Για τη σημασία των βουλευτικών εκλογών της 6ης Μαΐου

Για τη σημασία των βουλευτικών εκλογών της 6ης Μαΐου, το στρατηγικό ερώτημα και την αμηχανία της Αριστεράς

 

Των Κανελλή Δημήτρη, Στόμη Παγώνας, Χήτα Λάμπρου*

 

1. Από πολιτική άποψη βρισκόμαστε σε μια οριακή στιγμή. Όλη η ενέργεια που απελευθερωνόταν από τις σημαντικότατες λαϊκές και εργατικές κινητοποιήσεις του προηγούμενου διαστήματος, μοιάζει να συμπιέζεται πλέον εκρηκτικά μέσα στη βουβή προετοιμασία της αστικής κοινοβουλευτικής εκλογικής διαδικασίας. Μοιάζει αυτή η πολιτική μουγκαμάρα της δημοκρατίας fast food που επιβάλλεται στη χώρα, σαν την προσωρινή σιωπή που κάνει η χύτρα ταχύτητος, όταν της έχουν αφαιρέσει την βαλβίδα εκτόνωσης.

Είναι σαφές πως η συνεχιζόμενη αθλιότητα των συνεχών εκβιαστικών διλημμάτων που θέτει στον ελληνικό λαό το ΔΝΤ, η ΕΕ και η ντόπια ολιγαρχία των τραπεζών του πολιτικού κατεστημένου και των media, φάνει σε ένα ποσοτικό όριο πέραν του οποίου, η ταχύτητα των πολιτικών εξελίξεων θα είναι ραγδαία και εκρηκτική.

Δύο ανοιχτά ενδεχόμενα υπάρχουν πέρα από αυτό το πολιτικό όριο που ζούμε σήμερα:

Α) Είτε η αστική κοινοβουλευτική διαδικασία θα αποκαταστήσει την πολιτική νομιμοποίηση της νεοφιλελεύθερης επέλασης: της εσωτερικής υποτίμησης, της ολοκληρωτικής αποπτώχευσης του ελληνικού λαού, της συντριβής των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθερίων των εργαζομένων, του γενικευμένου εθνικού κοινωνικού και πολιτισμικού αποπληθωρισμού.

Β) Είτε το μεγάλο νεοφιλελεύθερο πείραμα της «αυτόβουλης» υποδούλωσης και της απελπισμένης αυτοχειρίας ενός ολοκλήρου λαού στο ναό του ΕΥΡΩ και των τραπεζικών κερδών, θα έχει αποτύχει. Μαζί θα έχει δεχτεί συντριπτική ήττα και το γαλλογερμανικό σχέδιο οικονομικής κατίσχυσης όλων των λαών της Ευρώπης. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο εάν συμβεί, αναγκαστικά θα ελευθερώσει σημαντικές πολιτικές δυναμικές τόσο για την ελληνική κοινωνία όσο και για το σύνολο των λαών της Ευρώπης αμφισβητώντας ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα του καπιταλιστικού χρήματος και του νεοφιλελευθερισμού.

 

2. Συνεπώς αυτή η εκλογική αναμέτρηση ενέχει σήμερα μια τεράστια πολιτική σημασία. Σε πείσμα εκείνων των αριστερών αναλυτών που περιφρονούν την σημασία της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, η ιστορία πάντα πρωτότυπη, επιλέγει σε αυτήν τη χρονική στιγμή, η πορεία ενός ολόκληρου λαού να καθορίζεται από μια εκλογική διαδικασία με πανευρωπαϊκή πολιτική διάσταση και σημασία. (Σχετικά δείτε και την συνέντευξη του Παναγιώτη Λαφαζάνη στην ΙΣΚΡΑ: «Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 6ης ΜΑΗ»). Αν το σκεφτούμε καλύτερα θα διακρίνουμε ότι δεν υπήρχε και άλλος τρόπος. Η εκλογική διαδικασία σταδιακά αναδεικνυόταν ως το πεδίο μιας συνολικής ταξικής αναμέτρησης με καθοριστική πολιτική σημασία και συνεπώς ως μια αναπόφευκτη πρόκληση για τις δυνάμεις της αριστεράς.

Άλλωστε η αυταρχική θωράκιση του κράτους απέναντι στα λαϊκά κινήματα, η συνεχής διαφυγή των κυβερνήσεων των μνημονίων στην ωμή αστυνομική βία ως πρακτική επίλυσης όλων των πολιτικών προβλημάτων, αποτέλεσαν πολιτικές επιλογές οι οποίες βάθαιναν συνεχώς το έλλειμμα πολιτικής νομιμοποίησης τους. Συνεπακόλουθα η εκλογική διαδικασία σταδιακά αναδεικνυόταν ως η μοναδική επιλογή για τον αστικό συνασπισμό προκειμένου να διατηρήσει μια δυναμική ηγεμονίας. Αυτή η επιλογή του κράτους, το να μετατρέπει σε κόλαση αστυνομικής βίας, κάθε αυθόρμητη αγωνιστική εκδήλωση του λαού και η ταυτόχρονη επιλογή της συντριβής της εργατικής τάξης με ποσοστά ανεργίας που θυμίζουν τις προπολεμικές κρίσεις των δύο παγκοσμίων πολέμων, αναγκαστικά ανέδειξε και μια τάση για συνεχή αναβάθμιση των πολιτικών διλημμάτων και εκβιασμών. Το εκβιαστικό δίλλημα «ευρώ ή χάος» σταδιακά εγκαταστάθηκε μέσα από την ρητορεία του αστικού πολιτικού προσωπικού ως το σύγχρονο πολιτικό ανάλογο του «Καραμανλής η Τανκς». Πρόκειται για ανοιχτό εκβιασμό και απροκάλυπτη απειλή για τις λαϊκές μάζες. Από την άποψη αυτή το πολιτικό σύστημα επιλέγει τη συνεχή αναβάθμιση των πολιτικών επίδικων και διλημμάτων που θέτει. Η επιβολή ενός καθεστώτος αστυνομικής και κοινωνικής βίας από τη μια, σημαίνει και την ανάγκη για γενική πολιτική επικράτηση και την αναγκαστική επένδυση στο στοίχημα της στρατηγικής αμηχανίας των αντιπάλων του.

Ήδη σε πολύ σύντομο χρόνο και ομολογουμένως με μεγάλο δείκτη ελαστικότητας και αποτελεσματικότητας, το πολιτικό σύστημα μπόρεσε να δημιουργήσει το νέο «κόμμα» (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ και τραπεζιτών), ως την ναυαρχίδα του στόλου του και ταυτόχρονα να προετοιμάσει ένα σύνολο εφεδρικών-γεννόσημων κομμάτων προκειμένου να συμπληρώσει την πολιτική του αρμάδα και να ελέγξει εκλογικά τη λαϊκή δυσαρέσκεια (ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ κ.λ.π.)

Στη γενική κατεύθυνση της εκλογικής προετοιμασίας του πολιτικού συστήματος, δεν πρέπει να αγνοήσουμε την αλλαγή βάρδιας που γίνεται και στο χώρο της ακροδεξιάς με την ενίσχυση της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ, ως μια δύναμης που να μπορεί να δοκιμάζει να αναχαιτίζει το λαϊκό κίνημα με όρους ξενοφοβικού «ανορθόδοξου πολέμου» όπως επίσης κα την πειθάρχηση του ΛΑΟΣ σε ελάχιστα ποσοστά και με τον ταυτόχρονο μνημονιακό εξορθολογισμό του οικονομικού πολιτικού του προγράμματος (υπό την πολιτική επιτροπεία του Κύρτσου).

Σε αυτό το κλίμα δεν είναι τυχαία και η συστηματική επίθεση στην αριστερά, η προσπάθεια ανακοπής της επιρροής της, οι συνεχείς εμφυλιοπολεμικές αναφορές. Αστυνομική βία απέναντι σε κάθε ριζοσπαστικό σκίρτημα και συνεχής αναβάθμιση του στρατηγικού χαρακτήρα των πολιτικών διλημμάτων. Αυτή είναι η πολιτική επιλογή των αστικών επιτελείων. Δεν χωρεί πλέον καμία αμφιβολία πως η επαύριο των εκλογών θα είναι κόλαφος για τις λαϊκές μάζες, εφόσον αυτές ηττηθούν πολιτικά.

 

3. Σε αυτό το τοπίο και προχωρώντας προς τις εκλογές της 6ης Μαΐου είναι πλέον φανερό πως το μεγάλο μέρος των δυνάμεων της αριστεράς (όλων των ιστορικών ρευμάτων) δεν μπορούμε να υπερβούμε την στρατηγική μας αμηχανία. Παρ΄ όλη την δυναμική που αναδείχτηκε από το λαϊκό κίνημα, παρόλη τη συντριβή της κυβέρνησης Παπανδρέου στις πλατείες και τις παρελάσεις και την αναπάντεχη φθορά της κυβερνητικής εφεδρείας της ΝΔ, εντούτοις κανένας από τους βασικούς πόλους της αριστεράς δεν μπόρεσε να το τροφοδοτήσει και να τροφοδοτηθεί με τρόπο ικανό ώστε να αντιπαρατεθεί στην αστική επίθεση. Η όποια δημοσκοπική ανάπτυξη της εκλογικής επιρροής της αριστεράς δε σημαίνει σε καμία περίπτωση και απάντηση των στρατηγικών ερωτημάτων της περιόδου. Γι' αυτό άλλωστε και αυτή η δημοσκοπική ανάπτυξη παραμένει περιορισμένη σε σχέση με τις πραγματικές δυνατότητες που επιτρέπει η συνολική, η «οργανική» κρίση των σχέσεων εκπροσώπησης του αστικού πολιτικού συστήματος.

Από την πλευρά του ΚΚΕ, η αύξηση του πολιτικού πήχη από τον αντίπαλο συνεχίζει να απαντιέται με ένα ιδιότυπο στρουθοκαμηλισμό που βλέπει τον αποδεκατισμό των δικαιωμάτων τη εργατικής τάξης ως μια ειδικού τύπου αυτοαναφορική δικαίωση και ως μια ευκαιρία για την διάλυση όλων των άλλων εκδόχων της αριστεράς, σε μια διαδικασία υπερμελλοντικής οργάνωσης της «Λαϊκής Εξουσίας». Η πολιτική του «Πέντε κόμματα δυο Πολιτικές» στις σημερινές συνθήκες μεταφράζεται σε αδυναμία ανάληψης κάθε πολιτικής πρωτοβουλίας και την εμπέδωση μιας φοβικής στάσης απέναντι στα κινήματα.

Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται ότι η ταλάντευση και η στρατηγική αμηχανία της προηγούμενης περιόδου και η αδυναμία ιεράρχησης ενός συνεκτικού αριστερού πολιτικού λόγου, σταδιακά αντικαθίσταται (για την πλειοψηφική ομάδα) από μια κατεύθυνση όπου αναμένει την αστική τάξη να επαναπροσδιορίσει τη στάση της σε προοδευτικότερη κατεύθυνση. Μοιάζει ως να αναμένει την όποια προοδευτική κοινωνική εξέλιξη όχι από την ριζοσπαστική δράση του λαού και της αριστεράς, αλλά μέσα από την ενδυνάμωση των αντιφάσεων της αστικής κίνησης. Κατ' ελάχιστον είναι ανεδαφικό, το να θεώρει κάποιος ότι σε αυτήν την συγκυρία μπορεί να προστατευτεί το λαϊκό εισόδημα και η απασχόληση, να γίνει στάση πληρωμών στο ληστρικό χρέος, να ανοίξει ένας κύκλος παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας και να παραμένουμε ταυτόχρονα και στο ευρώ, δηλαδή σε συμφιλίωση με την κυρίαρχη αστική επιλογή. Συνεπώς η όποια επίκληση ενότητας και πρόταση συνεργασίας που γίνεται από τον ΣΥΡΙΖΑ προς την αριστερά, φέρει ταυτόχρονα και μια συντηρητική στόχευση που μοιάζει να απευθύνεται στην αντίθετη εντελώς κατεύθυνση, εφόσον αυτή δεν περιλαμβάνει ως βασικό της στοιχείο την ανάγκη της πολιτικής και κινηματικής προετοιμασίας του λαού σε μια διαδικασία πολιτικών τομών και ρήξεων εντός της ελληνική κοινωνίας, διαδικασία αναγκαστική, εφόσον αναγκαστική είναι και σύγκρουση με την ευρωζώνη.

Στα πλαίσια αυτά, καμία αξία δεν μπορεί να έχει η όποια κυβερνητική στρατηγική της αριστεράς όσο ριζοσπαστικά και αν εκφέρεται, εφόσον δεν μπορεί να στηρίζεται σε ένα ρωμαλέο λαϊκό κίνημα ιδεολογικά προετοιμασμένο για τις αντιφάσεις που ενέχει μια αλλαγή κατεύθυνσης για τη χώρα. Συνεπώς η άρνηση (της πλειοψηφικής ομάδας) του ΣΥΡΙΖΑ να αναφερθεί στην ανάγκη της ρήξης με το ευρώ και της ΕΕ, καθώς και η άρνηση της ρητής απαίτησης για διαγραφή του χρέους, εν τέλει σημαίνει άρνηση της σύγκρουσης με τους βασικούς πυλώνες της αστικής ιδεολογικής επέλασης. Είναι αφελές το να πιστεύει κάποιος πως το στοιχειό αυτό δεν γίνεται αντιληπτό από τα λαϊκά στρώματα και πως αυτή η πολιτική φυγομαχία δεν συμβάλει τελικά στη νομιμοποίηση της αστικής ρητορείας και την εξουδετέρωση της αριστερής δυναμικής. Το γεγονός αυτό τελικά συμβάλει στην μείωση εν τέλη της αξιοπιστίας κάθε εναλλακτικής αριστερής και ριζοσπαστικής στρατηγικής.

Από την άλλη μεριά, μέσα σε αυτό το τοπίο και η πολιτική πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπόρεσε να αλλάξει τα δεδομένα. Χωρίς παλμό, χωρίς βηματισμό, χωρίς πρωτοβουλίες άμεσων αποφασιστικών και ειλικρινών πολιτικών κινήσεων που να προσπαθούν να συσπειρώσουν τις πολιτικές και κοινωνικές δυναμικές της αντίστασης. Σε αυτήν τη συγκυρία η ΑΝΤΑΡΣΥΑ φαίνεται να σκορπά την ευκαιρία που αντικειμενικά είχε, να αποτελέσει τον πολιτικό καταλύτη μιας ανατρεπτικής ριζοσπαστικής και ενωτικής διαδικασίας εντός της αριστεράς. Η συνεχής ταλάντευση ανάμεσα στην ανάγκη να βαθύνει το προγραμματικό περιεχόμενο μιας αναγκαίας ριζοσπαστικής πολιτικής πρότασης με γειωμένες χωροχρονικές συντεταγμένες και στην έμφυτη ενόρμηση για αποφυγή των δύσκολων ερωτημάτων διαμέσου της ευκολίας του επαναστατικού βερμπαλισμού, τελικά την οδηγεί στο να παραμένει στα όρια της πολιτικής καταγραφής των ιστορικών οργανώσεων που την απαρτίζουν.

Αντικειμενικά τα όποια θετικά στοιχεία προκύπτουν, από την πολιτική διακήρυξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με άξονες τη στάση πληρωμών προς τους δανειστές, τη διαγραφή του χρέους, την εθνικοποίηση των τραπεζών και του νομίσματος, την προστασία του λαϊκού εισοδήματος, της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας, αυτά εξανεμίζονται ακριβώς τη στιγμή που αδυνατεί να τα μετουσιώσει σε προγραμματικό πλαίσιο με το οποίο να μπορεί να συγκροτεί πολιτικές συμμαχίες και συνεργασίες.

 

4. Ειδικότερα για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι αναγκαίο να επισημάνουμε πως όλη αυτή η αμηχανία που διαφάνηκε στην θετική απάντηση του ΜΕΤΩΠΟΥ Α&Α και την τελική άρνηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην πρόταση εκλογικής και πολιτικής συνεργασίας (την οποία υποτίθεται πως η ίδια είχε αρχικά κάνει), τελικά δείχνει ακριβώς τα πολύ στενά πολιτικά όρια αυτού του πολιτικού χώρου.

Όλος αυτός ο τρόπος της «ιεροεξεταστικής» αξιολόγησης της ιστορικής διαδρομής των προσώπων και γενικότερα η εχθρική συμπεριφορά απέναντι στο πρόσωπο του Αλέκου Αλαβάνου, όσο όμως στο σύνολο των συντρόφων και αγωνιστών του ΜΕΤΩΠΟΥ Α&Α και κυρίως όλη η συμβολική σημασία που έχει η άρνηση συνεργασίας με εκείνες τις δυνάμεις που έδωσαν ανοιχτή πολιτική σύγκρουση με τα ίδια τα δικά τους πολιτικά σχήματα και παραδόσεις, εκφράζοντας την ανάγκη ριζοσπαστικού επανακαθορισμού της ελληνικής κοινωνίας και του εαυτού τους μέσα σε αυτή, αναγκαστικά σημαίνει και την πλήρη αντιστροφή της αναγκαίας ιεράρχησης των πολιτικών στόχων και προτεραιοτήτων της περιόδου.

Σε τελευταία ανάλυση, με ποιο κριτήριο το ΚΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έκρινε πως ο Αλέκος Αλαβάνος περισσεύει από την εκλογική μάχη της 6ης Μάιου; Ποιος είναι αυτός ο Αλαβάνος και τι κακό έχει κάνει στο λαϊκό κίνημα; Δεν είναι αυτός που αρνήθηκε να παραμένει αρχηγός ενός αριστερού πολιτικού κόμματος που η πλειοψηφία του αρνούνταν επίμονα την ριζοσπαστικοποίηση του πολιτικού του λόγου; Ποιος άλλος αρχηγός κόμματος της αριστεράς στην Ελλάδα έχει συγκρουστεί από τα αριστερά με την κοινωνική βάση του κόμματος του και εξ αυτού έχει αρνηθεί τη βουλευτική του έδρα, προκειμένου να συναντηθεί με τις δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς; Δεν είναι αυτός που έδωσε τον κοινοβουλευτικό αγώνα για την πολιτική στήριξη του φοιτητικού κινήματος το 2006-2007 στη μάχη για την υπεράσπιση του άρθρου 16 του συντάγματος; Δεν είναι αυτός που στην εξέγερση που ακολούθησε την δολοφονία του Γρηγορόπουλου το Δεκέμβρη του 2008, αρνήθηκε να καταγγείλει την νεολαιίστικη αυθόρμητη αντιβία, σε πείσμα ολόκληρου του αστικού πολιτικού συστήματος (συμπεριλαμβανομένου του ΚΚΕ); Τελικά ποιος είναι αυτός ο Αλέκος Αλαβάνος που περισσεύει από τη σημερινή αναμέτρηση; Έχει πολλούς Αλαβάνους η ελληνική αριστερά; Και αν τελικά αυτός ο άνθρωπος περισσεύει, τότε σε ποιον απευθύνεται η πρόταση για συγκρότηση πολιτικού «μετώπου ρήξης και ανατροπής» που έκανε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ;

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε αυτή την κορυφαία πολιτική μάχη των εκλογών, ακριβώς σε εκείνη την χρονική περίοδο που επιχειρείται η εκλογική νομιμοποίηση μιας πολιτικής που σκοπεύσει στην ολοκληρωτική συντριβή των εργαζομένων, δυστυχώς δεν μπαίνει στον εκλογικό πολιτικό αγώνα αξιοποιώντας το σύνολο του διαθέσιμου αριστερού πολιτικού δυναμικού, ώστε να συμβάλει αποφασιστικά στο στόχο της εκλογικής συντριβής του ΠΑΣΟΚ&ΝΔ, και την ενίσχυση της ριζοσπαστικής αριστεράς πάνω από το αναγκαίο αναγνωρίσιμο όριο του 3%, δηλαδή πάνω από το όριο της έμπρακτης αποδυνάμωσης της κοινοβουλευτικής ισχύος του αντιδραστικού συνασπισμού, δηλαδή για την νίκη της αριστεράς στις εκλογές και την ενίσχυση των δυνάμεων που παλεύουν για την αποδέσμευση της χώρας από την μέγγενη του ΔΝΤ και του ΕΥΡΩ. Αντίθετα επιλέγει τη μειοψηφική εκλογική καταγραφή ενός καθαρού (υποτιθέμενου) πολιτικού ρεύματος αναδιπλασιάζοντας ως μικρογραφία την πολιτική του ΚΚΕ (και συνεπώς νομιμοποιώντας την κιόλας).

Η κίνηση αυτή βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα των αναγκαιοτήτων της περιόδου, αφού μεταφέρει το κέντρο βάρος της αντιπαράθεσης εντός του ενδοαριστερού εμφύλιου (χωρίς μάλιστα προφανή αιτία) ακριβώς την στιγμή που απαιτείται η μέγιστη κρουστική δύναμη από την πλευρά της αριστεράς για την αναχαίτιση της αστικής επίθεσης.

 

5. Αυτή η στρατηγική αμηχανία της αριστεράς στην συγκυρία αποκτάει μια ειδικότερη (αρνητική βαρύτητα) εάν εξεταστεί υπό το πρίσμα της ίδια της κίνησης των λαϊκών μαζών και του τεράστιου μεγέθους και ιστορικής σημασίας λαϊκών κινητοποιήσεων που εξελίχθηκαν σε όλη την προηγούμενη περίοδο. Σε αυτό το φόντο η αναζήτηση των στοιχείων ενός αριστερού πολιτικού προγράμματος δεν μπορεί να γίνεται με όρους ιδεοληπτικούς, αλλά ως εκείνη η κοινωνική αναγκαιότητα και συνάμα εκείνη η πραγματική πολιτική δυνατότητα που αναδύεται μέσα από την ίδια την μαχητική διεκδίκηση και πάλη του λαού.

Από την άποψη αυτή είμαστε αναγκασμένοι να θεωρήσουμε πως, ανεξάρτητα από τις επιμέρους προσεγγίσεις και ιδιολέκτους, είναι αναγκαία η συγκρότηση ενός Λαϊκού μετώπου με κέντρο την αριστερά, που να μπορεί να προωθήσει άμεσα τους αναγκαίους μεταρρυθμιστικούς στόχους, της στάσης πληρωμής του χρέους, της μονομερούς διαγραφής του, (ή τουλάχιστον του μεγαλύτερου μέρους του), της αποδέσμευσης της χώρας από την ευρωζώνη και το ΔΝΤ, την εθνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων, την προστασία του λαϊκού εισοδήματος και της απασχόλησης, την προστασία των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.

Σήμερα είναι φανερό πλέον πως αυτό το περιεχόμενο δεν έχει μονοσήμαντα αριστερό πρόσημο, ούτε η επίτευξή του θα αποτελούσε την εγγυημένη απαρχή του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Αποτελεί όμως την αναγκαία συνθήκη για την αλλαγή του πολιτικού συσχετισμού δύναμης, την αναγκαία διαδικασία για το ξεδίπλωμα όλης της δυναμικής του λαϊκού κινήματος, την αναγκαία κοινωνική και πολιτική συνθήκη για τη ρεαλιστική ωρίμανση των προϋποθέσεων της αριστερής ηγεμονίας και της αναζήτησης μια νέας σύγχρονης κομμουνιστικής προοπτικής.

Προφανώς αυτή η προοπτική του Λαϊκού μετώπου με κέντρο την αριστερά είναι διαφορετική από μια γενική επίκληση της ανάγκης ενός αριστερού μετώπου, ή της ανάγκης για ενότητα της αριστεράς. Η προοπτική του Λαϊκού μετώπου, συγκροτείται μέσα από την στοχοπροσήλωση της αριστεράς στην υπεράσπιση των αναγκών των λαϊκών μαζών. Αυτή η ισχυρή διασύνδεση της αριστεράς με τις λαϊκές μάζες είναι και η μοναδική συνθήκη, που μπορεί να επιτρέψει την ενδυνάμωση και ενίσχυσή της, αλλά και την ενδυνάμωση και ενίσχυση και των λαϊκών αγώνων.

Αυτή η προοπτική δεν είναι η αφηρημένη προβολή και η αυτοαναφορική πραγμάτωση των αριστερών στρατηγικών (πχ. η ενίσχυση του αντικαπιταλιστικού αριστερού μετώπου ή η ενίσχυση του κομμουνιστικού κόμματος ή η αποδυνάμωση του ΚΚΕ και η ίδρυση ενός νέου κομμουνιστικού φορέα). Η επιμονή της τοποθέτησης αυτών των στρατηγικών αναζητήσεων ως προαπαιτούμενων και όχι ως ενδεχομένων κάθε μετωπικής πολιτικής προσπάθειας και συνεργασίας, αντικειμενικά αναπαράγει τη διάσπαση εφόσον αναπαράγει διαχωρισμούς ορισμένους με ιδεοληπτικούς όρους. Αντίθετα η υπαγωγή όλων των προτεραιοτήτων των αριστερών μετώπων στις ανάγκες και τους αγώνες των λαϊκών μαζών μπορεί να δώσει την δυναμική του επαναστατικού προσδιορισμού στην αριστερά. Επαναστατικού με την έννοια εκείνης της αριστεράς που ανατρέπει τους όρους κατίσχυσης των λαϊκών μαζών από τον συνασπισμό εξουσίας, δηλαδή επαναστατική με όρους πολιτικής διαδικασίας και όχι αυτοαναγόρευσης. Μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε άλλωστε να διεκδικεί στο δικό της στρατόπεδο δυνάμεις, όπως το ΕΠΑΜ και όχι να τις παραδίδει εν τέλει στην πολιορκία του πατριωτικού συντηρητικού χώρου. Επίσης μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να ενισχύσει τη συζήτηση για την ανάγκη ανασύνταξης του κομμουνιστικού κινήματος με μαζικούς και λαϊκούς όρους και όχι με όρους ακαδημαϊκούς και εργαστηριακούς.

Αυτή η αντίφαση στο φόντο των εκλογών της 6ης Μαϊου γίνεται μέγιστη. Σε αυτό το φόντο η στρατηγική αμηχανία της αριστεράς από τη μία μεριά και το μέγεθος της αστικής επίθεσης από την άλλη oξύνουν όλες τις αντιφάσεις μας και αναδεικνύουν ότι στον πυρήνα της κρίσης του αστικού πολιτικού συστήματος βρίσκεται και η αριστερά. Η ανατροπή του πολιτικού συστήματος και της συνθήκης κοινωνικής καταστροφής που επιβάλλεται σήμερα, περνάει μέσα από την ίδια την ανατροπή που πρέπει να γίνει στην αριστερά και την ανάγκη επαναστατικοποίησης των όρων ύπαρξης της.

Αυτή είναι και η μεγάλη πολιτική παρακαταθήκη του κινήματος των πλατειών και των λαϊκών συνελεύσεων. Η πλατιά συνειδητοποίηση ότι στο μεγάλο κάδρο της πολιτικής κρίσης του πολιτικού συστήματος της χώρας, η αριστερά κατέχει τη δική της θέση. Τελικά το αίτημα των πλατειών, του «να γκρεμιστεί η κοινοβουλευτική χούντα», σταδιακά μετασχηματίζεται σε δήλωση καταγγελίας και της αριστεράς, εφόσον αυτή δεν οργανώνεται πολιτικά προκειμένου να αναλάβει την ευθύνη να υλοποιήσει αυτήν την ανατροπή.

Εάν τελικά αυτό δεν γίνει, εάν τελικά η αριστερά δεν ριζοσπαστικοποιηθεί, τότε αυτή η επίθεση που διεξάγει ο ταξικός αντίπαλος τελικά θα επιτύχει παράγοντας μη αντιστρεπτά αποτελέσματα. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο εάν τελικά συμβεί, θα οφείλεται και στην αριστερά. Και το στοιχείο αυτό οι λαϊκές μάζες και θα το αξιολογήσουν και θα το αποδώσουν.

 

6. Συνεπώς από αυτήν την άποψη η «πρόταση» του αριστερού και λαϊκού μετώπου παρ΄ όλη την σχετική της αποδοχή από ένα μεγάλο αριθμό πολιτικών στελεχών της αριστεράς σε όλες τις οργανώσεις και τα ιστορικά της ρεύματα, εντούτοις φαίνεται ότι αποτελεί μια μειοψηφική εκδοχή η οποία δεν καταφέρνει να δώσει τον ηγεμονικό τόνο, να ανασημασιοδοτήσει τις πολιτικές προτεραιότητες των οργανώσεων και των κομμάτων της αριστεράς, να ανοίξει γέφυρες επικοινωνίας και πολιτικής συνεργασίας, να συμβάλει καθοριστικά σε αλλαγή πορείας και στον αναγκαίο πολιτικό εξοπλισμό του λαϊκού κινήματος.

Παρά τις επιμέρους μάχες που δίνονται μέσα στις οργανώσεις και τα κόμματα της αριστεράς, παρά τις επιμέρους νίκες στα σημεία, σε γενικές γραμμές δεν έχει γίνει κατορθωτό να αλλάξει η συνολική πολιτική κατεύθυνση στην αριστερά, να είναι δηλαδή αυτή η κυρίαρχη εκδοχή της αναγκαίας και νικηφόρας αριστερής προοπτικής.

Το ερώτημα αυτό αναγκαστικά πρέπει να απαντηθεί αυτοκριτικά από το σύνολο αυτών των πολιτικών στελεχών της αριστεράς και να απαντηθεί αποφασιστικά εντός των χωροχρονικών αναγκαιοτήτων της εποχής. Είναι πλέον φανερό πως όσες επιμέρους μάχες και αν κερδηθούν μέσα σε κάθε πολιτικό χώρο της αριστεράς το τελικό αποτέλεσμα θα παραμένει αρνητικό, εφόσον και οι προτεραιότητες είναι αντεστραμμένες. Γιατί σε τελευταία ανάλυση το ερώτημα δεν είναι το τί πρέπει να κάνει η κάθε οργάνωση, ή πόλος της αριστεράς, αλλά τι θα πρέπει να γίνει με το λαϊκό κίνημα, το ερώτημα είναι το πού πάει μια ολόκληρη χώρα.

Συνεπώς η ίδια η επιλογή του πεδίου της μάχης, δηλαδή η επιλογή του να παραμένει αυτή η υπόθεση, εσωτερικό ζήτημα για κάθε οργάνωση ξεχωριστά, καθιστά τελικά περιορισμένης αξιοπιστίας το ίδιο το αίτημα της μετωπικής πολιτικής συγκρότησης της αριστεράς.

Όσο η γραμμή του Λαϊκού και αριστερού μετώπου θα δίνεται εντός των οργανώσεων με όλο το φορτίο των ιστορικών συμβολισμών, διαμεσολαβήσεων και αγκυλώσεων, τόσο αυτή η μάχη θα χάνεται. Αντίθετα θα πρέπει να υπάρξει μια καθαρή και αναγνωρίσιμη δύναμη στην ελληνική κοινωνία που να δοκιμάσει αυτήν την πολιτική πρόταση και να συμβάλει με τρόπο δημόσιο και αναγνωρίσιμο σε αυτήν την κατεύθυνση. Αυτή η πολιτική δύναμη αναγκαστικά θα φέρει τα χαρακτηριστικά ενός δικτύου προσωπικοτήτων που θα πρέπει να επιταχύνουν μια πορεία υπέρβασης του σημερινού τοπίου στρατηγικής αμηχανίας και κατακερματισμού των δυνάμεων της αριστεράς. Αυτή η πρωτοβουλία προσωπικοτήτων θα πρέπει να μπει κατ' ευθείαν στα κύριο ζήτημα χωρίς υπεκφυγές και ταλαντεύσεις (κάτι που δεν έχει κάνει μέχρι σήμερα το Αριστερό Βήμα).

 

7. Από τη σκοπιά αυτή είμαστε και εμείς υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε στη δική μας ιδιαίτερη αυτοκριτική. Σε όλη αυτήν τη διαδρομή δώσαμε τη μάχη ως μέλη της ΑΡΑΝ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με όσες δυνάμεις διαθέταμε, για να ενισχυθεί η δυναμική της πολιτικής πρότασης του Αριστερού και Λαϊκού μετώπου, εντός της ΑΡΑΝ και εντός του ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αυτήν την κατεύθυνση την παλέψαμε στα σχήματα γειτονιών και συμμετείχαμε με όλες μας τις δυνάμεις, στην προσπάθεια να ενισχυθεί ο πολιτικός χαρακτήρας των κινημάτων των πλατειών, να ανδρωθούν οι λαϊκές συνελεύσεις, να ενισχυθούν τα κινήματα ανυπακοής, να ενισχυθούν οι πρακτικές λαϊκής αυτοοργάνωσης.

Σήμερα συνειδητοποιούμε πως αυτή η προσπάθεια δεν ήταν αρκετή. Σε ένα ορισμένο βαθμό επιτρέψαμε να διαμεσολαβείται η διάθεση μας για αγώνα και για ριζοσπαστική υπέρβαση των διαχωριστικών γραμμών στην αριστερά, από τα πολιτικά επιτελεία οργανώσεων και μετώπων που γεννήθηκαν όμως για να εξυπηρετήσουν μια άλλη συγκυρία αντιθέσεων.

Σήμερα η άρνηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να προχωρήσει σε συνεργασία με το ΜΕΤΩΠΟ Α&Α, αυτή η αλλαγή προτεραιοτήτων στην επιλογή της καταγραφής ενός μειοψηφικού πολιτικού ρεύματος και όχι στην υλοποίηση της απόφασης της συνδιάσκεψής της, δηλαδή στην οικοδόμηση ενός πολιτικού «Μετώπου Ρήξης και Ανατροπής» ουσιαστικά μας αναγκάζει να επαναπροσδιορίσουμε τη στάση μας. Ουσιαστικά αυτή η πολιτική επιλογή, μας καθιστά de facto συνεργαζόμενους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και όχι μέλη με την πλήρη έννοια του όρου. Εφόσον η συμμετοχή μας σε αυτό το μέτωπο αφορά την προώθηση μέρους των διατεινόμενων στόχων και όχι του συνόλου των στόχων που τίθενται.

Σε κάθε περίπτωση θεωρούμε πως τα μέλη της ΑΡΑΝ αλλά και όλων των οργανώσεων που συμμετέχουν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και όλα τα μέλη όλων των τοπικών επιτροπών, οφείλουν να εγκαλέσουν τους εκπροσώπους τους, και να απαιτήσουν εξηγήσεις γιατί δε ζητήθηκε αποφασιστικά οι αποφάσεις να παρθούν στο 80μελες δημοκρατικά εκλεγμένο όργανο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με σκοπό να απαιτηθεί μια άλλη ριζικά διαφορετική απόφαση.

Από την άποψη αυτή σε ότι μας αφορά, θεωρούμε για το επόμενο διάστημα όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά στο επίπεδο της πολιτικής μας στράτευσης, προκειμένου στην εξυπηρέτηση του στόχου του Αριστερού και Λαϊκού μετώπου, στο βαθμό που ένα τέτοιο ενδεχόμενο προωθηθεί από ένα ικανό σύνολο συντρόφων από όλους τους πολιτικούς χώρους της αριστεράς με τρόπο άμεσο, απτό και αποφασιστικό.

 

8. Σε αυτές τις εκλογές κατανοώντας τον λυσιτελή χαρακτήρα του συνόλου των διαθέσιμων αριστερών προτάσεων, θεωρούμε πως πρέπει να στηρίξουμε τα εκλογικά ψηφοδέλτια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Σε αυτή τη συγκυρία δεν υπάρχει χώρος για αμηχανία. Απαιτείται με κάθε τρόπο η ενίσχυση των ψηφοδελτίων της αριστεράς και η πολιτική ήττα του αστικού συνασπισμού. Ειδικότερα η στήριξη των ψηφοδελτίων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρά τις αντιφάσεις που όλοι μας διαπιστώνουμε, συμβάλλει στην ενδυνάμωση ενός πολιτικού ρεύματος που κινείται στη ρητή καταγγελία του χρέους, στην πολιτική δήλωση ανυπακοής προς τις τράπεζες και την στάση πληρωμών, την ανάγκη ρήξης με την ΕΕ και το ΕΥΡΩ. Τα στοιχεία αυτά θεωρούμε ότι είναι καθοριστικά στην ανάγκη συγκρότησης του αριστερού και λαϊκού μετώπου.

Σε κάθε περίπτωση θεωρούμε πως σε αυτές τις εκλογές το μεγάλο πολιτικό ζητούμενο είναι η νίκη της αριστεράς, και η πολιτική ήττα του αστικού συνασπισμού. Από την σκοπιά αυτή θεωρούμε πως δεν θα έχει κανένα πρακτικό και πολιτικό νόημα η οποιαδήποτε εκλογική ενίσχυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στο βαθμό που συνολικά σε αυτές τις εκλογές θα ηττόταν η αριστερά.

Με αυτήν την οπτική είμαστε υποχρεωμένοι να σεβόμαστε όλους εκείνους τους συντρόφους και αγωνιστές που δεν αρκούνται στην απλή εκλογική καταγραφή μιας πολιτικής διαμαρτυρίας, αλλά επιθυμούν με το δικαίωμα της ψήφου τους να συμβάλουν στην έμπρακτη κοινοβουλευτική αποδυνάμωση του αστικού συνασπισμού και στην ενδυνάμωση της αριστεράς. Συνεπώς σεβόμαστε όλους εκείνους του αγωνιστές που φέρουν αντίστοιχες αγωνίες και δίνουν τη μάχη σε αυτήν την κατεύθυνση μέσα από τα εκλογικά ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ. Σε κάθε περίπτωση θεωρούμε θετικό ενδεχόμενο το να ενισχυθούν εκείνες οι συμμετοχές που στρατεύονται στην υπόθεση του Λαϊκού μετώπου με κέντρο την Αριστερά.

Προφανώς όσο υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίζονται, τόσο ο σπόρος της ελπίδας θα τινάζει ρίζες και το ενδεχόμενο μιας άλλης πορείας θα ξαναγεννιέται. Αυτό όμως δε σημαίνει πως η παρέμβαση της αριστεράς μπορεί να στερείται χωροχρονικών προσδιορισμών. Από την 7η Μαΐου είναι αναγκαίο να παρθούν όλες εκείνες οι πολιτικές πρωτοβουλίες που θα αλλάξουν το σημερινό τοπίο στην αριστερά. Σε άλλη περίπτωση τα αποτελέσματα θα είναι δραματικά.

 

* (23-04-2012) – (Υποψήφιοι Βουλευτές & Συνεργαζόμενοι με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Μέλη της ΑΡιστερής ΑΝασύνθεσης)

 

ΠΗΓΗ: http://www.aristerovima.gr/details.php?id=3337

Αποχώρηση από την Ευρωζώνη – πρωταρχικός κρίκος

Αποχώρηση από την Ευρωζώνη – πρωταρχικός κρίκος στην αλυσίδα των συγκρούσεων και με την ΕΕ

 

Του Κώστα Παπουλή

 

 

Το Μ.Α.Α, στο παρελθόν είχε διατυπώσει την εξής  θέση για την ευρωζώνη: «καμία θυσία για το ευρώ», το «ευρώ δεν είναι ταμπού». Η θέση αυτή κρίθηκε ανεπαρκής, όχι μόνο γιατί η ελληνική κοινωνία έχει υποβληθεί σε τεράστιες θυσίες για την παραμονή στο «κοινό» νόμισμα, ούτε μόνο γιατί η διαπραγματευτική θέση της χώρας, σε σχέση με τους ξένους δανειστές, έχει αδυνατίσει τραγικά –Πως να διαπραγματευτείς, όταν η Ε.Κ.Τ., ελέγχει όλη σου την νομισματική πολιτική, μέχρι και την τελευταία αναπνοή του ελληνικού τραπεζικού συστήματος;

–  Κύρια όμως είναι ανεπαρκής, γιατί ή έξοδος από την κρίση στην Ελλάδα, ο «αγώνας για δουλειές», η επιλογή μιας οικονομικής πολιτικής για πλήρη απασχόληση, θέτει στο τραπέζι το ζήτημα της παραμονής στην ευρωζώνη και την σχέση της χώρας με την Ε.Ε.. Γιατί τα μαγαζιά που κλείνουν, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η ελληνική αγορά που πεθαίνει, χρειάζονται ρευστότητα, που δεν χορηγεί το «ευρωσύστημα».

Γιατί, η νομισματική πολιτική και οι πολιτικές των ελληνικών τραπεζών (που πρέπει να εθνικοποιηθούν), πρέπει να ελέγχονται από μια δημόσια τράπεζα της Ελλάδας,  και όχι από την Ε.Κ.Τ.. Γιατί, η αποκατάσταση της υψηλής πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας της χώρας, δεν μπορεί να γίνει με την βαναυσότητα της εσωτερικής υποτίμησης. Γιατί, η συνθήκη του Μάαστριχτ (άρθρο 101) απαγορεύει την νομισματική χρηματοδότηση του δημόσιου ελλείμματος, και  μια τέτοια πρακτική, για τα επόμενα ένα-δύο χρόνια είναι απαραίτητη για την  έξοδο από την κρίση.

Γιατί, η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική για την μείωση της ανεργίας, απαγορεύεται από το σύμφωνο σταθερότητας, και μάλιστα επιβάλλεται μόνιμη «υφεσιακή» πολιτική, από την νέα αποκρουστική δημοσιονομική  συνθήκη της Ε.Ε.

Γιατί η Ελλάδα, πιο πολύ από όλη την περιφέρεια,  πρέπει να ανατρέψει το παραγωγικό μοντέλο που της επιβλήθηκε,  τα τριάντα τελευταία χρόνια και πολύ περισσότερο την «χρυσή» εποχή της  ΟΝΕ, αν θέλει να μην τριτοκοσμοποιηθεί, και η ανατροπή αυτού του μοντέλου, έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με τους κανόνες και το σύστημα του ευρώ και της Ε.Ε. που το δημιούργησαν. Τέλος, και ίσως το πιο σημαντικό, γιατί μέσα στην ευρωζώνη των δανειστών, στερούμαστε πλέον οριστικά,  οποιαδήποτε έννοια εθνικής κυριαρχίας, δημοκρατίας, συλλογικής και ατομικής αξιοπρέπειας.

Υπάρχουν όμως  κρίσιμες διαφορές ανάμεσα στο αίτημα της αποχώρησης από την ευρωζώνη και στην αποδέσμευση και από την Ε.Ε.:

Πρώτον: Στο επίπεδο οικονομικής πολιτικής: Χωρίς εθνικό νόμισμα δεν μπορείς να κάνεις καμία πολιτική από τις παραπάνω που περιγράψαμε για την έξοδο από την κρίση, ενώ βγαίνοντας από την Ε.Ε. κερδίζεις και την δυνατότητα εμπορικής πολιτικής. Στην πρώτη περίοδο της εξόδου από την ΟΝΕ και την συνθήκη του Μάαστριχτ  και μετά το ξεπέρασμα  του νομισματικού σοκ, αναμένεται να υπάρξει ανάκαμψη, η οποία θα στηριχτεί στην αύξηση της ρευστότητας,  στην αποκατάσταση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας που θα απελευθερώσει πιέσεις της οικονομίας προς το εξωτερικό  και γενικά στην άσκηση μιας οικονομικής πολιτικής για τις ανάγκες των εργαζομένων και της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Αναμένεται ακόμη, αύξηση των εξαγωγών, μείωση των εισαγωγών, υποκατάσταση εισαγωγών από εγχώρια παραγωγή, αλλαγή του καλαθιού κατανάλωσης,  αύξηση της  ζήτησης για εγχώρια αγαθά, σημαντική αύξηση της απασχόλησης και της ανάπτυξης. Το παράδειγμα του Μπουένος Άιρες, είναι ίσως το καλύτερο, και δεν είναι μια πολιτική για μια άλλη ¨Ήπειρο. 

Θα υπάρξουν πιθανότατα πολιτικές που έρχονται όχι μόνο σε σύγκρουση με την συνθήκη του Μάαστριχτ την οποία θα εγκαταλείψει η χώρα, αλλά και με το συνολικό πλαίσιο της Ε.Ε.. Δεν είναι φυσικά μόνο η αθέτηση πληρωμών προς την Ε.Κ.Τ. και τα επίσημα κράτη. Αλλά,  θα τεθούν φραγμοί στην κυκλοφορία κεφαλαίων, θα υπάρξουν (επαν)εθνικοποιήσεις επιχειρήσεων και υποδομών (που πολλές μπορεί να γίνουν σε βάρος γερμανικής ή άλλης ευρωπαϊκής ιδιοκτησίας), και ίσως χρειαστεί κατά το πρώτο διάστημα μέχρι να ανακάμψει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών,  να υπάρξει απαγόρευση εισαγωγών ειδών πολυτελείας, αυτοκινήτων, κλπ.  

Είναι πιθανόν η Ελλάδα να εκδιωχτεί από την Ε.Ε. για αυτές τις πολιτικές. Μακροπρόθεσμα μάλιστα απαιτείται συγκροτημένη και σχεδιασμένη βιομηχανική πολιτική  (αλλά αυτός είναι ορίζοντας ετών) μια που η ελληνική οικονομία και κοινωνία δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στα οφέλη και στις διορθώσεις που θα επιφέρει το νέο   εθνικό νόμισμα και εκεί  η έξοδος θα είναι μάλλον απαραίτητη. Τότε μπορεί να κριθεί από τον ελληνικό λαό με ένα δημοψήφισμα.

Η έξοδος λοιπόν από το ευρώ και η εγκατάλειψη της συνθήκης του Μάαστριχτ είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την έξοδο από την κρίση. Θα ακολουθήσουν πολιτικές που θα έρθουν σε σύγκρουση με την Ε.Ε., αλλά η βραχυχρόνια παραμονή,  σε αυτήν, δεν μπορεί να τις απαγορεύσει, αντίθετα η παραμονή στο ευρώ και στην συνθήκη του Μάαστριχτ, απαγορεύει οποιαδήποτε εναλλακτική πολιτική απέναντι σε αυτή που υπαγορεύουν οι κυρίαρχοι της ευρωζώνης, που οδηγεί σε ένα ζοφερό παρόν και μέλλον τον ελληνικό λαό.

Δεύτερον: Σε πολιτικό επίπεδο το κύριο ζήτημα που τίθεται είναι το ευρώ. Δεν πρόκειται π.χ.,  τίποτα ιδιαίτερο να συμβεί αν η Ουγγαρία αποχωρήσει από την Ε.Ε.. Όμως μια αθέτηση πληρωμών και μια αποχώρηση της Ελλάδας από την ευρωζώνη, θα έχει χαρακτηριστικά παγκόσμιας σεισμικής δόμησης, και άγνωστες συνέπειες για την Ε.Ε.. Είναι γιατί η νομισματική ένωση δεν είναι «βιώσιμη», ενώ η Ε.Ε. μπορεί να αλλάξει μορφή η και περισσότερο να διαλυθεί, συνέπεια όμως των εξελίξεων στη ζώνη του ευρώ. Μια αθέτηση πληρωμών και μια έξοδος από το «κοινό νόμισμα»,  με πρωτοβουλία του ελληνικού ή κάποιου άλλου λαού στα PIIGS, θα οδηγήσει σε ενίσχυση της  δημοκρατίας και σε μια ζωογόνα αναταραχή και κρίση την Ε.Ε.,  θα διαμορφώσει ένα περιβάλλον τελείως διαφορετικό από το σημερινό. Η βαρύτητα και ο χαρακτήρας του αιτήματος της αποδέσμευσης από την ιμπεριαλιστική Ε.Ε., ιμπεριαλιστική τόσο εντός της (σχέσεις κέντρου-περιφέρειας) όσο και  εκτός της,  θα χρωματιστεί από την συγκυρία που θα διαμορφωθεί.

Το σύνολο του αστικού κόσμου προτάσσει το ευρώ και τον μεγάλο κατακλυσμό που θα φέρει η έξοδος. Το να προτάσσεται η αποδέσμευση από την Ε.Ε., όπως κάνει το ΚΚΕ, είναι σαν να δείχνεται ότι δεν  υπάρχει απάντηση στο κύριο, στις πραγματικές δυσκολίες της πρώτης περιόδου, της εξόδου από το «κοινό» νόμισμα. Επιβεβαιώνεται έτσι άτυπα ο αντίπαλος, είναι απόδραση από την πολιτική, χρονικά και πραγματικά. Μεταφέροντας την απάντηση σε γενικότητες περί λαϊκής εξουσίας, ή αντικαπιταλισμού, ή ότι το δίλημμα είναι ψεύτικο (εδώ ΣΥΡΙΖΑ-ΚΚΕ, αγκαλιά), στην κυριαρχία δηλαδή ενός αφηρημένου λόγου, αφήνεται ουσιαστικά το κόμμα του ευρώ και το σύστημα που εκπροσωπεί  χωρίς αντίλογο. 

Τέλος, δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε ότι το μεγαλύτερο τμήμα της αριστεράς δεν δείχνει να  κατανοεί την ιδιαιτερότητα και την ένταση της ελληνικής κρίσης, που σχετίζεται άμεσα με το ζήτημα του ευρώ. Στα πλαίσια μιας παγκόσμιας κρίσης, αποδείχτηκε το έωλον και το μη «βιώσιμο» της νομισματικής ένωσης. Για αυτό το κέντρο της παγκόσμιας κρίσης έχει  μεταφερθεί στην ζώνη του ευρώ, ενώ οι περιφερειακές της οικονομίες έχουν διαλυθεί. Αν η Ελλάδα χθες, είχε μείνει στην δραχμή, δεν θα είχε χρεοκοπήσει και θα αντιμετώπιζε αλλιώς τις συνέπειες του πλανητικού τσουναμιού. Αν η Ελλάδα σήμερα, μείνει στο σύστημα του ευρώ, δεν μπορεί να επιβιώσει ως σχετικά ανεπτυγμένη χώρα, γι' αυτό βιώνει και την χειρότερη μεταπολεμική κρίση καπιταλιστικής οικονομίας. Σε αυτό το περιβάλλον μιας οικονομικής δομής που δεν μπορεί να αναπαραχθεί, και μιας συντριπτικής οικονομικής καθόδου, τα περί αναδιανομής, καθώς και τα περί πλούσιας και ισχυρής Ελλάδας  φληναφήματα μεγάλου τμήματος της αριστεράς, μόνο σύγχυση προκαλούν.

Συμπερασματικά, χωρίς κανείς να αρνείται τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα και τα δεσμά που θέτει στην Ελλάδα η Ε.Ε., και την αναπόφευκτη συνολική ρήξη μαζί της, η προβολή του αιτήματος της εξόδου από το ευρώ δεν μπορεί να γίνεται σε ισότιμη βάση με αυτό της αποδέσμευσης από την Ε.Ε., όσον αφορά τα άμεσα πολιτικά επίδικα, με έναν ανάλογο τρόπο που δεν προβάλλουμε για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση και την έξοδο από το ΝΑΤΟ.  Επίσης,  είναι  λάθος να σύρεται κανείς σε μια πολιτική κάτω από την πίεση του ΚΚΕ, ενός κόμματος που η σχέση τακτικής-στρατηγικής έχει ξεχασθεί και ως απλό ζήτημα οποιασδήποτε συζήτησης για την ηγεσία του, και που η πολιτική του είναι απολύτως εσφαλμένη και απο-γειωμένη. Αντίθετα, είναι υπόθεση  δυνάμεων της αριστεράς, που βρίσκονται σε ρήξη με τον ευρωπαϊσμό, να καταθέσουν ρεαλιστική-αντισυστημική πρόταση ρήξης με το ευρωπαϊκό κέντρο  στην ελληνική κοινωνία  και    να γίνουν έτσι αυτές και κέντρο πίεσης της κεντρικής πολιτικής γραμμής και  της υπόλοιπης αριστεράς. 

Φυσικά,  έχει σημασία το πρόσημο της πολιτικής. Η έξοδος από την κρίση μέσω της αθέτησης του χρέους,  της εξόδου από τον χρυσό κανόνα του ευρώ και της επανεθνικοποίησης της οικονομικής πολιτικής,  δεν σημαίνει αυτόματα «αριστερό» ή σοσιαλιστικό προσανατολισμό, αν και το πιθανότερο είναι ότι οι γενικοί όροι ζωής μακροπρόθεσμα θα βελτιωθούν. Άμεσα, όμως χρειάζονται σημαντικά κοινωνικά μέτρα. Ορθά λοιπόν, στην αποχώρηση  από την ζώνη του ευρώ πρέπει να προστεθεί ο σοσιαλιστικός προσανατολισμός (όπως έκανε το Μ.Α.Α) ή κάτι ανάλογο,  (π.χ. με σκοπό την ενίσχυση των δυνάμεων της εργασίας και της δημοκρατίας) για να τονισθεί  ότι ο πολιτικός στόχος  δεν είναι μόνο η έξοδος από την κρίση απλά, αλλά και η δημιουργία ουσιαστικού  κοινωνικού κράτους που ποτέ στην Ελλάδα δεν γνωρίσαμε, όπως και ότι ο  ορίζοντας των δημοκρατικών και  κοινωνικών αλλαγών από την πλευρά του λαϊκού παράγοντα, είναι πέραν του λιμανιού του εθνικού νομίσματος. 

Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που ο ελληνικός αστισμός και ο πολιτικός του κόσμος, δέχονται την συντριβή της ελληνικής οικονομίας. 

Είναι έτοιμοι χάριν της πάση θυσίας παραμονής στο ευρώ, να υποστούν μείωση της οικονομίας κατά 30% και ίσως πολύ  περισσότερο του ΑΕΠ, να ρισκάρουν ακόμη και συνθήκες άτακτης χρεοκοπίας. Ήδη, φέτος θα ξεπεράσουμε την συνολική ύφεση που γνώρισε η Αργεντινή, την τετραετία  της κατάρρευσης. Είναι πρόθυμοι   να παραχωρήσουν ακόμη και τις τράπεζές τους σε ξένη ιδιοκτησία, ενώ το 64% των επιχειρήσεων στην μεταποίηση (σύμφωνα με στοιχεία της ICAP) βρίσκεται στο κόκκινο της πτώχευσης. Είναι σαφές ότι από την ιστορία τους και από ένστικτο, προτιμούν να χάσουν πολλά, παρά να μείνουν πρόσωπο με πρόσωπο με τον ελληνικό λαό, χωρίς τις «πλάτες» του ευρώ και του ευρωπαϊκού κέντρου. Έτσι,  εξηγείται το έλλειμμα κάθε ρωγμής στο αστικό στρατόπεδο, σε σχέση με την παραμονή στην ευρωζώνη, έστω και σαν ένα  τελευταίο σενάριο. Αυτό καθιστά την σύγκρουση στην Ελλάδα σφοδρή. Η επόμενη μέρα δεν θα ακολουθήσει σενάρια κανονικότητας.

Η Ελλάδα ή θα μετατραπεί σε ένα οικονομικό ερείπιο, γερασμένη, ανήμπορη, παραδομένη στις ορέξεις των κυρίαρχων οικονομικών δυνάμεων της ευρωζώνης, χωρίς να αποκλείονται ολοκληρωτικές πολιτικές εκτροπές, ή θα μετατραπεί σε ένα ηλιόλουστο, αριστερό, κοινωνικό, δημοκρατικό Μπουένος Άιρες, μετασχηματίζοντας την κοινωνία της και ίσως όλη την Ευρώπη, δημιουργώντας,  ένα καινούργιο παράδειγμα δημοκρατίας των εργαζομένων σε όλη την Μεσόγειο, σπέρνοντας την δυνατότητα της σοσιαλιστικής προοπτικής. Το προς τα πού θα κλίνει το εκκρεμές σύντομα θα το μάθουμε.  

 

ΠΗΓΗ: Κυριακή, 22 Απρίλιος 2012. http://www.tometopo.gr/home/news/671-a————-.html

Η σημασία των εκλογών της 6 Μάη

Η σημασία των εκλογών της 6 Μάη Για τον λαό, για την Αριστερά

 

Των Θάνου Αμπατζή, Χρήστου Πατούχα, Κώστα Ταβατζή

 

 

    Λένε πολλοί, ότι οι εκλογές της 6 Μάη είναι οι κρισιμότερες της μεταπολιτευτικής περιόδου. Η εκτίμηση αυτή δεν απέχει από την αλήθεια. Ωστόσο το ακριβέστερο είναι, ότι η ίδια η περίοδος που ζούμε είναι η κρισιμότερη των τελευταίων δεκαετιών. Η χώρα και οι εργαζόμενες τάξεις, έχουν ήδη καταστραφεί, η παραγωγική της βάση έχει αποδιαρθρωθεί, πάνω από 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι ζουν την ανεργία και την απόλυτη φτώχια, μετά τις αλλεπάλληλες «σωτηρίες», η θηλιά του χρέους, γίνεται σφιχτότερη, ο εθνικός της πλούτος και η δημόσια περιουσία έχουν υποθηκευτεί και εκποιούνται, η εθνική ανεξαρτησία εκχωρήθηκε στην Τρόικα και τα διευθυντήρια. Η χώρα μας είναι το πειραματόζωο του παγκόσμιου οικονομικού πολέμου, στο στόχο της πλήρους κυριαρχίας του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και της ανακατανομής του πλούτου και των αγορών.

Στο ερώτημα αν η πορεία αυτή ήταν αναπόφευκτη, η απάντηση είναι μονοσήμαντη και σαφής. Ήταν επιλογή. Επιλογή της κυρίαρχης πολιτικής και οικονομικής τάξης της χώρας, του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου, των δανειστών μας και των «αγορών». Και την υπηρέτησαν αυτή την επιλογή με σχέδιο και επεξεργασία,χωρίς ίχνος εθνικού συναισθήματος, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους την φτώχια του πληθυσμού.

   Θα μιλήσουμε στην συνέχεια για την Αριστερά και τις ευθύνες της, αλλά εν προκειμένω, για να αποφευχθεί η σκόπιμη ισοπέδωση, το άλλοθι «των ευθυνών του πολιτικού συστήματος», που ποικιλοτρόπως προβάλλεται από πολιτικές δυνάμεις και μέσα ενημέρωσης, πρέπει με κάθε σαφήνεια και με κατηγορηματικό τρόπο, να αναφέρουμε τούτο: Όχι! Δεν φταίει η Αριστερά που περάσατε την θηλιά στο λαιμό του λαού. Που ξεπουλήσατε την χώρα. Που είχατε και  έχετε αφεντάδες. Τόχετε κάνει και άλλες φορές στο παρελθόν. Γιατί ο δοσιλογισμός και η πατριδοκαπηλία είναι οι αρετές σας. Γιατί τα συμφέροντα των προστατών σας, είναι η ιδεολογία σας. Γιατί το «σπάταλο και αντιπαραγωγικό κράτος» είναι δικό σας. Που το λυμαίνονταν οι φίλοι και χορηγοί σας. Που έθρεψε εσάς και την παρασιτική και αντιπαραγωγική ολιγαρχία που σας στηρίζει. Που το κάνατε διεφθαρμένο και αυταρχικό, εχθρό του πολίτη και των κοινωνικών συμφερόντων. Που το υποτάξατε στα ξένα συμφέροντα με σκανδαλώδεις προμήθειες, με αποικιακές συμβάσεις, με μίζες και καταλήστευση κάθε παραγωγικής του δυνατότητας. Δικό σας είναι το χρέος του, γιατί από αυτό πλουτίσατε.

   Όχι! Δεν ήταν μαζί σας η Αριστερά σε όλα αυτά! Ούτε τώρα ούτε ποτέ στο παρελθόν. Η Αριστερά, όσο αλάτι και αν ρίχνει στις πληγές της, φταίει μόνο γιατί δεν σας νίκησε! Γιατί δεν απέτρεψε τα σχέδια σας. Γιατί μόνο αυτή, και ήθελε και είχε χρέος, να σας νικήσει.

   Στις κάλπες της 6 Μάη, ο καθένας έχει δικαίωμα να τιμωρήσει ή να επιβραβεύσει όποιον θέλει. Έχει δικαίωμα να τιμωρήσει και την Αριστερά ή τμήματα της. Όμως η τιμωρία των κομμάτων της εθνικής προδοσίας, των κομμάτων που επέλεξαν και ασκούν την εξουσία του μνημονίου, είναι αυτοτελές θέμα. Είναι ανεξάρτητο από οποιαδήποτε γνώμη έχει κανείς για τα κόμματα της Αριστεράς, την ορθότητα της πολιτικής τους ή τις ευθύνες τους.

   Πάμε λοιπόν στο πρώτο μας συμπέρασμα:

   Καμία ψήφος εργαζόμενου δεν πρέπει να δοθεί στα κόμματα που προκάλεσαν και συντηρούν την σημερινή κατάσταση της ισόβιας καταδίκης, της ομηρίας των παιδιών μας, της φυλάκισης των ελπίδων μας. ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ., ΛΑΟΣ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ και όσες άλλες παραφυάδες προκύψουν στο μέλλον, αναζητώντας κολυμβήθρες αθώωσης, δεν δικαιούνται καμία ανοχή. Κάθε ψήφος στα κόμματα αυτά ισοδυναμεί με νέα καρφιά στο σταυρό του συλλογικού μας μαρτυρίου. Η αποτελεσματική τους καταδίκη θα είναι η απόλυτη συρρίκνωση τους. Το αποτέλεσμα των εκλογών, θάπρεπε να είναι τέτοιο, ώστε όχι μόνο να ανατρέπει την πολιτική τους, αλλά και να μην αναγνωρίζει, να μην νομιμοποιεί καμία απόφαση και καμία συμφωνία τους. Και να πιστοποιεί τις πολιτικές και ποινικές ευθύνες για την υποδούλωση της χώρας και του λαού της.

Ο ρόλος της Αριστεράς στις σημερινές συνθήκες

   Είναι προφανές, και από τις απόψεις και από την ιστορία μας, ότι η ψήφος μας πρέπει να είναι στην Αριστερά. Θετική ψήφος. Για την ενίσχυση της. Για να είναι σε καλύτερη θέση μετά τις εκλογές. Γιατί στα ψηφοδέλτια της βρίσκονται επίλεκτοι σύντροφοι και συναγωνιστές μας. Γιατί πρέπει μετά τις εκλογές να απαιτήσουμε να αναλάβει και να ανταποκριθεί στον ιστορικό της ρόλο. Της οργάνωσης και καθοδήγησης των κοινωνικών λαϊκών αγώνων. Το λευκό, το άκυρο και η αποχή από τις εκλογές, είναι στις σημερινές ιδιαίτερα συνθήκες, λάθος επιλογή. Πρωτίστως γιατί η στάση αυτή δεν μπορεί να εκφράσει την αντίθεση και τον θυμό απέναντι στα κόμματα της μνημονιακής εξουσίας. Δεν τα τιμωρεί και με δεδομένο τον καλπονοθευτικό εκλογικό νόμο, τα επιβραβεύει. Όλοι λοιπόν στην κάλπη με την βεβαιότητα ότι κάθε ψήφος, σε οποιοδήποτε από τα ψηφοδέλτια της Αριστεράς, είναι χρήσιμη ψήφος. Με όσα θα προσθέσουμε στην ανάλυση μας, θα γίνει πλήρως φανερό ποιους περιλαμβάνουμε και ποιους εξαιρούμε από αυτό το μέτωπο των αριστερών δυνάμεων.

   Πολλοί αναλυτές, αξιοποιώντας και τις δημοσκοπικές ενδείξεις, μιλούν για ιστορική ευκαιρία της Αριστεράς. Διαφωνούμε! Η ιστορική της ευκαιρία θα είναι, όταν θα πραγματοποιήσει τον ιστορικό της ρόλο. Όταν θα αναμετρηθεί με το σημερινό σύστημα εξουσίας και θα το ανατρέψει. Μέχρι τότε θα κρίνεται καθημερινά από το πόσο έτοιμη είναι για αυτό. Και θα κρίνεται από την ετοιμότητα της να δρα, να παρεμβαίνει, να οργανώνει, να νικάει μαζί με τον αγωνιζόμενο λαό, σε όλα τα επί μέρους μέτωπα. Πρωτίστως να τα πολιτικοποιεί, να οξύνει τις αντιθέσεις, να τα ενώνει. Να ενώνεται και η ίδια, όταν οι συνθήκες το απαιτούν. Να έχει οξυδέρκεια, να αντιλαμβάνεται τις συνθήκες, να υπερβαίνει τις μικρότητες, να μην υποκρίνεται, να μην αποφεύγει τις μάχες.

   Δεν συμμεριζόμαστε την εκλογική ευδαιμονία, στην οποία έχουν προσχωρήσει πολλές, αν όχι όλες, οι ηγεσίες της αριστεράς σήμερα. Γιατί η άνοδος της εκλογικής καταγραφής, δεν είναι αυτοσκοπός. Δυστυχώς τα ποσοστά δεν νικούν. Και αν αυτή η πολιτική δεν ανατραπεί, μετά τις εκλογές θα είναι το ίδιο ηττημένος ο λαός, ακόμα και αν έχουν κατά πολύ βελτιωθεί τα εκλογικά μας ποσοστά.

   Αν εξετάσουμε, το τι έπρεπε να είχε μέχρι τώρα γίνει, θα βρούμε ανεπάρκειες και ελλείψεις σε όλες τις πλευρές. Που κατανέμονται σύμφωνα  με το μέγεθος του καθενός, τις ιστορικές του καταβολές, την τρέχουσα επιρροή του στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, με τις ευθύνες και πρωτοβουλίες που όφειλε να αναλάβει και δεν το έκανε.

  Στο σύνολο τους οι δυνάμεις που έχουν τέτοια αναφορά, απέτυχαν να ενσωματώσουν και να δώσουν προοπτική, στις εκατοντάδες χιλιάδες λαού που συμμετείχαν τους προηγούμενους μήνες στις κινητοποιήσεις κατά της κυβέρνησης και του μνημονίου. Και πρέπει να αναφερθεί, ότι δεν έλειπε η ωριμότητα από αυτές τις χιλιάδες των συμπατριωτών μας. Δεν ήταν το «αυθόρμητο» που τους ξεσήκωσε, η πραγματικότητα ήταν. Τις διαθέσεις και την αντοχή τους δεν βαθμολόγησαν σωστά οι πολιτικές ηγεσίες. Η πραγματικότητα είναι αυτή που λέει, ότι κανένα αντιλαϊκό μέτρο δεν αποκρούσαμε. Καμία επί μέρους νίκη δεν πετύχαμε. Αυτό, πολιτική ανωριμότητα αποδεικνύει, όχι ανωριμότητα του λαού.

   Ταυτόχρονα συνεχίσαμε την ανόητη πρακτική των χωριστών μαζικών συγκεντρώσεων και πορειών. Όταν ο κόσμος απεγνωσμένα απαιτούσε ενότητα τουλάχιστον σε αυτό. Και μην αρχίσουν οι σύντροφοι μας του ΠΑΜΕ, να απαντούν σε αυτό, θεωρητικοποιώντας ένα, επαναλαμβάνουμε, ανόητο λάθος. Γιατί αυτό το λάθος, δυσχεραίνει σε πολύ μεγάλο βαθμό, κάτι στο οποίο έχουν απόλυτο δίκιο. Δηλαδή, ότι οι μάχες θα κριθούν στους χώρους δουλειάς. Προσθέτουμε, κυρίως στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Το 1,5 εκατομμύριο των ανέργων προέρχεται από αυτόν τον τομέα. Και προστίθενται σε αυτούς και εκατοντάδες χιλιάδες, μικρομεσαίοι χρεοκοπημένοι επιχειρηματίες.

   Αυτό που έλειψε και εξακολουθεί να λείπει, ήταν η ενότητα. Η ενότητα δράσης, η ενότητα του μαζικού κινήματος, η πολιτική ενότητα. Και στους τρεις αυτούς άξονες εκτιμούμε ότι ήταν δυνατή. Ήταν απαραίτητη και δυνατή, η συγκρότηση ενός ενιαίου πολιτικού μετώπου.

 Αυτό θα πιστοποιούσε την πολιτική βούληση, ότι θέλουμε τις ανατροπές, ότι θέλουμε την νίκη.

   Θα ρωτούσε εύλογα κανείς: Είναι κάτι τέτοιο δυνατόν με τόσες προγραμματικές πολιτικές αποκλίσεις; Εκτιμούμε ότι αυτό δεν έγινε και δεν ήταν δυνατόν. Όμως η αδυναμία δεν οφείλεται στις προγραμματικές διαφορές. Η πολιτική βούληση δεν υπήρχε. Και δεν υπάρχει. Το συμπέρασμα μας δεν είναι αυθαίρετο. Θα το αποδείξουμε. Αλλά στο σημείο αυτό θα κάνουμε μία παρένθεση. Για να αναφερθούμε στην Δημοκρατική Αριστερά του κ. Κουβέλη. Δεν τοποθετούμε το κόμμα αυτό στις ανατρεπτικές δυνάμεις του συστήματος. Δεν ισχυρίζονται ούτε οι ίδιοι κάτι τέτοιο. Κατά τούτο μόνο σε πιθανά σενάρια της λεγόμενης κεντροαριστεράς μπορεί να παίξει ρόλο. Κλείνει η παρένθεση.

   Ας δούμε λοιπόν τις «ενωτικές» πρωτοβουλίες. Από την πλευρά του ΚΚΕ δεν υπήρξε απολύτως καμία. Δεν απάντησε απευθείας σε καμία. Οχυρωμένο με απόλυτο τρόπο σε έναν στρατηγικό στόχο, δεν θεωρεί αναγκαίο να συμμαχήσει ούτε με όσους συμφωνούν μαζί του. Μας προβληματίζει ιδιαίτερα πως ένα κόμμα με την ιστορία και την αγωνιστική προσφορά του ΚΚΕ, με τόσο πλούσια δράση σε λαϊκά μέτωπα, τόσο εκπαιδευμένο σε συμμαχίες στο παρελθόν, αρνείται να δώσει πειστικές εξηγήσεις για την σκοπιμότητα της σημερινής μοναχικής του πορείας.

 Είναι ή δεν είναι απαραίτητη η συγκέντρωση δυνάμεων, είναι ή δεν είναι απαραίτητη η λαϊκή πλειοψηφία για να γίνουν αλλαγές;

 Μία στάση που μοιάζει αλαζονική και εγωιστική, πολύ δύσκολα πείθει ότι θέλει να πρωταγωνιστήσει σε ανατροπές από την χαραγμένη πορεία του συστήματος και των πολιτικών δυνάμεων που το υπηρετούν. Για την τρέχουσα περίοδο της κρίσης υποστηρίζει την μονομερή διαγραφή του χρέους και την έξοδο από την Ευρωζώνη. Συμφωνούμε απόλυτα. Οφείλουμε όμως να παρατηρήσουμε ότι στο ζήτημα του χρέους με μεγάλη καθυστέρηση διατύπωσε αυτή την καθαρή θέση. Εμείς υποστηρίζουμε ωστόσο ότι κάθε μετωπική προσπάθεια στην Αριστερά υποχρεωτικά πρέπει να  περιλαμβάνει το ΚΚΕ.

   Ο ΣΥΡΙΖΑ, φαίνεται στα λόγια τουλάχιστον να υιοθετεί τις συμπαρατάξεις. Δεν μας ενοχλεί τόσο  η ασάφεια των προτάσεων του, ούτε ο νεφελώδης τρόπος περιγραφής κυβερνητικών διεξόδων. Μας προβληματίζει αν η επιδίωξη του είναι ειλικρινής ή απλά ψηφοθηρική. Τα δείγματα γραφής του μέχρι σήμερα δεν μας πείθουν.

 Δύο παρατηρήσεις για αυτό: Η πρώτη αναφέρεται σε διεργασίες στο εσωτερικό του τα προηγούμενα χρόνια. Με την βασική του συνιστώσα, τον ΣΥΝ, απέτρεψε κάθε προσπάθεια αποσαφήνισης της πολιτικής του σε αριστερή, ανατρεπτική, ριζοσπαστική κατεύθυνση. Απέτρεψε, κάθε δυνατότητα διεύρυνσης προς τα αριστερά, κάθε προσπάθεια  αποτελεσματικότητας, με πολιτικά όργανα που δεν θα είχαν μόνο ευκαιριακό και απλά συντονιστικό χαρακτήρα.

 Η δεύτερη παρατήρηση  είναι η δογματική προσήλωση του σε εμμονές για «τον Ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας». Σημειώνουμε, ότι και αυτή η παρατήρηση πρωτίστως αφορά την βασική συνιστώσα. Τον ΣΥΝ.  Μας αρκούν τέτοιες εμμονές από τον κ. Κουβέλη. (Για τα κυρίαρχα κόμματα δεν είναι εμμονές αλλά στρατηγικός προσανατολισμός). Αυτή η δεύτερη παρατήρηση, δημιουργεί πραγματική και ουσιαστική αδυναμία να παίξει καταλυτικό, δημιουργικό ρόλο στην οικοδόμηση ενός ισχυρού αριστερού πολιτικού μετώπου. Ακόμα και στην περίπτωση μιας εντελώς ειλικρινούς στάσης. Και εγκλωβίζει δυνάμεις, και στον ΣΥΝ και στον ΣΥΡΙΖΑ, που πραγματικά το θέλουν και το επιδιώκουν.

   Σημειώνουμε, ότι αυτός ο προσανατολισμός είναι που τον οδηγεί σε αντιφάσεις και αδιέξοδα. Είναι χαρακτηριστικές δύο πολιτικές διατυπώσεις. Η μία για τα περίφημα ευρωομόλογα και η δεύτερη για το χρέος. (Διαγραφή ενός μέρους του χρέους). Και τα δύο δεν οριοθετούν επαρκώς την διαφορά της αριστεράς από τις κυρίαρχες δυνάμεις. Ας πούμε μόνο, ότι το «κούρεμα» έγινε και όχι μόνο δεν οδήγησε σε έξοδο από την κρίση, αλλά στην πλήρη υποταγή της χώρας.

   Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η τρίτη από τις δυνάμεις της Αριστεράς, παρουσιάζει, με την κινητικότητα της το τελευταίο διάστημα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πολλές ζυμώσεις, ανοιχτή γραπτή πρόσκληση στο ΚΚΕ και στον ΣΥΡΙΖΑ, διάλογος με άλλες πλευρές, ωστόσο στο κρίσιμο σημείο δεν έκανε την υπέρβαση. Ίδιες εμμονές, μικρομεγαλισμοί, ίδια ελαττώματα, ίδια αμαρτήματα.

   Αγαπητοί συναγωνιστές και σύντροφοι!

   Δεν εξαντλήσαμε την κριτική μας! Πιστεύουμε δε, ότι είμαστε ιδιαίτερα επιεικείς. Αλλά και για όσους την κρίνουν αυστηρή, τους παρακαλούμε να πιστέψουν την ανιδιοτέλεια μας. Την αγωνία μας για ένα άλλο, ελπιδοφόρο μέλλον. Άλλωστε, αυτήν την Αριστερά έχουμε, με αυτήν θα προχωρήσουμε.

    Πιστεύουμε, ότι και το αποτέλεσμα των εκλογών και η συνολική κατάσταση που θα δημιουργηθεί, θα διαμορφώσουν όρους προσέγγισης, καθαρότερου μυαλού, μεγαλύτερης ειλικρίνειας, σταθερής προσήλωσης στα πολιτικά προστάγματα των καιρών. Επιδιώκουμε την ενίσχυση της Αριστεράς, την πλήρη απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος που κυβερνά.

    Δυο απαραίτητες προϋποθέσεις πρέπει να εξασφαλίσουμε: Αποσαφήνιση από όλους των άμεσων πολιτικών στόχων και, επιτέλους, συγκρότηση κοινού, του ευρύτερου δυνατού, αριστερού λαϊκού πολιτικού μετώπου. Όχι μόνο για να χωρέσουν σε αυτό, όσες πολιτικές δυνάμεις το επιθυμούν, κυρίως για να χωράνε λαϊκές δυνάμεις, ο αγωνιζόμενος λαός, που θέλει και μπορεί να νικήσει!

 Το χρωστάμε αυτό, στην συνείδηση και την κοινή μας ιστορία, το χρωστάμε στους χιλιάδες χαμένους αγωνιστές των λαϊκών αγώνων, το χρωστάμε στα ιδανικά μας, το χρωστάμε στα παιδιά μας.

 

Πάτρα 23 Απρίλη 2012

Ο Ξύλινος λόγος ποιημα του Γιάννη Ποτ.

Ο Ξύλινος λόγος

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

Ξανάρχονται αμάραντες

                              οι παλιές ιδέες

αξύριστες και μακρομαλλούσσες

κρατώντας υψωμένα λάβαρα

και φωτογραφίες

                         του Τσε Γκεβάρα

Βουίζουν στον βαλτότοπο

                                    της κρίσης

σαν πεινασμένες μέλισσες

που ξυπνούν

απ' τη χειμέρια αμεριμνησία

                            της συναίνεσης

 

Κι έρχονται θάλλοντας

                               ξύλινο λόγο

να καλεί επίμονα στο σήμαντρο

                                     επανάσταση

 

              19 Δεκεμβρίου 2011,  Γιάννης Ποταμιάνος

Η επόμενη νύχτα…

Η επόμενη νύχτα…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

«Έρως ανίκατε μάχαν», τραγουδούσαν και χόρευαν στην Αντιγόνη του Σοφοκλή. Και στις μέρες μας οι μεταλλαγμένοι ψηφοφόροι της τροϊκανής χούντας χορεύουν το χορό του ανίκητου προδοτικού έρωτα.

Γιατί, όπως φαίνεται, αντί για σάρκινες, έχουν πέτρινες καρδιές. Και, αντί για αίμα, έχουν στις φλέβες τους χολή. Τους συναντάς και τους λες:Δε βλέπετε; δεν ακούτε τι γίνεται!

Μπορεί να μη σας αγγίζει η δυστυχία που απλώνεται γύρω σας; Δεν σας συγκινεί το κατάντημα των ανέργων, των άστεγων και γενικά των πενομένων! Οι στρατιές των αγανακτισμένων. Και των απελπισμένων, που αυτοκτονούν…

Και που οι αυτοκτονίες τους, στην πραγματικότητα, είναι δολοφονίες. Δικές σας δολοφονίες! Των πράσινων και γαλάζιων ψηφοφόρων… Γιατί, αν εσείς δεν ψηφίζατε τους προδότες και τα καθάρματα αυτά, δεν θα φτάναμε εδώ, που φθάσαμε!… Και, καθώς τους λες αυτά και άλλα παρόμοια, σου αποκρίνονται με προκλητική αναισθησία:

Τι έχεις να μας πεις για την επόμενη μέρα;

-Ποια επόμενη μέρα! Τους λες.

-Την επόμενη των εκλογών! Για την ακυβερνησία και το χάος, που θα επακολουθήσει, αν δεν ξαναπάρουν την εξουσία η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ την εξουσία…

-Μα αυτοί ακριβώς είναι το χάος και η καταστροφή. Κι αν ξαναπάρουν αυτοί την εξουσία, δεν θα υπάρξει επόμενη μέρα! Επόμενη νύχτα, ζοφώδης και ασέληνη, θα υπάρξει. Αξημέρωτη και εφιαλτική! Μεσάνυχτα του Μεσαίωνα! Κατ' εικόνα και ομοίωση δική σας και των εκλεκτών σας.

Κόλαση και άδης θα υπάρξει. Κι όχι μόνο για μας, αλλά και για τις οίδε πόσες γενιές των Ελλήνων! Μπορεί και για πάντα…

Γιατί αυτό ακριβώς προβλέπει το προδοτικό μνημόνιο και η αποικιοκρατική, εκ μέρους των Γερμαναράδων και των λοιπών λήσταρχων τοκογλύφων, σε βάρος μας, δανειακή σύμβαση, που ψήφισαν και υπέγραψαν οι εφιάλτες πολιτικοί. Και που τώρα θέλετε να επικυρώσετε κι εσείς με την ψήφο σας…

Γιατί η τωρινή πραγματικότητα δεν διαμορφώθηκε, βέβαια, από κάποια ανθρώπινα λάθη! Που, όσο κι αν είναι δυσάρεστα, θα μπορούσαν να ήσαν συγγνωστά. Υλοποιήθηκε με σχέδια καταχθόνια, που κατέστρωσαν οι εφιάλτες πολιτικοί σε συνεργασία με τους πλέον θανάσιμους εχθρούς μας. Και που τα υλοποιείτε τώρα με κυνισμό και αδιαντροπιά… Ή μήπως δεν θυμάστε, που μας τάζατε καλύτερες μέρες; Και μας οδηγείτε, τώρα, σε χειρότερες και χείριστες νύχτες!

Που μας λέγατε «ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε»! Και να που τώρα μας βουλιάζετε! … Που φωνάζατε «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα»! Και κοντά τρία χρόνια, τώρα, κάνετε, σε βάρος μας, επίδειξη αχαλίνωτης βαρβαρότητας…

Ή μήπως δεν είστε οι λεγόμενοι δεξιοί που, στο παρελθόν, κάματε παντιέρα σας το σύνθημα «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια»; Στο όνομα του οποίου εξοντώνατε τους πολιτικούς σας αντιπάλους: Με εξορίες, βασανιστήρια και αθρόες θανατικές εκτελέσεις!…

Και ήρθε τώρα να αποδειχθεί ότι είστε εσείς πρώτοι και καλύτεροι, μεταξύ αυτών, που έκαμαν πρόγραμμα και έργο της ζωής του τη δολοφονία της πατρίδας, τη θρησκείας και της οικογένειας!

Ξεκινώντας από την Κύπρο! Που την κόψατε στα δυο, σα να 'ταν καρβέλι του σπιτιού σας. Για να προσφέρετε τη μισή στους Τούρκους… Και που τώρα τυλίγετε ολάκερη την Ελλάδα και όλους τους Έλληνες στο δίχτυ της πλέον ντροπιασμένης δουλείας. Που, με την ψήφο σας, θέλετε να την επικυρώσετε. Για να μας οδηγήσετε σε μια φρίκη χωρίς τέλος…

Οι πρόγονοί μας αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν, για να 'χουμε τιμή και αξιοπρέπεια. Κι σεις μας καταντήσατε ντροπή των προγόνων μας και κατάρα των απογόνων μας.

Κι ύστερα μας μιλάτε για την επόμενη μέρα!…


παπα-Ηλίας,  Posted Απριλίου 23, 2012,  http://papailiasyfantis.wordpress.com/2012/04/23/…epomeni-nychta…B1/

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

Η προκήρυξη εκλογών εν μέσω σοβούσης κρίσεως βρίσκει τον λαό μας σοβαρά προβληματισμένο. Οι εκλογές θεωρούνται ως η πεμπτουσία της δημοκρατίας. Γι' αυτό και ευκαίρως ακαίρως γίνεται αναφορά στην αρχαία Αθήνα την κοιτίδα της δημοκρατίας. Η αχίλλειος πτέρνα της δημοκρατίας είναι αναμφισβήτητα τα κόμματα, χωρίς την ύπαρξη των οποίων όμως δεν νοείται δημοκρατία. Δεύτερη, όχι λιγότερο σημαντική, αδυναμία της δημοκρατίας διαχρονικά είναι η υπερίσχυση του δημαγωγικού λόγου, ο οποίος επενεργεί επί του λαού ως εκμαυλιστικό τραγούδι των σειρήνων. Ο λαός θέλει να διατηρεί άσβεστη την ελπίδα για καλύτερες ημέρες. Και η ελπίδα αυτή διατρανώνεται σε κάθε προεκλογική περίοδο διογκούμενη από τον δημαγωγικό λόγο. Και πολύ εύστοχα ο ποιητής Βάρναλης αποκαλεί τον λαό θύμα και ψώνιο!

Αποδεχόμαστε βέβαια ότι η δημοκρατία, παρ' όλα τα μειονεκτήματά της είναι το καλύτερο πολίτευμα που επινόησε ο άνθρωπος. Εκείνο το οποίο παραβλέπουμε, με τη συμβολή του δημαγωγικού λόγου, είναι το ότι πρώτιστος είναι ο ρόλος των ανθρώπων της εξουσίας και όχι οι θεσμοί, οι οποίοι είναι ανίσχυροι να επιβληθούν επί των ανθρώπων. Ας προχωρήσουμε σε κάποιες αναλύσεις.

Τα κόμματα διαχρονικά, αρχής γενομένης από την αθηναϊκή δημοκρατία, είναι συμπράξεις προσώπων κοινών συμφερόντων. Αυτό φάνηκε να ανατρέπεται στην αρχή του 20ου αιώνα, όταν εμφανίστηκαν κόμματα με ιδεολογικές αρχές πολέμιες των αρχών του αστικού καθεστώτος, το οποίο μεσουρανούσε. Στη νεότερη πολιτική σκηνή παρεισέφρυσε παράγοντας οδυνηρός, άγνωστος στην αθηναϊκή δημοκρατία: Η παρέμβαση του ξένου παράγοντα στα της πολιτικής σκηνής. Όχι πως και στην αρχαία Αθήνα δεν είχαμε την παρέμβαση της περσικής αυλής μέσω των δαρεικών υπέρ ευνοουμένου πολιτικού, ο οποίος μετά τους θριάμβους των Ελλήνων κατά τους περσοελληνικούς πολέμους ορέχθηκε τη χλιδή της περσικής αυλής. Δεν είχε όμως την ισχύ η αυλή αυτή να καθορίσει την εν γένει πολιτική της αθηναϊκής δημοκρατίας.

Σήμερα, που με περισσή καύχηση προβάλλουμε το δημοκρατικό κεκτημένο, η εξουσία ασκείται στο σύνολο των χωρών, όπου διεξάγονται εκλογές και όχι παρωδία εκλογών, από δύο κόμματα εξουσίας, τρόπον τινά «κληρονομικώ δικαίω» (για κάποια πρόσωπα που στελεχώνουν τα κόμματα αυτά ο όρος κληρονομικός χρησιμοποιείται κυριολεκτικά). Οι ηγέτες των κομμάτων εξουσίας χρίονται από υπερεθνικά κέντρα νομής εξουσίας, κέντρα ελεγχόμενα από το διεθνοποιημένο κεφάλαιο, στο οποίο οι πολιτικοί προσέφεραν την εξουσία, η οποία δήθεν πηγάζει από τον λαό. Οι ηγέτες εισέρχονται σε στοές και λέσχες, όπου λαμβάνουν το χρίσμα. Δεν απομένει παρά η τυπική επικύρωση από τον λαό, μέσω της διαδικασίας των εκλογών, ώστε ο ηγέτης να καταστεί λαοπρόβλητος και ο λαός να ζει με την ψευδαίσθηση ότι διαθέτει την ισχύ της ψήφου.

Καθ' όλο σχεδόν τον 20ο αιώνα τα δύο κόμματα εξουσίας είχαν κάποια διακριτά γνωρίσματα, τα οποία συγκινούσαν τους πολίτες, ώστε αυτοί να παρατάσσονται με το ένα ή το άλλο. Τα μεν αυτοπροβάλλονταν ως θεματοφύλακες των ιερών και των οσίων του έθνους, δεν απέκρυβαν όμως ότι είναι υπηρέτες του μεγάλου κεφαλαίου, εθνικού χαρακτήρα τουλάχιστον ως τη λήξη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Τα δε αυτοπροβάλλονταν ως υπέρμαχοι των δικαιωμάτων των εργαζομένων και εχθρικά προς το κεφάλαιο. Ούτε τα πρώτα σέβονταν τις αξίες, αλλά απεναντίας τις καπηλεύονταν κατά τρόπο ασύστολο και ευδιάκριτο με γυμνό πολιτικό οφθαλμό, ούτε τα δεύτερα πίστευαν στην αξία της κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά είχαν κατασκευαστεί ως αναχώματα κατά του επελαύνοντος κομμουνισμού. Με την προϊούσα τάση προς ενοποίηση της Ευρώπης στα πλαίσια της ΕΟΚ-ΕΕ, είχαμε και προϊούσα σύγκληση των πολιτικών των σχηματισμών εξουσίας προς ενιαία πολιτική, η οποία συνίσταται στην άμβλυνση της ιδιοπροσωπείας των λαών με την πολεμική κατά της θρησκευτικής πίστης, της φιλοπατρίας, της γλώσσας, της οικογένειας και της κοινωνικής συνοχής και στην αποδόμηση του κράτους, το οποίο εμποδίζει την την κερδοσκοπία του απλήστου κεφαλαίου σε βασικούς τομείς της παραγωγής, όπως ενέργεια, επικοινωνίες, μεταφορές και αναπτύσσει θεσμούς κοινωνικής πρόνοιας υπέρ των αδυνάτων. Η σύγκλιση αυτή κατέστη πλήρης μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, οι σχηματισμοί όμως εξουσίας παρέμειναν σε ισχύ και διαθέτουν ακόμη αρκετούς οπαδούς και περισσότερους ψηφοφόρους. Αν και αποτελούν συγκυβέρνηση κατ' απαίτηση των «προστατών»-δημίων μας, αν και είναι υπέρ βέβαιο ότι, μετά τις εκλογές, μας αναμένει τρίτη συμφωνία «σωτηρίας» της χώρας (δεν γνωρίζω πώς θα την ονομάσουν) είναι βέβαιο ότι θα συγκεντρώσουν σημαντική μερίδα των ψηφοφόρων, ασφαλώς σημαντικότερη απ' ότι δείχουν οι δημοσκοπικές έρευνες προεκλογικά.

Ο λαός, το θύμα και ψώνιο, ρέπει προς την κουτοπονηριά. Αντιλαμβάνομαι ότι θα δεχθώ σφοδρή την επίθεση εκ μέρους του δημαγωγικού λόγου, ο οποίος διαχρονικά θυσιάζει τον λαό «σφάζοντάς τον με βαμβάκι». Ο λαός, στη συντριπτική του πλειονοψηφία, στηρίζει διαχρονικά ισχυρούς προσδοκώντας ίδιον όφελος. Η προσκόλληση στα κόμματα εξουσίας στη συντριπτική πλειονοψηφία γίνεται με την ειδική «κόλλα» που ονομάζεται ρουσφέτι. Αυτή εξέθρεψε την αναξιοκρατία και επέφερε την ασθένεια της χαμηλής παραγωγικότητας και της αδιαφορίας για το μέλλον της χώρας. Τα κόμματα εξουσίας μας πήραν από το «εμείς» της κοινότητας και μας οδήγησαν στο «εγώ» της ατομικής ευμάρειας. Βέβαια, γράψαμε και σε άλλο άρθρο, ότι είναι τραγικά εσφαλμένο ο λαός να αισθάνεται τύψεις αναλογιζόμενος το ρηθέν ότι «όλοι μαζί τα φάγαμε»! Είναι άλλο να υποτάσσεσαι στο πάθος της ιδιοτέλειας και της ήσσονος προσπαθείας και άλλο να εκποιείς τον δημόσιο πλούτο ενσυνειδήτως υποβιβάζοντας την ανεξάρτητη χώρα σου σε υποτελή εν ειρήνη στο αδηφάγο κεφάλαιο.

Αναδύεται ελπίδα μετά τις επερχόμενες εκλογές; Χωρίς να είμαι αναρχικός προσυπογράφω το σύνθημα τοίχου: «Αν οι εκλογές άλλαζαν τα πράγματα, θα είχαν κηρυχθεί παράνομες»! Συνεπώς καλώ τα θύματα, τα ψώνια (και τους κουτοπόνηρους) να σκεφθούν σοβαρά αυτή το φορά: Θέλουμε να σώσουμε την πατρίδα ή να «σωθούμε» εμείς και μόνο; Ασφαλώς δεν είναι λύση η αποχή από την ψηφοφορία. Από την άλλη η μετακίνηση από τα κόμματα εξουσίας θα είναι κάτι περισσότερο από ψήφος διαμαρτυρίας και τιμωρίας; Ας αναλύσουμε τον χώρο της κατακερματισμένης υποψήφιας αντιπολίτευσης, δεδομένης για τους μη αφελείς πολιτικά της σύμπραξης των δύο κομμάτων εξουσίας (και ενδεχομένως και κάποιων άλλων) μετεκλογικά. Πέρα από δύο σχηματισμούς της αριστεράς, εκ των οποίων ο ένας παραμένει καθηλωμένος σε ιδεολογικά στερεότυπα δίκην τετραπληγικού και ο άλλος υφίσταται οβίδιες μεταμορφώσεις, οι άλλοι σχηματισμοί θυμίζουν κινούμενη άμμο. Είναι ευκαιριακοί σχηματισμοί, οι οποίοι απλά αναμένουν να εισπράξουν τη δυσαρέσκεια των πολιτών των αποφασισμένων αυτή τη φορά να τιμωρήσουν.

Και ενώ το τοπίο της πολιτικής σκηνής είναι αρκούντως θολό και αβέβαιο, η χώρα βυθίζεται στο χάος (λέξη που χρησιμοποίησε πρόσφατα η γαλλική Liberation) χωρίς ελπίδα ανάκαμψης δια της πολιτικής, παρά την προσπάθεια του δημαγωγικού λόγου να πείσει τους πολίτες περί του αντιθέτου. Στην χώρα μας λείπουν δύο σημαντικοί παράγοντες, οι οποίοι θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν στην υπέρβαση της κρίσης: Η ελευθερία, αφού είμαστε δούλοι των μηχανισμών της αγοράς, δηλαδή δούλοι των ισχυρών του κεφαλαίου. Οι άνθρωποι, οι πρόθυμοι να υποστούν θυσίες προσφέροντας ακόμη και τη ζωή τους για να υπερασπιστούν τα δίκαια της χώρας και του λαού της από τη βουλιμία των ισχυρών.

Πόσο ακόμη θα αντέξει αυτή η χώρα, στην οποία δεν ακούγεται πλέον το «ελευθερία ή θάνατος»;

 

                                                            «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ», 23-4-2012

Οι Τροϊκανοί Τριάκοντα Τύραννοι…

Οι Τροϊκανοί Τριάκοντα Τύραννοι…

 

Του Στάθη Σ(ταυρόπουλου)

 

Καθώς βραχύνεται ο χρόνος που απομένει έως τις εκλογές κι αναλόγως πυκνώνει η εμφάνιση στις οθόνες της Διαπλοκής κυρίως, των ομιλουσών κεφαλών του δικομματικού μας μονοκομματισμού… Και των λοιπών μνημονικών δυνάμεων. Απορώ και θαυμάζω. Κι ύστερα μελαγχολώ.

Με τη γλώσσα τους! Μιλούν την ίδια γλώσσα. Σαν να μην έχει επισυμβεί κατακλυσμός. Σαν να μην έχουν χαθεί δουλειές, να μην έχουν κοπεί μεροκάματα, να μην έχουν κλείσει μαγαζιά ή σπίτια, σαν να μην έχουν καεί ζωές. Όμως εκείνο που με θλίβει περισσότερο, είναι το γεγονός ότι αυτήν τη γλώσσα μας την έμαθαν να τη μιλάμε και μεις.

Μια γλώσσα με λέξεις ψευδόμενες, με ευφημισμούς, ύπουλη, παραπλανητική, μία γλώσσα που έχει στείλει από καιρό στην εξορία τις λέξεις που απηχούν τις πραγματικότητες της ζωής, όπως: εργάτης, εργατική τάξη, οκτάωρο, ισονομία, ιμπεριαλισμός, εθνική ανεξαρτησία, πατρίδα, ισότητα, αλληλεγγύη κι άλλες μύριες.

Τριάντα χρόνια τώρα λέξεις όπως αυτές είχαν εξορισθεί απ'το καθημερινό λεξιλόγιο και τώρα, με την κρίση, ορισμένες εξ αυτών επιστρέφουν στον δημόσιο λόγο, όπως επέστρεψαν κάποτε οι εξόριστοι δημοκρατικοί Αθηναίοι απ'τη Θήβα για να διώξουν απ' το Άστυ τους Τριάκοντα Τυράννους.

Όμως οι Τριάκοντα Τύραννοι Είναι ακόμα εδώ, και οι κεφαλές τους ομιλούν από οθόνης κι εφημερίδων της Διαπλοκής, την ίδια γλώσσα καθημερινώς:

– Τη γλώσσα που μας έμαθαν να ομιλούμε κι εμείς: για τον ανταγωνισμό

– Την οικονομία που δεν μας αντέχει

– Το δίκιο (και το δίκαιο) των δανειστών

– Το αναπόφευκτο των περικοπών,

Μία γλώσσα γεμάτη, διλήμματα, εκβιασμούς, υπαγορεύσεις κι απαγορεύσεις.

Οι ίδιοι πολιτικοί των ιδίων κομμάτων που φτώχυναν την πατρίδα και στη συνέχεια τη σκλάβωσαν, εξακολουθούν να μιλούν την ίδια Τυραννική και ψεύτρα γλώσσα με τις ίδιες νοηματικές κι ορολογίες, για να υποσχεθούν ότι οι ίδιοι αυτοί, δεν θα φτωχύνουν τη χώρα κι άλλο (ενώ ήδη τα επόμενα μέτρα λαμβάνονται).

Και ότι οι ίδιοι αυτοί που τη σκλάβωσαν, θα την ξεσκλαβώσουν αν όχι το 2030, το 2040 ίσως και πάντως οπωσδήποτε το 2070! Αντί να έχει ανοίξει η γη να τους καταπιεί, βγαίνουν κι ανερυθρίαστοι ομιλούν μετερχόμενοι διλήμματα, εκβιασμούς, υποσχέσεις κι απειλές. Θαυμάζω κι απορώ. Στη συνέχεια θλίβομαι! Και τέλος οργίζομαι. Και μένω οργισμένος!

Κι όσον οι καθωσπρέπει λακέδες (και λεκέδες) της προπαγάνδας εξορκίζουν την οργή ως κακό σύμβουλο τόσο πιο πολύ οργίζομαι με αυτούς που αποβιομηχάνισαν τη χώρα, που ξεπάτωσαν τη γεωργική παραγωγή με τις επιδοτήσεις, που υπερχρέωσαν τον λαό με θαλασσοδάνεια, που τον λήστεψαν με τα χρηματιστήρια, που τον έθισαν στο ρουσφέτι, την ήσσονα προσπάθεια και την αμορφωσιά, αυτοί οι εγκληματίες μιλούν ακόμα. Και απευθύνονται στους πολίτες με την ίδια γλώσσα. Θαυμάζω κι απορώ! Δεν ντρέπονται; Δεν σέβονται τίποτα;

Για να είναι κανείς υποψήφιος εκπρόσωπος μιας δικομματικής τυραννίδας που φτώχυνε και σκλάβωσε την πατρίδα δεν χρειάζεται σθένος, χρειάζεται θράσος. Κι ως φαίνεται, αυτό είναι το τελευταίο που έχει απομείνει στους συντρόφους του Άκη.

Όμως οι πολίτες που θα υπερψηφίζουν αυτά τα δύο υποταγμένα στους «νταβατζήδες» κόμματα, Τόσο μαθημένα στην υποταγή, που εν τέλει υπέταξαν και την ίδια τη χώρα στους Τοκογλύφους, οι πολίτες λοιπόν που προτίθενται να υπερψηφίσουν τα κόμματα του Μνημονίου, σε τι ελπίζουν; Εκτός απ'τους πολίτες που όλα αυτά τα χρόνια ο δικομματισμός εκμαύλισε, οι υπόλοιποι που προτίθενται να υπερψηφίσουν τους δύο μικρομέγαλους, εις τί ελπίζουν;

Ίσως κάποιοι, υποκύπτοντας στην κινδυνολογία, να φοβούνται το χειρότερο! Είναι όμως το χειρότερο, ελπίδα; Ή μήπως δεν τους έχουν ήδη εξασφαλίσει το χειρότερο για το μέλλον, αυτοί οι ίδιοι που τους εξασφάλισαν το χειρότερο για το χθες και το σήμερα;

Δημοκρατία δεν είναι να ψηφίζει κανείς τη σαβούρα της ή τους «Τριάκοντα», δημοκρατία δεν είναι το «έτσι γουστάρω» ή το «ωχ, αδερφέ», αυτά είναι «πασοκιές» (πράσινες ή γαλάζιες), δημοκρατία είναι η ευθύνη, η βάσανος της επιλογής, οι αγώνες. Κι ενίοτε οι συνεχείς αγώνες.

Αυτοί που έφεραν τη χώρα έως εδώ εξακολουθούν να τη δημαγωγούν.

Ο κ. Σαμαράς επισείει τας κεφαλάς μας τον κίνδυνο της ακυβερνησίας, ενώ η χώρα κυβερνάται με σιδηρά πυγμή από την Τρόικα.

Ο κ. Βενιζέλος ομιλεί σε «πεθαμένα» ακροατήρια οπαδών κι ακόμα ολιγότερων αμήχανων ψηφοφόρων, λέγοντας τώρα ότι στο εξής δεν θα κόβεται το ρεύμα (!!!) σε όσους δεν έχουν να πληρώσουν το χαράτσι – ποιός; ο ίδιος που έως χθες το έκοβε!

Να ζητήσει κανείς αιδώ απ'την αναίδεια, είναι μάταιο. Ατελέσφερο. Μάλιστα ανήθικο. Μάλιστα ηλίθιο…

Να διεκδικήσει όμως κάθαρση απ'το άγος, αξιοπρεπή ζωή κι ελπίδα για το καλύτερο, είναι εκ των ων ουκ ανευ…

 

ΠΗΓΗ: 23/04/2012, http://www.enikos.gr/stathis/36543,Oi_Troikanoi_Triakonta_Tyrannoi.html

Αυτοί οι αγώνες δεν δικαιώθηκαν, ούτε χαμένοι πήγαν

Αυτοί οι αγώνες δεν δικαιώθηκαν, αλλά δεν πήγαν και χαμένοι

(Σταχυολόγηση από μια 20ετία αγώνων στην εκπαίδευση)

 

Του Σάββα Μετοικίδη*

 «Φτάνεις κι εσύ κάποτε να πιστέψεις πως σάπισαν

όλα τα περάσματα πως αμείλιχτοι φύλακες

στέκονται ορθοί σε κάθε γωνιά.

Πολλές φορές η νύχτα ξέρει να σου μιλά σα μια

θανάσιμη ηδονική φίλη μα εσύ δε θες να την ακούς,

ζητάς μια λάμπα, τίποτε άλλο από μιαν ελάχιστη λάμπα,

μια λάμπα τόσο ταπεινή μέσα σε τούτο το σκοτάδι».

Μανόλης Αναγνωστάκης «Εποχές 2»

Μετά την περσινή μας απεργία αναπτύσσεται ένας, καλοπροαίρετος κατά βάση, προβληματισμός από συναδέλφους που μάτωσαν στο μεγαλειώδη αγώνα των έξι βδομάδων σχετικά με την αποτελεσματικότητα των απεργιών και το «τι να κάνουμε» από εδώ και πέρα. Η ψυχολογία μας πέρασε από μεγάλες διακυμάνσεις και σε όλους τους συνταξιδιώτες του επικού φθινοπώρου του ’07 έμεινε μια στυφή γεύση, που γίνεται πίκρα όταν συναντιόμαστε, αραιά και πού, στις 24ωρες πορείες – λιτανείες της ΑΔΕΔΥ και της ΓΣΕΕ.

Συνέχεια

Η ΥΠΕΡΦΙΑΛΗ ΔΙΑΝΟΗΣΗ

Η ΥΠΕΡΦΙΑΛΗ ΔΙΑΝΟΗΣΗ:

Δυστυχώς, τα προβλήματα της Ελλάδας δεν είναι κυρίως οικονομικά, ενώ ένοχος για τα δεινά της δεν είναι μόνο η ανεπάρκεια ή/και η ανικανότητα των πολιτικών της – αφού η χώρα μας υπέφερε ανέκαθεν από ξενομανείς, αδύναμους «Δούρειους Ίππους» στο εσωτερικό της

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


"Τον τελευταίο αιώνα το μεγαλύτερο μέρος των βιομηχανικών χωρών του πλανήτη βυθίστηκε τέσσερις συνολικά φορές σε σοβαρότατες οικονομικές υφέσεις μεγάλης διάρκειας, οι οποίες διακρίνονταν από μία αυξανόμενη, δύσκολα διαχειρίσιμη ανεργία: οι Η.Π.Α. τη δεκαετία του 1930, η δυτική ανεπτυγμένη Ευρώπη το ίδιο χρονικό διάστημα, η δυτική Ευρώπη ξανά τη δεκαετία του 1980 και, τέλος, η Ιαπωνία μετά το 1990. Δύο από τις οικονομικές καταρρεύσεις, αυτή της Ευρώπης το 1980 και της Ιαπωνίας το 1990, σκέπασαν εκ των προτέρων, με τη μακρόχρονη και οδυνηρή σκιά τους, τη μελλοντική ανάπτυξη της οικονομίας – εμποδίζοντας την ομαλή διαδικασία εξυγίανσης.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις διαπιστώνεται πως όταν η Ευρώπη ή η Ιαπωνία επιστρέφουν σε πορεία ανάπτυξης, ανάλογη της επικρατούσας πριν από την εκάστοτε ύφεση, το επιτυγχάνουν μετά από αρκετές δεκαετίες – εάν φυσικά τα καταφέρουν. Η βασική αιτία αυτής της «συμπεριφοράς» είναι οι «παρεμβάσεις» στην ελεύθερη αγορά, με τις οποίες εμποδίζεται η «δημιουργική καταστροφή» – η ολοκληρωτική κατάρρευση δηλαδή του παλαιού, έτσι ώστε να λειτουργήσει το νέο σε καινούργιες βάσεις.      

Όσον αφορά την Ιαπωνία το 1990, δεν κατάφερε ακόμη να επιστρέψει στην ομαλότητα, αφού δεν ξέφυγε από τη βαθιά ύφεση. Στην περίπτωση δε της Ευρώπης, στο τέλος της δεκαετίας του 1930, δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς θα επακολουθούσε, εάν η οικονομική κρίση δεν είχε τοποθετηθεί στο περιθώριο, από την εισβολή της ναζιστικής Γερμανίας στην Πολωνία και τη μετατροπή της ηπείρου σε ένα αιματηρό πεδίο μάχης".             

Ανάλυση

Η Ευρώπη ευρίσκεται αντιμέτωπη, αφενός με το μονοπωλιακό καπιταλισμό των Η.Π.Α., ο οποίος έχει στη διάθεση του πανίσχυρα «επιθετικά όπλα» (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, εταιρείες αξιολόγησης, ΜΜΕ, Wall Street, hedge funds κλπ.), αφετέρου με τον απολυταρχικό καπιταλισμό, ο οποίος επικρατεί σε πολλές από τις παραγωγικά ισχυρές, «ασύμμετρα» αναπτυσσόμενες χώρες του πλανήτη (Κίνα κλπ.).

«Ελλοχεύει» δε ένας επί πλέον κίνδυνος στο εσωτερικό της, προερχόμενος από τις επεκτατικές βλέψεις της Γερμανίας, η οποία συμπεριφέρεται ηγεμονικά – ενώ κερδίζει «βασιλικά» από την Ελληνική κρίση, τόσο από την υποτίμηση του ευρώ, όσο και από τόκους (δανείζεται με το χαμηλότερο επιτόκιο της ιστορίας της, αποκομίζοντας παράλληλα τεράστιους τόκους από τα δάνεια της προς την Ελλάδα, ενώ απολαμβάνει «τη μερίδα του λέοντος» από τους επενδυτές).

Το νεωτεριστικό ευρωπαϊκό «κοινωνικό οικοδόμημα» τώρα, η Ευρωζώνη δηλαδή, ένα σύνολο από πλούσιες, δημοκρατικές, πολιτισμένες και ανεξάρτητες μεταξύ τους χώρες, απειλείται από πάρα πολλές πλευρές – αποτελώντας μεταφορικά το «χρυσόμαλλο δέρας». Η σημερινή κρίση χρέους δε απέδειξε ακόμη μία φορά ότι, μία νομισματική ένωση δεν μπορεί να λειτουργήσει μακροπρόθεσμα, εάν δεν εξελιχθεί σε μία οικονομική και πολιτική ένωση.

Ειδικότερα, μετά την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος, οι οικονομίες των κρατών της Ευρωζώνης ακολούθησαν διαφορετικές κατευθύνσεις – με κάποιες από αυτές (Γερμανία, Ολλανδία, Φιλανδία) να κερδίζουν σημαντικά σε ανταγωνιστικότητα, εις βάρος ή σε σύγκριση με κάποιες άλλες (Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα κλπ.).

Πριν τη νομισματική ένωση, οι ελλειμματικές χώρες είχαν τη δυνατότητα να ρυθμίζουν τις οικονομίες τους, υποτιμώντας συνήθως τα νομίσματα τους – ενώ «ειδοποιούνταν» από τις αγορές για τα λάθη τους, μέσω των επιτοκίων δανεισμού τους, τα οποία αυξάνονταν. 

Σήμερα, επειδή το κοινό νόμισμα δεν επιτρέπει τέτοιου είδους ενέργειες, ενώ δεν υπήρξε τα δέκα τελευταία χρόνια μηχανισμός προειδοποίησης, τα δημόσια χρέη έφτασαν σε ανεξέλεγκτα υψηλά επίπεδα (εκτός Ευρωζώνης θα ήταν αδύνατη η επιβίωση με δημόσιο χρέος υψηλότερο του 80% του ΑΕΠ), με αποτέλεσμα κάποια κράτη να υποχρεώνονται σε καταστροφικά για την κοινωνική συνοχή προγράμματα λιτότητας – χωρίς να είναι βέβαια ότι θα αποδώσουν έστω τα ελάχιστα αναμενόμενα.

Σε κάθε περίπτωση η ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση, η μη συμμετρική δηλαδή κατανομή ελλειμμάτων και πλεονασμάτων στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών στον πλανήτη (Πίνακας Ι), σε συνδυασμό με την ευρωπαϊκή ασυμμετρία (μη ισορροπημένη κατανομή ελλειμμάτων και πλεονασμάτων εντός της Ευρωζώνης), συνιστούν τα δύο μεγαλύτερα προβλήματα της εποχής μας.

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Κυριότερες πλεονασματικές – ελλειμματικές χώρες σε δις $ το 2010

Α/Α

Χώρα

Ισοζύγιο

Α/Α

Χώρα

Ισοζύγιο

 

 

 

 

 

 

1

Κίνα

272,5

1

Η.Π.Α.

-561,1

2

Ιαπωνία

166,5

2

Ισπανία

-66,7

3

Γερμανία

162,3

3

Ιταλία

-62,0

4

Ρωσία

68,8

4

*Τουρκία

-56,4

5

Νορβηγία

60,2

5

Γαλλία

-53,3

* Το έλλειμμα στο ισοζύγιο της χώρας, αποτέλεσμα της λεηλασίας της εκ μέρους του ΔΝΤ, υπολογίζεται στα 79,2 δις $ – ένα εξαιρετικά ανησυχητικό σημάδι, σε συνδυασμό με τη φούσκα ακινήτων. 

Πηγή: The World Factbook. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος     

 Όπως φαίνεται λοιπόν από τον Πίνακα Ι, οι πλεονασματικές οικονομίες (αριστερά), οι οποίες αναπτύσσονται ουσιαστικά εις βάρος των ελλειμματικών (δεξιά), είναι αυτές οι οποίες απειλούν σήμερα τον πλανήτη – όπως επίσης η Γερμανία την Ευρωζώνη.         

Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΩΝ Η.Π.Α.

Ειδικά όσον αφορά την Ευρώπη, θεωρούμε πως είναι αδύνατον να ξεφύγει από την κρίση, εάν δεν ακολουθήσει η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση – εάν δεν ενωθεί δηλαδή δημοσιονομικά, οικονομικά και πολιτικά, κατά το παράδειγμα των Η.Π.Α. Χωρίς να επεκταθούμε στις δυνατότητες ή μη ενός τέτοιου ενδεχομένου, αφού δεν είναι σε καμία περίπτωση «μονοσήμαντες» (οφείλουν να εξετασθούν όχι μόνο οικονομικά, αλλά εθνολογικά κλπ.), θεωρούμε σκόπιμη την παράθεση δύο διαφορετικών στρατηγικών, με τις οποίες οι Η.Π.Α. αντιμετώπισαν το πρόβλημα της υπερχρέωσης των Πολιτειών τους, στο δρόμο για την πλήρη ενοποίηση τους.

(α) Ο A.Hamilton, το 1789 (υπουργός οικονομικών του πρώτου προέδρου των Η.Π.Α. G.Washington, στον οποίο πιστώνεται επίσης η οικοδόμηση του τραπεζικού συστήματος):

Πριν από περίπου 220 χρόνια, το 1789, υπήρξε η πρώτη και η τελευταία διάσωση δεκατριών Πολιτειών των Η.Π.Α., από την τότε ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Η Washington ανέλαβε τα δημόσια χρέη των παραπάνω Πολιτειών, τα οποία είχαν δημιουργηθεί για να καλύψουν το κόστος του πολέμου ανεξαρτησίας εναντίον της Μ. Βρετανίας.

Έναντι αυτών, η ομοσπονδιακή κεντρική κυβέρνηση απαίτησε και έλαβε, με το καινούργιο Σύνταγμα, το αποκλειστικό δικαίωμα στην είσπραξη των εισαγωγικών δασμών – οι οποίοι, εκείνη την εποχή, αποτελούσαν μία από τις σημαντικότερες πηγές δημοσίων εσόδων. Τα μισά περίπου από τα έσοδα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για την εξόφληση των χρεών των δεκατριών Πολιτειών – με αποτέλεσμα να εξυγιανθούν και να διασωθούν.

Ο Hamilton λειτούργησε με αυτόν τον δραστικό τρόπο, επειδή δεν επιθυμούσε να δημιουργήσει πρόβλημα στην εικόνα (image) των Η.Π.Α. και στην εμπιστοσύνη του υπόλοιπου πλανήτη απέναντι στο νέο κράτος. Στα πλαίσια αυτά, ήθελε να αποφύγει με κάθε τρόπο να ζημιώσει τους ιδιώτες δανειστές. Κατά την άποψη του, όταν πληρώνονται τα χρέη, τότε απολαμβάνει ο οφειλέτης μελλοντικά καλύτερες συνθήκες χρηματοδότησης από τους δανειστές του.

Το γεγονός αυτό αυξάνει τη δημοσιονομική ευελιξία μίας χώρας, λειτουργεί θετικά στην είσπραξη των φόρων (όταν δεν πληρώνει το κράτος, δεν πληρώνεται και από τους Πολίτες του), ενώ πολλαπλασιάζει τις πηγές εσόδων της – με αποτέλεσμα να μπορεί να καλύπτει μεγαλύτερες δημόσιες δαπάνες, επενδύοντας προς όφελος των πολιτών της. 

(β)  Η δεκαετία του 1830: Μεταξύ των ετών 1820 και 1830 υπερχρεώθηκαν αρκετές Πολιτείες των Η.Π.Α. – αυτή τη φορά για τη χρηματοδότηση των μεγάλων έργων υποδομής, τα οποία είχαν θεωρηθεί απαραίτητα. Οι δανειστές τους τώρα, ενθυμούμενες τις ενέργειες του Hamilton, ζήτησαν να εξοφληθούν από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση – όπου όμως το Κογκρέσο αρνήθηκε να αναλάβει τα χρέη των Πολιτειών.

Εκτός αυτού, με απώτερο στόχο να διασφαλιστούν οι Πολιτείες μελλοντικά από την υπερχρέωση, ψηφίσθηκε ένας νόμος στις Η.Π.Α., ο οποίος υποχρέωνε τις Πολιτείες να απαγορεύσουν συνταγματικά τη δημιουργία ελλειμμάτων στους προϋπολογισμούς τους (κάτι ανάλογο με το σύμφωνο δημοσιονομικής σταθερότητας που προωθείται σήμερα στην Ευρώπη). Η κυβέρνηση είχε λοιπόν τότε «διαφυλάξει το κύρος της» της, αναγκάζοντας τις Πολιτείες να καταλάβουν ότι, δεν θα συνέχιζε να διευκολύνει ή να στηρίζει τον τρόπο, με τον οποίο διαχειρίζονταν τα οικονομικά τους.

Με κριτήριο τις παραπάνω εμπειρίες των Η.Π.Α. συμπεραίνουμε ότι, η πορεία προς την ενοποίηση μίας ηπείρου, προς τη δημιουργία δηλαδή ενός ομοσπονδιακού κράτους, αποτελούμενου από ανεξάρτητες Πολιτείες, χαρακτηρίζεται από δύο διαδοχικά βήματα: Κατ' αρχήν εξασφαλίζεται η διάσωση των επί μέρους κρατών από ένα κοινό ταμείο, έτσι ώστε να μην δημιουργηθούν προβλήματα και εθνικές διαμάχες – ενώ στη συνέχεια τα κράτη υποχρεώνονται να διαχειριστούν μόνα τους τα οικονομικά τους, χωρίς να υπολογίζουν σε μία δεύτερη διάσωση τους από το κοινό ταμείο.

Στην περίπτωση της Ευρωζώνης όμως και της Ελλάδας, η οποία «απαίτησε» πρώτη τη διάσωση της από το κοινό ταμείο, τα πράγματα λειτούργησαν διαφορετικά – γεγονός που μας κάνει να αμφιβάλλουμε, σε σχέση με τις προοπτικές μίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Σε ένα πρώτο στάδιο και με πολλές δυσκολίες, αποφασίσθηκε η δανειοδότηση της χώρας μας από την Ευρωζώνη και το ΔΝΤ – το οποίο δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να συμμετέχει. Έναντι της δανειοδότησης αυτής δεν απαίτησε τότε η Κομισιόν από την Ελλάδα την εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου, μέσω της εκχώρησης κάποιων φόρων, αλλά ζητήθηκε απλά η αναδιάρθρωση της οικονομίας της, κατά τα πρότυπα της διαχείρισης των κρίσεων των αναπτυσσομένων οικονομιών από το ΔΝΤ – ένα κρίσιμο σφάλμα.

Επίσης, δεν δόθηκε η δυνατότητα στην Ελλάδα να εξοφλήσει το δάνειο με εφικτές ετήσιες δόσεις (χρεολύσια) και με χαμηλό επιτόκιο – οπότε δεν εξασφαλίσθηκε η εμπιστοσύνη στη διαχείριση ή/και στη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους ούτε από τις αγορές, ούτε από τους Ευρωπαίους εταίρους, ούτε από τους ίδιους τους Έλληνες. 

Στη συνέχεια, όταν το πρώτο πρόγραμμα δεν λειτούργησε, η Ελλάδα δεν υποχρεώθηκε να αναλάβει μόνη της τις ευθύνες της, όπως συνέβη σε δεύτερο στάδιο στις Η.Π.Α., αλλά να υποθηκεύσει τη δημόσια περιουσία της και να «δημεύσει» την ιδιωτική, έναντι ενός δεύτερου δανείου – να μετατραπεί δηλαδή σε προτεκτοράτο της Ευρωζώνης, με την εγκατάσταση μίας σκιώδους διακυβέρνησης (Τρόικα) και όχι σε μία ανεξάρτητη Ευρωπαϊκή Πολιτεία.

Το αποτέλεσμα ήταν (είναι) φυσικά να δημιουργηθούν μεγάλες εχθρότητες και αντιπαλότητες, μεταξύ των κύριων συντελεστών της όλης διαδικασίας: της Γερμανίας από τη μία πλευρά, η οποία θεωρεί ότι αναλαμβάνει το κύριο μέρος της ελληνικής χρηματοδότησης και της Ελλάδας από την άλλη πλευρά, η οποία έχει την άποψη ότι οδηγήθηκε σκόπιμα στη χρεοκοπία, με στόχο, μεταξύ άλλων, να αποτελέσει το «παράδειγμα προς αποφυγή» για τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης – έτσι ώστε να «ηγεμονεύσει» της ένωσης η Γερμανία.

Παράλληλα, η Ευρωζώνη ανάγκασε τους ιδιώτες δανειστές της Ελλάδας να αποδεχθούν τη διαγραφή μέρους των οφειλών της, με αποτέλεσμα να αυξηθεί το ρίσκο των επενδύσεων σε ομόλογα δημοσίου – γεγονός που έχει οδηγήσει πολλές άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ σε μεγάλα προβλήματα, τα οποία πολύ δύσκολα θα επιλυθούν (εάν απαιτήσουν να παραμείνουν ελεύθερες, μη αποδεχόμενες την ηγεμονία της Γερμανίας).

Ολοκληρώνοντας, παρά το ότι αυτή τη στιγμή η Γερμανία απολαμβάνει ιδανικές συνθήκες δανεισμού της οικονομίας της, προσελκύοντας τη μερίδα του λέοντος των επενδυτών τόσο στα ομόλογα, όσο και στις επιχειρήσεις της, ο κίνδυνος να χάσει πάρα πολλά χρήματα (απαιτήσεις 500 δις € της Bundesbank από την ΕΚΤ, συμμετοχή σε ένα διαρκώς αυξανόμενο κοινό ταμείο διάσωσης όπως το EFSF, πιστώσεις των γερμανικών επιχειρήσεων στον ευρωπαϊκό νότο κλπ.), καθώς επίσης να διαλυθεί η Ευρωζώνη, γίνεται καθημερινά όλο και πιο μεγάλος. 

Η ΕΛΛΑΔΑ

Η χώρα μας είναι μία από τις λίγες εναπομείναντες μικτές οικονομίες παγκοσμίως – όπου μικτή θεωρείται μία οικονομία, στην οποία το δημόσιο διαθέτει σημαντικές δικές του επιχειρήσεις, ιδίως τις κοινωφελείς (ύδρευσης, ηλεκτρισμού κλπ.), τις μονοπωλιακές κερδοφόρες (τυχερά παιχνίδια κοκ.) και τις στρατηγικές (λιμάνια κα.), παράλληλα με τους ιδιώτες, οι οποίοι κατέχουν όλες τις υπόλοιπες.

Αφενός μεν λοιπόν αποτελεί στόχο των μεγάλων πολυεθνικών, στα πλαίσια των επεκτατικών τους εξαγορών (ιδιωτικοποιήσεων), αφετέρου των Η.Π.Α. – οι οποίες τη χρησιμοποίησαν για την απόβαση τους στην Ευρωζώνη, με τη βοήθεια του ΔΝΤ. Επίσης της Γερμανίας, η οποία ανέκαθεν αναζητούσε το ιδανικό υποψήφιο θύμα, για τον παραδειγματισμό των υπολοίπων χωρών της Ευρωζώνης – έτσι ώστε να υποκύψουν στις επεκτατικές της βλέψεις φοβούμενες ότι, σε περίπτωση άρνησης τους να υποταχθούν, θα υπέφεραν τα δεινά της Ελλάδας. 

Περαιτέρω, το πρόβλημα της Ελλάδας (της Ιταλίας επίσης) είναι το υψηλό δημόσιο χρέος της, σε αντίθεση με όλες τις άλλες «δυτικές» χώρες, στις οποίες υποφέρει ο ιδιωτικός τομέας. Το χρέος αυτό οφείλεται στη κακοδιαχείριση εκ μέρους των τελευταίων κυβερνήσεων της, στα μεγάλα έργα υποδομής, ιδιαίτερα σε αυτά που έγιναν για τους Ολυμπιακούς αγώνες, στα εξοπλιστικά της προγράμματα, στη λαθρομετανάστευση, στις αυξημένες δαπάνες και στα μειωμένα έσοδα του δημοσίου – σαν αποτέλεσμα κυρίως της δραστηριοποίησης των εμπορικών πολυεθνικών, οι οποίες καταστρέφουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και μειώνουν τη φορολογική βάση των χωρών που τοποθετούνται, με τη βοήθεια της φοροαποφυγής.

Το δημόσιο χρέος βέβαια είναι πιο εύκολο στην επίλυση του από το ιδιωτικό – αφού απαιτείται απλά και μόνο αύξηση των εσόδων και μείωση των δαπανών. Δυστυχώς όμως, η τελευταία ελληνική κυβέρνηση επέτρεψε την είσοδο του ΔΝΤ στη χώρα – με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί σε μία εγκληματική υφεσιακή πολιτική η οποία, αντί να μειώσει το δημόσιο χρέος της σε σχέση με το ΑΕΠ, το αύξησε από 115% το 2008 στα περίπου 160% τέλη του έτους, μετά την περιβόητη διαγραφή (με την οποία πυροβολήσαμε τα πόδια μας). 

Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα της Ελλάδας δεν ήταν ποτέ τόσο το δημόσιο χρέος, όσο ο ανέκαθεν ασθενής ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας της – ειδικά οι εξαιρετικά χαμηλές εξαγωγές της (Πίνακας ΙΙ), οι οποίες έπαψαν ουσιαστικά να αυξάνονται, όταν άρχισε να αναπτύσσεται ο τουρισμός. 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Μεγέθη 2011 (εκτιμήσεις) σε δολάρια

Μεγέθη

Ελλάδα

Ολλανδία

Αυστρία

 

 

 

 

Εργαζόμενοι

4.972.000

7.785.000

3.663.000

ΑΕΠ (ονομαστικό) σε δις $

312,00

858,30

351,40

Κατά κεφαλή εισόδημα

27.600

42.300

41.700

Δημόσιο χρέος / ΑΕΠ*

165,40%

64,40%

72,10%

Εξαγωγές σε δις $

26,64

575,90

180,70

Εισαγωγές σε δις $

65,79

514,10

183,10

Εμπορικό Ισοζύγιο

-39,15

81,80

-2,40

Εξωτερικό χρέος

583,3

2.655,0

883,50

Πηγή: World Factbook. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙ, στον οποίο συγκρίνεται η Ελλάδα με χώρες σχετικού μεγέθους, εάν το ΑΕΠ της ήταν αντίστοιχο της Ολλανδίας, με κριτήριο τον αριθμό των εργαζομένων, τότε το ύψος του θα διαμορφωνόταν στο 550 δις $ – οπότε το δημόσιο χρέος των 480 δις $ (πριν τη διαγραφή), θα αποτελούσε το 87% του ΑΕΠ. Οι εξαγωγές της δε, πάντα σε σχέση με την Ολλανδία, θα έπρεπε να ήταν στα 367 δις $ – από το αμελητέο σημερινό μέγεθος των 26,64 δις $.

Από την άλλη πλευρά βέβαια, διαπιστώνουμε από τον ίδιο Πίνακα ΙΙ, το πολύ χαμηλό συγκριτικά εξωτερικό χρέος της Ελλάδας – σχεδόν πέντε φορές χαμηλότερο από αυτό της Ολλανδίας και μιάμιση φορά από αυτό της μικρότερης σε πληθυσμό Αυστρίας (στο 187% του ΑΕΠ, όταν της Ολλανδίας είναι στο 310% και της Αυστρίας στο 252%).        

Εάν λοιπόν η Ελλάδα καταφέρει να αλλάξει την πολιτική που της επιβλήθηκε από το ΔΝΤ και τη Γερμανία, επιλέγοντας μία ικανή πολιτική ηγεσία, το μικρό ιδιωτικό χρέος της, σε συνδυασμό με τη μεγάλη δημόσια περιουσία της (επιχειρήσεις, ακίνητα, οικόπεδα κλπ.), καθώς επίσης με τον ανεκμετάλλευτο υπόγειο πλούτο και τις πολεμικές επανορθώσεις που της οφείλει η Γερμανία (υπολογίζονται μεταξύ 165 δις € από την κεντρική της τράπεζα και 560 δις € από Γάλλους οικονομολόγους), θα μπορούσε να την οδηγήσει με σχετική ευκολία στην έξοδο από την κρίση.

Ολοκληρώνοντας, το πλεονέκτημα των χωρών με χαμηλό συνολικό χρέος, όπως η Ελλάδα, είναι η δυνατότητα του ιδιωτικού τομέα να χρεωθεί – μεταξύ άλλων για να δανείσει (τράπεζες), για να επενδύσει (επιχειρήσεις) και για να καταναλώσει (νοικοκυριά). Φυσικά απαραίτητη προϋπόθεση είναι η δημιουργία ενός σωστού φορολογικού-επενδυτικού περιβάλλοντος, η εγκατάσταση ενός Κράτους Δικαίου, καθώς επίσης η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των Πολιτών στην Πολιτεία – μέσα από την εύρεση και την παραδειγματική τιμωρία όλων αυτών, οι οποίοι οδήγησαν την πατρίδα μας στα νύχια του ΔΝΤ και στη χρεοκοπία.   

Στα πλαίσια αυτά, εάν για παράδειγμα χρεωνόταν (δανειζόταν) ο ιδιωτικός τομέας της Ελλάδας (167% του ΑΕΠ χρέος), κατά 100%, φτάνοντας στο ύψος του ιταλικού ιδιωτικού χρέους (257%), τότε θα μειωνόταν μακροπρόθεσμα, με τις κατάλληλες κινήσεις (επενδύοντας στις επιχειρήσεις και τα ακίνητα του δημοσίου, για παράδειγμα), το δημόσιο χρέος στα 67% – με το συνολικό να παραμένει ως έχει.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Δυστυχώς, τα προβλήματα της Ελλάδας δεν είναι κυρίως οικονομικά – ενώ «ένοχος» για την κατάσταση της δεν είναι μόνο η πολιτική ανικανότητα, η ανεπάρκεια και η διαφθορά των δημοσίων «λειτουργών» της. Μεταξύ άλλων, η Ελλάδα υπέφερε ανέκαθεν από ξενομανείς, αδύναμους Δούρειους Ίππους στο εσωτερικό της – σε σημείο που πολύ συχνά να μην μπορούμε να κατηγορήσουμε τρίτους για τα δεινά της, αλλά ορισμένους από τους ίδιους τους Πολίτες της.

Σε σχέση με τα παραπάνω, η «πρωτοβουλία» ενός Έλληνα να εκδώσει σήμερα ένα πολύ παλαιό βιβλίο του στα γερμανικά (γράφτηκε πριν από περίπου 37 χρόνια), με τον τίτλο «Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας», παρέχοντας ταυτόχρονα συνεντεύξεις σε έντυπα της ηγετικής δύναμης της Ευρωζώνης, μάλλον εξευτελιστικές για την Ελλάδα, είναι πολύ δύσκολο να χαρακτηρισθεί – εάν δεν θέλει κανείς να τον κατηγορήσει άδικα για ανοησία και για πνευματική ανεπάρκεια (πόσο μάλλον για προσπάθεια απόκτησης δόξας ή/και χρημάτων, εις βάρος της πατρίδας του – ειδικά όταν ο ίδιος αναφέρει ότι, πάντοτε πληρωνόταν για τις «υπηρεσίες» του, ακόμη και αν τις παρείχε για ευχαρίστηση του).

«Το βιβλίο είναι οδυνηρό για έναν Έλληνα», αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας, τον οποίο ευχόμαστε να (εκ)τιμήσουν οι Έλληνες, στον επίλογο της γερμανικής έκδοσης. «Ισχύει», θριαμβολογεί το γερμανικό έντυπο "Die Presse", αφού κατά τον συγγραφέα «Ο Έλληνας δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα, ζει δύο φορές πάνω από τις δυνατότητες του (εδώ απορεί κανείς, γνωρίζοντας ότι το ιδιωτικό χρέος των Ελλήνων είναι το χαμηλότερο στη Δύση), υπόσχεται τα τριπλά από αυτά που μπορεί να κρατήσει, γνωρίζει τέσσερις φορές περισσότερα, από αυτά που έχει σπουδάσει, παριστάνει δηλαδή τον παντογνώστη κλπ. κλπ.».

Ο συμπατριώτης μας γράφει περαιτέρω ότι, οι Έλληνες πάσχουν από ένα εθνικό σύμπλεγμα κατωτερότητας, το οποίο προέρχεται αφενός μεν από τους μύθους και το ένδοξο παρελθόν της χώρας τους, αφετέρου από τη σύγκρισή της με την Ευρώπη – μία σύγκριση η οποία, κατά τον ίδιο, είναι οδυνηρή για την Ελλάδα. «Ποτέ δεν θέλησαν οι νεοέλληνες να αναλάβουν τις ευθύνες τους», συνεχίζει απτόητος, «Πάντοτε κάποιος άλλος ήταν ο ένοχος: η CIA, το ΝΑΤΟ…» – σήμερα η Γερμανία και η Ευρωζώνη, συμπληρώνει το έντυπο.

Αν και δεν μπορούμε να μην συγχαρούμε τη χώρα-πατρίδα του Goebbels για την ευρηματικότητα της να εκδώσει αυτό το βιβλίο σήμερα και να πείσει αυτό το συγγραφέα να δώσει συνεντεύξεις για τους «συμπλεγματικούς» Έλληνες, καθώς επίσης για την ικανότητα της να εκβιάζει (υπενθυμίζουμε τους φακέλους Siemens με τους πολιτικούς «άνδρες» και με τα κόμματα που χρηματίσθηκαν, με αποτέλεσμα να είναι «εκβιαστέα», την πρόσφατη απόφαση Ελληνικού δικαστηρίου να αθωώσει το Focus με την προσβλητική φωτογραφία της Αφροδίτης, την τοποθέτηση της γερμανικής κυβέρνησης για τις πολεμικές επανορθώσεις, οι οποίες ποτέ δεν απαιτήθηκαν επίσημα από την Ελλάδα κλπ.), έχουμε την άποψη ότι, δεν θα είναι τελικά προς όφελος της – γεγονός που θα αποδειχθεί στο απώτερο μέλλον.

Ειδικότερα, μέχρι στιγμής οι περισσότεροι συμμετέχοντες στην Ευρωζώνη έχουν ταχθεί υπέρ του Ευρώ, εξετάζοντας το «θέμα» από οικονομικής πλευράς. Εάν όμως αρχίσει να εξετάζεται από άλλες πλευρές, όπου αυτόματα θα συνδεθεί με τις ηγεμονικές βλέψεις, με τον εθνικισμό και με την απίστευτη αλαζονεία της (πρωσικής) Γερμανίας, η διάλυση της Ευρωζώνης, η (ελεγχόμενη ευχόμαστε) «συλλογική επιστροφή» στα εθνικά νομίσματα και η (ακόμη μία φορά) απομόνωση της χώρας του Goethe, δεν είναι απίθανο να συμβεί. 

Κλείνοντας, συντασσόμενοι με την άποψη ενός άλλου Έλληνα, ο οποίος δεν ανήκει στο χώρο της «υπερφίαλης διανόησης», θα θέλαμε να τονίσουμε με τη σειρά μας ότι, δεν μας εκπροσωπούν αυτοί οι πολιτικοί και αυτοί οι συμπλεγματικοί δήθεν διανοούμενοι – όπως συμβαίνει και με τους σημερινούς Γερμανούς που έχουν «αποκηρύξει» τους ναζί (την τότε πολιτική ηγεσία τους δηλαδή), οι οποίοι τους «ανάγκασαν» να στείλουν στα κρεματόρια εκατομμύρια αθώους, καθώς επίσης να αιματοκυλίσουν μία ολόκληρη ήπειρο (λαμβάνοντας ως «ανταμοιβή» από όλους εμάς τους Ευρωπαίους τη διαγραφή μεγάλου μέρους των χρεών τους, την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των υπολοίπων με χαμηλά επιτόκια, καθώς επίσης με δόσεις, συνδεδεμένες με την ανάπτυξη των εξαγωγών τους!).

Επίσης ότι, κάποια στιγμή θα καταφέρουμε, όπως και οι Γερμανοί, να απελευθερωθούμε από τους δικούς μας ναζί, οι οποίοι μας εξευτελίζουν διεθνώς, λεηλατούν την πατρίδα μας, δεν μας επιτρέπουν να διατηρήσουμε την αξιοπρέπεια μας και μας κρατούν δέσμιους, για πάνω από τριάντα χρόνια – ελπίζοντας ότι μέχρι τότε δεν θα αιματοκυλήσουν την Ελλάδα, όπως οι τότε «πολιτικοί ηγέτες» των Γερμανών αιματοκύλησαν τον πλανήτη. Σύμφωνα δε με αυτά που έγραψε ένας άλλος Έλληνας, 

"Με ονειρικές υποθέσεις ή χωρίς, είναι εξωφρενικός παραλογισμός, είναι αυτοκτονία να αναθέτουμε στους αυτουργούς της καταστροφής να μας σώσουν από την καταστροφή. Η στοιχειώδης λογική αυτοάμυνας σήμερα επιβάλλει να παραμεριστεί το υπάρχον πολιτικό προσωπικό της χώρας, να εξαφανιστεί από το δημόσιο βίο. Όλοι, χωρίς εξαίρεση.

Γιατί και οι θεωρούμενοι ως καλοί, ως αδιάφθοροι, συνεργάστηκαν. Ανέχθηκαν, δεν κατήγγειλαν……Στερούμαστε την οποιαδήποτε θεσμική δυνατότητα να αποκαταστήσουμε ένα δημοκρατικό, λειτουργικό, έντιμο κράτος. Δεν ζητάμε οίκτο, ούτε να μας υποκαταστήσουν άλλοι στις ευθύνες μας. Ζητάμε απλώς να πληροφορηθούν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας ότι, το 91% του λαού μας απορρίπτει αυτούς που οι ηγέτες της ΕΕ συναντούν σαν «εκπροσώπους» μας".

Κάποια στιγμή λοιπόν οι Έλληνες θα πάψουν να φοβούνται, θα σταματήσουν να ελπίζουν στον «από μηχανής Θεό», θα αποκτήσουν τις θεσμικές δυνατότητες και θα ανακτήσουν την ελευθερία τους, υπερασπιζόμενοι την πάμπλουτη, πολλαπλά προικισμένη πατρίδα τους, από τους πάσης φύσεως «σφετεριστές» της – ειδικά από εκείνους τους «συμπατριώτες» τους, οι οποίοι την διασύρουν, αδικαιολόγητα και ανερυθρίαστα, στη διεθνή κοινότητα. Άλλωστε, όπως είπε ο Αριστοτέλης, «το κύριο γνώρισμα του Πολίτη, είναι η συμμετοχή του στην απονομή δικαιοσύνης και στην άσκηση εξουσίας» – γεγονός που οφείλει να επιδιωχθεί άμεσα, από όλους εμάς τους Έλληνες Πολίτες. 

ΥΓ: Καλό Πάσχα σε όλους, με αισιοδοξία για το μέλλον, με υγεία και με ευτυχία, ευχόμενοι να επιτύχουμε τη «διακομματική» ένωση και την αλληλεγγύη όλων των Ελλήνων, κάτω από τους κοινούς εθνικούς στόχους της λειτουργίας ενός Κράτους Δικαίου με ικανή διοίκηση, της απελευθέρωσης, της ανεξαρτησίας και της ανάπτυξης της οικονομίας μας, με τις δικές μας δυνάμεις.       

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 08. Απριλίου 2012, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΕ ΕΘΝΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ: Πως;

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΕ ΕΘΝΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ: ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ, ΜΕ ΑΠΛΑ ΛΟΓΙΑ

 

Του Παναγιώτη Σπυρόπουλου*

                                                                                 

Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα (δραχμή, μνα, οβολό, όπως θέλετε πες τε το), οι πανεπιστημιακοί κύκλοι και ιδιαίτερα οι οικονομολόγοι έχουν διαλέξει στρατόπεδα, μέχρι και «απειλή» δημοψηφίσματος προέκυψε σ' αυτό το έκτρωμα δημοκρατίας που βιώνουμε, με αυτό το θέμα. Συνετό θα ήταν από δική μας σκοπιά, να βάλουμε κάποια πράγματα σε μια σειρά, απαντώντας σε διάφορα ερωτήματα, σχετικά με το ζήτημα αυτό, επιχειρώντας να διαλύσουμε τη λασπολογία που προσπαθούν με δόλιο τρόπο  να ρίξουν τα Μέσα Μαζικής Εξημέρωσης και οι εκπρόσωποι τους (περισπούδαστοι «μαϊντανοί», ακαδημαϊκοί δάσκαλοι, μέχρι εκπαιδευμένα παπαγαλάκια «δήθεν» οικονομικοί συντάκτες και οικονομολογούντες) σχετικά με το ζήτημα της επιστροφής σε εθνικό νόμισμα, με απλά λόγια.

Είναι απαραίτητη η Μετάβαση σε Εθνικό Νόμισμα;

Η άσκηση της Οικονομικής Πολιτικής, σε μια ανεξάρτητη χώρα – σ' ένα αυθύπαρκτο κράτος, έχει ως βασικά εργαλεία τη Νομισματική Πολιτική (έλεγχος κυκλοφορίας χρήματος, επιτόκιο) και τη Δημοσιονομική Πολιτική (Φόροι, Δημόσιες Δαπάνες, Δημόσιος Δανεισμός). Τα 2 αυτά μακροοικονομικά εργαλεία είναι, θα μπορούσαμε να πούμε, οργανικά δεμένα, αφού η ύπαρξη του ενός προϋποθέτει και συνεπικουρεί τη λειτουργία του άλλου. Σε περιόδους χαμηλής ζήτησης, ύφεσης ή στασιμότητας της οικονομίας, η κράτος χρηματοδοτεί τις δημόσιες επενδύσεις ΌΧΙ από την αύξηση των φόρων, αλλά από την αύξηση της ποσότητας χρήματος που κυκλοφορεί στην οικονομία μέσω έκδοσης νέου χρήματος (εσωτερικός δανεισμός), με απώτερο στόχο να αναζωογονηθεί και να αναταθεί η εγχώρια οικονομία. Χρηματοδοτεί δηλαδή τα όποια ελλείμματα και παράλληλα μειώνονται τα επιτόκια δανεισμού, γεγονός που δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για επενδύσεις και περεταίρω ανάπτυξη.

Με την εισαγωγή στο Ευρώ όμως, ως εθνικό κράτος απωλέσαμε τη δυνατότητα της Νομισματικής Πολιτικής, αφού η ποσότητα χρήματος που κυκλοφορεί (έτερο)καθορίζεται από την ΕΚΤ και τα κράτη – μέλη δεν έχουν τη δυνατότητα να «χρηματοδοτήσουν» τα όποια ελλείμματά τους, παρά μόνο με το εναπομείναν «εργαλείο» αυτό της Δημοσιονομικής Πολιτικής, δηλαδή με την αύξηση των Φόρων, τη μείωση των Δημοσίων Δαπανών (κατακερματισμός κοινωνικού κράτους) και τον εξωτερικό δανεισμό. Αποκορύφωμα τέτοιων πολιτικών, οι οποίες οδήγησαν στη παρούσα κατάσταση, ήταν η δεκαετία του ευρώ που η Ελλάδα δανείστηκε περίπου 490δις ευρώ από τις «φιλεύσπλαχνες» αγορές, για να αποπληρώσει κυρίως τα εξωτερικά της ελλείμματα – χρέη (υποχρεώσεις σε τόκους, τοκοχρεολύσια), αφού επί των κυβερνήσεων Σημίτη και την είσοδό μας στην ΟΝΕ, το εσωτερικό χρέος της χώρας [1] μετατράπηκε σε εξωτερικό.

Χωρίς δηλαδή το μέσο που ονομάζεται Νομισματική Πολιτική, ένα κράτος είναι πραγματικά ακρωτηριασμένο, αφού καλείται σε ένα διεθνές (κι ενοποιημένο) ανταγωνιστικό περιβάλλον  να ανταγωνιστεί «αρτιμελή» μεγαθήρια! Επιπλέον η νομισματική διαχείριση της ποσότητας χρήματος που εκδίδεται από την ΕΚΤ, ενισχύει περισσότερο τα ελλείμματα που παρουσιάζουν στο κυκλοφορούν ενεργητικό τους οι ιδιωτικές τράπεζες και δε διοχετεύονται στην πραγματική οικονομία, αφού η στρόφιγγα των δανειοδοτήσεων έχει κλείσει από αυτές. Αξίζει να σημειωθεί ότι μόνο σε 5 μήνες η ΕΚΤ έχει ενισχύσει με περίπου 1,5 τρις ευρώ τη ρευστότητα του ευρωπαϊκού ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ τραπεζικού συστήματος.

Δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι κράτη που έχουν δικό τους νόμισμα και οι κυβερνήσεις τους έκαναν γενναίες προσπάθειες να απαλλαχτούν από μνημόνια (συμφωνίες με ΔΝΤ), μη αναγνωρίζοντας ολόκληρο ή ένα μέρος του χρέους τους, ορθοπόδησαν επειδή ακριβώς είχαν εθνικό νόμισμα και μπόρεσαν να επανεκκινήσουν την οικονομία τους πολύ γρήγορα (όπως η Αργεντινή και σαφώς η Ισλανδία), αφού ιδιαίτερα το πρώτο διάστημα οι συντάξεις, οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων και γενικότερα οι πιο απαραίτητες δημόσιες δαπάνες «χρηματοδοτήθηκαν» αποκλειστικά από την έκδοση νέου χρήματος, χωρίς η «ένεση» αυτή στην οικονομία να επιφέρει πληθωριστικές πιέσεις!

Έξοδος από την Ο.Ν.Ε. σημαίνει «εσωστρέφεια», αποκλεισμό και μαρασμό της ελληνικής οικονομίας;

Σε καμία περίπτωση. Το να μπορεί ένα κράτος να χρηματοδοτεί τα ελλείμματα του κι ιδιαίτερα τα εσωτερικά, μη στηριζόμενο σε εξωτερικούς τρόπους δανεισμού, όπως τις «αγορές», γιατί να αποτελεί εσωστρέφεια; Το να είμαστε στην Ε.Ε. με ενιαίο νόμισμα, η οποία δε διαχειρίζεται το χρέος όλων των λαών μέσα στους κόλπους της, ως θα όφειλε, αλλά τους δημιουργεί μεγαλύτερες δανειακές ανάγκες, σε τι ωφελεί;

Το γεγονός ότι θα έχουμε ένα υποτιμημένο, αρκετά μάλιστα υποτιμημένο νόμισμα σε σχέση με το δολάριο ή το μάρκο ακόμα και με το ευρώ γιατί να μας τρομάζει;

Η «αίγλη» του ισχυρού ευρώ σε μια ακρωτηριασμένη παραγωγικά χώρα, η οποία λόγω του «σκληρού» αυτού νομίσματος, εξοστράκισε πρωτογενή, δευτερογενή παραγωγή – μεταποίηση, αλλά και τον τομέα των υπηρεσιών, με συρρίκνωση των εξαγωγών, ικανοποίηση της εγχώριας κατανάλωσης σχεδόν αποκλειστικά από τις εισαγωγές και έντονες πληθωριστικές πιέσεις από την αρχή εμφάνισης του ευρώ, σε τι τελικά θα ωφελήσει την οικονομία μας μελλοντικά, για πιο λόγο, δηλαδή, να συνεχίσουμε να είμαστε εντός ενός χρηματοοικονομικού περιβάλλοντος που μας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε περεταίρω κοινωνικο – οικονομική εξαθλίωση;

Η υιοθέτηση εθνικού νομίσματος, ελεγχόμενο από μια Κρατική Ελληνική Τράπεζα (κι όχι από την ΙΔΙΩΤΙΚΗ Τράπεζα της Ελλάδος), σημαίνει παράλληλα θωράκιση και (χρησιμοποιώντας έναν αδόκιμα οικονομικό όρο) «εξωστρέφεια» στην ελληνική οικονομία, παρά εσωστρέφεια, όπως ισχυρίζονται οι αδαείς οικονομολούντες ή τα παπαγαλάκια – υπάλληλοι της τρόικα, θέτοντας έτσι ψευτοδιλήμματα και αυταπάτες στον απλό κόσμο. Ένα ευέλικτο και σε γενικές γραμμές υποτιμημένο εθνικό νόμισμα, με φορολογική πολιτική που να δίνει κίνητρα σε μικρές επιχειρήσεις, όπου η Ελλάδα έχει συγκριτικό πλεονέκτημα (γεωργία, αλιεία, τουρισμός, βυρσοδεψία κλπ) κι ιδιαίτερα σε μικρές επιχειρήσεις, με ένα δίκαιο πρόγραμμα επιχορηγήσεων, θα είχαμε σε πρώτο επίπεδο τη δυνατότητα να ανατάξουμε την οικονομία μας και εν συνεχεία με ένα πλαίσιο ισχυρών αντικινήτρων για εισαγωγές (δασμοί κλπ) να εξάγουμε με απόλυτη επιτυχία! Δε θα πρέπει να φοβίζεει η λέξη δασμός! Άλλωστε, στην αρχαία Ελλάδα όταν ο Σόλωνας πραγματοποίησε τη «Σεισάχθεια», πρώτο του μέλημα ήταν η ανάταξη της εγχώριας οικονομίας βάζοντας μεγάλους δασμούς στις εισαγωγές (ως αντικίνητρο), με παράλληλη υποτίμηση του Αθηναϊκού νομίσματος.

Ενδεικτικό είναι ότι ο πρόεδρος της Γαλλίας Νικ. Σαρκοζί, στα πλαίσια της προεκλογικής του εκστρατείας  (αλλά μόνο υπό τέτοιες περιστάσεις λέγονται κι ορισμένες αλήθειες) προ ‘λίγων ημερών, είπε χαρακτηριστικά ότι θα έπρεπε η ΕΚΤ να προχωρήσει σε υποτίμηση του ευρώ, προκειμένου να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα της γαλλικής οικονομίας και να αυξηθούν οι εξαγωγές της.

Σε γενικές γραμμές, η φιλολογία που δημιουργείται περί εσωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας  και μαρασμού της, δεν είναι τίποτε άλλο από στυγνή προπαγάνδα των εντολοδόχων της τρόικας, του ΔΝΤ και των τραπεζικών συμφερόντων, που βλέπουν ότι το τραπεζικό σύστημα έχει φτάσει σε αδιέξοδο και θέλουν να κεφαλαιοποιήσουν τις ζημιές και τα μη ρευστοποιήσιμα κέρδη τους, υφαρπάζοντας και μετοχοποιώντας κράτη, τις πλουτοπαραγωγικές τους πηγές και το ανθρώπινο κεφάλαιο τους, μετατρέποντας τα σε σύγχρονες δουλοπαροικίες τοκογλυφικών χρεών. Η ίδια ακριβώς προπαγάνδα αναπτύχθηκε και σε άλλα κράτη, όπου πέρασε το ΔΝΤ, όμως εδώ έχει μπει ένα επιπλέον δίλλημα στο λαό (που δεν υπήρχε σε άλλα κράτη), αυτό του εθνικού νομίσματος (όπου στην περίπτωση της Αργεντινής υπήρχε το πέσο που ήταν συνδεδεμένο με το δολάριο, δηλ έπαιζε αντίστοιχο ρόλο με το «σκληρό» ευρώ, αλλά υπήρχε τουλάχιστον σε μετέπειτα περίοδο δυνατότητα άσκησης νομισματικής πολιτικής).

Μπορούμε να διαχειριστούμε καλύτερα το υπάρχον χρέος, υιοθετώντας εθνικό νόμισμα;

Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική. Ο ρυθμός που αυξάνεται το ελληνικό χρέος είναι φρενήρης και το μέγεθός του είναι τεράστιο, σύμφωνα με τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας και κάτω από οποιεσδήποτε νομισματικές συνθήκες (ευρώ ή δραχμή) δε μπορεί να καταστεί ελέγξιμο και διαχειρίσιμο. Σε περίπτωση που, αν επιστρέψουμε σε εθνικό νόμισμα με τις υπάρχουσες τοκογλυφικές δανειακές απαιτήσεις (ήδη κυκλοφορεί ως σενάριο σε πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους), το πιο βέβαιο είναι το νόμισμα αυτό να καταστεί πληθωριστικό πέραν του δέοντος, όπως η δραχμή του Ράλλη, η τουρκική υπερπληθωριστική λίρα επί ΔΝΤ, το αργεντίνικο πέσο (όπου οι τιμές μετά τη χρεοκοπία άλλαζαν 2 φορές μέχρι να φτάσεις από το ράφι στο σούπερ μάρκετ), τα νομίσματα αφρικανικών χωρών που είναι βέβαια αποικίες των «μεγάλων δυνάμεων» του κεφαλαίου κλπ.

Υποχρέωση μιας τίμιας και γενναίας ελληνικής κυβέρνησης «του αύριο» και του λαού είναι, πέρα από την υιοθέτηση εθνικού νομίσματος, αλλά και η μονομερής διαγραφή του παράνομου χρέους. Η διαγραφή του χρέους είναι απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να περάσουμε σε εθνικό νόμισμα, αλλά και το αντίστροφο.

Σε περίπτωση δηλαδή που διαγραφεί το ελληνικό χρέος, αλλά παραμείνουμε στο ευρώ, η ελληνική οικονομία, μη ελέγχοντας τη κυκλοφορία χρήματος, προσδιορίζοντας η ίδια τις νομισματικές τις ανάγκες κι έχοντας ως γενικό δερβέναγα την ΕΚΤ, να τυπώνει όσο θέλει και να το διοχετεύει κυρίως στις τράπεζες, όπως κάνει μέχρι σήμερα, αλλά και συνάμα μια Ε.Ε. που να κατευθύνει την παραγωγική δραστηριότητα σε κάθε κράτος μέλος κατά το δοκούν, πάλι θα διολισθήσουμε στο φαύλο κύκλο δανεισμού, όπως έγινε τις 2 προηγούμενες δεκαετίες και θα βρεθούμε σε παρόμοια κατάσταση σε λίγα χρόνια πάλι.

Επομένως, για να προβούμε σε υιοθέτηση εγχώριου νομίσματος, θα πρέπει να προβούμε σε: ΜΟΝΟΜΕΡΗ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΚΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

Η μετάβαση σε εθνικό νόμισμα θα επιφέρει την απόλυτη χρεωκοπία και τον αποκλεισμό της χώρας;

Η άποψη αυτή κι αν είναι αποκύημα προπαγάνδας, από τους «δήθεν» ειδικούς που θέλουν να μας σώσουν μέσω της ευρωπαϊκής συνταγής. Μέσα στο ευρώ και με το χρέος να τρέχει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, ο λαός χρεοκοπεί, εξαθλιώνεται και χάνει κάθε ελπίδα για ανάκαμψη σε βάθος 20ετίας τουλάχιστον! Η ίδια η τρόικα στις προβλέψεις ισχυρίζεται ότι το 2020 η ελληνική οικονομία, αν τηρηθούν όλες οι δεσμεύσεις ξεπουλήματος και διάλυσης της κοινωνίας, το χρέος θα πέσει στο 120% του ΑΕΠ.

Το ότι θα υπάρξει μια μεταβατική περίοδος (περίπου 6 μήνες), όπου θα χρειαστεί να ανασυνταχθεί η οικονομία, να κοπεί νέο νόμισμα και να δημιουργηθούν οι βάσης για την ενεργοποίηση του συστήματος, αυτό θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο, όπως και οι αντικειμενικές αρχικές δυσκολίες αυτής της μεταβατικής περιόδου, όπως την παροχή κάποιων αγαθών με δελτίο (πχ η βενζίνη). Μέτα όμως από αυτό το μικρό χρονικό διάστημα τα πράγματα θα γίνουν σαφώς καλύτερα και η κατάσταση θα ομαλοποιηθεί, αφού θα επέλθουν διακρατικές συμφωνίες σε όλα τα επίπεδα.

Όμως, μπροστά στη δημιουργία νέων ελπιδοφόρων δεδομένων, ένα 6μηνο δεν λογίζεται ως μεγάλη περίοδος προσαρμογής, αν λάβουμε υπόψη μας ότι μέσα στην ευρωζώνη και με τέτοιο χρέος που έχουν φορτώσει στις πλάτες τους λαού οι τραπεζίτες και οι ντόπιοι δοσίλογοι πολιτικοί, η Ελλάδα έχει χρεοκοπήσει ήδη και από όλες τις απόψεις:

– Οι αγορές έχουν εκλάβει το κούρεμα ως ελεγχόμενη χρεοκοπία.

– Η κοινωνία μαραζώνει, εξαθλιώνεται και πτωχαίνει μέρα με τη μέρα,με τη διαιώνιση για πολλά χρόνια αυτής της άρρωστης κατάστασης, σε αυτό το αφιλόξενο ευρωπαϊκό περιβάλλον των τραπεζών.

Το μόνο που μένει είναι να τραβήξουν «την πρίζα» της ασύντακτης χρεοκοπίας, δηλώνοντας αδυναμία και παύση πληρωμών, όταν θα δουν ότι η λαϊκή οργή έχει φτάσει στα όρια της, με σκοπό να μας εξαθλιώσουν πλήρως[2] και να ξεπουλήσουν τα «ασημικά» του τόπου σε χρόνο dt [3] (το σχέδιο «αξιοποίησης» – ξεπουλήματος είναι ήδη έτοιμο).

Τι  είδους ασφάλεια μας παρέχει το ευρώ;

Μάλλον ότι πτωχεύουμε ή πτωχεύσαμε έτσι κι αλλιώς με το ευρώ, από ότι έχει δείξει η μέχρι τώρα πορεία των πραγμάτων. Τι θα μπορούσαμε να πούμε στους πολιτικάντηδες που κινδυνολογούν, σπέρνοντας το φόβο στο κόσμο σχετικά με ενδεχόμενη επιστροφή στη δραχμή;; Ότι είναι καλύτερα να πτωχεύσω και να ζητιανεύω ευρώ στο δρόμο, παρά να ζω λιτά, με 5 δραχμές στη τσέπη, που λέει ο λόγος, αλλά αξιοπρεπώς σε μια χώρα ελεύθερη κι ειρηνική; Γιατί να τους πιστέψουμε τώρα ότι θα μας σώσουν με το ευρώ, αφού είναι οι ίδιοι που μας κατέστρεψαν, επίσης με ευρώ;

Επομένως, δεν υπάρχει δίλλημα ευρώ – δραχμή. Η ανατροπή του σάπιου πολιτικού συστήματος για τον όποιο νοήμονα και σκεπτόμενο άνθρωπο – πολίτη και όχι υπήκοο κάποιου προτεκτοράτου του νότου, θα πρέπει να είναι αυτοσκοπός, με όραμα ένα καλύτερο αύριο σε μια ελεύθερη κι ανεξάρτητη Ελλάδα, η οποία θα οικοδομεί σχέσεις φιλίας με τους λαούς και όχι με τους διεθνείς τοκογλύφους – τραπεζίτες και η μονομερής διαγραφή του χρέους με ταυτόχρονη διαδικασία υιοθέτησης εθνικού νομίσματος, βασικό πρωταγμα του αγώνα του.

Όποιος οικονομολόγος, θεωρεί μονόδρομο την Ε.Ε. και χρήζεται υπέρμαχος του ενιαίου νομίσματος, τότε θα πρέπει να ξεκινήσει τη μελέτη της οικονομικής θεωρίας (η οποία είναι κοινωνική επιστήμη κι όχι επιστήμη των αριθμών, των μοντέλων και των αριστοποιήσεων) από άλλη βάση, σε αντίθετη περίπτωση, μάλλον θα πρέπει να θεωρηθεί το λιγότερο ύποπτος. Η ιστορία ας κρίνει βέβαια… μέχρι στιγμής όμως το ευρώ και η λογική του ως νόμισμα, δεν είναι παρά ένα σαθρό οικοδόμημα με απώτερο στόχο να οδηγήσει τους λαούς της Γηραιάς Ηπείρου στην απόλυτη εξαθλίωση και χειραγώγηση, δέσμιους ανύπαρκτων χρεών.

 

* Ο Παναγιώτης Σπυρόπουλος είναι Οικονομολόγος, MSc., Μέλος ΕΛ.Λ.Α.Σ. (http://eleutheriellada.wordpress.com/), pan.spyropoulos@gmail.com

 

[1] Ήταν χρήματα που χρωστούσαμε εμείς σε εμάς και που το κράτος έλεγχε τυπώνοντας σιγά σιγά όλο και περισσότερο χρήμα, δημιουργώντας μεν πληθωρισμό, αλλά σταδιακά η αγορά μπορούσε να προσαρμοστεί. Αυτή ήταν η γνωστή τότε και ως "διολίσθηση" της δραχμής)

[2] η Αργεντινή βίωσε τη χρεοκοπία από το αντίστοιχο προδοτικό, διορισμένο από το ΔΝΤ καθεστώς της, για 18 μήνες, δηλαδή την απόλυτη εξαθλίωση, μέχρι να αναλάβει την εξουσία ο Κίρχνερ

[3] στην Αργεντινή την περίοδο της άτακτης χρεοκοπίας, που ξεπουλήθηκαν οι πετρελαιοπηγές και η εθνική αεροπλοΐα για μερικές δεκάδες χιλιάδες δολάρια!!!

 

ΠΗΓΗ: Απριλίου 20, 2012,  http://seisaxthia.wordpress.com/2012/04/20/….83/