επιπλέον επειδή, οι περισσότεροι από εμάς έχουμε βιώσει το επίπεδο της δημοκρατίας, τα ήθη και έθιμα των χώρων που  «ζεσταίνουν τους δρόμους», αλλά διώχνουν μονίμως τον κόσμο, μιας και μόνιμη επιδίωξή τους είναι το πώς θα τον βάλουν στο δικό τους μαντρί, έχουμε πει ότι δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους λογοκρισία.

Στη Σεισάχθεια ακούγονται όλες οι απόψεις ελεύθερα. Μακάρι να μπορούσα να πω το ίδιο και για τους χώρους που θεωρούνται ως αριστεροί και προοδευτικοί. Φυσικά έχουμε προτάξει τα συγκεκριμένα αιτήματα που συμφωνούμε και παλεύουμε. Όμως αυτό δεν μας οδήγησε να πετάξουμε, ούτε να αποπέμψουμε οιονδήποτε έχει διαφορετική λογική, ή έχει ενταχθεί στο Αριστερό Βήμα διαλόγου, στην πρωτοβουλία της ΕΛΕ, ή αλλού.  Εμείς δεν έχουμε κανένα πρόβλημα να έχουμε στις γραμμές μας αγωνιστές που συμφωνούν με τα αιτήματα της Σεισάχθειας και ταυτόχρονα θεωρούν ότι πρέπει να στηρίξουν και την ΕΛΕ. Όπως επίσης από το Βήμα διαλόγου που δημιούργησε η Σεισάχθεια στην Τοσίτσα, έχουν παρελάσει όλοι, συμπεριλαμβανομένων και των θιασωτών της ΕΛΕ. Θα ήθελα πάρα πολύ να  δω κάποιον από τους χώρους που θεωρούνται αριστεροί και προοδευτικοί, που να έχει κάνει το ίδιο. Κανένας.

Οτιδήποτε γράφω με την υπογραφή μου εκφράζει αποκλειστικά τις δικές μου απόψεις. Δεν επεδίωξα ποτέ να επιβάλω την άποψη και τη λογική μου σε κανέναν. Απόδειξη αυτού του γεγονότος είναι ότι υπάρχουν μέλη της Σεισάχθειας που υπέγραψαν την ΕΛΕ και την στηρίζουν, χωρίς να έχει τεθεί θέμα αποπομπής τους. Και ούτε κατά διάνοια θα μπορούσε να είχε τεθεί κάτι τέτοιο. Όσο για μένα θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ευθύς εξαρχής ένα ζήτημα που το ξεκαθαρίζω πάντα απέναντι σε όλους. Ένας από τους βασικούς λόγους που έφυγα από το ΚΚΕ ήταν γιατί δεν μπορούσα να αντέξω άλλο το ασφυκτικό καθεστώς φίμωσης. Αν λοιπόν δεν δέχτηκα την φίμωση μέσα στο κόμμα μου, δεν υπάρχει περίπτωση να την δεχτώ οπουδήποτε αλλού και για κανέναν λόγο. Αν αισθανθώ ότι υπάρχει περίπτωση να επιβληθεί κάτι τέτοιο, για οποιονδήποτε καλό ή κακό λόγο, τότε πολύ απλά αποχωρώ, διότι εκεί που δεν υπάρχει ελευθερία άποψης και ζύμωσης δεν μπορεί να υπάρξει καλό αποτέλεσμα. Κι αυτό το έκανα επανειλλημένως από όλα τα σχήματα και τις πρωτοβουλίες που ορισμένοι θεώρησαν ότι μπορούν να τα μετεξελίξουν σε δικά τους φέουδα.

Η αληθινή ενότητα δεν προϋποθέτει την φίμωση, αλλά την ελευθερία ζύμωσης, ακόμη και την ανοιχτή πολεμική. Το να λες ελεύθερα αυτό που πιστεύεις και να μάχεσαι γι’ αυτό, ακόμη και με όρους ανελέητης πολεμικής, δεν υπονομεύει την ενότητα, αλλά τη δυναμώνει, την βαθαίνει, της δίνει προοπτική. Μόνο έτσι μπορεί να κατακτηθεί η εμπιστοσύνη, η ειλικρίνεια και η εντιμότητα στις σχέσεις ανάμεσα σε δυνάμεις και αγωνιστές με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες. Διαφορετικά δεν επιδιώκεις την ενότητα, αλλά την κλωνοποίηση όλων των άλλων κατ’ εικόνα και ομοίωση δική σου. Κι αυτό κάνουν όλοι αυτοί που θεωρούνται ως αριστεροί και προοδευτικοί. Μια ενότητα που βασίζεται στο πολιτικά ορθόν, στην φίμωση των διαφορετικών απόψεων, στην κολακεία των δικών μας και της παρέας μας, είναι μια ενότητα αδερφίστικη, υποκριτική και βιτρίνα για παρασκήνιο. Αυτή ήταν η λογική που πάλεψα μέσα στο ΚΚΕ και σ’ αυτήν την λογική θα μείνω πιστός, ότι κι αν λένε, όποιος κι αν το λέει. Στο κάτω-κάτω της γραφής, όποιος νιώθει τον εαυτό του ικανό δεν έχει παρά να απαντήσει στο ανοιχτό πεδίο των επιχειρημάτων και της πολεμικής, αντί να στήνει ξόβεργες για να φιμωθεί ο αντίλογος, ή να πετά λάσπη του είδους, εγώ θέλω την ενότητα, αλλά εσείς δεν την θέλετε, γι’ αυτό φεύγω. Σε όσους στεναχωριούνται γι’ αυτά που λέω και γράφω, ένα έχω να πω: Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα. Όλα τα άλλα είναι εκ του πονηρού.

Όσο για την περίφημη ΕΛΕ, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα: Από τον περασμένο Δεκέμβρη εξάντλησα κάθε προσπάθεια να έρθω σε επαφή με τους ανθρώπους που κινούσαν την όλη ιστορία για να τους διατυπώσω τις ενστάσεις μου. Όχι για να τους αλλάξω γνώμη, αλλά για να μάθω πώς απαντούν σ’ αυτά που έλεγα. Δεν στάθηκε δυνατό. Ήταν φαίνεται πολύ απασχολημένοι και πολύ ειδικοί επί του θέματος για να ασχοληθούν με κάποιον σαν και μένα. Στις 15/1 έστειλα email – το οποίο αναρτήθηκε και στο διαδίκτυο – όπου εξηγούσα τη θέση μου σε μια σειρά συναγωνιστές που με ρωτούσαν, αλλά και στους πρωτεργάτες της εν λόγω πρωτοβουλίας. Το κείμενο αυτό που μπορεί εύκολα να το βρει όποιος θέλει αναρτημένο στο προσωπικό μου blog, αλλά και στο blog της Σεισάχθειας, δεν είχε τον χαρακτήρα της πολεμικής, αλλά της απλής επισήμανσης όσων θεωρούσα ότι αποτελούσαν πρόβλημα. Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Δικαίωμά τους. Βεβαίως δεν θεωρώ ότι ήταν υποχρεωμένοι να απαντάνε στον καθένα, πόσο μάλλον σ’ εμένα, ούτε ήταν υποχρεωμένοι να αντικρούσουν όσα τους επεσήμανα. Παρά το γεγονός ότι προσωπικά έχω τελείως διαφορετική φιλοσοφία και γι’ αυτό δεν έχω αφήσει κανέναν αναπάντητο που έχει αμφισβητήσει την αρτιότητα των επιχειρημάτων μου, δεν θεωρώ ότι όλοι πρέπει να έχουν την ίδια ευαισθησία. Ούτε θεωρώ τον εαυτό μου κάτι το ιδιαίτερο, ώστε οι ειδικοί διεθνούς βεληνεκούς της πρωτοβουλίας να πρέπει να ασχοληθούν με τα δικά μου τετριμμένα και ασήμαντα επιχειρήματα. Όμως τα πράγματα άλλαξαν όταν αρκετοί φίλοι, συναγωνιστές και σύντροφοι με βρήκαν και μου μετέφεραν μια ανάλογη εμπειρία αντιμετώπισης και στις δικές τους ενστάσεις. Ακόμη χειρότερα ήταν όταν τα κεντρικά ελεγχόμενα μέσα μαζικής προπαγάνδας άρχισαν να παίζουν διαρκώς την εν λόγω πρωτοβουλία, όπου οι εμφανιζόμενοι εκ μέρους της επιβεβαίωναν με τα λεγόμενά τους όλες τις ανησυχίες μου. Ειρήστω εν παρόδω, οι θέσεις της Σεισάχθειας, αλλά και άλλων που κατατείνουν στη διαγραφή του χρέους, δεν έτυχαν της ίδιας ευνοϊκής μεταχείρισης από τα ΜΜΕ. Τυχαίο; Δεν νομίζω. Εκτός κι αν τα συγκροτήματα της επίσημης προπαγάνδας ενδιαφέρονται τόσο πολύ για την ενότητα που θα φέρει την ανατροπή τους.

Αν λοιπόν αυτοί οι κύριοι και οι κυρίες κρατούν αυτή τη στάση, τότε γιατί εγώ δεν έχω το δικαίωμα να συνάγω το συμπέρασμα ότι αυτό που κυριαρχεί είναι η ιδιοτέλεια και η σκοπιμότητα; Ιδίως όταν εμφανίζονται επίλεκτα στελέχη του καθεστώτος, Γ. Κύρτσος, Λούκα Κατσέλη, Γ. Ραγκούσης, κ.ά., να αγκαλιάζουν το εν λόγω αίτημα. Κάτι για το οποίο προειδοποιούσα από την πρώτη στιγμή. Εκτός κι αν το μέτωπο για την ανατροπή του μνημονίου περιλαμβάνει και αυτούς μέσα. Μάλλον τους περιλαμβάνει όλους, εκτός ίσως από την Σεισάχθεια, την Σπίθα και κάθε άλλον ανθενωτικό ή εθνικιστή. Από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησε η μάχη αυτή, πριν καν την πάρουν χαμπάρι όλοι αυτοί που σήμερα συνωστίζονται στο αριστερό βήμα και στην ΕΛΕ, είχε ως επίκεντρο δυο βασικά αιτήματα, την μη αναγνώριση του χρέους (ή παύση πληρωμών, όπως λανθασμένα την ονομάζουν κάποιοι) και την έξοδο από το ευρώ, ως τα πρώτα βήματα για να αλλάξει πορεία ο τόπος. Γιατί θα πρέπει να σιωπήσω όταν κάποιοι επιχειρούν να γυρίσουν τη συζήτηση πιο πίσω από εκεί που είχε τεθεί εξαρχής. Ποια διεστραμμένη έννοια της ενότητας θα πρέπει να με κάνει να χαμηλώσω στους τόνους απέναντι σε όποιους προσφέρουν καταφύγιο και επιχειρήματα σε όσους θέλουν να αποπροσανατολίσουν τη συζήτηση στην κοινωνία και μέχρι σήμερα δεν τολμούν ούτε καν να μιλήσουν έστω για παύση πληρωμών και έξοδο από το ευρώ. Γιατί θα πρέπει να συμπεριφέρομαι με το γάντι σε όλους τους αποτυχημένους κομματάρχες της αριστεράς που ακόμη και σήμερα δεν τολμούν να ψελλίσουν τα δυο αυτά βασικά αιτήματα, αλλά βρήκαν καταφύγιο σ’ αυτήν την πρωτοβουλία που χωράει αδιάκριτα τους πάντες. Τι σόι συνέπεια λόγων και έργων θα με διέκρινε αν υποχωρούσα από αυτή την κόκκινη γραμμή προκειμένου να τα βρω με Αλαβάνους, Τσίπρες, Λαφαζάνηδες, κοκ; Και γιατί να το κάνω; Επειδή είναι αριστεροί; Κι από πότε το να είναι κανείς αριστερός αποτελεί συγχωροχάρτι για τις θέσεις του;

Μπορεί να είμαι ότι είμαι, αλλά ρεντίκολο και γελοίος δεν πρόκειται να γίνω για χάρη κανενός, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να γίνει λογιστικός έλεγχος σε ένα χρέος που αποτελείται κυρίως από ελεύθερα διαπραγματεύσιμα ομόλογα. Ούτε θα γίνω παλιάτσος ώστε να εξασφαλίσω την προσωπική μου προβολή από τα ΜΜΕ για να με βγάζουν να παπαγαλίζω αρεστές ή ανεχτές για το κυρίαρχο σύστημα απόψεις, όπως κάνουν οι πρωταγωνιστές της ΕΛΕ. Μπορεί ο καθένας μέσα στη νιρβάνα της άγνοιάς του να νιώθει ότι κάνει καλό υπογράφοντας ανοησίες, αλλά το δικό μου συνάφι και όσοι γνωρίζουν τα πράγματα έχουν μετατρέψει την ΕΛΕ σε ανέκδοτο. Μπορεί να διαφωνούν πολλοί μαζί μου, αλλά κανένας δεν τόλμησε να κάνει τις απόψεις και τα επιχειρήματά μου, ανέκδοτο. Τέτοια προσωπική γελοιοποίηση δεν πρόκειται να την ανεχθώ. Όσοι υπογράφουν την ΕΛΕ είναι σίγουρο ότι το κάνουν, στην μεγάλη πλειοψηφία τους, από καλή πρόθεση και χωρίς να γνωρίζουν επί τοις ουσίας το όλο ζήτημα. Αυτός δεν είναι λόγος για να κατεβάσω τους τόνους.  Δεν πρόκειται να συμμετάσχω σε μια επιχείρηση που πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες, ή γυαλιστερές χάντρες με σκοπό να ξεγελάσει τους αδαείς ιθαγενείς.

Μαθαίνω ότι σήμερα ο κ. Τσίπρας με τον κ. Λαφαζάνη αγκαζέ, κατέθεσαν αίτημα στη Βουλή για την δημιουργία Εξεταστικής Επιτροπής του χρέους κατά το πρότυπο της «ανεξάρτητης» ΕΛΕ. Να γιατί υπέγραψαν και στηρίζουν την εν λόγω πρωτοβουλία. Για να ζητήσουν μέσα σ’ ένα κοινοβούλιο που έχει καταλυθεί πραξικοπηματικά από τον περασμένο Μάιο, να εξετάσουν αγκαλιά με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ το δημόσιο χρέος της χώρας. Στα πλαίσια ενός κανονισμού που έτσι ή αλλιώς δεν παρέχει καμμιά ουσιαστική αρμοδιότητα για τη διενέργεια ουσιαστικής έρευνας από καμμιά Εξεταστική Επιτροπή. Κι αυτό αποκαλείται αριστερή πολιτική, ή αλλιώς κρατώ το θέμα στην επικαιρότητα. Ευχαριστώ πολύ δεν θα πάρω. Ο πολιτικαντισμός και οι πολιτικάντες πάντα μου κάθονταν στο λαιμό.

Προσωπικά δεν υπήρξα ποτέ αριστερός. Η ίδια η έννοια του αριστερού είναι ένα είδος σημαίας ευκαιρίας ανάλογα με τις συγκυρίες. Στην Ελλάδα η στυγνή παρανομία και οι διώξεις ήταν που γέννησαν την έννοια της αριστεράς, ως μια έννοια αρκετά φλου και απροσδιόριστη ώστε να φοριέται εύκολα από τον οποιονδήποτε χωρίς να έχει προβλήματα με τον νόμο και την τάξη. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα. Στην αριστερά σήμερα κρύβονται οι πιο αντιδραστικές απόψεις και θέσεις για τη σημερινή συγκυρία. Ιδίως στο χώρο του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ που έχει δώσει γη και ύδωρ στον ιμπεριαλισμό και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Γιατί θα πρέπει να κατέβει η συζήτηση, αλλά και οι κατακτημένες θέσεις μέσα σε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, σε τόσο χαμηλά και σε τόσο θολά επίπεδα ώστε να χωράνε και οι απολογητές των κυρίαρχων επιλογών του κεφαλαίου και των αγορών; Ώστε να χωράνε ακόμη κι όσοι δεν τολμούν να πουν το στοιχειώδες: παύση πληρωμών και έξοδος από το ευρώ. Γιατί; Επειδή φιγουράρουν ως αριστεροί και φωνάζουν στον κόσμο να βγει στους δρόμους; Να βγει να κάνει τι; Να συρθεί ξωπίσω τους σαν κοπάδι; Αυτή είναι η τόσο προοδευτική αντίληψη της πολιτικής που έχουν;

Που ήταν όλοι αυτοί όταν για μήνες προσπαθούσαμε να συγκροτήσουμε ένα κοινό μέτωπο προτάσσοντας τα δυο κύρια αιτήματα της συγκυρίας; Όποιος έχει στοιχειώδη αξιοπρέπεια και διατηρεί σ’ αυτούς τους χαλεπούς καιρούς την κοινή λογική μπορεί να αντιληφθεί εύκολα τι παίζεται πίσω από πρωτοβουλίες αυτού του είδους. Μπορεί να διακρίνει εύκολα το νέο «αντιμνημονιακό» ΠΑΣΟΚ που ανατέλλει πίσω από την ΕΛΕ. Όποιος δεν μπορεί, τι να κάνουμε; Το σίγουρο είναι ότι δεν θα ζητήσουμε το κεφάλι του επί πίνακι, όπως συνηθίζουν στους χώρους που αποκαλούνται, αριστεροί και προοδευτικοί.

Ήμουν και παραμένω κομμουνιστής, έστω κι αν δεν αρέσει στους εγκάθετους των μηχανισμών της αριστεράς. Αυτό σημαίνει ότι την αφοσίωσή μου την οφείλω όχι στην αριστερά, αλλά πρώτα και κύρια στην εργατική τάξη και τον λαό. Δεν μπορεί η χώρα να χάνεται, η εργατική τάξη και ο λαός να ξεκληρίζεται και εμείς να ασχολούμαστε στα σοβαρά με ηγεσίες, παρέες και κολλητούς που περί άλλων τυρβάζουν, για να μην πω τίποτε χειρότερο. Επομένως το κύριο μέλημα για όποιον σκέφτεται όπως σκέφτομαι εγώ θα πρέπει να είναι όχι η ενότητα της αριστεράς, που ανέκαθεν υπονοούσε την ενότητα των μηχανισμών και των ηγετικών της παραγόντων σε βάρος του κινήματος, αλλά η ενότητα της εργατικής τάξης και του λαού. Όχι μιας εργατικής τάξης και ενός λαού όπως υπάρχει στη σφαίρα της λακίροφκα και της φαντασίας, αλλά όπως υπάρχει στην αληθινή ζωή. Με όλα όσα σέρνει στο κεφάλι και στην συμπεριφορά του. Για να ενωθεί η εργατική τάξη και ο λαός θα πρέπει να μάθουμε να τον ακούμε, ακόμη κι όταν λέει τις χειρότερες ανοησίες, θα πρέπει να μάθουμε να μιλάμε μαζί του τη δική του γλώσσα για να τον πείσουμε για το δίκιο του, γιατί υποτίθεται ότι όλοι εμείς έχουμε στρατευθεί για το δικό του συμφέρον και όχι για ιδεολογήματα και οπτασίες που θέλουμε να του φορέσουμε καπέλο. Θα πρέπει να βρούμε τον τρόπο να τον οργανώσουμε και να τον κινητοποιήσουμε με τον τρόπο που καταλαβαίνει ο ίδιος, που τον νιώθει φυσικό και ώριμο, που του κερδίζει την εμπιστοσύνη. Σε αντίθεση με όλους αυτούς που μπορεί να «ζεσταίνουν τους δρόμους», αλλά ζητάνε να τον μαντρώσουν στη δική τους λογική και πρακτική, να τον μετατρέψουν σε άβουλο οπαδό ηγεσιών και μηχανισμών. Τι άλλο εκτός από ακροατήριο αναζητούν πρωτοβουλίες σαν το Αριστερό Βήμα και την ΕΛΕ; Που είναι η κινηματική τους διάσταση; Τι και πότε έκαναν το οτιδήποτε για να κινητοποιήσουν μάζες; Εδώ δεν τόλμησαν ούτε καν να φιλοξενήσουν τον αντίλογο, θα μας μιλήσουν τώρα για κίνημα; Έλεος!

Όσο για τις Σπίθες, ο καθένας έχει δικαίωμα να έχει την άποψή του γι’ αυτές, για τον Θεοδωράκη και για τον οποιοδήποτε άλλον. Δικαίωμά του. Όμως το ερώτημα μου είναι το εξής: πότε όλοι αυτοί μαζί που «ζεσταίνουν τους δρόμους» μάζεψαν τον κόσμο που μάζεψε ο Θεοδωράκης με το κάλεσμά του; Κι ο κόσμος αυτός είναι εκείνος, που οι εγκάθετοι της αριστεράς ζητούν εδώ και δεκαετίες να τους ακολουθήσει, αλλά δεν το κάνει. Και πολύ σωστά, γιατί από ταξικό ένστικτο διαισθάνεται για τι κουμάσια πρόκειται. Τώρα μπορεί ο οποιοσδήποτε να θεωρεί αυτόν τον κόσμο λαουτζίκο, αμόρφωτο, εθνικιστή, ανόητο, ή ότι άλλο θέλει. Και πάλι δικαίωμά του. Αλλά αυτός ο κόσμος έχει δηλώσει τη διάθεσή του να δώσει τη μάχη, έχει ήδη πάρει θέσεις για το χρέος, την ΕΕ και την δημοκρατία που δεν τολμούν να πάρουν ακόμη και οι πιο δήθεν επαναστάτες αριστεροί ινστρούκτουρες. Όντως υπάρχουν εθνικιστές στις γραμμές της Σπίθας, έστω κι αν ο πατριωτισμός που διακρίνει τον λαό δεν είναι εθνικισμός, αλλά μια αυθόρμητη εναντίωση στον ιμπεριαλισμό, που αν δεν βρει πολιτική έκφραση αντίστοιχη με τα συμφέροντά του, θα χειραγωγηθεί από κάθε είδους ακροδεξιά λογική. Γιατί όμως είναι χειρότερο να συναναστρέφεται κανείς εθνικιστές και πατριώτες από το να συναναστρέφεται δηλωμένους απολογητές της ΕΕ και του ιμπεριαλισμού, όπως ο Αλαβάνος και οι Τσιπραίοι, δεξιού και αριστερού φυράματος, με τους οποίους δεν έχουν κανένα πρόβλημα να συχνοτίζονται οι πούροι επαναστάτες της αριστεράς; Γιατί είναι κακή η Σπίθα που συνενώνει μετωπικά διαμετρικά αντίθετες λογικές, αλλά είναι καλή η πρακτική των κομμάτων και οργανώσεων της αριστεράς που προσπαθούν να ποδηγετήσουν τα κινήματα των πολιτών, όπως το ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ και άλλα, προκειμένου να τα κάνουν υποχείρια του ΚΚΕ, του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, του ΕΕΚ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Δείτε τους 500-800 που μάζεψε το ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ στην κινητοποίηση της 1η Μάρτη για να καταλάβετε τι εννοώ. Κανένας τους δεν τόλμησε να κάνει αυτό που επιχειρούμε με όλες τις αδυναμίες μας στη Σεισάχθεια, ή στις Σπίθες. Αντίθετα κάθε φορά που τίθεται ζήτημα κοινής δράσης πάνω σε ένα κοινό πλαίσιο κεντρικών αιτημάτων, πάντα υπάρχουν οι γνωστοί των κομμάτων, οργανώσεων και γκρουπούσκουλων της αριστεράς με την επίσης γνωστή ασφαλίτικη λογική και συμπεριφορά: Αυτός δεν μου κάνει, ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί στο κοινό πλαίσιο που εκφράζει και εμένα. Συνεχώς τα ίδια και τα ίδια. Με όλα τα κακά της, η Σπίθα δεν έχει αυτή την ασφαλίτικη λογική. Αν επικρατήσει και εκεί, το σίγουρο είναι ότι θα έχω αποχωρήσει πολύ πιο πριν.

Η διαχωριστική γραμμή στην ελληνική κοινωνία σήμερα δεν είναι ανάμεσα στους εθνικιστές και στους αντιεθνικιστές, αλλά ανάμεσα στους απολογητές του ιμπεριαλισμού, της ΕΕ και των αγορών, από την μια και από την άλλη, σε όλους εκείνους που είναι διατεθειμένοι να δώσουν τη μάχη ενάντια στην υποδούλωση και την δουλοπαροικία του χρέους που έχει επιβληθεί στη χώρα και τον λαό της. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσεται και ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της επίσημης αριστεράς, ενώ όποιος δέχεται να στρατευτεί στην υπόθεση της αντίπερα όχθης δεν έχει καμμιά σημασία αν είναι εθνικιστής, αστός δημοκράτης, πατριώτης, ή αριστερός, αρκεί να προτάσσει τους άμεσους στόχους πάλης. Κι αυτοί δεν μπορούν να περιοριστούν στην καταγγελία του μνημονίου, όπως κάνουν όλα τα κόμματα και γκρουπούσκουλα της αριστεράς. Άλλωστε η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι στην κατοχή οι εθνικιστές ήταν εκείνοι που στρατεύθηκαν με τους κομμουνιστές και έχυσαν το αίμα τους για μια λαοκρατική Ελλάδα, όταν κάποιοι πούροι επαναστάτες είχαν διαλέξει την ασφάλεια του σπιτιού τους, ή την υπηρεσία της κομαντατούρ. Κανείς δεν γνωρίζει τι θα απογίνει με τη Σπίθα, αλλά δεν δέχομαι κανενός είδους ασφαλίτικη λογική που ζητά πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων προκειμένου να υπάρξει συμπαράταξη στον κοινό αγώνα. Δεν απαλλάχθηκε η ελληνική κοινωνία και πολιτική από τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, για να τα επαναφέρει η αριστερά και μάλιστα εκείνοι που ξέρουν μόνο από δημόσιες σχέσεις, εσωκομματικές ισορροπίες και συναλλαγές κορυφών.

Το τι εννοούμε όταν μιλάμε για κοινή δράση, το αποδεικνύει η προσπάθεια να συνβρεθούν όλες, αν είναι δυνατόν, οι πρωτοβουλίες, τα κινήματα, οι φορείς και τα συνδικάτα σε κοινή εκδήλωση διαμαρτυρίας, χωρίς ο ένας να καπελώνει τον άλλο, προτάσσοντας ένα κοινό πλαίσιο δράσης

Το σίγουρο είναι ότι δεν μπορεί να συμβιώσει η ήρα με το στάρι. Το ποιος είναι ποιος ας αφήσουμε τη ζωή να το δείξει.

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/03/blog-post_192.html

Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η … ΥΠΕΡΒΑΣΗ

Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΒΑΣΗΣ ΤΗΣ

 

ΣΥΜΠΟΣΙΟ

ΤΟΠΟΣ: ΑΘΗΝΑ

ΧΡΟΝΟΣ: 12– 13 MΑΡΤΙΟΥ 2011

ΧΩΡΟΣ: ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ Β. & Μ. ΘΕΟΧΑΡΑΚΗ, BAΣΙΛΙΣΣΗΣ ΣΟΦΙΑΣ 9 & ΜΕΡΛΙΝ

 

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

 

ΣΑΒΒΑΤΟ 12/03/2011

Ενότητα 1η: 10:00-12:00

Νίκος Κοκοσαλάκης: «Ποια είναι τα κύρια γνωρίσματα της κρίσης;»

Δημήτρης Κυριαζής: «H κρίση του πολιτιστικού υποκειμένου. Πολιτιστική και Ψυχαναλυτική προσέγγιση»

Ηλίας Μαλεβίτης: «Η πολυπολιτισμικότητα και η Μουσουλμανική μετανάστευση: ανίχνευση όρων και ορίων»

 

12:00-12:30 Διάλειμμα-καφές

 

Ενότητα 2η: 12:30-14:30

Σταύρος Γιαγκάζογλου: «Η κρίση στην εκπαίδευση: υπάρχει λύση;»

Άγγελος Καλογερόπουλος-Τασούλα Καραγεωργίου: «Επιπτώσεις της κρίσης στη γλώσσα και την επικοινωνία»

Γιώργος Κόρδης: «Η ανανεωτική δύναμη της Παράδοσης. Ο ρυθμός στις εικαστικές τέχνες και η σημασία του»

 

14:30-15:30 Διάλειμμα-ελαφρύ γεύμα.

 

Ενότητα 3η: 15:30-17:30

Γιώργος Δελαστίκ: «Η κρίση στην οικονομία και την πολιτική»

Γιώργος Κωστούλας: «Η κρίση και ο ρόλος της επιχειρηματικής ηγεσίας»

Φώτης Παπαθανασίου: «¨Εν αρχή ήν ο ρυθμός¨: ποιος είναι ο ρόλος της μουσικής στη σύγχρονη κοινωνία και ποια μπορεί να είναι η συμβολή της σε μια νέα πνευματικότητα;»

 

ΒΡΑΔΥ 21:00

Βυζαντινό δείπνο (προαιρετικό για τους υπόλοιπους συμμετέχοντες στη διημερίδα έναντι κόστους 35 ευρώ) για τους ομιλητές στο εστιατόριο Altamira στο Κολωνάκι. Θα συνοδευτεί από ζωντανή μουσική ανάλογου ύφους.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ 13/03/2011

 

Ενότητα 1η: 11:00-13:00

Κώστας Γεωργουσόπουλος: «Μπορεί να συμβάλλει το θέατρο στην υπέρβαση της κρίσης;»

Αλέξανδρος Αγγελόπουλος: «Πολιτισμός και τουρισμός: σε αναζήτηση ταυτότητας, καινοτομίας και εξωστρέφειας»

Ευφροσύνη Δοξιάδη:  «Υπάρχει κρίση στην τέχνη;»

 

13:00-14:00 Διάλειμμα-καφές

 

Ενότητα 2η: 14:00-16:30

Χρήστος Γιανναράς: «Ανήκωμεν εις την Δύσιν;»

Κώστας Ζουράρις: «Πολυπολιτισμικότητα και ελληνική ταυτότητα»

Σωτήρης Γουνελάς: «Η αποϊεροποίηση και ο απανθρωπισμός του πολιτισμού»

 

Οι ομιλίες θα είναι 20 λεπτών περίπου, με επιπλέον χρόνο 10-15 λεπτά για συζήτηση.

 

Σημείωση: Διοργανωτής του Συμποσίου αυτού είναι η εταιρεία Artifex, Art & Science Events, με συντονιστές τους Σωτήρη Γουνελά και Γιάννη Τρίγκα.

ΕΛΕ: Ένα βήμα μπρος ή κατρακύλα στον γκρεμό;

ΕΛΕ: Ένα βήμα μπρος  ή κατρακύλα στον γκρεμό;

 

Του Θέμη

 

Στην αρχή, όταν πρωτοδιατυπώθηκε η πρόταση για την δημιουργία της επιτροπής λογιστικού ελέγχου του δημόσιου χρέους, φάνηκε εκ πρώτης όψεως ότι μπορούσε να αφορά και ζητήματα τακτικής. Αφορά δηλαδή την ανάγκη κατανόησης από την μεριά της εργατικής τάξης, αλλά και ευρύτερων στρωμάτων που πλήττονται από την  λαίλαπα της επίθεσης της ελληνικής κυβέρνησης, της κατανόησης του προβλήματος του χρέους και πώς αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί καλύτερα.

Και όσο η άποψη  αυτή εκπορεύονταν από κύκλους αστών οικονομολόγων, ή μικροαστικά καθηγητικά μαυσωλεία, δεν έχει και τόση μεγάλη σημασία.  Όταν όμως αυτό αρχίζει να γίνεται έμμονη ιδέα σε μαρξιστικούς κύκλους και οργανώσεις το ζήτημα παίρνει άλλο χαρακτήρα.

Πραγματικά είναι απορίας άξιον, πώς μια σειρά οργανώσεις που μέχρι χθες υπεράσπιζαν με πάθος την άρνηση πληρωμής του χρέους, υποχώρησαν σήμερα στην προώθηση μιας αμφισβητούμενης υπόθεσης όπως είναι η ΕΛΕ. Τι συμβαίνει; Γιατί όλα αυτά τα ζικ-ζακ και  οι απότομες στροφές στις πολιτικές θέσεις, οι οποίες αντί να ξεκαθαρίζουν προκαλούν μεγαλύτερη σύγχυση στους οπαδούς τους;

Τίποτε  όμως  δεν είναι παράξενο. Φαίνεται πως όπως στην αρχή μπήκαν χωρίς κατανόηση στο ζήτημα της υπεράσπισης της άρνησης πληρωμής χρέους, έτσι και σήμερα προσπαθούν να μας πείσουν να προπαγανδίσουμε μια θέση χωρίς καν να μπαίνουν στο κόπο να εξηγήσουν αν αυτό αφορά ζητήματα ταχτικής η στρατηγικής. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να καταλάβουμε μόνοι μας τι συμβαίνει.

Το μονοσέλιδο που κυκλοφόρησαν  λίγο καιρό πριν ξεκινήσουν την προσπάθεια για τη δημιουργία επιτροπής λογιστικού ελέγχου,  θα μας βοηθήσει για μια προσέγγιση.

Στην πρώτη παράγραφο παίρνουμε μια ιδέα. Γράφουν. «η τρέχουσα πολιτική της ΕΕ και του ΔΝΤ για την αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους έχει επιφέρει μεγάλο κοινωνικό κόστος στην Ελλάδα. Κατά συνέπεια ο ελληνικός λαός έχει δημοκρατικό δικαίωμα να απαιτήσει πλήρη πληροφόρηση όσον αφορά το χρέος που είναι δημόσιο, η εγγυημένο από το κράτος.»

Εδώ το ζήτημα τακτικής είναι φανερό, κανένας δεν μπορεί να διαφωνήσει. Όσο μεγαλώνει το «κοινωνικό κόστος» τόσο περισσότερες μάζες, από όλες τις κοινωνικές τάξεις που πλήττονται από τα μέτρα, θα μπαίνουν στον αγώνα, με το δημοκρατικό δικαίωμα να απαιτήσουν να μάθουν πως δημιουργήθηκε αυτό το χρέος. Είναι όμως έτσι;

Για να το καταλάβουμε πρέπει να παραθέσουμε τη δεύτερη παράγραφο ολόκληρη. «Ο σκοπός της ΕΛΕ θα είναι η εξακρίβωση των αιτίων του δημόσιου χρέους, των όρων με τους οποίους έχει συναφθεί, καθώς και η χρήση των δανείων. Στη βάση των συμπερασμάτων της η ΕΛΕ θα διαμορφώσει κατάλληλες προτάσεις για την αντιμετώπιση του χρέους, συμπεριλαμβανομένου του χρέους που θα αποδειχτεί παράνομο, μη νομιμοποιημένο, η απεχθές. Η επιδίωξη της ΕΛΕ θα είναι να συνδράμει την Ελλάδα ώστε να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να αντιμετωπίσει το βάρος του χρέους, επιτρέποντας παράλληλα στη χώρα να διαπραγματευτεί καλύτερα με τους πιστωτές της. Τέλος η ΕΛΕ θα επιχειρήσει να διαπιστώσει ευθύνες για τις προβληματικές συμβάσεις χρέους

Εδώ πια είναι φανερό! Η ταχτική υποχώρησε σε στρατηγική και μαζί με αυτήν, η ιδεολογία  κατρακύλησε στην υπεράσπιση της αστικής οικονομίας και κατ’ επέκταση στην υπεράσπιση της αστικής ιδεολογίας. Το χρέος υπάρχει! Πρέπει να το αναγνωρίσουμε! Θα πρέπει απλώς να λάβουμε τα κατάλληλα μέτρα για να αντιμετωπίσουμε το βάρος του. Αρκεί να εξακριβωθούν τα αίτια του έτσι ώστε να μπορέσουμε με κατάλληλες προτάσεις, να το αντιμετωπίσουμε. Η ΕΛΕ μπορεί να μας συνδράμει έτσι ώστε να  διαπραγματευτούμε καλύτερα με τους πιστωτές μας.

Θαυμάσιος προβληματισμός! Ποιος μπορεί να μας εξηγήσει όμως που διαφέρει αυτή η προβληματική από τις φωνές μερίδας αστών, αλλά και αστών οικονομολόγων τύπου Βεργόπουλου που διαφωνούν με την πολική του ΓΑΠ; Που διαφέρει αυτός ο προβληματισμός από τις παροτρύνσεις – προτάσεις ρεφορμιστών, τύπου Δραγασάκη ή Μηλιού,  περί δυνατότητας αποπληρωμής του χρέους μέσω αναδιαπραγμάτευσης?

Αλήθεια η κρίση χρέους που μαστίζει σήμερα την καρδιά του ανεπτυγμένου καπιταλισμού πρέπει να αντιμετωπιστεί με έλεγχο, έστω και δημόσιο, επειδή επιφέρει «μεγάλο κοινωνικό κόστος» στους λαούς του; Η επόμενη παράγραφος δεν μας βοηθάει και πολύ για να καταλάβουμε. Μένει μόνο στις διαπιστώσεις γεγονότων και όχι στην ανάλυση των αιτίων.

Η πραγματικότητα είναι, ότι ναι! Όσα «μέτρα» και αν παρθούν δεν θα «καταφέρουν να καθησυχάσουν τις χρηματοπιστωτικές αγορές», ούτε τα «επιτόκια δανεισμού θα πέσουν» γιατί το πρόβλημα είναι ακριβώς εκεί. Είναι στις χρηματοπιστωτικές αγορές που δεν πρόκειται να ησυχάσουν. Το πρόβλημα βρίσκεται ακριβώς  στο τεράστιο πλεόνασμα πλασματικού χρήματος που απομυζεί κάθε ικμάδα από το σύστημα και αφαιρεί κάθε δυνατότητα παραγωγικής ανάπτυξης. Η ανάγκη κερδοφορίας αυτού του τέρατος, σπρώχνει λαούς ολόκληρους στον όλεθρο, αναγκάζοντας τους να καταθέτουν στο βωμό της εξυπηρέτησης του χρέους, το σύνολο της παραγωγικής τους δύναμης μαζί με το σύνολο των πλουτοπαραγωγικών πηγών τους. Και αυτό γίνεται αδιαφορώντας αν αυτό τους οδηγεί στην καταστροφή. Αδιαφορώντας ακόμα αν με αυτό τον τρόπο συμπαρασύρει, μέσω της ύφεσης, και τον εαυτό του στον γκρεμό. Η κρίση χρέους εκδηλώνετε σήμερα για άλλη μια φορά, σε ένα πολύ μεγαλύτερο επίπεδο, Σαν μια  κρίση πλεονάσματος κεφαλαίου που  συνυπάρχει με όλο και μεγαλύτερο πλεόνασμα εργασίας. Όσο αυτά τα δύο δεν μπορούν να συνδυαστούν στην παραγωγή τόσο τα δεινά και το «κοινωνικό κόστος» θα μεγαλώνει. Το δίλημμα που μπαίνει στην εποχή μας, είναι για άλλη μια φορά ξεκάθαρο. Ή το πλεονασματικό κεφαλαίο θα καταστρέψει την εργασία και της παραγωγικές δυνάμεις, ή η εργασία θα διαγράψει το κεφάλαιο. Όλοι οι άλλοι δρόμοι οδηγούν απλός την κοινωνία σε αυταπάτες.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι στην εποχή μας δεν χρειάζονται ταχτικές ίσα- ίσα μάλιστα. Την εποχή που τα οράματα της εργατικής τάξης έχουν καταρρεύσει, οι αστικοδημοκρατικές αυταπάτες της δεν έχουν ξεπεραστεί και οι ηγεσίες της είναι διαβρωμένες απ’ το ρεφορμισμό, τα ζητήματα ταχτικής είναι κυρίαρχα. Η υπεράσπιση όλων των αστικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων της που σήμερα καταπατούνται βάναυσα από το κεφάλαιο, δεν μπαίνει καν σε συζήτηση. Από αυτό όμως,  μέχρι το να ελπίζουμε ότι υπάρχει η πιθανότητα, πληρώνοντας οποιοδήποτε τμήμα του χρέους αποφασίσει η ΕΛΕ, μπορεί να ξαναμπούμε στις αγκάλες της ανάπτυξης, τότε ναι, καλλιεργούμαι αυταπάτες.

Χαρακτηριστικό αυτής της σύγχυσης είναι η προ τελευταία παράγραφος του φυλλαδίου. Αναφέρει συγκεκριμένα.

«Για να επιτύχει το στόχο της η ΕΛΕ θα πρέπει να έχει πλήρη πρόσβαση στις συμβάσεις δημόσιου χρέους των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, συμπεριλαμβανομένων των εκδόσεων ομολόγων, αλλά και διμερούς, πολυμερούς, ή  άλλης μορφής χρέους και κρατικών υποχρεώσεων. Θα πρέπει να έχει τις απαραίτητες αρμοδιότητες για να απαιτεί σχετικά έγγραφα, να καλεί δημόσιους λειτουργούς σε κατάθεση και να εξετάζει τραπεζικούς λογαριασμούς στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Θα πρέπει τέλος, να της δοθεί επαρκές χρονικό διάστημα για να μελετήσει τις συμβάσεις και να εξάγει το πόρισμα της».

Λαμπρά!!! Μόνο που ορισμένα ερωτήματα που χρειάζονται απάντηση, αναφύονται αυτονόητα απ’ όλη αυτή την καθηκοντολογία της ΕΛΕ.

Το πρώτο ερώτημα που προκύπτει αβίαστα, είναι ότι η κυβέρνηση του ΓΑΠ δεν πρόκειται να προχωρήσει στην ίδρυση μιας τέτοιας επιτροπής. Πιστεύω ούτε καμία άλλη κυβέρνηση που δεν θα αισθάνεται την καυτή ανάσα του κινήματος στο σβέρκο της. Άρα συμπερασματικά μόνο μια κυβέρνηση με πιεστική εντολή από μια εξεγερμένη κοινωνία που απαιτεί δικαιοσύνη,  μπορεί να τη δημιουργήσει. Και προς θεού μην νομισθεί εδώ ότι μιλάμε για μια επαναστατική κυβέρνηση, αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί και κάτω από μια αμιγώς αστική κυβέρνηση. Μια απάντηση σ’ αυτό είναι αναγκαία. 

Ερώτημα δεύτερο. Πόσος χρόνος πιστεύουμε ότι θα χρειαστεί η επιτροπή για να πραγματοποιήσει όλον αυτό τον άθλο των καθηκόντων της, ένα, δύο, τρία η και περισσότερα χρόνια; Και επειδή η απάντηση δεν είναι εύκολη, προκύπτει αμέσως το τρίτο ερώτημα.

Μέχρι η επιτροπή να βγάλει το πόρισμά της, θα συνεχίσουμε να πληρώνουμε τα χρέη μας; Οι πιστωτές μας  θα έχουν την υπομονή να περιμένουν ή θα μας πιέζουν αφόρητα για την αποπληρωμή τους; Και αν ναι θα κάνουμε στάση πληρωμών περιμένοντας να βγει η απόφαση;

Ερώτημα τέταρτο. Μετά το πόρισμα της ΕΛΕ, και με όποιο ποσό αποφασίσει αυτή ότι πρέπει να πληρώσουμε επειδή δεν είναι απεχθές, με πιο πρωτογενές πλεόνασμα θα μπορέσουμε να κάνουμε «διαπραγμάτευση με τους πιστωτές μας» για να το αποπληρώσουμε; Και μην αρχίσουμε εδώ να βυζαντινολογούμε ότι παράδειγμα, με τόσο ποσοστό ανάπτυξης, θα έχουμε τόσο ποσοστό πλεονάσματος, γιατί τότε πρέπει να μας εξηγήσουν πως και σε πόσο χρόνο θα πραγματοποιηθεί αυτή η ανάπτυξη. 

Τέλος  και με βάσει όλα τα παραπάνω, προκύπτει  όχι μόνο ερώτημα, αλλά και απορία ταυτόχρονα. Γιατί θα πρέπει να πέσουμε σε όλο αυτό τον τακτικισμό; Γιατί δεν μπορούμε να προπαγανδίζουμε στην εργατική τάξη και στην κοινωνία γενικότερα την άρνηση πληρωμής του χρέους αλλά να την οδηγούμε να ψάχνει να βρει πιο είναι το επαχθές; Αν αυτό δεν είναι οπισθοχώρηση τότε τι είναι; Η δικαιολογία ότι αυτό χρησιμοποιείται σαν σκαλοπάτι για την ανάπτυξη της συνείδησης της εργατικής τάξης, μόνο γέλια μπορεί να προκαλέσει, όταν κινήματα όπως το δεν πληρώνω δεν πληρώνω ξεφυτρώνουν παντού σαν ραπανάκια.

Όσοι προτείνουν τέτοιες προπαγανδιστικές ταχτικές πιστεύοντας ότι η εργατική τάξη είναι συγχυσμένη ας κοιτάξουν το καθρέπτη τους. Δεν θα απογοητευτούν γιατί στο πρόσωπο τους θα γνωρίσουν το μέγεθος της σύγχυσης της εργατικής τάξης. Όσες αυταπάτες έχει η εργατική τάξη πιστεύοντας ότι το σύστημα έχει μέλλον, άλλες τόσες αυταπάτες έχουν και αυτοί που της προτείνουν να βρει το επαχθές χρέος, να το σβήσει και να πληρώσει το υπόλοιπο, γιατί πιστεύουν ότι ο καπιταλισμός  έχει τη δυνατότητα σήμερα να αναπτύξει παρά πέρα της παραγωγικές δυνάμεις. Οι άνθρωποι βρίσκονται ακόμα πιο πίσω και απ’ τον Κεινς, όταν έλεγε ότι είναι προτιμότερο να φτωχύνουν εκατό τραπεζίτες, παρά εκατό εκατομμύρια πληθυσμού.

 

Θέμης

 

 

ΠΗΓΗ:  Ημερομηνία καταχώρησης 09-03-2011, http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=9300

Διεθνή Συνάντηση Βερολίνου: Κεντρ. παρέμβαση

Κεντρική παρέμβαση στη Διεθνή Συνάντηση του Βερολίνου

 

Του Δημήτρη Καζάκη*


 

Συνάδελφοι,

Δεν θα ξαφνιάσουμε κανέναν αν πούμε ότι και η εργατική τάξη στην Ελλάδα, το σύνολο των εργαζομένων της χώρας, βρίσκεται στον αστερισμό της ζοφερής πραγματικότητας που όλοι περιγράφουν όταν μιλούν για παγκοσμιοποίηση, για απορρύθμιση, για «απελευθέρωση των αγορών», για ιδιωτικοποιήσεις, κοκ.

Όπως συμβαίνει παγκόσμια, έτσι και στην Ελλάδα η εργατική τάξη έχει βρεθεί μπροστά στην ανάγκη να επιβεβαιώσει με σκληρούς αγώνες ακόμη και τα πιο αυτονόητα: δουλειά για όλους, αξιοπρεπείς αμοιβές, ωράρια και συνθήκες εργασίας που δεν μετατρέπουν τους εργαζόμενους σε ανθρώπινα υποζύγια, εξασφάλιση από τα αδιέξοδα της αγοράς.

Δεν είναι καθόλου λίγοι εκείνοι σήμερα που πλημμυρίζουν με δέος και τρόμο μπροστά στις φαινομενικά ακατάβλητες δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου. Τι άλλο μπορεί να κάνει η εργατική τάξη εκτός απ’ το να βρει έναν τρόπο να «προσαρμοστεί» πιο ανώδυνα, πιο ομαλά στις νέες απαιτήσεις των μεγάλων αφεντικών; Μπορεί να τα βάλει με την παγκόσμια αγορά, με τις πολυεθνικές, με το ΔΝΤ, τον ΠΟΕ, την Παγκόσμια Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Ένωση; Ας αρκεστεί σ’ ότι μπορεί να περισώσει απ’ την λαίλαπα και ας καθίσει ήσυχα μέχρις ότου περάσει η μπόρα.

Όσοι σκέφτονται έτσι αναζητούν άλλοθι είτε σε αντιλήψεις που αντιλαμβάνονται ότι συμβαίνει ως «τετελεσμένο γεγονός», ως «αντικειμενική διαδικασία» εκ Θεού, είτε καταφεύγουν σε μια γενική αντικαπιταλιστική ρητορική, δίχως αντίκρισμα στα μέτωπα πάλης του εργατικού κινήματος.

Στη χώρα μας συνδικαλιστικές και πολιτικές δυνάμεις που αντλούν την καταγωγή τους από διαφορετικά ρεύματα του εργατικού κινήματος, συναντήθηκαν σε μια κοινή προσπάθεια ανασυγκρότησης του οργανωμένου κινήματος της εργατικής τάξης. Εκ μέρους αυτής της κοινής προσπάθειας συμμετέχουμε και εμείς στη Διεθνή Συνδιάσκεψη κατά της απορύθμισης και για τα εργατικά δικαιώματα.

Κοινή διαπίστωση μας είναι ότι βρισκόμαστε πλέον σε μια εποχή όπου το φάσμα της διαρκούς ανέχειας, της καταθλιπτικής αβεβαιότητας, της κοινωνικής περιθωριοποίησης, ακόμη και της εξαθλίωσης δεν αναγνωρίζει «άσπρα» και «μπλε» κολάρα, δεν ξεχωρίζει ανειδίκευτους, ειδικευμένους και υψηλά ειδικευμένους εργαζόμενους. Μπροστά στον οδοστρωτήρα της «απελευθέρωσης των αγορών», δεν υπάρχει πλέον καμμιά ατομική εξασφάλιση, κανένα ιδιαίτερο καθεστώς για κανένα ειδικό κοινωνικό ή επαγγελματικό στρώμα της εργατικής τάξης και των υπολοίπων εργαζομένων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που ακόμη και τα πιο υποτυπώδη κοινωνικά προγράμματα του άλλοτε γνωστού «κράτους πρόνοιας», σήμερα το ένα μετά το άλλο κρίνονται «ασύμφορα» και εξανεμίζονται.

Κι όλα αυτά συμβαίνουν με τις εργαζόμενες τάξεις να έχουν ακόμη vωπές τις αvαμvήσεις απo τις βαρύγδoυπες υπoσχέσεις της πρώτης μεταπoλεμικής περιόδoυ για «πλήρη απασχόληση», για διαρκή άvoδo του βιοτικού επιπέδου, για αvελαστικά εργατικά δικαιώματα και συvθήκες εργασίας, για «κoιvωvικό κράτoς» και «κράτoς πρόvoιας», για «κoιvωvία της ευημερίας», κοκ. Αρκούσε μόνο ο εργάτης, ο εργαζόμενος γενικά, να κοιτάζει τη δουλειά του, να κάθεται ήσυχος και πειθαρχικός, να αφήνει την «υψηλή πολιτική» στις εντεταλμένες ηγεσίες του στο συνδικάτο, στο κόμμα και την κυβέρνηση και να επιλέγει, όποτε του δίνουν την ευκαιρία, το «φως» απ’ το «σκότος», τους «καλούς» απ’ τους «κακούς» που θα τον κυβερνήσουν.

Ωστόσο, μετά την χρεοκοπία και την ανατροπή του «αντίπαλου δέους», δηλ. του υπαρκτού σοσιαλισμού, η παγκοσμιοποίηση εξέφρασε με τον πιο ολοκληρωμένο τρόπο την προσπάθεια της κυρίαρχης τάξης να κατοχυρώσει μια πλασματική εικόνα καταθλιπτικής παντοδυναμίας του παγκόσμιου συστήματος του καπιταλισμού, από το οποίο όπως και να το κατανοεί κανείς – σαν παράδεισο, σαν κόλαση ή σαν καθαρτήριο – δεν υπάρχει καμμιά πιθανότητα διαφυγής.

Η επίθεση των «διαρθρωτικών αλλαγών» δεν έχει σαν στόχο απλά και μόνο μια τερατώδη αναδιανομή ωφελειών, πλούτου και εισοδήματος σε βάρος των εργαζομένων. Αντίθετα επιδιώκει τη συνολική αποδιάρθρωση της ίδιας της εργατικής τάξης, του τρόπου που εντάσσεται στην «αγορά εργασίας», αλλά και του τρόπου που έως σήμερα εκφραζόταν και δρούσε ως οργανωμένη τάξη. Σ’ αυτή την αντιδραστική επιχείρηση τίποτε δεν μένει αλώβητο, τίποτε δεν παραμένει στο απυρόβλητο. Κάθε στήριγμα της κοινωνικής υπόστασης της εργατικής τάξης και των υπολοίπων εργαζομένων έχει μπει στο στόχαστρο της «απορύθμισης» και της «απελευθέρωσης των αγορών».

Όλα από μηδενική βάση, αυτή είναι η νέα πολεμική κραυγή διευθυντηρίων, κυβερνήσεων και καθεστωτικών πολιτικών της δεξιάς και της αριστεράς.

Πράγματι, σε μια εποχή που η εργατική τάξη αντιμετωπίζει την αναίρεση ακόμη και των πιο θεμελιωδών εγγυήσεων μιας υποφερτής διαβίωσης, δεν μπορεί παρά να επαναπροσδιορίζεται «από μηδενική βάση» απέναντι σ’ ολόκληρη την αναγκαιότητα ύπαρξης του σημερινού συστήματος σχέσεων οικονομίας και πολιτικής. Κανένα πλαίσιο δεν μπορεί να θεωρείται ανυπέρβλητο, καμμιά κατάσταση δεδομένη και ακλόνητη, τίποτε πιο ιερό και όσιο απ’ την ικανοποίηση των πιο ζωτικών αιτημάτων των εργαζομένων.

Ιστορικά η εργατική τάξη αναδύθηκε μέσα από ένα μίζερο συνοθύλευμα από διαφορετικά κοινωνικο-επαγγελματικά στρώματα, έρμαια των δυνάμεων της αγοράς, σε διαρκή εξατομικευμένο ανταγωνισμό μεταξύ τους, αλλά και με ολόκληρη την κοινωνία σαν σύνολο. Η εργατική τάξη ξέφυγε από αυτή την μίζερη κατάσταση μόνο όταν κατέκτησε την ανεξάρτητη οργάνωσή της. Κι αυτή η ανεξάρτητη οργάνωση της τάξης εκδηλώθηκε με δυο κύριες ιστορικές μορφές:

Αφενός, τη συγκρότηση των συνδικάτων, ως πρωτογενή μορφή άμεσης πρακτικής οργάνωσης του συνόλου της τάξης σ’ ένα διαρκή αγώνα για τη διεκδίκηση καλύτερων ζωής και εργασίας.

Αφετέρου, την ανάδειξη του ανεξάρτητου πολιτικού κόμματος της εργατικής τάξης, προνομιακού φορέα και πεδίου ζύμωσης της δικής της ανεξάρτητης ιδεολογίας και πολιτικής.

Η ιστορική πορεία γέννησης και άνδρωσης των δύο μορφών οργάνωσης της εργατικής τάξης υπήρξε παράλληλη, αλληλοτροφοδοτούμενη και εσωτερικά αντιφατική διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δίχως την οργάνωση και τις κατακτήσεις που απορρέουν απ’ αυτή, τόσο στο επίπεδο της καθημερινής πάλης – όπως συλλογικές συμβάσεις, κοινωνικά δικαιώματα, εργατική νομοθεσία – όσο και στο επίπεδο της ιδεολογίας και της πολιτικής, η εργατική τάξη κινδυνεύει να αποσυντεθεί, να διαλυθεί, να μεταβληθεί σε έρμαιο της καθολική απόγνωσης και απογοήτευσης. 

Σ’ αυτήν ακριβώς: Οι παραγωγικές ικανότητες της κοινωνίας δεν συγκρίνονται με καμμιά περίοδο της ιστορίας της. Μ’ αυτή την έννοια ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, η ανέχεια, η φτώχεια, η μιζέρια, η περιθωριοποίηση χάνει και τα τελευταία ερείσματα «ανεπάρκειας πόρων». Βρισκόμαστε σε μια εποχή υπερπληθώρας πόρων, και την ίδια ώρα τρομακτικών «κοινωνικών ελλειμμάτων».   

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011, http://dimitriskazakis.blogspot.com/2011/02/blog-post_825.html

Προνομιακό ζήτημα-Διορισμοί Κληρικών 21ου αι.

Το το 19ο αιώνα και η αναστολή του διορισμού των κληρικών τον 21ο αιώνα

 

Του Μητροπολίτη Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου Ανδρέα Νανάκη, Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης


 

Η Εκκλησία προϋπήρχε της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Ελληνικού Κράτους, της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και έχει την αρχή της στη Θεϊκή αποκάλυψη για τη λύτρωση του ανθρώπου από τα πάθη του, εν τω προσώπω του σαρκωθέντος και ενανθρωπισθέντος Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Τα όποια κοινωνικά σχήματα του κόσμου τούτου, μεταξύ αυτών και τα σημερινά, δηλαδή η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ελληνική Πολιτεία, είναι τα επίγεια όργανα προς την ουράνια εσχατολογική και αποκαλυπτική πορεία της Εκκλησίας, ημών των ορθοδόξων χριστιανών.

Συνεπώς, εν μέσω των περιπετειών της ιστορίας και των σχημάτων αυτού του κόσμου, πορεύεται η Εκκλησία ως σώμα Χριστού και τα μεν γήινα παρέρχονται, η δε Εκκλησία παραμένει «ν οραν καί πί γς ες τούς αώνας, ως τς συντελείας το αἰῶνος τούτου». Με αφορμή την αναστολή του διορισμού των κληρικών, από τον εξοχότατο Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κ. Γ. Ραγκούση, θα αναφερθώ σε ένα διωγμό που η Ορθόδοξη Εκκλησία αντιμετώπισε από τον Σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ το Β΄ (1876-1909) στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Είναι το γνωστό προνομιακό ζήτημα επί Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ΄ (1878-1884) και Πατριάρχου Διονυσίου του Ε΄ (1887-1891). Η Εκκλησία, στους χρόνους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οργάνωνε το βίο της ως εθναρχούσα Εκκλησία. Οι αυτοκρατορίες, βέβαια, συγκροτούσαν θεοκεντρικά συστήματα και οι κοινωνίες είχαν για κέντρο και σημείο αναφοράς τους τη θρησκεία. Οι άνθρωποι, στην αυτοκρατορία, προσδιορίζονται με βάση την θρησκευτική τους ταυτότητα. Οι εθνικές ταυτότητες και συνειδήσεις ακολούθησαν και διαμορφώθηκαν στο υπόβαθρο και τα δεδομένα των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων, που ανέκυπταν από τις θρησκευτικές συνειδήσεις και τις σύνολες κατ’ έτος εκδηλώσεις, οι οποίες εκπήγαζαν από τη θρησκευτική παράδοση. Η κοινωνία των πολιτών, με τη συνείδηση του πολίτη, ακολουθεί τις εθνικές συνειδήσεις και ταυτότητες.

Οργανωμένα, προσπαθεί να αποτελέσει τη σύγχρονη ιδεολογία του 21ου αιώνα, όπως στο 19ο και 20ο αιώνα η ιδεολογία του έθνους – κράτους. Στο 19ο αιώνα οι τότε κρατούντες στην Οθωμανική αυτοκρατορία αμφισβήτησαν και αποφάσισαν να περιορίσουν τα προνόμια του ρουμ μιλέτ, του Ορθόδοξου Γένους, που συγκροτούσαν ελληνόφωνοι, αραβόφωνοι, τουρκόφωνοι, βλαχόφωνοι και σλαβόφωνοι ορθόδοξοι χριστιανοί.

Η αρχή των προνομίων ανάγεται στην αμέσως μετά την άλωση συμφωνία του Πατριάρχη Γεννάδιου Σχολάριου με το Σουλτάνο Μωάμεθ, με την πτώση της Κωνσταντινούπολης, το 1453. Τα προνόμια αφορούσαν το πλαίσιο και τις δικαιοδοσίες με τις οποίες οι ορθόδοξοι χριστιανοί θα οργάνωναν τη ζωή τους σ’ ένα κοινωνικό σύστημα, όπου κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής προσδιορίζονταν από τις αρχές και τις αξίες του Κορανίου, του μουσουλμανικού νόμου, της σαρίας και ό,τι από αυτά προβλεπόταν για τις μονοθεϊστικές θρησκείες και ειδικά για το Χριστιανισμό. Τα προνόμια στην περιφέρεια της αυτοκρατορίας διευρύνονταν ή καταπατούνταν κατά τις βουλές των τοπικών πασάδων. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι στο σύνολό της η αυτοκρατορία δεν είχε ενιαίο σύστημα διοίκησης. Η Σάμος, η Χίος, τα Αμπελάκια, η Αίγυπτος αποτελούν ενδεικτικές αναφορές. Το 19ο αιώνα τα προνόμια εισέρχονται σε μια πορεία διεύρυνσης.

Είναι η εποχή των μεταρρυθμίσεων, τα γνωστά τανζιμάτ. Ξεκίνησαν το Νοέμβριο του 1839 με το Χάτι Σερίφ του Γκιουλχανέ, επί Σουλτάνου Αμπτούλ Μετζίτ (1839-1863) και με το Μουσταφά Ρεσίτ πασά. Η αρχή της νέας πορείας των προνομίων εδράζονταν στη δέσμευση για συνεργασία και συμπόρευση με όλους τους Οθωμανούς υπήκοους, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική τους πίστη. Τα προνόμια κορυφώνονται με το ψήφισμα των Γενικών Κανονισμών το 1856.

Το προνομιακό ζήτημα ξεκίνησε στην πρώτη πατριαρχία του Ιωακείμ του Γ΄, όταν ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ο Β΄ αποφασίζει τον περιορισμό των προνομίων που είχαν οι Χριστιανοί. Σκοπός και προοπτική του ήταν η πλήρης κατάργηση των δικαιωμάτων που είχαν να ρυθμίζουν ως μιλέτ, ως ορθόδοξη κοινότητα, δηλαδή θέματα όπως: εκπαίδευση, κλήτευση κληρικών, διαζύγια, κοινωνική πρόνοια με γηροκομεία, ορφανοτροφεία, πτωχοκομεία. Ο Ιωακείμ ο Γ΄, στις 9 Δεκεμβρίου 1883, υπέβαλε την πρώτη παραίτησή του και αποσύρθηκε στο Βαφεοχώρι.

Στις 16 Δεκεμβρίου 1883 υπέβαλε τη δεύτερη παραίτησή του και στις 29 Δεκεμβρίου 1883 παραιτήθηκε το τρίτον και οριστικά, δοθέντος ότι και το εθνικό κέντρο, η Αθήνα, δεν βοήθησε και δεν συμπαραστάθηκε στο μεγάλο εκείνο Πατριάρχη που συνέδεσε τη δεύτερη πατριαρχία του (1901-1912) με το Μακεδονικό αγώνα και άλλα σπουδαία και λαμπρά γεγονότα του Γένους μας και του Ελληνισμού. Τον διαδέχθηκε ο Ιωακείμ ο Δ΄ (1884-1886), παραιτηθέντος μετά από σοβαρά προβλήματα υγείας και εκδημήσαντος το 1887. Το ίδιο έτος Πατριάρχης εξελέγη ο Διονύσιος ο Ε΄ (1887-1897) ο οποίος, ως Μητροπολίτης Κρήτης, ξεκίνησε την οικοδόμηση και ανέγερση του μεγαλοπρεπέστατου Μητροπολιτικού ναού του Αγίου Μηνά στο Ηράκλειο. Από τον Ιούνιο του 1890 μέχρι τον Ιανουάριο του 1891 έχομε τη δεύτερη φάση του προνομιακού ζητήματος. Ο Διονύσιος ο Ε΄, στις αρχές του 1890, υπέβαλε την πρώτη παραίτησή του και τον Αύγουστο του 1890 υπέβαλε τη δεύτερη.

Στη δεύτερη φάση του προνομιακού ζητήματος, σε κοινή συνέλευση, οι κληρικοί και λαϊκοί του ορθόδοξου μιλετιού αποφάσισαν το κλείσιμο των ιερών ναών, οι οποίοι άνοιγαν μόνο για την τέλεση των κηδειών. Έμπροσθεν αυτής της δυναμικής αντίδρασης, ο Σουλτάνος υποχώρησε, με παρέμβαση του Τσάρου και των άλλων μεγάλων δυνάμεων. Οι Χριστιανοί θα συνέχιζαν να οργανώνουν και να ρυθμίζουν σε κοινοτικό πλαίσιο, με τα προνόμιά τους, την πνευματική και κοινωνική ζωή τους. Οι ναοί άνοιξαν κι έτσι εόρτασαν τελικά τα Χριστούγεννα του 1890.

Η τρίτη φάση του προνομιακού ζητήματος (1908-1914) έγινε επί Πατριάρχη Ιωακείμ του Γ΄ και Γερμανού του Ε΄ (1913-1918) και αφορούσε κυρίως την υπαγωγή των χριστιανικών σχολείων στη δικαιοδοσία του υπουργείου παιδείας της αυτοκρατορίας. Στον 21ο αιώνα και ήδη περί τα μέσα του 20ου, στο πλαίσιο του έθνους – κράτους, η Εκκλησία στην Ελλάδα είχε δικαίωμα και προνόμιο να διορίζει τους κληρικούς που χειροτονεί. Ο ιερέας, για όλους εμάς που συγκροτούμε το σώμα του Χριστού και συναπαρτίζομε τα μέλη του μυστηρίου της Εκκλησίας, είναι ο λειτουργός των θείων μυστηρίων, της χάριτος και του ελέους του Θεού, που αναπληροί τα ελλείποντα και θεραπεύει τις πνευματικές και οργανικές ασθένειες των μελών της στρατευόμενης εκκλησίας, κατά τρόπο πολλές φορές θαυματουργικό και μη υποκείμενο στην ανθρώπινη λογική.

Για τους εκτός της Εκκλησίας συνανθρώπους μας και με όποια ιδεολογία ή κοινωνικοπολιτικό σύστημα οργάνωσης συντάσσονται, μπορούμε να συμφωνήσουμε στην κοινή βάση: ότι ο ιερέας είναι κοινωνικός λειτουργός και αυτό μαρτυρείται και από το γεγονός ότι δεκάδες δεκάδων χιλιάδες γεύματα παρέχονται καθημερινά από την Εκκλησία σε αναξιοπαθούντες αδελφούς μας. Όπως, μπορούμε επίσης να συμφωνήσουμε ότι έχομε μια ευρύτατη κοινωνική πρόνοια, που ασκείται από τους ιερείς χωρίς την κρατική επιβάρυνση και σε εποχή υποχώρησης και εξασθένισης της κρατικής κοινωνικής πρόνοιας. Για παράδειγμα, στην Ιερά Μητρόπολή μας, τα καθημερινά παιδικά γεύματα, η λειτουργία του Γηροκομείου, τα άνω των χιλίων πασχαλινά δέματα, που άρχισαν ήδη να προετοιμάζονται, είναι έργο των κληρικών, των ιερέων μας.

Οι ιερείς όχι μόνο καταβάλουν τον προσωπικό τους μόχθο και την αγωνία τους, αλλά αναζητούν και δωρητές για να ενισχύσουν τους πάσχοντες, τους αναξιοπαθούντες, τους πτωχούς και νεόπτωχους των ημερών μας. Σε κάθε Μητρόπολη, επίσης, οι ιερείς με τη στήριξη ευλαβών δωρητών έχουν αναλάβει την συντήρηση των ιερών ναών, τον ευπρεπισμό τους, τη διαφύλαξη πολλών μικρών ή μεγάλων ναών, της βυζαντινής, μεταβυζαντινής περιόδου ή των νεότερων χρόνων και τη διάσωσή τους από την καταστροφή του χρόνου.

Τα πολιτιστικά μνημεία της παράδοσής μας, τα οποία παρουσιάζουν υψηλή για τον πολιτισμό μας αρχιτεκτονική, σπάνιο αγιογραφικό διάκοσμο, θαυμάσιες εικόνες, πανέμορφα ξυλόγλυπτα τέμπλα και κανδήλες, διαφυλάσσονται με τις βοηθητικές παρεμβάσεις (αναστηλώσεις, μονώσεις κ.ά.) των ιερέων μας, οι οποίοι εκτός από την κοινωνική μέριμνα, υπηρετούν κατ’ ουσίαν και ως φύλακες και συντηρητές στη διαφύλαξη των εκκλησιαστικών μας μνημείων, σε συνεργασία με τις κατά τόπους αρμόδιες κρατικές εφορείες. Για την εύρυθμη και σωστή λειτουργία του ιερού ναού είναι απαραίτητοι οι ιεροψάλτες, οι νεωκόροι, το ηλεκτρικό ρεύμα και η ύδρευση, η οικονομική τακτοποίηση των οποίων καταβάλλεται από την εκκλησιαστική κοινότητα.

Η πολιτεία επιβαρύνεται μόνο με το μισθό του εφημερίου, τον οποίο στερεί ο εξοχότατος Υπουργός Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κ. Γ. Ραγκούσης με την πρόσφατη εγκύκλιό του. Δεν θα αναφερθούμε στη μοναστηριακή περιουσία, την οποία η προϋπάρχουσα του Ελληνικού κράτους Εκκλησία έχει καλώς παραχωρήσει και αυτό το έπραξε τότε για να βοηθήσει στην οργάνωση του κράτους και για να επιλύσει μείζονα θέματα, όπως των ακτημόνων ή των προσφύγων, ούτε βέβαια θα πούμε για τα της ανταποδόσεως Εκκλησίας και Πολιτείας. Με την αναστολή του διορισμού των εφημερίων, ως Εκκλησία, αντιμετωπίζουμε μείζον θέμα, που δεν γνωρίζουμε πως θα εξελιχθεί. Με αφορμή το γεγονός αυτό καλούμεθα να προγραμματίσουμε το μέλλον μας. Στο πλαίσιο των διακριτών ρόλων, καλούμεθα να προσδιορίσουμε τις σχέσεις μας με την πολιτεία. Να διαφυλάξουμε, να διασώσουμε και να προστατέψουμε, με την Ελληνική πολιτεία ή με τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το μόνο προνόμιο που έχουμε ως ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα, να διορίζουμε ένα κληρικό. Η καταβολή από το κράτος ενός μισθού στον ιερέα, στο θρησκευτικό λειτουργό, είναι γεγονός σύνηθες και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο μισθός αυτός είναι ο οβολός της πολιτείας προς την πνευματική και πολιτιστική προσφορά των κληρικών, η οποία πανθομολογουμένως είναι πολλαπλάσια αυτής του μισθού. Προσφορά εκκλησιαστική, η οποία γίνεται χάρις στην καθημερινή οικονομική συμβολή της κοινωνίας προς την Εκκλησία. Παρ’ όλες τις ενορχηστρωμένες συναυλίες, η κοινωνία εξακολουθεί να εμπιστεύεται το θεσμό της Εκκλησίας. Για τη λειτουργία, διαφύλαξη και συντήρηση δεκάδων χιλιάδων ναών στην Ελλάδα, μνημείων του πολιτισμού και της παράδοσης, για την κοινωνική και πνευματική διακονία η Ελληνική πολιτεία, έως το 2010, κατέβαλλε ένα μισθό στους θρησκευτικούς λειτουργούς της ορθόδοξης Εκκλησίας.

Η πρόσφατη εγκύκλιος του εξοχότατου Υπουργού Εσωτερικών Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κ. Γ. Ραγκούση αναστέλλει αυτό το στοιχειώδες και βασικό εκκλησιαστικό προνόμιο – υποχρέωση του 21ου αιώνα.

 

ΠΗΓΗ:   Mar 9, 2011, http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=5090

Το νόημα της Μεγάλης Σαρακοστής

Το νόημα της Μεγάλης Σαρακοστής*

 

(+) Του πατρός Αλεξάνδρου Σμέμαν (1921-1983)


 

Πώς θα μπορούσε η Μεγάλη Σαρακοστή να έχει όχι μια απλή επιφανειακή αλλά μια αληθινή επίδραση στην ύπαρξή μας; Πώς είναι δυνατόν να εφαρμόσουμε στη ζωή μας τη διδασκαλία της Εκκλησίας σχετικά με τη Μεγάλη Σαρακοστή όπως μας μεταδίδεται κυρίως μέσα από τη λατρεία αυτής της περιόδου;

Τούτη η ζωή είναι πολύ διαφορετική από τη ζωή των ανθρώπων εκείνων που ζούσαν τον καιρό που γράφονταν αυτοί οι ύμνοι και οι ακολουθίες και συντάσσονταν οι κανόνες και τα τυπικά. Ζούσε τότε κανείς σε μια σχετικά μικρή και βασικά αγροτική κοινωνία, μέσα σ' ένα οργανωμένο ορθόδοξο κόσμο και η Εκκλησία διαμόρφωνε το γενικό ρυθμό της ζωής του. Τώρα όμως ζούμε σε τεράστια αστικά κέντρα, σε τεχνοκρατούμενες κοινωνίες, πληθωρικές στα θρησκευτικά «πιστεύω» τους με εκκοσμικευμένες απόψεις για τον κόσμο και μέσα σ' αυτές εμείς οι ορθόδοξοι αποτελούμε μια ασήμαντη μειονότητα. Η Μεγάλη Σαρακοστή δεν είναι πια «αισθητή» όπως ήταν παλιά στην Ελλάδα ή στην Ρωσία, ας πούμε. Η ερώτησή μας λοιπόν είναι πολύ ουσιαστική: πώς μπορούμε εμείς – πέρα από το να κάνουμε μια ή δυο «συμβατικές» αλλαγές στην καθημερινή ζωή μας – να τηρήσουμε τη Σαρακοστή;

Είναι φανερό, λόγου χάρη, ότι για τους πιο πολλούς από τους πιστούς το να παρακολουθούν καθημερινά τις ακολουθίες αυτής της περιόδου είναι πέρα από κάθε συζήτηση. Εξακολουθούν, φυσικά να εκκλησιάζονται την Κυριακή, αλλά, όπως έχουμε πει, τις Κυριακές της Σαρακοστής η Θεία Λειτουργία, τουλάχιστον εξωτερικά, δεν αντανακλά κάτι από τη Μεγάλη Σαρακοστή και έτσι δεν μπορεί κανείς να έχει ούτε καν την αίσθηση του λατρευτικού τυπικού της Σαρακοστής, δεδομένου μάλιστα ότι η λατρεία είναι το μόνο μέσο που μας μεταφέρει στο πνεύμα της Σαρακοστής.

Και εφ’ όσον η Σαρακοστή με κανένα τρόπο δεν χρωματίζει τον πολιτισμό στον οποίο ανήκουμε, δεν είναι ν' απορεί κανείς που αρνητικά καταλαβαίνουμε τη Σαρακοστή, δηλαδή, σαν μια περίοδο στην οποία απαγορεύονται μερικά πράγματα, όπως το κρέας, τα λίπη, οι χοροί και οι διασκεδάσεις. Η συνηθισμένη ερώτηση: «τι προσπαθείς να στερηθείς τούτη τη Σαρακοστή;» συνοψίζει τέλεια την αρνητική προσέγγιση της Σαρακοστής.

Σαν Θετική προσέγγιση, θεωρείται η αντίληψη ότι η Σαρακοστή είναι ο καιρός για την πραγματοποίηση της ετήσιας «υποχρέωσης» της Εξομολόγησης και της θείας Κοινωνίας («… και όχι αργότερα από την Κυριακή των Βαΐων...» έγραφε ένα φυλλαδιάκι μιας ενορίας). Και αφού εκπληρωθεί αυτή η υποχρέωση τότε το υπόλοιπο της Σαρακοστής φαίνεται να χάνει όλα τα θετικά νοήματα.

Έτσι είναι φανερό ότι έχει αναπτυχθεί μια, μάλλον βαθιά, διαφωνία ανάμεσα στο πνεύμα ή τη «θεωρία» της Σαρακοστής, που προσπαθούμε να σκιαγραφήσουμε με βάση τη λατρεία, και στην κοινή και συνηθισμένη αντίληψη που επικρατεί και υποστηρίζεται όχι μόνο από τους λαϊκούς αλλά ακόμα και από τους ίδιους τους κληρικούς. Γιατί είναι πάντοτε πολύ πιο εύκολο να περιορίσεις κάτι πνευματικό μέσα σε κάτι τυπικό παρά ν' αναζητήσεις το πνευματικό μέσα στο τυπικό.

Μπορούμε να πούμε, χωρίς καμιά υπερβολή, ότι αν και η Μεγάλη Σαρακοστή “τηρείται" ακόμα, όμως έχει χάσει την επίδρασή της στη ζωή μας, σταμάτησε να είναι το λουτρό της μετανοίας και της ανανέωσης που είχε σαν σκοπό της, σύμφωνα με τη λειτουργική και πνευματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Αλλά τότε, μπορούμε άραγε να ξαναβρούμε και να ξανακάνουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή μια πνευματική δύναμη για την καθημερινή πραγματικότητα της ύπαρξής μας;

Η απάντηση σ' αυτή την ερώτηση εξαρτάται πρώτα πρώτα – θα έλεγα και μοναδικά – από το αν επιθυμούμε να πάρουμε στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή ή όχι. Όσο και αν είναι νέες ή διαφορετικές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούμε σήμερα, όσο και αν είναι πραγματικές οι δυσκολίες και τα εμπόδια που υψώνονται από το σύγχρονο κόσμο μας, τίποτε απ' αυτό δεν αποτελεί αμετάκλητο εμπόδιο, τίποτε δεν κάνει τη Μεγάλη Σαρακοστή «αδύνατη».
Η πραγματική αιτία για την οποία βαθμιαία χάνουμε την επίδραση της Σαρακοστής στη ζωή μας βρίσκεται βαθύτερα. Είναι η δική μας συνειδητή ή ασυνείδητη μείωση της θρησκείας σε ένα επιπόλαιο τυπικισμό και συμβολισμό, πράγμα που αποτελεί ακριβώς το ξεστράτισμα και μετριάζει τη σοβαρότητα των απαιτήσεων της θρησκείας από τη ζωή μας, την αίτηση για δέσμευση και προσπάθεια. Αυτή η μείωση, θα πρέπει να προσθέσουμε, είναι, κατά κάποιο τρόπο, ιδιόμορφη στην Ορθοδοξία. Οι χριστιανοί της Δύσης, Καθολικοί ή Προτεστάντες, όταν αντιμετωπίζουν αυτό που εκείνοι θεωρούν «αδύνατον» αλλάζουν την ίδια τη θρησκεία, την «προσαρμόζουν» στις νέες συνθήκες έτσι ώστε να την κάνουν «εφαρμόσιμη». Πρόσφατα, λόγου χάρη, είδαμε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία πρώτα να ελαττώνει τη νηστεία στο κατώτατο όριο και ύστερα να την ξεφορτώνεται τελείως.

Με σωστή και δικαιολογημένη αγανάκτηση, καταγγέλλουμε μια τέτοια «προσαρμογή» σαν προδοσία της χριστιανικής παράδοσης και σαν περιορισμό στο ελάχιστο της χριστιανικής πίστης. Και πραγματικά, η αλήθεια και η δόξα της Ορθοδοξίας είναι ότι δεν «προσαρμόζεται» και δεν συμβιβάζεται με τις χαμηλότερες επιδιώξεις και δεν κάνει το Χριστιανισμό «εύκολο». Αυτό είναι η δόξα για την Ορθοδοξία αλλά φυσικά, όχι για μας, τους ορθόδοξους.

Δεν είναι σήμερα, ούτε και χθες, αλλά πολύ παλιότερα που βρήκαμε ένα τρόπο να συμφιλιώνουμε τις απόλυτες απαιτήσεις της Εκκλησίας με την ανθρώπινη αδυναμία μας και αυτό δεν γίνεται μόνο με «απώλεια του προσώπου» αλλά και με πρόσθετες αφορμές για αυτοδικαίωση και ήσυχη συνείδηση.
Ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι η εκπλήρωση αυτών των απαιτήσεων συμβατικά, και ο συμβολικός τυπικισμός που διαποτίζει σήμερα όλη τη θρησκευτική μας ζωή. Έτσι, λόγου χάρη, δε θα σκεπτόμασταν ποτέ να αναθεωρήσουμε τη Λειτουργία μας καί τους μοναστικούς κανονισμούς της –  Θεός φυλάξοι! – θα συνεχίζαμε όμως να ονομάζουμε την ακολουθία της μιας ώρας «ολονύκτια αγρυπνία» και υπερήφανα θα εξηγούσαμε ότι αυτή είναι η ίδια ακολουθία που έκαναν οι μοναχοί στη Λαύρα του Αγίου Σάββα τον 9ο αιώνα!
Σε σχέση με τη Μεγ.Σαρακοστή, αντί να κάνουμε ουσιαστικές ερωτήσεις – «τι είναι νηστεία; ή «τι είναι Σαρακοστή»; – εμείς ικανοποιούμαστε με τα σύμβολά της. Στα εκκλησιαστικά περιοδικά και φυλλάδια εμφανίζονται συνταγές για «ένα υπέροχο νηστήσιμο πιάτο»! Μπορεί ακόμα η ενορία και να συγκεντρώσει μερικά πάρα πάνω χρήματα οργανώνοντας ένα καλοδιαφημισμένο «σαρακοστιανό γεύμα».

Είναι τόσα πολλά εκείνα που στις εκκλησίες μας εξηγούνται συμβολικά σαν ενδιαφέροντα, πολύχρωμα και διασκεδαστικά έθιμα και παραδόσεις, σαν κάτι δηλαδή που μας δένει όχι τόσο πολύ με το Θεό και με μια νέα ζωή «εν Αυτώ», όσο με το παρελθόν και τις συνήθειες των προγόνων μας, ώστε γίνεται όλο και περισσότερο δύσκολο να διακρίνουμε πίσω απ' αυτά τα λαϊκά έθιμα τη σοβαρότητα της θρησκείας σε όλη της την έκταση.

Θέλω να τονίσω ότι δεν υπάρχει τίποτε το άσχημο στα διάφορα έθιμα. Όταν αυτά πρωτοεμφανίστηκαν ήταν τα μέσα με τα οποία η κοινωνία μπορούσε να δείξει ότι έπαιρνε στα σοβαρά τη θρησκεία. Τότε τα έθιμα δεν ήταν σύμβολα, αλλά η ίδια η ζωή. Αυτό που συνέβηκε πάντως ήταν το ότι καθώς άλλαξε η ζωή και έπαψε λίγο λίγο η θρησκεία να τη διαμορφώνει στην ολότητά της, λίγα από τα έθιμα διασώθηκαν σαν σύμβολα ενός τρόπου ζωής που δεν υπήρχε πια. Και αυτό που διασώθηκε ήταν εκείνο που, αφ' ενός είναι έντονα ζωντανό και αφ' ετέρου είναι λιγότερο δύσκολο.

Ο πνευματικός κίνδυνος εδώ είναι ότι σιγά σιγά αρχίζει κανείς να καταλαβαίνει τη θρησκεία σαν ένα σύστημα από σύμβολα και έθιμα μάλλον παρά να ερμηνεύει όλα αυτά σαν μια πρόκληση για πνευματική ανανέωση και προσπάθεια.

Μεγαλύτερη είναι η προσπάθεια που γίνεται για να προετοιμάζονται νηστίσιμα φαγητά ή για το πασχαλινό τραπέζι, παρά για τη νηστεία και τη συμμετοχή στην πνευματική πραγματικότητα του Πάσχα. Αυτό σημαίνει ότι, όσο τα έθιμα και οι παραδόσεις δε συνδεθούν και πάλι με τη γενική θρησκευτική αντίληψη από την οποία προέρχονται, όσο δηλαδή δεν παίρνουμε στα σοβαρά τα σύμβολα, η Εκκλησία θα παραμένει χωρισμένη από τη ζωή και δεν θα την επηρεάζει καθόλου. Αντί να παριστάνουμε με σύμβολα την «πλούσια κληρονομιά» μας καιρός είναι ν' αρχίσουμε να την ενσωματώνουμε στην καθημερινή ζωή μας.

Το να πάρουμε λοιπόν στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή σημαίνει ότι θα τη θεωρούμε, πρώτα απ' όλα με την πιο βαθιά έννοια, μια πνευματική πρόκληση που απαιτεί αντίδραση, απόφαση, πρόγραμμα και συνεχή προσπάθεια. Και ακριβώς για το λόγο αυτό, όπως ξέρουμε, θεσπίστηκαν από την Εκκλησία οι εβδομάδες προετοιμασίας για τη Μεγάλη Σαρακοστή. Η περίοδος αυτή είναι καιρός για δράση, για απόφαση, για προγραμματισμό. Και ο καλύτερος και ευκολότερος τρόπος είναι ν' ακολουθήσουμε την καθοδήγηση της Εκκλησίας που είναι η μελέτη και ο στοχασμός πάνω στα πέντε ευαγγελικά θέματα που μας προσφέρονται τις πέντε Κυριακές της περιόδου πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή.

Τα θέματα αυτά είναι: η διακαής επιθυμία (Ζακχαίος), η ταπείνωση (Τελώνης και φαρισαίος), η επιστροφή από την εξορία (Άσωτος), η κρίση (Κυριακή της Απόκρεω) και η συγχωρητικότητα (Κυριακή της Τυροφάγου). Αυτές οι ευαγγελικές περικοπές δεν διαβάζονται μόνο και μόνο για ν’ ακουστούν στην Εκκλησία. Σκοπός είναι να τις «πάρω μαζί μου στο σπίτι» και να στοχαστώ πάνω σ' αυτές σχετίζοντάς τις μάλιστα με τη ζωή μου, την οικογενειακή μου κατάσταση, τις επαγγελματικές υποχρεώσεις μου, το ενδιαφέρον μου για τα υλικά πράγματα, τις σχέσεις μου με τους συγκεκριμένους ανθρώπους με τους οποίους ζω. Αν σ' αυτή την προσπάθεια περισυλλογής προσθέσει κανείς και την προσευχή αυτής της περιόδου: «της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλαις ζωοδότα…» και τον ψαλμό 136 «επί των ποταμών της Βαβυλώνος εκεί εκαθήσαμεν...» μπορεί να καταλάβουμε τι σημαίνει να «νιώθεις ότι είσαι με την Εκκλησία», και πώς μπορεί μια λειτουργική περίοδος να χρωματίσει τη καθημερινή ζωή.

Επίσης είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να διαβάσει κανείς κάποιο θρησκευτικό βιβλίο. Ο σκοπός δε αυτού του διαβάσματος δεν είναι μόνο ν' αυξήσουμε τις θρησκευτικές γνώσεις μας είναι βασικά να καθαρίσουμε το μυαλό μας απ' όλα όσα συνήθως το πλημμυρίζουν. Είναι πραγματικά απίστευτο πόσο στο μυαλό μας συνωστίζονται όλων των ειδών οι έννοιες, τα ενδιαφέροντα, οι αγωνίες και οι εντυπώσεις και πόσο ελάχιστο έλεγχο ασκούμε πάνω σ' όλα αυτά.

Διαβάζοντας ένα θρησκευτικό βιβλίο συγκεντρώνουμε την προσοχή μας σε κάτι εντελώς διαφορετικό από το συνηθισμένο περιεχόμενο των σκέψεών μας• δημιουργείται έτσι μια άλλη διανοητική και πνευματική ατμόσφαιρα. Όλα αυτά, φυσικά, δεν είναι «συνταγές» ίσως να υπάρχουν άλλοι τρόποι για να προετοιμαστεί κανείς για τη Σαρακοστή.

Το βασικό σημείο είναι ότι, στη διάρκεια αυτής της περιόδου βλέπουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή σαν να βρίσκεται σε κάποια απόσταση, σαν κάτι δηλαδή που ακόμα έρχεται και που μας το στέλνει ο ίδιος ο Θεός σαν ευκαιρία για αλλαγή, για ανανέωση, για εμβάθυνση, και ότι παίρνουμε αυτή την επερχόμενη ευκαιρία πολύ στα σοβαρά.

Έτσι, όταν την Κυριακή της Συγγνώμης αφήνουμε το σπίτι μας και πάμε στον Εσπερινό, μπορεί να είμαστε έτοιμοι να κάνουμε δικά μας – έστω και για λίγο –  τα λόγια από το Μεγάλο Προκείμενο που ανοίγει τη Μεγάλη Σαρακοστή:

Mη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από του παιδός σου, ότι θλίβομαι…

 

*Απόσπασμα του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν από το βιβλίο του Μ. Σαρακοστή (εκδ. Ακρίτας) με θέμα το νόημα της Μ. Σαρακοστής στη ζωή μας σήμερα.


Πηγή: ΘΑΝΟΣ ΕΥΗ kookfamily, Το είδα: Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011, http://amethystosbooks.blogspot.com/2011/03/blog-post_09.html

«Αμμοθύελλα» στη Σαουδαραβία

«Αμμοθύελλα» στη Σαουδαραβία

 

Του Γιώργου Δελαστίκ


 

Κάτι δεν πάει καθόλου καλά για τον βασιλικό οίκο των αλ Σαούντ στην Ανατολική Επαρχία της Σαουδικής Αραβίας – εκεί δηλαδή που βρίσκεται πάνω από το 80% των πετρελαϊκών κοιτασμάτων της χώρας. Στο σαουδαραβικό βασίλειο η απόλυτη μοναρχία ανέκαθεν απαγόρευε όχι μόνο την ύπαρξη πολιτικών κομμάτων, αλλά ακόμη και τις πολιτικές συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις.

Παρόλα αυτά όμως στις 25 Φεβρουαρίου εκατοντάδες νεαροί Σαουδάραβες στις άγνωστες στο εξωτερικό πόλεις της Ανατολικής Επαρχίας Κατίφ και Σάφουα, όπως και στην Αουαμίγια, διαδήλωσαν με αίτημα την απελευθέρωση 12 πολιτικών κρατουμένων.

Τα άτομα αυτά η σαουδαραβική ασφάλεια τα έχει συλλάβει πριν από… δεκαπέντε (!) χρόνια ως δήθεν υπόπτους συμμετοχής σε βομβιστική επίθεση που είχε γίνει εναντίον αμερικανικής βάσης στο αλ Τζομπάρ και είχε 19 Αμερικανούς πεζοναύτες νεκρούς, το 1996. Αυτοί οι 12 συνελήφθησαν τότε, αλλά επειδή δεν βρέθηκαν στοιχεία εναντίον τους, παραμένουν έκτοτε φυλακισμένοι χωρίς ποτέ να παραπεμφθούν σε δίκη!

Την ίδια ημέρα, ο Σαουδάραβας σιίτης μουλάς Ταουφίκ αλ Αμίρ ζήτησε κατά τη διάρκεια της προσευχής την εγκαθίδρυση συνταγματικής μοναρχίας στη χώρα, καθώς και την εξίσωση των δικαιωμάτων της σουνιτικής πλειοψηφίας και της σιιτικής μειοψηφίας στη Σαουδική Αραβία. Δύο 24ωρα αργότερα ο μουλάς αυτός είχε συλληφθεί από την Ασφάλεια. Με ανησυχία και εκνευρισμό περιμένουν οι σαουδαραβικές αρχές ασφαλείας την Παρασκευή 11 Μαρτίου. Αγνωστη ομάδα έχει καλέσει μέσω Φέισμπουκ σε «Ημέρα Οργής» και μέχρι την Παρασκευή που πέρασε πάνω από 18.000 άτομα είχαν υιοθετήσει την έκκληση αυτή, αν και μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει γνωστό πού θα γίνουν συγκεντρώσεις, οι οποίες είναι εξ ορισμού απαγορευμένες.

Το τεράστιο πρόβλημα για τον Σαουδάραβα βασιλιά είναι πως στην Ανατολική Επαρχία η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι σιίτες, ενώ στο σύνολο της Σαουδικής Αραβίας το ποσοστό των σιιτών δεν υπερβαίνει το 15%. Σιίτες είναι η πλειοψηφία του πληθυσμού και στο μικρό νησιωτικό κρατίδιο του Μπαχρέιν, όπου έχουν ήδη ξεσηκωθεί για να διώξουν τον σουνίτη μονάρχη Χαμάντ μπιν Ισά αλ Χαλίφα. Είτε πετύχουν τον στόχο τους είτε σφαγούν από την αστυνομία και τον στρατό του Μπαχρέιν, η τύχη της θα προκαλέσει σίγουρα αναστάτωση στον σιιτικό πληθυσμό της Σαουδαραβίας που ζει δίπλα τους και συνδέεται με πολλούς συγγενικούς και οικογενειακούς δεσμούς μαζί τους.

Ακόμη χειρότερα για τον βασιλικό οίκο των αλ Σαούντ, στην άλλη πλευρά των βόρειων συνόρων της Ανατολικής Επαρχίας κατοικούν εκατομμύρια σιίτες του Ιράκ, έτοιμοι να περάσουν κατά εκατοντάδες χιλιάδες τα σύνορα ένοπλοι για να βοηθήσουν τους σιίτες Σαουδάραβες, αν ο βασιλιάς Αμπντάλα επιχειρήσει να προχωρήσει σε σφαγές, σε περίπτωση που ο σιιτικός πληθυσμός της Σαουδαραβίας ξεσηκωθεί είτε επηρεαζόμενος από τις εξελίξεις στο Μπαχρέιν είτε για δικούς του λόγους. Και λόγους να ξεσηκωθεί η σιιτική μειονότητα της Σαουδαραβίας έχει πολλούς, καθώς η σουνιτική πλειονότητα της χώρας τούς φέρεται φρικτά, με αποτέλεσμα οι σιίτες Σαουδάραβες, παρόλο που στις δικές τους περιοχές υπάρχει όλο σχεδόν το πετρέλαιο της χώρας, να είναι πάρα πολύ φτωχότεροι από τους σουνίτες ομοεθνείς τους και να ζουν πολύ χειρότερα και εξαιρετικά καταπιεσμένοι. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, απέναντι από την Ανατολική Επαρχία της Σαουδαραβίας είναι το σιιτικό Ιράν με τα 70 και πλέον εκατομμύρια κατοίκους του, το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν θα μείνει αμέτοχο σε περίπτωση εξέγερσης των σιιτών της Σαουδικής Αραβίας ? και βεβαίως ως κράτος έχει τεράστιες δυνατότητες άμεσης και συγκαλυμμένης παρέμβασης, ακόμη και εξοπλίζοντας στρατιές σιιτών του Ιράκ!

Με άλλα λόγια, αν ξεσπάσει εξέγερση των σιιτών της Σαουδαραβίας, θα γίνει πραγματική κόλαση παγκοσμίων διαστάσεων με το πετρέλαιο να εκτοξεύεται ούτε και ξέρει κανείς στις πόσες εκατοντάδες δολάρια το βαρέλι! Ο Σαουδάραβας βασιλιάς Αμπντάλα ανακοίνωσε αύξηση κατά 15% των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, αυξημένα στεγαστικά δάνεια και ελάφρυνση των οικογενειακών χρεών των σαουδαραβικών οικογενειών ξοδεύοντας συνολικά ένα πακέτο 35 και πλέον δισεκατομμυρίων δολαρίων σε φιλολαϊκά μέτρα, ελπίζοντας έτσι να αποτρέψει την απειλούμενη κοινωνική έκρηξη και στη Σαουδική Αραβία. Παράλληλα όμως αυξάνεται η πίεση εκ μέρους της σαουδαραβικής κοινωνίας κατά της απολυταρχίας. Πάνω από 2.500 επιφανείς Σαουδάραβες με επικεφαλής τον κορυφαίο θεολόγο της χώρας Σαλμάν αλ Αουντάκ υπέγραψαν κοινή δήλωση με την οποία ζητούν συνταγματική μοναρχία και πολιτικές ελευθερίες, ενώ χωριστή δήλωση με πιο προωθημένα αιτήματα υπέγραψαν 580 φιλελεύθεροι Σαουδάραβες διανοούμενοι.

 

ΕΦΙΑΛΤΗΣ: Απειλή πολέμου ΗΠΑ κατά Αράβων

 

Η μοναρχία της Σαουδαραβίας θα φέρει τον κόσμο ολόκληρο στο χείλος εφιαλτικών εξελίξεων, αν επιχειρήσει να σφάξει τους Σαουδάραβες σιίτες της πετρελαιοφόρου Ανατολικής Επαρχίας της χώρας αντί να τους δώσει ισονομία και ελευθερίες. Η βέβαιη ανάμειξη Ιράκ και Ιράν σε μια τέτοια περίπτωση, θα οδηγήσει τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ να καταλάβουν στρατιωτικά τις σαουδαραβικές πετρελαιοπηγές για να διασφαλίσουν τη ροή πετρελαίου προς τη Δύση. Έτσι όμως θα απειλήσουν να προκαλέσουν γενικευμένο πόλεμο της Δύσης με τους Άραβες και το Ιράν, εμπλέκοντας στη σύρραξη στρατιωτικές δυνάμεις εκατομμυρίων ανδρών! Εφιαλτικό σενάριο με υπαίτιο το απολυταρχικό σαουδαραβικό καθεστώς, σύμμαχο των ΗΠΑ…

 

ΠΗΓΗ: "ΕΘΝΟΣ", «E» 8/3/2011, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11826&subid=2&pubid=56556963

Με βουλιμία και χαμέρπεια, του Γιάννη Ποτ.

Με βουλιμία και χαμέρπεια

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου


 

Σαλπίζει του κέρδους η βουλιμία

                   και εξέρχονται τα τέρατα

απ’ τη μήτρα της φιδομάνας  

                                          εξουσίας

στεφανωμένα μαύρα σύννεφα

                   και λάγνα αδηφαγία

Υποκριτές και τοκογλύφοι

             δούλοι της χαμέρπειας

στον μυστικό δείπνο της κρίσης

μοιράζονται τα ιμάτιά μας

 

Ένστολοι άγγελοι ρομφαιοφόροι

                                     της απώλειας

συνήχθησαν  στις παρόδους

                                     των λεωφόρων

Και πρόβλεψε ο προφήτης:

Θα ρεύσει και πάλι στην άσφαλτο

                                    το αίμα των αμνών

που εξύβρισαν την θεόσταλτη τάξη

 

Ο αιματοβαμμένος Ωρίων

                               στήνει το δόκανο

και αχνίζει το αίμα της άρκτου

                               στο λευκό χιόνι

 

Τα βογγητά της τιμιότητας

                     κοσμούν τα πεζοδρόμια

Καθώς  κατρακυλά απ’ τα μάτια

                      το αναίτιο δάκρυ

Τότε είναι που δραπετεύουν

                      απ τ’ ανοιχτό πουκάμισο

μια χούφτα όνειρα

                       και ζητούν εκδίκηση

 

Θα φύγουν και φέτος τα χελιδόνια

                          με την πείνα στα μάτια

Καθώς τα ένστολα ρόπαλα

                           συντρίβουν το δίκιο

 

Όμως αντιλαλούν οι κεραυνοί

                            της νότιας καταιγίδας

που σαρώνει την έρημο

                             με τα ξυπόλυτα  πόδια

Θρυμματισμένη στους δρόμους

                             η βούλησή μας

                            

Τη μαζεύει η χαλκέντερη ιστορία

να ράψει το πουκάμισο

                                     του μέλλοντος

 

Αφού αμέτρητα τα λάβαρα

                                        της οργής

που ευωδιάζουν την προοπτική μας

Αφού αρίφνητα τα χέρια,

                         που δένονται γροθιές

και διεκδικούν το μέλλον

 

Έφτασαν

μεσσίες, προφήτες και ντελάληδες

                  να ωριμάσουν τους καιρούς

Κι ο βροντόηχος κεραυνός

                  στέλνει σημάδι ανοξείδωτο

 

                                           6 Μαρτίου 2011, Γιάννης Ποταμιάνος

ΕΛΛΑΔΑ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ

ΕΛΛΑΔΑ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ:

 Τα τμήματα του μηχανισμού στήριξης, η ανεπάρκεια των κεφαλαίων του, οι ανάγκες της Ελλάδας για το 2011, οι τράπεζες, καθώς επίσης λύσεις για το χρέος, τα ελλείμματα και το δανεισμό της χώρας μας

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Ο ευρωπαϊκός μηχανισμός διάσωσης ύψους 750 δις €, ο οποίος ψηφίσθηκε στις 10 Μαΐου του 2010 από τους 27 υπουργούς οικονομικών της ΕΕ, όταν η Ελλάδα «αναγκάσθηκε» να καταφύγει στη βοήθεια των ΔΝΤ-ΕΕ, αποτελείται από τα εξής τρία «μέρη»:

 

(α)  Το σημαντικότερο «τμήμα» του είναι η συμμετοχή όλων των χωρών της Ευρωζώνης, οι οποίες ίδρυσαν τον «Ευρωπαϊκό μηχανισμό διευκόλυνσης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας» (EFSF), με έδρα το Λουξεμβούργο. Η συγκεκριμένη εταιρεία ειδικού σκοπού έχει τη δυνατότητα, με τη βοήθεια της έκδοσης ομολόγων, να χρηματοδοτείται από τις «αγορές», με στόχο την ενίσχυση των χωρών-μελών της Ευρωζώνης. Για την έκδοση αυτών των ομολόγων, εγγυώνται τα κράτη της ζώνης του Ευρώ (με εξαίρεση την Ελλάδα και την Ιρλανδία, μέχρι στιγμής), για το συνολικό ποσόν των 440 δις €.

(β)  Έως και 60 δις € τώρα προσφέρονται από τον «Ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας» (EFSM), μέσω του οποίου η Κομισιόν (η ΕΕ των 27 δηλαδή), μπορεί να συνάψει δάνεια από τις αγορές – για να τα διοχετεύσει στις αδύναμες χώρες.    

(γ)  Το ΔΝΤ είναι το τρίτο μέρος του ευρύτερου μηχανισμού στήριξης, αφού ανέλαβε την υποχρέωση να συμμετέχει με το 50% των χρημάτων που θα διατίθενται κάθε φορά από το μηχανισμό – επομένως, συνολικά μέχρι 250 δις €.

Εν τούτοις, τα χρήματα που μπορούν να διατεθούν, είναι στην πραγματικότητα πολύ λιγότερα από 750 δις € – γεγονός στο οποίο οφείλονται οι απόψεις, σχετικά με το ότι δεν θα φτάσουν, εάν υποχρεωθεί και η Ισπανία (η Πορτογαλία θεωρείται δεδομένη) να καταφύγει στο μηχανισμό στήριξης. Ο λόγος είναι πως για τα 440 δις € εγγυώνται όλες οι χώρες – όχι μόνο δηλαδή αυτές που διαθέτουν αξιολόγηση ΑΑΑ. Οι εταιρείες αξιολόγησης λοιπόν, για να βαθμολογήσουν με ΑΑΑ το μηχανισμό (γεγονός που θα σήμαινε ότι, θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από τις αγορές με χαμηλό επιτόκιο), απαιτούν περισσότερα χρήματα σαν εγγύηση. Στην αντίθετη περίπτωση, αξιολογούν με ΑΑΑ μόνο τα ποσά εκείνα, με τα οποία εγγυώνται οι χώρες με ΑΑΑ αξιολόγηση – δηλαδή, «επιτρέπουν» να χρηματοδοτηθεί (να εκδώσει ομόλογα, με χαμηλά επιτόκια), μόλις με 250 δις € και όχι με 440 δις €.

Επομένως, οι δύο «μηχανισμοί» (EFSF και EFSM), μπορούν να δανεισθούν μόνο 250 δις € και 60 δις € αντίστοιχα (συνολικά 310 δις €) από τις «αγορές». Με το ΔΝΤ λοιπόν να καλύπτει το 50% (155 δις €), το ποσόν που τελικά μπορεί να διατεθεί με χαμηλά επιτόκια, δεν ξεπερνάει τα 465 δις €.  Με διαφορετικές μεθόδους (όπως για παράδειγμα η υποχρέωση του μηχανισμού να διατηρεί το 20% σε ρεζέρβες, έτσι ώστε να αξιολογείται με ΑΑΑ, καθώς επίσης η αντίστοιχη υποχρέωση των χωρών που λαμβάνουν στήριξη, να συμμετέχουν με 20%), οι οικονομολόγοι της BNP Paribas, καθώς επίσης άλλων τραπεζών, υπολογίζουν το ποσόν του μηχανισμού στα 473 δις €.

Με δεδομένο τώρα το ότι, οι συνολικές κεφαλαιακές ανάγκες της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας (η Ελλάδα έχει χρηματοδοτηθεί με διακρατικά δάνεια και όχι από το μηχανισμό) υπολογίζονται, μέχρι τα τέλη του 2013, στα 310 δις €, μία μεγάλη ομάδα, αποτελούμενη από 190 γερμανούς οικονομολόγους, υποστήριξε πως ο μηχανισμός δεν έχει ανάγκη από επί πλέον κεφάλαια – τάχθηκε δηλαδή εναντίον της περαιτέρω ενίσχυσης του μηχανισμού, με την αιτιολογία ότι, υπερκαλύπτει σημαντικά τις ενδεχόμενες ανάγκες και των τριών χωρών μαζί.

Δυστυχώς όμως (κάτι που ισχύει και για τη χώρα μας, όπως θα αναλύσουμε στη συνέχεια), οι γερμανοί οικονομολόγοι, δεν έλαβαν υπ’ όψιν τις επί πλέον ανάγκες που θα μπορούσαν να προκύψουν για τα τρία κράτη – προερχόμενες από τα ετήσια ελλείμματα των προϋπολογισμών τους. Υπολογίζοντας τα ελλείμματα στο 3% επί του ΑΕΠ της εκάστοτε χώρας, κάθε χρόνο έως και το 2013, το ποσόν τοποθετείται στα 124 δις €. Επομένως, οι ανάγκες τους θα διαμορφώνονταν στα 310 δις € (υφιστάμενα ομόλογα), συν 124 δις € (ελλείμματα) – συνολικά στα 434 δις  (πηγή: FTD) Κατ’ επέκταση, ο μηχανισμός των 473 δις € υπερκαλύπτει μόλις κατά 10% τις πιθανές ανάγκες χρηματοδότησης των τριών «υποψηφίων» χωρών – αυτών δηλαδή, οι οποίες ενδεχομένως θα έπρεπε να χρηματοδοτηθούν (η Ιρλανδία έχει υπαχθεί ήδη στο μηχανισμό).

Ένα επόμενο στοιχείο που δεν συνυπολόγισαν, είναι οι πιθανές ανάγκες των τραπεζικών ιδρυμάτων των χωρών αυτών, τα οποία ενδεχομένως θα χρειασθεί να ενισχυθούν από το δημόσιο τομέα τους – ειδικά όσον αφορά την Ιρλανδία, αλλά και την Ισπανία, η οποία υπολογίζεται ότι θα πρέπει να ενισχύσει τουλάχιστον με 100 δις € τις τοπικές τράπεζες της. Στην περίπτωση λοιπόν που τυχόν συμβεί κάτι τέτοιο, το ποσόν του μηχανισμού στήριξης δεν είναι σε θέση να τα καλύψει – ιδιαίτερα εάν συναντήσει προβλήματα η Ιταλία, το δημόσιο χρέος της οποίας υπερβαίνει το 120% του ΑΕΠ της ή το Βέλγιο (δημόσιο χρέος περί το 100% του ΑΕΠ).

 

Η ΕΛΛΑΔΑ

 

Όπως έχουμε επανειλημμένα τονίσει, η δανειοδότηση μας από τους ΔΝΤ-ΕΕ, μεταθέτει απλά το πρόβλημα επαυξημένο στο μέλλον – το αργότερο δηλαδή στη χρονική εκείνη στιγμή που θα κληθούμε να πληρώσουμε τα 110 δις €, επιβαρυμένα με τοκογλυφικά επιτόκια. Ο Πίνακας Ι, ο οποίος συμπεριλαμβάνει τη (τότε) λήξη των ομολόγων του Ελληνικού δημοσίου, καθώς επίσης τα δάνεια των ΔΝΤ-ΕΕ είναι χαρακτηριστικός: 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Λήξη Ομολόγων 2010-2013, με ημερομηνία καταγραφής τις 29.04.2010, σε δις € – προγραμματισμός εκταμίευσης μηχανισμού στήριξης

 

Έτος

Λήξη ομολόγων συνολικά

Δάνεια ΔΝΤ-ΕΕ

 

 

 

2010

15,80

38,00

2011

31,30

40,00

2012

31,70

24,00

2013

24,90

8,00

 

 

 

Σύνολο

103,70

110,00

Πηγή: Bloomberg – Υπουργείο Οικονομικών (προσχέδιο προϋπολογισμού)

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Σύμφωνα με τον Πίνακα Ι, ο δανεισμός της Ελλάδας από το μηχανισμό στήριξης για τα έτη 2010-2013, εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο την αποπληρωμή των πιστωτών της – αφού λήγουν ομόλογα συνολικής αξίας 103,7 δις € και δανείζεται 110 δις € (τα 110 δις € του ταμείου στήριξης, είναι ουσιαστικά τα 103,7 δις € που χρωστάμε, συν τους τόκους τους). Επομένως, όλα όσα ακούγονται περί δανεισμού της χώρας μας για την πληρωμή συντάξεων, μισθών κλπ. είναι απολύτως ανακριβή, εάν όχι σκόπιμα ψευδή. Τα χρήματα παρέχονται εμφανώς με στόχο τη διάσωση των ευρωπαϊκών τραπεζών, αφού αυτές είναι οι κύριοι δανειστές μας – πόσο μάλλον όταν, στις ανάγκες χρηματοδότησης της χώρας μας, δεν έχουν συμπεριληφθεί τα ελλείμματα του προϋπολογισμού, τουλάχιστον για το χρονικό διάστημα που θα απαιτηθεί για την κάλυψη τους. 

Ειδικά όσον αφορά το 2010, εισπράξαμε 38 δις € από το μηχανισμό στήριξης (μαζί με τα 6,5 δις € του Ιανουαρίου), ενώ έληγαν ομόλογα ύψους 15,8 δις € – οπότε, εισπράξαμε 22,2 δις € περισσότερα. Επομένως, το έλλειμμα του προϋπολογισμού μας το 2010 (περί τα 23 δις €), καλύφθηκε από το συγκεκριμένο δανεισμό μας.

Σύμφωνα τώρα με την εισηγητική έκθεση του κρατικού προϋπολογισμού για το 2011, οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας για το συγκεκριμένο έτος (διαφοροποιούνται συνεχώς, σαν αποτέλεσμα των ελλειμμάτων, των τόκων, του βραχυπρόθεσμου δανεισμού, της «αναδιαμόρφωσης» των κρατικών χρεών κλπ) είναι οι εξής (Πίνακας ΙΙ):  

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Χρηματοδοτικές ανάγκες κρατικού προϋπολογισμού 2011 σε εκ. €

 

Έλλειμμα κρατικού προϋπολογισμού

20.857

Χρηματοδότηση φορέων με ειδικά ομόλογα

420

Ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας

2.000

Συμμετοχή σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου τραπεζών κλπ

51

Χρεολύσια μεσομακροπρόθεσμου χρέους

28.130

Πρόβλεψη εξόφλησης βραχυπρόθεσμου χρέους

18.000

 

 

Σύνολο χρηματοδοτικών αναγκών

69.458

 

 

Χρηματοδότηση από

 

Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου

420

Μηχανισμό Στήριξης*

46.500

Βραχυπρόθεσμο δανεισμό

22.538

 

 

Σύνολο δανεισμού

69.458

* Ουσιαστικά είναι 40 δις €, όπως στον Πίνακα Ι. Διαμορφώθηκαν στα 46,5 δις € επειδή λάβαμε καθυστερημένα τη δόση από την ΕΕ, τον Ιανουάριο του 2011.

Πηγή: Προϋπολογισμός 2011, σελίδα 74

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως διαπιστώνουμε από τον Πίνακα ΙΙ, η Ελλάδα θα χρειασθεί τουλάχιστον 22,54 δις € επί πλέον αυτών που θα λάβει (εκτός απροόπτου) από το μηχανισμό στήριξης. Εκτός αυτού, εάν τυχόν υπάρξει κάποια επείγουσα ανάγκη ενίσχυσης των τραπεζών εκ μέρους του ελληνικού δημοσίου, θα έπρεπε να έχει τη δυνατότητα να ανταπεξέλθει – προφανώς με επί πλέον δανεισμό.

Χωρίς να επεκταθούμε σε περαιτέρω λεπτομέρειες, έχουμε την άποψη ότι, κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί – πόσο μάλλον όταν τα επιτόκια δανεισμού, έτσι όπως διαμορφώνονται διεθνώς για τη χώρα μας (spreads), είναι αδύνατον να «εξυπηρετηθούν». Επομένως η Ελλάδα, αφενός μεν δεν είναι εύκολο να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες της για το 2011 (για τα επόμενα έτη επίσης, αφού τα ελλείμματα θα συνεχίσουν – ακόμη και αν εξέλθουμε από την ύφεση, γεγονός για το οποίο αμφιβάλλουμε πάρα πολύ), αφετέρου αδυνατεί να ανταπεξέλθει, σε ενδεχόμενη ενίσχυση των τραπεζών (Πίνακας ΙΙΙ).

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Δάνεια έτους 2010 – Παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου

 

Τράπεζα

Εγγυήσεις

Ίδια Κεφάλαια*

Εγ/Ίδ. Κεφ.**

 

 

 

 

Εθνική Τράπεζα

8.765.600.000

8.224.161.000

106,58%

EFG Eurobank

7.770.000.000

5.486.000.000

141,63%

Alpha Τράπεζα

4.867.000.000

4.775.572.000

101,91%

Τράπεζα Πειραιώς

4.576.500.000

3.238.154.000

141,33%

Αγροτική Τράπεζα

648.600.000

1.353.604.000

47,91%

Attica Bank

215.000.000

582.812.039

36,89%

Proton Bank

149.400.000

321.371.000

46,49%

 

 

 

 

Σύνολο

26.992.100.000

23.981.671.039

112,55%

*   Την 31.12.2009

** Εγγυήσεις προς Ίδια Κεφάλαια (μετοχικό και αποθεματικά)

Σημείωση: Η Eurobank, καθώς επίσης η Πειραιώς εισέπραξαν τα περισσότερα (σχεδόν 1,5 φορές τα ίδια κεφάλαια τους), ακολουθούμενες από την Εθνική και την Άλφα. Οφείλουν να υπολογισθούν οι πρόσφατες αυξήσεις κεφαλαίου της Εθνικής, καθώς επίσης της Πειραιώς, για την ολοκλήρωση της εικόνας.

Πηγή: Προϋπολογισμός 2011 – σελ. 175  / Ισολογισμοί των τραπεζών (Ν)

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙΙ, η «ρευστότητα» που χορηγήθηκε στις τράπεζες το 2010 ήταν ύψους 26,99 δις € – ποσόν δηλαδή που υπερβαίνει τα Ίδια Κεφάλαια τους κατά 12,55%. Από την άλλη πλευρά βέβαια, οι Ελληνικές τράπεζες κατέχουν περίπου 56 δις € ομόλογα του Ελληνικού δημοσίου (πηγή: Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, Δεκέμβριος 2010). Το γεγονός αυτό μάλλον «συνηγορεί» υπέρ της μελλοντικής ενίσχυσης τους – πρόκειται για τα επί πλέον 30 δις € που ανακοινώθηκαν, έτσι ώστε να «καλυφθούν» ουσιαστικά τα ομόλογα του δημοσίου.

Η αναγκαιότητα αυτή είναι ενδεχομένως ακόμη μεγαλύτερη, ειδικά λόγω των υψηλοτέρων επισφαλειών που προβλέπονται από τα καταναλωτικά και λοιπά δάνεια – ελπίζοντας πως θα παραμείνουν σχετικά σταθερές οι τιμές των ακινήτων στην Ελλάδα, καθώς επίσης ότι, οι τράπεζες δεν θα συναντήσουν ιδιαίτερα προβλήματα στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.   

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Συμπερασματικά λοιπόν, οι πιθανότητες μίας ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας αυξάνονται καθημερινά ενώ, εάν δεν συμβεί κάποιο «θαύμα» στη σύνοδο κορυφής του Μαρτίου, η Ελλάδα θα οδηγηθεί στην καταστροφή – παρά τα τεράστια διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα που είχε (ίσως έχει ακόμη) στο παρελθόν, τα οποία δυστυχώς «εξανέμισε» η κυβέρνηση μας, επιλέγοντας να «επαιτεί» αντί να απαιτεί, στην Ουάσιγκτον των Η.Π.Α. και ιδίως της Ευρώπης (Βερολίνο).

Κατά την άποψη μας, με δεδομένο το ότι η ανάπτυξη δεν φαίνεται πια εφικτή, υπό τις σημερινές παγκόσμιες συνθήκες (υπερχρέωση της δύσης, κοινωνικές αναταραχές στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, πετρέλαιο, αυξήσεις τιμών κλπ), η λύση του προβλήματος της Ελλάδας δεν είναι άλλη, από την «εκδίωξη» του ΔΝΤ και την αποπληρωμή του συνολικού δημοσίου χρέους της σε 40 ισόποσες ετήσιες δόσεις, με επιτόκιο ίσο με αυτό που δανείζονται οι τράπεζες – με το βασικό της ΕΚΤ (1%).

Στην περίπτωση αυτή, οι ετήσιοι τόκοι για το σύνολο των χρεών μας (περί τα 340 δις €, εκ των οποίων τα 100 δις € ανήκουν σε Έλληνες – τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία, αμοιβαία, ιδιώτες), θα ήταν περίπου 3,4 δις € το πρώτο έτος (μειούμενοι στη συνέχεια), ενώ τα χρεολύσια 8,5 δις € το χρόνο – συνολικά 11,9 δις €. Εάν από το έλλειμμα του 2011 (20,857 δις €), αφαιρέσουμε τους τόκους (15,92 δις €) και προσθέσουμε τα «νέα τοκοχρεολύσια» (11,9 δις €), το συνολικό ποσόν που θα απέμενε για χρηματοδότηση θα ήταν 16,837 δις € συν περίπου 2,5 δις € (ταμείο σταθερότητας κλπ) – οπότε γύρω στα 19,34 δις € (το έλλειμμα του 2011 θα διαμορφωνόταν στα 8,34 δις € σαν αποτέλεσμα των χαμηλότερων τόκων, ή στο 3,65% του προϋπολογιζόμενου ΑΕΠ των 228.408 εκ. € για το 2011).

Αυτά τα 19,34 δις € θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν με την έκδοση Εθνικών ομολόγων σε ετήσια βάση (εσωτερικός δανεισμός), έως εκείνο το χρονικό σημείο που θα καλύπτονταν από τα πλεονάσματα του προϋπολογισμού (σωστή αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, μείωση των περιττών κρατικών δαπανών, φορολόγηση των «εμπορικών» πολυεθνικών επί του τζίρου κλπ) – κάτι που θα μπορούσε να επιτευχθεί, εάν βέβαια επανερχόταν η αισιοδοξία στην Ελλάδα, μέσα από την προοπτική για το μέλλον (εξόφληση του χρέους σε 40 έτη, με 1%), καθώς επίσης εάν κέρδιζε η Πολιτεία την εμπιστοσύνη των Πολιτών της.

Όλα όσα αναφέρονται λοιπόν, σε σχέση με την επιμήκυνση των 110 δις €, με την επαναγορά χρέους κλπ, είναι εντελώς εκτός πραγματικότητας (με εξαίρεση ίσως την άμεση διαγραφή 40-50% του χρέους). Το πρόβλημα της χώρας μας δεν είναι το τι θα συμβεί μετά το 2013, αλλά το πώς θα εξασφαλισθεί σήμερα ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός των 22,54 δις € (Πίνακας ΙΙ), ή 1,88 δις € μηνιαία (με αρχή τον Ιανουάριο του 2011), έτσι ώστε να εξοφλούνται οι μηνιαίες υποχρεώσεις του κράτους μας (μισθοί, συντάξεις κλπ) – υποθέτοντας φυσικά ότι, με εντολή του ΔΝΤ προηγούνται οι δανειστές μας (28 δις € χρεολύσια, συν τους τόκους).

Κατά την άποψη μας, εάν δεν περιορισθούν οι τόκοι και δεν διακανονισθεί το συνολικό δημόσιο χρέος, οι πιθανότητες επίλυσης του προβλήματος σήμερα είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Εάν η κυβέρνηση μας είχε ενεργοποιηθεί σωστά και έγκαιρα, καθώς επίσης εάν δεν είχαμε υποχρεωθεί στην «υφεσιακή» πολιτική του ΔΝΤ, η Ελλάδα θα είχε μεν δυσκολίες, αλλά δεν θα αντιμετώπιζε αδιέξοδα – πόσο μάλλον την απειλή της χρεοκοπίας.  

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 04. Μαρτίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

                                         

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2300.aspx

Σύγχρονοι Γέροντες I

Σύγχρονοι Γέροντες

 

Του αγιορείτη μον. Μωυσή


 

Θεωρώ τον εαυτό μου ιδιαίτερα τυχερό που γνώρισε κάποιους πριν από λίγα χρόνια κοιμηθέντες ρασοφόρους. Πρόκειται για τους πατέρες Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο, Παΐσιο Αγιορείτη, Πορφύριο Καυσοκαλυβίτη, Εφραίμ Κατουνακιώτη, Νικόλαο Μπεκατώρο και Αιμιλιανό Σιμωνοπετρίτη, που μου έδωσε το μέγα σχήμα των μοναχών. Με βοήθησαν πολύ στη ζωή μου, ιδιαίτερα ο τελευταίος.

Μ’ έμαθαν να ξέρω γιατί ζω, την ωραιότητα του Θεού, το μυστήριο της ελευθερίας του ανθρώπου και τον σεβασμό του κάθε προσώπου, να μη λέω ψέματα στον εαυτό μου, να προασπίζομαι την αλήθεια με αγάπη. Με απομάκρυναν με τρόπο και διάκριση από έναν τρόπο ζωής δίχως βαθύ νόημα και ιερό σκοπό.  Έναν τρόπο που ζουν πολλοί σαν υπνωτισμένοι μπροστά στην τηλεόραση ή με το πώς βλέπουν και βιώνουν τη ζωή, την ίδια τη ζωή τους.  Έχουν κλείσει τα μάτια της ψυχής τους, για να δουν και να χαρούν το αληθινό φως.

Μερικές φορές δημιουργείται ένας μύθος και μία υπερβολή από κάποιους για ορισμένους γέροντες. Αυτό είναι λάθος σοβαρό σε βάρος των τιμίων αυτών προσώπων. Θεωρούν ότι μεγεθύνοντας τους γεροντάδες τους ανεβαίνουν και των δικών τους πνευματικών μετοχών τα ποσοστά. Ούτε φυσικά πάλι επιτρέπεται οι ίδιοι οι γέροντες να παρασύρονται κάποτε σε προσωποπαγείς, συναισθηματικές και νοσηρές σχέσεις και καταστάσεις. Οι γέροντες να συνδέουν τους ανθρώπους τους πάντοτε με τον Χριστό και όχι με τα πρόσωπά τους. Στην πνευματική ζωή χρειάζεται υπέρβαση, γενναιότητα και θυσιαστικότητα.

Ένας γέροντας και κατ’ επέκταση ένας πνευματικός-εξομολόγος δεν θα πρέπει να δεσμεύει ασφυκτικά τα πρόσωπα, αλλά να τα εμπνέει με το βιωμένο του παράδειγμα, με τη διακριτική νουθεσία του, τη σεμνότητα, την ταπείνωση και την προσευχή του, όπως οι παραπάνω αναφερθέντες. Αναγνωρίζονται για τη διάκριση, τη χαρισματιούχα ζωή τους, την προσευχή τους και την αγάπη τους. Αγαπούσαν πολύ τον Χριστό και τον πάσχοντα συνάνθρωπο.  Όλοι οι γέροντες δεν είναι όσιοι. Δεν είναι ορθό επίμονα και βιαστικά να θέλουμε να τους θέσουμε τα φωτοστέφανο της αγιότητας. Για να δοξαστούμε κι εμείς.

Ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος από τη Μεσσηνία σπούδασε θεολογία αριστεύοντας. Υπήρξε πνευματικός πατέρας σπουδαίος πολλών πιστών που τον εκτιμούσαν βαθύτατα. Ο λόγος του είχε ακρίβεια, εγκυρότητα, τεκμηρίωση, σοβαρότητα, υπευθυνότητα, καθαρότητα και πιστότητα. Ο γνωστότατος γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης γεννήθηκε στα Φάρσαλα της Μ. Ασίας, μεγάλωσε στην Κόνιτσα της Ηπείρου και μόνασε για πολλά έτη στο Άγιον  Όρος. Η μακρά του άσκηση του έδωσε εμπειρία και χαρίσματα, με τα οποία βοηθούσε πολλούς πολύ. Το ίδιο και ο μακαριστός Γέροντας Πορφύριος, που μικρός ήλθε από την Εύβοια στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων, απ’ όπου και το προσωνύμιό του, και λόγω σοβαρού κλονισμού της υγείας του πήγε στην Αθήνα, όπου επί σαράντα χρόνια παρέμεινε ασκητής, μοιράζοντας θεϊκά δώρα σε πολλούς θλιμμένους και πονεμένους.

Ο γέροντας Εφραίμ αγωνίστηκε επί δεκαετίες στα απαράκλητα Κατουνάκια, υπακούοντας, γηροκομώντας τους γεροντάδες του, εργαζόμενος σκληρά και προσευχόμενος ακατάπαυστα. Ο λόγος ήταν βιωματικός, πειστικός, κατανυκτικός και εγκάρδιος. Ο π. Νικόλαος Μπεκατώρος γεννήθηκε από έλληνες γονείς στη Ρωσία και πολλά υπέστη ως νέος ιερεύς από τους άθεους κυβερνώντες και τα όργανά τους. Πήγε στην Αθήνα και κατόπιν στην Αμερική, όπου έγινε στοργικός πνευματικός πατέρας Ελλήνων, Ρώσων, Αμερικανών και άλλων, τους οποίους σαγήνευε με τη γνήσια ειλικρίνεια, πραότητα και ταπείνωσή του.

Ο γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης, που ζει άρρωστος βαριά στο μοναστήρι της Ορμύλιας, που ίδρυσε ο ίδιος και έχει σήμερα 120 μοναχές, διακρίθηκε για τη σοφία, την εμπειρία, τη γνώση των ιερών θεσμών, την εμβάθυνση στ’ άδυτα της ανθρώπινης ψυχής, την ανάλυση θεμάτων υψηλών και σπουδαίων. Πρόκειται για μια σπάνια και εξαιρετική μορφή αληθινού ανθρώπου του Θεού.

Οι γέροντες απομυθοποιημένοι, αφτιασίδωτοι και γνήσιοι έχουν να καταθέσουν βαρυσήμαντο λόγο στις μεγάλες δυσκολίες των καιρών και των ανθρώπων.

 

ΠΗΓΗ: http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=1776