Παιδεία χωρίς τους εκπαιδευτικούς;

Παιδεία χωρίς τους εκπαιδευτικούς;

 

Του Νίκου Φωτόπουλου*

 

 

Η κατάσταση στην εκπαίδευση είναι καζάνι που βράζει. Κι αυτό γιατί, παρά τα όσα δεινά η χώρα αντιμετωπίζει εξαιτίας του δημοσιονομικού αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει και των αβάσταχτων απαιτήσεων της Ε.Ε. και του ΔΝΤ, θα μπορούσε μέσα από εσωτερικά θεσμικά ζητήματα να ανατροφοδοτήσει την ελπίδα της εκπαιδευτικής κοινότητας για ένα καλύτερο δημόσιο σχολείο. Για ακόμη μία φορά όμως αποδείχτηκε ότι ούτε ο κοινωνικός διάλογος για την παιδεία ευοδώθηκε ούτε ο κοινωνικός προσανατολισμός των ρυθμίσεων πρυτάνευσε.

Και το χειρότερο:

δεν συνάφθηκε ένα κοινωνικό συμβόλαιο με την εκπαιδευτική κοινότητα για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες και να ωφεληθεί ο τόπος. Ο μετασχηματισμός της εκπαιδευτικής πραγματικότητας προϋποθέτει την ύπαρξη «συλλογικού υποκειμένου», σαφές ότι μια προοδευτική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση απαιτεί τη σύγκρουση με κατεστημένες λογικές. Απαραίτητη προϋπόθεση όμως είναι να διαμορφωθεί υπέρ της μια ισχυρή κοινωνική πλειοψηφία που να την υποστηρίζει, καθώς και να σχηματιστεί ένα συλλογικό υποκείμενο που θα υλοποιήσει τη μετάβαση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση η κοινωνία είναι παγωμένη από την αποδόμηση των κοινωνικών της κατακτήσεων, ενώ η εκπαιδευτική κοινότητα (το συλλογικό υποκείμενο, δηλαδή) παραμένει απούσα, γιατί απλούστατα νιώθει παραγκωνισμένη και ταυτόχρονα πληγωμένη από τον τρόπο με το οποίο η πολιτική ηγεσία του υπουργείου προωθεί και μεθοδεύει της αλλαγές στην εκπαίδευση. Ενώ υπάρχουν σοβαρά προβλήματα τα οποία εκκρεμούν σε ολόκληρο το εκπαιδευτικό φάσμα, για ακόμη μία φορά επικράτησε η έλλειψη ουσιαστικής συνεννόησης, με συνέπεια να διαπιστώνεται τεράστιο χάσμα ανάμεσα σ' αυτά που δρομολογεί το υπουργείο για λογαριασμό των εκπαιδευτικών και εκείνα που πραγματικά έχει ανάγκη η εκπαιδευτική κοινότητα.

 

Η πραγματικότητα των δεικτών και ο ευρωπαϊκός πήχυς

 

Σε αυτό που οι πάντες συμφωνούν είναι ότι η χώρα υπολείπεται σε σημαντικούς τομείς του εκπαιδευτικού της συστήματος, ενώ τα προβλήματα δεν μπορούν να περιμένουν. Η ανεπαρκής σχολική στέγη, η υποτυπώδης προσχολική αγωγή, οι ελλείψεις σε εκπαιδευτικό προσωπικό, οι χαμηλές επιδόσεις και τα αναλυτικά προγράμματα που περιμένουν αναζωογόνηση, ο «σκοτεινός αριθμός» της σχολικής διαρροής και η μη αντιμετώπισή της, ο λειτουργικός αναλφαβητισμός και η χαμηλή συμμετοχή στη διά βίου μάθηση, η υποβάθμιση του περιεχομένου και της προοπτικής των σπουδών και των πτυχίων, η υπο-χρηματοδότηση της έρευνας, των υποδομών και της καινοτομίας εξακολουθούν να παραμένουν προβλήματα που περιμένουν λύσεις και συγκεκριμένες πολιτικές αντιμετώπισης.

Αν ρίξουμε μια ματιά στα στοιχεία αναφοράς της Eurostat και του ΟΟΣΑ για την Ελλάδα (2009), διαπιστώνουμε ότι οι δείκτες μας άλλοτε «αντέχουν», άλλοτε παρουσιάζουν μια ισχνή βελτίωση κι άλλοτε αποδεικνύουν ότι ζούμε στη χώρα των μεγάλων αντιφάσεων. Την ίδια στιγμή που εμφανίζουμε χαμηλές επιδόσεις σε Γλώσσα, Μαθηματικά και Φυσικές Επιστήμες, παρουσιάζουμε υψηλά ποσοστά αποφοίτησης από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Παρ' όλο που είμαστε κάτω από το κοινοτικό όριο της χρηματοδότησης σε επενδύσεις για την παιδεία, η συμμετοχή μας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση παρουσιάζει υψηλά ποσοστά, ενώ η σχολική διαρροή κινείται σε επίπεδα ανάλογα με εκείνα των αναπτυγμένων χωρών.

Το σίγουρο πάντως είναι ότι τα αντιφατικά αυτά χαρακτηριστικά αποδεικνύουν πως κινούμαστε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και δείχνουν ότι παραμένουμε «λαθρεπιβάτες» στο τρένο της ευρωπαϊκής προοπτικής εδώ και δεκαετίες.

 

Ο παράγοντας «ανθρώπινο κεφάλαιο» στην εκπαίδευση

 

Είναι απόλυτα βέβαιο ότι οι στατιστικές και οι αριθμοί αποτελούν μερικές μόνο ενδείξεις και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να απεικονίσουν ποιότητες οι οποίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Μια τέτοια κορυφαία παράμετρο αποτελεί και ο ρόλος των εκπαιδευτικών, ο οποίος συνιστά το πιο καίριο βήμα στην κατεύθυνση βελτίωσης του εκπαιδευτικού συστήματος.

Ο παράγοντας ανθρώπινο κεφάλαιο αναγνωρίζεται διεθνώς ως ένας από τους βασικούς συντελεστές κάθε αναπτυξιακού εγχειρήματος, αρκεί να αντιμετωπίζεται με ανθρωποκεντρικό και όχι με μηχανιστικό και απρόσωπο τρόπο. Με άλλα λόγια, η αυτο-βελτίωση των εκπαιδευτικών, η ανατροφοδότηση του έργου τους, η παιδαγωγική και επιστημονική τους ενίσχυση θα πρέπει να βασίζονται στις πραγματικές και ουσιαστικές ανάγκες τους και όχι στην επιβολή μέτρων τεχνοκρατικού, γραφειοκρατικού ή τιμωρητικού χαρακτήρα. Ουδέποτε μέχρι σήμερα επιχειρήθηκε σοβαρή διάγνωση των αναγκών των εκπαιδευτικών μέσα στους χώρους δουλειάς τους, των προβλημάτων και των αδιεξόδων που καθημερινά αντιμετωπίζουν, των ελάχιστων μέσων που έχουν στη διάθεσή τους για την υλοποίηση του έργου τους.

Η ανάπτυξη του ανθρώπινου παράγοντα μέσα στα σχολεία οφείλει να απαντά στις γνήσιες ανάγκες των εκπαιδευτικών. Απαιτεί την αρχική και συνεχή επιμόρφωσή τους, μακρόπνοες επενδύσεις σε παιδαγωγικές καινοτομίες, τη διάθεση των μέσων αλλά και της αυτονομίας να λειτουργήσουν ρηξικέλευθα. Προϋποθέτει αίσθημα εμπιστοσύνης, ασφαλές εργασιακό κλίμα και – το πιο σημαντικό – μισθολογικές απολαβές που να δικαιώνουν, να καταξιώνουν και να κινητροδοτούν την προσπάθειά τους διασφαλίζοντας το αυτονόητο μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης από την άσκηση του επαγγέλματός τους. Εκτός όμως από την ανεπαρκή προσφορά όλων αυτών στους Έλληνες εκπαιδευτικούς, μια ματιά στις απολαβές τους (πολύ πριν από τις πρόσφατες μειώσεις σε όλο τον δημόσιο τομέα) αποδεικνύει ότι παραμένουν οι πένητες όχι μόνο της ευρωζώνης, αλλά και των χωρών του ΟΟΣΑ σε σχέση με τους συναδέλφους τους.

 

Η εκπαιδευτική κοινότητα στη δίνη των εξελίξεων

 

Είναι ιδιαίτερα απογοητευτικό το ότι η συστηματική, αργόσυρτη και δομική υποβάθμιση του δημόσιου εκπαιδευτικού χώρου απ' όλες τις κυβερνήσεις αποδίδεται μονομερώς στους εκπαιδευτικούς, αποτελώντας ουσιαστικά την «πολιτική πλατφόρμα» για την οικονομική, ηθική, ακόμα και ψυχολογική καταρράκωση ενός ολόκληρου κλάδου, η οποία τον συμπαρασύρει σε μια δίνη από την οποία δύσκολα θα βγει.

Ας δούμε τα πράγματα όμως στην αληθινή τους διάσταση: πράγματι εδώ και αρκετά χρόνια διαμορφώθηκε σταδιακά ένα πελατειακό σύστημα σχέσεων για σειρά θεμάτων όπως οι προσλήψεις ωρομισθίων, οι αποσπάσεις, η μοριοδότηση κ.λπ., το οποίο ταυτόχρονα έγινε ανεκτό από μέρος της εκπαιδευτικής κοινότητας. Αυτό όμως, παρά το ότι δημιούργησε φαινόμενα αδιαφάνειας, ευνοιοκρατίας και καταστάσεις ανορθολογισμού ως προς την κατανομή του εκπαιδευτικού προσωπικού, σε καμιά περίπτωση δεν νομιμοποιεί τα σημερινά μέτρα τα οποία είναι καταφανώς άδικα, αντικοινωνικά και προϊόν πολιτικής αναλγησίας απέναντι σε χιλιάδες αναπληρωτές και ωρομίσθιους.

Οι άνθρωποι αυτοί σε νησιά, επαρχίες και βουνά υπηρέτησαν με σθένος ψυχής τη δημόσια εκπαίδευση. Πολύ περισσότερο δεν δικαιολογείται ο πολιτικός κυνισμός με τον οποίο αντιμετωπίζεται το σύνολο των εκπαιδευτικών μέσα από τη μισθολογική, επαγγελματική και ψυχολογική τους εξουθένωση, αφού μεθοδευμένα καλλιεργείται η άποψη ότι για όλα τα δεινά του δημόσιου σχολείου φταίνε οι εκπαιδευτικοί. Και όλοι βέβαια θα συμφωνούν ότι σε επιμέρους και μεμονωμένα ζητήματα οι ευθύνες δεν βαραίνουν μόνο τις πολιτικές ηγεσίες αλλά και τις κλειστές ομάδες που εκπροσωπούν τα οργανωμένα συμφέροντα των εκπαιδευτικών, οι οποίες εδώ και δεκαετίες επέδειξαν ανοχή σε φαινόμενα ευνοιοκρατίας, ανορθολογισμού, «θεσμικής βραδύτητας» και συνδιαχείρισης της κρίσης.

Για παράδειγμα, το ζήτημα της αποτίμησης της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου, ενώ θα έπρεπε να ήταν πρωταρχικό αίτημα της ίδιας της εκπαιδευτικής κοινότητας και βασική εσωτερική της αξίωση, ουδέποτε τέθηκε ανοιχτά και σοβαρά, έστω και για διαβούλευση, στο εσωτερικό της. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, στο πλαίσιο των συλλόγων διδασκόντων η ίδια η εκπαιδευτική κοινότητα να προτάξει τη δική της κουλτούρα ελέγχου της ποιότητας της δουλειάς της, να διαμορφώσει όρους αυτο-βελτίωσης και ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας του έργου της, να προωθήσει τις καλές πρακτικές και να απορρίψει ό,τι δεν ανταποκρίνεται στα οράματα, τις αξίες και τους συλλογικούς στόχους που η ίδια θέτει. Με τον τρόπο αυτό δεν θα υπήρχε κανένα περιθώριο ούτε για αμφισβήτηση και δυσπιστία από την πλευρά της κοινωνίας, ούτε για «νομιμοποίηση» οποιασδήποτε παρέμβασης από πλευράς πολιτικής εξουσίας σε ζητήματα που αφορούν την αξία του εκπαιδευτικού έργου και την εσωτερική λειτουργία της σχολικής μονάδας.

 

Προβληματισμοί και ερωτήματα

 

Το πολυνομοσχέδιο, παρά τη φιλόδοξη προσπάθειά του να αντιμετωπίσει μια σειρά ανορθόδοξων μεθοδεύσεων και στρεβλώσεων (όπως διατείνεται άλλωστε η αιτιολογική έκθεση που το συνόδευε στο Κοινοβούλιο), δημιουργεί σοβαρές πιθανότητες να πετύχει το ακριβώς αντίθετο από αυτό που πολιτικά διακηρύσσει. Πρώτα απ' όλα, η εκπαιδευτική κοινότητα στέκεται αρνητική απέναντί του, γεγονός που δυσχεραίνει τη «βιωσιμότητά» του.

Όσοι προβληματίζονται με υπευθυνότητα και ρεαλισμό:

α) αγωνιούν για τη δεινή θέση στην οποία τον Σεπτέμβριο θα βρεθεί το δημόσιο σχολείο, αφού κανείς δεν θα γνωρίζει με ακρίβεια τις ανάγκες σε εκπαιδευτικό προσωπικό τόσο λόγω του κύματος προς τη συνταξιοδότηση όσο και λόγω των δραστικών περικοπών στις προσλήψεις αναπληρωτών και ωρομισθίων,

β) προβλέπουν την υπερ-διόγκωση της παραοικονομίας και των φαινομένων αισχροκέρδειας που συνοδεύουν τη βιομηχανία του ΑΣΕΠ,

γ) εκφράζουν την ανησυχία τους για την ανετοιμότητα των ΑΕΙ να παρέχουν το πιστοποιητικό παιδαγωγικής επάρκειας (δωρεάν άραγε ή κι αυτό θα εισαχθεί στο βασίλειο της ελεύθερης αγοράς;),

δ) αναρωτιούνται για το τι ακριβώς θα περιλαμβάνει ο ομιχλώδης νέος θεσμός του μέντορα. Σημειωτέον ότι ακόμα δεν έχουν αποσαφηνιστεί μια σειρά ειδικών χαρακτηριστικών του θεσμού αυτού όπως ο ακριβής ρόλος του, τα προσόντα του, ο τρόπος επιλογής του, η συμμετοχή του ή μη στην αξιολόγηση των νεοδιοριζόμενων κ.λπ.

 

Ιδιωτικά σχολεία: «πιλότος» νεοφιλελευθερισμού

 

Σε προέκταση του παραπάνω προβληματισμού παραθέτουμε ένα ακόμα παράδειγμα από έναν άλλο χώρο, διαφορετικό από εκείνον της δημόσιας εκπαίδευσης, τον οποίο όμως – βάσει του άρθρου 16 του ελληνικού Συντάγματος – υποχρεούται η πολιτεία να ελέγχει και να επιτηρεί. Μια πρόσφατη άλλωστε απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (αρ. 622/2010) αυτό ουσιαστικά επιβεβαιώνει, αφού αναγνωρίζει ότι η εργασιακή ασφάλεια των εκπαιδευτικών στα ιδιωτικά σχολεία είναι προς το συμφέρον της κοινωνίας καθώς ενισχύει την ποιότητα του έργου τους και τη νομιμότητα, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως ανάχωμα στις πιέσεις οικονομικών ή πελατειακών συμφερόντων. Παρ' όλα αυτά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι εργασιακές σχέσεις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών δείχνει τον σαφώς νεοφιλελεύθερο και ενδοτικό προς τους σχολάρχες προσανατολισμό του πολυνομοσχεδίου.

Ειδικότερα:

1 Την ίδια στιγμή που το πολυνομοσχέδιο ενδιαφέρεται για τη διαμόρφωση ενιαίας επαγγελματικής ταυτότητας του εκπαιδευτικού θεωρώντας το ΑΣΕΠ ως μοναδικό και ακλόνητο κριτήριο διορισμού στο ελληνικό σχολείο, στην ιδιωτική εκπαίδευση, προκειμένου να δώσει περιθώρια «ελευθερίας επιλογής» στο διευθυντικό δικαίωμα, το αναιρεί. Για τα σχολεία των λίγων δεν ισχύουν άραγε οι «κανόνες ποιότητας» που θέτει η πολιτεία για το 93% των δημόσιων σχολείων της χώρας; Εξάλλου, ακόμα κι αν ήθελε το υπουργείο να δώσει ελευθερία επιλογής στους σχολάρχες, δεν θα μπορούσε να τους τη δώσει από τη δεξαμενή των χιλιάδων επιτυχόντων του ΑΣΕΠ;

2 Ενώ υπήρχε καθεστώς αιτιολογημένων απολύσεων για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς αορίστου χρόνου, έπειτα από σχεδόν 30 ολόκληρα χρόνια επιτρέπονται οι αναιτιολόγητες απολύσεις, ενισχύοντας απροκάλυπτα την αυθαιρεσία του διευθυντικού δικαιώματος. Με τον τρόπο αυτό το εκπαιδευτικό λειτούργημα υποβιβάζεται σε υπαλληλικού τύπου σχέση όπου έννοιες όπως παιδαγωγική ελευθερία, αξιοπρέπεια, ελευθερία της έκφρασης, αυτονομία του εκπαιδευτικού κ.ά. κλειδώνονται οριστικά στο χρονοντούλαπο της εκπαιδευτικής ιστορίας. Αραγε με ποιον τρόπο ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί λειτουργοί που υπογράφουν και εκδίδουν δημόσια έγγραφα και πιστοποιητικά (απολυτήρια, βαθμολογίες κ.λπ.), τα οποία οδηγούν ακόμα και σε διορισμό στο Δημόσιο, θα καταφέρουν να εργαστούν χωρίς πιέσεις σε ένα σχολείο, όταν η αναιτιολόγητη απόλυση θα κρέμεται πάνω από το κεφάλι τους; Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι με τον τρόπο που δρομολογούνται οι εξελίξεις θα καταλήξουμε σ' ένα φτωχό, μίζερο και αποπνικτικό δημόσιο σχολείο και ένα εργασιακά ασύδοτο και αμφίβολης νομιμότητας ιδιωτικό στο οποίο θα καταφεύγει ο καθένας ανάλογα με το βαλάντιό του και τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του. Η πρόσφατη άλλωστε κρίση στο International Baccalaureate (με τη διαρροή και την εξαγορά θεμάτων των εξετάσεων) αποδεικνύει την ηθική γύμνια της εποχής αλλά και του λόγου το αληθές. Ποια είναι η βέβαιη συνέχεια; Οι αποδέκτες των άνομων αυτών δοσοληψιών στα κάθε είδους εκπαιδευτήρια (με την αμέριστη ηθική και οικονομική συμπαράσταση των γονιών τους) θα «διαπρέπουν» στα πανεπιστήμια του εξωτερικού, ενώ αύριο θα κληθούν με «σπουδαία βιογραφικά» να στελεχώσουν τις επιχειρηματικές και πολιτικές elites του τόπου.

 

Η κοινωνία θέλει τους εκπαιδευτικούς εκεί που τους αξίζει

 

Όλα δείχνουν ότι η κοινωνία νιώθει αποπνικτική την ατμόσφαιρα που την περιβάλλει σε ολόκληρο το φάσμα των θεσμών, των αξιών και των συμβόλων. Τα ιδεολογικά αποθέματα της μεταπολίτευσης έχουν οριστικά εξαντληθεί και οι νέοι άνθρωποι ζητούν απεγνωσμένα καθαρό αέρα να αναπνεύσουν. Είναι σαφές ότι πέρα από τα όσα είναι υποχρεωμένη να παρέχει η πολιτεία στους εκπαιδευτικούς της, απαιτείται η αυτενέργεια, η ατομική ευθύνη αλλά και η συλλογική συναίσθηση των ίδιων.

Η κοινωνία όμως θέλει τους εκπαιδευτικούς της εκεί που τους αξίζει. Τους θέλει ψηλά. Ούτε ως αντίγραφα μιας απρόσωπης (εκπαιδευτικής) πολιτικής ούτε ως συστατικά μιας σκυθρωπής τεχνοκρατικής υπαλληλίας που τους αφαιρεί το ρόλο και το λόγο του λειτουργού της εκπαίδευσης. Πολύ περισσότερο δεν τους επιθυμεί πειθήνιους, πένητες και εξαθλιωμένους μεταβιβαστές μιας στείρας γνώσης που οδηγεί τη νέα γενιά στο αδιέξοδο. Αντίθετα, σήμερα περισσότερο από ποτέ, τους χρειάζεται ως σύμβολα κύρους και γνώσης, ως φωτοδότες και παιδαγωγούς που θα βοηθήσουν κι αυτοί με το έργο τους να αλλάξει σελίδα το, βυθισμένο σε κρίση, πολιτισμικό στερέωμα του τόπου. Εν κατακλείδι, η πολιτική ηγεσία οφείλει να αναστοχαστεί πάνω στην αρχή ότι η «επανάσταση του αυτονόητου» στην εκπαίδευση αρχίζει με την ουσιαστική και πολύπλευρη στήριξη και αναγνώριση των δασκάλων των παιδιών μας.

 

* Ο Νίκος Φωτόπουλος είναι Δρ Κοινωνιολογίας, ερευνητής σε θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 19 Ιουνίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=news.el.ellada&id=174812

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin.

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ: Σύνδεση με εργασιακές ρυθμίσεις

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ: Σύνδεση με εργασιακές ρυθμίσεις

 

Του Γιώργου Ρωμανιά *

 

Από το σύνολο των αναλύσεών μας που έχουν προηγηθεί μέχρι σήμερα στο «Π», μπορούν να συναχθούν περιληπτικά οι εξής συνέπειες της θεσμοθέτησης του νέου ασφαλιστικού.

1. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΩΣ ΘΕΣΜΟ

◆ Καταργείται η 3μερής χρηματοδότηση (απαλλάσσεται το κράτος ως συγχρηματοδότης – οι καλύψεις των παροχών γίνονται από τη διμερή συμμετοχή ασφαλισμένων και εργοδοτών).

◆ Με την κατάργηση της 3μερούς χρηματοδότησης ανατρέπεται η έννοια της κοινωνικής ασφάλισης, όπως αυτή καθορίζεται από τη ΔΣΕ 102 (άρθρο 71 παρ. 3).

 

2. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ

◆ Περιορίζονται μέχρι μηδενισμού τους οι εκταμιεύσεις του (αφού παύει να συγχρηματοδοτεί την κοινωνική ασφάλιση, δηλαδή τη δημόσια σύνταξη – διατηρούνται μόνο οι εκταμιεύσεις του κρατικού προϋπολογισμού που καλύπτουν προνοιακές παροχές).

 

3. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥΣ

◆ Περισσότερα χρόνια δουλειάς.

◆ Υψηλότερα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης.

◆ Αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές.

◆ Μικρότερες συντάξεις (και μάλιστα αισθητά – μέχρι μετατροπής τους σε επιδόματα φτώχειας).

 

4. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΥΣ

◆ Μικρότερες συντάξεις.

◆ Πάγωμα όλων των συντάξεων για 1 τριετία τουλάχιστον.

◆ Νέες επιβαρύνσεις των συντάξεων (ΛΑΦΚΑ κ.λπ.).

Επιβάλλεται, όμως, να συνδέσουμε το νέο ασφαλιστικό και με τις προβλεπόμενες ρυθμίσεις του Μνημονίου για τις εργασιακές σχέσεις. Είναι άλλωστε σαφές ότι η συνταξιοδοτική μεταχείριση οποιουδήποτε ασφαλισμένου ξεκινά από τον χρόνο έναρξης της απασχόλησής του (κυρίως από την αμοιβή του). Με την ειδικότερη μάλιστα πρόβλεψη του Μνημονίου ότι για τον υπολογισμό της σύνταξης θα λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές ολόκληρου του εργάσιμου βίου, οι προβλέψεις για το εργασιακό αποκτούν εξαιρετική βαρύτητα.

Είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι το δεσμευτικό κείμενο για τη χώρα μας είναι το Μνημόνιο. Στο Μνημόνιο περιέχεται ειδική ενότητα για το ασφαλιστικό, που καταγράφει το πλαίσιο των ρυθμίσεων που η Ελλάδα οφείλει να προωθήσει εξειδικεύοντας την εφαρμογή τους. Συνεπώς, σε όσα σημεία το ασφαλιστικό νομοσχέδιο εμφανίζεται ηπιότερο έναντι του Μνημονίου, είναι σαφές ότι οι αποκλίσεις θα καλυφθούν, ώστε τελικώς να εφαρμοσθούν οι προβλέψεις του Μνημονίου, είτε με τροπολογίες κατά την ψήφιση του νομοσχεδίου αυτού στη Βουλή είτε με δεύτερο ασφαλιστικό νομοσχέδιο που θα κατατεθεί μέσα στο 2010.

Τα ίδια ισχύουν και για τα εργασιακά. Στο Μνημόνιο προβλέπονται συγκεκριμένες ρυθμίσεις που η χώρα μας οφείλει να εξειδικεύσει με ειδική διαδικασία. Όπως πράγματι ορίζεται ρητά, ο υπουργός Εργασίας υποχρεούται να καλέσει σε διαβούλευση τους κοινωνικούς εταίρους για να εξειδικεύσουν από κοινού τις ήδη νομοθετημένες υποχρεωτικές ρυθμίσεις. Πρόκειται, βεβαίως, περί παρωδίας κοινωνικού διαλόγου, αφού και αν δεν προσέλθει οποιοσδήποτε από τους κοινωνικούς εταίρους (η ΓΣΕΕ δήλωσε εξ αρχής ότι δεν θα προσέλθει σε οποιονδήποτε παρόμοιο προσχηματικό διάλογο), ο υπουργός Εργασίας από κοινού με τον υπουργό Οικονομικών θα προωθήσει σχετικό Προεδρικό Διάταγμα για την εξειδίκευση των ρυθμίσεων.

Ο προσχηματικός αυτός διάλογος έχει αρχίσει με την απουσία της ΓΣΕΕ.

Ως ένα απλό παράδειγμα αυτών των εξελίξεων μπορεί να αναφερθεί η περίπτωση της μείωσης των καταβαλλόμενων αποζημιώσεων λόγω απόλυσης. Στη διαβούλευση – παρωδία θα εξειδικευθεί το ποσοστό της μείωσης, αλλά στο Μνημόνιο έχει ήδη νομοθετηθεί η μείωση των αποζημιώσεων. Η προσέλευση λοιπόν στη διαδικασία του διαλόγου σημαίνει ότι ο προσερχόμενος έχει ήδη αποδεχθεί τη μείωση και απλώς πηγαίνει για να προτείνει ποσοστό μείωσης! Σήμερα ακούγονται ποσοστά μείωσης μεταξύ 20% και 40%.

Σε κάθε περίπτωση, με τις ήδη νομοθετημένες ρυθμίσεις του Μνημονίου επέρχονται σαρωτικές αλλαγές και ανατροπές στα ισχύοντα μέχρι σήμερα εργασιακά δικαιώματα.

Οι ανατροπές αυτές έχουν ήδη επέλθει με τους ψηφισθέντες νόμους 3847/2010, 3846/2010 και 3845/2010. Μια ιδέα των ανατροπών αυτών μπορούμε να σχηματίσουμε αν αναφερθούμε στο θέμα του κατώτατου μισθού (που στην Ελλάδα, σήμερα, είναι ο χαμηλότερος σ' όλη την Ευρώπη των 15). Με βάση την ισχύουσα εδώ και μερικές δεκαετίες νομοθεσία τον κατώτατο μισθό θέσπιζε η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) που συνυπέγραφε η ΓΣΕΕ και οι 3 κορυφαίες εργοδοτικές Οργανώσεις. Ο κατώτατος αυτός μισθός αποτελούσε την ελάχιστη αμοιβή (το μισθολογικό κατώφλι) για όλους τους εργαζόμενους: καμιά κλαδική ή επιχειρησιακή ή ομοιοεπαγγελματική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας δεν είχε τη δυνατότητα να ορίσει χαμηλότερο κατώτατο μισθό σε σχέση με τον ορισθέντα από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (οι κλαδικές, επιχειρησιακές και ομοιοεπαγγελματικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας είχαν τη δυνατότητα, αποκλειστικώς, βελτίωσης των όρων της ΕΓΣΣΕ).

Ήδη, σήμερα, επιτρέπεται, με βάση τους νόμους 3845/2010 και 3846/2010, στις κλαδικές αλλά και τις επιχειρησιακές και ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας να ορίζουν κατώτατους μισθούς χαμηλότερους από εκείνον που έχει ορίσει η ΕΓΣΣΕ. Είναι δηλαδή επιτρεπτή η δημιουργία μιας ποικιλίας κατώτατων μισθών με κατάργηση του ελάχιστου ορίου ασφαλείας που καθόριζε η ΕΓΣΣΕ. Ακόμη και μια μεμονωμένη επιχείρηση μπορεί πλέον να πιέζει το πρωτοβάθμιο σωματείο που λειτουργεί σ' αυτή να αποδέχεται κατώτατους μισθούς πολύ χαμηλότερους από εκείνον της ΕΓΣΣΕ.

Σημαντική είναι και η διαπίστωση σε ποιο βαθμό οι ρυθμίσεις των Ν. 3847/2010, 3846/2010 και 3845/2010 διευκολύνουν τη διόγκωση της ανεργίας.

Με το πακέτο της νέας νομοθεσίας αναμένεται σημαντική διόγκωση της ανεργίας στη διάρκεια των ετών 2010-2012. Η διόγκωση αυτή θα στηριχθεί στις ακόλουθες αιτίες:

1. Η μείωση της αγοραστικής δύναμης των μεσοκατώτερων εισοδηματικών στρωμάτων θα οδηγήσει στη φτωχοποίηση της μεσαίας τάξης (40% του πληθυσμού) και θα νεκρώσει την αγορά. Η αποδυνάμωση της αγοραστικής δύναμης θα προέλθει από το πάγωμα των αποδοχών (μισθών και συντάξεων), τις μειώσεις μισθών και συντάξεων, την κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο και της 13ης και 14ης σύνταξης κ.λπ. Με τη σειρά της η νέκρωση της αγοράς θα οδηγήσει σε αντιστοίχως μειωμένες παραγγελίες στο χονδρικό εμπόριο και θα ακολουθήσει η ανάλογη μείωση και των παραγγελιών στη μεταποίηση. Θα καταλήξουμε συνεπώς και σε μείωση της παραγωγής με ανάλογη μείωση της απασχόλησης και αύξηση της ανεργίας.

2. Η προβλεπόμενη από το Μνημόνιο (που έχει ήδη νομοθετηθεί ως Παράρτημα του Ν. 3845/2010) μείωση της οφειλόμενης λόγω απόλυσης αποζημίωσης σε συνδυασμό με τον καθορισμό για τους νέους και τους μακροχρόνια ανέργους κατώτατου μισθού χαμηλότερου κατά 20% σε σχέση με τον κατώτατο μισθό που προβλέπεται για τους λοιπούς, θα ωθήσει τους εργοδότες να απολύουν παλαιότερους μισθωτούς και να προσλαμβάνουν νεότερους που θα είναι σημαντικά φθηνότεροι.

3. Την αμέσως προηγούμενη διαπίστωση συμπληρώνει η τελείωση νομικώς της απόλυσης χωρίς την προηγούμενη καταβολή της προβλεπόμενης (έστω μειωμένης) αποζημίωσης. Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με την ισχύσασα μέχρι τώρα νομοθεσία, οποιαδήποτε απόλυση ήταν άκυρη εάν δεν είχε προκαταβληθεί η προβλεπόμενη αποζημίωση. Με τη ρύθμιση του Μνημονίου η απόλυση είναι νομικώς έγκυρη έστω και αν δεν έχει καταβληθεί η αντιστοίχως προβλεπόμενη αποζημίωση, αφού ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να καταβάλλει την αποζημίωση σε έξι μηνιαίες δόσεις (η πρώτη μπορεί να καταβληθεί έναν μήνα μετά την απόλυση).

4. Ως αιτία για αποφυγή νέων προσλήψεων θα λειτουργήσει και η θεσπισθείσα μείωση της αμοιβής των υπερωριών, αφού ο επιχειρηματίας ωθείται να χρησιμοποιήσει υπερωριακώς το υφιστάμενο προσωπικό και να αποφύγει την πρόσληψη νέων.

5. Ο προβλεπόμενος διπλασιασμός (από 2% σε 4%) των επιτρεπόμενων ομαδικών απολύσεων (για τις επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 200 εργαζόμενους) είναι ευνόητο ότι θα διευκολύνει τις απολύσεις.

6. Μέγα πλήγμα θα καταφέρει στην απασχόληση και η θεσπισθείσα με το Μνημόνιο (Ν. 3845/2010) αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Η αποδυνάμωση αυτή θα οδηγήσει σε ατομικές συμβάσεις εργασίας.

7. Συναφής αιτία με την προηγούμενη είναι και η προβλεπόμενη με το Μνημόνιο δυνατότητα καθορισμού από τις κλαδικές, τις ομοιοεπαγγελματικές αλλά και τις επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κατώτατου μισθού χαμηλότερου από τον οριζόμενο με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Οδηγούμεθα, δηλαδή, σε πολλαπλότητα κατώτατων μισθών και στην παντελή αποδυνάμωση της ΕΓΣΣΕ.

Με τις ρυθμίσεις των Ν. 3847/2010, 3846/2010 και 3845/2010 φτωχοποιείται η μεσαία τάξη της χώρας μας.

Όταν, όμως, φτωχοποιείται η μεσαία τάξη (40% του πληθυσμού σήμερα στην Ελλάδα) και ωθείται στη συνένωση με τις ήδη φτωχές κοινωνικές ομάδες (επίσης 40% του πληθυσμού) δημιουργείται η κοινωνία των 8/10 που αντιπαρατίθεται με το υπόλοιπο 20% του πληθυσμού (την ομάδα των εχόντων και κατεχόντων).

Σε μια τέτοια διαδικασία δεν αντιδρούν μόνον τα συνδικάτα, αλλά το σύνολο των κοινωνικών οργανώσεων και κυρίως τα πληττόμενα κοινωνικά στρώματα, δηλαδή η συντριπτικά πλειοψηφία της κοινωνίας.

Οδεύουμε, ολοταχώς, σ' αυτήν τη διαδικασία κινητοποιήσεων που αναμένεται να επωασθεί επαρκώς και να εκδηλωθεί με βιαιότητα σε χρονικό διάστημα λίγων μηνών.

 

* Ο Γιώργος Ρωμανιάς είναι Επιστημονικός Σύμβουλος ΙΝΕ-ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ

 

 

ΠΗΓΗ: Το Ποντίκι (Δημοσιεύτηκε στο "Π" στις 17-06-10), , Ηλ. Ανάρτηση, Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010,  http://www.topontiki.gr/Articles/view/7162

Η πολυτέλεια της μισθωτής δουλείας

Η πολυτέλεια της μισθωτής δουλείας

 

Του Περικλή Κοροβέση*

 

 

Την εποχή όπου η δουλεία ήταν νόμιμος και αποδεκτός θεσμός, ο δούλος είχε μια αξία. Ο κύριός του για να τον αποκτήσει είχε καταβάλει ένα αντίτιμο και ήταν ένα πολύτιμο τμήμα της περιουσίας του. Και για να αβγατίσει κάποιος την περιουσία του, πρέπει να την προσέχει και να τη φροντίζει. Και ο δούλος είχε πάντα στέγη, τροφή και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ήταν ένα είδος ζώου και απολάμβανε όλα τα δικαιώματα του ζώου.

Αυτό που έλειπε από τον δούλο ήταν η ελευθερία του. Δεν μπορούσε να ορίσει τη ζωή του. Θα έκανε όποια δουλειά και να του λέγανε και θα έμενε σαν φυλακισμένος στον τόπο που του είχαν επιβάλει άλλοι.

Σήμερα η δουλεία έχει επισήμως καταργηθεί, άσχετα αν σαν θεσμός ζει και βασιλεύει σε πολλά μέρη του κόσμου. Τι γίνεται όμως σήμερα στον λεγόμενο ελεύθερο κόσμο; Έχουμε όλοι τη δυνατότητα να επιλέξουμε μια εργασία που να ταιριάζει με τις δημιουργικές μας ικανότητες; Μπορούμε να επιλέξουμε κάποιον τόπο διαμονής που να μην είναι κάτεργο, αλλά σπίτι; Έχουμε τη δυνατότητα να μετακινηθούμε σε κάποιον επιθυμητό προορισμό; Σίγουρα όχι. Κάνουμε τη δουλειά που βρίσκουμε, μένουμε εκεί όπου μπορούμε να πληρώσουμε το νοίκι και πάμε εκεί όπου βρίσκουμε μια προσφορά. Και ύστερα κάνουμε και τον σταυρό μας. Και λέμε: «Τυχεροί είμαστε. Έχουμε ακόμα δουλειά». Και αυτό πια είναι πολυτέλεια.

Και αν υποθέσουμε πως αυτές οι σκέψεις έχουν κάποιον ειρμό, τότε θα μπορούσαμε να τις τραβήξουμε στα άκρα. Αν κάποιος σκλάβος στοίχιζε στον ιδιοκτήτη του το ίδιο με ένα αυτοκίνητο, ή με ένα άλογο, σήμερα ο εργαζόμενος δεν στοιχίζει τίποτα. Τζάμπα τον παίρνει, τζάμπα τον απολύει. Και αυτό λέγεται ελεύθερη αγορά. Και όλοι μας τρέχουμε να υπερασπιστούμε τις θέσεις εργασίας που χάνονται, καλώς βέβαια, αλλά ποτέ δεν σκεφτόμαστε πως ίσως υπερασπιζόμαστε ένα καθεστώς δουλείας. Αυτό της μισθωτής εργασίας. Προυντόν, Μαρξ, Ενγκελς, Μπακούνιν, Κροπότκιν και πολλοί άλλοι είχαν γράψει γι' αυτά. Τα θυμάται κανείς σήμερα; Ή έχουμε γίνει όλοι μέρος του συστήματος;

Και αυτά τα ονόματα οδηγούν αναγκαστικά στην Αριστερά. Σε μια εποχή συνολικής καταστροφής, ποια είναι η σκέψη της Αριστεράς; Τι λένε τα κόμματά της; Ποια η σχέση τους με την κοινωνική πραγματικότητα; Ο Μανώλης Γλέζος μέτρησε 49 κόμματα και οργανώσεις της Αριστεράς. Δεν ξέρω αν μέσα σε αυτές βάζει και τους αναρχικούς ή αν αυτός ο αριθμός αφορά μόνο τις κομμουνιστογενείς οργανώσεις. Όπως και να έχει η κατάσταση, ένα πράγμα είναι σίγουρο. Η μια Αριστερά αναιρεί την άλλη. Αλλιώτικα δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης. Πιστεύουν πως το δίκαιο και το σωστό βρίσκεται με το μέρος τους και οι υπόλοιπες είναι λάθος. Είναι ακριβώς η ίδια λογική της ποδοσφαιρικής ομάδας. Το μόνο που μετράει είναι το πρωτάθλημα. Δηλαδή οι εκλογές και τα κουκιά.

Και δεν είναι λίγοι αυτοί οι αριστεροί, οργανωμένοι ή ανοργάνωτοι, που θεωρούν τον εαυτό τους μέλος κάποιου κλαμπ ή ότι ανήκουν σε μια ελίτ που τους επιτρέπει να σχολιάζουν τα πάντα χωρίς οι ίδιοι να κάνουν τίποτα. (Κατά κανόνα έχουν καλές δουλειές και αισθάνονται την Αριστερά σαν κάποιο κληρονομικό τίτλο τιμής.)

Αλλά η κοινωνία είναι ένα περίεργο μείγμα που δεν έχει ιδεολογική καθαρότητα. Οι περίφημοι Ταλιμπάν σήμερα θεωρούνται αξιόπιστοι συνομιλητές και τους προσφέρεται μερίδιο στην εξουσία. Και ίσως η λύση στο Αφγανιστάν να προέλθει από έναν τέτοιο συμβιβασμό, δεδομένου ότι ο πόλεμος για το ΝΑΤΟ έχει χαθεί. Αυτό μπορεί να μη σημαίνει Δημοκρατία, αλλά δείχνει πώς διαμορφώνονται τα κοινωνικά φαινόμενα. Η αγανάκτηση και η δυσαρέσκεια των πολλών θα εκφραστούν από αυτόν που θα εκφέρει έναν πειστικό λόγο. Άσχετα αν είναι αληθινός ή ψεύτικος. Εξάλλου, δεν είναι πολλοί αυτοί που ψάχνουν την αλήθεια. Οι περισσότεροι μια πίστη ψάχνουν. Και θρησκείες υπάρχουν πολλές που μπορεί να μην έχουν σχέση με κανένα θεό. Αρκεί ο φανατισμός.

 

* perkor29@gmail.com

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 19 Ιουνίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=174740

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin.

Ένα κρεματόριο η ευρωζώνη

Ένα κρεματόριο η ευρωζώνη

 

Του Δημήρη Καζάκη *

 
 

 

Η κατάσταση στην ευρωζώνη συνεχίζει να επιδεινώνεται ραγδαία. Μέρα με τη μέρα αποκαλύπτεται ακόμη και στους πιο εθελοτυφλούντες ότι το πρόβλημα δεν είναι δημοσιονομικό, δηλαδή δεν είναι πρόβλημα κρατικών ελλειμμάτων. Είναι πρώτα και κύρια πρόβλημα τραπεζών και ιδιοσυστασίας του ευρώ. Οι εργαζόμενοι, οι οικονομίες και τα κράτη της ευρωζώνης υποβάλλονται σε μια σκληρή, κοινωνικά ανάλγητη και παντελώς αδιέξοδη λιτότητα προκειμένου να στηριχθούν οι τράπεζες και φυσικά το πάλαι ποτέ «ισχυρό ευρώ».

Σύμφωνα με το Bloomberg (15.6), «η πτώση του ευρώ σχεδόν στο χαμηλότερο επίπεδο των τεσσάρων ετών σημαίνει ότι τα καναδικά δολάρια και τα ελβετικά φράγκα σημειώνουν μερίδια – ρεκόρ στις παγκόσμιες πωλήσεις ομολόγων καθώς οι επενδυτές δραπετεύουν από την αναταραχή στην αγορά του κυβερνητικού χρέους της Ευρώπης». Αυτός είναι ο μεγάλος καημός των ευρωκρατούντων. Πώς θα κρατήσουν τους επενδυτές – κερδοσκόπους στο ευρώ. Έτσι τσακίζουν ό,τι έχει απομείνει στην ευρωζώνη από κοινωνικές δαπάνες, βυθίζουν σε εργασιακή απόγνωση την πλειονότητα των εργαζομένων, συνθλίβουν κάθε έννοια κοινωνικής ασφάλισης, ανοίγουν ακόμη περισσότερο τις οικονομίες τους στις καταστροφικές δυνάμεις των αγορών. Όλα αυτά με την ελπίδα ότι οι κερδοσκόποι θα δείξουν κάποιο μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το ευρώ, πέρα από βραχυπρόθεσμα παιχνίδια με τη διακύμανση της ισοτιμίας του. Η ευρωζώνη εξελίσσεται ανοιχτά πια σ' ένα απέραντο κοινωνικό κρεματόριο.

 

Το… περιούσιο νόμισμα

 

Όμως όλα αυτά δεν έχουν καμία σημασία για τους προσκυνητές του ευρώ. Ας είναι καλά το «ισχυρό ευρώ» και ποιος νοιάζεται για λαούς και χώρες. Προκειμένου να διασωθεί το περιούσιο νόμισμα, όπως τουλάχιστον ελπίζουν οι πιστοί του, ας θυσιαστούν και λαοί και χώρες της ευρωζώνης. Έτσι κι αλλιώς πρόκειται για αναλώσιμα είδη. Σ' αυτό το πλαίσιο δίνουν και παίρνουν τα σχέδια για την αναδιοργάνωση της ευρωζώνης. Το ένα χειρότερο από το άλλο. Πρόσφατα σε άρθρο του στους «Financial Times» (15.6) o Γκαμπίζ Αλαχάνι, της Iveagh Private Investment House, προτείνει την άμεση δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου, το οποίο να εξαγοράσει ολόκληρο το δημόσιο χρέος της Ελλάδας, να αναλάβει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ισπανίας και της Πορτογαλίας και να μετατραπεί τελικά σε κεντρικό δημόσιο ταμείο για ολόκληρη την ευρωζώνη. Σε μια τέτοια προοπτική όπου τα κράτη δεν θα έχουν καν το δικαίωμα στον δικό τους προϋπολογισμό, τότε σε τι θα χρειάζονται; Σε τίποτε, εκτός από το να αποτελούν αποτελεσματικούς εισπρακτικούς μηχανισμούς υπέρ του κεντρικού ταμείου της ευρωζώνης. Όσο για τους λαούς, θα μετατραπούν και τυπικά σε υπηκόους τη ευρωζώνης χωρίς δικαιώματα, αλλά με την υποχρέωση να καταβάλλουν φόρους και να αναζητούν εργασία σε μια αγορά που δεν αναγνωρίζει κανενός είδους εξασφάλιση για τον εργαζόμενο.

 Αυτό είναι το τυπικό «όραμα» των επενδυτών για το μέλλον της ευρωζώνης. Κι αυτό είναι το πραγματικό διά ταύτα της επιδιωκόμενης «ομοσπονδιοποίησης της Ευρώπης», που παπαγαλίζει από δεξιά και αριστερά το πολιτικό προσωπικό των τραπεζιτών και των κερδοσκόπων. Οι παλιές «ομοσπονδιακές πολιτείες» της μοναρχίας, που τόσο κατέκριναν οι μεγάλοι Ευρωπαίοι διαφωτιστές, αναβιώνουν σε υπερεθνική κλίμακα. Ο σύγχρονος «ευρωπαϊσμός» δείχνει πια τα δόντια του σ' όλους τους λαούς στην ευρωζώνη και την Ε.Ε., αποδεικνύοντας στην πράξη πόσο βαθιά αντιδραστικός και αντιδημοκρατικός είναι.

 

Θυσία στις τράπεζες

 

Προς τι όμως όλα αυτά; Όλα γίνονται για τις τράπεζες. Για τα μεγαθήρια της χρηματιστικής αγοράς που έχουν εθιστεί όλα αυτά τα χρόνια να κερδοσκοπούν ασύστολα με ομόλογα και τίτλους χρέους. Στις 14 του μηνός οι αγορές τραπεζικών ομολόγων στην ευρωζώνη υποχώρησαν στο χαμηλότερο επίπεδο από την εποχή της χρεοκοπίας της Lehman Brothers Holdings Inc. το 2008, που σήμανε και την έναρξη του μεγαλύτερου παγκόσμιου κραχ της μεταπολεμικής περιόδου. Η διαγραφή χρεών από τα χαρτοφυλάκια των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών προχωρά, λόγω της ύφεσης, της κρίσης δημόσιου χρέους και ελλειμμάτων στην ευρωζώνη, τόσο αργά που πολλοί είναι εκείνοι που φοβούνται ένα νέο μεγάλο κραχ στην ίδια την ευρωζώνη. Ένα κραχ που δεν θα αφήσει πολλά περιθώρια στο ευρώ.

Ήδη οι περισσότερες ευρωπαϊκές τράπεζες βρίσκονται στην κατάσταση της Lehman Brothers. Κι αυτό είναι φυσικό. Για να επανέλθει σε ισορροπία το τραπεζικό σύστημα της ευρωζώνης και μαζί του να ανακάμψει το ευρώ, θα πρέπει να ξεφορτωθεί, να «κουρέψει», το επιπλέον φορτίο χαρτιών που βρίσκεται στα χαρτοφυλάκιά του και να επανέλθει περίπου στο επίπεδο του 2004 οπότε η αξία της τραπεζικής περιουσίας ανερχόταν στα 20,4 τρισ. ευρώ. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να διαγράψει περιουσιακά στοιχεία άνω των 10 τρισ. ευρώ. Δηλαδή θα πρέπει να διαγραφεί τραπεζική περιουσία αξίας μεγαλύτερης του συνολικού ΑΕΠ της ευρωζώνης για το 2009. Μπορεί να συμβεί αυτό; Μπορεί κάποιο κράτος της ευρωζώνης, ή όλη μαζί η ευρωζώνη, να αναλάβει το κόστος αυτής της διαγραφής; Μάλλον όχι. Ακόμη κι αν υποτιμήσει την εργασία και την οικονομία της ευρωζώνης κατά 50%.

Η κατάσταση του τραπεζικού συστήματος θα οδηγήσει σε αδιέξοδο την ευρωζώνη, μια και οι μεγάλες κυρίως τράπεζες απορροφούν μαζικά τη ρευστότητα, το κυκλοφορούν χρήμα από την οικονομία, χωρίς να το αποδίδουν έστω με τη μορφή δανείων. Ολόκληρη η οικονομία της ευρωζώνης έχει κυριολεκτικά «στεγνώσει» από χρήμα. Πρώτα και κύρια οι πιο αδύναμες χώρες της ευρωζώνης, οι οποίες έτσι σπρώχνονται στον γκρεμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ισπανία έχει ήδη υπερκεράσει την Ελλάδα σε προβλήματα. Μετά τη χρεοκοπία των αποταμιευτικών της τραπεζών, που φανερώνει ακριβώς την τεράστια έλλειψη ρευστού από την οικονομία της, η Ισπανία ουσιαστικά έχει ήδη αποκλειστεί από τη διεθνή αγορά κεφαλαίων. Σύμφωνα με την ισπανική «El Pais» (15.6), ενώ το κανονικό μερίδιο της Ισπανίας στην ΕΚΤ αντιστοιχεί στο 9% των χρηματικών διαθεσίμων, οι ισπανικές τράπεζες έχουν απορροφήσει ήδη το 16,5% της άμεσης χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Οι «Financial Times» (15.6) αναφέρουν ότι «οι ισπανικές τράπεζες έχουν σπάσει το ρεκόρ δανεισμού από την ΕΚΤ», απορροφώντας 85,6 δισ. ευρώ μόνο τον τελευταίο μήνα. Πρόκειται για το μεγαλύτερο ποσό δανεισμού που δόθηκε σε ευρωπαϊκές τράπεζες όχι μόνο μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers τον Σεπτέμβριο του 2008, αλλά από την εποχή που δημιουργήθηκε η ευρωζώνη το 1999. Σημειωτέον ότι οι ισπανικές τράπεζες αντιστοιχούν στο 11% του τραπεζικού συστήματος της ευρωζώνης.

 

Χρεοκοπία στην ευρωζώνη

 

Τα δεδομένα αυτά φέρνουν αντικειμενικά την Ισπανία πολύ κοντά σε μια άμεση ελεγχόμενη χρεοκοπία μέσω της ενεργοποίησης του «μηχανισμού στήριξης» της Ε.Ε., όπως έγινε και με την Ελλάδα. Κάτι βέβαια που δεν θέλουν με κανέναν τρόπο να δουν οι Γερμανοί, οι οποίοι πιέζουν ασφυκτικά την ισπανική κυβέρνηση να μην κάνει χρήση του «μηχανισμού στήριξης». Σε απάντηση αυτής της πίεσης η ισπανική κυβέρνηση ζήτησε να δημοσιοποιηθούν τα πραγματικά δεδομένα της κατάστασης των τραπεζών όχι μόνο στην Ισπανία, αλλά και στην ευρωζώνη. Η δήλωση αυτή έφερε αναστάτωση στους τραπεζικούς κύκλους, με τον Ζόσεφ Άκερμαν της Deutsche Bank να δηλώνει ότι μια τέτοια δημοσιοποίηση «θα ήταν κάτι πολύ, μα πολύ επικίνδυνο» για όλες τις μεγάλες τράπεζες της ευρωζώνης. («El Pais», 15.6)

Η κατάσταση αυτή κάνει τους περισσότερους αναλυτές, ακόμη και των χρηματοπιστωτικών οίκων, πολύ απαισιόδοξους για την τύχη του ευρώ και της ευρωζώνης. Έτσι οι αναλυτές της γαλλικής AXA, σε μια πρόσφατη έκθεσή τους προς τους επενδυτές και τις αγορές, εκτιμούν ότι υπάρχει ισχυρή πιθανότητα να διασπαστεί η ευρωζώνη ή να διαλυθεί στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, παρά τις όποιες προσπάθειες «διάσωσης» των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου. («The Daily Telegraph», 14.5)

 

Η ελληνική καταστροφή

 

Όσο για την Ελλάδα, οι κ.κ. Παπανδρέου και Παπακωνσταντίνου δεν περνά ημέρα που να μη δηλώνουν ότι η χώρα δεν πρόκειται να χρεοκοπήσει, με τον ίδιο στόμφο και την ίδια σιγουριά που τον περασμένο Ιανουάριο δήλωναν ότι δεν πρόκειται να αφήσουν τη χώρα να καταφύγει στο ΔΝΤ. Όλα πάνε καλά… Γι' αυτό και εμφανίζονται ότι ξαφνιάστηκαν με την πολλαπλή υποβάθμιση της Moody's της Ελλάδας και των τραπεζών της. Δείχνουν να μη θυμούνται ότι η υποβάθμιση αυτή είχε προαναγγελθεί από την ίδια τη Moody's ήδη από τον Απρίλιο, εκτός κι αν άλλαζε δραματικά η κατάσταση. Η κατάσταση όχι μόνο δεν άλλαξε, αλλά πάει από το κακό στο χειρότερο εξ ου και η υποβάθμιση. Δείχνουν να μη γνωρίζουν ότι τα ελληνικά ομόλογα βρίσκονται στα ύψη και η πιθανότητα χρεοκοπίας είναι η υψηλότερη για χώρα σ' ολόκληρη την υφήλιο. Δείχνουν να μη γνωρίζουν ότι οι ελληνικές τράπεζες επιβιώνουν αποκλειστικά από τη στήριξη της ΕΚΤ και της Τράπεζας της Ελλάδος.

Για το μόνο που ενδιαφέρεται αυτήν τη στιγμή η κυβέρνηση είναι να επιταχύνει το έργο καταστροφής που έχει αναλάβει με το «μνημόνιο». Κι αυτό γιατί γνωρίζει ότι οι ημέρες της είναι μετρημένες. Η αναδιαπραγμάτευση και αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους από την κυβέρνηση και το ΔΝΤ είναι πια πολύ κοντά. Ιδίως αν η κατάσταση της ευρωζώνης επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο και η Ισπανία δεν θα μπορεί πλέον να κρατηθεί στην επιφάνεια.

Αυτό που νοιάζει την κυβέρνηση είναι πριν οδηγηθεί η Ελλάδα στην αναδιάρθρωση του χρέους να κατοχυρώσει την παράδοση της χώρας στους δανειστές της με την περίφημη «δανειακή σύμβαση» που υπέγραψε στις 8 Μαΐου. Το κύριο στοιχείο της «δανειακής σύμβασης» με την Ε.Ε. και το ΔΝΤ είναι η πλήρης παραίτηση από κάθε έννομο δικαίωμα της χώρας για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της έναντι οποιασδήποτε καταχρηστικής πρακτικής των δανειστών της. Στη διεθνή πρακτική δεν θα βρει κανείς χειρότερη δανειακή σύμβαση ανάμεσα σε κράτη ή ακόμα και σε ιδιώτες. Σε ιδιωτική επικοινωνία με στέλεχος του ΔΝΤ που έχει πολύχρονη εμπειρία από τη διαπραγμάτευση ανάλογων δανειακών συμβάσεων μας είπε ότι η ελληνική κυβέρνηση, όχι μόνο δεν έφερε την παραμικρή αντίρρηση σε ό,τι της ζητήθηκε, αλλά αποδέχτηκε ρήτρες που καμιά άλλη χώρα, σύμφωνα με την εμπειρία του, δεν έχει αποδεχτεί. «Δεν μου έχει ξανατύχει καμιά άλλη τέτοια περίπτωση, όπου μια κυβέρνηση να παραδίδει αμαχητί και τόσο εύκολα τη χώρα και τον λαό της».

Έτσι έφτασε «η δανειολήπτρια Ελλάδα» να «παραιτείται αμετάκλητα και άνευ όρων από κάθε ασυλία που έχει ή πρόκειται να αποκτήσει σε σχέση με τα περιουσιακά της στοιχεία» ή από κάθε νομική διαδικασία συμπεριλαμβανομένης της ασυλίας από την άσκηση αγωγής, κατάσχεσης, αναγκαστικής εκτέλεσης κατά των περιουσιακών της στοιχείων, εφόσον δεν απαγορεύεται αυτό από ειδικό νόμο (όρος 14 παρ. 5 της Σύμβασης). Ενώ το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, με γνωμοδότησή του, μας ξεκαθαρίζει το νόημα αυτού του όρου της Σύμβασης: «Ούτε ο Δανειολήπτης ούτε τα περιουσιακά του στοιχεία έχουν ασυλία λόγω εθνικής κυριαρχίας…».

Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση παραιτείται από την εθνική κυριαρχία της χώρας, δηλαδή παραιτείται από την προάσπιση όχι μόνο της δημόσιας περιουσίας, αλλά και του εθνικού εδάφους έναντι των απαιτήσεων από τους δανειστές. Έτσι ολόκληρη η χώρα υποθηκεύεται και τίθεται στη διάθεση των δανειστών. Και μόνο αυτός ο όρος αρκεί, με βάση το Διεθνές Δίκαιο, για να χαρακτηριστεί η δανειακή σύμβαση ως αποικιοκρατική. Ανάλογη σύμβαση δεν υπάρχει στην ιστορία του ελληνικού κράτους από την εποχή της περίφημης «πράξης υποτέλειας» του Κωλέττη στα 1826. Με μόνο μια εξαίρεση, τις «δανειακές συμβάσεις» που υπέγραψαν οι κυβερνήσεις των δωσίλογων με τις ιταλικές και γερμανικές δυνάμεις κατοχής.

 

Αγγλικό δίκαιο

 

Αυτό που επίσης κάνει εντύπωση είναι ο «ορισμός του αγγλικού δικαίου ως εφαρμοστέου δικαίου για τη σύμβαση». Πολλοί αναρωτιούνται γιατί έγινε αυτό. Ο βασικός λόγος δεν έχει να κάνει με το ΔΝΤ, αλλά με το γεγονός ότι η νομολογία του αγγλικού δικαίου, λόγω του αποικιοκρατικού παρελθόντος της Βρετανίας, δίνει την ευκαιρία για εξαιρετικά ευνοϊκές αποφάσεις υπέρ των δανειστών. Για παράδειγμα, το 90% των καταχρηστικών αποφάσεων σε βάρος χωρών από επενδυτικά κεφάλαια «προβληματικών χρεών», κοινώς γύπες, παίρνονται από βρετανικά δικαστήρια.

Σύμφωνα με τα ειωθότα στη διεθνή αγορά δανεισμού με ομόλογα, ό,τι ισχύει για έναν δανειστή ισχύει για όλους τους δανειστές (pari passu). Αυτό σημαίνει ότι η δανειακή σύμβαση που υπέγραψε η ελληνική κυβέρνηση, οι καταχρηστικοί της όροι, η παραίτηση από την εθνική κυριαρχία, ο ορισμός του αγγλικού δικαίου κ.ο.κ. ισχύουν όχι μόνο για τον δανεισμό από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ αλλά για όλους τους κατόχους ομολόγων του ελληνικού δημόσιου χρέους. Με αυτόν τον τρόπο όλοι οι κερδοσκόποι της αγοράς έχουν το απαραίτητο νομότυπο εργαλείο για να απαιτήσουν τη λεηλασία, τη δήμευση και τη διάλυση της χώρας. Αυτός είναι ένας επιπλέον σοβαρός λόγος, όχι μόνον για να φύγει νύχτα η κυβέρνηση και οι συνοδοιπόροι της από τη χώρα, αλλά και για τον λαό να επιβάλει άμεσα την ανατροπή της δανειακής σύμβασης και του μνημονίου, που μπορεί να γίνει μόνο με τη μη αναγνώριση του χρέους και την άρνηση της αποπληρωμής του.

 

* O Δημήρης Καζάκης είναι Οικονομολόγος – αναλυτής

 

ΠΗΓΗ: Το Ποντίκι, (Δημοσιεύτηκε στο "Π" στις 17-06-2010), Ανάρτηση ηλ. Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010, http://www.topontiki.gr/Articles/view/7185

Το ΔΝΤ δεν είναι μονόδρομος

Το ΔΝΤ δεν είναι μονόδρομος

 

Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη

 

Η χώρα μας οδηγήθηκε στο ικρίωμα του ΔΝΤ με συνοπτικές διαδικασίες και με το χαρακτηρισμό τού δήθεν μονόδρομου, χωρίς να έχει προηγηθεί κανενός είδους αντίδραση ή προσπάθεια διαπραγμάτευσης. Σαν ώριμη, δηλαδή, και από καιρό προαποφασισμένη λύση, αν και ήταν η πιο οδυνηρή και, ταυτόχρονα, η λιγότερο αποτελεσματική.

Ωστόσο, το ελληνικό δημοσιονομικό πρόβλημα, που με μικρές γενικά διαφορές το συμμερίζεται και ολόκληρος ο ευρωπαϊκός νότος – και όχι μόνο -, ουδόλως δικαιολογούσε την έσχατη αυτή καταδίκη του ελληνικού λαού. Ιδιαίτερα και μετά την κυκλοφορία της τελευταίας έκθεσης του ΔΝΤ, που διαπιστώνει ότι το 2015 το δημόσιο χρέος του συνόλου των προηγμένων οικονομιών, ως ποσοστό στο ΑΕΠ τους, θα υπερβεί το 110%.

Είναι βέβαια γεγονός ότι, αφότου μπήκαμε στο μάτι του κυκλώνα, εξαιτίας σωρείας ασύγγνωστων δικών μας λαθών, αλλά και εξαιτίας του ρατσιστικού μένους της κυρίας Μέρκελ εναντίον μας, μοιραία μεγεθύνθηκε το πρόβλημά μας και περιορίστηκαν οι ομαλές δυνατότητες αντιμετώπισής του. Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη κάποιες οριακές λύσεις που, σε σύγκριση με το αδιέξοδο του ΔΝΤ, υπόσχονται λιγότερο δραματικά αποτελέσματα και ενδέχεται να αποδειχθούν σωτήριες.

Αναφέρομαι πολύ συγκεκριμένα στις καθημερινές προτάσεις αναδιαπραγμάτευσης του χρέους μας, που προέρχονται από νομπελίστες και από γνωστούς οικονομικούς αναλυτές και που συνοδεύονται από την απορία τού γιατί μια τέτοια λύση να εκλαμβάνεται ως απαγορευμένη συζήτηση από ελληνικής όσο και από ευρωπαϊκής πλευράς.

Από τα πολυάριθμα αυτά παραπάνω σχήματα, που άλλωστε δεν διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους, επιλέγω, εντελώς ενδεικτικά, αυτό του Αμερικανού οικονομολόγου Carl Weinberg, ο οποίος προτείνει την υπαγωγή του συνόλου των ελληνικών ομολόγων, που λήγουν έως το 2019, σε δεξαμενή που θα χρηματοδοτηθεί εκ νέου με 25ετή ομόλογα και με επιτόκιο 4,5%. Υπολογίζεται ότι έτσι οι ανάγκες χρηματοδότησης της χώρας μας θα περιοριστούν κατά 60% ή κατά 140 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ οι απώλειες για τους δανειστές μας θα είναι σημαντικές μόνο για την περίπτωση των τελευταίων, που ανέμεναν απόδοση πάνω από 8% και που οπωσδήποτε αυτή ήταν σαφώς τοκογλυφική.
Τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας λύσης, σε σύγκριση πάντοτε με την αγχόνη του ΔΝΤ, είναι σημαντικά. Να υπογραμμίσω, καταρχάς, ότι ο μηχανισμός στήριξης, που δημιουργήθηκε όχι για να βοηθηθεί η χώρα μας, αλλά για να διασφαλιστούν τα συμφέροντα των γαλλικών και γερμανικών τραπεζών, βασίστηκε στο ελληνικό πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης, δηλαδή, εμφανώς, σε ένα συνονθύλευμα παντελώς ανέφικτων μέσων και προσδοκιών. Έτσι άλλωστε και μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί η προσφυγή της αμήχανης ΕΕ στο αδίστακτο ΔΝΤ για την παρά ταύτα εφαρμογή του. Είναι, πράγματι, δύσκολο -αν όχι αδύνατο- να γίνει πιστευτό ότι η ΕΕ έχει την αφέλεια να ελπίζει ότι σε 3 ή σε 5 χρόνια το δημόσιο έλλειμμα θα έχει μειωθεί σε 3% και το δημόσιο χρέος σε 60% του ΑΕΠ μας, αν και με βάση λογικές προσδοκίες, καθώς και με βάση το ιστορικό του ΔΝΤ, θα έχουμε:

  • συρρίκνωση του ΑΕΠ ανώτερη του 10%,
  • ανεργία που θα ξεπεράσει το 20% του ενεργού πληθυσμού,
  • δημόσιο χρέος που από το 115% του ΑΕΠ θα σκαρφαλώσει στο 150% το 2014,
    λουκέτο σε 60.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις,
  • κατακόρυφη μείωση της ζήτησης, ακόμη και ειδών διατροφής,
  • καλπάζοντα στασιμοπληθωρισμό – και όχι απλώς αντιπληθωρισμό, όπως εσφαλμένα υποθέτει το ΔΝΤ,
  • ανεξέλεγκτες κοινωνικές αντιδράσεις και εξαιτίας της επαναφοράς της μεσαιωνικής βαρβαρότητας στις εργασιακές σχέσεις.

Αντιθέτως, είναι δυστυχώς ξεκάθαρο ότι παρά τις ανθρωποθυσίες που απαιτούνται από το λαό, σε 1 ή 2 χρόνια από σήμερα η Ελλάδα, που ήδη εκλαμβάνεται ως χρεοκοπημένη από τα διεθνή ΜΜΕ, θα είναι έτσι και επίσημα, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να απολέσουν το σύνολο σχεδόν του κεφαλαίου τους, όπως συνέβη και με την Αργεντινή. Η αναδιαπραγμάτευση του χρέους, που δεν πρέπει να συγχέεται με χρεοκοπία, και που θα επιδιωχθεί στο πλαίσιο συμφωνίας με τους δανειστές μας, μπορεί να μας εξασφαλίσει την απαραίτητη επιμήκυνση του χρόνου πληρωμής των χρεών μας και, το σημαντικότερο, να εισαγάγει στον ορίζοντά μας την αναπτυξιακή διάσταση που απουσιάζει παντελώς από το ΔΝΤ.

Πράγματι, το ΔΝΤ, ως όργανο αποκλειστικά των δανειστών, αδιαφορεί παντελώς για την τύχη των λαών που κατακτά. Με τις πάγιες πρακτικές του, που απορρέουν από το σκληρότερο πυρήνα του νεοφιλελεύθερου συστήματος, αρκείται στην απομύζηση του έστω και συρρικνούμενου εθνικού πλούτου των θυμάτων του, αποκλείοντας κάθε αναπτυξιακή διαδικασία που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των δανειστών. Τέλος, με την αναδιαπραγμάτευση του χρέους μας υπάρχουν ελπίδες ότι θα αναχαιτιστεί η εγκληματική μεταφορά εισοδήματος και πλούτου από τους εργαζόμενους στους τραπεζίτες, από τους φτωχότερους στους πλουσιότερους, από την εργασία στο κεφάλαιο. Αυτή η ανορθόδοξη μορφή αναδιανομής, που ωστόσο επιτεύχθηκε μετά το 1980 χάρη στο σφετερισμό της παραγωγικότητας της εργασίας από τα κέρδη, σε παγκόσμιο και σε ελληνικό επίπεδο, είναι το κυρίαρχο αίτιο του ξεσπάσματος της δεύτερης μεγάλης παγκόσμιας κρίσης το 2007, καθώς και της κατάρρευσης της ελληνικής οικονομίας.

Είναι βέβαιο ότι η παραμονή μας στο ΔΝΤ θα έχει δραματικές και, πιθανότατα, μη αναστρέψιμες συνέπειες για την Ελλάδα. Θα πρόκειται για ολοκληρωτική καταστροφή. Γι' αυτό και επιβάλλεται η άμεση αναθεώρηση του χαρακτηρισμού του ΔΝΤ ως μονόδρομου.

 

* Η Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη είναι πρ. πρύτανης και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και πρόεδρος του Ιδρύματος Δελιβάνη.


ΠΗΓΗ: ΕΠΙΚΑΙΡΑ, 11/6/2010,  

http://m-epikaira.gr/2010/06/%CF%84%CE%BF-%CE%B4%CE%BD%CF%84-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82/

Η Βία η μαμή – του Γιάννη Ποτ.

Η Βία η μαμή

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

Μοναχικά τα πουλιά

στους ουρανούς

Τα σμήνη έχασαν το δρόμο τους

Δραπέτευσαν στις μνήμες

τα κόκκινα κεραμίδια

και η καπνοδόχος

Τώρα στις γειτονιές μας

τριγυρνάει ο φόβος

Έρπει σιωπηλή στα πρόσωπα

η σκιά της αβεβαιότητας

σκοτώνει τα όνειρα η ανεργία

 

Στην τηλεόραση

μια αλλοτριωμένη καρδερίνα

παραβγαίνει

τα τραγούδια των σειρήνων

 

Κι εμείς δεμένοι στο κατάρτι

ακούμε τα ουρλιαχτά της πόλης

Αφουγκραζόμαστε τη σιωπή

να μεγεθύνει τις κραυγές

 

Η απελπισία στροβιλίζεται

Και η σιωπή των αμνών

προαναγγέλλει, νέα σφαγή

Εκατόμβη ονείρων

στο βωμό του κέρδους

 

Όμως εσύ γλύψε   

στη φθορά των βράχων την αλμύρα

Κολύμπα μαζί με το κύμα

που τρώει τους γρανίτες

 

Πάντα ο χειμώνας είναι προπομπός

της άνοιξης

Μέχρι να εκραγούν βίαια

οι ταξιανθίες

Κι από το ωστικό κύμα να αναδύεται

Πανέμορφο το μανιτάρι

Των χρωμάτων και των αρωμάτων

 

Αχ! Βία πόση ομορφιά σκορπάς

Όταν σαρώνεις δύσοσμους συμβιβασμούς

Αχ! Βία μαμή

πόσο ελπιδοφόρα ακούγονται τα ουρλιαχτά

σαν ξεγεννάς την ιστορία

 

                                           29 Μαΐου 2010, Γιάννης Ποταμιάνος

Τώρα στις γειτονιές μας

τριγυρνάει ο φόβος

Έρπει σιωπηλή στα πρόσωπα

η σκιά της αβεβαιότητας

σκοτώνει τα όνειρα η ανεργία

 

Στην τηλεόραση

μια αλλοτριωμένη καρδερίνα

παραβγαίνει

τα τραγούδια των σειρήνων

 

Κι εμείς δεμένοι στο κατάρτι

ακούμε τα ουρλιαχτά της πόλης

Αφουγκραζόμαστε τη σιωπή

να μεγεθύνει τις κραυγές

 

Η απελπισία στροβιλίζεται

Και η σιωπή των αμνών

προαναγγέλλει, νέα σφαγή

Εκατόμβη ονείρων

στο βωμό του κέρδους

 

Όμως εσύ γλύψε   

στη φθορά των βράχων την αλμύρα

Κολύμπα μαζί με το κύμα

που τρώει τους γρανίτες

 

Πάντα ο χειμώνας είναι προπομπός

της άνοιξης

Μέχρι να εκραγούν βίαια

οι ταξιανθίες

Κι από το ωστικό κύμα να αναδύεται

Πανέμορφο το μανιτάρι

Των χρωμάτων και των αρωμάτων

 

Αχ! Βία πόση ομορφιά σκορπάς

Όταν σαρώνεις δύσοσμους συμβιβασμούς

Αχ! Βία μαμή

πόσο ελπιδοφόρα ακούγονται τα ουρλιαχτά

σαν ξεγεννάς την ιστορία

 

                                           29 Μαΐου 2010, Γιάννης Ποταμιάνος

Πήρε αέρα μέχρι και ο Γκρούεφσκι!

Πήρε αέρα μέχρι και ο Γκρούεφσκι!

 

Του Γιώργου Δελαστίκ

 

Συνιστά ομολογουμένως δημοσιογραφική παραδοξότητα να ασχολείται κανείς σήμερα με την ονομασία των Σκοπίων, ιδίως την ώρα που ολόκληρη η Ελλάδα βράζει εναντίον της κυβέρνησης Παπανδρέου για την υιοθέτηση μέτρων που διευκολύνουν την εξαπόλυση πογκρόμ απολύσεων εναντίον εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.

Κανένα πρόσχημα δημοσιονομικού οφέλους δεν υπάρχει γι' αυτά τα ακραία αντεργατικά μέτρα μιας κυβέρνησης της οποίας ηγείται ο πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, ενώ ακόμη και οι ξένοι δυνάστες του καθεστώτος επικυριαρχίας του ΔΝΤ αρνούνται ότι τα εισηγήθηκαν αυτοί, αφαιρώντας ακόμη και το φύλλο συκής από την κυβέρνηση Παπανδρέου.

Παρόλα αυτά, οφείλουμε να ασχοληθούμε, έστω για μία και μοναδική ημέρα, με το πρόβλημα της ΠΓΔΜ. Όχι επειδή περιήλθε σε γνώση μας κάτι δραματικό που να συνομολογήθηκε κατά τη χθεσινή συνάντηση του πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου με τον ομόλογό του Νίκολα Γκρούεφσκι στις Βρυξέλλες, στο περιθώριο της συνόδου κορυφής της ΕΕ. Κανείς δεν ξέρει αν συμφώνησαν σε κάτι και σε τι, καθώς μέχρι στιγμής καμιά πλευρά δεν διοχέτευσε στον Τύπο οτιδήποτε.

Είναι όμως τέτοια η καταβαράθρωση του διεθνούς κύρους της χώρας μας μετά την απόφαση του πρωθυπουργού να την υπαγάγει στο καθεστώς επικυριαρχίας του ΔΝΤ και της ΕΕ, ώστε ακόμη και ο Γκρούεφσκι έχει πάρει αέρα και θεωρεί ότι είναι κατάλληλη στιγμή να… μας πατήσει κι αυτός στον λαιμό και να μας επιβάλει με τη βοήθεια της ΕΕ λύση στο όνομα ευνοϊκή για τα Σκόπια! Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η γερμανική Δεξιά φαίνεται πως συμμερίζεται τις απόψεις του Γκρούεφσκι περί "ευνοϊκής συγκυρίας", αν κρίνει τουλάχιστον κανείς από την εντυπωσιακής προβολής συνέντευξή του που δημοσιεύθηκε χθες στη "Φράνγκφουρτερ Αλγκεμάινε", την κατεξοχήν εφημερίδα του οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου της Γερμανίας.

Ο Γκρούεφσκι είναι σαφέστατος. "Ακριβώς τώρα που όλοι είναι απασχολημένοι με άλλα πράγματα, είναι ο σωστός χρόνος να λύσουμε την υπόθεση", δηλώνει χωρίς περιστροφές και εξηγεί γιατί: "Σε εμάς, το 80% των ημερών του χρόνου οι βραδινές ειδήσεις αρχίζουν με τα νέα για το θέμα του ονόματος. Στην Ελλάδα δεν μιλάει τώρα κανένας γι' αυτό. Ολοι μιλούν για την κρίση".

Ο πρωθυπουργός της ΠΓΔΜ δείχνει μάλιστα να έχει χάσει την υπομονή του με την… καθυστέρηση της ΕΕ να συνετίσει την Ελλάδα! "Γνωρίζουμε φυσικά ότι στην ΕΕ πολλά ζητήματα πρέπει να λυθούν με συναίνεση. Ομως κάτι πρέπει να γίνει για να ξεπεραστεί η παράλογη στάση της Ελλάδας" δηλώνει. Αποφαίνεται μάλιστα ότι "η Ελλάδα έχει δημιουργήσει επί πάρα πολύ καιρό ένα πρόβλημα, το οποίο είναι ακατανόητο στην Ευρώπη".

Ο Γκρούεφσκι δεν παραλείπει να δημοσιοποιήσει και την άποψή του ότι ο Γ. Παπανδρέου είναι μόνο… "φρου φρου κι αρώματα" και καθόλου ουσία επί του ζέοντος θέματος! "Ο Καραμανλής δεν ήθελε κανενός είδους επαφές μαζί μου, ούτε καν τηλεφωνική επικοινωνία. Υπήρξε μόνο μία χειραψία σε μια συνδιάσκεψη, καθώς δεν είχε καμιά άλλη επιλογή, επειδή συναντηθήκαμε στον διάδρομο" τόνισε απαντώντας σε σχετική ερώτηση και συνέχισε: "Ο Παπανδρέου θέλει συναντήσεις, κάμερες, χειραψίες, συνομιλίες. Ομως η ουσία είναι σχεδόν η ίδια".

Πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι ο ηγέτης της ΠΓΔΜ δεν ικανοποιείται πλέον μόνο με τη διευθέτηση του θέματος της ονομασίας της χώρας του. Απαιτεί συμφωνία με την Ελλάδα και στα θέματα της αναγνώρισης τόσο της "μακεδονικής", χωρίς κανέναν απολύτως προσδιορισμό, εθνικής ταυτότητας όσο και της "μακεδονικής" γλώσσας, πάλι χωρίς προσδιορισμό οποιασδήποτε φύσης (π.χ. σλαβομακεδονικής ή οτιδήποτε άλλο).

Η τοποθέτησή του ήταν ξεκάθαρη και παράλληλα θρασύτατη: "Εμείς μιλάμε για λύση – πακέτο, η οποία θα περιλαμβάνει τα πάντα που δημιουργούν προβλήματα. Οι ρίζες του προβλήματος βρίσκονται μάλλον στην ταυτότητα παρά στο όνομα. Οταν οι Ελληνες ισχυρίζονται ότι δεν πρόκειται για την ταυτότητά μας, αλλά μόνο για το όνομα της χώρας, λένε ψέματα! Πρέπει να βρούμε μια λύση που να αφήνει άθικτη την ταυτότητά μας και να είναι αποδεκτή και από τις δύο χώρες" διακήρυξε.

 

Αδυναμία – Ακατάλληλη συγκυρία

 

Ουδέποτε η Ελλάδα – από την κατάρρευση της χούντας μέχρι σήμερα – ήταν τόσο αποδυναμωμένη διεθνώς όσο από τότε που υπήχθη στο καθεστώς επικυριαρχίας του ΔΝΤ και της ΕΕ. Απολύτως κανένας δεν τη σέβεται πλέον και αυτό είναι αναμφίβολα πλήρως δικαιολογημένο.

Αυτή η κυβέρνηση δεν είναι σε θέση να διαπραγματευθεί τίποτα σοβαρό σε διεθνές επίπεδο – πόσω μάλλον δυσεπίλυτα και χρονίζοντα προβλήματα της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Η συγκυρία είναι εντελώς ακατάλληλη και γι' αυτό η κυβέρνηση δεν πρέπει να παρασυρθεί σε διαδικασίες αναζήτησης λύσεων στα θέματα αυτά, αν δεν θέλει να μας οδηγήσει σε νέα εθνική συμφορά μετά το ΔΝΤ.

 

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΕΘΝΟΣ, 18-06-2010, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11826

 

Από το παρελθόν …. και το μέλλον της επιμόρφωσης

Από το παρελθόν στο παρόν και το μέλλον της επιμόρφωσης 

 

Ή ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑ – ΜΟΡΦΩΣΗ, ΣΥΜ – ΜΟΡΦΩΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙ – ΜΟΡΦΩΣΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟ – ΜΟΡΦΩΣΗ

 

Του Γιώργου Κ. Καββαδία *

 

Όλες οι μεγάλες – και όχι μόνο – απεργίες των εκπαιδευτικών έχουν εντάξει στο διεκδικητικό τους πλαίσιο το αίτημα της επιμόρφωσης. Εδώ και δεκαετίες η επιμόρφωση εκτός από τον έντονα ιδεολογικό χαρακτήρα της, μπορεί να χαρακτηριστεί ως αποσπασματική, πρόχειρη και μικρής διάρκειας διαδικασία, εξαιρετικά άχαρη με την μορφή σχολειοποίησης που αφορά κυρίως τους νεοδιοριζόμενους εκπαιδευτικούς.

 «Λεφτά υπάρχουνε, μόνο που η κυβέρνηση τα πηγαίνει κάπου αλλού»  (Γ. Α. Παπανδρέου, προεκλογικά).

Και ω του θαύματος! Σε καιρούς οικονομικής κρίσης για τους μισθούς, τις συντάξεις, αλλά και την παιδεία και γενικότερα τις κοινωνικές δαπάνες το Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (ΥΠΔΒΜΘ) δείχνει την .γαλαντομία του. Ετοιμάζει επιμόρφωση 150.000 εκπαιδευτικών της προσχολικής, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με έμφαση στην καινοτομία και στην χρήση ΤΠΕ ετοιμάζει με συνολική δημόσια δαπάνη που  ανέρχεται ενδεικτικά στα 155 εκατομμύρια ευρώ. Αν  προσθέσουμε και 51 και πλέον εκατομμύρια ευρώ για την επιμόρφωση – προπαγάνδα για το «νέο σχολείο», τότε το συνολικό ποσό υπερβαίνει τα 205 εκατομμύρια ευρώ. Το πρόγραμμα προπαγάνδισης του «νέου σχολείου» θα υλοποιηθεί σε δύο φάσεις μέχρι τον Δεκέμβριο του 2013.

Πρόκειται για προγράμματα του ΕΣΠΑ που την υλοποίησή τους αναλαμβάνουν διάφορες επιτροπές,  «επιστήμονες – εμπειρογνώμονες» που σε καθεστώς πληρέστατης και σκανδαλωδέστατης αδιαφάνειας διαχειρίζονται τα τεράστια ποσά και τις τεράστιες αμοιβές τους. Είναι όλοι αυτοί οι απίθανοι τύποι, που με τον τίτλο του πανεπιστημιακού, του σχολικού συμβούλου, του επιμορφωτή, του εκπαιδευτικού «με αυξημένα προσόντα» (προφανώς δεν αναφερόμαστε σε όλους ισοπεδωτικά) έχουν αναλάβει εργολαβικά να πείσουν τους εκπαιδευτικούς για την αξία της επιμόρφωσης – παραμόρφωσης και συμμόρφωσης και εν γένει για το «νέο σχολείο» και την κυβερνητική πολιτική. «Με βάση τα παραπάνω δεν είναι πια δύσκολο να διακρίνουμε τα συμφέροντα που συγκροτούν την εκπαιδευτική συμμαχία όσων επιμένουν στην προώθηση του Νέου Σχολείου  ακόμη και σήμερα. Σήμερα που οι εκπαιδευτικοί  σπρώχνονται  βίαια στο κενό της αβύσσου. Και άβυσσος εδώ δεν είναι η φτώχεια. Είναι η τρέλα που σε πιάνει όταν εσύ πτωχεύεις και κάποιοι απορροφούν κονδύλια.» 1.

 Για «φωτογραφικές πρακτικές που θυμίζουν άλλες εποχές» και «άκρως συνοπτικές διαδικασίες σε καιρούς εξαιρετικής λιτότητας», καταγγέλλει η ΠΟΣΔΕΠ το υπουργείο Παιδείας. «Είναι σοβαρά τα ερωτηματικά που γεννώνται και για τον τρόπο υλοποίησης του τεράστιου αυτού επιμορφωτικού προγράμματος», τονίζει σε σχετική ανακοίνωσή της το συνδικαλιστικό όργανο των πανεπιστημιακών, «Ποιοι φορείς και ποιοι επιμορφωτές θα αναλάβουν το επιμορφωτικό έργο, με δεδομένη την προβληματική λειτουργία των Περιφερειακών Επιμορφωτικών Κέντρων, αλλά και τις μεγάλες αδυναμίες υλοποίησης των προγραμμάτων επιμόρφωσης Π1 και Π2;» Όπως επισημαίνει, μάλιστα, «η φημολογούμενη εφαρμογή μεθόδων εξ αποστάσεως επιμόρφωσης με συμβατικά, μάλιστα, μέσα, μόνο ανησυχία και καχυποψία προκαλεί», καλώντας κυβέρνηση και ηγεσία του ΥΠΕΠΘ να αναλογιστούν τις ευθύνες τους, να ανακαλέσουν τη σχετική απόφαση και να εντάξουν το «πλουσιοπάροχο αυτό κονδύλι στο έργο του σχεδιασμού και της υλοποίησης μιας ουσιαστικής, καλά προγραμματισμένης, με γνώση και όραμα, εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών».2.

Γνωρίζουμε ότι ο επιστημονισμός και ο κυβερνητισμός δηλητηριάζουν όχι μόνο στις Επιστημονικές Ενώσεις, αλλά και στις συνδικαλιστικές ηγεσίες των εκπαιδευτικών που ερωτοτροπούν με κέντρα και φορείς του ΥΠΔΒΜΘ. Άλλωστε οι κυρίαρχες -και όχι μόνο- συνδικαλιστικές παρατάξεις επιδιώκουν να μετατρέψουν τα ερευνητικά κέντρα ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ. και Ι.ΠΕ.Μ. της ΟΛΜΕ και της ΔΟΕ αντίστοιχα σε απονευρωμένους και συναινετικούς οργανισμούς που να διαπλέκονται με το ΥΠΔΒΜΠ και τους κρατικούς και ιδιωτικούς φορείς και να μετατραπούν σε εξαρτημένα επιμορφωτικά κέντρα εκλιπαρώντας για κυβερνητική και κοινοτική χρηματοδότηση με βάση τα προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε). Όμως, δεν πρόκειται να περάσουν οποιαδήποτε σχέδια για συναίνεση των εκπαιδευτικών στη ρεμούλα και την απάτη της επιμόρφωσης – συμμόρφωσης, όσο υπάρχουν δυνάμεις που αντιστέκονται.

Γιατί είναι ανάγκη το εκπαιδευτικό κίνημα να αντισταθεί στην εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης ΠΑ.ΣΟ.Κ. που επιδιώκει να διαμορφώσει το φτηνό και ευέλικτο σχολείο της αγοράς  με κεντρικούς μηχανισμούς την «αξιολόγηση» και την «επιμόρφωση» που αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: της ιδεολογικής χειραγώγησης, συμμόρφωσης και παραμόρφωσης των εκπαιδευτικών. Σε αυτή την κατεύθυνση, άλλωστε, κινούνται οι πρόσφατες εξαγγελίες της υπουργού ΠΔΜΘ, Α. Διαμαντοπούλου για την επιμόρφωση. Μόνο που και αυτές οι εξαγγελίες παρουσιάζονται με αγιογραφικές διακηρύξεις και «καινοτομίες» για να κρύψουν και να εξωραϊσουν την πραγματικότητα.

Με υποκριτικά και παραπλανητικά συνθήματα, όπως « η γνώση είναι ο δρόμος για το μέλλον», κατά τα πρότυπα της οργουελιανής  Νέας Ομιλίας, όπου  « η γνώση είναι άγνοια» με τα ιδεολογήματα για την «κοινωνία της γνώσης» και με το νέο φρούτο της «ηλεκτρονικής δημοκρατίας», την περιβόητη διαβούλευση μέσω διαδικτύου επιδιώκουν να παρουσιάσουν το άσπρο για μαύρο. Αναφέρονται στην διαβούλευση και επιδιώκουν δημοκρατικές περγαμηνές την ώρα που περιφρονούν τα συνδικαλιστικά όργανα και απαξιώνουν και με τους χαρακτηρισμούς και την πολιτική τους τον μάχιμο εκπαιδευτικό. Το περίφημο « ολοκληρωμένο πρόγραμμα επιμόρφωσης για το Νέο Σχολείο» του ΥΠΔΒΜΘ μάλλον ολοκληρωτικό είναι, αφού αντιμετωπίζει τον εκπαιδευτικό ως παθητικό αντικείμενο, χωρίς αποφασιστικό ρόλο στο περιεχόμενο και τις διαδικασίες επιμόρφωσης. «Η  σχεδιαζόμενη μεθοδολογία επιμόρφωσης  στηρίζεται στην βασική αρχή ότι οι εκπαιδευτικοί επιμορφώνονται ΜΕ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ του νέου σχολείου», παραδέχεται η ίδια η υπουργός. 3. Με άλλα λόγια ο εκπαιδευτικός θα πρέπει παθητικά να υποταχθεί στην κυβερνητική πολιτική και προπαγάνδα για το «νέο σχολείο»

 

Γκρίζο παρελθόν

 

Το 1992, όταν Υπουργός Παιδείας ήταν ο Γ. Σουφλιάς, καταργούνται οι ΣΕΛΔΕ – ΣΕΛΜΕ, οι μόνες σχολές ετήσιας, περιοδικής και κρατικά ελεγχόμενης επιμόρφωσης και ιδρύονται τα Περιφερειακά Επιμορφωτικά Κέντρα (Π.Ε.Κ.) της ταχύρυθμης εν είδει « fast- food»επιμόρφωσης με τα ταχύρυθμα σεμινάρια της αρπαχτής. Μια επιμόρφωση πρόχειρη, αποσπασματική με στόχο την ιδεολογική χειραγώγηση και συμμόρφωση των εκπαιδευτικών. Η επιμόρφωση, έτσι μετατρέπεται σε συλλογή ευέλικτων πληροφοριών, σε κατάρτιση και δεν έχει καμιά σχέση με τον αναγκαίο γνωστικό εμπλουτισμό. Παράλληλα μετατρέπεται σε όχημα ανατροπής των εργασιακών σχέσεων και συντριβής των εργασιακών δικαιωμάτων, αφού γίνεται υποχρεωτικά, εκτός σχολικού ωραρίου και μάλιστα Σαββατοκύριακα. Η «μεγάλη ιδέα» της «δια βίου εκπαίδευσης» υλοποιείται με την αγωνιώδη συγκέντρωση πιστοποιήσεων σεμιναρίων αμφιβόλου περιεχομένου και εγκυρότητας και εννοώντας σε τελική γραμμή τη «δια βίου αμάθεια» για μαθητές και εκπαιδευτικούς. 4.

Στις αποφάσεις της ΟΛΜΕ επισημαίνεται χαρακτηριστικά: «Τα ΠΕΚ από πνευματικά και μορφωτικά κέντρα μετατρέπονται σε τυπικές δημόσιες υπηρεσίες, γραφειοκρατικές και μονολιθικές, και η μόνη επιμόρφωση, κατά την αντίληψη του ΥΠΕΠΘ, ταυτίζεται και εξαντλείται στις έννοιες σχολείο – θρανίο – εξετάσεις. Μια σχολειοποίηση, μειωτική για το παιδαγωγικό λειτούργημα και για εκπαιδευτικούς με πολύχρονη εκπαιδευτική και διδακτική εμπειρία, που αντιμετωπίζει τους επιμορφούμενους ως παθητικούς δέκτες εκπαιδευτικών συνταγών.» 5.

Τομή στην  ιστορία της επιμόρφωσης αποτελεί η ίδρυση του «Οργανισμού Επιμόρφωσης Εκπαιδευτικών»  (Ο.ΕΠ.ΕΚ.) ως Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με βάση το νόμο «Οργάνωση των περιφερειακών υπηρεσιών της Α/θμιας και Β/θμιας εκπαίδευσης» το 2002  από την κυβέρνηση ΠΑ.ΣΟ.Κ., όταν Υπουργός Παιδείας ήταν ο Π. Ευθυμίου. Ο Οργανισμός «Επιμόρφωσης», που λειτουργεί όχι μόνο έξω από τον έλεγχο των εκπαιδευτικών, αλλά και κάθε δημόσιο έλεγχο αποτελεί τον «δούρειο ίππο» για την άλωση των δημόσιων σχολείων από το ιδιωτικό κεφάλαιο. Η μονοκρατορία του υπουργού Παιδείας και ο ανεξέλεγκτος υπερσυγκεντρωτικός χαρακτήρας του οργανισμού διασφαλίζει τη διείσδυση και διαπλοκή των ιδιωτικών κέντρων με τη δημόσια εκπαίδευση. Το Ίδρυμα Μελετών Λαμπράκη, ο Πατάκης, οι Σχολές Ξυνή, η Interlingua και άλλα «ευαγή ιδρύματα» έχουν εγκαθιδρυθεί στα σχολεία με το εκπαιδευτικό λογισμικό τους, επιβάλλοντας περιεχόμενο και μεθόδους διδασκαλίας. 6.

         

Ανοιχτή – δημοκρατική επιμόρφωση.

 

«Η επιμόρφωση είναι αυτονόητο και αναπόσπαστο μέρος της επαγγελματικής σταδιοδρομίας του εκπαιδευτικού, με την προϋπόθεση ότι ο εκπαιδευτικός απελευθερώνεται από περιορισμούς και φόρτο εργασίας. Με την έννοια αυτή, η επιμόρφωση εξασφαλίζει την ενεργητική συμμετοχή των εκπαιδευτικών στη λήψη των αποφάσεων, αλλά και στην εφαρμογή τους».  (Πορίσματα της Επιτροπής του ΥΠΕΠΘ για την Επιμόρφωση, 1988, προτάσεις Γ. Μαυρογιώργου).

 Είναι φανερό ότι η πολιτική όλων των κυβερνήσεων κινείται σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από τις ανάγκες και τα αιτήματα εκπαιδευτικών, αλλά και από προτάσεις, όπως η παραπάνω που επεξεργαζόταν από το 1988 το ΥΠΕΠΘ. Η επιμόρφωση πρέπει να είναι ανοιχτή, ετήσια,, με ιδιαίτερη ενίσχυση των δυνατοτήτων που θα παρέχονται στους εκπαιδευτικούς για την αυτο – μόρφωσή τους, εξασφαλίζοντας μεταξύ άλλων: την ενεργητική παρέμβαση των ίδιων των εκπαιδευτικών, των επιστημονικών και συνδικαλιστικών τους ενώσεων, στο σχεδιασμό, την υλοποίηση και τον έλεγχο των αποτελεσμάτων των διαδικασιών επιμόρφωσης. Με άλλα λόγια, για να δικαιώνεται η σημασία της επιμόρφωσης αναγκαία συνθήκη είναι οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί να έχουν καθοριστικό ρόλο σε κάθε σημείο της διαδικασίας επιμόρφωσης. Ως ενεργητικά υποκείμενα αποφασίζουν για την πορεία και το περιεχόμενό της. 7.

 

Από αυτή την αφετηρία μπορούμε να διατυπώσουμε αιτήματα που να αντιστοιχούν στις πραγματικές ανάγκες των εκπαιδευτικών και των σχολείων:

1. Πλήρης εξοπλισμός άμεσα όλων των σχολείων με δίκτυα υπολογιστών και δυνατότητα χρήσης του διαδικτύου. Ο εξοπλισμός να γίνει ανεξάρτητα από προθεσμίες, με ευθύνη του ΥΠΔΒΜΘ και όχι των ιδιωτών.

2. Έξω οι ιδιώτες από τα σχολεία. Να λειτουργήσουν Ως κέντρα επιμόρφωσης τα δημόσια σχολεία και οι πόροι από το πρόγραμμα να μοιραστούν σε όλα τα σχολεία της περιοχής τους.

3. Τα σεμινάρια για τις νέες τεχνολογίες θα μπορούσαν να γίνονται, για όλους, το πρώτο και το τελευταίο δεκαήμερο του σχολικού έτους και όχι στον ελεύθερο χρόνο των εκπαιδευτικών.

4. Καμιά διαδικασία αξιολόγησης – πιστοποίησης. Να δοθεί ένας υπολογιστής σε κάθε εκπαιδευτικό.

5. Οι  ίδιοι οι εκπαιδευτικοί, σε συνεργασία με τις επιστημονικές ενώσεις και τα πανεπιστήμια, μπορούν να αναλάβουν την ευθύνη της επιμόρφωσης σε ετήσια βάση.

6. Να καταργηθεί το θεσμικό πλαίσιο για την αξιολόγηση – χειραγώγηση και επιμόρφωση – συμμόρφωση.

 

                                        ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

1. Πέτρος Μενδώνης, εκπρόσωπος των Παρεμβάσεων, Κινήσεων, Συσπειρώσεων στο ΔΣ του ΙΠΕΜ ΔΟΕ, ΕΣΠΑ: Αντιεκπαιδευτικές Επιμορφωτικές Συμμαχίες

 

2. Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Διδακτικού Επιστημονικού Προσωπικού, Ανακοίνωση.

 

3. Άννα Διαμαντοπούλου, Υπουργός Παιδείας Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, Συνέντευξη τύπου, Πέμπτη 27 – 5 – 2010.

 

4. Νίνα Γεωργιάδου, Για την τριήμερη εισαγωγική «επιμόρφωση», Αντιτετράδια τ. 76 -77, χειμώνας 2006.

 

5. Αποφάσεις του 6ου Συνεδρίου της ΟΛΜΕ, 28/6 – 2/7/1993, Οι θέσεις της ΟΛΜΕ για την εκπαίδευση.

 

6. Γιώργος Κ. Καββαδίας, Γραφειοκρατική συμ- μόρφωση, παρα – μόρφωση, Αντιτετράδια, τ. 60 – 61, Γεν. – Μάρτ. 2002.

 

* Ο Γιώργος Κ. Καββαδίας είναι φιλόλογος – επιστημονικός συνεργάτης ημερήσιου – περιοδικού τύπουhttp://gkavadias.blogspot.com

 

ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ: …

ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ:

Τα κύρια μειονεκτήματα της Ελλάδας, τα τεράστια πλεονεκτήματα της, το συνολικό χρέος επιλεγμένων χωρών, η καταλυτική σημασία του, η ανάγκη ύπαρξης κρατικών ισολογισμών και η ελληνική ιδιαιτερότητα

Του Βασίλη Βιλάρδου *

Έχουμε την έποψη ότι, μόνο ένας περιορισμένος αριθμός Ελλήνων είναι σχεδόν απόλυτα πεπεισμένος, σε σχέση με το ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει τα συγκριτικά μικρότερα οικονομικά προβλήματα, μεταξύ των «δυτικών» κρατών – όπως επίσης τα πλέον «προσιτά» στην επίλυση τους. Γνωρίζοντας όμως πως το συνολικό χρέος μας (δημόσιο και ιδιωτικό), είναι από τα χαμηλότερα στις ανεπτυγμένες Οικονομίες,  πιστεύουμε ότι, εάν η κυβέρνηση μας:

Τραπεζική στοχοθεσία: ….

Τραπεζική στοχοθεσία: σκύλευση νεκρών, «σάλτο μορτάλε» ζώντων…*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Από τη θρασεία, αμετροεπή επίθεση, άτακτη υποχώρηση στη λογοδοτούσα άμυνα! Η κατακραυγή που αντιμετώπισε ο κ. Βγενόπουλος ύστερα από την απόπειρά του να μετακυλίσει οπουδήποτε αλλού πέρα από τον εαυτό του την ευθύνη για τον τραγικό χαμό τριών εργαζομένων της «Marfin» κατά τη διαδήλωση της 5/5/2010, τον ανάγκασε σε υπαναχώρηση και απολογία. Μια υπαναχώρηση, ωστόσο, που δεν χαρακτηρίζεται από ειλικρινή μεταμέλεια, μα από υποκρισία κι επιβεβαίωση της ιταμότητας και της ευθυνοφοβίας του.

* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 297, 16/6/2010.

Σε νέα επιστολή του της 18/5/2010 ο κ. Βγενόπουλος επιχειρεί να αντιστρέψει το σε βάρος του κλίμα, κομίζοντας την «αλήθεια» που προέκυψε για τα γεγονότα από την προσωπική του έρευνα. Η συνέχιση της υποκρισίας καταδεικνύεται εξαρχής στη νέα επιστολή ήδη με τον προσδιορισμό του κοινού στο οποίο ο μεγαλοεπιχειρηματίας απευθύνεται: αν και είναι εμφανές ότι η ανακοίνωση με τα «πορίσματα» απευθύνεται στην κοινή γνώμη, ο κ. Βγενόπουλος προσποιείται πως απευθύνεται προς όλους τους εργαζομένους της «Marfin», χωρίς βέβαια να εξηγεί γιατί μια «εσωτερική», αν έτσι έχουν τα πράγματα, υπόθεση, θα έπρεπε να κοινοποιείται. Σ' ένα παραλήρημα «άριστης λειτουργίας» ο κ. Βγενόπουλος εξυμνεί την εργοδοτική συνέπεια, τον σεβασμό της επιχείρησης προς τους υπαλλήλους της, τα μέτρα ασφαλείας στην τράπεζα, κι επιμένει να αποποιείται κάθε ευθύνη.

Η επιχειρηματολογία του κ. Βγενόπουλου βρίθει αντιφάσεων, με χαρακτηριστικότερες όσες εντοπίζονται στις αναφορές για τα μέτρα ασφαλείας στο υποκατάστημα της Σταδίου. Ενώ λοιπόν υποστηρίζεται ότι στη «Marfin» «εάν υπάρχει οποιαδήποτε ανησυχία σε θέματα ασφαλείας, τα καταστήματα δεν λειτουργούν», προστίθεται επίσης πως «το κατάστημα Σταδίου, έχοντας πολλές προηγούμενες εμπειρίες όπου [sic] ακόμα και επίθεση με βόμβες μολότοφ έχει αντιμετωπισθεί και η φωτιά έχει σβήσει με τη χρήση πυροσβεστήρων, δεν ανησύχησε από τη μεγάλη ειρηνική πορεία που εξελισσόταν υπό τη φρούρηση των Μ.Α.Τ.». Με άλλα λόγια, όταν εναντίον των καταστημάτων της «Marfin» εκτοξεύονται μολότοφ, κάτι που συμβαίνει πολύ συχνά, σύμφωνα με τη διοίκηση της τράπεζας, δεν συντρέχουν λόγοι ανησυχίας ώστε να διακοπεί η λειτουργία τους! Το να δέχεται κανείς επιθέσεις με μολότοφ δεν συνιστά υπολογίσιμο κίνδυνο που οδηγεί σε διακοπή λειτουργίας! Βέβαια, οι υπάλληλοι της τράπεζας «ανησύχησαν» αργότερα, όταν το απέναντι βιβλιοπωλείο δέχτηκε «την επίθεση των κουκουλοφόρων». Προφανώς όμως ούτε κι αυτός είναι σοβαρός λόγος ώστε να μη θεωρεί η εργοδοσία τη διαδήλωση «ειρηνική»! Άλλωστε, το κατάστημα της Σταδίου «είχε όλα τα από το νόμο προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας, πυρανίχνευση, πυρασφάλεια με 16 πυροσβεστήρες, έξοδο κινδύνου»…

Όπως προέκυψε, η «έξοδος κινδύνου» έβγαζε στις σκεπές των διπλανών κτιρίων, όπου έφτανε κανείς μ' ένα «απλό» σάλτο! Δεν διευκρινίζεται αν η διοίκηση της τράπεζας είχε εκπαιδεύσει τους υπαλλήλους της στο «σάλτο μορτάλε»! Στη συνέχεια τονίζεται ξανά πως το συγκεκριμένο κατάστημα «έχει δεχθεί επανειλημμένα επιθέσεις και με πυροσβεστήρες είχε σβηστεί και πυρκαγιά που ξέσπασε από απλές βόμβες μολότοφ». Οι «απλές»(!) τούτες μολότοφ διαχωρίζονται από τη μοιραία μολότοφ της 5/5/2010 που, λόγω της «ειδικής» της σύνθεσης παρομοιάζεται στην ανακοίνωση με τις «βόμβες ναπάλμ»(!). Πέρα λοιπόν από τις γραφικότητες περί «ναπάλμ», «επιβεβαιώνεται» εκ νέου πως τα καταστήματα της «Marfin» «διακόπτουν» τη λειτουργία τους «εάν υπάρχει οποιαδήποτε ανησυχία σε θέματα ασφαλείας»! «Δικαίως» λοιπόν ο κ. Βγενόπουλος μας επιστρέφει τη «λάσπη» «ότι δήθεν δεν υπήρχαν μέτρα ασφαλείας ή ότι δεν δούλεψαν αποτελεσματικά», καθότι η «λάσπη» αυτή δεν τον «αγγίζει»! Οι τρεις θάνατοι, άλλωστε, τι άλλο αποδεικνύουν αν όχι την «αποτελεσματικότητα» των μέτρων «ασφαλείας»; Αλλά όταν κανείς κολυμπάει ο ίδιος στη λάσπη, προφανώς δυσκολεύεται να κατανοήσει ότι έχει αφομοιωθεί απ' αυτήν. Και μετά από τόση επίκληση στη «λογική», η ανακοίνωση απευθύνεται και στο συναίσθημά μας παραπέμποντας όλους όσους «λασπώνουν» την «αδικημένη» εργοδοσία σε λογοδοσία «στην οικογένειά τους, στην κοινωνία και στο Θεό»! Αφέλεια; Ύβρη; Ψιλό γαζί; Τι θεωρεί Θεό ένας θεομπαίχτης;

Όταν όμως μια εργοδοσία φτάνει στο απίστευτο σημείο να σκυλεύει τη μνήμη των αδικοχαμένων της υπαλλήλων αρνούμενη να επωμιστεί την ευθύνη που της αναλογεί, φαντάζεται κανείς ποιες είναι οι εργοδοτικές πρακτικές στις τράπεζες απέναντι στους υπαλλήλους τους υπό «φυσιολογικές» συνθήκες.

Ήδη κατέστη κατανοητό τι σημαίνει ότι τα καταστήματα της «Marfin» «δεν λειτουργούν» όταν οι συνθήκες είναι έκρυθμες. Μέσα από το ίδιο πρίσμα ερμηνείας γίνεται αντιληπτό τι σημαίνει η βεβαίωση του κ. Βγενόπουλου πως «ποτέ δεν έχουν υπάρξει οποιασδήποτε μορφής εμπόδια για όποιον εργαζόμενο θέλει να απεργήσει»! Σημειώνει στην ανακοίνωση που εξέδωσε ο Σύλλογος Εργαζομένων Marfin – Εγνατίας Τράπεζας (Σ.Ε.Μ.Ε.Τ.) στις 11/5/2010: «Στη Σταδίου, στην Πανεπιστημίου, οπουδήποτε, εργαζόμενοι από αγωνία για το μέλλον τους και όχι από αδιαφορία για τις αξίες της ζωής, δεν βρίσκονταν με τις χιλιάδες των απεργών που διατράνωναν την κοινή αγωνία για τη δουλειά και την αξιοπρέπεια.» Και συνεχίζει εξηγώντας πως οι πιέσεις που ασκούνται στους εργαζομένους σε σχέση με τα εργασιακά και τα συνδικαλιστικά τους δικαιώματα αποφεύγουν την άκομψη ευθεία αποτροπή της συμμετοχής σε οποιαδήποτε συνδικαλιστική δράση, διαχέουν όμως την «ανασφάλεια που επικρατεί και εξαπλώνεται στις επιχειρήσεις, όσο δεν αντιμετωπίζεται από ένα κίνημα υπεράσπισης των εργασιακών, συνδικαλιστικών και ατομικών δικαιωμάτων». Η Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας (Ο.Τ.Ο.Ε.) με τη σειρά της, σε ανακοίνωσή της επίσης της 11/5/2010, καλεί τις διοικήσεις των τραπεζών «να σταματήσουν οι κάθε μορφής πιέσεις και εκβιασμοί στους εργαζόμενους να μην απεργούν τις μέρες που έχουν προκηρυχθεί απεργιακές κινητοποιήσεις από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις». Υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά;

Οι υπάλληλοι στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, και σε πολύ χαρακτηριστική μεγέθυνση στον τραπεζικό χώρο, όπως προκύπτει από την ανακοίνωση του Σ.Ε.Μ.Ε.Τ., εργάζονται υπό καθεστώς αγωνίας και ανασφάλειας. Τις συνθήκες αυτές τις έχει καταδείξει επανειλημμένως η Ο.Τ.Ο.Ε. μέσα από τους συνδικαλιστικούς της αγώνες. Από την πρώτη δεκαετία του 2000, που άρχισαν να γενικεύονται οι ιδιωτικοποιήσεις των τραπεζών, οι τραπεζοϋπάλληλοι βιώνουν ίσως τις πλέον στρεσογόνες συνθήκες εργασίας στην Ελλάδα. Υπό το πρόσχημα της αξιολόγησης οι διοικήσεις των τραπεζών έχουν μεταφέρει στους υπαλλήλους τους το βάρος προώθησης των τραπεζικών υπηρεσιών. Η συγκεκριμένη πρακτική φέρει τον «αθώο» τίτλο «ατομική στοχοθεσία». Σύμφωνα μ' αυτήν ο υπάλληλος οφείλει να πετύχει τον αριθμό των στόχων που του ορίζει η τράπεζα σε ό,τι αφορά την προώθηση των υπηρεσιών της.

Τα νέα τραπεζικά ήθη, που μετατοπίζουν την επιχειρηματική ευθύνη από τις διοικήσεις στους απλούς υπαλλήλους, έχουν αποτέλεσμα τον υπερβολικό φόρτο εργασίας για τους τελευταίους. Είναι σαν να ανατίθεται σε υπάλληλο ενός σούπερ μάρκετ η ευθύνη, πέρα από την εξυπηρέτηση των πελατών ή την ταξινόμηση των εμπορευμάτων, και για την προσέλκυση πελατείας· ή σε βιομηχανικό εργάτη η προώθηση στην κατανάλωση των προϊόντων που παράγει η βιομηχανία! Ό,τι δηλαδή δεν κατορθώνουν οι ίδιες οι τράπεζες με τις διαφημιστικές τους καμπάνιες, εφόσον δεν προσελκύουν νέους πελάτες, οφείλουν να το πετύχουν οι απλοί εργαζόμενοι! Για την επίτευξη του στόχου οι τράπεζες «οπλίζουν» τους υπαλλήλους τους με ισχυρές δόσης εκφοβισμού για το εργασιακό τους μέλλον, με προτροπές αλίευσης πελατών από τον οικογενειακό, τον συγγενικό και τον φιλικό τους κύκλο, εξωθώντας τους υπαλλήλους σε σύγκρουση με το περιβάλλον τους, και με το ακαταμάχητο «ατού» που ονομάζεται… τηλεφωνικός κατάλογος!

Ο τραπεζικός υπάλληλος, εκτός του ότι υποχρεώνεται να υπομείνει τη διεύρυνση του πραγματικού του χρόνου εργασίας, είναι υποχρεωμένος και να μετέλθει μία παράνομης μορφής διαφήμιση, παρενοχλώντας ανυποψίαστους πολίτες σε ώρες συνήθως κοινής ησυχίας, για να ικανοποιήσει την απληστία των εργοδοτών του. Το άγχος του, λόγω των αφόρητων στρεσογόνων πιέσεων, συνιστά ένα διεστραμμένο εργασιακό «σάλτο μορτάλε» με οδυνηρές επιπτώσεις στην υγεία του, τη σωματική και την ψυχική. Κι εννοείται, φυσικά, πως ακόμα κι αν κάποιοι υπάλληλοι κατορθώσουν να εκπληρώσουν τους στόχους που τους ανατέθηκαν, δεν πρόκειται να ηρεμήσουν: η εκπλήρωση ενός στόχου σημαίνει για την τράπεζα την άνοδο της βάσης του, με σκοπό την υπερεκμετάλλευση που θ' αποφέρει ακόμη μεγαλύτερα κέρδη.

Η παραπάνω πραγματικότητα αποτελεί αντικείμενο συνδικαλιστικού αγώνα για την Ο.Τ.Ο.Ε., η οποία την έχει περιγράψει με κάθε αφορμή. Σχετική ανακοίνωσή της, μάλιστα, για συνάντηση εργασίας με θέμα την ατομική στοχοθεσία και το εργασιακό στρες είναι αναρτημένη και στην ιστοσελίδα του Σ.Ε.Μ.Ε.Τ. (http://www.semet.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=108&Itemid=34)! Ποια ανάγκη, λοιπόν, είναι πιθανό να οδηγεί καί τους εργαζομένους της «Marfin» στη δημοσίευση της συγκεκριμένης ανακοίνωσης της Ο.Τ.Ο.Ε., αν δεν υπάρχει αντίκρισμα στην εργασιακή πραγματικότητα της τράπεζας, για το «άψογο» καθεστώς της οποίας ο κ. Βγενόπουλος διαρρηγνύει τα ιμάτιά του; Οι στοχεύσεις των τραπεζικών διοικήσεων είναι ολοφάνερες: μεγιστοποίηση του κέρδους τους, με ταυτόχρονη απομύζηση των κατώτερων υπαλλήλων τους.

Το νέο και πλέον ανησυχητικό της υπόθεσης είναι πως οι στοχεύσεις αυτές που παλιότερα δρομολογούνταν όσο το δυνατόν πιο αθόρυβα, τώρα πλέον διατυμπανίζονται αδιάντροπα, ακόμη κι όταν φαινομενικά οι διοικήσεις τις αρνούνται, όπως συμβαίνει με τον κ. Βγενόπουλο. Και διατυμπανίζονται, γιατί η επιλογή των διοικούντων να κάνουν αισθητή την παρουσία τους με δημόσιες εμφανίσεις δεν είναι τίποτε λιγότερο από απόπειρα να ελέγξουν πια τα νήματα της εξουσίας όχι υπογείως αλλά άμεσα.

 

Γιάννης Στρούμπας