Χάδι και σιωπή_Χαρά Χρηστάρα – αυτοανθολόγηση

Χάδι και σιωπή

Του Γιάννη Στρούμπα

Τριάντα χρόνια ποίησης περικλείονται σε μια ποιητική συλλογή. Η ποιήτρια Χαρά Χρηστάρα επιλέγει είκοσι πέντε ποιήματα από τη μακρόχρονη ποιητική της θητεία και τα συγκεντρώνει στον τόμο «Αυτοανθολόγηση 1981-2010». Τα ανθολογημένα ποιήματα προέρχονται από τις δεκαπέντε έως τώρα ποιητικές συλλογές της Χρηστάρα, χωρίς να υπολογίζεται μεταξύ αυτών η συγκεντρωτική «Ασθμαίνοντας τα όνειρα», η οποία προηγήθηκε το 2006. Εκτός όμως από τον επιλεκτικό χαρακτήρα του παρόντος τόμου, που τον κάνει να διαφέρει από τον συγκεντρωτικό, το ιδιαίτερό του γνώρισμα είναι πως πρόκειται για μια δίγλωσση έκδοση, αφού τα επιλεγμένα ποιήματα παρουσιάζονται στα ελληνικά και στα γαλλικά, με τη γαλλική τους μετάφραση να αντιπαραβάλλεται στην πρωτότυπη ελληνική εκδοχή.

Στην ποίηση της Χρηστάρα προβάλλεται η αντιφατική διεκδίκηση της ποίησης να πορεύεται από τη μια εσωστρεφής, σε μια επιδιωκόμενη απομόνωση ψυχικού καταλαγιάσματος και περισυλλογής, κι από την άλλη να επιζητά τη συντροφικότητα. Την εσωστρέφεια επιζητούν οι «Μοναχικοί περίπατοι/ στην παραλία των λέξεων», καθώς η ποίηση προσλαμβάνεται σαν μοναχική μύηση, με τα λόγια να ’χουν μεταναστεύσει «σε ξένους τόπους». Ο πολύτιμος, ωστόσο, γυρισμός τους είναι δυνατός, και μάλιστα με δύο τρόπους: με το «χάδι» ή τη «σιωπή», αφού η ποίηση κατορθώνει να εκφραστεί με τις κατάλληλες λέξεις όταν εκδηλώνονται τα συναισθήματα που τις κινητοποιούν ή όταν η διαλογιζόμενη σιωπή διαδέχεται την ανούσια φλυαρία. Ιδίως το χάδι προϋποθέτει τη συντροφικότητα, εφόσον σε μοναχικά περιβάλλοντα ακυρώνεται η οντότητά του· αλλά και η σιωπή δεν αφορά αναγκαστικά τη μοναξιά, καθώς σε μια ανθρώπινη σχέση μπορεί να συντελεί στον προαναφερθέντα διαλογισμό, μα και να αποδεικνύεται σημαίνουσα με ποικίλους άλλους τρόπους.

Οι δύο άξονες της μεν αγάπης ή του έρωτα («χάδι»), της δε «σιωπής», που τονίζονται στο πρώτο ανθολογημένο ποίημα της συλλογής, κυριαρχούν και σε όλη της την έκταση. Η σιωπή, μάλιστα, αποκαλύπτει, στα ποιήματα που προστίθενται στη συνέχεια του τόμου, και τις υπόλοιπες σηματοδοτήσεις της. Πέρα, λοιπόν, από τη σιωπή της μοναξιάς ή του διαλογισμού, υπάρχει κι εκείνη που αμύνεται στο ψεύδος. Τα «ψεύτικα λόγια καρδαμώνουν τη σιωπή», όταν όσοι αναζητούν την αλήθεια και το δίκιο μέσα στο αντίξοο περιβάλλον «της νύχτας», της ανομίας, αναγκάζονται, ανίσχυροι μπροστά σε μαφιόζικες στάσεις, να αποσύρονται αξιοπρεπώς σωπαίνοντας.

Chara-Christiara_autoan8ologisi

Η σιωπή στην ποίηση της Χρηστάρα συνδέεται, επίσης, με τον σπαραγμό. Ο έντονος και βαθύς ψυχικός πόνος πνίγει τη φωνή «που πολεμάει ν’ ακουστεί/ ο μέσα σπαραγμός της». Εδώ ο υφέρπων σπαραγμός δεν κραυγάζει, δεν μοιρολογεί φωνασκώντας, παρά περιφέρει την οδύνη του βουβή, με ελάχιστη διέξοδό του την αποτύπωσή του στην ποίηση, εκεί που «Τρεμάμενα τα γράμματα» παλεύουν να διαφυλάξουν τη φλόγα των συναισθημάτων.

Μα η σιωπή δεν είναι μόνο αξιοπρεπής· είναι κι ενοχική υπό διαφορετικές συνθήκες. Όταν «Το εγκεφαλικό επεισόδιο/ μας αφήνει χωρίς άκρα», όταν «Ο εμπρησμός καίει τα δάση μας», όταν «Καύσωνες και πλημμύρες/ χειμώνα-καλοκαίρι/ απροετοίμαστους μας βρίσκουν», τότε η σιωπή δεν μαρτυρά ούτε αξιοπρέπεια, ούτε στοχαστική διάθεση, ούτε σπαραγμό. Μαρτυρά, το λιγότερο, μια τραγική ανεπάρκεια ανθρώπων ανίκανων να αντιληφθούν την κρισιμότητα των καιρών, ανθρώπων φοβισμένων και δειλών ή, ίσως, ακόμη χειρότερα, αδιάφορων κι απαθών. Γι’ αυτό το ερώτημα της ποιήτριας «Μόνο σιωπούμε ή και/ συμπλέουμε;» είναι σαφέστατα ρητορικό: σιωπώντας συμπλέουμε με την απάθεια, με την κυριολεκτική και μεταφορική αφασία, η δε σύμπλευση τούτη είναι οπωσδήποτε και συνενοχή.

Όπως η σιωπή χρωματίζεται με ποικίλες συνδηλώσεις στην ποίηση της Χρηστάρα, έτσι και η αγάπη ανθίζει σε πλήθος χρώματα. Η ερωτική αγάπη έχει ηλικία της τη νιότη, χρόνο της τις καλοκαιρινές νύχτες και τόπο της την ακρογιαλιά, όπου σκάνε τα φιλιά σαν φλοίσβος δροσερός. Ο έρωτας όμως είναι και μυστηριώδης «σαν σφίγγα». Συχνά η μυστηριώδης ύπαρξη που ασκεί την ερωτική έλξη αποχωρεί χωρίς κουβέντα, εγείροντας απορίες κι αφήνοντας τον έρωτα ανεκπλήρωτο. Η διαψευσμένη αγάπη τονίζει την αντιφατικότητα του έρωτα, του ικανού για τις μεγαλύτερες συγκινήσεις μα και για τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις· του ικανού να συνταιριάζει σ’ ένα τραγούδι χωρισμού τον πόνο με τη λύτρωση της εκμυστήρευσής του. Στην αντίφαση αυτή συγκερνώνται οι αντιθέσεις, η αγάπη με το μίσος, η ανατολή με τη δύση, συγκροτώντας την «αντιστικτική γραφή των αισθημάτων»· μια γραφή σχεδόν μελωδική, πλάι στην αντίστιξη των ήχων στις μουσικές «δίνες» μιας φούγκας.

Η γονική αγάπη γίνεται αντικείμενο πραγμάτευσης, μεταξύ άλλων, και σε δύο από τα αρτιότερα ποιήματα της ανθολογίας. Το ποίημα «Πρώτη μορφή» είναι ένας ευαίσθητος ύμνος στη μητέρα. Η μάνα, η πρώτη μορφή την οποία γνωρίζει το παιδί, η πρώτη του αγάπη, καθίσταται αποδέκτης της κάθε του αντίδρασης: από τα ψαυσίματα του παιδιού, τις «ανασκαφές» και τις «εξερευνήσεις» του, μέχρι τα πετροβολητά, τα βέλη, το μίσος που κάποτε εκδηλώνεται. Κυματοθραύστης, όμως, κάθε τρικυμίας, η μάνα ξέρει να ανέχεται, να υπομένει, εντέλει να αγαπά, κι ας γίνεται συχνά πιεστική, όταν συμβουλεύει ή όταν θέτει όρους κι απαγορεύσεις. Κι αν φαίνεται πολλές φορές «ευάλωτη», αποδεικνύεται συνάμα κι «αήττητη», γιατί, παρά τις ευαισθησίες της, στέκει βράχος ανυποχώρητος, σκιερός και προστατευτικός στο προσκέφαλο των παιδιών της. Η σημασία της γονικής αγάπης και προστασίας συζητιέται και στο ποίημα «Πώς βλέπει τον κόσμο», όπου η ηρωίδα, καταδικασμένη να πουλά το σώμα της για να συντηρείται, θα μπορούσε να ’χε διαφορετική μοίρα αν υπήρχε ένα χέρι «να την τραβήξει/ από αυτή την καθημερινότητα». Ωστόσο λείπει το προστατευτικό χέρι του πατέρα, λείπει το τρυφερό της μάνας, κι η ορφανή γυναίκα υποχρεώνεται να ακολουθεί τους «πελάτες» της στο «κρεβάτι των οργίων».

Η σχέση εξάρτησης γονιών-παιδιών αναπτύσσεται από την ποιήτρια σε μία ακόμη δραστική αντίφαση εντοπισμένη στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Η επιδίωξη, λοιπόν, της ανεξαρτησίας, η προσπάθεια να σταθεί κανείς στα δικά του πόδια, μετατρέπεται σε επιζήτηση της γονικής αγκαλιάς – και μάλιστα σ’ ένα λιμάνι άριστα προστατευμένο κι εντελώς απάνεμο, τη μήτρα της μάνας – όταν η συγκεκριμένη απόπειρα απαγκίστρωσης συναντά τις αντιξοότητες της ζωής. Γι’ αυτό και η ποιητική ηρωίδα παραδέχεται τις παλινωδίες της: «Πασχίζω για έναν απογαλακτισμό/ και πάλι αναζητώ ομφάλιο λώρο»

Η επιδίωξη της ασφάλειας που παρέχει η αγκαλιά των γονιών και η αγάπη τους είναι κατανοητή, ιδίως σε σύγκριση με την ανασφάλεια και τον συναισθηματικό τυφώνα που «παρασύρει/ τα εναπομείναντα θραύσματα/ της αγάπης», της ερωτικής αγάπης, όταν αυτή συντρίβεται και διασκορπίζεται στους πέντε ανέμους. Ένα ακόμη καταφύγιο, πλάι στη γονική αγάπη, θα μπορούσε να προσφέρει και η αγάπη για τη συγγραφή, την ποίηση, τη λογοτεχνία. Βέβαια, η συναισθηματική καταχνιά δεν διαλύεται εύκολα. Όμως, παρά τις όποιες δυσκολίες, η λογοτεχνία δεν εγκαταλείπει τον λυτρωτικό της αγώνα: «Ανήμπορες σειρές γραμμάτων/ πασχίζουν ωστόσο/ λίγο φως να φέρουν»· γιατί, όσο δυσάρεστη και ψυχοφθόρα κι αν είναι η εξέλιξη ενός δεσμού ή, γενικότερα, των καταστάσεων, κι όσο «ανήμπορες» κι αν μοιάζουν οι λέξεις να διαχειριστούν την πραγματικότητα, «πασχίζοντας» κατορθώνουν να διεμβολίσουν, έστω με λίγες τους αχτίδες, την ομίχλη, και να προτείνουν μια νέα, πιο αισιόδοξη προοπτική.

Τα είκοσι πέντε ποιήματα που επιλέγει η Χρηστάρα στην αυτοανθολόγησή της είναι ώριμα κι αντιπροσωπευτικά της ποιητικής της πορείας. Η μετάφρασή τους στα γαλλικά οφείλεται στην ίδια την ποιήτρια. Το γεγονός ότι η Χρηστάρα είναι τόσο η ίδια άριστη χειρίστρια της γαλλικής γλώσσας, κατάκτηση σχετιζόμενη και με τη διαβίωσή της στο Παρίσι, όπου έχει εκπονήσει τις σπουδές και τη διδακτορική της διατριβή στην κοινωνική ανθρωπολογία, όσο και οι εκλεκτοί γαλλομαθείς φίλοι της που τη συνέδραμαν στο μεταφραστικό της έργο, και συγκεκριμένα η Ιωάννα Αβραμίδου, η Pierrette Gillot, η Άννυ Κουτροκόη, ο Παναγιώτης Μαυρίδης, η Ζωή Σαμαρά και η Dominique Zamboulis, εγγυάται την ποιότητα των μεταφράσεων.

Χαρά Χρηστάρα, «Αυτοανθολόγηση 1981-2010», εκδ. Μανδραγόρας, Αθήνα 2014, σελ. 72.

ΠΡΩΤΗ ΜΟΡΦΗ

Στη μητέρα μου

Πρώτη μορφή

το πρώτο άλλο κορμί

πρώτη αγάπη

Αόριστο βελούδινο θερμό

ν’ αντέχει όλη την πίεση

την πείνα και τη δίψα

να δέχεται

πρώτα φιλιά,

την ψαύση

την ανασκαφή

την εξερεύνηση·

αφήνεται

να το θαυμάζω και να το μισώ

να το πετροβολώ να το σκοτώνω

να το θέλω

και κείνο είναι όμορφο

καθώς ευάλωτο κι αήττητο μαζί

Πρώτη μορφή

το πρώτο άλλο κορμί

πρώτη μου αγάπη

ΠΩΣ ΒΛΕΠΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Βουλιάζει στο σκοτάδι

Σιγά-σιγά τα μάτια της ανασύρουν

κάτι σαν κλεφτοφάναρο, σαν πρωινό άστρο

Αφουγκράζεται κάποια φωνή,

φωνές που την περιπαίζουν και την λοιδωρούν

Τα σανίδια στο πάτωμα βγάζουν αγκίδες

που πληγώνουν τα πόδια της

Αυτό το αποκρουστικό πλάσμα

που κολλάει επάνω της

γίνεται ένα με το κορμί της,

είναι το κορμί της

της ορίζει πού θα σταθεί, πού θα κατευθυνθεί

κόβει στα δυο την ύπαρξή της

Ίσως ένα χέρι,

αν ένα χέρι μπορούσε να την τραβήξει

από αυτή την καθημερινότητα

«Ορφανή, ορφανή» της φωνάζουν οι κάτω όροφοι

«Έλα μαζί μας σ’ αυτό το κρεβάτι των οργίων»

επιμένουν έξω απ’ το παράθυρό της οι σειρήνες

ΣΥΓΚΑΛΥΨΗ

Το εγκεφαλικό επεισόδιο

μας αφήνει χωρίς άκρα

Ο εμπρησμός καίει τα δάση μας

Συγκαλύπτονται κι οι πιο αθώες αντιδράσεις

Οι λεπτοδείκτες δεν αλλάζουν

φορά όσο κι αν θα θέλαμε

να ξαναφτιάξουμε τον κόσμο

Οι κερδοσκόποι του καιρού μας

έχουν γερές πλάτες

αν και οι εταιρείες δημοσκοπήσεων δεν έχουν ιδέες

και για τη μεταστροφή του κλίματος

Καύσωνες και πλημμύρες

χειμώνα-καλοκαίρι

απροετοίμαστους μας βρίσκουν

Καθηλωμένος ο δείκτης ανακούφισης

Μόνο σιωπούμε ή και

συμπλέουμε;

α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 399, 16/9/2014.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.