Περί κράτους και δη Ελλαδικού…

Περί κράτους και δη Ελλαδικού…

(Ιδιόμορφη δοκιμή βιβλιοπαρουσίασης)

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα

Πολλοί σήμερα (Σ. Σ. η συγγραφή έγινε το 1985) μιλάμε για τη μεγάλη κρίση του τέλους του αιώνα μας. Έτσι τολμάμε πολλοί να εκτιμήσουμε την πιο πιθανή εκδοχή της έκβασης αυτής της κρίσης. Και άλλοι πιο ριψοκίνδυνοι να προβλέψουμε… 

Στο κοινωνιολογικό – πολιτικό επίπεδο διακρίνουμε τους διανοουμένους που συναρθρούν όλες τις πιθανές ανατροπές του συστήματος ή του κρά­τους. Διακρίνουμε τους εργαζόμενους, που ονειρεύονται τη μεγάλη επαναστατική νύχτα, δηλαδή το Βατερλό του αστικού ή σοσιαλδημοκρατικού κράτους. Διακρίνουμε τους αντιεξουσιαστές που ελπίζουν στην ίδια την ανατροπή του κράτους,

Το κράτος όμως (εποχή Όργουελ)[1]  πορεύεται στη δική του δυναμική. Τη δυναμική που είχε πάντα. Να γίνει Θεός επί της Γης. Ένας όμως Θεός αφέντης, σκληρός, ιδιότροπος, γραφειοκρατικός, απόλυτος, γραμμικός, απλησίαστος, άπληστος, πανταχού παρών και τα πάντα ελέγχων, ένας Θεός απάνθρωπος. Ο Θεός όμως αυτός εύκολα αμφισβητείται, αλλά δύσκολα αντιμετωπίζεται. 

Και η αντιμετώπιση αυτή δεν έχει να κάνει τόσο με την κλασσική αντίθεση εξουσιαστών – εξουσιαζόμενων, κράτους – πολιτών, όσο με την αντίστοιχη στην μικροομάδα και τέλος στον εσωτερικό κόσμο του καθενός μας.

Πάντως «στην κοινωνιολογική – πολιτική» διάσταση του ζητήματος, οι πιο σύγχρονοι «επαναστατημένοι» μιλάμε «για μια νέα επαναστατική διαδικασία, σε μια μακρόχρονη πάλη»[2] 

Γι’ αυτή που αναφέρεται στο «ίδιο το άτομο, όσο και στην επί μέρους ομάδα και κοινωνι­κό στρώμα». Από το όσο – όποιο πρόσωπο, ως την κρατική μηχανή θα λέγαμε εμείς.

Βέβαια μπορεί να γλυτώσουμε από «τον εκατονταετή πόλεμο, συνέπεια έκρηξης συνόλου επαναστάσεων», που προβλέπονταν λόγω «ενέργειας», «απασχόλησης», «οικολογίας», «δημογραφίας», «διεθνών σχέσεων», «εξοπλισμού του διαστήματος», «περιθωριοποίησης της Εκκλησίας», «ομαδικής νεύρωσης», κ.λ.π. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν μπορούμε να συζητήσουμε λίγο για το κράτος – από την αρχή και εφ’ όλης της ύλης – και δη για το Ελλαδικό.

Αυτό που θεμελιώθηκε μετά την σχεδιασμένη δολοφονία του Ιω. Καποδίστρια (μιας και δεν βόλευε η παρουσία του στο σκηνικό). Στα 1833 και εξής οι Βαυαροί (Ευρωπαίγοι) και οι Έλληνες (όχι Ρωμηοί) έκαναν κακέκτυπο «γραμμικό» συνδυασμό κρατισμού (Δύση) και κοινοτισμού (Ανατολή), όπου ο πρώτος είχε ήδη κερδίσει τον μεταξύ τους «αγώνα» από πριν στα χαρτιά…

Για μια πρώτη αίσθηση της απόστασης μεταξύ κράτους χαλαρού (κοινοτισμός) και κρά­τους σκληρού (κρατισμός) μπορούμε να αυτοσχεδιάσουμε την εξής πρόταση: «…Κράτος είναι ο μονοπωλιακός διαχειριστής νομίμου φυσικού καταναγκασμού (Max weber), που τον ασκεί (τον καταναγκασμό) για εξασφάλιση της ελευθερίας του ανθρώπου (ΑπόστολοςΠαύλος) και που επιτυγχάνει τελικά να μη διασπαστεί μια κοινωνία απ’ την εγωιστική και αυ­θαίρετη συμπεριφορά ατόμων, ομάδων και τάξεων (Ένγκελς)».[3]

Και για να αμφισβητήσουμε την απόλυτη άποψη που έχουμε, ότι το «Βυζάντιο» ταυτίζεται με τη Δύση, δεν έχουμε παρά να πυροδοτηθούμε για έρευνα από τα εξής αποσπάσματα:

α). «…Ο ίδιος ο Μαρξ στις αναλύσεις του, που αφορούν την Αγγλία, ύστερα από τα 1680 διαπιστώνει ότι μια τάξη μπορεί να είναι οικονομικά κυρίαρχη, χωρίς να είναι πολιτικά κυρίαρχη, ιδεολογικά κυρίαρχη χωρίς να είναι κυρίαρχη πολιτικά ή οικονομικά…  Έπειτα  έχω αντιρρήσεις και γι’ αυτόν τον όρο κοινωνική τάξη. Τι κριτήριο θα χρησιμοποιήσουμε για να διακρίνουμε μια κοινωνία σε κοινωνικές τάξεις; Την καταγωγή, το χρώμα,  την φυλή, τον πλούτο, την εξουσία, την μόρφωση;…

…Σωστά (λοιπόν) έχει τονιστεί πως η κοινωνική ιστορία του «Βυζαντίου» δεν ήταν παρά μια αδιάκοπη πάλη ανάμεσα στην κεντρική εξουσία και τη μεγάλη ιδιοκτησία. Τελικά επει­δή η άρχουσα πολιτική τάξη δεν είχε ταυτιστεί με την άρχουσα οικονομική τάξη, δεν είχαμε φεουδαρχία στο «Βυζάντιο»…».                                  

β). «...Οι ρωμαϊκές παραδόσεις συνεχίστηκαν για να τον απαλύνουν (Σ. Σ τον θεσμό του Αυτοκράτορα) και να θυμίζουν στον Αυτοκράτορα ότι, ενώ αντιπροσωπεύει το Θεό ενώπιον του λάου, συγχρόνως είχε καθήκον να αντιπροσωπεύει το λαό ενώπιον του Θεού. Ποτέ δεν ρίζωσε στη Δύση αυτός ο θεσμός, όπου έσβησε, όταν η πρακτική δύναμη της αυτοκρατορίας παρήκμασε. Η δυτική σκέψη επέλεξε την αντίθετη άποψη του Ιερού Αυγουστίνου για την Πολιτεία του Θεού..[4].          

Αυτά τα κείμενα σημαίνουν στην πολιτική γλωσσά δύο βασικά πράγματα. Ότι στο Βυ­ζάντιο δεν είχαμε φεουδαρχία, γιατί το κράτος (αυτοκρατορική αυλή) δεν ήταν απόλυτο. Εδώ ο λαός είχε εθιμικό δικαίωμα να εκφράζεται και να αντιπροσωπεύεται δια του κρά­τους τόσο στη μάχη απέναντι στην οικονομική τάξη, όσο και στη σχέση με την Ορθόδοξη Ιεραρχία. Έτσι ο Αυτοκράτορας (συν η αυλή του) έδινε ορατά λόγο για την κεντρική στρα­τηγική του σε μια άλλη και άλλου είδους, Κοινωνική Δύναμη.

Σε κοινωνιολογικό και πολιτισμικό επίπεδο αυτή η τεράστια διαφορά Μεσαίωνα – Βυζάν­τιου, εκδηλώνεται μέχρι την τελευταία έκφραση της ζωής. Εδώ θα επαναλάβω ένα σχολια­σμό μου, για να δοθεί έμφαση σ’ αυτόν τον Ισχυρισμό:

«… Στη Δύση ήταν διαλεκτικά και ιστορικά αναγκαίο οι ζωντανές κοινωνικές δυνάμεις νάρθουν σε ρήξη με την τυρρανική ψευτοθεοκρατική κοινωνία, που συμπορεύονταν ταυτόχρονα και αρμονικά με τη λατρεία της συσσώρευσης του κεφαλαίου και μεγέθυνε την κοινω­νική αδικία. Με το διαφωτισμό πρώτα, το μαρξισμό αργότερα και τις αναρχίζουσες ή οικολογικές αντιλήψεις σήμερα, συγκροτείται η ρήξη.

Στο κέντρο της ζωής αντί για το «είδωλο Θεός», προσπάθησαν να τοποθετήσουν τον άνθρωπο, στη θέση του κεφαλαίου το «λαό». Μα χωρίς καθολικές προϋποθέσεις, απέμειναν από τον άνθρωπο τα συντρίμμια του, ένστικτα και νους, από το λαό τα συστήματα συγκρότησής του. Έχουμε δηλαδή μια Δύση συστηματοκεντρική και ταυτόχρονα διασπαστική.

Αν αυτό όμως μπορεί να είναι πρόοδος μπροστά στο σκοταδισμό του Μεσαίωνα της Δύσης, στην Ορθόδοξη Ανατολή είναι έκπτωση. Γιατί στην Ανατολή το καθόλου και τα συντρί­μμια πάλευαν ισοδύναμα. Ο κάθε λαός είχε δύο επιλογές: ή με τα συντρίμμια ή με το καθό­λου. Φαίνεται πως ιστορικά και η Ανατολή έχασε τη δυνατότητα επιλογής  και κατρακυ­λούσε στο δικό της σκοταδισμό, στη δική της πνευματική και κοινωνική φτώχεια.

 Έτσι οι δυτικογεννημένες αντιλήψεις, θεσμοί και μοντέλα, φυσιολογικά εισχώρησαν και στην Ανα­τολή. Η Βαυαροκρατία σήμανε για την Ελλάδα την αρχή αυτής της μεταφοράς, εκ των άνω, με διαφορά χρόνου από «τας Ευρώπας», χωρίς γνώση στοιχειωδών ελληνικών προϋποθέσεων. Λαός και Κράτος αναγκάστηκαν να επιβιώσουν συγκολλημένα χωρίς τουλάχιστον κοινή τήξη και πήξη..[5].

Εκατόν πενήντα χρόνια μετά, στα χρόνια του Όργουελ, οι ερευνητές επισημαίνουν τη χαμένη Ρωμηοσύνη[6] και οι επαναστάτες προσπαθούν να βρουν κάτι, για άκρη του μίτου[7], σ’ ολόκληρο τον κόσμο, που είναι πια όλος Δύση.

Εμείς λίγο ανατολικο-θρεμμένοι, λίγο δυτικο-θρεμμένοι, αλλά μπόλικα μπερδεμένοι, μέσα σ’ ένα μπασταρδεμένο κράτος χωριζόμα­στε σε φιλοδυτικούς καί φιλοανατολικούς. Είτε συντηρητικά είτε προοδευτικά στη μια ή την άλλη «παράταξη». «Όλοι εμείς πού πορευόμαστε στη ζωή και το θάνατο»[8], δυσκο­λευόμαστε να δούμε τον πραγματικό εαυτό μας, τον πραγματικό κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε, τις πραγματικές δυνάμεις πού θα στηριχτούμε, ώστε και «επαναστατική διαδικασία» να έχουμε και βίωση της «όντως Ζωής» να αγγίξουμε.

Στην κατάσταση πού φτάσαμε, η αφή «του όλου ελλαδικού κράτους»[9] ίσως μας προσδώσει τη δυνατότητα να ψιθυρίσουμε τραυλά και φοβισμένα μερικές καυτές λέξεις. Ίσως οι λέξεις αυτές μπορέσουν να αποτελέ­σουν μια έκρηξη και μιαν αρχή νέας προσωπικής πορείας, σε μια αναπτυσσόμενη κοινότητα, συσχετιζόμενη με μια κοινωνία και ένα κράτος χαλαρό:

«Αυτό λοιπόν το ελληνικό κράτος είναι στην εξέλιξη του. Αλλά πρέπει να σκεφτούμε πριν το πούμε κράτος. 

Είναι μάλλον ένα κράτος έκτρωμα. Και για να φτάσουμε σ’ αυτό το τέρας, το θέλαμε πολύ φαίνεται. Για να καταλάβουμε ας δούμε τους Γάλλους, τους Ιταλούς, τους Ισπανούς… Έτσι ο Άνθρωπος γίνεται περισσότερο ένα εργαλείο στα χέρια του κράτους, της βιομηχανίας, της επιστήμης, ακόμα και της επίσημης Εκκλησίας, που υποτίθεται πως τάχθηκε να τον υπηρετεί.

Κάθε λογής εξουσία έπεσε πάνω μας για να μας αποκάνει εαυτούληδες. Η δουλειά μας, οι γυναίκες, το σπίτι, η καλοπέραση, το ταξίδι – διακοπές και μετά δυο μέτρα γης...».

ΠΗΓΗ: α-περιοδικό Ψωμί και Κρασί, τ. 3, σελ. 30-32, Οκτώβρης 1985, Πάτρα.

Παραπομπές

[1] 1984, Τζώρτζ  Όργουελ (εκδ. Κάκτος- Αθήνα).

[2] Μοριακή επανάσταση, Φελίξ Γκουατταρί (εκδ. Κομμούνα – Αθήνα).

[3] Σοσιαλιστικές πλευρές του Βυζαντινού Κράτους, Δημ. Ι. Τσολάκη, Πάτρα 1984.

[4] Η Βυζαντινή θεοκρατία, Steven Runsiman  (εκδ. Δόμος – Αθήνα).

[5] Σύναξη Νο 8, ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 1983, σελ. 93-98, (τεύχος Παιδεία – Αθήνα).

[6] Ρωμαιοσύνη, Ρωμανία, Ρούμελη, Ιωάννου Ρωμανίδη (εκδ. Πουρναρά – Θεσσαλονίκη).

[7]  α). Αυθορμητισμός και οργάνωση, Κόλλιν Γουώρντ (εκδ. Ελεύθερος Τύπος – Αθήνα)

β). Πολιτική και προσωπική ζωή, Μάρσαλ Κόλμαν (εκδ. Κομμούνα – Αθήνα 1985)
γ). Εκκλησία και κόσμος, Γεωργίου Π. Πατρώνου (εκδ. Ι. Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας).

[8] Σημειώσεις για το πρόβλημα του πολιτισμού στην Ελλάδα, Κ. Κάλχα. (εκδ. Μήνυμα – Αθήνα).

[9] Πρβλ. Σημάδια Νο 8, σελ. …….., κείμενο Κωστή Μοσκώφ (Αθήνα).
 

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.